Όλα τα δάκρυα δεν είναι καθαρά…
Έπεσες, αμάρτησες, αστόχησες, δηλαδή δεν υπάρχεις σε πληρότητα ζωής όπως ο Χριστός μας αποκάλυψε. Τώρα πλέον έχεις χάσει τη χαρά σου. Ναι, γιατί η χαρά σου ήταν τα κατορθώματά σου. Τα επιτεύγματά σου και όχι ο Θεός. Δεν έπαιρνες τη χαρά από τη σχέση, αλλά από τον νόμο. Η τήρηση ενός νόμου, ενός κανόνα, ήταν που σου έδινε ειρήνη και όχι η σχέση σου με τον Θεό.
Ξέρεις για τι διψάει ο εγωισμός; Για έλεγχο. Θέλει να ελέγχει τα πάντα. Δώσε του νόμους, κανόνες και διατάξεις. Να μπορεί να κυριαρχεί εφαρμόζοντάς τις. Να ικανοποιείται και να αυτοδοξάζεται. Μην του δώσεις όμως σχέση. Μην του δώσεις αβεβαιότητα, ρίσκο, δόσιμο. Εκεί ασφυκτιά. Οι περισσότεροι θρησκευόμενοι αναπαύονται στην τήρηση κανόνων, ώστε να ελέγχουν τη σωτηρία τους. Να την καθορίζουν. Να μετράνε τις αποτυχίες τους, να ξέρουν τι θα αφαιρέσουν και τι θα προσθέσουν στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν και να κερδίσουν τον παράδεισο. Για την δική τους αντίληψη ο παράδεισος είναι επίτευγμα μιας συγκεκριμένης προσπάθειας. Τον κερδίζουν με την αξία τους, γιατί αγωνίστηκαν. Βλέπεις ο εγωισμός μας δεν δέχεται τα δώρα του Θεού. Κι όμως κανείς ποτέ δεν θα είναι άξιος για τον παράδεισο. Σε όλους θα δωριστεί από αγάπη και έλεος.
Αυτή η αίσθηση ότι ο Θεός κατακτιέται, ότι ο παράδεισος ανοίγεται με το έτσι θέλω των δικών μας ατομικών κατορθωμάτων, απέχει πάρα πολύ από την Βασιλεία του Θεού. Γιατί εκεί δεν κυριαρχεί το μέτρημα, αλλά το δόσιμο.
Οι περισσότεροι από εμάς, ακόμη κι όταν εντός του πνευματικού μας αγώνα μιλάμε για αμαρτία, πτώση στα πάθη και μετάνοια, έχουμε μια ψυχολογικού τύπου κατανόηση. Όταν λέει κάποιος πιστός «νιώθω ανάξιος», δεν το λέει σε σχέση με τον Θεό, αλλά κυρίως σε σχέση με τον εαυτό του. Νιώθει ανάξιος, γιατί δεν είναι πλέον αυτό που περίμενε ή θα ήθελε να είναι. Δεν έκανε αυτό που πίστευε ότι μπορεί. Έχει κατατριφθεί εντός του η ειδωλική εικόνα του. Αισθανόταν άξιος όχι χάριν της αγάπης, της αποδοχής και της θυσίας του Χριστού, αλλά χάριν των φαντασιακών αρετών του.
Τώρα αισθάνεται ενοχές. Γιατί άραγε; Μα γιατί δεν πίστεψε ποτέ στην δικαιοσύνη του Θεού που είναι έλεος και αγάπη, αλλά στην δική του δικαιοσύνη, στο νόμο του Εγώ του.
Τώρα νιώθει αποτυχημένος, γιατί δόμησε την επιτυχία του στην έξωθεν καλή μαρτυρία και όχι στην έσωθεν ειρήνη με τον Θεό. Νιώθει ντροπή, γιατί έμαθε να κρίνεται στο βλέμμα του άλλου, στη γνώμη του άλλου, και όχι στο ιλαρό βλέμμα του Χριστού.
Αισθάνεται ότι πλέον δεν τον αγαπάει ο Θεός, αλλά ξεχνά ότι ο Θεός που μας απεκάλυψε ο Ιησούς Χριστός, βρέχει επί δικαίους και αδίκους, και κατά τους Πατέρες της εκκλησίας είναι αμετάβλητος και απαθής. Δεν μεταβάλλεται, δεν έχει συναισθήματα, δεν μας αγαπάει σήμερα περισσότερο , γιατί είμαστε «καλά παιδιά», και αύριο λιγότερο, γιατί είμαστε «κακά παιδιά». Μόνο μας αγαπάει. Πάντα το ίδιο παράφορα, ως μανικός εραστής, κατά τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή. Εμείς πρέπει να προσπαθήσουμε να συνδεθούμε μαζί Του και να αισθανθούμε την αγάπη Του. Δεν άλλαξε Εκείνος, εμείς δεν μπορούμε να αλλάξουμε για να αισθανθούμε την αγαπητική παρουσία Του.
Τώρα θρηνούμε και κλαίμε. Γιατί; Γιατί χάσαμε τη σχέση με τον Θεό; Μας ενδιαφέρει πραγματικά το πρόσωπό Του; Θέλουμε την παρουσία Του στη ζωή μας;
Μήπως να κοιτάξουμε πιο βαθιά μέσα μας; Να δούμε, είναι άραγε τα δάκρυά μας για τον Χριστό που χάνουμε; Μήπως κλαίμε θρηνώντας την ιδεατή εικόνα μας; Η παντοκρατορία του Εγώ μας τρέμει. Γιατί πάνω κι από τον Θεό πιστεύουμε στα ατομικά μας κατορθώματα. Άλλωστε όλα τα δάκρυα δεν είναι καθαρά. Υπάρχουν και θολά δάκρυα.


