Την προτροπή του Αποστόλου Παύλου “να βαστάζουμε ο ένας τα βάρη του άλλου” πρέπει να την εννοούμε μέσα στο πλαίσιο που ήθελε ο Χριστός, να μην απορρίπτουμε δηλαδή κανένα, να μην αντιμετωπίζουμε κανένα σαν να είχε χάσει κάθε ελπίδα βελτίωσης, να βοηθούμε πάντα τον διπλανό μας. Όταν το βάρος στους ώμους μας είναι ευγενές και τραγικό, τότε αυτά μας φαίνονται εύκολα. Είναι εύκολο να συμπάσχουμε, να συμπαθούμε τους κατατρεγμένους, να είαμστε σπλαχνικοί και συμπονετικοί προς αυτούς που βρίσκονται σε έσχατη φτώχεια, προς αυτούς που βιώνουν την αγωνία του νου, που υποφέρουν με διάφορους τρόπους.

Είναι εύκολο να αισθανόμαστε συμπάθεια προς τους ασθενείς. Αλλά πόσο δύσκολο είναι να συμπάσχουμε συνεχώς και σταθερά με τους χρόνιους ασθενείς που ζητούν την προσοχή μας για βδομάδες, χρόνια, μερικές φορές για δεκαετίες! Κι ακόμη περισσότερο, να συμπάσχουμε με τους ψυχικά διαταραγμένους που χρειάζονται διαρκώς την προσοχή και τη συμπαράστασή μας, που, ουσιαστικά, καλούμαστε να σηκώνουμε εμείς τα δικά τους βάρη στους ώμους μας! Πόσοι από εμάς έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε αυτό;
Υπάρχει, όμως, ένας άλλος τρόπος που μπορούμε να επωμιστούμε τα βάρη του διπλανού μας. Τα παραδείγματα που έδωσα είναι προβλήματα των άλλων, των τρίτων, που εμείς μπορούμε απλώς να τα μοιραστούμε, και μάλιστα μόνο για λίγο, για τις λίγες ώρες που επισκεπτόμαστε τους ασθενείς, για το σύντομο διάστημα που επωμιζόμαστε το βάρος εκείνων που βιώνουν την αγωνία του νου και την οδύνη. Δίοτι, αφού τους επισκεφθήκαμε, τους παρασταθήκαμε, τους εκφράσαμε το ειλικρινές μας ενδιαφέρον, θα φύγουμε και θα ξαλαφρώσουμε από το βάρος τους, ενώ εκείνοι θα συνεχίσουν να το κουβαλούν.
Πόσο αμέτρητα δυσκολότερο είναι όταν το βάρος που τοποθετείται στους ώμους μας δεν είναι βάρος “ευγενές” ούτε στα δικά μας μάτια ούτε στα μάτια των άλλων, αλλά απλά είναι άσχημα βάσανα και δυστυχία: η απαρέσκεια των άλλων προς εμάς, το μίσος των άλλων, η συκοφαντία, η διαβολή και οι πολλοί και διάφοροι τρόποι με τους οποίους οι άλλοι μπορούν να κάνουν τη ζωή μας σχεδόν αβάσταχτη.

Πόσο δύσκολο είναι τότε να βλέπουμε του άλλους όχι μόνο ως την αιτία όλων των δεινών μας, αλλά και ως ανθρώπους τυφλούς που δεν έχουν συναίσθηση του τι κάνουν. Προσευχόμαστε στις δεήσεις και παρακαλούμε τον Θεό να λυπηθεί αυτούς που μας μισούν και που μας αδικούν, που μηχανεύονται το κακό μας και μας βλάπτουν!
Συμβαίνει συχνά οι άλλοι ούτε να μηχανεύονται κάτι, ούτε να έχουν κάτι κατά νου. Απλώς να είναι απερίσκεπτοι. Και τότε πόσο δύσκολο γίνεται να δούμε έναν τέτοιον άνθρωπο ως κάποιον για τον οποίον πρέπει εμείς να αναλάβουμε την ευθύνη, με ό,τι αυτό σημαίνει, και να τον φέρουμε προς τον Θεό. Να φέρουμε μπροστά στον Θεό την ασχήμια, την κακία, την απερισκεψία, την ακούσια σκληρότητα, να τους φέρουμε μπροστά στον Θεό και να πούμε: “Συγχώρα τους, Θέε μου, ου γαρ οίδασι τι πιούσι!”. Μ'αυτά τα λόγια, τα γεμάτα ομορφιά και έμπνευση, βαστάζετε ο ένας τα βάρη τπυ άλλου και θα έχετε ακολουθήσει τον δρόμο του Χριστού.
“Carry one another's burdens” St. Paul's Epistle to the Romans
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 43-45)

Όταν οι άνθρωποι πάσχουν από κάποια ψυχική ασθένεια ή από γεροντική άνοια, πολύ συχνά εγκαταλείπονται στην τύχη τους και η κατάστασή τους επειδεινώνεται, διότι παύουν πια να χρησιμοποιούν ό,τι τους έχει απομείνει από τη ζωτικότητα τους, τις νοητικές τους δυνάμεις, την αντίληψή τους. Έτσι χειροτερεύουν προκαταβολικά, ενω δεν θα ήταν απαραίτητο να συμβεί αυτό.
Όταν, λοιπόν, κάποιος αρχίζει σταδιακά και χάνει τη μνήμη του, την οξύτητα του πνεύματος του κ.λ.π., πρέπει αυτό ακριβώς να κάνουμε: να καθίσουμε και να του μιλάμε, να επικοινωνούμε όσο το δυνατόν περισσότερο, στο βαθμό των ικανοτήτων που του έχουν απομείνει. Όχι προσπαθώντας να επαναφέρουμε τον ασθενή σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να επανέλθει, όχι προσπαθώντας να τον πιέσουμε πέρα από τις δυνατότητές του, διότι αυτό φέρνει απελπισία, αλλά να μείνουμε στο δικό του επίπεδο και να χρησιμοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες που υπάρχουν για συζήτηση, επαφή, οπτικά ερεθίσματα.
Αυτό είναι το ένα θέμα. Όσο για τους σχιζοφρενείς ή τους ψυχικά πάσχοντες γενικότερα, έχω δύο παραδείγματα που μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Όταν εργαζόμουν σε ένα γαλλικό ψυχιατρείο, συνάντησα μια Αμερικανίδα ψυχίατρο με την οποία είχα την ευκαιρία να συζητήσω πάνω στο θέμα της ψυχικής ασθένειας. Και μου είπε την εξής ιστορία: Την εποχή που έκανε την ειδικότητά της είχαν ένα ασθενή, σχιζοφρενή, που τον είχαν βάλει σε απομόνωση. Ο καθηγητής είπε σε έναν από τους ειδικευόμενους φοιτητές:

“Πήγαινε να καθίσεις με αυτό τον άνθρωπο όσο αντέχουν τα νεύρα σου”.

