Μια πρωτότυπη βιβλιοθήκη. 
Ο μαρκήσιος Μιραμπώ είχε μια πλούσια βιβλιοθήκη, που περιελάμβανε δύο αίθουσες.

Στη μία αίθουσα υπήρχαν τα βιβλία όλων των μεγάλων φιλοσόφων και λογοτεχνών και στην πόρτα της ήταν τοποθετημένη μια επιγραφή με την λατινική λέξη

«admiro», που σημαίνει «θαυμάζω».

Στην άλλη αίθουσα υπήρχαν όλο θρησκευτικά βιβλία — φυσικά εξαιρετικού περιεχομένου — και στην πόρτα της μια επιγραφή με τη λατινική λέξη

«amo», που σημαίνει «Αγαπώ».


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο966)

Ο σύντροφος του εξορίστου. 
Ο Ντοστογιέφσκυ «έσερνε τα βήματά του με την συνοδεία βαρβάρων, στον βαρβαρώτερο τόπο εξορίας: Την Σιβηρία.

Ήταν αντίπαλος του καθεστώτος. Σ’ έναν από τους σταθμούς του θλιβερού ταξιδιού του, μια γυναίκα τούβαλε στο χέρι 25 ρούβλια, αρκετά για να αγοράση λίγο ψωμί, σαπούνι, ρούχα, όχι όμως και την γαλήνη του πνεύματός του.

Αλλά μαζί με το χαρτονόμισμα τούδωσε και μια Αγία Γραφή. Αυτή η Βίβλος βοήθησε να μην πεθάνη το μεγάλο πνεύμα του Ντοστογιέφσκυ.

Στις σελίδες της έσβησε τη δίψα της ψυχής του.
Και ενώ τα πόδια επλήγιαζαν στη γη της εξορίας, το πνεύμα του εξεκουραζόταν στην Πατρίδα της Πίστεως, της Ειρήνης, της Αγάπης...
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο316)

Στον αγρό της ψυχής...
Στην εποχή του Κριμαϊκού πολέμου ένας ευσεβής Γάλλος, που εφλογίζετο από την επιθυμία να σπείρη τα θεία λόγια, επενόησε το εξής:

Αγόρασε αρκετά αντίτυπα της Αγ. Γραφής και τα μοίρασε με σβελτωσύνη και χαρά στους στρατιώτες. Όλοι τα δέχτηκαν, αλλά ένας με σαρκαστικό ύφος του είπε:

— Αυτό θα καθαρίση ωραία την πίπα μου!

Αλήθεια τα 5—6 φύλλα εκαθάρισαν την πίπα μου, αλλά τα υπόλοιπα την ψυχή του.

Γιατί κάποτε από περιέργεια τα διάβασε και βρήκε το δρόμο της ζωής.


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο282)

Η φωνή του Πνεύματος. 
Διηγούνται, πως κάποτε μια συντροφιά ασεβών βρήκε τρόπο διασκεδάσεως τη διακωμώδηση του ιερού Ευαγγελίου.

Πήρε ο πρώτος της παρέας στα χέρια του την αγία Γραφή και άρχισε να διαβάζη απομιμούμενος τη φωνή του ιερέως του. Το κομμάτι που διάβαζε, ήταν κατά τύχην η παραβολή του Ασώτου.
«Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς», εδιάβαζε ο κωμωδός. «Και συναγαγών άπαντα ο νεώτερος απεδήμησεν εις χώραν μακράν...».

«Σαν και σένα, Γιάννη», του φώναξε ο πιο έξυπνος και η παρέα άρχισε να καγχάζη.
«Και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού, ζων ασώτως».

«Σαν και σένα, Γιάννη», του ξαναφώναξαν αστεϊζόμενοι.

Αλλ' εκείνος αυτή τη φορά δε μίλησε. Κάτι ένοιωθε μέσα του, καθώς έβλεπε μέσα στις γραμμές της παραβολής, που θέλησε να περιγελάση, να αναδύεται ο ίδιος ο εαυτός του. Ένας κόμπος έδενε το λαιμό του.

Και όταν έφθασε στο «Αναστάς, πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου», ξέσπασε σε δάκρυα. Οι άλλοι τον κύτταζαν κατάπληκτοι.

