Διηγούνται, ότι στη Σουηδία υπήρχε μια πριγκήπισσα — Ευγενία το όνομά της — η οποία διακρινόταν για τα φιλάνθρωπα αισθήματά της.

Ίδρυσε κάποτε ένα νοσοκομείον˙ τα χρήματα όμως, που είχαν προϋπολογίσει, δεν έφτασαν˙ και τότε εκείνη, για να το αποτελειώση, πούλησε και τα διαμαντικά της.

Ολόχαρη μια μέρα γύριζε από θάλαμο σε θάλαμο στο νοσοκομείο, σκορπίζοντας παρηγορητικά λόγια, όταν τα κλάματα ενός αρρώστου την έκαναν να σταθή στοργικά στο προσκέφαλό του.

Τι είχε συμβή; Ο άρρωστος έκλαιγε από βαθειά ευγνωμοσύνη προς την πριγκήπισσαν, εξ αιτίας της οποίας έβρισκε αυτός τόση προστασία μέσ’ την αρρώστεια του.

Και τότε, βαθειά συγκινημένη και η Ευγενία, αντικρύζοντας τα δάκρυα του αρρώστου, είπε:

«Ω! Να τα διαμάντια μου˙ τα ξαναβρίσκω».


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο863)

Διπλή επαγγελία
« Η ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμός εστιν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. (Α' Τιμ. δ' 8)
Ένας Ιταλός δικηγόρος, ερώτησε τον Φίλιππο Νέρι: — Πάτερ μου, ξέρετε πως η οικογένειά μου είναι μεγάλη. Πρέπει να σκεφθώ εγκαίρως για το μέλλον των παιδιών μου. Ποιό νομίζετε καλύτερο επάγγελμα που πρέπει ν’ ακολουθήση το μικρότερο από τα παιδιά μου; Θα ήθελα ένα επάγγελμα με λίγες απώλειες αλλά πολλά κέρδη. — Αφού είναι έτσι, απαντά ο Φίλιππος, μη χάνεις καιρό˙ κάμε το άγιο.
Είναι λοιπόν βιοπορισμός η αγιότης; Γιατί όχι; Κανένα πράγμα δεν μπορεί να υποσχεθή ασφαλέστερη, ωραιότερη, επικερδέστερη ζωή από τη ζωή ενός αγίου ανθρώπου. Η αγιότης δίδει διπλή επαγγελία, «της νυν ζωής και της μελλούσης».
Από τόνα μέρος η χαρά και η ειρήνη σ’ αυτή τη γη και από τ’ άλλο η δόξα του ουρανού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο845)

Ευφημιανός και Αγλαΐα
«Τέκνα σοι έστι, παίδευσον αυτά...». (Σοφ. Σειρ. ζ' 23)
Το ανδρόγυνο αυτό ήταν ευλογημένο. Ήσαν τόσο πλούσιοι όσο και ελεήμονες. Αλλά η ελεημοσύνη τους δεν έμοιαζε με τις «δωρεές» τις δικές μας. Ήταν ελεημοσύνη με ψυχή. Δεν εβοηθούσαν απλά τους πτωχούς. Τους υπεχρέωναν να κάθονται στο δικό τους τραπέζι, παρεμέριζαν δε τους υπηρέτες και τους επεριποιούντο μόνοι, τρέχοντες από τον ένα στον άλλο.
Οι φίλοι τους εκορόιδευαν. Και αυτοί σε απάντησι έμαθαν και το μονάκριβο παιδί τους την τόσο δύσκολη αυτή υπηρεσία της αγάπης. Με το μικρό του χέρι εμοίραζαν τα αγαθά τους και στις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μάζευαν ορφανά στο σπίτι και έβαζαν το αγοράκι τους να τα υπηρετή.
Αυτό το παιδί, όταν μεγάλωσε, έγινε — μπορούσε να μη γίνη; — ο άγιος Αλέξιος. Ο Άνθρωπος του Θεού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο939)

