Η διαφορά. 
Ένας ιεροκήρυξ ετελείωσε το υπαίθριον κήρυγμά του, και το ακροατήριον ητοιμάζετο να διαλυθή, όταν αυτός τους φωνάζη:

«Μια στιγμή, κυττάξτε εκεί στο δρόμο!

Περνούσαν δύο, με δεμένα τα χέρια με την αλυσσίδα, και δύο αστυφύλακες τους είχαν στη μέση !! Όλοι γύρισαν να τους ιδούν.

«Λοιπόν, λέγει ο ιεροκήρυξ, μεταξύ εμού και αυτών δεν υπάρχει καμμιά διαφορά!! Εάν εγώ είμαι εδώ και σας κηρύττω και αυτοί εκεί αλυσσοδεμένοι, την διαφοράν την κάνει η χάρις του Θεού, που εδέχθηκα εγώ στην καρδιά μου, ενώ εκείνοι ευρέθηκαν εις άλλο περιβάλλον, δεν άκουσαν περί Θεού, ή αδιαφόρησαν και περιφρόνησαν την αγάπην του Θεού, και βρίσκονται σήμερα στη λυπηρά αυτή θέση.

Η φύσις μας είναι η ίδια, αμαρτωλή. Σ' αυτούς εξελίχθη χωρίς το χαλινάρι του Θεού, από μια κακή σκέψη, σ’ ένα κακό λόγο, και τέλος σε μια κακή πράξη, που τους έφερε στο λυπηρόν αυτό κατάντημα».

Η χάρις του Θεού η σωτήριος, προσφέρεται σήμερον και στον καθένα από σας, δωρεάν, δια του Χριστού».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο104)

Είναι ανάγκη να εξετάσουμε τον εαυτό μας " εφ' όλης της ύλης ", όπως λέμε στο σχολείο.
Όλοι οι άνθρωποι,δεν έχουν τις ίδιες αδυναμίες και τα ίδια πάθη. Επίσης, ο καθένας μας
δεν είναι επιρρεπής σε όλα μαζί τα πάθη. Συνεπώς, πρέπει να ερευνήσουμε τη συνείδησή μας
με το φως του ευαγγελίου του Χριστού,για να δούμε τις δικές μας αμαρτίες και ιδιαιτέρως
τις χρόνιες αμαρτωλές μας συνήθειες,τα πάθη μας. Και στην κατανίκησή τους να εστιάσουμε
τον αγώνα μας με την καθοδήγηση έμπειρου ιερέα - πνευματικού πατέρα.
Το παρακάτω περιστατικό δείχνει χαρακτηριστικά τι σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε...
διαβασμένοι εφ' όλης της ύλης:

" Ένα ζευγάρι πήρε τη χαρτοσακκούλα με τα φαγητά που παρήγγειλε σε κατάστημα φαστ-φουντ
επί της εθνικής οδού.
Στην συνέχεια, πηγαίνοντας λίγο παραπέρα, σταμάτησαν να φάνε. Ξετυλίγοντας το πακέτο της σακκούλας
οι άνθρωποι σοκαρίστηκαν! Αντί για τα φαγητά τους, είδαν δεσμίδες με χαρτονομίσματα.
Αμέσως γύρισαν πίσω, για να επιστρέψουν τα χρήματα. Είπαν: "Δεν είναι δυνατόν να κλέψουμε τον κόπο
τόσων ανθρώπων, έστω και αν δεν μας πήρε κανείς είδηση".
Φθάνοντας στο κατάστημα, είδαν περιπολικά της αστυνομίας και ένα συνεργείο τηλεόρασης.
Όλοι νόμιζαν πως επρόκειτο για ληστεία! Ο διευθυντής του καταστήματος μόλις έμαθε τι πραγματικά συνέβη,
χαρούμενος αλλά και έκπληκτος για το γεγονός, είπε στο ζεύγος:
-Απόψε, θα είστε πρώτο θέμα στο δελτίο ειδήσεων, για την τιμιότητά σας. Θα βροντοφωνάξω σε όλους
ότι ακόμη υπάρχουν έντιμοι και ενάρετοι άνθρωποι στον κόσμο, για να γίνετε παράδειγμα προς μίμηση!
-Σας παρακαλώ, όχι δημοσιότητα. Το χρέος μας κάναμε, απάντησε ταραγμένος ο άνδρας.
-Μα τι λέτε; Επιστρέψατε τόσο πολλά χρήματα, και, τουλάχιστον να μην σας επαινέσουμε δημοσίως;
Σε κατάσταση πανικού, ο άνδρας είπε:
-Σας ικετεύω, όχι δημοσιότητα . Η κυρία που συνοδεύω δεν είναι σύζυγός μου!..."

Ένα ακόμη κωμικοτραγικό παράδειγμα του πως εννοούμε το καλό και το κακό στην ζωή μας.Ο άνθρωπος
της ιστορίας μας θεωρούσε κλοπή το να κρατήσει μεγάλο χρηματικό ποσό που του έπεσε στα χέρια,
ενώ θα μπορούσε να το κάνει χωρίς καν τον κίνδυνο να τον συλλάβουν! Ταυτόχρονα, όμως με άνεση,
απατούσε την γυναίκα του!
Πόσο αληθινά είναι τα λόγια του αποστόλου Ιακώβου: " Όποιος τηρήσει όλες τις διατάξεις του νόμου
και παραβεί μία, θεωρείται ένοχος παράβασης όλου του νόμου".(Ιακ.2,10).
Παράβαση του νόμου του Χριστού είναι η κάθε αμαρτία. Και κάθε αμαρτία σημαίνει χωρισμό από τον Χριστό.

Από το βιβλίο του Αρχ. Νίκωνος Κουστίδη: "Από το Άγχος στην Αναψυχή".

Ευχή πρό τού ύπνώσαι. Τού άγίου Έφραίμ τού Σύρου.

Κύριε Ίησού Χριστέ ό Θεός ήμών, ό τήν άγίαν σου Μητέρα τιμιωτέραν άναδείξας πασών τών έπουρανίων δυνάμεων,

αύτός, Πανάγαθε, διά τών πρεσβειών αύτής καί πάντων σου τών άγίων, παρακληθήτι καί συγχώρησόν μοι τώ άνάξιω δούλω σου,

εί τι ήμαρτον σήμερον ώς άνθρωπος, μάλλον δέ ώς άπάνθρωπος, τά έκούσια μου πταίσματα καί τά άκούσια,

τά έν γνώσει καί έν άγνοία, τά έκ συναρπαγής καί άπροσεξίας καί πολλής μου ραθυμίας καί άμελείας γεγενημένα,

είτε τό όνομά σοθ τό άγιον ώμοσα, είτε έπιόρκησα, ή έκλεψα, ή έψευσάμην, ή φίλος παρέβαλε πρός έμέ καί παρείδον αύτόν,

ή άδελφόν έθλιψα καί παρεπίκρανα, ή ίσταμένου μου έν προσευχή καί ψαλμωδία ό νούς μου ό πονηρός είς τά πονηρά καί βιωτικά περιεπόλευσεν,

ή παρά τό πρέπον έτρύφησα, ή εύτράπελα έλάλησα, ή άφρόνως έγέλασα, ή έκενοδόξησα, ή ύπερηφανευσάμην,

ή κάλλος μάταιον έθεασάμην καί ύπ’ αύτού έθέλχθην τόν νούν,

ή τά μή δέοντα έφλυάρησα, ή τό έλάττωμα τού άδελφού περιεργασάμην καί κατέκρινα αύτόν, καί τά έμαυτού άναρίθμητα έλαττώματα παρεβλεψάμην,

είτε τής προσευχής μου ήμέλησα, είτε τι άλλο πονηρόν ένενόησα.

