Τα ασήμαντα. 

Θαυμάσια! είπε στον Μιχαήλ Άγγελο ένας φίλος του, για ένα άγαλμα που κατασκεύαζε. Όταν τον ξαναεπισκέφθηκε τον ερώτησε αν εργάσθηκε άλλο σ’ αυτό.

«Μάλιστα φίλε μου», απάντησε ο Μιχαήλ Άγγελος. Όλο αυτό το διάστημα έκαμα πολλή εργασία. Εγυάλισα αυτό το μέρος. Σ’ αυτή την πτυχή του ενδύματος έδωσα μεγαλύτερη φυσικότητα. Τα χείλη τα έκαμα εκφραστικώτερα και τα νεύρα του αριστερού χεριού ζωηρότερα.

«Αυτά όμως είναι ασήμαντα», είπεν ο επισκέπτης.

«Ναι, θα ήταν όλα αυτά ασήμαντα το καθένα χωριστά», είπε ο μεγάλος καλλιτέχνης.

«Αλλά όμως όλα αυτά τα μικρά θα κάμουν το άγαλμα τέλειο. Και η τελειότης δεν είναι ασήμαντο πράγμα».

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο81)

Μια ευγενική μορφή
Ένας διάσημος γλύπτης, ανεβασμένος στην οροφή του πανυψήλου Γοτθικού Ναού όπου ηργάζετο, κατεπονείτο σκαλίζοντας τα μάρμαρα της στέγης. Κάποιος του είπε:

—«Γιατί κουράζεσαι; Αυτά δεν θα τα δη ποτέ κανείς»,

—«Αλλά τα βλέπει ο Θεός. Γι’ Αυτόν εργάζομαι», απάντησε αμέσως ο καλλιτέχνης.
Πόσο ωφέλιμη είναι αυτή η σκέψη για τον κάθε πιστό!
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο839)


Υπάρχουν δύο διαφορετικές ασκητικές τάσεις. 

Η μία εκφράζεται με τον διαλογισμό και κατά κάποιον τρόπο τη χαλάρωση, για την είσοδο του νου στον κόσμο της καθαρής σκέψεως.

Η οδός όμως του Χριστού είναι διαφορετική. Από τους δύο αυτούς δρόμους -τη χαλάρωση και την ένταση- η ένταση είναι ο δικός μας δρόμος. Στη μοναχική μας βιοτή δεν διδασκόμαστε να βρισκόμαστε σε κατάσταση χαλαρώσεως και να στοχαζόμαστε με τον νου. Όχι!

Αλλά είμαστε διαρκώς σε άκρα ένταση, σαν τεταμένη χορδή. Προσπαθήστε λοιπόν να διατηρείτε τη χορδή αυτή πάντοτε τεταμένη.

Στην προσευχή μας, όταν στεκόμαστε στην εκκλησία, όλοι οι μύες μας είναι τεταμένοι, και ταυτόχρονα η προσοχή μας. Η προσευχή μας λοιπόν δεν αποτελεί ανάπαυση απαθούς σκέψεως που ξεφεύγει από τα όρια των παθημάτων της γης. Όχι! Εμείς ζούμε τα παθήματα όλου του Αδάμ. Και αυτό είναι η ζωή μας.

Εξωτερικά η μοναχική ζωή φαίνεται ήσυχη. Μπορώ όμως να την παρομοιάσω με ηλεκτροφόρο καλώδιο υψηλής τάσεως, από το οποίο διέρχεται ενέργεια που κινεί τραίνα, εργοστάσια, θερμαίνει σπίτια. ωστόσο το μικρό πουλί μπορεί να κάθεται επάνω στο σύρμα αυτό. Έτσι και ο χριστιανός είναι παρόμοιο καλώδιο, επάνω στο οποίο μπορεί να καθίσει ένα πουλί, χωρίς να κινδυνεύσει.

