Έλεγξε με τη δύναμι των αρετών σου εκείνους που δογματίζουν αντίθετα και όχι με την πειστικότητα των λόγων σου.

Με την πραότητα και την γαλήνη των χειλέων σου αποστόμωσε και κατασίγασε την αναίδεια των απειθών.

Έλεγξε τους ακολάστους με την ευγένεια της αναστροφής σου και τους αναίσχυντους κατά τις αισθήσεις με την συγκράτηση των οφθαλμών σου.
Να θεωρής ξένον τον εαυτό σου όλες τις ημέρες της ζωής σου, όπου και αν εισέλθης, για να μπορέσης να λυτρωθής από τη ζημία που προκαλεί η παρρησία.

Νόμιζε τον εαυτό σου πάντοτε ότι δεν γνωρίζει τίποτε, για να αποφύγης την μομφή που επέρχεται από την υποψία ότι θέλεις να διαμορφώσης την γνώμη του άλλου.

Ευλόγει επιμόνως πάντοτε με το στόμα και δεν θα λοιδορηθής· διότι η λοιδορία γεννά λοιδορίαν και η ευλογία ευλογίαν.

Νόμιζε ότι για κάθε πράγμα χρειάζεσαι διδαχή, και θα ευρεθής σε όλη την ζωή σου σοφός.

Μη παραδώσης σε κανέναν ό,τι δεν παρέλαβες ακόμη, για να μη καταισχυνθής ο ίδιος και από την σύγκρισι της διαγωγής σου αποκαλυφθή το ψεύδος σου.

Αν ειπής σε κάποιον κάτι από τα χρειαζούμενα, να ομιλήσης σαν μαθητής και όχι σαν αυθέντης με αναίδεια.

Να κατακρίνης τον εαυτό σου από πριν και να δηλώσης ότι είσαι κατώτερός του, για να δείξης στους ακούοντας την αξία της ταπεινώσεως, να τους παρακινήσης ν’ ακούσουν τα λόγια σου και να τρέξουν προς την εφαρμογή, κι έτσι θα γίνης αξιότιμος εμπρός στα μάτια τους.

Ό,τι μπορείς σε τέτοια πράγματα, πες το με δάκρυα, για να ωφελήσης και τον εαυτό σου και τους ακροατάς σου, και η χάρις του Θεού να είναι μαζί σου.


(αγίου Ισαάκ του Σύρου, εκδ. ΕΠΕ τόμος  8Α σελ. 363-365)

(Μιλάει ο όσιος γέρων Πορφύριος).

Ακούστε ένα σχετικό παράδειγμα.
Κάποτε ένας παπάς είχε πάει σε μία ομιλία με μορφωμένους· τον είχε πάρει μαζί του ένας εξάδελφός του. Ο ομιλητής είπε πολλά πάνω σ’ ένα θέμα μαρξιστικό. Οι ακροατές του ενθουσιάστηκαν και τον εχειροκρότησαν στο τέλος. Αλλά, όπως ήταν ακόμη πάνω στην έδρα, είδε τον παπά και είπε:
- Έχομε κι έναν παπά στην ομιλία μας. Αν μπορεί, να μας έλεγε το θέμα από θρησκευτικής και φιλοσοφικής πλευράς.
Το είπε ειρωνικά νομίζοντας ότι θα τον ταπεινώσει και θα εξευτελίσει την Εκκλησία. Ο παπάς σηκώθηκε και είπε:
- Τι να σου πω εγώ, παιδί μου, δεν ξέρω, αλλά έχω ακούσει· ο τάδε σοφός λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε… κ.λ.π., κ.λ.π. Ο Μωυσής λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο Ησαΐας, ο Δαβίδ, ο Χριστός.

Συνέχισε λέγοντας αυτό το χωρίο από τον Απόστολο Παύλο: «…που σοφός; που γραμματεύς; που συζητητής του αιώνος τούτου;… τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη… όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού».
Έκλεισε το στόμα ο «σοφός», ο ομιλητής. Το σπουδαίο είναι ότι ο παπάς τα είπε με πραότητα και χωρίς εγωισμό. Ήταν δεσπότης του Πατριαρχείου. Όταν τελείωσε, είπε:
-    Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Εσείς κρίνετε ποιο είναι το σωστό.
Είπε στο τέλος ο ομιλητής ντροπιασμένος:
-    Πολύ καλά μας τα είπε ο παπάς! Τ’ αναίρεσε όλα τα δικά μου.
Είναι σπουδαίο πράγμα η κατάρτιση, όταν συνδυάζεται με την πραότητα, την καλοσύνη και την αγάπη. Αυτά ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις. Να μιλάτε, όταν έχετε σχετική κατάρτιση στο θέμα. Αν δεν έχετε, να μιλάτε με το παράδειγμά σας.
Στις συζητήσεις λίγα λόγια για τη θρησκεία και θα νικήσετε. Αφήστε εκείνον που έχει άλλη γνώμη να ξεσπάσει, να πει, να πει… Να αισθανθεί ότι έχει να κάνει μ’ έναν ήρεμο άνθρωπο. Να επιδράσετε με την καλοσύνη σας και την προσευχή σας κι έπειτα του μιλάτε λίγο.

(Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι,Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, σελ. 396-396)

“Καλώς την κ. Θεώνη”,

είπε ο παπάς βλέποντάς την...
Την ήξερε καλά τη Θεώνη ο πνευματικός. Ήταν από τις περιπτώσεις που υποκλίνεσαι μπροστά τους. Άνθρωπος του Θεού, με γνήσια αγάπη απέναντί Του, με καλή και ευσεβή πολύτεκνη οικογένεια, με διάθεση ελεήμονα, τόσο που δεν υπήρχε άνθρωπος να κτυπήσει τη θύρα της και να μη βρεί μια ανοιχτή αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, την παρηγοριά και τη στοργή. Γι' αυτό και παραξενεύτηκε για την περασμένη ώρα, αλλά και από τη θέα του προσώπου της φαινόταν συντετριμμένη.
“Πάτερ, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δεν ξέρω κάν αν είναι κανονική εξομολόγηση αυτό που θέλω. Νιώθω όμως την καρδιά μου πολύ βαριά από κάτι που συνέβη, και αισθάνομαι την ανάγκη να σας το πώ, για να με καθοδηγήσετε. Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία αυτό που έκανα. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη ένταση στην οικογένεια”.
...
“Λοιπόν, πάτερ. Πριν λίγες ημέρες βρεθήκαμε στο εξοχικό που έχουμε στην Κόρινθο. Θα έχετε υπόψη σας – έχετε έλθει άλλωστε και το έχετε δεί – ότι πολύ κοντά στο σπίτι μας εκεί, υπάρχει ένα παλιό ξωκκλήσι. Αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο το μεγαλομάρτυρα – μεγάλη η χάρη Του! Κόντευε μεσημέρι, όταν φτάσαμε, κι ήμασταν όλοι μαζί. Ξέρετε την αγάπη που τρέφει όλη η οικογένεια για τον άγιο, και γι' αυτό θεώρησα υποχρέωση μου, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο στο σπίτι, να πάω να προσκυνήσω. Τα παιδιά βέβαια ήταν πεινασμένα κι έπρεπε να μαγειρέψω. Πετάχτηκα λοιπόν στον άγιο, προσκύνησα, μα σαν είδα τη σκόνη, τις αράχνες, την εγκατάλειψη..., θέλησα λίγο να συγυρίσω. Μου φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να αφήσω τον οίκο του Θεού και τον άγιο χωρίς φροντίδα. Πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Πρώτα δεν πάει η αγάπη στον Θεό και έπειτα στους ανθρώπους; Άρχισα λοιπόν το συγίρισμα και το καθάρισμα. Τα παιδιά ήλθαν να με βρούνε. Φωνάζανε γιατί πείναγαν. Τους εξήγησα ότι σε λίγο θα έλθω, αλλά προηγείται ο άγιος. Προηγείται ο Θεός. Συνέχισα να καθαρίζω, άναψα τα καντήλια, έκαψα και λίγο λιβάνι να μυρίσει ουρανό, και με ικανοποίηση στην καρδιά, έφτασα στο σπίτι”.
Ο ιερέας είχε σκύψει το κεφάλι και άκουγε. Ζούσε την όλη εικόνα που περιέγραφε η Θεώνη και είχε καταλάβει το τι είχε τελικά διαδραματιστεί.
“Κι όταν γυρίσατε, θα έγινε...χαμός, απ' ότι καταλαβαίνω, κ. Θεώνη”.
“Η λέξη χαμός δεν λέει τίποτε, πάτερ. Σαν να είχε έλθει ο εξαποδώ στο σπίτι μας. Φωνές, φασαρίες, χαλασμός. Πέσανε επάνω μου όλα τα παιδιά να με... φάνε. Με κατηγορούσαν ότι τους είχα παρατήσει, ότι δεν τους νοιάζομαι, ότι δεν τους αγαπώ. Ο σύζυγός μου προσπάθησε βέβαια να πάρει το μέρος μου, να καθησυχάσει τα παιδιά – κι είναι έφηβοι, πάτερ, τα ξέρετε – αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμερίζεται στο βάθος τις αντιδράσεις τους. Με πήρε κι εκείνος κάποια στιγμή παράμερα και τα 'κουσα κι από εκείνον. Ο πειρασμός με συνεπήρε. Αναψοκοκκίνησα, μάλωσα μαζί του, φώναξα έντονα και στα παιδιά.
-Ντροπή σας, τους είπα. Τον άγιο πήγα να καθαρίσω. Εκείνος είναι ο προστάτης μας. Έπρεπε κι εσείς κανονικά να έλθετε να βοηθήσετε.
Τελος πάντων, πάτερ, υπήρξε μεγάλη ένταση και πέρασε αρκετή ώρα μέχρις ότου τα πράγματα ησυχάσουν. Και το φαγητό που έφτιαξα, με πόνο και πίκρα το έφτιαξα. Και με μούτρα το έφαγαν. Φύγανε όλοι αμέσως μετά, ο καθένας στον χώρο του, και έμεινα μόνη, μ' ένα τεράστιο “γιατί;” στα χείλη, με καταχνιά και μ' ασήκωτο βάρος στο στήθος...”.
“Κι ήρθατε να με βρείτε”, είπε ο παπάς.
“Πάτερ, πείτε μου. Δεν είχα δίκιο που θέλησα να ετοιμάσω πρώτα τον άγιο; Δεν προηγείται ο ναός και έπειτα όλα τα άλλα;” Η Θεώνη έσκυψε το κεφάλι και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα νοερά στον Κύριο, στην Κυρία Θεοτόκο, και επικαλέστηκε τη βοήθειά τους. Έπρεπε να προσέξει πώς θα απαντήσει. Η κ. Θεώνη ήταν μια ευαίσθητη καρδιά.
“Κυρία Θεώνη”, είπε στο τέλος αργά. “Καταλαβαίνω την αγάπη σας στον Θεό και στους αγίους μας. Και πράγματι η πρώτη και μεγάλη εντολή του Θεού είναι να αγαπάμε Εκείνον με όλη την καρδιά μας, την ψυχή μας, τη διάνοιά μας, τη δύναμή μας. Αλλά, δεν θα συμφωνήσω μαζί σας”.
Η κ. Θεώνη ανασήκωσε το κεφάλι της.
“Δεν θα συμφωνήσω, κ. Θεώνη, γιατί δεν είναι τυχαίο πώς η σπουδαιότερη αρετή για  την Εκκλησία μας, εκείνη που δίνει τον τόνο σε όλες τις άλλες, είναι η διάκριση. Τη συγκεκριμένη ώρα δηλαδή, μεσημέρι, ώρα συνεπώς φαγητού, και έχοντας μάλιστα παιδιά μαζί σας, η προτεραιότητα είναι εκείνα. Το φαγητό έπρεπε πρώτα να ετοιμάσετε, να καθίσετε να φάτε, και έπειτα να πάτε να φροντίσετε το εκκλησάκι του αγίου. Έχω την εντύπωση ότι και τον άγιο να είχαμε τώρα μαζί μας, θα συμφωνούσε μ' αυτό που σας λέω. Και ξέρετε γιατί; Διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και στην υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας. Δεν θυμάσαστε, κ. Θεώνη μου, αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι γνωρίζουμε πώς αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας; Η αγάπη μας στον συνάνθρωπο φανερώνει την αγάπη μας στον Θεό. Αν ήσασταν μόνη σας, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μα δεν ήσασταν... Λοιπόν κ. Θεώνη, στην προκειμένη περίπτωση πέσατε... “θύμα” της αγάπης σας στον Θεό, ας το πούμε έτσι. Που θα πεί: όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ' Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας”.
Η κ. Θεώνη δεν μιλόυσε. Με σκυμμένο το κεφάλι τώρα άκουγε τον ιερέα. Μέσα της έκλαιγε για την αδιακρισία της.
“Πάτερ, αμάρτησα. Καταλαβαίνω ότι πρέπει αμέσως να σπεύσω και να ζητήσω συγγνώμη από όλους τους. Τους έκανα να εξοργιστούν και να βρεθούν σε πειρασμό. Τους έκανα να αμαρτήσουν...”
“Ναι, μα όλα τα σβήνει η μετάνοια, κ. Θεώνη. Η συγγνώμη που θα πείτε, στον Κύριο και στους δικούς σας, θα είναι το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία σας. Να πάτε στην ευχή του Θεού!”
π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 85-92

