(Το 403 μ.Χ. η παράνομη επί Δρυν σύνοδος καθαιρεί άδικα τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο μετά από συκοφαντικό κατηγορητήριο. Ο άγιος συμβουλεύει τους υποστηρικτές του επισκόπους να μην προκαλέσουν εξαιτίας του σχίσμα στην Εκκλησία. Η συγκινητική σκηνή περιγράφεται παρακάτω). 

"... Καθόμαστε και εμείς σαράντα επίσκοποι μαζί με τον Ιωάννη στην τραπεζαρία της επισκοπής και παραξενευόμαστε πώς ο υπόδικος Θεόφιλος, ενώ διατάχθηκε να παρουσιασθεί μόνος του στην πρωτεύουσα για τα ανόσια εγκλήματά του, ήρθε με τόσους επισκόπους και πώς μετέβαλε αμέσως τη γνώμη των αρχόντων, στρέφοντας προς το χειρότερο τους περισσότερους κληρικούς.
Καθώς βρισκόμαστε σε απορία, φωτισμένος από το άγιο Πνεύμα, ο Ιωάννης λέγει σ' όλους˙

«Προσευχηθείτε, αδελφοί μου, εάν αγαπάτε το Χριστό, μήπως κάποιος εξ αιτίας μου παραιτηθεί από την εκκλησία του.

Γιατί εγώ τώρα θυσιάζομαι και ο καιρός της αναχωρώσής μου από τον κόσμο αυτόν είναι πολύ κοντά, όπως είπε ο Παύλος, και αφού υποφέρω πολλές θλίψεις, θα εγκαταλείψω τη ζωή, όπως βλέπω.

Γιατί γνωρίζω τη σκευωρία του Σατανά, επειδή δεν ανέχεται πια την ενόχληση των λόγων μου που στρέφονται εναντίον του.

Και έτσι να έχετε το έλεος του Θεού˙ να με θυμάστε στις προσευχές σας».

Συγκινηθήκαμε πάρα πολύ, και άλλοι δακρύζαμε, ενώ άλλοι έβγαιναν έξω από την αίθουσα της συνόδου και φιλούσαν τον Ιωάννη δακρυσμένοι και περίλυποι στα μάτια και στο σεβαστό κεφάλι του, καθώς και στο εύγλωττο και μακάριο στόμα του. Αφού μας παρακάλεσε να επιστρέψουμε στη σύνοδο, γιατί περιφερόμαστε εδώ και εκεί, όπως οι μέλισσες που βουίζουν γύρω από την κυψέλη, λέγει˙

«Καθίστε, αδελφοί μου, και μην κλαίτε, γιατί με στενοχωρείτε περισσότερο.

Γιατί σε μένα ζωή είναι ο Χριστός, αλλά και το να πεθάνω είναι κέρδος. (Επειδή φημολογούνταν ότι είχε αποκεφαλισθεί εξ αιτίας του υπερβολικού θάρρους του).

Και αν θυμάστε, διατηρήστε στη μνήμη σας, ότι πάντοτε σας έλεγα˙

‘Η παρούσα ζωή είναι δρόμος, και τα καλά της και τα κακά της περνούν˙ και εμπορική πανήγυρη είναι τα παρόντα˙ αγοράσαμε, πουλήσαμε, τελειώνουμε’.

Μήπως είμαστε καλύτεροι από τους πατριάρχες, τους προφήτες, τους αποστόλους, για να παραμείνει σε μας αθάνατη αυτή ή ζωή;».
Τότε θρηνολογώντας κάποιος από τους παρόντες είπε˙

«Θρηνούμε όμως την ορφάνια μας, τη χηρεία της Εκκλησίας, τη σύγχυση των θεσμών, τη φιλαρχία εκείνων που δε φοβούνται τον Κύριο και αρπάζουν τα αξιώματα, τη στέρηση προστάτη των φτωχών, την έλλειψη της διδασκαλίας».

Αφού χτύπησε με το δείχτη την παλάμη του αριστερού χεριού του (γιατί συνήθιζε να το κάνει αυτό ο φιλόχριστος όταν ήταν στενοχωρημένος), είπε σ' αυτόν που του μιλούσε˙

«Αρκετά, αδελφέ˙ μη λέγεις πολλά, αλλ' όπως είπα, μην εγκαταλείψετε τις εκκλησίες σας.

Γιατί ούτε από μένα άρχισε το κήρυγμα, ούτε σε μένα τελείωσε.

Μήπως δεν πέθανε ο Μωυσής, και δε βρέθηκε ο Ιησούς του Ναυή; Δεν πέθανε ο Σαμουήλ και χρίσθηκε ο Δαυίδ; Άφησε τη ζωή ο Ιερεμίας˙ δεν ήταν ο Βαρούχ; Αναλήφθηκε ο Ηλίας˙ δεν προφήτευσε ο Ελισσαίος; Αποκεφαλίσθηκε ο Παύλος˙ δεν άφησε τον Τιμόθεο, τον Τίτο, τον Απολλώ και πολλούς άλλους;».

Έπειτα από τους λόγους αυτούς, λέγει ο Ευλύσιος, ο επίσκοπος της Απαμείας της Βιθυνίας˙

«Είναι αναγκαίο όταν διατηρούμε τις επισκοπές μας να υποχρεωθούμε και να επικοινωνήσουμε και να υπογράψουμε».

Είπε ο άγιος Ιωάννης˙

«Κοινωνήσατε μεν ίνα μη σχίσητε την εκκλησίαν, μη υπογράψητε δε. Ουδέν γαρ εμαυτώ σύνοιδα άξιον καθαιρέσεως

(=Να επικοινωνήσετε [να έχετε εκκλησιαστική κοινωνία], για να μη διαιρέσετε την Εκκλησία, αλλά να μην υπογράψετε, γιατί δεν αναγνωρίζω τίποτε στον εαυτό μου άξιο καθαιρέσεώς μου».
Ενώ έτσι είχε η κατάσταση, φανερώθηκαν οι αποσταλμένοι του Θεοφίλου.

(αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, τόμος 1, εκδ. ΕΠΕ, σελ. 125-127)

 

 

Ίνα ώσιν εν. 

Οι μαθηταί χωρίς τον Ιησού! Στη σκέψι αυτή ο Ιησούς αγωνιά. Τί θα γίνη όταν εγώ φύγω από κοντά τους;

«Ουκέτι ειμί εν τω κόσμω και ούτοι εν τω κόσμω εισί και εγώ προς σε έρχομαι...».

Και η αγωνία αυτή του Ιησού δικαιώθηκε από τα πράγματα. Οι χρι­στιανοί διαιρέθηκαν και έχασαν την αγάπη και την ενότητα μεταξύ τους... Και διερωτάται κανείς: Γιατί αυτή η διάσπασις; Μήπως δεν ήταν αρκετή η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία για ν’ αποτρέψη την διαίρεσι; Αν ο Ιησούς ήταν πάντα κοντά στους χριστιανούς δεν θα απεφεύγετο ο χωρισμός;

Όχι δυστυχώς! Και ο Ιησούς να ήταν σωματικά παρών μπορούμε να πούμε ότι η ίδια εξέλιξις θα υπήρχε στην πορεία του Χριστιανισμού. Διότι και όταν ζούσε σωματικά ο Ιησούς ανάμεσα στους μαθητάς του «απώλετο ο υιός της απωλείας». Έγινε ο πρώτος τριγμός στη συνοχή του χριστιανικού σκά­φους. Μαζί με τον καλό σπόρο φύτρωσε και το ζιζάνιο.

Έτσι αργότερα τα ζιζάνια αυξήθηκαν μαζί με τον καλό σπόρο των πιστών. Δεν ήταν η σωματική παρουσία του Ιησού που θ’ απέτρεπε τη διαίρεσι του Χρι­στιανισμού. Άλλωστε ο Ιησούς δεν έπαυσε ούτε στιγμή να είναι παρών στην Εκκλησία του.

Η αιτία της διαιρέσεως δεν βρίσκεται -άπαγε- στον Ιησού, αλλά στους ανθρώπους οπαδούς του. Στα ζιζάνια, που φυ­τρώνουν στον κόσμο αυτό μαζί με τον καλό σπόρο.

Ο Ιησούς, αν και υπήρχε σωματικά παρών, θα γινόταν -τί φοβερό!- μάρτυς της διασπάσεως του Χριστιανισμού και θ’ αγωνιζόταν για την ανάκτησι της ενότητος και της αγάπης.

Ό,τι ακριβώς κάνει και σήμερα αοράτως. Το νόημα της συνεχιζομένης ιστορίας δεν είναι άλλο παρά μία πίστωσις χρόνου στον αγωνιζόμενο Ιησού και τους ιδικούς του για να μπο­ρέσουν να επισυνάξουν εις εν τα διεσκορπισμένα τέκνα του Θεού (Ιωάν. Ια' 52)

«Η ενότης των Χριστιανών είναι αναγκαία για να φανερώνεται στον κόσμο η αγάπη του Πατρός, που διακηρύχθηκε με τη δωρεά του μονο­γενούς υιού του, ώστε να γίνουν όλοι οι άνθρωποι ένα εν Χριστώ και να πραγματοποιηθή έτοι η επιθυμία του Ιησού:

«Πάτερ... ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν έσμεν» (Vocabulaire, 1086).

ΕΚΕΙΝΟΣ”, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ Ευθυμίου Στυλίου, εκδόσεις Γρηγόρη, σελ. 266

Κόλασις. (Χρυσοστομικό λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη)
μοναξιά αφόρητη  (Ε.Π.Ε. 8α,294)
Ο Αβραάμ δεν έστειλε με το Λάζαρο στον πλούσιο της κολάσεως τη δροσιά που ζήτησε, όχι διότι μια σταγόνα θα στοίχιζε σε τίποτε την αστείρευτη πηγή του παραδείσου, αλλά διότι η σταγόνα της ελεημοσύνης δεν ανακατεύεται με τη σκληρότητα. Επειδή, λοιπόν, ο Λάζαρος στον καιρό των αγώνων καταφρονήθηκε, γι’ αυτό κατά τον καιρό της αμοιβής κρίθηκε άξιος αιώνιας παρηγοριάς.

μετάνοια εκεί ανενέργητη (Ε.Π.Ε. 8α,294)

Τότε, τον καιρό της κολάσεως, θα θυμηθής τα λόγια μου (περί ελεημοσύνης) . Αλλά ποιό θα είναι το όφελος για σένα; Κανένα. Και εκείνος, ο πλούσιος της παραβολής, το θυμήθηκε εκεί και ζητούσε δυνατότητα μετανοίας, αλλά τίποτα δεν κέρδισε.

αποστροφή του προσώπου του Θεού (Ε.Π.Ε. 10,104)
Και μύριες κολάσεις να προσθέση κανείς, δεν μπορεί να δείξη πόσο τραγικό είναι να εκπέσουμε από την αιώνια δόξα του παραδείσου. Ανυπόφορο το «Δεν σας ξέρω» (Ματθ. κε' 12), το να κατηγορηθούμε ότι Τον είδαμε να πεινάη και δεν Του δώσαμε να φάη (Ματθ. κε' 42). Προτιμότερο να μας έρριχνε μύριους κεραυνούς, παρά να δούμε να αποστρέφη από μας εκείνο το ήμερο πρόσωπό Του, εκείνο το γαλήνιο βλέμμα Του.

άσβεστη φωτιά (Ε.Π.Ε. 10,622)
Τί χειρότερο υπάρχει απ' αυτή τη βάσανο; Τί χειρότερο από τα τραύματα, που έχουν μέσα τους; Τί χειρότερο από το καμίνι, που καίει αιώνια και από τη φλόγα που δεν σβήνει ποτέ;

να την αποφύγουμε  (Ε.Π.Ε. 11,170)
Να έχουμε πάντοτε ζωηρό στη μνήμη μας το φόβο των κολαστηρίων, ώστε να αποφύγουμε την κολαστική πραγματικότητα και να απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά.

για όποιον δεν πράττει το αγαθό (Ε.Π.Ε. 12,92)
Κατάλαβες; Όχι μόνο όποιος κλέβει και είναι πλεονέκτης, ούτε μόνο όποιος εργάζεται τα κακά, αλλά και όποιος δεν επιτελεί αγαθά έργα κολάζεται στη φρικτή κόλασι.

με τίποτε δεν βγαίνεις (Ε.Π.Ε. 12,662)
Εκείνος, που μια φορά θα πέση στην κόλασι, εκεί θα μείνη δια παντός. Και δεν υπάρχει κανένας να μας βγάλη από την κόλασι, ούτε πατέρας, ούτε μητέρα, ούτε αδελφός. Διότι μια μόνο προστασία υπάρχει, όταν ταξιδεύσουμε για την άλλη ζωή: τα καλά έργα. Μόνο αυτά θα μας συνοδεύσουν. Όποιος στερείται καλών έργων, δυνατότητα να σωθή με άλλο τρόπο δεν έχει.

για τους... ακόλαστους!  (Ε.Π.Ε. 16β,416-418)
Όποιο άλλο αμάρτημα κι αν αναφέρης, δεν είναι ισάξιο ισότιμο με τη διαστροφή. Αν οι δράστες της αισθάνονταν τί παθαίνουν, θα προτιμούσαν χίλιους θανάτους, παρά να πάθουν ό,τι θα πάθουν... Να όμως, που με λύσσα επιδιώκουν ακόμα βρωμερότερα. Μεταβάλλουν τη φύσι τους. Γίνονται γυναίκες, ενώ παραμένουν και άνδρες, ή μάλλον ούτε το ένα είναι ούτε το άλλο... Αν κοροϊδεύης τη φωτιά της κολάσεως, που σου παρουσιάζω, όμως θυμήσου τη φωτιά των Σοδόμων. Είδαμε και στην παρούσα ζωή τιμωρίες των διεστραμμένων, κόλασι πριν από την κόλασι.

καμμιά τιμωρία με τη συγχώρησι  (Ε.Π.Ε. 16β,582)
Όπου υπάρχει χάρις, εκεί υπάρχει και συγχώρησις των αμαρτιών μας. Όπου συγχώρησις, καμμία τιμωρία. Όταν έχη καταργηθή η τιμωρία και επέρχεται η δικαίωσις από την πίστι, τότε τίποτε δεν εμποδίζει να γίνουμε κληρονόμοι της υποσχέσεως του Θεού.

πριν από την κόλασι   (Ε.Π.Ε. 17,60)
Εξηγεί ο απόστολος Παύλος πόσο εύκολος είναι ο αγώνας, λέγοντας το εξής: Δεν ξέρετε, ότι σ' όποιον προσφέρετε τους εαυτούς σας δούλους, γίνεστε δούλοι σ' αυτόν που υπακούετε, δηλαδή οι δούλοι της αμαρτίας θα καταλήξουν στο θάνατο, οι δούλοι της υπακοής του Θεού θα καταλήξουν στη δικαίωσι; Δεν μιλάω ακόμα για τη γέεννα, λέει ο απόστολος Παύλος, ούτε για εκείνη τη μεγάλη κόλασι, αλλά για την εδώ ντροπή, όταν γίνεστε δούλοι της αμαρτίας, και μάλιστα με τη θέλησί σας, και μάλιστα με τέτοιο μισθό, που θα σας κάνη να πεθάνετε τον αιώνιο θάνατο.

αθάνατος  (Ε.Π.Ε. 17,62)
Αναφέρει και των δύο (και της αμαρτίας και της αρετής) τις αμοιβές: τη δικαίωσι και το θάνατο. Θάνατο όχι τέτοιον, αλλά πολύ φοβερότερο. Διότι, αν δεν πεθάνη ο Χριστός, ποιός θα εξαφανίση το θάνατο εκείνο; Κανένας. Επομένως κατ’ ανάγκη θα κολαζώμαστε και θα τιμωρούμαστε για πάντα. Τότε δεν συμβαίνει ο φυσικός θάνατος, που ξεκουράζει το σώμα και το χωρίζει από την ψυχή. Συμβαίνει κάτι απείρως φοβερότερο.

δεν ευθύνεται ο Θεός   (Ε.Π.Ε. 17,300)
Να μη ζητάς λοιπόν, ευθύνες από το Δημιουργό, ούτε να ρωτάς γιατί ο ένας στεφανώθηκε κι ο άλλος τιμωρήθηκε. Διότι γνωρίζει με ακρίβεια πώς να ενεργή.

την προκαλεί η κενοδοξία   (Ε.Π.Ε. 17,338)
Όχι μόνο χρήματα, αλλ’ η φωτιά τούτη, της κενοδοξίας, κατατρώει και ψυχές. Και προκαλεί όχι μόνο τον παρόντα, αλλά και τον μελλοντικό θάνατο. Διότι μητέρα της φρικτής γέεννας είναι η κενοδοξία, που ανάβει φοβερά τη φωτιά της κολάσεως και τρέφει το φαρμακερό σκουλήκι.

δεν υπάρχει;  (Ε.Π.Ε. 17,574)
Λέτε: Είναι φιλάνθρωπος ο Θεός, και γι' αυτό δεν τιμωρεί. Δηλαδή, αν κολάση τους ασεβείς, δεν θα είναι για σας φιλάνθρωπος; Βλέπετε σε τι βλάσφημα λόγια σας οδηγεί ο διάβολος; Λοιπόν, ρωτάω: Οι μοναχοί, που πήγαν στα βουνά και επέδειξαν πάρα πολύ μεγάλη άσκησι, θα φύγουν απ’ αυτό τον κόσμο αστεφάνωτοι; Αν δεν τιμωρούνται οι κακοί και δεν υπάρχη για κανέναν ανταπόδοσις, τότε θα πη κάποιος, ότι ούτε οι αγαθοί βραβεύονται. Ναι, λένε (απερίσκεπτα), διότι αυτό αρμόζει στον Θεό, να υπάρχη μόνο βασιλεία˙ να μην υπάρχη κόλασις! Δηλαδή, ο πόρνος και ο μοιχός και όποιος έκανε άπειρα κακά, θα απολαύση τα ίδια μ' εκείνον που αγωνίστηκε και επέδειξε σωφροσύνη και αγιότητα; Το ίδιο τέλος περιμένει ένα Παύλο κι ένα Νέρωνα; ’Η μάλλον, τον Παύλο και το διάβολο;

για τον αντίχριστο και το διάβολο   (Ε.Π.Ε. 17,712)
Τίποτε, λοιπόν, δεν θα πάθη ο Νέρωνας; Τίποτα δεν θα πάθη ο αντίχριστος; Τίποτε δεν θα πάθη ο διάβολος; Λοιπόν, πάντοτε θα υπάρχουν ο αντίχριστος και ο διάβολος; Και φυσικά δεν πρόκειται να σταματήσουν το κακό, αφού δεν κολάζονται!... Γιατί όμως παίζεις με πράγματα, που δεν επιτρέπεται να παίζη κανείς; Γιατί εξαπατάς τον εαυτό σου παραλογιζόμενος; Γιατί μάχεσαι εναντίον της φιλανθρωπίας του Θεού;

ατέλειωτη   (Ε.Π.Ε. 18,242έξ.)
Γνωρίζω, ότι τρέμετε και παραλύετε, σαν ακούτε στο κήρυγμα για την κόλα σι. Αλλά τι να κάνω; Για το ότι δεν έχει τέλος η φωτιά της κολάσεως, αποφάνθηκε και ο Χριστός. Και ο Παύλος επίσης τόνισε, ότι η κόλασις είναι αιώνιος και ότι οι αμαρτωλοί θα τιμωρηθούν με αιώνιο όλεθρο.