Ταύτα πάντα καί άλλα, άπερ έπραξα καί ού μέμνημαι, συγχώρησον μοι ό Θεός τώ άχρείω δούλω σου, καί έλέησον με ώς άγαθός καί φιλάνθρωπος, ίνα έν είρήνη κοιμηθώ καί ύπνώσω ό άσωτος έγώ,

δοξάζων σε σύν τώ Πατρί καί τώ παναγίω καί άγαθώ καί ζωοποιώ σου Πνεύματι, νύν καί άεί καί είς τούς αίώνας τών αιώνων. Άμήν.

Μετάφραση στα νέα ελληνικά

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μας, σὺ ποὺ ἀνέδειξες τὴν ἁγίαν σου Μητέρα τιμιωτέρα ὅλων τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων,

Σὺ Πανάγαθε, μὲ τὶς πρεσβεῖες της καὶ ὅλων σου τῶν ἁγίων, συγχώρησέ μου τὸν ἀνάξιο δοῦλο σου σ᾿ ὅ,τι ἁμάρτησα σήμερα σὰν ἄνθρωπος,

τὰ θεληματικὰ καὶ τὰ ἀθέλητα σφάλματά μου, αὐτὰ ποὺ ἤξερα πὼς εἶναι ἁμαρτία κι αὐτὰ ποὺ δὲν ἤξερα, αὐτὰ ποὺ ἔκανα ἀπὸ συναρπαγὴ καὶ ἀπροσεξία καὶ ἀμέλεια, εἴτε ὁρκίστηκα στὸ ἅγιο Ὄνομά σου, εἴτε δὲ τήρησα τὸν ὅρκο μου, εἴτε βλασφήμησα μέσα μου, ἢ ἔκλεψα, ἢ εἶπα ψέματα, ἢ κάτι μου ζήτησε ἕνας φίλος μου καὶ ἐγὼ δὲν τὸν πρόσεξα, ἢ ἔθλιψα καὶ πίκρανα κάποιο ἀδελφό, ἢ ὅταν στεκόμουν νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ ψάλω ὁ νοῦς μου γύριζε σὲ πονηρὰ καὶ βιωτικά, ἢ παρὰ τὸ πρέπον ἀπόλαυσα, ἢ μίλησα ἀπρόσεκτα, ἢ γέλασα χωρὶς φρόνηση, ἢ κενοδόξησα, ἢ περηφανεύτηκα, ἢ εἶδα μάταιη ὀμορφιὰ καὶ τράβηξε τὸ νοῦ μου, ἢ ἐφλυάρησα, ἢ περιεργάστηκα μὲ διάθεση κατακρίσεως τὸ ἐλάττωμα τοῦ ἀδελφοῦ μου καὶ τὸν κατέκρινα, παραβλέποντας τὰ δικά μου ἀναρίθμητα σφάλματα, εἴτε ἀμέλησα τὴν προσευχή μου, εἴτε ἄλλο πονηρὸ σκέφθηκα.
Ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα ποὺ ἔκανα καὶ δὲν θυμᾶμαι συγχώρησέ τα, Χριστέ μου, καὶ ἐλέησέ με, γιατὶ εἶσαι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, ὥστε νὰ κοιμηθῶ εἰρηνικὰ εγώ ο άσωτος καὶ νὰ σὲ δοξάζω, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ μου, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιό σου Πνεῦμα καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀπὸ τὸ «Ἁγιοπατερικὸ Προσευχητάρι», Ἐκδόσεις Ζύμη

Τρεις είναι οι καταστάσεις των ανθρώπων .
Ο ένας αφήνει ελεύθερο το πάθος του να εκδηλώνεται,
ο άλλος δεν το αφήνει να εκδηλωθεί
και ο τρίτος το ξεριζώνει.
Αυτός που το αφήνει να εκδηλωθεί, ενεργεί όπως του υπαγορεύει το πάθος, σαν αυτό να ήταν δικαίωμά του.

Αυτός που δεν επιτρέπει στο πάθος να εκδηλωθεί, ούτε το αφήνει ελεύθερο ούτε και το κόβει, αντίθετα το εξετάζει και το ξεπερνάει τη δύσκολη στιγμή, αλλά δεν παύει να το έχει.

Και αυτός που ξεριζώνει το πάθος είναι όποιος αγωνίζεται και κάνει τα αντίθετα από αυτά που του υπαγορεύει το πάθος του.

Από έπαρση δε σηκώνει κανείς μια κουβέντα από τον αδελφό του. Μπορεί κάποιος να ακούσει μια κουβέντα και να ταραχθεί και να πει πέντε κουβέντες ή και δέκα για τη μια που άκουσε.
Μετά μαλώνει και ταράζει τον άλλο. Και, όταν τελειώσει ο καβγάς, συνεχίζει να κάνει κακές σκέψεις για τον άνθρωπο που του είπε αυτή την κουβέντα και τη θυμάται με εμπάθεια και λυπάται που δεν του είπε ακόμα περισσότερα. Ετοιμάζει μάλιστα μέσα του λόγια ακόμα χειρότερα να πει στον άλλο, και όλο σκέφτεται: «Γιατί να μην του πω αυτό; Μπορώ να του πω και το άλλο». Και είναι συνέχεια θυμωμένος.

Να μια κατάσταση. Εδώ το κακό έχει γίνει συνήθεια. Ο Θεός να μας φυλάξει από τέτοια κατάσταση. Αυτή η κατάσταση οδηγεί στην κόλαση. Γιατί κάθε αμαρτία που δεν διορθώνεται μας οδηγεί στον εσωτερικό θάνατο. Αλλά κι αν ακόμα θελήσει ένας τέτοιος άνθρωπος να μετανοήσει, δεν μπορεί μόνος του να νικήσει το πάθος του, παρά μόνο αν έχει τη βοήθεια πνευματικών οδηγών, όπως είπαν οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Γι’ αυτό σας λέω πάντα, να φροντίσετε να κόψετε τα πάθη σας πριν σας γίνουν συνήθεια.

Αββάς Δωρόθεος

Στο βίο του αγίου Μαρτίνου, Επισκόπου Φραγκιάς,

ευρίσκομε την έξης παράξενη διήγησι:
Ο άγιος Μαρτίνος ήταν πολύ ελεήμων. Τόσο, ώστε στρατιώτης ακόμα είχε δώσει τη μοναδική του χλαίνη σ' ένα φτωχό.

Παρά ταύτα, κάθε φορά που τον έβλεπαν μερικοί ζητιάνοι κουτσοί και μισοπαράλυτοι, το έβαζαν στα πόδια.

