Επιστολή 246 - ΣΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΘΕΟΔΟΣΙΟ. 
"Για την Εκκλησία και τα εκκλησιαστήρια". 
Ας μάθει ο Ευσέβιος, ο προϊστάμενος του λαού που κατοικεί στην πόλη των Πηλουσιωτών, τι είναι Εκκλησία.

Γιατί είναι τελείως απαράδεκτο, και πάρα πολύ φοβερό να μη γνωρίζει ούτε ο ίδιος, που νομίζει πως είναι ιερωμένος.

Γιατί, ότι Εκκλησία είναι το σύνολο των πιστών, που έχει ορθή πίστη και ορθό τρόπο ζωής, είναι γνωστό σ’ αυτούς που έχουν γευθεί τη θεία γνώση,

ότι όμως εκείνος, μη γνωρίζοντας το αυτό, την αληθινή Εκκλησία την καταργεί, σκανδαλίζοντας πολλούς, και κτίζει εκκλησία (ναό), και ότι επίσης την Εκκλησία την απογυμνώνει από τα στολίδια της με το να απομακρύνει τους αληθινά ευσεβείς, ενώ το ναό τον στολίζει με πολυτελή μάρμαρα, και αυτό είναι γνωστό σε όλους.

Εάν λοιπόν γνωρίσει ακριβώς, ότι άλλο είναι Εκκλησία, και άλλο ναός (γιατί η πρώτη αποτελείται από άμεμπτες ψυχές, ενώ ο ναός κτίζεται με πέτρες και ξύλα), νομίζω ότι θα σταματήσει από τη μια να καταστρέφει την Εκκλησία, και από την άλλη να στολίζει το ναό περισσότερο από όσο χρειάζεται.

Γιατί ο βασιλιάς των ουρανών δεν ήρθε εδώ για τοίχους, αλλά για τις ψυχές.
Εάν όμως προσποιηθεί, ότι αγνοεί αυτό που λέγω, αν και αυτό είναι ολοφάνερο ακόμα και στους πιο τελευταίους ως προς την αντίληψη, θα προσπαθήσω να το αποσαφηνίσω με παραδείγματα.

Όπως δηλαδή άλλο είναι το θυσιαστήριο, και άλλο η θυσία, και άλλο το θυματήριο, και άλλο το θυμίαμα, και άλλο το βουλευτήριο, και άλλο η βουλή (γιατί το ένα φανερώνει τον τόπο στον οποίο συνέρχονται, ενώ η βουλή τους άνδρες που συνέρχονται, στους οποίους ανήκει και ο κίνδυνος και η σωτηρία), έτσι και σχετικά με το εκκλησιαστήριο (ναό) και την Εκκλησία.

Εάν όμως πει, πώς ούτε με τον τρόπο αυτόν έχει καταλάβει τη διαφορά, ας μάθει, ότι

στην εποχή των αποστόλων, όταν η Εκκλησία ήταν πλούσια σε πνευματικά χαρίσματα και παρουσίαζε λαμπρή πολιτεία, δεν υπήρχαν ναοί,

ενώ στις ημέρες μας οι ναοί έχουν στολισθεί περισσότερο από όσο πρέπει, ενώ η Εκκλησία (αλλά δεν θέλω να πω τίποτε το δυσάρεστο), διακωμωδείται.

Εγώ λοιπόν, εάν επρόκειτο να κάνω επιλογή, θα προτιμούσα να βρεθώ στην εποχή εκείνη,

κατά την οποία δεν υπήρχαν βέβαια ναοί τόσο στολισμένοι,

η Εκκλησία όμως ήταν στεφανωμένη με θεία και ουράνια χαρίσματα,

παρά στη σημερινή εποχή,

κατά την οποία οι ναοί είναι στολισμένοι με κάθε είδους μάρμαρα,

ενώ η Εκκλησία κατάντησε έρημη και γυμνή από εκείνα τα πνευματικά χαρίσματα.

