Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο τρελο-Γιάννης».

Ονομάζομαι Γιώργος… Γεννήθηκα σε ένα χωριό της Μεσσηνίας αλλά από την εφηβική σχεδόν ηλικία ήρθα στην Αθήνα για να δουλέψω. Με το ζόρι τελείωσα την Γ’ τάξη Γυμνασίου.

Δεν τα αγαπούσα και πολύ τα γράμματα. Ένας θείος μου είχε κατάστημα στην κεντρική Λαχαναγορά στο Ρέντη και με πήρε στη δούλεψή του. Έπιανα δουλειά τα χαράματα και σχολούσα πριν το μεσημέρι. Είχαμε είδη μαναβικής.

Η καθημερινή ασχολία μου, εκτός της εργασίας, όμως, ήταν η ομάδα του Ολυμπιακού και οι γυναίκες.

Με την ποδοσφαιρική ομάδα του Ολυμπιακού είχα αναπτύξει μία ψυχική σύνδεση που επηρέαζε σχεδόν όλη τη ζωή μου. Η πορεία της ομάδας κατά κάποιο περίεργο τρόπο έπαιζε ουσιαστικό ρόλο στην καθημερινότητά μου. Χαιρόμουν και γλεντούσα με τις νίκες. Έπινα, χόρευα, φώναζα. Ένιωθα ευτυχής. Απογοητευόμουν και απελπιζόμουν με τις ήττες και τα έσπαγα. Τσακωνόμουν, απομονωνόμουν απ’ όλους. Και με το ζόρι πήγαινα ακόμη και στη δουλειά. Η άλλη ασχολία μου ήταν οι γυναίκες. Όλα σχεδόν τα χρήματα τα σπαταλούσα ως έφηβος σε επισκέψεις σε οίκους ανοχής και σε μπαρ με γυναίκες. Ο κοινωνικός περίγυρος των φίλων μου με είχε κάνει να βλέπω κάθε γυναίκα ως κινούμενο δοχείο ηδονής. Τη θεωρούσα αδύναμη και υποβαθμισμένη και δεν σας κρύβω πως πολλές φορές βιαιοπραγούσα πάνω της. Επίκεντρο στις σχέσεις που δημιουργούσα ήταν η επίδειξη δύναμης και ανδρικού εγωισμού.

«Αντιπολίτευση» η Εκκλησία

Όπως καταλαβαίνετε μ’ όλα αυτά ήταν φυσικό να βλέπω την Εκκλησία ως «αντιπολίτευση» στην άσωτη ζωή μου. Η όποια σχέση μου με την Εκκλησία οφείλεται στη μάνα μου και στη γυναίκα μου. «Δεν φοβάσαι το Θεό, βρε παιδί μου;» έλεγε η καημένη η μάνα μου, όταν καταλάβαινε πως παραστρατούσα. «Μείνε εσύ, ρε μάνα, μία ζωή με τα παραμύθια των παπάδων. Δεν βλέπεις πως η ζωή πάει μπροστά. Κοίταξε μωρέ να γλεντήσεις και να περνάς καλά και άσε τα περί του Θεού. Τον είδες μωρέ ποτέ το Θεό;» της απαντούσα. Εκείνη κουνούσε το κεφάλι και δεν μιλούσε. Μόνο με σταύρωνε. […]

Αργότερα ο Γιάννης παντρεύτηκε μία πολύ καλή κοπέλα με πνευματική ζωή, την Ελευθερία, αλλά έμεινε αδιόρθωτος και συνέχισε την ίδια άσωτη ζωή. Παρακολουθείστε τη συνέχεια εν συντομία:

[…]

Βέβαια το όλο σκεπτικό περί των γυναικών με εμπόδιζε να της συμπεριφέρομαι ισότιμα. Πολλές φορές ξέφευγα και την απατούσα. Έφθασα στο σημείο να δημιουργήσω ερωτική σχέση με την ξαδέλφη της, η οποία ήταν παντρεμένη! Τα ισοπέδωνα όλα μπροστά στο πάθος και στη νοοτροπία να αντιμετωπίζω κάθε γυναίκα ως δοχείο ηδονής. Αυτή ακριβώς την περίοδο άρχισαν και τα οικονομικά προβλήματα στο σπίτι, μιας και η ξαδέλφη ζητούσε συνεχώς χρήματα προκειμένου να δικαιολογείται στον άνδρα της ότι δήθεν εργάζεται ως πλασιέ! Με μαθητική ακρίβεια καταστρέφονταν δυο οικογένειες. Δεν σας κρύβω πως πέραν των κινδύνων της αποκάλυψης ένιωθα διαρκώς να με σφίγγει μία θηλιά στο λαιμό. Ήμουν για πρώτη φορά στη ζωή μου σε αδιέξοδο.

Και δεν έφθαναν όλα αυτά ήρθε και η αρρώστια της κόρης μου, η οποία εντελώς ξαφνικά παρουσίασε φύσημα στην καρδιά. Οι γιατροί στο Ωνάσειο (νοσοκομείο) μας έλεγαν πως δεν θα αποφύγει το χειρουργείο. Η γυναίκα μου όμως, είχε την ελπίδα της στον Χριστό και την Παναγία και προσευχόταν να μην μπει η Θεοδωρίτσα μας σ’ αυτή την περιπέτεια. Τελικά έγινε καλά προς έκπληξη όλων ακόμη και των γιατρών! Η Ουρανία μιλούσε για θαύμα αλλά εγώ απέδιδα τη θεραπεία της στα φάρμακα που της έδωσαν… Τόσο μυαλό είχα τότε!

Έβλεπα την καλοσύνη της Ουρανίας και έφτυνα τον ίδιο μου τον εαυτό. Προσπαθούσα απεγνωσμένα να βρω ελαττώματα στη γυναίκα μου για να δικαιολογήσω τις παράνομες πράξεις μου. Την άφηνα χωρίς λεφτά, λέγοντας πως δεν πάει η δουλειά καλά. Ξεσπούσα στα παιδιά χωρίς να φταίνε σε τίποτε. Και εκείνη η κακομοίρα έλεγε. «Δεν πειράζει Γιώργο, ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει. Θα δώσει ο Θεός! Εσύ να είσαι καλά».

