Ανεκλάλητη χαρά!

Ο άνθρωπος κοντά στον Θεό έχει διαρκείς αφορμές χαράς.

Το πιο μεγάλο στη ζωή ως και το πιο μικρό μπορούν να βοηθούν μια απλή ψυχή να χαίρεται αληθινά και βαθιά.

 Από τον εκκλησιασμό, τη θεία Κοινωνία, μέχρι την πιο μικρή επαφή με τη φύση. Μια ματιά στον έναστρο ουρανό, το πέταγμα της πεταλούδας ή το κελάδημα ενός πτηνού, ένα μικρό λουλούδι με τα χρώματα και το άρωμά του, μπορούν να προκαλούν κύματα χαράς στο εσωτερικό μας.

Ο άνθρωπος που ζει την κοινωνία του Θεού, που όλα τα ζει θεοκεντρικά, αυτός όλα τα σέβεται, όλα τα χαίρεται, με όλα δοξολογεί. Καταλαβαίνει πολύ καλά πως η χαρά δεν είναι μια πολυτέλεια στη ζωή, που μπορεί να κάνει χωρίς αυτή, αλλά είναι μια ατμόσφαιρα έξω από την οποία δεν μπορεί να ζήσει.

Και δοξάζει τον Θεό, που ήλθε στον κόσμο για να μας δώσει τη δυνατότητα μιας ζωής ευλογημένης, ειρηνικής, διαρκώς χαρούμενης και ευτυχισμένης. Ευχαριστεί Αυτόν που δίνει τη δύναμη στην ψυχή να ξεπερνά τα λυπηρά της ζωής και να στρέφει το βλέμμα της «προς την θεωρίαν των όντως αγαθών», προς τη θέα των πραγματικών αγαθών, των πνευματικών και αιωνίων.

Η συνάντηση με τον αναστάντα Κύριο είναι η λύση στο πρόβλημα της χαράς.

Αυτός είναι  «η όντως αληθινή ευφροσύνη και αγαλλίασις» εκείνων που Τον πιστεύουν, Τον λατρεύουν και Τον προσκυνούν. Και προσφέρει μία χαρά που διαφέρει από τις ανθρώπινες χαρές όσο τα δώρα του Θεού από τις επιτυχίες του ανθρώπου. Μέσα στην Εκκλησία χαιρόμαστε όχι γι’ αυτό που είμαστε εμείς, αλλά γι’ αυτό που είναι ο Κύριος και Θεός μας!

Ο άνθρωπος που ποθεί τον Θεό και στρέφεται εξ όλης ψυχής προς Αυτόν «χαίρει τοις θείοις  αγαθοίς, ου καθόσον αν αυτός απολαύει, αλλά καθόσον ο Θεός εν τούτοις εστί και μακάριον εαυτόν ηγείται, ουχ ων έλαβεν αυτός, αλλά πάντων ων ο ποθούμενος έχει». Χαίρεται με τα αγαθά του Θεού, όχι καθόσον τα απολαμβάνει ο ίδιος, αλλά καθόσον ο Θεός είναι σ’ αυτά.

Και θεωρεί τον εαυτό του μακάριο, όχι εξ αιτίας αυτών που έλαβε ο ίδιος, αλλά εξαιτίας όλων εκείνων τα οποία ο ποθούμενος έχει. Διότι η δύναμη της αγάπης προς τον Θεό τον βοηθεί να μην αισθάνεται τη δική του πτωχεία, αλλά να αισθάνεται δικό του τον πλούτο του Θεού λόγω της πολλής προς Αυτόν αγάπης.

Η ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ  Αρχιμ. Αστέριος Χατζηνικολάου εκδ. Ο ΣΩΤΗΡ σελ.77-79.

Η άγνοια του Θεού σκοτώνει την παρουσία του Θεού μέσα μας, ιδιαίτερα μάλιστα

όταν η άγνοια είναι ηθελημένη και συνειδητή. Ένα άγνωστο πρόσωπο είναι νεκρό

πρόσωπο. Τα πρόσωπα που δεν θέλουμε να γνωρίσουμε δεν υπάρχουν για μας. Δεν

μας επηρεάζουν, δεν μας αλλάζουν, δεν μας αφορούν. Τα πρόσωπα που αγνοούμε

είναι για μας νεκρά και αδιάφορα. Μπορεί να ξέρουμε για την ύπαρξή τους, αλλά,

αφού δεν μας ενδιαφέρει να τα γνωρίσουμε, δεν ζωντανεύουν αυτά τα πρόσωπα για

μας ποτέ. Έτσι γίνεται και με τον Χριστό. Μπορεί να γνωρίζουμε ότι υπάρχει. Αν

δεν ενδιαφερθούμε να γνωριστούμε μαζί Του προσωπικά, θα μείνει για μας ένα

πρόσωπο άγνωστο και στην πραγματικότητα νεκρό.