(οσίου Ισιδώρου Πηλουσιώτου, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 2, σελ. 355-359)

Επιστολή 184 - ΣΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΘΕΩΝΑ
Ότι και χωρίς αμοιβή η ίδια η αρετή είναι μισθός και στεφάνι και κόσμημα, έχοντας την αμοιβή μέσα της.
"Η αρετή δεν έχει μόνο μισθόν, όπως λες, αλλά και στεφάνι και δόξα αιώνια.

Συ όμως δεν είναι σωστό να περιεργάζεσαι το κάθε είδος αυτής εάν έχει μισθό.

Καθόσον ο μισθός θα είναι μεγαλύτερος σ’ αυτόν που δεν εργάζεται για τον μισθό.

Γιατί, αν ήσουν πραγματικά φίλος της αρετής, θα γνώριζες, ότι και χωρίς αμοιβή, η ίδια η αρετή είναι μισθός και στεφάνι και κόσμημα, έχοντας την αμοιβή μέσα της.

Επειδή όμως σαν πραγματικός μισθωτός μιλάς με λεπτομέρεια για τον μισθό, δίνεις την υπόνοια σ’ αυτούς που σε ακούνε, ότι εάν, υπόθεση κάνω, δεν υπήρχε μισθός, δεν θα άσκουσες την αρετή.

Ωστόσο, όποιο και αν νομίζεις ότι είναι το σωστό, να ασκείς την αρετή,

η οποία και εδώ κάνει λαμπρούς τούς εραστές της, και εκεί τους καθιστά πιο ένδοξους."

(οσίου Ισιδώρου Πηλουσιώτου, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 2, σελ. 279-281)

Οι τολμηροί. 
Αλλ’ όχι. Μέσα από τα σκοτάδια της γενικής εγκαταλείψεως (την ώρα της Σταύρωσης), χαράζει μια αχτίδα και μια ελπίδα λάμπει.
Είναι η απόφασις ενός ευσχήμονος βουλευτού, που στα στήθη του αντηχεί αδυσώπητη η φωνή του καθήκοντος. Και «τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού».
Γνωρίζει καλά τις συνέπειες του διαβήματός του. Ξέρει, πως ο λυσσών όχλος είναι έτοιμος να του απαγγείλη δεινή κατηγορία και να κραυγάση «και συ εκ των μαθητών ει του ανθρώπου τούτου».
Ένα θεόρατο φράγμα δυσκολιών, φόβων, κινδύνων, συνεπειών υψώνεται μπροστά του. Αλλ’ η φωνή του καθήκοντος, που βοά στα στήθη του, είναι χείμαρρος ορμητικός, που συνεπαίρνει όλα τα εμπόδια και τον οδηγεί ικέτη μπροστά στον Πιλάτο κι έπειτα από λίγο αποκαθηλωτή μπροστά στο Σταυρό.
Δεν αρνείται σαν τον Πέτρο ούτε καιροσκοπεί σαν τον Πιλάτο, αλλά βρίσκει την τόλμη και το θάρρος να ζητήση, αυτός ο βουλευτής, το σώμα ενός λαομίσητου κατάδικου, που απέθανε σαν τον έσχατο των κακούργων επάνω στο ξύλο της τιμωρίας.
«Τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού», για να προσφέρη στον Διδάσκαλο όλες τις νεκρικές τιμές και το «λελατομημένον εκ πέτρας» ακόμη οικογενειακό του μνημείο.
Θα χρειάζεται πάντα τόλμη για να πλησιάση ο άνθρωπος το Σταυρό του Χριστού. Την τόλμη της ανασταυρώσεως του κόσμου, που θα του δίνη τη δύναμι για να υψώνεται σε αποκαθηλωτή του Χριστού και να επαναλαμβάνη τους αιωνίους λόγους του μεγάλου Σταυροφόρου των Εθνών. «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ ζή δε εν εμοί Χριστός». «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντί με Χριστώ».
Από το βιβλίο «Σκηνές από το πάθος»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο691)

Η άξια της νηστείας. 
Ο Μ. Ναπολέων σε συμπόσιο που έκαμε, εκάλεσε και την κυρία Μοντεσκέ.