Ο Γέροντας (ογέρων της Πάτμου π. Αμφιλόχιος Μακρής, 1889-1970) ήταν όντως δύσκολα στην υγεία του. Πολύ γρήγορα, όμως, κατάλαβα ότι δεν μεριμνούσε για το σαρκίο, ούτε τον ψυχοπλάκωναν τα άσχημα αποτελέσματα των εξετάσεων.

Ο σκοπός του στην Αθήνα ήταν άλλος: να αποχαιρετίση τα αγαπητά του πρόσωπα και να ζητήση απ’ όλους συγγνώμη. Όπου πηγαίναμε, στο τέλος έβαζε εδαφιαία μετάνοια, λέγοντας:
- Και αν σε κάτι σας λύπησα και δεν το κατάλαβα, να με συγχωρέσετε, γιατί εγώ πρέπει να ετοιμάζωμαι για το ουράνιο ταξίδι.
Επίμονα ζήτησε να πάμε στην Αίγινα την αγαπητή του. Σάββατο βράδυ μείναμε στον Άγιο Νεκτάριο και, μετά την θεία Λειτουργία της Κυριακής, ανεβήκαμε στον Άγιο Μηνά, το μοναστήρι του. Μπήκε μέσα σαν ξένος και σαν να εισήρχετο για πρώτη φορά. Ζήτησε την Γερόντισσα. Αφού πήραμε το συνηθισμένο κέρασμα, λέγει στην ηγουμένη:
- Εγώ, Γερόντισσα, ήλθα ωρισμένως να σας ιδώ ιδιαιτέρως· ήλθα με μια αποστολή.
Σηκώθηκαν και μπήκανε στο άλλο δωμάτιο.

Εγώ βγήκα προς τα έξω και από το παράθυρο, άθελά μου, είδα γονατιστό τον γέροντα Αμφιλόχιο να ζητά συγγνώμη.

Με πήρε το παράπονο: «Ώστε γι’ αυτό ζητούσες να έρθουμε στην Αίγινα, για να ζητήσης συγγνώμη από αυτήν που σου άρπαξε το μοναστήρι, σε πέταξε έξω, περιφρονητικά πάντοτε σου εφέρετο, ούτε ένα κομμάτι τοίχο δεν διέθεσε να αναρτήση την φωτογραφία την δική σου, που τόσο κοπίασες στο πρώτο ξεκίνημα αυτού του μοναστηριού;».

Γυρίσαμε στην πόλη του νησιού. Στην διαδρομή ήταν τόσο χαρούμενος σαν να γύριζε νικητής από Ολυμπιακούς αγώνες. Χάρηκε βαθιά μέσα του την νίκη που νιώθει αυτός που ζητά πρώτος συγγνώμη.

Η καλή διάθεση του Γέροντα μου διέλυσε κάθε θλίψη και είπα τελικά:

«Άγιος είναι αυτός, που, όχι μόνον δίνει άφεση, αλλά διασχίζει πελάγη και διανύει μακρούς δρόμους, για να ζητήση συγγνώμη και όταν μάλιστα δεν φταίει».


