Γέροντα, μου λέει ο λογισμός ότι ο διάβολος, ιδίως στις μέρες μας, έχει πολλή δύναμη.
Ο διάβολος έχει κακία και μίσος, όχι δύναμη. Η αγάπη του Θεού είναι παντοδύναμη. Ο σατανάς προσπαθεί να φανή παντοδύναμος, αλλά δεν τα καταφέρνει. Φαίνεται δυνατός, αλλά είναι τελείως αδύναμος. Πολλά καταστρεπτικά σχέδιά του χαλούν, πριν καν αρχίσουν να πραγματοποιούνται. Θα άφηνε ποτέ ένας πολύ καλός πατέρας μερικά αλητάκια να χτυπούν τα παιδιά του;
- Γέροντα, φοβάμαι τα ταγκαλάκια.
- Τι να φοβηθής; Τα ταγκαλάκια δεν έχουν καμμιά δύναμη. Ο Χριστός είναι παντοδύναμος. Ο πειρασμός είναι σάπιος. Σταυρό δεν φοράς; Τα όπλα του διαβόλου είναι αδύναμα. Ο Χριστός μας μας έχει οπλίσει με τον Σταυρό Του. Μόνον όταν αφήνουμε τα όπλα τα πνευματικά, τότε ο εχθρός έχει δύναμη. Ένα μικρό σταυρουδάκι έδειξε ένας ορθόδοξος ιερέας σε έναν μάγο και έκανε να τρέμη ο δαίμονας που είχε επικαλεσθή με τις μαγείες του.
- Γιατί φοβάται τόσο πολύ τον Σταυρό;
- Γιατί, όταν ο Χριστός δέχθηκε τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα και τα χτυπήματα, τότε συντρίφθηκε το βασίλειο και η εξουσία του διαβόλου. Με τι τρόπο νίκησε ο Χριστός!
“Με το καλάμι συντρίφθηκε το κράτος του διαβόλου”, λέει κάποιος Άγιος. Όταν δηλαδή Του έδωσαν το τελευταίο χτύπημα με το καλάμι στο κεφάλι, τότε συντρίφθηκε η εξουσία του διαβόλου. Δηλαδή η υπομονή είναι η πνευματική άμυνα και η ταπείνωση το μεγαλύτερο όπλο κατά του διαβόλου.
Το μεγαλύτερο βάλσαμο της σταυρικής θυσίας του Χριστού είναι που συντρίφθηκε ο διάβολος. Μετά την Σταύρωση του Χριστού, είναι πια όπως το φίδι που του έχει αφαιρεθή το δηλητήριο ή όπως το σκυλί που του έχουν αφαιρεθή τα δόντια. Αφαιρέθηκε το φαρμάκι από τον διάβολο, αφαιρέθηκαν τα δόντια από τα σκυλιά, τους δαίμονες, και είναι τώρα αφοπλισμένοι και εμείς με τον Σταυρό οπλισμένοι.
Τίποτε, τίποτε δεν μπορούν να κάνουν οι δαίμονες στο πλάσμα του Θεού, όταν δεν τους δώσουμε εμείς δικαιώματα. Μόνο φασαρία κάνουν, δεν έχουν εξουσία.
Μια φορά, όταν ήμουν στο Κελλί του Τιμίου Σταυρού, πέρασα μια πολύ όμορφη αγρυπνία!
Είχαν μαζευθή την νύχτα πολλοί δαίμονες επάνω στο ταβάνι. Στην αρχή χτυπούσαν με βαριές δυνατά και μετά θορυβούσαν, σαν να κυλούσαν κούτσουρα μεγάλα, κορμούς δένδρων.
Σταύρωνα το ταβάνι και έψαλλα “Τον Σταυρόν σου προσκυνούμεν, Δέσποτα…”. Τελείωνα, άρχιζαν τα κούτσουρα πάλι. “Τώρα, είπα, θα κάνουμε δυο χορούς! Έναν εσείς με τα κούτσουρα από πάνω και έναν εγώ από κάτω!” Άρχιζα εγώ, σταματούσαν αυτοί.
 Μια φορά έψαλλα “Τον Σταυρόν σου προσκυνούμεν…”, την άλλη “Κύριε, όπλον κατά του διαβόλου τον Σταυρόν σου ημίν δέδωκας…”. Πέρασα την πιο ευχάριστη νύχτα με ψαλμωδία και, όταν λίγο σταματούσα, συνέχιζαν αυτοί με την ψυχαγωγία! Την κάθε φορά όλο και διαφορετικό έργο θα παρουσιάσουν!…
- Όταν ψάλλατε την πρώτη φορά, δεν έφυγαν;
- Όχι. Μόλις τελείωνα εγώ, άρχιζαν εκείνοι. Ναι, έπρεπε να βγάλουμε αγρυπνία και οι δυο χοροί! Ήταν μια όμορφη αγρυπνία! Έψελνα με καημό! Πέρασα καλές μέρες!…
- Γέροντα, πώς είναι ο διάβολος;
- Ξέρεις τι “όμορφος” είναι; Άλλο πράγμα! Μόνο να τον δης!! Και πώς η αγάπη του Θεού δεν επιτρέπει να βλέπει ο άνθρωπος τον διάβολο! Ω, θα πέθαιναν οι περισσότεροι από τον φόβο τους! Σκέψου αν τον έβλεπαν πως ενεργεί, αν έβλεπαν την… “γλυκειά” του μορφή! Μερικοί πάλι θα είχαν την καλύτερη ψυχαγωγία! Ξέρεις τι ψυχαγωγία; Πώς το λένε; Σινεμά;… Για να δη κανείς όμως ένα τέτοιο έργο, πρέπει να πληρώση πολλά…, και πάλι αν θα μπορέση να το δη!
- Έχει κέρατα, ουρά;
- Ναι, όλα τα εξαρτήματα!!!
- Γέροντα, οι δαίμονες έγιναν τόσο άσχημοι, όταν έπεσαν και έγιναν από Άγγελοι δαίμονες;
- Εμ, βέβαια! Και είναι τώρα σαν να τους χτύπησε κεραυνός. Αν πέση κεραυνός και χτυπήση ένα δένδρο, δεν θα γίνη αμέσως το δένδρο ένα μαύρο κούτσουρο; Έτσι και αυτοί είναι σαν να τους χτύπησε κεραυνός. Ένα διάστημα έλεγα στο ταγκαλάκι: “Να έρχεσαι να σε βλέπω, για να μην πέσω στα χέρια σου. Τώρα και μόνον που σε βλέπω, φαίνεσαι πόσο κακός είσαι. Αν πέσω στα χέρια σου, τι κακό έχω να πάθω!”


(ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος περιγράφει τη μύηση του Ιουλιανού του Παραβάτη στα ειδωλολατρικά μυστήρια μέσα σε σπήλαιο).

Κατέβαινε μεν σε ένα από τα άδυτα (σπήλαια) που στους πολλούς είναι άβατα και φοβερά (πόσο θα ευχόμουν να κατέβαινε και την οδό που φέρνει στον άδη πριν προβεί στα τέτοιου είδους κακά), συνοδευόμενος και από τον πολλών αδύτων άξιο, τον σοφό γύρω από αυτού του είδους τα πράγματα, δηλαδή τον σοφιστή.

Διότι και αυτό είναι ένα είδος μαντείας σε αυτούς, να μαθητεύουν για τα μέλλοντα σε κάποιον ζωντανό και σε υποχθόνιους δαίμονες, είτε επειδή χαίρονται στο σκοτάδι περισσότερο, αφού και είναι σκοτάδι και δημιουργοί του σκότους της κακίας, είτε επειδή αποφεύγουν τις επαφές με τους ευσεβείς πάνω στη γη και εξαιτίας αυτών είναι ασθενέστεροι.
Καθώς λοιπόν ο θρασύς προχωρούσε, τον προσβάλλουν τα φόβητρα που γίνονται ολοένα περισσότερα και φοβερότερα, αφήνοντας μερικούς ήχους ασυνήθιστους και αηδιαστικές οσμές και φωτεινά φαντάσματα και δεν γνωρίζω ποιες άλλες ανοητολογίες και φλυαρίες· αφού κυριεύτηκε από αυτό το απροσδόκητο, διότι ήταν οψιμαθής σχετικά με αυτά, καταφεύγει στο σταυρό και στο παλαιό φάρμακο και με αυτό σημειώνεται εναντίον των φοβήτρων και κάνει βοηθό αυτόν που δίωκε. Και τα επόμενα είναι περισσότερο φρικώδη.
Κατίσχυσε η σφραγίδα του σταυρού, ηττώνται οι δαίμονες, λύνονται οι φόβοι. Έπειτα τι; Αναπνέει το κακό, αποθρασύνεται, πάλι ορμή και οι ίδιοι φόβοι, και πάλι το σημείο του σταυρού και οι δαίμονες ηρεμούν.

Και ο μυούμενος μένει σε απορία, ο δε μυσταγωγός από κοντά του παρερμηνεύει την αλήθεια· σιχαθήκαμε, λέει, δεν φοβηθήκαμε το σταυρό· νικά το χειρότερο.

Αυτά λέει και λέγοντας πείθει και αφού έπεισε οδηγεί τον μαθητή στο βάραθρο της απώλειας. Και τίποτα το αξιοπερίεργο· διότι η πονηρία είναι έτοιμη να ακολουθήσει το κακό μάλλον παρά να αναχαιτιστεί από το καλύτερο.
Εκείνα μεν λοιπόν τα οποία είπε ή έκανε ή ανέπεμψε εξαπατημένος μπορούν να τα γνωρίζουν εκείνοι που μυούν και εκείνοι που μυούνται.