Το ξέχασε. 
Ο διάσημος Γάλλος συγγραφεύς και φιλόσοφος Φοντενέλ (1657—1757) είχε εξαιρετική προσήλωση στο ευαγγελικό ρητό: «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».
Μια μέρα τον βρήκε κάποιος γνωστός του και του είπε:
— Θυμάστε, που μου είχατε υποσχεθή να ενδιαφερθήτε για κάποιο ζήτημά μου;
Καλά λέτε, απάντησε ο Φοντενέλ, το είχα ξεχάσει.
— Μα δεν το ξεχάσατε. Κάνατε ό,τι σας ζήτησα κι ήρθα για να σας ευχαριστήσω.
— Πραγματικά, ωμολόγησε ο Φοντενέλ, δεν είχα ξεχάσει να σας βοηθήσω. Είχα ξεχάσει ότι σας βοήθησα. 
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο872)

Χαριτολόγημα αγίου
Ο όσιος Εύδηλος (8ος αιών) συνήθιζε να λέγη:
— Κάθε καλή πράξη, που έχω κάνει στη ζωή μου, δεν τη σκέφτομαι καθόλου.
Κι όταν τον ρωτούσαν το γιατί, απαντούσε:
—Τη σκέφτεται νύχτα και μέρα ο Διάβολος. Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμμιά ανάγκη να τη θυμόμαστε κι οι δυό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο784)

 

"Η Τίνα ήταν διαρκώς θυμωμένη με τον άνδρα της, γιατί κάθε φορά καθυστερούσε να έρθει το βράδυ στο σπίτι.

Με κόπο προσπαθούσε να διατηρήσει το φαγητό ζεστό, τα παιδιά πεινούσαν και καυγάδιζαν, και το καθυστερημένο συμμάζεμα της κουζίνας μετά το φαγητό της χαλούσε όλη τη βραδιά. Η Τίνα αγαπούσε τον προγραμματισμό κι αυτή η κατάσταση την ενοχλούσε πολύ.

Τα πράγματα άλλαξαν όταν άλλαξε κι αυτή τακτική. Άρχισε να σερβίρει το φαγητό στην ώρα του, είτε είχε έρθει ο άνδρας της είτε όχι. Εκείνος κατέληγε να βρίσκει το φαΐ του κρύο κι έπρεπε μόνος του να το ζεστάνει και να καθίσει μόνος του να φάει. Δεν πέρασαν λίγες μέρες και ο άνδρας της τα κατάφερνε να έρχεται στην ώρα του κάθε βράδυ!
Τα όρια της Τίνας (να σερβίρει το φαγητό στην κανονική ώρα και να τρώει μαζί με τα παιδιά), τη βοηθούσαν να μη νιώθει πληγωμένη κι αγχωμένη όπως πριν. Το πρόγραμμά της κυλούσε κανονικά, τα παιδιά είχαν βρει τη σειρά τους και δεν χρειαζόταν πια να θυμώνει.

Μια αμερικάνικη παροιμία λέει: «Μη θυμώνεις, καλύτερα εκδικήσου!» Κάτι τέτοιο, όμως, δε θα ωφελούσε σε τίποτε. Γι’ αυτό και προτιμούμε ν’ αλλάξουμε την παροιμία: «Μη θυμώνεις, καλύτερα βάλε όρια!»"

Ενοχοποίηση
Οι άνθρωποι που έχουν την τάση να ενοχοποιούν τους άλλους, θα σας φερθούν σαν να τους σκοτώνετε με το όχι σας και θ’ αντιδράσουν δραματικά, λέγοντας «Πώς μπορείς να μου το κάνεις αυτό;» Θ’ αρχίσουν να κλαίνε, να παίρνουν παρεξηγημένο ύφος ή να θυμώνουν.

