“Καλώς την κ. Θεώνη”,

είπε ο παπάς βλέποντάς την...
Την ήξερε καλά τη Θεώνη ο πνευματικός. Ήταν από τις περιπτώσεις που υποκλίνεσαι μπροστά τους. Άνθρωπος του Θεού, με γνήσια αγάπη απέναντί Του, με καλή και ευσεβή πολύτεκνη οικογένεια, με διάθεση ελεήμονα, τόσο που δεν υπήρχε άνθρωπος να κτυπήσει τη θύρα της και να μη βρεί μια ανοιχτή αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, την παρηγοριά και τη στοργή. Γι' αυτό και παραξενεύτηκε για την περασμένη ώρα, αλλά και από τη θέα του προσώπου της φαινόταν συντετριμμένη.
“Πάτερ, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δεν ξέρω κάν αν είναι κανονική εξομολόγηση αυτό που θέλω. Νιώθω όμως την καρδιά μου πολύ βαριά από κάτι που συνέβη, και αισθάνομαι την ανάγκη να σας το πώ, για να με καθοδηγήσετε. Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία αυτό που έκανα. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη ένταση στην οικογένεια”.
...
“Λοιπόν, πάτερ. Πριν λίγες ημέρες βρεθήκαμε στο εξοχικό που έχουμε στην Κόρινθο. Θα έχετε υπόψη σας – έχετε έλθει άλλωστε και το έχετε δεί – ότι πολύ κοντά στο σπίτι μας εκεί, υπάρχει ένα παλιό ξωκκλήσι. Αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο το μεγαλομάρτυρα – μεγάλη η χάρη Του! Κόντευε μεσημέρι, όταν φτάσαμε, κι ήμασταν όλοι μαζί. Ξέρετε την αγάπη που τρέφει όλη η οικογένεια για τον άγιο, και γι' αυτό θεώρησα υποχρέωση μου, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο στο σπίτι, να πάω να προσκυνήσω. Τα παιδιά βέβαια ήταν πεινασμένα κι έπρεπε να μαγειρέψω. Πετάχτηκα λοιπόν στον άγιο, προσκύνησα, μα σαν είδα τη σκόνη, τις αράχνες, την εγκατάλειψη..., θέλησα λίγο να συγυρίσω. Μου φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να αφήσω τον οίκο του Θεού και τον άγιο χωρίς φροντίδα. Πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Πρώτα δεν πάει η αγάπη στον Θεό και έπειτα στους ανθρώπους; Άρχισα λοιπόν το συγίρισμα και το καθάρισμα. Τα παιδιά ήλθαν να με βρούνε. Φωνάζανε γιατί πείναγαν. Τους εξήγησα ότι σε λίγο θα έλθω, αλλά προηγείται ο άγιος. Προηγείται ο Θεός. Συνέχισα να καθαρίζω, άναψα τα καντήλια, έκαψα και λίγο λιβάνι να μυρίσει ουρανό, και με ικανοποίηση στην καρδιά, έφτασα στο σπίτι”.
Ο ιερέας είχε σκύψει το κεφάλι και άκουγε. Ζούσε την όλη εικόνα που περιέγραφε η Θεώνη και είχε καταλάβει το τι είχε τελικά διαδραματιστεί.
“Κι όταν γυρίσατε, θα έγινε...χαμός, απ' ότι καταλαβαίνω, κ. Θεώνη”.
“Η λέξη χαμός δεν λέει τίποτε, πάτερ. Σαν να είχε έλθει ο εξαποδώ στο σπίτι μας. Φωνές, φασαρίες, χαλασμός. Πέσανε επάνω μου όλα τα παιδιά να με... φάνε. Με κατηγορούσαν ότι τους είχα παρατήσει, ότι δεν τους νοιάζομαι, ότι δεν τους αγαπώ. Ο σύζυγός μου προσπάθησε βέβαια να πάρει το μέρος μου, να καθησυχάσει τα παιδιά – κι είναι έφηβοι, πάτερ, τα ξέρετε – αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμερίζεται στο βάθος τις αντιδράσεις τους. Με πήρε κι εκείνος κάποια στιγμή παράμερα και τα 'κουσα κι από εκείνον. Ο πειρασμός με συνεπήρε. Αναψοκοκκίνησα, μάλωσα μαζί του, φώναξα έντονα και στα παιδιά.
-Ντροπή σας, τους είπα. Τον άγιο πήγα να καθαρίσω. Εκείνος είναι ο προστάτης μας. Έπρεπε κι εσείς κανονικά να έλθετε να βοηθήσετε.
Τελος πάντων, πάτερ, υπήρξε μεγάλη ένταση και πέρασε αρκετή ώρα μέχρις ότου τα πράγματα ησυχάσουν. Και το φαγητό που έφτιαξα, με πόνο και πίκρα το έφτιαξα. Και με μούτρα το έφαγαν. Φύγανε όλοι αμέσως μετά, ο καθένας στον χώρο του, και έμεινα μόνη, μ' ένα τεράστιο “γιατί;” στα χείλη, με καταχνιά και μ' ασήκωτο βάρος στο στήθος...”.
“Κι ήρθατε να με βρείτε”, είπε ο παπάς.
“Πάτερ, πείτε μου. Δεν είχα δίκιο που θέλησα να ετοιμάσω πρώτα τον άγιο; Δεν προηγείται ο ναός και έπειτα όλα τα άλλα;” Η Θεώνη έσκυψε το κεφάλι και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα νοερά στον Κύριο, στην Κυρία Θεοτόκο, και επικαλέστηκε τη βοήθειά τους. Έπρεπε να προσέξει πώς θα απαντήσει. Η κ. Θεώνη ήταν μια ευαίσθητη καρδιά.
“Κυρία Θεώνη”, είπε στο τέλος αργά. “Καταλαβαίνω την αγάπη σας στον Θεό και στους αγίους μας. Και πράγματι η πρώτη και μεγάλη εντολή του Θεού είναι να αγαπάμε Εκείνον με όλη την καρδιά μας, την ψυχή μας, τη διάνοιά μας, τη δύναμή μας. Αλλά, δεν θα συμφωνήσω μαζί σας”.
Η κ. Θεώνη ανασήκωσε το κεφάλι της.
“Δεν θα συμφωνήσω, κ. Θεώνη, γιατί δεν είναι τυχαίο πώς η σπουδαιότερη αρετή για  την Εκκλησία μας, εκείνη που δίνει τον τόνο σε όλες τις άλλες, είναι η διάκριση. Τη συγκεκριμένη ώρα δηλαδή, μεσημέρι, ώρα συνεπώς φαγητού, και έχοντας μάλιστα παιδιά μαζί σας, η προτεραιότητα είναι εκείνα. Το φαγητό έπρεπε πρώτα να ετοιμάσετε, να καθίσετε να φάτε, και έπειτα να πάτε να φροντίσετε το εκκλησάκι του αγίου. Έχω την εντύπωση ότι και τον άγιο να είχαμε τώρα μαζί μας, θα συμφωνούσε μ' αυτό που σας λέω. Και ξέρετε γιατί; Διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και στην υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας. Δεν θυμάσαστε, κ. Θεώνη μου, αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι γνωρίζουμε πώς αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας; Η αγάπη μας στον συνάνθρωπο φανερώνει την αγάπη μας στον Θεό. Αν ήσασταν μόνη σας, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μα δεν ήσασταν... Λοιπόν κ. Θεώνη, στην προκειμένη περίπτωση πέσατε... “θύμα” της αγάπης σας στον Θεό, ας το πούμε έτσι. Που θα πεί: όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ' Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας”.
Η κ. Θεώνη δεν μιλόυσε. Με σκυμμένο το κεφάλι τώρα άκουγε τον ιερέα. Μέσα της έκλαιγε για την αδιακρισία της.
“Πάτερ, αμάρτησα. Καταλαβαίνω ότι πρέπει αμέσως να σπεύσω και να ζητήσω συγγνώμη από όλους τους. Τους έκανα να εξοργιστούν και να βρεθούν σε πειρασμό. Τους έκανα να αμαρτήσουν...”
“Ναι, μα όλα τα σβήνει η μετάνοια, κ. Θεώνη. Η συγγνώμη που θα πείτε, στον Κύριο και στους δικούς σας, θα είναι το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία σας. Να πάτε στην ευχή του Θεού!”
π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 85-92

