Πόσο απρόσεκτοι είναι οι άνθρωποι στον κόσμο!

Κάποιος επέστρεψε από το γραφείο στο σπίτι, και στο δείπνο (στη Ρωσία τελειώνουν από την εργασία κατά τις 5 το απόγευμα και στις 6 έχουν το δείπνο στο σπίτι) η γυναίκα του άρχισε να του μιλά για τον γιό τους:

«Χθές μου είπε ψέματα. Μου είπε ότι θα πάει κάπου και στην πραγματικότητα πήγε κάπου άλλου».

Ο πατέρας παίρνει το αυστηρό του ύφός και λέει στον γιο του:

«Αν κάνεις έτσι, να μη με αποκαλείς πια πατέρα. Αν θέλεις να κρατήσεις την τιμή να είσαι γιος μου, πρέπει να λες μόνο την αλήθεια».

Όταν το δείπνο τελείωσε, ο πατέρας ανεβαίνοντας προς το δωμάτιό του είπε:

«Ο κ. Μ. θα έρθει απόψε. Πέστε του ότι λείπω. Πρέπει να αναπαυθώ».

Αυτό είναι μια μικρή λεπτομέρεια, αλλά συμβαίνει συχνά. Ο ίδιος είπε: «Αν πεις ψέματα, δεν θα είσαι πια γιος μου», και αμέσως μετά προσθέτει: «Αν ο κ. Μ. έρθει, πείτε του ότι λείπω. Πρέπει να αναπαυθώ».

Αυτό είναι σοβαρό, καταλαβαίνετε; Κρίνουμε τους άλλους, αλλά θα κριθουμε από τη δική μας στάση, από τις κρίσεις που κάνουμε για τους άλλους.

Έτσι λοιπόν, προσπαθήστε να μην κρίνετε ο ένας τον άλλο, αλλά προσεύχεσθε να ανοίξει ο Θεός την οδό της σωτηρίας Του.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 346)

Διπλή επαγγελία
« Η ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμός εστιν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. (Α' Τιμ. δ' 8)
Ένας Ιταλός δικηγόρος, ερώτησε τον Φίλιππο Νέρι: — Πάτερ μου, ξέρετε πως η οικογένειά μου είναι μεγάλη. Πρέπει να σκεφθώ εγκαίρως για το μέλλον των παιδιών μου. Ποιό νομίζετε καλύτερο επάγγελμα που πρέπει ν’ ακολουθήση το μικρότερο από τα παιδιά μου; Θα ήθελα ένα επάγγελμα με λίγες απώλειες αλλά πολλά κέρδη. — Αφού είναι έτσι, απαντά ο Φίλιππος, μη χάνεις καιρό˙ κάμε το άγιο.
Είναι λοιπόν βιοπορισμός η αγιότης; Γιατί όχι; Κανένα πράγμα δεν μπορεί να υποσχεθή ασφαλέστερη, ωραιότερη, επικερδέστερη ζωή από τη ζωή ενός αγίου ανθρώπου. Η αγιότης δίδει διπλή επαγγελία, «της νυν ζωής και της μελλούσης».
Από τόνα μέρος η χαρά και η ειρήνη σ’ αυτή τη γη και από τ’ άλλο η δόξα του ουρανού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο845)

Ευφημιανός και Αγλαΐα
«Τέκνα σοι έστι, παίδευσον αυτά...». (Σοφ. Σειρ. ζ' 23)
Το ανδρόγυνο αυτό ήταν ευλογημένο. Ήσαν τόσο πλούσιοι όσο και ελεήμονες. Αλλά η ελεημοσύνη τους δεν έμοιαζε με τις «δωρεές» τις δικές μας. Ήταν ελεημοσύνη με ψυχή. Δεν εβοηθούσαν απλά τους πτωχούς. Τους υπεχρέωναν να κάθονται στο δικό τους τραπέζι, παρεμέριζαν δε τους υπηρέτες και τους επεριποιούντο μόνοι, τρέχοντες από τον ένα στον άλλο.
Οι φίλοι τους εκορόιδευαν. Και αυτοί σε απάντησι έμαθαν και το μονάκριβο παιδί τους την τόσο δύσκολη αυτή υπηρεσία της αγάπης. Με το μικρό του χέρι εμοίραζαν τα αγαθά τους και στις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μάζευαν ορφανά στο σπίτι και έβαζαν το αγοράκι τους να τα υπηρετή.
Αυτό το παιδί, όταν μεγάλωσε, έγινε — μπορούσε να μη γίνη; — ο άγιος Αλέξιος. Ο Άνθρωπος του Θεού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο939)


Ο Θεός μιλά στην καρδιά του ανθρώπου. 
Σε σχέση με όσα είπα, ο π. Ρ. μου διηγήθηκε ένα επεισόδιο από τη διακονία του ως πνευματικού. Βρισκόταν στο Birmingham, στο σπίτι κάποιας οικογένειας από την Κύπρο.

