Καθ’ όσον η ψυχή του παιδιού είναι καθαρή από όλα τα πάθη.

Δεν είναι μνησίκακον έναντι εκείνων που το έχουν λυπήσει, αλλ’ ως φίλος τους πλησιάζει, ωσάν να μη συνέβη τίποτε.

Και όσον ξύλον και αν φάγη από την μητέρα του, ζητεί αυτήν και την προτιμά από όλους. Και αν ακόμη του δείξης μιαν βασίλισσαν με το στέμμα της, δεν την θέτει επάνω από την μητέρα του που φορεί κουρελιασμένα ενδύματα, αλλά θα επροτιμούσε πολύ περισσότερον να ιδή την μητέρα του με κουρελιασμένα ενδύματα, παρά την βασίλισσαν με τα λαμπρά στολίδια της.

Διότι γνωρίζει να διακρίνη το ιδικόν του και το ξένον όχι με την πτωχείαν και τον πλούτον, αλλά με την αγάπην.

Και τίποτε επί πλέον δεν ζητεί από τα αναγκαία, αλλά τόσον μόνον όσον να χορτάση με το γάλα του μαστού και μετά αφήνει και την θηλήν.

Το παιδί δεν λυπείται δι’ εκείνα που λυπούμεθα ημείς, όπως επί παραδείγματι δια την ζημίαν από τα χρήματα και δι’ όλα τα παρόμοια. Ούτε πάλιν χαίρεται δι’  όσα χαιρόμεθα ημείς, δι’ όλα αυτά τα φθαρτά πράγματα.

Δεν κατακυριεύεται από σφοδρόν παθος δια τα κάλλη των σωμάτων. Δια τούτο και ο Κύριος έλεγεν, «διότι η βασιλεία των ουρανών ανήκει εις αυτούς που θα γίνουν όμοιοι με αυτά», ώστε να πράττωμεν με την προαίρεσίν μας αυτά που τα παιδιά τα έχουν από την φύσιν των.

(Ιωάννου Χρυσοστόμου, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 11Α, σελ. 196, Εις Ματθαίον ομιλία ΞΒ 4)

Την προτροπή του Αποστόλου Παύλου “να βαστάζουμε ο ένας τα βάρη του άλλου” πρέπει να την εννοούμε μέσα στο πλαίσιο που ήθελε ο Χριστός, να μην απορρίπτουμε δηλαδή κανένα, να μην αντιμετωπίζουμε κανένα σαν να είχε χάσει κάθε ελπίδα βελτίωσης, να βοηθούμε πάντα τον διπλανό μας. Όταν το βάρος στους ώμους μας είναι ευγενές και τραγικό, τότε αυτά μας φαίνονται εύκολα. Είναι εύκολο να συμπάσχουμε, να συμπαθούμε τους κατατρεγμένους, να είαμστε σπλαχνικοί και συμπονετικοί προς αυτούς που βρίσκονται σε έσχατη φτώχεια, προς αυτούς που βιώνουν την αγωνία του νου, που υποφέρουν με διάφορους τρόπους.

Είναι εύκολο να αισθανόμαστε συμπάθεια προς τους ασθενείς. Αλλά πόσο δύσκολο είναι να συμπάσχουμε συνεχώς και σταθερά με τους χρόνιους ασθενείς που ζητούν την προσοχή μας για βδομάδες, χρόνια, μερικές φορές για δεκαετίες! Κι ακόμη περισσότερο, να συμπάσχουμε με τους ψυχικά διαταραγμένους που χρειάζονται διαρκώς την προσοχή και τη συμπαράστασή μας, που, ουσιαστικά, καλούμαστε να σηκώνουμε εμείς τα δικά τους βάρη στους ώμους μας! Πόσοι από εμάς έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε αυτό;
Υπάρχει, όμως, ένας άλλος τρόπος που μπορούμε να επωμιστούμε τα βάρη του διπλανού μας. Τα παραδείγματα που έδωσα είναι προβλήματα των άλλων, των τρίτων, που εμείς μπορούμε απλώς να τα μοιραστούμε, και μάλιστα μόνο για λίγο, για τις λίγες ώρες που επισκεπτόμαστε τους ασθενείς, για το σύντομο διάστημα που επωμιζόμαστε το βάρος εκείνων που βιώνουν την αγωνία του νου και την οδύνη. Δίοτι, αφού τους επισκεφθήκαμε, τους παρασταθήκαμε, τους εκφράσαμε το ειλικρινές μας ενδιαφέρον, θα φύγουμε και θα ξαλαφρώσουμε από το βάρος τους, ενώ εκείνοι θα συνεχίσουν να το κουβαλούν.
Πόσο αμέτρητα δυσκολότερο είναι όταν το βάρος που τοποθετείται στους ώμους μας δεν είναι βάρος “ευγενές” ούτε στα δικά μας μάτια ούτε στα μάτια των άλλων, αλλά απλά είναι άσχημα βάσανα και δυστυχία: η απαρέσκεια των άλλων προς εμάς, το μίσος των άλλων, η συκοφαντία, η διαβολή και οι πολλοί και διάφοροι τρόποι με τους οποίους οι άλλοι μπορούν να κάνουν τη ζωή μας σχεδόν αβάσταχτη.