Και ξέρετε γιατί; Επειδή έβλεπαν, πως ο άγιος Μαρτίνος έκανε εκτός από ελεημοσύνες και πολλά θαύματα.

Ναι, βλέποντας τα θαύματα του οι άνθρωποι εκείνοι, εφοβήθηκαν μήπως τους κάνη κάποια στιγμή και αυτούς καλά!

Ήταν κουτσοί και παράλυτοι. Όμως με τις ελεημοσύνες που έπαιρναν, εζούσαν καλά. Χωρίς δουλειά και χωρίς κόπο. Ενώ σαν υγιείς θα έπρεπε να δουλεύουν. Και μάλιστα σκληρά. Το σκέφτηκαν καλά και προτίμησαν την αρρώστεια τους! Έτσι, κάθε φορά που έβλεπαν τον άγιο Μαρτίνο, το έβαζαν στα πόδια, για να μην τυχόν τους προλάβη και τους θεραπεύση και χάσουν τα όβολα!

Άραγε θα βρεθεί άνθρωπος να αποδεχθή την τακτική τους; Υπάρχει χειρότερο κατάντημα;

Και όμως! Πόσοι δεν τους μιμούνται. Πόσοι δεν αποφεύγουν συστηματικά να πλησιάζουν τους ιερείς και να διαβάζουν το λόγο του Θεού, από φόβο μην ανοίξουν τα μάτια τους και υποχρεωθούν να αλλάξουν τρόπο ζωής και χάσουν έτσι τις ευχαριστήσεις που έχουν! Δεν είναι οι άνθρωποι άξιοι να τους λυπάται κανείς;

Για την μετάνοια την μοναδική λύση στα αδιέξοδα μας, Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Έφυγα μακριά. 
Έφυγα μακριά Φίλε του ανθρώπου,
είχα τη σκηνή μου στην έρημο,
από Σένα, έφυγα και κρύφτηκα,
κάτω απ τη νύχτα χώθηκα της αγωνίας να επιβιώσω.
από κει γέμισα πολλές δαγκωματιές και τραύματα.
Γύρισα, ήρθα σε Σένα,
στην ψυχή μου όμως πολλές οι πληγές…
Το έλεος της χάρης Σου στάλαξε, Θεέ μου,
τις πληγές μου άλειψε, εξάλειψε τα έλκη,
τα μέλη μου συνάρμοσε και σύσφιξε…
παράλυσαν…
αφάνισε τις ουλές, μη μείνει ούτε μία, Σωτήρα,
τέλεια γιάτρεψέ με ολόκληρο, κάνε με όπως πρίν,
όταν δεν είχα μολυσμό ούτε μώλωπα
ούτε πληγή να αιμορραγεί, ούτε κηλίδα, Θεέ μου,
είχα γαλήνη, χαρά, ειρήνη και πραότητα,
την άγια ταπείνωση και μακροθυμία,
τον φωτισμό της υπομονής και πράξεις όμορφες,
σε όλα υπομονή και δύναμη ανίκητη...
Χάζεψα, Κύριε, αποβλακώθηκα, σε μένα ελπίζοντας,
με πλάκωσε και μ έσυρε η αγωνία για τα υλικά
η μέριμνα για τα βιωτικά,
ο ταλαίπωρος, καταξέπεσα,
ψυχράθηκα σαν το σίδερο κι έγινα μαύρος
πολύ καιρό, ώσπου έπιασα σκουριά.
Κι έτσι φωνάζω πάλι εσένα,
Φιλάνθρωπε, θέλω να καθαρίσω
να υψωθώ στην πρώτη μου Ομορφιά
το Φώς Σου τέλεια ν απολαύσω
Τώρα κι αδιάκοπα σέ όλους τους αιώνες.

"Ύμνοι Θείων Ερώτων” του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

(Ύμνος ΜΙΆ, στ. 1-5, 11-21, 41-49)


Ο π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Νόστιμο φαγητό με λίγο … υδροκυάνιο!

- Γέροντα, ο Καζαντζάκης εκτός από τα τόσα στραβά που λέει, έχει και κάποια καλά. Γιατί τον πετάμε εξ ολο­κλήρου και δεν τον αξιολογούμε, να πούμε αυτό είναι καλό, εκείνο κακό;

– Αν κάποιος φτιάξη ένα ωραίο φαγητό με ακριβά υλικά και πολλή τέχνη και το κάνη πεντανόστιμο, αλλ’ ύστερα ρίξη καμμιά δεκαπενταριά σταγόνες υδροκυανί­ου, θα φάη κανείς αυτό το φαγητό; Σάς ερωτώ. Μα είναι νόστιμο, μα έχει καλά υλικά, μα… Ναι, αλλά έπεσε δηλη­τήριο επάνω. Ποιος θα τολμήση, έστω να δοκιμάση, ένα φαγητό, που έχει μέσα υδροκυάνιο, που όχι άνθρωπο, αλλά ελέφαντα σκοτώνει;

Αυτό έχει κάνει και ο Καζαντζάκης. Κι αν κάπου – κά­που έχη και κάποια σελίδα της προκοπής, λίγο πιο πέρα, στην άλλη, ρίχνει υδροκυάνιο μέσα. Γιατί να συστήσου­με να τον διαβάσουν οι νέοι μας; Θα οικοδομηθούν, θα ωφεληθούν; Τι να πάρουν από τον Καζαντζάκη, που κά­θε λίγο και λιγάκι λέγει αθλιότητες και αισχρότητες; Δεν ξέρεις σε ποια σελίδα θα σου πη κάτι καλό και σε ποια σελίδα θα σου πη τις αχρειότητές του.

Και επί τέλους γιατί είναι τόσο αναγκαίο να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Χάθηκαν οι άλλοι λογοτέχνες; Ή μή­πως πρόκειται για αναντικατάστατα επιστημονικά συγ­γράμματα; Αν κάποιος μεγάλος εφευρέτης, ένας επι­στήμονας (δεν τα κάνουν αυτά οι εφευρέτες) σ’ ένα βι­βλίο επιστημονικό γράφη και μερικές σελίδες τέτοιες, θα πη κανείς, τι να κάνω, πρέπει να το διαβάσω, διότι έχει μέσα π.χ. ιατρικά θέματα και πρέπει να τα μάθω. Στη λογοτεχνία όμως δεν ισχύει αυτό. Γιατί, λοιπόν να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Για να αντιμετωπίζω σε κάθε σελίδα την κόπρο που προσφέρει;

Στο «Φτωχούλη του Θεού» λέει ο Καζαντζάκης, ότι το καλλίτερο κήρυγμα περί Θεού το βρήκε στην άνθησι της αμυγδαλιάς. Και μέσα στο ίδιο βιβλίο έχει σελίδες παν­άθλιες και υβριστικές. Και μετά απ’ όλα αυτά δεν έχει «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», όπως έλεγαν για την αρχαία ελληνική τραγωδία.