Ανεβαίνει λοιπόν (από το σπήλαιο) δαιμονισμένος και στην ψυχή και στα πράγματα και με τα γεμάτα μανία μάτια μαρτυρώντας ποιους λάτρευσε· και μολονότι δεν γέμισε από δαίμονες από εκείνη την ημέρα, κατά την οποία τόσο πονηρά τέλεσε, οπωσδήποτε τότε κατέστη η δαιμονοπληξία του περισσότερο εμφανής, για να μην αποδειχτεί μάταιη η κάθοδός του και η μετάληψη των δαιμόνων, την οποία εκείνοι ονομάζουν ενθουσιασμό, αλλάζοντας ευπρεπώς τα ονόματα.


(Γρηγορίου Θεολόγου έργα,Κατά Ιουλιανού Βασιλέως στηλιτευτικός Β΄55-56,ΕΠΕ τόμος 3, σελ. 77-79 μετάφραση παραλλαγμένη προς τη νεοελληνική και υπογραμμίσεις δικές μας)

Προλήψεις και δεισιδαιμονίες.

    Μετά το γάμο, αν γεννηθή παιδί, θα δούμε και δω την ίδια μωρία και πολλά σύμβολα που είναι γεμάτα από γελιότητες. Και πράγματι˙ όταν πρόκειται να δώσουν όνομα στο παιδί, δεν το ονομάζουν με το όνομα των αγίων, όπως συνήθιζαν πρώτα οι παλιοί, αλλά, αφού ανάψουν λύχνους και τους δώσουν ονόματα, δίνουν στο παιδί το όνομα του λύχνου εκείνου που διήρκησε περισσότερο νομίζοντας ότι αυτό θα ζήση πολύ χρόνο. Κατόπιν, αν συμβή να πεθάνη αυτό σε μικρή ηλικία, και πολλές φορές συμβαίνει, πολύ θα γελάση ο διάβολος, διότι τους εξαπάτησε σαν ανόητα παιδιά.
    Τι να πη κανείς για τα φυλαχτά και τα κουδούνια, που κρεμούν από το χέρι και την κόκκινη κλωστή και τα άλλα που είναι γεμάτα με πολλή ανοησία, ενώ δεν πρέπει να τοποθετούν τίποτε άλλο γύρω από το παιδί, παρά μόνο τον σταυρό για να το προστατεύη το παιδί; Τώρα, όμως, περιφρονείται αυτός που πέτυχε την επιστροφή ολόκληρης της οικουμένης και κατάφερε αποφασιστικό πλήγμα κατά του διαβόλου και κατάστρεψε όλη τη δύναμί του, ενώ εμπιστεύονται την ασφάλεια του παιδιού σε κλωστές και νήματα και σε άλλα παρόμοια φυλακτά. Να πω τι μπορεί να βρεθή άλλο πιο γελοίο από αυτό;
    Οι γυναίκες κατόπιν, παραμάνες και υπηρέτριες, παίρνουν βούρκο από το λουτρό και με το δάκτυλό τους χρίουν και κάνουν σημάδι στο μέτωπο του παιδιού. Και αν κάποιος ρωτήση τι χρειάζεται ο βούρκος και ο πηλός, θα του απαντήσουν ότι απομακρύνει το πονηρό μάτι, τη βασκανία και το φθόνο. Πω! πω! η δύναμις του βούρκου και η δύναμις του πηλού, πόση μεγάλη ισχύ έχουν! απομακρύνει ολόκληρη την παράταξι του διαβόλου!
    Πες μου, δε θα ντραπήτε, δε θα καταλάβετε ποτέ τέλος πάντων τις παγίδες του διαβόλου, πως από την πρώτη ηλικία σιγά – σιγά ο διάβολος εισάγει τις πονηριές του; Και αν ο βούρκος πετυχαίνη αυτό, γιατί δεν το κάνεις και στο μέτωπό σου, αφού μάλιστα είσαι άνδρας και έχεις συνηθίσει και σε φθονούν περισσότεροι από όσο το παιδί; γιατί δεν καλύπτεις με βούρκο όλο το σώμα σου; Διότι, εάν έχη τόση δύναμι ο βούρκος στο μέτωπο, γιατί δεν χρίεις με βούρκο ολόκληρο το σώμα σου; Αυτά είναι γέλιο και σατανική κωμωδία, που όχι μόνο αξίζει χλευασμό, αλλά και οδηγεί στην κόλασι αυτούς που απατώνται.

