"Η Τίνα ήταν διαρκώς θυμωμένη με τον άνδρα της, γιατί κάθε φορά καθυστερούσε να έρθει το βράδυ στο σπίτι.

Με κόπο προσπαθούσε να διατηρήσει το φαγητό ζεστό, τα παιδιά πεινούσαν και καυγάδιζαν, και το καθυστερημένο συμμάζεμα της κουζίνας μετά το φαγητό της χαλούσε όλη τη βραδιά. Η Τίνα αγαπούσε τον προγραμματισμό κι αυτή η κατάσταση την ενοχλούσε πολύ.

Τα πράγματα άλλαξαν όταν άλλαξε κι αυτή τακτική. Άρχισε να σερβίρει το φαγητό στην ώρα του, είτε είχε έρθει ο άνδρας της είτε όχι. Εκείνος κατέληγε να βρίσκει το φαΐ του κρύο κι έπρεπε μόνος του να το ζεστάνει και να καθίσει μόνος του να φάει. Δεν πέρασαν λίγες μέρες και ο άνδρας της τα κατάφερνε να έρχεται στην ώρα του κάθε βράδυ!
Τα όρια της Τίνας (να σερβίρει το φαγητό στην κανονική ώρα και να τρώει μαζί με τα παιδιά), τη βοηθούσαν να μη νιώθει πληγωμένη κι αγχωμένη όπως πριν. Το πρόγραμμά της κυλούσε κανονικά, τα παιδιά είχαν βρει τη σειρά τους και δεν χρειαζόταν πια να θυμώνει.

Μια αμερικάνικη παροιμία λέει: «Μη θυμώνεις, καλύτερα εκδικήσου!» Κάτι τέτοιο, όμως, δε θα ωφελούσε σε τίποτε. Γι’ αυτό και προτιμούμε ν’ αλλάξουμε την παροιμία: «Μη θυμώνεις, καλύτερα βάλε όρια!»"

Ενοχοποίηση
Οι άνθρωποι που έχουν την τάση να ενοχοποιούν τους άλλους, θα σας φερθούν σαν να τους σκοτώνετε με το όχι σας και θ’ αντιδράσουν δραματικά, λέγοντας «Πώς μπορείς να μου το κάνεις αυτό;» Θ’ αρχίσουν να κλαίνε, να παίρνουν παρεξηγημένο ύφος ή να θυμώνουν.

Θυμηθείτε ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν έναν προβληματικό χαρακτήρα. Όταν συμπεριφέρονται σα να προέρχεται από σας όλη τους η δυστυχία, το κάνουν γιατί θέλουν να σας έχουν θύμα τους και να επιβάλλουν τα δικά τους όρια. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τη βοήθεια που χρειάζεται κανείς σε μια πραγματική ανάγκη.

Όταν ακούτε παράπονα, προσπαθήστε να διακρίνετε τη φύση και τα κίνητρα αυτών που τα κάνουν. Αν προσπαθούν να σας επιρρίψουν τις ευθύνες για όλα, να απαιτούν και να σας ενοχοποιούν, αν δεν ανταποκριθήτε σ’ ό,τι ζητούν, ετοιμαστείτε να τους αντιμετωπίσετε.
Η Σούζαν αρνήθηκε να δανείσει χρήματα στον αδελφό της για ν’ αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Είχαν από καιρό ενηλικιωθεί. Εκείνη ήταν υπεύθυνη κι εργαζόταν σκληρά, εκείνος ήταν ανεύθυνος και σπαταλούσε αμέσως τα χρήματα που κέρδιζε. Για χρόνια δανειζόταν απ’ αυτήν, ποτέ όμως δεν της είχε επιστρέψει κάτι.
Αφού παρακολούθησε ένα σεμινάριο για την οριοθέτηση, κατάλαβε η Σούζαν ότι δεν ήταν σωστό αυτό που γινόταν κι οπλίστηκε μ’ ένα όχι για την επόμενη φορά. Η αντίδραση του αδελφού της ήταν σαν να του είχε καταστρέψει τη ζωή. Όλη του η καριέρα, έλεγε, χανόταν «εξαιτίας της», επειδή δε θα μπορούσε πια να προσελκύσει πελάτη, με το παλιό αυτοκίνητο που είχε. Και «εξαιτίας της» δε θα μπορούσε ούτε μια γυναίκα να βρει, αφού δε θα είχε καινούργιο αυτοκίνητο.