Ταυτόχρονα όμως εμφορείται από τέτοια ενέργεια, που μπορεί πραγματικά να αναστατώσει όλο τον κόσμο. Συνεπώς, στη ζωή μας εξωτερικά δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο, εσωτερικά όμως, με την ετοιμότητα για την υπακοή βρισκόμαστε ακατάπαυστα σε ένταση, αγωνιζόμενοι πώς να παραμείνουμε αμετακίνητοι στην αιώνια σκέψη του Θεού για τον άνθρωπο. Και αυτό είναι σπουδαίο, αποτελεί πραγματικά τη σχολή του μοναχισμού.

Με τη μικρή άσκηση της υπακοής ο άνθρωπος μεταβαίνει στο Άναρχο Είναι του Θεού μας, για το οποίο είναι αδύνατον να μιλήσουμε χρησιμοποιώντας τη λογική.

Διατηρήστε, λοιπόν, τη θέση αυτή: εξωτερικά τίποτε να μη φαίνεται, εσωτερικά όμως να υπάρχει ένταση στη ζωή μας.

Και τότε θα καταστούμε πιο εύθετοι για να εισέλθουμε στην αιώνια Βασιλεία του Χριστού.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 41-42)

Πόσες φορές δεν μας μπαίνουν λογισμοι για τους πνευματικούς μας; 

''..Καμιά φορά ο Γέροντας είχε ένα φυσικό λόξυγκα. Το εκμεταλλεύτηκε αυτό ο διάβολος κι άρχισε να μου λέει με τον λογισμό:

«Ααα! Αυτό που κάνει τώρα ο Γέροντας φανερώνει ότι έχει δαιμόνιο μέσα του. Το δαιμόνιο είναι που κάνει αυτό τον λόξυγκα».

Πω! Πω! Τι πικρία, τι φαρμάκι, που ήρθε μέσα στη ψυχή μου! «Ακούς εκεί, να μου λέγει έτσι ο λογισμός!». Εγώ δεν είχα τέτοιους λογισμούς. Μόλις μου ήρθαν, αναστατώθηκα. Μπαα! Αδύνατον να παραδεχθώ για τον Γέροντά μου αυτόν τον λογισμό!

«Θα σε σφάξω!»,

είπα μέσα μου κι έκανα αγώνα εναντίον του με την αντίρρηση. Όταν το είπα αυτό στον Γέροντα, που ήταν ασκητής πεπειραμένος και θαυμάσιος, χαμογελούσε:

— Μη στεναχωριέσαι, παιδί μου! Άσ’ τον να λέει ό,τι θέλει αυτός. Καμιά σημασία. Λέγε την Ευχούλα. Θα σου πει κι άλλα.

Από το ’να αυτί να μπαίνουν κι απ’ τ’ άλλο να βγαίνουν. Το ξέρασμα του άδου είναι ατελείωτο. Με τον διάβολο, δεν τα βγάζει κανείς πέρα τόσο εύκολα.

Μην κάνεις αντιρρητικό λόγο, διότι είσαι μικρός και άπειρος. Μόνο να περιφρονείς τον λογισμό, να λέγεις την Ευχή συνεχώς και θα φύγει από μόνος του.

“Μπαινάκιας και Βγαινάκιας”!

Μόνο περιφρόνα τον λογισμό, λέγε την Ευχή και θα φύγει μόνος του.
Δεν ήξερα όμως πως η καταφρόνηση των λογισμών είναι η καλύτερη λύση και απάντησα:
— Όχι, Γέροντα! Με τον δικό μου λογισμό θα δώσω μάχη. Δεν θα τον αφήσω να μου πει εμένα για σας, τον Γέροντά μου!
— Χμ!... έκανε εκείνος και χαμογελούσε. Θα έλεγε μέσα του:

«Τούτος ο μικρός δεν ξέρει τί του γίνεται!...». Και μ’ άφησε ν’ αγωνιστώ με την αντίρρηση.''

~ Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου:
«Ο Γέροντας μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης
(1897–1959)»,μέρος 2ο, κεφ. ι΄, σελ. 310–314.

