Ευρισκόμενος ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου (1547-17 Δεκεμβρίου 1622) εις την χώραν, έτυχε να ανοίξουν τάφον τινά εις τον ναόν του Αγίου Νικολάου των ξένων (ούτω καλούμενον, διότι εκεί ενταφιάζονται οι ξένοι, όστις είναι και η Επισκοπή της αυτής χώρας), δια να ενταφιάσουν άλλο λείψανον και και εκεί εύρον εν σώμα γυναικός, ήτις ήτο προ καιρού αποθαμμένη και ήτο άλυτον με τα ιμάτιά του, διότι απέθανε με δεσμόν αφορισμού η ταλαίπωρος.

Ήλθον όθεν οι συγγενείς της και προσέπεσον εις τους πόδας του Αγίου, παρακαλούντες αυτόν με δάκρυα να υπάγη εις τον άνωθεν ναόν, να αναγνώση ευχήν συγχωρητικήν εις εκείνο το δεδεμένον σώμα, ίσως και ο Κύριος ήθελεν εισακούσει την δέησίν του.

Ευσπλαγχνισθείς ο Άγιος τα δάκρυά των επήγεν εις αυτόν τον ναόν νύκτα βαθείαν, έχων εις την συνοδείαν του τον ρηθέντα διάκονον και τον εφημέριον του αυτού ναού και θεωρών το πτώμα εκείνο, προστάσσει να το εκβάλουν έξω από τον τάφον και να το στήσουν ορθόν εις εν στασίδιον της εκκλησίας.

Τότε φορών το επιτραχήλιόν του και το ωμοφόριον, κλίνας τα γόνατα και προσευχόμενος ώραν ικανήν, εδέετο  του Θεού με θερμά δάκρυα να λύση από τον δεσμό του αφορισμού το άλυτον εκείνο σώμα, αναγινώσκων αυτώ την συγχωρητικήν ευχήν.

Και (ω του θαύματος!) ως να ήτο εμψυχον το άπνουν εκείνο σώμα, κλίναν την κεφαλήν με κάποιον σχήμα προσκυνήσεως προς τον Άγιον, τάχα δια ευχαριστίαν της μεγάλης χάριτος, την οποίαν έλαβεν, έπεσε κατά γης και διελύθη παντελώς εις χώμα και οστά.

Ο δε Άγιος, ως ταπεινόφρων, έβαλε και εις τούτο επιτίμιον προς τους εκεί παρεστώτας, να μην το φανερώσουν ζώντος αυτού εις τινα.

Παρόμοιον θαύμα έκαμε και εις άλλου ανδρός αφωρισμένον λείψανον, εις το χωρίον Καταστάριον.
(Μέγας Συναξαριστής,Βίκτωρος Ματθαίου, τόμος ΙΒ΄,σελ. 440-441)

Στα νεανικά του χρόνια (ο γέρων της Πάτμου Αμφιλόχιος Μακρής, 1889-1970) η άσκηση και κάποιο κρυολόγημα τον κάμπτουν.

Ο Αμφιλόχιος αρρώστησε, έκαμε αιμοπτύσεις από τις υπερβολές  (λέγουν οι άλλοι χίλιες μετάνοιες στο εικοσιτετράωρο και με ελάχιστο φαγητό). Μοναχός τον αποκαλεί «χαρτένιο».

Του συνιστούν να επισκεφθή την Σμύρνη για καλύτερες εξετάσεις (αυτό ήταν το κέντρο της εποχής του, αφού ήταν ακόμη τουρκοκρατούμενα τα Δωδεκάνησα). Μου διηγείτο αργότερα ο ίδιος:
- Το πλοίο έφθασε στην Σμύρνη σούρουπο. Η ψυχή μου ήταν γεμάτη χαρά και νοσταλγία που θα έβλεπα από κοντά μια από τις Εκκλησίες της Αποκαλύψεως.

Δυστυχώς, οι παραλίες ήταν γεμάτες ανθρώπους άσεμνα ενδεδυμένους, που απροκάλυπτα ασελγούσαν. Ρώτησα αν είναι Τούρκοι ή Ρωμιοί και μου απάντησαν: «Έλληνες και μάλιστα χριστιανοί».

Με καρδιά βεβαρημένη κατέβηκα από το πλοίο και άρχισα να περιφέρωμαι στην πόλη. Καθ’ εαυτόν διερωτώμουνα:

«Αυτή είναι η Εκκλησία του Πολυκάρπου του ιερομάρτυρος και τόσων άλλων Μαρτύρων και Αγίων;», οπότε ξάφνου παρουσιάστηκε μπροστά μου ένας γέροντας κληρικός και μου λέγει: «Αμφιλόχιε, μη λυπήσαι. Θα έρθη εποχή, που η φωτιά θα κάψη όλα όσα βλέπεις· θα μπη από την μια μεριά της πόλης και θα βγη στην άλλη».

Το γεροντάκι έγινε άφαντο.

Πράγματι, παιδιά μου, δεν πέρασαν πολλά χρόνια και παντού ακούστηκε: «Οι Τούρκοι έκαψαν την όμορφη και ξακουστή πόλη της Σμύρνης».

