Γράφεις ότι έχεις πολλές φροντίδες και μέριμνες.
Κάνε με επιμέλεια και φιλοτιμία ότι σου ζητήσουν οι δικοί σου.
Αλλά να ασχολείσαι με όλα ήρεμα, δίχως άγχος, ταραχή ή βαρυγκώμια.
Οι μέριμνες συνοδεύονται συνήθως από εσωτερική αναστάτωση.
Αυτό δεν είναι σωστό. Δεν μπορείς, βέβαια, πάντοτε να εξετάζεις
ότι σου αναθέτουν με απόλυτη νηφαλιότητα και να το εκτελείς με τέλεια αυτοσυγκέντρωση,
χωρίς την παραμικρή ταραχή ή διάσπαση.Την πνευματική ζωή, πάντως, δεν την δυσχεραίνουν
τόσο αυτές καθεαυτές οι καθημερινές ασχολίες του επίγειου βίου μας που είναι αναγκαίες
και αναπόφευκτες, όσο οι μάταιες μέριμνες, οι πολλαπλές έγνοιες και το διαρκές άγχος.
Το άγχος κατατρώει βασανιστικά την καρδιά και εμποδίζει την πνευματική προκοπή.
Ξεχώρισε, λοιπόν, τις αναγκαίες ασχολίες από τις μάταιες μέριμνες και τον έλλογο ζήλο από το άλογο άγχος.

Μάθε να εργάζεσαι νηφάλια, διατηρώντας την μνήμη του Θεού και πιστεύοντας 

ότι ευαρεστείς Εκείνον, όταν όλα σου τα έργα τα πράττεις ευσυνείδητα.
Γενικά, μην δείχνεις ιδιορρυθμία σε καμιά περίπτωση.
Να είσαι ευγενική, καλοσυνάτη και πρόσχαρη με όλους, όπως πάντα.
Μόνο ν'αποφεύγεις τα πολλά γέλια, τα χοντροκομμένα αστεία και τα μάταια λόγια.
Μπορείς και χωρίς αυτά να είσαι αβρή, ιλαρή και ευσυμπάθητη!
Ποτέ να μην είσαι σκυθρωπή. 'Οταν ο Κύριος λέει σ'εκείνους που νηστεύουν
να περιποιούνται τα μαλλιά τους και να νίβουν τα πρόσωπά τους (Ματθ.6:17),
εννοεί ακριβώς ότι πρέπει ν'αποφεύγουν την σκυθρωπότητα. Ο Θεός να σε φωτίσει!

Απόσπασμα από το βιβλίο Οσίου Θεοφάνη του έγκλειστου
"Ο Δρόμος της ζωής"(γράμματα σε μία ψυχή) σελίς 259 - 261


Ο διαπρεπής χειρούργος Μπουντόν εκλήθη από τον Ντυμουά, πρωθυπουργόν της Γαλλίας, να του κάμη μιαν σπουδαίαν εγχείρησιν.

Ο πρωθυπουργός, όταν είδε τον χειρούργον να μπαίνη εις το δωμάτιόν του, του είπε:
—  Δεν φαντάζομαι να με μεταχειρισθήτε με τον ίδιο τραχύν τρόπον, με τον οποίον μεταχειρίζεσθε τους πτωχούς και αθλίους αρρώστους εις το νοσοκομείον σας.
—  Εξοχώτατε, απήντησε με πολλήν αξιοπρέπειαν ο Μπουντόν, καθένας από τους αθλίους αυτούς αρρώστους, όπως ευαρεστείται η εξοχότης σας να τους ονομάζη, είναι δι’ εμέ και ένας πρωθυπουργός.


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο331)

Η εργασία ενός μοναχού. 

Κάθε βράδυ ο όσιος Ησύχιος αισθανόταν πολύ κουρασμένος. Όταν τον ρώτησε ο ηγούμενος από που προέρχεται η κούραση, αυτός απάντησε:

—Έχω τόσες εργασίες κάθε μέρα! Έχω δυό γεράκια που πρέπει να τα τιθασσεύω, δυό λαγούς που πρέπει να τους γυμνάζω, ένα δράκοντα που πρέπει να φυλάγω, ένα λιοντάρι που μ' αυτό πρέπει καθημερινά να μάχωμαι, και έναν άρρωστο που πρέπει να περιποιούμαι.

Ο ηγούμενος απόρησε. Τί σημαίνουν όλ’ αυτά;

— Τα δυό γεράκια είναι τα μάτια μου. Πρέπει να τα προφυλάγω για να μη δουν τίποτα που θα με βλάψη.

Οι δυό λαγοί είναι τα πόδια μου. Πρέπει να τα κρατώ για να μη πάρουν το δρόμο της αμαρτίας.