Ένα κοριτσάκι 6 ή 7 ετών τον πλησιάζει και του λέει:

«Έχω κάποιες δυσκολίες με τον πατέρα μου. Όταν πάμε στην εκκλησία, μας λέει ότι πρέπει να νηστεύουμε. Λέει να μην τρώω πατατάκια, αλλά μπορώ να τρώω ψωμί. Εγώ όμως δεν θέλω να φάω ψωμί αλλά πατατάκια».

Ο π. Ρ. της είπε τότε:

«Αντί να μαλώνεις με τον πατέρα σου, πήγαινε στο δωμάτιό σου και προσευχήσου στον Κύριο ως εξής: «Κύριε... να, έχω δυσκολία με τον πατέρα μου, πες μου τί πρέπει να κάνω».

Το κοριτσάκι τότε ανέβηκε στο δωμάτιό του και μετά από 5 λεπτά ξαναέρχεται και του λέει:

«Έκανα όπως μου είπατε και ο Θεός μου έδωσε την απάντηση».

«Τί απάντηση σου έδωσε;».

«Ρώτησα τον Θεό τί να κάνω, διότι δεν θέλω να φάω ψωμί, αλλά πατατάκια, και ο Θεός μου είπε:

“Μπορείς να τρώς ό,τι σου είπε ο πατέρας σου, ψωμί, αλλά μπορείς να βάλεις λίγη μαρμελάδα πάνω σε αυτό » [γελά ο γέροντας Σωφρόνιος].

Είναι συγκινητικό πώς ο Κύριος μίλησε στο κοριτσάκι αυτό: «...αλλά μπορείς να βάλεις λίγη μαρμελάδα πάνω στο ψωμί».

«Και αυτό μπορώ να το κάνω, ναι», πρόσθεσε.

Ο π. Ρ της είπε: «Έτσι να κάνεις πάντοτε. Όταν βρίσκεσαι σε δυσκολίες, να προσεύχεσαι στον Θεό».

Δεν τολμούμε να αναρωτηθούμε πώς ο Κύριος της έδωσε αυτή την απάντηση, αλλά η απάντηση ήταν σοφή. Η μαρμελάδα ταιριάζει με τη νηστεία, μπορεί να θεωρηθεί ως ζάχαρη. Θα ήθελα να ρωτάτε πάντοτε τον Κύριο πώς να ενεργείτε, και ιδιαίτερα για τα πιο δύσκολα πράγματα.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 133)


Αν έχετε διαβάσει τη ζωή του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, θα θυμάστε ότι, ενώ άκόμη ήταν σπουδαστής της εκκλησιαστικής Ακαδημίας της Πετρουπόλεως, αρρώστησε σοβαρά κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Οι γιατροί είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να τρέφεται με μια ελάχιστη ποσότητα τροφής, αλλά αρκετή για να δυναμώσει.

Του πρότειναν λοιπόν να του δώσουν κρέας και σούπες, πράγμα που εκείνος αρνήθηκε λέγοντας:

«Θα το κάνω, μόνο αν η μητέρα μου δώσει εύλογία».

Έστειλαν λοιπόν ένα τηλεγράφημα στη μητέρα του, στο Αρχάγγελσκ, στο βόρειο μέρος της Ρωσίας, κοντά στη Λευκή Θάλασσα, και εκείνη η αμόρφωτη γυναίκα απάντησε:

«Προτιμώ να πεθάνει, παρά να διακόψει τη νηστεία».

Τέτοια ήταν η απόφασή της, και ο υιός της Ιωάννης, εξαιτίας αυτού, ανένηψε και σηκώθηκε από το κρεβάτι του, από τη θέλησή του να ακολουθήσει τον Χριστό.
(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Α, σελ. 241)

H Isabelle Filliozat αναφέρει:

«Η αγάπη είναι πιο δυνατή απ' τα χρόνια. Η μητέρα της Ροζ είναι σε οίκο ευγηρίας˙ οι γιατροί διέγνωσαν τη νόσο του Alzheimer. Στα 70 της, τα έχει χαμένα. Η Ροζ πηγαίνει να τη δη κάθε Σάββατο, αλλά η μητέρα της δεν την αναγνωρίζει.

Η εβδομαδιαία επίσκεψι είναι πραγματική αγγαρεία. Πόσο μάλλον που η Ροζ έχει την αίσθησι ότι απ' τη μητέρα της έτρωγε μόνο ξύλο κι άκουγε κριτικές. Έφυγε πολύ νωρίς απ' το σπίτι της για να μην υφίσταται αυτή τη συνεχή υποτίμησι, το σωματικό αλλά κυρίως ψυχικό πόνο, ότι δεν έγινε ποτέ αποδεκτή...

Το επόμενο Σάββατο λέει στη μητέρα της πόσο πολύ υπέφερε στην παιδική της ηλικία, αλλά και στη συνέχεια, στην ενήλικη ζωή της απ’ τις ταπεινώσεις, το ξύλο και την έλλειψι αγάπης. Η μητέρα της φαίνεται να μην ακούη τίποτε, μιλάει για άσχετα πράγματα, επιμένει να μην την αναγνωρίζη.