Αλλ’ εκείνος «αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού». Το Πνεύμα του Θεού του είχε μιλήσει σε μια ανεπάντεχη στιγμή με ένα εντελώς ξεχωριστό τρόπο...
Και σε σένα κράζει το Πνεύμα, φίλε αναγνώστα. Προσπάθησε ν’ ακούσης τη φωνή του.

«Εξαπέστειλεν ο Θεός το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών, κράζον, Αββά, ο πατήρ». Ακούεις την κραυγή του;
Από το βιβλίο «Ύδωρ εκ Πέτρος- του κ. Κ. Κούρκουλα


Ο π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Νόστιμο φαγητό με λίγο … υδροκυάνιο!

- Γέροντα, ο Καζαντζάκης εκτός από τα τόσα στραβά που λέει, έχει και κάποια καλά. Γιατί τον πετάμε εξ ολο­κλήρου και δεν τον αξιολογούμε, να πούμε αυτό είναι καλό, εκείνο κακό;

– Αν κάποιος φτιάξη ένα ωραίο φαγητό με ακριβά υλικά και πολλή τέχνη και το κάνη πεντανόστιμο, αλλ’ ύστερα ρίξη καμμιά δεκαπενταριά σταγόνες υδροκυανί­ου, θα φάη κανείς αυτό το φαγητό; Σάς ερωτώ. Μα είναι νόστιμο, μα έχει καλά υλικά, μα… Ναι, αλλά έπεσε δηλη­τήριο επάνω. Ποιος θα τολμήση, έστω να δοκιμάση, ένα φαγητό, που έχει μέσα υδροκυάνιο, που όχι άνθρωπο, αλλά ελέφαντα σκοτώνει;

Αυτό έχει κάνει και ο Καζαντζάκης. Κι αν κάπου – κά­που έχη και κάποια σελίδα της προκοπής, λίγο πιο πέρα, στην άλλη, ρίχνει υδροκυάνιο μέσα. Γιατί να συστήσου­με να τον διαβάσουν οι νέοι μας; Θα οικοδομηθούν, θα ωφεληθούν; Τι να πάρουν από τον Καζαντζάκη, που κά­θε λίγο και λιγάκι λέγει αθλιότητες και αισχρότητες; Δεν ξέρεις σε ποια σελίδα θα σου πη κάτι καλό και σε ποια σελίδα θα σου πη τις αχρειότητές του.

Και επί τέλους γιατί είναι τόσο αναγκαίο να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Χάθηκαν οι άλλοι λογοτέχνες; Ή μή­πως πρόκειται για αναντικατάστατα επιστημονικά συγ­γράμματα; Αν κάποιος μεγάλος εφευρέτης, ένας επι­στήμονας (δεν τα κάνουν αυτά οι εφευρέτες) σ’ ένα βι­βλίο επιστημονικό γράφη και μερικές σελίδες τέτοιες, θα πη κανείς, τι να κάνω, πρέπει να το διαβάσω, διότι έχει μέσα π.χ. ιατρικά θέματα και πρέπει να τα μάθω. Στη λογοτεχνία όμως δεν ισχύει αυτό. Γιατί, λοιπόν να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Για να αντιμετωπίζω σε κάθε σελίδα την κόπρο που προσφέρει;

Στο «Φτωχούλη του Θεού» λέει ο Καζαντζάκης, ότι το καλλίτερο κήρυγμα περί Θεού το βρήκε στην άνθησι της αμυγδαλιάς. Και μέσα στο ίδιο βιβλίο έχει σελίδες παν­άθλιες και υβριστικές. Και μετά απ’ όλα αυτά δεν έχει «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», όπως έλεγαν για την αρχαία ελληνική τραγωδία.