Και ο Θεός πράγματι έδωσε αυτό το ευλογημένο δρομολόγιο στη γειτονιά του αγγέλου Ιωάννη. Γιατί για μένα ο μακαρίτης ήταν ο φύλακας άγγελος που με τράβηξε μέσα από το βούρκο της ακολασίας. Μόνο τρελός δεν ήταν. Τετρακόσια τα είχε γιατί έβλεπε με άλλα μάτια. Η μόνη τρέλα του ήταν η αγάπη του προς τον Χριστό. […]

—Γιώργο από σήμερα φόρεσες για καλά τη φανέλα –όχι του Ολυμπιακού- αλλά του ουρανού. Το αν θα γίνεις καλός παίχτης και βάζεις γκολ εξαρτάται αποκλειστικά από σένα. Να πάρε αυτό το χαρτί. Περιγράφει τις μπάλες του ουρανού. Κοίταξε να παίζεις μ’ αυτές καλά και να γεμίσεις τα δίκτυα με πολλά γκολ. Το χαρτί έγραφε τις δέκα εντολές. Να ξέρεις ακόμη ότι τα πόδια σου γίνονται δυνατά και άτρωτα με την ταπείνωση και τη θυσία. Και την ταπείνωση και τη θυσία θα τη μάθεις από τον γέροντα προπονητή στη θεία εξομολόγηση και στη θεία Κοινωνία. Πιστεύω πως θα γίνεις πολύ δυνατός σέντερ-φορ!… […]

Από τότε ανέπτυξα μια πολύ καλή σχέση με τον μακαρίτη. Γνώρισε την Ουρανία και τα παιδιά. Τον είχα ρωτήσει μάλιστα πώς γνώριζε όλα αυτά που μου αποκάλυψε. Και εκείνος εντελώς φυσιολογικά απάντησε. —Να, είδα το φύλακα άγγελό σου, που στεκόταν απόμερα και έκλαιγε και τον ρώτησα, γιατί κλαίει… Τώρα όμως είναι πολύ χαρούμενος!

Οι ψεύτες!

Ένας ιεροκήρυκας κάποτε θέλησε να δοκιμάσει τους ακροατές του αν παρακολουθούν με προσοχή τα κηρύγματά του και να τηρούν όσα τους λέει. Τους ανήγγειλε λοιπόν:
- Χριστιανοί μου, την άλλη Κυριακή θέλω να σας μιλήσω για το ψέμμα. Θέλω όμως να προετοιμαστείτε κατάλληλα κι εσείς, για να εμπεδώσουμε καλύτερα τις αλήθειες του ευαγγελίου. Γι’ αυτό μέχρι τότε σας παρακαλώ να διαβάσετε καλά το κεφάλαιο 27 του κατά Μάρκον Ευαγγελίου.
 Την άλλη Κυριακή ο ιεροκήρυκας ξεκινάει να κάνει το κήρυγμά του και λέει:
- Ποιοι από σας διάβασαν το κεφάλαιο 27 του κατά Μάρκον Ευαγγελίου;
Άρχισαν να σηκώνονται δειλά δειλά κάποια χέρια και σε λίγο οι περισσότεροι είχαν σηκώσει το χέρι τους.
- Βλέπετε, λοιπόν; συνεχίζει ο ιεροκήρυκας. Διαπιστώνετε μόνοι σας πόσο απαραίτητο είναι το κήρυγμα για το ψέμμα, αφού κεφάλαιο 27 δεν υπάρχει στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο! (Ως γνωστό, το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο έχει μόνο 16 κεφάλαια).
Κι οι ακροατές έσκυψαν το κεφάλι τους ντροπιασμένοι.

(Πέτρου Μπότση, Αποφθέγματα και ανέκδοτα, Αθήνα 2002, σελ. 130)

Κεφάλαιο 15: Κατά πόσο μπορούν οι δαίμονες να γνωρίζουν τις σκέψεις των ανθρώπων.

ΑΒΒΑΣ ΣΕΡΗΝΟΣ: Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι τα πονηρά πνεύματα μπορούν να γνωρίζουν τη φύση των λογισμών μας. Αλλά αυτό γίνεται μόνο εξωτερικά, από συμπεράσματα που στηρίζονται σε κάποια φαινόμενα, όπως είναι αυτά που εκφράζουν τις διαθέσεις μας ή τα λόγια μας ή ακόμα και οι ασχολίες, στις οποίες βλέπουν ότι έχουμε ιδιαίτερη κλίση. Αλλά οι λογισμοί, που δεν έχουν ακόμα βγει από τα βάθη της ψυχής μας, τους είναι εντελώς απρόσιτοι.
Αν οι λογισμοί που μας υποβάλλουν  οι δαίμονες έχουν γίνει αποδεκτοί από εμάς ή όχι, αυτό δεν το γνωρίζουν οι δαίμονες. Επειδή αυτοί έχουν τη δυνατότητα της κοινωνίας με την ψυχή μας – δηλαδή είναι σε θέση να παρακολουθήσουν την εσωτερική διεργασία των λογισμών μας, η οποία είναι καλυμμένη και άγνωστη – αλλά το αντιλαμβάνονται από τις εξωτερικές μας κινήσεις και από τις ενδείξεις που παρουσιάζει η συμπεριφορά μας.

Υποβάλλουν για παράδειγμα στον άνθρωπο τη ροπή προς το πάθος της λαιμαργίας. Αν δουν τον άνθρωπο να σηκώνεται και να κυττάζει προς το παράθυρο ή προς το μέρος του ήλιου σκεπτικά και να ζητά να μάθει εναγώνια τι ώρα είναι, τότε πληροφορούνται με αυτό το σημάδι ότι ο πειρασμός της λαιμαργίας έχει γίνει αποδεκτός από αυτόν. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του πειρασμού της πορνείας. Αν τα πονηρά πνεύματα παρατηρήσουν ότι ο άνθρωπος δέχεται χωρίς αντίσταση το βέλος του πάθους, αν δουν δηλαδή ότι η σάρκα ερεθίστηκε και ότι αυτός δεν λυπήθηκε και δεν έκλαψε, όπως θα έπρεπε να είχε κάνει τη στιγμή που δέχτηκε την προσβολή, τότε αντιλαμβάνονται ότι το κεντρί της κακής επιθυμίας έχει ήδη καρφωθεί στα βάθη της ψυχής του.

