Όταν βλέπουμε τους συνανθρώπους μας να μην αγαπούν τον Θεό, στενοχωρούμαστε. Με τη στενοχώρια δεν κάνουμε απολύτως τίποτα. Ούτε και με τις υποδείξεις. Ούτε αυτό είναι σωστό. Υπάρχει ένα μυστικό· αν το καταλάβουμε, θα βοηθήσομε.

Το μυστικό είναι η προσευχή μας, η αφοσίωσή μας στον Θεό, ώστε να ενεργήσει η χάρις Του.

Εμείς, με την αγάπη μας, με τη λαχτάρα μας στην αγάπη του Θεού, θα προσελκύσουμε την χάρη, ώστε να περιλούσει τους άλλους, που είναι πλησίον μας, να τους ξυπνήσει, να τους διεγείρει προς το θείο έρωτα.

Ή, μάλλον, ο Θεός θα στείλει την αγάπη Του να τους ξυπνήσει όλους. Ό,τι εμείς δεν μπορούμε, θα το κάνει η χάρις Του.

Με τις προσευχές μας θα κάνομε όλους άξιους της αγάπης του Θεού...

Να γνωρίζετε και το άλλο. Οι ψυχές οι πεπονημένες, οι ταλαιπωρημένες, που ταλαιπωρούνται από τα πάθη τους, αυτές κερδίζουν πολύ την αγάπη και την χάρι του Θεού. Κάτι τέτοιοι γίνονται άγιοι και πολλές φορές εμείς τους κατηγορούμε. Θυμηθείτε τον Απόστολο Παύλο, τι λέγει: «Ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις».

Όταν το θυμάστε αυτό, θα αισθάνεσθε ότι αυτοί είναι πιο άξιοι κι από σας κι από μένα. Τους βλέπουμε αδύνατους, αλλά όταν ανοίξουν στον Θεό, γίνονται πλέον όλο αγάπη κι όλο θείο έρωτα. Ενώ είχανε συνηθίσει αλλιώς, τη δύναμη της ψυχής τους τη δίδουν μετά όλη στον Χριστό και γίνονται φωτιά από αγάπη Χριστού. Έτσι λειτουργεί το θαύμα του Θεού μέσα σε τέτοιες ψυχές, που λέμε «πεταμένες».

Να μην αποθαρρυνόμαστε, ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να κρίνομε από πράγματα επιφανειακά κι εξωτερικά. Αν, για παράδειγμα, βλέπετε μια γυναίκα γυμνή ή άσεμνα ντυμένη, να μη μένετε στο εξωτερικό, αλλά μπαίνετε στο βάθος, στη ψυχή της.

Ίσως είναι πολύ καλή ψυχή κι έχει υπαρξιακές αναζητήσεις, που τις εκδηλώνει με την έξαλλη εμφάνιση. Έχει μέσα της δυναμισμό, έχει τη δύναμη της προβολής, θέλει να ελκύσει τα βλέμματα των άλλων. Από άγνοια, όμως, έχει διαστρέψει τα πράγματα.

Σκεφθείτε αυτή να γνωρίσει τον Χριστό.

Θα πιστέψει, κι όλη αυτή την ορμή θα την στρέψει στον Χριστό.

Θα κάνει το παν, για να ελκύσει την χάρι του Θεού. Θα γίνει αγία.

Είναι ένα είδος προβολής του εαυτού μας να επιμένουμε να γίνουν οι άλλοι καλοί. Στην πραγματικότητα, θέλομε εμείς να γίνομε καλοί κι επειδή δεν μπορούμε, το απαιτούμε απ’ τους άλλους κι επιμένομε σ’ αυτό. Κι ενώ όλα διορθώνονται με την προσευχή, εμείς πολλές φορές στενοχωρούμεθα κι αγανακτούμε και κατακρίνουμε.

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Το ανέκδοτο.

Κάποιος Εβραίος βρήκε ένα Χριστιανό και του λέει: «Είσαι καλός Χριστιανός;». Λέει, «προσπαθώ». Του αστράφτει ένα χαστούκι.

Λέει: «Αν είσαι καλός Χριστιανός, στρέψε και το άλλο μάγουλο». Του έστρεψε και το άλλο. Του έδωσε άλλο χαστούκι. «Στρέψε πάλι». Του έδωσε άλλο. Έφαγε καμιά δεκαριά χαστούκια από τον Εβραίο και μάλιστα δυνατά. Του λέει τότε. «Τώρα παραδέχομαι ότι είσαι καλός Χριστιανός».

«Όχι», του λέει, «ακόμη είμαι μισός Χριστιανός. Τώρα θα γίνω ολόκληρος». Τον παίρνει τον Εβραίο, του δίνει ένα γερό ξύλο και του λέει˙ «“Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε” (Μθ 10, 8), λέει το Ευαγγέλιο. Τώρα», του λέει, «το τήρησα και στις δυο πλευρές το Ευαγγέλιο. Μέχρι πριν ήμουνα μισός, τώρα είμαι ολόκληρος».

Διότι εκεί πράγματι του χρειαζότανε και είχε αποτελέσματα˙ πολύ καλά του έκανε. (π. Επιφάνιος Θειδωρόπουλος)

Η σοβαρή ερμηνεία
Ματθαίου 5,39 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ(1)· ἀλλ᾿ ὅστις(2) σε ῥαπίσει(3) ἐπὶ τὴν δεξιὰν(4) σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην(5)·
(3) «Όπως ακριβώς όταν λέει ότι αυτός που αποκαλεί τον αδελφό του ανόητο θα είναι ένοχος στη γέεννα, δεν το λέει μόνο για αυτήν την λέξη, αλλά και για κάθε κοροϊδία, έτσι λοιπόν και εδώ, δεν νομοθετεί αν μας ραπίζουν να το υποφέρουμε με γενναιότητα, αλλά και οτιδήποτε τυχόν πάσχουμε, να μην αναστατωνόμαστε. Για αυτό και εκεί επέλεξε την χειρότερη βρισιά, και εδώ το πιο ατιμωτικό θεωρούμενο χτύπημα, το χτύπημα στο σαγόνι, που είναι και το πιο υβριστικό» (Χρυσόστομος).
(4) Ή, το δεξί σαγόνι αναφέρεται ως πιο ευγενές μέλος, παρόλο που πιο φυσικό είναι να χτυπηθεί από το δεξί χέρι αυτού που χτυπά το αριστερό μάγουλο αυτού που χτυπιέται (L).
Ή, εννοείται εδώ το δεξί χέρι που χτυπά με το εξωτερικό χέρι το δεξί μάγουλο και έπειτα το αριστερό μάγουλο με την παλάμη (δ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(5) «Διατάζει όχι μόνο να μην αμυνόμαστε, αλλά και περισσότερο να παραδίδουμε τον εαυτό μας σε αυτόν που χτυπά και να τον συγκρατούμε με την ανεξικακία και μεγαλοψυχία μας» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος). Πρέπει αυτός που χαστουκίζεται να είναι διατεθειμένος να υπομείνει και άλλες ύβρεις, χωρίς να εκδικηθεί (L).
Καθόλου όμως δεν αποκλείει και τη χρήση του λόγου προς αυτόν που φέρεται έτσι άτοπα, αλλά μάλιστα προϋποθέτει ότι αυτή ακολουθεί μαζί με την μη αντίσταση και εξηγεί τους λόγους και τα αίτια της υποχώρησης, ότι δηλαδή αυτή δεν γίνεται από φόβο, αλλά από αγάπη. Για αυτό και ο Σωτήρας τον δούλο του αρχιερέα που τον χαστούκισε από τυφλό ζήλο, αμέσως τον νουθέτησε (δ).

