Αν Το Έμβρυο Είχε Επιλογή;
Στο κρεβάτι της ΜΕΘ εδώ και λίγες μέρες νοσηλεύεται ένας ασθενής με βαριά λοίμωξη του αναπνευστικού, που χρειάστηκε σε κάποια φάση της να αντιμετωπιστεί με διασωλήνωση και μηχανικό αερισμό του πάσχοντα. Ο ασθενής, γύρω στα σαράντα με ιστορικό μεσογειακής αναιμίας, που χρειάζεται κάθε περίπου τριάντα ημέρες μετάγγιση αίματος.

Η μεσογειακή αναιμία είναι μια γενετική νόσος, που οφείλεται στην αδυναμία παραγωγής αλυσίδων β, απαραίτητων για την κατασκευή της αιμοσφαιρίνης που μεταφέρει το οξυγόνο στον οργανισμό, λόγω ελαττωματικών γονιδίων κληρονομημένων και από τους δύο γονείς.
Τα παιδιά που γεννιούνται με τη νόσο αυτή χρειάζεται, αφού δεν μπορούν τα ίδια να παράγουν φυσιολογική αιμοσφαιρίνη, να την παίρνουν μέσω μεταγγίσεων ανάλογα με τη βαρύτητα του προβλήματος περίπου κάθε μήνα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επειδή με τις μεταγγίσεις αυξάνεται ο σίδηρος του οργανισμού και κινδυνεύει να καταστρέψει τα διάφορα όργανα εναποτιθέμενος σε αυτά, σε καθημερινή βάση σχεδόν, πρέπει να γίνεται η λεγόμενη αποσιδήρωση μέσω υποδόριας έγχυσης κάποιας σιδηροδεσμευτικής ουσίας. Αν όλα γίνουν σωστά, τα παιδιά αυτά έχουν ένα φυσιολογικό προσδόκιμο επιβίωσης, αν και είναι πιο ευαίσθητα σε λοιμώξεις και άλλες εξωτερικές επιδράσεις.
Ο συγκεκριμένος λοιπόν ασθενής, στο πλαίσιο αυτής της ευαισθησίας του οργανισμού του, προσβλήθηκε από κάποιον ιό και χρειάστηκε η νοσηλεία του στη ΜΕΘ για να τον ξεπεράσει. Ήταν όμως ήδη πολύ καλά και ετοιμαζόταν η έξοδός του, που σε λίγες ημέρες θα τον οδηγούσε και πάλι πίσω στις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Εκείνο που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση σε όλο το προσωπικό της ΜΕΘ ήταν το πόσο συνειδητά συνεργάστικε κατά τη διάρκεια δύσκολων φάσεων της νοσηλείας του και πόσο πολύ πάλεψε για την αποκατάσταση της υγείας του και τη ζωή του.
Τέτοια ήταν η εντύπωση που είχε προκληθεί, ώστε ο ιατρός της ΜΕΘ και με το θάρρος του κοινού αγώνα που τόσες μέρες έδιναν, τον ρώτησε: «Δε σου πέρασε από το μυαλό να εγκαταλείψεις τον αγώνα; Δεν κουράστηκες τόσα χρόνια με τον τρόπο που ζεις και τους περιορισμούς της ασθένειάς σου;». Η απάντηση ήρθε άμεση και χωρίς δεύτερη σκέψη, έτσι ώστε φάνηκε ότι δεν ήταν παρόρμηση της στιγμής αλλά ώριμη σκέψη ετών:
«Ούτε μια στιγμή δε σκέφτηκα ότι θα ήταν προτιμότερο να πεθάνω. Και ξέρεις γιατί; Γιατί είμαι ευτυχισμένος που ζω. Και θεωρώ ότι το πρόβλημα της υγείας μου έχει συμβάλει στο να ωριμάσω νωρίτερα και να δω τη ζωή με πιο ουσιαστική ματιά. Από μικρός έμαθα να εκτιμώ την αξία της ζωής, βίωσα έμπρακτα την αγάπη και τη στοργή της οικογένειάς μου, έβαλα στόχους στη ζωή που δεν αφορούσαν το άτομό μου αλλά το κοινωνικό σύνολο.

Η ασθένειά μου με έκανε να δω με θετική ματιά τον κόσμο και να θελήσω να συμβάλω κι εγώ στο να γίνει καλύτερος, θέλησα να γίνω δάσκαλος για να βοηθώ τα παιδιά στη ζωή τους. Έμαθα όντας ‘διαφορετικός' να σέβομαι τη διαφορετικότητα και να αντιμετωπίζω τους άλλους όπως ήθελα να με αντιμετωπίζουν κι εκείνοι. Θα σου φανεί πολύ παράξενο, αλλά αντιμετωπίζοντας συχνά τον κίνδυνο του θανάτου, έμαθα να εκτιμώ τη ζωή. Έμαθα να ευχαριστώ τον Θεό γιατί επέτρεψε τη δοκιμασία που με έκανε καλύτερο».