(από το βιβλίο: Πνευματική συμπόρευσις, Γρηγορίου μοναχού Κουβαρίτου,Ιερά Μονή Δοχειαρίου,Άγιον Όρος, 2014,  σελ. 26)

Αγιότητα είναι…
Αγιότητα είναι μια βαθιά ευαισθησία. Μια βαθιά ποιητική ματιά που μπορεί να μεταμορφώνει τα πάντα σε άγγιγμα ψυχής. Ο άγιος είναι ποιητής και ευαίσθητος. «Για να γίνει κανείς Χριστιανός, πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής. “Χοντρές” ψυχές κοντά Του ο Χριστός δεν θέλει» (άγ. Πορφύριος).
Ο άγιος αγαπάει ακόμη κα τα μη αξιαγάπητα. Εκείνον που όλοι θα περιφρονούσαν με μεγάλη χαρά, η αγιότητα τον μαζεύει, τον αγκαλιάζει, τον φιλά με πάθος μέχρι να τον θεραπεύσει.
Η αγιότητα μεταμορφώνει τα έρημα. Κυκλώνει τα διεσπαρμένα. Ενώνει τα διαιρεμένα. Μπορεί και αντέχει πάνω και πέρα από τις πληγές και τις καταστροφές. Κοιτάει εκεί που δεν κοιτάει κανείς άλλος. Δεν χωρίζει τα πράγματα σε καλά και κακά. Δεν τους βάζει ταμπέλες. Δεν κατηγοριοποιεί τη ζωή σε ανώτερη και κατώτερη. Δεν διχάζει, δεν μοιράζει, δεν αποσπά, ενώνει, συνενώνει, και δυναμώνει το αδύνατο να συμβεί και το όνειρο να πραγματωθεί.
Η αγιότητα είναι μια βαθιά ποίηση που συντονίζει το σύμπαν στους στίχους του δημιουργού του. Είναι ο ίδιος ο Χριστός που μέσα από τον άγιο μιλάει ξανά για την αγάπη. Που μέσα από την ματιά του αγίου στέλνει το τρυφερό βλέμμα Του σε όλους τους κουρασμένους. Στους αποτυχημένους και τους κουρελιασμένους στις μάχες της ζωής. Μια τεράστια αγκαλιά να ξαποστάσουν πάντες.
Η αγιότητα είναι μεταξένια αίσθηση της ζωής. Ευαισθησία που ξαναζωντανεύει εντός μας την ματιά του παραδείσου. Τότε που τα πάντα ήταν έκπληξη και θαυμασμός. Τότε που τίποτε δεν ήταν βαρετά το ίδιο ή επαναλαμβανόμενο. Η αγιότητα αναδεικνύει ξανά την ξεχασμένη μας παιδικότητα. Εκείνο το ξάφνιασμα μπροστά στο μυστήριο της ζωής.
Η αγιότητα δεν είναι τελειότητα, μα αποδοχή της ασημαντότητας. Δεν είναι επιτυχία μα δώρο. Δεν είναι κατόρθωμα αλλά χάρισμα. Δεν είναι δύναμη μα κένωση και άδειασμα. Ταπείνωση και εκούσια απόσυρση από τα φώτα του ψεύτικου, πρόσκαιρου και μάταιου.
Δεν αγιάζουν οι αναμάρτητοι μα εκείνοι που άντεξαν να δουν τις αμαρτίες τους. Να τις ακουμπήσουν δίχως να φοβούνται μη λερωθούν και χαλάσει το προφίλ τους. Είναι ανώτερος, λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, εκείνος που είδε τις αμαρτίες του από εκείνον που ανέστησε νεκρούς.
Ο άγιος δεν ξέρει ότι είναι άγιος. Εάν το ήξερε, απλά δεν θα ήταν. Όπως ο αθώος δεν γνωρίζει την αθωότητά του. Πολλώ δε μάλλον δεν την προασπίζει. Αθωότητα που προασπίζεται είναι «ευγενής» ναρκισσισμός. Ο άγιος το μόνο που γνωρίζει είναι η έντονη παρουσία του Χριστού εντός του.
Βιώνει μια εσωτερική αποδοχή του Θεού. Μια αγκαλιά που δεν τον κρίνει, παρά μονάχα τον καλύπτει από το ψύχος του κόσμου τούτου.
Ο άγιος μονάχα αγαπά. Γιατί ο ίδιος έχει βιώσει την αγάπη του Θεού. Ξέρει από πάθη και οδύνη. Γνωρίζει τι σημαίνει υπαρξιακή αστοχία, λάθος, σφάλμα και πτώση, γιατί δεν γεννήθηκε άγιος, ούτε τέλειος, μα ούτε προνομιούχος. Πόνεσε, έπεσε, έπαθε, έμαθε. Έτσι μας καταλαβαίνει, μας κατανοεί και ποτέ δεν μας κρίνει. Μονάχα μας αγαπά. Παντού και πάντοτε.
Ο άγιος δεν απορρίπτει. Αποδέχεται απόλυτα, διακρίνοντας την πράξη από το πρόσωπο. Την πράξη την επικρίνει, το ανθρώπινο πρόσωπο ποτέ. Το καταλαβαίνει και το συμπαθεί. Όχι ηθικά. Μα οντολογικά. Γνωρίζει ότι αυτός είναι ο άνθρωπος. Φοβισμένος, τραυματισμένος, χαμένος και πτωτικός.

Εκφράζοντας το πνεύμα του Χριστού, συγχωρεί όχι μια πράξη, αλλά τον όλο άνθρωπο. Όπως το έκανε ο Χριστός. Δεν σώζει τον άνθρωπο από τις αμαρτίες του απλώς, αλλά μεταμορφώνει τη σύνολη φύση του.
Η αγιότητα είναι ένα παράθυρο για να μπορούν εκείνοι που θέλουν και το επιθυμούν, να κοιτάζουν την βασιλεία του Θεού.