(από το βιβλίο: Πνευματική συμπόρευσις, Γρηγορίου μοναχού Κουβαρίτου,Ιερά Μονή Δοχειαρίου,Άγιον Όρος, 2014,  σελ. 77-78)

Το παράδοξο των καιρών μας είναι ότι:

Ενώ έχουμε οικοδομήσει ουρανοξύστες, η διάθεσή μας είναι χαμηλή, όσο ένα μονόροφο σπίτι.

Ενώ έχουμε κατασκευάσει δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, οι αντιλήψεις μας είναι

πιο στενές κι από ένα σοκάκι.

Ενώ καταναλώνουμε περισσότερα, διαθέτουμε λιγότερα.

Ενώ αγοράζουμε περισσότερα, τα’ απολαμβάνουμε λιγότερο.

Ενώ έχουμε μεγαλύτερα σπίτια, οι οικογένειές μας είναι μικρότερες.

Ενώ έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερες ευκολίες, ο ελεύθερος χρόνος μας είναι

ανύπαρκτος.

Ενώ υπάρχουν περισσότεροι ειδικοί, τα προβλήματά μας είναι περισσότερα.

Ξενυχτάμε για να χαλαρώσουμε, αλλά το πρωί ξυπνάμε πιο κουρασμένοι.

Δεν έχουμε χρόνο για διάβασμα, αλλά αρκετό για την τηλεόραση.

Έχουμε μάθει πώς να επιβιώνουμε, αλλά όχι να ζούμε.

Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή μας, αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.

Πήγαμε- ήρθαμε στο φεγγάρι, αλλά δεν μπορούμε να διασχίσουμε το δρόμο για να

συναντήσουμε το νέο γείτονά μας.

Κατακτήσαμε το διάστημα, αλλά δεν έχουμε καταφέρει να κατακτήσουμε τον εαυτό μας.

Προσπαθούμε να καθαρίσουμε την ατμόσφαιρα, αλλά δηλητηριάζουμε την ψυχή μας.

Βρισκόμαστε στην εποχή των γρήγορων τροφών, αλλά και της αργής χώνευσής τους.

Είμαστε μεγαλόσωμοι, αλλά μικρόσωμοι στην προσωπικότητα.

Ζούμε την εποχή των δύο μισθών, αλλά περισσοτέρων διαζυγίων.

Έχουμε πολυτελή σπίτια, αλλά διαλυμένα σπιτικά.

 

George Carlin αμερικανός κωμικός.   Αναζητώντας την αγιότητα  Σωτ. Κόλλια  σελ. 135- 136. εκδόσεις Γρηγόρη.

«Με λεπτότητα και αγάπη»
Ένα πράγμα θα ήθελα να σου ζητήσω: να είσαι πιο προσεκτική και πιο αυστηρή με τον εαυτό σου.

Για την εκτέλεση όλων των κανόνων μη θλίβεσαι. Τους έκανες; Δόξα τω Θεώ! Δεν τους έκανες; Συγγνώμη, Κύριε! Να τα κανονίζεις όλα όχι μόνο σύμφωνα με τις απαιτήσεις, αλλά και με το πώς αισθάνεσαι τον εαυτό σου, σωματικά και πνευματικά...
Μας σώζει ο Σωτήρας μας κι όχι οι δικοί μας αγώνες και κόποι. Εμείς ας παραδώσουμε στον Κύριο την καρδούλα μας κι Εκείνος θα τη γεμίσει με τόση αγάπη, που θα αρχίσουν να ζουν φωτεινά μέσα της όλοι!...
Για θυμήσου πώς άρχισες να μαθαίνεις γράμματα στο σχολείο... Αυτή τη μέθοδο εκμάθησης εφάρμοσε και στην πνευματική ζωή. Μη βιάζεσαι, μη βασανίζεις και μη συντρίβεις τον εαυτό σου, ούτε την οικογένειά σου.

Να ενεργείς πάντα με περίσκεψη σε κάθε περίσταση της ζωής. Επίσης μην ξεχνάς να λες: "Κύριε, βοήθει μοι! Κύριε, συνέτισόν με!"

Ορίστε, έτσι θα μαθαίνεις. Το πρωταρχικό σε τούτη την επιστήμη είναι να μάθεις να κυριαρχείς και να κυβερνάς όχι τους άλλους, αλλά τον εαυτό σου.
Ο Θεός είναι αγάπη και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει. Ορίστε όλη η επιστήμη!

Μάθε να αγαπάς τους άλλους, μάθε να συμπονάς τους άλλους κι η χαρά θα εγκατασταθεί στον νου και την καρδιά σου.
Η ευλογία του Θεού μαζί σου.


(Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Κρεστιάνκιν, Από το βιβλίο Με λεπτότητα και αγάπη, εκδόσεις «Εν Πλω»)

Τα γηρατειά.
Ο Γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ γράφει σε ένα ποίημά του: “Ο γέρος που βαθμιαία επιστρέφει στην αρχέγονη πηγή της ζωής εγκαταλείπει τον προσωρινό χρόνο και βαδίζει προς την αιωνιότητα. Ίσως στα μάτια των νέων να λάμπει η φωτιά, όμως στα μάτια των ηλικιωμένων λάμπει το φως”.