Ο γιατρός απομακρύνθηκε βιαστικά για να μη δει ο ασθενής δύο δάκρυα στα μάτια του.
Αυτός είναι ένας ακόμη άνθρωπος που η φυσική επιλογή θα τον είχε οδηγήσει μετά από προγεννητικό έλεγχο στα σκουπίδια κάποιας κλινικής. Έχει συμβεί πολλές φορές καλοπροαίρετα πρόσωπα και μάλιστα σχετιζόμενα με τον Θεό να επιμένουν ότι είναι καλό να μη γεννιούνται παιδιά με προβλήματα υγείας και ότι είναι θεάρεστη κίνηση να τα απαλλάσσουμε από τον πόνο που θα τα συνοδεύει μια ολόκληρη ζωή.

Είναι η κλασική κοσμική αντίληψη ότι ο πόνος είναι κάτι κακό, η θυσία ανεπιθύμητη και πρέπει να αποφεύγεται με κάθε τρόπο. Είναι η λογική της αποφυγής του Σταυρού, που όμως, σύμφωνα με τον Κύριο, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωτηρία.

(Νικόλαος Κ. Παναγιωτόπουλος, 20 χρόνια στην Εντατική, Νέα Σμύρνη 2017, σελ. 93-95)

"Δυο μικρά παιδιά, ο Παύλος και η Όλγα, χάρις στο άπειρο έλεος του Κυρίου, που ανταποκρίθηκε στις προσευχές της αναξιότητός μου, έγιναν καλά από την αρρώστια τους.

Στην περίπτωση του Παύλου, η αρρώστια έφυγε μες από ένα ήσυχο ύπνο. Και το προσωπάκι της Όλγας φωτίσθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη με τη χαρά της υγείας.

Εννέα φορές πήγα να προσευχηθώ με πίστι, ελπίζοντας ότι την πίστι μου δεν θα την απεδοκίμαζε ο Κύριος.

Αρκεί να κρούη κανείς και η πόρτα θα του ανοιχθή. Μπορεί εγώ να ήμουν ανάξιος, αλλά ο Κύριος χάρις στο άπειρό του έλεος θα με άκουε. ο άδικος κριτής λύγισε τέλος στις επίμονες παρακλήσεις της γυναικός που τον ενωχλούσε με το αίτημά της. Πολύ περισσότερο ο δίκαιος Κριτής δεν θα έμενε ασυγκίνητος στην προσευχή μου για τα αθώα εκείνα παιδάκια. Δεν θα παρέβλεπε τα λόγια μου, τις γονυκλισίες μου, την πεποίθησί μου στο έλεός του. Και, πράγματι, δεν με απεδοκίμασε, εμένα τον αμαρτωλό ικέτη.

Πήγα για δεκάτη φορά στο σπίτι τους και τα μικρά ήσαν καλά.

Ευχαρίστησα από τα βάθη της καρδιάς μου τον Κύριο και τη Γρηγορούσα Μητέρα του". (παράγραφος 153)

"Η προσευχή στηρίζεται στην πίστι. Πιστεύω ότι υπάρχει ο Θεός και έτσι του μιλώ. Ότι είναι Παντοδύναμος, κρατώντας τα σύμπαντα στην παλάμη του χεριού του και ότι μου έδωσε τη φωνή για να του μιλώ.

Έχω πεποίθησι ότι η προσευχή μου φθάνει σ’ Αυτόν, πηγάζοντας από την καρδιά μου. Το ίδιο και η ανταλλαγή γραμμάτων ανάμεσα σε ανθρώπους, που τους χαρίζει κάποια απόστασις, στηρίζεται στην πίστη. Είναι πεπεισμένοι, όταν γράφουν μια επιστολή, ότι το πρόσωπο στο οποίο την απευθύνουν, ζη. Ξέρουν ότι η επιστολή θα φθάση στον προορισμό της, θα προκαλέση ωρισμένες εντυπώσεις, ιδέες και ψυχικές καταστάσεις και ότι η απάντησις που θα έλθη, θα αντιστοιχή στο περιεχόμενο της επιστολής." (παράγραφος 520)


"Όταν είναι να προσευχηθής στην Υπεραγία Θεοτόκο, έχε πριν την ακράδαντο βεβαιότητα, ότι δεν πρόκειται να φύγης από μπροστά της χωρίς να βρης έλεος.

«Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμμένος από σου εκπορεύεται», ψάλλει η Εκκλησία με πίστι στη Θεομήτορα.