Θυμηθείτε ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν έναν προβληματικό χαρακτήρα. Όταν συμπεριφέρονται σα να προέρχεται από σας όλη τους η δυστυχία, το κάνουν γιατί θέλουν να σας έχουν θύμα τους και να επιβάλλουν τα δικά τους όρια. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τη βοήθεια που χρειάζεται κανείς σε μια πραγματική ανάγκη.

Όταν ακούτε παράπονα, προσπαθήστε να διακρίνετε τη φύση και τα κίνητρα αυτών που τα κάνουν. Αν προσπαθούν να σας επιρρίψουν τις ευθύνες για όλα, να απαιτούν και να σας ενοχοποιούν, αν δεν ανταποκριθήτε σ’ ό,τι ζητούν, ετοιμαστείτε να τους αντιμετωπίσετε.
Η Σούζαν αρνήθηκε να δανείσει χρήματα στον αδελφό της για ν’ αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Είχαν από καιρό ενηλικιωθεί. Εκείνη ήταν υπεύθυνη κι εργαζόταν σκληρά, εκείνος ήταν ανεύθυνος και σπαταλούσε αμέσως τα χρήματα που κέρδιζε. Για χρόνια δανειζόταν απ’ αυτήν, ποτέ όμως δεν της είχε επιστρέψει κάτι.
Αφού παρακολούθησε ένα σεμινάριο για την οριοθέτηση, κατάλαβε η Σούζαν ότι δεν ήταν σωστό αυτό που γινόταν κι οπλίστηκε μ’ ένα όχι για την επόμενη φορά. Η αντίδραση του αδελφού της ήταν σαν να του είχε καταστρέψει τη ζωή. Όλη του η καριέρα, έλεγε, χανόταν «εξαιτίας της», επειδή δε θα μπορούσε πια να προσελκύσει πελάτη, με το παλιό αυτοκίνητο που είχε. Και «εξαιτίας της» δε θα μπορούσε ούτε μια γυναίκα να βρει, αφού δε θα είχε καινούργιο αυτοκίνητο.

Η Σούζαν τώρα είχε μάθει ν' αναγνωρίζει πως ο αδελφός της έριχνε σ αυτήν την ευθύνη, μέσα σ’ όλα αυτά τα παράπονα, και τον αντιμετώπισε χωρίς να κλονιστεί. Του είπε πως λυπόταν για όλες αυτές τις δυσκολίες που θα είχε, αλλά αυτό ήταν δικό του πρόβλημα. Η στάση της αποδείχτηκε ότι τελικά ήταν καλή όχι μόνο γι’ αυτήν, αλλά και για κείνον.

(από το βιβλίο: Όρια ζωής, εκδόσεις Η έλαφος, Αθηνα 2008, σελ. 160-161 και 350-351

Κάθε φορά που είστε στο κελί σας ή οπουδήποτε και σκέπτεστε με έναν τρόπο υποτιμητικό για τους αδελφούς ή τις αδελφές σας, καταστρέφετε τη ζωή, και οι αδελφές και οι αδελφοί που κατηγορείτε το αισθάνονται και πληγώνονται.

Πώς συμβαίνει αυτό; Ακόμη και μεταξύ αυτών που δεν προσεύχονται υπάρχει μια ψυχολογική ευαισθησία και αισθάνονται τα ψυχικά κύματα, την ψυχική ενέργεια που εκπέμπουν οι άλλοι. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τίποτε, δεν ακούει λόγια, δεν βλέπει χειρονομίες˙ ο,τι γίνεται, γίνεται μυστικά, η ζωή όμως καταστρέφεται.
Θα σας δώσω τώρα ένα παράδειγμα που δεν είναι τόσο ευχάριστο. Υπάρχει ένα ζώο η μεφίτης (ο ασβός), το οποίο για να εξασφαλίσει την ησυχία του εκπέμπει κάποιες φορές ένα υγρό που έχει μια ανυπόφορη δυσωδία, ακόμη και για τα μεγάλα ζώα. Το ίδιο το ζώο αντέχει την οσμή αυτή με ευχαρίστηση.