Καζαντζάκης και Μέγας Βασίλειος

- Γέροντα, κάτι ανάλογο δεν μπορούμε να πούμε για τον Καζαντζάκη, όπως ο Μ. Βασίλειος για τους αρχαίους συγγραφείς; Δηλαδή να παίρνουμε το τριαντάφυλ­λο και να παραμερίζουμε τα αγκάθια;

- Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο Μέγας Βασίλειος δεν παρότρυνε στη μελέτη των ειδωλολατρών συγγραφέων. Τι έκανε; Έγραψε την πραγματεία «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» για τους ανεψι­ούς του, οι οποίοι θα ήρχοντο στην Αθήνα να σπουδά­σουν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Και τους λέγει: «Προσέξτε, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι έχουν και με­ρικά σημεία σωστά, αλλά έχουν και πολλά στραβά κι ανάποδα. Ό,τι, λοιπόν, κάνετε με το τριαντάφυλλο που κό­βετε το λουλούδι και αφήνετε τα αγκάθια να μη σάς κεν­τήσουν, μη σάς τρυπήσουν και σάς ματώσουν, έτσι να κά­νετε και με τους αρχαίους. Ό,τι καλό βρήτε στους αρχαί­ους, πάρτε το, προσέξτε, όμως, μη παρασυρθήτε από τα κακά».

Άλλο είναι να πης σ’ ένα νέο, που πάει να σπουδάση ελληνική φιλοσοφία, «Κοίτα, παιδί μου, μη παρασυρθής από τα στραβά και τ’ ανάποδα, αλλά να δεχθής τα ωφέ­λιμα», και άλλο να του λες, «Παιδί μου, θα ωφεληθής πολύ, πάρα πολύ, είναι απαραίτητο να διαβάσης την αρχαία ελληνική φιλοσοφία». Δεν είπε τέτοια πράγματα ο Μέγας Βασίλειος.

Και όχι μόνο δεν είπε κάτι τέτοιο, αλλά σε επιστολή του προς τον Ευστάθιον Σεβαστείας εξομολογούμενος λέγει: «Εγώ πολύν χρόνον προσαναλώσας τη ματαιότητι και πάσαν σχεδόν την εμαυτού νεότητα εναφανήσας τη ματαιοπονία, ην είχον προσδιατρίβων τη αναλήψει των μαθημάτων της παρά Θεού μωρανθείσης σοφίας, εξ ύπνου βαθέος διαναστάς, απέβλεψα μεν προς το θαυμαστόν φως της αλήθειας του Ευαγγελίου, κατείδον δε το άχρηστον της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων. Πολλά την ελεεινήν μου ζωήν αποκλαύσας, ηυχόμην δοθήναί μοι χειραγωγίαν προς την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας. Και προ γε πάν­των επιμελές ην μοι διόρθωσίν τινα του ήθους ποιήσασθαι πολύν χρόνον εν ταις προς τους φαύλους ομιλίαις διαστραφέντος»[1].

Δηλαδή: Σπατάλησα την ζωή μου στη ματαιότητα (ονομάζει ματαιοπονία τον κόπο, που διέθε­σε για την μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας). Όταν ξύ­πνησα, σαν από βαθύ ύπνο, και απέβλεψα προς το θαυ­μαστό φως της σοφίας του Ευαγγελίου, ευχόμουν, ζήτη­σα από τον Θεό, να μου δώση κάποιον που θα με χειραγωγήση «εις την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας», στη χριστιανική διδασκαλία. Και πριν από όλα ήθε­λα να κάνω κάποια διόρθωσι του ήθους μου, διότι και αυτό είχε διαστραφή, είχε χαλάσει κάπως ο χαρακτήρας μου, από την πολλή επαφή που είχα με τους φαύλους.

Δεν είχε πορνεύσει ο Μέγας Βασίλειος, δεν είχε μοιχεύσει, δεν είχε ψευδορκήσει, δεν είχε πλαστογραφήσει. τους αρχαίους Έλληνες διάβαζε, και αποκλαίει την ζωή του και την ονομάζει ελεεινή· τόσο πολύ οικτείρει τον εαυτό του διότι έχασε χρόνο πολύτιμο μελετώντας την ελληνική φιλοσοφία. Σκεφθήτε, τι θα πούμε εμείς τώρα για τους νέους μας; Να τους παραπέμψουμε να διαβά­σουν ένα «χριστιανό» βαπτισμένο (τον Καζαντζάκη), που καθυβρίζει καπηλικώτατα τον Κύριο; Πόσο θα βλαβή το ήθος τους από την σχέσι μ’ αυτό τον άνθρωπο;

Παλαιά τα φαρμακεία δεν είχαν όλα τα φάρμακα έτοι­μα, όπως τα έχουν τώρα. Είχαν γουδί, και κατασκεύαζαν το φάρμακο. Τότε, λοιπόν, είχαν και μερικά μπουκαλάκια, που έγραφαν απ’ έξω poison, δηλαδή δηλητήριο. Αυτό κάνει ο Μ. Βασίλειος με το παραπάνω έργο του. Λέει poison, παιδιά μου! Προσέξτε. υπάρχει και δηλητή­ριο στην ελληνική φιλοσοφία, μην το πάρετε. Ο Πλάτων μιλάει για κοινοκτημοσύνη γυναικών, ο Αριστοτέλης λέγει, ότι οι άνθρωποι διακρίνονται εκ φύσεως σε δού­λους και ελευθέρους κ.λπ. (δεν τα αναπτύσσει αυτά ο Μ. Βασίλειος εγώ τα προσθέτω). μη πάρετε τέτοια πράγμα­τα. Μακριά! Μερικά άλλα που είναι καλά, αυτά πάρτε τα. Εφιστά την προσοχή να μη βλαβούν μια και τα διά­βαζαν. Δεν τους προτρέπει.

Τι σχέσι έχουν αυτά με τον Καζαντζάκη, ο οποίος αξιώθηκε να γνωρίση το Ευαγγέλιο, να γεννηθή στην Ορ­θόδοξη Εκκλησία, ν’ ακούση την διδασκαλία την χρι­στιανική, και μετά όχι απλώς την απέπτυσε, αλλά και την κύλησε στο βόρβορο;

«Θρησκεύον ον»

Λένε μερικοί: «Θρησκεύον ον ο Καζαντζάκης. Είχε πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις».

Και τι μ’ αυτό; Που κατέληξε; Ξέρετε τι ζήτησε ο ίδιος να γραφή στον τάφο του; «Δεν ελπίζω τίποτα· δε φο­βούμαι τίποτα· είμαι ελεύθερος». Και εγράφη βεβαίως. Πηγαίνετε στα κοιμητήρια να διαβάσετε επιγραφές πά­νω στους τάφους πιστών ανθρώπων. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» ή «Αναστήσονται οι νεκροί και εγερθήσονται οι εν τοις μνημείοις»ή «Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων» και άλλα.

Η Εκκλησία είναι θεραπευτήριο και όχι δικαστήριο των ψυχών.
Δεν καταδικάζει για τα αμαρτήματα, αλλά παρέχει συγχώρηση των αμαρτημάτων.

Τίποτα δεν κάνει τόσο χαρούμενη τη ζωή μας, όσο η ευχαρίστηση που νοιώθουμε στην Εκκλησία.
Στην Εκκλησία συντηρούν τη χαρά τους οι χαρούμενοι,

στην Εκκλησία αποκτούν την ευθυμία οι στεναχωρεμένοι και την ευφροσύνη οι λυπημένοι,

στην Εκκλησία βρίσκουν την ανακούφιση οι ταλαιπωρημένοι και την ανάπαυση οι κουρασμένοι.
" Ελάτε " λέει ο Κύριος, " κοντά μου όλοι, όσοι είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι (με θλίψεις και αμαρτίες), κι εγώ θα σας ξεκουράσω" (Ματθ.11:28).

