Πώς αναθεώρησα τη προσέγγισή μου στην αγάπη στην «συν Θεώ» ζωή. (σκέψεις μιας ψυχής...).
Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου ένα άνθρωπο που έδινε αγάπη, χωρίς όμως να γίνεται σε μεγάλο βαθμό αυτή η αγάπη αποδεκτή. Προφανώς και υπήρχε κάποιος λάθος στον τρόπο έκφρασης αυτού του συναισθήματος που δεν ξέρω αν ήταν αγάπη , ωστόσο έτσι το έλεγα.
Όταν ξεκίνησα τον πνευματικό αγώνα έκανα μια έντονη ενδοσκόπηση, μια αυτοκριτική βάζοντας στο μικροσκόπιο τον τρόπο που συμπεριφέρομαι. Συνήθιζα να «απαιτώ» σεβασμό από τον διπλανό μου χωρίς ουσιαστικά εγώ η ίδια να έχω βαθιά αυτοπεποίθηση και αγάπη για εκείνον. Απαιτούσα από τους άλλους αυτά που δεν έδινα η ίδια σε μένα. Ουσιαστικά διαπίστωνα μέρα με τη μέρα ότι δεν συμπεριφέρομαι όπως πραγματικά θα ήθελα, σε μεγάλο βαθμό δεν ήμουν ο εαυτός μου αλλά προσπαθούσα να είμαι «κάτι» για να ικανοποιήσω κάποιους, και τελικά όλο αυτό μου δημιουργούσε μια σύγχυση και μια ταραχή.
Νομίζω ότι αυτό ο Θεός το ήξερε και πριν προλάβω προσωπικά να το συνειδητοποιήσω με ευλόγησε να αισθάνομαι βαθιά μέσα στην ψυχή μου την δική Του Αγάπη. Έγινε χωρίς να το επιλέξω, ούτε καν να το ζητήσω, δεν γνώριζα ότι υπάρχει τέτοια κατάσταση.  Αυτό το συναίσθημα ήρθε τόσο έντονα και επίμονα στην ψυχή μου, που άρχισε να ξυπνάει  μέσα μου την ανάγκη για την αγάπη που όφειλα να δώσω στον ίδιο μου τον εαυτό. Φωτίστηκαν σημεία της ψυχής μου που έπρεπε μόνη μου να αποκωδικοποιήσω, να ερμηνεύσω, να αποδεχτώ και να ανασύρω στην επιφάνεια.
Κινήθηκα με άξονα την «αλήθεια μου», την οποία όφειλα να αντικρύσω κατάματα, να αποδεχτώ και να βελτιώσω όπου απαιτούταν.  Αυτό που στην ουσία γινόταν στην πριν «Χριστώ ζωή μου» είναι να φέρομαι σαν κάποιος άλλος , είτε γιατί κάτι έκρυβα, είτε γιατί κάτι δεν με βόλευε και μου χάλαγε την «ωραία» εικόνα που ήθελα να έχω για τη ζωή μου.  
Έτσι ξεκίνησα με τη σχέση μου με μένα, δεδομένης την αγάπης μου για τον θεό που έκαιγε την καρδιά μου.  Η αυτοπεποίθηση είναι μια λέξη που δεν ταιριάζει με τα πνευματικά αλλά για μένα έχει μια πνευματική διάσταση. Στην ουσία μιλώντας για αυτοπεποίθηση εννοώ α) την πεποίθηση  ότι ακόμα και αν δεν έχω τις απαραίτητες ικανότητες να κάνω κάτι, τελικά θα τα καταφέρω, ή τουλάχιστον θα καταφέρω «ότι προορίζεται να καταφέρω», γιατί κάποιος άλλος αποφασίζει, και β) τη θέληση να προχωρήσω και να αγωνιστώ, δηλαδή να μην απογοητευτώ και να μην σταματήσω.
Τα δύο παραπάνω στοιχεία με έκαναν να αποδέχομαι τον εαυτό μου, να εκτιμώ την προσπάθειά του και όχι μόνο να επιδιώκω την επιτυχία του,  να εκτιμώ τον αγώνα ειδικά όταν είναι αποτυχημένος.  
Η καλλιέργεια αυτού του τύπου της «αυτοπεποίθησης» ήταν μιας μορφής ψυχοθεραπεία που ένοιωσα ότι πρέπει  να κάνω ως ένα δώρο σε μια πληγή που κουβαλούσα. Αυτό με οδήγησε σε μια ειρήνευση με τον εαυτό μου και αυτό με τη σειρά του με έκανε να νιώθω μια πληρότητα, επιείκεια, συμβιβασμό για τις συγκεκριμένες ικανότητες που μου έχουν δοθεί και μια αποδοχή για τον συγκεκριμένο αγώνα που είχα να δώσω.
Στην ουσία έμαθα σταδιακά - ή τουλάχιστον προσπαθώ να μάθω  γιατί έχει μεγάλη διαδρομή αυτό – να εμπιστεύομαι τις εξελίξεις,  γιατί πίστεψα ακράδαντα ότι, όλα όσα γίνονται για μένα όχι μόνο τα «επιτρέπει» ο Θεός, τα «επιλέγει» Εκείνος. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά στα δύο ρήματα, και η πίστη μου στο «επιλέγει» μου δημιούργησε την πεποίθηση ότι κάθε βήμα μου είναι προορισμένο, να γίνει με τον τρόπο που γίνεται. Ακόμα και οι προσωρινές απογοητεύσεις από πρόσωπα και καταστάσεις είναι μέρος ενός σχεδίου στο οποίο έχω συγκεκριμένο ρόλο, τον οποίο καλούμαι μόνο να διεκπεραιώσω πλάι Του.