(π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Κάθε τέλος μια αρχή, εκδ. Αρμός, σελ.9-12)

Όλα τα δάκρυα δεν είναι καθαρά…
Έπεσες, αμάρτησες, αστόχησες, δηλαδή δεν υπάρχεις σε πληρότητα ζωής όπως ο Χριστός μας αποκάλυψε. Τώρα πλέον έχεις χάσει τη χαρά σου. Ναι, γιατί η χαρά σου ήταν τα κατορθώματά σου. Τα επιτεύγματά σου και όχι ο Θεός. Δεν έπαιρνες τη χαρά από τη σχέση, αλλά από τον νόμο. Η τήρηση ενός νόμου, ενός κανόνα, ήταν που σου έδινε ειρήνη και όχι η σχέση σου με τον Θεό.
Ξέρεις για τι διψάει ο εγωισμός; Για έλεγχο. Θέλει να ελέγχει τα πάντα. Δώσε του νόμους, κανόνες και διατάξεις. Να μπορεί να κυριαρχεί εφαρμόζοντάς τις. Να ικανοποιείται και να αυτοδοξάζεται. Μην του δώσεις όμως σχέση. Μην του δώσεις αβεβαιότητα, ρίσκο, δόσιμο. Εκεί ασφυκτιά. Οι περισσότεροι θρησκευόμενοι αναπαύονται στην τήρηση κανόνων, ώστε να ελέγχουν τη σωτηρία τους. Να την καθορίζουν. Να μετράνε τις αποτυχίες τους, να ξέρουν τι θα αφαιρέσουν και τι θα προσθέσουν στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν και να κερδίσουν τον παράδεισο. Για την δική τους αντίληψη ο παράδεισος είναι επίτευγμα μιας συγκεκριμένης προσπάθειας. Τον κερδίζουν με την αξία τους, γιατί αγωνίστηκαν. Βλέπεις ο εγωισμός μας δεν δέχεται τα δώρα του Θεού. Κι όμως κανείς ποτέ δεν θα είναι άξιος για τον παράδεισο. Σε όλους θα δωριστεί από αγάπη και έλεος.
Αυτή η αίσθηση ότι ο Θεός κατακτιέται, ότι ο παράδεισος ανοίγεται με το έτσι θέλω των δικών μας ατομικών κατορθωμάτων, απέχει πάρα πολύ από την Βασιλεία του Θεού. Γιατί εκεί δεν κυριαρχεί το μέτρημα, αλλά το δόσιμο.
Οι περισσότεροι από εμάς, ακόμη κι όταν εντός του πνευματικού μας αγώνα μιλάμε για αμαρτία, πτώση στα πάθη και μετάνοια, έχουμε μια ψυχολογικού τύπου κατανόηση. Όταν λέει κάποιος πιστός «νιώθω ανάξιος», δεν το λέει σε σχέση με τον Θεό, αλλά κυρίως σε σχέση με τον εαυτό του. Νιώθει ανάξιος, γιατί δεν είναι πλέον αυτό που περίμενε ή θα ήθελε να είναι. Δεν έκανε αυτό που πίστευε ότι μπορεί. Έχει κατατριφθεί εντός του η ειδωλική εικόνα του. Αισθανόταν άξιος όχι χάριν της αγάπης, της αποδοχής και της θυσίας του Χριστού, αλλά χάριν των φαντασιακών αρετών του.
Τώρα αισθάνεται ενοχές. Γιατί άραγε; Μα γιατί δεν πίστεψε ποτέ στην δικαιοσύνη του Θεού που είναι έλεος και αγάπη, αλλά στην δική του δικαιοσύνη, στο νόμο του Εγώ του.
Τώρα νιώθει αποτυχημένος, γιατί δόμησε την επιτυχία του στην έξωθεν καλή μαρτυρία και όχι στην έσωθεν ειρήνη με τον Θεό. Νιώθει ντροπή, γιατί έμαθε να κρίνεται στο βλέμμα του άλλου, στη γνώμη του άλλου, και όχι στο ιλαρό βλέμμα του Χριστού.
Αισθάνεται ότι πλέον δεν τον αγαπάει ο Θεός, αλλά ξεχνά ότι ο Θεός που μας απεκάλυψε ο Ιησούς Χριστός, βρέχει επί δικαίους και αδίκους, και κατά τους Πατέρες της εκκλησίας είναι αμετάβλητος και απαθής. Δεν μεταβάλλεται, δεν έχει συναισθήματα, δεν μας αγαπάει σήμερα περισσότερο , γιατί είμαστε «καλά παιδιά», και αύριο λιγότερο, γιατί είμαστε «κακά παιδιά». Μόνο μας αγαπάει. Πάντα το ίδιο παράφορα, ως μανικός εραστής, κατά τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή. Εμείς πρέπει να προσπαθήσουμε να συνδεθούμε μαζί Του και να αισθανθούμε την αγάπη Του. Δεν άλλαξε Εκείνος, εμείς δεν μπορούμε να αλλάξουμε για να αισθανθούμε την αγαπητική παρουσία Του.
Τώρα θρηνούμε και κλαίμε. Γιατί; Γιατί χάσαμε τη σχέση με τον Θεό; Μας ενδιαφέρει πραγματικά το πρόσωπό Του; Θέλουμε την παρουσία Του στη ζωή μας;
Μήπως να κοιτάξουμε πιο βαθιά μέσα μας; Να δούμε, είναι άραγε τα δάκρυά μας για τον Χριστό που χάνουμε; Μήπως κλαίμε θρηνώντας την ιδεατή εικόνα μας; Η παντοκρατορία του Εγώ μας τρέμει. Γιατί πάνω κι από τον Θεό πιστεύουμε στα ατομικά μας κατορθώματα. Άλλωστε όλα τα δάκρυα δεν είναι καθαρά. Υπάρχουν και θολά δάκρυα.