Ο νέος ρώτησε: “Για πόσες ώρες;”. “Τέσσερις, πέντε ώρες την ημέρα”. “Μα, προς τι;”. “Απλώς κάτσε”.

Και ο νεαρός φοιτητής κάθισε για λίγο, αλλά δεν το άντεξε. Βγήκε και είπε στον καθηγητή του: “Δεν μπορώ”.

Και ο καθηγητής του απάντησε: “Αυτή είναι η μόνη θεραπεία που μπορώ να προσφέρω στον άνθρωπο αυτόν, κι εσύ την αρνείσαι”.

Δοκίμασε λοιπόν ξανά ο φοιτητής, κάθισε για περίπου τρεις εβδομάδες και στο τέλος αυτός ο άνθρωπος που ήταν εντελώς κλεισμένος στον εαυτό του γύρισε και του μίλησε.
Είχα κι εγω την ίδια εμπειρία, πάλι στη Γαλλία, με κάποιον ασθενή που βρισκόταν για αρκετές βδομάδες στο νοσοκομείο χωρίς να ανταποκρίνεται σε τίποτε, ερωτήσεις, προτροπές κ.λ.π. Παρέμενε βουβός. Και είπα στον επικεφαλή:

“Θα σε πειραζε αν απλώς καθόμουν μαζί του;”. Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα, θα το έκανα την ημέρα της αργίας μου κι έτσι δεν τον ένοιαζε. Κάθισα, λοιπόν, και τον κοίταζα αυτόν τον άνδρα, κι αυτός καθόταν επίσης και κοιταζόμασταν. Έκατσα εκεί κάπου 10 ώρες -είμαι, ξέρετε, υπομονετικός άνθρωπος!- και μετά, στο τέλος της δέκατης ώρας, ξαφνικά είπε:

“Και γιατί κάθεσαι εδώ;”.

Του είπα: “Γιατί μου αρέσει να κάθομαι μαζί σου”. “Και γιατί;”, ρώτησε, και συνέχισε, κι αυτό ήταν η αρχή της θεραπείας του.
Δεν θέλω να πω ότι μπορεί κανείς να θεραπεύσει τους σχιζοφρενείς καθισμένος με τις ώρες δίπλα τους, δεν είμαι τόσο αφελής. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ίσως να επιβραδυνόταν η πνευματική και συναισθηματική κατάπτωση πάρα πολλών ανθρώπων, αν καθόταν κάποιος μαζί τους, αντί να θεωρόυμε ότι, εφόσον έχουν τροφή, καθαριότητα και τις βασικές φροντίδες, έχουν και όλα όσα χρειάζονται. Όχι! Χρειάζονται ανθρώπινη επαφή, χρειάζονται ανθρωπισμό.
Κι έτσι είναι. Όταν ένας άνθρωπος δεν φαίνεται ότι μπορει να επικοινωνήσει καθόλου, αν καθίσεις και τους κρατήσεις το χέρι, θα του έχεις προσφέρει κάτι. Τα άτομα αυτά δεν μπορού να σου πουν αν τους αρέσει ή όχι. Αλλά θα υπάρξει μια στιγμή που θα αντιδράσουν και τότε θα ξέρεις ότι δεν έχασες τον χρόνο σου με το να κάθεσαι κοντά τους.

Κι αν αναλογιστούμε τον χρόνο που σπαταλούμε έτσι κι αλλιώς, γιατί να μην τον σπαταλήσουμε με θετικό τρόπο, γιατί να μην κάνουμε τις άχρηστες σκέψεις ή και τις χρήσιμες σκέψεις μας καθισμένοι δίπλα σε κάποιον που χρειάζεται τη φυσική μας παρουσία, παρά να κάνουμε το ίδιο σε μια πολυθρόνα, κοιτώντας μια συσκευή τηλεόρασης την οποία ούτε καν προσέχουμε;
“Dementia and mental Illness”
(Transcribed from an audio tape)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 36-39)

Αναφέρει ο π. Στεφ. Αναγνωστόπουλος: «Πριν από χρόνια, όταν ήμουν εφημέριος στον ιερό Ναό του αγίου Βασιλείου Πειραιώς, με κάλεσαν να εξομολογήσω εκτάκτως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ένα νέο άνδρα, 42 ετών, του οποίου το όνομα, ήταν Ξενοφών.

Όταν πήγα, ήταν σε κακή κατάστασι. Ο καρκίνος με τις ραγδαίες μεταστάσεις τον είχε προσβάλει και στο κεφάλι. Οι μέρες του μετρημένες. Ήταν μόνος στο θάλαμο, το διπλανό κρεβάτι ήταν άδειο, κι έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας. Και μου είπε τα εξής, για το πώς πίστευσε, αφού υπήρξε, όπως το τόνισε, “σκληρός άθεος” και άπιστος.

Ήλθα εδώ πριν από 35 περίπου μέρες, σ’ αυτό το δωμάτιο των δύο κλινών. Δίπλα μου ήταν ήδη κάποιος άλλος άρρωστος, μεγάλος στην ηλικία, 80 περίπου ετών. Αυτός ο άρρωστος, πάτερ μου, παρά τους φοβερούς πόνους τους οποίους είχε στα κόκκαλα –εκεί τον είχε προσβάλει ο καρκίνος- συνεχώς αναφωνούσε ‘Δόξα Σοι, ο Θεός! Δόξα Σοι, ο Θεός!...’. Στη συνέχεια έλεγε και πολλές άλλες προσευχές, τις οποίες εγώ ο ανεκκλησίαστος και άθεος τις άκουγα για πρώτη φορά. Και όμως, πολλές φορές μετά απ’ τις προσευχές του ηρεμούσε –και εγώ δεν ξέρω με ποιο τρόπο- και τον έπαιρνε γλυκύτατος ύπνος. Ύστερα από δυο-τρεις ώρες ξυπνούσε απ’ τους αφόρητους πόνους, για να ξαναρχίση και πάλι ‘Ω Χριστέ μου, Σε ευχαριστώ! Δόξα στο όνομά Σου!... Δόξα Σοι, ο Θεός!... Δόξα Σοι, ο Θεός!...’.