Αλλά το επόμενο Σάββατο, ένα θαύμα περιμένει τη Ροζ. Η μαμά της την υποδέχεται μ' ανοικτές αγκάλες. Τη φωνάζει με το όνομά της, την τραβάει κοντά της και της λέει κλαίγοντας: "Ευχαριστώ, Ροζ, τα τέσσερα παιδιά μου. Θέλω να σας αγαπήσω τώρα. Σ’ αγαπώ, Ροζ".

Από εκείνη την ημέρα, η μητέρα της Ροζ πάει καλύτερα. Ξαναβρήκε τη μνήμη της και τον έλεγχο των σφικτήρων της, έχει μεγαλύτερη αυτονομία απ' τους άλλους οικοτρόφους. Είναι η μόνη που παρουσίασε μια τόσο ευνοϊκή εξέλιξι.
"Υπάρχει ένα παγκόσμιο φάρμακο... η αγάπη", έλεγε ο Dr. Ροζέ Φίξ σ' ένα ιατρικό συνέδριο»(IF, 257).

(στο αρχιμ. Ιωαννου Κωστώφ, Η ύπαρξη της ψυχής, εκδ. Υπακοή, σελ.266-267)


Η μητέρα. 
Ο Δόκτωρ Μόργκαν, επιφανής ιεροκήρυξ, είχε 4 γυιούς, όλους ιεροκήρυκας.

Όταν εχρειάσθη να απουσιάση από το έργον του, άφησε ως αντικαταστάτην του τον νεώτερον υιόν του Howard πράγμα που έγινε αφορμή να φανούν τα χαρίσματα αυτού στον άμβωνα.

Όταν ο πατέρας του επέστρεψε, ένας οικογενειακός φίλος τους, που ήτο καλεσμένος στο τραπέζι, ερωτά τον νεαρόν Howard.

«Ποιός είναι μεγαλύτερος ιεροκήρυξ μέσα στην οικογένειά σας;»!

Ο Howard, αν και είχε μεγάλη αδυναμία στον πατέρα του, γυρίζει, τον κυττάζει και χωρίς να διστάση λέγει:

«Η μητέρα!!».
Πράγματι η πιστή μητέρα είναι ο πρώτος και καλύτερος ιεροκήρυξ!

Αν και δεν ανεβαίνει στον άμβωνα, όμως πόσο ωραία κηρύττει με τάς πράξεις της, με την αγάπη της, το ενδιαφέρον της, για όλους και για όλα μέσα στο σπίτι!


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο70)


(από το βιβλίο της Νίνα Πάβλοβα "Η ημέρα του αρχαγγέλου Μιχαήλ").

Ένα αγοράκι από το οικοτροφείο εγκαταλελειμμένων παιδιών έμεινε ένα βράδυ στο σπίτι μου και μου έλεγε:
- Σ'εμάς στο οικοτροφείο,η οικονόμος όταν πίνει αρχίζει αμέσως να βρίζει τις μητέρες μας που εγκατέλειψαν
τα παιδιά τους!
- Εσύ την κρίνεις την μητέρα σου;
- Όχι.Εγώ αγαπώ τόσο πολύ τον Ιησού Χριστό,που έχω εμπιστοσύνη σε όλα τα λόγια Του.
Ο Κύριος δεν μας είπε να αγαπάμε μόνο τις καλές μαμάδες,ενώ εάν μας εγκαταλείψουν να τις περιφρονούμε.
Μπορεί η μαμά να είχε μια ζωή τόσο δύσκολη,που θα πρέπει να την λυπάμαι!
Το παιδάκι σώπασε για αρκετή ώρα και ξάφνου είπε:
- Εγώ οπωσδήποτε θα συναντηθώ με την μαμά.
Όλοι θα μαζευτούμε κοντά στον Ιησού Χριστό και θα γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.
Θα την πλησιάσω και θα της πω: " Μαμά,εγώ είμαι.Πως έζησες στη γη μανούλα μου; "

Αν ένα μικρό παιδί,αγαπώντας τον Χριστό,βρήκε την δύναμη να συγχωρήσει την μητέρα που το πέταξε,
τότε κανείς δεν δικαιολογείται να μην μπορεί να φτάσει σε τέτοιες και παρόμοιες κορυφές αγιότητας!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμ.Νίκωνα Κουτσίδη (Από το Άγχος στην Αναψυχή).

