«Στράφηκαν και προς αυτή την εκκλησία του κοιμητηρίου [στο Όλονετς]. Αποφάσισαν να την γκρεμίσουν.

Όλοι οι άνθρωποι από φόβο εγκατέλειψαν την εκκλησία.
Τότε βρέθηκε μια νέα γυναίκα. Ήταν περίπου 25 χρόνων. Ήλθε, λοιπόν, στην εκκλησία και την έκανε σπίτι της. Ήλθαν οι εργάτες και κάποια μηχανήματα για να γκρεμίσουν την εκκλησία, αλλά η ίδια αντιστάθηκε. Δεν έβγαινε απ’ την εκκλησία.

Το παράδοξο είναι ότι οι άθεοι υποχώρησαν μάλλον για δύο λόγους. α) Η νέα αυτή γυναίκα ήταν δυναμική προσωπικότητα κι όλοι στην περιοχή τη σέβονταν. Αν γκρέμιζαν την εκκλησία και τη σκότωναν, πιθανόν να υπήρχαν αντιδράσεις. β) Υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι άθεοι που γκρέμιζαν ή βεβήλωναν ναούς, αντιμετώπιζαν την τιμωρία του Θεού. Σε κάποια διπλανή πόλι, ένας άθεος που γκρέμιζε το καμπαναριό μιας εκκλησίας, έπεσε και σκοτώθηκε. Το γεγονός διαδόθηκε κι έκοψε σε πολλούς τα φτερά.

Έτσι οι εχθροί της πίστεως, είτε από σεβασμό είτε από φόβο, δεν τόλμησαν να την πειράξουν. Υπολόγισαν μάλιστα, πως αυτή η γυναίκα θα καθίση λίγες μέρες ή μήνες και θ’ αναγκασθή να βγη. Άλλωστε ο βαρύς χειμώνας, με τις τόσο χαμηλές θερμοκρασίες, δεν επιτρέπει τέτοιους ηρωϊσμούς. Όμως διαψεύσθηκαν. Η γυναίκα αυτή έμεινε μέσα στην εκκλησία 15  χρόνια! Την περιποιόταν, τη φρόντιζε, ενώ απ’ ότι φαίνεται οι πιστοί κρυφά της προμήθευαν τρόφιμα κι ό,τι άλλο χρειαζόταν.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, μπροστά στην προέλασι των Γερμανών, ο Stalin αναγκάσθηκε να συμβιβασθή και να ζητήση τη βοήθεια της Εκκλησίας. Έτσι η Εκκλησία γνώρισε μια ανέλπιστη ελευθερία κι αναγέννησι. Πολλοί ναοί άνοιξαν κι οι πιστοί μπορούσαν να εκδηλώσουν το πιστεύω τους. Την εποχή εκείνη η γυναίκα αυτή άφησε την εκκλησία κι επέστρεψε στο σπίτι της.
Όμως η αντιθρησκευτική προπαγάνδα γνώρισε νέα έξαρσι στην εποχή του Khrushchev. Παρά την αποσταλινοποίησι, ο Khrushchev φάνηκε ιδιαίτερα σκληρός απέναντι στην Εκκλησία. Και τότε καταστράφηκαν πολλές εκκλησίες. Όπως ήταν επόμενο, η μικρή αυτή εκκλησία ήταν “κάρφος εν τω οφθαλμώ” και ξαναμπήκε στο στόχαστρο των αθέων. Ήταν γύρω στο 1960. Μόλις αυτή η γυναίκα πληροφορήθηκε τις προθέσεις τους δεν έχασε καιρό. Παρά την ηλικία της –πλησίαζε τότε τα 60 χρόνια της- ήλθε κι εγκαταστάθηκε πάλι στην εκκλησία. Τα σχέδια των αθέων ματαιώθηκαν. Αυτή τη φορά έμεινε 10 χρόνια μέσα στην εκκλησία. Και μόνο να φαντασθή κανείς πως άντεξε συνολικά 25 χειμώνες με θερμοκρασίες που φθάνουν και 40 υπό το μηδέν, μπορεί να καταλάβη πόσος ηρωϊσμός χρειάζεται. Αλλά για φαντασθήτε να περάσης 25 χρόνια, το ένα τέταρτο της ζωής σου, σε μια εκκλησία! Πάντως, χάρι στην αυτοθυσία της η εκκλησία σώθηκε.
Όταν κατά  το 1971 βεβαιώθηκε ότι η εκκλησία δεν κινδυνεύει, επέστρεψε στο σπίτι της. Θέλησε όμως  να αφιερωθή στον Κύριο. Έτσι ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και πήρε το όνομα Βαρβάρα. Επειδή τα μοναστήρια είχαν κλείσει, μόναζε στο φτωχικό σπιτάκι της εκτελώντας τα μοναχικά της καθήκοντα. Όλοι τη θεωρούν ηρωΐδα εδώ στην περιοχή. Πάλεψε μόνη της με μια αντίχριστη υπερδύναμι και με τη χάρι του Θεού νίκησε. Αυτή η αδύναμη, η άσημη, η φτωχή. Όπως λέει κι ο απόστολος Παύλος: “Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη· και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά· και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση”(Α’ Κορ 1, 27 – 28)»(ΡΦ, 75).