Κι αυτό δεν συμβαίνει μηχανικά, δεν είναι κάτι που συμβαίνει οπωσδήποτε, ή όποιος κι αν είσαι. Είναι κάτι που μπορεί να καλλιεργηθεί, να καλλιεργηθεί μέσα από μια δημιουργική προσέγγιση προς αυτό που συμβαίνει.
Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ηλικιωμένος είναι, βέβαια, η μείωση της φυσικής δύναμης. Αλλά αυτό αντιμετωπίζεται -υπό τον όρο ότι το ηλικιωμένο άτομο δεν απορρίπτεται, δεν παραγκωνίζεται, δεν στέλνεται στο γηροκομείο επειδή δεν χωρά στην οικογένεια των νεότερων. Μια τέτοια προσέγγιση είναι πολύ τραγική. Από τη μια, στερεί το ηλικιωμενό άτομο από τη φυσική ζεστασιά, την αγάπη, τη συνεργασία, τις πραγματικές ανησυχίες που θα μπορούσε να έχει, αλλά και από τη δυνατότητα να μοιραστεί τη σοφία που απέκτησε κατά τη μακρά διάρκεια της ζωής του. Από την άλλη, στερεί και τους νεότερους από μια χρήσιμη εμπειρία που θα μπορούσε να τους έδινε η παρουσία του ηλικιωμένου. ...

Υπάρχει κι άλλη μια πλευρά σ' αυτό το πρόβλημα. Πολύ συχνά οι ηλικιωμένοι εξαρτώνται από τους άλλους και αισθάνονται μειωμένοι. Αυτό τους πονά και τους καταθλίβει:

“Εγώ δεν εξαρτιόμουν από κανέναν, έκανα τα πάντα μόνος και τώρα εξαρτιέμαι όλο και περισσότερο από τους άλλους. Χρειάζομαι βοήθεια, στήριξη, προστασία. Τι φρίκη!”.

Όχι, δεν είναι φρίκη! Έχεις προσφέρει στους άλλους, ίσως αυτό που επιθυμούσαν όλη τους τη ζωή. Τους έδωσες αγάπη και τώρα, όσο λιγότερες δυνάμεις έχεις, όσο πιο ανυπεράσπιστος είσαι, τόσο περισσότερο μπορείς να προσφέρεις σ' αυτούς που σε αγαπούν την ευκαιρία να εκφράσουν την αγάπη τους.

Και πρέπει να μάθεις να δέχεσαι αυτή την αγάπη όχι με δυσαρέσκεια, όχι όπως ο επαίτης δέχεται το χέρι βοηθείας ευχόμενος να μην είχε την ανάγκη. Όχι! Αλλά να τη δέχεσαι ως δώρο, ως δώρο αγάπης που σε ενώνει με αυτούς που σου την προσφέρουν!

Κι αν μάθεις να δέχεσαι αυτό το δώρο της αγάπης και του ενδιαφέροντος με ευγνωμοσύνη, με ανοιχτή καρδιά, ανοιχτή αγκαλιά, τότε οι άλλοι θα νιώσουν την ανταμοιβή για την προσφορά τους.

Μπορείς να γίνεις η αιτία να ξανοιχτεί ο άλλος, να καταλάβει τί σημαίνει αγάπη, τι σημαίνει να ξεχνά τον εαυτό του, να κοιτά τον άλλον και να βλέπει όπως είναι, να του δίνει αυτό που χρειάζεται, κυρίως αγάπη, ενδιαφέρον, τρυφερότητα, κατανόηση και -όταν χρειάζεται- βοήθεια στο φυσικό επίπεδο. Να καταλάβει ότι η αποδοχή της βοήθειας δεν είναι υποτίμηση, αλλά δώρο αγάπης, μπορεί να έχει ιερή ποιότητα.


(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 110-112)

Ο θάνατος εντέλει είναι τόσο τρομακτικός όταν βρισκόμαστε μπροστά του; Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο στο σπίτι, ύστερα από μακρά ασθένεια. Χειρουργήθηκε δίχως επιτυχία, όπως μου είπε ο χειρούργος, προσθέτοντας:

“Όμως, βέβαια, δεν θα της το πεις”.

Απάντησα: “Και βέβαια θα της το πω”.

“Τότε”, απάντησε ο γιατρός, “δεν θα είμαι πλεόν ο γιατρός της, ή ο χειρουργός της, γιατί θα απελπιστεί και θα καταρρεύσει”.

Πήγα να δω τη μητέρα μου και της το είπα.

Μου είπε: “Θα πεθάνω, λοιπόν”. Της απάντησα:

“Ναι”.

Και τότε σιωπήσαμε για πολλη ώρα. Πολλή ώρα, όχι γιατί ήταν μεγάλης διάρκειας, αλλά γιατί η σιωπή ήταν τόσο βαθιά, μέχρι τα βάθη της ψυχής μας. Όταν συνήλθαμε είχαμε αποκτήσει μια νέα εμπειρία. Είχαμε ανακαλύψει ένα πράγμα, ότι τώρα δεν υπήρχαν μυστικά ανάμεσα μας, δεν υπήρχε μεταξύ μας αυτό που τόσο συχνά υπάρχει ανάμεσα σ' αυτούς που αργοπεθαίνουν και στον περίγυρό τους, στην οικογένειά τους, στους γιατρούς, στις νοσοκόμες ή στους φίλους τους: Το ψέμα, ένα ψέμα που συντηρείται και από τους δύο, αφ' ενός από τους θνήσκοντες που καταλαβαίνουν την παρουσία του θανάτου αλλά χαμογελούν και φέρονται σαν να έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους, και αφ' ετέρου από τον περίγυρο τους που συντηρεί αυτό το ψέμα.