(π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Κάθε τέλος μια αρχή, εκδ. Αρμός, σελ.85-88)

Αμαρτία – μια ευρύτερη προσέγγιση
...
Για την αμαρτία μόλις μίλησα. Η ηθική, πάλι, είναι μια εξωτερική πλευρά από κάτι που βρίσκουμε στην Αγία Γραφή. Ο Χριστός μάς δίνει εντολές, δίνει το παράδειγμα πώς να είμαστε, πώς να ζούμε. Και μπορούμε είτε να προσπαθήσουμε να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές αυτές, είτε να αναρωτηθούμε τι είδους άνθρωπος πρόκειται να γίνω έτσι ώστε αυτές οι εντολές, αυτό το παράδειγμα να είναι η φυσική μου συμπεριφορά, το είναι μου. Και τότε η ηθική παύει πλέον να είναι ένα σύστημα εντολών, καθηκόντων, υποχρεώσεων. Προχωρά ένα βήμα βαθύτερα, περιγράφοντας τι πρέπει να είμαι -και όχι τι πρέπει να κάνω- ώστε να είμαι ένα αληθινό ον και όχι ένας υπ-άνθρωπος όπως όλοι είμαστε – διότι το μόνο ανθρώπινο ον είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός.
Όσο για την αποδεκτή ή μη συμπεριφορά από κοινωνικής πλευράς, αυτή εξαρτάται από το γενικότερο πλαίσιο. Υπάρχουν ιστορικές περίοδοι κατά τις οποίες οι κοινωνικές πιέσεις μάς καλούν ή μας αναγκάζουν να ακολουθήσουμε τον Χριστό. Υπάρχουν άλλες που μας απομακρύνουν. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να κράταμε τη θέση μας και να δείχνουμε τη διαφορά μας χωρίς όμως να απορρίπτουμε τους γύρω μας, να δεχόμαστε να είμαστε διαφορετικοί, να έχουμε διαφορετικές αρχές και να υποστηρίζουμε ότι αυτές είναι οι ανθρώπινες αρχές κaαι οι άλλες όχι.
Είναι ξεκάθαρο ότι, αν ο καθένας μας αναρωτιόταν, “Είμαι ως άτομο αυτό που αισθάνομαι πως θα ήθελα να είμαι;”, θα βρίσκαμε μια σειρά από πράγματα με τα οποία δεν θα είμαστε ευχαριστημένοι, μικρά ή μεγάλα. Ο όρος “μικρά ή μεγάλα” είναι ανακριβής, γιατί μερικές φορές κάνουμε κάτι που φαίνεται πολύ δραματικό, αλλά στην πραγματικότητα δεν κάνει και πολύ κακό, ενώ άλλοτε κάνουμε κάτι πολύ μικρό που είναι πολύ καταστρεπτικό και δηλητηριώδες. Ξέρετε, μπορεί κανείς να μαλώσει πολύ, με κάποιον που αγαπά, και ο καβγάς τελειώνει σαν καλοκαιρινή καταιγίδα. Ή πάλι μπορεί με όλο το δηλητήριο που έχει μέσα του να πει σε κάποιον που θέλει να τον βοηθήσει “Όχι, ευχαριστώ”, κι αυτό να περιέχει πολύ περισσότερη κακία από τον προηγούμενο “καβγά”. Επομένως τα αμαρτήματα, θανάσιμα και συγχωρητέα, δεν πρέπει να μπαίνουν σε κατηγορίες. Είναι πολύ επικίνδυνο.
...
Θυμάμαι κάποτε μια ενορίτισσά μας που μου είπε: “Πάτερ Αντώνιε, γιατί δεν μου φανερώνεις ποιά είναι τα λάθη μου; Δεν θέλω να είμαι κακός άνθρωπος”. Της απάντησα: “Μη σε νοιάζει, δεν θα καταδικαστείς για τα λάθη σου, ο Θεός θα στα συγχωρήσει. Θα καταδικαστείς για τις αρετές σου, γιατί πληρώνουμε γι'αυτές”. Αυτή ήταν μια γυναίκα που αποκάλυπτε ανελέητα στον καθένα ό,τι σκεφόταν για 'κείνον. Και ήταν εξίσου ανελέητη στις πράξεις της όπως και στα λόγια της. Κόστιζε σε όλους μας ακριβά το να υπάρχει ένα τόσο αδίστακτα άγιο άτομο στον περίγυρό μας. Όλους μας μάς βάραινε η αγιοσύνη της, ενώ αναπνέαμε τη στιγμή του αμαρτήματος. Κατά κάποιον τρόπο οι αρετές ήσαν διαβολικές. Αυτή, λοιπόν, είναι μια άλλη άποψη που μπορούμε να διεργαστούμε. Ποιά, δηλαδή, είναι τα θετικά μας στοιχεία που βασανίζουν τους γύρω μας και ποιά είναι τα αρνητικά μας στοιχεία που πληγώνουν και βλάπτουν τους γύρω μας; Αυτή είναι μια δυσάρεστη άσκηση, γιατί το να ανακαλύπτεις τα αρνητικά στοιχεία σου εσύ ο ίδιος είναι αρκετά δυσάρεστο, όμως το να σου τα φανερώνουν οι άλλοι είναι πέρα για πέρα δυσάρεστο.
...
Έχω ακόμη κάτι να πω: Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν μερικές αμαρτίες που είναι καλύτερες από άλλες, όμως αυτό που γνωρίζω είναι ότι μερικές φορές δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε κάτι απλά και μόνο κόβοντάς το. Συχνά πρέπει να υπάρξει κάτι σαν ενδιάμεση κατάσταση, η οποία αυτή καθαυτή δεν είναι καλή, αλλά που θα καταστήσει τη νίκη εφικτή. Έχω συχνά αναφερθεί, π.χ., σε μια παράγραφο από τη ζωή του Γκάντι, στην οποία μας διηγείται ότι κατά το τέλος της καριέρας του είχε κατηγορηθεί ότι έλεγε ψέμματα, ότι δηλαδή στην αρχή είχε κηρύξει να κάνουν απεργία στα λιμάνια και μόνο όταν ύπηρξε θετική έκβαση, τότε μόνο μίλησε για μη-βία.