(στο αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η μητέρα μας η Εκκλησία, Σταμάτα 2014, όπου παρατίθεται η πηγή: Κέντρου νεότητος Θηβών, επιμ. Αρχιμ. Νεκταρίου Αντωνοπούλου, Ρωσία-Φιλανδια, Ταξιδιωτικό Χρονικό, εκδ. Ακρίτας, Αθηνα 2004)

Ο Γέροντας (ογέρων της Πάτμου π. Αμφιλόχιος Μακρής, 1889-1970) ήταν όντως δύσκολα στην υγεία του. Πολύ γρήγορα, όμως, κατάλαβα ότι δεν μεριμνούσε για το σαρκίο, ούτε τον ψυχοπλάκωναν τα άσχημα αποτελέσματα των εξετάσεων.

Ο σκοπός του στην Αθήνα ήταν άλλος: να αποχαιρετίση τα αγαπητά του πρόσωπα και να ζητήση απ’ όλους συγγνώμη. Όπου πηγαίναμε, στο τέλος έβαζε εδαφιαία μετάνοια, λέγοντας:
- Και αν σε κάτι σας λύπησα και δεν το κατάλαβα, να με συγχωρέσετε, γιατί εγώ πρέπει να ετοιμάζωμαι για το ουράνιο ταξίδι.
Επίμονα ζήτησε να πάμε στην Αίγινα την αγαπητή του. Σάββατο βράδυ μείναμε στον Άγιο Νεκτάριο και, μετά την θεία Λειτουργία της Κυριακής, ανεβήκαμε στον Άγιο Μηνά, το μοναστήρι του. Μπήκε μέσα σαν ξένος και σαν να εισήρχετο για πρώτη φορά. Ζήτησε την Γερόντισσα. Αφού πήραμε το συνηθισμένο κέρασμα, λέγει στην ηγουμένη:
- Εγώ, Γερόντισσα, ήλθα ωρισμένως να σας ιδώ ιδιαιτέρως· ήλθα με μια αποστολή.
Σηκώθηκαν και μπήκανε στο άλλο δωμάτιο.

Εγώ βγήκα προς τα έξω και από το παράθυρο, άθελά μου, είδα γονατιστό τον γέροντα Αμφιλόχιο να ζητά συγγνώμη.

Με πήρε το παράπονο: «Ώστε γι’ αυτό ζητούσες να έρθουμε στην Αίγινα, για να ζητήσης συγγνώμη από αυτήν που σου άρπαξε το μοναστήρι, σε πέταξε έξω, περιφρονητικά πάντοτε σου εφέρετο, ούτε ένα κομμάτι τοίχο δεν διέθεσε να αναρτήση την φωτογραφία την δική σου, που τόσο κοπίασες στο πρώτο ξεκίνημα αυτού του μοναστηριού;».

Γυρίσαμε στην πόλη του νησιού. Στην διαδρομή ήταν τόσο χαρούμενος σαν να γύριζε νικητής από Ολυμπιακούς αγώνες. Χάρηκε βαθιά μέσα του την νίκη που νιώθει αυτός που ζητά πρώτος συγγνώμη.

Η καλή διάθεση του Γέροντα μου διέλυσε κάθε θλίψη και είπα τελικά:

«Άγιος είναι αυτός, που, όχι μόνον δίνει άφεση, αλλά διασχίζει πελάγη και διανύει μακρούς δρόμους, για να ζητήση συγγνώμη και όταν μάλιστα δεν φταίει».


(από το βιβλίο: Πνευματική συμπόρευσις, Γρηγορίου μοναχού Κουβαρίτου,Ιερά Μονή Δοχειαρίου,Άγιον Όρος, 2014,  σελ. 77-78)

Τάλαντα-χαρίσματα.
-Ένας γνωστός μου, μετά από μια δοκιμασία, ευρισκόμενος σε κατάστασι εντόνων αισθημάτων μειονεξίας και μελαγχολίας, μου έλεγε:

«Μα εγώ δεν έχω τίποτε, κανένα τάλαντο. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Τι είμαι;».

Προσπάθησα να του πω μερικά πράγματα, αλλά δεν καταλάβαινε. Σκέπτομαι ότι ο άνθρωπος αυτός θα μπορούσε να πη: «Θεέ μου, εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε μόνος μου. Δώσε μου την χάρι Σου να πετύχω και εγώ κάτι». Τι λέτε;
- Βεβαίως. Κι αν έκανε υπομονή στις δοκιμασίες που είχε, αυτό δεν είναι τάλαντο; Είναι μικρό το τάλαντο της υπομονής; Το να υπομείνη κανείς τις αντιξοότητες της ζωής χωρίς γογγυσμό, αλλ’ ευχαριστώντας και δοξολογώντας τον Θεό, είναι μικρό χάρισμα αυτό; Ας ζητούσε, λοιπόν, την χάρι του Θεού, για να μπορεί να υπομένη.
Γνωρίζω κάποιον, που είναι τελείως ανάπηρος και έχει σάκχαρο. Κάνει δυο ινσουλίνες την ημέρα. Βρίσκεται διαρκώς στο κρεββάτι ή στο καροτσάκι. Τρίτη λύσις δεν υπάρχει.