Ιωάννου 18,22 ταῦτα δὲ αὐτοῦ εἰπόντος εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς ἔδωκε ῥάπισμα τῷ Ἰησοῦ εἰπών· οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ἀρχιερεῖ;
Ιωάννου 18,23 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς(1)· εἰ(2) κακῶς ἐλάλησα(3), μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ(4)· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις(5);

(1) «Ρωτάνε λοιπόν κάποιοι, πώς δεν γύρισε και το άλλο μάγουλο ο Χριστός σε αυτόν που τον χαστούκισε…; Λέμε λοιπόν εμείς, ότι και η εντολή εκείνη εισηγήθηκε το να μην αμυνόμαστε, λόγω των ερίδων που προκαλούνται από αυτό. Και τώρα λοιπόν ο Χριστός δεν αμύνθηκε εναντίον αυτού που τον ράπισε· αλλά μάλλον χωρίς να τον σπρώξει ούτε να φύγει από αυτόν, ήταν έτοιμος και για άλλες πληγές· δικαιολογήθηκε όμως, για να μην δώσει την εντύπωση με τη σιωπή του ότι είναι αυθάδης, πράγμα για το οποίο και κατηγορήθηκε πριν» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).
«Δεν απαντά αληθινά και με πραότητα και δίκαια και ταυτόχρονα δεν προσφέρει όχι μόνο και το άλλο μάγουλο σε αυτόν που τον ράπισε, αλλά όλο το σώμα του να καρφωθεί στο ξύλο; Από εδώ έδειξε μάλλον, ό,τι χρειαζόταν να δειχτεί, δηλαδή ότι τα μεγάλα εκείνα παραγγέλματά του πρέπει να εκπληρώνονται όχι με σωματική επίδειξη, αλλά με προετοιμασία της καρδιάς. Διότι είναι δυνατόν και οργισμένος κάποιος ορατά να προβάλλει και το άλλο του μάγουλο. Αλλά πόσο καλύτερο είναι, όταν κάποιος εσωτερικά όντας ειρηνικός δίνει αληθινή απάντηση και με ήρεμη διάνοια φυλάει τον εαυτό του έτοιμο, για να υπομείνει επερχόμενα βαρύτερα παθήματα;» (Αυγουστίνος).
Ο Κύριος αποκρίνεται με πραότητα και ειρηνικά, ανακαλώντας τον υπηρέτη, όπως προηγουμένως και τον αρχιερέα στον τρόπο και την μέθοδο που άρμοζε στη νόμιμη έρευνα (τ)...
(Υπομνήματα Π.Ν. Τρεμπέλα στο κατά Ματθαίον & κατά Ιωάννην,μετάφραση π. Νικόλαος Πουλάδας)

Τι είπε ο άγιος Φώτιος για τα λάθη των αγίων Πατέρων. Γιατί δεν είναι αλάθητοι, και πότε;

πηγή: oode

Έχουμε κατ' επανάληψιν μιλήσει για την έννοια της Θείας Αποκάλυψης και της Θεοπνευστίας στην Εκκλησία του Κυρίου σε αυτή την ιστοσελίδα. Έχουμε επίσης πει ότι άλλο πράγμα είναι το "αλάθητο", και άλλο πράγμα η Θεοπνευστία. Και ότι ακόμα και οι άγιοι Πατέρες, έχουν κάποια όρια, στο τι απ' όσα δίδαξαν, αποτελεί Θεία Αποκάλυψη, και στο τι αποτελεί προσωπική τους γνώμη. Καιρός όμως, να δούμε τι λέει γι' αυτό το θέμα, ένας από τους ίδιους τους αγίους Πατέρες, ο άγιος Φώτιος!

Ψυχολογικές ανάγκες

Η χρησιμότητα του παρόντος άρθρου, πέρα από το ότι μας βοηθάει να έχουμε ένα Ορθόδοξο κριτήριο ανάγνωσης και αποδοχής των γραμμένων σε κείμενα αγίων Πατέρων, διορθώνει την εσφαλμένη (και συχνά στενόμυαλη) στάση ορισμένων Χριστιανών, που προσκολλούνται σε κείμενα αγίων Πατέρων, με μία Ορθοδοξίζουσας μορφής Προτεσταντική νοοτροπία. Όπως δηλαδή οι Προτεστάντες μένουν κολλημένοι "στο γράμμα" της Αγίας Γραφής, χάνοντας το Πνεύμα, έτσι και μερικοί αδελφοί μας, από υπερβολική αγάπη και σεβασμό προς τους αγίου Πατέρες, εκλαμβάνουν οτιδήποτε δουν γραμμένο από αυτούς, ως κατ' ανάγκην "Θεία Αποκάλυψη", και επειδή το είπε κάποιος άγιος, ακόμα και λάθος αν είναι, αρνούνται πεισματικά να εξετάσουν με ανοιχτή διάνοια και μια διαφορετική θέση.

Είναι λογικό και ψυχολογικά χρήσιμο, να επιζητούμε κάποιο "σταθερό" σημείο αναφοράς, μια αμετακίνητη και ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ βάση, πάνω στην οποία να στηρίξουμε την πίστη μας. Όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι οι ψυχολογικές μας ανάγκες για κάτι τέτοιο, πρέπει να μας οδηγήσουν σε μία ουτοπική θεώρηση ορισμένων πραγμάτων, όπως είναι για παράδειγμα τα Ιερά Κείμενα. Η Θεία Αποκάλυψη, δεν δόθηκε για να μας στερήσει την ελευθερία και την κριτική σκέψη, και να μας κάνει άγνωμους αποδέκτες προ-κατασκευασμένων "δογματικών πακέτων". Δόθηκε ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ, για να μας ΑΣΚΗΣΕΙ την ελευθερία και την κριτική σκέψη. Το δόγμα δόθηκε για να μας οδηγήσει ΕΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΠΛΗΡΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ στη βίωση της εν Χριστώ ζωής, ώστε να μπορούμε κι εμείς να βιώσουμε όλα όσα κατέγραψαν πριν από εμάς οι άγιοι Πατέρες, που βίωναν την εν Χριστώ ζωή. Γιατί τελικά τα όσα μας παρέδωσαν, δεν είναι παρά εκφράσεις της εν Χριστώ εμπειρίας τους, με στόχο να μας οδηγήσουν στη βίωση αυτής της ίδιας αγιοποιού εμπειρίας. Το να αγκιστρώνεται κάποιος τυφλά σε κείμενα, αρνούμενος να αξιοποιήσει το θεόδοτο δώρο της ΥΠΕΥΘΥΝΗΣ αναζήτησης της κατά Θεόν ζωής, όχι μόνο δεν αποτελεί ευκταίο Χριστιανικό χαρακτηριστικό, αλλά αντιθέτως, αποτελεί προσπάθεια αποποίησης ευθυνών, και φυγοπονία! Ζητάει καταφύγιο βεβαιοτήτων, στρουθοκαμηλίζοντας, αντί να ασκήσει κρίση και κόπο εξιχνίασης των βαθέων του Θεού.