μόνο μία;  (Ε.Π.Ε. 18,614)
Όταν ο Θεός λέη, «δώσε ελεημοσύνη και θα σου δώσω τη βασιλεία των ουρανών», δεν ακούς. Για το Διάβολο όμως, που σου δείχνει (στο θέατρο) ένα καρφωμένο κεφάλι, είσαι γενναιόδωρος. Ρωτάς ακόμα, γιατί υπάρχει κόλασις; Μη ρωτάς, αν υπάρχη κόλασις. Να ρωτάς, πως υπάρχει μια μόνο κόλασις. Διότι πόσων κολάσεων άξιοι είναι όσοι συγκροτούν αυτό το άγριο και σκληρό θέατρο και γελάνε για πράγματα που θα έπρεπε να κλαίνε, και εκείνοι και σεις οι ίδιοι, και μάλιστα σεις που επιτρέπετε να γίνωνται τέτοιες ασχήμιες.

μέλλοντος και παρελθόντος  (Ε.Π.Ε. 18α,52) 
Επειδή πολλοί δεν πιστεύουν στα περί κολάσεως λόγια του Ευαγγελίου και ισχυρίζονται ότι δεν έχουν δει την κόλασι, αφού δεν είναι παρούσα, γι’ αυτό ο Θεός δείχνει από όσα ήδη έχουν γίνει, ότι τιμωρεί όσους αμετανόητα αμαρτάνουν, όσο κι αν τους είχε ευεργετήσει χιλιάδες φορές (τους Εβραίους στην έρημο). Σαν να λέη: Κι αν δεν πιστεύετε όσα αναφέρονται στα μέλλοντα, όμως δεν γίνεται να μη πιστεύετε όσα ήδη έχουν γίνει.

τιμωρία αιώνια  (Ε.Π.Ε. 18α,58-60)
Τότε δεν θα είναι τέτοιου είδους οι τιμωρίες, ώστε και να τελειώνουν και να εξαφανίζωνται. Οι τιμωρίες τότε θα είναι αιώνια κόλασις.

εισιτήριο γι’ αυτήν  (Ε.Π.Ε. 18α,702)
Βρώμικες πράξεις δεν επιτρέπουν την είσοδο στη βασιλεία των ουρανών.

με τίποτε δεν βγαίνεις  (Ε.Π.Ε. 18α,714)
Κι αν ακόμα έχης πατέρα ή γυιό ή φίλο ή οποιονδήποτε άλλον με παρρησία προς το Θεό, κανένας δεν μπορεί να σε απαλ λάξη από τα βάσανα της κολάσεως, αν τα έργα σου σε προδίδουν. Διότι τέτοιο είναι το αιώνιο δικαστήριο: Δικάζει μόνο από τις πράξεις μας, και διαφορετικά εκεί δεν γίνεται να σωθής. Κι αυτά τα λέω όχι για να σας λυπήσω, όχι για να σας οδηγήσω σε απόγνωσι, αλλά για να μην εξαπατάστε με μάταιες και κρύες ελπίδες. Μπορεί, δηλαδή, να ελπίζουμε στον τάδε και στον τάδε και να αμελούμε τη δική μας αρετή.

ατέλειωτη   (Ε.Π.Ε. 19,266)
Ο πλούσιος και ο Λάζαρος, δυο πρόσωπα, που βλέπουμε στη γνωστή παραβολή (Λουκ. ιστ' 19-31). Ο ένας απήλαυσε τα παρόντα, ο άλλος τα μέλλοντα. Νομίζεις, ότι είναι το ίδιο πράγμα, το να τιμωρήται κάποιος όλο το χρόνο, με το να πεινάη λίγη ώρα; Το να υποφέρη σωματικά από κάποια αρρώστια, με το να κατακαίεται ανελέητα το αθάνατο σώμα του; Τ ο να στεφανώνεται και ν' απολαμβάνη αθάνατα τη θεία ευφροσύνη, υστέρα από σύντομη εδώ αρρώστια, με το να βασανίζεται αιώνια, μετά από μια σύντομη εδώ απόλαυσι;

βοήθεια στην κόλασι δεν γίνεται  (Ε.Π.Ε. 19,270)
Κανένας δεν θα μπορέση να μας σώση κατ’ εκείνο τον καιρό, ούτε αδελφός, ούτε πατέρας, ούτε γυιός ούτε φίλος ούτε συγγενής, ούτε άλλος κανένας. Αν προδοθούμε οι ίδιοι από τα έργα μας, όλοι θα φύγουν, και θα χαθούμε κι εμείς οπωσδήποτε. Σε πόσους θρήνους ξέσπασε εκείνος ο πλούσιος της παραβολής; Πώς παρακάλεσε τον πατριάρχη Αβραάμ; Πώς ζήτησε να σταλή ο Λάζαρος; Και όμως! Τί είπε ο Αβραάμ; «Υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε σας και σε μας, ώστε και εκείνοι που θα ήθελαν, δεν μπορούν να περάσουν από κει εδώ κι από δω εκεί».

σε σύγκρισι με τον παράδεισο!  (Ε.Π.Ε. 19,272)
Όσους κόπους και πόνους κι αν αναφέ ρης και δοκιμασίες, τίποτε δεν είναι όλα αυτά μπροστά στα μελλοντικά αγαθά. Τί; Τα βασανιστήρια της φωτιάς και του σιδήρου και των θηρίων κι άλλων ακόμα πιο φοβερών; Όλα αυτά τα μαρτύρια είναι σκιά μπροστά στα βασανιστήρια της κολάσεως. Τα μαρτύρια για την πίστι, όταν μάλιστα πέσουν κατά πάνω μας με σφοδρότητα, τότε γίνονται πιο ελαφρά, αφού μας παρέχουν γρήγορα την απαλλαγή˙ το σώμα δεν αντέχει πολύ ούτε στη σφοδρότητα ούτε στην επιμήκυνσι της τιμωρίας. Στην αιωνιότητα όμως δεν συμβαίνει το ίδιο. Συνυπάρχουν και τα δυο. Συνυπάρχουν και η αιώνια παράτασις και η υπερβολή, τόσο στα αγαθά του παραδείσου, όσο και στα κακά της κολάσεως.

αιώνιος   (Ε.Π.Ε. 19,272)
Οι εδώ τιμωρίες είναι πρόσκαιρες. Ενώ εκεί, το σκουλήκι δεν πεθαίνει, η φωτιά δεν σβήνει, γιατί το σώμα θα είναι άφθαρτο. Αλλ’ εύχομαι να μην αποκτήσουμε πείρα της κολάσεως... Πόσα τότε θα πούμε κατηγορώντας τους εαυτούς μας; Πόσο θα θρηνήσουμε; Πόσο θα κλάψου με; Αλλ’ όμως το όφελος μηδέν.

και φτωχός και πλούσιος  (Ε.Π.Ε. 19,376)
Και πολλοί φτωχοί θα πάνε στην κόλασι, αλλά και πολλοί πλούσιοι θ' απολαύσουν τα απερίγραπτα του παραδείσου αγαθά. Συνήθως βέβαια συμβαίνει το αντίθετο. Οι πλούσιοι, που σώζονται είναι λίγοι, ενώ οι φτωχοί πολλοί. Σκέψου καλά τα εμπόδια του πλούτου, αλλά και τα αρνητικά της φτώχειας. Ποιο το μειονέκτημα της φτώχειας; Το ψέμα. Ποιό του πλούτου; Η υπερηφάνεια, η μητέρα όλων των κακών.

από μας εξαρτάται  (Ε.Π.Ε. 19,568)
Θα έρθη καιρός, που δεν θα μπορούμε πια να παίζουμε (με την αμαρτία). Διότι οπωσδήποτε όλοι θα πεθάνουμε, οπωσδήποτε όλοι θα αναστηθούμε, οπωσδήποτε όλοι θα κριθούμε, και θα κολασθούμε. 'Η, μάλλον, αυτό το τελευταίο δεν είναι απαραίτητο να γίνη, αν βέβαια θέλουμε. Για τα τρία πρώτα, το θάνατο, την ανάστασι και την κρίσι, την εξουσία δεν την έχουμε εμείς, αλλ’ ο Κύριός μας. Το να κολαστούμε όμως ή όχι, αυτό είναι θέμα δικό μας. Αν θέλουμε, κάνουμε αδύνατη για μας την κόλασι. Και αν ακόμα πράξαμε μυριάδες αμαρτήματα, είναι δυνατόν να σωθούμε, όσο καιρό είμαστε ακόμα εδώ.

καρπός της αμετανοησίας μας  (Ε.Π.Ε. 19,574)
Αν φτάσουμε στην κόλασι, κουβαλώντας το βαρύ φορτίο των αμαρτημάτων μας, θα προσφέρουμε τροφή πολλή στη φωτιά και άφθονο φαΐ στα σκουλήκια.

η μνήμη της φάρμακο σωτηρίας  (Ε.Π.Ε. 23,34)
Αν πάντοτε σκεπτώμαστε τη γέεννα, δεν θα πέσουμε εύκολα σ' αυτήν. Γι’ αυτό και ο Θεός μας απείλησε με κόλασι. Αν η σκέψις γι’ αυτήν δεν είχε κάποιο κέρδος, δεν θα μας την παρουσίαζε ως απειλή ο Θεός. Επειδή όμως η μνήμη της μπορεί πολύ να ωφελήση, γι’ αυτό, σαν κάποιο σωτήριο φάρμακο, εγκατέστησε ο Θεός μέσα στις ψυχές μας την απειλή της.

φοβερή η λέξις  (Ε.Π.Ε. 23,36)
Φοβάσαι τη βαρύτητα των λέξεων; Και λοιπόν; Νομίζεις, ότι, αν σιωπήσης, θα έχη σβήσει η φωτιά της κολάσεως; ‘Η, αν συ μιλήσης, θα έχη ανάψει; Είτε μιλάς, είτε δεν μιλάς για την κόλασι, οπωσδήποτε το καζάνι βράζει. Μίλα συνεχώς για την κόλασι, για να μη πέσης σ’ αυτήν.

μη την καταφρονής!  (Ε.Π.Ε. 23,36)
Όποιος έχει συνεχώς μπροστά στα μάτια του την κόλασι, δεν θα βρεθή στην κόλασι. Όποιος όμως καταφρονεί την ύπαρξι της κολάσεως, αυτός δεν θα την αποφύγη.

φόβος της από την παιδική ηλικία  (Ε.Π.Ε. 23,40)
Παρακαλώ, από το χρόνο του θηλασμού τα παιδιά να μη τα συνηθίζουμε σε παραμύθια, που λένε οι γριές, αλλά να τα μαθαίνουμε ότι υπάρχει μέλλουσα κρίσις. Να ριζώσουμε μέσα τους την πεποίθησι, ότι υπάρχει κόλασις. Αν ριζωθή ο φόβος της κολάσεως μέσα τους, μεγάλη η ωφέλεια. Η ψυχή, που έμαθε από την πρώτη ηλικία να συνταράσσεται με την προσδοκία της κρίσεως, δεν θα αποβάλη εύκολα αυτό το φόβο. Και σαν κάποιο άλογο, πειθαρχικό στα χαλινάρια, θα βαδίζη σωστά και θα μιλάη πάντοτε τα χρήσιμα.

λόγος περί αυτής  (Ε.Π.Ε. 23,42)
Ας μην αποφεύγουμε να μιλάμε για την κόλασι, ώστε ν’ αποφύγουμε την ίδια την κόλασι. Ας μην αποφεύγουμε τη μνήμη της κολάσεως, για να μη κολαστούμε.

όχι πρόσκαιρη, αλλ’ αιώνια  (Ε.Π.Ε. 23,46)
Εξωραΐζουν μερικοί την κόλασι. Δεν είναι δα- λένε- και τόσο φοβερή! Είναι πιο ήμερη κατάστασις από ό,τι σαν απειλή παρουσιάζεται! Είναι πρόσκαιρη, δεν είναι αιώνια. Και πολλά τέτοια σκέπτονται.

αιώνιος  (Ε.Π.Ε. 24,62)
Οι παράλογοι μεν ηδονές της ζωής αυτής καθόλου δεν διαφέρουν από τις σκιές και τα όνειρα. Προτού να ολοκληρωθή η αμαρτία, σβήνει η ηδονή. Η τιμωρία όμως, που θα επιβληθή γι' αυτήν, δεν θα έχη ποτέ τέλος. Το μεν ευχάριστο της αμαρτίας είναι σύντομο, ενώ η φρικτή λύπη της είναι αιώνια.

θηρίο, που κατατρώει  (Ε.Π.Ε. 25,826)
Όπως ακριβώς ένα θηρίο που είναι εξαγριωμένο, δεν ησυχάζει μέχρι να συλλάβη κάποιον και να τον κατασπαράξη, έτσι και η φωτιά της κολάσεως.

πριν από την κόλασι  (Ε.Π.Ε. 25,436)
Πώς νοιώθει ο αμετανόητος; Τριγυρνά κουβαλώντας τον κατήγορό του, τη βαρειά του συνείδησι, όντας ο ίδιος αυτοκατάκριτος. Δεν μπορεί ούτε στιγμή να ηρεμήση. Ζη την τραγωδία του Κάϊν. Στενάζει και τρέμει πάνω στη γη. Κι ενώ κανένας δεν ξέρει κάτι, αυτός μέσα του έχει συγκεντρωμένη τη φωτιά που τον καίει πάντοτε.

θέσις χωρίς μετάθεσι  (Ε.Π.Ε. 25,520)
Όσο κι αν παρακαλέσουν και σπαρακτικά ικετεύσουν όσοι φύγουν απ’ τον κόσμο τούτο αμετανόητοι, μάταια και ανώφελα οπωσδήποτε θα μιλάνε.

για τους αναξίους της ιερωσύνης  (Ε.Π.Ε. 28,206)
Η κόλασις για όσους χειροτονούν αναξίους, έστω και από άγνοια, είναι αιώνια. Λοιπόν, θα δεχτούμε τον κίνδυνο αυτό χωρίς καμμιά αντίρρησι, καλυπτόμενοι από εξασκηθείσα από άλλους πίεσι; Δεν ανέχεται τέτοια ο Κριτής.

πολεμική εναντίον τους  (Ε.Π.Ε. 28,330)
Όχι χίλια ή δέκα χιλιάδες χρόνια μόνο, ούτε διπλάσια και τριπλάσια από αυτά, αλλά σε άπειρους αιώνες θα βασανίζωνται τα σώματα, αφού ενωθούν με τις ψυχές. Και θα υφίστανται τους ανέκφραστους εκείνους πόνους.

δεν σβήνει  (Ε.Π.Ε. 28,730-732)
Οι παράλογες ηδονές του βίου αυτού δεν διαφέρουν καθόλου από σκιές και όνειρα. Πριν καλά-καλά ολοκληρωθή η αμαρτία, η ηδονή της σβήνει. Η τιμωρία όμως γι’ αυτήν δεν έχει τέλος. Η αμαρτωλή ευχαρίστησις είναι σύντομη, ενώ το φρικτό της κολάσεως είναι αιώνιο.

όχι για τους ανθρώπους  (Ε.Π.Ε. 28,778-780)
Ας επιστρέψουμε και ας πράξουμε το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό άλλωστε μας έπλασε και μας έφερε στην ύπαρξι: Για να συμμετάσχουμε στα αιώνια αγαθά Του, για να μας προσφέρη τη βασιλεία των ουρανών, όχι για να μας ρίξη στη γέεννα και να μας παραδώση στην άσβεστη φωτιά. Το πυρ της κολάσεως δεν έγινε για μας, αλλά για το διάβολο. Για μας έχει ετοιμαστή και ευτρεπιστή από παλιά η βασιλεία.

οι δυο φωτιές  (Ε.Π.Ε. 28,786)
Να αντιπαραβάλης με το πυρ εκείνο, τη φωτιά της αμαρτίας, που σε κατέχει τώρα λόγω της φλογώσεως των κακών επιθυμιών. Να απαλλάξης τον εαυτό σου από το καμίνι. Όποιος σβήση καλά το εδώ καμίνι, δεν θα δοκιμάση εκεί το αιώνιο. Αν όμως δεν νικήση το πυρ του παρόντος, θα το δεχτή απείρως ορμητικώτερο τότε, όταν θα απέλθη απ’ αυτή τη ζωή.

φρικώδης μοναξιά!  (Ε.Π.Ε. 28,788)
Όταν ριχτούμε σ’ εκείνο το ποτάμι της φωτιάς, που διέρχεται μπροστά από το φοβερό βήμα του κριτού Ιησού Χριστού, σε ποιά κατάστασι θα είμαστε; Ασφαλώς θα τρίξουμε τα δόντια από τους αφόρητους πόνους, ενώ κανένας δεν θα υπάρχη για να μας συντρέξη. Θα θρηνούμε πολύ, όταν σε λίγο ισχυρότερη φλόγα θα μας αγγίζη. Τίποτε άλλο δεν θα βλέπουμε γύρω μας, παρά εκείνους που μαζί μας θα κολάζωνται και τη μεγάλη ερημιά.

αφθαρσία και τιμωρία  (Ε.Π.Ε. 28,790)
Εδώ δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν η σφοδρότητα των τιμωριών και η αιώνια διάρκεια. Το ένα ανατρέπει το άλλο, αφού η φύσις του σώματος είναι φθαρτή και δεν επιτρέπει τη συνύπαρξι. Όταν όμως επέλθη η αφθαρσία (μετά το θάνατο), με φρικτή δύναμι θα μας κυριεύουν και τα δυο, και η αιωνιότητα και η κόλασις.