Το να έχουμε αυτή τη βεβαιότητα, αυτή την ανεπιφύλακτο εμπιστοσύνη, είναι σωστό και δίκαιο. Είναι άπειρο το έλεος της Μητέρας του Ελεήμονος Θεού. Το έλεός της του μαρτυρεί η Εκκλησία όλων των εποχών και όλων των τόπων. Δεν υπάρχει περίπτωσις να αδιαφορήση για εμάς η Παναγία." (παράγραφος 19)

(Αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, Η εν Χριστω ζωή μου, εκδ. Παπαδημητρίου, 1996)

Ο θάνατος εντέλει είναι τόσο τρομακτικός όταν βρισκόμαστε μπροστά του; Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο στο σπίτι, ύστερα από μακρά ασθένεια. Χειρουργήθηκε δίχως επιτυχία, όπως μου είπε ο χειρούργος, προσθέτοντας:

“Όμως, βέβαια, δεν θα της το πεις”.

Απάντησα: “Και βέβαια θα της το πω”.

“Τότε”, απάντησε ο γιατρός, “δεν θα είμαι πλεόν ο γιατρός της, ή ο χειρουργός της, γιατί θα απελπιστεί και θα καταρρεύσει”.

Πήγα να δω τη μητέρα μου και της το είπα.

Μου είπε: “Θα πεθάνω, λοιπόν”. Της απάντησα:

“Ναι”.

Και τότε σιωπήσαμε για πολλη ώρα. Πολλή ώρα, όχι γιατί ήταν μεγάλης διάρκειας, αλλά γιατί η σιωπή ήταν τόσο βαθιά, μέχρι τα βάθη της ψυχής μας. Όταν συνήλθαμε είχαμε αποκτήσει μια νέα εμπειρία. Είχαμε ανακαλύψει ένα πράγμα, ότι τώρα δεν υπήρχαν μυστικά ανάμεσα μας, δεν υπήρχε μεταξύ μας αυτό που τόσο συχνά υπάρχει ανάμεσα σ' αυτούς που αργοπεθαίνουν και στον περίγυρό τους, στην οικογένειά τους, στους γιατρούς, στις νοσοκόμες ή στους φίλους τους: Το ψέμα, ένα ψέμα που συντηρείται και από τους δύο, αφ' ενός από τους θνήσκοντες που καταλαβαίνουν την παρουσία του θανάτου αλλά χαμογελούν και φέρονται σαν να έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους, και αφ' ετέρου από τον περίγυρο τους που συντηρεί αυτό το ψέμα.

Δεν υπήρχε ψέμα όμως ανάμεσα σ' εμένα και στη μητέρα μου, κι επειδή δεν υπήρχε ψέμα, είχαμε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε την κάθε στιγμή της ζωής σε όλη της την ένταση, γιατί ίσως η στιγμή αυτή να ήταν και η τελευταία. Κι επειδή μπορούσε να είναι η τελευταία, θα έπρεπε να είναι τέλεια. Η κάθε λέξη θα μπορούσε να είναι η τελευταία, έπρεπε λοιπόν να ενσωματώνει όλη την αγάπη, όλη τη σχέση, όλα όσα είχαμε μεταξύ μας. Κάθε χειρονομία, και η πιο απλή, θα μπορούσε να εκφράζει είτε αδιαφορία και απροσεξία, είτε αγάπη, ενδιαφέρον και όλα όσα μας ένωναν.

Ανακαλύψαμε ότι η ετοιμασία ένος ωραίου δίσκου με τσάι μπορούσε να εκφράζει αγάπη, μπορούσε να εκφράζει το σύνολο των σαράντα χρόνων που ζήσαμε μαζί. Ανακαλύψαμε ότι και το πιο μηδαμινό μπορούσε να αποτελέσει έκφραση αγάπης, έκφραση μιας απόλυτα μοναδικής σχέσης.
Νομίζω πως κι αυτό είναι στοιχείο της ποιότητας της ζωής.

Αν δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο ανοιχτά, με θάρρος, αν δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον θάνατό μας ή τον θάνατο κάποιου άλλου μαζί, όχι χωριστά – γιατί χωριστά είναι αδύαντον να αντιμετωπιστεί ο θάνατος- αλλά μαζί, τότε η ζωή δεν θα έχει αυτή την απόλυτη ποιότητα που ενδυναμώνει ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στις φυλακές ή στον πόλεμο ή όπου αλλού, που ενδυναμώνει ανθρώπους με ανίατες ασθένειες, να ορθώσουν το παράστημά τους και να πουν:

“Ζω και θα νικήσω”.


“Pallative medicine – Quality of life”
25.6.1990
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 100-102)

«Όταν ζυμώνανε οι αδελφές, είχε πάρα πολύ μεγάλη χαρά να δίνη ως ευλογία ζυμωτό ψωμί.

Κάποτε στον Εσπερινό του Σαββάτου της Τυρινής είχε έρθει μια οικογένεια και η Γερόντισσα Μακρίνα, όταν την κατευόδωνε, είπε σε μια μοναχή να τους δώση ένα καρβέλι ψωμί, καίτοι η υπεύθυνη αδελφή την είχε ενημερώσει ότι ήταν το τελευταίο και δεν υπήρχε χρόνος να ζυμώσουν άλλο, διότι θα άρχιζε η Καθαρά Εβδομάδα.