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ' έναν τόπο ένας άρχοντας. Ήταν που λέτε, αυτός πολύ πλούσιος κι είχε σπίτια, κτήματα και ζώα που τα έχανες στο μέτρημα. Είχε ανθρώπους πολλούς στη δούλεψή του μα είχε και μια στενοχώρια ακόμα μεγαλύτερη. Λένε πως είχε ένα γιο μονάκριβο, που ήταν αυτός μεγάλος τεμπέλης κι αχαΐρευτος και έγνοια άλλη δεν είχε στο μυαλό του παρά μονάχα πώς να πηγαίνει από γλέντι σε γλέντι και να σκορπάει τα λεφτά του. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες, πότε στα καπηλειά και στις ταβέρνες να τρώει και να πίνει, και στα ξενύχτια και σε γιορτές να ξοδεύει τον κόπο αλλωνών. Κι ήταν αυτός κεφάλι αγύριστο, που δεν έπαιρνε μήτε από λόγια μήτε από συμβουλές. Το κατάλαβε ο πατέρας του πως σαν πεθάνει, ο γιος του δεν θα αφήσει ούτε λεφτά ούτε κτήματα που να μην τους βάλει χέρι, και θα γίνουν όλα καπνός και θα χαθούν. Κάθισε και σκέφτηκε τι να κάνει, για να μην βρεθεί στο δρόμο και πεινάσει το παιδί του και πάρει το βιος του ο αέρας.
Μια μέρα ο άρχοντας φωνάζει τον γιο του. Είχε πια γεράσει για τα καλά κι ο χρόνος θόλωσε τα μάτια του και βάρυναν τα χρόνια πάνω στο κορμί του. Κατάλαβε πως ήταν η ώρα του να φύγει. Παίρνουν την άμαξα και πηγαίνουν σ' ένα απ' τα πολλά σπίτια που είχε ο άρχοντας. Μα αυτό δεν ήταν σαν τα άλλα. Φαίνονταν άδειο κι ερημωμένο, με τα πατώματα να τρίζουν και τους τοίχους έτοιμους να πέσουν. Κατέβηκαν από την άμαξα και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Πήγαν σε μια κάμαρα που απ' το ταβάνι της κρεμόταν μια κρικέλα. Ο πατέρας τότε μίλησε και λέει: «Γιε μου, εγώ σε λίγο καιρό θα πεθάνω, γέρασα πια, τα 'φαγά τα ψωμιά μου. Με τα μυαλά όμως που κουβαλάς, το βλέπω πως πολύ γρήγορα δεν θα σου μείνει δεκάρα τσακιστή. Όταν θα τα 'χεις χάσει όλα, περιουσία κι ελπίδα, όταν θα πιάσεις πάτο στο κατήφορο και δεν θα σου έχει απομείνει τίποτα άλλο, να έρθεις σ' αυτό το σπίτι. Άκου καλά! Να περάσεις ένα σκοινί απ' την κρικέλα που βλέπεις στο ταβάνι και να κρεμαστείς, για να γλιτώσεις εσύ απ' τα βάσανα κι ο κόσμος απ' τα κρίματα που κουβαλάς!». Ο γιος του, λένε, δεν έδωσε σημασία, γιατί είχε το νου του να πάει να βρει τις παρέες του να γλεντήσει.
Πέρασαν λίγες βδομάδες κι ο άρχοντας σφάλισε τα μάτια του για πάντα. Ο γιος του από την ίδια κιόλας μέρα άρχισε να ροκανίζει όλα αυτά που απόμειναν δικά του. Απόχτησε πιότερους φίλους, κι οι παρέες του, λένε, έρχονταν στο αρχοντικό και έτρωγαν κι έπιναν και γλεντούσαν. Τώρα τα ξενύχτια κυλούσαν το ένα μετά το άλλο. Κουβαλήθηκαν κι άλλοι φίλοι, καινούργιες βδέλλες, που μυρίστηκαν παράδες. Τον καλόπιαναν με κολακείες και του έπαιρναν λεφτά με τις ψευτιές. Τραπέζια ολοένα στρώνονταν γιομάτα μ' όλων των ειδών τα καλά, και να οι μουσικές κι οι χοροί. Περνούσε ο καιρός και οι σπατάλες άδειασαν τα σεντούκια. Ύστερα το άδειασμα των σεντουκιών ακολούθησε κι εκείνο των αποθηκών με τα γεννήματα, και λίγο μετά ήρθε το ξεπούλημα των κτημάτων και των κοπαδιών. Πούλησε αυτός τα χωράφια και τα περιβόλια που έφερναν σοδειές και όταν τέλεψαν κι αυτά, άρχισε να πουλάει τα σπίτια που του άφησε ο πατέρας του. Στο τέλος βρέθηκε να πουλάει και το μεγάλο αρχοντικό κι απόμεινε στο δρόμο με όλα κι όλα τρία γρόσια στο χέρι.