Γλώσσα και καρδιά. 
Ενός φιλαργύρου είχε αρρωστήσει βαρειά το μονάκριβο παιδί. Οι φίλοι του τότε τον συμβούλευσαν ή ν’ απαγγείλη όλο το Κοράνι ή να κάνη μερικές ελεημοσύνες στους φτωχούς για να τον λυπηθή ο Θεός και να σωθή το παιδί του.
Εκείνος προτίμησε ν’ απαγγείλη όλο το Κοράνι.
Ένας ευσεβής άνθρωπος που το πληροφορήθηκε είπε τότε:
-Προτίμησε ν’ απαγγείλη όλο το Κοράνι, γιατί το έχει στην άκρη της γλώσσας του, ενώ τα λεφτά του τα έχει στο βάθος της καρδιάς του και του είναι δύσκολο να τα βγάλη.
«Ουχί πάς ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν μου».
(Ο Κύριος)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο490)

Το κρασοπότηρο
Μερικοί μέθυσοι πήγαν κάποτε σ' έναν όσιον που ζούσε στα χρόνια του Μεγάλου Βασιλείου — ο οποίος αναφέρει και το γεγονός αυτό — και του ζήτησαν να τους γιατρέψη με νερό αγιασμένο από τις διάφορες παθήσεις που είχαν εξ αιτίας του πιοτού.
Ο όσιος τους άκουσε και τους απάντησε:
— Πραγματικά σας χρειάζεται νερό για να γίνετε καλά. Αλλά μη το ρίχνετε στο σώμα σας. Να το ρίχνετε στα ποτήρια σας αντί για κρασί. Έτσι να είσθε βέβαιοι ότι θα γίνετε όλοι καλά σε λίγο καιρό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο144)

Ισχυρά βούλησις
«Εις την Ζάκυνθον, εμπήκα ναυτικός εις την μοίραν του Μωριά κι αρχίσαμε να κτυπάμε τους Τούρκους. Ένα καιρό έμεινα ημέρες χωρίς να καπνίσω.

Δεν ημπορούσα να βαστήξω. Παίρνω την πίπα μου κι άρχισα να ξύνω την νικοτίνη δια να φτιάξω τσιγάρο.

Κάποια στιγμή όμως είπα στον εαυτό μου στενοχωρημένος:

Όρσε άνθρωπος που θέλει να λευτερώση τον τόπο του και δεν μπορεί να λευτερωθή ο ίδιος από ένα συνήθειο. Θεέ μου, συγχώρεσέ με».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο117)


Κάποιος συγγραφεύς υποστηρίζει ότι υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι νοιώθουν τη ζωή.

Πολλοί την βλέπουν σαν ένα αναπαυτικό κρεββάτι, επάνω στον οποίον ξαπλώνονται και ζητούν να υπηρετούνται απ’ όλους τους άλλους.

Είναι οι οπαδοί του ηδονισμού και της απολαύσεως. Γρήγορα όμως καταντούν οι άνθρωποι αυτοί δυστυχείς, γιατί το κρεββάτι της ζωής δεν είναι τόσο αναπαυτικό όσο το φαντάζονται.

Γι’ αυτό στριφογυρίζουν με αγωνία και πόνο επάνω σ’ αυτό.

Άλλοι αντιλαμβάνονται τη ζωή σαν ένα μεγάλο καλάθι, που αγωνίζονται να το γεμίσουν οπωσδήποτε. Γνώσεις, χρήμα, χτήματα, φήμη, δόξα είναι το υλικό, με το οποίον προσπαθούν να το πληρώσουν.

Είναι οι οπαδοί του παχυλού υλισμού και της μαμωνολατρείας. Αλλ’ αυτό μένει πάντα άδειο, ενώ εκείνοι τρέχουν έως ότου ο θάνατος θέση τέρμα στην πολύμοχθη εκστρατεία τους.
Υπάρχει όμως και μια μερίδα ανθρώπων, που αντιλαμβάνονται τη ζωή τους σαν ένα λύχνο που καίεται, σαν μια λαμπάδα που λυώνει και φωτίζει το περιβάλλον.