Με τον αυτό τον τρόπο σκέψης άρχισα να βλέπω τον πλησίον μου, ως ένα πλάσμα Θεού, που είναι σε κάποιο βαθμό στις «επιλογές του Θεού» να είναι δίπλα μου. Αυτή η σκέψη με εμπνέει να  βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου ως εικόνες Θεού και με αυτή την οπτική ζω και τους συναναστρέφομαι. Άρχισα συμπαθώ, να κατανοώ, να αποδέχομαι, να σέβομαι, να μην τους υποπτεύομαι για τίποτε κακό,  και τελικά να αγαπώ, να συμπονώ και όλα αυτά τα αισθάνομαι διακριτά για τον καθέναν.
Ξεχωρίζω τις κακές στιγμές ως μεμονωμένες, αποσπασμένες περιπτώσεις, και χωρίς να τις γενικεύω τις αποδέχομαι. Συνεχίζω έτσι να αποδέχομαι το συνάνθρωπο ξεχωρίζοντας την πράξη του από την ψυχή του.  
Τελικά τι είναι για μένα αγάπη;
Αγάπη είναι μαθαίνω να «ακούω» τον διπλανό μου προσεκτικά.
Αγάπη είναι να μοιράζομαι με κάποιον την αγωνία μου, να μοιράζεται κάποιος μαζί μου τη δική του,  δείχνει εκτίμηση και εμπιστοσύνη το μοίρασμα.
Αγάπη είναι να αποδέχομαι τη δύσκολη στιγμή κάποιου και να τον συγχωρώ, ως μεμονωμένη δύσκολη στιγμή, αγάπη είναι η συγχώρεση.
Αγάπη είναι να προσέχω τη λεπτομέρεια της στιγμής γιατί κάποιος έχει ανάγκη την προσοχή μου, αγάπη είναι η υπομονή.
Αγάπη είναι να μιλώ με αλήθεια, χωρίς να κρύβω, να είμαι εκεί με ουσία, αγάπη είναι αυθεντικότητα, αγάπη είναι ειλικρίνεια.
Αγάπη είναι «η συνέχεια» .., και όχι για λίγο για να πω ότι «εγώ το έκανα, τι άλλο να κάνω;», αγάπη είναι η επανάληψη στην αγάπη.
Αγάπη είναι να ξεχνώ και να μην πληγώνομαι, να θυμάμαι για να διδάσκομαι, αγάπη σημαίνει δεν φοβάμαι.
Αγάπη είναι τα καλά λόγια κάποιες στιγμές δηλαδή η «κολακεία», όταν γίνεται για ανθρώπους που δεν αγαπούν τον εαυτό τους, για να βοηθηθούν να ξεκινήσουν από αυτό, δεν ξεχνώ ότι και εγώ από εκεί ξεκίνησα.
Αγάπη είναι να επιθυμώ  το καλό για τους άλλους, έναντι του καλού για μένα, γιατί συνειδητοποιώ ότι αυτό κάνει καλό έμμεσα και σε μένα, αρκεί να έχω υπομονή για να το καταλάβω.
Αγάπη είναι να είμαι κοντά στους ανθρώπους με ποσότητα  χρόνου και όχι μόνο ποιοτικά. Δεν προλαβαίνεις τη δύσκολη στιγμή, την κακή σκέψη, τον αρνητικό λογισμό, δεν είναι αυθόρμητο το μοίρασμα όταν γίνεται σε συγκεκριμένο «ποιοτικό» χρόνο. Χρειάζεται διαρκής παρουσία η οποία δημιουργεί μια ζεστασιά και μια θαλπωρή.  Αγάπη είναι η προσφορά, η παρουσία.
Αυθεντική Αγάπη είναι η απροϋπόθετη Αγάπη και αυτή είναι η Αγάπη του Χριστού και έγινε για μένα η αρχή μιας διαδρομής μέσα μου.
Η απροϋπόθετη αυτή Αγάπη του Θεού αιφνιδίασε την ύπαρξή μου, με αφόπλισε και με δίδαξε πολλά. Με δίδαξε (και με διδάσκει) την πραγματική μετάνοια και όχι την προσωρινή μεταμέλεια, την ουσιαστική κριτική για το είναι μου. Αυτή η μετάνοια με τη σειρά της με οδηγεί σε μια εξαιρετικά ελπιδοφόρα κατάσταση, μου δίνει δύναμη στον αγώνα μου, δεν με απογοητεύει στην πτώση μου, με κάνει να σκέφτομαι ότι «κανένας αγώνας δεν είναι μάταιος» και δεν μου επιτρέπει την απογοήτευση. Όλη αυτή η κατάσταση τέλος τροφοδοτεί την Αγάπη μέσα μου για τον εαυτό μου. Έτσι χωρίς να καταλάβω πως, γεννιέται μια μέσα μου «αγάπη» που προέρχεται από εμένα και πρέπει να δώσω στους άλλους. Το τελευταίο βήμα πραγματοποιείται αυθόρμητα και στο σύνολό της όλη αυτή η διαδικασία γίνεται μια κυκλική διαδρομή η οποία επαναλαμβάνεται και βιώνεται με τη Χάρη Του, και όλη αυτή η πορεία έχει μια μαγεία γιατί αυτή η αγάπη – η δική μου αγάπη προς τους άλλους - γίνεται επιτέλους αποδεκτή:
«Αγάπη από το Θεό,
πτώση,
μετάνοια,
ελπίδα,
αγώνας,
Αγάπη-αποδοχή για το εαυτό μου,
Αγάπη για τους άλλους»
όλα υπάρχουν μέσα μου ταυτόχρονα και λειτουργούν με οδηγό την Αγάπη του Θεού – που είναι η πρώτη αγάπη στη σειρά – και «βρήκε μέσα μου χώρο», χωρίς να με ρωτήσει.
Ελπίζω ότι αυτή η αυτή Αγάπη που προέρχεται από αυτή την διαδρομή, θα βρει χώρο στις καρδιές των άλλων και θα τη μεταλαμπαδεύσει μέσα τους, για να κάνουν και οι συνάνθρωποί μου την ίδια ευλογημένη διαδρομή. Το αξίζουν.