Η γνωριμία με το Χριστό επιτυγχάνεται μέσα από τη συνομιλία μαζί Του και μέσα

Από την ένωσή μας με το πανάγιο πρόσωπό Του. Η συνομιλία με το Χριστό είναι

η προσευχή και η ένωση μαζί Του, είναι τα μυστήρια της Εκκλησίας.

Η λησμοσύνη του Θεού επίσης, Τον φονεύει μέσα στην ψυχή μας και Τον εξαφανίζει

σιγά-σιγά από τη ζωή μας. Χωρίς να το καταλάβουμε πολλές φορές βάζουμε το Θεό στο περιθώριο. Γίνεται ο Χριστός ένα πρόσωπο στις υποσημειώσεις της καθημερινότητάς μας. Μία παραπομπή στα αζήτητα κεφάλαια της ζωής μας. Ένα

πρόσωπο συμπαθές, αλλά απόμακρο. Μάθαμε κάποτε λίγα πράγματα γι’ Αυτόν, αλλά

δεν επιθυμούμε να μάθουμε Αυτόν τον Ίδιο. Τον θυμόμαστε σε κάποια δυσκολία, στην αρρώστια, στον πειρασμό, στον πόνο. Τον λησμονούμε, όμως, μετά. Μπορούμε να ζούμε χωρίς Εκείνον. Ο Χριστός δεν είναι ζωντανός κάθε δευτερόλεπτο που περνάει για μας. Είναι ένα ξύλινο πρόσωπο, σαν τις ξύλινες εικόνες που Τον εικονίζουν και τις προσκυνάμε αραιά και που. Ένα ξύλινο πρόσωπο κλεισμένο σ’ ένα ξύλινο κουτί, που το βάζουμε στα πιο ψηλά ράφια μαζί με τα υπόλοιπα άχρηστα και αζήτητα. Ο Χριστός γίνεται μία μούμια του παρελθόντος, σκονισμένη, νεκρή, παλιομοδίτικη, ξεπερασμένη. Μία μούμια, που πολλές φορές μπορεί να προκαλεί φόβο και αποστροφή.

Αν όμως, γνωρίσουμε το Χριστό αληθινά, αν Τον βάλουμε στη σκέψη και στην προσευχή μας όσο γίνεται πιο συχνά, ει δυνατόν και αδιάκοπα, αν Τον αγαπήσουμε παράφορα, όπως μα ς αγαπάει κι Εκείνος, αν αφεθούμε σε μία ένωση μαζί Του, τότε θα γίνει ο θησαυρός μας! Θα ζωντανέψει μέσα μας. Θα φέρει στην ύπαρξή μας την αληθινή ζωή, γιατί ο Ίδιος είναι η Ζωή. Αν θέλουμε πραγματικά να γίνουμε κληρονόμοι της δικής Του περιουσίας και Βασιλείας, ας γίνουμε φίλοι Του, αδέλφια Του και παιδιά Του. Ας γινόμαστε ένα μ’ Εκείνον που έγινε ένα μ’ εμάς. Ας Τον ποθούμε και ας Τον ψάχνουμε, διότι τότε θα κληρονομήσουμε την αδιάσπαστη σχέση μαζί Του, που αυτή είναι η Σωτηρία, η Λύτρωση και ο Παράδεισος.

(αρχιμ. Αστερ;iου Xατζηνικολάου, Η οδός του Κυρίου, εκδ. Σωτήρ, σελ. 24-26)

“εν ταις του Υιού χερσί, την παναγίαν παρατίθεται ψυχήν”.

(στα χέρια του Υιού παραδίδει την παναγία της ψυχή).

Κατά την ιστορική και εικονογραφική παράδοσι, η Θεοτόκος παρέδωσε το πνεύμα της “εις χείρας του εαυτής Υιού και Θεού”. Έτσι, βλέπομε ότι στη Κοίμησι της Θεοτόκου παρέστη ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας, με επί κεφαλής τον Κύριο Ιησού. Η Εκκλησία κηδεύει το σώμα της Θεομήτορος και η Κεφαλή της, ο Κύριος Ιησούς, παραλαμβάνει την παναγία ψυχή της στον ουρανό.
Η Θεοτόκος είχε παραστεί στις τελευταίες στιγμές του Εσταυρωμένου. Τώρα ο Κύριος συμπαρίσταται στις τελευταίες στιγμές της Παναγίας μητέρας Του. Τότε ο Ιησούς παρέδωσε τη μητέρα Του στη φροντίδα του αποστόλου Ιωάννη. τώρα πια παραλαμβάνει την πάναγνη ψυχή της.

Αυτό φανερώνει, ότι η Θεοτόκος, η ζωή και ο θάνατος της βρισκόταν στα χέρια του Υιού και Θεού της. Η Θεοτόκος κράτησε τον Ιησού στην αγκαλιά της. Στην πραγματικότητα, ο Ιησούς κρατούσε στα πανοδύναμα χέρια του την Μητέρα Του.
Η ζωή και ο θάνατος του χριστιανού βρίσκονται στα χέρια του Χριστού. Ο Δαβίδ είχε προφητέυσει σχετικά: “Εν ταις χερσί σου οι κλήροι (οι τύχες) μου” (Ψαλμ. 30, 13). Όποιος ζη τη ζωή και το θάνατο του Χριστού, αυτός, στη ζωή και τον θάνατό του, θα έχη συμπαραστάτη τον Χριστό.