για ένα όνειρο ατέλειωτη κόλασι;  (Ε.Π.Ε. 28,790)
Υπάρχει άραγε κάποιος, που προκειμένου να δη ένα όνειρο προτιμά να κολάζεται αιώνια;

αιώνιος   (Ε.Π.Ε. 28,790)
Πόσος είναι ο χρόνος τούτης της ζωής εν συγκρίσει προς την ατέλειωτη αιωνιότητα; Τι είναι το όνειρο μιας στιγμής μπροστά στην απόλαυσι όλης της πολυετούς εδώ ζωής; Υπάρχει, λοιπόν, κάποιος, που προτιμά να κολάζεται αιώνια, αρκεί να δη ένα καλό όνειρο;

πτώσις από τη βασιλεία των ουρανών  (Ε.Π.Ε. 28,800)
Εγώ λέω, ότι πολύ χειρότερο από την κόλασι είναι το να μην απολαύση κανείς τη δόξα του ουρανού, τη βασιλεία του Θεού. Όποιος την χάση, νομίζω, πως δεν θα κλαίη τόσο στην κόλασι για τα δεινά της, όσο για την απομάκρυνσί του από τη βασιλεία των ουρανών. Αυτό είναι το φρικτότερο. Αυτό λογίζεται ως η χειρότερη κόλασις.

το να μη βλέπης το Χριστό!  (Ε.Π.Ε. 28,800)
Πολλοί επιθυμούν μόνο να αποφύγουν τη φωτιά της κολάσεως. Εγώ όμως λέω, ότι από τη γέεννα πολύ φρικτότερη κόλασις είναι το να μην απολαύση κανείς την ουράνια και αιώνια δόξα με το Χριστό.

τιμωρία του νοητού όφεως  (Ε.Π.Ε. 30,388)
Αν το αισθητό φίδι (στην Εδέμ) το τιμώρησε όπως ξέρουμε, με ποιά τιμωρία θα τιμωρήση το νοητό φίδι; Αν με κάποια καταδίκη τιμώρησε το όργανο του κακού, είναι ολοφάνερο, ότι περιμένει πολύ χειρότερη τιμωρία τον δράστη του κακού.

χαλινάρι ο φόβος της  (Ε.Π.Ε. 30,688)
Λένε οι γιατροί, ότι η γενετήσια ορμή μετά το 15ο έτος της ηλικίας γίνεται πάρα πολύ δυνατή. Πώς, λοιπόν, θα δαμάσουμε αυτό το θηρίο; Τι μέτρα θα λάβουμε; Ποιό χαλινάρι θα του βάλουμε; Δεν βλέπω άλλο κανένα, εκτός από το φόβο της κολάσεως.

αξιοθρήνητος  (Ε.Π.Ε. 31,150)
Άκαιρος μετάνοια δεν σώζει. Τελείωσε το θέατρο αυτής της ζωής, πέρασαν οι αγώνες της, δεν υπάρχει πλέον χρόνος για παλαίσματα. Γι’ αυτό παρακαλώ και δέομαι και ικετεύω: Εδώ, σε τούτη τη ζωή πρέπει να θρηνούμε και να κλαίμε για τ’ αμαρτήματα. Ας μας λυπούν εδώ τα λόγια του κηρύγματος, παρά να μας φοβίζουν εκεί οι τραγικές πραγματικότητες. Ας μας δαγκώνη εδώ ο λόγος, κι ας μη μας δαγκώνη εκεί το σκουλήκι με το δηλητήριο. Ας μας καίη εδώ η επιτίμησις, παρά να μας καίη εκεί ή φωτιά της κολάσεως.

κανένας ο συμπαθών εκεί!  (Ε.Π.Ε. 31,350-354)
Πόσο μεγάλη τιμωρία είναι το ν’ απομακρυνθούμε από τόσο μεγάλη λαμπρότητα και να κείμεθα απόμερα περιφρονημένοι;... Όταν θα κλαίμε με στεναγμούς και κανένας δεν θα μας ακούη, όταν θ’ αναστενάζουμε και θα σπαράζουμε από τους πόνους και κανένας δεν θα μας προσέχη, όταν θα τριγυρνάμε το βλέμμα και καμμιά ελπίδα από πουθενά δεν θα μας παρηγορή, τι υπάρχει φρικτότερο; Τι αθλιώτερο;... Δεν θα υπάρχουν συνάνθρωποί μας, που θα μας συμπαραστέκωνται και με τους οποίους θα συνομιλούμε φιλικά. Θα υπάρχουν άγγελοι φοβεροί και ασυμπαθείς, που θα οργίζωνται πολύ για όσες προσβολές κάναμε στον Κύριο... Στην αιώνια ζωή, δεν θα ισχύη η εκ φύσεως συμπάθεια. Θα υπάρχουν πατέρες δίκαιοι (στον παράδεισο), και τα παιδιά τους, πονηρά και αμαρτωλά στην κόλασι. Και το αντίθετο: Παιδιά άγια στον παράδεισο, γονείς ασεβείς στην κόλασι. Η αγαλλίασις όμως του παραδείσου είναι καθαρή. Δεν θα θλίβωνται οι δικαιωμένοι, γιατί δεν θα υπάρχη το αίσθημα της συμπάθειας, ούτε θα αποσπάται η θεία ευφροσύνη από τυχόν κολασμό φίλων.

μη παράδεισος   (Ε.Π.Ε. 31,350-352)
Και αν ακόμα κόλασις δεν υπήρχε, πόσο μεγάλη τιμωρία είναι το να απομακρυνθούμε από τη λαμπρότητα του Θεού και να είμαστε περιφρονημένοι;... Μήπως θωρείτε ως μικρή τιμωρία (κόλασι) το να μη καταταγούμε στον όμιλο των δικαίων; Το να μην αξιωθούμε να απολαύσουμε την ανέκφραστη εκείνη και αιώνια δόξα; Το να στερηθούμε το πανηγύρι του παραδείσου με τα απερίγραπτα αγαθά;

φρικτή  (Ε.Π.Ε. 31,352)
Όταν το σκοτάδι εκεί θάναι αδιαπέραστο, όταν τα δόντια θα χτυπάνε ακατάπαυστα, όταν τα δεσμά θάναι άλυτα, όταν ασταμάτητα θα τρώη το σκουλήκι της συνειδήσεως, όταν η φωτιά θάναι άσβεστη και ασταμάτητες οι θλίψεις και η στενοχώρια, όταν οι γλώσσες θα τηγανίζωνται, όπως εκείνη του πλουσίου και θα κλαίνε και κανείς δεν θα τους ακούη, όταν θα υποφέρουν απ’ τα βάσανα και κανείς δεν θα τους προσέχη, όταν θα περιφέρουν ικετευτικά γύρω το βλέμμα και από πουθενά δεν θα βρίσκουν παρηγοριά, τότε που να κατατάξουμε όσους θα ζουν αυτή τη φρίκη; Και τι υπάρχει πιο άθλιο απ’ αυτές τις ψυχές; Και τι πιο ελεεινό;

ασυγχώρητοι, αβοήθητοι εκεί  (Ε.Π.Ε. 31,354)
Και αν μερικοί είναι δίκαιοι σαν τον Νώε, σαν τον Ιώβ, σαν τον Δανιήλ, και βλέπουν να κολάζωνται οι συγγενείς τους, δεν θα τολμούν να τους συμπαρασταθούν και να απλώσουν το χέρι για βοήθεια. Διότι συμβαίνει σε εκείνη την κατάστασι, να μην ισχύη η εκ φύσεως συμπάθεια.

δάσκαλος  (Ε.Π.Ε. 31,354)
Ας ακούσουμε και ας συνετιστούμε. Αν μέσα σου έχης τη φωτιά της αισχρής επιθυμίας, να θυμηθής τη φωτιά εκείνης της κολάσεως, και τότε θα σβηστή και θα εξαφανιστή η άλλη φωτιά. Αν με το στόμα σου λες απαράδεκτα πράγματα, θυμήσου τον τριγμό των οδόντων στην κόλασι, και θα γίνη ο φόβος αυτός φραγμός στο στόμα σου. Αν είσαι σκληρός και άσπλαχνος, θυμήσου τις παρθένες εκείνες τις μωρές (Ματθ. κε' 2-8), που δεν μπήκαν στο Νυμφώνα γιατί παρέμειναν σβησμένες οι λαμπάδες τους, και τότε θα γίνης φιλάνθρωπος.

το τέλος φοβερό   (Ε.Π.Ε. 31,356)
Να μη θεωρούμε καλότυχους όσους ζουν με απολαύσεις, αλλά το τέλος τους να σκεπτώμαστε. Διότι εδώ μεν βλέπουμε σ’ αυτούς κοπριά και παχυσαρκία, και εκεί τους βλέπουμε στα σκουλήκια και στη φωτιά. Ας μη καλοτυχίζουμε όσους αγαπούν τη δόξα, αλλά να σκεπτώμαστε το τέλος τους.

«κόλαξι, σκώληξι»   (Ε.Π.Ε. 31,396)
Αυτός, που πριν από λίγο βρισκόταν ανάμεσα στους κόλακες, τώρα βρίσκεται ανάμεσα στους σκώληκες.

ατέλειωτη η φρίκη της  (Ε.Π.Ε. 34,556)
Ποιά τιμωρία θα επιβληθή σ' αυτούς; Ποιά ανάλογη κόλασις θα επαρκέση για την κακία τους; Ποιός πύρινος ποταμός, ποιό αιώνιο σκουλήκι, ποιό σκοτάδι φρικτό, ποιά σκλαβιά, ποιός βασανισμός, ποιό ατέλειωτο κλάμα;

και παράσιτα  (Ε.Π.Ε. 34,590)
Όποιος εδώ ζη με απολαύσεις, φεύγει από δω πιο άθλιος από όλους τους ανθρώπους. Αν και συ έβλεπες κάποιον, που σε ξένο μεν τόπο απολαμβάνει μεγάλη τιμή και έχει κόλακες και παράσιτους, αλλά μόλις γυρίζει στην πατρίδα του είναι φουκαράς και ξεγυμνωμένος, δεν θα τον λυπόσουν; Αυτό να κάνης και με τους πλουσίους.

φρικτή   (Ε.Π.Ε. 37,392)
Κανένας δεν πρόκειται να μας παρασταθή στο κριτήριο ή να μας σώση από την κόλασι. Κανένας, ούτε πατέρας, ούτε γυιός, ούτε θυγατέρα, ούτε καταβολή χρημάτων, ούτε αφθονία πλούτου, ούτε λαμπρότητα κοσμικής δόξας. Όλα αυτά θα έχουν εξαφανιστή σαν σκόνη. Μόνος μου θα στέκω στο κριτήριο. Με περιμένει απόφασις επί τη βάσει των πράξεών μου, είτε αθωωτική είτε καταδικαστική.

(Χρυσοστομικό λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, σελ. 143-159)

Από την Δογματική του Π.Ν. Τρεμπέλα (στη νέα ελληνική γλώσσα).  

1)   Η τιμή προς τους μάρτυρες και τους αγίους εκδηλώθηκε ιδιαιτέρως στα λείψανά τους και σε οποιαδήποτε αντικείμενα ή είδη ρούχων που χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς.
Έτσι αναφέρεται στο Μαρτύριο του Πολυκάρπου, ότι ο ιερός αυτός άνδρας ανέβαλε να βγάλει τα ρούχα του μέχρι τη στιγμή, κατά την οποία ετοιμάστηκε η φωτιά που επρόκειτο να τον δεχτεί, αποφεύγοντας να πράξει αυτό πιο πριν «επειδή πάντοτε καθένας από τους πιστούς βιαζόταν, ποιος θα ακουμπήσει γρηγορότερα το σώμα του». Όταν λοιπόν το τίμιο σώμα του μάρτυρα κάηκε τελείως, οι πιστοί μάζεψαν «τα τιμιότερα και από πολύτιμους λίθους και δοκιμασμένα περισσότερο από χρυσάφι οστά του και τα απόθεσαν όπου ήταν φυσικό», έτσι ώστε συναθροιζόμενοι κατά την επέτειο του θανάτου του να επιτελούν «τη γενέθλια ημέρα του μαρτυρίου του».
Για τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο επίσης εξιστορείται ότι όταν ρίχτηκε για τροφή στα θηρία, «μόνο τα πιο σκληρά από τα άγια λείψανά του απέμειναν, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Αντιόχεια και κατατέθηκαν σε λινό (=λειψανοθήκη κατασκευασμένη από λινάρι), θησαυρός ανεκτίμητος».
Και σύμφωνα με την μαρτυρία του Χρυσοστόμου τα άγια αυτά λείψανα τα δέχτηκαν οι Αντιοχείς «με στεφάνια», και όχι μόνο αυτοί, «αλλά και όλες οι ενδιάμεσες πόλεις από τη Ρώμη» μέχρι την Αντιόχεια «προέπεμπαν εγκωμιάζοντας τον στεφανωμένο, ανυμνώντας τον αγωνοθέτη, περιγελώντας τον διάβολο».
Από την άλλη ο μεν Ευσέβιος μάς πληροφορεί ότι τον του αδελφοθέου «Ιακώβου θρόνο» φύλαγαν με επιμέλεια οι διάδοχοί του, αποδεικνύοντας έτσι «τι σεβασμό διατηρούσαν και διατηρούν οι παλαιοί και οι σύγχρονοί μας προς τους αγίους άνδρες για την προς αυτούς εύνοια εκ μέρους του Θεού».
Αλλά και ο Αμβρόσιος μαρτυρεί για το ότι οι Χριστιανοί μάζευαν ευλαβικά μαζί με το αίμα και τα καρφιά και τα τιμωρητικά όργανα, που χρησιμοποιήθηκαν από τους δημίους για τελείωση των μαρτύρων (16).
2)  Αυτού του είδους οι εκδηλώσεις, που σημειώθηκαν και σε πολυάριθμες άλλες περιστάσεις, θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως τελείως φυσικές, διότι έχουν τα προηγούμενά τους στη Βίβλο, από τα οποία και ενθαρρύνθηκαν σε αυτές οι αρχαίοι Χριστιανοί. Για αυτό λοιπόν και χρονολογούνται όχι μόνο από τα νεώτερα αλλά και από τα παλαιότατα χριστιανικά χρόνια. Τα από τη Γραφή ερείσματα και προηγούμενα των εκδηλώσεων αυτών προς τα ιερά λείψανα απαριθμούνται και εκτίθενται τόσο στις Αποστολικές Διαταγές, όσο και από τους Πατέρες Μ. Βασίλειο και Κύριλλο Ιεροσολύμων.
Έτσι σύμφωνα με τις Αποστολικές Διαταγές, των πεθαμένων «που ζουν κοντά στο Θεό, ούτε τα λείψανα δεν είναι άτιμα» όπως φαίνεται αυτό από το ότι «ο Ελισαίος ο προφήτης ανέστησε νεκρό μετά το θάνατό του κάποιον που είχε σκοτωθεί από πειρατές της Συρίας. Διότι ήρθε σε επαφή το σώμα του με τα οστά του Ελισαίου και αφού αναστήθηκε έζησε».
Έγινε όμως αυτό, όπως παρατηρεί ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, «έτσι ώστε να μην τιμηθούν μόνο οι ψυχές των δικαίων», αλλά και τα σώματά τους· επιπλέον επίσης για «να πιστευτεί ότι υπάρχει δύναμη μέσα στα σώματα των δικαίων», αφού «το νεκρό σώμα του προφήτη επιτέλεσε έργο ψυχής και αυτό που πέθανε και κειτόταν έδωσε ζωή στον πεθαμένο και ενώ έδωσε ζωή, αυτό έμεινε ομοίως στους νεκρούς». Προχωρώντας όμως οι Αποστολικές Διαταγές και σε άλλη περίπτωση από τη Γραφή που δείχνει, ότι παρά τις διατάξεις του Μωϋσή σχετικά με λείψανα και νεκρά σώματα που κάνουν ακάθαρτους αυτούς που τα αγγίζουν, των δικαίων τα λείψανα κανένα και σε αυτήν την Π.Δ. δεν μετέδιδαν μολυσμό, σημειώνουν: «Και ο Μωϋσής και ο Ιησούς του Ναυή περιέφεραν τα λείψανα του Ιωσήφ, χωρίς να το θεωρούν αυτό μολυσμό».
Προσθέτει μάλιστα σχετικά και ο Μ. Βασίλειος, ότι, «όταν πέθαιναν ιουδαϊκά, ήταν βδελυκτά τα θνησιμαία· όταν όμως ο θάνατος είναι για το Χριστό είναι τίμια τα λείψανα των οσίων του». Και από μεν τη μωσαϊκή νομοθεσία «λεγόταν στους ιερείς και στους Ναζωραίους το, Δεν θα μιανθείτε με τίποτα που έχει πεθάνει· και το, Εάν κάποιος αγγίξει νεκρό, θα είναι ακάθαρτος έως το απόγευμα, και το, Θα πλύνει τα ρούχα του. Τώρα όμως αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρα παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε στο σώμα» (17).
(3)   Ο Ιεροσολύμων Κύριλλος φέρνει και κάποια εξήγηση αυτής της χάρης, η οποία βγαίνει από τα λείψανα των αγίων, παρατηρώντας, ότι «βρίσκεται κάποια δύναμη μέσα στο σώμα των αγίων λόγω της ενάρετης ψυχής που για τόσα χρόνια κατοίκησε μέσα σε αυτό, της οποίας έγινε το σώμα υπηρέτης», το οποίο ακριβώς υπενθυμίζει και τη βεβαίωση του θείου Παύλου, σύμφωνα με την οποία και «τα σώματά μας είναι μέλη Χριστού» και «είναι ναός του Αγίου Πνεύματος μέσα μας» (18).