Πολύ απουσιάζει στους βιαστικούς καιρούς μας η αρετή της υπομονής. Οι υπομονετικοί συνήθως κερδίζουν. Η ανυπομονησία είναι πηγή αρκετών σοβαρών προβλημάτων.

Η υπομονή στις δυσκολίες της ζωής δίνει πνευματική ωρίμανση. Η υπομονή φανερώνει ανδρεία, γενναία και σοφή ψυχή. Οι ανυπόμονοι φοβούνται, δειλιάζουν και χάνουν. Οι ασθενείς, οι τραυματίες, οι ανάπηροι, οι άνεργοι, οι φτωχοί, έχουν μεγάλη την ανάγκη της υπομονής. Δίχως αυτή εύκολα απελπίζονται.

Συχνά λέμε να κάνουν οι άλλοι υπομονή. Δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο. Στο Άγιον Όρος εύχονται «καλές υπομονές!». Συνηθισμένη έκφραση η υπομονή, αλλά δυσκολοκατόρθωτη. Θέλει κόπο, μόχθο, γνώση, ταπείνωση, ανεκτικότητα, επιμέλεια και καλλιέργεια. Η ανυπομονησία συνήθως προέρχεται από τον εγωισμό. Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά αληθινά και να μην υπομένει πάντοτε. Όποιος υπομένει, ελπίζει κι έτσι ελευθερώνεται από πικρές περιπέτειες. Οι ελπιδοφόροι είναι αισιόδοξοι, καρτερικοί και θαρραλέοι. Θέτουμε ασφυκτικούς χρόνους στους συνανθρώπους μας, τους θέτουμε αυστηρούς όρους και στεναχωρούμεθα που δεν ανταποκρίνονται. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν ήμασταν πιο καρτερικοί.

Ακόμη και στην πνευματική ζωή μερικές φορές υπάρχει μία προπέτεια. Ο Δίκαιος Ιώβ είναι κλασικό παράδειγμα μεγάλης υπομονής. Τους ανυπόμονους δεν τους εμπιστεύεται ο Θεός. Οι άνθρωποι θέλουν γρήγορες και άμοχθες κατακτήσεις. Τα αγαθά όμως αποκτιούνται με κόπο. Μέσα από τη σωματική ασθένεια μπορεί να έλθει η ψυχική υγεία. Είναι πολλές οι ευκαιρίες στη ζωή που από το πικρό μπορεί να προέλθει το καλό. Τα εμπόδια της ζωής θέλουν να μας αναστήσουν από την οκνηρία, την αμέλεια και τη χαύνωση. Οι ανυπόμονοι δεν έχουν χάρη πνευματική, αφού χαρακτηρίζονται από λύπη, θλίψη, στενοχώρια, κατάθλιψη, μελαγχολία και απογοήτευση.

Σε ένα λαβύρινθο αντιξοοτήτων, σκανδάλων, κοσμικοτήτων, ηδονών, πλεονεξιών και πλανών, ο άνθρωπος παρασύρεται. Όποιος έχει ταπείνωση και υπομονή αντιστέκεται και κερδίζει. Η υπομονή θα τον συνδράμει σε πολλά καλά. Δεν θα λυγίσει στις συμφορές, δεν θα οδηγηθεί στο διαζύγιο, θα περιορίσει το στόμα του, δεν θα τυραννιέται από τα διάφορα αντίξοα γεγονότα της ζωής. Είναι μεγάλη υπόθεση να υπομένει κανείς τα πικρά συμβάντα της ζωής ατάραχα και αδιαμαρτύρητα. Οι πολλές προκλήσεις, περιέργειες, παραξενιές και δυσκολίες δεν αφήνουν κανέναν να υπομείνει. Η σφοδρή επιθυμία όσων έχουν οι άλλοι και λείπουν στους ίδιους τους κάνει να ανυπομονούν.

Στις διαπροσωπικές σχέσεις χρειάζεται οπωσδήποτε μεγάλη υπομονή. Θα πρέπει να παίρνουμε και τη θέση του άλλου, να ακούμε τον πόνο του, να βλέπουμε την δυσκολία του, να του μιλάμε με επιείκεια και καλοσύνη. Δεν μπορούμε να στεκόμαστε απέναντι του άλλου μόνο με παρατηρήσεις. Υπομονή θα πρέπει να κάνουμε και στον εαυτό μας, να τον γνωρίσουμε, να τον αποδεχθούμε, όποιος κι αν είναι. Η υπομονή δεν προέρχεται μόνο από την ελπίδα, αλλά και από την αγάπη. Αγάπη προς Θεό και άνθρωπο. Αγάπη θυσιαστική. Αυτός που υπομένει τον άλλο είναι ανεκτικός, πράος, καλοσυνάτος, αζηλόφθονος, χαμογελαστός και ειρηνικός.

Η υπομονή έχει πολλά καλά να προσφέρει στην δύσκολη σύγχρονη ζωή. Είμαστε υποχρεωμένοι να υπομένουμε την αταξία των καιρών, τα προβλήματα των άλλων, τις δυσκολίες του εαυτού μας. Μακάριοι οι υπομένοντες έως τέλους.

+ Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης

 

Γράφει ο κ. Γεώργιος Δημόπουλος, Νευρολόγος Ψυχίατρος.

Πριν πέντε χρόνια είχα μια εμπειρία φιλικότητας στην τριαντάχρονη καριέρα μου.
Χτυπά το τηλέφωνο στο ιατρείο μου εν ώρα εργασίας. Το σηκώνω και απαντώ:
«Λέγετε, παρακαλώ».
Απάντηση του καλούντος προσώπου:

«Είστε ένα γαϊδούρι»

(φωνή άγρια, θυμωμένη, επιθετική από γνώριμη κυρία, που για δικούς της λόγους είχε αυτή την άποψη).
Δική μου απάντηση:

«Σας ευχαριστώ πολύ κυρία μου, μπορεί να έχετε δίκιο, να  είμαι γαϊδούρι και να μην το ξέρω. Ευχαριστώ για τη διαπίστωση που κάνατε».
Κυρία (με τόνο θριαμβευτικό και ειρωνικό):
«Και τι θα κάνετε σήμερα που το μάθατε;».
Απάντηση δική μου:

«Απόψε κιόλας θα ασχοληθώ με τη ζωολογία για ν’ ανακαλύψω τα θετικά στοιχεία του συμπαθούς αυτού τετράποδου με το οποίο με παρομοιάζετε (και γέλασα φυσικά), αν και γνωρίζω, κυρία μου, τα δύο πρώτα καλά στοιχεία του: την υπομονή και την αξιοπρέπεια».
Απάντηση κυρίας (είχε εξαφανιστεί η επιθετικότητα και ο θυμός από τον τόνο της φωνής της, και με φυσικό τρόπο με ρώτησε):

«Εσείς γιατρέ δεν θα με βρίσετε;».
Απάντηση δική μου (με χιούμορ):

«Εσείς εδώ μου δίνετε την ευκαιρία να ανακαλύψω ιδιότητες που δεν τις γνωρίζω και θέλετε να σας βρίσω και από πάνω;».
Σημείωση (για την ιστορία): Με την κυρία γίναμε οι καλύτεροι φίλοι και με σύστησε σε πολλούς φίλους και γνωστούς της.


(Γιώργος Δημόπουλος, Αυτογνωσία, εκδ. Αυττογνωσία Α.Ε. σελ. 55-56)

Στον έμπορο Σ.Τ., τον οποίο «ο Θεός δεν ακούει».


Παραπονιέσαι, ότι ο Θεός δεν ακούει τις προσευχές σου. Σε πολλές δυσκολίες προσευχόσουν στον Θεό, και ποτέ δεν σε έσωσε από καμία! Πως όχι, αναρωτιέμαι, αφού ιδού εσύ επέζησες από τις δυσκολίες;
Όμως επίτρεψέ μου μία ερώτηση: εσύ, ακούς το Θεό ;

Μέσα και από την Παλαιά και από την Καινή Διαθήκη ο Ύψιστος υποσχέθηκε να ακούει τους ανθρώπους υπό τον όρο οι άνθρωποι να ακούν Εκείνον. Εσύ ακούς τον Θεό, αφού ζητάς ο Θεός να ακούει εσένα ; Εκπληρώνεις τους θεϊκούς νόμους και κρατάς τις τάξεις Του;

Εάν δεν το κάνεις, τότε είναι παράξενη η απαίτησή σου, ο Θεός να ακούσει εσένα και να υπακούσει. Ο Θεός κατέβηκε στη γη και έπλυνε τα πόδια εκείνων που Τον αγαπούν. Στον Δημιουργό μας είναι μεγάλη χαρά να ακούει τα υπάκουα παιδιά Του. Ο Δημιουργός υπάκουσε στον Μωυσή, τον Αβραάμ και τον Ιακώβ σ’ ότι Τον παρεκάλεσαν. Και μέσω φυσικών και υπερφυσικών ενεργειών Εκείνος άπλωνε το έλεός Τους σ’ εκείνους που εκπλήρωναν τον νόμο Του.

Εάν Αυτός δεν ήθελε να υπακούσει τις δικές μου και τις δικές σου προσευχές, τούτο συνέβη ή εξαιτίας του ότι εμείς δεν θέλαμε να υπακούσουμε τις εντολές Του από την Διαθήκη ή επειδή οι προσευχές μας ήταν ανορθόδοξες. Μέσω του Ησαΐα έλεγε ο Κύριος στον ανυπάκουο λαό: «Εάν πληθύνητε την δέησιν, ουκ εισακούσομαι υμών» (Ησ. 1,15). Ενώ λίγο πιο μετά: «Και εάν θέλητε και εισακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε» (Ησ. 1,19). Ο Θεός μας ακούει όταν ακούμε και δεν ακούει όταν δεν ακούμε.

Ακόμα, δεν ακούει ούτε τότε που ζητάμε κάτι επιζήμιο και ανόητο. Οι απόστολοι Ιάκωβος και Ιωάννης παρακάλεσαν μία φορά τον Κύριο, ν’ αφήσει φωτιά από τον ουρανό στο χωριό, το οποίο δεν ήθελε να τους δεχθεί για να περάσουν τη νύχτα. Αυτός «στραφείς δε επετίμησεν αυτοίς» (Λουκ. 9,55). Όχι μόνο δεν τους εκπλήρωσε τα αιτήματα, αλλά τους μάλωσε. Θυμήσου και εσύ, εάν οι προσευχές σου ήταν αξίες του ανθρώπου και αξίες του Θεού.
Κάτι ακόμα. Γιατί προσεύχεσαι στον Θεό μόνο στη δυσκολία; Μ’ αυτό ταπεινώνεις τον εαυτό σου, ενώ οι υβρίζεις τον Θεό σου. Ο Δημιουργός μας, ζητά από μας να αισθανόμαστε αδιάκοπα τη δική Του παρουσία και ασταμάτητα να επικοινωνούμε μέσω της προσευχής μαζί Του : «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5,17). Προσευχόμενος στον Θεό μόνο όταν σε βρίσκει καημός κάνεις τον εαυτό σου απλό ζητιάνο και ντροπιάζεις τον Θεό, αφού Τον καλείς σαν πυροσβέστη μόνο όταν καίγεται το σπίτι σου.