Καλοκαίρι του Θεού!

Μέρα ήσυχη, μέρα άδολη και σιγαλή,
το νου μου οδηγείς σε δρόμους αθωότητας.
-Κι  είναι ο Αύγουστος γλυκός της πικρής Αθήνας.
Προσευχή και κατανόηση…
Μέχρι που σχίζεται η καρδιά,
στιγμούλα τη στιγμούλα,
μέσα στο φως, στη ζέστη, στα τζιτζίκια,
στο χέρι μέσα του καλού Θεού.

Με δάκρυα αισθάνομαι  το δώρο της ζωής
που έχω ξεχάσει, που έχω χάσει, σε κρύες μέριμνες, νεκρές.
Επιτέλους ήρθες και σ’ ευχαριστώ,
ήμερη μέρα, «καλοκαίρι» του Θεού.
Ε.Κ.

"Η αληθινή πράξη της ανακάλυψης δεν έγκειται στο να βρεις μια καινούρια γη, αλλά στο να δεις με καινούρια μάτια (Μαρσέλ Προυστ)".

Όταν ήμουν νεαρή κοινωνική λειτουργός στην ψυχιατρική κλινική του κέντρου της Νέας Υόρκης, μου ζητήθηκε να μιλήσω με την Ροζ, μια εικοσάχρονη κοπέλα που είχε μεταφερθεί σ’ εμάς από κάποια άλλη κλινική. Ήταν μια ασυνήθιστη εισαγωγή, μια και δεν είχαμε καμιά πληροφορία για την περίπτωσή της πριν από την πρώτη μου συνάντηση μαζί της. Γι’ αυτό μου είπαν να "αυτοσχεδιάσω" και να προσπαθήσω να καταλάβω ποιο ήταν το πρόβλημά της και τι χρειαζόταν.

              Χωρίς να έχω καμία διάγνωση, για να βασιστώ, αντιμετώπισα την Ροζ ως μία δυστυχισμένη, παρεξηγημένη νεαρή γυναίκα που κανείς από τους προηγούμενους θεραπευτές της δεν την είχε ακούσει πραγματικά. Η οικογενειακή της κατάσταση ήταν δυσάρεστη. Δεν την αντιμετώπισα ως ψυχικά διαταραγμένο άτομο, αλλά ως κάποια παρεξηγημένη και μοναχική ύπαρξη. Καθόμουν και την άκουγα και εκείνη ανταποκρινόταν πολύ θετικά. Τη βοήθησα να αρχίσει μια νέα, αξιόλογη ζωή – να βρει δουλειά, ένα καλό μέρος να μείνει και καινούργιους φίλους. Τα πήγαμε καλά και άρχισε αμέσως να κάνει σημαντικές αλλαγές στη ζωή της.