Επιπλέον ο Κύριλλος αναφέρεται και στα «μαντήλια του κεφαλιού ή του λαιμού» των Αποστόλων, «που ήταν έξω» από το σώμα τους και μόνο άγγιζαν αυτό, τα οποία από την επαφή αυτή έπαιρναν τόσο μεγάλη δύναμη και χάρη, ώστε «όταν άγγιζαν τα σώματα των αρρώστων σήκωναν τους ασθενείς».
Ο θείος Χρυσόστομος από την άλλη υπενθυμίζοντας την ίδια του Ελισαίου αφήγηση της Γραφής, παρατηρεί σχετικά, ότι όχι μόνο τα σώματα, «αλλά και οι ίδιες οι λάρνακες των αγίων είναι γεμάτες από πνευματική χάρη». Διότι, εάν πριν ακόμη το Άγιο Πνεύμα επισκηνώσει στην Εκκλησία του Χριστού, σε αυτά τα χρόνια της Π.Δ., στην περίπτωση του Ελισαίου «συνέβαινε τούτο και νεκρός που άγγιξε τη λάρνακα έσπασε τα δεσμά του θανάτου και επανήλθε πάλι στη ζωή, πολύ περισσότερο τώρα που είναι αφθονότερη η χάρη, τώρα που είναι περισσότερη η ενέργεια του Πνεύματος», επόμενο είναι εκείνος, ο οποίος «με πίστη» θα απλώσει το χέρι, για να έλθει σε επαφή με θήκη (λάρνακα) που περιέχει άγια λείψανα «θα κερδίσει πολλή δύναμη από εκεί» (19).
(4)  Αυτής άλλωστε της δύναμης και χάρης η εκπόρευση διαπιστωνόταν και επιβεβαιωνόταν από το πλήθος των θαυμάτων, τα οποία λάμβαναν χώρα από την με πίστη προσέλευση στους τάφους των μαρτύρων και αγίων και την ευλαβική επαφή και προσκύνησή τους. Για τα θαύματα αυτά έχουμε αυθεντικές μαρτυρίες που παρέχονται από επίσημους και μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Αμβρόσιος, ο Αυγουστίνος, οι Καππαδόκες και ο Χρυσόστομος.
α)  Έτσι ο μεν Αμβρόσιος σε κάποια επιστολή του (20) επικαλείται την πείρα αυτών που τους στέλνει την επιστολή σχετικά με τα θαύματα, ότι

«γνωρίσατε πάρα πολλούς, ακόμα όμως και με τα ίδια σας τα μάτια είδατε πολλούς, οι οποίοι ελευθερώθηκαν από τους δαίμονες, και επιπλέον οι οποίοι ερχόμενοι να αγγίξουν τα ρούχα των αγίων, αιφνίδια θεραπεύτηκαν από όλα τα δεινά που τους κατείχαν. Τα θαύματα των παλαιών καιρών ανανεώθηκαν, αφότου με την έλευση του Κυρίου Ιησού ξεχύθηκε στη γη αφθονότερη χάρη. Έχετε δει πάρα πολλούς που θεραπεύτηκαν από μόνη τη σκιά των αγίων που έπεσε πάνω τους. Πόσα πανιά κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι! Πόσα ρούχα που τοποθετήθηκαν πάνω σε άγια λείψανα, δεν απέβησαν ιαματικά με μόνη την επαφή και περιζήτητα από όλους. Όλοι ζητούν να αγγίξουν αυτά, έστω και ελαφρά, και όποιος το πέτυχε αυτό, θεραπεύτηκε αμέσως».
β)   Επιβεβαιώνοντας τη μαρτυρία αυτή του Αμβροσίου, που δόθηκε με αφορμή το άνοιγμα των λειψάνων των αγίων Γερβασίου και Προτασίου, αναφέρει και ο Αυγουστίνος διάφορα θαύματα που έγιναν από τη χάρη των παραπάνω αγίων λειψάνων, ένα από τα οποία υπήρξε και η θεραπεία κάποιου τυφλού, που έγινε στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) «κατά τη συρροή των πιστών στα σώματα των μαρτύρων Προτασίου και Γερβασίου» (21).
γ)   Από την άλλη ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός αναφερόμενος στην πείρα, την οποία είχαν οι ακροατές του για τη δύναμη, που έβγαινε από τα άγια λείψανα του Κυπριανού, παρατηρεί: «Τα υπόλοιπα ας προστεθούν από εσάς τους ίδιους, την καθαίρεση των δαιμόνων, την θεραπεία των ασθενειών, την πρόγνωση του μέλλοντος, τα οποία όλα μπορεί και το λείψανο του Κυπριανού όταν υπάρχει η πίστη, όπως γνωρίζουν όσοι έλαβαν πείρα και έχουν μεταδώσει το θαύμα και σε εμάς και θα το παραδώσουν και στο μέλλον».

Και αλλού πάλι μιλώντας για τους αποστόλους και τα υπόλοιπα «υπέρ του Χριστού θύματα, οι οποίοι πρόθυμα αγωνίστηκαν εναντίον φωτιάς και σιδήρου και θηρίων και τυράννων», διακηρύττει ότι από αυτούς «δαίμονες διώχνονται και ασθένειες θεραπεύονται» «και αυτών και τα σώματα μόνα έχουν την ίδια δύναμη με τις άγιες ψυχές τους, είτε αγγίζονται είτε τιμώνται. Αυτών και σταγόνες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους τους ενεργούν όσα και τα σώματα» (22).
δ)  Ο Γρηγόριος ο Νύσσης επίσης για επικύρωση της βεβαίωσής του, ότι γνώριζε, «ότι έχουν δύναμη τα λείψανα» των μαρτύρων, και ότι αυτός είδε «τις σαφείς αποδείξεις της παρρησίας τους προς το Θεό», αφηγείται τη θεραπεία στρατιώτη κουτσού από τα άγια λείψανα των αγίων Τεσσαράκοντα (23).
ε)   Αλλά αυτός που ιδιαιτέρως τόνισε τις χάριτες και δυνάμεις που ξεχύνονται από τα άγια λείψανα και τις λάρνακές τους, υπήρξε ο θείος Χρυσόστομος. Έτσι ο θείος πατέρας διακηρύττει, ότι «όχι μόνο τα οστά των μαρτύρων, αλλά και οι τάφοι τους και οι λάρνακες πολλή αναβλύζουν την ευλογία». Αλλού πάλι χαρακτηρίζει τα σώματα των αγίων ως ασφαλέστερο οχύρωμα από αδαμάντινο τείχος που τειχίζει την πόλη και «σαν να προβάλλουν από παντού σαν κάποιοι υψηλοί σκόπελοι αποκρούουν όχι τις επιθέσεις αυτών των αισθητών και ορατών εχθρών μόνο, αλλά και τις επιβουλές των αοράτων δαιμόνων και τόσο εύκολα ανατρέπουν και διαλύουν όλη την πανουργία του διαβόλου". Επιπλέον «και αν ακόμη ο κοινός μας δεσπότης οργίζεται για το πλήθος των αμαρτημάτων, θα μπορέσουμε, προβάλλοντας αυτά τα σώματα, να τον κάνουμε γρήγορα σπλαγχνικό για την πόλη».

Και σε άλλη πάλι περίπτωση τονίζοντας τη δύναμη, την οποία έχουν τα οστά των αγίων παρατηρεί, ότι αυτή «δαίμονες υποτάσσει και βασανίζει και ελευθερώνει όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά». Και την ώρα που κανένα από τα ορατά και αισθητά δεν βρίσκεται πάνω «στις πλευρές του δαίμονα, φωνές και σπαραγμοί, μαστιγώματα, βάσανα» ακούγονται και σημειώνονται, «επειδή ο δαίμονας δεν αντέχει την θαυμαστή εκείνη δύναμη». Έτσι οι άγιοι «που φόρεσαν τα σώματα» «επικρατούν των ασωμάτων δυνάμεων, και η σκόνη και τα οστά και η τέφρα εξοντώνει τις αόρατες εκείνες φύσεις» (24).
στ)  Τέλος ο Μ. Βασίλειος, πεπεισμένος για το ότι «αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρος παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε μέσα στο σώμα», στο λόγο του στη μάρτυρα Ιουλίττα διακηρύττει για «το τίμιο σώμα» της, ότι «τοποθετημένο στο ωραιότατο προπύλαιο του ναού της πόλης, αγιάζει μεν τον τόπο, αγιάζει όμως και αυτούς που προσέρχονται σε αυτόν» (25)


Παραπομπές
(16) Μαρτύριο Πολυκ.13 και 18 ΒΕΠ.3,24 και 26. Μαρτύρ. Ιγνατίου στο τέλος ΒΕΠ. 2,341.Χρυσοστόμου εις τον Θεοφόρον Ιγνάτιον § 5 Μ. 50,594. Ευσεβ. Εκκλ. Ιστ. 7,19 Μ. 20,681, Αμβροσίου, Exhort. Virginit κεφ. 2 § 9 M.L. 16,354
(17) Αποστ. Διαταγ. ΣΤ 30,5, Β.Ε.Π. 2,116, Δ΄Βασιλ. Ιγ 21, Κυρίλλου Ιεροσ. Κατήχ. 18, § 16, Μ. 33,1036,1037, Εξόδου ιγ 19, Λευϊτ. ια 39,40, Μ. Βασιλείου ομιλία εις τον Ψαλμό ριε § 4, Μ. 30,112.
(18) Κυρίλ. Ιεροσ. Ο.π. . Α΄Κορινθ. Στ 15 και 19.
(19) Κυρίλ. Ιεροσολ. Ο.π. Χρυσοστόμου Εγκώμ εις Ιγνάτιον Θεοφόρον § 5, Μ. 50. 595
(20) ΧΧΙΙ § 9, P.L. 16, 1064.
(21) De civit. XXII 8 § 2. M.L. 41,701
(22) Γρηγορίου Ναζ. Λόγος 24, εις ιερομ. Κυπριανόν § 18, Μ. 35, 1192. Του ιδίου λόγος 4 κατά Ιουλιανού Α § 69, Μ. 35,589.
(23) Λόγος Α εις τους Τεσσαράκοντα μάρτυρας, Μ. 46,784
(24) Χρυσοστόμου Εις μάρτυρας ομιλία, Μ. 50,664, εις μάρτυρας Αιγυπτίους § 1, Μ. 50,694,695. Ομιλία 26 εις την Β΄Κορ. § 5, Μ. 61,583.
(25) Μ. Βασιλ. Ομιλία εις Ψαλμόν ριε § 4, Μ. 30,112. Του ιδίου εις την μάρτυρα Ιουλίττα § 2, Μ. 31,241

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τόμος 3, εκδ. ο Σωτήρ, 1979, σελ. 399-402 η μετάφραση στα νέα Ελληνικά έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

 

Η μελέτη της Γραφής. 
«Επί πολύν καιρόν εζάλιζα τον εαυτόν μου — λέγει ένας γέρων — διά μερικά δυσνόητα μέρη της Αγίας Γραφής.

Ήτο αδύνατον να τα καταλάβω, ή να έχω ικανοποιητικήν ερμηνείαν από άλλους πιο εντριβείς εις τας Γραφάς. Τέλος, είπα, θα κάνω εις την μελέτην της Γραφής, ό,τι κάνω και όταν τρώγω ψάρι. Όταν συναντώ κάτι τι, που δεν το εννοώ, το αφίνω κατά μέρος και λέγω αυτό είναι «κόκκαλο». Γιατί να πνιγώ με το κόκκαλο, ενώ λέγω ίσως τα καταφέρω να βγάλω και από το κόκκαλο τροφήν.

Μεγάλος είναι ο Θεός! Και προσεύχομαι πάντα, να μου ανοίγη ο Θεός τα μάτια, να βλέπω τα θαυμάσιά Του, εν τω λόγω της αληθείας Του, τη Αγία Γραφή.
Δεν βιάζομαι και δεν εκβιάζω ερμηνείας. Ένα πράγμα που δεν εννοούσα άλλοτε, με εφώτισε ο Θεός και το κατάλαβα σήμερον. Όλα θέλουν καιρόν και υπομονήν. Η υπομονή είναι σοφία, και αποβαίνει πάντοτε, συν Θεώ σωτηρία».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο826)

Απόδειξις αξιοπιστίας
Ο βασιλεύς της Γαλλίας Ερρίκος Δ' (1553-1610) είχε ονομάσει τον συγγραφέα Πιέρ Ματιέ επίσημο ιστοριογράφο του. Μια μέρα, ενώ ο Ματιέ του διάβαζε μερικές σελίδες της ιστορίας του, που αναφέρονταν και κάποια από τα ελαττώματά του, ο Ερρίκος του είπε:
-Μα γιατί αποκαλύπτεις και τις αδυναμίες μου;
Αλλά πριν ο ιστοριογράφος προλάβη να αποκριθή, ο βασιλεύς σκέφθηκε λιγάκι και συνέχισε:
-Όχι. Δίκιο έχεις. Αν αποσιωπούσες τα ελαττώματά μου, δεν θα γινόσουν πιστευτός ούτε και στις αρετές μου. Γράφε τα, λοιπόν κι αυτά.
Αναγνώστα, τέτοιου είδους ιστοριογραφία είναι και τα Ευαγγέλια, στα οποία οι Απόστολοι σημειώνουν και τα δικά τους ελαττώματα. Κι αυτό είναι μια επί πλέον απόδειξις πως οι Απόστολοι έγραψαν την αλήθεια.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο474)