Μεταξύ των ανθρώπων συμβαίνει επίσης μερικοί να δημιουργούν μία ατμόσφαιρα σαν αυτή που δημιουργεί η μεφίτης, με αποτέλεσμα να καθιστούν την ατμόσφαιρα γύρω τους ανυπόφορη, έτσι που να μην μπορεί κανείς ούτε να αναπνέει˙ αυτοί οι ίδιοι είναι ευχαριστημένοι στη σκέψη της υπεροχής τους. Να είστε όλοι και όλες συνετοί και προσεκτικοί σε αυτό που λέω: να μη σκέπτεστε άσχημα για τους άλλους!
Υπάρχει ακόμη και μία άλλη πλευρά αυτού, ας πούμε, του «τρόπου συμπεριφοράς». Ας υποθέσουμε ότι εγώ προσεύχομαι για κάποιον, για έναν αδελφό ή μία αδελφή, και αντί να συναντήσω μία προσευχή παρόμοια από μέρους αυτής ή αυτού, προσκρούω σε μία άρνηση εκ μέρους τους˙ όλα εκλαμβάνονται με έναν τρόπο αρνητικό, πριν ακόμη εκφραστώ. Αλλά το ζώο αυτό, η μεφίτης, δεν αισθάνεται τι κάνει. Συμπεριφέρεται με ελευθερία˙ είναι τελείως «καθώς πρέπει». Τι να κάνεις στην περίπτωση αυτή, πώς να θεραπεύσεις;
Ο σκοπός μας είναι να καταλάβουμε και να θεραπεύσουμε αυτή την αρρώστια του «μεφιτισμού»(1) κάθε φορά που εμφανίζεται, κυρίως στην εκκλησία ενάντια στους ιερείς.

Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα από τη ζωή μας: Κάποιοι δεν αγαπούν τα ελληνικά για παράδειγμα. Μόλις προφέρεις μία λέξη στα ελληνικά, παθαίνουν σοκ! Με έναν αόρατο όμως τρόπο, το πνεύμα του ιερέως ή του διακόνου που διακονεί την προσευχή το αισθάνεται, είναι τρωτός, μπορείς να τον σκοτώσεις με παρόμοιες συμπεριφορές, ακόμη και αόρατες κλπ. Αυτή η ψυχική ενέργεια δημιουργεί κάτι σαν «ηλεκτρικές εκκενώσεις».
Γνώρισα μία Ρωσίδα στο Παρίσι. Ο σύζυγός της ήταν σπουδαίος μηχανικός και εργαζόταν στο Βιετνάμ. Μου είπε ότι οι Βιετναμέζοι είναι πολύ ευαίσθητοι ψυχικά και πολύ δυνατοί. Αν κάποιος δεν τους αρέσει, αρχίζουν να μπλοκάρουν αυτό το πρόσωπο με κάθε είδους «επιθέσεις», ψυχολογικές απορρίψεις. Εξωτερικά δεν παρατηρεί κανείς τίποτε, αλλά το πρόσωπο έπειτα από έναν χρόνο -ή δύο χρόνια αν έχει μεγάλη αντοχή- πεθαίνει. Αυτή είναι η τεχνική του τέλειου εγκλήματος. Κανείς δεν λέει τίποτε, δεν υπάρχουν λόγια ούτε χειρονομίες, παρά μόνο μία άρνηση να ακούσει κάποιος κάποιον.
Χάρη στην ασκητική στάση με την οποία καταδικάζουμε τον εαυτό μας στην κόλαση, αυτή η ενέργεια καθίσταται -πώς να το πω;- λιγότερο δυνατή, αλλά παρ’ όλα αυτά εμποδίζει τη ζωή και τη σωτηρία. Θα μπορούσα να συνεχίσω να μιλώ μαζί σας για πολλή ώρα πάνω στο θέμα αυτό. Σας παρακαλώ όμως να το λάβετε πολύ στα σοβαρά...