Οι φίλοι κι οι παρέες είχαν αρχίσει να αραιώνουν από καιρό και στο τέλος τον άφησαν ολομόναχο να γυρνάει στους δρόμους εδώ κι εκεί. Όταν δεν του απόμεινε παρά μόνο η απελπισιά, έφερε στο νου του κείνο το παλιό σπίτι, που τον είχε πάει ο πατέρας του. «Εκεί θα περάσω τη νύχτα μου...» μουρμούρισε και πήγε. Στο δρόμο αγόρασε με τα τελευταία λεφτά λίγο ψωμί και χαλούμι. Φτάνει καμιά φορά στο σπίτι που με δυσκολία στεκόταν όρθιο. Μπαίνει στην καμάρα και κοιτάζει το ταβάνι με την κρικέλα. «Αύριο θα κρεμαστώ να μη βασανίζομαι άλλο» είπε και έφερε στο νου του τα λόγια του πατέρα του. Τη νύχτα, την ώρα που αυτός κοιμόταν σε μια γωνιά, βγήκαν τα ποντίκια και του έφαγαν το ψωμί και το τυρί και δεν έμεινε μήτε ψίχουλο.
Το πρωί ξυπνάει και βλέπει τι έγινε. Αντί να κρεμαστεί όμως, πηγαίνει στους παλιούς του φίλους να τους ζητήσει να του δώσουν να φάει κατιτί, μην φύγει απ' αυτόν τον κόσμο πεινασμένος. Τους βρήκε στον καφενέ να περνάνε την ώρα τους. Τους είπε τι έγινε τη νύχτα στο παλιό σπίτι με τα ποντίκια και τους ζήτησε να του δώσουν να φάει. Εκείνοι ξέχασαν πολύ γρήγορα τα τραπέζια που τους έκανε τον παλιό καλό καιρό και γέλασαν μαζί του. Του είπαν πως τα ποντίκια δεν τρώνε ψωμί και τυρί και πως τους λέει ψέματα. Γυρίζει τότε εκείνος στο παλιόσπιτο. Ρίχνει ένα σκοινί, το περνάει απ' την κρικέλα και το δένει στο λαιμό του. Την ώρα που το τράβηξε να κρεμαστεί, «γκραπ!» κάνει μια και γκρεμίζεται το ταβάνι και πέφτει μια στάμνα γιομάτη με λίρες και λαμποκόπησε όλη η κάμαρα απ’ το χρυσάφι. Τα μάτια του αστράψανε. «Σίγουρα τούτη είναι δουλειά του πατέρα μου. Κατάλαβε τι θα πάθω με το μυαλό που κουβαλάω και φρόντισε για μένα μπας και καταλάβω το λάθος μου». Ύστερα για κάμποσο απόμεινε σκεφτικός.
Από κείνη τη μέρα έγινε άλλος άνθρωπος. Δούλεψε σκληρά και λένε πως κατάφερε τα πάρει ένα χωράφι κι ένα περιβόλι πίσω. Η σοδειά τους και η δική του φροντίδα τού έφερε σιγά σιγά το βιος του και πάλι. Αγόρασε περισσότερα χτήματα που του έδωσαν πιο πολλά γεννήματα. Οι φίλοι του άρχισαν να έρχονται ξανά κοντά του γιατί θυμούνταν τα παλιά τα γλέντια και την καλοπέραση που είχαν μαζί του. Αλλά τώρα αυτός είχε το νου του γιατί κατάλαβε...
Μια μέρα πήγαν να τον χαιρετίσουν τάχα και να αρχίσουν τα καλοπιάσματα και τις κολακείες, μα τον βρήκαν μαραζωμένο και σε μεγάλη στενοχώρια. «Τι έχεις, άρχοντα, καλέ μας φίλε;» τον ρώτησαν, τάχα μου όλο νοιάξιμο. Εκείνος τότε τους αποκρίθηκε: «Αφήστε, πού να σας τα λέω! Είχα αγοράσει κρικέλες, καρφιά και κλειδαριές για τις πόρτες του σπιτιού μου, μα τη νύχτα βγήκαν τα ποντίκια και μου τα φάγανε». Οι παλιοί φίλοι στην αρχή παραξενεύτηκαν: «Μα τι λες, άρχοντα, τι μας ξεστομίζεις; Τρώνε τα ποντίκια σίντερο;» τον ρώτησαν, αλλά σε λίγη ώρα άλλαξαν τις κουβέντες τους αφού κοιτάχτηκαν με νόημα μεταξύ τους: «Μα βέβαια, κι οι ποντικοί τρώνε σίντερο, έχεις δίκιο άρχοντα!» του αποκρίθηκαν. Τότε ο άρχοντας θυμήθηκε το πάθημα του, θυμώνει και τους λέει: «Όταν ήμουνα φτωχός και κουρελής, σας είπα πως οι ποντικοί μού φάγανε το ψωμί και το χαλούμι, μα εσείς κάνατε τάχα πως δεν με πιστεύατε και με κοροϊδέψατε. Τώρα που ξανάγινα πλούσιος και δυνατός, σας λέω πως οι ποντικοί μού φάγανε τα σίδερα, και για να με κολακέψετε πιστεύετε τις κουβέντες μου! Φύγετε από μπροστά μου παλιάνθρωποι, δεν σας θέλω για φίλους!».
Γι' αυτό λένε στην Κύπρο: «Πιστεύουνε τον άρχοντα και ψέματα αν λαλεί και περιπαίζουν τον φτωχό αλήθεια άμα πει...»