Οι δικοί του τον έχουν εγκαταλείψει όλοι. Χριστιανές κυρίες τον διακονούν. Υπάρχουν δε και νέοι, οι οποίοι τον παίρνουν και τον πηγαίνουν εκδρομές με τ’ αυτοκίνητά τους. Ακόμη και στο Άγιο Όρος. Όλα οι άλλοι του τα προσφέρουν. Θα τον σηκώσουν, θα τον βάλουν στο κρεββάτι, θα τον κατεβάσουν, θα του φορέσουν τα ρούχα του, όλα. Δεν μπορεί να κάνη τίποτε μόνος. Αϊ, λοιπόν, στην κατάστασι αυτή ο αδελφός μας αυτός είναι πάντοτε χαρούμενος και χαμογελαστός.

Μικρό τάλαντο είναι αυτό; Μας διδάσκει όλους. Μας εμπνέει, αλλά και μας ελέγχει!
Καμμιά φορά πέφτουμε λίγες ημέρες στο κρεββάτι από γρίππη ή από κάτι άλλο και δυσανασχετούμε, γογγύζουμε: «Μείναν οι δουλειές… Κουράσθηκα, ταλαιπωρήθηκα τόσες μέρες στο κρεββάτι».

Αυτό το παιδί, σ’ αυτή την κατάστασι, δεν παραπονείται ποτέ. Λέγει πάντοτε: «Δόξα τω Θεώ»! «Τι κάνεις;», τον ρωτάς, και σου απαντά: «Δόξα τω Θεώ, καλά». Είναι μικρό χάρισμα αυτό; Μικρό τάλαντο αυτό; Αυτός είναι ιεροκήρυκας. Δεν χρειάζεται να κάνη κηρύγματα. Μόνο να τον βλέπη κανείς, διδάσκεται, ελέγχεται, εμπνέεται.

Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, που, από πλευράς κοσμικής κρινόμενος, είναι ένας εξωφλημένος, είναι ένα τίποτε, αξιοποιεί στο έπακρο τα χαρίσματα που έχει.

(Αρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ, εκδόσεις Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΟΣ, σελ. 27-29)

Στα νεανικά του χρόνια (ο γέρων της Πάτμου Αμφιλόχιος Μακρής, 1889-1970) η άσκηση και κάποιο κρυολόγημα τον κάμπτουν.

Ο Αμφιλόχιος αρρώστησε, έκαμε αιμοπτύσεις από τις υπερβολές  (λέγουν οι άλλοι χίλιες μετάνοιες στο εικοσιτετράωρο και με ελάχιστο φαγητό). Μοναχός τον αποκαλεί «χαρτένιο».

Του συνιστούν να επισκεφθή την Σμύρνη για καλύτερες εξετάσεις (αυτό ήταν το κέντρο της εποχής του, αφού ήταν ακόμη τουρκοκρατούμενα τα Δωδεκάνησα). Μου διηγείτο αργότερα ο ίδιος:
- Το πλοίο έφθασε στην Σμύρνη σούρουπο. Η ψυχή μου ήταν γεμάτη χαρά και νοσταλγία που θα έβλεπα από κοντά μια από τις Εκκλησίες της Αποκαλύψεως.

Δυστυχώς, οι παραλίες ήταν γεμάτες ανθρώπους άσεμνα ενδεδυμένους, που απροκάλυπτα ασελγούσαν. Ρώτησα αν είναι Τούρκοι ή Ρωμιοί και μου απάντησαν: «Έλληνες και μάλιστα χριστιανοί».

Με καρδιά βεβαρημένη κατέβηκα από το πλοίο και άρχισα να περιφέρωμαι στην πόλη. Καθ’ εαυτόν διερωτώμουνα:

«Αυτή είναι η Εκκλησία του Πολυκάρπου του ιερομάρτυρος και τόσων άλλων Μαρτύρων και Αγίων;», οπότε ξάφνου παρουσιάστηκε μπροστά μου ένας γέροντας κληρικός και μου λέγει: «Αμφιλόχιε, μη λυπήσαι. Θα έρθη εποχή, που η φωτιά θα κάψη όλα όσα βλέπεις· θα μπη από την μια μεριά της πόλης και θα βγη στην άλλη».

Το γεροντάκι έγινε άφαντο.

Πράγματι, παιδιά μου, δεν πέρασαν πολλά χρόνια και παντού ακούστηκε: «Οι Τούρκοι έκαψαν την όμορφη και ξακουστή πόλη της Σμύρνης».