Η Σούζαν τώρα είχε μάθει ν' αναγνωρίζει πως ο αδελφός της έριχνε σ αυτήν την ευθύνη, μέσα σ’ όλα αυτά τα παράπονα, και τον αντιμετώπισε χωρίς να κλονιστεί. Του είπε πως λυπόταν για όλες αυτές τις δυσκολίες που θα είχε, αλλά αυτό ήταν δικό του πρόβλημα. Η στάση της αποδείχτηκε ότι τελικά ήταν καλή όχι μόνο γι’ αυτήν, αλλά και για κείνον.

(από το βιβλίο: Όρια ζωής, εκδόσεις Η έλαφος, Αθηνα 2008, σελ. 160-161 και 350-351

Κάθε φορά που είστε στο κελί σας ή οπουδήποτε και σκέπτεστε με έναν τρόπο υποτιμητικό για τους αδελφούς ή τις αδελφές σας, καταστρέφετε τη ζωή, και οι αδελφές και οι αδελφοί που κατηγορείτε το αισθάνονται και πληγώνονται.

Πώς συμβαίνει αυτό; Ακόμη και μεταξύ αυτών που δεν προσεύχονται υπάρχει μια ψυχολογική ευαισθησία και αισθάνονται τα ψυχικά κύματα, την ψυχική ενέργεια που εκπέμπουν οι άλλοι. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τίποτε, δεν ακούει λόγια, δεν βλέπει χειρονομίες˙ ο,τι γίνεται, γίνεται μυστικά, η ζωή όμως καταστρέφεται.
Θα σας δώσω τώρα ένα παράδειγμα που δεν είναι τόσο ευχάριστο. Υπάρχει ένα ζώο η μεφίτης (ο ασβός), το οποίο για να εξασφαλίσει την ησυχία του εκπέμπει κάποιες φορές ένα υγρό που έχει μια ανυπόφορη δυσωδία, ακόμη και για τα μεγάλα ζώα. Το ίδιο το ζώο αντέχει την οσμή αυτή με ευχαρίστηση.

Μεταξύ των ανθρώπων συμβαίνει επίσης μερικοί να δημιουργούν μία ατμόσφαιρα σαν αυτή που δημιουργεί η μεφίτης, με αποτέλεσμα να καθιστούν την ατμόσφαιρα γύρω τους ανυπόφορη, έτσι που να μην μπορεί κανείς ούτε να αναπνέει˙ αυτοί οι ίδιοι είναι ευχαριστημένοι στη σκέψη της υπεροχής τους. Να είστε όλοι και όλες συνετοί και προσεκτικοί σε αυτό που λέω: να μη σκέπτεστε άσχημα για τους άλλους!
Υπάρχει ακόμη και μία άλλη πλευρά αυτού, ας πούμε, του «τρόπου συμπεριφοράς». Ας υποθέσουμε ότι εγώ προσεύχομαι για κάποιον, για έναν αδελφό ή μία αδελφή, και αντί να συναντήσω μία προσευχή παρόμοια από μέρους αυτής ή αυτού, προσκρούω σε μία άρνηση εκ μέρους τους˙ όλα εκλαμβάνονται με έναν τρόπο αρνητικό, πριν ακόμη εκφραστώ. Αλλά το ζώο αυτό, η μεφίτης, δεν αισθάνεται τι κάνει. Συμπεριφέρεται με ελευθερία˙ είναι τελείως «καθώς πρέπει». Τι να κάνεις στην περίπτωση αυτή, πώς να θεραπεύσεις;
Ο σκοπός μας είναι να καταλάβουμε και να θεραπεύσουμε αυτή την αρρώστια του «μεφιτισμού»(1) κάθε φορά που εμφανίζεται, κυρίως στην εκκλησία ενάντια στους ιερείς.

Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα από τη ζωή μας: Κάποιοι δεν αγαπούν τα ελληνικά για παράδειγμα. Μόλις προφέρεις μία λέξη στα ελληνικά, παθαίνουν σοκ! Με έναν αόρατο όμως τρόπο, το πνεύμα του ιερέως ή του διακόνου που διακονεί την προσευχή το αισθάνεται, είναι τρωτός, μπορείς να τον σκοτώσεις με παρόμοιες συμπεριφορές, ακόμη και αόρατες κλπ. Αυτή η ψυχική ενέργεια δημιουργεί κάτι σαν «ηλεκτρικές εκκενώσεις».
Γνώρισα μία Ρωσίδα στο Παρίσι. Ο σύζυγός της ήταν σπουδαίος μηχανικός και εργαζόταν στο Βιετνάμ. Μου είπε ότι οι Βιετναμέζοι είναι πολύ ευαίσθητοι ψυχικά και πολύ δυνατοί. Αν κάποιος δεν τους αρέσει, αρχίζουν να μπλοκάρουν αυτό το πρόσωπο με κάθε είδους «επιθέσεις», ψυχολογικές απορρίψεις. Εξωτερικά δεν παρατηρεί κανείς τίποτε, αλλά το πρόσωπο έπειτα από έναν χρόνο -ή δύο χρόνια αν έχει μεγάλη αντοχή- πεθαίνει. Αυτή είναι η τεχνική του τέλειου εγκλήματος. Κανείς δεν λέει τίποτε, δεν υπάρχουν λόγια ούτε χειρονομίες, παρά μόνο μία άρνηση να ακούσει κάποιος κάποιον.
Χάρη στην ασκητική στάση με την οποία καταδικάζουμε τον εαυτό μας στην κόλαση, αυτή η ενέργεια καθίσταται -πώς να το πω;- λιγότερο δυνατή, αλλά παρ’ όλα αυτά εμποδίζει τη ζωή και τη σωτηρία. Θα μπορούσα να συνεχίσω να μιλώ μαζί σας για πολλή ώρα πάνω στο θέμα αυτό. Σας παρακαλώ όμως να το λάβετε πολύ στα σοβαρά...

(1)Μεφιτισμός: (Βιολ.) Η μόλυνση του αέρα από δυσώδεις αναθυμιάσεις, επιβλαβείς στους ζωικούς οργανισμούς. Βλ. Γεωργίου Χασιάκου, Ερμηνευτικό Λεξικό των –ΙΣΜΩΝ, Αθήνα 1989.

(Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας... τόμος Α, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, σελ. 70-73)

Γράφεις ότι έχεις πολλές φροντίδες και μέριμνες.
Κάνε με επιμέλεια και φιλοτιμία ότι σου ζητήσουν οι δικοί σου.
Αλλά να ασχολείσαι με όλα ήρεμα, δίχως άγχος, ταραχή ή βαρυγκώμια.
Οι μέριμνες συνοδεύονται συνήθως από εσωτερική αναστάτωση.
Αυτό δεν είναι σωστό. Δεν μπορείς, βέβαια, πάντοτε να εξετάζεις
ότι σου αναθέτουν με απόλυτη νηφαλιότητα και να το εκτελείς με τέλεια αυτοσυγκέντρωση,
χωρίς την παραμικρή ταραχή ή διάσπαση.Την πνευματική ζωή, πάντως, δεν την δυσχεραίνουν
τόσο αυτές καθεαυτές οι καθημερινές ασχολίες του επίγειου βίου μας που είναι αναγκαίες
και αναπόφευκτες, όσο οι μάταιες μέριμνες, οι πολλαπλές έγνοιες και το διαρκές άγχος.
Το άγχος κατατρώει βασανιστικά την καρδιά και εμποδίζει την πνευματική προκοπή.
Ξεχώρισε, λοιπόν, τις αναγκαίες ασχολίες από τις μάταιες μέριμνες και τον έλλογο ζήλο από το άλογο άγχος.

Μάθε να εργάζεσαι νηφάλια, διατηρώντας την μνήμη του Θεού και πιστεύοντας 

ότι ευαρεστείς Εκείνον, όταν όλα σου τα έργα τα πράττεις ευσυνείδητα.
Γενικά, μην δείχνεις ιδιορρυθμία σε καμιά περίπτωση.
Να είσαι ευγενική, καλοσυνάτη και πρόσχαρη με όλους, όπως πάντα.
Μόνο ν'αποφεύγεις τα πολλά γέλια, τα χοντροκομμένα αστεία και τα μάταια λόγια.
Μπορείς και χωρίς αυτά να είσαι αβρή, ιλαρή και ευσυμπάθητη!
Ποτέ να μην είσαι σκυθρωπή. 'Οταν ο Κύριος λέει σ'εκείνους που νηστεύουν
να περιποιούνται τα μαλλιά τους και να νίβουν τα πρόσωπά τους (Ματθ.6:17),
εννοεί ακριβώς ότι πρέπει ν'αποφεύγουν την σκυθρωπότητα. Ο Θεός να σε φωτίσει!