Εγώ μούγκριζα απ’ τους πόνους, κι αυτός ο συνασθενής μου, με τους αφόρητους πόνους, δοξολογούσε το Θεό. Εγώ βλασφημούσα το Χριστό και την Παναγία, και αυτός μακάριζε το Θεό. Τον ευχαριστούσε για τον καρκίνο τον οποίο του έδωσε και τους πόνους τους οποίους είχε. Τότε εγώ αγανακτούσα όχι μόνο απ’ τους φρικτούς πόνους τους οποίους είχα, αλλά και γιατί έβλεπα αυτό, το συνασθενή μου, να δοξολογή συνεχώς το Θεό. Αυτός έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα ‘τη Θεία Μεταλαβιά’ κι εγώ ο άθλιος ξερνούσα από αηδία.

- Σκάσε, επιτέλους. Σκάσε επιτέλους να λες συνεχώς ‘Δόξα Σοι, ο Θεός! Δεν βλέπεις πως Αυτός ο Θεός, τον Οποίο εσύ δοξολογείς, Αυτός μας βασανίζει τόσο σκληρά; Θεός είναι αυτός; Δεν υπάρχει. Όχι! Δεν υπάρχει…

Κι αυτός με γλυκύτητα απαντούσε:

- Υπάρχει, παιδί μου, υπάρχει και είναι στοργικός Πατέρας, διότι με την αρρώστια και τους πόνους μας καθαρίζει απ’ τις πολλές μας αμαρτίες. Όπως αν ήσουν απασχολημένος με καμμιά σκληρή δουλειά, όπου τα ρούχα σου και το σώμα σου θα βρωμούσαν κυριολεκτικώς, θα χρειαζόσουν μια σκληρή βούρτσα για να καθαρισθής καλά, κι εσύ και το σώμα σου και τα ρούχα σου, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Θεός χρησιμοποιεί την αρρώστια σαν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, για να την προετοιμάση για τη Βασιλεία των ουρανών.

Οι απαντήσεις του με εκνεύριζαν ακόμη περισσότερο και βλασφημούσα θεούς και δαίμονες. Δυστυχώς οι αντιδράσεις μου ήταν αρνητικές, με το να φωνάζω:

- Δεν υπάρχει Θεός… Δεν πιστεύω σε τίποτε… Ούτε στο Θεό ούτε σ’ αυτά τα ‘κολοκύθια’ τα οποία μου λες περί Βασιλείας του Θεού σου…

Θυμάμαι τις τελευταίες του λέξεις:

- Περίμενε και θα δης με τα μάτια σου πως χωρίζεται η ψυχή απ’ το σώμα ενός χριστιανού που πιστεύει. Είμαι αμαρτωλός, αλλά το έλεός Του θα με σώση. Περίμενε, θα δης και θα πιστεύσης!!!

Και η μέρα αυτή έφθασε. Από το νοσοκομείο θέλησαν να βάλουν ένα ‘παραβάν’, όπως ήταν καθήκον τους, αλλά εγώ διαμαρτυρήθηκα. Τους είπα ‘όχι, γιατί θέλω να δω πως αυτός ο γέρος θα πεθάνη!!!’.

Τον έβλεπα, λοιπόν, να δοξολογή συνεχώς το Θεό. Πότε έλεγε κάποια ‘Χαίρε’ για την Παναγία, τα οποία αργότερα έμαθα ότι λέγονται ‘Χαιρετισμοί’. Κατόπιν σιγοέψαλλε το ‘Θεοτόκε Παρθένε’, το ‘Από των πολλών μου αμαρτιών…’, το ‘Άξιον εστι’, κάνοντας συγχρόνως και πολλές φορές το σημείο του σταυρού.

Σήκωσε κάποια στιγμή τα χέρια του και είπε: ‘Καλώς τον Άγγελο μου! Σε ευχαριστώ, που ήρθες με τόση λαμπρή συνοδεία να παραλάβης την ψυχή μου. Σε ευχαριστώ!... Σε ευχαριστώ!...’. Ανασηκώθηκε λίγο, ξανασήκωσε τα χέρια του ψηλά, έκανε το σημείο του σταυρού, σταύρωσε τα χεράκια του στο στήθος του και κοιμήθηκε!!!

Ξαφνικά το δωμάτιο πλημμύρισε από φως, λες και μπήκαν μέσα δέκα ήλιοι και περισσότεροι, τόσο πολύ φωτίσθηκε το δωμάτιο! Ναι, εγώ ο άπιστος, ο άθεος, ο υλιστής, ο ‘ξιπασμένος’, ομολογώ ότι όχι μόνο έλαμψε το δωμάτιο αλλά και μια ωραιότατη μυρωδιά απλώθηκε σ’ αυτό, ακόμη και σε ολόκληρο το διάδρομο, και μάλιστα όσοι ήταν ξυπνητοί και μπορούσαν, έτρεχαν εδώ και εκεί, για να διαπιστώσουν από πού ερχόταν η παράξενη αυτή μυρωδιά.

Έτσι, πάτερ μου, πίστευσα, γι’ αυτό και φώναξα για Εξομολόγο ύστερα από τρεις μέρες. Την άλλη μέρα, όμως, τα ‘βαλα με τους δικούς μου, τη μάνα μου και τον πατέρα μου, ύστερα με τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, με τη γυναίκα μου, με τους συγγενείς και τους φίλους, και τους φώναζα και τους έλεγα:

- Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για το Θεό, την Παναγία και τους Αγίους; Γιατί δεν με οδηγήσατε ποτέ στην Εκκλησία; Γιατί δεν μου είπατε ότι υπάρχει Θεός και υπάρχει και θάνατος και κάποτε αυτή η ψυχή θα χωρισθή απ’ το σώμα για να δώση το λόγο της; Γιατί με σπρώξατε με τη συμπεριφορά σας στην αθεΐα και στο μαρξισμό; Εσείς με μάθατε να βλασφημώ, να κλέβω, να απατώ, να πορνεύω… Εσείς με μάθατε να είμαι πονηρός, καχύποπτος, ζηλιάρης, λαίμαργος, φιλάργυρος και κακός. Γιατί δεν μου διδάξατε την αρετή; Γιατί δεν μου διδάξατε την αγάπη; Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για το Χριστό; Γιατί;… Απ’ αυτή τη στιγμή μέχρι που να πεθάνω, θα μου μιλάτε μόνο για το Θεό, το Χριστό, την Παναγία, τους Αγγέλους, τους Αγίους. Για τίποτε άλλο.