Και το να τα κάνουν αυτά οι ειδωλολάτρες δεν είναι καθόλου παράξενο˙ το να κάνουν όμως αυτή την ασχήμια εκείνοι που προσκυνούν το σταυρό και κοινωνούν τα απόρρητα μυστήρια και φιλοσοφούν για τόσο υψηλά θέματα, αυτό είναι άξιο για πολλούς θρήνους.
    Ο Θεός σε τίμησε με μύρο πνευματικό και συ μολύνεις το παιδί με βόρβορο; ο Θεός σε τίμησε και συ ατιμάζεις τον εαυτό σου; και ενώ έπρεπε να σχηματίζης στο μέτωπο το σταυρό, που χαρίζει ακατανίκητη ασφάλεια, εσύ τα εγκατέλειψες αυτά και καταντάς στη σατανική ανοησία; Εάν όμως μερικοί τα νομίζουν αυτά σαν ασήμαντα, ας μάθουν ότι είναι αίτια μεγάλων κακών και ότι ούτε ο Παύλος έκρινε σκόπιμο να αδιαφορή για τα μικρά.
    Πες μου, λοιπόν, πως το οδηγείς στα χέρια του ιερέως; πως έχεις την αξίωσι να σφραγισθή με το σημείο του σταυρού στο μέτωπο, από το χέρι του ιερέως, όπου προηγουμένως επέχρισες το βόρβορο;
    Μη, μη κάμνετε αυτά αδελφοί, αλλά από την πρώτη ηλικία να περιφρουρήτε τα παιδιά με όπλα πνευματικά και να τα εκπαιδεύετε να κάμνουν με το χέρι τους στο μέτωπο το σημείο του σταυρού˙ και πριν μπορέσουν να κάνουν αυτό με το χέρι τους, να κάμνετε σεις οι ίδιοι σ’  αυτά το σημείο του σταυρού.
(Α’ Κορινθίους, ΙΒ’ ΕΠΕ 18,348-352. PG 61,106)

  

ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ιστορία διαβάζομε στη βιογραφία του Οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου:
Ένας άσωτος νέος στην Αλεξάνδρεια γοητεύτηκε από την ομορφιά μιας παντρεμένης γυναίκας, που ήταν παράδειγμα τιμιότητας και σωφροσύνης. Επειδή κατάλαβε πως ήταν αδύνατον να την παρασύρη στα δίχτυα του με άλλο τρόπο, πήγε σ’ ένα μάγο και του έταξε πολλά χρήματα, αν κατώρθωνε με τη σκοτεινή του τέχνη να τη φέρη στο σκοπό του. Ούτε έτσι όμως κατάφερε αυτό που ήθελε.

Ο μάγος τότε, από εκδίκησι, έκανε να φαίνεται η νέα στα μάτια των ανθρώπων σαν φοράδα. Έτσι τη βρήκε ο άνδρας της ένα βράδυ που γύρισε από τη δουλειά του στο σπίτι του. Απαρηγόρητος για τη συμφορά, φώναξε τους ιερείς να κάνουν αγιασμό και να προσευχηθούν γι’ αυτήν.

Καταλάβαινε πως όλα αυτά οφείλονταν σε διαβολική ενέργεια. Βλέποντας όμως πως δε γινόταν τίποτε, την τρίτη ημέρα έδεσε από το λαιμό τη δυστυχισμένη γυναίκα και την ωδήγησε στον Όσιο Μακάριο, που η φήμη του, σαν θαυματουργού, είχε απλωθή σ’ όλη την Αίγυπτο.
Στο δρόμο τον σταματούσαν οι Καλόγηροι και τον ρωτούσαν που πήγαινε εκείνη τη φοράδα. Έτσι ο δυστυχισμένος αναγκαζόταν να διηγήται σ’ όλους τη συμφορά του.
Σαν έφτασε στη σκήτη, είπαν οι Αδελφοί στον Όσιο, πως ένας άνθρωπος με μια φοράδα πήγαινε να τον επισκεφθή.
- Πως σας ξεγελά ο διάβολος, τους είπε εκείνος αυστηρά, και βλέπετε έτσι το λογικό πλάσμα του Θεού; Εγώ την βλέπω γυναίκα, όπως είναι στην πραγματικότητα.
Πήγε, τέλος, ο άνθρωπος, κι αφού έβαλε μετάνοια στον Γέροντα, του διηγήθηκε το κακό που τόσο ξαφνικά τον βρήκε. Ο Όσιος τον άκουσε με συμπόνια.

Ύστερα έβαλε νερό σ’ ένα μικρό δοχείο, προσευχήθηκε, το ευλόγησε κι ερράντισε μ’ αυτό τη δυστυχισμένη γυναίκα. Τότε την είδαν όλοι με την πραγματική μορφή της.

Ο Όσιος τους εξήγησε πως το φαινόμενο εκείνο δεν ήταν τίποτε άλλο από φαντασία διαβολική. Κατόπιν είπε στη γυναίκα συμβουλευτικά:
- Μη λείπης ποτέ από την Εκκλησία, όταν γίνεται Λειτουργία, και να κοινωνής συχνά, γιατί και τούτο το κακό σε βρήκε, επειδή έχεις μείνει πέντε εβδομάδες ακοινώνητη.

(Γεροντικόν,Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 228-229)

Ενώ ο αββάς Μακάριος πήγαινε κάποτε από το έλος στο κελί του, φορτωμένους φοινικοβλαστούς, τον συνάντησε ο διάβολος στο δρόμο, με δρεπάνι.

Και καθώς θέλησε να τον χτυπήσει, δεν μπόρεσε. Και του λέει:
«Πολλή αντίσταση βρίσκω σε σένα, Μακάριε, μη μπορώντας να σου κάμω κακό. Και όμως, ό,τι κάνεις το κάνω και εγώ.

Συ νηστεύεις; Και εγώ δεν τρώω καθόλου. Αγρυπνείς; Και εγώ δεν κοιμάμαι καθόλου.