Δεν υπήρχε ψέμα όμως ανάμεσα σ' εμένα και στη μητέρα μου, κι επειδή δεν υπήρχε ψέμα, είχαμε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε την κάθε στιγμή της ζωής σε όλη της την ένταση, γιατί ίσως η στιγμή αυτή να ήταν και η τελευταία. Κι επειδή μπορούσε να είναι η τελευταία, θα έπρεπε να είναι τέλεια. Η κάθε λέξη θα μπορούσε να είναι η τελευταία, έπρεπε λοιπόν να ενσωματώνει όλη την αγάπη, όλη τη σχέση, όλα όσα είχαμε μεταξύ μας. Κάθε χειρονομία, και η πιο απλή, θα μπορούσε να εκφράζει είτε αδιαφορία και απροσεξία, είτε αγάπη, ενδιαφέρον και όλα όσα μας ένωναν.

Ανακαλύψαμε ότι η ετοιμασία ένος ωραίου δίσκου με τσάι μπορούσε να εκφράζει αγάπη, μπορούσε να εκφράζει το σύνολο των σαράντα χρόνων που ζήσαμε μαζί. Ανακαλύψαμε ότι και το πιο μηδαμινό μπορούσε να αποτελέσει έκφραση αγάπης, έκφραση μιας απόλυτα μοναδικής σχέσης.
Νομίζω πως κι αυτό είναι στοιχείο της ποιότητας της ζωής.

Αν δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο ανοιχτά, με θάρρος, αν δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον θάνατό μας ή τον θάνατο κάποιου άλλου μαζί, όχι χωριστά – γιατί χωριστά είναι αδύαντον να αντιμετωπιστεί ο θάνατος- αλλά μαζί, τότε η ζωή δεν θα έχει αυτή την απόλυτη ποιότητα που ενδυναμώνει ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στις φυλακές ή στον πόλεμο ή όπου αλλού, που ενδυναμώνει ανθρώπους με ανίατες ασθένειες, να ορθώσουν το παράστημά τους και να πουν:

“Ζω και θα νικήσω”.


“Pallative medicine – Quality of life”
25.6.1990
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 100-102)

“Το οικοδόμημα της ειρήνης”.

Ίσως να φαίνεται άσχετο με το θέμα μας, όμως δεν είναι: Αν δεν υπάρχει μέσα μας αρμονία, δεν μπορούμε να είμαστε εμείς πηγή αρμονίας. Δεν έχει νόημα να μιλάμε για ειρήνη, αν μέσα μας δεν υπάρχει ειρήνη. Και η εσωτερική ειρήνη αρχίζει με κάτι βασικό, απόλυτο, με το αν δηλαδή βρισκόμαστε σε σχέση ειρήνης με το Θεό. Αυτό προϋποθέτει ειρήνη με την ίδια μας τη συνείδηση. Σημαίνει ότι έχουμε διαχωρίσει το νου από την καρδιά, σημαίνει ότι οι αμφιταλαντεύσεις έχουν καταλαγιάσει. Όχι απλά καταλαγιάσει, ή καταλαγιάσει στο μέτρο του δυνατού, αλλά ότι έχουν καταλαγιάσει πέρα από αυτό, σε κλίμακα θεϊκή, κι όχι στο μέτρο του τι μπορούμε να πετύχουμε με την εμπειρία μας, με την οξύνοια, με τον συμβιβασμό κ.λ.π.
Έπειτα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις αιτίες της απομάκρυνσης μας από τον Θεό εντός μας και από τον πλησίον μας. Τελικά, με βαθύτερη εξέταση, βρίσκουμε πως αιτίες είναι η απληστία, ο φόβος και το μίσος, με αυτήν ακριβώς τη σειρά. Η απληστία που γεννιέται από μια φαντασιακή αυταρέσκεια και επιθυμία του κατέχειν: να κάνω δικά μου όλα όσα μπορούν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες μου, να κάνω δικά μου όλα όσα μπορούν να βελτιώσουν την προσωπικότητά μου, την άνεση μου, την ασφάλειά μου.

Η απληστία του να κατέχω όχι μόνον υλικά αγαθά, όχι μόνον υψηλή διανόηση, αλλά ακόμη και πνευματικά αγαθά, να κατέχω τον Θεό όπως κάποιος κατέχει ένα αντικείμενο, να κατέχω την αλήθεια σαν να πρόκειται για προσωπική μου ιδιοκτησία. Η απληστία πάντοτε οδηγεί στο συναίσθημα ότι εκείνο που προσπαθούμε να κατέχουμε μπορεί να μας ξεφύγει και ότι εκείνο που ήδη κατέχουμε μπορεί να μας το πάρουν. Κι αυτό οδηγεί στον φόβο, όχι στον φόβο του Θεού, αλλά στον φόβο του πλησίον, διότι είναι ο πλησίον που αποτελεί τον κίνδυνο.
Από τη στιγμή που φοβόμαστε τον διπλανό μας, βρισκόμαστε απέναντί του, τον υποψιαζόμαστε, αποστασιοποιούμαστε, γινόμαστε επιθετικοί. Και τότε ξεκινά η εχθροπραξία. Πιθανώς όχι μεταξύ κρατών. Μπορεί να αρχίσει μέσα στην οικογένεια, ανάμεσα στο ανδρόγυνο, μεταξύ γονιών και παιδιών, μπορεί να αρχίσει στο χώρο της εργασίας, ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα ενός θεσμού.