Σχετικά με τους πειρασμούς της θλίψης, του θυμού και της οργής, οι δαίμονες πληροφορούνται τα αποτελέσματα της πειρασμικής υποβολής από τις κινήσεις και από τη συναισθηματική φόρτιση που εκδηλώνει ο άνθρωπος. Αν η προσβολή έχει εισχωρήσει και έχει πλήξει την καρδιά του ανθρώπου, το διακρίνουν από μια σιωπηλή διέγερση, από ένα αγανακτισμένο αναστεναγμό, από μια αλλαγή, από τη χλωμάδα δηλαδή ή από το κοκκίνισμα του προσώπου. Αυτά είναι τα μέσα, με τα οποία η λεπτή νοημοσύνη τους διακρίνει ποιος άνθρωπος έχει παραδοθεί σε ένα πάθος και σε ποιο ακριβώς πάθος. Έτσι για καθένα από μας γνωρίζουν με σιγουριά τι μας αρέσει ή όχι.

Δηλαδή από την πρώτη αντίδραση, την οποία η δαιμονική προσβολή προκαλεί στο σώμα μας, από μια χειρονομία ή από μια κίνησή μας, τα πονηρά πνεύματα συμπεραίνουν με βεβαιότητα ότι ο πειρασμός που εξαπέλυσαν έχει κερδίσει τη συγκατάθεσή μας, για την οποία εμείς πλέον θα έχουμε την ευθύνη.
Σε γενικές γραμμές, δεν είναι παράδοξο και πρωτόγνωρο το ότι τα πονηρά πνεύματα αντιλαμβάνονται τα αισθήματά μας και τις αντιδράσεις μας, εφόσον την ίδια δυνατότητα μπορεί να έχει και ένας έξυπνος άνθρωπος. Ένας εύστροφος ανθρώπινος νους  μπορεί, και με τη θέα ακόμα του προσώπου, και με την εξωτερική δηλαδή εμφάνιση ενός ανθρώπου, να αναγνωρίσει την εσωτερική κατάστασή του.

Πόσο λοιπόν περισσότερο θα μπορούν να το κάνουν αυτό οι δαίμονες, οι οποίοι είναι, εξαιτίας της πνευματικής τους φύσης, πολύ πιο ευαίσθητοι και πολύ πιο οξυδερκείς από τους ανθρώπους;

(αββά Κασσιανού, Συνομιλίες, εκδ. Ετοιμασία τομ. Α, σελ. 217-218)

Κάποτε στό Άγιον Όρος ήταν ένας μοναχός πού διέμενε στίς Καρυές.
Έπινε καθημερινά καί μεθούσε καί γινόταν αιτία νά σκανδαλίζονται οι προσκυνητές.
Κάποια στιγμή πέθανε καί ανακουφισμένοι κάποιοι πιστοί πήγαν στόν γέροντα Παΐσιο νά τού πούν μέ ιδιαίτερη χαρά ότι επιτέλους λύθηκε αυτό τό τεράστιο πρόβλημα.
Ο π. Παΐσιος τούς απάντησε ότι γνώριζε γιά τό θάνατο τού μοναχού, αφού είδε ολόκληρο τάγμα αγγέλων πού ήρθαν νά παραλάβουν τήν ψυχή του.
Οι προσκυνητές απόρησαν καί διαμαρτυρήθηκαν καί κάποιοι προσπαθούσαν νά εξηγήσουν στόν γέροντα Παΐσιο γιά ποιόν ακριβώς μιλούσαν, νομίζοντας ότι δέν κατάλαβε ο γέροντας.
Ο π. Παΐσιος τούς διηγήθηκε:
«Ο συγκεκριμένος μοναχός γεννήθηκε στή Μ. Ασία, λίγο πρίν τήν καταστροφή όταν οι Τούρκοι μάζευαν όλα τά αγόρια.
Γιά νά μήν τό πάρουν από τούς γονείς του, αυτοί τό έπαιρναν μαζί τους στό θερισμό καί γιά νά μήν κλαίει, τού έβαζαν λίγο ρακί στό γάλα γιά νά κοιμάται.
Ως εκ τούτου μεγαλώνοντας έγινε αλκοολικός. Κάποια στιγμή και μετά από αποτρεπτικές απαντήσεις από διάφορους γιατρούς να μην κάνει οικογένεια, ανέβηκε στο Όρος και έγινε μοναχός.
Εκεί βρήκε γέροντα καί τού είπε ότι είναι αλκοολικός.
Τού είπε ο γέροντας νά κάνει μετάνοιες καί προσευχές κάθε βράδυ καί νά παρακαλεί τήν Παναγία νά τόν βοηθήσει νά μειώσει κατά 1, τά ποτήρια πού έπινε.
Μετά ένα χρόνο κατάφερε μέ αγώνα καί μετάνοια νά κάνει τά 20 ποτήρια πού έπινε, 19 ποτήρια.
Ο αγώνας συνέχισε μέ τήν πάροδο τών χρόνων καί έφτασε τά 2-3 ποτήρια, μέ τά οποία όμως πάλι μεθούσε.»
Ο κόσμος έβλεπε χρόνια ένα αλκοολικό μοναχό πού σκανδάλιζε τούς προσκυνητές, ο Θεός έβλεπε ένα αγωνιστή μαχητή πού μέ μεγάλο αγώνα αγωνίστηκε νά μειώσει τό πάθος του.
Χωρίς νά ξέρουμε γιατί ο κάθε ένας προσπαθεί νά κάνει αυτό πού θέλει νά κάνει, μέ ποιό δικαίωμα νά κρίνουμε τήν προσπάθειά του;

Ο μακαριστός Νικοπόλεως Μελέτιος γράφει: «Κάποια μέρα γινόταν λόγος σ’ ένα σπίτι για το θάνατο. Οι περισσότεροι ενοχλήθηκαν.