Έρχονταν οι δικοί μου, οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, και τους ρωτούσα τον καθένα χωριστά ή όλους μαζί:

- Έχετε να μου πήτε κάτι σημαντικό για το Θεό; Διότι Αυτόν θα συναντήσω! Λέγετε. Αν δεν ξέρετε, να μάθετε. Οι μέρες περνάνε κι εγώ θα φύγω.

Και σ’ ένα-δυο επισκέπτες:

- Αν δεν ξέρης ή αν δεν πιστεύης, να φύγης!...

Τώρα πιστεύω με όλη μου την καρδιά, και θέλω να εξομολογηθώ όλες τις αμαρτίες μου από μικρό παιδί…”»(ΟΠ, 42). Έφυγε μετανοημένος.

(Αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 187-191)

Η δύναμη της θέλησης!

Το μικρό αγροτικό σχολείο θερμαινόταν από μια παλιού τύπου σόμπα με κάρβουνα. Ένα παιδάκι, είχε την ευθύνη να έρχεται στο σχολείο νωρίς κάθε μέρα ν’ ανάβει τη σόμπα και να ζεσταίνει την αίθουσα, πριν φτάσει ο δάσκαλος κι οι συμμαθητές του. Ένα πρωί, φτάνοντας οι άλλοι είδαν το σχολείο τυλιγμένο στις φλόγες. Έσυραν αναίσθητο το μικρό έξω από το λαμπαδιασμένο κτίριο, μάλλον νεκρό παρά ζωντανό. Είχε σοβαρά εγκαύματα στο κάτω ήμισυ του σώματός του και μεταφέρθηκε στο γειτονικό αγροτικό νοσοκομείο.

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, το φρικτά καμένο και ημιαναίσθητο παιδάκι άκουσε αχνά το γιατρό να μιλά στη μητέρα του. Της έλεγε ότι ο γιος της σίγουρα θα πέθαινε – κι ίσως ήταν καλύτερα έτσι – γιατί η φοβερή φωτιά είχε καταστρέψει το κάτω μέρος του σώματός του.

Αλλά το γενναίο παιδί δεν ήθελε να πεθάνει. Πήρε λοιπόν την απόφαση να ζήσει. Και προς μεγάλη έκπληξη του γιατρού του, έζησε. Όταν ο κίνδυνος του θανάτου ξεπεράστηκε, πάλι άκουσε το γιατρό να μιλά με τη μητέρα του χαμηλόφωνα και να της λέει ότι, εφόσον η φωτιά κατέστρεψε τόση σάρκα στο κάτω μέρος του σώματός του, θα ήταν καλύτερα να είχε πεθάνει γιατί τώρα ήταν καταδικασμένο να μείνει ανάπηρο για όλη του τη ζωή, καθώς δε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει καθόλου τα κάτω άκρα του. Άλλη μια φορά το γενναίο παιδί πήρε την απόφασή του. Δε θα γινόταν ανάπηρος. Θα περπατούσε. Δυστυχώς, όμως, από τη μέση και κάτω δεν είχε τη δυνατότητα κίνησης. Τα λεπτά του πόδια απλώς κρέμονταν εκεί, άψυχα.

Τελικά βγήκε από το νοσοκομείο. Κάθε μέρα η μητέρα του του έκανε μασάζ στα πόδια, αλλά δεν υπήρχε καμιά αντίδραση. Το παιδί δεν ένιωθε, δεν έλεγχε τα πόδια του. Η απόφασή του ωστόσο να περπατήσει ήταν ισχυρότατη. Όταν δε βρισκόταν στο κρεβάτι, ήταν αναγκασμένος να κάθεται σε μια αναπηρική πολυθρόνα. Μια ηλιόλουστη μέρα, η μητέρα του τον έσπρωξε με το καροτσάκι στην αυλή για ν’ αναπνεύσει καθαρό αέρα. Εκείνη τη μέρα, αντί να μείνει εκεί ακίνητος, έπεσε σκόπιμα από το καροτσάκι κι άρχισε να σέρνεται πάνω στο γρασίδι.

Προχώρησε έρποντας μέχρι το λευκό ξύλινο φράκτη που υπήρχε γύρω από το οικόπεδό τους. Με μεγάλη προσπάθεια, ανασηκώθηκε στηριγμένος στο φράκτη αποφασισμένος να περπατήσει. Συνέχισε να το κάνει αυτό κάθε μέρα, μέχρι που δημιουργήθηκε μονοπάτι γύρω γύρω, σ’ όλη την έκταση της διαδρομής που ακολουθούσε. Η μεγαλύτερη επιθυμία στη ζωή του ήταν να δώσει ζωή σ’ εκείνα τα πόδια. Με τα καθημερινά μασάζ, την άκαμπτη επιμονή του και τη σιδερένια αποφασιστικότητά του, απέκτησε κάποια στιγμή την ικανότητα να στέκεται στα πόδια του, μετά να περπατά με βοήθεια και μετά να περπατά μόνος του και, τέλος, να τρέχει.

Αρχικά πήγαινε στο σχολείο περπατώντας, μετά πήγαινε στο σχολείο τρέχοντας, και, μετά έτρεχε μόνο και μόνο για να χαρεί το τρέξιμο.

Πολύ αργότερα, στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν, αυτός ο νεαρός που δεν αναμενόταν να ζήσει, που σίγουρα ποτέ δε θα μπορούσε να περπατήσει, που ποτέ δε θα μπορούσε να τρέξει – αυτός ο αποφασιστικός νεαρός, ο Δόκτωρ Γκλεν Κάνιγκχαμ, ήρθε πρώτος στα 1500 μέτρα! (Burt Dubin).

(Βάλσαμο για την ψυχή, εκδ. Διόπτρα σελ. 213-215)

Μετά από χρόνια ασθενειών, κακουχιών, με έκδηλα τα σημάδια της κούρασης σε σώμα, πνεύμα και ψυχή, πονώντας το σώμα πλέον και σε απλές καθημερινές κινήσεις που όλοι θεωρούμε τόσο δεδομένες και απλές στην καθημερινότητά μας, αναλογίζομαι και μονολογώ. Αναλογίζομαι τι έμαθα όλο αυτόν τον καιρό, αν πήρα κάποιο μάθημα για την ζωή μου, για τους γύρω μου, για Εκείνον.