Οι δυό αετοί είναι τα χέρια μου. Πρέπει να εργάζωμαι μ’ αυτά δια να ζω.

Ο δράκοντας είναι η γλώσσα μου, πρέπει να την δεσμεύω.

Ο λέοντας είναι η καρδιά μου, μ’ αυτήν πρέπει διαρκώς ν’ αγωνίζομαι.

Και ο άρρωστος είναι το σώμα μου. Πρέπει να το φροντίζω και να το περιποιούμαι για να κατοική σ’ αυτό η ψυχή μου.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο258)


Η Αμυντική Ιατρική
Ήταν μετά από κάποιες αργίες που απούσιαζε από το νοσοκομείο και κατά τη διάρκεια της παράδοσης και του σχολιασμού των νοσηλευομένων στη ΜΕΘ (Μονάδα Εντατικής Θεραπείας), στη σειρά των κρεββατιών πέρασαν γρήγορα ένα από αυτά, με μια σύντομη αναφορά:

«Δυστυχώς αυτός ο ασθενής πεθαίνει χωρίς να μπορούμε να του προσφέρουμε τίποτε πια».

Μετά το τέλος της παράδοσης και κάνοντας πλέον μόνος επίσκεψη στους ασθενείς, διεπίστωσε ότι επρόκειτο για έναν νέο άνδρα γύρω στα πενήντα, που είχε υποστεί έμφραγμα μυοκαρδίου προ πενταετίας και κατά τη διάρκεια των αργιών μετά από γερό φαγοπότι, είχε αισθανθεί έναν οξύ πόνο στο στομάχι Τον πόνο αυτό τον απέδωσε στην κατάχρηση του φαγητού που είχε κάνει και χρησιμοποιώντας σόδες και κατευναστικά του στομάχου, προσπαθούσε να τον καταστείλει. Μετά την πάροδο πολλών ωρών αποφάσισε να καλέσει ασθενοφόρο, το οποίο τον οδήγησε στο νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ένα νέο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Παρά την παρέμβαση που έγινε και την επείγουσα διάνοιξη του ενόχου για το έμφραγμα αγγείου, η βλάβη που είχε ήδη συμβεί ήταν μεγάλη και το αποτέλεσμα όλης αυτής της περιπέτειας ήταν να οδηγηθεί στη ΜΕΘ με εικόνα βαριάς καρδιακής ανεπάρκειας (καρδιογενές σοκ), με υψηλές δόσεις φαρμάκων υποστήριξης, οι οποίες χρειαζόταν να αυξάνονται συνέχεια, μέχρι σημείου που πλέον φαινόταν να μην έχουν αποτέλεσμα και ο ασθενής να χάνει έδαφος, οδηγούμενος προς τον θάνατο.

Διάφορες παρεμβάσεις που μπορούσαν να γίνουν, ήταν επικίνδυνο να οδηγήσουν πρώιμα στον θάνατο, λόγω της ιδιαίτερης βαρύτητας της καταστάσεως και έτσι να δημιουργηθεί ο κίνδυνος οι ήδη ανήσυχοι συγγενείς να καταγγείλουν τους γιατρούς ότι με τις επιλογές τους οδήγησαν τον ασθενή στο τέλος. Έτσι οι γιατροί ενήργησαν αμυντικά και αφού εξάντλησαν τις ασφαλείς τεχνικές, ενημέρωσαν το περιβάλλον του ασθενούς ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο.
Συμβαίνει πολλές φορές οι γιατροί να προτάσσουν τη δική τους ασφάλεια με το επιχείρημα: «Αφού θα πεθάνει, ας μην πεθάνει τουλάχιστον στα χέρια μου κατά την παρέμβαση». Είναι ο αντίποδας όσων συζητήθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο όπου αντιστρέφοντας μπορούμε να πούμε:
«Στις περιπτώσεις που ο ιατρός, στηριζόμενος στις γνώσεις, στο αισθητήριο, στην εμπειρία, στην αγάπη προς τον ασθενή και στην πίστη του στον Θεό, αισθάνεται πως πρέπει να χρησιμοποιήσει μέσα που θεραπεύουν, αυτό δεν κηλιδώνει την ηθική του ακεραιότητα».