Απόσπασμα από το βιβλίο Οσίου Θεοφάνη του έγκλειστου
"Ο Δρόμος της ζωής"(γράμματα σε μία ψυχή) σελίς 259 - 261

Έπραξαν άγια. 
Όταν οι στρατιώτες του Γεωργίου Καραϊσκάκη έπιασαν έναν συνάδελφό τους που είχε λιποτακτήσει κατά την ώρα της μάχης κι ετοιμάζονταν να τον σκοτώσουν, ο μεγάλος στρατηγός του 21 τους σταμάτησε και τους είπε:
— Σταθήτε μια στιγμή. Σας αφίνω να τον κάνετε ό,τι θέλετε. Αλλά σας λέω τούτο μονάχα: Αν τον σκοτώσετε, θα πράξετε δίκαια. Αν τον συγχωρήσετε, θα πράξετε άγια.
Οι στρατιώτες «έπραξαν άγια» και δεν έθιξαν ούτε μια τρίχα του λιποτάκτη.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο766)

Να πεθάνω
Κάποτε ο μέγας μαθηματικός της αρχαιότητος Ευκλείδης φιλονίκησε με τον αδελφό του κι εκείνος εξωργισμένος έφυγε απ’ το σπίτι φωνάζοντάς του:
— Να πεθάνω, αν δεν σ’ εκδικηθώ κάποτε.
Κι ο Ευκλείδης, που είχε συνέλθει στο μεταξύ, του αποκρίθηκε συντετριμμένος και με πραότητα:
— Κι έγώ να πεθάνω, αν δεν σου μαλακώσω την οργή με τον υπομονή μου κι αν δε σε κάνω να μ’ αγαπήσης περισσότερο.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο216)

Ζητιάνος βασιλιάς. 
Ο Μέγας Πέτρος της Ρωσίας για να αντιληφθή αν ο λαός του ήταν φιλόξενος, ντύθηκε κάποτε ζητιάνος και επεσκέφθη ένα χωριό. Οι χωρικοί δεν του έδωσαν σημασία. Βράδυασε στο χωριό χωρίς κανείς να τον πλησιάση, οπότε ένας φτωχός χωρικός τον λυπήθηκε, τον πήρε στο σπίτι και του έδωσε από το φτωχό του φαγητό.
Το πρωί ο ζητιάνος ευχαρίστησε και έφυγε. Το άλλο πρωί στην πλατεία του χωριού στάθηκε ένα αμάξι αυτοκρατορικό. Ένας αυλικός εζήτησε το φιλόξενο χωρικό και με το λαμπρό αμάξι, τον ωδήγησε στα ανάκτορα της Πετρουπόλεως, όπου ο βασιλιάς, για να τον τιμήση, τον εγκατέστησε εκεί με όλη του την οικογένεια. Όταν αυτό το έμαθαν οι συγχωριανοί του, μετάνοιωσαν για τη διαγωγή τους.
Η φιλοξενία είναι πατριαρχική αρετή, που σαν επίγραμμα πρέπει να κοσμή την αυλόπορτα του φτωχού και του πλουσίου.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο346)

535 Ένα ποσόν ιερό!

Ένα τυφλό κορίτσι έφερε στον εφημέριο της Εκκλησίας του μια δωρεά για το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας. Ο Εφημέριος άνοιξε το φάκελλο και βρήκε μέσα 500 δραχμές. Έκπληκτος για το μεγάλο ποσόν, είπε στο κορίτσι:

— Αυτά είναι πολλά για σένα. Είσαι ένα φτωχό και τυφλό κορίτσι και με κόπο κερδίζεις κάθε δραχμή. Δεν μπορείς να δώσης τόσα πολλά. Κράτησε λίγα από αυτά.
Αλλά το κορίτσι αρνήθηκε.
— Ακριβώς επειδή είμαι τυφλή, είπε, μπορώ να εξοικονομήσω αυτό το ποσόν. Πλέκω καλάθια. Άλλοι χρειάζονται φως το βράδυ για την δουλειά τους, ενώ εγώ δεν το χρειάζομαι. Έτσι βάζω κάθε βράδυ στον κουμπαρά μου τα λεπτά που θα χρειαζόμουν για φωτισμό, αν δεν ήμουν τυφλή. Είναι τα λεφτά των ματιών μου!
Συγκινημένος ο Εφημέριος δέχτηκε το ποσόν.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο535)