Μπορεί να αρχίσει σε ένα οποιοδήποτε επίπεδο και να διαχυθεί σε όλα τα άλλα επίπεδα. Αν λοιπόν δεν είμαστε άνθρωποι που έχουμε εσωτερική ειρήνη με τη βαθύτερη και ουσιαστικότερη έννοια, δεν μπορούμε να έχουμε ούτε και εξωτερική ειρήνη. Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε ειρήνη γύρω μας, αν δεν την έχουμε μέσα μας, διότι δεν μπορούμε να μοιραστούμε την ειρήνη που δεν έχουμε.
Τώρα, αποτέλεσμα των παραπάνω είναι όλες εκείνες οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε μέσα κι έξω από την οικογένεια και οι οποίες καταλήγουν σ' έναν αέναο αγώνα ανάμεσα στους ανθρώπους. Η απάντηση είναι αυτό που είπε ο Χριστός: “Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, θα πρέπει να αποκυρήξει τον εαυτό του”. Αυτό  το “αποκυρήξει” είναι δύσκολη λέξη. Αν κοιτάξετε το ελληνικό κείμενο, σημαίνει “να αποστασιοποιηθεί”. Όλη μας τη ζωή, ζούμε με τρόπο εγωκεντρικό, ζούμε μεταξύ του εαυτού μας και όλου του γύρω κόσμου. Οι επιθυμίες, οι ελπίδες, οι φόβοι μας λειτουργούν σαν ένα διαχωριστικό παραπέτασμα ανάμεσα σ' εμάς και στους γύρω. Κι αυτό που λέει ο Χριστός είναι:

“Πρόσεχε, κοίτα γύρω σου. Όποτε ο εαυτός σου μπαίνει ανάμεσα σ'εσένα και σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ανάμεσα σ' εσένα και στον Θεό, ανάμεσα σ' εσένα και σε πράγματα μεγαλύτερα από εσένα, ανάμεσα σ' εσένα και στην ομορφιά του κόσμου, όποτε μπαίνει στη μέση το 'εγώ', πες απλά 'φύγε από μπροστά μου, μ' εμποδίζεις, παρεισφρέεις'”.
Ο αγώνας μας για εσωτερική ειρήνη ξεκινά μέσα μας, απελευθερώνοντάς μας από τον εαυτό μας και κοιτάζοντας προς τον έξω κόσμο. Τη στιγμή που θα κοιτάξουμε προς τα έξω, θα κατανοήσουμε ότι η απληστία, ο φόβος, το μίσος, δεν έχουν θέση στη δημιουργία μιας οικογένειας, μιας κοινωνίας, ενός έθνους, ή μιας κοινοπολιτείας εθνών . είναι καταστροφικά. Επιπλέον, ακόμη κι αν μπορούσαμε να χτίσουμε έναν κόσμο εντελώς αρμονικό εφευρίσκοντας έξυπνους συμβιβασμούς ώστε να μη βλάπτεται κανένας και να είναι όλοι αρκετά ικανοποιημένοι, ακόμη και τότε δεν θα είχαμε ούτε ειρήνη, ούτε και τις διαστάσεις ενός κόσμου αντάξιου του ανθρώπου. Διότι τα θεμέλια της πόλης των ανθρώπων που προσπαθούμε να χτίσουμε, της Νέας Ιερουσαλήμ, θα πρέπει να είναι τόσο βαθιά, τόσο πλατιά και τόσο ιερά, που να είναι αντάξια του πρώτου της Πολίτη, του Ιησού Χριστού, του Υιού του Ανθρώπου, αλλά και του Θεού. Τίποτα λιγότερο.
Τώρα, αν έχουμε κατά νου να χτίσουμε μια τέτοια ιδανική πολιτεία, μια ειρήνη αντάξια του ίδιου του Θεού, θεϊκής κλίμακας, τότε πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν θα το καταφέρουμε αυτό μέσα από μια συνηθισμένη απλή  πρόοδο, δηλαδή από το χειρότερο στο καλύτερο και από το καλύτερο στο ακόμα πιο καλό. Αναγκαστικά θα υπάρξει σύγκρουση. Πρέπει να είναι κάτι διαφορετικό και που ταυτόχρονα θα πρέπει να συγκρουστεί με άλλα, γιατί, όταν μίλησα για απληστία, φόβο και μίσος, σκεφτόμουν μεν τον εαυτό μου, το ίδιο όμως ισχυεί και για τον γείτονά μου. Έτσι, κι αν εγώ μέσα μου έχω λύσει αυτά τα προβλήματα, παραμένει το ότι ο γείτονάς μου ενδεχομένως να μην τα έχει λύσει. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, ο Κύριος είπε:

“Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν”. Όχι “μάχαιραν” όπως στο “οι λάβοντες μάχαιραν εν μαχαίρη απολούνται”, αλλά “μάχαιραν” όπως την περιγράφει ο απόστολος Παύλος, ως το ξίφος της αλήθειας, το ξίφος του θείου λόγου το οποίο διαχωρίζει το φως από το σκοτάδι, το οποίο τέμνει τόσο βαθιά που χωρίζει τα οστά από τις αρθρώσεις, ένα είδος ακτίνας λέιζερ που ανελέητα και θαυματουργά διαχωρίζει αυτά που πρέπει να διαχωριστούν. Και είναι ο ρόλος μας ως Χριστιανών να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να διακρίνουμε, να είμαστε σε θέση να αξιολογούμε τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, τι αληθινό και τι ψεύτικο, τι του Θεού και τι του Σατανά, τι είναι καταστρεπτικό και τι εποικοδομητικό.
Πολύ συχνά ακούμε ανθρώπους να λένε ότι δεν πρέπει να κρίνουμε, με αποτέλεσμα ότι αρνούνται να αξιολογούν. Δεν μας ζητείται όμως να συγχέουμε, δεν μας ζητείται να μη διακρίνουμε ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Μας ζητείται να αξιολογούμε με ακρίβεια, να αξιολογούμε μέσα στο φως του Θεού, που είναι εντονότερο, δυνατότερο από το φως οποιουδήποτε ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό που μας ζητείται είναι να μη συγχέουμε αυτόν που έκανε την κακή πράξη με την ίδια την κακή πράξη, να μην ταυτίζουμε τα δύο σαν ο απέναντι μας να μην ήταν τίποτα άλλο παρά το ίδιο το κακό.
Ο Γάλλος συγγραφέας Ζαν Πωλ Σαρτρ λέει κάπου: “Ο Ιούδας δεν είναι προδότης επειδή πρόδωσε τον Χριστό, πρόδωσε τον Χριστό επειδή ήταν προδότης”. Όχι, δεν μπορείς να πεις ούτε και γι' αυτόν ακόμη τον Ιούδα πως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας προδότης, και ακόμα λιγότερο μπορούμε να πούμε για οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, οποιονδήποτε χωρίς εξαίρεση, ότι δεν έχει τίποτε καλό μέσα του και ότι όλος κι όλος είναι η πράξη που έκανε.