Η περίπτωση να πεθάνει ένας ασθενής κατά τη διάρκεια μιας προσπάθειας που αν πετύχαινε, θα μπορούσε να του σώσει τη ζωή, δε συνιστά ηθική αναστολή για τον γιατρό που επιχειρεί και τους συγγενείς που επιτρέπουν.
Άλλες φορές, ενώ οι γιατροί προτείνουν, οι συγγενείς φοβούμενοι μην κατηγορηθούν ότι προκάλεσαν τον θάνατο με την έγκριση μιας παράτολμης πράξης, είναι αρνητικοί. Το κομβικό σημείο για τη σωστή απόφαση είναι το πόσο χρήσιμη είναι για τον ασθενή η παρέμβαση που συζητείται. Αν κριθεί ότι μπορεί να τον βοηθήσει, θα πρέπει να επιχειρείται με όποιο, λογικό βέβαια, κίνδυνο.

Η βασική αρχή: «το όφελος πρέπει να είναι μεγαλύτερο από τον κίνδυνο», μπορεί να αποτελέσει μία βάση για τη λήψη μιας απόφασης.
Στην περίπτωση του ασθενούς που αναφέρθηκε στην αρχή του κεφαλαίου, έπρεπε να ληφθεί μια απόφαση που θα ξεπερνούσε κάποια εμπόδια. Ο ασθενής είχε ελπίδα να αναστραφεί η πορεία του, αν τοποθετείτο μια ειδική αντλία σε συνέχεια της καρδιάς, η λεγάμενη ενδαορτική αντλία, που έχει ήδη αναφερθεί σε προηγούμενο κεφάλαιο. Η τοποθέτησή της είναι αιματηρή και στις συνθήκες που βρισκόταν ο ασθενής, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανακοπή και αδυναμία επαναφοράς του στη ζωή. Όμως το μηχάνημα αυτό θα μπορούσε να δώσει μια ανάσα στην καρδιά και την ευκαιρία να αναλάβει, χωρίς υπερβολικές δόσεις φαρμάκων που προκαλούσαν σοβαρά προβλήματα στον οργανισμό. Ακόμη ο ασθενής, για να υποβοηθηθεί η οξυγόνωσή του, θα έπρεπε να διασωληνωθεί και να τεθεί σε μηχανικό αερισμό. Αυτό έκρυβε τον κίνδυνο να πέσει η πίεση σε πολύ χαμηλά επίπεδα και ο ασθενής να μην μπορέσει ποτέ να επανέλθει. Πρώτα έγινε συνεννόηση με τους καρδιοχειρουργούς και τους αναισθησιολόγους. Παρά τις αντιρρήσεις που είχαν, ο γιατρός της ΜΕΘ τους εξήγησε ότι θα μιλήσει στους συγγενείς και θα πάρει αυτός όλη την ευθύνη.
Αφού δέχθηκαν, κάλεσε τους συγγενείς, τους εξέθεσε την κατάσταση και τους εξήγησε ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια αχτίδα ελπίδας, αν με τον κίνδυνο θανατηφόρων επιπλοκών, προχωρούσαν στις παρεμβάσεις που προαναφέρθηκαν. Αυτοί δέχθηκαν πρόθυμα, αφού γνώριζαν ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση. Όλα συν Θεώ έγιναν χωρίς προβλήματα, ο ασθενής πήρε εξιτήριο μετά από 15 ημέρες, ακολούθησε φαρμακευτική αγωγή, βρήκε μια καινούρια εργασία στο αντικείμενό του, προσαρμοσμένη στις νέες ανάγκες του και μετά από δύο χρόνια ο γιατρός της ΜΕΘ κλήθηκε και στους γάμους του πρώην μελλοθανάτου, όπου του έγινε η τιμή να καθίσει στο τραπέζι των νεόνυμφων.

(Νικόλαος Κ. Παναγιωτόπουλος, 20 χρόνια στην Εντατική, Νέα Σμύρνη 2017, σελ. 35-38)

Αδελφοί μου, ας μεριμνήσουμε με άγρυπνη φροντίδα για τις ψυχές μας.

Ποιος θα μας ξαναδώσει αυτό το χρόνο, αν τον χάσουμε; Πραγματικά θα ’ρθει ώρα που θ’ αναζητήσουμε αυτές τις ημέρες και δεν θα τις βρίσκουμε.

Ο αββάς Αρσένιος έλεγε πάντοτε στον εαυτόν του: «Αρσένιε, για ποιο λόγο άφησες τον κόσμο;»

Εμείς όμως ζούμε με τόση αμέλεια που ούτε ξέρουμε γιατί αφήσαμε τον κόσμο, ούτε ξέρουμε τι σημαίνει αυτό που θελήσαμε. Γι’ αυτό, όχι μόνο δεν προκόβουμε, αλλά και πάντοτε είμαστε γεμάτοι θλίψη. Και αυτό μας συμβαίνει επειδή δεν παρακολουθούμε άγρυπνα την καρδιά μας.