Τι πιο ποθητό θα μπορούσε να υπάρξει απ'αυτή τη φωνή; Τι πιο γλυκό απ'αυτή τη πρόσκληση;

Ο Κύριος σε προσκαλεί στην Εκκλησία για πλούσιο γεύμα.
Σε μεταφέρει από τους κόπους στην ανάπαυση κι από τα βάσανα στην ανακούφιση.

Σε απαλλάσσει από το βάρος των αμαρτημάτων σου.

Γιατρεύει τη στεναχώρια με την ευχαρίστηση και τη λύπη με τη χαρά.
Κανένας δεν είναι πραγματικά ελεύθερος και χαρούμενος, παρά μόνο εκείνος που ζει για τον Χριστό.

Αυτός ξεπέρασε όλα τα κακά και δεν φοβάται τίποτα!

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ο ΟΡΚΟΣ. (Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη, Ομοτίμου Καθηγητή Θεολογικής Αριστοτελείου Παν. Θεσσαλονίκης).

Ορισμός. 
Όρκος είναι η επίκληση του Θεού ή κάποιου ιερού προσώπου ή πράγματος για την επικύρωση της αλήθειας κάποιας διαβεβαιώσεως ή της ειλικρίνειας κάποιας υποσχέσεως. Ο ορκιζόμενος επικαλείται συχνά και κατάρες εναντίον του ή εναντίον προσφιλών προσώπων για την περίπτωση που η διαβεβαίωση του είναι ψευδής ή η υπόσχεσή του ανειλικρινής. Αλλά και όταν δεν γίνεται τέτοια επίκληση, εξυπακούεται ότι ο ορκιζόμενος παραδίδεται στην κρίση του Θεού και είναι έτοιμος να δεχθεί οποιαδήποτε τιμωρία σε περίπτωση αναλήθειας ή ανειλικρίνειας των λόγων του.

"Αληθείας" και "υποσχέσεως".
Ανάλογα με το περιεχόμενό του ο όρκος χαρακτηρίζεται είτε ως «όρκος αληθείας» είτε ως «όρκος υποσχέσεως». Ο όρκος αληθείας συνδέεται με το παρελθόν, ενώ ο όρκος υποσχέσεως με το μέλλον. Τέλος η παράβαση του όρκου αληθείας ονομάζεται ψευδορκία, ενώ η παράβαση του όρκου υποσχέσεως επιορκία.

Θρησκευτικός και πολιτικός
Ο όρκος αποτελεί παλαιότατο φαινόμενο του κοινωνικού βίου και προϋποθέτει την πίστη στη θεοκρισία, δηλαδή στο ότι ο Θεός ή κάποια ανώτερη δύναμη επεμβαίνει στα πράγματα του κόσμου και των ανθρώπων, για να υποκαταστήσει την αλήθεια ή τη δικαιοσύνη και να τιμωρήσει το ψεύδος ή την αδικία. Ο όρκος λοιπόν προϋποθέτει τη θρησκευτική πίστη, γι’ αυτό στον άθρησκο δεν έχει νόημα. Μέσα όμως στο πλαίσιο της ανεξιθρησκίας και της ελευθερίας της συνειδήσεως έχει εισαχθεί και ο λεγόμενος «πολιτικός όρκος» (1) . Αυτός γίνεται με επίκληση της τιμής και της συνειδήσεως του ορκιζόμενου και έχει σε περίπτωση ψευδορκίας ή επιορκίας τις ίδιες νομικές συνέπειες με τον θρησκευτικό όρκο.

Όρκος στην Π. Διαθήκη
Στην Παλαιά Διαθήκη, και ειδικότερα στον Μωσαϊκό Δεκάλογο, απαγορεύεται καταρχήν κάθε «επί ματαίω» χρήση του ονόματος του Θεού: «Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» (2). H θέση αύτη δεν αποκλείει τη χρήση του όρκου. Αντίθετα μάλιστα την προϋποθέτει, αλλά την περιορίζει σε σοβαρά πράγματα. Εκείνο που απαγορεύεται στον Ισραηλίτη είναι η ψευδορκία ή η ψευδομαρτυρία (3) . Επίσης απαγορεύεται να ορκιστεί στο όνομα εθνικών θεών. Ο όρκος του είδους αυτού, που υποδηλώνει και αναγνώριση των θεών αυτών από τον ορκιζόμενο, ταυτίζεται με την απιστία και την αποστασία.
Εξάλλου στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης εμφανί ζεται ο ίδιος ο Θεός να ορκίζεται μπροστά στους ανθρώπους. Έτσι έχουμε τον όρκο του Θεού στον Αβραάμ (4), στον Δαυίδ (5) και σε άλλους (6) . Όπως είναι γνωστό, στην Παλαία Διαθήκη ο Θεός παρουσιάζεται να μετανοεί για ενέργειες ή παραχωρήσεις προς τους ανθρώπους εξαιτίας της αχαριστίας τους (7). Ο όρκος λοιπόν του Θεού, που συνοδεύει τις υποσχέσεις και τις επαγγελίες του, υπογραμμίζει από τη μια πλευρά τον αμετάκλητο χαρακτήρα των αποφάσεων του και από την άλλη τη σπουδαιότητα του περιεχομένου τους (8). Βέβαια ο όρκος αυτός παρουσιάζει κάποια ιδιοτυπία.Οι άνθρωποι ορκίζονται σε κάποιον ανώτερο τους, ενώ ο Θεός μη έχοντας ανώτερο του, ορκίζεται στον εαυτό του (9) .
Γενικά λοιπόν στην Παλαιά Διαθήκη δεν υπάρχει απόλυτη απαγόρευση του όρκου, παρά μόνο αυτού που γίνεται στο όνομα ψεύτικων θεών. Ο όρκος χρησιμοποιείται από ανθρώπους ή και από τον ίδιο τον Θεό για τούς ανθρώπους, εξαιτίας του ψεύδους που επικρατεί στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και της απιστίας ή της σκληροκαρδίας που τούς διακρίνει στις σχέσεις τους με τον Θεό. Είναι μάλιστα γνωστό ότι κατά τούς μεταγενέστερους χρόνους, και κυρίως κατά την εποχή του Χρίστου, ο όρκος είχε πάρει τέτοια έκταση και η διατύπωσή του είχε αποκτήσει τέτοια ποικιλομορφία στην ισραηλιτική κοινωνία, ώστε να υπάρχει γύρω από αυτόν ασύλληπτη περιπτωσιολογία (10).