(π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Κάθε τέλος μια αρχή, εκδ. Αρμός, σελ.85-88)

“Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν”.
Ο άνθρωπος, αν θέλη να μη βασανίζεται, πρέπει να πιστέψη στο “χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν”, που είπε ο Χριστός. Να απελπισθή δηλαδή από τον εαυτό του με την καλή έννοια και να πιστέψη στην δύναμη του Θεού. Όταν κανείς απελπισθή με την καλή έννοια από τον εαυτό του, τότε βρίσκει τον Θεό. “Την πάσαν ελπίδα μου είς σε ανατίθημι”. Ακόμη και οι πιο πνευματικοί άνθρωποι δεν έχουν εξασφαλίσει την ζωή τους, γι' αυτό και κρατούν συνέχεια τον εαυτό τους στην ασφάλεια του Θεού, ελπίζουν στον Θεό και απελπίζονται μόνον από το “εγώ” τους, διότι το “εγώ” φέρνει στον άνθρωπο όλη την πνευματική δυστυχία.
Η αυτοπεποίθηση είναι ο μεγαλύτερος και χειρότερος εχθρός μας, γιατί μας τινάζει ξαφνικά αλύπητα στον αέρα και μας αφήνει δυστυχισμένους στους δρόμους. Όταν ο άνθρωπος έχει αυτοπεποίθηση, δένεται και δεν μπορεί να κάνη τίποτε ή παλεύει μόνος του. Τότε επόμενο είναι να νικηθή από τον εχθρό ή να αποτύχη και να συντριβή το “εγώ” του. Ο Καλός Θεός πολλές φορές οικονομάει πολυ σοφά να δούμε και την θεία Του επέμβαση και την αποτυχία που είχαμε με την αυτοπεποίθηση μας. Όταν κανείς παρακολουθή και εξετάζη κάθε γεγονός που συμβαίνει στη ζωή του, αποκτάει πείρα, προσέχει και έτσι προοδεύει.
Ο Χριστός ζητούσε πρώτα την πίστη στην δύναμη του Θεού και ύστερα έκανε το θαύμα. “Αν πιστεύης στην δύναμη του Θεού, θα γιατρευθής”, έλεγε. Όχι όπως λένε λανθασμένα μερικοί σήμερα: “Ο άνθρωπος έχει δυνάμεις, και αν πιστεύη στις δυνάμεις του, μπορεί να κάνη τα πάντα. 'Να πιστεύης' δεν λέει και το Ευαγγέλιο; Συμφωνούμε επομένως”.

Ναι, ο Χριστός έλεγε “πιστεύεις;”, αλλά εννοούσε: “Πιστεύεις στον Θεό; Πιστεύεις ότι μπορεί ο Θεός;”. Ζητούσε την διαβεβαίωση του ανθρώπου ότι πιστεύει στον Θεό, και τότε βοηθούσε.

Πουθενά το Ευαγγέλιο δεν λέει να πιστεύω στον εγωισμό μου, αλλά να πιστεύω στον Θεό, ότι μπορεί ο Θεός να με βοηθήση, να με θεραπεύση. Αυτοί όμως τα παίρνουν ανάποδα και λένε: “Ο άνθρωπος έχει δυνάμεις και πρέπει να πιστεύη στον εαυτό του”. Το να πιστεύη κανείς στον εαυτό του έχει ή εγωισμό ή δαιμονισμό.
-Γέροντα, αυτοί οι άνθρωποι, όταν γίνεται ένα θαύμα, λένε ότι αυτό συνέβη, επειδή πίστευε ο άνθρωπος ότι θα γίνη.
-Πίσω από αυτήν την εγωιστική τοποθέτηση κρύβεται η ενέργεια του διαβόλου. Μπλέκουν αυτό που είπε ο Χριστός.

Η αναχώρηση (retreat), η συμμέτοχη μας σε ένα αναχωρητικό σεμινάριο, δεν είναι αποτέλεσμα αναδίπλωσης, φόβου για τη ζωή. Δεν είναι μια περίοδος κατά την οποία ασκούμαστε στην απομόνωση για να παραμείνουμε απομονωμένοι. Είναι μια περίοδος κατά την οποία προσπαθούμε να πλησιάσουμε τον βαθύτερο εαυτό μας, έτσι ώστε να μπορούμε να ζούμε με εσωτερικότητα. Τον περισσότερο χρόνο ζούμε, κατά κάποιον τρόπο, εκτός του εαυτού μας. Δεν ζούμε επειδή νιώθουμε την εσωτερική ανάγκη να ζήσουμε, να μιλήσουμε ή να δράσουμε με ορισμένο τρόπο. Τις περισσότερες φορές απλά αντιδρούμε σε εξωτερικά ερεθίσματα. Σπάνιες είναι οι φορές που τα λόγια βγαίνουν από τα βάθη της καρδιάς μας. Τις περισσότερες φορές αρθρώνουμε λέξεις που καθορίζονται από αυτά που ακούσαμε, από πράξεις που συμβαίνουν έξω από εμάς.