(Στυλιανού Παπαδοπούλου, στο: Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τόμος Β, εκδ. Αποστολική Διακονία,σελ. 60-65).
Το σχίσμα και η διαίρεση στην Εκκλησία
«... του εις αίρεσιν εμπεσείν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν (=από το να πέσει κάποιος σε αίρεση, το να σχίσει την Εκκλησία δεν είναι μικρότερο κακό)» (Εις Εφεσ., Ομιλ. ΙΑ' 5: PG 62, 87).
Συχνά προσάπτεται στον Χρυσόστομο ότι απέφυγε να μιλήσει για το αντιοχειανό σχίσμα, που συγκλόνισε όχι μόνο την τοπική εκείνη Εκκλησία αλλά και όλη την καθολική Εκκλησία. Είδαμε όμως και στην παράγραφο περί των χριστολογικών αντιλήψεών του, ότι δεν κατονόμασε τον δάσκαλό του Διόδωρο Ταρσού και τον συμμαθητή και φίλο του Θεόδωρο Μοψουεστίας, αλλά με κάθε ευκαιρία διατύπωνε τις θέσεις του, που σαφώς ανέτρεπαν ανάλογες θέσεις των παραπάνω επιφανών αντιοχέων.
Των αναλογιών τηρουμένων την τακτική αυτή εφαρμόζει ο Χρυσόστομος προκειμένου και περί του αντιοχειανού σχίσματος. Αν εξαιρέσει κανείς τις αποσχίσεις ένεκα τηρήσεως ιουδαϊκών εθίμων, δεν κατονόμαζε σχισματικούς και υπεύθυνους διαιρέσεων, αλλά επέμενε, από την εποχή του 386/387, ότι δεν υπάρχει φοβερότερη πράξη από την διάσπαση της Εκκλησίας, που ήδη ταλαιπωρείται από τις αιρέσεις. Το γεγονός αποτελεί σχίσιμο του χιτώνα του Κυρίου.
«...ουδέν χείρον φιλονεικίας και μάχης και του την Εκκλησίαν διασπάν και τον χιτώνα, ον ουκ ετόλμησαν οι λησταί διαρρήξαι, τούτον εις πολλά κατατεμείν μέρη. Ουκ αρκούσιν αι λοιπαί αιρέσεις, αλλά και ημείς εαυτούς κατατέμωμεν»; (=τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από φιλονεικία και μάχη και από το να διασπά κάποιος την Εκκλησία, και τον χιτώνα, τον οποίο δεν τόλμησαν οι ληστές να σχίσουν, αυτόν να τον κατακόβει σε πολλά μέρη. Δεν αρκούν οι υπόλοιπες αιρέσεις, αλλά και εμείς κατακόβουμε τους εαυτούς μας;)(Κατά Ιουδαίων Γ’ 1: PG 48, 863).
Το σχίσμα στην Εκκλησία αποτελεί σφαγή, ξέσκισμα, του ίδιου του Χριστού, γεγονός για το οποίο πρέπει ο υπεύθυνός του να φρίττει, γιατί θ’ αντιμετωπίσει φοβερότατη τιμωρία.
«... ο τον Χριστόν σφάττων και διαξαίνων κατά μέλος, ποίας γεέννης ουκ έσται άξιος; ...Τον Δεσπότην σου σπαράττεις και ου φρίττεις; τα μέλη τα δεσποτικά διαξαίνεις και ου τρέμεις; Οίκος εστιν η Εκκλησία πατρικός» (=εκείνος ο οποίος σφάζει και διαμελίζει το Χριστό, ποιάς κόλασης δεν θα είναι άξιος;… Τον Δεσπότη σου κατασπαράζεις και δεν φρίττεις; Τα μέλη τα δεσποτικά ξεσκίζεις και δεν τρέμεις; Σπίτι πατρικό είναι η Εκκλησία)(Εις Εφεσ., Ομιλ. ΙΑ' 5-6: PG 62, 87).
Οι όροι με τους οποίους ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει το σχίσμα είναι το ουσιαστικό διαίρεσις και το ρήμα σχίζω. Διαίρεση σημαίνει χωρισμό από το «εκκλησιαστικό σώμα» και αυτοαπομάκρυνση από το «πλήρωμα» της Εκκλησίας. Το ρήμα σχίζω σημαίνει πάλι διαίρεση και σχίσιμο σε πολλά μέρη της Εκκλησίας. Η αυτοαπομάκρυνση από το εκκλησιαστικό σώμα είναι δύο ειδών. Εκείνη που οφείλεται στην έλλειψη αγάπης, άρα στην αδιαφορία για την Εκκλησία, και εκείνη που οφείλεται σε πράξεις που πληγώνουν το σώμα της Εκκλησίας.
«Δύο γάρ εισί διαιρέσεις από του σώματος του εκκλησιαστικού. Μία μεν όταν ψύξωμεν την αγάπην˙ δευτέρα δε όταν ανάξια του τελείν εις εκείνο το σώμα τολμήσωμεν. Εκατέρως γαρ χωρίζομεν εαυτούς του πληρώματος» (=Διότι δύο διαιρέσεις υπάρχουν από το εκκλησιαστικό σώμα. Η μία μεν όταν παγώσουμε την αγάπη. Η άλλη πάλι όταν τολμήσουμε πράγματα που είναι ανάξια να γίνονται σε εκείνο το σώμα. Διότι και με τους δύο αυτούς τρόπους χωρίζουμε τους εαυτούς μας από το πλήρωμα της Εκκλησίας)(Στο ίδιο: PG 62, 85. Βλ. και PG 62, 322).
Αιτία όμως γενικότερη της διαιρέσεως της Εκκλησίας θεωρεί ο Χρυσόστομος την φιλαρχία, που είναι τόσο ταπεινή ώστε να οργίζει («παροξύνει») τον Θεό περισσότερο από κάθε τι.
«Ουδέν ούτως Εκκλησίαν δυνήσεται διαιρείν, ως φιλαρχία. Ουδέν ούτω παροξύνει τον Θεόν, ως το Εκκλησίαν διαιρεθήναι» (=Τίποτα δεν θα μπορέσει να διαιρεί τόσο την Εκκλησία όσο η φιλαρχία. Τίποτα δεν εξοργίζει τόσο πολύ το Θεό όσο το να διαιρεθεί η Εκκλησία) (Αυτόθι).
Και αναμφίβολα αιτία είναι η φιλαρχία και η αλαζονεία,
«φιλαρχίας εστίν η νόσος» (=η νόσος προέρχεται από φιλαρχία) (PG 62, 86)
«ουδέν ούτως αποσχίζει σώμα Εκκλησίας ως αλαζονεία» (=τίποτα δεν σχίζει τόσο πολύ το σώμα της Εκκλησίας όσο η αλαζονεία)(PG 60, 610)
εφόσον η διαφορά των σχιζομένων δεν οφείλεται στην δογματική διδασκαλία. Εάν είχαν «δόγματα εναντία», θα υπήρχε δικαιολογία της διαιρέσεως. Αλλά οι σχισματικοί «τα αυτά φρονούσι» προς το σώμα το εκκλησιαστικό (αυτόθι). Η μόνη δηλαδή νόμιμη θεολογικά αιτία για απόσχιση από την Εκκλησία είναι η αιρετική διδασκαλία κάποιων που προΐστανται της Εκκλησίας.
«Ει τα αυτά δόγματα, ει τα αυτά μυστήρια, τίνος ένεκεν έτερος άρχων ετέρα Εκκλησία επιπηδά;» (=αν υπάρχουν τα ίδια δόγματα, αν υπάρχουν τα ίδια μυστήρια, για ποιο λόγο να επιπηδά σε άλλη Εκκλησία άλλος επίσκοπος;) (PG 62, 86).
Οι σχισματικές μάλιστα καταστάσεις και οι διαιρέσεις αποβαίνουν αιτία να κατηγορούν οι εθνικοί τους χριστιανούς για κενοδοξία και φιλαρχία και να τους γελοιοποιούν ανάλογα.
«Οράτε, φησίν (= οι εθνικοί), ότι πάντα κενοδοξίας πεπλήρωται τα χριστιανών και φιλαρχία παρ’ αυτοίς και απάτη» (=Βλέπετε, λένε, ότι τα πάντα στους Χριστιανούς είναι γεμάτα από κενοδοξία και σε αυτούς υπάρχει φιλαρχία και απάτη;)(Αυτόθι).
Προσπαθώντας ο Χρυσόστομος να δείξει το μέγεθος του κακού που δημιουργεί το σχίσμα, καταφεύγει σε ρήση άγιου άνδρα, του οποίου όμως δεν αναφέρει το όνομα. Είναι τόσο βαρύ και σκληρό αυτό που θέλει ο Χρυσόστομος να πει για το σχίσμα, ώστε προτιμάει, για να γίνει ευκολότερα δεκτός ο βαρύς του λόγος, να προβάλλει ό,τι σεβάσμιος άγιος είχε σχετικά διατυπώσει˙ την αμαρτία του σχίσματος δεν εξαλείφει ούτε ο μαρτυρικός θάνατος.
«Ανήρ δε τις άγιος είπε τι δοκούν είναι τολμηρόν, πλην αλλ’ όμως εφθέγξατο. Τί δη τούτο εστιν; "Ουδέ μαρτυρίου αίμα ταύτην δύνασθαι εξαλείφειν την αμαρτίαν” έφησε» (=Κάποιος άγιος άνδρας είπε κάτι που φαίνεται τολμηρό, αλλά όμως το είπε. Ποιο είναι αυτό λοιπόν; Είπε ότι «ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν μπορεί να εξαλείψει αυτήν την αμαρτία»)(Στο ίδιο, PG 62, 85).
Η εξήγηση που δίνει για την απόλυτη και φρικτή καταδίκη του υπευθύνου σχίσματος, είναι ότι αυτός με τις διαιρετικές - σχισματικές του πράξεις πολεμάει την Εκκλησία, για την οποία σταυρώθηκε ο Χριστός. Τι νόημα έχει να μαρτυράει κανείς για του Χριστού την δόξα, εάν με τις πράξεις του αμαυρώνει την δόξα αυτή. Εφόσον άρα μένει κάποιος στο σχίσμα, η αξία του τυχόν μαρτυρίου του μηδενίζεται. Το σχίσμα δεν είναι κατώτερο του διωγμού της Εκκλησίας, αφού μάλιστα με τους διωγμούς η Εκκλησία έδειξε την λαμπρότητά της, ενώ με τις διαιρέσεις πάντα «καταισχύνεται» (Αυτόθι).
Η βλάβη του σχίσματος την Εκκλησίαν «παρά τοις εχθροίς καταισχύνει, όταν υπό των ιδίων τέκνων πολεμήται» (=την ντροπιάζει στους εχθρούς, όταν πολεμιέται από τα ίδια της τα παιδιά)(Αυτόθι).
Τέλος, παρατηρούμε ότι παρ’ όλα όσα σκληρά διατυπώνει ο Χρυσόστομος, δεν φαίνεται να θεωρεί μη Εκκλησία τους σχισματικούς, αυτούς που «χώρισαν εαυτούς του πληρώματος του εκκλησιαστικού». Γι’ αυτό άλλωστε συγκεκριμενοποιεί τις τιμωρίες που τους αναμένουν και τους ονομάζει «ίδια τέκνα» της Εκκλησίας, που όμως την πολεμούν. Επισημαίνει επίσης ότι ο Παύλος «αδελφούς ονομάζει» (PG 61, 23) και αυτούς που διήρεσαν την Εκκλησία της Κορίνθου (Α’ Κορ. 1,10). Και η απόλυτη φράση του, την όποια παραθέσαμε στην αρχή της παραγράφου (ότι το σχίσμα δεν είναι μικρότερο κακό από την αίρεση), αναφέρεται, νομίζουμε, στην τιμωρία των υπευθύνων του σχίσματος, ενώ θέλει και να καυτηριάσει και να προλάβει αυτούς που ελαφρά τη καρδία και χωρίς περίσκεψη ακολουθούν αυτούς που σχίζουν - διαιρούν την Εκκλησία.
«Ταύτα μοι ειρήσθω προς τους αδιαφόρως δίδοντας εαυτούς τοις σχίζουσι την Εκκλησίαν» (=αυτά τα λέω για αυτούς που χωρίς να νοιάζονται παραδίνουν τους εαυτούς τους σε αυτούς που σχίζουν την Εκκλησία)(PG 62, 86).
Δεν φαίνεται, λοιπόν, να θεωρεί τους σχισματικούς μη Εκκλησία, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι αδιαφορεί για ζητήματα ζωτικά των σχισματικών, όπως είναι η έγκυρη - αληθινή χειροτονία, που συνιστά Μυστήριο. Δεν αρκεί να ομολογεί κανείς ορθή πίστη. Οφείλει ο πιστός ν’ αγωνίζεται για την έγκυρη χειροτονία όσο και για τα δόγματα.
«Αρκείν τούτο ηγείσθε, ειπέ μοι, το λέγειν ότι ορθόδοξοι εισι, τα της χειροτονίας δε οίχεται και απόλωλε; Και τι το όφελος των άλλων, ταύτης ουκ ηκριβωμένης; (=πες μου, νομίζεις ότι αρκεί αυτό, το να λες ότι είναι ορθόδοξοι, τα σχετικά όμως με τη χειροτονία έφυγαν και χάθηκαν; Και ποιο το όφελος των άλλων αν αυτή δεν είναι εξακριβωμένη;)
Ώσπερ γαρ υπέρ της πίστεως, ούτω και υπέρ ταύτης μάχεσθαι χρή» (=διότι όπως ακριβώς πρέπει να μαχόμαστε για την πίστη, έτσι και για αυτήν)(Αυτόθι).
Πάντως, έμμεσα έστω, προϋποθέτει ο Χρυσόστομος τα σχίσματα και τις διαιρέσεις «ιάσιμα» φαινόμενα, όπως τα χαρακτήριζε ο Μέγας Βασίλειος (Κανόνας A' από την Επιστολή του 125, 1: ΒΕΠΕΣ 55, 151).
Στο ζήτημα τούτο επιχειρεί βαθύτερη τομή ο Χρυσόστομος κι εξηγεί ότι τα σχίσματα δεν οφείλονται σε διαφορά στην πίστη, αλλά σε διάσταση «γνώμης», διαθέσεως, ένεκα «φιλονεικίας» από ανθρώπινη αδυναμία.
«Ουδέ γαρ από του διεστάναι κατά την πίστιν τα σχίσματα εγίνετο, αλλά από του την γνώμην διηρήσθαι κατά ανθρωπίνην φιλονεικίαν» (=διότι τα σχίσματα δεν έγιναν από διαφορά στην πίστη, αλλά από διαίρεση της γνώμης λόγω ανθρώπινης φιλονεικίας) (Εις Α' Κορ., Ομιλ. Γ 1: PG 61, 23).
Και πρόκειται για ανθρώπινη αδυναμία, διότι διακρίνει την συμφωνία στα νοήματα από την «γνώμη».
«Έστι δε και τοις νοήμασι συμφωνούντα (= τον άνθρωπον), μηδέπω και τη γνώμη συμφωνείν» (Αυτόθι). Η θεωρητική συμφωνία στην διδασκαλία δεν εξασφαλίζει την ταυτότητα διαθέσεως ή ενεργειών και άρα την ομόνοια.
«Επειδή γαρ είπεν “ίνα το αυτό λέγητε” (Α' Κορ. 1, 10), μη νομίσητε, φησίν, ότι μέχρι ρημάτων είπον είναι την ομόνοιαν· την γαρ από διανοίας συμφωνίαν επιζητώ» (=επειδή δηλαδή είπε (ο Παύλος) ¨να λέτε το ίδιο¨, μη νομίσετε, λέει, ότι είπα ότι η ομόνοια πρέπει να είναι μέχρι τα λόγια· διότι επιζητώ τη συμφωνία από τη διάνοια) (Εις Α' Κορ., Ομιλ. Γ' 1: PG 61, 23).

Σχίσματα με αφορμή την νηστεία
Περισσότερο συγκεκριμένα συνδέει ο Χρυσόστομος τα σχίσματα και τις διαιρέσεις με θέματα πρακτικά, όπως η νηστεία, η διαφορά στην οποία οδηγούσε κάποιους αντιοχειανούς, που ακολουθούσαν ιουδαϊκά έθιμα, σε απόσχιση από το πλήρωμα της Εκκλησίας και σε ακοινωνησία. Ο χρόνος και ο τρόπος νηστείας δεν πρέπει να σχίζουν την Εκκλησία.
«Μη τοίνυν φιλονεικώμεν, μηδέ εκείνο λέγωμεν "τοσούτον ενήστευσα χρόνον και νυν μεταθήσομαι;” ...Αισχύνη γαρ εστιν ου το μεταβάλλεσθαι προς το βέλτιον, αλλά το μένειν επί της ακαίρου φιλονεικίας» (= Ας μη φιλονεικούμε λοιπόν, ούτε να λέμε εκείνο το «τόσο χρόνο νήστεψα και τώρα θα αλλάξω;» … Διότι ντροπή δεν είναι το να μεταβληθούμε προς το καλύτερο, αλλά το να επιμένουμε στην άκαιρη φιλονεικία) (Κατά ιουδαίων Γ 5: PG 48, 869).
Οι για τέτοιους λόγους φιλονεικίες και αποσχίσεις χαρακτήριζαν τους ιουδαίους και ουσιαστικά είναι σκιαμαχίες, που αποβαίνουν εις βάρος των όντως μεγάλων και σπουδαίων ζητημάτων της πίστεως. Και ενώ δεν είναι «έγκλημα» ο διαφορετικός χρόνος της νηστείας, γίνεται ασυγχώρητο σφάλμα το σχίσμα, που προκαλείται με τέτοια αφορμή. Το σχίσμα τούτο είναι ασυγχώρητο και πολύ τιμωρητέο, διότι οδηγεί σε ακοινωνησία, σε μη μετοχή στην λειτουργική ζωή της Καθολικής Εκκλησίας και άρα στην δημιουργία παρεκκλησιαστικής σχισματικής ομάδας.
«Μη τοίνυν σκιομαχώμεν, μηδέ των τυχόντων φιλονεικούντες, εν τοις μεγάλοις εαυτούς καταβλάπτωμεν. Το μεν γαρ τώδε ή τώδε χρόνω νηστεύσαι ουκ έγκλημα, το δε σχίσαι Εκκλησίαν και φιλονείκως διατεθήναι και διχοστασίας εμποιείν και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον και πολλήν έχει τιμωρίαν» (=Ας μη σκιαμαχούμε λοιπόν και ας μη βλάπτουμε τους εαυτούς μας στα μεγάλα πράγματα, φιλονεικώντας για τα ανάξια λόγου. Γιατί δεν αποτελεί έγκλημα το να νηστεύουμε αυτήν ή την άλλη περίοδο, αλλά έγκλημα, και μάλιστα ασυγχώρητο και άξιο καταδίκης και πρόξενο μεγάλης τιμωρίας, είναι η διαίρεση της Εκκλησίας, ο διαπληκτισμός, η σπορά της διχόνοιας, και η συνεχής αποστέρηση του εαυτού μας από τις συνάξεις των πιστών) (Κατά Ιουδαίων Γ' 5: PG 48, 872).
Η Εκκλησία, επιμένει ο Χρυσόστομος με αφορμή την από μέρους χριστιανών τήρηση εθίμων ιουδαϊκών, ποτέ δεν θεώρησε πρωτεύον και θεμελιώδες τον χρόνο της νηστείας. Ο ορισμός της νυν περιόδου νηστείας έγινε μόνο χάριν της ομόνοιας.
«Ουδέ γαρ η Εκκλησία χρόνων ακρίβειαν οίδεν. Αλλ ’ επειδή παρά την αρχήν πάσιν έδοξε τοις πατράσι διηρημένοις ομού συνελθείν και ταύτην ορίσαι την συμφωνίαν αγαπώσα, κατεδέξατο το επιταχθέν» (=ούτε και η Εκκλησία αναγνωρίζει την υποχρεωτική και ακριβή τήρηση των καιρών. Αλλά επειδή από την αρχή φάνηκε καλό στους πατέρες, που ήταν διασκορπισμένοι παντού, να μαζευτούν και να ορίσουν την ημέρα αυτή, η Εκκλησία αγαπώντας τη συμφωνία αποδέχτηκε την απόφαση) (Αυτόθι).
Θέματα μη δογματικά δεν πρέπει να οδηγούν σε σχίσμα, ακόμα και αν η Εκκλησία σφάλλει. Ακραία περίπτωση, βέβαια, συγγνωστή όμως για τον Χρυσόστομο.
«Ει γαρ και εσφάλλετο η Εκκλησία, ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ην, όσον έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος τούτου» (= Διότι και αν ακόμη η Εκκλησία έσφαλλε, δεν θα ήταν το κατόρθωμα από την ακριβή τήρηση των χρόνων τόσο μεγάλο, όσο είναι το έγκλημα που προέρχεται από τη διαίρεση και το σχίσμα αυτό) (Στο ίδιο: PG 48, 870).


Ένα συγκλονιστικό κείμενο-μνημείο! (Ομιλία ΙΑ στην προς Εφεσίους Επιστολή).
Εάν λοιπόν θέλωμεν να απολαμβάνωμεν το Πνεύμα το όποιον έρχεται από την κεφαλήν, ας είμεθα στενά συνδεδεμένοι μεταξύ μας.

Διότι δύο τρόποι αποκοπής από το σώμα της Εκκλησίας υπάρχουν· ο ένας, όταν ψυχράνωμεν την αγάπην, ο δεύτερος δε, όταν τολμήσωμεν πράγματα που είναι ανάξια να γίνωνται εις εκείνο το σώμα˙ διότι και με τους δύο αυτούς τρόπους χωρίζομεν τους εαυτούς μας από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Εάν δε εμείς, που έχομεν ταχθή να οικοδομώμεν και άλλους εις αυτό, πρώτοι γινώμεθα εμείς αίτιοι διά ν’ αποσχίζωνται από αυτήν, τί δεν θα πάθωμεν;

Τίποτε δεν θα ημπορέση να διαιρέση τόσον εύκολα την Εκκλησίαν, όσον η φιλαρχία˙ τίποτε δεν παροξύνει τόσον τον Θεόν, όσον το να διαιρεθή η Εκκλησία. Και αν ακόμη έχωμεν πράξει άπειρα καλά, δεν θα καταδικασθώμεν ολιγώτερον από αυτούς οι οποίοι διεμέλισαν το σώμα του, εμείς οι οποίοι διαιρούμεν το εκκλησιαστικόν πλήρωμα.

Διότι εκείνο μεν έγινε προς όφελος της οικουμένης, αν και δεν το έκαναν από αυτόν τον σκοπόν˙ αυτό όμως εις τίποτε πουθενά δεν χρησιμεύει, αλλ’ είναι μεγάλη η βλάβη.
Αυτά δεν λέγονται μόνον προς τους άρχοντας, αλλά και προς τους αρχομένους.

Κάποιος δε άγιος άνδρας είπε κάτι το οποίον φαίνεται ότι είναι τολμηρόν, πλην όμως το είπε. Ποιο είναι δε αυτό; Ούτε το αίμα του μαρτυρίου ημπορεί να εξαλείψη αυτήν την αμαρτίαν.

Διότι, ειπέ μου, διατί μαρτυρείς; δεν το κάνεις αυτό διά την δόξαν του Χριστού; Συ λοιπόν ο οποίος θυσιάζεις την ζωήν σου υπέρ του Χριστού, πώς εξολοθρεύεις την Εκκλησίαν, υπέρ της οποίας πρώτος εθυσιάσθη ο Χριστός;

Άκουσε τον Παύλον ο οποίος λέγει˙ «Δεν είμαι άξιος να ονομάζωμαι απόστολος, διότι κατεδίωξα την Εκκλησίαν του Θεού». Δεν είναι μικρά αυτή η βλάβη από τους εχθρούς, αλλά πολύ μεγάλη. Διότι εκείνη μεν αναδεικνύει αυτήν και λαμπροτέραν, ενώ αυτή καταισχύνει αυτήν και ενώπιον των εχθρών της, όταν δηλαδή πολεμήται υπό τα ίδια τα τέκνα της. Διότι είναι μεγάλη απόδειξις απάτης το να μεταβάλλωνται έξαφνα και να διάκεινται ως εχθροί αυτοί οι οποίοι εγεννήθησαν και ανετράφησαν μέσα εις την εκκλησίαν και έχουν γνωρίσει με ακρίβειαν τα απόρρητα της πίστεως.