(από το βιβλίο: Πνευματική συμπόρευσις, Γρηγορίου μοναχού Κουβαρίτου,Ιερά Μονή Δοχειαρίου,Άγιον Όρος, 2014,  σελ. 26)

“Ό,τι άν λέγη υμίν ποιήσατε (=να κάνετε ό,τι σας λέει ο Χριστός)” (Ιω. β' 5). 
Είναι ο μοναδικός λόγος της Θεοτόκου περί του Ιησού. Και ο λόγος αυτός είναι σύστασις υπακοής σ' Αυτόν.
Η Θεοτόκος πρεσβεύει υπέρ ημών στον Κύριο. Τον παρακαλεί να δείξη την παντοδύναμη αγάπη του και να καλύψη έτσι τις ανάγκες μας και να λύση τα προβλήματά μας.

Πέρα όμως από τη μεσιτεία της Θεοτόκου υπάρχει και κάτι άλλο που η Ίδια μας το υποδεικνύει: είναι η πρόθυμη υπακοή μας στις εντολές του Θεού: “ό,τι άν λέγη υμίν ποιήσατε”!
Συνήθως οι χρστιανοί αρκούνται στην υποβολή αιτημάτων στην Παναγία, τους Αγίους και τον Κύριο. Ζητούν το ένα, το άλλο και επαναπαύονται σ' αυτό.

Από το άλλο μέρος όμως αδιαφορούν για την τήρησι των εντολών του Θεού και η ζωή τους δεν έχει καμμία σχέσι με τον χριστιανικό τρόπο ζωής και γενικά δεν αποτελούν ζωντανά μέλη του σώματος της Εκκλησίας.
Η τακτική όμως αυτή αποδεικνύεται ελλιπής και ελαττωματική. Η μεσιτεία της Θεοτόκου προϋποθέτει τη συμμετοχή μας στη ζωή της Εκκλησίας. Ότι είμαστε δηλαδή ζωντανά μέλη της.

Διαφορετικά η μεσιτεία της Θεοτόκου αιωρείται στο κενό. Δεν υποβοηθείται από τη δική μας υπακοή στον Ιησού. Αντίθετα, η μεσιτεία της Θεοτόκου γίνεται δεκτή και ο Κύριος ικανοποιεί τα αιτήματα μας, όταν υπάρχη εκ μέρους μας η έμπρακτη υπακοή στο Ευαγγέλιο Του.

Η Θεοτόκος μεσιτεύει υπέρ ήμων και όχι αντί ημών. Οι πρεσβείες της προϋποθέτουν τη δίκη μας ολόψυχη αφοσίωσι στον Κύριο και το λόγο του και βασίζονται σ' αυτήν.

Δεν πρέπει δε να λησμονούμε ότι το ζήτημα της σωτηρίας μας εξαρτάται κυρίως από την ελεύθερη και υπεύθυνη συμμόρφωσί μας προς το θέλημα του Θεού.

Η μεσιτεία της Θεοτόκου, οι πρεσβείες των Αγίων και η χάρις του Χριστού έρχονται σαν ευλογία του Ουρανού στην ελεύθερη και εκούσια προσωπική μας απόφασι να ζήσωμε ολκληρωτικά και ισόβια “είς την υπακοήν του Χριστού” (Β' Κορ. Ι' 5).


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 181)