Μία κυρία, όμως, φαινόταν εντελώς ήρεμη και γαλήνια. “Εσύ γιατί δε φοβάσαι;”, τη ρώτησαν. Και εκείνη διηγήθηκε την εξής ιστορία:

Όταν ήμουν μικρό κοριτσάκι είχαμε πάει με τη μητέρα μου σ’ ένα χωράφι. Εκεί χοροπηδώντας και παίζοντας ενόχλησα κάτι μέλισσες και μια επιτέθηκε να με τσιμπήση. Εγώ τότε έβαλα τις φωνές και έτρεξα στη μητέρα μου. “Σώσε με”, της είπα. “Με έφαγε!”. “Έννοια σου, παιδάκι μου, στάσου εσύ ακίνητη”. Κούνησε η μητέρα μου το χέρι της μπροστά απ’ τη μέλισσα και η μέλισσα ερεθισμένη πήγε και τσίμπησε το χέρι της μητέρας. Και είδα πάνω στο χέρι της μητέρας μου βγαλμένο το κεντρί της μέλισσας, που ήταν για μένα.

Εγώ είχα ερεθίσει το μελίσσι. Εμένα έπρεπε να τσιμπήση. Αλλά η μητέρα μου το προκάλεσε και πήγε και τσίμπησε το χέρι της. Και τότε εκείνη μου είπε: “Ναι, παιδάκι μου. Εσύ έκανες το κακό. Για σένα ήταν το δηλητήριο. Αλλά εγώ επειδή είσαι παιδί μου και σε αγαπάω, προτίμησα να τσιμπήση εμένα και να νοιώσω εγώ τον πόνο απ’ το κεντρί του.

Έτσι κι εσύ να θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή ότι όλοι εμείς οι άνθρωποι με τα έργα μας ερεθίζουμε το κεντρί του θανάτου και του άδου (το οποίο λέει ο Απόστολος). Αλλά ήρθε ο Κύριός μας ο Ιησούς Χριστός και στάθηκε μπροστά και τον ‘τσίμπησε’ Εκείνον το ‘κεντρί’ του θανάτου και του άδου. Και κατάργησε την οριστική θανατηφόρο δράσι του. Και έτσι εμείς έχουμε ελπίδα της Βασιλείας του Θεού και της αιωνίου ζωής”.

Από τότε, λοιπόν, που έβαλα μέσα στην καρδιά μου ότι εκείνο το οποίο έπρεπε να “πληρώσουμε” εμείς εξαιτίας των αμαρτιών μας το “πλήρωσε” ο Χριστός επάνω στο Σταυρό, έχω στη σκέψι του θανάτου την απόλυτη γαλήνη. Και παρακαλώ τον Κύριο να με ελεήση και να με πάρη κοντά Του»(στο: ημερ. Μν)

(Αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 116-117)

Δεν θέλουν μετάνοια.

«Κάποια φορά ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ο 11ος (γύρω στο 1300 μ.Χ.) αρρώστησε. Φώναξε, λοιπόν, ένα παπά να κάνη δέησι για την υγεία του, για να γίνη καλά. Ο παπάς άρχισε τότε να εύχεται “υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών του δούλου του Θεού Λουδοβίκου…”.

Ο Λουδοβίκος, όμως, δεν ήταν και τόσο καλός χριστιανός. Ήταν λιγάκι παλιοχαρακτήρας. Και ζούσε ζωή άσχημη και ακατάστατη. Και όταν άκουσε τον ιερέα να εύχεται και “υπέρ σωτηρίας, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών” ταράχθηκε. Και σκέφθηκε μέσα του: “Πολύ τα ανακατεύει ο παπάς. Αν ο Θεός τώρα τα ακούση και αυτά τα περί σωτηρίας και συγχωρήσεως των αμαρτιών, πολύ φοβάμαι πως δεν θα με κάνη καλά. Γιατί θα σκεφθή ότι είναι καλύτερα να μείνω άρρωστος, παρά να γίνω καλά και να συνεχίσω τις αμαρτίες τις οποίες κάνω”.

Φώναξε, λοιπόν, νευριασμένος τον παπά:

- Παπούλη, μην τα ανακατεύεις πολύ τα πράγματα. Μην ζητάς πολλά. Ένα-ένα. Αυτή την στιγμή μόνο για την υγεία πες. Τα άλλα άστα. Την υγεία να μου δώση ο Θεός και για τα άλλα βλέπουμε….!» (ΛΝ, φ. 44, 1)

«Αν ζητάμε συγχώρησι από το Θέο, πρέπει να ζητάμε συγχώρησι και για την ανειλικρίνια της αιτήσεώς μας!»(SMu, 39).

Αυτό μας θυμίζει την περίπτωση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που σ’ ένα ωραιότατο διήγημά του περιγράφει την πορεία του στο σεληνόφως προς ένα εξωκκλήσι για να ζητήση από την εκεί Αγία να τον θεραπεύση από ένα πάθος του. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ήθελε να θεραπευθή από αυτό, γι’ αυτό τελειώνει με τα λόγια: «Σ’ ευχαριστώ Αγία μου, που δεν με άκουσες».

(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Η Εξομολόγηση... Αθήνα 2012, σελ. 211-213)


Ιδού ευαγγέλιο που αφορά στο νού και το σώμα του καθενός μας. Είναι το ευαγγέλιο της ευσπλαχνίας. Είναι η θαυμαστή παραβολή του Σωτήρος, στην οποία απεικονίζεται ολόκληρη η ζωή μας. Η δική μου, η δική σου, του καθενός ανθρωπίνου όντος επάνω στην γη. Όλους τους αφορά το σημερινό άγιο Ευαγγέλιο. Όλους. Ο άνθρωπος! Αυτός ο θεικός πλούτος επάνω στην γη! Κύτταξε το σώμα του, το μάτι, το αυτί, την γλώσσα. Τι θαυμαστός πλούτος. Το μάτι! Υπάρχει τίποτε πιο τέλειο που να ημπορή ο άνθρωπος να επινοήση σ’ αυτόν τον κόσμο; Κι όμως, το μάτι αυτό το εδημιούργησε ο Κύριος, όπως και την ψυχή και το σώμα. Η ψυχή μάλιστα είναι ολόκληρη εξ ουρανού. Οποίος πλούτος! Το σώμα! Θαυμαστός θείος πλούτος που σού δόθηκε για την αιωνιότητα και όχι μόνο για την πρόσκαιρη αυτή γήινη ζωή. Καί ψυχή δοσμένη για την αιωνιότητα.