Αυτά δι’ εκείνους οι οποίοι με αδιαφορίαν ακλουθούν εκείνους οι οποίοι διαιρούν την Εκκλησίαν. Διότι και αν ακόμη έχουν αντίθετον προς την Εκκλησίαν πίστιν, και δι’ αυτόν τον λόγον δεν αρμόζει εις εκείνους ν’ αναμιγνύωνται˙ εάν όμως έχουν την ιδίαν πίστιν, τότε πολύ περισσότερον δεν πρέπει να αναμιγνύωνται. Διατί άραγε; Διότι η νόσος προέρχεται από φιλαρχίαν.
Δεν γνωρίζετε τί έπαθον οι περί τους Κορέ και Δαθάν και Αβειρών; και μήπως μόνον αυτοί και όχι και οι μετά από αυτούς;

Τί λέγεις; Η ιδία πίστις είναι, ορθόδοξοι είναι και εκείνοι. Διατί λοιπόν δεν είναι μαζί με εμάς; «Ένας Κύριος, μία πίστις, ένα βάπτισμα». Εάν δε αυτά που κάνουν αυτοί είναι ορθά, τότε τα ιδικά μας είναι λανθασμένα˙ εάν δε τα ιδικά μας είναι ορθά, τότε τα ιδικά των είναι λανθασμένα. «Ώστε να μη είμεθα πλέον νήπιοι, κλονιζόμενοι και παρασυρόμενοι από κάθε άνεμον διδασκαλίας».

Ειπέ μου, νομίζεις ότι αρκεί αυτό, το να λέγης δηλαδή ότι είναι ορθόδοξοι; τα δε της χειροτονίας έφυγαν και εχάθησαν; Και ποιον το όφελος εάν αυτή δεν έγινε κατά τρόπον κανονικόν; Όπως ακριβώς λοιπόν διά την πίστιν, έτσι πρέπει να αγωνιζώμεθα και δι’ αυτήν. Διότι, εάν εις τον καθένα είναι δυνατόν να χειροτονή, όπως οι παλαιοί, και έτσι να γίνωνται ιερείς, ας γνωρίζουν όλοι, ότι εις μάτην έχει οικοδομηθή αυτό το θυσιαστήριον, εις μάτην το πλήρωμα της Εκκλησίας και το πλήθος των ιερέων˙ ας τα καταργήσωμεν αυτά και ας τα καταστρέψωμεν.
Μη γένοιτο, λέγει. Σεις τα κάνετε αυτά και λέγετε μη γένοιτο; Πως λέγεις, μη γένοιτο, την στιγμήν που έχουν γίνει ήδη; Εγώ το λέγω και το επιβεβαιώνω αποσκοπών όχι εις ιδικόν μου συμφέρον, αλλ’ εις την ιδικήν σας σωτηρίαν˙ εάν δε κάποιος αδιαφορή, αυτός θα κριθή˙ εάν δε αυτά δεν ενδιαφέρουν εις κάποιον, εμάς όμως μας ενδιαφέρουν. «Εγώ εφύτευσα», λέγει, «ο Απολλώς επότισεν, αλλ’ ο Θεός έδιδε την αύξησιν».

Πώς θα υποφέρωμεν την ειρωνείαν και τον γέλωτα των ειδωλολατρών; Διότι εάν μας κατηγορούν διά τας αιρέσεις, τί θα είπουν δι’ αυτά; Εάν η αυτή πίστις υπάρχη παντού, εάν τα ίδια μυστήρια, διατί να επιπηδά εις άλλην Εκκλησίαν κάποιος άλλος επίσκοπος; Βλέπετε, λέγει, ότι όλα τα των Χριστιανών έχουν γεμίσει από κενοδοξίαν; Και ότι υπάρχει εις αυτούς φιλαρχία και απάτη; Απογύμνωσέ τους από το πλήθος, λέγει, και δεν θα είναι τίποτε. Κτύπησε και εξολόθρευσε την νόσον, η οποία διαφθείρει τον όχλον.
5. Θέλετε να είπω αυτά τα οποία λέγουν διά την πόλιν μας; με πόσην ευκολίαν ημπορούν να μας κατηγορούν; Είναι δυνατόν, λέγει, εις όποιον θέλει να εύρη οπαδούς και δεν θα λείψουν ποτέ αυτοί. Ω, πόσον αξιογέλαστον πράγμα! πόσης εντροπής άξια είναι αυτά; Αλλά και τα άλλο είναι αξιογέλαστον και το άλλο είναι εντροπή. Αν μερικοί από εμάς κυριευθέντες από τα πιο φοβερά πράγματα, πρόκειται να υποστούν κάποιο επιτίμιον, είναι πολύς ο τρόμος και ο φόβος παντού μήπως κανείς αποσκιρτήση, λέγει, μήπως αποστατήση εις εκείνους. Χιλιάδες φορές είναι προτιμώτερον ν’ αποσκιρτήση αυτός ο οποίος είναι τέτοιος, και να είναι μαζί με εκείνους˙ δεν λέγω δι’ όσους έχουν πλανηθή, αλλ’ εάν κάποιος χωρίς να παρασυρθή ευρίσκεται εις αυτήν την κατάστασιν και θέλει να προσχωρήση εις τους αιρετικούς, ας τα κάνη. Διότι πονώ βέβαια και θρηνώ και οδύρομαι και καίγονται τα σπλάχνα μου, ωσάν να στερούμαι ιδικόν μου μέλος, όμως δεν πονώ τόσον, όσον φοβούμαι μήπως αναγκασθώ από αυτό να κάνω τίποτε που δεν πρέπει.
Δεν είμεθα κυρίαρχοι της πίστεώς μας, αγαπητοί, ούτε παραγγέλλομεν αυτά κατά τρόπον δεσποτικόν˙ έχομεν ορισθή διά την διδασκαλίαν του λόγου και όχι διά εξουσίαν ούτε διά δεσποτισμόν˙ έχομεν θέσιν συμβούλων, οι όποιοι συμβουλεύουν. Εκείνος ο οποίος συμβουλεύει λέγει την γνώμην του, χωρίς να εξαναγκάζη τον ακροατήν, αλλ’ αφήνει αυτόν ελεύθερον να προτιμήση τα λεγάμενα˙ εις τούτο μόνον είναι υπεύθυνος, αν δεν είπη αυτά τα οποία πρέπει να διδάξη. Διά τούτο και εμείς τα λέγομεν αυτά και τα διδάσκομεν, διά να μη είναι δυνατόν εις κανένα από σας την ημέραν της κρίσεως να είπη, 'Κανείς δεν μας είπεν τίποτε, κανείς δεν μας εσυμβούλευσε, δεν τα εγνωρίζαμεν, ενομίζαμεν ότι είναι μηδαμινόν το αμάρτημα’.
Διά τούτο τα λέγω και σας παρακαλώ με επιμονήν, ότι το να δημιουργήση κανείς σχίσμα εις την Εκκλησίαν δεν είναι μικρότερον κακόν από το να πέση εις αίρεσιν. Ειπέ μου, εάν κάποιος υπηρετεί υπό τας διαταγάς κάποιου βασιλέως, και δεν επήγαινε μεν με το μέρος άλλου, ούτε προσεχώρει εις άλλον βασιλέα, αλλ’ έπαιρνε το πορφυρούν ένδυμά του και το εξήπλωνε καταγής, και ολόκληρον διά περόνης το εξέσχιζεν εις πολλά τεμάχια, άραγε θα ετιμωρείτο ολιγώτερον από εκείνους οι οποίοι προσεχώρησαν εις άλλον; Τί δε, εάν μαζί με αυτό, τον ίδιον τον βασιλέα, κρατών από τον λαιμόν, τον έσφαζε και εξέσχιζεν εις κάθε μέλος το σώμα του, ποία καταδίκη θα ήτο αξία των έργων του; Εάν δε κάμνων αυτά εις τον βασιλέα ο οποίος είναι σύνδουλος, θα ετιμωρείσο με την πιο μεγάλην τιμωρίαν, εκείνος ο οποίος σφάζει και διαμελίζει τον Χριστόν, ποίας κολάσεως δεν θα είναι άξιος; Άραγε αυτής με την οποίαν απειλείται; Δεν νομίζω, αλλά άλλης πολύ πιο φοβεράς.
Να το ειπήτε αυτό όσαι παρευρίσκεσθε — διότι κυρίως αι γυναίκες έχουν αυτό το ελάττωμα — να διηγηθήτε εις όσας απουσιάζουν αυτό το παράδειγμα, να τας φοβήσετε.

Εάν μερικοί νομίζουν ότι μάς θλίβουν και μάς εκδικούνται με αυτό, ας γνωρίζουν καλώς, ότι άσκοπα τα κάνουν αυτά. Διότι εάν θέλης να μάς εκδικηθής, εγώ σου δίδω τρόπον, με τον όποιον θα ημπορέσης να εκδικηθής χωρίς να ζημιωθής˙ μάλλον δε δεν είναι δυνατόν να εκδηκηθής χωρίς να βλαβής, αλλά με μικροτέραν βλάβην˙ κτύπησέ με, πτύσε με δημοσίως όταν με συναντήσης, πλήγωσέ με. Φρίττεις εις την ακοήν αυτών των πραγμάτων; Εάν φρίττης που σου λέγω να κτυπήσης εμένα, δεν φρίττεις όταν κατασπαράσσης τον Κύριόν σου; τα μέλη του Κυρίου ξεσχίζεις και δεν τρέμεις; Οικία πατρική είναι η Εκκλησία˙ ένα σώμα και ένα Πνεύμα. Αλλά θέλεις να με πολεμήσης. Μέχρι εμένα σταμάτησε. Διατί αντί δι’ εμένα πολεμείς τον Χριστόν; μάλλον δε διατί κτυπάς επάνω εις τας πληγάς του; Βέβαια εις καμμίαν περίπτωσιν δεν είναι καλή η εκδίκησις˙ αλλά το να υβρίζης άλλον από εκείνον ο οποίος σε αδικεί είναι πολύ χειρότερον.
Από εμάς ηδικήθης; Διατί λυπείς εκείνον ο οποίος δεν σε ηδίκησεν; αυτό είναι δείγμα μεγίστης παραφροσύνης. Δεν θα το ειπώ ειρωνευόμενος αυτό το όποιον πρόκειται να είπω, ούτε τυχαίως, αλλ’ όπως το σκέπτομαι και όπως το αισθάνομαι. Διά τον καθένα από σας οι οποίοι θλίβεσθε από εμένα και εξ αιτίας αυτής της λύπης βλάπτετε τους εαυτούς σας και πορεύεσθε αλλού, θα ήθελον να πληγώσω το πρόσωπόν μου ή και να απογυμνώσω το σώμα μου διά να βασανισθή διά ράβδου, είτε δικαίως είτε αδίκως με κατηγορείτε, και εις εμένα ας επιτρέψη την οργήν να πέση, παρά να τολμούν αυτά τα οποία τολμούν. Εαν ημπορούσε να γίνη αυτό, τίποτε δεν θα ήτο, το να πάσχη τέτοια ένας μηδαμινός και ανάξιος λόγου άνθρωπος. Άλλωστε θα ημπορούσα να παρακαλέσω εγώ, ο οποίος ηδικήθην και εξυβρίσθην, τον Θεόν, και θα συνεχώρει τας αμαρτίας σας˙ όχι διότι εισακούομαι τόσον πολύ ως να είμαι άγιος, αλλ’ επειδή ο ηδικημένος, όταν παρακαλή υπέρ εκείνου ο οποίος τον ηδίκησεν, εισακούεται πολύ. «Αν αμαρτήση άνθρωπος εναντίον ανθρώπου», λέγει, «ο Θεός θα δεχθή μεσιτείαν δι’ αυτόν». Εάν δε δεν ημπορούσα να το κάνω εγώ, θα ημπορούσα να ζητήσω και να παρακαλέσω αγίους ανθρώπους και θα το έκαμνον. Τώρα όμως ποίον να παρακαλέσωμεν, αφού υβρίζομεν τον Θεόν;
Πρόσεχε ανωμαλίαν. Διότι από όσους ανήκουν εις αυτήν την εκκλησίαν, άλλοι μεν ουδέποτε προσέρχονται ή μίαν φοράν κατ’ έτος, και τότε όπως τύχη˙ άλλοι δε τακτικώτερον μεν, αλλά και αυτοί όπως τύχη, ομιλούντες και αστειευόμενοι διά το τίποτε˙ άλλοι δε, οι οποίοι φαίνονται ότι δήθεν ενδιαφέρονται, αυτοί είναι εκείνοι οι οποίοι προκαλούν αυτήν την συμφοράν. Εάν λοιπόν ενδιαφέρεσθε και φροντίζετε δι’ αυτά, καλύτερον να ταχθήτε και σεις μαζί με τους αδιαφόρους˙ μάλλον δε το καλύτερον είναι ούτε εκείνοι να είναι αμελείς, ούτε σεις τέτοιοι˙ δεν λέγω δι’ εσάς που παρευρίσκεσθε εδώ, αλλά δι’ εκείνους οι οποίοι αποσκιρτούν. Μοιχεία είναι αυτό το πράγμα. Εάν δε δεν ανέχεσαι να ακούς αυτά δι’ εκείνους, λοιπόν να μη ανέχεσαι ούτε δι’ εμάς˙ διότι το ένα από τα δύο κατ’ ανάγκην γίνεται παρανόμως. Αν μεν λοιπόν υποπτεύεσθε αυτά δι’ εμέ, είμαι έτοιμος να παραχωρήσω το αξίωμα εις όποιον θέλετε˙ μόνον η εκκλησία να είναι μία˙ εάν δε εγώ έγινα νομίμως, πείθετε εκείνους οι οποίοι έχουν αναβή παρανόμως εις τον θρόνον να αποθέσουν ό,τι δεν τους ανήκει.
Αυτά τα είπον, όχι ως προστάσσων, αλλά διά να στερεώσω και να διαφυλάξω εσάς. Επειδή ο καθένας έχει ηλικίαν και ευθύνεται διά τας πράξεις του, παρακαλώ να μη νομίζετε ανευθύνους τους εαυτούς σας, ρίπτοντες το πάν εις εμάς, διά να μη καταστρέφετε τους εαυτούς σας αυταπατώμενοι εις μάτην. Διότι θα δώσωμεν λόγον διά τας ψυχάς σας, αλλ’ όταν εμείς δεν τας επιμελούμεθα πλήρως, όταν δεν παρακαλέσωμεν, όταν δεν νουθετήσωμεν, όταν δεν ικετεύσωμεν. Μετά δε από αυτά, επιτρέψατε και εις εμέ να είπω, «είμαι αθώος από το αίμα όλων σας», και˙ «ο Θεός θα σώση την ψυχήν μου».

Είπατε ό,τι θέλετε και αναφέρατε δικαιολογημένην αιτίαν διά την οποίαν έχετε αποχωρήσει, και θα απολογηθώ. Αλλά δεν έχετε τίποτε να είπητε. Διά τούτο και παρακαλώ έστω και σάς να σταθήτε με γενναιότητα και να επαναφέρετε όσους επλανήθησαν και απεχώρησαν, διά να αναπέμψωμεν μαζί ευχαριστίαν εις τον Θεόν, διότι εις αυτόν ανήκει η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
(εκδόσεις ΕΠΕ, τόμος 20, σελ. 705-715)

Τι είπε ο άγιος Φώτιος για τα λάθη των αγίων Πατέρων. Γιατί δεν είναι αλάθητοι, και πότε;

πηγή: oode

Έχουμε κατ' επανάληψιν μιλήσει για την έννοια της Θείας Αποκάλυψης και της Θεοπνευστίας στην Εκκλησία του Κυρίου σε αυτή την ιστοσελίδα. Έχουμε επίσης πει ότι άλλο πράγμα είναι το "αλάθητο", και άλλο πράγμα η Θεοπνευστία. Και ότι ακόμα και οι άγιοι Πατέρες, έχουν κάποια όρια, στο τι απ' όσα δίδαξαν, αποτελεί Θεία Αποκάλυψη, και στο τι αποτελεί προσωπική τους γνώμη. Καιρός όμως, να δούμε τι λέει γι' αυτό το θέμα, ένας από τους ίδιους τους αγίους Πατέρες, ο άγιος Φώτιος!

Ψυχολογικές ανάγκες

Η χρησιμότητα του παρόντος άρθρου, πέρα από το ότι μας βοηθάει να έχουμε ένα Ορθόδοξο κριτήριο ανάγνωσης και αποδοχής των γραμμένων σε κείμενα αγίων Πατέρων, διορθώνει την εσφαλμένη (και συχνά στενόμυαλη) στάση ορισμένων Χριστιανών, που προσκολλούνται σε κείμενα αγίων Πατέρων, με μία Ορθοδοξίζουσας μορφής Προτεσταντική νοοτροπία. Όπως δηλαδή οι Προτεστάντες μένουν κολλημένοι "στο γράμμα" της Αγίας Γραφής, χάνοντας το Πνεύμα, έτσι και μερικοί αδελφοί μας, από υπερβολική αγάπη και σεβασμό προς τους αγίου Πατέρες, εκλαμβάνουν οτιδήποτε δουν γραμμένο από αυτούς, ως κατ' ανάγκην "Θεία Αποκάλυψη", και επειδή το είπε κάποιος άγιος, ακόμα και λάθος αν είναι, αρνούνται πεισματικά να εξετάσουν με ανοιχτή διάνοια και μια διαφορετική θέση.