Αλλ’ η κυρία αυτή αν και καθόταν δίπλα στον Αυτοκράτορα, όμως δεν έτρωγε.

Οι ομοτράπεζοι το εθεώρησαν αυτό ως προσβολή και αγωνιούσαν για το τι θα κάμη ο Αυτοκράτωρ.
Ο Ναπολέων ερώτησε:

— «Γιατί δεν τρώτε κυρία μου;»
— «Διότι είναι Παρασκευή και νηστεύω», απάντησε η κυρία Μοντεσκιέ.
Την επομένη ο Ναπολέων την εκάλεσε στα ανάκτορα και της ανέθεσε την διαπαιδαγώγηση του διαδόχου.

Είχε εκτιμήσει την σταθερότητα του χαρακτήρος της.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο148)

Τα ασήμαντα. 

Θαυμάσια! είπε στον Μιχαήλ Άγγελο ένας φίλος του, για ένα άγαλμα που κατασκεύαζε. Όταν τον ξαναεπισκέφθηκε τον ερώτησε αν εργάσθηκε άλλο σ’ αυτό.

«Μάλιστα φίλε μου», απάντησε ο Μιχαήλ Άγγελος. Όλο αυτό το διάστημα έκαμα πολλή εργασία. Εγυάλισα αυτό το μέρος. Σ’ αυτή την πτυχή του ενδύματος έδωσα μεγαλύτερη φυσικότητα. Τα χείλη τα έκαμα εκφραστικώτερα και τα νεύρα του αριστερού χεριού ζωηρότερα.

«Αυτά όμως είναι ασήμαντα», είπεν ο επισκέπτης.

«Ναι, θα ήταν όλα αυτά ασήμαντα το καθένα χωριστά», είπε ο μεγάλος καλλιτέχνης.

«Αλλά όμως όλα αυτά τα μικρά θα κάμουν το άγαλμα τέλειο. Και η τελειότης δεν είναι ασήμαντο πράγμα».

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο81)

Μια ευγενική μορφή
Ένας διάσημος γλύπτης, ανεβασμένος στην οροφή του πανυψήλου Γοτθικού Ναού όπου ηργάζετο, κατεπονείτο σκαλίζοντας τα μάρμαρα της στέγης. Κάποιος του είπε:

—«Γιατί κουράζεσαι; Αυτά δεν θα τα δη ποτέ κανείς»,

—«Αλλά τα βλέπει ο Θεός. Γι’ Αυτόν εργάζομαι», απάντησε αμέσως ο καλλιτέχνης.
Πόσο ωφέλιμη είναι αυτή η σκέψη για τον κάθε πιστό!
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο839)


Όταν ο βασιλεύς του μεσαίωνος Κλόβις (465-511) φωτίσθηκε στην αληθινή πίστη, ο Επίσκοπος, καθώς ο Κλόβις κατέβαινε στ’ αγιασμένα νερά του βαπτίσματος, του είπε:
-Σκύψε τον αυχένα, περήφανε πολεμιστή. Από εδώ και πέρα θα προσκυνάς ό,τι έκαψες και θα καίς ό,τι προσκυνούσες.
Ο Κλόβις ήταν πρώτα θανάσιμος διώκτης του Χριστιανισμού κι είχε κάψει πολλές Εκκλησίες, ενώ παράλληλα απ’ όπου περνούσε έστηνε από ένα ξύλινο άγαλμά του για να το προσκυνά ο όχλος.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο806)

Θα σε αφήσει ο κόσμος
«Φαίνεσθε ως φωστήρες εν κόσμω». (Φιλιπ. β' 15)
Ο νεόφυτος εξομολογούμενος λέγει στον πνευματικό του:
—Τώρα που γνώρισα το Χριστό πρέπει να εγκαταλείψω τον κόσμο και να φύγω στην έρημο.