              Ο φάκελος από την προηγούμενη ψυχιατρική κλινική έφτασε ένα μήνα, αφότου η Ροζ και εγώ είχαμε αρχίσει την επιτυχημένη μας συνεργασία. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο φάκελός της ήταν αρκετά μεγάλος και περιέκλειε μια εκτενή περιγραφή από νοσηλείες και ιδρύματα. Η διάγνωση ήταν "παρανοϊκή σχιζοφρένεια" και συνοδευόταν από το σχόλιο ότι "δεν υπήρχαν περιθώρια βελτίωσης".

              Η δική μου εντύπωση για την Ροζ ήταν εντελώς διαφορετική. Αποφάσισα να μη λάβω υπόψη μου εκείνα τα έγγραφα. Ποτέ δεν της φέρθηκα σαν να ήταν κάποια "χωρίς περιθώρια βελτίωσης". (Αυτό ήταν ένα μάθημα που με δίδαξε να αμφισβητώ την αξία και τη βεβαιότητα των διαγνώσεων). Από την ίδια έμαθα για τη φρίκη εκείνων των νοσηλειών, τη νάρκωση, την απομόνωση και τη σκληρή μεταχείριση. Έμαθα επίσης πολλά για το πώς επιβιώνει κανείς ύστερα από τέτοιες τραυματικές εμπειρίες.

              Στην αρχή η Ροζ βρήκε δουλειά και στη συνέχεια ένα σπίτι για να μείνει, μακριά από την προβληματική της οικογένεια. Έπειτα από μερικούς μήνες συνεργασίας μας, μου σύστησε το μέλλοντα σύζυγό της, έναν επιτυχημένο επιχειρηματία που τη λάτρευε.

              Όταν ολοκληρώσαμε τη θεραπεία, η Ροζ μου έκανε δώρο έναν ασημένιο σελιδοδείκτη, μαζί με ένα σημείωμα που έλεγε, "Σ’ ευχαριστώ που μου έδειξες εμπιστοσύνη".

              Έχω πάντα αυτό το σημείωμα μαζί μου και θα το κρατήσω για όλη μου τη ζωή, για να μου θυμίζει τα "πιστεύω" μου και τους αγώνες μου για τους ανθρώπους. Όλα αυτά χάρη στο θρίαμβο μιας γενναίας γυναίκας απέναντι σε μια διάγνωση "χωρίς περιθώρια βελτίωσης".

                                                Τ. Τζούντι Τέπελμπαουμ

(Βάλσαμο για την ψυχή στο χώρο της δουλειάς, εκδ. Διόπτρα, σελ.54-55)

             

Και σας λέω κάτι αξιοθαύμαστο που άκουσα για κάποιον μεγάλο και διορατικό Γέροντα, ότι, ενώ στεκόταν στην εκκλησία, μόλις άρχισαν να ψέλνουν οι αδελφοί, έβλεπε έναν λαμπροφορεμένο να βγαίνει από το Ιερό, κρατώντας ένα μικρό στρογγυλό σκεύος με αγίασμα και μια μίλη (μικρή λαβίδα με μορφή σμίλης). Τη μίλη αυτή τη βουτούσε στο σκεύος και πέρναγε από όλους τους αδελφούς και τους σφράγιζε σε σχήμα σταυρού.

Τις θέσεις δε όσων έλειπαν, άλλοτε τις σφράγιζε και άλλοτε πέρναγε χωρίς να τις σφραγίσει. Και πάλι, όταν επρόκειτο να σχολάσει η εκκλησία, τον έβλεπε να βγαίνει από το Ιερό και να ξανακάνει το ίδιο. Μια μέρα λοιπόν τον σταματάει ο Γέροντας και πέφτει στα πόδια του, παρακαλώντας τον να του εξηγήσει ποιος ήταν και τι νόημα είχε αυτό που έκανε. Και του λέει εκείνος ο λαμπροφορεμένος: «Εγώ είμαι Άγγελος Κυρίου, και πήρα εντολή να σφραγίζω όσους βρίσκονται στην εκκλησία από την αρχή της ακολουθίας και όσους παραμένουν μέχρι το τέλος της, για την προθυμία και την επιμέλεια και την καλή προαίρεσή τους».