Ο Χριστός μας έδωσε το δικαίωμα να επικαλούμαστε τον δικό Του Πατέρα, ως δικό μας Πατέρα. Τι πιο γλυκό υπάρχει απ’ αυτό ; Και τι υπάρχει πιο γλυκό για τα παιδιά από το να βρίσκονται παρόντες οι γονείς τους ; Ας φροντίζουμε, λοιπόν, κι εμείς ασταμάτητα να στεκόμαστε στην παρουσία του ουράνιου Πατέρα μας, με την καρδιά και με τις σκέψεις και με τις προσευχές. Η προσευχή μας στον καιρό της προκοπής και της χαράς είναι σαν κάποιο κεφάλαιο προσευχής, που μας χρησιμεύει στις μέρες της δυσχέρειας και των βασάνων περισσότερο από τη στιγμιαία προσευχή όταν αυτές οι μέρες έρθουν.
 Ειρήνη από τον Κύριο
(Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδ. Εν πλω, σελ. 309-310)


    Για τον Γέροντα Ιωσήφ, ο κύριος εχθρός της αγάπης προς τον πλησίον, εκείνο το οποίο την εμποδίζει να ολοκληρωθεί ή εκείνο το οποίο απειλεί να καταστρέψει τον «σύνδεσμο της αγάπης» είναι η κρίση του πλησίον.

Καθώς ο άνθρωπος κοιτάζει τα λάθη ή τις ελλείψεις των άλλων, ευρίσκεται συνεργός του πονηρού, ο οποίος αναζητεί να φέρει την αντίθεση μεταξύ των ανθρώπων και να καταστρέψει τον σύνδεσμο της αγάπης που υπάρχει μεταξύ των αδελφών, για να κατακτήσει τις ψυχές τους και να τους κάμει παίγνιον της κακίας και της πανουργίας του. Αυτός ο οποίος κρίνει τον άλλον αμέσως χάνει την χάρη και γίνεται απρόκοπος εις το αγαθόν.
    Η κατάκριση είναι βαθιά συνδεδεμένη με την αυτοδικαίωση, δηλαδή με το να θεωρεί κανείς τον εαυτό του ως δίκαιο (και ως σημείο αναφοράς ή ως κανόνα) και κατά συνέπεια με το να δικαιολογεί τις ιδικές του ελλείψεις  και τα ιδικά του λάθη. Για τον λόγο αυτόν το κύριο μέσο για να αποφεύγει κανείς να κρίνει τον άλλον είναι να αποκτήσει αυτογνωσία και να κρίνει τον εαυτόν του, να γνωρίζει την ιδίαν ασθένεια, τα πάθη και ελαττώματα, να αποκτήσει συναίσθηση της ιδικής του αμαρτίας και να καταδικάζει τον εαυτό του.
    Θα πρέπει ταυτοχρόνως να είναι κανείς εντελώς τυφλός, όσον αφορά τις ελλείψεις των άλλων, και εξ αντιθέτου να είναι προσεκτικός να ανακαλύψει τα προτερήματά τους, διότι ο Θεός έχει δώσει προτερήματα ιδιαίτερα σε κάθε άνθρωπο, και για να είναι κανείς δίκαιος προς τον Θεό πρέπει να τα αναγνωρίζει.

«Και τούτο είναι αληθώς το υστέρημα όπου πάσχομεν ημείς οι άνθρωποι του ογδόου αιώνος. Όπου δεν αναγνωρίζομεν ο είς του ετέρου το χάρισμα… Αυτό που έχει ο ένας δεν το έχει ο άλλος. Και, αν αναγνωρίζωμεν τούτο, πολλή ταπείνωσις γίνεται. Καθότι τιμάται και δοξάζεται ο Θεός, όστις ποικιλοτρόπως εστόλισε τους ανθρώπους και υπέδειξεν ανισότητα εις όλα του τα δημιουργήματα», λέει ο Γέροντας Ιωσήφ.
    Επειδή δεν εδέχθησαν από τον Θεό όλοι τα ίδια χαρίσματα, δεν μπορεί να κρίνουμε τον άνθρωπο διότι δεν έχει το ένα ή το άλλο χάρισμα – και  παρουσιάζει το ένα ή το άλλο ελάττωμα – καθιστώντας τον έτσι υπεύθυνο και κατηγορώντας τον. Καθόσον όλα τα αγαθά που διαθέτουν οι άνθρωποι προέρχονται από τον Θεό, εάν ένας άνθρωπος στερείται το ένα ή το άλλο χάρισμα, θα πρέπει να λέμε ότι αυτό συμβαίνει, διότι ο Θεός δεν του το έδωσε. Αντί να προσάπτουμε στον πλησίον την απουσία αυτού του χαρίσματος, πρέπει να τον συμπαθούμε και να ζητούμε από τον Θεό να του δώσει αυτό το οποίο του λείπει.
    Αλλά επειδή ο Θεός δίδει πλουσίως την χάρη του σε όλους, θα πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι εάν ο πλησίον δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο πνευματικό χάρισμα, τούτο συμβαίνει επειδή διάφοροι παράγοντες τον εμποδίζουν να το λάβει από τον Θεό. Ο Γέροντας Ιωσήφ υπενθυμίζει τους τρεις εχθρούς που πολεμούν το ανθρώπινο γένος: τον διάβολο, την πεπτωκυία φύση και την κακή συνήθεια.   