Δεν έμαθα πολλά, βλέπεις η κάθε ασθένεια δεν είναι και από ένα μαθηματάκι, υπάρχουν και χαρακτήρες όπως εγώ, αντιδραστικοί , εγωιστικοί, που δεν τα παίρνουν εύκολα τα «γράμματα» με την πρώτη. Δεν έμαθα πολλά, μα έμαθα όμως αληθινά, όσα έμαθα και όχι παπαγαλία. Πόνεσα πολύ για να μάθω, αλλιώς δεν θα μάθαινα.

Η ασθένειά μου, μού έδωσε μοναξιά, ηρεμία και ησυχία. Την τόσο πολύτιμη ησυχία που διψάει η ψυχή και ας μην ξέρει το γιατί. Κακά τα ψέματα, όσοι άνθρωποι και αν βρίσκονται κοντά σου, στον απολογισμό της ημέρας και του πόνου, είσαι μόνος. Για την ακρίβεια μόνο εσύ και Εκείνος. Σκέφτομαι πως δεν πρέπει να είναι τυχαίο πως ακόμα και όσοι απέχουν ή δεν πιστεύουν στον Θεό, τις δύσκολες εκείνες ώρες Εκείνον επικαλούνται και αναζητούν. Εκείνον να μιλήσουν… Στην ησυχία και στο δάκρυ, ο πιο Πονεμένος και ο πιο Αδικημένος από όλους, ο Εσταυρωμένος μας Χριστός, είναι πάντα εκεί. Ποιός μπορεί να νιώσει ακριβώς πόσο πονάς παρά μόνο Εκείνος… ποιος μπορεί να καθίσει δίπλα σου με γνήσια Αγάπη και κατανόηση για ότι περνάς... μόνο Εκείνος. Σιωπηλός, μα λέει όσα δεν λένε χίλιες λέξεις μαζί... γιατί είναι μέσα σου και σε νιώθει ακριβώς... Γιατί είσαι το παιδί Του, που πονάει για αυτό, που θυσιάστηκε γι αυτό. Και ας έκανες στη ζωή σου χίλια λάθη, και ας προκάλεσες πολλά, ίσως, από όσα σήμερα σε αρρώστησαν και σε πονούν, και ας μη φταίει τίποτε από όλα αυτά, απλά να αναρωτιέσαι «Γιατί σε μένα; Γιατι;»... και ας τον στεναχώρησες άπειρες φορές... Εκείνος δεν έχει εγωισμό, δε σε αφήνει από το βλέμμα Του λεπτό…

Ένα μάθημα: «Ποτέ δεν είσαι μόνος σου, όσο και αν πονάς , αναρωτιέμαι αν ο Χριστός μας πονάει περισσότερο από ότι εμείς».

Δεύτερο μάθημα: «Ας μάθω από Εκείνον, από τη στάση Του, πως θα πρέπει να είμαι σε ανάλογη περίπτωση στον πόνο του αδερφού μου και εγώ».

Εγώ που όλα τα ήξερα, που για όλα είχα γνώμη και άποψη, που τα πάντα έκρινα και βουβά και δυνατά. Εγώ που νόμιζα πως οι πολλές συμβουλές και η πολυλογία, είναι ό,τι ζητάει ο αδερφός μου ο ασθενής... ο πονεμένος. Μα τελικά κατάλαβα πως δεν το ζήταγε εκείνος, αλλά εγώ για να επιβεβαιωθώ πως είμαι κάποια... και έτσι έμαθα ξαφνικά πως αγαπάω εγωιστικά για να αναδειχθώ εγώ.... Τι κρίμα... προσπάθησα να ανυψώσω τον εαυτό μου εκμεταλλευόμενη ακόμα και τον πόνο του άλλου. Πόσο λυπάμαι για αυτό... και ήρθε η ώρα που ασθένησα και εγώ, και συνάντησα παρόμοιες συμπεριφορές και τόλμησα να εκνευριστώ…

Πλέον έμαθα μέσα από Εκείνον, πως αρκεί μια αγκαλιά, ένα αληθινό «σε αγαπώ», ένα άγγιγμα τρυφερό, ένα βλέμμα που λέει όσα δεν μπορούν να πούνε οι λέξεις... και πάνω από όλα... όταν ανοίξω το στόμα μου, δεν θα είναι συμβουλές και φιλολογίες, μα αυτό που μόνο από Εκείνον άκουγα να μου λέει: «Σε καταλαβαίνω... σε νιώθω... πραγματικά πονάω μαζί σου και Εγώ... είθε η παρουσία μου να σου δώσει δύναμη και κουράγιο...». Και ένα ζεστό χαμόγελο, το χαμόγελο στον πόνο είναι ευεργετικό.

Έπρεπε να τσαλακώσω πολύ τον εγωισμό μου, έπρεπε να πονέσω αφόρητα για πολύ καιρό, μα αυτό το μάθημα που πήρα χρυσοπληρώνεται, είναι πανάκριβο και θα το ξαναπλήρωνα όλο από την αρχή για να το ξαναμάθω. Και αν χρειάζεται ο αδερφός μου συμβουλή, θα μου την ζητήσει, και εγώ πολύ προσεκτικά και αν έχω λίγη γνώση σε αυτό, θα τη δώσω, μα θα πρέπει να είμαι πολύ σίγουρη πλέον γι αυτό. Και δε θα φοβάμαι πλέον να απαντώ: «Μακάρι να ήξερα... αλλά δεν ξέρω και λυπάμαι πολύ γι αυτό... Μα αν θες οπωσδήποτε να μάθεις, άνοιξε τα μάτια και τα αυτιά της ψυχής σου πολύ καλά.. και αυτό για να γίνει, θέλει ένα καλό καθάρισμα η ψυχή.. καθάρισμα από εγωισμούς, πάθη, και όρεξη και έρωτα για Εκείνον... Τον Χριστούλη της καρδιάς μας, τον πονεμένο μας Πατέρα, τον ιδρωμένο από φόβο Κύριό μας (έτσι τον νιώθω μέσα μου και τόλμησα να το γράψω), στο όρος των ελαιών, για όσα θα πάθαινε σε λίγες ώρες για εμάς.