Ο Χριστός, ευλογεί τη ζωή του πιστού και συμπαρίσταται στο θάνατό του. Ζωή και θάνατος γίνονται έτσι δωρέες του Χριστού προς τον άνθρωπο, όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος: “πάντα υμών εστί...είτε κόσμος είτε ζωή είτε θάνατος είτε ενεστώτα είτε μέλλοντα” (Α' Κορ. γ' 21-22).


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 261)

Όλα τα δάκρυα δεν είναι καθαρά…
Έπεσες, αμάρτησες, αστόχησες, δηλαδή δεν υπάρχεις σε πληρότητα ζωής όπως ο Χριστός μας αποκάλυψε. Τώρα πλέον έχεις χάσει τη χαρά σου. Ναι, γιατί η χαρά σου ήταν τα κατορθώματά σου. Τα επιτεύγματά σου και όχι ο Θεός. Δεν έπαιρνες τη χαρά από τη σχέση, αλλά από τον νόμο. Η τήρηση ενός νόμου, ενός κανόνα, ήταν που σου έδινε ειρήνη και όχι η σχέση σου με τον Θεό.
Ξέρεις για τι διψάει ο εγωισμός; Για έλεγχο. Θέλει να ελέγχει τα πάντα. Δώσε του νόμους, κανόνες και διατάξεις. Να μπορεί να κυριαρχεί εφαρμόζοντάς τις. Να ικανοποιείται και να αυτοδοξάζεται. Μην του δώσεις όμως σχέση. Μην του δώσεις αβεβαιότητα, ρίσκο, δόσιμο. Εκεί ασφυκτιά. Οι περισσότεροι θρησκευόμενοι αναπαύονται στην τήρηση κανόνων, ώστε να ελέγχουν τη σωτηρία τους. Να την καθορίζουν. Να μετράνε τις αποτυχίες τους, να ξέρουν τι θα αφαιρέσουν και τι θα προσθέσουν στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν και να κερδίσουν τον παράδεισο. Για την δική τους αντίληψη ο παράδεισος είναι επίτευγμα μιας συγκεκριμένης προσπάθειας. Τον κερδίζουν με την αξία τους, γιατί αγωνίστηκαν. Βλέπεις ο εγωισμός μας δεν δέχεται τα δώρα του Θεού. Κι όμως κανείς ποτέ δεν θα είναι άξιος για τον παράδεισο. Σε όλους θα δωριστεί από αγάπη και έλεος.
Αυτή η αίσθηση ότι ο Θεός κατακτιέται, ότι ο παράδεισος ανοίγεται με το έτσι θέλω των δικών μας ατομικών κατορθωμάτων, απέχει πάρα πολύ από την Βασιλεία του Θεού. Γιατί εκεί δεν κυριαρχεί το μέτρημα, αλλά το δόσιμο.
Οι περισσότεροι από εμάς, ακόμη κι όταν εντός του πνευματικού μας αγώνα μιλάμε για αμαρτία, πτώση στα πάθη και μετάνοια, έχουμε μια ψυχολογικού τύπου κατανόηση. Όταν λέει κάποιος πιστός «νιώθω ανάξιος», δεν το λέει σε σχέση με τον Θεό, αλλά κυρίως σε σχέση με τον εαυτό του. Νιώθει ανάξιος, γιατί δεν είναι πλέον αυτό που περίμενε ή θα ήθελε να είναι. Δεν έκανε αυτό που πίστευε ότι μπορεί. Έχει κατατριφθεί εντός του η ειδωλική εικόνα του. Αισθανόταν άξιος όχι χάριν της αγάπης, της αποδοχής και της θυσίας του Χριστού, αλλά χάριν των φαντασιακών αρετών του.
Τώρα αισθάνεται ενοχές. Γιατί άραγε; Μα γιατί δεν πίστεψε ποτέ στην δικαιοσύνη του Θεού που είναι έλεος και αγάπη, αλλά στην δική του δικαιοσύνη, στο νόμο του Εγώ του.
Τώρα νιώθει αποτυχημένος, γιατί δόμησε την επιτυχία του στην έξωθεν καλή μαρτυρία και όχι στην έσωθεν ειρήνη με τον Θεό. Νιώθει ντροπή, γιατί έμαθε να κρίνεται στο βλέμμα του άλλου, στη γνώμη του άλλου, και όχι στο ιλαρό βλέμμα του Χριστού.
Αισθάνεται ότι πλέον δεν τον αγαπάει ο Θεός, αλλά ξεχνά ότι ο Θεός που μας απεκάλυψε ο Ιησούς Χριστός, βρέχει επί δικαίους και αδίκους, και κατά τους Πατέρες της εκκλησίας είναι αμετάβλητος και απαθής. Δεν μεταβάλλεται, δεν έχει συναισθήματα, δεν μας αγαπάει σήμερα περισσότερο , γιατί είμαστε «καλά παιδιά», και αύριο λιγότερο, γιατί είμαστε «κακά παιδιά». Μόνο μας αγαπάει. Πάντα το ίδιο παράφορα, ως μανικός εραστής, κατά τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή. Εμείς πρέπει να προσπαθήσουμε να συνδεθούμε μαζί Του και να αισθανθούμε την αγάπη Του. Δεν άλλαξε Εκείνος, εμείς δεν μπορούμε να αλλάξουμε για να αισθανθούμε την αγαπητική παρουσία Του.
Τώρα θρηνούμε και κλαίμε. Γιατί; Γιατί χάσαμε τη σχέση με τον Θεό; Μας ενδιαφέρει πραγματικά το πρόσωπό Του; Θέλουμε την παρουσία Του στη ζωή μας;
Μήπως να κοιτάξουμε πιο βαθιά μέσα μας; Να δούμε, είναι άραγε τα δάκρυά μας για τον Χριστό που χάνουμε; Μήπως κλαίμε θρηνώντας την ιδεατή εικόνα μας; Η παντοκρατορία του Εγώ μας τρέμει. Γιατί πάνω κι από τον Θεό πιστεύουμε στα ατομικά μας κατορθώματα. Άλλωστε όλα τα δάκρυα δεν είναι καθαρά. Υπάρχουν και θολά δάκρυα.