Επομένως, καθώς δεν είμαστε σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό μας και ούτε γνωρίζουμε κάποιον τρόπο άμεσης επικοινωνίας με αυτόν, οι πράξεις και οι κουβέντες μας συνήθως εξαρτώνται από αυτά που συμβαίνουν έξω από εμάς, που προκαλούνται δηλαδή. Άρα δεν μπορούμε να πούμε ότι “μιλάμε”, αλλά ότι “απαντάμε”. Δεν μπορούμε να πούμε ότι “δρούμε”, αλλά ότι “αντιδρούμε”. Ένα από τα ουσιώδη ζητήματα της πνευματικής ζωής είναι να μάθουμε να παραμένουμε εντός και όχι εκτός του εαυτού μας, με αυτή την έννοια. Δεν σημαίνει απομόνωση. Δεν σημαίνει να σηκώσουμε ένα φράχτη, ένα τοίχο. Δεν πρόκειται για συμπεριφορά ενός ανθρώπου που περιχαρακώνεται για να μην είναι προσιτός στους άλλους. Αντίθετα, πρόκειται για την περίπτωση του ανθρώπου που βρίσκεται σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό του, με τις αισθήσεις του, που είναι σε θέση να μιλά εκ των έσω, διότι τα λόγια του και οι πράξεις του δεν πηγάζουν από εξωτερικά ερεθίσματα.
Αν πάρουμε για παράδειγμα τον Χριστό, ίσως αυτό το χαρακτηριστικό Του να είναι το πιο εντυπωσιακό στην προσωπικότητα Του. Αντιμετωπίζει διαφορετικές καταστάσεις την κάθε στιγμή, όμως αυτό δεν Τον κάνει να αλλάζει. Δρα ανάλογα με την κάθε κατάσταση, αλλά είναι πάντα ο ίδιος, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, πάντα πιστός στον εαυτό Του, πάντα ο εαυτός Του.
Αναλογιζόμενοι τη δική μας συμπεριφορά, κατά πάσα πιθανότητα θα ανακαλύψουμε ότι στη διάρκεια μιας μέρας, ανάλογα με τους ανθρώπους στους οποίους απευθυνόμαστε και την συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε, φερόμαστε με διαφορετικό τρόπο. Δεν είμαστε τα ίδια άτομα, αλλάζουμε. Και όχι απλως γιατί δρούμε διαφορετικά, αλλά γιατί αλλάζει η αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας. Αλλάζει η αίσθηση της ταυτότητας μας, σαν να είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι σε κάθε διαφορετικό τόπο, σε κάθε διαφορετικό περίγυρο. Αυτό ακριβώς είναι κάτι που θα πρέπει να ξεσυνηθίσουμε. Η αναχώρηση για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, για κάποιες ώρες ή για μακρές περιόδους, σκόπο έχει να μας διδάξει να ξαναβρούμε την ταυτότητα μας, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό: Ποιός είμαι; Πώς μπορώ να φέρομαι ως ο Εαυτός μου και όχι ως μια σειρά ψεύτικων, κατασκευασμένων προσωπικοτήτων που δημιουργούνται από τα εξωτερικά ερεθίσματα;
Επομένως, η ουσία ενός αναχωρητικού σεμιναρίου είναι πράγματι η προσπάθεια να έρθουμε σε επαφή με τον εσωτερικό μας εαυτό, όμως όχι για να περιχαρακωθούμε, όχι για να φυλακιστούμε σε ένα μεγαλόπρεπο πύργο, αλλά για να συντονιστούμε με τον εσωτερικό μας εαυτό έτσι ώστε να μπορούμε να μιλάμε, να δρούμε, να σκεφτόμαστε, να προσλαμβάνουμε τα ερεθίσματα και να ανταποκρινόμαστε σ' αυτά με την κυρίαρχη ελευθερία μιας ανακτημένης, αποκαταστημένης ταυτότητας πάνω στην οποία κυριαρχούμε.
Ως μέρος της προσπάθειας αυτής, τώρα, η εξομολόγηση και η προετοιμασία για την εξομολόγηση μπορεί να παίξουν δημιουργικό και θετικό ρόλο. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της προετοιμασίας για την εξομολόγηση, και της ίδιας της εξομολόγησης, είναι ότι πρόκειται για μια στιγμή ανάληψης ευθύνης. Δεν περνάμε τη δική μας ευθύνη στους ώμους του ιερέα ή του Θεού. Μια εξομολόγηση έχει νόημα μόνο αν είναι μια στιγμή κατά την οποία στέκομαι ενώπιον της συνείδησής μου και αναλαμβάνω την ευθύνη για το σύνολο της ύπαρξής μου, των πράξεών μου, των λόγων μου. Η λέξη “ευθύνη” πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα και στο κέντρο της επίγνωσης μας, αλλά όχι “επίγνωσης” με τη νομική έννοια ή με την έννοια των τύψεων. Η δίκη μας ευθύνη δεν έχει την ίδια ποιότητα με αυτή του ανθρώπου που πιάστηκε να κλέβει ή να ψεύδεται.