Ένας από τους χαρακτήρες του Ντοστογιέφσκι λέει: “Μη λες ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι κακοί. Καλοί είναι, αλλά η πράξη τους ήταν κακή”. Κι αυτό είναι η αλήθεια, διότι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιολογούμε τον εαυτό μας. Όταν έχουμε κάνει κάτι κατακριτέο ή άσχημο δεν διαγράφουμε τον εαυτό μας απλά σαν να είμαστε κακοί, μόνο λέμε, “Α, έκανα λάθος”. Ναι, και μπορούμε να διακρίνουμε το λάθος από το σωστό, γιατί υπάρχει σωστό και λάθος μέσα μας και γύρω μας.
“Illness – health; peace and war”, 1995
Metropolitan Anthony (after ab. 50 years of priesthood)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 77-82)

Το οικοδόμημα της ειρήνης
Όταν ήμουν νεαρός φοιτητής της ιατρικής, διδάχτηκα ότι η υγεία είναι μια πολύ ασταθής κατάσταση που καταλήγει στην ασθένεια. Κι όμως, η ασθένεια, όταν δεν καταλήγει στον θάνατο, είναι γεμάτη ελπίδα, γιατί θα καταλήξει στην επαναφορά της υγείας. Όμως αυτή η υγεία δεν είναι κάτι που μπορούμε να κατέχουμε με ασφάλεια. Είναι κάτι για το οποίο πρέπει συνεχώς να πασχίζουμε, να το κατακτούμε, να το συντηρούμε και να το διατηρούμε.

Νομίζω πως κάτι ανάλογο μπορεί να ειπωθεί και για την ειρήνη. Η ειρήνη δεν είναι μια σταθερή κατάσταση. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να κατέχουμε χωρίς να το προστατεύουμε, χωρίς να το ενδυναμώνουμε. Και δεν ξεκινά έτσι ξαφνικά.

Ο αγώνας υπέρ της ειρήνης δεν ξεκινά τη δεδομένη στιγμή που έχουμε πολιτικές εντάσεις μεταξύ κρατών, ή όταν επωάζονται εχθροπραξίες. Ξεκινά, πρώτα απ' όλα, μέσα μας.

Και θα ήθελα να πω κάτι γι' αυτή την όψη της ειρήνης, γιατί χωρίς αυτό δεν νομίζω πως μπορεί να γίνει κατανοητή η Ορθόδοξη προσέγγιση στην ειρήνη, στον πόλεμο, στις αντιπαραθέσεις εν γένει.
Βιώνουμε εντάσεις μέσα μας, μιαν έλλειψη αρμονίας που οφείλεται στο ότι οι ρίζες μας στον Θεό δεν είναι αρκετά βαθιές. Μεταφορικά, μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός είναι ο κώδικας της αρμονίας, το κλειδί της αρμονίας, εκείνο που θα έκανε ένα κείμενο κατανοητό, θα του έδινε δομή.

Άμα δεν υπάρχει ο κώδικας, δεν μπορούμε να διαβάσουμε το κείμενο, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι εννοεί. Το ίδιο ισχύει και για τις ανθρώπινες σχέσεις. Θα θυμάστε το απόσπασμα του προφήτη που λέει:

“Μιλούν για ειρήνη, και ειρήνη δεν θα τους δοθεί”. Διότι δεν υπάρχει τρόπος να οικοδομήσουμε ειρήνη με βάση τα πλεονεκτήματα που περιμένουμε από αυτήν ή με βάση τους φόβους που προκαλεί η έλλειψή της.

Η ειρήνη, πρώτα απ' όλα, ξεκινά με το να είμαστε γερά αγκυροβολημένοι στον Θεό.
Θυμηθείτε ξανά τον χαιρετισμό των αγγέλων τη νύχτα των Χριστουγέννων: “Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”. Αυτή είναι η σειρά των πραγμάτων. Χωρίς αυτή δεν μπορεί να επιβιώσει η ειρήνη, γιατί τότε θα στηρίζεται στον φόβο, στη δειλία ή στα επιθυμητά οφέλη. Αλλά, από τη στιγμή που αρχίζουμε να μιλάμε για οφέλη και πλεονεκτήματα, δημιουργούμε αντικρουόμενες επιθυμίες, ελπίδες, ανάγκες.
“Illness – health; peace and war”, 1995
Metropolitan Anthony (after ab. 50 years of priesthood)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 75-76)

Σελίδα 1 από 13