Είναι οι γνήσιοι οπαδοί του Χριστού. Είναι άνθρωποι, που έθεσαν ιδανικό τους όχι να υπηρετηθούν, αλλά να υπηρετήσουν. Είναι οι εργάτες του καλού, ,που θυσιάζονται για να παρηγορήσουν τον πόνο του θλιμμένου, για να περιθάλψουν τον πάσχοντα, για να χύσουν «φώς ιλαρόν» στις τρισκότεινες καρδιές.

Είναι οι λύχνοι, που, τοποθετημένοι «επί την λυχνίαν», λάμπουν «πάσι τοις εν τη οικία».
Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο642)

Η διαφορά. 
Ένας ιεροκήρυξ ετελείωσε το υπαίθριον κήρυγμά του, και το ακροατήριον ητοιμάζετο να διαλυθή, όταν αυτός τους φωνάζη:

«Μια στιγμή, κυττάξτε εκεί στο δρόμο!

Περνούσαν δύο, με δεμένα τα χέρια με την αλυσσίδα, και δύο αστυφύλακες τους είχαν στη μέση !! Όλοι γύρισαν να τους ιδούν.

«Λοιπόν, λέγει ο ιεροκήρυξ, μεταξύ εμού και αυτών δεν υπάρχει καμμιά διαφορά!! Εάν εγώ είμαι εδώ και σας κηρύττω και αυτοί εκεί αλυσσοδεμένοι, την διαφοράν την κάνει η χάρις του Θεού, που εδέχθηκα εγώ στην καρδιά μου, ενώ εκείνοι ευρέθηκαν εις άλλο περιβάλλον, δεν άκουσαν περί Θεού, ή αδιαφόρησαν και περιφρόνησαν την αγάπην του Θεού, και βρίσκονται σήμερα στη λυπηρά αυτή θέση.

Η φύσις μας είναι η ίδια, αμαρτωλή. Σ' αυτούς εξελίχθη χωρίς το χαλινάρι του Θεού, από μια κακή σκέψη, σ’ ένα κακό λόγο, και τέλος σε μια κακή πράξη, που τους έφερε στο λυπηρόν αυτό κατάντημα».

Η χάρις του Θεού η σωτήριος, προσφέρεται σήμερον και στον καθένα από σας, δωρεάν, δια του Χριστού».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο104)

Η εργασία ενός μοναχού. 

Κάθε βράδυ ο όσιος Ησύχιος αισθανόταν πολύ κουρασμένος. Όταν τον ρώτησε ο ηγούμενος από που προέρχεται η κούραση, αυτός απάντησε:

—Έχω τόσες εργασίες κάθε μέρα! Έχω δυό γεράκια που πρέπει να τα τιθασσεύω, δυό λαγούς που πρέπει να τους γυμνάζω, ένα δράκοντα που πρέπει να φυλάγω, ένα λιοντάρι που μ' αυτό πρέπει καθημερινά να μάχωμαι, και έναν άρρωστο που πρέπει να περιποιούμαι.

Ο ηγούμενος απόρησε. Τί σημαίνουν όλ’ αυτά;

— Τα δυό γεράκια είναι τα μάτια μου. Πρέπει να τα προφυλάγω για να μη δουν τίποτα που θα με βλάψη.

Οι δυό λαγοί είναι τα πόδια μου. Πρέπει να τα κρατώ για να μη πάρουν το δρόμο της αμαρτίας.

Οι δυό αετοί είναι τα χέρια μου. Πρέπει να εργάζωμαι μ’ αυτά δια να ζω.

Ο δράκοντας είναι η γλώσσα μου, πρέπει να την δεσμεύω.

Ο λέοντας είναι η καρδιά μου, μ’ αυτήν πρέπει διαρκώς ν’ αγωνίζομαι.

Και ο άρρωστος είναι το σώμα μου. Πρέπει να το φροντίζω και να το περιποιούμαι για να κατοική σ’ αυτό η ψυχή μου.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο258)

Στήν Ὀρθόδοξη ᾿Εκκλησία, ὅλα τά πρόσωπα καί ὅλα τά πράγματα, μέσῳ τοῦ σταυροῦ, θυσιάζονται καί προσφέρονται.