Αγιότητα είναι…
Αγιότητα είναι μια βαθιά ευαισθησία. Μια βαθιά ποιητική ματιά που μπορεί να μεταμορφώνει τα πάντα σε άγγιγμα ψυχής. Ο άγιος είναι ποιητής και ευαίσθητος. «Για να γίνει κανείς Χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. “Χοντρές” ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει» (άγ. Πορφύριος).
Ο άγιος αγαπάει ακόμη κα τα μη αξιαγάπητα. Εκείνον που όλοι θα περιφρονούσαν με μεγάλη χαρά, η αγιότητα τον μαζεύει, τον αγκαλιάζει, τον φιλά με πάθος μέχρι να τον θεραπεύσει.
Η αγιότητα μεταμορφώνει τα έρημα. Κυκλώνει τα διεσπαρμένα. Ενώνει τα διαιρεμένα. Μπορεί και αντέχει πάνω και πέρα από τις πληγές και τις καταστροφές. Κοιτάει εκεί που δεν κοιτάει κανείς άλλος. Δεν χωρίζει τα πράγματα σε καλά και κακά. Δεν τους βάζει ταμπέλες. Δεν κατηγοριοποιεί τη ζωή σε ανώτερη και κατώτερη. Δεν διχάζει, δεν μοιράζει, δεν αποσπά, ενώνει, συνενώνει, και δυναμώνει το αδύνατο να συμβεί και το όνειρο να πραγματωθεί.
Η αγιότητα είναι μια βαθιά ποίηση που συντονίζει το σύμπαν στους στίχους του δημιουργού του. Είναι ο ίδιος ο Χριστός που μέσα από τον άγιο μιλάει ξανά για την αγάπη. Που μέσα από την ματιά του αγίου στέλνει το τρυφερό βλέμμα Του σε όλους τους κουρασμένους. Στους αποτυχημένους και τους κουρελιασμένους στις μάχες της ζωής. Μια τεράστια αγκαλιά να ξαποστάσουν πάντες.
Η αγιότητα είναι μεταξένια αίσθηση της ζωής. Ευαισθησία που ξαναζωντανεύει εντός μας την ματιά του παραδείσου. Τότε που τα πάντα ήταν έκπληξη και θαυμασμός. Τότε που τίποτε δεν ήταν βαρετά το ίδιο ή επαναλαμβανόμενο. Η αγιότητα αναδεικνύει ξανά την ξεχασμένη μας παιδικότητα. Εκείνο το ξάφνιασμα μπροστά στο μυστήριο της ζωής.
Η αγιότητα δεν είναι τελειότητα, μα αποδοχή της ασημαντότητας. Δεν είναι επιτυχία μα δώρο. Δεν είναι κατόρθωμα αλλά χάρισμα. Δεν είναι δύναμη μα κένωση και άδειασμα. Ταπείνωση και εκούσια απόσυρση από τα φώτα του ψεύτικου, πρόσκαιρου και μάταιου.
Δεν αγιάζουν οι αναμάρτητοι μα εκείνοι που άντεξαν να δουν τις αμαρτίες τους. Να τις ακουμπήσουν δίχως να φοβούνται μη λερωθούν και χαλάσει το προφίλ τους. Είναι ανώτερος, λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, εκείνος που είδε τις αμαρτίες του από εκείνον που ανέστησε νεκρούς.
Ο άγιος δεν ξέρει ότι είναι άγιος. Εάν το ήξερε, απλά δεν θα ήταν. Όπως ο αθώος δεν γνωρίζει την αθωότητά του. Πολλώ δε μάλλον δεν την προασπίζει. Αθωότητα που προασπίζεται είναι «ευγενής» ναρκισσισμός. Ο άγιος το μόνο που γνωρίζει είναι η έντονη παρουσία του Χριστού εντός του.
Βιώνει μια εσωτερική αποδοχή του Θεού. Μια αγκαλιά που δεν τον κρίνει, παρά μονάχα τον καλύπτει από το ψύχος του κόσμου τούτου.
Ο άγιος μονάχα αγαπά. Γιατί ο ίδιος έχει βιώσει την αγάπη του Θεού. Ξέρει από πάθη και οδύνη. Γνωρίζει τι σημαίνει υπαρξιακή αστοχία, λάθος, σφάλμα και πτώση, γιατί δεν γεννήθηκε άγιος, ούτε τέλειος, μα ούτε προνομιούχος. Πόνεσε, έπεσε, έπαθε, έμαθε. Έτσι μας καταλαβαίνει, μας κατανοεί και ποτέ δεν μας κρίνει. Μονάχα μας αγαπά. Παντού και πάντοτε.
Ο άγιος δεν απορρίπτει. Αποδέχεται απόλυτα, διακρίνοντας την πράξη από το πρόσωπο. Την πράξη την επικρίνει, το ανθρώπινο πρόσωπο ποτέ. Το καταλαβαίνει και το συμπαθεί. Όχι ηθικά. Μα οντολογικά. Γνωρίζει ότι αυτός είναι ο άνθρωπος. Φοβισμένος, τραυματισμένος, χαμένος και πτωτικός.

Εκφράζοντας το πνεύμα του Χριστού, συγχωρεί όχι μια πράξη, αλλά τον όλο άνθρωπο. Όπως το έκανε ο Χριστός. Δεν σώζει τον άνθρωπο από τις αμαρτίες του απλώς, αλλά μεταμορφώνει τη σύνολη φύση του.
Η αγιότητα είναι ένα παράθυρο για να μπορούν εκείνοι που θέλουν και το επιθυμούν, να κοιτάζουν την βασιλεία του Θεού.

(π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Κάθε τέλος μια αρχή, εκδ. Αρμός, σελ.9-12)

Αν δεν αναλάβουμε ολόκληρη την ευθύνη για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις καταβολές μας, την κατάστασή μας, τον Θεό
και τον ίδιο τον εαυτό μας, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να συνειδητοποιήσουμε περισσότερο από ένα μικρό τμήμα της ζωής και
του εαυτού μας.

Αν θέλουμε να κρίνουμε αληθινά και ισορροπημένα τον εαυτό μας θα πρέπει να τον εξετάζουμε σαν μια ολότητα.
Ορισμένα πράγματα μέσα μας, έστω και σ' ένα αρχικό στάδιο, ανήκουν ήδη στη Βασιλεία του Θεού. Τα άλλα είναι ακόμα ένα χάος,
μια έρημος, μια στέπα. Και θα χρειαστούμε σκληρή δουλειά και πίστη βαθιά για να τα μετατρέψουμε όλα αυτά σε κήπο της Εδέμ.