Ο παραδεδομένος από τον Θεό λόγος, είναι "λυχνάρι που φέγγει σε σκοτεινό τόπο, ώσπου να ανατείλει ο Φωσφόρος στις καρδιές μας" (Β΄ Πέτρου 1/α: 19). Προσέξτε! Δεν μιλάει για προσκόλληση στον προφητικό λόγο. Μιλάει για μια προσωρινή σχέση, ΩΣΠΟΥ να αρχίσει να διδάσκεται πλέον ο Χριστιανός από τον Θεό άμεσα, και να βιώνει την εν Αγίω Πνεύματι ζωή. Τα κείμενα των αγίων, είναι βοηθητικά και προσωρινά. Η ΣΧΕΣΗ με τον Θεό είναι αιώνια!

Τι είπε ο άγιος Φώτιος

Ενώ λοιπόν τα κείμενα των αγίων Πατέρων, στην συντριπτική τους πλειονότητα, είναι πλήρη Πνεύματος Αγίου, και μας δίνουν πληθώρα Θείων Αποκαλύψεων, υπάρχουν και ορισμένα σημεία, ή ορισμένες τους θέσεις, (ΣΠΑΝΙΟΤΑΤΑ βέβαια), που και αυτά περιέχουν ορισμένα λάθη, ή προσωπικές τους απόψεις, που θα ήταν λάθος κάποιος να τα εκλάβει ως Αποκάλυψη Θεού, μόνο και μόνο επειδή τα έγραψε κάποιος άγιος.

Όταν για παράδειγμα, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, υπολογίζει σε κείμενό του την ημερομηνία γέννησης του Κυρίου Ιησού, και λέει ότι ο πατέρας του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή ήταν "αρχιερέας", και μπερδεύει τα δύο θυσιαστήρια του ναού, πρόκειται για σαφέστατο λάθος. Ή όταν ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλάει για την σωτηρία και των ασεβών, κι εδώ είναι κάτι που η Εκκλησία το έχει χαρακτηρίσει λάθος Συνοδικά! Και όταν ο άγιος Αυγουστίνος ερμηνεύει την εν Χριστώ Σωτηρία δικανικά, και πάλι είναι λάθος, μια και συγκρούεται ευθέως με την πίστη των άλλων αγίων πατέρων. Μάλιστα θέσεις του αγίου Αυγουστίνου, αποτέλεσαν (και αποτελούν) αφορμές ρήξης με τη Δυτική εκκλησία, καθώς εκεί εμμένουν σε κάποιες από τις εσφαλμένες θέσεις του, μόνο και μόνο επειδή ήταν άγιος!

Τι θα κάνουμε λοιπόν; Θα κοιτάμε τα κείμενα τών αγίων πατέρων με καχυποψία και με υψηλοφροσύνη ενώπιόν τους; Θα τα διαβάζουμε άραγε με πνεύμα αντιλογίας και αναζητώντας σε αυτά σφάλματα;

Όχι βέβαια! Τα κείμενα των αγίων Πατέρων, είναι πηγή σοφίας, γνώσεως και Αγιοπνευματικής ζωής. Είναι διαμάντια Θείας Αποκάλυψης και πηγή Αποστολικών Παραδόσεων, και ξεχειλίζουν από τη Χάρη του Θεού. Τα κείμενα των Αγίων Πατέρων, είναι φως και ζωή. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι είναι αλάθητα! Αυτό δεν σημαίνει, ότι επειδή γράφτηκε κάτι από κάποιον άγιο, είναι ΚΑΤ' ΑΝΑΓΚΗΝ σωστό, και ότι πρέπει να το υποστηρίζουμε με φανατισμό, έστω και αν κάποιος μας επιδεικνύει ντοκουμέντα για κάτι διαφορετικό. Όλοι οι άνθρωποι, ακόμα και οι άγιοι, έχουν κάνει λάθη στη ζωή τους! Και ο σκοπός αυτού του άρθρου, είναι να βοηθήσει να αποφεύγονται ΟΙ ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ, και οι αδικαιολόγητες προσκολλήσεις σε κάτι σπάνιο, που βεβαίως θα μπορούσε να είναι λάθος, σε αυτά τα κείμενα.

Τι κριτήρια μπορούμε λοιπόν να αναζητήσουμε, για το πότε είναι δυνατόν κάποιος άγιος Πατέρας να έχει κάνει κάπου λάθος;

Ας δούμε τι γράφει γι' αυτό ακριβώς το θέμα, ένας απ' αυτούς, δηλαδή από τους ίδιους τους αγίους Πατέρες, ο άγιος Φώτιος:

«…Πόσαι δε περιστάσεις πραγμάτων πολλούς (=πατέρες) εξεβιάζοντο, τα μεν παραφθέγξασθαι, τα δε προς οικονομίαν ειπείν, τα δε και των απειθούντων επαναστάντων, τα δε και αγνοία, οία δη περιολισθήσαι ανθρώπινον... Ει δε παρεφθέξαντο μεν ή διά τινα αιτίαν νυν αγνοουμένην ημίν της ευθύτητος εξετράπησαν, ουδεμία δε ζήτησις αυτοις προσενήνεκται, ουδ’ εις μάθησιν της αληθείας ουδείς αυτούς παρακάλεσε, πατέρας μεν ουδέν ελλάτον αυτούς, ει και μη τούτο είπον, επιγραφόμεθα... τοις λόγοις τούτων, εν οις παρηνέχθησαν, ουχ εψόμεθα…» (Φωτίου, Επιστολή Ε΄, Προς τον Ακυλουΐας Ιωάννην ι΄, εις Ι. Βαλέττα, Φωτίου Επιστολαί, Λονδίνο 1864, σ. 196).

Ας δούμε τι σημαίνουν τα λόγια αυτά σε απλή σημερινή γλώσσα:

«...Ακόμη, πόσες δυσκολίες των καταστάσεων ανάγκαζαν πολλούς Πατέρες άλλα να τα παραποιούν, άλλα να τα λεν με πνεύμα συγκατάβασης, άλλα να λεν όταν ξεσηκώνονταν οι απείθαρχοι, άλλα να τα λεν από άγνοια, καθώς βέβαια είναι ανθρώπινο να σφάλει κανείς. Και αν παραποίησαν κάτι ή, για κάποιο λόγο που εμείς τώρα αγνοούμε, παρεξέκλιναν από την ορθή πορεία, τη στιγμή μάλιστα που δεν τους ζητήθηκε να εκφέρουν άποψη ούτε κανείς τους παρακάλεσε να του διδάξουν την αλήθεια, τους αναγνωρίζουμε το ίδιο ως Πατέρες, όπως θα τους αναγνωρίζαμε και αν δεν εξέφραζαν αυτή την άποψη... τη διδασκαλία τους στην οποία πλανήθηκαν δε θα την ακολουθήσουμε...» (Μετάφραση από το φιλόλογο Παύλο Χατζηπαππά, την οποία μεταφέραμε σε μονοτονικό).