Ακούσατε τι ευαγγελίζεται ο Άγιος Απόστολος Παύλος σήμερα. «Το δε σώμα τω Κυρίω» (Α΄ Κορ. 6, 13). Ο Κύριος έπλασε το ανθρώπινο σώμα για την αιώνια ζωή, για την αθανασία, για την καθαρότητα. Το έπλασε για την αιώνια αλήθεια, για την αιώνια δικαιοσύνη και για την αιώνια αγάπη: όπως το σώμα, έτσι και την ψυχή. Όλα αυτά είναι δώρα του Θεού, ανεκδιήγητα και μεγάλα και πλούσια, και –το πιο σπουδαίο– αθάνατα και αιώνια δώρα του Θεού. Εμείς όμως οι άνθρωποι τι κάνομε μ’ όλα αυτά τα δώρα; Τι οικοδομούμε με αυτά; Παραδίδουμε το σώμα στις ηδονές και στα πάθη αυτού του κόσμου, και την ψυχή στους ακαθάρτους λογισμούς, τις ακάθαρτες επιθυμίες, τις ακάθαρτες ηδονές. Διά των αμαρτιών και η ψυχή και το σώμα απομακρύνονται από τον Θεό, φεύγουν από το Θεό, φεύγουν «εις χώραν μακράν». Τίνος είναι αυτή η «μακρυνή χώρα;» Ακούσατε που ο άσωτος υιός βόσκει χοίρους. Στην χώρα του διαβόλου. Στην χώρα, όπου ο διάβολος έχει εξουσία πάνω στον άνθρωπο διά των παθών, διά των αμαρτιών, και τον κρατάει σε φρικτή τρέλλα, στον παραλογισμό και την παραφροσύνη.

Λοιπόν, η αμαρτία; Κάθε αμαρτία είναι τρέλλα. Καί ο άνθρωπος θα είναι πάντα μέσα σ’ αυτή την τρέλλα, μέχρις ότου συναντηθή με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Καί θα συναντηθή με την μετάνοια. Ακούσατε πως ο άσωτος υιός, αισθανόμενος τι σημαίνει ζωή μέσα στην αμαρτία, ζωή μέσα στις ηδονές και τα πάθη αυτού του κόσμου, λέγει: «Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δε λιμώ απόλλυμαι» σε ξένη και μακρυνή χώρα. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου». Σηκώθηκε και πήγε προς τον πατέρα. Καί ο ουράνιος Πατήρ, ο Θεός και Ελεήμων Κύριος, «έτι αυτού μακράν απέχοντος είδεν αυτόν και εσπλαγχνίσθη και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν», ενώ συγχρόνως ο υιός με λυγμούς έλεγε: «πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου». Αμάρτησα στον ουρανό και σ’ όλα τα αστέρια. Όλα τα εμόλυνα με το πύον των παθών μου, και με το σκοτάδι των παθών μου τα ημαύρωσα όλα. «Ήμαρτον ενώπιόν σου»! Φεύγοντας από σένα, σε ποιόν προσκολλήθηκα; Δίπλα σε ποιόν ήμουν; Τίνος χοίρους εγώ έβοσκα; Τού διαβόλου! Εγώ διαβολοποίησα την ψυχή μου, την οποία εσύ μου έδωσες να γίνη αγία και αθάνατη. Εγώ εβρώμισα το σώμα, εθανάτωσα το σώμα, εξαθλίωσα το σώμα!

Όταν ο άσωτος υιός «ήλθεν εις εαυτόν» –αφού ήταν εκτός εαυτού, στην τρέλλα, στις ηδονές και στα πάθη αυτού του κόσμου– διά της μετανοίας έτρεξε προς τον πατέρα. Καί ο πατέρας τον αγκαλιάζει και τον φιλεί. Δεν είχε τελειώσει ακόμη ο υιός την εξομολόγησί του, δεν είχε εκφράσει ακόμη την επιθυμία του να τον δεχθή ο πατέρας του σαν δούλο, και ο πατέρας λέγει στους υπηρέτες του: «Φέρετε την στολή την πρώτη και ενδύσατέ τον και δώστε δακτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια του και αφού φέρετε τον μόσχο τον σιτευτό, σφάξτε τον για να φάγωμεν και ευφρανθώμεν». Γιά πιο λόγο ευφραίνεται ο ουρανός; Γιά ποιό λόγο ο Θεός ευφραίνεται στον ουρανό; Γιά ποιό λόγο ευφραίνονται οι άγγελοι; Σε ποιόν ο Κύριος λέγει να ευφρανθώμεν; Στούς αγγέλους! Ο άνθρωπος ο οποίος χάθηκε μέσα στις αμαρτίες, θυμήθηκε ότι ήταν αδελφός των αγγέλων και έσπευσε προς τον ουρανό. «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου». Αμάρτησα στους αγγέλους, στους αρχαγγέλους. Εγώ εδιαβολοποίησα τον εαυτό μου. Έρριξα τον εαυτό μου στην αγέλη των χοίρων, στην αγέλη των παθών. Καί να, τώρα είμαι όλος ξεσχισμένος, όλος κουρελιασμένος. Καί η ψυχή και το σώμα κουρελιασμένα. Όλα εξαθλιωμένα.
Λοιπόν, τι είναι μετάνοια; Ο Κύριος τρέχει να συναντήση τον μετανοήσαντα υιό. Τον αγκαλιάζει και τον ασπάζεται και όλος ο ουρανός συγκινείται. Όλοι οι άγγελοι ευφραίνονται. «Καί ήρξαντο ευφραίνεσθαι» αναφέρεται στην θαυμαστή περικοπή του Σωτήρος. Γιά ποιό λόγο χαίρεσθε εσείς άγιοι άγγελοι, άγιοι αρχάγγελοι; Εσείς, οι οποίοι παντοτινά πενθήτε για τον γήινο αυτό κόσμο βλέποντας τα δικά σας πεσμένα αδέλφια, τους ανθρώπους, πως πνίγονται μέσα στις αμαρτίες και τις ηδονές και τα πάθη και τους διαφόρους θανάτους αυτού του κόσμου, γιατί ευφραίνεσθε; «Ευφραινόμαστε για την ανάστασι, την ζωοποίησι του νεκρού αδελφού μας ανθρώπου, ότι νεκρός ην και ανέζησε». Νεκρός ήταν ο άσωτος υιός, όταν ήταν μακράν του Θεού, της πηγής της Ζωής, μακρυά από τον ουρανό. Ιδού, ανάστασις εκ νεκρών φαίνεται [η επιστροφή του ασώτου] στα μάτια όλων των ουρανίων δυνάμεων. Όλες οι ουράνιες δυνάμεις γι’ αυτό χαίρονται, «ότι απολωλώς ην και ευρέθη». Πράγματι, όταν ο άνθρωπος είναι μέσα στις αμαρτίες και τα πάθη, χάνει τον εαυτό του, δηλαδή δεν έχει αυτογνωσία, είναι εκτός εαυτού.