(1)Μεφιτισμός: (Βιολ.) Η μόλυνση του αέρα από δυσώδεις αναθυμιάσεις, επιβλαβείς στους ζωικούς οργανισμούς. Βλ. Γεωργίου Χασιάκου, Ερμηνευτικό Λεξικό των –ΙΣΜΩΝ, Αθήνα 1989.

(Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας... τόμος Α, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, σελ. 70-73)

Έπραξαν άγια. 
Όταν οι στρατιώτες του Γεωργίου Καραϊσκάκη έπιασαν έναν συνάδελφό τους που είχε λιποτακτήσει κατά την ώρα της μάχης κι ετοιμάζονταν να τον σκοτώσουν, ο μεγάλος στρατηγός του 21 τους σταμάτησε και τους είπε:
— Σταθήτε μια στιγμή. Σας αφίνω να τον κάνετε ό,τι θέλετε. Αλλά σας λέω τούτο μονάχα: Αν τον σκοτώσετε, θα πράξετε δίκαια. Αν τον συγχωρήσετε, θα πράξετε άγια.
Οι στρατιώτες «έπραξαν άγια» και δεν έθιξαν ούτε μια τρίχα του λιποτάκτη.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο766)

Να πεθάνω
Κάποτε ο μέγας μαθηματικός της αρχαιότητος Ευκλείδης φιλονίκησε με τον αδελφό του κι εκείνος εξωργισμένος έφυγε απ’ το σπίτι φωνάζοντάς του:
— Να πεθάνω, αν δεν σ’ εκδικηθώ κάποτε.
Κι ο Ευκλείδης, που είχε συνέλθει στο μεταξύ, του αποκρίθηκε συντετριμμένος και με πραότητα:
— Κι έγώ να πεθάνω, αν δεν σου μαλακώσω την οργή με τον υπομονή μου κι αν δε σε κάνω να μ’ αγαπήσης περισσότερο.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο216)

Ζητιάνος βασιλιάς. 
Ο Μέγας Πέτρος της Ρωσίας για να αντιληφθή αν ο λαός του ήταν φιλόξενος, ντύθηκε κάποτε ζητιάνος και επεσκέφθη ένα χωριό. Οι χωρικοί δεν του έδωσαν σημασία. Βράδυασε στο χωριό χωρίς κανείς να τον πλησιάση, οπότε ένας φτωχός χωρικός τον λυπήθηκε, τον πήρε στο σπίτι και του έδωσε από το φτωχό του φαγητό.
Το πρωί ο ζητιάνος ευχαρίστησε και έφυγε. Το άλλο πρωί στην πλατεία του χωριού στάθηκε ένα αμάξι αυτοκρατορικό. Ένας αυλικός εζήτησε το φιλόξενο χωρικό και με το λαμπρό αμάξι, τον ωδήγησε στα ανάκτορα της Πετρουπόλεως, όπου ο βασιλιάς, για να τον τιμήση, τον εγκατέστησε εκεί με όλη του την οικογένεια. Όταν αυτό το έμαθαν οι συγχωριανοί του, μετάνοιωσαν για τη διαγωγή τους.
Η φιλοξενία είναι πατριαρχική αρετή, που σαν επίγραμμα πρέπει να κοσμή την αυλόπορτα του φτωχού και του πλουσίου.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο346)

535 Ένα ποσόν ιερό!

Ένα τυφλό κορίτσι έφερε στον εφημέριο της Εκκλησίας του μια δωρεά για το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας. Ο Εφημέριος άνοιξε το φάκελλο και βρήκε μέσα 500 δραχμές. Έκπληκτος για το μεγάλο ποσόν, είπε στο κορίτσι:

— Αυτά είναι πολλά για σένα. Είσαι ένα φτωχό και τυφλό κορίτσι και με κόπο κερδίζεις κάθε δραχμή. Δεν μπορείς να δώσης τόσα πολλά. Κράτησε λίγα από αυτά.
Αλλά το κορίτσι αρνήθηκε.
— Ακριβώς επειδή είμαι τυφλή, είπε, μπορώ να εξοικονομήσω αυτό το ποσόν. Πλέκω καλάθια. Άλλοι χρειάζονται φως το βράδυ για την δουλειά τους, ενώ εγώ δεν το χρειάζομαι. Έτσι βάζω κάθε βράδυ στον κουμπαρά μου τα λεπτά που θα χρειαζόμουν για φωτισμό, αν δεν ήμουν τυφλή. Είναι τα λεφτά των ματιών μου!
Συγκινημένος ο Εφημέριος δέχτηκε το ποσόν.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο535)

Το κιβώτιον της αγάπης
«Ένας πρακτικώτατος τρόπος είναι να κάνωμε ένα ειδικό κιβώτιο (κουμπαρά) για τους φτωχούς, που θα είναι τοποθετημένο στο μέρος όπου καθένας προσεύχεται. Έτσι κάθε φορά που θα μπης εκεί, για να προσευχηθής, πρώτα να καταθέτης την ελεημοσύνη σου στο «κιβώτιον πενήτων» και τότε ν’ απευθύνης την προσευχή σου στο Θεό. Και πρέπει να ξέρης πώς το να βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι σου όπου προσεύχεσαι, το κιβώτιο της ελεημοσύνης, δεν είναι κατώτερο από το να έχης κρεμάσει εκεί το ιερό Ευαγγέλιο. Γιατί αν σαν φυλαχτό, κρεμάσης το ιερό Ευαγγέλιο, χωρίς να κάνης τίποτε απ’ όσα λέγει (όπως είναι και η ελεημοσύνη) δεν θα ωφεληθής τόσο, όσο από το κιβώτιον πενήτων. Δίπλα σ’ αυτό το ιερό κιβώτιον να βρίσκεται και το κρεβάτι σου, και η νύχτα θα περνά χωρίς κακά όνειρα, αρκεί μόνον να μη μπή εκεί τίποτε που προέρχεται από αδικία.
(Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο255)

Η θρησκεία μας είναι η θρησκεία των θρησκειών, η εξ αποκαλύψεως, η πραγματική, η αληθινή θρησκεία.

Οι άλλες θρησκείες είναι ανθρώπινες κούφιες. Δεν γνωρίζουν το μεγαλείο του Τριαδικού Θεού.

Δεν γνωρίζουν ότι ο σκοπός μας, ο προορισμός μας, είναι να γίνομε θεοί κατά χάριν, να ομοιωθούμε με τον Τριαδικό Θεό, να γίνομε ένα με Εκείνον και μεταξύ μας.

Αυτά οι άλλες θρησκείες δεν τα γνωρίζουν.

Ο απώτερος σκοπός της θρησκείας μας είναι το «ίνα ώσιν εν». Εκεί ολοκληρώνεται το έργο του Χριστού.

Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου. Είναι μέσα μας όλ’ αυτά.

Είναι απαίτηση της ψυχής μας η απόκτησή τους.


Κάποιος συγγραφεύς υποστηρίζει ότι υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι νοιώθουν τη ζωή.

Πολλοί την βλέπουν σαν ένα αναπαυτικό κρεββάτι, επάνω στον οποίον ξαπλώνονται και ζητούν να υπηρετούνται απ’ όλους τους άλλους.

Είναι οι οπαδοί του ηδονισμού και της απολαύσεως. Γρήγορα όμως καταντούν οι άνθρωποι αυτοί δυστυχείς, γιατί το κρεββάτι της ζωής δεν είναι τόσο αναπαυτικό όσο το φαντάζονται.

Γι’ αυτό στριφογυρίζουν με αγωνία και πόνο επάνω σ’ αυτό.

Άλλοι αντιλαμβάνονται τη ζωή σαν ένα μεγάλο καλάθι, που αγωνίζονται να το γεμίσουν οπωσδήποτε. Γνώσεις, χρήμα, χτήματα, φήμη, δόξα είναι το υλικό, με το οποίον προσπαθούν να το πληρώσουν.