Πραγματικά, αν θέλαμε λίγο ν’ αγωνιστούμε δεν θα στενοχωριόμαστε και δεν θα κουραζόμαστε για πολύ.

Γιατί και αν ακόμα στην αρχή βιάζει κανείς τον εαυτό του, όμως με τον αγώνα σιγά σιγά προοδεύει, και στη συνέχεια τα κάνει όλα ξεκούραστα, γιατί ο Θεός βλέπει ότι πιέζει τον εαυτόν του και τον βοηθάει.
Κι εμείς λοιπόν ας βιάσουμε τους εαυτούς μας, ας βάλουμε αρχή, ας επιθυμήσουμε με όλη μας την ψυχή το καλό. Γιατί και αν ακόμα δεν βρισκόμαστε στην τελειότητα, όμως και μόνο το να θέλουμε είναι η αρχή της σωτηρίας μας.

Γιατί από τη θέληση προχωράμε, με τη βοήθεια του Θεού, στον αγώνα και από τον αγώνα βοηθιόμαστε ν’ αποκτήσουμε τις αρετές. Γι’ αυτό και ένας από τους Πατέρες έλεγε: «Δώσε αίμα και πάρε πνεύμα». Αυτό σημαίνει το «αγωνίσου και η αρετή θα ταυτιστεί με το είναι σου».