Για το ίδιο κείμενο, ο θεολόγος Μιχαήλ Μπερκουτάκης, κάνει τα εξής σχόλια, τα οποία παραθέτουμε αυτούσια για να κατανοήσουμε τα λεγόμενα του αγίου Φωτίου σε βάθος:

«...Ακόμα, πόσες φορές οι δύσκολες περιστάσεις της ζωής δεν ανάγκασαν πολλούς από τους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, άλλα πράγματα να τα παραποιήσουν, επειδή δεν μπόρεσαν ούτε και οι ίδιοι, να τα κατανόησαν σωστά, άλλα πράγματα να τα πουν με πνεύμα οικονομίας και συγκατάβασης, γιατί οι άνθρωποι δεν είχαν τη δύναμη, να εννοήσουν το πραγματικό τους νόημα, άλλα πράγματα να τα πουν με αυστηρό και ελεγκτικό τρόπο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους απειθείς αιρετικούς, που εξεγείρονταν εναντίον της Εκκλησίας, ενώ, τέλος, άλλα πράγματα να τα πουν λανθασμένα από άγνοια, γιατί, φυσικά, είναι ανθρώπινο, το να σφάλλει κανείς. Ακόμη, όμως, και αν οι Πατέρες της Εκκλησίας παραποίησαν κάτι ή παρεξέκλιναν από την ορθή πίστη, είτε γιατί θεολόγησαν για ζητήματα, για τα οποία δεν υπήρχε σωτηριολογική σημασία, είτε γιατί δεν τους παρακάλεσε ο λαός του Θεού, να του αποκαλύψουν την αλήθεια, που είναι αναγκαία για τη σωτηρία του, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, τον οποίο εμείς σήμερα αγνοούμε, αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, ότι έχουμε το δικαίωμα, να τους αναγνωρίζουμε ως Πατέρες λιγότερο, από όσο θα τους αναγνωρίζαμε, αν δεν είχαν υποπέσει σε σφάλματα... αρκεί, φυσικά, να μην ακολουθούμε τη διδασκαλία τους στα σημεία εκείνα, που έκαναν λάθη...». (Παράφραση του κειμένου από το θεολόγο Μπερκουτάκη Μιχαήλ).

Τα λόγια του αγίου Φωτίου, είναι χαρακτηριστικά: Ένας άγιος Πατέρας, μας λέει σαφώς, ότι ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ να συναντήσουμε λάθη στα κείμενα των αγίων Πατέρων. Γι' αυτό και είναι αδικαιολόγητοι, όσοι εμμένουν σε φράσεις αγίων Πατέρων, για να υποστηρίξουν με φανατισμό ζητήματα που "δεν ήταν ζητούμενα" στην εποχή που γράφτηκαν, αλλά που σε μια μετέπειτα εποχή, διορθώθηκαν και διατυπώθηκαν σωστά, είτε από άλλους αγίους Πατέρες, είτε από επιστημονικά ντοκουμέντα, αν ήταν επιστημονικά ζητήματα, είτε όταν έφθασε πλέον ο καιρός να δοθεί γι' αυτά μια πληρέστερη θεώρηση από την Εκκλησία του Κυρίου.

Η Εκκλησία, είναι Εκκλησία αληθείας. Και είναι πάντα ενωμένη με τον Ζώντα Χριστό. Δεν εξαρτάται από κείμενα. Δεν προσκολλάται σε κείμενα και προσωπικές θέσεις, όταν τα στοιχεία δείχνουν κάτι διαφορετικό, ούτε έχει πρόβλημα να πει ότι όλα τα μέλη της είναι δυνατόν (ως άνθρωποι) να κάνουν λάθη. Και αυτό το ξεκαθαρίζει στο ανωτέρω κείμενο ένας άγιος Πατέρας, ο άγιος Φώτιος. Το ότι οι άγιοι Πατέρες έκαναν και λάθη, είναι Πατερική διδασκαλία!

Εάν λοιπόν κάποιος επιμένει, να αναζητάει μεταξύ των αγίων της Εκκλησίας το "αλάθητο", τότε κατ' ανάγκην πρέπει να δεχθεί ότι κάνει λάθος ένας άγιος της Εκκλησίας, ο άγιος Φώτιος!

Γ. Κ.

(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)

ΣΑΡΞ – ΠΛΑΞ…ΚΑΙ Η ΕΠΙΕΙΚΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ.
Έλεγε ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος ότι το πρόβλημα Σαρξ, το λύνει μόνο η Πλάξ.
Δηλαδή η σεξουαλικότητα (Σαρξ), λύνεται μόνο με την πλάκα του τάφου(Πλαξ).
Διότι όσο ζει πάνω στη γη ο άνθρωπος, έχει μέσα του χυμούς, επιθυμίες, ορμές, πόθους, έλξη.
Αφού ζει, θέλει, ποθεί κλπ.
Η λύση: μια ηρεμία και ψυχραιμία. Όχι πανικός.
Ήταν ένας μοναχός που είχε πολλούς πειρασμούς σαρκικούς,
δηλαδή, σεξουαλικού τύπου.
Πήγε σε κάποιον πνευματικό να μιλήσει, κι αυτός τον απογοήτευσε.
Ντροπή σου να κάνεις τέτοια, να νιώθεις έτσι, να είσαι τόσο επιρρεπής.
Ο μοναχός απελπίστηκε.
Έφυγε.
Στο δρόμο γύριζε λυπημένος, κι είδε έναν άλλο ασκητή.
Του ‘πε τον πόνο του, κι ότι ένας ιερέας πριν λίγο τον απογοήτευσε.
Ο ασκητής αυτός ήταν άνθρωπος ψαγμένος, αληθινός και άρα συμπαθής στον αγώνα του άλλου.
Κι είπε μια προσευχή παράξενη στο Θεό:
Κύριε, κάνε να νιώσει ο αυστηρός αυτός ιερέας
τι θα πει να έχεις τέτοιες επιθυμίες και να καίγεσαι.
Κι έφυγε η τρελή επιθυμία απ’ τον μοναχό,
κι ο μοναχός ηρέμησε.
Και πήγε όλη η σεξουαλική ένταση στον αυστηρό ιερέα.
Κι άρχισε ο ιερέας να τρελαίνεται απ’ τον πόθο και να μη ξέρει πού να σταθεί και τι να κάνει.
Κι είπε ταπεινά συγγνώμη στο Θεό για τη σκληροκαρδία που έδειξε στο μοναχό.
Κι αποφάσισε να είναι πιο επιεικής και συμπαθής κι ανθρώπινος στην ώρα της εξομολόγησης του κόσμου.
Και κατάλαβε ότι τα θέματα αυτά που έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι ανθρώπινα, και θέλουν κατανόηση, αγάπη, συμπάθεια και κυρίως… αυτογνωσία.
Κι όχι ασπλαχνία, φωνές κι υποτίμηση κανενός.
Είναι πολύ βοηθητικό αν ο καθένας μας σκέφτεται τα δικά του.
Τα πριν, τα νυν, και τα μετά…
Τα νιάτα του, τις δυσκολίες του, αυτά που πάντα λίγο πολύ τον απασχολούν.
Και τώρα. Σε όποια ηλικία κι αν είναι.
Σκέψεις, πράξεις, λόγια, θεάματα, επιθυμίες, όνειρα, διαδίκτυο.
Το να πουλάς μούρη είναι τελικά το πιο εύκολο σήμερα…
Το να παραδέχεσαι την αλήθεια σου, το πιο δύσκολο.
Μα και το πιο απλό και λυτρωτικό, αν το καλοσκεφτείς.
π. Ανδρέας Κονάνος