Δεν πρόκειται για δίκη, για καταδίκη, για τιμωρία. Δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι ο Θεός μας προσφέρει τη δυνατότητα να είμαστε υπεύθυνοι μέσα στο πλαίσιο του κόσμου στον οποίο ζούμε. Μας καλεί να είμαστε οι συνεργάτες Του στο στο χτίσιμο του κόσμου που έπλασε. Δεν πρόκειται για ευθύνη με την έννοια των τύψεων ή του κακού, πρόκειται απλώς για το πως διεκπεραιώσαμε το έργο που μας δόθηκε. Το αν θα τιμωρηθούμε ή όχι είναι άνευ σημασίας. Ακόμα και το αν θα νιώθουμε ντροπή ή όχι είναι κατά κάποιον τρόπο κι αυτό άνευ σημασίας. Σημασία έχει να γνωρίζουμε ότι έχουμε κληθεί σ' αυτό τον κόσμο για να είμαστε δημιουργικοί, συνεργάτες του Θεού, να εργαστούμε για τους ανθρώπους, για εμάς τους ίδιους και για τον κόσμο. Και ότι ο κόσμος έχει εναποτεθεί στη δική μας ευθύνη.
Αυτό είναι το κορυφαίο σημείο της ευθύνης. Ο κόσμος μπορεί να μας συγχωρήσει, το ίδιο κι ο Θεός, και ο πλησίον μας. Δεν έχει διαφορά. Δεν μας καθιστά λιγότερο άπιστους αν μας συγχωρήσει ο Θεός ή ο κόσμος γύρω μας ή κάθε ένας από τους πλησίον μας και αναλάβουν αυτοί το βάρος της ανευθυνότητας μας. Όταν διαβάζω παραβολές της Κρίσεως πάντα αισθάνομαι ότι το ευκολότερο μέρος θα ήταν να σταθούμε στο “εδώλιο”, να κατηγορηθούμε, να καταδικαστούμε και να τιμωρηθούμε. Το τρομερότερο θα ήταν -ή θα είναι- να συνειδητοποιήσουμε ότι απογοητεύσαμε τον Χριστό, τον πλησίον, γενικά τη ζωή, μη κάνοντας ό,τι μας έχει ανατεθεί. Το αν θα συγχωρηθούμε, αυτό είναι δευτερεύον. Εκείνο που μετράει είναι πώς θα κοιτάξουμε στα μάτια αυτούς που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός και που εμείς τους απογοητεύσαμε.
Κάνουμε τόσα λάθη. Κρίνουμε λανθασμένα γιατί κρίνουμε σαν να ήμασταν το κέντρο των καταστάσεων: Γιατί να συμβεί αυτό σε μένα; Γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό; Γιατί βρίσκεται αυτό το πρόσωπο στη ζωή μου; Και ξεχνούμε ότι μπορεί ο Θεός να μας τοποθέτησε στη ζωή αυτού του ατόμου ή στη συγκεκριμένη κατάσταση γιατί εκεί μας χρειαζόταν. Και είναι δική μας η ευθύνη αν η παρουσία μας αποδειχτεί μάταιη. Προσπεράσαμε μιαν ευκαιρίαν να είμαστε η παρουσία του Θεού, να συμπεριφερθούμε ως Χριστιανοί ή ως υπεύθυνα μέλη αυτού του ανθρώπινου είδους στο οποίο ισχυριζόμαστε ότι ανήκουμε.

Πιστεύω πως αν σκεφτόμασταν με αυτόν τον τρόπο θα συνειδητοποιούσαμε ότι η ζωή -εννοώ η δική μου, η δική σας ζωή, η ζωή του καθενός μας- θα ήταν κατά πολύ πλουσιότερη από όταν επικεντρωνόμαστε μόνο στον εαυτό μας, στον καθένα μας που λέει “Εγώ”, διότι η ζωή δεν περιορίζεται στο “εγώ”. Η ζωή είναι πλατιά, βαθιά, τραγική. Είναι τόσο τραγική όσο οι μεγάλες χαρές και λύπες που προσφέρει. Δεν επικεντρώνεται σε κανέναν από εμάς. Επικεντρώνεται στη μελλοντική ολοκλήρωση, που θα είναι η δική μας ολοκλήρωση. Και ο καθένας μας καλείται να είναι σ' αυτή τη ζωή μια πράξη του Θεού, ένα γεγονός, κάτι που να είναι αποφασιστικό και ουσιαστικό.
Και πάλι, δεν θα μπορούμε να το κάνουμε αυτό, αν αναλώνουμε τη ζωή μας χωρίς επαφή με τον εσωτερικό μας εαυτό. Αν όλη μας η ζωή εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες, βεβαίως και δεν θα μπορέσουμε ποτέ να δράσουμε θετικά, να πούμε κάτι καινούργιο. Αν είμαστε χαμαιλέοντες κι αλλάζουμε χρώμα κάθε φορά που τοποθετούμαστε σε νέο περιβάλλον, θα είμαστε εντελώς άχρηστοι.
“On staying yourselves”
Opening talk by Metropolitan Anthony
Retreat at Ennismore Gardens, March 1972
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 56-62)


Ύστερα, υπάρχει μια άλλη πλευρά, πιο προσωπική. Πρόκειται για την εκτίμηση που κάποιος μπορεί να έχει, ή την αξιολόγηση που μπορεί να κάνει, για τον εαυτό του. Συνήθως, και αυτό περιλαμβάνεται στη διδασκαλία του Αγίου Σεραφείμ, χωρίζουμε τους εαυτούς μας σε δύο πολύ άνισα μέρη. Είναι το μέρος εκείνο του εαυτού μας που το βρίσκουμε ελκυστικό και αξιαγάπητο, η εικόνα δηλαδή που διαμορφώνουμε για το εαυτό μας – και που αυτή μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας, όμως η εικόνα αυτή είναι, τουλάχιστόν στα δικά μας μάτια, η ταυτότητά μας, όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε.
Κι έπειτα, είναι όλα τα υπόλοιπα: οι σκοτεινές γωνιές από τη μια μεριά, οι λεκέδες, τα άσχημα χαρακτηριστικά. Αυτά συνήθως δεν τα θεωρούμε μέρος του εαυτού μας. Τα θεωρούμε απλώς “ατυχήματα”: “Λερώθηκα γιατί ακούμπησα κάτι βρόμικο, έχω λεκέδες γιατί με ακούμπησε κάποιος με βρόμικα χέρια”. Το ίδιο και με τις σκιές: “Υπάρχουν σκιές ή σκοτεινά μέρη μέσα μου, γιατί κάτι έξω από μένα ρίχνει τη σκιά του”. Αυτό όμως δεν είναι η αλήθεια.