Η Γερόντισσα είχε πλήρη εμπιστοσύνη ότι η Παναγία θα οικονομούσε το Μοναστήρι Της και έτσι το τελευταίο καρβέλι δόθηκε. Μετά το Απόδειπνο, και ενώ είχε κλείσει η πύλη της Μονής, κάποιος κτυπούσε το κουδούνι επιμόνως.

Ήταν ένας αρτοποιός, γνωστός της Μονής, ο οποίος είχε φέρει ένα αυτοκίνητο φρέσκα ψωμιά. Ήταν τόσο μεγάλη η ποσότητα, ώστε οι αδελφές το έκαναν παξιμάδι και πέρασαν με αυτό όλη τη Μ. Τεσσαρακοστή»(ΛΚ, 59).

(Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, ο Αντίχριστος, Σταμάτα 2016, σελ. 119 όπου και η πηγή)

‹‹Ένας γέροντας πεσμένος στο κρεβάτι του θανάτου, έλεγε σε μερικούς φίλους του, που είχαν έρθει να τον δουν:
            Σήμερα με επισκέφθηκαν τρείς επισκέπτες.
            Πρώτη με επισκέφθηκε η Πίστη.
Έρχομαι μου είπε, να σε αποχαιρετήσω, δεν με έχεις πια ανάγκη. Στη ζωή σου εδώ στη γη σε βοήθησα να ακολουθήσεις τον Κύριό σου και να μείνεις πιστός σε Αυτόν. Τώρα θα Τον δεις ΄΄πρόσωπον προς πρόσωπον΄΄ (Α΄Κορ. 13, 12) και η πίστη σου θα μεταβληθεί σε όψη.
            Δεύτερη με επισκέφθηκε η Ελπίδα.
            Έως τώρα, μου είπε, ήμουν ο πιο καλός σύντροφός σου. Σε ενθάρρυνα στις δυσκολίες σου, σε παρηγορούσα στις θλίψεις σου, σε χαροποιούσα στη σκέψη ότι μια μέρα θα συναντήσεις τον Κύριό σου. Η υπηρεσία μου έληξε. Στον κόσμο στον οποίο πηγαίνεις δεν υπάρχουν πόνοι και θλίψεις, αλλά φως και χαρά.
            Τελευταία με επισκέφθηκε η Αγάπη.
            Εμείς δεν θα αποχωρισθούμε ποτέ, μου είπε. Στη ζωή αυτή, σου αποκάλυπτα το χαρακτήρα του Κυρίου σου και την αγάπη Του για σένα, σου έδινα τα δύναμη να Τον αγαπάς και σε ενέπνεα σε υπηρεσία προς τους συνανθρώπους σου. Όσο ο καιρός περνούσε, συνδεόμασταν όλο και πιότερο. Όλα αυτά, όμως, δεν ήταν παρά ο πρόλογος. Εκεί πάνω θα είμαστε πάντα μαζί. Εγώ θα σου κινώ την καρδιά σε αίνο και δοξολογία αιώνια προς τον Κύριό σου.
            Θα είμαι το άρμα, πάνω στο οποίο θα ταξιδεύεις σε ολόκληρη την αιωνιότητα.
            "Τώρα δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα. μείζων δε τούτων η αγάπη"(Α΄Κορ. 13, 13) ›› (ΑΓ. 5)
(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 236-7)

 

Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάν­θρωπο Θεό.

 

Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά! Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα. Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσ­σα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού.

Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προ­σηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρί­ου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπί­δα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στε­νάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπί­ζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρή­νη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί ενα­ντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχί­ονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, δι­ότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φα­νερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνε­ται στη γη όπως και στον ουρανό.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολο­κληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.

Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

 

(Αγίου Νεκταρίου, Το γνώθι σαυτόν, εκδ. Άθως, σ.101-104)

Με ποιόν μοιάζει ο χριστιανός, που σηκώνει τις θλίψεις της επίγειας ζωής με αληθινή πνευματική σύνεση;
Μ' έναν οδοιπόρο, που στέκεται στην ακροθαλασσιά σε ώρα τρικυ­μίας.

Τα αγριεμένα άσπρα κύματα πλησιάζουν τον οδοιπόρο και, αφού σπάσουν στην άμμο, διαλύονται πάνω στα πό­δια του σε αναρίθμητες μικρές σταγόνες. Η θάλασσα, φιλονικώντας με τον άνεμο, βρυχιέται, υψώνει κύματα σαν βουνά, βράζει, παφλάζει. Το ένα κύμα γεννά και στη συνέχεια καταβροχθίζει το άλλο. Οι κορυφές τους είναι στεφανωμένες με κάτασπρο αφρό. Όλη η θάλασσα είναι καλυμμένη απ' αυτά τα κύματα, που μοιάζουν με τερά­στιο λάρυγγα φοβερού τέρατος δίχως δόντια.