Αββάς Δωρόθεος, Ασκητικά, Ι΄ Ομιλία

“Καλώς την κ. Θεώνη”,

είπε ο παπάς βλέποντάς την...
Την ήξερε καλά τη Θεώνη ο πνευματικός. Ήταν από τις περιπτώσεις που υποκλίνεσαι μπροστά τους. Άνθρωπος του Θεού, με γνήσια αγάπη απέναντί Του, με καλή και ευσεβή πολύτεκνη οικογένεια, με διάθεση ελεήμονα, τόσο που δεν υπήρχε άνθρωπος να κτυπήσει τη θύρα της και να μη βρεί μια ανοιχτή αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, την παρηγοριά και τη στοργή. Γι' αυτό και παραξενεύτηκε για την περασμένη ώρα, αλλά και από τη θέα του προσώπου της φαινόταν συντετριμμένη.
“Πάτερ, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δεν ξέρω κάν αν είναι κανονική εξομολόγηση αυτό που θέλω. Νιώθω όμως την καρδιά μου πολύ βαριά από κάτι που συνέβη, και αισθάνομαι την ανάγκη να σας το πώ, για να με καθοδηγήσετε. Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία αυτό που έκανα. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη ένταση στην οικογένεια”.
...
“Λοιπόν, πάτερ. Πριν λίγες ημέρες βρεθήκαμε στο εξοχικό που έχουμε στην Κόρινθο. Θα έχετε υπόψη σας – έχετε έλθει άλλωστε και το έχετε δεί – ότι πολύ κοντά στο σπίτι μας εκεί, υπάρχει ένα παλιό ξωκκλήσι. Αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο το μεγαλομάρτυρα – μεγάλη η χάρη Του! Κόντευε μεσημέρι, όταν φτάσαμε, κι ήμασταν όλοι μαζί. Ξέρετε την αγάπη που τρέφει όλη η οικογένεια για τον άγιο, και γι' αυτό θεώρησα υποχρέωση μου, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο στο σπίτι, να πάω να προσκυνήσω. Τα παιδιά βέβαια ήταν πεινασμένα κι έπρεπε να μαγειρέψω. Πετάχτηκα λοιπόν στον άγιο, προσκύνησα, μα σαν είδα τη σκόνη, τις αράχνες, την εγκατάλειψη..., θέλησα λίγο να συγυρίσω. Μου φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να αφήσω τον οίκο του Θεού και τον άγιο χωρίς φροντίδα. Πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Πρώτα δεν πάει η αγάπη στον Θεό και έπειτα στους ανθρώπους; Άρχισα λοιπόν το συγίρισμα και το καθάρισμα. Τα παιδιά ήλθαν να με βρούνε. Φωνάζανε γιατί πείναγαν. Τους εξήγησα ότι σε λίγο θα έλθω, αλλά προηγείται ο άγιος. Προηγείται ο Θεός. Συνέχισα να καθαρίζω, άναψα τα καντήλια, έκαψα και λίγο λιβάνι να μυρίσει ουρανό, και με ικανοποίηση στην καρδιά, έφτασα στο σπίτι”.
Ο ιερέας είχε σκύψει το κεφάλι και άκουγε. Ζούσε την όλη εικόνα που περιέγραφε η Θεώνη και είχε καταλάβει το τι είχε τελικά διαδραματιστεί.
“Κι όταν γυρίσατε, θα έγινε...χαμός, απ' ότι καταλαβαίνω, κ. Θεώνη”.
“Η λέξη χαμός δεν λέει τίποτε, πάτερ. Σαν να είχε έλθει ο εξαποδώ στο σπίτι μας. Φωνές, φασαρίες, χαλασμός. Πέσανε επάνω μου όλα τα παιδιά να με... φάνε. Με κατηγορούσαν ότι τους είχα παρατήσει, ότι δεν τους νοιάζομαι, ότι δεν τους αγαπώ. Ο σύζυγός μου προσπάθησε βέβαια να πάρει το μέρος μου, να καθησυχάσει τα παιδιά – κι είναι έφηβοι, πάτερ, τα ξέρετε – αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμερίζεται στο βάθος τις αντιδράσεις τους. Με πήρε κι εκείνος κάποια στιγμή παράμερα και τα 'κουσα κι από εκείνον. Ο πειρασμός με συνεπήρε. Αναψοκοκκίνησα, μάλωσα μαζί του, φώναξα έντονα και στα παιδιά.
-Ντροπή σας, τους είπα. Τον άγιο πήγα να καθαρίσω. Εκείνος είναι ο προστάτης μας. Έπρεπε κι εσείς κανονικά να έλθετε να βοηθήσετε.
Τελος πάντων, πάτερ, υπήρξε μεγάλη ένταση και πέρασε αρκετή ώρα μέχρις ότου τα πράγματα ησυχάσουν. Και το φαγητό που έφτιαξα, με πόνο και πίκρα το έφτιαξα. Και με μούτρα το έφαγαν. Φύγανε όλοι αμέσως μετά, ο καθένας στον χώρο του, και έμεινα μόνη, μ' ένα τεράστιο “γιατί;” στα χείλη, με καταχνιά και μ' ασήκωτο βάρος στο στήθος...”.
“Κι ήρθατε να με βρείτε”, είπε ο παπάς.
“Πάτερ, πείτε μου. Δεν είχα δίκιο που θέλησα να ετοιμάσω πρώτα τον άγιο; Δεν προηγείται ο ναός και έπειτα όλα τα άλλα;” Η Θεώνη έσκυψε το κεφάλι και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα νοερά στον Κύριο, στην Κυρία Θεοτόκο, και επικαλέστηκε τη βοήθειά τους. Έπρεπε να προσέξει πώς θα απαντήσει. Η κ. Θεώνη ήταν μια ευαίσθητη καρδιά.
“Κυρία Θεώνη”, είπε στο τέλος αργά. “Καταλαβαίνω την αγάπη σας στον Θεό και στους αγίους μας. Και πράγματι η πρώτη και μεγάλη εντολή του Θεού είναι να αγαπάμε Εκείνον με όλη την καρδιά μας, την ψυχή μας, τη διάνοιά μας, τη δύναμή μας. Αλλά, δεν θα συμφωνήσω μαζί σας”.
Η κ. Θεώνη ανασήκωσε το κεφάλι της.
“Δεν θα συμφωνήσω, κ. Θεώνη, γιατί δεν είναι τυχαίο πώς η σπουδαιότερη αρετή για  την Εκκλησία μας, εκείνη που δίνει τον τόνο σε όλες τις άλλες, είναι η διάκριση. Τη συγκεκριμένη ώρα δηλαδή, μεσημέρι, ώρα συνεπώς φαγητού, και έχοντας μάλιστα παιδιά μαζί σας, η προτεραιότητα είναι εκείνα. Το φαγητό έπρεπε πρώτα να ετοιμάσετε, να καθίσετε να φάτε, και έπειτα να πάτε να φροντίσετε το εκκλησάκι του αγίου. Έχω την εντύπωση ότι και τον άγιο να είχαμε τώρα μαζί μας, θα συμφωνούσε μ' αυτό που σας λέω. Και ξέρετε γιατί; Διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και στην υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας. Δεν θυμάσαστε, κ. Θεώνη μου, αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι γνωρίζουμε πώς αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας; Η αγάπη μας στον συνάνθρωπο φανερώνει την αγάπη μας στον Θεό. Αν ήσασταν μόνη σας, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μα δεν ήσασταν... Λοιπόν κ. Θεώνη, στην προκειμένη περίπτωση πέσατε... “θύμα” της αγάπης σας στον Θεό, ας το πούμε έτσι. Που θα πεί: όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ' Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας”.
Η κ. Θεώνη δεν μιλόυσε. Με σκυμμένο το κεφάλι τώρα άκουγε τον ιερέα. Μέσα της έκλαιγε για την αδιακρισία της.
“Πάτερ, αμάρτησα. Καταλαβαίνω ότι πρέπει αμέσως να σπεύσω και να ζητήσω συγγνώμη από όλους τους. Τους έκανα να εξοργιστούν και να βρεθούν σε πειρασμό. Τους έκανα να αμαρτήσουν...”
“Ναι, μα όλα τα σβήνει η μετάνοια, κ. Θεώνη. Η συγγνώμη που θα πείτε, στον Κύριο και στους δικούς σας, θα είναι το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία σας. Να πάτε στην ευχή του Θεού!”
π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 85-92

Καλοκαίρι του Θεού!