Του λέει ο Γέροντας: «Και τότε γιατί σφραγίζεις τις θέσεις μερικών που λείπουν»; Του απαντάει ο άγιος Άγγελος λέγοντας:

«Όσοι από τους αδελφούς είναι επιμελείς και με καλή προαίρεση, από κάποια όμως ανάγκη ή αρρώστια απουσιάζουν, με ευλογία των Πατέρων, ή πάλι, υπακούοντας σε κάποια εντολή, είναι κάπου απασχολημένοι και για αυτό το λόγο απουσιάζουν, αυτοί, παρόλο ότι λείπουν, σφραγίζονται, επειδή με τη διάθεσή τους βρίσκονται μαζί μ’ αυτούς που ψέλνουν. Και μόνο όσους μπορούν να παρευρίσκονται και από αμέλεια απουσιάζουν, έχω εντολή να μη σφραγίζω, γιατί αυτοί γίνονται μόνοι τους ανάξιοι»

(Αββά Δωροθέου, Ασκητικά ΙΑ΄ Διδασκαλία, εκδ. Ετοιμασία σελ. 297-299)

Σε όποια διακονία και αν βρεθείτε, και αν ακόμα είναι πολύ βιαστική και σπουδαία, δεν θέλω να κάνετε τίποτα με φιλονικία, τίποτα με ταραχή, αλλά να είσαστε βέβαιοι ότι κάθε έργο που κάνετε, είτε μεγάλο είναι είτε μικρό, είναι το ένα όγδοο απ’ αυτό που μας ζητιέται. Το να διατηρήσετε όμως την ειρήνη σας -και αν ακόμα συμβεί να αποτύχετε στο διακόνημα από την υποχώρηση που θα κάνετε- είναι τα τέσσερα όγδοα, δηλαδή το μισό από το ζητούμενο. Βλέπετε πόση διαφορά υπάρχει;
Όταν λοιπόν κάνετε κάτι, αν θέλετε να το κάνετε τέλειο και ολόκληρο, φροντίστε καί αυτό να το κάνετε τέλειο -πράγμα που είναι, όπως είπα, το ένα όγδοο- και την εσωτερική σας κατάσταση να φυλάξετε αβλαβή- πράγμα που είναι τα τέσσερα όγδοα. Αν όμως τύχει ανάγκη και παρασυρθείτε ή παραβείτε αυτήν την εντολή και βλαφθείτε ή βλάψετε, δεν είναι συμφέρον, επειδή πρέπει να τελειωθεί η διακονία, να χάσετε τα τέσσερα όγδοα, δηλαδή την ειρήνη σας, μόνο και μόνο για να φυλάξετε το ένα όγδοο, δηλαδή την τελειότητα του έργου. Αν δείτε και κάνει κανείς κάτι τέτοιο, να είσαστε βέβαιοι ότι δεν κάνει το διακόνημά του με επίγνωση. Γιατί ή από κενοδοξία ή από ανθρωπαρέσκεια επιμένει φιλονικώντας και κολάζοντας τον εαυτό του και τον πλησίον, για να ακούσει μετά από αυτά ότι κανείς δεν μπόρεσε να τον νικήσει. Αλλοίμονο! Μεγάλο κατόρθωμα! Δεν είναι αυτή νίκη, αδελφοί μου, αυτή είναι ζημιά, αυτή είναι απώλεια.

Σας δίνω εντολή, ότι, και αν εγώ στείλω κάποιον από εσάς σε οποιαδήποτε διακονία και δει να ξεσηκώνεται ταραχή ή οποιαδήποτε άλλη βλάβη, να σταματήσει. Και ποτέ να μη βλάψετε τους εαυτούς σας ή τους άλλους, αλλά να σταματήσει η δουλειά. Να μη γίνει! Μόνο μην ταράζεστε. Επειδή, όπως είπα, κάνοντας έτσι, χάνετε τα τέσσερα όγδοα, για να κερδίσετε το ένα όγδοο. Αυτό είναι ολοφάνερος παραλογισμός.
Αυτά σας τα λέω, όχι για να μικροψυχείτε αμέσως και να σταματάτε τις διακονίες ή να αδιαφορείτε και να πετάτε με μιας τα πράγματα και να καταπατάτε τη συνείδησή σας, επειδή θέλετε να ζείτε αμέριμνα. Ούτε πάλι για να παρακούετε και να λέει ο καθένας σας: «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, γιατί βλάπτομαι, δεν είναι στα μέτρα μου». Γιατί, μ’ αυτή την πρόφαση, δεν θα κάνετε ποτέ καμία διακονία, ούτε ποτέ θα μπορέσετε να τηρήσετε την εντολή του Θεού.
Αλλά σας το λέω, για να βάζετε όλη τη δύναμή σας, ώστε να κάνετε με αγάπη κάθε διακονία σας, με ταπεινοφροσύνη, υπακούοντας, τιμώντας, παρηγορώντας ο ένας τον άλλον. Τίποτα δεν είναι πιο δυνατό από την ταπεινοφροσύνη. Αν όμως δει κανείς κάποια στιγμή τον πλησίον ή τον εαυτό του να θλίβεται, σταματήστε, υποχωρήστε, μην επιμένετε μέχρι σημείου που να επακολουθήσει και πνευματική βλάβη. Γιατί είναι καλύτερα, χίλιες φορές το λέω, να μη γίνει η δουλειά όπως θέλετε, αλλά όπως επιτρέπουν οι περιστάσεις, και όχι να γίνει από ισχυρογνωμοσύνη ή από δικαίωμα, αφού είναι ολοφάνερο ότι η υποχώρηση αυτή θα σας ταράξει ή θα θλίψει τους άλλους. Διότι θα χάσετε έτσι τα τέσσερα όγδοα. Και υπάρχει πολλή διαφορά στη ζημιά. Πολλές φορές μάλιστα συμβαίνει και να χάνει κανείς το ένα όγδοο και να μην καταφέρνει απολύτως τίποτα.