Πόσο δύσκολο είναι τότε να βλέπουμε του άλλους όχι μόνο ως την αιτία όλων των δεινών μας, αλλά και ως ανθρώπους τυφλούς που δεν έχουν συναίσθηση του τι κάνουν. Προσευχόμαστε στις δεήσεις και παρακαλούμε τον Θεό να λυπηθεί αυτούς που μας μισούν και που μας αδικούν, που μηχανεύονται το κακό μας και μας βλάπτουν!
Συμβαίνει συχνά οι άλλοι ούτε να μηχανεύονται κάτι, ούτε να έχουν κάτι κατά νου. Απλώς να είναι απερίσκεπτοι. Και τότε πόσο δύσκολο γίνεται να δούμε έναν τέτοιον άνθρωπο ως κάποιον για τον οποίον πρέπει εμείς να αναλάβουμε την ευθύνη, με ό,τι αυτό σημαίνει, και να τον φέρουμε προς τον Θεό. Να φέρουμε μπροστά στον Θεό την ασχήμια, την κακία, την απερισκεψία, την ακούσια σκληρότητα, να τους φέρουμε μπροστά στον Θεό και να πούμε: “Συγχώρα τους, Θέε μου, ου γαρ οίδασι τι πιούσι!”. Μ'αυτά τα λόγια, τα γεμάτα ομορφιά και έμπνευση, βαστάζετε ο ένας τα βάρη τπυ άλλου και θα έχετε ακολουθήσει τον δρόμο του Χριστού.
“Carry one another's burdens” St. Paul's Epistle to the Romans
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 43-45)

Όταν οι άνθρωποι πάσχουν από κάποια ψυχική ασθένεια ή από γεροντική άνοια, πολύ συχνά εγκαταλείπονται στην τύχη τους και η κατάστασή τους επειδεινώνεται, διότι παύουν πια να χρησιμοποιούν ό,τι τους έχει απομείνει από τη ζωτικότητα τους, τις νοητικές τους δυνάμεις, την αντίληψή τους. Έτσι χειροτερεύουν προκαταβολικά, ενω δεν θα ήταν απαραίτητο να συμβεί αυτό.
Όταν, λοιπόν, κάποιος αρχίζει σταδιακά και χάνει τη μνήμη του, την οξύτητα του πνεύματος του κ.λ.π., πρέπει αυτό ακριβώς να κάνουμε: να καθίσουμε και να του μιλάμε, να επικοινωνούμε όσο το δυνατόν περισσότερο, στο βαθμό των ικανοτήτων που του έχουν απομείνει. Όχι προσπαθώντας να επαναφέρουμε τον ασθενή σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να επανέλθει, όχι προσπαθώντας να τον πιέσουμε πέρα από τις δυνατότητές του, διότι αυτό φέρνει απελπισία, αλλά να μείνουμε στο δικό του επίπεδο και να χρησιμοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες που υπάρχουν για συζήτηση, επαφή, οπτικά ερεθίσματα.
Αυτό είναι το ένα θέμα. Όσο για τους σχιζοφρενείς ή τους ψυχικά πάσχοντες γενικότερα, έχω δύο παραδείγματα που μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Όταν εργαζόμουν σε ένα γαλλικό ψυχιατρείο, συνάντησα μια Αμερικανίδα ψυχίατρο με την οποία είχα την ευκαιρία να συζητήσω πάνω στο θέμα της ψυχικής ασθένειας. Και μου είπε την εξής ιστορία: Την εποχή που έκανε την ειδικότητά της είχαν ένα ασθενή, σχιζοφρενή, που τον είχαν βάλει σε απομόνωση. Ο καθηγητής είπε σε έναν από τους ειδικευόμενους φοιτητές:

“Πήγαινε να καθίσεις με αυτό τον άνθρωπο όσο αντέχουν τα νεύρα σου”.