Καζαντζάκης και Μέγας Βασίλειος

- Γέροντα, κάτι ανάλογο δεν μπορούμε να πούμε για τον Καζαντζάκη, όπως ο Μ. Βασίλειος για τους αρχαίους συγγραφείς; Δηλαδή να παίρνουμε το τριαντάφυλ­λο και να παραμερίζουμε τα αγκάθια;

- Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο Μέγας Βασίλειος δεν παρότρυνε στη μελέτη των ειδωλολατρών συγγραφέων. Τι έκανε; Έγραψε την πραγματεία «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» για τους ανεψι­ούς του, οι οποίοι θα ήρχοντο στην Αθήνα να σπουδά­σουν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Και τους λέγει: «Προσέξτε, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι έχουν και με­ρικά σημεία σωστά, αλλά έχουν και πολλά στραβά κι ανάποδα. Ό,τι, λοιπόν, κάνετε με το τριαντάφυλλο που κό­βετε το λουλούδι και αφήνετε τα αγκάθια να μη σάς κεν­τήσουν, μη σάς τρυπήσουν και σάς ματώσουν, έτσι να κά­νετε και με τους αρχαίους. Ό,τι καλό βρήτε στους αρχαί­ους, πάρτε το, προσέξτε, όμως, μη παρασυρθήτε από τα κακά».

Άλλο είναι να πης σ’ ένα νέο, που πάει να σπουδάση ελληνική φιλοσοφία, «Κοίτα, παιδί μου, μη παρασυρθής από τα στραβά και τ’ ανάποδα, αλλά να δεχθής τα ωφέ­λιμα», και άλλο να του λες, «Παιδί μου, θα ωφεληθής πολύ, πάρα πολύ, είναι απαραίτητο να διαβάσης την αρχαία ελληνική φιλοσοφία». Δεν είπε τέτοια πράγματα ο Μέγας Βασίλειος.

Και όχι μόνο δεν είπε κάτι τέτοιο, αλλά σε επιστολή του προς τον Ευστάθιον Σεβαστείας εξομολογούμενος λέγει: «Εγώ πολύν χρόνον προσαναλώσας τη ματαιότητι και πάσαν σχεδόν την εμαυτού νεότητα εναφανήσας τη ματαιοπονία, ην είχον προσδιατρίβων τη αναλήψει των μαθημάτων της παρά Θεού μωρανθείσης σοφίας, εξ ύπνου βαθέος διαναστάς, απέβλεψα μεν προς το θαυμαστόν φως της αλήθειας του Ευαγγελίου, κατείδον δε το άχρηστον της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων. Πολλά την ελεεινήν μου ζωήν αποκλαύσας, ηυχόμην δοθήναί μοι χειραγωγίαν προς την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας. Και προ γε πάν­των επιμελές ην μοι διόρθωσίν τινα του ήθους ποιήσασθαι πολύν χρόνον εν ταις προς τους φαύλους ομιλίαις διαστραφέντος»[1].

Δηλαδή: Σπατάλησα την ζωή μου στη ματαιότητα (ονομάζει ματαιοπονία τον κόπο, που διέθε­σε για την μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας). Όταν ξύ­πνησα, σαν από βαθύ ύπνο, και απέβλεψα προς το θαυ­μαστό φως της σοφίας του Ευαγγελίου, ευχόμουν, ζήτη­σα από τον Θεό, να μου δώση κάποιον που θα με χειραγωγήση «εις την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας», στη χριστιανική διδασκαλία. Και πριν από όλα ήθε­λα να κάνω κάποια διόρθωσι του ήθους μου, διότι και αυτό είχε διαστραφή, είχε χαλάσει κάπως ο χαρακτήρας μου, από την πολλή επαφή που είχα με τους φαύλους.

Δεν είχε πορνεύσει ο Μέγας Βασίλειος, δεν είχε μοιχεύσει, δεν είχε ψευδορκήσει, δεν είχε πλαστογραφήσει. τους αρχαίους Έλληνες διάβαζε, και αποκλαίει την ζωή του και την ονομάζει ελεεινή· τόσο πολύ οικτείρει τον εαυτό του διότι έχασε χρόνο πολύτιμο μελετώντας την ελληνική φιλοσοφία. Σκεφθήτε, τι θα πούμε εμείς τώρα για τους νέους μας; Να τους παραπέμψουμε να διαβά­σουν ένα «χριστιανό» βαπτισμένο (τον Καζαντζάκη), που καθυβρίζει καπηλικώτατα τον Κύριο; Πόσο θα βλαβή το ήθος τους από την σχέσι μ’ αυτό τον άνθρωπο;