Αυτές είναι οι συνέπειες των φιλονικιών. Αυτή την αρχή να τηρήσουμε. Δηλαδή, όλα τα έργα που κάνουμε, να τα κάνουμε με σκοπό να ωφεληθούμε από αυτά. Ποια όμως ωφέλεια προκύπτει, όταν δεν ταπεινώνουμε τον εαυτό μας ο ένας στον άλλον, αλλά αντίθετα συγχίζουμε και στενοχωρούμε ο ένας τον άλλον;

Μα την Αγία Αγελάδα!

Το 1978 το αυτοκίνητό μου χρειάστηκε κάποιες επισκευές που δεν μπορούσα να κάνω μόνος μου. Καθώς το συνεργείο όπου το πήγαινα συνήθως είχε κλείσει, έπρεπε να βρω έναν καλό και τίμιο μηχανικό αυτοκινήτων. Ανησυχούσα, μια και υπήρχε η –αστήρικτη ίσως- φήμη ότι οι μηχανικοί είναι ατσίδες στην εκμετάλλευση. Ευτυχώς ο φίλος μου, ο Ντέιβ μου σύστησε το συνεργείο του Ντι.
    Ανακάλυψα με ευχαρίστηση ότι ο ιδιοκτήτης του συνεργείου ήταν ένας μηχανικός που πριν από αρκετά χρόνια είχε ξαναφτιάξει το αυτοκίνητό μου. Εκείνη την εποχή εργαζόταν σ’ ένα βενζινάδικο κοντά στο σπίτι μου. Δεν είχαμε πολλές κουβέντες τότε, αλλά ήξερα ότι έκανε καλή δουλειά.
    Συμπλήρωσα τα χαρτιά για την επισκευή και περίμενα, ενώ ο Ντι μιλούσε στο τηλέφωνο μ’ έναν άλλον πελάτη. Έριξα μια ματιά στο μικρό του γραφείο, θέλοντας έτσι να απασχοληθώ με κάτι. Ένα κορνιζαρισμένο άρθρο από εφημερίδα μου τράβηξε την προσοχή.

Η επικεφαλίδα έλεγε: "Κτηνοτρόφος της Περιοχής Σκοτώνει Ολόκληρο Κοπάδι".

Το άρθρο αναφερόταν στην εποχή που είχε προκληθεί πανικός στο Μίσιγκαν με την υπόθεση του μολυσμένου γάλακτος και μιλούσε για τις πράξεις ενός κτηνοτρόφου. Προφανώς, οι αγελάδες είχαν προσβληθεί τότε από κάποια ασθένεια που είχε επιπτώσεις στην παραγωγή γάλακτος. Η κατάσταση είχε γίνει σοβαρή και οι αρχές της Πολιτείας αποφάσισαν να ελέγξουν  όλες τις αγελάδες του Μίσιγκαν. Οι παραγωγοί γαλακτοκομικών προϊόντων διαμαρτυρήθηκαν και οι αρχές της Πολιτείας εισηγήθηκαν περιοριστική εντολή. Ήταν σίγουρο ότι θα χρειάζονταν μήνες δικαστικών ελιγμών, πριν βρεθεί μια συμβιβαστική λύση. Εν τω μεταξύ οι κτηνοτρόφοι συνέχιζαν να πουλάνε γάλα και κρέας. Ο συγκεκριμένος όμως κτηνοτρόφος αποφάσισε ότι κάτι τέτοιο δεν του ταίριαζε και επέλεξε άλλη οδό. Προσέλαβε ειδικούς για να εξετάσουν τις αγελάδες του. Από ολόκληρο το κοπάδι, μόνο λίγες βρέθηκαν μολυσμένες.

Επειδή όμως κανείς δεν μπορούσε να του εγγυηθεί ότι οι υπόλοιπες αγελάδες ήταν υγιείς, αποφάσισε να θανατώσει το κοπάδι και να το θάψει με τέτοιο τρόπο που δεν θα έβλαπτε το περιβάλλον ούτε τα αποθέματα νερού. Η ασφαλιστική εταιρεία του κτηνοτρόφου δεν κάλυψε τη ζημιά, επειδή δεν υπήρχε εντολή από το κράτος για να θανατωθεί το κοπάδι. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε, ο κτηνοτρόφος απάντησε, "Γιατί αυτό ήταν το σωστό".
    Ρώτησα το Ντι γιατί είχε βάλει το άρθρο στον τοίχο. Φαντάστηκα ότι θα είχε κάποια σχέση ή συγγένεια με τον κτηνοτρόφο. Μου είπε ότι δεν τον είχε δει ποτέ στη ζωή του, αλλά ότι αυτός ο κτηνοτρόφος αποτελούσε πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν, γιατί ήταν πρότυπο ακεραιότητας, αξιοπιστίας και τιμιότητας. Επίσης μου είπε ότι έτσι συμπεριφερόταν και ο ίδιος στην επιχείρησή του και ότι θα ήθελε ο κόσμος να μιλά γι’ αυτόν, όπως μίλαγε εκείνος για τον κτηνοτρόφο.
     Είχα εντυπωσιαστεί πολύ και με τον κτηνοτρόφο και με τον Ντι. Μετά από ένα χρόνο, με δική μου παραίνεση, ο γιος μου πήγε ως μαθητευόμενος μηχανικός στο συνεργείο αυτοκινήτων του Ντι. Ήθελα ο γιος μου να μαθητεύσει κοντά στον Ντι, γιατί όχι μόνο ήταν καλός μηχανικός, αλλά κυρίως γιατί ήταν τίμιος άνθρωπος με μεγάλη ακεραιότητα. Μακάρι να ειπωθεί αυτό και για μένα κάποια μέρα.