Απαγόρευση όρκου στην Κ. Διαθήκη
Στην Καινή Διαθήκη όμως και την εκκλησιαστική παράδοση ο όρκος αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο. Ο Χριστός, σε αντιδιαστολή προς τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης και την πράξη των Ιουδαίων, απαγορεύει απόλυτα τη χρήση του όρκου: «Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως» (11) . Ακόμα διευκρινίζει ότι όρκος είναι όχι μόνο η επίκληση του ονόματος του Θεού, αλλά και η επίκληση οποιουδήποτε άλλου ιερού ονόματος ή πράγματος, επουράνιου ή επίγειου (12). Τα λόγια αυτά του Χριστού δεν έχουν μόνο αρνητικό άλλα και θετικό νόημα. Δεν απαγορεύουν μόνο τον όρκο, άλλα και απορρίπτουν το ψέμα. Ο όρκος είναι περιττός, όταν στα χείλη των ανθρώπων το ναι είναι ναι και το όχι όχι.

Η δυσκολία στην πράξη
Η καθημερινή όμως ζωή παρουσιάζεται προβληματική. Το ναι των ανθρώπων, ακόμα και των Χριστιανών, δεν δηλώνουν πάντοτε την αλήθεια για τα πράγματα. Γι’ αυτό θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν έπαυσε να έχει νόημα η χρήση του όρκου. Ο ισχυρισμός όμως αυτός προεξοφλεί ότι η ύπαρξη κάποιου κακού νομιμοποιεί τη θεσμοποίηση κάποιου άλλου. Έτσι παραγνωρίζεται η ελευθερία της συνειδήσεως του ανθρώπου και θεσμοποιείται η καταστρατήγηση μιας θρησκευτικής εντολής εν ονόματι της ψευτιάς και της απάτης που υπάρχει στην κοινωνική ζωή.

Και αν η καταστρατήγηση αυτή οδηγούσε πραγματικά στην καταπολέμηση του κοινωνικού κακού, θα μπορούσε ίσως να δικαιολογηθεί κοινωνικά, έστω και αν έπρεπε να καταδικαστεί θεολογικά. Αν όμως συμβαίνει και το κοινωνικό κακό να διατηρείται —ή και να μεγεθύνεται— και η θρησκευτική εντολή μαζί με την ελευθερία της συνειδήσεως του ανθρώπου να καταπατούνται εν ονόματι της δήθεν καταπολεμήσεως του κοινωνικού κακού, γίνεται φανερός ο παραλογισμός.

Περιπτώσεις όρκου στην Κ. Διαθήκη
Όσοι υποστηρίζουν τη χρήση του όρκου παρατηρούν διαθήκη ακόμα ότι και στην Καινή Διαθήκη η απαγόρευσή του δεν είναι απόλυτη. Σημειώνουν ότι υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις όποιες ορκίστηκε ο Απόστολος Παύλος ή και ο ίδιος ο Χριστός. Και πραγματικά, όταν ο Χριστός κλήθηκε από τον αρχιερέα να διαβεβαιώσει ενόρκως αν είναι ο Υιός του Θεού, απήντησε με τη φράση «συ είπας» (13), που μπορεί να ερμηνευθεί και ως κατάφαση στην πρόκληση για ένορκη διαβεβαίωση. Αλλά και ο Απόστολος Παύλος επικαλείται σε ορισμένα σημεία των επιστολών του τον Θεό ως μάρτυρα των λόγων του (14). Μήπως έχουμε λοιπόν εδώ αποκλίσεις από τον γενικό κανόνα τού Χριστού «μη ομόσαι όλως»;

Η βασική διαφορά
Οι όρκοι που αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη διαφέρουν βασικά από τούς συνηθισμένους. Γι’ αυτό δεν είναι σωστή η επίκλησή τους για τη δικαιολόγηση του όρκου στην καθημερινή ζωή. Οι όρκοι της Καινής Διαθήκης δεν αφορούν ανθρώπινες υποθέσεις, άλλα αλήθειες που αναφέρονται στον ίδιο τον Θεό. Ο Χριστός ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του αρχιερέα να διαβεβαιώσει αν είναι ο Υιός τού Θεού, δεν διαβεβαιώνει μια οποιαδήποτε αλήθεια, αλλά την αλήθεια για τη θεότητά του.

Το όνομα του αιώνιου Θεού δεν χρησιμοποιείται για να επικυρωθεί κάποια συμβατική αλήθεια, αλλά η αλήθεια τού Θεού. Το ίδιο σχεδόν παρατηρείται και στις περιπτώσεις των όρκων του Αποστόλου Παύλου. Ο Απόστολος του Θεού επικαλείται ως μάρτυρα τον Θεό, για να επικυρώσει την αλήθεια ή την αυθεντικότητα του κηρύγματος και γενικότερα της αποστολής του στον κόσμο. Και είναι χαρακτηριστικό ότι οι περιπτώσεις κατά τις όποιες ο Απόστολος Παύλος επικαλείται τη μαρτυρία του Θεού συνδέονται με τη μαρτυρία του θείου θελήματος στους ανθρώπους. Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο όρκος του Αποστόλου παρέχεται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της θεοπνευστίας του (15).

Μέ όσα σημειώθηκαν γίνεται, νομίζουμε, φανερό ότι οι περιπτώσεις όρκων πού αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη έχουν εντελώς ιδιαίτερο χαρακτήρα και δεν περιορίζουν την απόλυτη απαγόρευση του όρκου ούτε δικαιολογούν τη χρήση του στην καθημερινή ζωή. H επίκληση του ονόματος του Θεού για την επικύρωση των λόγων του ανθρώπου είναι θεμιτή, όταν γίνεται για θείες αλήθειες. Αυτό σημαίνει ότι ο ορκιζόμενος πρέπει ή να είναι θεόπνευστος ή να βεβαιώνει αλήθειες που φανέρωσε ο Θεός στον κόσμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση η χρήση του όρκου αποτελεί παράβάση της θείας εντολής.

Η θέση των Πατέρων
Την απόλυτη απαγόρευση του όρκου διδάσκουν ομόφωνα οι Πατέρες της Εκκλησίας (16). Ο Μ. Βασίλειος επισημαίνει ότι ο όρκος απαγορεύθηκε μια για πάντα (17). Στο ερώτημα, πώς μπορεί κάποιος να πείθει τούς άλλους, όταν αποφεύγει τον όρκο, ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος απαντά: με τον λόγο και τη συμπεριφορά που θα πιστοποιεί τον λόγο του (18). Η επιορκία, όπως και η ψευδορκία, είναι άρνηση του Θεού. Αυτή όμως προϋποθέτει τον όρκο, γιατί δεν μπορεί κάποιος να αθετήσει όρκο που δεν έδωσε(19).

Παράλληλα βέβαια αυτός που δεν ορκίζεται δεν πρέπει να απαιτεί όρκο από τους άλλους (20). Εξάλλου ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο όρκος στο Ευαγγέλιο που απαγορεύει τον όρκο αποτελεί ύβρη και καθαρή παραφροσύνη (21). Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απορρίπτει επίσης τελείως τη χρήση του όρκου. Σε όσους όμως δεσμεύτηκαν με όρκο προτείνει να τηρήσουν πιστά τις υποσχέσεις τους, αν αυτές είναι σύμφωνες με το θέλημα του Θεού, άλλα και να ζητήσουν ταυτόχρονα το έλεος του Θεού, γιατί ακόμα και σε περίπτωση ευορκίας δεν παύουν να είναι παραβάτες της εντολής του(22).