Αλλά ο Γκάντι είπε: “Όχι, δεν το καταλάβατε καθόλου. Είδα αυτούς τους ανθρώπους και κατάλαβα ότι ήταν δειλοί. Το να τους παροτρύνω να είναι ταπεινοί και πράοι θα ήταν σα να έκτιζα ένα ευγενές οικοδόμημα πάνω στη δειλία τους. Τους δίδαξα τη βία για να ξεπεράσουν τη δειλία τους, και τους δίδαξα τη μη-βία για να ξεπεράσουν τη βία”.
Πιστεύω ότι έτσι έχουν τα πράγματα για περισσότερους από ένα λόγους. Πιστεύω, π.χ., ότι όταν ο μόνος σκοπός στη ζωή κάποιου είναι η φιλοδοξία, το να σκοτώσεις τη φιλοδοξία του μπορεί να ισοδυναμεί με το να σκοτώσεις το μόνο πράγμα που του δίνει δύναμη. Άφησέ τον να πετύχει κάτι και μετά κάνε τον να ξεπεράσει τη φιλοδοξία του, τότε που θα έχει ανακαλύψει κάτι καλύτερο από την προσωπική φιλοδοξία, κάτι που θα είναι μεγαλύτερο και ευγενές από μόνο του. Δεν μπορείς πάντα να σκοτώνεις ό,τι είναι κακό, γιατί μερικές φορές δε μένει τίποτε ή μένει πολύ λίγο, με το οποίο πρέπει να ζήσει.
Θυμάμαι τις Ιστορίες του Χασιντίμ, του Μάρτιν Μπούμπερ. Αναφέρονται σε κάποιον που πηγαίνει σε έναν Ραβίνο και τον ρωτά: “Πώς μπορώ να σταματήσω τις άσκοπες σκέψεις μου;”. Και ο Ραβίνος του απαντά: “Μην προσπαθείς, διότι δεν έχεις άλλες. Προσπάθησε όμως να βάλεις μια-μια τις πραγματικές σκέψεις στη σειρά και τότε αυτές θα κάνουν πέρα τις άλλες, τις άσκοπες”. Διότι δεν είναι δυνατόν κάποιος να καλύψει ένα κενό χώρο. Στην Αγία Γραφή διαβάζουμε γι'αυτόν που έδιωξε ένα διάβολο από το δωμάτιό του, αλλά το άφησε αφύλακτο. Μετά ο διάβολος επέστρεψε, έριξε μια ματιά, βρήκε το δωμάτιο καθαρό και τακτικό, και γύρισε για να ζήσει εκεί μαζί με ολόκληρη παρέα από διαβόλους. Επομένως δεν είναι απλή υπόθεση, δεν μπορείς να πεις σε κάποιον, “Είσαι περήφανος, γίνε ταπεινός”, ή “Είσαι ανυπόμονος, γίνε υπομονετικός”. Υπάρχουν τρόποι που μπορούμε να εξασκούμαστε.

“On sin”
Metropolitan Anthony: contributions to panel discussion, 23.2.1984

(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 67-71)

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο τρελο-Γιάννης».

Ονομάζομαι Γιώργος… Γεννήθηκα σε ένα χωριό της Μεσσηνίας αλλά από την εφηβική σχεδόν ηλικία ήρθα στην Αθήνα για να δουλέψω. Με το ζόρι τελείωσα την Γ’ τάξη Γυμνασίου.

Δεν τα αγαπούσα και πολύ τα γράμματα. Ένας θείος μου είχε κατάστημα στην κεντρική Λαχαναγορά στο Ρέντη και με πήρε στη δούλεψή του. Έπιανα δουλειά τα χαράματα και σχολούσα πριν το μεσημέρι. Είχαμε είδη μαναβικής.

Η καθημερινή ασχολία μου, εκτός της εργασίας, όμως, ήταν η ομάδα του Ολυμπιακού και οι γυναίκες.

Με την ποδοσφαιρική ομάδα του Ολυμπιακού είχα αναπτύξει μία ψυχική σύνδεση που επηρέαζε σχεδόν όλη τη ζωή μου. Η πορεία της ομάδας κατά κάποιο περίεργο τρόπο έπαιζε ουσιαστικό ρόλο στην καθημερινότητά μου. Χαιρόμουν και γλεντούσα με τις νίκες. Έπινα, χόρευα, φώναζα. Ένιωθα ευτυχής. Απογοητευόμουν και απελπιζόμουν με τις ήττες και τα έσπαγα. Τσακωνόμουν, απομονωνόμουν απ’ όλους. Και με το ζόρι πήγαινα ακόμη και στη δουλειά. Η άλλη ασχολία μου ήταν οι γυναίκες. Όλα σχεδόν τα χρήματα τα σπαταλούσα ως έφηβος σε επισκέψεις σε οίκους ανοχής και σε μπαρ με γυναίκες. Ο κοινωνικός περίγυρος των φίλων μου με είχε κάνει να βλέπω κάθε γυναίκα ως κινούμενο δοχείο ηδονής. Τη θεωρούσα αδύναμη και υποβαθμισμένη και δεν σας κρύβω πως πολλές φορές βιαιοπραγούσα πάνω της. Επίκεντρο στις σχέσεις που δημιουργούσα ήταν η επίδειξη δύναμης και ανδρικού εγωισμού.

«Αντιπολίτευση» η Εκκλησία

Όπως καταλαβαίνετε μ’ όλα αυτά ήταν φυσικό να βλέπω την Εκκλησία ως «αντιπολίτευση» στην άσωτη ζωή μου. Η όποια σχέση μου με την Εκκλησία οφείλεται στη μάνα μου και στη γυναίκα μου. «Δεν φοβάσαι το Θεό, βρε παιδί μου;» έλεγε η καημένη η μάνα μου, όταν καταλάβαινε πως παραστρατούσα. «Μείνε εσύ, ρε μάνα, μία ζωή με τα παραμύθια των παπάδων. Δεν βλέπεις πως η ζωή πάει μπροστά. Κοίταξε μωρέ να γλεντήσεις και να περνάς καλά και άσε τα περί του Θεού. Τον είδες μωρέ ποτέ το Θεό;» της απαντούσα. Εκείνη κουνούσε το κεφάλι και δεν μιλούσε. Μόνο με σταύρωνε. […]

Αργότερα ο Γιάννης παντρεύτηκε μία πολύ καλή κοπέλα με πνευματική ζωή, την Ελευθερία, αλλά έμεινε αδιόρθωτος και συνέχισε την ίδια άσωτη ζωή. Παρακολουθείστε τη συνέχεια εν συντομία:

[…]

Βέβαια το όλο σκεπτικό περί των γυναικών με εμπόδιζε να της συμπεριφέρομαι ισότιμα. Πολλές φορές ξέφευγα και την απατούσα. Έφθασα στο σημείο να δημιουργήσω ερωτική σχέση με την ξαδέλφη της, η οποία ήταν παντρεμένη! Τα ισοπέδωνα όλα μπροστά στο πάθος και στη νοοτροπία να αντιμετωπίζω κάθε γυναίκα ως δοχείο ηδονής. Αυτή ακριβώς την περίοδο άρχισαν και τα οικονομικά προβλήματα στο σπίτι, μιας και η ξαδέλφη ζητούσε συνεχώς χρήματα προκειμένου να δικαιολογείται στον άνδρα της ότι δήθεν εργάζεται ως πλασιέ! Με μαθητική ακρίβεια καταστρέφονταν δυο οικογένειες. Δεν σας κρύβω πως πέραν των κινδύνων της αποκάλυψης ένιωθα διαρκώς να με σφίγγει μία θηλιά στο λαιμό. Ήμουν για πρώτη φορά στη ζωή μου σε αδιέξοδο.

Και δεν έφθαναν όλα αυτά ήρθε και η αρρώστια της κόρης μου, η οποία εντελώς ξαφνικά παρουσίασε φύσημα στην καρδιά. Οι γιατροί στο Ωνάσειο (νοσοκομείο) μας έλεγαν πως δεν θα αποφύγει το χειρουργείο. Η γυναίκα μου όμως, είχε την ελπίδα της στον Χριστό και την Παναγία και προσευχόταν να μην μπει η Θεοδωρίτσα μας σ’ αυτή την περιπέτεια. Τελικά έγινε καλά προς έκπληξη όλων ακόμη και των γιατρών! Η Ουρανία μιλούσε για θαύμα αλλά εγώ απέδιδα τη θεραπεία της στα φάρμακα που της έδωσαν… Τόσο μυαλό είχα τότε!

Έβλεπα την καλοσύνη της Ουρανίας και έφτυνα τον ίδιο μου τον εαυτό. Προσπαθούσα απεγνωσμένα να βρω ελαττώματα στη γυναίκα μου για να δικαιολογήσω τις παράνομες πράξεις μου. Την άφηνα χωρίς λεφτά, λέγοντας πως δεν πάει η δουλειά καλά. Ξεσπούσα στα παιδιά χωρίς να φταίνε σε τίποτε. Και εκείνη η κακομοίρα έλεγε. «Δεν πειράζει Γιώργο, ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει. Θα δώσει ο Θεός! Εσύ να είσαι καλά».

Και ο Θεός πράγματι έδωσε αυτό το ευλογημένο δρομολόγιο στη γειτονιά του αγγέλου Ιωάννη. Γιατί για μένα ο μακαρίτης ήταν ο φύλακας άγγελος που με τράβηξε μέσα από το βούρκο της ακολασίας. Μόνο τρελός δεν ήταν. Τετρακόσια τα είχε γιατί έβλεπε με άλλα μάτια. Η μόνη τρέλα του ήταν η αγάπη του προς τον Χριστό. […]

—Γιώργο από σήμερα φόρεσες για καλά τη φανέλα –όχι του Ολυμπιακού- αλλά του ουρανού. Το αν θα γίνεις καλός παίχτης και βάζεις γκολ εξαρτάται αποκλειστικά από σένα. Να πάρε αυτό το χαρτί. Περιγράφει τις μπάλες του ουρανού. Κοίταξε να παίζεις μ’ αυτές καλά και να γεμίσεις τα δίκτυα με πολλά γκολ. Το χαρτί έγραφε τις δέκα εντολές. Να ξέρεις ακόμη ότι τα πόδια σου γίνονται δυνατά και άτρωτα με την ταπείνωση και τη θυσία. Και την ταπείνωση και τη θυσία θα τη μάθεις από τον γέροντα προπονητή στη θεία εξομολόγηση και στη θεία Κοινωνία. Πιστεύω πως θα γίνεις πολύ δυνατός σέντερ-φορ!… […]

Από τότε ανέπτυξα μια πολύ καλή σχέση με τον μακαρίτη. Γνώρισε την Ουρανία και τα παιδιά. Τον είχα ρωτήσει μάλιστα πώς γνώριζε όλα αυτά που μου αποκάλυψε. Και εκείνος εντελώς φυσιολογικά απάντησε. —Να, είδα το φύλακα άγγελό σου, που στεκόταν απόμερα και έκλαιγε και τον ρώτησα, γιατί κλαίει… Τώρα όμως είναι πολύ χαρούμενος!

Οι ψεύτες!

Ένας ιεροκήρυκας κάποτε θέλησε να δοκιμάσει τους ακροατές του αν παρακολουθούν με προσοχή τα κηρύγματά του και να τηρούν όσα τους λέει. Τους ανήγγειλε λοιπόν:
- Χριστιανοί μου, την άλλη Κυριακή θέλω να σας μιλήσω για το ψέμμα. Θέλω όμως να προετοιμαστείτε κατάλληλα κι εσείς, για να εμπεδώσουμε καλύτερα τις αλήθειες του ευαγγελίου. Γι’ αυτό μέχρι τότε σας παρακαλώ να διαβάσετε καλά το κεφάλαιο 27 του κατά Μάρκον Ευαγγελίου.
 Την άλλη Κυριακή ο ιεροκήρυκας ξεκινάει να κάνει το κήρυγμά του και λέει:
- Ποιοι από σας διάβασαν το κεφάλαιο 27 του κατά Μάρκον Ευαγγελίου;
Άρχισαν να σηκώνονται δειλά δειλά κάποια χέρια και σε λίγο οι περισσότεροι είχαν σηκώσει το χέρι τους.
- Βλέπετε, λοιπόν; συνεχίζει ο ιεροκήρυκας. Διαπιστώνετε μόνοι σας πόσο απαραίτητο είναι το κήρυγμα για το ψέμμα, αφού κεφάλαιο 27 δεν υπάρχει στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο! (Ως γνωστό, το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο έχει μόνο 16 κεφάλαια).
Κι οι ακροατές έσκυψαν το κεφάλι τους ντροπιασμένοι.