Μέρα ήσυχη, μέρα άδολη και σιγαλή,
το νου μου οδηγείς σε δρόμους αθωότητας.
-Κι  είναι ο Αύγουστος γλυκός της πικρής Αθήνας.
Προσευχή και κατανόηση…
Μέχρι που σχίζεται η καρδιά,
στιγμούλα τη στιγμούλα,
μέσα στο φως, στη ζέστη, στα τζιτζίκια,
στο χέρι μέσα του καλού Θεού.

Με δάκρυα αισθάνομαι  το δώρο της ζωής
που έχω ξεχάσει, που έχω χάσει, σε κρύες μέριμνες, νεκρές.
Επιτέλους ήρθες και σ’ ευχαριστώ,
ήμερη μέρα, «καλοκαίρι» του Θεού.
Ε.Κ.

"Η αληθινή πράξη της ανακάλυψης δεν έγκειται στο να βρεις μια καινούρια γη, αλλά στο να δεις με καινούρια μάτια (Μαρσέλ Προυστ)".

Όταν ήμουν νεαρή κοινωνική λειτουργός στην ψυχιατρική κλινική του κέντρου της Νέας Υόρκης, μου ζητήθηκε να μιλήσω με την Ροζ, μια εικοσάχρονη κοπέλα που είχε μεταφερθεί σ’ εμάς από κάποια άλλη κλινική. Ήταν μια ασυνήθιστη εισαγωγή, μια και δεν είχαμε καμιά πληροφορία για την περίπτωσή της πριν από την πρώτη μου συνάντηση μαζί της. Γι’ αυτό μου είπαν να "αυτοσχεδιάσω" και να προσπαθήσω να καταλάβω ποιο ήταν το πρόβλημά της και τι χρειαζόταν.

              Χωρίς να έχω καμία διάγνωση, για να βασιστώ, αντιμετώπισα την Ροζ ως μία δυστυχισμένη, παρεξηγημένη νεαρή γυναίκα που κανείς από τους προηγούμενους θεραπευτές της δεν την είχε ακούσει πραγματικά. Η οικογενειακή της κατάσταση ήταν δυσάρεστη. Δεν την αντιμετώπισα ως ψυχικά διαταραγμένο άτομο, αλλά ως κάποια παρεξηγημένη και μοναχική ύπαρξη. Καθόμουν και την άκουγα και εκείνη ανταποκρινόταν πολύ θετικά. Τη βοήθησα να αρχίσει μια νέα, αξιόλογη ζωή – να βρει δουλειά, ένα καλό μέρος να μείνει και καινούργιους φίλους. Τα πήγαμε καλά και άρχισε αμέσως να κάνει σημαντικές αλλαγές στη ζωή της.

              Ο φάκελος από την προηγούμενη ψυχιατρική κλινική έφτασε ένα μήνα, αφότου η Ροζ και εγώ είχαμε αρχίσει την επιτυχημένη μας συνεργασία. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο φάκελός της ήταν αρκετά μεγάλος και περιέκλειε μια εκτενή περιγραφή από νοσηλείες και ιδρύματα. Η διάγνωση ήταν "παρανοϊκή σχιζοφρένεια" και συνοδευόταν από το σχόλιο ότι "δεν υπήρχαν περιθώρια βελτίωσης".

              Η δική μου εντύπωση για την Ροζ ήταν εντελώς διαφορετική. Αποφάσισα να μη λάβω υπόψη μου εκείνα τα έγγραφα. Ποτέ δεν της φέρθηκα σαν να ήταν κάποια "χωρίς περιθώρια βελτίωσης". (Αυτό ήταν ένα μάθημα που με δίδαξε να αμφισβητώ την αξία και τη βεβαιότητα των διαγνώσεων). Από την ίδια έμαθα για τη φρίκη εκείνων των νοσηλειών, τη νάρκωση, την απομόνωση και τη σκληρή μεταχείριση. Έμαθα επίσης πολλά για το πώς επιβιώνει κανείς ύστερα από τέτοιες τραυματικές εμπειρίες.