Είναι λογικό και ψυχολογικά χρήσιμο, να επιζητούμε κάποιο "σταθερό" σημείο αναφοράς, μια αμετακίνητη και ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ βάση, πάνω στην οποία να στηρίξουμε την πίστη μας. Όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι οι ψυχολογικές μας ανάγκες για κάτι τέτοιο, πρέπει να μας οδηγήσουν σε μία ουτοπική θεώρηση ορισμένων πραγμάτων, όπως είναι για παράδειγμα τα Ιερά Κείμενα. Η Θεία Αποκάλυψη, δεν δόθηκε για να μας στερήσει την ελευθερία και την κριτική σκέψη, και να μας κάνει άγνωμους αποδέκτες προ-κατασκευασμένων "δογματικών πακέτων". Δόθηκε ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ, για να μας ΑΣΚΗΣΕΙ την ελευθερία και την κριτική σκέψη. Το δόγμα δόθηκε για να μας οδηγήσει ΕΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΠΛΗΡΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ στη βίωση της εν Χριστώ ζωής, ώστε να μπορούμε κι εμείς να βιώσουμε όλα όσα κατέγραψαν πριν από εμάς οι άγιοι Πατέρες, που βίωναν την εν Χριστώ ζωή. Γιατί τελικά τα όσα μας παρέδωσαν, δεν είναι παρά εκφράσεις της εν Χριστώ εμπειρίας τους, με στόχο να μας οδηγήσουν στη βίωση αυτής της ίδιας αγιοποιού εμπειρίας. Το να αγκιστρώνεται κάποιος τυφλά σε κείμενα, αρνούμενος να αξιοποιήσει το θεόδοτο δώρο της ΥΠΕΥΘΥΝΗΣ αναζήτησης της κατά Θεόν ζωής, όχι μόνο δεν αποτελεί ευκταίο Χριστιανικό χαρακτηριστικό, αλλά αντιθέτως, αποτελεί προσπάθεια αποποίησης ευθυνών, και φυγοπονία! Ζητάει καταφύγιο βεβαιοτήτων, στρουθοκαμηλίζοντας, αντί να ασκήσει κρίση και κόπο εξιχνίασης των βαθέων του Θεού.

Ο παραδεδομένος από τον Θεό λόγος, είναι "λυχνάρι που φέγγει σε σκοτεινό τόπο, ώσπου να ανατείλει ο Φωσφόρος στις καρδιές μας" (Β΄ Πέτρου 1/α: 19). Προσέξτε! Δεν μιλάει για προσκόλληση στον προφητικό λόγο. Μιλάει για μια προσωρινή σχέση, ΩΣΠΟΥ να αρχίσει να διδάσκεται πλέον ο Χριστιανός από τον Θεό άμεσα, και να βιώνει την εν Αγίω Πνεύματι ζωή. Τα κείμενα των αγίων, είναι βοηθητικά και προσωρινά. Η ΣΧΕΣΗ με τον Θεό είναι αιώνια!

Τι είπε ο άγιος Φώτιος

Ενώ λοιπόν τα κείμενα των αγίων Πατέρων, στην συντριπτική τους πλειονότητα, είναι πλήρη Πνεύματος Αγίου, και μας δίνουν πληθώρα Θείων Αποκαλύψεων, υπάρχουν και ορισμένα σημεία, ή ορισμένες τους θέσεις, (ΣΠΑΝΙΟΤΑΤΑ βέβαια), που και αυτά περιέχουν ορισμένα λάθη, ή προσωπικές τους απόψεις, που θα ήταν λάθος κάποιος να τα εκλάβει ως Αποκάλυψη Θεού, μόνο και μόνο επειδή τα έγραψε κάποιος άγιος.

Όταν για παράδειγμα, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, υπολογίζει σε κείμενό του την ημερομηνία γέννησης του Κυρίου Ιησού, και λέει ότι ο πατέρας του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή ήταν "αρχιερέας", και μπερδεύει τα δύο θυσιαστήρια του ναού, πρόκειται για σαφέστατο λάθος. Ή όταν ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλάει για την σωτηρία και των ασεβών, κι εδώ είναι κάτι που η Εκκλησία το έχει χαρακτηρίσει λάθος Συνοδικά! Και όταν ο άγιος Αυγουστίνος ερμηνεύει την εν Χριστώ Σωτηρία δικανικά, και πάλι είναι λάθος, μια και συγκρούεται ευθέως με την πίστη των άλλων αγίων πατέρων. Μάλιστα θέσεις του αγίου Αυγουστίνου, αποτέλεσαν (και αποτελούν) αφορμές ρήξης με τη Δυτική εκκλησία, καθώς εκεί εμμένουν σε κάποιες από τις εσφαλμένες θέσεις του, μόνο και μόνο επειδή ήταν άγιος!

Τι θα κάνουμε λοιπόν; Θα κοιτάμε τα κείμενα τών αγίων πατέρων με καχυποψία και με υψηλοφροσύνη ενώπιόν τους; Θα τα διαβάζουμε άραγε με πνεύμα αντιλογίας και αναζητώντας σε αυτά σφάλματα;

Όχι βέβαια! Τα κείμενα των αγίων Πατέρων, είναι πηγή σοφίας, γνώσεως και Αγιοπνευματικής ζωής. Είναι διαμάντια Θείας Αποκάλυψης και πηγή Αποστολικών Παραδόσεων, και ξεχειλίζουν από τη Χάρη του Θεού. Τα κείμενα των Αγίων Πατέρων, είναι φως και ζωή. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι είναι αλάθητα! Αυτό δεν σημαίνει, ότι επειδή γράφτηκε κάτι από κάποιον άγιο, είναι ΚΑΤ' ΑΝΑΓΚΗΝ σωστό, και ότι πρέπει να το υποστηρίζουμε με φανατισμό, έστω και αν κάποιος μας επιδεικνύει ντοκουμέντα για κάτι διαφορετικό. Όλοι οι άνθρωποι, ακόμα και οι άγιοι, έχουν κάνει λάθη στη ζωή τους! Και ο σκοπός αυτού του άρθρου, είναι να βοηθήσει να αποφεύγονται ΟΙ ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ, και οι αδικαιολόγητες προσκολλήσεις σε κάτι σπάνιο, που βεβαίως θα μπορούσε να είναι λάθος, σε αυτά τα κείμενα.

Τι κριτήρια μπορούμε λοιπόν να αναζητήσουμε, για το πότε είναι δυνατόν κάποιος άγιος Πατέρας να έχει κάνει κάπου λάθος;

Ας δούμε τι γράφει γι' αυτό ακριβώς το θέμα, ένας απ' αυτούς, δηλαδή από τους ίδιους τους αγίους Πατέρες, ο άγιος Φώτιος:

«…Πόσαι δε περιστάσεις πραγμάτων πολλούς (=πατέρες) εξεβιάζοντο, τα μεν παραφθέγξασθαι, τα δε προς οικονομίαν ειπείν, τα δε και των απειθούντων επαναστάντων, τα δε και αγνοία, οία δη περιολισθήσαι ανθρώπινον... Ει δε παρεφθέξαντο μεν ή διά τινα αιτίαν νυν αγνοουμένην ημίν της ευθύτητος εξετράπησαν, ουδεμία δε ζήτησις αυτοις προσενήνεκται, ουδ’ εις μάθησιν της αληθείας ουδείς αυτούς παρακάλεσε, πατέρας μεν ουδέν ελλάτον αυτούς, ει και μη τούτο είπον, επιγραφόμεθα... τοις λόγοις τούτων, εν οις παρηνέχθησαν, ουχ εψόμεθα…» (Φωτίου, Επιστολή Ε΄, Προς τον Ακυλουΐας Ιωάννην ι΄, εις Ι. Βαλέττα, Φωτίου Επιστολαί, Λονδίνο 1864, σ. 196).

Ας δούμε τι σημαίνουν τα λόγια αυτά σε απλή σημερινή γλώσσα:

«...Ακόμη, πόσες δυσκολίες των καταστάσεων ανάγκαζαν πολλούς Πατέρες άλλα να τα παραποιούν, άλλα να τα λεν με πνεύμα συγκατάβασης, άλλα να λεν όταν ξεσηκώνονταν οι απείθαρχοι, άλλα να τα λεν από άγνοια, καθώς βέβαια είναι ανθρώπινο να σφάλει κανείς. Και αν παραποίησαν κάτι ή, για κάποιο λόγο που εμείς τώρα αγνοούμε, παρεξέκλιναν από την ορθή πορεία, τη στιγμή μάλιστα που δεν τους ζητήθηκε να εκφέρουν άποψη ούτε κανείς τους παρακάλεσε να του διδάξουν την αλήθεια, τους αναγνωρίζουμε το ίδιο ως Πατέρες, όπως θα τους αναγνωρίζαμε και αν δεν εξέφραζαν αυτή την άποψη... τη διδασκαλία τους στην οποία πλανήθηκαν δε θα την ακολουθήσουμε...» (Μετάφραση από το φιλόλογο Παύλο Χατζηπαππά, την οποία μεταφέραμε σε μονοτονικό).

Για το ίδιο κείμενο, ο θεολόγος Μιχαήλ Μπερκουτάκης, κάνει τα εξής σχόλια, τα οποία παραθέτουμε αυτούσια για να κατανοήσουμε τα λεγόμενα του αγίου Φωτίου σε βάθος:

«...Ακόμα, πόσες φορές οι δύσκολες περιστάσεις της ζωής δεν ανάγκασαν πολλούς από τους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, άλλα πράγματα να τα παραποιήσουν, επειδή δεν μπόρεσαν ούτε και οι ίδιοι, να τα κατανόησαν σωστά, άλλα πράγματα να τα πουν με πνεύμα οικονομίας και συγκατάβασης, γιατί οι άνθρωποι δεν είχαν τη δύναμη, να εννοήσουν το πραγματικό τους νόημα, άλλα πράγματα να τα πουν με αυστηρό και ελεγκτικό τρόπο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους απειθείς αιρετικούς, που εξεγείρονταν εναντίον της Εκκλησίας, ενώ, τέλος, άλλα πράγματα να τα πουν λανθασμένα από άγνοια, γιατί, φυσικά, είναι ανθρώπινο, το να σφάλλει κανείς. Ακόμη, όμως, και αν οι Πατέρες της Εκκλησίας παραποίησαν κάτι ή παρεξέκλιναν από την ορθή πίστη, είτε γιατί θεολόγησαν για ζητήματα, για τα οποία δεν υπήρχε σωτηριολογική σημασία, είτε γιατί δεν τους παρακάλεσε ο λαός του Θεού, να του αποκαλύψουν την αλήθεια, που είναι αναγκαία για τη σωτηρία του, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, τον οποίο εμείς σήμερα αγνοούμε, αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, ότι έχουμε το δικαίωμα, να τους αναγνωρίζουμε ως Πατέρες λιγότερο, από όσο θα τους αναγνωρίζαμε, αν δεν είχαν υποπέσει σε σφάλματα... αρκεί, φυσικά, να μην ακολουθούμε τη διδασκαλία τους στα σημεία εκείνα, που έκαναν λάθη...». (Παράφραση του κειμένου από το θεολόγο Μπερκουτάκη Μιχαήλ).

Τα λόγια του αγίου Φωτίου, είναι χαρακτηριστικά: Ένας άγιος Πατέρας, μας λέει σαφώς, ότι ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ να συναντήσουμε λάθη στα κείμενα των αγίων Πατέρων. Γι' αυτό και είναι αδικαιολόγητοι, όσοι εμμένουν σε φράσεις αγίων Πατέρων, για να υποστηρίξουν με φανατισμό ζητήματα που "δεν ήταν ζητούμενα" στην εποχή που γράφτηκαν, αλλά που σε μια μετέπειτα εποχή, διορθώθηκαν και διατυπώθηκαν σωστά, είτε από άλλους αγίους Πατέρες, είτε από επιστημονικά ντοκουμέντα, αν ήταν επιστημονικά ζητήματα, είτε όταν έφθασε πλέον ο καιρός να δοθεί γι' αυτά μια πληρέστερη θεώρηση από την Εκκλησία του Κυρίου.

Η Εκκλησία, είναι Εκκλησία αληθείας. Και είναι πάντα ενωμένη με τον Ζώντα Χριστό. Δεν εξαρτάται από κείμενα. Δεν προσκολλάται σε κείμενα και προσωπικές θέσεις, όταν τα στοιχεία δείχνουν κάτι διαφορετικό, ούτε έχει πρόβλημα να πει ότι όλα τα μέλη της είναι δυνατόν (ως άνθρωποι) να κάνουν λάθη. Και αυτό το ξεκαθαρίζει στο ανωτέρω κείμενο ένας άγιος Πατέρας, ο άγιος Φώτιος. Το ότι οι άγιοι Πατέρες έκαναν και λάθη, είναι Πατερική διδασκαλία!

Εάν λοιπόν κάποιος επιμένει, να αναζητάει μεταξύ των αγίων της Εκκλησίας το "αλάθητο", τότε κατ' ανάγκην πρέπει να δεχθεί ότι κάνει λάθος ένας άγιος της Εκκλησίας, ο άγιος Φώτιος!

Γ. Κ.


Ο π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ
Νόστιμο φαγητό με λίγο … υδροκυάνιο!

- Γέροντα, ο Καζαντζάκης εκτός από τα τόσα στραβά που λέει, έχει και κάποια καλά. Γιατί τον πετάμε εξ ολο­κλήρου και δεν τον αξιολογούμε, να πούμε αυτό είναι καλό, εκείνο κακό;

– Αν κάποιος φτιάξη ένα ωραίο φαγητό με ακριβά υλικά και πολλή τέχνη και το κάνη πεντανόστιμο, αλλ’ ύστερα ρίξη καμμιά δεκαπενταριά σταγόνες υδροκυανί­ου, θα φάη κανείς αυτό το φαγητό; Σάς ερωτώ. Μα είναι νόστιμο, μα έχει καλά υλικά, μα… Ναι, αλλά έπεσε δηλη­τήριο επάνω. Ποιος θα τολμήση, έστω να δοκιμάση, ένα φαγητό, που έχει μέσα υδροκυάνιο, που όχι άνθρωπο, αλλά ελέφαντα σκοτώνει;

Αυτό έχει κάνει και ο Καζαντζάκης. Κι αν κάπου – κά­που έχη και κάποια σελίδα της προκοπής, λίγο πιο πέρα, στην άλλη, ρίχνει υδροκυάνιο μέσα. Γιατί να συστήσου­με να τον διαβάσουν οι νέοι μας; Θα οικοδομηθούν, θα ωφεληθούν; Τι να πάρουν από τον Καζαντζάκη, που κά­θε λίγο και λιγάκι λέγει αθλιότητες και αισχρότητες; Δεν ξέρεις σε ποια σελίδα θα σου πη κάτι καλό και σε ποια σελίδα θα σου πη τις αχρειότητές του.

Και επί τέλους γιατί είναι τόσο αναγκαίο να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Χάθηκαν οι άλλοι λογοτέχνες; Ή μή­πως πρόκειται για αναντικατάστατα επιστημονικά συγ­γράμματα; Αν κάποιος μεγάλος εφευρέτης, ένας επι­στήμονας (δεν τα κάνουν αυτά οι εφευρέτες) σ’ ένα βι­βλίο επιστημονικό γράφη και μερικές σελίδες τέτοιες, θα πη κανείς, τι να κάνω, πρέπει να το διαβάσω, διότι έχει μέσα π.χ. ιατρικά θέματα και πρέπει να τα μάθω. Στη λογοτεχνία όμως δεν ισχύει αυτό. Γιατί, λοιπόν να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Για να αντιμετωπίζω σε κάθε σελίδα την κόπρο που προσφέρει;

Στο «Φτωχούλη του Θεού» λέει ο Καζαντζάκης, ότι το καλλίτερο κήρυγμα περί Θεού το βρήκε στην άνθησι της αμυγδαλιάς. Και μέσα στο ίδιο βιβλίο έχει σελίδες παν­άθλιες και υβριστικές. Και μετά απ’ όλα αυτά δεν έχει «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», όπως έλεγαν για την αρχαία ελληνική τραγωδία.

Καζαντζάκης και Μέγας Βασίλειος

- Γέροντα, κάτι ανάλογο δεν μπορούμε να πούμε για τον Καζαντζάκη, όπως ο Μ. Βασίλειος για τους αρχαίους συγγραφείς; Δηλαδή να παίρνουμε το τριαντάφυλ­λο και να παραμερίζουμε τα αγκάθια;

- Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο Μέγας Βασίλειος δεν παρότρυνε στη μελέτη των ειδωλολατρών συγγραφέων. Τι έκανε; Έγραψε την πραγματεία «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» για τους ανεψι­ούς του, οι οποίοι θα ήρχοντο στην Αθήνα να σπουδά­σουν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Και τους λέγει: «Προσέξτε, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι έχουν και με­ρικά σημεία σωστά, αλλά έχουν και πολλά στραβά κι ανάποδα. Ό,τι, λοιπόν, κάνετε με το τριαντάφυλλο που κό­βετε το λουλούδι και αφήνετε τα αγκάθια να μη σάς κεν­τήσουν, μη σάς τρυπήσουν και σάς ματώσουν, έτσι να κά­νετε και με τους αρχαίους. Ό,τι καλό βρήτε στους αρχαί­ους, πάρτε το, προσέξτε, όμως, μη παρασυρθήτε από τα κακά».

Άλλο είναι να πης σ’ ένα νέο, που πάει να σπουδάση ελληνική φιλοσοφία, «Κοίτα, παιδί μου, μη παρασυρθής από τα στραβά και τ’ ανάποδα, αλλά να δεχθής τα ωφέ­λιμα», και άλλο να του λες, «Παιδί μου, θα ωφεληθής πολύ, πάρα πολύ, είναι απαραίτητο να διαβάσης την αρχαία ελληνική φιλοσοφία». Δεν είπε τέτοια πράγματα ο Μέγας Βασίλειος.

Και όχι μόνο δεν είπε κάτι τέτοιο, αλλά σε επιστολή του προς τον Ευστάθιον Σεβαστείας εξομολογούμενος λέγει: «Εγώ πολύν χρόνον προσαναλώσας τη ματαιότητι και πάσαν σχεδόν την εμαυτού νεότητα εναφανήσας τη ματαιοπονία, ην είχον προσδιατρίβων τη αναλήψει των μαθημάτων της παρά Θεού μωρανθείσης σοφίας, εξ ύπνου βαθέος διαναστάς, απέβλεψα μεν προς το θαυμαστόν φως της αλήθειας του Ευαγγελίου, κατείδον δε το άχρηστον της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων. Πολλά την ελεεινήν μου ζωήν αποκλαύσας, ηυχόμην δοθήναί μοι χειραγωγίαν προς την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας. Και προ γε πάν­των επιμελές ην μοι διόρθωσίν τινα του ήθους ποιήσασθαι πολύν χρόνον εν ταις προς τους φαύλους ομιλίαις διαστραφέντος»[1].