Ο άγιος Σεραφείμ το λέει ξεκάθαρα, ότι πρέπει να δεχτούμε τον εαυτό μας όπως είμαστε και να αναγνωρίσουμε πως όλα τα πράγματα, το καλό και το κακό, το σκοτάδι και το φως, το θαμπό και το διαυγές, είναι αληθινά μέρος του εαυτού μας, οπότε πρέπει να αναρωτηθούμε: “Τι κάνω με αυτή την κατάσταση;”. Το θέμα δεν είναι να ξεφορτωθώ τη θολούρα και το μισοσκόταδο, διότι αυτό θα ήταν χειρουργική επέμβαση, θα κόβαμε και θα πετούσαμε ένα κομμάτι του εαυτού μας και τότε θα ανακαλύπταμε ότι απόμεινε ένα πολυ μικρό υπόλοιπο, ίσως μόνο το ένδυμά μας.
Ενώ, αν θεωρήσουμε τον εαυτό μας ως μια ολότητα, αν δεχτούμε τα πάντα ανεξαιρέτως ως υλικό που ο Θεός προσδοκά να το χρησιμοποιήσουμε, τότε μπορεί να δράσουμε είτε σαν σοφοί είτε σαν άφρονες καλλιτέχνες. Αν ένας γλύπτης βρεθεί μπροστά σ' ένα υλικό, μπορεί να κάνει δύο πράγματα: Μπορεί να πει, “Σκόπευα να σκαλίσω ένα σταυρό από ελεφαντόδοτο, κι αυτό θα κάνω”, και να προσπαθήσει να σκαλίσει ένα σταυρό από γρανίτη, ξύλο, μάρμαρο ή πηλό, μιας και αυτό ήταν το υλικό που του δόθηκε. Ναι μεν θα φτιάξει ένα σταυρό, αλλά δεν θα είναι από ελεφαντόδοτο. Και, καθώς το κάθε ύλικο μπορεί να εκφράσει μόνο τη δική του φύση, το αποτέλεσμα θα είναι απλώς άσχημο και γελοίο. Από την άλλη μεριά, ο γλύπτης μπορεί να δράσει διαφορετικά και να πει: “ Αυτό το υλικό έχω” ή, αν θέλετε, “Από αυτό το υλικό είμαι φτιαγμένος. Τι μπορώ να κάνω μ' αυτό; Τι φτιάχνει κανείς με τον γρανίτη; Τι φτιάχνει με το μάρμαρο; Τι μπορεί να φτιάξει κανείς με τον πηλό; Πώς μπορεί να εκφραστεί η ομορφιά μέσα από το ελεφαντόδοτο;”.

Ή θα μπορούσαμε μερικές φορές να δράσουμε όπως ο καλλιτέχνης που βρίσκει ένα ροζιασμένο κλαδί σε ακανόνιστο σχήμα. Αν σκοπός σου είναι να βρεις ένα μπαστούνι για το περπάτημα, τότε πετάς το κλαδί με το ακανόνιστο σχήμα. Αν, όμως, κοιτάζοντάς το διακρίνεις την ομορφιά που μπορεί να εκφραστεί μέσα απ' αυτό, τότε δεν θα πεις “Οι ρόζοι είναι άχρηστοι” ή “Αυτή η καμπύλη δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί”. Δεν είναι αυτό το θέμα. Ό,τι και να σκεφτείς, ο ρόζος δεν θα εξαφανιστεί, ούτε η καμπύλη θα ισιώσει. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να το κοιτάξεις και να πεις, “Τι βλέπω;”. Κι αν δεν βλέπεις τίποτε, κοίτα το ξανά και ξανά μέχρι να δεις την ομορφιά να ξεπηδά από μέσα του και δώσε σχήμα, κίνηση, έκφραση στην ομορφιά που περιμένει να φανερωθεί και να εκφραστεί.
Αν έτσι αντιμετωπίζαμε και τον εαυτό μας, δεν θα είχαμε τόσα μπλεξίματα και εντάσεις, γιατί τις περισσότερες φορές η ένταση που νιώθουμε οφείλεται στο ότι δεν ταιριάζουμε με την εικόνα που έχουμε ήδη σχηματίσει για τον εαυτό μας. Επιθυμούμε να είμαστε κάπως, ανακαλύπτουμε ότι δεν φτάνουμε να είμαστε αυτό που θέλουμε, και παραιτούμαστε από την προσπάθεια και -πιο σημαντικό-  παραιτούμαστε από την πραγματική εικόνα. Και προσπαθούμε να κινηθούμε σε ένα μη πραγματικό κόσμο, όπου βλέπουμε μέσω ενός φανταστικού καθρέφτη τον εαυτό μας τόσο όμορφο, όσο θα θέλαμε να είναι. Αλλά αυτό δεν λειτουργεί, γιατί οι άλλοι μας βλέπουν όπως είμαστε, όμως εμείς το ξεχνούμε – μέχρι κάτι να συμβεί, μέχρι να βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο μ' έναν αληθινό καθρέφτη. Τότε κάνουμε ένα-δυο βήματα πίσω προσβεβλημένοι και θεωρούμε ότι φταίει ο καθρέφτης.