Οι νεώτερες εξελίξεις
Η χρήση λοιπόν του όρκου στην καθημερινή ζωή αποτελεί καταστρατήγηση της ρητής εντολής του Χριστού «μη ομόσαι όλως». Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι ο όρκος χρησιμοποιείται σήμερα επίσημα και στην εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Η απαράδεκτη αυτή κατάσταση εμφανίστηκε με την ανασύσταση του ελληνικού κράτους(23). Εξαιτίας της δημιουργήθηκε η έντονη διαμάχη ανάμεσα στον Οικονόμο τον εξ’ Οικονόμων και τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο πρώτος ακολουθώντας την ομόφωνη διδασκαλία, αλλά και την πράξη τής Εκκλησίας, υποστήριξε ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να ορκίζονται. Αντίθετα ο Φαρμακίδης θεώρησε τον όρκο επιτρεπτό, ιδίως όταν επιβάλλεται από την πολιτεία(24).

Αντιμετωπίζοντας το θέμα αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εξέδωσε το 1849 εγκύκλιο επιστολή «Προς τους απανταχού Ορθοδόξους», που υπογράφεται και από τους Προκαθημένους των τριών άλλων πρεσβυγενών Πατριαρχείων. Στην επιστολή καυτηριάζεται με δριμύτητα η άποψη ότι η χριστιανική πίστη δεν απαγορεύει τον όρκο και ότι οι πιστοί μπορούν να ορκίζονται στα δικαστήρια «απροκριματίστως και οσίως»(25).

Αμφισβητήσιμη χρησιμότητα
Ενώ όμως από θεολογική άποψη ο όρκος είναι απαράδεκτος, στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής υποστηρίζονται αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Άλλοι δέχονται τη χρησιμότητα και αναγκαιότητά του για την εξεύρεση της αλήθειας ή για την ηθική δέσμευση του ανθρώπου σε κάποιον σκοπό, ενώ άλλοι αποδοκιμάζουν τη χρήση του είτε για λόγους ελευθερίας της συνειδήσεως είτε για λόγους ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όταν ο άνθρωπος για θρησκευτικούς ή άλλους λόγους δεν θέλει να ορκιστεί, η επιβολή του όρκου δεν αποτελεί μόνο απαράδεκτη παραβίαση της ελευθερίας της συνειδήσεώς του αλλά και θεσμοποιημένη προσβολή (26) .

Άλλωστε η χρησιμότητα του όρκου για την εξεύρεση της αλήθειας είναι πολύ αμφισβητήσιμη. Σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος λέει: «Αν πιστεύεις ότι ο άνθρωπος είναι φιλαλήθης, μην τον εξαναγκάσεις να ορκιστεί˙ αν πάλι γνωρίζεις ότι ψεύδεται, μην τον αναγκάσεις να επιορκίσει» (27) . Ο φιλαλήθης λέει την αλήθεια και όταν ακόμα δεν πιεστεί με τον όρκο, ενώ ο ψευδολόγος δεν διστάζει να καταφύγει στο ψεύδος και ενόρκως, οπότε προσθέτει στην ψευδολογία του και την ψευδορκία ή την επιορκία.

Πρακτικές προτάσεις
Ο Χρήστος Ανδρούτσος, αν και δεν θεωρούσε ως απόλυτη την απαγόρευση του όρκου στον Χριστιανισμό, δεχόταν ότι ο όρκος είναι επαχθής τύπος, που πρέπει να καταργηθεί. Ως μέτρα για τη σταδιακή κατάργησή του είχε προτείνει τα έξης:
α)Να καταργηθεί πριν από όλα ο όρκος της επαγγελίας και να αντικατασταθεί με απλές εκφράσεις, που να βεβαιώνουν ότι ο υπάλληλος θα εκτελεί τα καθήκοντά του τίμια και ευσυνείδητα.
β) Να περιορισθεί ο όρκος σε σοβαρότατα πράγματα, να μην επιβάλλεται για χρηματικά ζητήματα και να παρέχεται με όλη την απαιτούμενη σοβαρότητα.
γ) Να είναι οι άνθρωποι ελεύθεροι να ορκίζονται ή όχι (28).
Το τρίτο από τα μέτρα αυτά, που σε τελική ανάλυση κάνει περιττά και τα δύο προηγούμενα, είχε ήδη κατοχυρωθεί στην Ελλάδα με το Σύνταγμα του 1975. Σύμφωνα με αυτό κανένας 'Έλληνας πολίτης δεν πρέπει να υποχρεώνεται να ορκίζεται, όταν οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις απαγορεύουν τον όρκο (29). Και οι διατάξεις των άρθρων 220§ 2 του ΚΠοινΔ και 408 § 3 του ΚΠολΔ δίνουν το δικαίωμα σε όσους πρεσβεύουν θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο να μην ορκίζονται, αλλά να δίνουν τη διαβεβαίωσή τους επικαλούμενοι την τιμή και τη συνείδησή τους. Το ίδιο ισχύει και για όσους δεν πρεσβεύουν καμία θρησκεία. Κατά περίεργο όμως και αντισυνταγματικό τρόπο το δικαίωμα αυτό δεν αναγνωριζόταν στους Ορθοδόξους Χριστιανούς, όταν και αυτοί δήλωναν ότι πρεσβεύουν θρησκεία που απαγορεύει τον όρκο. Γι’ αυτό είχε τονισθεί από πολλούς η ανάγκη για προσαρμογή της σχετικής νομοθεσίας προς το Σύνταγμα (30), ενώ από το 1998 δημιουργήθηκε και σχετική νομολογία με απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας (Αριθμ. 2601/1998). Εδώ δεν μπορεί να μην επισημανθεί και η παράλειψη της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής να τακτοποιήσει το θέμα. Η απλή δήλωσή της ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία απαγορεύει τον όρκο θα ήταν αρκετή για την κατάργηση της επιβολής του.
Αλλά από τις 16.9.2001 το άρθρο 408 του ΚΠολΔ. αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2915.2001, το όποιο στην § 7 ορίζει ότι ο μάρτυρας που οφείλει να ορκισθεί ερωτάται, αν προτιμά να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο, χωρίς να δηλώσει το θρήσκευμά του. Έτσι και ο Ορθόδοξος Χριστιανός μπορεί να δηλώσει «στην τιμή και στη συνείδησή» του την αλήθεια της καταθέσεώς του.