(Παραμύθια λαϊκά ενάντια σε δύσκολους καιρούς, Δημήτρης Β. Προυσάλης, εκδ. Εύμαρος

Δουλεύοντας σε διάφορα νηπιαγωγεία είχα πολλές ευκαιρίες να δω ότι ο άνθρωπος έχει γεννηθεί με έμφυτη αγάπη στο Θεό.

Όσα καταπληκτικά παραμύθια κι αν έχω διαβάσει στα παιδιά, με φαντασία και ήρωες ελκυστικούς το κλίμα που δημιουργείται στην τάξη όταν αναφέρω το Χριστό, την Παναγία ή κάποιο Άγιο είναι πάντα μοναδικό. Το ενδιαφέρον τους είναι πάντα μεγαλύτερο, είναι πιο προσεκτικοί, υπάρχει απόλυτη μυστηριακή ησυχία και βέβαια υπάρχουν κι απορίες. Αυτές τις «μοναδικές» για μένα αλλά και για τα παιδιά στιγμές δεν χρειάζεται να καταφύγω σε κόλπα για να διατηρήσω την προσοχή τους. Γίνεται από μόνο του και εγώ δεν έχω κάνει τίποτα. Λες και είναι προγραμματισμένα να είναι στο μήκος της Αγάπης του Θεού.
Κάτι άλλο που με εντυπωσιάζει είναι πως τα πιο πιστά παιδιά είναι τα παιδιά των άθεων γονιών, παιδιά που αποζητούν πιο έντονα το Θεό γιατί τους λείπει ή γιατί είναι ο τρόπος του Θεού να τραβήξει και τους γονείς κοντά Του.
Ένα περιστατικό που θα θυμάμαι πάντα είναι όταν στην προσπάθειά μου να τους εξηγήσω ότι στους Χαιρετισμούς πηγαίνουμε στο σπίτι του Χριστούλη και της Παναγίτσας για να χαιρετήσουμε με όμορφα λόγια την Παναγία, η αντίδραση ενός μικρού κοριτσιού. Παρακάλεσε τον πατέρα της να την πάει να χαιρετήσει την Παναγία. Ο πατέρας της το έκανε κι όπως μου είπε χαρακτηριστικά: «Αχ βρε Ιωάννα τι μας έκανες; Περιμέναμε και λέγαμε τώρα θα βαρεθεί αλλά η Δανάη τίποτα. Κάθησε μέχρι το τέλος».
Δεύτερο περιστατικό που με συντάραξε συνέβη κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής μας στην εκκλησία. Είχα εντολή από μια μητέρα να μην κοινωνήσει το παιδί της. Όταν έφτασε η ώρα της Θείας Ευχαριστίας το παιδάκι έκλαιγε κι έλεγε: «Θέλω κι εγώ το σώμα και το αίμα του Χριστού». Σπάραζε τόσο πολύ που αναγκάστηκα να τηλεφωνήσω στη μητέρα της. Και τότε φώναζε «Δε θέλω μόνο το ψωμάκι –εννοώντας το αντίδωρο- αλλά και το αίμα του Χριστού». Στο τέλος κάμφθηκε η αντίδραση της μητέρας και το παιδάκι κοινώνησε.
Ένα άλλο περιστατικό που θυμάμαι είναι από το πολύ μικρό αδερφάκι μιας μαθήτριάς μου. Η γιαγιά των παιδιών θέλοντας να μου κοροϊδέψει το πιο μικρό εγγονάκι της μου είπε ότι θέλει να γίνει παπάς. Το εντυπωσιακό είναι ότι το παιδάκι αυτό ήταν μόλις 1,5 έτους. Για του λόγου του αληθές το ρώτησα κι εγώ το παιδάκι και μου έδωσε την ίδια απάντηση. Η γιαγιά του μου είπε ότι μένουν απέναντι από την εκκλησία αλλά δεν έχουν καθόλου σχέσεις μ’ αυτή. Το παιδάκι όμως στέκεται στο μπαλκόνι, κοιτάει πότε θα δει τον παπά και του φωνάζει καθημερινά. Μάλιστα η γιαγιά μου είπε ότι δεν καταλαβαίνει πως προήλθε αυτό κι ελπίζει να μην γίνει.
Τι να πρωτοθυμηθώ από τα παιδικά ματάκια που με τόση σοβαρότητα και αγάπη προσεγγίζουν το Θεό. Πολλές φορές έχω σκεφτεί, αυτό το παιδάκι έχει τη σοβαρότητα μοναχού-μοναχής. Πόσες φορές τα παιδιά αποζητούν να κάνουμε προσευχή αν την έχουν χάσει για κάποιο λόγο. Και τα παιδιά που το κάνουν πιο έντονα είναι τα παιδιά των ανθρώπων που αμφισβητούν το Θεό. Πόσες άλλες φορές μου λένε: «Κυρία δεν μας πάνε οι γονείς μας στην εκκλησία, και τους το λέμε συνέχεια». Καταλήγοντας πάντα λέω στα παιδιά ότι δεν είμαι μόνο εγώ δασκάλα τους αλλά κι ότι κι αυτά είναι οι δικοί μου δάσκαλοι. Και τους δείχνω την εικόνα του Χριστού που αγκαλιάζει τα παιδιά. Τους λέω ότι αυτά μου μαθαίνουν πώς να είμαι πάλι κι εγώ παιδί γιατί ο Χριστός αγαπάει τις παιδικές ψυχές πιο πολύ!
Με εκτίμηση  Ιωάννα Κ. (μία νηπιαγωγός της Συνάντησης Νέων του Αγίου Σώστη)