Πρέπει να βλέπουμε τον εαυτό μας όπως ένας καλλιτέχνης κοιτάζει με φαντασία και νηφαλιότητα το ακατέργαστο υλικό που ο Θεός
έχει βάλει στα χέρια του και από το οποίο θα φτιάξει ένα έργο τέχνης, ένα ακέραιο κομμάτι από την αρμονία, την ομορφιά, την αλήθεια
και τη ζωή της Βασιλείας του Θεού.
Ένα έργο τέχνης εξαρτάται και από την έμπνευση του καλλιτέχνη και από το υλικό που του δόθηκε. Δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε
οποιοδήποτε υλικό για κάθε σκοπό χωρίς διάκριση. Ένας εσταυρωμένος από ελεφαντόδοντο,λογού χάρη, δεν είναι δυνατό να γίνει από
γρανίτη, ούτε ένας κέλτικος [λίθινος] σταυρός να γίνει από ελληνικό μάρμαρο. Ένας καλλιτέχνης πρέπει να μάθει να διακρίνει τις ιδιαίτερες
δυνατότητες του υλικού που έχει στα χέρια του και ν' αποκαλύπτει την ομορφιά που είναι βαθιά μέσα σ' αυτό κρυμμένη.

Έτσι ακριβώς πρέπει
και ο καθένας από μας να διακρίνει μέσα του , με τη φώτιση του Θεού και με τη βοήθεια των πιο γνωστικών φίλων του, τις ιδιαίτερες ικανό-
τητες και τα χαρακτηριστικά του, τα καλά και τα κακά και να τα χρησιμοποιεί για να ολοκληρώσει ως το τέλος εκείνο το έργο τέχνης που είναι
ο αληθινός εαυτός του.

Ο άγιος Ειρηναίος της Λυών λέει τη φράση: ''η λαμπρότητα του Θεού αποκαλύπτεται στον ολοκληρωμένο άνθρωπο''.
Ο δρόμος για να φτάσουμε σ' αυτό μπορεί να είναι όλο στροφές. Υπάρχουν στιγμές που για να κάνουμε το καλό, ίσως να χρειαστεί να στη-
ριχθούμε σε κάτι που αργότερα θα το απορρίψουμε. Μπορεί επίσης ν' αναγκαζόμαστε να χρησιμοποιήσουμε κατά μικρότερα ή μεγαλύτερα
χρονικά διαστήματα την ώθηση που μας παρέχουν τα λιγότερα ευγενικά μας ένστικτα, φτάνει αργότερα να ξεπεράσουμε αυτή μας την
ανωριμότητα.
Ο Μάρτιν Μπούμπερ στο βιβλίο του ''Ιστορίες του Χασιντίμ'' διηγείται την περίπτωση ενός ανθρώπου που ρώτησε ένα ραββίνο πως να
απαλλαγεί από τις άχρηστες σκέψεις. ''Μην προσπαθείς'', απάντησε ο ραββίνος, ''δεν έχεις άλλες σκέψεις και θα μείνεις άδειος, προσπάθησε
ν' αποκτήσεις σιγά-σιγά μερικές χρήσιμες σκέψεις και θα δεις που αυτές θ' αντικαταστήσουν τις άλλες''. Δεν θυμίζει αυτή η ιστορία την παρα-
βολή που είπε ο Χριστός για τα ''επτά πονηρά πνεύματα''; [ Ματθ. 12, 45].
Πρέπει να μάθουμε να κοιτάζουμε έξυπνα, με σύνεση, ρεαλισμό και νηφαλιότητα και ακόμα με ζωηρό ενδιαφέρον το πολύπλοκο υλικό από
το οποίο είμαστε φτιαγμένοι, για να μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε όλες τις υπάρχουσες και μελλοντικές δυνατότητές του. Φυσικά αυτό απαιτεί
θάρρος και πίστη.

Ίσως να θυμάστε τη συγκινητική και όλο ευαισθησία φράση του νεαρού St Vincent de Paul: ''Ω! Θεέ μου, είμαι πάρα πολύ
άσχημος για τους ανθρώπους, ίσως όμως Εσύ να με χρειάζεσαι''.

Όλοι είμαστε άσχημοι, αλλά όλους μας αγαπάει ο Θεός και μας εμπιστεύε-
ται. Πως αλλιώς θα μπορούσε να ριψοκινδυνέψει το δώρο όχι μιας φευγαλέας ζωής, αλλά μιας ολόκληρης αιωνιότητας για τον καθέναν μας;

Πορεία και συνάντηση Anthony Bloom.

Καθ’ όσον η ψυχή του παιδιού είναι καθαρή από όλα τα πάθη.

Δεν είναι μνησίκακον έναντι εκείνων που το έχουν λυπήσει, αλλ’ ως φίλος τους πλησιάζει, ωσάν να μη συνέβη τίποτε.

Και όσον ξύλον και αν φάγη από την μητέρα του, ζητεί αυτήν και την προτιμά από όλους. Και αν ακόμη του δείξης μιαν βασίλισσαν με το στέμμα της, δεν την θέτει επάνω από την μητέρα του που φορεί κουρελιασμένα ενδύματα, αλλά θα επροτιμούσε πολύ περισσότερον να ιδή την μητέρα του με κουρελιασμένα ενδύματα, παρά την βασίλισσαν με τα λαμπρά στολίδια της.

Διότι γνωρίζει να διακρίνη το ιδικόν του και το ξένον όχι με την πτωχείαν και τον πλούτον, αλλά με την αγάπην.