Παραπομπές

1. Βλ. Β. Αντωνιάδου, Εγχειρίδιον κατά Χριστόν Ηθικής, τόμ. Β’, Κωνσταντινούπολις 1927, σ. 205.
2. Eξοδ.. 20,7. Πρβλ. Δευτ. 5,11.
3. «Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή». Εξοδ. 20,16. Δευτ. 5,11. «Ουκ ομείσθε τω ονόματί μου επ’ αδίκω και ου βεβηλώσετε το όνομα το άγιον του Θεού υμών». Λευιτ. 19,12. Πρβλ. καί Μαλ. 3,5.
4. «Κατ’ εμαυτού ώμοσα, λέγει Κύριος, ου είνεκεν εποίησας το ρήμα τούτο, και ουκ εφείσω του υιού σου του αγαπητού δι’ εμέ, ή μην ευλογών ευλογήσω σε, και πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου...». Γεν. 22,16 κ.έ.
5. «Ώμοσε Κύριος τω Δαυίδ αλήθειαν και ου μη αθετήσει αυτήν», Ψαλμ. 131,11.
6. Βλ. π.χ. Δευτ. 6,18. Αμ. 4,2.6,8. Ησ. 45,23 κ.ά.
7. Βλ. π.χ. Α' Βασ. 15,35. Α' Παρ. 21,15. Ψαλμ. 105,45.
8. Βλ. Ψαλμ. 109,4. Εβρ. 7,20-22 .
9. Βλ. Εβρ. 6,13-6.
10. Βλ. Ματθ. 5,33 κ.έ. 23,16 χ.έ.
11. Ματθ. 5,34.
12. Βλ. Ματθ. 5,34-7.
13. Ματθ. 26.64.
14. Βλ. Ρωμ. 1.9. Β' Κορ. 1.23. Γαλ. 1,20. Φίλοι. 1,8. Α Θεσ. 2,5.
15. Βλ. Β’ Κορ. 1,15 κ.έ. Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη ηθικά, PG 37,806.

16. Βλ. π.χ, ’Ιουστίνου, Απολογία 1,16,5. Μ. Βασιλείου, Επιστολή 199 (Κανονική) 29, έκδ. Υ. Courtonne, τόμ. 2, σ. 160,PG32,725AB. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος είς τό άγιον Πάσχα 45,17, PG 36,648Β. Έπη ηθικά 24, PG 37,790. Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Επιστολή 1,155, PG 78,288Α.
17. Βλ. Μ. Βασιλείου, Κανών 29.
18. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη ηθικά, PG 37,940.
19. Βλ. Γρηγορίου Νυσσης, Είς Άσμα ασμάτων 13, έκδ. W. Jaeger, Gregorii Nysseni Opera, τόμ.. 8, σ, 371, PG44,1040A.
20. Βλ. ’Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Επιστολή 155, PG 78,288A.
21. «Σύ δέ, εί μηδέν έτερον, αυτό γουν το βιβλίον αίδέσθητι ο προτείνεις είς όρκον, και το Ευαγγέλιον, ό μετά χείρας λαμβάνων κελεύεις ομνύναι, ανάπτυξον, και ακούσας τί περί όρκων ό Χριστός εκεί διαλέγεται, φρίξον και απόστηθι. Τί ούν εκεί περί όρκων φησίν; Έγώ δέ λέγω υμίν, μή ομόσαι όλως· σύ δέ τον νόμον τον κωλύοντα ομνύναι, τούτον όρκον ποιείς; Ω της ύβρεως! Ω της παροινίας! Ταυτόν γάρ ποιείς, ώσπερ αν ει τις τον νομοθέτην τον κωλύοντα φονεύειν, αυτόν σύμμαχον κελεύοι γενέσθαι προς την σφαγήν». Ιω. Χρυσοστόμου, Εις ανδριάντας 15,5, PG 49,160.
22. Γρηγορίου Παλαμά, Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσιας 3, έκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τόμ. 5, σ, 254-5. Για απόψεις συγγραφέων τής περιόδου τής Τουρκοκρατίας σχετικά με τον όρκο βλ. Β. Καλλιακμάνη, Η χρήση του Δεκαλόγου στην Τουρκοκρατία, Θεσσαλο¬νίκη 1988, σ. 108-17.
23. Βλ. Τ. Γριτσοπούλου, «Περί όρκου», Αρχείον Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου 7(1952), Άθήναι 1952, σ. 115 κ.έ.
24. Βλ. (Θ. Φαρμακίδου), Περί όρκου, Άθηναι 1849. Νεκταρίου Κεφαλά, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, «Περί όρκου», Θεολογικαί μελέται (εκδ. Τίτου Ματθαιάκη, Μητροπολίτου πρ. Παραμυθίας), Άθηναι 1990, σ. 61 κ.ε.
25. Γ. Ράλλη - Μ. ΓΙοτλη, Σύνταγμα Θείων και Ιερών κανόνων, τόμ. 5, Αθηναι 1855, σ. 617 κ.ε.

26. Βλ. Χρ. Ανδρούτσου, Σύστημα Ηθικής, σ. 340, βλ. και σημ. σ. 341-3.
27. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις ανδριάντας 15,5, PG 49,161
28. Βλ. Χρ, Ανδρούτσου, σ. 341.
29. Βλ, Άρθρο 13 §1.
30. Για περισσότερα βλ. Γ. Αρβανίτη, Ποινικά Χρονικά 29(1979), σ. 179- 182. Γ. Μαντζαρίδη, «Το πρόβλημα της επιβολής του όρκου», Μελέτες, τεύχ. 5, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 116-22. Ευ, Μαντζουνέα, Το πρόβλημα του όρκου, Αθήναι 1979. Ευ, Κρουσταλάκη, «Η υποχρέωση ορκοδοσίας εκείνων που πρεσβεύουν τη χριστιανική θρησκεία ιδίως μετά το Σύνταγμα του 1975», Δίκη 11(1980), σ. 3-33, Γ. Πρίντζιπα, «Ο δικονομικός όρκος και η αντίθεσή του προς το Σύνταγμα», Δίκη 11(1980), σ. 33-43. Σ. Παπαθεμελή, Το ζήτημα του όρκου, Θεσσαλονίκη 1981. Δ. Αθανασοπούλου, Το απαράδεκτον του όρκου, Αθήνα 1994.

(Χριστιανική Ηθική, τόμος Β, εκδ. Πουρναρά, 2004, σελ. 483-492)

"Όταν λακτἰζεις σαν ὀνος,

και πηδἀς ὀπως ο ταὐρος

και χρεμετἰζεις για τις γυναἰκες ὀπως ο ἰππος

καἰ εἰσαι λαἰμαργος ὀπως η αρκοὐδα

καἰ παχαἰνεις το σὠμα σου ὀπως ο ημἰονος

καἰ μνησικακεἰς σαν καμήλα

και αρπἀζεις ὀπως ο λὐκος,

και οργἰζεσαι ὀπως το φἰδι,

και δαγκὠνεις ὀπως ο σκορπιὀς,

και εἰσαι ὐπουλος ὀπως η αλεποὐ,

και ἐχεις μἐσα στην ψυχἠ σου δηλητἠριο ὀπως η κὀμπρα και η ἐχιδνα

καἰ διεξἀγεις πὀλεμο κατἀ των αδελφὠν σου ὀπως ο πονηρὀς εκεἰνος διἀβολος,

πὠς εἰναι δυνατὀν να σε υπολογἰσω μεταξὐ των ανθρὠπων,αφου βλἐπω να ἐχεις αυτοὐ του εἰδους τα χαρακτηριστικἀ;

Νἀ σε ονομἀσω θηρἰο; Τα θηρἰα ἐχουν ἐνα απὀ αυτἀ τἀ ελαττὠματα.

Πὠς θα σἐ αποκαλὠ ἀνθρωπο,ὀταν ἐχεις περισσὀτερα ελαττὠματα απὀ τἀ θηρἰα και το σατανἀ;"

Λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου.

Σελίδα 1 από 7