Παλαιά τα φαρμακεία δεν είχαν όλα τα φάρμακα έτοι­μα, όπως τα έχουν τώρα. Είχαν γουδί, και κατασκεύαζαν το φάρμακο. Τότε, λοιπόν, είχαν και μερικά μπουκαλάκια, που έγραφαν απ’ έξω poison, δηλαδή δηλητήριο. Αυτό κάνει ο Μ. Βασίλειος με το παραπάνω έργο του. Λέει poison, παιδιά μου! Προσέξτε. υπάρχει και δηλητή­ριο στην ελληνική φιλοσοφία, μην το πάρετε. Ο Πλάτων μιλάει για κοινοκτημοσύνη γυναικών, ο Αριστοτέλης λέγει, ότι οι άνθρωποι διακρίνονται εκ φύσεως σε δού­λους και ελευθέρους κ.λπ. (δεν τα αναπτύσσει αυτά ο Μ. Βασίλειος εγώ τα προσθέτω). μη πάρετε τέτοια πράγμα­τα. Μακριά! Μερικά άλλα που είναι καλά, αυτά πάρτε τα. Εφιστά την προσοχή να μη βλαβούν μια και τα διά­βαζαν. Δεν τους προτρέπει.

Τι σχέσι έχουν αυτά με τον Καζαντζάκη, ο οποίος αξιώθηκε να γνωρίση το Ευαγγέλιο, να γεννηθή στην Ορ­θόδοξη Εκκλησία, ν’ ακούση την διδασκαλία την χρι­στιανική, και μετά όχι απλώς την απέπτυσε, αλλά και την κύλησε στο βόρβορο;

«Θρησκεύον ον»

Λένε μερικοί: «Θρησκεύον ον ο Καζαντζάκης. Είχε πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις».

Και τι μ’ αυτό; Που κατέληξε; Ξέρετε τι ζήτησε ο ίδιος να γραφή στον τάφο του; «Δεν ελπίζω τίποτα· δε φο­βούμαι τίποτα· είμαι ελεύθερος». Και εγράφη βεβαίως. Πηγαίνετε στα κοιμητήρια να διαβάσετε επιγραφές πά­νω στους τάφους πιστών ανθρώπων. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» ή «Αναστήσονται οι νεκροί και εγερθήσονται οι εν τοις μνημείοις»ή «Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων» και άλλα.

Όταν σπούδαζα στον κόσμο, στην αρχή, κουραζόμουνα πάρα πολύ. Και όταν ερχόταν η ώρα να πιάσω το βιβλίο στα χέρια μου, ένιωθα σαν να πήγαινα να πιάσω άγριο θηρίο.

Καθώς όμως επέμενα, βιάζοντας τον εαυτό μου, βοήθησε ο Θεός και τόσο πολύ συνήθισα τη μελέτη, ώστε να μην καταλαβαίνω τι έτρωγα και τι έπινα ή πως κοιμόμουνα από την πολλή ευχαρίστηση που ένιωθα από την ανάγνωση. Και ποτέ δεν με τράβηξε η επιθυμία να πάω να φάω με έναν από τους φίλους μου, αλλά ούτε καν τους συναντούσα όταν είχα διάβασμα, παρόλο ότι ήμουν κοινωνικός και αγαπούσα τους φίλους μου.

Μόλις λοιπόν μας σχόλαγε ο δάσκαλος και λουζόμουνα -γιατί συνήθιζα να πλένομαι κάθε μέρα, επειδή στέγνωνα από το διάβασμα- γύριζα στο σπίτι μου μην ξέροντας ούτε τι θα φάω. Γιατί δεν μπορούσα να απασχοληθώ ούτε με το να παραγγείλω το φαγητό που θα έτρωγα, αλλά είχα κάποιον έμπιστο άνθρωπο και μου ετοίμαζε ό,τι εκείνος ήθελε. Έτρωγα λοιπόν ό,τι εύρισκα μαγειρεμένο από αυτόν, έχοντας και το βιβλίο δίπλα μου, ακουμπισμένο στο κρεβάτι και κάπου-κάπου έριχνα μια ματιά. Και όταν κοιμόμουνα, το είχα πάλι δίπλα μου, ακουμπισμένο στο κάθισμά μου και μόλις μ’ έπαιρνε λίγο ο ύπνος, αμέσως πεταγόμουνα να διαβάσω. Πάλι το βράδυ, μόλις γύριζα μετά από τον εσπερινό, άναβα το λυχνάρι και έμενα διαβάζοντας μέχρι τα μεσάνυχτα.