Γιατί πολύ πριν από εσένα και από εμένα, Εκείνος πόνεσε όσο δε θα πονέσει ποτέ κανείς και μάλιστα διπλά. Η ανθρώπινή Του φύση, πόνεσε και μαρτύρησε σωματικά αλλά και ψυχικά από την προδοσία και την αδικία, και η Θεϊκή Του πόνεσε περισσότερο ακόμα για να λυτρώσει αιώνια το αγαπημένο του πλάσμα, το αγαπημένο του παιδί, όλους εμάς.

Τρίτο μάθημα: Σου δίνει δύναμη πίστης! Δεν τα βάζω πλέον μαζί Του ούτε λεπτό. Με έμαθε να μην καταλογίζω ευθύνες στους άλλους για τη δική μου κατάσταση, αλλά κυρίως να μην καταλογίζω ούτε και σε Εκείνον. Και αν κάποτε έλεγα γιατί μου το κάνεις αυτό, τώρα πλέον ξέρω πως Εσύ δεν κάνεις τίποτε! Ναι· επιτρέπεις για το καλό μου, μα δεν το προκαλείς... Εγώ επέτρεψα και προκάλεσα να δηλητηριάσω το σώμα και την ψυχή μου, με τη ζωή μου. Και αναπόφευκτα τα αρρώστησα και τα δύο.

Ας σταματήσουμε να ρωτάμε το ανθρώπινο και κατανοητό κατά τα άλλα, «ΓΙΑΤΙ» της κακουχίας και ασθένειας των γύρω μας και του εαυτού μας· αν θέλουμε απαντήσεις ας ρωτήσουμε Τον μόνο που γνωρίζει το γιατί και αν δεν πάρουμε απάντηση παρόλα αυτά, ας Τον εμπιστευθούμε και ας αφεθούμε. Τα σχέδιά Του για εμάς είναι σίγουρα πολύ μεγαλύτερα από τα πιο ανέφικτα μεγαλεπήβολα ανθρώπινα δικά μας.

Σε εσένα που πονάς είτε σωματικά είτε ψυχικά, γράφτηκαν αυτές οι λέξεις. Για να μοιραστώ μαζί σου αυτά τα μαθήματα και αν σε είχα απέναντί μου, είμαι σίγουρη πως και από εσένα θα έπαιρνα άλλα τόσα και περισσότερα. Κουράγιο στο δύσκολο Σταυρό που κουβαλάς, μη νιώθεις μόνος, είμαστε και εμείς εδώ και πάνω από όλα είναι Εκείνος παντού!

Και μιας και γράφοντας αυτές τις λέξεις, τελείται ο κατανυκτικός Εσπερινός της Συγγνώμης, ένα μεγάλο συγγνώμη από την καρδιά μου, για τις φορές που σε στεναχώρησα με λόγια ή πράξεις μου, για τις φορές που ήμουν απούσα όταν με χρειάστηκες, και για τη μη προσπάθειά μου να φερθώ περισσότερο όπως Εκείνος μας δίδαξε και επιμένω να κρατάω συνεχώς την ανθρώπινη εγωιστική μου στάση και συμπεριφορά.

Ένα συγγνώμη για άλλη μια φορά, και όσο ζω θα την ζητώ, και σε Εσένα Κύριε και Πατέρα μου.

Χρυσός  Νικητής                 
   Έκανα μια ομιλία σ’ ένα γυμνάσιο την άνοιξη του 1995. Όταν τελείωσε το πρόγραμμα, ο διευθυντής με ρώτησε αν θα μπορούσα να δω ένα μαθητή. Μια αρρώστια τον είχε κρατήσει σπίτι, αλλά είχε εκφράσει την επιθυμία να με συναντήσει, και ο διευθυντής ήξερε ότι αυτή η επίσκεψη σήμαινε πολλά γι’ αυτόν. Συμφώνησα να τον δω.
      Όσο χρόνο οδηγούσαμε για να πάμε στο σπίτι του, που απείχε περίπου δέκα χιλιόμετρα, έμαθα μερικά πράγματα για τον Μάθιου. Είχε μυϊκή δυστροφία. Όταν γεννήθηκε, οι γιατροί είπαν στους γονείς του ότι δεν θα ζούσε παραπάνω από τα 5 χρόνια, μετά τους είπαν ότι δεν θα γινόταν 10 χρονών. Ήταν 13 χρονών, κι απ’ όσα μου είπαν, πραγματικός αγωνιστής. Ήθελε να με συναντήσει επειδή είχα κερδίσει χρυσό στην άρση βαρών, και ήξερα τι σημαίνει να υπερπηδάς εμπόδια και να κινείσαι προς την πραγματοποίηση των ονείρων σου.
      Πέρασα πάνω από μια ώρα μιλώντας στον Μάθιου. Ούτε μια φορά δεν παραπονέθηκε . Ούτε ρώτησε «Γιατί εγώ;». Μίλησε για νίκες και επιτυχίες και προσπάθειες για πραγματοποίηση των ονείρων του. Σαφώς, ήξερε τι έλεγε. Δεν ανέφερε ότι οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν επειδή ήταν διαφορετικός .Απλά μίλησε για τις ελπίδες του για το μέλλον, και πως μια μέρα ήθελε να κάνει άρση βαρών μαζί μου.
       Όταν τελειώσαμε την κουβέντα, άνοιξα την τσάντα μου, τράβηξα έξω το πρώτο χρυσό μετάλλιο που κέρδισα και του το φόρεσα γύρω από το λαιμό του. Του είπα πως ήταν κάτι παραπάνω από νικητής και ότι ήξερε για την επιτυχία και την υπερπήδηση εμποδίων περισσότερα από μένα. Το κοίταξε μια στιγμή, μετά το έβγαλε και μου το έδωσε πίσω. Μου είπε, « Ρίκ, εσύ είσαι πρωταθλητής. Αυτό το μετάλλιο το κέρδισες. Κάποια μέρα, όταν πάω στους Ολυμπιακούς και κερδίσω το δικό μου χρυσό μετάλλιο, θα σου το δείξω».
        Πέρσι το καλοκαίρι, πήρα ένα γράμμα από τους γονείς του Μάθιου που μου έλεγαν ότι ο Μάθιου είχε πεθάνει. Ήθελαν να πάρω ένα γράμμα που μου είχε γράψει λίγες μέρες πριν.
                         Αγαπητέ Ρίκ,
               Η μαμά μου είπε να σου στείλω ένα ευχαριστήριο γράμμα για την ωραία φωτογραφία που μου έστειλες. Θα ήθελα επίσης να σου πω ότι οι γιατροί μου λένε ότι δεν μου μένουν πολλές μέρες ζωής πλέον. Μου είναι πολύ δύσκολο να αναπνέω και κουράζομαι πολύ εύκολα, αλλά ακόμα χαμογελώ όσο μπορώ. Ξέρω ότι δεν θα είμαι ποτέ τόσο δυνατός όσο είσαι εσύ και ξέρω ότι ποτέ δεν θα κάνουμε άρση βαρών μαζί .
            Σου είπα πως κάποια μέρα θα έπαιρνα μέρος στους Ολυμπιακούς και θα κέρδιζα χρυσό μετάλλιο. Τώρα ξέρω πως αυτό ποτέ δεν θα μπορέσω να το κάνω. Όμως ξέρω πως είμαι πρωταθλητής, κι ο Θεός το ξέρει επίσης. Ξέρει πως δεν είμαι λιποτάκτης, κι όταν πάω στον Ουρανό, ο Θεός θα μου δώσει το χρυσό μου μετάλλιο, κι όταν κι εσύ έρθεις εκεί, θα σου το δείξω. Σ’ ευχαριστώ για την αγάπη σου.     
                              O φίλος σου
                                           Μάθιου
                                                                                                                   Rick Metzger