Ντένις Τ. ΜακΚόλι

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την Ψυχή στο χώρο της δουλειάς, εκδ. Διόπτρα σελ. 95-96)
  

Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.Αυτοκίνητα έρχονται και φεύγουν.
Μηχανάκια κάνουν μανούβρες μέσα στην κίνηση της πόλης προσπαθώντας να φτάσουν γρήγορα στον προορισμό τους.
Τα λεωφορεία της πόλης γεμάτα κόσμο. Άνθρωποι διαφόρων ηλικιών που δουλεύουν, που ψάχνουν για δουλειά, που πάνε για ψώνια, για καφέ, για σπουδές...
Και ο ήχος της πόλης συνθέτεται από κορναρίσματα, εξατμίσεις, ομιλίες ανθρώπων που συζητούν μεταξύ τους, από κινητά που χτυπούν σε ήχους περίεργους και επίμονους.
Το φανάρι είναι κόκκινο.
Το παράθυρο του αυτοκινήτου ενός νεαρού είναι ανοιχτό. Απολαμβάνει αυτήν την αρμονική βαβούρα της πόλης του. Το ραδιόφωνό του παίζει απαλά. Ακούει βυζαντινούς ψαλμούς. Λόγια που υμνούν τον Κύριο, που ζητούν έλεος, που δοξολογούν. Είναι και ο ίδιος ψάλτης σε ναό της πόλης.
Το φανάρι είναι κόκκινο.

Έρχεται δίπλα του ένα ταξί. Το παράθυρό του ανοιχτό. Δεν υπάρχει επιβάτης, μόνο ο ταξιτζής. Μεσήλικας. Πιάνει το τιμόνι απαλά. Το ένα του χέρι σαν να δείχνει προς τον ουρανό.
Τα μάτια του κοιτούν ψηλά. Όχι, δεν κοιτά το φανάρι.Το στόμα του κινείται. Κάτι λέει. Όχι δεν μιλά στο κινητό.Προσπαθεί ο νεαρός ν’αφουγκραστεί τα λόγια του.
Το φανάρι γίνεται πράσινο. Κορνάρουν οι από πίσω του.Πρέπει να φύγει.
Μα το επόμενο φανάρι τους ξαναβρίσκει δίπλα δίπλα.
Με ανοιχτά παράθυρα να αναπνέουν τον ίδιο αέρα, να ακούν τους ίδιους ήχους.
Μα τί λέει αυτός ο ταξιτζής;
Τα μάτια του προσπαθούν να ακούσουν τα λόγια του. Κλείνει βιαστικά το ραδιόφωνο που έπαιζε τους ψαλμούς.
Τώρα μπορεί να τον ακούσει καθαρά.

Ο ταξιτζής με φωνή χωρίς ντροπή λέγει την ευχή. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό».
Ξανά και ξανά. Κάποιες φορές την λέγει μεγαλόφωνα, κάποιες σιγανά.
Το φανάρι γίνεται πράσινο. Φεύγουν. Μα και πάλι δίπλα στο επόμενο.
Ο ταξιτζής έχει χαθεί στην ευχή. Δεν κοιτά αριστερά ή δεξιά. Δεν ψάχνει πελάτες.
Το μόνο που κάνει είναι να λέγει την ευχή.Ένα μικρό κομποσχοίνι ξεπροβάλει στο χέρι του.
Και είναι σαν να έφυγε μέσα από την πόλη κι ας βρίσκεται στο κέντρο της.

Ο νεαρός τον παρατηρεί άφωνος, άπνους, σαν να βλέπει κάποιον ασκητή που η έρημος τον ξέβρασε στην πόλη.Τα παράθυρά τους ανοιχτά. Ακούς την ευχή να λέγεται καθαρά.
Ένα μηχανάκι πλευρίζει το ταξί. Το κράνος του αναβάτη δεν είναι εμπόδιο για να ακούσει και αυτός την προσευχή. Γυρνά και τον βλέπει. Τον κοιτά επίμονα.
Σαν να κοιτάς έναν τρελό μέσα στην τρέλα του. Ο μηχανόβιος σαν να τον κοροϊδεύει. Τον βρίζει και φεύγει.
Εκείνος κοιτά μόνο μπροστά. Κλείνει τα μάτια του. Ακούει τα πάντα, μα δεν τα ακούει.
Περιμένει το κορνάρισμα των αυτοκινήτων για ν’ ανοίξει τα βλέφαρά του. «Κύριε ελέησόν με...».
Το φανάρι ανάβει πράσινο.Τα αυτοκίνητα κορνάρουν.Το ταξί παραμένει ακίνητο.
Σαν παρεκκλήσι που δεν μετακινείται παρα μόνο μετακινεί τους προσκυνητές του στον ουρανό.
Και ο νεαρός δίπλα του και αυτός.Δεν φεύγει εάν δεν φύγει το ταξί.Οι δυο τους στο κέντρο της πόλης.Ο ένας να προσεύχεται αδιάλειπτα.Ο άλλος να γίνεται κοινωνός της Χάρης που δέχεται ο πρώτος, μόνο με την όραση του θεάματος.