(π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Κάθε τέλος μια αρχή, εκδ. Αρμός, σελ.85-88)


[Για να βρεις τον σωστό δρόμο είναι καλό να το ζητήσεις και από τον ίδιο το Θεό στην προσευχή:]


«Κύριε, Συ ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα… Δώσε μου τη χαρά της γνώσεως του θελήματός Σου και των οδών Σου…

Δίδαξέ με να Σε αγαπώ αληθινά με όλο μου το είναι, όπως μας παρήγγειλες… Οικοδόμησε τη ζωή μου έτσι, όπως Εσύ ο ίδιος την συνέλαβες στην προαιώνια βουλή Σου.

Ναι, ακόμη και για μένα, γιατί Εσύ κανέναν δεν ξέχασες και κανέναν δεν έπλασες για απώλεια… Εγώ με αφροσύνη εκδαπάνησα τις δυνάμεις που μου έδωσες, αλλά τώρα […] διόρθωσέ τα όλα Εσύ ό ίδιος, και ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα… Αλλά έτσι, ώστε πραγματικά το θέλημά σου να πραγματοποιηθεί στη ζωή μου, είτε εγώ το καταλαβαίνω είτε δεν το καταλαβαίνω μέχρι καιρού…

Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους που οδηγούν στο σκοτάδι… αλλά πριν παραδοθώ στον ύπνο του θανάτου, δώσε σε μένα την ανάξια να δω το Φως Σου, ω Φως του κόσμου».
[…]

Το κάθε πάθημά μας, ακόμη και το άδικο, το γνωρίζει ο Θεός. Γνωρίζει και συμπάσχει μαζί μας. Είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε «προσωπικές» σχέσεις μαζί Του…

Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος του Έσσεξ
(Απόσπασμα από επιστολή στην αδελφή του Μαρία. Από το βιβλίο: Γράμματα στη Ρωσία, εκδόσεις Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας)

Υπάρχει διαφορά στο να γνωρίζει κανείς πράγματα ή να γνωρίζει ανθρώπους. Εξιχνιάζουμε τα πράγματα μέσω της δικής μας παρατήρησης. Ενώ, τους ανθρώπους τους εξιχνιάζουμε από τα λόγια και τις πράξεις τους. Βέβαια, το μεγαλύτερο μέρος της γνώσης μας για πράγματα κι ανθρώπους είναι από δεύτερο χέρι, μέσω γνωστοποίησης από άλλους, αλλά, εδώ, ενδιαφέρομαι για τη γνώση που άμεσα αποκτούμε για μας.
Υποθέστε ότι θέλω να σας περιγράψω ένα αυτοκίνητο. Μπορώ να σας πω τη μάρκα του, το μοντέλο, το χρώμα του, την τελική του ταχύτητα και την επιτάχυνσή του, κάτω από διάφορες συνθήκες. Μπορώ να σας δώσω τις διαστάσεις του για το μήκος του, το βάρος του και να σας δώσω μια κατά το μάλλον υποκειμενική περιγραφή για τα χαρακτηριστικά του χειρισμού του. Όλες αυτές οι πληροφορίες μπορούν να αποκτηθούν από μετρήσεις και δοκιμαστικές οδηγήσεις, που έχω κάνει μόνος μου.
Αλλά, υποθέστε τώρα ότι θέλω να σας μιλήσω για τον ιδιοκτήτη του. Θα μπορούσα να τον μετρήσω, τι ύψος έχει και τι βάρος, να βγάλω μια φωτογραφία του ή και να μελετήσω τη συμπεριφορά του. Όμως, μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν θα μπορούσα να βρω πολλά πράγματα γι’ αυτόν, ως άνθρωπο. Εάν περιόριζα την περιγραφή μου στα αποτελέσματα αυτών των παρατηρήσεών μου γι’ αυτόν, θα ήταν τρομερά ελλειπής στα βασικότερα σημεία της ανθρώπινης προσωπικότητάς του.