Το κιβώτιον της αγάπης
«Ένας πρακτικώτατος τρόπος είναι να κάνωμε ένα ειδικό κιβώτιο (κουμπαρά) για τους φτωχούς, που θα είναι τοποθετημένο στο μέρος όπου καθένας προσεύχεται. Έτσι κάθε φορά που θα μπης εκεί, για να προσευχηθής, πρώτα να καταθέτης την ελεημοσύνη σου στο «κιβώτιον πενήτων» και τότε ν’ απευθύνης την προσευχή σου στο Θεό. Και πρέπει να ξέρης πώς το να βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι σου όπου προσεύχεσαι, το κιβώτιο της ελεημοσύνης, δεν είναι κατώτερο από το να έχης κρεμάσει εκεί το ιερό Ευαγγέλιο. Γιατί αν σαν φυλαχτό, κρεμάσης το ιερό Ευαγγέλιο, χωρίς να κάνης τίποτε απ’ όσα λέγει (όπως είναι και η ελεημοσύνη) δεν θα ωφεληθής τόσο, όσο από το κιβώτιον πενήτων. Δίπλα σ’ αυτό το ιερό κιβώτιον να βρίσκεται και το κρεβάτι σου, και η νύχτα θα περνά χωρίς κακά όνειρα, αρκεί μόνον να μη μπή εκεί τίποτε που προέρχεται από αδικία.
(Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο255)

Συχνά πλανιόμαστε, όταν πιστεύουμε ότι είμαστε υπομονετικοί και πράοι, επειδή δεν καταδεχόμαστε να απαντήσουμε στην πρόκληση του αδελφού μας.

Πρέπει να ξέρουμε όμως, ότι την ώρα που κρατάμε αυτήν την πικρόχολη σιωπή ή όταν κάνουμε μια κοροϊδευτική χειρονομία, τότε ουσιαστικά χλευάζουμε τους ταραγμένους αδελφούς μας και με αυτό το απαθές προσωπείο τούς εξοργίζουμε, και μάλιστα πολύ περισσότερο από ό,τι θα είχε κάνει η οργισμένη αντίδρασή μας.

Νομίζουμε ότι δεν είμαστε διόλου ένοχοι απέναντι στο Θεό, επειδή δεν απαντήσαμε άσχημα και δεν πέσαμε στα μάτια των ανθρώπων.

Στα μάτια του Θεού όμως δεν μετράνε μόνο τα λόγια, αλλά κυρίως και πρωταρχικά αξιολογείται η προαίρεση…

Κατά τον ίδιο τρόπο, σε τίποτα δεν εξυπηρετεί η σιωπή μας την ώρα της αντιδικίας, αν αυτή παίρνει τη θέση της βρισιάς και της αντιλογίας ή αν την συνδυάζουμε με κάποιες χειρονομίες, οι οποίες θα εξοργίσουν ασφαλώς περισσότερο αυτόν που προσπαθούμε να κατευνάσουμε και έτσι θα γίνουμε αιτία της καταστροφής του.

Γινόμαστε μεγαλύτεροι εγκληματίες και μόνο από το γεγονός ότι φροντίζουμε να καλύψουμε φίλαυτα την αδιαφορία μας, θέλοντας να δικαιωθούμε.

Και αυτό το κάνουμε τη στιγμή που βλέπουμε πως ο αδελφός μας κινδυνεύει άμεσα και εμείς θα μπορούσαμε ασφαλώς να του συμπαρασταθούμε.

Μια τέτοια σιωπή θα είναι ασφαλώς για όλους ολέθρια…

Συχνά, μια προσποιητή υπομονή εξωθεί πιο βίαια προς την οργή από ό,τι θα έκαναν τα υβριστικά λόγια.

Μια μοχθηρή σιωπή ξεπερνά σε πίκρα και τις πιο δυνατές βρισιές.

Επιπλέον, υπομένουμε πιο εύκολα τα χτυπήματα από ένα δηλωμένο εχθρό, παρά τα ψεύτικα καλοπιάσματα κάποιου υποκριτή.