—Όχι, του απαντά ο πεπειραμένος πνευματικός, δεν είναι ανάγκη να παρατήσης εσύ τον κόσμο. Γρήγορα θα παρατήση ο κόσμος εσένα. Ιδιοτρόπησε θα πουν για σένα οι μεν. Έγινε θρησκόληπτος, θα πουν οι άλλοι. Μ’ αυτό τον καλόγερο θα κάνουμε παρέα; θα πουν οι υπόλοιποι.
Σκώμματα και ειρωνείες και εμπαιγμούς πέταξε στο πρόσωπο των άγιων ο κόσμος. Λίγο πριν τους τιμούσε, όταν τους έμαθε ότι είναι χριστιανοί τους κατεδίκασε σε μαρτύρια εμπαιγμών.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο303)

Η καλυτέρα μόρφωσις. 

Σ' ένα κύκλο συζητητών γινόταν λόγος για το καλύτερο είδος μορφώσεως.
Οι μεν έλεγαν ότι η καλύτερη μόρφωσις είναι η φιλοσοφία. Άλλοι υποστήριζαν, ότι ήταν οι καλές τέχνες. Άλλοι έθεταν την προτίμησή τους στην στρατιωτική κατάρτιση. Και τέλος άλλοι θεωρούσαν ως καλύτερο είδος μορφώσεως την πολιτική πείρα.
Αφού είπε ο καθένας τη γνώμη του, ρώτησε και τον φιλόσοφο Αντισθένη (444—465 π.Χ.), ο οποίος απάντησε:
— Για μένα η καλύτερη μόρφωσις είναι το να ξεμάθη κανείς την κακία.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο126)

Δύο βασιλικές επιγραφές
Ο αυτοκράτωρ Κάρολος Κουΐντος είχε στείλει στον βασιλέα της Γαλλίας Φραγκίσκο τον 1ον, μια επιστολή, στην οποία υπογραφόταν ως έξης: «Κάρολος Κουΐντος, αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, βασιλεύς της Ισπανίας, αυθέντης της Καστίλλης, κύριος της Νεαπόλεως».
Ο Φραγκίσκος του απάντησε, υπογράφοντας το δικό του γράμμα με τα έξης: «Φραγκίσκος, κύριος των παθών του».
«Ένα είδος μεγαλείου αναγνωρίζω στον άνθρωπο: την επιβολή πάνω στις χαμηλές ροπές του».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο876)

Οι συνέπειες της μέθης
Ο βασιλεύς της Σουηδίας Κάρολος 12ος (1682—1718) είχε ροπή προς το πιοτό... Ένα βράδυ μισομεθυσμένος έχασε τον έλεγχο της συμπεριφοράς του κι εφέρθηκε χωρίς τον απαιτούμενο σεβασμό στη μητέρα του.
Την άλλη μέρα παρουσιάσθηκε μπροστά της ενώπιων όλων των αυλικών μ’ ένα ποτήρι στο χέρι, που είχε λίγο κρασί, και της είπε: Κυρία, χθες σας φέρθηκα με απρέπεια εξ αίτιας του κρασιού. Επιτρέψατέ μου τώρα να πιω αυτό το ποτήρι εις υγείαν σας. Θα είναι το τελευταίο της ζωής μου.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο836)

Ο πραγματικός χρόνος υπηρεσίας

Κάποιος νεαρός παρουσιάζεται σε μια επιχείρησι και ζήτα να τον προσλάβουν υπάλληλο.
Ο διευθυντής εξετάζει τα χαρτιά, που του έδωσε ο υποψήφιος, και παίρνει στο τηλέφωνο την επιχείρησι όπου ο νέος εργαζόταν προηγουμένως.
— Πόσον καιρό εργάσθηκε σε σας ο κ. X; ρωτά.
— Μερικές ώρες, του απαντούν.
— Μα πώς! κάνει έκπληκτος ο διευθυντής. Εδώ, το πιστοποιητικόν που του δώσατε, αναφέρει τρία χρόνια.
— Το πιστοποιητικό μίλα για το χρονικό διάστημα που ήταν υπάλληλος κι όχι για εκείνο που εργάσθηκε ήταν η απάντησις.
«Είμαι χριστιανός όσο ζω χριστιανικά κι όχι απλώς όσο ζω»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο933)

Η εσωτερική πραγματικότης
Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης αναφέρει το εξής χαριτωμένο επεισόδιο. Κάποιος είχε γυμνάσει ένα πίθηκο να χορεύη και να φέρεται σαν άνθρωπος.