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την ψυχή του εφήβου, εκδ. Διόπτρα, σελ166-167)
                                                           
   

 

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ἀπό το βιβλίο "ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ"

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Ὁ ἰαματικός μεγαλομάρτυς Παντελεήμων γεννήθηκε στήν Νικομήδεια. Πατέρας του ἦταν ὁ εἰδωλολάτρης Εὐστόργιος καί μητέρα του ἡ χριστιανή Εὐβούλη. Μαρτύρησε τό 305 ἐπί αὐτόκράτορος Μαξιμιανοῦ.
Εἶχε σπουδάσει τήν ἰατρική στόν διδάσκαλο τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς Εὐφρόσυνο. Τήν περίοδο τῶν σπουδῶν του γνώρισε τόν ἱερέα τῆς ἐκκλησίας τῆς Νικομηδείας ἅγιο Ἑρμόλαο. Αὐτός καλλιέργησε τά σπέρματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, πού εἶχε σπείρει στήν ψυχή του ἡ εὐσεβής Εὐβούλη, καί μετά τήν κανονική κατήχησι τόν βάπτισε.
Μιά μέρα κάποιοι ἔφεραν στό σπίτι τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος ἕναν τυφλό. Ὁ ἅγιος, μαζί μέ τόν πατέρα του, τόν δέχθηκε καί τόν ρώτησε τί θέλει.
- Τό φῶς μου ποθῶ, γιατρέ μου. Πῆγα σέ πολλούς γιατρούς, ἀλλά κανείς δέν μπόρεσε νά μέ θεραπεύση. Ξόδεψα ὅλη τήν περιουσία μου στά φάρμακα καί δέν βρῆκα κανένα ὄφελος. Σέ παρακαλῶ, λυπήσου τήν ταλαιπωρία μου καί θεράπευσέ με.
- Ἀφοῦ ξόδεψες ὅλη τήν περιουσία σου στούς ἄλλους γιατρούς, τοῦ εἶπε ὁ ἅγιος, ἐάν ἐγώ σέ θεραπεύσω, τί θά μοῦ δώσεις;
- Ὅ,τι μοῦ ἀπέμεινε μέ χαρά καί προθυμία θά στό χαρίσω. Μόνο νά μέ θεραπεύσῃς.
- Θά σέ θεραπεύσῃ ὁ ἀληθινός Θεός χρησιμοποιώντας γιά ὄργανο Του ἐμένα! Τόν μισθό ὅμως τῆς θεραπείας, πού μοῦ ὑποσχέθηκες, νά τόν μοιράσῃς στούς φτωχούς.
Ὁ εἰδωλολάτρης πατέρας τοῦ ἁγίου Εὐστόργιος, νομίζοντας ὅτι μέ τήν συνηθισμένη ἰατρική ἀναλαμβάνει νά τόν θεραπεύσῃ, προσπάθησε νά τόν ἐμποδίσῃ:
- Μήν ἀναλαμβάνῃς, παιδί μου, τέτοιο ἔργο, ἀφοῦ τόσοι ἄλλοι γιατροί δέν τό κατώρθωσαν. Πρόσεξε μήν τυχόν ντροπιαστῇς στό τέλος. Τί περισσότερο μπορεῖς νά κάνῃς ἐσύ ἀπό τούς ἄλλους γιατρούς;
Ὁ Εὐστόργιος, νομίζοντας ὅτι ἀναφέρεται στόν διδάσκαλο Εὐφρόσυνο, τοῦ είπε:
- Παιδί μου, δυστυχῶς καί ὁ ἴδιος ὁ διδάσκαλός σου ἐπεχείρησε νά τόν θεραπεύσῃ καί δέν πέτυχε τίποτε.
- Περίμενε, πατέρα, καί θά δῆς τί θά κάνω.
Ἅπλωσε τότε τό δεξί του χέρι, ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ στά μάτια τοῦ τυφλοῦ καί προσευχήθηκε πρός τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.
Ἀμέσως τά μάτια τοῦ τυφλοῦ ἄνοιξαν! Καί ὄχι μόνο τά μάτια τοῦ σώματος, ἀλλά καί τῆς ψυχῆς. Μόλις εἶδε ὁ τυφλός ὅτι μέ τήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ θεραπεύθηκε, πίστεψε σ᾿ Αὐτόν. Μέ τό θαῦμα αὐτό πίστεψε καί ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Εὐστόργιος. Σέ λίγο καιρό ὁ ἅγιος Ἑρμόλαος βάπτισε καί τούς δύο.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Ο J. Miller S.J. στη μικρή εργασία του ͘Katholische Beichte und phychotherapie (Innsbruck-Wien 1947, σελ.12) παραθέτει δύο παραδείγματα θεραπείας παραλύσεως κατόπιν της συνειδητοποιήσεως της προσωπικής ενοχής, τα οποία έχει λάβει από το βιβλίο του Ed.Grϋnewald. Flucht in die Krankeit ? Innsbruck 1947. Το πρώτο από αυτά παραθέτουμε με συντομία.

