378-     ΑΞΙΟΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ.  Εδώ το κλίμα είναι πολύ ανθυγιεινό και δεν μπορεί κανείς να μείνη για πολύ καιρό, έλεγε ένας ιθαγενής σε ένα ιεραπόστολο. Έπειτα από δυο χρόνια θ’ αναγκασθήτε να επιστρέψετε στη Γαλλία.            -Κύριε, του απάντησε ο ιεραπόστολος, δεν ερχόμαστε εδώ για να καλοπεράσουμε κι έπειτα να επιστρέψουμε στην Πατρίδα μας, αλλά για να εργασθούμε και να πεθάνουμε.382-     ΤΟ ΘΥΜΑ. Όταν τον Ιούλιο του 1914 οι Γερμανοί κατέλαβαν το Βέλγιο, κατά την είσοδό των στο χωριό Πυζαί, κάποιος από ένα παράθυρο πυροβόλησε κατά του αξιωματικού που προπορευόταν και τον εφόνευσε.            Τότε οι Γερμανοί περικύκλωσαν το χωριό και συγκέντρωσαν όλους…
375-     ΠΑΝΤΑ ΤΡΙΤΟΣ. Η ευσεβής μητέρα κατευώδωσε το παιδί της, που πήγαινε να μπη ως εσωτερικός μαθητής σ’ ένα Γυμνάσιο, με τα εξής λόγια:            -Μη λησμονείς ποτέ , παιδί μου, ότι είσαι πάντα τρίτος.            Το παιδί, όταν έφθασε στο Γυμνάσιο, έγραψε με ωραία γράμματα σ’ ένα χαρτόνι «είμαι τρίτος» και το χαρτόνι αυτό το κρέμασε στο δωμάτιό του για να το βλέπη καθημερινώς.            Τα άλλα παιδιά τον ρωτούσαν τι σημαίνει το σύνθημα αυτό, αλλά αυτός απόφευγε ν’ απαντήση. Μόνο ύστερα από δυο μήνες είπε σ’ ένα φίλο του ότι η συμβουλή αυτή της μητέρας του σημαίνει: «Να σκέπτεσαι πρώτα τον…
Ένας από τους γέροντες της σκήτης αρρώστησε κάποτε και επιθύμησε να φάει λίγο φρέσκο ψωμί. Πού να βρεθεί όμως τέτοιο πράγμα σε εκείνη την έρημο; Όταν το έμαθε ένας από τους νέους μοναχούς, έβαλε στο δισάκι του όλα τα ξερά ψωμία που είχε, και ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια. Η πόλη απείχε δυο ημερών δρόμο από την έρημο. Ο καλός νέος αψήφησε τον κόπο! Κατέβηκε, άλλαξε τα ψωμιά, κι επέστρεψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στη σκήτη. - Πού βρήκες φρέσκο ψωμί; τον ρωτούσαν με απορία οι αδελφοί. - Στην Αλεξάνδρεια, απαντούσε με πολλή φυσιολογικότητα εκείνος, σαν να επρόκειτο για το γειτονικό…
ΔΩΔΕΚΑ μοναχοί περνούσαν για πρώτη φορά μια άγνωστη έρημο. Όταν νύχτωσε, παραπλανήθηκε ο οδηγός τους και τράβηξε τον αντίθετο δρόμο. Οι αδελφοί το κατάλαβαν γρήγορα, αλλά ο καθένας τους ξεχωριστά αγωνίστηκε ολόκληρη την νύχτα να μην το φανερώσει, για να μην λυπήσει τον οδηγό. Όταν ξημέρωσε, είδε πια το λάθος του εκείνος.- Συγχωρήστε με, αδελφοί, είπε σαστισμένος. Μου φαίνεται πως πήρα τον αντίθετο δρόμο.- Το ξέρουμε, του αποκρίθηκαν εκείνοι, αλλά μην στενοχωριἐσαι- γυρίζουμε πίσω.Και χωρίς να δείξουν καμιά απολύτως δυσαρέσκεια, που είχαν περπατήσει όλη νύχτα άσκοπα, μια απόσταση δώδεκα μιλίων, άρχισαν καινούργια πορεία.Ο οδηγός, θαυμάζοντας την ευγένειά τους, έλεγε και…