Τον είχε ντύσει με φορεσιά αριστοκράτου και του είχε βάλει και μια ανθρώπινη μάσκα. Όλοι βλέποντας τον πίθηκο να χορεύη, νόμιζαν πώς ήταν ένα μικρό ανθρωπάκι. Κάποιος όμως από τους θεατάς είπε: Τώρα θα δήτε ότι δεν πρόκειται παρά για ένα πίθηκο. Του πέταξε στη σκηνή αμύγδαλα και το ζώο, παρατώντας τους χορούς και σχίζοντας τη μάσκα που το εμπόδιζε, ώρμησε στ’ αμύγδαλα κι άρχισε να τρώη.

Κι ο άγιος Γρηγόριος καταλήγει: «Έτσι κι οι υποκριταί˙ μόλις παρουσιαστή το συμφέρον ξεχνούν τον επιφανειακό τους ανθρωπισμό κι αποδεικνύονται κτήνη».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο453)

«Άλας της γης» (Ματθ. ε' 13)
— Γιατί ο Χριστός είπε στους μαθητάς του ότι πρέπει να είναι το «άλας της γης»; ρώτησε η καθηγήτρια τα παιδιά.
Πολλές Απαντήσεις δόθηκαν στο ερώτημα αυτό. Είπαν ότι οι Χριστιανοί πρέπει να νοστιμίζουν την ανθρώπινη ζωή. Είπαν ότι οι Χριστιανοί πρέπει να προφυλάξουν την κοινωνία από την σαπίλα της αμαρτίας... Σε μια στιγμή όμως, μια μαθήτρια πετάχθηκε και είπε:
— Και κάτι άλλο, κυρία. Το αλάτι προκαλεί την δίψα...
Πράγματι, η ζωή του Χριστιανού πρέπει να είναι τόσο χαρούμενη και ζηλευτή, που οι άλλοι άνθρωποι να την ποθούν και διψώντας την να έρχωνται στο Χριστό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο877)

Έπραξαν άγια. 
Όταν οι στρατιώτες του Γεωργίου Καραϊσκάκη έπιασαν έναν συνάδελφό τους που είχε λιποτακτήσει κατά την ώρα της μάχης κι ετοιμάζονταν να τον σκοτώσουν, ο μεγάλος στρατηγός του 21 τους σταμάτησε και τους είπε:
— Σταθήτε μια στιγμή. Σας αφίνω να τον κάνετε ό,τι θέλετε. Αλλά σας λέω τούτο μονάχα: Αν τον σκοτώσετε, θα πράξετε δίκαια. Αν τον συγχωρήσετε, θα πράξετε άγια.
Οι στρατιώτες «έπραξαν άγια» και δεν έθιξαν ούτε μια τρίχα του λιποτάκτη.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο766)

Να πεθάνω
Κάποτε ο μέγας μαθηματικός της αρχαιότητος Ευκλείδης φιλονίκησε με τον αδελφό του κι εκείνος εξωργισμένος έφυγε απ’ το σπίτι φωνάζοντάς του:
— Να πεθάνω, αν δεν σ’ εκδικηθώ κάποτε.
Κι ο Ευκλείδης, που είχε συνέλθει στο μεταξύ, του αποκρίθηκε συντετριμμένος και με πραότητα:
— Κι έγώ να πεθάνω, αν δεν σου μαλακώσω την οργή με τον υπομονή μου κι αν δε σε κάνω να μ’ αγαπήσης περισσότερο.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο216)