Ο οδοιπόρος παρατηρεί το φοβερό θέαμα με ήρεμο λογισμό. Τα μάτια του είναι στη θάλασσα. Πού είναι, όμως, η σκέψη του; Και πού η καρδιά του; Η σκέψη του είναι στις πύλες του θανάτου. Και η καρδιά του στην κρί­ση του Θεού. Εκεί είναι ήδη με τον νου του· εκεί είναι με το αίσθημά του· εκεί είναι οι φροντίδες του· εκεί είναι ο φόβος του.

Από τον φόβο τούτο φεύγει μακριά ο φόβος των επίγειων πειρασμών, θα κοπάσουν οι άνεμοι, θα γαληνέψει η θάλασσα. Εκεί που πρώτα μάνιαζαν τα τεράστια οργισμένα κύματα, δεν θα βλέπει κανείς παρά μιαν επίπεδη επιφάνεια από νερά ακίνητα, νερά κουρασμένα από τη θύελλα. Μετά τη μεγάλη θαλασσοταραχή, τα νερά θα καταπέσουν σε μια νεκρική ακινησία. Στον διάφανο κα­θρέφτη τους θα αντανακλά ο βραδινός ήλιος, όταν θα σταθεί πάνω από την Κρονστάνδη, θα σκορπίσει τις ακτί­νες του σ' όλον τον Φιννικό Κόλπο και θα συναντήσει τον ποταμό Νιέβα προς την Πετρούπολη. Θέαμα σαν ζωγράφημα, γνωστό στους κατοίκους της ερήμου του Αγίου Σεργίου. Αυτόν τον ουρανό, αυτή την ακροθαλασσιά, αυτά τα κτίρια πόσοι τα είδαν; Πόσοι είδαν τα αφροστεφανωμένα, τα περήφανα, τα άγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Και όλοι αυτοί έφυγαν. Όλοι βρίσκονται τώρα στην ησυχία του τάφου. Εκεί θα βρεθούν και όσοι σήμερα τα αντικρίζουν. Πόσο άστατα, πόσο φευγαλέα είναι τα επίγεια -όσο των κυμάτων τα αφροστέφανα!

Κοιτάζοντας από τον ήσυχο αρσανά τη θάλασσα του βί­ου να φουσκώνει από τα κύματα των παθών, Σε ευγνω­μονώ, Βασιλιά και Θεέ μου! Μ' έφερες σ' ετούτη την αγία μονή. Μ' έκρυψες «στο απόκρυφο καταφύγιο της θείας Σου παρουσίας από τις άδικες επιθέσεις των ανθρώπων» και με φύλαξες «από συκοφαντικές γλώσσες» [1]. Για τούτο μόνο πονάει η ψυχή μου, για τούτο συνταράζεται το άγνω­στο: Θα περάσω, άραγε, από δω, από την ακροθαλασσιά του άστατου και ψεύτικου βίου, «στον τόπο της σκηνής της θαυμαστής, στον οίκο του Θεού, με φωνές χαράς και δοξολογίας, μέσα σε ήχους γιορτινούς» [2]; Θα κατοικήσω, άραγε, εκεί αιώνια; Τι κι αν έχω θλίψεις στον κόσμο; «Εγώ στήριξα τις ελπίδες μου στον Θεό, κι έτσι δεν έχω να φοβηθώ ότι κι αν μου κάνει άνθρωπος» [3].

Έρημος Αγίου Σεργίου, 1843
_________________

1. Ψαλμ. 30:21
2. Ψαλμ. 41:5
3. Ψαλμ. 55:12

(Πηγή: «ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ» τ. Α',  ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ, Ι. Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ)

Άκουσε Κύριε! Νύχτα. Θα Σου πω,
χωρίς τραγούδι απόψε και σκοπό,
απλά δυο λόγια μεσ’ απ’ την καρδιά μου,
στη νύχτα που σωπαίνει ολόγυρά μου.
Τ’ ορνίθι λάλησε, μα εγώ δεν κλείνω μάτι.
Είν’ η ψυχή μου προσευχή γεμάτη.
Θέλω Π α τ έ ρ α να Σε πω ξανά,
χωρίς κυμβάλων ήχους κι ωσαννά.
Πατέρα, σαν παιδί Σου, να Σε κράξω,
και μόνο απλά κι αθώα να Σε κοιτάξω.