«Εις εαυτόν δε ελθών», λέγει ο Σωτήρ. Ο άνθρωπος συνέρχεται, όταν σκεφθή τίνος είναι, δηλ. του Θεού. Το σώμα σου τίνος είναι; Τού Θεού. Η ψυχή και αυτή του Θεού. Όλα δώρα, δώρα του Θεού. Εγώ, ποιός είμαι σαν άνθρωπος; Τού Θεού, όλος του Θεού! Το σώμα μου είναι δοξασμένο από τον Θεό. Γι’ αυτό το εδημιούργησε ο Θεός, λέγει ο άγιος Απόστολος στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα. Καί το σώμα για τον Κύριο, και η ψυχή για τον Κύριο. Δοξάζομε τον Κύριο και με το σώμα και με την ψυχή. Τού Θεού είναι και το ένα και το άλλο. Μη νομίζεις ότι είναι τίποτε δικό σου, όχι. Όλα είναι αιωνίως του Θεού. Καί συ είσαι αιωνίως του Θεού. Αλλά τότε μόνο, όταν εσύ το συνειδητοποιής.

Λοιπόν η αμαρτία; Δεν επιτρέπει ο διάβολος στον άνθρωπο να συναισθανθή ότι είναι υιός του Θεού. Ο διάβολος εξουσιάζει με την καρδιά και δεν αφήνει στον άνθρωπο να σκεφθή τον Θεό, να θυμηθή, ότι είναι υιός του Θεού, ότι είναι πλούσιος, ανεκδιήγητα πλούσιος. Ότι αυτός είναι αδελφός των αγίων αγγέλων. Ο διάβολος όλα τα σκοτίζει, όλα τα απομακρύνει από τον άνθρωπο, τα διαστρεβλώνει, και του δίνει ψεύτικες ηδονές μέσω των αμαρτιών. Πράγματι έχει δίκαιο ο Απόστολος Παύλος όταν λέει στον Άγιο Επίσκοπο και μαθητή του, Απόστολο Τίτο: «ήμεν γαρ ποτέ και ημείς ανόητοι» (Τιτ γ΄, 3) Κοιτάξτε τι λέει ο Απόστολος. Πότε Άγιε Απόστολε; Υποδουλωμένοι στις διάφορες επιθυμίες και στα διάφορα πάθη, τότε είμασταν τρελλοί και ανόητοι.

Δεν θέλει ο Κύριος διά της βίας να σε αναστήση εκ των θανάτων σου, να σε αρπάξη από την αμαρτία. Εσύ πρέπει πρώτος να το πης στον ίδιο: «Κύριε, αυτή η αμαρτία με βασανίζει. Δεν την θέλω, έχει όμως εξουσία επάνω μου. Ελευθέρωσε με!» Τότε γίνεται θαύμα. Πάντα. Ποτέ ο Κύριος δεν αφήνει χωρίς απάντησι την προσευχή, έστω και του μεγαλυτέρου αμαρτωλού. Δεν υπάρχει φρικτή αμαρτία για τον άνθρωπο, ο οποίος αγρυπνεί επάνω στη δική του συνείδηση, επάνω στη ζωή του. Ξέρει ο άνθρωπος, ότι μετά την προσέλευση του Κυρίου Ιησού Χριστού στον κόσμο, ότι δεν υπάρχη αμαρτία, από την οποία ο Κύριος δεν μπορεί να μας ελευθερώση. Δεν υπάρχει αμαρτία, την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήση, δεν υπάρχει αμαρτία, την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να διώξη. Ο Κύριος δίνει την δύναμη. Μόνο κάνε την αρχή. Μόνο αναβόησε, όπως ο άσωτος υιός: «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου». Όταν αμαρτάνης, αμαρτάνης όχι μόνο στον Θεό, αλλά σ’ όλα τα ουράνια κτίσματα, σ’ όλα τα επίγεια κτίσματα. Αμαρτάνεις στα πουλιά, αμαρτάνης στα λουλούδια, τα δένδρα. Αμαρτάνεις σ’ όλα τα ζωντανά όντα. Η αμαρτία είναι πραγματικά φοβερή, άνευ της μετανοίας. Τόσο φοβερή, ώστε να σκοτώνη και να ρίχνη σ’ εκατό θανάτους. Να ρίχνη στην αγκαλιά του διαβόλου και στην αιώνια φρικωδεστάτη κόλαση. Χωρίς αμφιβολία. Γι’ αυτό ο Θεός ήλθε σ’ αυτόν τον κόσμο. Να εξολοθρεύση τον φοβερό δράκοντα, ο οποίος λέγεται αμαρτία. Ήλθε ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός και μας έδωσε όλα τα μέσα να εξολοθρεύσομε την αμαρτία, την κάθε αμαρτία. Εδημιούργησε την Εκκλησία Του επάνω στη γη και της έδωσε όλες τις ουράνιες δυνάμεις, για να νικάμε και εμείς οι άνθρωποι όλες τις αμαρτίες, όλους τους θανάτους μέσα μας και γύρω μας.

Ο Κύριος μας έδωσε τα θαυμαστά Άγια Μυστήρια. Το άγιο Βάπτισμα, τη Θεία Κοινωνία, τα οποία εξολοθρεύουν την αμαρτία. Μας έδωσε και τις θαυμάσιες αρετές, πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, νηστεία, αγρυπνία, πραότητα και όλες τις υπόλοιπες ευαγγελικές αρετές. Γι’ αυτό δεν υπάρχει απόγνωση στον Χριστιανό άνθρωπο σ’ αυτόν τον κόσμο. Ας ξυπνήση ο Αγαθός Θεός όλους τους αθέους, όλους τους απίστους. Ας κτυπήση τον καθένα με τον κεραυνό του Ουρανίου Ελέους. Με τον κεραυνό του Ουρανίου Ελέους μέσα στη συνείδηση, μέσα στη ψυχή. Ας ξυπνήση ο καθένας και πορευθή στην ουράνια πατρίδα του, στην ουράνια τράπεζα ανάμεσα στους αγίους αδελφούς του, τους αγγέλους. Ας ζήση εκεί μαζί τους διά της αιωνίας Θείας Αληθείας, αιωνίας Θείας Διακαιοσύνης και όλων των αιωνίων ουρανίων χαρών.