Ένα μονάχα έχεις και με νικάς».
Τον ρωτά ο Αββάς Μακάριος:
«Ποιο είναι αυτό;».
Και εκείνος αποκρίνεται:

«Η ταπείνωσή σου. Αυτή με εξουδετερώνει»


(Είπε Γέρων. Εκδ. Αστήρ, σελ. 152)

Πήγαινε συχνά ο διάβολος στη σπηλιά κάποιου Ερημίτη, για να τον τρομοκρατήσει και να τον κάνει να φύγει από εκεί.

Εκείνος όμως όχι μόνο δεν δείλιαζε, αλλά περιφρονούσε το πονηρό πνεύμα.

Τότε ο διάβολος, για να τον παραπλανήσει, του παρουσιάστηκε με τη μορφή του Χριστού.
- Είμαι ο Χριστός, του είπε.
Ο Ερημίτης έκλεισε τα μάτια του.
- Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; του φώναξε ο διάβολος ερεθισμένος. Σου είπα πως είμαι ο Χριστός.
- Εγώ δεν θέλω να δω τον Χριστό σε αυτόν τον κόσμο,
αποκρίθηκε ο Ερημίτης, κρατώντας ακόμη τα μάτια του κλειστά.
Με τη θαρρετή απάντηση του ανθρώπου του Θεού ο διάβολος εξαφανίστηκε και δεν τόλμησε πια να τον πειράξει.
(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 399)

Κεφάλαιο 15: Κατά πόσο μπορούν οι δαίμονες να γνωρίζουν τις σκέψεις των ανθρώπων.

ΑΒΒΑΣ ΣΕΡΗΝΟΣ: Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι τα πονηρά πνεύματα μπορούν να γνωρίζουν τη φύση των λογισμών μας. Αλλά αυτό γίνεται μόνο εξωτερικά, από συμπεράσματα που στηρίζονται σε κάποια φαινόμενα, όπως είναι αυτά που εκφράζουν τις διαθέσεις μας ή τα λόγια μας ή ακόμα και οι ασχολίες, στις οποίες βλέπουν ότι έχουμε ιδιαίτερη κλίση. Αλλά οι λογισμοί, που δεν έχουν ακόμα βγει από τα βάθη της ψυχής μας, τους είναι εντελώς απρόσιτοι.
Αν οι λογισμοί που μας υποβάλλουν  οι δαίμονες έχουν γίνει αποδεκτοί από εμάς ή όχι, αυτό δεν το γνωρίζουν οι δαίμονες. Επειδή αυτοί έχουν τη δυνατότητα της κοινωνίας με την ψυχή μας – δηλαδή είναι σε θέση να παρακολουθήσουν την εσωτερική διεργασία των λογισμών μας, η οποία είναι καλυμμένη και άγνωστη – αλλά το αντιλαμβάνονται από τις εξωτερικές μας κινήσεις και από τις ενδείξεις που παρουσιάζει η συμπεριφορά μας.

Υποβάλλουν για παράδειγμα στον άνθρωπο τη ροπή προς το πάθος της λαιμαργίας. Αν δουν τον άνθρωπο να σηκώνεται και να κυττάζει προς το παράθυρο ή προς το μέρος του ήλιου σκεπτικά και να ζητά να μάθει εναγώνια τι ώρα είναι, τότε πληροφορούνται με αυτό το σημάδι ότι ο πειρασμός της λαιμαργίας έχει γίνει αποδεκτός από αυτόν. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του πειρασμού της πορνείας. Αν τα πονηρά πνεύματα παρατηρήσουν ότι ο άνθρωπος δέχεται χωρίς αντίσταση το βέλος του πάθους, αν δουν δηλαδή ότι η σάρκα ερεθίστηκε και ότι αυτός δεν λυπήθηκε και δεν έκλαψε, όπως θα έπρεπε να είχε κάνει τη στιγμή που δέχτηκε την προσβολή, τότε αντιλαμβάνονται ότι το κεντρί της κακής επιθυμίας έχει ήδη καρφωθεί στα βάθη της ψυχής του.

Σχετικά με τους πειρασμούς της θλίψης, του θυμού και της οργής, οι δαίμονες πληροφορούνται τα αποτελέσματα της πειρασμικής υποβολής από τις κινήσεις και από τη συναισθηματική φόρτιση που εκδηλώνει ο άνθρωπος. Αν η προσβολή έχει εισχωρήσει και έχει πλήξει την καρδιά του ανθρώπου, το διακρίνουν από μια σιωπηλή διέγερση, από ένα αγανακτισμένο αναστεναγμό, από μια αλλαγή, από τη χλωμάδα δηλαδή ή από το κοκκίνισμα του προσώπου. Αυτά είναι τα μέσα, με τα οποία η λεπτή νοημοσύνη τους διακρίνει ποιος άνθρωπος έχει παραδοθεί σε ένα πάθος και σε ποιο ακριβώς πάθος. Έτσι για καθένα από μας γνωρίζουν με σιγουριά τι μας αρέσει ή όχι.