“Καλώς την κ. Θεώνη”,

είπε ο παπάς βλέποντάς την...
Την ήξερε καλά τη Θεώνη ο πνευματικός. Ήταν από τις περιπτώσεις που υποκλίνεσαι μπροστά τους. Άνθρωπος του Θεού, με γνήσια αγάπη απέναντί Του, με καλή και ευσεβή πολύτεκνη οικογένεια, με διάθεση ελεήμονα, τόσο που δεν υπήρχε άνθρωπος να κτυπήσει τη θύρα της και να μη βρεί μια ανοιχτή αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, την παρηγοριά και τη στοργή. Γι' αυτό και παραξενεύτηκε για την περασμένη ώρα, αλλά και από τη θέα του προσώπου της φαινόταν συντετριμμένη.
“Πάτερ, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δεν ξέρω κάν αν είναι κανονική εξομολόγηση αυτό που θέλω. Νιώθω όμως την καρδιά μου πολύ βαριά από κάτι που συνέβη, και αισθάνομαι την ανάγκη να σας το πώ, για να με καθοδηγήσετε. Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία αυτό που έκανα. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη ένταση στην οικογένεια”.
...
“Λοιπόν, πάτερ. Πριν λίγες ημέρες βρεθήκαμε στο εξοχικό που έχουμε στην Κόρινθο. Θα έχετε υπόψη σας – έχετε έλθει άλλωστε και το έχετε δεί – ότι πολύ κοντά στο σπίτι μας εκεί, υπάρχει ένα παλιό ξωκκλήσι. Αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο το μεγαλομάρτυρα – μεγάλη η χάρη Του! Κόντευε μεσημέρι, όταν φτάσαμε, κι ήμασταν όλοι μαζί. Ξέρετε την αγάπη που τρέφει όλη η οικογένεια για τον άγιο, και γι' αυτό θεώρησα υποχρέωση μου, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο στο σπίτι, να πάω να προσκυνήσω. Τα παιδιά βέβαια ήταν πεινασμένα κι έπρεπε να μαγειρέψω. Πετάχτηκα λοιπόν στον άγιο, προσκύνησα, μα σαν είδα τη σκόνη, τις αράχνες, την εγκατάλειψη..., θέλησα λίγο να συγυρίσω. Μου φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να αφήσω τον οίκο του Θεού και τον άγιο χωρίς φροντίδα. Πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Πρώτα δεν πάει η αγάπη στον Θεό και έπειτα στους ανθρώπους; Άρχισα λοιπόν το συγίρισμα και το καθάρισμα. Τα παιδιά ήλθαν να με βρούνε. Φωνάζανε γιατί πείναγαν. Τους εξήγησα ότι σε λίγο θα έλθω, αλλά προηγείται ο άγιος. Προηγείται ο Θεός. Συνέχισα να καθαρίζω, άναψα τα καντήλια, έκαψα και λίγο λιβάνι να μυρίσει ουρανό, και με ικανοποίηση στην καρδιά, έφτασα στο σπίτι”.
Ο ιερέας είχε σκύψει το κεφάλι και άκουγε. Ζούσε την όλη εικόνα που περιέγραφε η Θεώνη και είχε καταλάβει το τι είχε τελικά διαδραματιστεί.
“Κι όταν γυρίσατε, θα έγινε...χαμός, απ' ότι καταλαβαίνω, κ. Θεώνη”.
“Η λέξη χαμός δεν λέει τίποτε, πάτερ. Σαν να είχε έλθει ο εξαποδώ στο σπίτι μας. Φωνές, φασαρίες, χαλασμός. Πέσανε επάνω μου όλα τα παιδιά να με... φάνε. Με κατηγορούσαν ότι τους είχα παρατήσει, ότι δεν τους νοιάζομαι, ότι δεν τους αγαπώ. Ο σύζυγός μου προσπάθησε βέβαια να πάρει το μέρος μου, να καθησυχάσει τα παιδιά – κι είναι έφηβοι, πάτερ, τα ξέρετε – αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμερίζεται στο βάθος τις αντιδράσεις τους. Με πήρε κι εκείνος κάποια στιγμή παράμερα και τα 'κουσα κι από εκείνον. Ο πειρασμός με συνεπήρε. Αναψοκοκκίνησα, μάλωσα μαζί του, φώναξα έντονα και στα παιδιά.
-Ντροπή σας, τους είπα. Τον άγιο πήγα να καθαρίσω. Εκείνος είναι ο προστάτης μας. Έπρεπε κι εσείς κανονικά να έλθετε να βοηθήσετε.
Τελος πάντων, πάτερ, υπήρξε μεγάλη ένταση και πέρασε αρκετή ώρα μέχρις ότου τα πράγματα ησυχάσουν. Και το φαγητό που έφτιαξα, με πόνο και πίκρα το έφτιαξα. Και με μούτρα το έφαγαν. Φύγανε όλοι αμέσως μετά, ο καθένας στον χώρο του, και έμεινα μόνη, μ' ένα τεράστιο “γιατί;” στα χείλη, με καταχνιά και μ' ασήκωτο βάρος στο στήθος...”.
“Κι ήρθατε να με βρείτε”, είπε ο παπάς.
“Πάτερ, πείτε μου. Δεν είχα δίκιο που θέλησα να ετοιμάσω πρώτα τον άγιο; Δεν προηγείται ο ναός και έπειτα όλα τα άλλα;” Η Θεώνη έσκυψε το κεφάλι και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα νοερά στον Κύριο, στην Κυρία Θεοτόκο, και επικαλέστηκε τη βοήθειά τους. Έπρεπε να προσέξει πώς θα απαντήσει. Η κ. Θεώνη ήταν μια ευαίσθητη καρδιά.
“Κυρία Θεώνη”, είπε στο τέλος αργά. “Καταλαβαίνω την αγάπη σας στον Θεό και στους αγίους μας. Και πράγματι η πρώτη και μεγάλη εντολή του Θεού είναι να αγαπάμε Εκείνον με όλη την καρδιά μας, την ψυχή μας, τη διάνοιά μας, τη δύναμή μας. Αλλά, δεν θα συμφωνήσω μαζί σας”.
Η κ. Θεώνη ανασήκωσε το κεφάλι της.
“Δεν θα συμφωνήσω, κ. Θεώνη, γιατί δεν είναι τυχαίο πώς η σπουδαιότερη αρετή για  την Εκκλησία μας, εκείνη που δίνει τον τόνο σε όλες τις άλλες, είναι η διάκριση. Τη συγκεκριμένη ώρα δηλαδή, μεσημέρι, ώρα συνεπώς φαγητού, και έχοντας μάλιστα παιδιά μαζί σας, η προτεραιότητα είναι εκείνα. Το φαγητό έπρεπε πρώτα να ετοιμάσετε, να καθίσετε να φάτε, και έπειτα να πάτε να φροντίσετε το εκκλησάκι του αγίου. Έχω την εντύπωση ότι και τον άγιο να είχαμε τώρα μαζί μας, θα συμφωνούσε μ' αυτό που σας λέω. Και ξέρετε γιατί; Διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και στην υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας. Δεν θυμάσαστε, κ. Θεώνη μου, αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι γνωρίζουμε πώς αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας; Η αγάπη μας στον συνάνθρωπο φανερώνει την αγάπη μας στον Θεό. Αν ήσασταν μόνη σας, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μα δεν ήσασταν... Λοιπόν κ. Θεώνη, στην προκειμένη περίπτωση πέσατε... “θύμα” της αγάπης σας στον Θεό, ας το πούμε έτσι. Που θα πεί: όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ' Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας”.
Η κ. Θεώνη δεν μιλόυσε. Με σκυμμένο το κεφάλι τώρα άκουγε τον ιερέα. Μέσα της έκλαιγε για την αδιακρισία της.
“Πάτερ, αμάρτησα. Καταλαβαίνω ότι πρέπει αμέσως να σπεύσω και να ζητήσω συγγνώμη από όλους τους. Τους έκανα να εξοργιστούν και να βρεθούν σε πειρασμό. Τους έκανα να αμαρτήσουν...”
“Ναι, μα όλα τα σβήνει η μετάνοια, κ. Θεώνη. Η συγγνώμη που θα πείτε, στον Κύριο και στους δικούς σας, θα είναι το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία σας. Να πάτε στην ευχή του Θεού!”
π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 85-92