Οἱ χριστιανοί, κάνοντας τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ ζητοῦν τήν δύναμη νά φερθοῦν μέ καθαρότητα ἀπέναντι στόν κόσμο. ᾿Ακόμη διαδηλώνουν τήν θέλησή τους, νά ὑψωθοῦν μέ τήν προσπάθειά τους, ὥς τήν συνάντηση αὐτῆς τῆς δύναμης· νά δοξάσουν τόν Θεό μέ ὅλες τους τίς πράξεις καί τίς ὀδύνες μέσα στόν κόσμο, ἀκόμη καί μέ τό θάνατό τους· νά ζήσουν καί νά πεθάνουν γιά τόν Θεό, νά ἐκδηλώσουν μέ κάθε τρόπο, ὅτι θυσιάζονται σ᾿ ᾿Εκεῖνον. ῾Η ᾿Εκκλησία διά τοῦ σταυροῦ ἁγιάζει τά πάντα· τό νερό, μέ τό ὁποῖο ραντίζει τούς πιστούς, τίς τροφές, τά σπίτια, τά περιβόλια καί τά χωράφια μέ τούς καρπούς τους, τά δῶρα πού προσφέρονται στόν Θεό.

Ο σταυρός ὅλα τά ἁγιάζει, τά καθαίρει στό βαθμό πού καθαίρονται, καθιστώντας τόν Θεό διάφανο, Κύριό τους. ῾Ο σταυρός τά θέτει, μέσα ἀπό ὅλα τά πράγματα, σέ ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό. Τά πάντα προσφέρονται ὡς δῶρα στόν Θεό.

῞Ολες οἱ λατρευτικές ἀκολουθίες ἀρχίζουν καί τελειώνουν μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ὅλες οἱ κύριες χειρονομίες τῆς λατρείας συνοδεύονται ἀπό τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, γιατί ἡ ἴδια ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ κατέρχεται διά τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ στόν βαθμό, πού κάνοντάς το, Τόν ἐπικαλούμαστε.

Μ᾿ αὐτό τό σημεῖο οἱ πιστοί ἔρχονται νά συναντήσουν τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ὑποσχόμενοι νά προσφερθοῦν καθαρήθυσία στόν Θεό, νά φερθοῦν μέ καθαρότητα σέ κάθε πράξη τους μέσα στόν κόσμο. Γι᾿ αὐτό, τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, συνοδεύεται πάντοτε ἀπό τήν ἐπίκληση τῆς ῾Αγίας Τριάδας.

Γιατί αὐτή ἐνεργεῖ τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καί ἀπό αὐτή κατέρχεται ἡ θεία δύναμη, πού ἐνεργεῖ μέσα στόν κόσμο, γιά νά τόν ἐξαγιάσει καί νά τόν μεταμορφώσει. Αὐτή φανερώνεται διά τοῦ σταυροῦ μέσα στόν κόσμο.
῾Η δύναμη τοῦ σταυροῦ καθαίρει ὄχι μόνο τούς πιστούς καί τή σχέση τους μέ τόν κόσμο, ἀλλά καί τόν ἴδιο τόν κόσμο. Διά τοῦ σταυροῦ ἀποδιώχνονται οἱ δαίμονες, πού προξενοῦν τό κακό καί ἐκτοξεύουν τούς πειρασμούς μέσα ἀπό τό νερό, τό κρασί, τούς καρπούς, τά ἀνθρώπινα πρόσωπα...

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο: Πρωτ. Δημητρίου Στανιλοάε (†), «Στὸ φῶς τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως»,