Ο πόθος μου δε σού μεινε κρυφός.
Τον έστησα μπροστά Σου μεσ’ στο φως.
Κι ουδέ τα λάθη μου έμειναν κρυμμένα,
σε Σένα τα φανέρωσα ένα- ένα.
Το κάθε δάκρυ που έσταξε καυτό,
δεν έλεε πως γοργά θα γιατρευτώ;;
Πατέρα μου, τ’ αλέτρι Σου έχει οργώσει
βαθιά, με τ’ ατσαλένιο του γυνί.
Ας στάξουν χάρης δρόσο οι ουρανοί,
καρπούς γλυκούς κι αμέτρητους να δώσει!

Τακ- τακ μετρούν οι χτύποι της καρδιάς
τον πόνο της αμίλητης βραδιάς.
Και πένθιμες αργά περνούν οι ώρες,
σφιγμένες στην οδύνη μυροφόρες.
Νεκρούς αγαπημένους κλαιν εδώ,
και σκύβω μεσ’ στα στήθη μου να δω…
Καλές προθέσεις πού σβησαν νωρίς,
και πόθοι αγνοί που μού μελλε να πέσουν
σαν άνθη, κι ω ψυχή δεν καρτερείς
στην ώρα τους να φτάσουν και να δέσουν!

Γιατί ‘ναι τούτη νύχτα μελανή
και πιότερο απ’ τις άλλες βουρκωμένη;;
Τα στήθια μου πλακώσαν οι ουρανοί
κι αγγίζουν ως τη γη μαυροντυμένοι.
Μπουρίνι θα ξεσπάσει;; Ποιος το ξέρει;
Μα ποιος μπορεί να πει για την αυγή,
σαν τι παρηγοριές θε να μου φέρει;;
Ας έρθει κι η βροχή και το χαλάζι,
κι ας σπάσουν οι ουρανοί μ’ ορμή στη γη.
Εσένα έχω Πατέρα!!! Τι με νοιάζει;;

Και τούτο θέλω πάλι να Σου πω,
χωρίς τραγούδι απόψε και σκοπό…

Γ. Βερίτης

Η ΑΚΟΛΟΥΘΗ διήγησις είναι παρμένη από τη ζωή του Οσίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου.

Όταν πρωτοϊδρύθηκε το Κοινόβιο του Οσίου Θεοδοσίου στην Παλαιστίνη, ήταν τόσο φτωχό που συχνά δεν υπήρχαν ούτε τα απολύτως αναγκαία για την συντήρησι των Μοναχών.

Ήτο Μέγα Σαββάτο απόγευμα.

Περίμεναν να εορτάσουν το Άγιο Πάσχα. Οι Αδελφοί έψαχναν απελπισμένοι ολόκληρο το μοναστήρι. Δεν ζητούσαν μεγάλα πράγματα. Για τίποτε φαγώσιμο, ούτε συζήτησι πια δεν γινόταν. Μια μικρή προσφορά εκύτταζαν να βρούν, ξεχασμένη από άλλη φορά, για να μη στερηθούν τη Θεία Κοινωνία. Αδύνατον ν' ανακαλύψουν. Κι εδώ στέρησις, συλλογίζονταν. Το είπαν στο Γέροντά τους, στον Όσιο Θεοδόσιο. Τους άκουσε με απόλυτη ηρεμία σαν να συνέβαιναν όλα αυτά σε ξένη περιοχή. Ούτε την ανησυχία τους φαινόταν να συμμερίζεται ο ουράνιος εκείνος άνθρωπος και διαταγή έδωσε να είναι έτοιμο για τη νυκτερινή Λειτουργία το Άγιο Βήμα, ακόμη κι η τράπεζα για το πασχαλινό γεύμα.

— Μάταιη παρηγοριά, ψιθύρισαν μερικοί.

Ο Όσιος έκανε πως δεν άκουσε.

— Μήπως έγινε ασθενέστερος στη δύναμι η ατονώτερος στο να χορηγή και σήμερα Εκείνος που έθρεψε με το μάννα ολόκληρο λαό στην έρημο και χόρτασε τόσο πλήθος με πέντε ψωμιά;

Εθαύμαζαν οι Μοναχοί την πεποίθησι του Ηγουμένου τους, μα δε κατώρθωσαν να τη συμμερισθούν.

Βασίλευε ο ήλιος όταν κτύπησε την πόρτα του Μοναστηριού κάποιος άγνωστος. Μαζί του έφερνε δύο καμήλες φορτωμένες.

— Πήγαινα μια μικρή δωρεά σε κάποια σκήτη λίγο πιο πέρα από το Μοναστήρι σας, εξήγησε στους Αδελφούς. Μα μόλις έφθασα εδώ, τα ζώα μου σταμάτησαν και με κανένα τρόπο δεν μπορούσα να τα κάνω να προχωρήσουν βήμα. Λέγω μήπως θέλει ο Θεός ν' αφήσω σε σας αυτά τα λίγα τρόφιμα;

Λίγα τρόφιμα! Αυτά έφθασαν ως την Πεντηκοστή και πέρα ακόμη. Ούτε προσφορές έλειπαν για τη Θεία Λειτουργία από την ανέλπιστη δωρεά.