Και τίποτε επί πλέον δεν ζητεί από τα αναγκαία, αλλά τόσον μόνον όσον να χορτάση με το γάλα του μαστού και μετά αφήνει και την θηλήν.

Το παιδί δεν λυπείται δι’ εκείνα που λυπούμεθα ημείς, όπως επί παραδείγματι δια την ζημίαν από τα χρήματα και δι’ όλα τα παρόμοια. Ούτε πάλιν χαίρεται δι’  όσα χαιρόμεθα ημείς, δι’ όλα αυτά τα φθαρτά πράγματα.

Δεν κατακυριεύεται από σφοδρόν παθος δια τα κάλλη των σωμάτων. Δια τούτο και ο Κύριος έλεγεν, «διότι η βασιλεία των ουρανών ανήκει εις αυτούς που θα γίνουν όμοιοι με αυτά», ώστε να πράττωμεν με την προαίρεσίν μας αυτά που τα παιδιά τα έχουν από την φύσιν των.

(Ιωάννου Χρυσοστόμου, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 11Α, σελ. 196, Εις Ματθαίον ομιλία ΞΒ 4)

«Παρέλαβε η κιβωτός (του Νώε) άλογα ζώα και έσωσε άλογα ζώα· παραλαμβάνει η Εκκλησία παράλογους ανθρώπους και όχι μόνο τους σώζει, αλλά και τους μεταμορφώνει.

Παρέλαβε η κιβωτός κόρακα και έστειλε κόρακα· παραλαμβάνει η Εκκλησία ανθρώπους μαύρους από την αμαρτία, σαν τον κόρακα, και τους παραδίδει αθώους σαν τα περιστέρια·

παραλαμβάνει ανθρώπους με άγρια αισθήματα, σαν το λύκο, και τους παραδίδει ήμερους σαν τα πρόβατα.

Γιατί, όταν μπει μέσα στην Εκκλησία άνθρωπος που αρπάζει, που είναι πλεονέκτης, και ακούσει τα θεία λόγια της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλάζει νοοτροπία, και αντί για λύκος που ήταν γίνεται πρόβατο.

Και ο μεν λύκος αρπάζει και τα ξένα πρόβατα, ενώ το πρόβατο χαρίζει και το μαλλί του» (Εις πτωχόν Λάζαρον, Λόγος ΣΤ,7,ΕΠΕ 25,606)


«Δεν θα σφάλει κανείς, αν ονομάσει την Εκκλησία ανώτερη από την κιβωτό.

Γιατί η κιβωτός δεχόταν ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει.

Για παράδειγμα· μπήκε εκεί γεράκι και βγήκε γεράκι· μπήκε λύκος και βγήκε λύκος· ενώ εδώ, στην Εκκλησία, μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο·

μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, όχι γιατί αλλάζει η φύση, αλλά γιατί απομακρύνεται η κακία» (Περί μετανοίας, Ομιλ. Η, 1 ΕΠΕ 30,284-286)