Ο νέος ρώτησε: “Για πόσες ώρες;”. “Τέσσερις, πέντε ώρες την ημέρα”. “Μα, προς τι;”. “Απλώς κάτσε”.

Και ο νεαρός φοιτητής κάθισε για λίγο, αλλά δεν το άντεξε. Βγήκε και είπε στον καθηγητή του: “Δεν μπορώ”.

Και ο καθηγητής του απάντησε: “Αυτή είναι η μόνη θεραπεία που μπορώ να προσφέρω στον άνθρωπο αυτόν, κι εσύ την αρνείσαι”.

Δοκίμασε λοιπόν ξανά ο φοιτητής, κάθισε για περίπου τρεις εβδομάδες και στο τέλος αυτός ο άνθρωπος που ήταν εντελώς κλεισμένος στον εαυτό του γύρισε και του μίλησε.
Είχα κι εγω την ίδια εμπειρία, πάλι στη Γαλλία, με κάποιον ασθενή που βρισκόταν για αρκετές βδομάδες στο νοσοκομείο χωρίς να ανταποκρίνεται σε τίποτε, ερωτήσεις, προτροπές κ.λ.π. Παρέμενε βουβός. Και είπα στον επικεφαλή:

“Θα σε πειραζε αν απλώς καθόμουν μαζί του;”. Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα, θα το έκανα την ημέρα της αργίας μου κι έτσι δεν τον ένοιαζε. Κάθισα, λοιπόν, και τον κοίταζα αυτόν τον άνδρα, κι αυτός καθόταν επίσης και κοιταζόμασταν. Έκατσα εκεί κάπου 10 ώρες -είμαι, ξέρετε, υπομονετικός άνθρωπος!- και μετά, στο τέλος της δέκατης ώρας, ξαφνικά είπε:

“Και γιατί κάθεσαι εδώ;”.

Του είπα: “Γιατί μου αρέσει να κάθομαι μαζί σου”. “Και γιατί;”, ρώτησε, και συνέχισε, κι αυτό ήταν η αρχή της θεραπείας του.
Δεν θέλω να πω ότι μπορεί κανείς να θεραπεύσει τους σχιζοφρενείς καθισμένος με τις ώρες δίπλα τους, δεν είμαι τόσο αφελής. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ίσως να επιβραδυνόταν η πνευματική και συναισθηματική κατάπτωση πάρα πολλών ανθρώπων, αν καθόταν κάποιος μαζί τους, αντί να θεωρόυμε ότι, εφόσον έχουν τροφή, καθαριότητα και τις βασικές φροντίδες, έχουν και όλα όσα χρειάζονται. Όχι! Χρειάζονται ανθρώπινη επαφή, χρειάζονται ανθρωπισμό.
Κι έτσι είναι. Όταν ένας άνθρωπος δεν φαίνεται ότι μπορει να επικοινωνήσει καθόλου, αν καθίσεις και τους κρατήσεις το χέρι, θα του έχεις προσφέρει κάτι. Τα άτομα αυτά δεν μπορού να σου πουν αν τους αρέσει ή όχι. Αλλά θα υπάρξει μια στιγμή που θα αντιδράσουν και τότε θα ξέρεις ότι δεν έχασες τον χρόνο σου με το να κάθεσαι κοντά τους.

Κι αν αναλογιστούμε τον χρόνο που σπαταλούμε έτσι κι αλλιώς, γιατί να μην τον σπαταλήσουμε με θετικό τρόπο, γιατί να μην κάνουμε τις άχρηστες σκέψεις ή και τις χρήσιμες σκέψεις μας καθισμένοι δίπλα σε κάποιον που χρειάζεται τη φυσική μας παρουσία, παρά να κάνουμε το ίδιο σε μια πολυθρόνα, κοιτώντας μια συσκευή τηλεόρασης την οποία ούτε καν προσέχουμε;
“Dementia and mental Illness”
(Transcribed from an audio tape)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 36-39)

Μέχρις εσχάτων.