Και ζούσα έτσι, γιατί δεν ένιωθα τίποτα πιο γλυκό από την ευχαρίστηση που μου έδινε η μελέτη. Όταν λοιπόν ήρθα στο Μοναστήρι, έλεγα στον εαυτό μου:

«Αν για την κοσμική σοφία είχα τόσο πόθο και τέτοιο ζήλο, ώστε να ασχολούμαι με το διάβασμα και να μου γίνει αναφαίρετη συνήθεια, πόσο μάλλον για την αρετή»;

Και έπαιρνα πολλή δύναμη από αυτόν το λογισμό.
(Αββα Δωροθέου, Ι Διδασκαλία, εκδ. Ετοιμασία σελ. 271)


Ο σύντροφος του εξορίστου Ντοστογιέφσκυ

Ο Ντοστογιέφσκυ έσερνε τα βήματά του με την συνοδεία βαρβάρων, στον βαρβαρώτερο τόπο της εξορίας: Την Σιβηρία. Ήταν αντίπαλος του καθεστώτος. Σ’ έναν από τους σταθμούς του θλιβερού ταξιδιού του, μια γυναίκα τούβαλε στο χέρι 25 ρούβλια, αρκετά για να αγοράση λίγο ψωμί, σαπούνι, ρούχα, όχι όμως και τη γαλήνη του πνεύματός του. Αλλά μαζί με το χαρτονόμισμα τούδωσε και μια Αγία Γραφή. Αυτή η Βίβλος βοήθησε να μην πεθάνη το μεγάλο πνεύμα του Ντοστογιέφσκυ. Στις σελίδες της έσβησε τη δίψα της ψυχής του.
Και ενώ τα πόδια επλήγιαζαν στην γη της εξορίας, το πνεύμα του εξεκουραζόταν στην Πατρίδα της Πίστεως, της Ειρήνης, της Αγάπης…


Η φωνή του Πνεύματος

Διηγούνται, πως κάποτε μια συντροφιά ασεβών  βρήκε τρόπο διασκεδάσεως τη διακωμώδηση του ιερού Ευαγγελίου. Πήρε ο πρώτος της παρέας στα χέρια του την  αγία Γραφή και άρχισε να διαβάζη απομιμούμενος τη φωνή του ιερέως του. Το κομμάτι που διάβαζε, ήταν κατά τύχην η παραβολή του Ασώτου.
«Άνθρωπος τις είχε δύο υιούς», εδιάβαζε ο κωμωδός. «Και συναγαγών άπαντα ο νεώτερος απεδήμησεν εις χώραν μακράν…». «Σαν και σένα, Γιάννη», του φώναξε ο πιο έξυπνος και η παρέα άρχισε να καγχάζη.
«Και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού, ζων ασώτως». «Σαν και σένα, Γιάννη», του ξαναφώναξαν  αστεϊζόμενοι.  Αλλ’ εκείνος αυτή τη φορά δε μίλησε. Κάτι ένοιωθε μέσα του, καθώς έβλεπε μέσα στις γραμμές της παραβολής, που θέλησε να περιγελάση, να αναδύεται ο ίδιος ο εαυτός του. Ένας κόμπος  έδενε το λαιμό του. Και όταν έφθασε στο «Αναστάς, πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου», ξέσπασε σε δάκρυα. Οι άλλοι τον κύτταζαν κατάπληκτοι. Αλλ’ εκείνος «αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού». Το πνεύμα του Θεού του είχε μιλήσει σε μια αναπάντεχη στιγμή με ένα εντελώς ξεχωριστό τρόπο…
Και σε σένα κράζει το Πνεύμα, φίλε αναγνώστα. Προσπάθησε ν’ ακούσης τη φωνή του. «Εξαπέστειλεν ο Θεός το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών, κράζον, Αββά ο πατήρ». Ακούεις την  κραυγή του;  (Από το βιβλίο «Ύδωρ εκ Πέτρας» του κ. Κ. Κούρκουλα)