ἔκδ. Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, Κύμη 1984, σελ. 30-32

Δεν αρκεί να μετανιώνουμε για τις ατέλειωτες αμαρτίες μας· δεν αρκεί να θέτουμε ερωτήματα καθαρά ηθικής τάξης: «συμπεριφέρομαι καλά ή αντίθετα συμπεριφέρομαι άσχημα;». Το θέμα είναι να γνωρίζω τί είδους άνθρωπος είμαι. Θεωρώ ότι είμαι ανθρώπινο ον· είμαι ικανοποιημένος που δείχνω σεβασμό στην ορθόδοξη χριστιανική μου ιδιότητα· είμαι ικανοποιημένος που αποδεικνύομαι άξιος γιός, κόρη, σύζυγος ή γυναίκα, μνηστήρας ή μνηστή, πατέρας ή μητέρα· είμαι ικανοποιημένος που αποδεικνύομαι άξιος φίλος, συνάδελφος ή συνεταίρος στη δουλειά· όμως, σε τελευταία ανάλυση, ποιος είμαι; Ποιό είναι το αυθεντικό μου κομμάτι και ποιό το επίπλαστο; Μέχρι ποιό σημείο προσπαθώ να φαίνομαι αντί απλά να είμαι;
Όταν, αργά ή γρήγορα, μας εγκαταλείψουν οι δυνάμεις, που μας επέτρεπαν να φτιάξουμε φράγμα προστατευτικό απέναντι στις αναμνήσεις, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το παρελθόν μας, το μακρινό ή το πρόσφατο, και θα μας είναι σκληρό να συμφιλιωθούμε μαζί του. Εξοπλιζόμενοι όμως με θάρρος και αποφασιστικότητα, θα μπορέσουμε να φτάσουμε στο τέρμα, με τέτοιο τρόπο ώστε όχι μόνο ο επιφανειακός εαυτός μας αλλά και ο εσώτερος να μεταμορφωθούν.
Επιτρέψτε μου ακόμα μια λέξη σχετικά με τούτη την κατάσταση της κόπωσης, τόσο της εξωτερικής όσο και της εσωτερικής του σώματος, αλλά και της ψυχής, που γίνεται μόνιμη με το πέρασμα των χρόνων και την εξέλιξη της ζωής σε οποιαδήποτε ηλικία.
Κάποιες φορές μας λείπουν οι δυνάμεις που χρειάζονται για να συγκεντρώσουμε το νου μας στη προσευχή. Θέλουμε να προσευχηθούμε αλλά νιώθουμε πολύ αδύναμοι. Η καρδιά μας βασανίζεται κι όμως ο νους μας διστάζει. Σκεφτείτε μία ήρεμη λίμνη πάνω από την οποία φυσάει ένα ελαφρό αεράκι: όλη η επιφάνειά της κυματίζει και δεν αντανακλά ούτε τον ουρανό ούτε τη γη· στο βάθος της πάλι παραμένει ήρεμη, χωρίς να την έχει προσβάλει ο άνεμος.

Συχνά μοιάζουμε με τη λίμνη, στο βάθος μας είμαστε διαυγείς και γαλήνιοι, στην επιφάνεια όμως έχει ξεσπάσει τέτοιο μπουρίνι που δεν υπάρχει τρόπος να μαζέψουμε τους λογισμούς και τα αισθήματά μας. Και τότε τί κάνουμε;
Να μία συμβουλή που μου έδωσε στο παρελθόν ο πνευματικός μου πατέρας για το ζήτημα αυτό, και για την οποία του είμαι βαθιά ευγνώμων. Με συμβούλεψε να κάνω πέντε βαθιές μετάνοιες, πριν ξαπλώσω.

Το ζήτημα βεβαίως δεν είναι στον αριθμό των μετανοιών, ούτε στο αν πρέπει να τις κάνω ή όχι, αλλά στο να βρεθώ ενώπιων του Θεού, και να ταπεινωθώ μπροστά Του -«εν πνεύματι και αληθεία», «εξ όλης της ψυχής μου»- και να πω: Κύριε! με τις προσευχές εκείνων που με αγαπούν, σώσε με και προστάτευσέ με. «Στη συνέχεια», μου έλεγε ο πατήρ Αθανάσιος, «πέσε στο κρεβάτι, άφησε ελεύθερο το νου σου και θυμήσου όλα τα πρόσωπα των οποίων η μορφή ξεπροβάλλει στη μνήμη σου -όλους όσοι σε αγαπούν».
Έχουμε όλοι μας ανθρώπους που μας αγαπούν, ανθρώπους που θέλουν τούτη τη στιγμή στη γη το καλό μας αληθινά και τίμια, ανθρώπους που ονειρεύονται να μας δουν να εξελισσόμαστε, να αυξάνουμε στο πλήρες μέτρο του προορισμού μας ως άνθρωποι και ως χριστιανοί. Και κάθε φορά που φέρνουμε στη μνήμη μας το όνομα και την εικόνα ενός τέτοιου προσώπου, ας δοξολογούμε τον Θεό που υπάρχει στη γη ή τον ουρανό κάποιος σαν κι αυτόν, και ας Του ζητούμε να τον ευλογεί για την αγάπη του.