Προκειμένου να γνωρίσω τις ελπίδες και τους φόβους του, τα πράγματα που σκέφτεται και το τι είναι πραγματικά ως άνθρωπος, είναι ανάγκη να μου μιλήσει, προσωπικά, και να τα μάθω από τον ίδιο. Εάν δεν μιλήσει σε μένα, θα μπορούσα να τα μάθω γι’ αυτόν από άλλους, αλλά, τούτο θα εξαρτηθεί από το τι έχει πραγματικά μιλήσει στους άλλους.
Η γνώση μας για τους ανθρώπους εξαρτάται από το τι κάνουν (στην επικοινωνία τους μαζί μας ή με άλλους), ενώ η γνώση μας για τα πράγματα εξαρτάται από το τι εμείς κάνουμε. Στην πράξη, ίσως υπάρξουν πολλά κοινά σημεία στη μελέτη ανάμεσα σε πράγματα και ανθρώπους. Ο ψυχίατρος γνωρίζει πως να αποσπάσει μια απάντηση από τον ασθενή του κι ο καλός δάσκαλος μπορεί να προκαλέσει τους μαθητές του.

Η διαφορά ανάμεσα στην παρατήρηση και στην αυτο-αποκάλυψη δεν πρέπει βέβαια να πιεσθεί, ώστε να φθάσει κανείς στα άκρα για να είναι έγκυρη η διάκριση. Υπάρχουν γεγονότα για άλλους ανθρώπους, που μπορούμε να τα γνωρίσουμε μέσω της παρατήρησης, είτε τους αρέσει είτε όχι, αλλά, γενικά, όσο περισσότερο η γνώση μας εξαρτάται μόνο από τις δικές μας έρευνες, τόσο περισσότερο αντιστοιχεί τούτο στενότερα στο να γνωρίζω κάποιον ως πράγμα.
Υπάρχει ακόμα ένα διακριτικό χαρακτηριστικό για να γνωρίσει κανείς ένα πρόσωπο. Είναι ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης: Τον γνωρίζω και με γνωρίζει.

Μια προσωπική σχέση είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τη γνώση μας για ένα αυτοκίνητο. Η διαφορά είναι πιο χτυπητή αν δούμε τα δυο ρήματα της γλώσσας, γινώσκω και επιγινώσκω, που φανερώνουν διάφορες μορφές γνώσης.
Κι ο Θεός; Οι Χριστιανοί ισχυρίζονται ότι ο Θεός είναι Πρόσωπο. Επομένως, είναι συνεπές προς τούτο να ισχυριστούμε ότι ο Θεός μπορεί να γίνει γνωστός μέσω της αυτο-αποκάλυψης, μ’ έναν τρόπο που ένα πρόσωπο γνωρίζεται, και που κι ο Θεός γνωρίζει εμάς.

Και, δεν θα πρέπει να παραξενευόμαστε, όταν βλέπουμε ότι οι φυσικές επιστήμες πολύ λίγο μπορούν να βοηθήσουν, καθώς θέτουμε ερωτήματα περί του Θεού και περί των σκοπών του.

(Οι κάτοικοι της Ανδρομέδας, Denis Osborne,εκδ. Πέργαμος σελ. 56-57)