Το αποτέλεσμα είναι ότι περνάμε όλη μας τη ζωή μέσα σε μια κατάσταση παραίσθησης, προσπαθώντας να γίνουμε κάτι που ποτέ δεν ήμασταν ούτε και ποτέ θα γίνουμε, κάτι πολύ λιγότερο από εκείνο που θα μπορούσαμε να είμαστε, διότι οι δυνατότητες που μας έχει δώσει ο Θεός είναι περισσότερες από όσο μπορούμε να διανοηθούμε.
Λοιπόν, τα παραπάνω είναι μια άλλη πλευρά της προετοιμασίας για την εξομολόγηση ή απλώς για τη διαχείριση της εσωτερικής μας ζωής. Ας μάθουμε από πριν να δεχόμαστε αυτό που ανακαλύπτουμε ότι είμαστε, να το αντιμετωπίζουμε με νοήμονα τρόπο, δημιουργικά. Να μην το αντιμετωπίζουμε επιφανειακά, αλλά προσπαθώντας να διακρίνουμε τις δυνατότητες, όχι μόνον αυτό που έχει ήδη μορφοποιηθεί αλλά και αυτό που μπορεί να μορφοποιηθεί από εδώ και στο εξής, που δεν το γνωρίζουμε ακόμη, που δεν μπορούμε ούτε να το φανταστούμε, αλλά που μπορεί πράγματι να γκρεμίσει και να καταστρέψει τις μορφές που είχαμε μέχρι τώρα σχηματοποιήσει.
Αυτή η διαδικασία, λοιπόν, μπορεί υπεύθυνα να απαντήσει στο ερώτημα: “Τί είμαι, τί μπορώ να γίνω, τί μπορώ να είμαι. Κι αυτό που μπορώ να είμαι απαντιέται από το σύνολο της Αγίας Γραφής. Αυτό που μπορώ να είμαι είναι η εικόνα του ζώντος Θεού, τίποτε λιγότερο. Και ο καθένας μας το μπορεί, αρκεί να μην επινοούμε διαρκώς είδωλα, να μην προσπαθούμε να προσαρμόσουμε τον εαυτό μας σε αυτό ή στο επόμενο σχέδιο. Αλλά, κοιτώντας μέσα μας και έξω μας, να βλέπουμε το σύνολο της ζωής και να μαθαίνουμε να είμαστε αληθινοί, έτσι ώστε η ζωή να μας δίνει μορφή κι εμείς να δίνουμε μορφή στη ζωή.
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 47-53)

Ένας αδελφός πήγε στον Αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο και του λέει:
«Αββά, πες μου κάτι, πώς να σωθώ».
Και του λέει ο γέρων:
«Πήγαινε στο κοιμητήριο και βρίσε τους νεκρούς».
Πήγε λοιπόν ο αδελφός, ύβρισε και λιθοβόλησε. Και γυρίζοντας, το ανέφερε στο γέροντα. Και του λέει:
«Τίποτα δεν σου είπαν;».
Και αποκρίνεται:
«Τίποτα».
Και του λέει ο γέρων:
«Πήγαινε πάλι αύριο και εξύμνησέ τους».

Έφυγε ο αδελφός λοιπόν και πήγε και τους εξύμνησε, λέγοντας:
«Απόστολοι άγιοι και δίκαιοι».
Και ήλθε στο γέροντα και του είπε:
«Τους εξύμνησα».
Και του λέει:
«Τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν;».
Είπε ο αδελφός:
«Τίποτα».
Του λέει ο γέρων:
«Είδες πόσο τους εξευτέλισες και τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν και πόσο τους εξύμνησες και καθόλου δεν σου μίλησαν;

Έτσι και εσύ γίνε νεκρός, αν θέλεις να σωθείς.

Μήτε την αδικία των ανθρώπων μήτε τους ύμνους τους να λογαριάζεις, όπως οι νεκροί. Και μπορείς να σωθείς»


(Είπε γέρων, εκδ. Αστήρ, Μακαρίου του Αιγυπτίου κγ, σελ. 155)

Ὕστερα, στὴν ἐφηβεία, ποὺ εἶναι ἡ πιὸ δύσκολη ἡλικία, ἡ ἀγωνία τῶν γονέων εἶναι μεγαλύτερη γιὰ τὰ παιδιά τους, μέχρι νὰ τὰ μορφώσουν καὶ νὰ τὰ ἀποκαταστήσουν.

Οἱ γονεῖς τότε ἂς κάνουν ὅ,τι μποροῦν, γιὰ νὰ τὰ βοηθήσουν, καὶ ὅ,τι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν, γιατὶ ξεπερνάει τὶς δυνάμεις τους, ἂς τὸ ἀναθέτουν στὸν Παντοδύναμο Θεό. Ὅταν ἐμπιστευθοῦν τὰ παιδιά τους στὸν Θεό, τότε ὁ Θεὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ βοηθήση γιὰ πράγματα ποὺ δὲν γίνονται ἀνθρωπίνως.

Ἂν λ.χ. τὰ παιδιὰ δὲν ἀκοῦν, νὰ τὰ ἐμπιστευθοῦν στὸν Θεό, καὶ ὄχι νὰ βρίσκουν διάφορους τρόπους νὰ τὰ ζορίζουν. Νὰ πῆ ἡ μητέρα στὸν Θεό:

«Θεέ μου, δὲν μ᾿ ἀκοῦν τὰ παιδιά μου. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε. Φρόντισέ τα Ἐσύ».

Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση προχθὲς στὴν ἀγρυπνία μιὰ μητέρα ποὺ τὴν γνώριζα ἀπὸ παλιά. Ἦρθε νὰ μὲ χαιρετήση. Βλέπω, εἶχε μαζί της μόνον τὰ μεγαλύτερα παιδιά.