Ας μαζεύουμε λοιπόν τις αναμνήσεις, χωρίς να ανασκαλίζουμε τη μνήμη, αφήνοντας τις εικόνες να αναδύονται ελεύθερα. Θα εμφανιστούν τότε οι άνθρωποι, του περιβάλλοντός μας, οι γονείς μας, όσοι συναντήθηκαν μαζί μας στο παρελθόν και μας αγάπησαν με μία γνήσια αγάπη. Ύστερα, ίσως εμφανιστούν οι άγιοι που έχουμε δίπλα στη καρδιά μας, οι άγιοι που μνημονεύουμε συχνά και που ευλαβούμαστε ιδιαίτερα· θα εμφανιστούν κάτω από τελείως διαφορετική οπτική, χωρίς κανένα σημείο «αντικειμενικότητας», και θα δημιουργήσουν προσωπική σχέση μαζί μας·

δεν θα το κάνουν επειδή τους αγαπάμε, τους σεβόμαστε, τους θαυμάζουμε, αλλά γιατί θα μας ήταν εντελώς αδύνατο να πράξουμε οτιδήποτε, αν εκείνοι δεν έστρεφαν το πρόσωπό τους προς το μέρος μας, αν η αγάπη τους, η φροντίδα τους και το ενδιαφέρον τους για μας δεν ξεσήκωναν την καρδιά μας… Ο καθένας μας είναι σε θέση να θυμηθεί τον Νικόλαο τον Θαυματουργό, τον Σεραφείμ του Σάρωφ ή άλλους αγίους.

Ο καθένας μας φέρει το όνομα ενός αγίου και επομένως έχει αναπτύξει σύνδεσμο με αυτό τον άγιο ή αυτή την αγία, για πάντα -από την ώρα του Βαπτίσματος μας-, ο άγιος ή, η αγία προσεύχεται για μας, μας σκέπτεται, μας περιβάλλει, με την αγάπη του, μια αγάπη που πολύ σπάνια μπορούμε να βρούμε στη γη. Τελικά, ενδεχομένως και άλλοι άγιοι να εμφανιστούν: άγιοι που ενδέχεται να έχουμε διαβάσει το βίο τους ή να έχουμε ακούσει να μιλούν γι’ αυτούς. Η εικόνα τους θα μας έκανε εντύπωση, θα έμπαιναν στη ζωή μας και με συγκεκριμένο τρόπο θα τη μεταμόρφωναν.
Μετά από αυτά κοιμόμαστε με τη συνοδεία των αγίων και στην κορυφή αυτής της σύναξης των αγίων βρίσκονται η Θεοτόκος και ο ζωντανός Θεός. Τότε θα εκπληρωθεί σε μας ο λόγος της Παλαιάς Διαθήκης «Εγώ καθεύδω. και η καρδία μου αγρυπνεί» (Άσμα Ασμάτων 5, 2)· αυτή η καρδιά είναι ζωντανή. Η συνείδησή μου βρίσκεται σε ύπνωση, η καρδιά μου όμως γρηγορεί σε κοινωνία αγάπης με τον κόσμο των ζώντων και με τον κόσμο των κεκοιμημένων, για τους οποίους τίποτε δεν υπάρχει έξω από την αγάπη και οι οποίοι μας αγαπούν όλους με μίαν αγάπη ανεξάντλητη και αδαπάνητη.
Όλος ο κόσμος είναι δυνατόν να το κάνει αυτό. Όλος ο κόσμος είναι δυνατόν να πει: «Κύριε, με τις προσευχές εκείνων που με αγαπούν, σώσε με και φύλαξέ με». Και ο καθένας μπορεί ν’ ανοιχτεί στη μνήμη της αγάπης, που κατέστησε δυνατή τούτη τη ζωή. Όσα κι αν είναι τα χρόνια που βαραίνουν στους ώμους μας, όση κι αν είναι η εξάντληση από την κόπωση ή την αρρώστια, όση κι αν είναι η διάχυση του νου μας και η αποδιοργάνωση της κακής κατάστασης των νεύρων μας, αυτός ο τρόπος του ύπνου παραμένει πάντοτε δυνατός.