«Αγαπάς με;» (Ιωάν. κα΄, 15). Η ερώτηση που ετέθη από τον Ιησού στον Σίμωνα Πέτρο ισχύει και για τον καθένα μας. Είναι η ουσιαστική ερώτηση. Η απάντηση που θα δώσω προσδιορίζει τη σχέση μου με το Σωτήρα.
Θα τολμήσω να πω με τον Πέτρο: «Κύριε, Συ πάντα οίδας, Συ γινώσκεις ότι φιλώ Σε» (Ιωάν. κα΄, 17). Μα τόσο συχνά η ζωή μου, τα έργα μου, αναιρούν μια παρόμοια βεβαίωση.
   Να ομολογήσω ταπεινά ότι δεν έχω αυτήν την αγάπη; Να πω με απλότητα, ίσως και με ειλικρίνεια: «Όχι, Κύριε, δεν Σ’ αγαπώ»; Μια τέτοια όμως ριζική άρνηση δεν είναι σωστή. Διότι, ακόμη και στις χειρότερες πτώσεις μου, η ανάμνηση του Λυτρωτού, η μορφή Του, δεν σβήνουν εντελώς από την ψυχή μου. Δεν παύουν να με τραβούν. Περίπλοκη κατάσταση του αμαρτωλού, που ακόμη και στο βάθος της αθλιότητός του, κι όταν δεν έχει τη δύναμη να σπάσει τα δεσμά του, στρέφει με πόθο το κεφάλι προς τον Ιησού πλημμυρισμένος από τη νοσταλγία της ενώσεως μαζί Του.
   Η μόνη απάντηση που θα μπορούσα να δώσω είναι: «Κύριε, γνωρίζεις τα πάντα. Γνωρίζεις ότι θα ήθελα να σ’ αγαπώ. Δος μου την αγάπη Σου»…
«Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάν. ιδ΄, 15). Τρομερή φράση. Με καταδικάζει. Το να τηρούμε το λόγο του Ιησού σημαίνει: να εφαρμόζουμε τα παραγγέλματά Του. Το νόημα της φράσεως, το νόημα το πιο φυσικό, θα ήταν: το δείγμα της αυθεντικής αγάπης για τον Ιησού είναι μια ζωή σύμφωνη με τα παραγγέλματά Του.
   Ένα άλλο νόημα (που δεν αποκλείει το προηγούμενο) είναι:Μόνο εκείνος που αγαπά τον Ιησού μπορεί να τηρήσει το λόγο του Ιησού. Η αγάπη που προηγείται της υπακοής, που είναι προϋπόθεση υπακοής. Η υπακοή διατηρεί και προφυλάσσει την αγάπη, της δίδει συνέχεια και ασφάλεια. Αλλά η πηγή της υπακοής, το νόημά της και η εσωτερική της δύναμη βρίσκεται στην αγάπη.
Κύριε Ιησού, πως μπορώ να Σε υπακούσω, αν δεν Σ’ αγαπώ; Μετάστρεψέ με πρώτα, φέρε με στην περιοχή της αγάπης Σου. Τότε θα μάθω να Σε υπακούω. Είμαι πολύ αδύνατος να τηρήσω το λόγο Σου, αν δεν με κρατήσει, αν δεν με βαστάξει η αγάπη Σου. Εάν η καρδιά μου δεν είναι γεμάτη από την αγάπη Σου, εύκολα θα μπορεί να μπει ο πειρασμός και να την κατακτήσει. Γι’ αυτό και Σε ικετεύω: Γέμισε την καρδιά μου όπως γεμίζουν ένα ποτήρι με νερό ως τα χείλη. Έτσι ώστε να είναι αδύνατο να χωρέσει έστω και μια ξένη σταγόνα. Μόνο η ελπίδα που έχω ότι θα μου δώσεις την αγάπη Σου με κάνει να μην απελπίζομαι. Να μη χάνω την ελπίδα μου ότι θα τηρήσω κάποια μέρα το λόγο Σου…
 … Στην αμαρτωλή γυναίκα συγχωρήθηκαν πολλά, διότι «ηγάπησεν πολύ»; Ή αγάπησε πολύ, διότι της συγχωρήθηκαν πολλά; Το ελληνικό κείμενο του Ευαγγελίου αφήνει περιθώρια και για τις δύο ερμηνείες. Και η μία και η άλλη εκφράζουν μια βαθιά αλήθεια. Η πρώτη τοποθετεί την άφεση σαν απάντηση στην αγάπη. (Φυσικά αποκρούομε μιαν έννοια αγάπης που θα ήταν πρόφαση, για να καλύψει κάθε παράβαση). Ακόμη και σ’ αυτή την πρώτη ερμηνεία η αγάπη που φέρνει την άφεση είναι ήδη μια χάρη, μια πρωτοβουλία του Χριστού. Στη δεύτερη ερμηνεία, όπου η συγχώρηση γεννά την αγάπη, η πρωτοβουλία του Κυρίου παραμένει απόλυτη: Προκαλεί την πρώτη κίνηση της μεταστροφής, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει συγχώρηση. Ακολουθεί η άφεση που καθιερώνει πια τη μεταστροφή. Και τέλος η αγάπη, απάντηση της ψυχής που δέχτηκε την άφεση. Αν αγαπούσα τον Ιησού στο μέτρο της αφέσεως που μου χάρισε, σίγουρα θα γινόμουν μια γιγάντια φωτιά αγάπης.
  «Μείνατε εν τη αγάπη τη εμή» (Ιωάν. ιε΄, 9). Το κείμενο δείχνει καθαρά ότι δεν πρόκειται για τη δική μας αγάπη προς τον Ιησού, αλλά για την αγάπη του ίδιου του Ιησού. «Μείνατε στην αγάπη που είναι δική μου, στην αγάπη που με κινεί, στην αγάπη που εκφράζει όλη τη φύση μου». Μα η αγάπη του Ιησού είναι η πηγή και η δύναμη και της δικής μας αγάπης προς τον Ιησού.