«Ποῦ εἶναι τὰ μικρά;», τὴν ρωτάω.

«Στὸ σπίτι, Γέροντα, μοῦ λέει. Τέτοια μέρα θέλαμε νὰ ᾿ρθοῦμε στὴν ἀγρυπνία καὶ εἴπαμε μὲ τὸν σύζυγο: "Ἀφοῦ σὲ ἀγρυπνία πᾶμε, δὲν πᾶμε κάπου γιὰ διασκέδαση, ὁ Θεὸς θὰ διαθέση ἕναν Ἄγγελο νὰ φυλάξη τὰ μικρά μας"».

Σπάνια συναντᾶς σήμερα τέτοια ἐμπιστοσύνη, γιατὶ τώρα, ὅπως ἔλειψε ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν παιδιῶν στοὺς γονεῖς, ἔλειψε καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν γονέων στὸν Θεό. Καὶ ἀκοῦς συχνὰ πολλοὺς γονεῖς νὰ λένε: «Γιατί τὸ δικό μας παιδὶ νὰ πάρη κακὸ δρόμο; Ἐμεῖς ἐκκλησιαζόμαστε». Δὲν δίνουν τὸ κατσαβίδι στὸν Χριστὸ νὰ σφίξη στὰ παιδιὰ λίγο καμμιὰ ...βίδα· θέλουν νὰ τὰ κάνουν ὅλα μόνοι τους.

Καὶ ἐνῶ ὑπάρχει ὁ Θεός, ποὺ προστατεύει τὰ παιδιά, καὶ ὁ Φύλακας Ἄγγελος εἶναι συνέχεια κοντά τους καὶ τὰ προστατεύει καὶ αὐτός, αὐτοὶ ἀγωνιοῦν, μέχρι ποὺ ἀρρωσταίνουν. Καὶ παρόλο ποὺ εἶναι πιστοὶ ἄνθρωποι, φέρονται σὰν νὰ μὴν ὑπάρχη Θεός, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχη Φύλακας Ἄγγελος, ὁπότε ἐμποδίζουν τὴν θεία ἐπέμβαση. Ἐνῶ πρέπει νὰ ταπεινώνωνται καὶ νὰ ζητοῦν βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὁ Καλὸς Θεὸς θὰ προστατέψη τὰ παιδιά.

(Γέροντος Παϊσίου Λόγοι Δ, σελ. 92-93)

Έλεγαν για τον Αββά Παφνούτιο, ότι δεν έπινε εύκολα κρασί.

Οδεύοντας λοιπόν κάποτε, συνάντησε συμμορία ληστών και τους βρήκε την ώρα που έπιναν κρασί. Τον γνώριζε δε ο αρχιληστής και ήξερε ότι δεν πίνει κρασί.

Και βλέποντάς τον κατακουρασμένο, γέμισε ποτήρι με κρασί, πήρε στο σπαθί στο χέρι και λέει στον γέροντα:
«Αν δεν πιεις σε σκοτώνω».

Καταλαβαίνοντας τότε ο γέρων ότι εντολή Θεού θα έκανε, αποσκοπώντας να τον κερδίσει, πήρε και ήπιε.
Ο δε αρχιληστής, μεταμελημένος, είπε:

«Συγχώρεσέ με, Αββά, που σε στενοχώρησα».
Και λέει ο γέρων:

«Έχω εμπιστοσύνη στο Θεό, ότι, χάρη στο ποτήρι αυτό, θα σε ελεήσει και σε αυτόν και στον άλλο κόσμο». Λέει ο αρχιληστής:
«Με τη χάρη του Θεού, είμαι βέβαιος ότι από τώρα δεν θα κάνω κακό σε κανέναν».

Και κέρδισε ο γέρων όλη τη συμμορία, αφήνοντας το δικό του θέλημα για χάρη του Κυρίου»


(Είπε γέρων. Εκδ. Αστήρ. Αββα Παφνουτίου α, σελ. 232)

Η Εκκλησία είναι καθολική σε κάθε ένα από τα μέλη της, διότι ένα καθολικό όλο δεν μπορεί να οικοδομηθή ή να συντεθή αλλοιώτικα παρά μέσω της καθολικότητας των μελών του. Κανένα πλήθος, καμμιά μάζα, κάθε μέλος της οποίας είναι αδιαπέραστο και απομονωμένο, δεν μπορεί να γίνη αδελφότης. Η ένωσις μπορεί να γίνη δυνατή, μόνο με την αμοιβαία αδελφική αγάπη του κάθε αδελφού χωριστά.

Η γνωστή εικόνα της Εκκλησίας, που την παριστάνει σαν πύργο που κτίζεται, εκφράζει τη σκέψι αυτή πολύ ζωντανά (Πρβλ. Ποιμένα του Ερμά). Οι διάφορες πέτρες, με τις οποίες χτίζεται ο Πύργος αυτός, εικονίζουν τους πιστούς· είναι οι «ζώντες λίθοι». Καθώς προχωράει το χτίσιμο, τους βάζουν τον ένα πάνω στον άλλο κι αυτοί στέκονται περίφημα, γιατί είναι λείοι και εφαρμόζουν καλά ο ένας πάνω στον άλλο. Ενώνονται μάλιστα τόσο σφιχτά μεταξύ τους, που οι ακμές τους δεν φαίνονται πια και ο πύργος φαντάζει σαν να είναι φτιαγμένος από μια πέτρα.