              Στην αρχή η Ροζ βρήκε δουλειά και στη συνέχεια ένα σπίτι για να μείνει, μακριά από την προβληματική της οικογένεια. Έπειτα από μερικούς μήνες συνεργασίας μας, μου σύστησε το μέλλοντα σύζυγό της, έναν επιτυχημένο επιχειρηματία που τη λάτρευε.

              Όταν ολοκληρώσαμε τη θεραπεία, η Ροζ μου έκανε δώρο έναν ασημένιο σελιδοδείκτη, μαζί με ένα σημείωμα που έλεγε, "Σ’ ευχαριστώ που μου έδειξες εμπιστοσύνη".

              Έχω πάντα αυτό το σημείωμα μαζί μου και θα το κρατήσω για όλη μου τη ζωή, για να μου θυμίζει τα "πιστεύω" μου και τους αγώνες μου για τους ανθρώπους. Όλα αυτά χάρη στο θρίαμβο μιας γενναίας γυναίκας απέναντι σε μια διάγνωση "χωρίς περιθώρια βελτίωσης".

                                                Τ. Τζούντι Τέπελμπαουμ

(Βάλσαμο για την ψυχή στο χώρο της δουλειάς, εκδ. Διόπτρα, σελ.54-55)

             

Και σας λέω κάτι αξιοθαύμαστο που άκουσα για κάποιον μεγάλο και διορατικό Γέροντα, ότι, ενώ στεκόταν στην εκκλησία, μόλις άρχισαν να ψέλνουν οι αδελφοί, έβλεπε έναν λαμπροφορεμένο να βγαίνει από το Ιερό, κρατώντας ένα μικρό στρογγυλό σκεύος με αγίασμα και μια μίλη (μικρή λαβίδα με μορφή σμίλης). Τη μίλη αυτή τη βουτούσε στο σκεύος και πέρναγε από όλους τους αδελφούς και τους σφράγιζε σε σχήμα σταυρού.

Τις θέσεις δε όσων έλειπαν, άλλοτε τις σφράγιζε και άλλοτε πέρναγε χωρίς να τις σφραγίσει. Και πάλι, όταν επρόκειτο να σχολάσει η εκκλησία, τον έβλεπε να βγαίνει από το Ιερό και να ξανακάνει το ίδιο. Μια μέρα λοιπόν τον σταματάει ο Γέροντας και πέφτει στα πόδια του, παρακαλώντας τον να του εξηγήσει ποιος ήταν και τι νόημα είχε αυτό που έκανε. Και του λέει εκείνος ο λαμπροφορεμένος: «Εγώ είμαι Άγγελος Κυρίου, και πήρα εντολή να σφραγίζω όσους βρίσκονται στην εκκλησία από την αρχή της ακολουθίας και όσους παραμένουν μέχρι το τέλος της, για την προθυμία και την επιμέλεια και την καλή προαίρεσή τους».

Του λέει ο Γέροντας: «Και τότε γιατί σφραγίζεις τις θέσεις μερικών που λείπουν»; Του απαντάει ο άγιος Άγγελος λέγοντας:

«Όσοι από τους αδελφούς είναι επιμελείς και με καλή προαίρεση, από κάποια όμως ανάγκη ή αρρώστια απουσιάζουν, με ευλογία των Πατέρων, ή πάλι, υπακούοντας σε κάποια εντολή, είναι κάπου απασχολημένοι και για αυτό το λόγο απουσιάζουν, αυτοί, παρόλο ότι λείπουν, σφραγίζονται, επειδή με τη διάθεσή τους βρίσκονται μαζί μ’ αυτούς που ψέλνουν. Και μόνο όσους μπορούν να παρευρίσκονται και από αμέλεια απουσιάζουν, έχω εντολή να μη σφραγίζω, γιατί αυτοί γίνονται μόνοι τους ανάξιοι»

(Αββά Δωροθέου, Ασκητικά ΙΑ΄ Διδασκαλία, εκδ. Ετοιμασία σελ. 297-299)