Προγεννητικός Έλεγχος. 
Ο ασθενής είχε υποβληθεί σε καρδιοχειρουργική επέμβαση, που είχε όμως παρουσιάσει σοβαρές επιπλοκές μετεγχειρητικά. Για τον λόγο αυτό, η νοσηλεία του στη ΜΕΘ συνεχίστηκε για περισσότερες ημέρες και μάλιστα μετά από 15 ημέρες παρέμενε διασωληνωμένος και με ισχυρή φαρμακευτική υποστήριξη. Κάθε ημέρα στο επισκεπτήριο ερχόταν η σύζυγός του, μια πολύ σοβαρή και μετρημένη στα λόγια της κυρία, η οποία με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ρωτούσε και ενημερωνόταν για την πορεία της υγείας του συζύγου της.
Ένα απόγευμα, την ώρα του επισκεπτηρίου ο ιατρός της ΜΕΘ παρατήρησε ένα περίεργο θέαμα. Κάποιος μπήκε μαζί με τη σύζυγο, έτρεξε στο κρεβάτι που ήταν ο ασθενής, έπεσε πάνω του και άρχισε να τον καταφιλά και να τον αγκαλιάζει Αυτό βέβαια ήταν αντίθετο με τους κανονισμούς της ΜΕΘ, που απαιτούν να μην έρχονται σε σωματική επαφή οι επισκέπτες με τους ασθενείς για την αποφυγή ατυχημάτων, αφού οι δεύτεροι είναι συνδεδεμένοι με πολλές γραμμές, αλλά και την πρόληψη μεταφοράς μικροβίων εκατέρωθεν.
Ο ιατρός ζήτησε από τον νοσηλευτή με ένα νεύμα, να πει στη σύζυγο να πλησιάσει και αυτή ήρθε με ύφος απολογητικό: «Σας ζητώ συγγνώμη, γιατρέ μου, αλλά είναι ο γιος μας. Πάσχει από σύνδρομο Down και έχει ιδιαίτερη αδυναμία στον πατέρα του. Από την ημέρα που έφυγε για την επέμβαση, δεν μπορεί να ησυχάσει. Πηγαίνει στο κρεβάτι μας και το αγκαλιάζει και κλαίει. Δεν του είχαμε πει για το νοσοκομείο, αλλά αναγκάστηκα να το κάνω χθες, γιατί δε μπορούσα να τον ηρεμήσω. Κι έτσι σήμερα αναγκάστηκα να τον φέρω εδώ και, όπως βλέπετε, είναι ασυγκράτητος. Είναι καλό παιδί, ευαίσθητο, πηγαίνει σε ειδικό σχολείο και προχωρά καλά. Του αρέσει πολύ η μουσική και μας αγαπάει, κι εμείς τον αγαπάμε υπερβολικά».
Η τυπική περιγραφή ενός παιδιού με σύνδρομο Down. Μιας γενετικής ανωμαλίας που οφείλεται σε ένα πρόσθετο χρωμόσωμα που κάνει ένα ζευγάρι χρωμοσωμάτων να αποτελείται τελικά από τρία. Κάποιοι αποδίδουν την ανωμαλία στην ηλικία των ωαρίων της μητέρας αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο γιατί εμφανίζεται και σε νέα ζευγάρια. Τα παιδιά αυτά έχουν χαρακτηριστική όψη (λέγεται και μογγολοειδής ιδιωτεία η νόσος λόγω του χαρακτηριστικού προσωπείου), διανοητική καθυστέρηση που ποικίλει από τα κατώτερα όρια του φυσιολογικού έως βαρύτερη, αλλά είναι παιδιά κοινωνικά, ευχάριστα, εκπαιδεύσιμα, με ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική. Τα παιδιά αυτά είναι ανεπιθύμητα στις σύγχρονες κοινωνίες και έτσι οι γονείς προσπαθούν να τα αποφύγουν, προχωρώντας στον λεγόμενο προγεννητικό έλεγχο.
Τι είναι ο προγεννητικός έλεγχος; Όπως λέει και το όνομά του, είναι ο έλεγχος που γίνεται στο έμβρυο, μέχρι τον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης μέσω ειδικών υπερήχων αλλά κυρίως μέσω ελέγχου των χρωμοσωμάτων (του καρυότυπου όπως λέγεται) για τυχόν ανωμαλίες, σε κύτταρα που λαμβάνονται με παρακέντηση και αναρρόφηση του υγρού που πλέει το έμβρυο μέσα στη μήτρα και λέγεται αμνιακό υγρό (αμνιοπαρακέντηση). Οι εξετάσεις γίνονται εγκαίρως, ώστε σε περίπτωση που υπάρχει γενετική ανωμαλία, να υπάρχει δυνατότητα με έκτρωση να θανατωθεί το ανεπιθύμητο έμβρυο.