Δηλαδή: Σπατάλησα την ζωή μου στη ματαιότητα (ονομάζει ματαιοπονία τον κόπο, που διέθε­σε για την μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας). Όταν ξύ­πνησα, σαν από βαθύ ύπνο, και απέβλεψα προς το θαυ­μαστό φως της σοφίας του Ευαγγελίου, ευχόμουν, ζήτη­σα από τον Θεό, να μου δώση κάποιον που θα με χειραγωγήση «εις την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας», στη χριστιανική διδασκαλία. Και πριν από όλα ήθε­λα να κάνω κάποια διόρθωσι του ήθους μου, διότι και αυτό είχε διαστραφή, είχε χαλάσει κάπως ο χαρακτήρας μου, από την πολλή επαφή που είχα με τους φαύλους.

Δεν είχε πορνεύσει ο Μέγας Βασίλειος, δεν είχε μοιχεύσει, δεν είχε ψευδορκήσει, δεν είχε πλαστογραφήσει. τους αρχαίους Έλληνες διάβαζε, και αποκλαίει την ζωή του και την ονομάζει ελεεινή· τόσο πολύ οικτείρει τον εαυτό του διότι έχασε χρόνο πολύτιμο μελετώντας την ελληνική φιλοσοφία. Σκεφθήτε, τι θα πούμε εμείς τώρα για τους νέους μας; Να τους παραπέμψουμε να διαβά­σουν ένα «χριστιανό» βαπτισμένο (τον Καζαντζάκη), που καθυβρίζει καπηλικώτατα τον Κύριο; Πόσο θα βλαβή το ήθος τους από την σχέσι μ’ αυτό τον άνθρωπο;

Παλαιά τα φαρμακεία δεν είχαν όλα τα φάρμακα έτοι­μα, όπως τα έχουν τώρα. Είχαν γουδί, και κατασκεύαζαν το φάρμακο. Τότε, λοιπόν, είχαν και μερικά μπουκαλάκια, που έγραφαν απ’ έξω poison, δηλαδή δηλητήριο. Αυτό κάνει ο Μ. Βασίλειος με το παραπάνω έργο του. Λέει poison, παιδιά μου! Προσέξτε. υπάρχει και δηλητή­ριο στην ελληνική φιλοσοφία, μην το πάρετε. Ο Πλάτων μιλάει για κοινοκτημοσύνη γυναικών, ο Αριστοτέλης λέγει, ότι οι άνθρωποι διακρίνονται εκ φύσεως σε δού­λους και ελευθέρους κ.λπ. (δεν τα αναπτύσσει αυτά ο Μ. Βασίλειος εγώ τα προσθέτω). μη πάρετε τέτοια πράγμα­τα. Μακριά! Μερικά άλλα που είναι καλά, αυτά πάρτε τα. Εφιστά την προσοχή να μη βλαβούν μια και τα διά­βαζαν. Δεν τους προτρέπει.

Τι σχέσι έχουν αυτά με τον Καζαντζάκη, ο οποίος αξιώθηκε να γνωρίση το Ευαγγέλιο, να γεννηθή στην Ορ­θόδοξη Εκκλησία, ν’ ακούση την διδασκαλία την χρι­στιανική, και μετά όχι απλώς την απέπτυσε, αλλά και την κύλησε στο βόρβορο;

«Θρησκεύον ον»

Λένε μερικοί: «Θρησκεύον ον ο Καζαντζάκης. Είχε πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις».

Και τι μ’ αυτό; Που κατέληξε; Ξέρετε τι ζήτησε ο ίδιος να γραφή στον τάφο του; «Δεν ελπίζω τίποτα· δε φο­βούμαι τίποτα· είμαι ελεύθερος». Και εγράφη βεβαίως. Πηγαίνετε στα κοιμητήρια να διαβάσετε επιγραφές πά­νω στους τάφους πιστών ανθρώπων. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» ή «Αναστήσονται οι νεκροί και εγερθήσονται οι εν τοις μνημείοις»ή «Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων» και άλλα.

Η ΚΑΥΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ.  Γεωργίου Μαντζαρίδη, καθηγητού επιτίμου Θεολογικής Θεσσαλονίκης. 
ΚΑΥΣΗ ΚΑΙ ΤΑΦΗ. 
Η καύση, όπως και η ταφή των νεκρών, δεν έχει μόνο πρακτικό, αλλά και βαθύ συμβολικό χαρακτήρα. Αντίστοιχα η προτίμηση της καύσεως ή της ταφής των νεκρών δεν εξαντλείται στο επίπεδο της λογικής, αλλά ανάγεται στο βαθύτερο είναι της υπάρξεως του ανθρώπου˙ ανάγεται στη στάση του απέναντι στο οξύτερο οριακό φαινόμενο της υπάρξεώς του, στον θάνατο. Και το νόημα που προσδίδει ο άνθρωπος στον θάνατο αποτυπώνεται στη μια ή την άλλη προτίμησή του.
Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ. 
Γίνεται λοιπόν φανερό ότι και η ταφή των νεκρών, μολονότι δεν αποτελεί δογματικό θέμα, δεν παύει να συνδέεται άμεσα με τη χριστιανική δογματική διδασκαλία. Η ανάσταση των νεκρών, στην οποία πιστεύει η Εκκλησία, δεν θα εξαρτηθεί από την ταφή ή την καύση τους. Αλλά και από την άλλη πλευρά, η ταφή των νεκρών δεν είναι άσχετη με την πίστη στην ανάσταση. H προτίμηση της ταφής και η απόρριψη της καύσεως των νεκρών συνυφαίνονται με την όλη διδασκαλία της Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον σκοπό της υπάρξεώς του.
Η ΠΡΟΤΑΞΗ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ. 
Η Εκκλησία δεν αποστρέφεται το σώμα, αλλά το τιμά. Ο άνθρωπος εικονίζει τον Θεό όχι μόνο ως ψυχή αλλά και ως σώμα. Και ο σκοπός της υπάρξεως του ανθρώπου είναι να δεχθεί μέσα του αυτόν που εικονίζει, δηλαδή τον Θεό. Όλα τα άλλα υποτάσσονται και εντάσσονται στον σκοπό αυτόν. Αν και η καύση του σώματος του ανθρώπου συμβαίνει να υπηρετεί αυτόν τον σκοπό, γίνεται όχι μόνο αποδεκτή αλλά και επιθυμητή. Έτσι οι Χριστιανοί που καταδικάζονταν στον διά πυράς θάνατο δεν τον απέφευγαν, αλλά τον υπέμεναν προσβλέποντας στην ένωσή τους με τον Χριστό(1).
ΤΙΜΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΩΜΑ. 
Αποστροφή προς το σώμα παρατηρείται στις ανατολικές θρησκείες και την ειδωλολατρία. Για την Εκκλησία το ανθρώπινο σώμα είναι ναός του Αγίου Πνεύματος(2)˙ είναι η ζωντανή Εκκλησία, μέσα στην οποία καλείται να λατρεύσει ο άνθρωπος τον Θεό. Και οι άγιοι που λάτρευσαν αληθινά τον Θεό, θεμελιώνουν με τα λείψανά τους τις κτιστές Εκκλησίες, όπου λειτουργούνται οι πιστοί. Γι’ αυτό η Εκκλησία τιμά τα λείψανα των άγιων και τα διατηρεί ως πολύτιμους θησαυρούς.
Όπου το νεκρό σώμα θεωρείται ως λείψανο, ως σεβαστό δηλαδή κατάλοιπο της ανθρώπινης υπάρξεως, είναι φυσικό να τιμάται. Εκεί και η ταφή ή στη συνέχεια η διατήρηση των οστών είναι ιερή. Άλλωστε γνωρίζουμε σήμερα ότι και τα ξερά οστά διατηρούν ζωντανή τη βιολογική ταυτότητα του νεκρού, όχι όμως η στάχτη. Όπου όμως το νεκρό ανθρώπινο σώμα αντιμετωπίζεται ως μακάβριο πτώμα, είναι φυσικό να επιδιώκεται η εξαφάνισή του. Δεν διακρίνονται σύμβολα, αλλά φυσικά αντικείμενα με χρηστική ή και χρηματιστική αξία. Με τα προβλήματα μάλιστα των μεγάλων αστικών κέντρων θεωρείται λογικότερη και πρακτικότερη η καύση των νεκρών.
ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΥΣΗ. 
Σε ολόκληρη την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης και της αδιαίρετης Χριστιανοσύνης η καύση των νεκρών αντιμετωπίζεται ως ειδωλολατρική συνήθεια και θεωρείται ως αποκρουστική πράξη. Ειδικότερα ο δια πυράς θάνατος συνδέεται στην Παλαιά Διαθήκη με ειδεχθή εγκλήματα(3) . Η Καινή Διαθήκη θεωρεί αυτονόητη την ταφή των νεκρών(4) , ενώ στην ιστορία της Εκκλησίας μόνο διώκτες της κατέφευγαν στην αποτέφρωση των σωμάτων των Χριστιανών, για να εξαφανίσουν τη μνήμη τους και να πλήξουν την ελπίδα της αναστάσεώς τους(5). Κατά τους νεώτερους μάλιστα χρόνους η καύση των νεκρών εφαρμόσθηκε και ως κάποια μορφή εξαγνισμού του κόσμου από την παρουσία τους(6).
ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ. 
Η θέληση για την εξαφάνιση ή τη διατήρηση του νεκρού σώματος στον τάφο συνδέεται άμεσα και με την όλη τοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο. Όταν κάποιος επιθυμεί να λησμονήσει τον θάνατο, είναι φυσικό να θέλει να εξαφανίσει καθετί που συνδέεται με αυτόν ή τον υπενθυμίζει. Και σε αυτό θωρακίζεται από τα σχετικά συστήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Όλα βοηθούν στην αποσιώπηση του θανάτου. Μέσα στο κλίμα αυτό είναι φυσικό να επιδιώκεται και η εξαφάνιση του νεκρού ανθρώπινου σώματος. Η ταφή στο μνήμα διατηρεί τη μνήμη όχι μόνο του νεκρού, αλλά και του θανάτου. Και για να διατηρεί κάποιος τη μνήμη αυτή, χωρίς να ταλαιπωρείται, χρειάζεται να πιστεύει στη νίκη εναντίον του θανάτου. Ο Χριστιανός πιστεύει στη νίκη αυτήν και περιμένει την ανάσταση, που άφορα ολόκληρη τη σωματοψυχική του υπόσταση (7). Όταν υπάρχει η πίστη ή η προσδοκία αυτή, τότε και η στάση απέναντι στον θάνατο και το νεκρό σώμα γίνεται ανάλογη. Και η στάση αυτή εμπνέει το ήθος που καλλιεργήθηκε επί αιώνες στον τόπο αυτόν, ενώ η καύση εισάγει νέο ήθος.
ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΗΘΟΥΣ. 
Η καύση των νεκρών δεν προσβάλλει άμεσα το δόγμα αισθήματος της αναστάσεως. Προσβάλλει όμως το αίσθημα και το ήθος που καλλιεργεί το δόγμα αυτό. Παραμορφώνει την προοπτική και την προσδοκία της Εκκλησίας για τον άνθρωπο. ’Έτσι θίγεται και το δόγμα, γιατί αυτό είναι οργανικά ενωμένο με το ήθος και τη ζωή της Εκκλησίας. Στον ελληνικό μάλιστα χώρο, όπου η καύση των νεκρών ήταν γνωστή κατά την προχριστιανική περίοδο, καθιερώθηκε από την Εκκλησία και διατηρήθηκε στη συνέχεια ως αυτονόητη η ταφή, που ήδη από τον Απόστολο Παύλο παραλληλίζεται με τη σπορά του κόκκου του σιταριού και συνδέεται με την προσδοκία της καινούργιας ζωής (8) . Όταν σβήνει η προσδοκία αυτή, χάνει και η ταφή τη συμβολική διάστασή της.
Η ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ. 
Το αίσθημα και το ήθος κάθε λαού απέναντι στους νεκρούς αποτυπώνεται και στη γλώσσα του. Και η αποτύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα, γιατί διατηρείται ζωντανή στην καθημερινή ζωή. Στην ελληνική γλώσσα ο νεκρός χαρακτηρίζεται ως κεκοιμημένος και το νεκροταφείο ως κοιμητήριο. Ποτέ δεν σκέφτεται κάποιος να κάψει αυτόν, για τον όποιο έχει το αίσθημα ότι κοιμάται, εκτός αν τον μισεί θανάσιμα. Επιπλέον ο νεκρός ονομάζεται συγχωρημένος. Και το ρήμα «πεθαίνω» έχει ως συνώνυμό του το «συγχωρούμαι». Η συγχώρηση αποτελεί μεγαλειώδη σύνθεση αισθήματος και ήθους. Ήθους, γιατί συμφιλιώνει αυτόν που συγχωρεί με αυτόν που συγχωρείται. Και αισθήματος, γιατί αυτός που συγχωρείται φιλοξενείται στον χώρο της προσωπικής ζωής αυτού που συγχωρεί. Παραμένει στη μνήμη του. Γίνονται γι’ αυτόν μνημόσυνα, και μάλιστα σε τακτά χρονικά διαστήματα, που συνδέονται παραδοσιακά με τις διάφορες φάσεις αλλοιώσεως του σώματος. Ο τάφος είναι μνήμα, δηλαδή τόπος μνήμης και επισκέψεως για όσους αγάπησαν και συγχώρησαν τον νεκρό. Έτσι εξακολουθεί να υπάρχει ως «συγχωρημένος».
ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ. 
Όταν υπάρχει το αίσθημα και το ήθος αυτό, δεν προβάλλεται θέμα χωροταξικού αδιεξόδου για την ταφή των νεκρών, όπως δεν προβάλλεται τέτοιο θέμα, όταν χρειάζεται να καλυφθούν άλλες ζωτικές ανάγκες της κοινωνίας. Η αίσθηση της ανάγκης να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη των νεκρών βρίσκει τους τόπους και τους τρόπους για την ικανοποίησή της. Η μνήμη των νεκρών θυμίζει τις ρίζες, την παράδοση, αλλά και το χρέος των ζωντανών απέναντί τους. Η λήθη των νεκρών αφήνει μετέωρη την κοινωνία των ζωντανών. Οποιαδήποτε κοινωνία, αλλά και ολόκληρη η ζωή είναι αδιανόητη χωρίς τους νεκρούς. Η γλώσσα, η θρησκεία, τα ήθη, τα έθιμα, ο πολιτισμός κληροδοτούνται από αυτούς δεν απορεί να μην αντανακλάται και σε όσα αυτοί κληροδότησαν.
ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ. 
Ειδικότερα στο αίτημα της καύσεως Ορθοδόξων υπάρχει ένα λεπτό σημείο. Μπορεί κάποιος να ζητήσει να καεί μετά τον θάνατό του. Η καύση του όμως θα πραγματοποιηθεί από ανθρώπους που θα βρίσκονται στη ζωή. Και αυτοί είναι πολύ πιθανό -και στον ορθόδοξο κόσμο ίσως βέβαιο- να έχουν αντιλήψεις που έρχονται σε αντίθεση με την επιθυμία του. Πώς λοιπόν θα υποχρεωθούν να εκπληρώσουν την επιθυμία του εκλιπόντος; Και κατά πόσο η ατομική επιθυμία εκείνου, που εδώ εκφράζει μια τοποθέτηση απέναντι στο ανθρώπινο σώμα, δεν παραβιάζει την ελευθερία της συνειδήσεως εκείνων που είναι τοποθετημένοι διαφορετικά;
Στην Ιουστινιάνεια κωδικοποίηση υπάρχει το ακόλουθο παράδειγμα. Ένας Ρωμαίος πολίτης κατέστησε κάποιον κληρονόμο του με την προϋπόθεση να ρίξει το λείψανό του στη θάλασσα. Ο κληρονόμος αρνήθηκε να το ρίξει στη θάλασσα και το ενταφίασε. Τότε εγέρθηκε θέμα διεκδικήσεως της κληρονομιάς με το αιτιολογικό ότι ο αποδέκτης δεν τήρησε τη διαθήκη, όσον αφόρα το λείψανο του διαθέτου. Το δικαστήριο θεώρησε την πράξη της απόρριψης στη θάλασσα ως ανήθικη και τη μη συμμόρφωση του κληρονόμου ως επαινετή ενέργεια, που συνάδει με τα χρηστά ήθη(9).
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ. 
Η Εκκλησία δεν επιβάλλει την πίστη και τις τελετές τοποθέτηση της σε όσους είναι ξένοι προς αυτήν. Αλλά και όσοι είναι ξένοι προς την Εκκλησία δεν πρέπει να απαιτούν από αυτήν να ευλογεί τις αυθαίρετες επιλογές τους. Η καύση του νεκρού σώματος μπορεί να επιλέγει ελεύθερα, όχι όμως και να πραγματοποιηθεί ως εκκλησιαστική πράξη. Θα μπορούσε ίσως να συνδεθεί με την πολιτική κηδεία. Η στάση όμως της Εκκλησίας απέναντί τους δεν μπορεί να μην είναι αρνητική.

1. Ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας γράφει: «Πυρ και σταυρός θηρίων τε συστάσεις... επ’ εμέ ερχέσθωσαν, μόνον ίνα Ιησού Χριστού επιτύχω». Προς Ρωμαίους 5,3.
2. Βλ. Α' Κορ. 6,19.
3. Βλ. π.χ. Γεν. 38,24. Λευιτ. 20,14. 21,9.
4. Βλ. Ιω. 5,28.
5. Βλ. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική ιστορία 5,1, 62-63.
6. Περισσότερα για την καύση των νεκρών και τη θέση της Εκκλησίας απέναντι της βλ. Ταφή ή καύση των νεκρών. Πρακτικά ημερίδος «Η καύση των νεκρών», έκδ. Κλάδου Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 2000. Ε. Δουνδουλάκη, Η καύση των νεκρών στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Θεσσαλονίκη 2003.
7. «Δει γάρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν». Α ’ Κορ. 15,53.
8. Βλ. Α' Κορ. 15,36-37.
9. Βλ. Ν. Εμμανουηλίδη, Το δίκαιο της ταφής στο Βυζάντιο, Αθήνα 1989, σ.81-2.

(Χριστιανική Ηθική τόμος Β, εκδ. Πουρναρά, δελ. 661-666)

Σελίδα 1 από 8