Απαραίτητη ώρα

Ο περίφημος πρόεδρος των Ηνωμένων πολιτειών Αβραάμ Λίνκολν, εκάλεσε κάποτε ένα συνεργάτη του εις ακρόασιν στις 5 το πρωί. Παρά τέταρτο ο προσκεκλημένος βρισκόταν στα γραφεία του προέδρου και ήκουε συζήτησιν.
- Ποιος είναι μέσα; Ηρώτησε τον θυρωρόν.
- Ο Πρόεδρος, κύριε.
- Συζητεί με κανέναν;
- Όχι, μελετά την Αγία Γραφήν.
- Τόσο πρωί;
- Μάλιστα, κύριε. Ο Πρόεδρος από τις 4 έως τις 5 κάθε πρωί μελετά την Αγίαν Γραφήν και προσεύχεται.
Άραγε στο δικό μας πρόγραμμα υπάρχει μια τέτοια ώρα;

Γιατί είναι γραμμένος ο λόγος του Θεού (Χρυσόστομος)
Θα ήταν βέβαια πιο καλά να μην έχουμε καθόλου ανάγκη από τα γράμματα, αλλά να παρουσιάζουμε βίο έτσι καθαρό, ώστε η χάρις του Θεού, αντί σε βιβλία, να είναι τυπωμένη στις ψυχές μας. Κι όπως το χαρτί είναι γραμμένο με μελάνι, έτσι κι η καρδιά μας να είναι γραμμένη με το Άγιο Πνεύμα. Αλλά μια και ξεπέσαμε από τέτοια χάρι, ας εκμεταλλευόμαστε τουλάχιστο αυτόν τον δεύτερο τρόπο.
Αφού είναι κακό να χρειαζώμαστε τα γράμματα και να μην μπορούμε να δεχθούμε απ’ ευθείας το Πνεύμα , σκέψου τι βαρειά ευθύνη πέφτει επάνω μας, όταν δεν επωφελούμαστε από τη βοήθεια των γραμμάτων. (Χρυσόστομος)

Η λυδία λίθος της ψυχής (Χρυσόστομος)
Οι χρυσοχόοι έχουν μίαν πέτραν πολύτιμον, που την ονομάζουν λυδίαν λίθον. Η πέτρα αυτή έχει την ιδιότητα να ξεχωρίζη το πραγματικό χρυσάφι από το κίβδηλο.
Αλλά μια τέτοια πέτρα, μια τέτοια λυδία λίθος, με την οποίαν ημπορούμεν να ξεχωρίσωμεν την αρετήν από την κακίαν, τους πραγματικούς χριστιανούς από τους ψεύτικους, είναι η Αγία Γραφή. Θέλεις να ιδής αν είσαι γνήσιος ή ψεύτικος χριστιανός; Σε συμβουλεύω ν’ αγοράσης αυτήν την λυδίαν λίθον, την Γραφήν, και ν’ αρχίσης να την μελετάς προσεκτικά. Κάθε φορά που θα διαβάζης έναν στίχον, να ελέγχης τον εαυτόν σου και να τον ερωτάς: αυτό που γράφεται εδώ, το εφήρμοσα; Από την στιγμήν αυτήν θ’ αρχίσης να μπαίνης εις το μεγάλο νόημα του Χριστιανισμού και να γίνεσαι συνειδητός χριστιανός.
(Χρυσόστομος)

Η μελέτη της Γραφής

«Επί πολύν καιρόν εζάλιζα τον εαυτόν μου – λέγει ένας γέρων – δια μερικά δυσνόητα μέρη της Αγίας Γραφής. Ήτο αδύνατον να τα καταλάβω, ή να έχω ικανοποιητικήν ερμηνείαν από άλλους πιο εντριβείς εις τας Γραφάς.

Τέλος, είπα, θα κάνω εις την μελέτην της Γραφής, ό,τι κάνω και όταν τρώγω ψάρι. Όταν συναντώ κάτι τι, που δεν το εννοώ, το αφήνω κατά μέρος και λέγω αυτό είναι «κόκκαλο». Γιατί να πνιγώ με το κόκκαλο, ενώ λέγω ίσως τα καταφέρω να βγάλω και από το κόκκαλο τροφήν. Μεγάλος είναι ο Θεός! Και προσεύχομαι πάντα, να μου ανοίγη ο Θεός τα μάτια, να βλέπω τα θαυμάσια Του, εν τω λόγω της αληθείας Του, τη Αγία Γραφή.
Δεν βιάζομαι και δεν εκβιάζω ερμηνείας. Ένα πράγμα που δεν εννοούσα άλλοτε, με εφώτισε ο Θεός και το κατάλαβα σήμερον. Όλα θέλουν καιρόν και υπομονήν. Η υπομονή είναι σοφία, και αποβαίνει πάντοτε, συν Θεώ σωτηρία».