Θυμόμαστε όλοι από τα μαθητικά μας χρόνια τον περιβόητο Καιάδα, τον γκρεμό όπου στην αρχαία Σπάρτη πετούσαν τα ανάπηρα και ανεπιθύμητα στην κουλτούρα ενός πολεμικού λαού, παιδιά. Σε έναν σύγχρονο Καιάδα οδηγεί συνήθως και ο προγεννητικός έλεγχος, μόνο που στην περίπτωσή μας, η σύγχρονη τεχνολογία και η επιστήμη επιτρέπουν το έγκλημα να συντελεστεί πριν τη γέννηση. Και η δική μας νοοτροπία, αποφυγής κάθε κόπου και θυσίας, η φρίκη που μας καταλαμβάνει στη σκέψη του σταυρού που συνεπάγεται η αναπηρία του παιδιού μας, οδηγεί στην απόφαση να «ξεμπερδεύουμε» πριν δει το φως του ήλιου.
Χιλιάδες αγέννητα παιδιά οδηγούνται στον θάνατο με τη δικαιολογία μιας γενετικής νόσου. Όσο μάλιστα διεισδύουμε στο βάθος του κυτταρικού πυρήνα και αναλύουμε το γονιδίωμα (τους συνδυασμούς του DNA που είναι υπεύθυνοι για τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου) τόσο ανακαλύπτουμε νέες προδιαθέσεις νόσων που θα μπορούσαν να εξαλειφθούν με τη θανάτωση των οργανισμών. Παραπέμποντας στις καθάρσεις από Εβραίους, ομοφυλόφιλους, αρρώστους, εγκληματίες, αθίγγανους, που έγιναν στον 20ο αιώνα από τους διαφόρους «ισμούς», με αποκορύφωμα τον ναζισμό του Χίτλερ, θα διαπιστώναμε ότι μόνο οι μέθοδοι αλλάζουν, το σκεπτικό παραμένει το ίδιο. Επιχειρήματα πολλά: Οι οικονομίες δεν μπορούν να αντέξουν τις δαπάνες περίθαλψης και στήριξης των ανάπηρων παιδιών και των οικογενειών τους, οι ίδιες οι οικογένειες αποδιοργανώνονται από την παρουσία ενός προβληματικού παιδιού.
Αλλά το σκεπτικό επεκτείνεται και σε διάφορες προδιαθέσεις νόσων. Ένα άτομο που στην ενήλικη ζωή του θα παρουσιάσει εκδηλώσεις μιας γενετικά εξαρτημένης νόσου, που μπορεί να επηρεάσει έντονα τη σωματική ή ψυχική του κατάσταση μήπως θα ήταν σωστότερο να μη γεννηθεί καθόλου; Ήδη παρά την αντίθετη νομοθεσία, οι ασφαλιστικές εταιρείες προσπαθούν να ανιχνεύσουν τέτοια νοσήματα, ώστε να αποφύγουν την ασφάλιση των ανθρώπων που μπορεί μελλοντικά με αυξημένη πιθανότητα να νοσήσουν.
«Όλες αυτές οι πρακτικές (27), αν δεν είναι πάντοτε σαφώς ευγονικές στην έκφρασή τους, είναι ευγονικές στην αντίληψή τους. Δεν καταφέρνουν να αποτρέψουν την εμφάνιση αναπηρίας, αλλά συνήθως εξαφανίζουν τον ανάπηρο. Όσο δεν ξεχωρίζει η πάθηση από τον πάσχοντα, ο μόνος τρόπος αντιμετώπισής της φαίνεται να είναι ο θάνατος του πάσχοντος στην πιο αδύναμη, ιερή και ευαίσθητη φάση και έκφραση της ζωής του. Η καταστροφή του παθολογικού εμβρύου εμφανίζεται ως η προτεινόμενη "θεραπεία"» (28).
Πάντως το παιδί του περιστατικού που προαναφέραμε, θα ήταν ένα βέβαιο θύμα του προγεννητικού ελέγχου και μάλιστα με το ατράνταχτο και κατευναστικό για τη συνείδηση επιχείρημα ότι ο κύριος λόγος θανάτωσης του εμβρύου είναι η φιλάνθρωπη διάθεση προς αυτό. «Γιατί να έρθει στον κόσμο και να ταλαιπωρείται ένα τέτοιο παιδί;», ακούμε συχνά να λέγεται. Μια ενεργητική ευθανασία λοιπόν σε ένα παιδί που δεν μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του. Αν όμως μπορούσε; 
27 Σ.τ.Σ: π.χ. προγεννητικός έλεγχος.
28 Επίσημα Κείμενα Βιοηθικής σελ 71.

(Νικόλαος Κ. Παναγιωτόπουλος, 20 χρόνια στην Εντατική, Νέα Σμύρνη 2017, σελ. 89-92)

Σελίδα 1 από 5