— Πολύ μεγάλη η ελπίδα! έλεγαν μεταξύ των οι καλόγεροι του Οσίου Θεοδοσίου κι ευλαβούντο τον Άγιο Γέροντά τους που τον στόλιζε κι αυτή.

* * *

Ο ΑΒΒΑΣ Μωϋσής κάποτε αποφάσισε να κατοικήση σε μια απρόσιτη σπηλιά, στη ρίζα μιας απότομης προεξοχής του βουνού. Ανέβαινε και συλλογιζόταν:

— Καλά όλα τ' άλλα, μα που θα βρίσκω νερό σε τούτο τον ξερότοπο;

Τό λεγε και το ξανάλεγε κι άρχισε να κλονίζεται. Τότε άκουσε φωνή να του λέγη:

— Προχώρει αμέριμνος και άφησε αυτή τη φροντίδα σε μένα.

Πήρε θάρρος κι έκανε κατοικία του το σπήλαιο. Ύστερα από λίγο καιρό πήγαν να τον ιδούν δύο συνασκηταί του από τη σκήτη. Δεν του βρισκόταν παρά ένα μικρό σταμνί νερό που το ξόδεψε να βράση λίγες φακές για να τους φιλοξενήση. Άρχισε τότε να στενοχωριέται και με φανερή αδημονία έμπαινε κι έβγαινε στο σπήλαιο και παρακαλούσε τον Θεό για νερό.

Ξαφνικά εκεί που δεν το περίμενε κανείς, ένα σύννεφο παρασυρμένο από τον άνεμο πήγε κι εστάθηκε πάνω από τη σπηλιά κι έρριξε τόση βροχή, όση χρειάστηκε να γεμίση όλα του τα σταμνιά ο Μωϋσής.

Οι Γέροντες, που δεν τους διέφυγε η αδημονία του, τον ρώτησαν ύστερα από το φαγητό:

— Τι είχες πάθει το πρωί και πηγαινοερχόσουν με τόση ανησυχία;

— Έκανα δικαστήριο με τον Θεόν, αποκρίθηκε με αφέλεια ο Αιθίοψ. Του υπενθύμιζα πως είχε αναλάβει τη φροντίδα μου και έπρεπε οπωσδήποτε να μου έβρισκε νερό να πιούν οι δούλοι Του. Και να που ο Αγαθός Δεσπότης αναγκάστηκε να στείλη.

* * *

ΚΑΠΟΙΟΣ φιλομόναχος χριστιανός επισκεπτόταν τακτικά τους Γέροντας στην έρημο για να ωφελήται από τη διδασκαλία των. Κάποτε ανακάλυψε ένα πολύ γέρο και άρρωστο Ερημίτη. Τον λυπήθηκε και θέλησε να του αφήση όσα χρήματα είχε μαζί του, για τις ανάγκες του.

— Κράτησέ τα, Αββά, του έλεγε παρακαλεστικά. Είσαι γέρος κι άρρωστος. Δεν μπορείς πια να εργάζεσαι.

— Εξήντα ολόκληρα χρόνια υποφέρω από τούτη την αρρώστια και με του Θεού τη βοήθεια δε μου έλειψε ποτέ τίποτε. Εκείνος που έχει τη φροντίδα μου αδιάκοπα μου στέλνει πάντα τα αναγκαία. Θέλεις λοιπόν τώρα εσύ, Αδελφέ, να διώξης τον Τροφέα μου; είπε ο γέρων Ερημίτης και με κανένα τρόπο δε δέχτηκε τα χρήματα.

* * *

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ Λυδία)

ΕΝΑΣ νέος αξιωματικός που πριν από λίγο είχε οδηγηθή στο δρόμο του Θεού κι ακόμα πάλευε με τη συνείδησί του, ρώτησε τον εξομολόγο του, αν πραγματικά, όπως του έλεγαν, δεχόταν ο Θεός τόσο εύκολα την μετανοια του ανθρώπου.

— Αν κατά τύχη σκιστή κάπου ο μανδύας σου, παιδί μου, του είπε εκείνος, τον βγάζεις αμέσως και τον πετάς, σαν άχρηστο;

— Όχι, δα, έκανε εκείνος. Τον ράβω και τον επιδιορθώνω, όσο βέβαια δέχεται επιδιόρθωσι.

— Αν λοιπόν εσύ λυπάσαι το φόρεμα σου κι εύκολα δεν το πετάς, πως δε θα λυπηθή ο Θεός το πλάσμα Του και δε θα κάνη ό,τι είναι δυνατόν για να το διορθώση; είπε ο καλός Γέροντας κι ανάπαυσε το νέο.

* * *

ΕΝΑΣ αρχάριος Μοναχός πήγε στενοχωρημένος στον Όσιο Ποιμένα.