(αββά Κασσιανού, εκδ. Ετοιμασία τόμος Β σελ. 30-32)

H Isabelle Filliozat αναφέρει:

«Η αγάπη είναι πιο δυνατή απ' τα χρόνια. Η μητέρα της Ροζ είναι σε οίκο ευγηρίας˙ οι γιατροί διέγνωσαν τη νόσο του Alzheimer. Στα 70 της, τα έχει χαμένα. Η Ροζ πηγαίνει να τη δη κάθε Σάββατο, αλλά η μητέρα της δεν την αναγνωρίζει.

Η εβδομαδιαία επίσκεψι είναι πραγματική αγγαρεία. Πόσο μάλλον που η Ροζ έχει την αίσθησι ότι απ' τη μητέρα της έτρωγε μόνο ξύλο κι άκουγε κριτικές. Έφυγε πολύ νωρίς απ' το σπίτι της για να μην υφίσταται αυτή τη συνεχή υποτίμησι, το σωματικό αλλά κυρίως ψυχικό πόνο, ότι δεν έγινε ποτέ αποδεκτή...

Το επόμενο Σάββατο λέει στη μητέρα της πόσο πολύ υπέφερε στην παιδική της ηλικία, αλλά και στη συνέχεια, στην ενήλικη ζωή της απ’ τις ταπεινώσεις, το ξύλο και την έλλειψι αγάπης. Η μητέρα της φαίνεται να μην ακούη τίποτε, μιλάει για άσχετα πράγματα, επιμένει να μην την αναγνωρίζη.

Αλλά το επόμενο Σάββατο, ένα θαύμα περιμένει τη Ροζ. Η μαμά της την υποδέχεται μ' ανοικτές αγκάλες. Τη φωνάζει με το όνομά της, την τραβάει κοντά της και της λέει κλαίγοντας: "Ευχαριστώ, Ροζ, τα τέσσερα παιδιά μου. Θέλω να σας αγαπήσω τώρα. Σ’ αγαπώ, Ροζ".

Από εκείνη την ημέρα, η μητέρα της Ροζ πάει καλύτερα. Ξαναβρήκε τη μνήμη της και τον έλεγχο των σφικτήρων της, έχει μεγαλύτερη αυτονομία απ' τους άλλους οικοτρόφους. Είναι η μόνη που παρουσίασε μια τόσο ευνοϊκή εξέλιξι.
"Υπάρχει ένα παγκόσμιο φάρμακο... η αγάπη", έλεγε ο Dr. Ροζέ Φίξ σ' ένα ιατρικό συνέδριο»(IF, 257).

(στο αρχιμ. Ιωαννου Κωστώφ, Η ύπαρξη της ψυχής, εκδ. Υπακοή, σελ.266-267)

Ο εγωισμός
Σ’ ένα δημόσιο κήπο:
Ο φύλακας: Σας είπα, κύριε, να μη καθήσετε σ’ αυτόν τον πάγκο.
Ο κύριος: Γι’ αυτό και εγώ κάθησα, επίτηδες. Δεν δέχομαι διαταγές από κανένα.
Ο φύλακας: Μα εγώ σας το είπα, κύριε, γιατί είναι ακόμη φρέσκια η μπογιά...
Ο άνθρωπος απ’ τον εγωισμό του, βλάπτει και τους άλλους, κυρίως όμως βλάπτει τον εαυτό του... Γι’ αυτό «ο Θεός στους υπερηφάνους αντιτάσσεται» και μόνο «στους ταπεινούς δίνει χάρι».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο537)

Να ρωτούν γιατί δεν υπάρχει
Ο ονομαστός για τον αδιάφθορο χαρακτήρα του Ρωμαίος πολιτικός Κάτων (234-149 π.Χ.) απέφυγε όσο μπορούσε τις τιμές.
Μια μέρα, ωρισμένοι φίλοι και θαυμασταί του του είπαν:
—Όλοι οι Ρωμαίοι πολιτικοί έχουν το άγαλμά τους στην αγορά της Ρώμης. Γιατί εσύ δεν θέλεις να φτιάξουν και το δικό σου;
Προτιμώ να ρωτούν οι επόμενες γενεές, γιατί δεν υπάρχει άγαλμά μου, παρά να ρωτούν γιατί υπάρχει.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο570)