Κύριε, Σ’ ευχαριστούμε για το Άγιο Ευαγγέλιο αυτό. Σ’ ευχαριστούμε για την αγαθή είδηση αυτή. Γιατί δημιούργησες τον άνθρωπο, να μπορή να νικήση κάθε αμαρτία και κάθε διάβολο. Σε Σένα δόξα και ευχαριστία, πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Περπατώντας ως το Σπίτι.

Εμπειρία: ο πιο σκληρός δάσκαλος. Αλλά μαθαίνεις, Θεέ μου, πώς μαθαίνεις!  C. S. Lewis.
    
Μεγάλωσα στα νότια της Ισπανίας σε μια μικρή κοινότητα, την Εστεπόνα. Ήμουν 16 χρονών όταν ένα πρωί, ο πατέρας μου, μου είπε ότι θα μπορούσα να τον πάω με το αυτοκίνητο σ’ ένα χωριό, το Μίτζας, γύρω στα 18 μίλια απόσταση, με την προϋπόθεση ότι θα πήγαινα το αυτοκίνητο για σέρβις σ’ ένα κοντινό γκαράζ. Επειδή μόλις είχα μάθει να οδηγώ κι επειδή δεν μου δινόταν συχνά η ευκαιρία να πάρω το αυτοκίνητο, δέχτηκα αμέσως. Πήγα τον μπαμπά στο Μίτζας και υποσχέθηκα να πάω να τον πάρω στις τέσσερις το απόγευμα, και στη συνέχεια πήγα μέχρι το κοντινό γκαράζ κι άφησα το αυτοκίνητο. Επειδή είχα μερικές ώρες ελεύθερες, αποφάσισα να δω δύο ταινίες σ’ ένα κινηματοθέατρο κοντά στο γκαράζ. Όμως, με απορρόφησαν τόσο πολύ οι ταινίες που έχασα κάθε αίσθηση χρόνου. Όταν τέλειωσε και η τελευταία ταινία, κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν έξι. Είχα καθυστερήσει δύο ώρες!

    Ήξερα πώς ο πατέρας μου θα γινόταν έξω φρενών αν μάθαινε πως έβλεπα ταινίες. Δεν θα με άφηνε να οδηγήσω ποτέ πια. Αποφάσισα να του πω πως το αυτοκίνητο χρειαζόταν κάποιες επισκευές και ότι έκαναν λίγο περισσότερο χρόνο από ότι υπολόγιζαν. Οδήγησα μέχρι το σημείο όπου είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε και είδα το μπαμπά μου να περιμένει υπομονετικά στη γωνία. Ζήτησα συγγνώμη για την καθυστέρηση και του είπα ότι θα πήγαινα πιο νωρίς, αλλά το αυτοκίνητο χρειαζόταν κάποιες σημαντικές επισκευές. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα του.
    «Είμαι πολύ απογοητευμένος που αισθάνεσαι ότι πρέπει να μου πεις ψέματα, Τζέισον».
    «Τι εννοείς; Την αλήθεια σου λέω». Ο μπαμπάς μου με ξανακοίταξε. «Όταν είδα ότι δεν ήρθες στην ώρα σου, τηλεφώνησα στο γκαράζ για να ρωτήσω αν υπήρχε κανένα πρόβλημα και μου είπαν ότι δεν είχες πάει να πάρεις το αυτοκίνητο ακόμα. Βλέπεις, λοιπόν, ξέρω πως το αυτοκίνητο δεν είχε κανένα πρόβλημα». Μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας από τις ενοχές καθώς ξέπνοα εξομολογήθηκα ότι πήγα στην κινηματογράφο και ότι αυτή ήταν η πραγματική αιτία της καθυστέρησής μου. Ο μπαμπάς με άκουσε με προσοχή ενώ μέσα του ένιωθε μια θλίψη.
    «Είμαι θυμωμένος όχι μαζί σου αλλά μ’ εμένα. Βλέπεις, καταλαβαίνω τώρα ότι απέτυχα σαν γονιός όλα αυτά τα χρόνια, αφού εσύ νιώθεις ότι πρέπει να μου πεις ψέματα. Έχω αποτύχει γιατί έχω μεγαλώσει ένα γιο που δεν μπορεί να πει την αλήθεια στην πατέρα του. Θα πάω με τα πόδια σπίτι τώρα και θα σκεφτώ που έχω κάνει λάθος».
    «Μα, μπαμπά, είναι 18 μίλια το σπίτι. Είναι ήδη σκοτάδι. Δεν γίνεται να γυρίσεις πίσω με τα πόδια».
    Οι διαμαρτυρίες μου, οι συγγνώμες που του ζήτησα και όλα μου τα λόγια ήταν μάταια. Είχα απογοητεύσει τον πατέρα μου, κι έπαιρνα το πιο οδυνηρό μάθημα της ζωής μου. Ο μπαμπάς άρχισε να περπατάει στον όλο χώματα δρόμο. Γρήγορα, μπήκα στ’ αυτοκίνητο και τον ακολούθησα από πίσω με την ελπίδα ότι θα με συγχωρούσε. Τον παρακαλούσα σ’ όλο το δρόμο, του έλεγα πόσο είχα στενοχωρηθεί αλλά αυτός απλά με αγνοούσε και συνέχιζε να περπατάει σιωπηλά, σκεφτικός. Για 18 μίλια οδηγούσα από πίσω του με μέση ταχύτητα 5 μίλια την ώρα.
    Για μένα, η σωματική και συναισθηματική ταλαιπωρία του πατέρα μου ήταν η πιο απογοητευτική και η πιο οδυνηρή εμπειρία της ζωής μου. Και ταυτόχρονα ήταν το πιο πετυχημένο μου μάθημα. Ποτέ μου δεν του ξαναείπα ψέματα από τότε.
Jason Bocarro

(από το βιβλιο: Βαλσαμο για την ψυχη του εφηβου, εκδ. Διόπτρα σελ.135-136)

Μα την Αγία Αγελάδα!