(Πέτρου Μπότση, Αποφθέγματα και ανέκδοτα, Αθήνα 2002, σελ. 130)

Κεφάλαιο 15: Κατά πόσο μπορούν οι δαίμονες να γνωρίζουν τις σκέψεις των ανθρώπων.

ΑΒΒΑΣ ΣΕΡΗΝΟΣ: Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι τα πονηρά πνεύματα μπορούν να γνωρίζουν τη φύση των λογισμών μας. Αλλά αυτό γίνεται μόνο εξωτερικά, από συμπεράσματα που στηρίζονται σε κάποια φαινόμενα, όπως είναι αυτά που εκφράζουν τις διαθέσεις μας ή τα λόγια μας ή ακόμα και οι ασχολίες, στις οποίες βλέπουν ότι έχουμε ιδιαίτερη κλίση. Αλλά οι λογισμοί, που δεν έχουν ακόμα βγει από τα βάθη της ψυχής μας, τους είναι εντελώς απρόσιτοι.
Αν οι λογισμοί που μας υποβάλλουν  οι δαίμονες έχουν γίνει αποδεκτοί από εμάς ή όχι, αυτό δεν το γνωρίζουν οι δαίμονες. Επειδή αυτοί έχουν τη δυνατότητα της κοινωνίας με την ψυχή μας – δηλαδή είναι σε θέση να παρακολουθήσουν την εσωτερική διεργασία των λογισμών μας, η οποία είναι καλυμμένη και άγνωστη – αλλά το αντιλαμβάνονται από τις εξωτερικές μας κινήσεις και από τις ενδείξεις που παρουσιάζει η συμπεριφορά μας.

Υποβάλλουν για παράδειγμα στον άνθρωπο τη ροπή προς το πάθος της λαιμαργίας. Αν δουν τον άνθρωπο να σηκώνεται και να κυττάζει προς το παράθυρο ή προς το μέρος του ήλιου σκεπτικά και να ζητά να μάθει εναγώνια τι ώρα είναι, τότε πληροφορούνται με αυτό το σημάδι ότι ο πειρασμός της λαιμαργίας έχει γίνει αποδεκτός από αυτόν. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του πειρασμού της πορνείας. Αν τα πονηρά πνεύματα παρατηρήσουν ότι ο άνθρωπος δέχεται χωρίς αντίσταση το βέλος του πάθους, αν δουν δηλαδή ότι η σάρκα ερεθίστηκε και ότι αυτός δεν λυπήθηκε και δεν έκλαψε, όπως θα έπρεπε να είχε κάνει τη στιγμή που δέχτηκε την προσβολή, τότε αντιλαμβάνονται ότι το κεντρί της κακής επιθυμίας έχει ήδη καρφωθεί στα βάθη της ψυχής του.

Σχετικά με τους πειρασμούς της θλίψης, του θυμού και της οργής, οι δαίμονες πληροφορούνται τα αποτελέσματα της πειρασμικής υποβολής από τις κινήσεις και από τη συναισθηματική φόρτιση που εκδηλώνει ο άνθρωπος. Αν η προσβολή έχει εισχωρήσει και έχει πλήξει την καρδιά του ανθρώπου, το διακρίνουν από μια σιωπηλή διέγερση, από ένα αγανακτισμένο αναστεναγμό, από μια αλλαγή, από τη χλωμάδα δηλαδή ή από το κοκκίνισμα του προσώπου. Αυτά είναι τα μέσα, με τα οποία η λεπτή νοημοσύνη τους διακρίνει ποιος άνθρωπος έχει παραδοθεί σε ένα πάθος και σε ποιο ακριβώς πάθος. Έτσι για καθένα από μας γνωρίζουν με σιγουριά τι μας αρέσει ή όχι.

Δηλαδή από την πρώτη αντίδραση, την οποία η δαιμονική προσβολή προκαλεί στο σώμα μας, από μια χειρονομία ή από μια κίνησή μας, τα πονηρά πνεύματα συμπεραίνουν με βεβαιότητα ότι ο πειρασμός που εξαπέλυσαν έχει κερδίσει τη συγκατάθεσή μας, για την οποία εμείς πλέον θα έχουμε την ευθύνη.
Σε γενικές γραμμές, δεν είναι παράδοξο και πρωτόγνωρο το ότι τα πονηρά πνεύματα αντιλαμβάνονται τα αισθήματά μας και τις αντιδράσεις μας, εφόσον την ίδια δυνατότητα μπορεί να έχει και ένας έξυπνος άνθρωπος. Ένας εύστροφος ανθρώπινος νους  μπορεί, και με τη θέα ακόμα του προσώπου, και με την εξωτερική δηλαδή εμφάνιση ενός ανθρώπου, να αναγνωρίσει την εσωτερική κατάστασή του.