Είναι οι οπαδοί του παχυλού υλισμού και της μαμωνολατρείας. Αλλ’ αυτό μένει πάντα άδειο, ενώ εκείνοι τρέχουν έως ότου ο θάνατος θέση τέρμα στην πολύμοχθη εκστρατεία τους.
Υπάρχει όμως και μια μερίδα ανθρώπων, που αντιλαμβάνονται τη ζωή τους σαν ένα λύχνο που καίεται, σαν μια λαμπάδα που λυώνει και φωτίζει το περιβάλλον.

Είναι οι γνήσιοι οπαδοί του Χριστού. Είναι άνθρωποι, που έθεσαν ιδανικό τους όχι να υπηρετηθούν, αλλά να υπηρετήσουν. Είναι οι εργάτες του καλού, ,που θυσιάζονται για να παρηγορήσουν τον πόνο του θλιμμένου, για να περιθάλψουν τον πάσχοντα, για να χύσουν «φώς ιλαρόν» στις τρισκότεινες καρδιές.

Είναι οι λύχνοι, που, τοποθετημένοι «επί την λυχνίαν», λάμπουν «πάσι τοις εν τη οικία».
Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο642)

H Isabelle Filliozat αναφέρει:

«Η αγάπη είναι πιο δυνατή απ' τα χρόνια. Η μητέρα της Ροζ είναι σε οίκο ευγηρίας˙ οι γιατροί διέγνωσαν τη νόσο του Alzheimer. Στα 70 της, τα έχει χαμένα. Η Ροζ πηγαίνει να τη δη κάθε Σάββατο, αλλά η μητέρα της δεν την αναγνωρίζει.

Η εβδομαδιαία επίσκεψι είναι πραγματική αγγαρεία. Πόσο μάλλον που η Ροζ έχει την αίσθησι ότι απ' τη μητέρα της έτρωγε μόνο ξύλο κι άκουγε κριτικές. Έφυγε πολύ νωρίς απ' το σπίτι της για να μην υφίσταται αυτή τη συνεχή υποτίμησι, το σωματικό αλλά κυρίως ψυχικό πόνο, ότι δεν έγινε ποτέ αποδεκτή...

Το επόμενο Σάββατο λέει στη μητέρα της πόσο πολύ υπέφερε στην παιδική της ηλικία, αλλά και στη συνέχεια, στην ενήλικη ζωή της απ’ τις ταπεινώσεις, το ξύλο και την έλλειψι αγάπης. Η μητέρα της φαίνεται να μην ακούη τίποτε, μιλάει για άσχετα πράγματα, επιμένει να μην την αναγνωρίζη.

Αλλά το επόμενο Σάββατο, ένα θαύμα περιμένει τη Ροζ. Η μαμά της την υποδέχεται μ' ανοικτές αγκάλες. Τη φωνάζει με το όνομά της, την τραβάει κοντά της και της λέει κλαίγοντας: "Ευχαριστώ, Ροζ, τα τέσσερα παιδιά μου. Θέλω να σας αγαπήσω τώρα. Σ’ αγαπώ, Ροζ".

Από εκείνη την ημέρα, η μητέρα της Ροζ πάει καλύτερα. Ξαναβρήκε τη μνήμη της και τον έλεγχο των σφικτήρων της, έχει μεγαλύτερη αυτονομία απ' τους άλλους οικοτρόφους. Είναι η μόνη που παρουσίασε μια τόσο ευνοϊκή εξέλιξι.
"Υπάρχει ένα παγκόσμιο φάρμακο... η αγάπη", έλεγε ο Dr. Ροζέ Φίξ σ' ένα ιατρικό συνέδριο»(IF, 257).

(στο αρχιμ. Ιωαννου Κωστώφ, Η ύπαρξη της ψυχής, εκδ. Υπακοή, σελ.266-267)

Σελίδα 1 από 21