Δηλαδή από την πρώτη αντίδραση, την οποία η δαιμονική προσβολή προκαλεί στο σώμα μας, από μια χειρονομία ή από μια κίνησή μας, τα πονηρά πνεύματα συμπεραίνουν με βεβαιότητα ότι ο πειρασμός που εξαπέλυσαν έχει κερδίσει τη συγκατάθεσή μας, για την οποία εμείς πλέον θα έχουμε την ευθύνη.
Σε γενικές γραμμές, δεν είναι παράδοξο και πρωτόγνωρο το ότι τα πονηρά πνεύματα αντιλαμβάνονται τα αισθήματά μας και τις αντιδράσεις μας, εφόσον την ίδια δυνατότητα μπορεί να έχει και ένας έξυπνος άνθρωπος. Ένας εύστροφος ανθρώπινος νους  μπορεί, και με τη θέα ακόμα του προσώπου, και με την εξωτερική δηλαδή εμφάνιση ενός ανθρώπου, να αναγνωρίσει την εσωτερική κατάστασή του.

Πόσο λοιπόν περισσότερο θα μπορούν να το κάνουν αυτό οι δαίμονες, οι οποίοι είναι, εξαιτίας της πνευματικής τους φύσης, πολύ πιο ευαίσθητοι και πολύ πιο οξυδερκείς από τους ανθρώπους;

(αββά Κασσιανού, Συνομιλίες, εκδ. Ετοιμασία τομ. Α, σελ. 217-218)

(από το Βίο του Οσίου Αντωνίου του Μεγάλου).

Κατά τη διάρκεια  της νύχτας εκείνης, δημιουργούν οι δαίμονες τέτοιο χτύπο, ώστε να νομίζει κανείς, ότι όλος εκείνος ο τόπος σειόταν. Έδωσαν δε την εντύπωση οι δαίμονες ότι τρύπησαν τους τέσσερεις τοίχους του μικρού σπιτιού και φάνηκαν να μπαίνουν από τις οπές, αφού πρώτα μεταμορφώθηκαν σε φανταστικά θηρία και ερπετά.
Γέμισε τότε αμέσως όλος ο χώρος από  μορφές λιονταριών, αρκούδων, λεοπαρδάλεων, ταύρων και φιδιών ασπίδων και σκορπιών και λύκων. Και το καθένα από αυτά ενεργούσε κατά το δικό του τρόπο. Το λιοντάρι βρυχιόταν, θέλοντας να πέσει πάνω του· ο ταύρος φαινόταν ότι τον κερατίζει, το φίδι, ενώ συρόταν πάνω στο χώμα εναντίον του, δεν πλησίαζε κοντά του· ο λύκος, ενώ ορμούσε, συγκρατιόταν· και γενικώς όλων μαζί των θηρίων οι θόρυβοι ήταν φοβεροί και ο θυμός τους άγριος.
Ο Αντώνιος όμως την ώρα που κακοποιούνταν και δαγκωνόταν από τα ζώα, αισθανόταν μεν ισχυρότερο σωματικό πόνο, αλλά ατρόμητος και με εντονότερη νηφαλιότητα, ήταν μισοξαπλωμένος. Και βογκούσε μεν λόγω του σωματικού πόνου, με νηφάλια όμως τη σκέψη και σαν να τους ειρωνευόταν έλεγε·
Εάν είχατε δύναμη πραγματική, έφθανε και ένας μόνο από εσάς να έλθει. Αλλά επειδή σάς έχει αχρηστεύσει ο Κύριος, για αυτό, αν και προσπαθείτε να με φοβίσετε με το πλήθος σας, παρόλα αυτά το να μιμείστε τις μορφές των αλόγων θηρίων είναι γνώρισμα της αδυναμίας. Παίρνοντας δε και πάλι θάρρος, συνέχισε· Εάν μπορείτε και αν έχετε λάβει εξουσία εναντίον μου, μην αναβάλλετε, αλλά επιτεθείτε. Εάν όμως δεν μπορείτε, τι ταράζεστε άδικα; Διότι ασφάλεια και τείχος που μας προστατεύει είναι η πίστη στον Κύριο.
Αφού λοιπόν έκαναν πολλές προσπάθειες, έτριζαν εναντίον του τα δόντια τους, διότι μάλλον ενέπαιζαν τον εαυτό τους παρά εκείνον.
Αλλά ο Κύριος ούτε στη δοκιμασία αυτή λησμόνησε το ηρωικό κατόρθωμα του Αντωνίου, και έσπευσε σε βοήθειά του. Όταν λοιπόν ο Αντώνιος ύψωσε τα μάτια του προς τα πάνω, είδε τη στέγη να φαίνεται ότι ανοίγει λίγο-λίγο και να κατεβαίνει κάποια ακτίνα φωτός μέχρις αυτόν. Οι δαίμονες ξαφνικά έγιναν άφαντοι και ο πόνος του σώματος σταμάτησε αμέσως, και το σπίτι ήταν και πάλι ακέραιο. Ο δε Αντώνιος, όταν αντιλήφθηκε τη θεία βοήθεια, πήρε βαθειά αναπνοή και αφού ανακουφίστηκε από τους πόνους, απηύθυνε προσευχή προς την οπτασία που του παρουσιάστηκε, και είπε·
Πού ήσουν; Γιατί δεν εμφανίστηκες από την αρχή για να μου παύσεις τα βασανιστήρια;
Ακούστηκε τότε μία φωνή να του λέει:
Αντώνιε, εδώ ήμουν. Αλλά περίμενα να δω το αγώνισμά σου. Αφού λοιπόν άντεξες με υπομονή και δεν νικήθηκες, θα σου είμαι βοηθός και θα συντελέσω στο να γίνεις ξακουστός παντού.
Όταν άκουσε αυτά, σηκώθηκε και προσευχόταν. Και έλαβε τόσες δυνάμεις, ώστε να αντιλαμβάνεται ο ίδιος, ότι οπωσδήποτε είχε μεγαλύτερη δύναμη στο σώμα, από εκείνη που είχε προηγουμένως. Ήταν λοιπόν τότε τριάντα πέντε περίπου ετών.