    Μη βιαστείτε, παρακαλώ, να κατακρίνετε αυτό το στιγμιότυπο μας για παράβαση ευπρεπείας. Μην πείτε ότι ο συντάκτης του ξέθαψε κάποια άτυχη περιθωριακή περίπτωση και την προβάλλει.
    Το περιστατικό μας μπορεί να είναι μοναδικό. Δεν συνέβη όμως σε κάποια εποχή εκκλησιαστικής αναταραχής, ούτε είναι προϊόν σιμωνίας. Είναι ένα περιστατικό απόλυτα νόμιμο, και μάλιστα με τη  σφραγίδα δύο μεγάλων εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων, που και τους δυο τους τιμά η Εκκλησία μας ως αγίους. Ο ένας το ετέλεσε κι ο άλλος το ετίμησε.
     Βρισκόμαστε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου. Είναι η πόλη που γεννήθηκε  ο γνωστός μας αγ. Γρηγόριος Νεοκαισαρείας ο θαυματουργός, ο οποίος σπούδασε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης πλάι στον Ωριγένη, και αργότερα επέστρεψε στην πατρίδα του, το 238,για να αναδεχθεί ο πρώτος επίσκοπός της.
      Γνωστοί είναι οι ιεραποστολικοί αγώνες του αγίου και θαυματουργού Γρηγορίου για να εκχριστιανίσει την περιοχή. Αγώνες που στέφθηκαν με πλήρη επιτυχία. Κάποτε αυτοί που ζούσαν στα Κώμανα, γειτονική πόλη της Νεοκαισάρειας, ζήτησαν από τον αγ. Γρηγόριο να τους επισκεφθεί, για να ιδρύσει Εκκλησία που να έχει και επίσκοπο. Όταν ο άγιος έφτασε στην πόλη, έμεινε αρκετές μέρες, αναζωπυρώνοντας με τα κηρύγματά του τον ζήλο των κατοίκων της για μια σωστή χριστιανική ζωή. Σύντομα ήρθε και το θέμα της εκλογής επισκόπου.
        Οι κάτοικοι, έχοντας για παράδειγμα τον ίδιο τον άγιο Γρηγόριο, συμφωνούσαν να επιλεχθεί επίσκοπος από τους προκρίτους του τόπου, που ταυτόχρονα να έχει και το χάρισμα του λόγου. Οι σχετικές ψηφοφορίες δεν απέδωσαν, γιατί η κάθε μερίδα επέμενε για τον δικό της υποψήφιο. Τότε ο αγ. Γρηγόριος είπε ότι θα μπορούσαν να αναζητήσουν κάποιον από τους μη επίσημους και γνωστούς προκρίτους της πόλεως. Η πρόταση του αγίου σκανδάλισε αρκετούς. Θεωρήθηκε ως «ύβρις». Κάποιος μάλιστα διαμαρτυρήθηκε έντονα, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι είναι αδύνατο να επιλέγει ως αξιότερος ένας «εκ των βαναύσων», όταν προηγουμένως απορρίφθηκαν οι πραγματικά άξιοι. Στη συνέχεια ο ίδιος με ειρωνικό τόνο είπε στον αγ. Γρηγόριο ότι, εφ’όσον  προτείνει να αναλάβει την Εκκλησία ένας εκ των «συρφετών», γιατί να μην εκλέξει για επίσκοπο τον Αλέξανδρο τον καρβουνιάρη.
         Ξαφνικά ήρθε στον αγ. Γρηγόριο η σκέψη ότι ίσως η πρόταση για τον Αλέξανδρο δεν ήταν τυχαία, αλλά ότι ήταν θεία υπόδειξη. Αμέσως ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο Αλέξανδρος.  Κάποιος, αστειευόμενος, τον έφερε μπροστά στον επίσκοπο. Ήταν ντυμένος με βρώμικα κουρέλια, ενώ το πρόσωπο και όλο του το σώμα ήταν κατάμαυρο από τα κάρβουνα. Όλοι άρχισαν να γελούν. Το διορατικό όμως μάτι του αγ. Γρηγορίου έβλεπε άλλα πράγματα. Διέκρινε ότι ο τρόπος ζωής του δεν οφειλόταν στη φτώχεια του, αλλά σε δική του επιλογή, από κάποια φιλοσοφική διάθεση.
        Μετά από αυτή την εκτίμηση που έκανε για το πρόσωπο του καρβουνιάρη, τον πήρε ιδιαιτέρως και έμαθε με λεπτομέρεια τα σχετικά με τον βίο του. Στη συνέχεια τον παρέδωσε στους δικούς του να τον πλύνουν και να τον ντύσουν, ενώ ο άγιος ξαναγύρισε στη σύναξη των πολιτών. Όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε στη σύναξη καθαρός  και καλοντυμένος, ο κόσμος ξαφνιάστηκε, βλέποντας έναν άλλο άνθρωπο. Ο αγ. Γρηγόριος τους  τόνισε το πόσο λανθασμένο είναι το κριτήρίο μας, όταν δίνουμε προσοχή στο εξωτερικό του ανθρώπου και όχι στο εσωτερικό του βάθος.
        Η κατάληξη της σύναξης έγινε στην εκκλησία, όπου ο αγ. Γρηγόριος χειροτόνησε τον Αλέξανδρο τον καρβουνιάρη σε επίσκοπο. Ύστερα ζήτησε από τον νέο επίσκοπο να κηρύξει τον θειο λόγο. Κι εδώ ο αγ. Γρηγόριος δεν διαψεύσθηκε. Ο λόγος δεν ήταν περίτεχνος και στολισμένος ,ήταν όμως ένας λόγος γεμάτος περιεχόμενο.
        Κάποιος νεαρός, που προερχόταν από τη Αθήνα και καμάρωνε για τον δικό του αττικίζοντα και καλλωπισμένο λόγο, χαμογέλασε με το «ακαλλές της λέξεως» του νέου επισκόπου. Γρήγορα όμως συνήλθε «εκ θειοτέρας όψεως». Είδε ένα σμήνος από περιστέρια, που έλαμπαν απερίγραπτα, και συγχρόνως άκουσε θεία φωνή να λέει ότι «του Αλεξάνδρου είναι αυτά τα περιστέρια».
          Τώρα που φτάσαμε στο τέλος ευνόητο είναι να διερωτηθεί κανείς που βρίσκεται στην ιστορία μας η άλλη μεγάλη και άγια προσωπικότητα, που, όπως είπαμε, «ετίμησε» την πράξη του αγ. Γρηγορίου Νεοκαισαρείας. Η άλλη προσωπικότητα είναι ο αγ. Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος έχει καταγράψει το περιστατικό της διηγήσεως μας. Πράγματι, όλες τις παραπάνω πληροφορίες τις έχουμε από το βίο του Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, τον οποίον έγραψε ο Γρηγόριος Νύσσης.

(Γρηγορίου Νύσσης,Εις τον βίον Γρηγορίου του θαυματουργού,ΒΕΠ 69,312,1-314,20)

(από το βιβλίο: Στιγμιότυπα από την εποχή των Πατέρων, Ηλία Α. Βουλγαράκη, εκδ. Αρμός σελ. 18-20)

Σελίδα 1 από 5