(Από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 71- 74)

Ο π.Β. επεσκέφθη ένα χωριό δι’ υποθέσεις της Μονής του. Από την στιγμήν που έφθασε εις το χωριό, οι κάτοικοι τον επλησίασαν. Του εζήτουν επιμόνως να τους βοηθήση και να υπερασπίση την Αλήθεια εμπρός εις έναν ευαγγελικόν ιεροκήρυκα, που τους ενοχλούσε πολύ προσβάλλων την πίστιν της Εκκλησίας, όσον αφορά την λατρείαν των Αγίων και της Μητέρας του Θεού, χρησιμοποιών πολλά χωρία της Βίβλου. Απλός και σχεδόν αγράμματος ο πτωχός μοναχός ευρέθη εις αμηχανίαν. Εσκέφθη ολίγον. Μετά, αφού ενεθυμήθη αυτό που συχνά εδιάβαζε εις τους βίους των Αγίων, προεκάλεσε εις διάλογον τον αντίπαλόν του:
- Ας ανάψωμε, λοιπόν, μιαν μεγάλην φωτιάν εις την πλατείαν του χωριού και καθένας από μας ας περάση από μέσα από την φωτιάν. Ο Θεός ο ίδιος θα δείξη ποιος από μας τους δυο λέει την αλήθειαν.
Από πολύ ενωρίς το πρωί με ακόμη μεγαλύτερον θόρυβον ο λαός εμάζευε ξύλα και έκανεν ένα μεγάλο σωρόν εις την πλατείαν.

Ο π.Β. ενεφανίσθη όχι όμως και ο (προτεστάντης) ιεροκήρυκας. Έφυγε με το πρώτον πλοίον. Όλο το χωριό χαιρετούσε με κραυγάς χαράς αυτήν την λαμπράν νίκην της πίστεως επάνω εις την απάτην των ανθρωπίνων διδασκαλιών. Όταν ο π.Β. εισήλθεν εις το μοναστήρι, τον ηρώτησαν:
- Ήσουν, λοιπόν, έτοιμος να μπης εις την φωτιάν; Απήντησε με απλότητα:
- Όσο για μένα δεν είχα αμφιβολία για την πίστι της Εκκλησίας και είπα· Αμαρτωλός και άχρηστος σ’ αυτή τη γη με κάθε τρόπο, δεν είσαι άξιος παρά για την κόλασι. Ας καής εδώ κάτω παρά εις την αιωνιότητα. Ας μπούμε, λοιπόν, εις την φωτιά!
Έτσι με την βαθειάν του ταπείνωσιν, αυτός ο απλούς μοναχός υπερησπίσθη την πίστιν, όπως οι πρώτοι μάρτυρες και πνευματικοί πατέρες.

(Αθωνικό Γεροντικό, αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, σελ. 64-65)

"Το μοναχικό ταξίδι της ψυχής μου"

μοναχή η ψυχή μου ταξιδεύει

σε μια βάρκα μεσοπέλαγα

προσμένοντας την αρχή ή το τέλος..

αγναντεύω τον ορίζοντα και ποθώ..

αφουγκράζομαι τις αισθήσεις της γης  και του ουρανού

ακούραστος συνοδευτής

τ’ αγέρωχο δεντρί μου

ρίζες του τ’ απέραντα της θάλασσας

σκιά και καταφύγιό μου

καταμεσής του διαπερνά φως ιλαρό

η θαλπωρή στο ρίγος της καρδιάς μου

 

μόνη τραβάω στ’ ανοιχτά

μόνη γελάω κι απορώ..

που πήγε ο φόβος ο παλιός;

κι όταν τα κύματα θεριά

μέσα μου πάντα ξαστεριά..

εντός μου Εκείνος κατοικεί

είναι η μορφή Του οδηγός

Αυτός πατέρας κι αδελφός

Νυμφίος και Θεμέλιος

Θεία ευωδιά η πλάση όλη

αγναντεύω τον ορίζοντα και ποθώ..

στην αγκαλιά Του να βρεθώ…

Κάποιος άρχοντας ρώτησε τον Ιησού τι να κάνει ώστε να κληρονομήσει την αιώνια ζωή.
Η απάντηση του Χριστού δεν αφήνει κανένα αναπάντητο ερώτημα: “μοίρασε τα πλούτη σου στους φτωχούς κι ακολούθησέ με”.
Ο άρχοντας, όπως φαίνεται, ρωτά σ’ ένα πλαίσιο δούναι και λαβείν: “τι να κάνω ώστε ν’ αποκτήσω την αιωνιότητα;”
Η απάντηση του Χριστού, ξεπερνά τον απλό κατάλογο των “καλών πράξεων” που ακόμα κι εμείς έχουμε στο νου μας. “Μοίρασε τους θησαυρούς σου στους φτωχούς κι ακολούθησέ με!”. Για τον πλούσιο τούτο σημαίνει “άλλαξε ζωή γιατί η ζωή που κάνεις σε κλείνει στον κόσμο σου, σ’ απομακρύνει απ’ τους αδελφούς σου, σου στερεί τον Χριστό”. Ο άρχοντας λυπήθηκε, αδυνατούσε να το πράξει. Ήταν σφιχτά δεμένος με την ύλη κι αδιανόητη γι’ αυτόν η πρόσκληση του Χριστού.