Σε όποια διακονία και αν βρεθείτε, και αν ακόμα είναι πολύ βιαστική και σπουδαία, δεν θέλω να κάνετε τίποτα με φιλονικία, τίποτα με ταραχή, αλλά να είσαστε βέβαιοι ότι κάθε έργο που κάνετε, είτε μεγάλο είναι είτε μικρό, είναι το ένα όγδοο απ’ αυτό που μας ζητιέται. Το να διατηρήσετε όμως την ειρήνη σας -και αν ακόμα συμβεί να αποτύχετε στο διακόνημα από την υποχώρηση που θα κάνετε- είναι τα τέσσερα όγδοα, δηλαδή το μισό από το ζητούμενο. Βλέπετε πόση διαφορά υπάρχει;
Όταν λοιπόν κάνετε κάτι, αν θέλετε να το κάνετε τέλειο και ολόκληρο, φροντίστε καί αυτό να το κάνετε τέλειο -πράγμα που είναι, όπως είπα, το ένα όγδοο- και την εσωτερική σας κατάσταση να φυλάξετε αβλαβή- πράγμα που είναι τα τέσσερα όγδοα. Αν όμως τύχει ανάγκη και παρασυρθείτε ή παραβείτε αυτήν την εντολή και βλαφθείτε ή βλάψετε, δεν είναι συμφέρον, επειδή πρέπει να τελειωθεί η διακονία, να χάσετε τα τέσσερα όγδοα, δηλαδή την ειρήνη σας, μόνο και μόνο για να φυλάξετε το ένα όγδοο, δηλαδή την τελειότητα του έργου. Αν δείτε και κάνει κανείς κάτι τέτοιο, να είσαστε βέβαιοι ότι δεν κάνει το διακόνημά του με επίγνωση. Γιατί ή από κενοδοξία ή από ανθρωπαρέσκεια επιμένει φιλονικώντας και κολάζοντας τον εαυτό του και τον πλησίον, για να ακούσει μετά από αυτά ότι κανείς δεν μπόρεσε να τον νικήσει. Αλλοίμονο! Μεγάλο κατόρθωμα! Δεν είναι αυτή νίκη, αδελφοί μου, αυτή είναι ζημιά, αυτή είναι απώλεια.

Σας δίνω εντολή, ότι, και αν εγώ στείλω κάποιον από εσάς σε οποιαδήποτε διακονία και δει να ξεσηκώνεται ταραχή ή οποιαδήποτε άλλη βλάβη, να σταματήσει. Και ποτέ να μη βλάψετε τους εαυτούς σας ή τους άλλους, αλλά να σταματήσει η δουλειά. Να μη γίνει! Μόνο μην ταράζεστε. Επειδή, όπως είπα, κάνοντας έτσι, χάνετε τα τέσσερα όγδοα, για να κερδίσετε το ένα όγδοο. Αυτό είναι ολοφάνερος παραλογισμός.
Αυτά σας τα λέω, όχι για να μικροψυχείτε αμέσως και να σταματάτε τις διακονίες ή να αδιαφορείτε και να πετάτε με μιας τα πράγματα και να καταπατάτε τη συνείδησή σας, επειδή θέλετε να ζείτε αμέριμνα. Ούτε πάλι για να παρακούετε και να λέει ο καθένας σας: «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, γιατί βλάπτομαι, δεν είναι στα μέτρα μου». Γιατί, μ’ αυτή την πρόφαση, δεν θα κάνετε ποτέ καμία διακονία, ούτε ποτέ θα μπορέσετε να τηρήσετε την εντολή του Θεού.
Αλλά σας το λέω, για να βάζετε όλη τη δύναμή σας, ώστε να κάνετε με αγάπη κάθε διακονία σας, με ταπεινοφροσύνη, υπακούοντας, τιμώντας, παρηγορώντας ο ένας τον άλλον. Τίποτα δεν είναι πιο δυνατό από την ταπεινοφροσύνη. Αν όμως δει κανείς κάποια στιγμή τον πλησίον ή τον εαυτό του να θλίβεται, σταματήστε, υποχωρήστε, μην επιμένετε μέχρι σημείου που να επακολουθήσει και πνευματική βλάβη. Γιατί είναι καλύτερα, χίλιες φορές το λέω, να μη γίνει η δουλειά όπως θέλετε, αλλά όπως επιτρέπουν οι περιστάσεις, και όχι να γίνει από ισχυρογνωμοσύνη ή από δικαίωμα, αφού είναι ολοφάνερο ότι η υποχώρηση αυτή θα σας ταράξει ή θα θλίψει τους άλλους. Διότι θα χάσετε έτσι τα τέσσερα όγδοα. Και υπάρχει πολλή διαφορά στη ζημιά. Πολλές φορές μάλιστα συμβαίνει και να χάνει κανείς το ένα όγδοο και να μην καταφέρνει απολύτως τίποτα.

Αυτές είναι οι συνέπειες των φιλονικιών. Αυτή την αρχή να τηρήσουμε. Δηλαδή, όλα τα έργα που κάνουμε, να τα κάνουμε με σκοπό να ωφεληθούμε από αυτά. Ποια όμως ωφέλεια προκύπτει, όταν δεν ταπεινώνουμε τον εαυτό μας ο ένας στον άλλον, αλλά αντίθετα συγχίζουμε και στενοχωρούμε ο ένας τον άλλον;

Σελίδα 1 από 3