(από το βιβλίο Ψιχία από της τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

Διηγήθηκε ο γέρων Θεοδόσιος Αγιοπαυλίτης (1901-1987) (της Μονής Αγίου Παύλου Αγίου Όρους): «Ένα βράδυ στο κελλί μου ήρθε ο π. Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης.

-      Πότε ήρθες; του λέω, δεν σε πρόσεξα.

-      Να, το απόγευμα. Θα βγάλεις βιβλίο, έμαθα.

-      Ναι, του απαντώ. Θα βγάλω ένα βιβλίο για τον πνευματισμό. Τότε ο π. Γεράσιμος μου λέει:

-      Τα μέντιουμ από αυτά που λένε 99% είναι αλήθεια, 1% είναι ψέμματα και αυτό το 1 αναιρεί τα 99.

-      Αυτό που λέγεις είναι ωραίο να το γράψω στο βιβλίο, αλλά πού το βρήκες, ρωτώ.

-      Στα Πνευματικά Γυμνάσματα (=βιβλίο αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου), απαντά.

Όταν έφυγε από το κελλί μου, ανοίγω τα Πνευματικά Γυμνάσματα και το βρίσκω αμέσως. Όταν τελείωσα το πρόχειρο γράψιμο και ήμουν έτοιμος να το στείλω για το τυπογραφείο, ο λογισμός μου έλεγε να ψάξω να βρω τη σελίδα όπου ήταν γραμμένο αυτό που μου είχε πει ο π. Γεράσιμος. Ψάχνω τρεις φορές όλο το βιβλίο και δεν το βρίσκω γραμμένο. Σηκώνομαι και πηγαίνω στην Μικρά Αγία Άννα, βρίσκω τον π. Γεράσιμο και του λέω:

-      Όταν ήρθες στο Μοναστήρι μου είπες αυτό και αυτό. Δεν το βρίσκω τώρα στα Πνευματικά Γυμνάσματα. Τι συμβαίνει;

-      Ούτε ήρθα στον Άγιο Παύλο –έχω πολύ καιρό να έλθω-, αλλά και ούτε σου είπα τέτοιο πράγμα.

Έμεινα άναυδος. Απατήθηκα λοιπόν σε τέτοιο βαθμό από τον διάβολο;

Τότε σκέφτηκα ότι, εάν το έγραφα αυτό, θα έκανα μεγάλο κακό, διότι όποιος διάβαζε το βιβλίο θα σκεφτόταν: Εφ’ όσον το 99 είναι αλήθεια, τι με νοιάζει για το 1, θα πάω στα μέντιουμ.

Όταν είχα ετοιμάσει το βιβλίο περί πνευματισμού, το καθαρόγραφα για να το στείλω το πρωί για εκτύπωση. Είχαν μείνει ακόμη 4 σελίδες για να τελειώσω. Ξαφνικά αισθάνομαι δίπλα μου τον διάβολο. Ανατρίχιασα ολόκληρος. Ο λογισμός μού έλεγε να σταματήσω. Όχι, είπα, θα τελειώσω και μετά θα σταματήσω. Χριστέ μου βοήθα με, και συνέχισα να γράφω κλαίγοντας και προσευχόμενος, ενώ έτρεμα από το φόβο μου.

Όταν τελείωσα, ξάπλωσα λίγο. Σε λίγο ακινητοποιήθηκα τελείως από τον διάβολο. Δεν μπορούσα ούτε να φωνάξω. Μόνο το μυαλό μου, η σκέψη μου λειτουργούσε. Τότε θυμήθηκα τον αββά Ισαάκ που λέει: «Μόνο το πνεύμα του Θεού μπορεί να διώξει το πνεύμα του διαβόλου».

Άρχισα τότε να προσεύχομαι θερμώς, οπότε εντός ολίγου έφυγε ο διάβολος και ελευθερώθηκα»

(από το βιβλίο: Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Αγιος Ιωάννης ο πρόδρομος» Μεταμόρφωση Χαλκιδικής, 2011 σελ. 229-230)