Ο καθένας είναι δεμένος και ξέρει καλά, αν ψάξει μέσα του, με τι είναι δεμένος. Ξέρει τι τονε κρατά δεμένο και τον εμποδίζει ν’ ακολουθήσει τον Χριστό. Ο Χριστός μας προσκαλεί στην αληθινή ζωή και στη ζωή απαντά κανείς μονάχα με ζωή κι όχι με μιαν αφηρημένη αποδοχή. “Ακολουθώ τον Χριστό” δεν είναι μια σύμβαση. Η πρόσκληση του Χριστού δεν είναι απλώς μια άλλη μια πραγματικότητα. Είναι η μοναδική πραγματικότητα που αγκαλιάζει όλες αυτές που εμείς θεωρούμε ότι υπάρχουν, μεταμορφώνοντάς αυτές σε μία και μοναδική.
Δε μπορώ να λέω ότι είμαι του Χριστού κι ν' αναζητώ ευκαιρίες για τσακωμούς ώστε να επιβεβαιώνομαι καθημερινά.
Δε μπορώ να λέω ότι είμαι του Χριστού και να κρατώ κακίες μέσα μου καλά φυλαγμένες.
Δε μπορώ να λέω ότι είμαι του Χριστού κι οι επιλογές μου να είναι τόσο γήινες.
Δε μπορώ να λέω ότι είμαι του Χριστού μα ξεχνάω να χαμογελάω, να βλέπω τα πάντα μαύρα και χωρίς προοπτική…
Δε μπορώ να λέω ότι είμαι του Χριστού και να μην αγωνίζομαι ν' αγαπώ τους άλλους (κι αυτό αγώνα θέλει)

Πώς θα ζήσω την Αγάπη του Θεού στη μέλλουσα ζωή, αν δεν τηνε ζήσουμε από τα τώρα;
Πώς μπορώ να θέλω ελευθερία και μέσα μου να μην είμαι λεύτερος; Βλέπεις γύρω σου τα πάντα κερματισμένα. Ο καθένας ψάχνει μιαν επιβεβαίωση, απ’ τις ανθρώπινες σχέσεις ως τις πολιτικές των κρατών. Παρουσιάζουμε αλήθειες μισές -όπως μας συμφέρουν. Κι η ενότητα μεταξύ μας; Χίλια κομμάτια…
Αν θέλουμε να λέμε ότι είμαστε του Χριστού, πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Να μπούμε πραγματικά μες την Εκκλησία, να γίνουμ’ ένα Σώμα… Εμείς απ’ την άλλη, αναζητάμε τις περισσότερες φορές ανθρώπινες ενώσεις με ημερομηνία λήξης, ενώσεις που μπολιάζονται με το κοινό πάθος κι επιδιώξεις κοινές. Στ’ αλήθεια, λοιπόν, “η αγάπη, η φιλία και ο σεβασμός δεν ενώνουν τους ανθρώπους τόσο, όσο το κοινό μίσος σε κάτι” (Άντον Τσέχωφ). Κι αυτό φαίνεται παντού γύρω μας, μα κυρίως εκεί που διαιρούμαστε. Ειλικρινά, δε γίνεται κανείς να δουλεύει για δυο κυρίους: ή Χριστό ή πλούτο. Ο Κύριος είναι σαφής.

Πίσω από τον πλούτο -του άρχοντα και του καθενός- βρίσκεται το κάθε πάθος. Αυτό απομακρύνει απ’ τον Χριστό! Κι όταν μαθαίνεις στην απομάκρυνση, τότε είναι που τηνε συνηθίζεις. Δε ζεις τίποτε, παρά μόνο πόλεμο κι ο πόλεμος πάντα πόλεμο φέρνει. Μόν’ ο Χριστός ενώνει γιατί η Αγάπη Του δεν έχει διεκδικήσεις.

Κάθε επανάσταση κοσμική, γεννιέται συχνά με αγαθά κριτήρια κι έπειτα ναυαγεί γιατί χάνεται ο στόχος στα τερτίπια του εγωισμού των πάλαι αγωνιστών -και των παιδιών τους…
Απ’ την άλλη, οι χριστιανοί μετανοούμε: αυτό μας έμαθε ο Χριστός. Τότε γίνεται η ζωή μας αγώνας απαλλαγής απ’ ό, τι στερεί την άνευ όρων Αγάπη που τίποτε δεν διεκδικεί. Η επανάσταση των Χριστιανών είναι η συνεχής μετάνοια. Όταν λέω λοιπόν ότι είμαι του Χριστού, αυτό δεν είναι μια αποδοχή αλλά στάση, στάση ζωής: “άσε ό, τι σε δένει με τη γη κι ακολούθησέ με!”.

Ιάσων Ιερομ.

Σελίδα 1 από 4