Σύμβολο ωραίο ενότητος και ολότητος η εικόνα· αλλά προσέξτε, μόνο πέτρες λείες και τετράγωνες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για το χτίσιμο αυτό. Υπήρχαν κι άλλοι, μάλιστα λαμπροί λίθοι, μόνο που ήσαν στρογγυλοί και έτσι δεν ωφελούσαν καθόλου στο χτίσιμο, ήσαν ακατάλληλοι για τη δουλειά αυτή. Δεν εφάρμοζαν ο ένας πάνω στον άλλο (μη αρμόζοντες) και για τούτο έπρεπε ν’ αποτεθούν κάπου κοντά στους τοίχους. Στο συμβολισμό των αρχαίων «στρογγυλότης» εσήμαινε αυτάρκεια, απομόνωσι, αυτοϊκανοποίησι. Και είναι ακριβώς η αυτάρκεια αυτή, που εμποδίζει την είσοδό μας στην Εκκλησία. Ο λίθος πρέπει κατ’ αρχήν να είναι λείος, ώστε να μπορή να εφαρμόση μέσα στον τοίχο της Εκκλησίας.

Πρέπει ν’ απαρνηθούμε τους εαυτούς μας, για να κατασταθούμε ικανοί να εισέλθουμε στην καθολικότητα της Εκκλησίας, πρέπει, μ’ ένα καθολικό πνεύμα, να κυριαρχήσουμε πάνω στον αυτοερωτισμό μας. Και στην πληρότητα της κοινωνίας της Εκκλησίας, η καθολική μεταμόρφωσις της προσωπικότητος τελειούται και συντελείται πλήρως.
    Αλλ’ η άρνησις του ιδίου μας του εαυτού δεν σημαίνει ότι η προσωπικότης πρέπει να σβησθή, να εξοντωθή, να διαλυθή μέσα στη μάζα. Η καθολικότης δεν είναι συλλογικότης. Αντίθετα, η αυταπάρνησις πλαταίνει το εύρος της προσωπικότητός μας· περικλείουμε τους πολλούς μέσα στο δικό μας εγώ. Εδώ κείται η ομοιότης με τη Θεία ενότητα της Αγίας Τριάδος.

(π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Αρτος ζωής, σελ. 196-197)

Οι ψεύτες!

Ένας ιεροκήρυκας κάποτε θέλησε να δοκιμάσει τους ακροατές του αν παρακολουθούν με προσοχή τα κηρύγματά του και να τηρούν όσα τους λέει. Τους ανήγγειλε λοιπόν:
- Χριστιανοί μου, την άλλη Κυριακή θέλω να σας μιλήσω για το ψέμμα. Θέλω όμως να προετοιμαστείτε κατάλληλα κι εσείς, για να εμπεδώσουμε καλύτερα τις αλήθειες του ευαγγελίου. Γι’ αυτό μέχρι τότε σας παρακαλώ να διαβάσετε καλά το κεφάλαιο 27 του κατά Μάρκον Ευαγγελίου.
 Την άλλη Κυριακή ο ιεροκήρυκας ξεκινάει να κάνει το κήρυγμά του και λέει:
- Ποιοι από σας διάβασαν το κεφάλαιο 27 του κατά Μάρκον Ευαγγελίου;
Άρχισαν να σηκώνονται δειλά δειλά κάποια χέρια και σε λίγο οι περισσότεροι είχαν σηκώσει το χέρι τους.
- Βλέπετε, λοιπόν; συνεχίζει ο ιεροκήρυκας. Διαπιστώνετε μόνοι σας πόσο απαραίτητο είναι το κήρυγμα για το ψέμμα, αφού κεφάλαιο 27 δεν υπάρχει στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο! (Ως γνωστό, το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο έχει μόνο 16 κεφάλαια).
Κι οι ακροατές έσκυψαν το κεφάλι τους ντροπιασμένοι.

(Πέτρου Μπότση, Αποφθέγματα και ανέκδοτα, Αθήνα 2002, σελ. 130)

‹‹Υπάρχει μια παλαιά γιαπωνέζικη ιστορία, για ένα γεγονός το οποίο συνέβη με ένα παλιρροιακό κύμα πριν από πολλά χρόνια. Ένας γέροντας ζούσε πάνω στην κορυφή ενός λόφου κοντά στον απέραντο ωκεανό. Ένα βράδυ παρατήρησε ένα πανύψηλο τείχος νερού, βαθιά μέσα στη θάλασσα, που ερχόταν γρήγορα προς την ακτή.

Αμέσως η σκέψη του πήγε στους χωρικούς που βρίσκονταν αμέριμνοι κάτω στις καλύβες τους, στους πρόποδες του λόφου. Αν δεν μπορούσε να τους ειδοποιήσει σίγουρα θα χάνονταν – και δεν του απέμεινε καιρός να κατεβεί κάτω και να τους πει για τον κίνδυνο. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη. η ασθενική φωνή του δεν μπορούσε να τους φθάσει.

Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό τότε, έβαλε φωτιά στο σπίτι του, δηλαδή σε όλη την περιουσία του σε αυτό τον κόσμο, γνωρίζοντας πως όλοι θα έτρεχαν να σβήσουν τη φωτιά! Και πράγματι! Έτρεξαν όλοι και έτσι γλύτωσαν από εκείνο το ολέθριο τείχος του νερού που θα τους σκέπαζε. Ο γέρος αυτός "δεν ήρεσεν εις ευατόν (=δεν έγινε αρεστός στον εαυτό του[Ρωμαίους 15,3])" αλλά έκανε το καθήκον του προς τους άλλους.›› (Σ2. 98)
(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 184-5)

Σελίδα 1 από 8