Το 1978 το αυτοκίνητό μου χρειάστηκε κάποιες επισκευές που δεν μπορούσα να κάνω μόνος μου. Καθώς το συνεργείο όπου το πήγαινα συνήθως είχε κλείσει, έπρεπε να βρω έναν καλό και τίμιο μηχανικό αυτοκινήτων. Ανησυχούσα, μια και υπήρχε η –αστήρικτη ίσως- φήμη ότι οι μηχανικοί είναι ατσίδες στην εκμετάλλευση. Ευτυχώς ο φίλος μου, ο Ντέιβ μου σύστησε το συνεργείο του Ντι.
    Ανακάλυψα με ευχαρίστηση ότι ο ιδιοκτήτης του συνεργείου ήταν ένας μηχανικός που πριν από αρκετά χρόνια είχε ξαναφτιάξει το αυτοκίνητό μου. Εκείνη την εποχή εργαζόταν σ’ ένα βενζινάδικο κοντά στο σπίτι μου. Δεν είχαμε πολλές κουβέντες τότε, αλλά ήξερα ότι έκανε καλή δουλειά.
    Συμπλήρωσα τα χαρτιά για την επισκευή και περίμενα, ενώ ο Ντι μιλούσε στο τηλέφωνο μ’ έναν άλλον πελάτη. Έριξα μια ματιά στο μικρό του γραφείο, θέλοντας έτσι να απασχοληθώ με κάτι. Ένα κορνιζαρισμένο άρθρο από εφημερίδα μου τράβηξε την προσοχή.

Η επικεφαλίδα έλεγε: "Κτηνοτρόφος της Περιοχής Σκοτώνει Ολόκληρο Κοπάδι".

Το άρθρο αναφερόταν στην εποχή που είχε προκληθεί πανικός στο Μίσιγκαν με την υπόθεση του μολυσμένου γάλακτος και μιλούσε για τις πράξεις ενός κτηνοτρόφου. Προφανώς, οι αγελάδες είχαν προσβληθεί τότε από κάποια ασθένεια που είχε επιπτώσεις στην παραγωγή γάλακτος. Η κατάσταση είχε γίνει σοβαρή και οι αρχές της Πολιτείας αποφάσισαν να ελέγξουν  όλες τις αγελάδες του Μίσιγκαν. Οι παραγωγοί γαλακτοκομικών προϊόντων διαμαρτυρήθηκαν και οι αρχές της Πολιτείας εισηγήθηκαν περιοριστική εντολή. Ήταν σίγουρο ότι θα χρειάζονταν μήνες δικαστικών ελιγμών, πριν βρεθεί μια συμβιβαστική λύση. Εν τω μεταξύ οι κτηνοτρόφοι συνέχιζαν να πουλάνε γάλα και κρέας. Ο συγκεκριμένος όμως κτηνοτρόφος αποφάσισε ότι κάτι τέτοιο δεν του ταίριαζε και επέλεξε άλλη οδό. Προσέλαβε ειδικούς για να εξετάσουν τις αγελάδες του. Από ολόκληρο το κοπάδι, μόνο λίγες βρέθηκαν μολυσμένες.

Επειδή όμως κανείς δεν μπορούσε να του εγγυηθεί ότι οι υπόλοιπες αγελάδες ήταν υγιείς, αποφάσισε να θανατώσει το κοπάδι και να το θάψει με τέτοιο τρόπο που δεν θα έβλαπτε το περιβάλλον ούτε τα αποθέματα νερού. Η ασφαλιστική εταιρεία του κτηνοτρόφου δεν κάλυψε τη ζημιά, επειδή δεν υπήρχε εντολή από το κράτος για να θανατωθεί το κοπάδι. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε, ο κτηνοτρόφος απάντησε, "Γιατί αυτό ήταν το σωστό".
    Ρώτησα το Ντι γιατί είχε βάλει το άρθρο στον τοίχο. Φαντάστηκα ότι θα είχε κάποια σχέση ή συγγένεια με τον κτηνοτρόφο. Μου είπε ότι δεν τον είχε δει ποτέ στη ζωή του, αλλά ότι αυτός ο κτηνοτρόφος αποτελούσε πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν, γιατί ήταν πρότυπο ακεραιότητας, αξιοπιστίας και τιμιότητας. Επίσης μου είπε ότι έτσι συμπεριφερόταν και ο ίδιος στην επιχείρησή του και ότι θα ήθελε ο κόσμος να μιλά γι’ αυτόν, όπως μίλαγε εκείνος για τον κτηνοτρόφο.
     Είχα εντυπωσιαστεί πολύ και με τον κτηνοτρόφο και με τον Ντι. Μετά από ένα χρόνο, με δική μου παραίνεση, ο γιος μου πήγε ως μαθητευόμενος μηχανικός στο συνεργείο αυτοκινήτων του Ντι. Ήθελα ο γιος μου να μαθητεύσει κοντά στον Ντι, γιατί όχι μόνο ήταν καλός μηχανικός, αλλά κυρίως γιατί ήταν τίμιος άνθρωπος με μεγάλη ακεραιότητα. Μακάρι να ειπωθεί αυτό και για μένα κάποια μέρα.

Ντένις Τ. ΜακΚόλι

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την Ψυχή στο χώρο της δουλειάς, εκδ. Διόπτρα σελ. 95-96)
  

«Μιά για πάντα, σας δίνεται ένας συνοπτικός κανόνας:

Αγαπάτε και κάντε ό,τι θέλετε·

εάν σιωπάτε, να σιωπάτε από αγάπη·

εάν φωνάζετε, φωνάξτε από αγάπη·

εάν ελέγχετε, να ελέγξετε από αγάπη·

εάν δείχνετε έλεος, να δείχνετε έλεος από αγάπη·

ας είναι η αγάπη, η εσωτερική ρίζα,

γιατί από αυτήν την ρίζα τίποτα άλλο δεν μπορεί να βλαστήσει,

παρά μόνο το καλό»

(Αγίου Αυγουστίνου, In Epistolam Joannis ad Parthos, 7,8. PL 35,2033 στο «Θεραπεία της Ψυχής» Αλεξίου ιερομονάχου, εκδ. Αρμός σελ.285-286)

 

Σελίδα 1 από 5