Τι είναι το «εγώ» μας
Κάποτε, η διάσημη για την τέχνη της, αλλά και για το σπινθηροβόλο πνεύμα της, Γαλλίς αοιδός Σοφία Αρνού (1744-1835) είχε βγη περίπατο στο δάσος της Βουλώνης. Σε μια στιγμή, βλέπει απέναντί της να έρχεται ένας συνάδελφός της, γνωστός για τη μεγάλη ιδέα που είχε για τον εαυτό του. Ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του και δεν πρόσεξε τη Σοφία Αρνού, παρά μόλις βρέθηκαν ο ένας μπροστά στον άλλον.
— Τι κάνετε κι είστε έτσι απορροφημένος; τον ρώτησε.
— Μιλώ με τον εαυτό μου, αποκρίθηκε εκείνος.
— Τότε πρόσεχε, φίλε μου, του είπε μ’ ετοιμότητα η Σοφία Αρνού, γιατί μιλάς μ’ ένα κόλακα...
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο444)

Η μεγαλύτερη φιλανθρωπία είναι η προσευχή κι ας μη το καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.
Και ξαφνικά ανοίγει ένα παραθυράκι στο νού.
Έρχεται ένα φώς.Τοτε εχεις μια αλλη αίσθηση.Τοτε το κατανοείς καλά. Όχι πρός το ετυμολογικό. Μα με μια κατάνυξη και συναίσθηση και θεία θαλπωρή.
Και λές:
"Τι αλλο να λέω;" Παρά μόνο πάλιν και πολλάκις και συνεχώς: " Κύριε ελέησον!"
Δίχως να βαριέσαι. Δίχως να κουράζεσαι. Αυτό τα λέει όλα. Δεν θέλει άλλα και πολλά. Μόνο ποιητικά μπορεί κανείς μερικές φορές να εκφραστεί. Η προσευχή είναι ποίηση. Όλες οι προσευχές είναι ποιήματα.

Λυπάμαι όταν δεν μπορώ να προσευχηθώ. Και τούτο προσευχή είναι, μου'πε ένας διακριτικός γέροντας. Όπως χαίρομαι όταν με τόση ικετευτική στάση μου ζητούν να προσεύχομαι στον Κύριο.

Πιστεύω πως για την ταπείνωση τους θα τους ελεήσει ο Κύριος. Προτιμώ, έλεγε ένας άλλος γέροντας, την προσευχή από τα κούφια λόγια, τις ψευτοευγένειες και τις θολές καλοσύνες. Η μεγαλύτερη φιλανθρωπία είναι η προσευχή και ας μη το καταλαβαίνουν οι άνθρωποι. Είναι η μεγαλύτερη ιεραποστολή κι ευεργεσία του κόσμου. Τα πολλά λόγια δεν αναπαύουν.
Η προσευχή για τους άλλους επηρεάζει θερμότερα. Η αγάπη είναι αβίαστη και πάντα μια θυσία.
Η αληθινή προσευχή δεν είναι ηδονική ανάπαυλα, μα ορθοστασία, περπάτημα στις μύτες σε τεντωμένο σχοινί.
Στην αληθινή προσευχή δεν δίνουμε περίσσευμα του χρόνου, μα τις πιο καλές κι αποδοτικές ώρες μας, τις κύριες ώρες της ημέρας, της ζωής μας.
Κύριε, συγχώρεσε με για όσα είπα κι έγραψα, που δεν τα ζούσα και τα πίστευα ακόμη, που απέφυγα να μιλήσω για τις ήττες και τις αποτυχίες μου κι ήθελα να μιλώ μόνο για νίκες. Δείλιαζα γιατί δεν είχα μετανοήσει.
Κύριε, ελέησον"

+Μωυσής μοναχός Αγιορείτης.


Ο διαπρεπής χειρούργος Μπουντόν εκλήθη από τον Ντυμουά, πρωθυπουργόν της Γαλλίας, να του κάμη μιαν σπουδαίαν εγχείρησιν.

Ο πρωθυπουργός, όταν είδε τον χειρούργον να μπαίνη εις το δωμάτιόν του, του είπε:
—  Δεν φαντάζομαι να με μεταχειρισθήτε με τον ίδιο τραχύν τρόπον, με τον οποίον μεταχειρίζεσθε τους πτωχούς και αθλίους αρρώστους εις το νοσοκομείον σας.
—  Εξοχώτατε, απήντησε με πολλήν αξιοπρέπειαν ο Μπουντόν, καθένας από τους αθλίους αυτούς αρρώστους, όπως ευαρεστείται η εξοχότης σας να τους ονομάζη, είναι δι’ εμέ και ένας πρωθυπουργός.


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο331)

Σελίδα 1 από 15