(Anthony Bloom, «Το μυστήριο της ίασης», εκδ. Εν πλω)

Διδαχές Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως. 

Οἱ πειρασμοὶ παραχωροῦνται γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ κρυμμένα πάθη, νὰ καταπολεμηθοῦν κι ἔτσι νὰ θεραπευθεῖ ἡ ψυχή. Εἶναι καὶ αὐτοὶ δεῖγμα τοῦ θείου ἐλέους.

Γί’ αὐτὸ ἄφησε μὲ ἐμπιστοσύνη τὸν ἑαυτό σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ ζήτησε τὴ βοήθειά Του, ὥστε νὰ σὲ δυναμώσει στὸν ἀγώνα σου. Ἡ ἐλπίδα στὸ Θεὸ δὲν ὁδηγεῖ ποτὲ στὴν ἀπελπισία.

Οἱ πειρασμοὶ φέρνουν ταπεινοφροσύνη. Ὁ Θεὸς ξέρει τὴν ἀντοχὴ τοῦ καθενός μας καὶ παραχωρεῖ τοὺς πειρασμοὺς κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεών μας. Νὰ φροντίζουμε ὅμως κι ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοί, γιὰ νὰ μὴ βάλουμε μόνοι μας τὸν ἑαυτό μας σὲ πειρασμό.

Ἐμπιστευτεῖτε στὸ Θεὸ τὸν Ἀγαθό, τὸν Ἰσχυρό, τὸν Ζῶντα, καὶ Αὐτὸς θὰ σᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀνάπαυση. Μετὰ τὶς δοκιμασίες ἀκολουθεῖ ἡ πνευματικὴ χαρά. Ὁ Κύριος παρακολουθεῖ ὅσους ὑπομένουν τὶς δοκιμασίες καὶ τὶς θλίψεις γιὰ τὴ δική Του ἀγάπη. Μὴ λιποψυχεῖτε λοιπὸν καὶ μὴ δειλιάζετε...

Δὲν θέλω νὰ θλίβεστε καὶ νὰ συγχύζεστε γιὰ ὅσα συμβαίνουν ἀντίθετα στὴ θέλησή σας, ὅσο δίκαιη κι ἂν εἶναι αὐτή. Μία τέτοια θλίψη μαρτυρεῖ τὴν ὕπαρξη ἐγωϊσμοῦ...

Προσέχετε τὸν ἐγωϊσμό, ποὺ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ δικαιώματος. Προσέχετε καὶ τὴν ἄκαιρη λύπη, δημιουργεῖται ὕστερ’ ἀπὸ ἕναν δίκαιο ἔλεγχο. Ἡ ὑπερβολικὴ θλίψη γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι τοῦ πειρασμοῦ. Μία εἶναι ἡ ἀληθινὴ θλίψη...

Αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖται, ὅταν γνωρίσουμε καλὰ τὴν ἄθλια κατάσταση τῆς ψυχῆς μας. Ὅλες οἱ ἄλλες θλίψεις δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Φροντίζετε νὰ περιφρουρεῖτε στὴν καρδιά σας τὴ χαρὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέπετε στὸν πονηρὸ νὰ χύνει τὸ φαρμάκι του. Προσέχετε! Προσέχετε, μήπως ὁ παράδεισος, ποὺ ὑπάρχει μέσα σας, μετατραπεῖ σὲ κόλαση.

Ἃγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

Ἀπὸ τὴ σειρὰ τῶν φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»
Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς.

Σελίδα 1 από 4