Ζητιάνος βασιλιάς. 
Ο Μέγας Πέτρος της Ρωσίας για να αντιληφθή αν ο λαός του ήταν φιλόξενος, ντύθηκε κάποτε ζητιάνος και επεσκέφθη ένα χωριό. Οι χωρικοί δεν του έδωσαν σημασία. Βράδυασε στο χωριό χωρίς κανείς να τον πλησιάση, οπότε ένας φτωχός χωρικός τον λυπήθηκε, τον πήρε στο σπίτι και του έδωσε από το φτωχό του φαγητό.
Το πρωί ο ζητιάνος ευχαρίστησε και έφυγε. Το άλλο πρωί στην πλατεία του χωριού στάθηκε ένα αμάξι αυτοκρατορικό. Ένας αυλικός εζήτησε το φιλόξενο χωρικό και με το λαμπρό αμάξι, τον ωδήγησε στα ανάκτορα της Πετρουπόλεως, όπου ο βασιλιάς, για να τον τιμήση, τον εγκατέστησε εκεί με όλη του την οικογένεια. Όταν αυτό το έμαθαν οι συγχωριανοί του, μετάνοιωσαν για τη διαγωγή τους.
Η φιλοξενία είναι πατριαρχική αρετή, που σαν επίγραμμα πρέπει να κοσμή την αυλόπορτα του φτωχού και του πλουσίου.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο346)

535 Ένα ποσόν ιερό!

Ένα τυφλό κορίτσι έφερε στον εφημέριο της Εκκλησίας του μια δωρεά για το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας. Ο Εφημέριος άνοιξε το φάκελλο και βρήκε μέσα 500 δραχμές. Έκπληκτος για το μεγάλο ποσόν, είπε στο κορίτσι:

— Αυτά είναι πολλά για σένα. Είσαι ένα φτωχό και τυφλό κορίτσι και με κόπο κερδίζεις κάθε δραχμή. Δεν μπορείς να δώσης τόσα πολλά. Κράτησε λίγα από αυτά.
Αλλά το κορίτσι αρνήθηκε.
— Ακριβώς επειδή είμαι τυφλή, είπε, μπορώ να εξοικονομήσω αυτό το ποσόν. Πλέκω καλάθια. Άλλοι χρειάζονται φως το βράδυ για την δουλειά τους, ενώ εγώ δεν το χρειάζομαι. Έτσι βάζω κάθε βράδυ στον κουμπαρά μου τα λεπτά που θα χρειαζόμουν για φωτισμό, αν δεν ήμουν τυφλή. Είναι τα λεφτά των ματιών μου!
Συγκινημένος ο Εφημέριος δέχτηκε το ποσόν.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο535)

Το κιβώτιον της αγάπης
«Ένας πρακτικώτατος τρόπος είναι να κάνωμε ένα ειδικό κιβώτιο (κουμπαρά) για τους φτωχούς, που θα είναι τοποθετημένο στο μέρος όπου καθένας προσεύχεται. Έτσι κάθε φορά που θα μπης εκεί, για να προσευχηθής, πρώτα να καταθέτης την ελεημοσύνη σου στο «κιβώτιον πενήτων» και τότε ν’ απευθύνης την προσευχή σου στο Θεό. Και πρέπει να ξέρης πώς το να βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι σου όπου προσεύχεσαι, το κιβώτιο της ελεημοσύνης, δεν είναι κατώτερο από το να έχης κρεμάσει εκεί το ιερό Ευαγγέλιο. Γιατί αν σαν φυλαχτό, κρεμάσης το ιερό Ευαγγέλιο, χωρίς να κάνης τίποτε απ’ όσα λέγει (όπως είναι και η ελεημοσύνη) δεν θα ωφεληθής τόσο, όσο από το κιβώτιον πενήτων. Δίπλα σ’ αυτό το ιερό κιβώτιον να βρίσκεται και το κρεβάτι σου, και η νύχτα θα περνά χωρίς κακά όνειρα, αρκεί μόνον να μη μπή εκεί τίποτε που προέρχεται από αδικία.
(Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο255)

Σελίδα 1 από 8