[Για να βρεις τον σωστό δρόμο είναι καλό να το ζητήσεις και από τον ίδιο το Θεό στην προσευχή:]


«Κύριε, Συ ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα… Δώσε μου τη χαρά της γνώσεως του θελήματός Σου και των οδών Σου…

Δίδαξέ με να Σε αγαπώ αληθινά με όλο μου το είναι, όπως μας παρήγγειλες… Οικοδόμησε τη ζωή μου έτσι, όπως Εσύ ο ίδιος την συνέλαβες στην προαιώνια βουλή Σου.

Ναι, ακόμη και για μένα, γιατί Εσύ κανέναν δεν ξέχασες και κανέναν δεν έπλασες για απώλεια… Εγώ με αφροσύνη εκδαπάνησα τις δυνάμεις που μου έδωσες, αλλά τώρα […] διόρθωσέ τα όλα Εσύ ό ίδιος, και ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα… Αλλά έτσι, ώστε πραγματικά το θέλημά σου να πραγματοποιηθεί στη ζωή μου, είτε εγώ το καταλαβαίνω είτε δεν το καταλαβαίνω μέχρι καιρού…

Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους που οδηγούν στο σκοτάδι… αλλά πριν παραδοθώ στον ύπνο του θανάτου, δώσε σε μένα την ανάξια να δω το Φως Σου, ω Φως του κόσμου».
[…]

Το κάθε πάθημά μας, ακόμη και το άδικο, το γνωρίζει ο Θεός. Γνωρίζει και συμπάσχει μαζί μας. Είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε «προσωπικές» σχέσεις μαζί Του…

Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος του Έσσεξ
(Απόσπασμα από επιστολή στην αδελφή του Μαρία. Από το βιβλίο: Γράμματα στη Ρωσία, εκδόσεις Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας)

Αμαρτία – μια ευρύτερη προσέγγιση
...
Για την αμαρτία μόλις μίλησα. Η ηθική, πάλι, είναι μια εξωτερική πλευρά από κάτι που βρίσκουμε στην Αγία Γραφή. Ο Χριστός μάς δίνει εντολές, δίνει το παράδειγμα πώς να είμαστε, πώς να ζούμε. Και μπορούμε είτε να προσπαθήσουμε να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές αυτές, είτε να αναρωτηθούμε τι είδους άνθρωπος πρόκειται να γίνω έτσι ώστε αυτές οι εντολές, αυτό το παράδειγμα να είναι η φυσική μου συμπεριφορά, το είναι μου. Και τότε η ηθική παύει πλέον να είναι ένα σύστημα εντολών, καθηκόντων, υποχρεώσεων. Προχωρά ένα βήμα βαθύτερα, περιγράφοντας τι πρέπει να είμαι -και όχι τι πρέπει να κάνω- ώστε να είμαι ένα αληθινό ον και όχι ένας υπ-άνθρωπος όπως όλοι είμαστε – διότι το μόνο ανθρώπινο ον είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός.
Όσο για την αποδεκτή ή μη συμπεριφορά από κοινωνικής πλευράς, αυτή εξαρτάται από το γενικότερο πλαίσιο. Υπάρχουν ιστορικές περίοδοι κατά τις οποίες οι κοινωνικές πιέσεις μάς καλούν ή μας αναγκάζουν να ακολουθήσουμε τον Χριστό. Υπάρχουν άλλες που μας απομακρύνουν. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κράταμε τη θέση μας και να δείχνουμε τη διαφορά μας χωρίς όμως να απορρίπτουμε τους γύρω μας, να δεχόμαστε να είμαστε διαφορετικοί, να έχουμε διαφορετικές αρχές και να υποστηρίζουμε ότι αυτές είναι οι ανθρώπινες αρχές κaαι οι άλλες όχι.
Είναι ξεκάθαρο ότι, αν ο καθένας μας αναρωτιόταν, “Είμαι ως άτομο αυτό που αισθάνομαι πως θα ήθελα να είμαι;”, θα βρίσκαμε μια σειρά από πράγματα με τα οποία δεν θα είμαστε ευχαριστημένοι, μικρά ή μεγάλα. Ο όρος “μικρά ή μεγάλα” είναι ανακριβής, γιατί μερικές φορές κάνουμε κάτι που φαίνεται πολύ δραματικό, αλλά στην πραγματικότητα δεν κάνει και πολύ κακό, ενώ άλλοτε κάνουμε κάτι πολύ μικρό που είναι πολύ καταστρεπτικό και δηλητηριώδες. Ξέρετε, μπορεί κανείς να μαλώσει πολύ, με κάποιον που αγαπά, και ο καβγάς τελειώνει σαν καλοκαιρινή καταιγίδα. Ή πάλι μπορεί με όλο το δηλητήριο που έχει μέσα του να πει σε κάποιον που θέλει να τον βοηθήσει “Όχι, ευχαριστώ”, κι αυτό να περιέχει πολύ περισσότερη κακία από τον προηγούμενο “καβγά”. Επομένως τα αμαρτήματα, θανάσιμα και συγχωρητέα, δεν πρέπει να μπαίνουν σε κατηγορίες. Είναι πολύ επικίνδυνο.
...
Θυμάμαι κάποτε μια ενορίτισσά μας που μου είπε: “Πάτερ Αντώνιε, γιατί δεν μου φανερώνεις ποιά είναι τα λάθη μου; Δεν θέλω να είμαι κακός άνθρωπος”. Της απάντησα: “Μη σε νοιάζει, δεν θα καταδικαστείς για τα λάθη σου, ο Θεός θα στα συγχωρήσει. Θα καταδικαστείς για τις αρετές σου, γιατί πληρώνουμε γι'αυτές”. Αυτή ήταν μια γυναίκα που αποκάλυπτε ανελέητα στον καθένα ό,τι σκεφόταν για 'κείνον. Και ήταν εξίσου ανελέητη στις πράξεις της όπως και στα λόγια της. Κόστιζε σε όλους μας ακριβά το να υπάρχει ένα τόσο αδίστακτα άγιο άτομο στον περίγυρό μας. Όλους μας μάς βάραινε η αγιοσύνη της, ενώ αναπνέαμε τη στιγμή του αμαρτήματος. Κατά κάποιον τρόπο οι αρετές ήσαν διαβολικές. Αυτή, λοιπόν, είναι μια άλλη άποψη που μπορούμε να διεργαστούμε. Ποιά, δηλαδή, είναι τα θετικά μας στοιχεία που βασανίζουν τους γύρω μας και ποιά είναι τα αρνητικά μας στοιχεία που πληγώνουν και βλάπτουν τους γύρω μας; Αυτή είναι μια δυσάρεστη άσκηση, γιατί το να ανακαλύπτεις τα αρνητικά στοιχεία σου εσύ ο ίδιος είναι αρκετά δυσάρεστο, όμως το να σου τα φανερώνουν οι άλλοι είναι πέρα για πέρα δυσάρεστο.
...
Έχω ακόμη κάτι να πω: Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν μερικές αμαρτίες που είναι καλύτερες από άλλες, όμως αυτό που γνωρίζω είναι ότι μερικές φορές δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε κάτι απλά και μόνο κόβοντάς το. Συχνά πρέπει να υπάρξει κάτι σαν ενδιάμεση κατάσταση, η οποία αυτή καθαυτή δεν είναι καλή, αλλά που θα καταστήσει τη νίκη εφικτή. Έχω συχνά αναφερθεί, π.χ., σε μια παράγραφο από τη ζωή του Γκάντι, στην οποία μας διηγείται ότι κατά το τέλος της καριέρας του είχε κατηγορηθεί ότι έλεγε ψέμματα, ότι δηλαδή στην αρχή είχε κηρύξει να κάνουν απεργία στα λιμάνια και μόνο όταν ύπηρξε θετική έκβαση, τότε μόνο μίλησε για μη-βία.