(Βίος και Πολιτεία του Οσίου Αντωνίου, Αθανασίου του Μεγάλου, εκδ. ΕΠΕ τόμος 11, σελ. 35-39)

Όταν κάποτε βρισκόμουνα στο Κοινόβιο, είχα τον πειρασμό να προσπαθώ να συμπεράνω την εσωτερική κατάσταση κάποιου από τις κινήσεις του. Μου συνέβη λοιπόν ένα σχετικό γεγονός. Μια φορά, καθώς στεκόμουν, προσπερνάει μια γυναίκα που βάσταζε ένα σταμνί νερό, και δεν κατάλαβα πως παρασύρθηκα και πρόσεχα τα μάτια της. Αμέσως τότε μου γεννήθηκε ο λογισμός ότι ήταν πόρνη. Μόλις λοιπόν μου είπε αυτό το πράγμα ο λογισμός, πολύ στενοχωρήθηκα και το ανέφερα στον Γέροντα, τον αββά Ιωάννη, μ’ αυτό τον τρόπο: «Γέροντα, αν, χωρίς να το θέλω, δω μια κίνηση κάποιου και συμπεράνω με το λογισμό την κατάσταση που βρίσκεται, τι πρέπει να κάνω»; Και μου απάντησε ο Γέροντας κατ’ αυτό τον τρόπο:

«Τι λοιπόν, δεν συμβαίνει πολλές φορές να έχει κανείς κάποιο φυσικό ελάττωμα και με πολύ αγώνα να το ξεπεράσει; Δεν μπορείς απ’ αυτό να καταλάβεις την κατάστασή του. Ποτέ λοιπόν να μην πιστεύεις στις υποψίες σου, γιατί στραβός οδηγός και τα ίσια τα κάνει στραβά. Οι υποψίες είναι ψεύτικες και βλάπτουν».

Από τότε, και αν ακόμα μου έλεγε ο λογισμός για τον ήλιο ότι είναι ήλιος ή για το σκοτάδι ότι είναι σκοτάδι, δεν το πίστευα. Επειδή δεν υπάρχει τίποτε βαρύτερο από τις υποψίες. Είναι τόσο πολύ βλαβερές, γιατί μένουν πολύ καιρό μέσα μας και αρχίζουν να μας πείθουν να νομίζουμε ότι βλέπουμε καθαρά, πράγματα που ούτε υπάρχουν ούτε έχουν γίνει.

Και σας αναφέρω ένα πράγμα αξιοθαύμαστο σχετικό μ’ αυτό, που έτυχε να παρακολουθήσω όταν ακόμα βρισκόμουνα στο Κοινόβιο. Εκεί είχαμε έναν αδελφό που τον ενοχλούσε πάρα πολύ αυτό το πάθος. Και τόσο πολύ πίστευε στις υποψίες του, ώστε για κάθε υποψία του να είναι βέβαιος ότι ακριβώς έτσι συμβαίνει, όπως του υπαγορεύει ο λογισμός του, και δεν υπάρχει άλλη πιθανότητα. Και επειδή μα την πάροδο του χρόνου μεγάλωνε το κακό, οι δαίμονες τον παραπλάνησαν σε τέτοιο σημείο, ώστε να μπει μια φορά στον κήπο για να κατασκοπεύσει. Γιατί πάντοτε κρυφοκοίταζε και κρυφάκουγε. Του φάνηκε λοιπόν, ότι είδε κάποιον αδελφό να κλέβει σύκα και να τρώει. Ήταν δε και Παρασκευή και δεν είχαν φθάσει ακόμα στη δεύτερη Ώρα. Αφού δε έπεισε τον εαυτό του ότι αληθινά αυτό που είδε ήταν πραγματικότητα, φεύγει κρυφά και βγαίνει έξω, χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα, περιμένοντας πάλι την ώρα της Συνάξεως, για να δει τι θα κάνει ο αδελφός –αυτός που δήθεν είχε κλέψει και είχε φάει τα σύκα- κατά την ώρα της Θείας Κοινωνίας.