— Έπεσα σε μεγάλο σφάλμα, Αββά, του εξωμολογήθηκε, και θέλω τουλάχιστον τρία χρόνια για να μετανοήσω.

— Είναι πολλά, του είπε ο Όσιος.

— Είναι αρκετοί τρείς μήνες, τότε;

— Και τόσο είναι πολύ, αποκρίθηκε ο Όσιος. Εγώ σου λέγω πως, αν ειλικρινά μετανοήσης και πάρης σταθερή απόφασι να μην επαναλάβης ποτέ το ίδιο σφάλμα, σε τρεις μέρες σε δέχεται η αγαθότης του Θεού.

* * *

ΑΛΛΟΣ Αδελφός ρώτησε τον ίδιο Γέροντα, αν ο Θεός εύκολα συγχωρή τις αμαρτίες του ανθρώπου.

— Πώς είναι δυνατόν να μη συγχωρή, τέκνον μου, Εκείνος που δίδαξε τη μακροθυμία στους ανθρώπους; Δεν παραγγέλλει στον Πέτρο να συγχωρή εκείνον που του σφάλλει «έως εβδομηκοντάκις επτά» δηλαδή επάπειρον; αποκρίθηκε ο Γέρων.

* * *

ΚΑΠΟΙΟΣ άλλος πάλι ζήτησε να του εξηγήση τι ακριβως είναι μετάνοια.

— Η μη επανάληψις της ιδίας αμαρτίας, αποκρίθηκε ο Όσιος Ποιμην.

* * *      

ΕΝΑΣ Αδελφός εξωμολογήθηκε στον Αββά Σισώη:

— Έπεσα, Πάτερ. Τι να κάνω τώρα;

— Σήκω, του είπε με τη χαρακτηριστική του απλότητα ο Άγιος Γέροντας.

— Σηκώθηκα, Αββά, μα πάλι έπεσα στην καταραμένη αμαρτία, ωμολόγησε με θλίψι ο Αδελφός.

— Και τι σ' εμποδίζει να ξανασηκωθής;

— Ως πότε; ρώτησε ο Αδελφός.

— Έως ότου σε βρή ο θάνατος ή στην πτώσι ή στην έγερσι. Δεν είναι γραμμένο «όπου εύρω σε εκεί και κρινώ σε»; εξήγησε ο Γέροντας. Μόνο εύχου στον Θεό να βρεθής την τελαυταία σου στιγμή σηκωμένος με την άγια μετάνοια.

* * *

ΚΑΠΟΙΟΣ άλλος νέος παραστράτησε, μα τόσο μετανόησε, όταν η θεία Χάρις τον επεσκέφθηκε στο άκουσμα ενός μόνο κηρύγματος, που άφησε τον κόσμο και έγινε καλόγερος. Έφτιαξε μια καλύβα στην έρημο κι έκλαιε κάθε μέρα με πολύ πόνο τις αμαρτίες του. Με τίποτε δε μπορούσε να παρηγορηθή.

Μια νύχτα, παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο Ιησούς, περιτριγυρισμένος από φως ουράνιο. Πήγε κοντά του με καλωσύνη:

— Τι έχεις, άνθρωπε, και κλαις με τόσο πόνο; τον ρώτησε με τη γλυκειά φωνή Του.

— Κλαίω Κύριε, γιατί έπεσα, είπε με απελπισία ο αμαρτωλός.

— Ω, τότε σήκω.

— Δε μπορώ μόνος, Κύριε.

Άπλωσε τότε το θεϊκό Του χέρι ο Βασιλιάς της αγάπης και τον βοήθησε να σηκωθή. Εκείνος όμως δεν σταμάτησε να κλαίη.

— Τώρα γιατί κλαις;

Πονώ, Χριστέ μου, γιατί σε λύπησα. Ξώδεψα τον πλούτο των χαρισμάτων Σου σε ασωτίες.

Έβαλε τότε με στοργή το χέρι Του ο φιλάνθρωπος Δεσπότης στο κεφάλι του πονεμένου αμαρτωλού και του είπε με ιλαρότητα:

— Αφού για μένα πονάς τόσο πολύ, εγώ έπαυσα πια να λυπάμαι για τα περασμένα.

Ο νέος σήκωσε το βλέμμα του να ευχαριστήση το Σωτήρα του, μα Εκείνος δεν ήτο πια εκεί. Στη θέσι που πατούσε είχε σχηματισθή ένας πελώριος ολόφωτος σταυρός. Λυτρωμένος πια από το βάρος της αμαρτίας, έπεσε και τον προσκύνησε.

Μ' ευγνωμοσύνη στην ψυχή, ύστερα από το όραμα εκείνο, κατέβηκε πάλι στην πολιτεία ο νέος για να γίνη πιο θερμός κήρυκας της μετανοίας και να οδηγήση στον Χριστό πολλούς άλλους παραστρατημένους.


(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Σελίδα 1 από 2