Αλλά ο Γκάντι είπε: “Όχι, δεν το καταλάβατε καθόλου. Είδα αυτούς τους ανθρώπους και κατάλαβα ότι ήταν δειλοί. Το να τους παροτρύνω να είναι ταπεινοί και πράοι θα ήταν σα να έκτιζα ένα ευγενές οικοδόμημα πάνω στη δειλία τους. Τους δίδαξα τη βία για να ξεπεράσουν τη δειλία τους, και τους δίδαξα τη μη-βία για να ξεπεράσουν τη βία”.
Πιστεύω ότι έτσι έχουν τα πράγματα για περισσότερους από ένα λόγους. Πιστεύω, π.χ., ότι όταν ο μόνος σκοπός στη ζωή κάποιου είναι η φιλοδοξία, το να σκοτώσεις τη φιλοδοξία του μπορεί να ισοδυναμεί με το να σκοτώσεις το μόνο πράγμα που του δίνει δύναμη. Άφησέ τον να πετύχει κάτι και μετά κάνε τον να ξεπεράσει τη φιλοδοξία του, τότε που θα έχει ανακαλύψει κάτι καλύτερο από την προσωπική φιλοδοξία, κάτι που θα είναι μεγαλύτερο και ευγενές από μόνο του. Δεν μπορείς πάντα να σκοτώνεις ό,τι είναι κακό, γιατί μερικές φορές δε μένει τίποτε ή μένει πολύ λίγο, με το οποίο πρέπει να ζήσει.
Θυμάμαι τις Ιστορίες του Χασιντίμ, του Μάρτιν Μπούμπερ. Αναφέρονται σε κάποιον που πηγαίνει σε έναν Ραβίνο και τον ρωτά: “Πώς μπορώ να σταματήσω τις άσκοπες σκέψεις μου;”. Και ο Ραβίνος του απαντά: “Μην προσπαθείς, διότι δεν έχεις άλλες. Προσπάθησε όμως να βάλεις μια-μια τις πραγματικές σκέψεις στη σειρά και τότε αυτές θα κάνουν πέρα τις άλλες, τις άσκοπες”. Διότι δεν είναι δυνατόν κάποιος να καλύψει ένα κενό χώρο. Στην Αγία Γραφή διαβάζουμε γι'αυτόν που έδιωξε ένα διάβολο από το δωμάτιό του, αλλά το άφησε αφύλακτο. Μετά ο διάβολος επέστρεψε, έριξε μια ματιά, βρήκε το δωμάτιο καθαρό και τακτικό, και γύρισε για να ζήσει εκεί μαζί με ολόκληρη παρέα από διαβόλους. Επομένως δεν είναι απλή υπόθεση, δεν μπορείς να πεις σε κάποιον, “Είσαι περήφανος, γίνε ταπεινός”, ή “Είσαι ανυπόμονος, γίνε υπομονετικός”. Υπάρχουν τρόποι που μπορούμε να εξασκούμαστε.

“On sin”
Metropolitan Anthony: contributions to panel discussion, 23.2.1984

(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 67-71)

Μέχρις εσχάτων.

Θα μιλήσω γι'αυτούς τους ανθρώπους που εξέλαβαν τη Βίβλο τόσο σοβαρά, ώστε στα μάτια του κόσμου, στα μάτια των Χρστιανών -απόλυτα ειλικρινών Χριστιανών- ίσως φαίνονται τρελοί. Θα σας δώσω, λοιπόν, μια σειρά από παραδείγματα για να καταλάβετε τι εννοώ και για να σας δώσω την ευκαιρία να κατανοήσετε το μεγαλείο τους, την παθιασμένη πίστη τους.
Γνωρίζετε πως ο απόστολος Παύλος αναφέρεται στη “μωρία του σταυρού”. Μιλά για την τρόπον τινά “μωρία” του Θεού, λέγοντας ότι ο μέσος άνθρωπος δεν θα θυσιαζόταν ούτε για να σωθεί ο φίλος του, πόσο μάλλον ασύλληπτο του είναι το να θυσιαστεί για τους εχθρούς του. Έτσι, λοιπόν, οι δια Χριστόν σαλοί είναι άνθρωποι που πήραν πολύ στα σοβαρά το ότι η συμπεριφορά του Θεού φάνηκε μωρία στα μάτια των θεωρουμένων “φυσιολογικών”, εκείνων που σκέφτονται υπολογιστικά και που προσπαθούν να κάνουν το σωστό, αλλα σταματούν σε κάποιο σημείο της προσπάθειάς τους.
Ο πρώτος για τον οποίο θα ήθελα να μιλήσω, είναι ένας από τους πρώτους αγίους στην Αλεξάνδρεια, που λεγόταν Σεραπίων. Του έδωσαν το όνομα “Σεραπίων ο Σινδονίτης”, διότι φορούσε μόνο ένα σεντόνι, ζούσε στην ύπαιθρο, έτρωγε μόνο ό,τι του έδιναν από ελεημοσύνη και είχε μόνο ένα περιουσιακό στοιχείο στην κατοχή του, ένα βιβλιαράκι της Αγίας Γραφής. Ξέρετε, εκείνα τα χρόνια ένα βιβλίο ήταν εξαιρετικά σπάνιο, κάτι που κατείχαν μόνο οι πόλυ πλούσιοι.