Και καθώς τον είδε να νίβει τα χέρια του, για να προσέλθει να κοινωνήσει, τρέχει και λέει στον Γέροντα: «Αυτό τον αδελφό που μπαίνει να μεταλάβει μαζί με τους άλλους, δώσε εντολή να μην τον κοινωνήσουν, γιατί τον είδα από το πρωί να κλέβει σύκα και να τρώει». Στο μεταξύ προχωρεί ο αδελφός εκείνος με πολλή κατάνυξη στην Αγία Προσφορά, γιατί ήταν και από τους ευλαβείς αδελφούς. Μόλις λοιπόν τον είδε ο Γέροντας, τον καλεί, πριν ακόμα πλησιάσει τον ιερέα που κοινωνούσε, τον παίρνει παράμερα και του λέει: «Πες μου, αδελφέ, τι είναι αυτό που έκανες σήμερα»; Εκείνος παραξενεύτηκε και του λέει: «Που, Γέροντα»; Και του λέει ο Γέροντας: «Στον κήπο που μπήκες το πρωί, τι έκανες εκεί»; Λέει πάλι με έκπληξη ο αδελφός: «Γέροντα, ούτε τον κήπο είδα σήμερα, ούτε εδώ στο Κοινόβιο βρισκόμουν το πρωί, αλλά δες, μόλις έφθασα από οδοιπορία. Γιατί αμέσως, μόλις τελείωσε η αγρυπνία, μ’ έστειλε ο Οικονόμος σ’ αυτή τη μακρινή δουλειά». Ήταν δε η εξωτερική αυτή δουλειά που ανέφερε πολλά μίλια μακριά και μόλις αυτή την ώρα της Συνάξεως είχε γυρίσει ο αδελφός. Καλεί ο Γέροντας τον Οικονόμο και τον ρωτάει: «Που τον έστειλες αυτό τον αδελφό»; Απαντάει ο Οικονόμος το ίδιο ακριβώς που είχε πει και ο αδελφός: «Σ’ αυτή την πόλη τον έστειλα».

Και βάζει μετάνοια, λέγοντας: «Συγχώρεσέ με, Γέροντα, γιατί ξεκουραζόσουν από την αγρυπνία και γι’ αυτό δεν τον έφερα να πάρει την καθιερωμένη ευχή πριν φύγει». Μόλις λοιπόν πήρε αυτές τις πληροφορίες ο Γέροντας, τους έδωσε ευχή και τους άφησε να πάνε να κοινωνήσουν. Και καλεί τον αδελφό που είχε τις υποψίες και τον επιτιμά και του απαγορεύει να κοινωνήσει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάλεσε όλους τους αδελφούς, μετά από τη Σύναξη, τους ανέφερε με δάκρυα όσα συνέβηκαν και επιτίμησε δημόσια τον αδελφό για όλα, για να βγουν τρία καλά από αυτό: Να ντροπιασθεί και να παραδειγματισθεί ο διάβολος, αυτός που σπέρνει τις υποψίες, να συγχωρεθεί η αμαρτία του αδελφού με την ατίμωση εκείνη και να βοηθηθεί στο εξής από τον Θεό, και για να κάνει τους αδελφούς προσεκτικότερους να μην παραδέχονται ποτέ τις υποψίες τους.

(αββα Δωροθέου, Ασκητικά, Διδασκαλία Θ΄, εκδ. Ετοιμασία, σελ.255-259)

Εις έναν Προηγούμενο ονόματι Νεόφυτον, Δοχειαρίτην το έτος 1880 εις το ησυχαστήριόν του «οι Αρχάγγελοι» της μικράς αγίας Άννης εφάνη ότι είδεν όνειρον τον μέγαν Βασίλειον. Τον παρεκίνησε μάλιστα να προσκυνήση το δάκτυλον του ποδιού του.

            Το όνειρον αυτό ήτο ικανόν να δημιουργήση μιαν οίησιν και ένα εγωιστικόν τύφον εις την ψυχήν του Προηγουμένου ότι βλέπει και προσκυνά αγίους. Ο λογισμός του ησχολείτο συνεχώς και αδιακόπως με το όνειρον τούτο και μάλιστα εις βάρος της προσευχής και του «κανόνος»του.

            Παρήλθεν καιρός και τον εφώτισεν ο Πανάγαθος Θεός να επισκεφθή τον ονομαστόν Πνευματικόν παπα-Γρηγόρην, ο οποίος ησκήτευεν εν τελεία ακτημοσύνη και πτωχεία ολίγον πιο επάνω, εις την ιδίαν Σκήτην.

            - Αδελφέ μου Προηγούμενε, μεγάλον διάβολον προσεκύνησες και όχι τον άγιον Βασίλειον, του είπεν απεριφράστως. Σε παρακαλώ εις το εξής να μη δίδης σημασίαν εις τα όνειρα από τα οποία και με τα οποία ο διάβολος ως πονηρός απατά τους ανθρώπους.

(Αθωνικό Γεροντικό, αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, σελ.369-370)

Σελίδα 1 από 5