Όταν ο πλησίον διαπράττει κάποιο λάθος, αυτούς τους τρεις εχθρούς πρέπει να καταδικάσουμε και όχι τον πλησίον: ο πλησίον μας είναι μόνον το θύμα των τριών αυτών αντιπάλων και έτσι μάλλον πρέπει να του δείχνουμε συμπάθεια και να παρακαλούμε να ελευθερωθεί από αυτούς.

(Jean Claude Larchet, Η αγάπη προς τον πλησίον κατά τον Γέροντα Ιωσήφ, ΙΝ: Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Άγιον Όρος- Φιλοκαλική Εμπειρία. Πρακτικά Διορθοδόξων Επιστημονικών Συνεδρίων Αθηνών (2004) και Λεμεσού (2005))

Έλεγξε με τη δύναμι των αρετών σου εκείνους που δογματίζουν αντίθετα και όχι με την πειστικότητα των λόγων σου.

Με την πραότητα και την γαλήνη των χειλέων σου αποστόμωσε και κατασίγασε την αναίδεια των απειθών.

Έλεγξε τους ακολάστους με την ευγένεια της αναστροφής σου και τους αναίσχυντους κατά τις αισθήσεις με την συγκράτηση των οφθαλμών σου.
Να θεωρής ξένον τον εαυτό σου όλες τις ημέρες της ζωής σου, όπου και αν εισέλθης, για να μπορέσης να λυτρωθής από τη ζημία που προκαλεί η παρρησία.

Νόμιζε τον εαυτό σου πάντοτε ότι δεν γνωρίζει τίποτε, για να αποφύγης την μομφή που επέρχεται από την υποψία ότι θέλεις να διαμορφώσης την γνώμη του άλλου.

Ευλόγει επιμόνως πάντοτε με το στόμα και δεν θα λοιδορηθής· διότι η λοιδορία γεννά λοιδορίαν και η ευλογία ευλογίαν.

Νόμιζε ότι για κάθε πράγμα χρειάζεσαι διδαχή, και θα ευρεθής σε όλη την ζωή σου σοφός.

Μη παραδώσης σε κανέναν ό,τι δεν παρέλαβες ακόμη, για να μη καταισχυνθής ο ίδιος και από την σύγκρισι της διαγωγής σου αποκαλυφθή το ψεύδος σου.

Αν ειπής σε κάποιον κάτι από τα χρειαζούμενα, να ομιλήσης σαν μαθητής και όχι σαν αυθέντης με αναίδεια.

Να κατακρίνης τον εαυτό σου από πριν και να δηλώσης ότι είσαι κατώτερός του, για να δείξης στους ακούοντας την αξία της ταπεινώσεως, να τους παρακινήσης ν’ ακούσουν τα λόγια σου και να τρέξουν προς την εφαρμογή, κι έτσι θα γίνης αξιότιμος εμπρός στα μάτια τους.

Ό,τι μπορείς σε τέτοια πράγματα, πες το με δάκρυα, για να ωφελήσης και τον εαυτό σου και τους ακροατάς σου, και η χάρις του Θεού να είναι μαζί σου.


(αγίου Ισαάκ του Σύρου, εκδ. ΕΠΕ τόμος  8Α σελ. 363-365)

(Μιλάει ο όσιος γέρων Πορφύριος).

Ακούστε ένα σχετικό παράδειγμα.
Κάποτε ένας παπάς είχε πάει σε μία ομιλία με μορφωμένους· τον είχε πάρει μαζί του ένας εξάδελφός του. Ο ομιλητής είπε πολλά πάνω σ’ ένα θέμα μαρξιστικό. Οι ακροατές του ενθουσιάστηκαν και τον εχειροκρότησαν στο τέλος. Αλλά, όπως ήταν ακόμη πάνω στην έδρα, είδε τον παπά και είπε:
- Έχομε κι έναν παπά στην ομιλία μας. Αν μπορεί, να μας έλεγε το θέμα από θρησκευτικής και φιλοσοφικής πλευράς.
Το είπε ειρωνικά νομίζοντας ότι θα τον ταπεινώσει και θα εξευτελίσει την Εκκλησία. Ο παπάς σηκώθηκε και είπε:
- Τι να σου πω εγώ, παιδί μου, δεν ξέρω, αλλά έχω ακούσει· ο τάδε σοφός λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε… κ.λ.π., κ.λ.π. Ο Μωυσής λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο Ησαΐας, ο Δαβίδ, ο Χριστός.

Συνέχισε λέγοντας αυτό το χωρίο από τον Απόστολο Παύλο: «…που σοφός; που γραμματεύς; που συζητητής του αιώνος τούτου;… τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη… όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού».
Έκλεισε το στόμα ο «σοφός», ο ομιλητής. Το σπουδαίο είναι ότι ο παπάς τα είπε με πραότητα και χωρίς εγωισμό. Ήταν δεσπότης του Πατριαρχείου. Όταν τελείωσε, είπε:
-    Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Εσείς κρίνετε ποιο είναι το σωστό.
Είπε στο τέλος ο ομιλητής ντροπιασμένος:
-    Πολύ καλά μας τα είπε ο παπάς! Τ’ αναίρεσε όλα τα δικά μου.
Είναι σπουδαίο πράγμα η κατάρτιση, όταν συνδυάζεται με την πραότητα, την καλοσύνη και την αγάπη. Αυτά ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις. Να μιλάτε, όταν έχετε σχετική κατάρτιση στο θέμα. Αν δεν έχετε, να μιλάτε με το παράδειγμά σας.
Στις συζητήσεις λίγα λόγια για τη θρησκεία και θα νικήσετε. Αφήστε εκείνον που έχει άλλη γνώμη να ξεσπάσει, να πει, να πει… Να αισθανθεί ότι έχει να κάνει μ’ έναν ήρεμο άνθρωπο. Να επιδράσετε με την καλοσύνη σας και την προσευχή σας κι έπειτα του μιλάτε λίγο.

(Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι,Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, σελ. 396-396)

ΣΑΡΞ – ΠΛΑΞ…ΚΑΙ Η ΕΠΙΕΙΚΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.
Έλεγε ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος ότι το πρόβλημα Σαρξ, το λύνει μόνο η Πλάξ.
Δηλαδή η σεξουαλικότητα (Σαρξ), λύνεται μόνο με την πλάκα του τάφου(Πλαξ).
Διότι όσο ζει πάνω στη γη ο άνθρωπος, έχει μέσα του χυμούς, επιθυμίες, ορμές, πόθους, έλξη.
Αφού ζει, θέλει, ποθεί κλπ.
Η λύση: μια ηρεμία και ψυχραιμία. Όχι πανικός.
Ήταν ένας μοναχός που είχε πολλούς πειρασμούς σαρκικούς,
δηλαδή, σεξουαλικού τύπου.
Πήγε σε κάποιον πνευματικό να μιλήσει, κι αυτός τον απογοήτευσε.
Ντροπή σου να κάνεις τέτοια, να νιώθεις έτσι, να είσαι τόσο επιρρεπής.
Ο μοναχός απελπίστηκε.
Έφυγε.
Στο δρόμο γύριζε λυπημένος, κι είδε έναν άλλο ασκητή.
Του ‘πε τον πόνο του, κι ότι ένας ιερέας πριν λίγο τον απογοήτευσε.
Ο ασκητής αυτός ήταν άνθρωπος ψαγμένος, αληθινός και άρα συμπαθής στον αγώνα του άλλου.
Κι είπε μια προσευχή παράξενη στο Θεό:
Κύριε, κάνε να νιώσει ο αυστηρός αυτός ιερέας
τι θα πει να έχεις τέτοιες επιθυμίες και να καίγεσαι.
Κι έφυγε η τρελή επιθυμία απ’ τον μοναχό,
κι ο μοναχός ηρέμησε.
Και πήγε όλη η σεξουαλική ένταση στον αυστηρό ιερέα.
Κι άρχισε ο ιερέας να τρελαίνεται απ’ τον πόθο και να μη ξέρει πού να σταθεί και τι να κάνει.
Κι είπε ταπεινά συγγνώμη στο Θεό για τη σκληροκαρδία που έδειξε στο μοναχό.
Κι αποφάσισε να είναι πιο επιεικής και συμπαθής κι ανθρώπινος στην ώρα της εξομολόγησης του κόσμου.
Και κατάλαβε ότι τα θέματα αυτά που έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι ανθρώπινα, και θέλουν κατανόηση, αγάπη, συμπάθεια και κυρίως… αυτογνωσία.
Κι όχι ασπλαχνία, φωνές κι υποτίμηση κανενός.
Είναι πολύ βοηθητικό αν ο καθένας μας σκέφτεται τα δικά του.
Τα πριν, τα νυν, και τα μετά…
Τα νιάτα του, τις δυσκολίες του, αυτά που πάντα λίγο πολύ τον απασχολούν.
Και τώρα. Σε όποια ηλικία κι αν είναι.
Σκέψεις, πράξεις, λόγια, θεάματα, επιθυμίες, όνειρα, διαδίκτυο.
Το να πουλάς μούρη είναι τελικά το πιο εύκολο σήμερα…
Το να παραδέχεσαι την αλήθεια σου, το πιο δύσκολο.
Μα και το πιο απλό και λυτρωτικό, αν το καλοσκεφτείς.
π. Ανδρέας Κονάνος

Δικαιολογίες.
    Λέγουν μερικοί γονείς: «Προσπαθώ ν’ αποκτήσω πολλά, γιατί έχω παιδιά». Και για να αποκτήση πολλά, αναγκάζεται να μην αφήση αργία, ούτε Κυριακή πολλές φορές, και πλεονέκτης να γίνεται και το χέρι του σφικτό να είναι. Βλέπει άλλους να έχουν ανάγκη και αυτός πραγματοποιεί περιττά έξοδα και επικαλείται σαν δικαιολογία τα παιδιά.
Λέγει ο Μ. Βασίλειος (παρόμοια λέγει και ο ιερός Χρυσόστομος) σ’ εκείνους που προφασίζονται ότι δεν κάνουν ελεημοσύνη, διότι πρέπει ν’ αποκαταστήσουν τα παιδιά τους:

«Αδελφέ μου, όταν ζητούσες από τον Θεό να σου στείλη μια καλή γυναίκα, να κάνης οικογένεια, και να σου δώση και παιδιά, πρόσθετες: “δος μου γυναίκα και παιδιά για να παραβώ τους  νόμους Σου; Δος μου γυναίκα και παιδιά για να χάσω την Βασιλεία Σου;» . Έλεγες ποτέ: «δος μου παιδιά, για να μην κάνω ποτέ ελεημοσύνη στον διπλανό μου», έστω και αν εκείνος δεν έχη και εγώ έχω περίσσεια; Είπες ποτέ: «δος μου παιδιά και γυναίκα, για να μην πηγαίνω την Κυριακή στην Εκκλησία, για να δουλεύω και την Κυριακή;». Το πρόσθεσες ποτέ αυτό; Όχι. Απεναντίας έλεγες: «Θεέ μου, δος μου γυναίκα, για να με βοηθήση να είμαι καλύτερος χριστιανός από ό,τι είμαι τώρα. Δος μου γυναίκα για να μη κινδυνεύω να πέσω σε σαρκικές αμαρτίες» κ.ο.κ.. Τώρα γιατί προφασίζεσαι τις οικογενειακές ανάγκες για να αποφύγης την ελεημοσύνη;
    Κάποιοι πάλι λέγουν: «Εγώ παίρνω τριακόσιες χιλιάδες, έχω τρία ή τέσσερα παιδιά, δεν μου φθάνουν, δεν μου αρκούν να ζήσω».
    Μα, σου υπέγραψε κανείς συμβόλαιο ότι θα είναι τριακόσιες και όχι διακόσιες; Εάν, αντί τριακόσιες, ήταν διακόσιες; Να, ο άλλος παίρνει τριακόσιες πενήντα και λέγει το ίδιο. Και αν δεν ήταν 350, αλλά ήταν 330 ή 310, τι θα έκανες; Απλώς θα περιώριζες μερικές ανάγκες σου.

Ας καταλάβουμε ότι πρέπει ένα μέρος του εισοδήματός μας να το δίνουμε στους φτωχούς. Και να ξέρουμε πολύ καλά πως, ό,τι δίνουμε στα χέρια των ανθρώπων, θα το πάρουμε από τα χέρια του Θεού. Και όχι μόνον στην μέλλουσα ζωή, αλλά και στην παρούσα. Ένα δίνουμε; Εκατό στέλνει ο Θεός. Λέγει ο Κύριος ότι όποιος άφησε για Αυτόν τα πάντα, θα λάβη «εκατονταπλασίονα νυν εν τω καιρώ τούτω …και εν τω αιώνι τω ερχομένω ζωήν αιώνιον». 

Και ο Θεός είναι «πιστός» , δηλαδή αξιόπιστος , και δεν θα διαψευσθή ποτέ. Όταν ανοίγουμε το χέρι μας, ο Θεός μας πιστώνει με πολλές ευλογίες και στην παρούσα και στην μέλλουσα ζωή.

(Αρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ, εκδόσεις Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΟΣ, σελ. 68-70)

Ο Γέροντας (ογέρων της Πάτμου π. Αμφιλόχιος Μακρής, 1889-1970) ήταν όντως δύσκολα στην υγεία του. Πολύ γρήγορα, όμως, κατάλαβα ότι δεν μεριμνούσε για το σαρκίο, ούτε τον ψυχοπλάκωναν τα άσχημα αποτελέσματα των εξετάσεων.

Ο σκοπός του στην Αθήνα ήταν άλλος: να αποχαιρετίση τα αγαπητά του πρόσωπα και να ζητήση απ’ όλους συγγνώμη. Όπου πηγαίναμε, στο τέλος έβαζε εδαφιαία μετάνοια, λέγοντας:
- Και αν σε κάτι σας λύπησα και δεν το κατάλαβα, να με συγχωρέσετε, γιατί εγώ πρέπει να ετοιμάζωμαι για το ουράνιο ταξίδι.
Επίμονα ζήτησε να πάμε στην Αίγινα την αγαπητή του. Σάββατο βράδυ μείναμε στον Άγιο Νεκτάριο και, μετά την θεία Λειτουργία της Κυριακής, ανεβήκαμε στον Άγιο Μηνά, το μοναστήρι του. Μπήκε μέσα σαν ξένος και σαν να εισήρχετο για πρώτη φορά. Ζήτησε την Γερόντισσα. Αφού πήραμε το συνηθισμένο κέρασμα, λέγει στην ηγουμένη:
- Εγώ, Γερόντισσα, ήλθα ωρισμένως να σας ιδώ ιδιαιτέρως· ήλθα με μια αποστολή.
Σηκώθηκαν και μπήκανε στο άλλο δωμάτιο.

Εγώ βγήκα προς τα έξω και από το παράθυρο, άθελά μου, είδα γονατιστό τον γέροντα Αμφιλόχιο να ζητά συγγνώμη.

Με πήρε το παράπονο: «Ώστε γι’ αυτό ζητούσες να έρθουμε στην Αίγινα, για να ζητήσης συγγνώμη από αυτήν που σου άρπαξε το μοναστήρι, σε πέταξε έξω, περιφρονητικά πάντοτε σου εφέρετο, ούτε ένα κομμάτι τοίχο δεν διέθεσε να αναρτήση την φωτογραφία την δική σου, που τόσο κοπίασες στο πρώτο ξεκίνημα αυτού του μοναστηριού;».

Γυρίσαμε στην πόλη του νησιού. Στην διαδρομή ήταν τόσο χαρούμενος σαν να γύριζε νικητής από Ολυμπιακούς αγώνες. Χάρηκε βαθιά μέσα του την νίκη που νιώθει αυτός που ζητά πρώτος συγγνώμη.

Η καλή διάθεση του Γέροντα μου διέλυσε κάθε θλίψη και είπα τελικά:

«Άγιος είναι αυτός, που, όχι μόνον δίνει άφεση, αλλά διασχίζει πελάγη και διανύει μακρούς δρόμους, για να ζητήση συγγνώμη και όταν μάλιστα δεν φταίει».


(από το βιβλίο: Πνευματική συμπόρευσις, Γρηγορίου μοναχού Κουβαρίτου,Ιερά Μονή Δοχειαρίου,Άγιον Όρος, 2014,  σελ. 77-78)

Σελίδα 1 από 9