Μια μέρα, λοιπόν, οι φίλοι του τον είδαν να τρέχει γυμνός, χωρίς ούτε καν το σεντόνι του, και τον ρώτησαν τι του συνέβη. Απάντησε ότι συνάντησε έναν άνθρωπο φτωχότερο από τον ίδιο και του έδωσε το σεντόνι του. Λίγες μέρες  αργότερα τον είδαν χωρίς την Αγία Γραφή του και τον ρώτησαν ξανά τι συνέβη. Απάντησε πως είδε κάποιον που τον τραβούσαν στη φυλακή επειδή χρωστούσε, και έδωσε το βιβλίο του για να εξοφλήσει ο άνθρωπος αυτός το χρέος του.

“Μα πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;”, τον ρώτησαν. “δεν ήταν το βιβλίο αυτό το πολυτιμότερο πράγμα που είχες;”. “Ναι”, είπε εκείνος, “αλλά η Αγία Γραφή με δίδαξε να προσφέρω τα πάντα στο όνομα της αγάπης και της ελεημοσύνης, και του το έδωσα γιατί ήταν το μόνο πράγμα που είχα να δώσω”.
Εδώ λοιπόν έχουμε έναν άνθρωπο που στεκόταν απογυμνωμένος μπροστά στον Θεό, έναν άνθρωπο που έκανε πράξη τη συμπόνια και την αγάπη ολοκληρωτικά, αληθινά, μέχρις εσχάτων.
Θα σας δώσω άλλο ένα παράδειγμα, κάποιον ονόματι Βιτάλιο, που ήταν κι αυτός ένας από τους μεγάλους ασκητές στην έρημο της Αιγύπτου. Ζούσε για σαράντα περίπου χρόνια στην έρημο και θεωρείτο άγιος. Μια μέρα πήγε στην Αλεξάνδρεια να πουλήσει τα καλάθια που έπλεκε, και είδε κάποιες πόρνες στους δρόμους κοντά στο λιμάνι. Τις συμπόνεσε ως τα βαθιά φυλλοκάρδια του και αποφάσισε κάπως να τις βοηθήσει.

Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος που είχε περάσει όλη του τη ζωή προσευχόμενος στην έρημο, αγωνιζόμενος για την ακεραιότητα ψυχής, νου και καρδιάς, ήρθε στην Αλεξάνδρεια προς μεγάλο σκανδαλισμό όσων τον γνώριζαν ως ερημίτη, βρήκε μια δουλειά λιμενεργάτη μ'ένα ελάχιστο μεροκάματο και κάθε βράδυ έπαιρνε μαζί του στο χώρο που έμενε μία από τις πόρνες. Εκεί της πρόσφερε το μεροκάματό του, λέγοντας: “Αυτό είναι για σένα. Τώρα έλα να προσευχηθούμε και να πάμε για ύπνο. Κέρδισα μια νύχτα αγνότητας για σένα.”. Και η γυναίκα κοιμόταν, παρέμενε αγνή για ένα βράδυ και μετά, βέβαια, επέστρεφε στο επάγγλεμά της. Μα εκείνος είχε κάνει ότι μπορούσε. Της είχε δώσει την ευκαιρία να γνωρίσει καποιον που τη σεβόταν, έναν άνδρα που την αντιμετώπιζε με τον απόλυτο σεβασμό που κάθε ανθρώπινο ον αξίζει, είτε ανήκει στην υψηλή κοινωνία είτε βρίσκεται στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της.

Όμως ο Βιτάλιος έθετε έναν όρο για την αγαθοεργία που παρείχε. Έλεγε στις γυναίκες αυτές: “Μην το πείτε σε κανέναν όσο ζω”. Και επομένως κυκλοφόρησε στην Αλεξάνδρεια η φήμη ότι ο Βιτάλιος, που όλοι τον ήξεραν για άγιο, είχε παραστρατήσει, ότι είχε αφήσει την έρημο και δούλευε την ημέρα για να μπορεί να περνά τα βράδια με τις πόρνες μέσα στην αμαρτία. Ο Βιτάλιος δεν έλεγε τίποτε. Το άντεξε για πολλά χρόνια μέχρι που πέθανε σε μεγάλη ηιλκία.

Όταν το σαρκίο του μεταφερόταν, χωρίς πολυ σεβασμό, από “ελεημοσύνη” στο νεκροταφείο, δεκάδες δεκάδων πόρνες ακολουθούσαν. Και τότε μίλησαν για το τι είχε κάνει εκείνος για αυτές. Τους είχε δώσει την αίσθηση του αυτοσεβασμού -έστω για μια στιγμή ίσως- αλλά τους την είχε δώσει, και μάλιστα με κόστος την προσωπική του τιμή, διότι το σημαντικό δεν ήταν η σκληρή ζωή του, αλλά η απώλεια του σεβασμού των άλλων.
Βλέπετε, λοιπόν, ο πρώτος άγιος έκανε όλα όσα μπορούσε πραγματικά να κάνει, πυροδοτούμενος από συμπόνια και αγάπη. Ο δεύτερος τα έκανε επίσης από συμπόνια, αλλά θυσίασε την τιμή του, τον σεβασμό των άλλων, για να μπορέσει να υπηρετήσει αυτές τις γυναίκες και να τους ξαναδώσει έστω και μια γεύση της αίσθησης ότι ήσαν ανθρώπινα όντα άξια σεβασμού...

“On fools for Christ's sake” Youth Camp. 1978

(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 20-24)

Έλεγαν για τον Αββά Παφνούτιο, ότι δεν έπινε εύκολα κρασί.

Οδεύοντας λοιπόν κάποτε, συνάντησε συμμορία ληστών και τους βρήκε την ώρα που έπιναν κρασί. Τον γνώριζε δε ο αρχιληστής και ήξερε ότι δεν πίνει κρασί.

Και βλέποντάς τον κατακουρασμένο, γέμισε ποτήρι με κρασί, πήρε στο σπαθί στο χέρι και λέει στον γέροντα:
«Αν δεν πιεις σε σκοτώνω».

Καταλαβαίνοντας τότε ο γέρων ότι εντολή Θεού θα έκανε, αποσκοπώντας να τον κερδίσει, πήρε και ήπιε.
Ο δε αρχιληστής, μεταμελημένος, είπε:

«Συγχώρεσέ με, Αββά, που σε στενοχώρησα».
Και λέει ο γέρων:

«Έχω εμπιστοσύνη στο Θεό, ότι, χάρη στο ποτήρι αυτό, θα σε ελεήσει και σε αυτόν και στον άλλο κόσμο». Λέει ο αρχιληστής:
«Με τη χάρη του Θεού, είμαι βέβαιος ότι από τώρα δεν θα κάνω κακό σε κανέναν».

Και κέρδισε ο γέρων όλη τη συμμορία, αφήνοντας το δικό του θέλημα για χάρη του Κυρίου»


(Είπε γέρων. Εκδ. Αστήρ. Αββα Παφνουτίου α, σελ. 232)

Σελίδα 1 από 5