Πόσο λοιπόν περισσότερο θα μπορούν να το κάνουν αυτό οι δαίμονες, οι οποίοι είναι, εξαιτίας της πνευματικής τους φύσης, πολύ πιο ευαίσθητοι και πολύ πιο οξυδερκείς από τους ανθρώπους;

(αββά Κασσιανού, Συνομιλίες, εκδ. Ετοιμασία τομ. Α, σελ. 217-218)

Κάποτε στό Άγιον Όρος ήταν ένας μοναχός πού διέμενε στίς Καρυές.
Έπινε καθημερινά καί μεθούσε καί γινόταν αιτία νά σκανδαλίζονται οι προσκυνητές.
Κάποια στιγμή πέθανε καί ανακουφισμένοι κάποιοι πιστοί πήγαν στόν γέροντα Παΐσιο νά τού πούν μέ ιδιαίτερη χαρά ότι επιτέλους λύθηκε αυτό τό τεράστιο πρόβλημα.
Ο π. Παΐσιος τούς απάντησε ότι γνώριζε γιά τό θάνατο τού μοναχού, αφού είδε ολόκληρο τάγμα αγγέλων πού ήρθαν νά παραλάβουν τήν ψυχή του.
Οι προσκυνητές απόρησαν καί διαμαρτυρήθηκαν καί κάποιοι προσπαθούσαν νά εξηγήσουν στόν γέροντα Παΐσιο γιά ποιόν ακριβώς μιλούσαν, νομίζοντας ότι δέν κατάλαβε ο γέροντας.
Ο π. Παΐσιος τούς διηγήθηκε:
«Ο συγκεκριμένος μοναχός γεννήθηκε στή Μ. Ασία, λίγο πρίν τήν καταστροφή όταν οι Τούρκοι μάζευαν όλα τά αγόρια.
Γιά νά μήν τό πάρουν από τούς γονείς του, αυτοί τό έπαιρναν μαζί τους στό θερισμό καί γιά νά μήν κλαίει, τού έβαζαν λίγο ρακί στό γάλα γιά νά κοιμάται.
Ως εκ τούτου μεγαλώνοντας έγινε αλκοολικός. Κάποια στιγμή και μετά από αποτρεπτικές απαντήσεις από διάφορους γιατρούς να μην κάνει οικογένεια, ανέβηκε στο Όρος και έγινε μοναχός.
Εκεί βρήκε γέροντα καί τού είπε ότι είναι αλκοολικός.
Τού είπε ο γέροντας νά κάνει μετάνοιες καί προσευχές κάθε βράδυ καί νά παρακαλεί τήν Παναγία νά τόν βοηθήσει νά μειώσει κατά 1, τά ποτήρια πού έπινε.
Μετά ένα χρόνο κατάφερε μέ αγώνα καί μετάνοια νά κάνει τά 20 ποτήρια πού έπινε, 19 ποτήρια.
Ο αγώνας συνέχισε μέ τήν πάροδο τών χρόνων καί έφτασε τά 2-3 ποτήρια, μέ τά οποία όμως πάλι μεθούσε.»
Ο κόσμος έβλεπε χρόνια ένα αλκοολικό μοναχό πού σκανδάλιζε τούς προσκυνητές, ο Θεός έβλεπε ένα αγωνιστή μαχητή πού μέ μεγάλο αγώνα αγωνίστηκε νά μειώσει τό πάθος του.
Χωρίς νά ξέρουμε γιατί ο κάθε ένας προσπαθεί νά κάνει αυτό πού θέλει νά κάνει, μέ ποιό δικαίωμα νά κρίνουμε τήν προσπάθειά του;

Ο μακαριστός Νικοπόλεως Μελέτιος γράφει: «Κάποια μέρα γινόταν λόγος σ’ ένα σπίτι για το θάνατο. Οι περισσότεροι ενοχλήθηκαν.

Μία κυρία, όμως, φαινόταν εντελώς ήρεμη και γαλήνια. “Εσύ γιατί δε φοβάσαι;”, τη ρώτησαν. Και εκείνη διηγήθηκε την εξής ιστορία:

Όταν ήμουν μικρό κοριτσάκι είχαμε πάει με τη μητέρα μου σ’ ένα χωράφι. Εκεί χοροπηδώντας και παίζοντας ενόχλησα κάτι μέλισσες και μια επιτέθηκε να με τσιμπήση. Εγώ τότε έβαλα τις φωνές και έτρεξα στη μητέρα μου. “Σώσε με”, της είπα. “Με έφαγε!”. “Έννοια σου, παιδάκι μου, στάσου εσύ ακίνητη”. Κούνησε η μητέρα μου το χέρι της μπροστά απ’ τη μέλισσα και η μέλισσα ερεθισμένη πήγε και τσίμπησε το χέρι της μητέρας. Και είδα πάνω στο χέρι της μητέρας μου βγαλμένο το κεντρί της μέλισσας, που ήταν για μένα.

Εγώ είχα ερεθίσει το μελίσσι. Εμένα έπρεπε να τσιμπήση. Αλλά η μητέρα μου το προκάλεσε και πήγε και τσίμπησε το χέρι της. Και τότε εκείνη μου είπε: “Ναι, παιδάκι μου. Εσύ έκανες το κακό. Για σένα ήταν το δηλητήριο. Αλλά εγώ επειδή είσαι παιδί μου και σε αγαπάω, προτίμησα να τσιμπήση εμένα και να νοιώσω εγώ τον πόνο απ’ το κεντρί του.

Έτσι κι εσύ να θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή ότι όλοι εμείς οι άνθρωποι με τα έργα μας ερεθίζουμε το κεντρί του θανάτου και του άδου (το οποίο λέει ο Απόστολος). Αλλά ήρθε ο Κύριός μας ο Ιησούς Χριστός και στάθηκε μπροστά και τον ‘τσίμπησε’ Εκείνον το ‘κεντρί’ του θανάτου και του άδου. Και κατάργησε την οριστική θανατηφόρο δράσι του. Και έτσι εμείς έχουμε ελπίδα της Βασιλείας του Θεού και της αιωνίου ζωής”.

Από τότε, λοιπόν, που έβαλα μέσα στην καρδιά μου ότι εκείνο το οποίο έπρεπε να “πληρώσουμε” εμείς εξαιτίας των αμαρτιών μας το “πλήρωσε” ο Χριστός επάνω στο Σταυρό, έχω στη σκέψι του θανάτου την απόλυτη γαλήνη. Και παρακαλώ τον Κύριο να με ελεήση και να με πάρη κοντά Του»(στο: ημερ. Μν)

(Αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 116-117)

Σελίδα 1 από 6