Τα μάτια του ταξιτζή ανοίγουν. Βάζει πρώτη ταχύτητα μα πριν πατήσει το γκάζι γυρίζει το κεφάλι του προς τον νεαρό που τον κοιτά συγκινημένος.
Τα μάτια τους επιτέλους συναντιούνται.Τα παράθυρά τους ανοιχτά.Οι καρδιές τους ανοιχτές.
Μέσα στην βουή της πόλης.
Μέσα στις βρισιές για την καθυστέρηση, τα κορναρίσματα των βιαστικών, τις εξατμίσεις των μηχανών, τον ήχο των κινητών, τους χλευασμούς των διπλανών· σταματά να λέγει την ευχή.
Σταμάτησε για να πει κάτι στον νεαρό πριν τον χάσει για πάντα.
«Σ’ευχαριστώ που ήσουν μαζί μου, έστω γι’ αυτά τα φανάρια...».
Του χαμογελά σαν να τον αγκαλιάζει.Το γκάζι πατήθηκε. Ο δρόμος πλέον είναι χωρίς κίνηση.
Το ταξί χάθηκε.Ο νεαρός όμως έμεινε εκεί.
Το φανάρι ξανακοκκίνησε.
Πλέον είναι μόνος του. Με ανοιχτό παράθυρο.
Δίπλα του ήρθε ένα άλλο αυτοκίνητο. Δύο κοπέλες ακούν δυνατά λαϊκή μουσική. Τις είδε. Τον είδαν. Μα καμία κοινωνία. Γύρισε το βλέμμα του μπροστά. Έκλεισε τα μάτια του.
Μα τί άνθρωποι υπάρχουν; αναρωτήθηκε.
Άνθρωποι του μεροκάματου που προσεύχονται ως ασκητές. Άνθρωποι των πόλεων που ζούνε ως ερημίτες.
Άνθρωποι καθημερινοί που ζούνε υπερκόσμιες καταστάσεις μέσα στο ταξί τους, μέσα στο μαγαζί τους, στην εργασία τους, στο σπίτι τους...
Πλέον η πόλη στα μάτια του πήρε άλλη μορφή.
Πλέον μοιάζει σαν ένα κρησφύγετο αγίων, σαν μια πνευματική παλαίστρα.
Πλέον αναπνέει άλλον αέρα. Είναι γεμάτο οξυγόνο Θείο.
«Κύριε, ελέησόν με τον αμαρτωλό», άρχισε να λέγει και αυτός.
Και το φανάρι έγινε πράσινο...

αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος
[Στηρίζεται σε πραγματικό γεγονός που μου διηγήθηκαν σήμερα το πρωί].

Αββά Κασσιανού: Για το ότι δεν πρέπει να δίνουμε προσοχή στις αδυναμίες που παρουσιάζουν οι αδελφοί…

«Για να μπορέσεις να φθάσεις σ’ αυτό το στόχο κι εσύ παιδί μου και για να παραμείνεις αδιάκοπα κάτω από αυτό τον πνευματικό νόμο, οφείλεις, ζώντας στο Κοινόβιο, να τηρείς τρία πράγματα, καθώς λέει κ ο Ψαλμωδός:
«Εγώ», λέει, «σαν να είμαι κουφός δεν ακούω τι λένε και σαν να είμαι άλαλος δεν ανοίγω το στόμα μου για να απαντήσω. Eίμαι σαν άνθρωπος που δεν ακούει και που δεν βγάζει λόγο από το στόμα του». (Ψαλμ.37, 14-15). ‘Ετσι να είσαι, παιδί μου, κι εσύ. Να συμπεριφέρεσαι σαν κουφός, μουγγός και τυφλός. Αυτό βέβαια δεν ισχύει στη συμπεριφορά σου προς εκείνον, τον οποίο λόγω της τελειότητάς του, έχεις επιλέξει ως πρότυπο. Τυφλός και μουγγός να είσαι μόνο για εκείνους των οποίων η συμπεριφορά είναι ελλιπής. Γιατί υπάρχει κίνδυνος για σένα, αν κοιτάζεις τους άλλους –και μάλιστα όσους έχουν κάποια θέση κύρους- να μιμηθείς τρόπους συμπεριφοράς που πρίν είχες απερίφραστα καταδικάσει.

Να μην σκανδαλισθείς, αν ακούσεις ότι κάποιος είναι ανυπάκουος, αντιδραστικός, ότι κατακρίνει ή ότι ενεργεί διαφορετικά από αυτά που εσύ έχεις διδαχθεί.

Ούτε όμως πάλι και να ξεγελασθείς, ώστε να μιμηθείς το παράδειγμα του. Να είσαι σαν τον κουφό που περνάει μέσα από αυτές τις απρέπειες και τις ακαταστασίες, χωρίς να ακούει και χωρίς να αντιλαμβάνεται τίποτα.

Αν σε βρίζουν ή αν προσβάλουν κάποιον άλλο, εσύ να μένεις ατάραχος και να μην κλονίζεσαι. Να ακούς αυτές τις ύβρεις σαν μουγγός, χωρίς να τις ανταποδίδεις και να ψάλλεις συνεχώς μέσα στην καρδιά σου το στίχο του Ψαλμού που λέει:
«Είπα μέσα μου κι αποφάσισα να προσέχω τη συμπεριφορά μου και να μην αμαρτάνω με τη γλώσσα μου. Έβαλα φραγμό στο στόμα μου, όταν ήταν μπροστά μου ο αμαρτωλός, για να μην του δώσω αφορμή» (Ψαλμ. 38, 2-3).
Περισσότερο από όλα όμως να τηρείς το τέταρτο σημείο το οποίο και θα είναι το επιστέγασμα και η κορωνίδα των τριών άλλων που μόλις αναφέραμε. Να γίνεις, όπως λέει ο Απόστολος, «μωρός και να παύσεις να έχεις εμπιστοσύνη στη σοφία σου, ώστε να γίνεις πραγματικά σοφός» ( Α΄Κορ. 3,18).