«Μια νεαρή κοπέλα (ηλικίας 25 ετών ) προσήλθε για θεραπεία στο νευρολογικό τμήμα, γιατί έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων. Αλλά η νευρολογική εξέταση δεν έδειξε τίποτε το ιδιαίτερο. Ύστερα από την τρίτη συνάντηση με τον ψυχοθεραπευτή, επείσθη να «μιλήσει» και διηγήθηκε την εξής ιστορία της ζωής της. Μετά τον αρραβώνα της με τον εκλεκτό της καρδιάς της, συνέβη να απουσιάσει ο μνηστήρας της για αρκετό καιρό σε μια μακρινή πόλη. Κατά το διάστημα αυτής της απουσίας, η νεαρή κοπέλα δημιούργησε ένα νέο και επομένως «παράνομο» δεσμό. Επρόκειτο για ένα δεσμό με έναν έγγαμο με τον όποιο τελικά άρχισε να συζεί. Στο διάστημα αυτής της παράνομης σχέσεως έλαβε ένα γράμμα από το μνηστήρα της, που την πληροφορούσε ότι πολύ σύντομα θα επέστρεφε για να τελέσουν τους γάμους τους. Με το γράμμα αυτό αισθάνθηκε μια αφόρητη ενοχή και προσπάθησε να διαλύσει την παράνομη σχέση της. Αλλά ο έγγαμος φίλος της αντιδρούσε έτσι ώστε την έπεισε να μείνει κοντά του. Όσο όμως πλησίαζε ο καιρός της επιστροφής του μνηστήρος της, παρέλυε από τη σκέψη ότι θα επέστρεφε ο άνθρωπος αυτός και θα διαπίστωνε την απιστία της και την ηθική της κατωτερότητα.

Ενώ ευρίσκετο υπό το κράτος αυτής της ψυχικής καταστάσεως έπεσε θύμα τροχαίου δυστυχήματος από το όποιο μόλις διεσώθη. Μετεφέρθη στη κλινική και διαπιστώθηκε, ότι δεν μπορούσε να βαδίσει. Όλες οι σχετικές ιατρικές εξετάσεις δεν παρουσίασαν οργανική αιτία της αδυναμίας των κάτω άκρων. Το συμπέρασμα επομένως ήτο φανερό. Επρόκειτο περί ψυχογενούς παραλύσεως, που είχε το νόημα της «φυγής στην αρρώστια» (fluchi in die Krankheit), δηλ. της «φυγής προ της ευθύνης» (Fluchi vor der Verantworung). Η παράλυση χρησιμοποιήθηκε κατά τρόπο μη συνειδητό ως «μέσον προς επίτευξη σκοπού» («Mittel zum Zweck»).

O ψυχοθεραπευτής ανέλυσε στην κοπέλα αυτή την συνάρτηση της σωματικής της παραλύσεως με το ψυχολογικό (ηθικό) της πρόβλημα και εκείνη αντιλήφθηκε, ότι η λύση που έδωσε στο πρόβλημα αυτό ήταν επιφανειακή λύση και ότι με την «ασθένειά» της εψεύδετο σε τρείς ανθρώπους στο μνηστήρα της, το φίλο της και τον εαυτό της. Η συνειδητοποίηση της μη συνειδητής αντιδράσεως της στα αφόρητα αισθήματα ενοχής με την ακινησία των κάτω άκρων την βοήθησε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει για να αποκατασταθεί η υγεία της. Έτσι αφού απεμακρύνθη από το φίλο της, αποφάσισε να εκθέσει όλη την περιπέτειά της στο μνηστήρα της (με τον κίνδυνο να τον χάσει) και να του ζητήσει συγγνώμη για ό, τι έκανε εις βάρος του.
Ύστερα από τη λύση του ηθικού της προβλήματος με το τρόπο αυτό, θεραπεύτηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα και εγκατέλειψε την κλινική υγιής».

(Ιωάν. Κορναράκη, Εγχειρίδιο Ποιμαντικής Ψυχολογίας, σελ. 188-189, εκδ. Κυριακίδη)

Λίγες εβδομάδες πριν αναχωρήσει ο Γέροντας Επιφάνιος από τον κόσμο αυτόν, ήταν καθισμένος στην καρέκλα με τους ορούς στα χέρια. Μπαίνει κάποιος επισκέπτης, του φιλάει το χέρι και τον ρωτά:
- Τι γίνεσθε, γέροντα;
- Γίνομαι, παιδί μου.
Και επειδή ο επισκέπτης δεν κατάλαβε, συνέχισε:
- Ωριμάζω!
Και λίγες μέρες πριν κοιμηθεί, απευθυνόμενος σε παρευρισκόμενο πνευματικοπαίδι του, τόνισε:
- Να ξερες, Δ., πόσο λειαίνει τον ακατέργαστο Επιφάνιο όλη αυτή η ταλαιπωρία!

(Υποθήκες Ζωής σελ 92)

- Γέροντα, τι διέκρινε μερικούς Αγίους, παλαιούς και νέους, και ήξεραν πότε θα πεθάνουν...;
- Το πολύ φιλότιμο, η μεγάλη απλότητα, η ταπείνωση και η πίστη. Δεν έβαζαν στη ζωή τους τη λογική που κλονίζει την πίστη. Μεγάλο πράγμα η πίστη!...
Σας έχω πει για τον πατέρα Χαράλαμπο που ζούσε πριν από λίγα χρόνια στη μονή Κουτλουμουσίου; Ήταν πολύ απλός, εργατικός και πνευματικός μοναχός.
Όταν γέρασε, μια βαρειά γρίππη τον έριξε στο κρεββάτι και ο γιατρός είπε στους Πατέρες να μην απομακρυνθούν από κοντά του, γιατί σε λίγη ώρα θα τελειώσει η ζωή του.
Ο πατήρ Χαράλαμπος, όταν το άκουσε κάτω από τις κουβέρτες, απάντησε: «Τι λες; Εγώ δεν πεθαίνω, εάν δεν έρθει το Πάσχα να πω το «Χριστός ανέστη».
Πράγματι, πέρασαν δύο μήνες σχεδόν, ήρθε το Πάσχα, είπε το «Χριστός ανέστη», κοινώνησε και μετά αναπαύτηκε...

(Παϊσίου γέροντος, Πνευματική αφύπνιση σελ 265)