Μην κατακρίνεις και μη σχολιάζεις τις εντολές που έχεις λάβει. Να υπακούεις πάντοτε με απλότητα και πίστη. Να θεωρείς ως άγιο, χρήσιμο και σοφό, μόνο αυτό που θα έχει κριθεί ως ευάρεστο στον Θεό και στον Γέροντά σου. Όταν έτσι ζεις και κινείσαι, θα μπορέσεις ασφαλώς να παραμένεις κάτω από τον μοναχικό κανόνα και κανένας πειρασμός ή μηχανορραφία του Εχθρού δεν θα μπορέσει να σε βγάλει από το Μοναστήρι».
(Αββά Κασσιανού, Συνομιλίες… εκδ. Ετοιμασία, τόμος Β σελ. 385-386)

Σημειώνει ο Μητροπ. Νικοπόλεως  Μελέτιος:

«Ένας  πλούσιος  μπαμπάς βρίσκεται  μαζί με το νεαρό γιό του-παλληκαράκι- στο γκαράζ.  Έχει μπροστά του ένα πολυτελές αυτοκίνητο. Και  το ψάχνει απ’ όλες τις μεριές. Σφίγγει βίδες. Σκουπίζει. Ξεσκονίζει….. Σκύβει. Ξανασκάβει. Ιδρώνει. Φυσάει. Ξεφυσάει. Και συνεχίζει. Απτόητος. Και χωρίς τέλος……

Ρωτά ξαφνικά ο νεαρός:

- Μπαμπά, γιατί όλες αυτές τις δουλειές, δεν τις αφήνεις να τις κάνει  κάποιος άλλος;

Απαντά με απορία, σαν να είχε ακούσει μια μεγάλη ανοησία:

- Τι λες, παιδί μου! Το αυτοκίνητο αντιπροσωπεύει ένα κεφάλαιο! Ξέρεις, τι έδωσα  γι’ αυτό; Ο ξένος δεν το πονάει! Ο καλός νοικοκύρης έχει χρέος να το παρακολουθεί  ο ίδιος. Αυτοπροσώπως. Και ό,τι κόπο και χρόνο κι αν χρειάζεται, να τα διαθέτει! Διαφορετικά χαλάει! Και για μένα αυτό αντιπροσωπεύει πολλά!

Αυτό είπε ο μπαμπάς. Και σίγουρος, ότι έκανε σωστά και καλά, ξαναρίχτηκε στη δουλειά του. Μα ξαφνικά ακούστηκε σταθερή και ξεκάθαρη, η φωνή του νεαρού:

- Δηλαδή μπαμπά, εγώ δεν αντιπροσωπεύω τίποτε για σένα;

Ταράχτηκε ο μπαμπάς:

-Τι; Τι είπες;

- Να, μπαμπά! Στο αυτοκίνητο σου σε βλέπω ν’ αφιερώνεις κάθε μέρα με ευχαρίστηση ώρα πολλή. Σε μένα, δεν σε αισθάνθηκα ποτέ ν΄ αφιερώνεις λίγη ώρα μ’ ευχαρίστηση!......

Πόσα παιδιά δεν ζουν με το παράπονο αυτό!....» (Μ,31)

(στο: Η ανατροφή των παιδιών, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, σελ. 134-135)

Σημειώνει ο Gary Chapman: “Ένας άνδρας είπε κάποτε:
Όταν πέθανε η μητέρα μου, ο προϊστάμενος της γυναίκας μου της είπε ότι μπορούσε να λείψη δύο ώρες για την κηδεία, αλλά μετά έπρεπε να γυρίση στο γραφείο της. Η γυναίκα μου του είπε ότι αισθανόταν πως ο άνδρας της χρειαζόταν την υποστήριξί της εκείνη την μέρα και ότι θα έπρεπε να λείπη ολόκληρη τη μέρα.
Ο προϊστάμενος απάντησε:
- Αν λείψης όλη μέρα, μπορεί και να χάσης τη δουλειά σου.
Η γυναίκα μου είπε:
- Ο άνδρας μου είναι πιο σημαντικός απ'τη δουλειά μου.
Πέρασε όλη τη μέρα μαζί μου. Κατά κάποιο τρόπο εκείνη τη μέρα ένοιωθα περίσσοτερο από ποτέ ότι μ'αγαπούσε. Ποτέ δεν ξέχασα αυτό το οποίο έκανε.
Συμπτωματικά, είπε, δεν έχασε τη δουλειά της. Ο προϊστάμενος της σύντομα έφυγε και της ζητήθηκε ν'αναλάβη το πόστο του. Η γυναίκα αυτή μίλησε στη γλώσσα της αγάπης του συζύγου της και αυτός ποτέ δεν το ξέχασε”
(στο: Ο Γάμος, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ,Σταμάτα 2013, σελ. 84-85)

Σελίδα 1 από 3