Θα μιλήσω γι'αυτούς τους ανθρώπους που εξέλαβαν τη Βίβλο τόσο σοβαρά, ώστε στα μάτια του κόσμου, στα μάτια των Χρστιανών -απόλυτα ειλικρινών Χριστιανών- ίσως φαίνονται τρελοί. Θα σας δώσω, λοιπόν, μια σειρά από παραδείγματα για να καταλάβετε τι εννοώ και για να σας δώσω την ευκαιρία να κατανοήσετε το μεγαλείο τους, την παθιασμένη πίστη τους.
Γνωρίζετε πως ο απόστολος Παύλος αναφέρεται στη “μωρία του σταυρού”. Μιλά για την τρόπον τινά “μωρία” του Θεού, λέγοντας ότι ο μέσος άνθρωπος δεν θα θυσιαζόταν ούτε για να σωθεί ο φίλος του, πόσο μάλλον ασύλληπτο του είναι το να θυσιαστεί για τους εχθρούς του. Έτσι, λοιπόν, οι δια Χριστόν σαλοί είναι άνθρωποι που πήραν πολύ στα σοβαρά το ότι η συμπεριφορά του Θεού φάνηκε μωρία στα μάτια των θεωρουμένων “φυσιολογικών”, εκείνων που σκέφτονται υπολογιστικά και που προσπαθούν να κάνουν το σωστό, αλλα σταματούν σε κάποιο σημείο της προσπάθειάς τους.
Ο πρώτος για τον οποίο θα ήθελα να μιλήσω, είναι ένας από τους πρώτους αγίους στην Αλεξάνδρεια, που λεγόταν Σεραπίων. Του έδωσαν το όνομα “Σεραπίων ο Σινδονίτης”, διότι φορούσε μόνο ένα σεντόνι, ζούσε στην ύπαιθρο, έτρωγε μόνο ό,τι του έδιναν από ελεημοσύνη και είχε μόνο ένα περιουσιακό στοιχείο στην κατοχή του, ένα βιβλιαράκι της Αγίας Γραφής. Ξέρετε, εκείνα τα χρόνια ένα βιβλίο ήταν εξαιρετικά σπάνιο, κάτι που κατείχαν μόνο οι πόλυ πλούσιοι.

Μια μέρα, λοιπόν, οι φίλοι του τον είδαν να τρέχει γυμνός, χωρίς ούτε καν το σεντόνι του, και τον ρώτησαν τι του συνέβη. Απάντησε ότι συνάντησε έναν άνθρωπο φτωχότερο από τον ίδιο και του έδωσε το σεντόνι του. Λίγες μέρες  αργότερα τον είδαν χωρίς την Αγία Γραφή του και τον ρώτησαν ξανά τι συνέβη. Απάντησε πως είδε κάποιον που τον τραβούσαν στη φυλακή επειδή χρωστούσε, και έδωσε το βιβλίο του για να εξοφλήσει ο άνθρωπος αυτός το χρέος του.

“Μα πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;”, τον ρώτησαν. “δεν ήταν το βιβλίο αυτό το πολυτιμότερο πράγμα που είχες;”. “Ναι”, είπε εκείνος, “αλλά η Αγία Γραφή με δίδαξε να προσφέρω τα πάντα στο όνομα της αγάπης και της ελεημοσύνης, και του το έδωσα γιατί ήταν το μόνο πράγμα που είχα να δώσω”.
Εδώ λοιπόν έχουμε έναν άνθρωπο που στεκόταν απογυμνωμένος μπροστά στον Θεό, έναν άνθρωπο που έκανε πράξη τη συμπόνια και την αγάπη ολοκληρωτικά, αληθινά, μέχρις εσχάτων.
Θα σας δώσω άλλο ένα παράδειγμα, κάποιον ονόματι Βιτάλιο, που ήταν κι αυτός ένας από τους μεγάλους ασκητές στην έρημο της Αιγύπτου. Ζούσε για σαράντα περίπου χρόνια στην έρημο και θεωρείτο άγιος. Μια μέρα πήγε στην Αλεξάνδρεια να πουλήσει τα καλάθια που έπλεκε, και είδε κάποιες πόρνες στους δρόμους κοντά στο λιμάνι. Τις συμπόνεσε ως τα βαθιά φυλλοκάρδια του και αποφάσισε κάπως να τις βοηθήσει.

Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος που είχε περάσει όλη του τη ζωή προσευχόμενος στην έρημο, αγωνιζόμενος για την ακεραιότητα ψυχής, νου και καρδιάς, ήρθε στην Αλεξάνδρεια προς μεγάλο σκανδαλισμό όσων τον γνώριζαν ως ερημίτη, βρήκε μια δουλειά λιμενεργάτη μ'ένα ελάχιστο μεροκάματο και κάθε βράδυ έπαιρνε μαζί του στο χώρο που έμενε μία από τις πόρνες. Εκεί της πρόσφερε το μεροκάματό του, λέγοντας: “Αυτό είναι για σένα. Τώρα έλα να προσευχηθούμε και να πάμε για ύπνο. Κέρδισα μια νύχτα αγνότητας για σένα.”. Και η γυναίκα κοιμόταν, παρέμενε αγνή για ένα βράδυ και μετά, βέβαια, επέστρεφε στο επάγγλεμά της. Μα εκείνος είχε κάνει ότι μπορούσε. Της είχε δώσει την ευκαιρία να γνωρίσει καποιον που τη σεβόταν, έναν άνδρα που την αντιμετώπιζε με τον απόλυτο σεβασμό που κάθε ανθρώπινο ον αξίζει, είτε ανήκει στην υψηλή κοινωνία είτε βρίσκεται στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της.

Όμως ο Βιτάλιος έθετε έναν όρο για την αγαθοεργία που παρείχε. Έλεγε στις γυναίκες αυτές: “Μην το πείτε σε κανέναν όσο ζω”. Και επομένως κυκλοφόρησε στην Αλεξάνδρεια η φήμη ότι ο Βιτάλιος, που όλοι τον ήξεραν για άγιο, είχε παραστρατήσει, ότι είχε αφήσει την έρημο και δούλευε την ημέρα για να μπορεί να περνά τα βράδια με τις πόρνες μέσα στην αμαρτία. Ο Βιτάλιος δεν έλεγε τίποτε. Το άντεξε για πολλά χρόνια μέχρι που πέθανε σε μεγάλη ηιλκία.

Όταν το σαρκίο του μεταφερόταν, χωρίς πολυ σεβασμό, από “ελεημοσύνη” στο νεκροταφείο, δεκάδες δεκάδων πόρνες ακολουθούσαν. Και τότε μίλησαν για το τι είχε κάνει εκείνος για αυτές. Τους είχε δώσει την αίσθηση του αυτοσεβασμού -έστω για μια στιγμή ίσως- αλλά τους την είχε δώσει, και μάλιστα με κόστος την προσωπική του τιμή, διότι το σημαντικό δεν ήταν η σκληρή ζωή του, αλλά η απώλεια του σεβασμού των άλλων.
Βλέπετε, λοιπόν, ο πρώτος άγιος έκανε όλα όσα μπορούσε πραγματικά να κάνει, πυροδοτούμενος από συμπόνια και αγάπη. Ο δεύτερος τα έκανε επίσης από συμπόνια, αλλά θυσίασε την τιμή του, τον σεβασμό των άλλων, για να μπορέσει να υπηρετήσει αυτές τις γυναίκες και να τους ξαναδώσει έστω και μια γεύση της αίσθησης ότι ήσαν ανθρώπινα όντα άξια σεβασμού...

“On fools for Christ's sake” Youth Camp. 1978

(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 20-24)

Κάποτε ο Κολοκοτρώνης φιλοξένησε εν γνώσει του το φονιά του αδελφού του, ο οποίος νόμιζε ότι δεν τον ξέρει ο «Γέρος».
- Παιδί μου! λέει η μάνα του, δίνεις να φάει ψωμί ο φονιάς του παιδιού μου;
- Σώπα, μάνα· είπε ο στρατηγός. Αυτό είναι το καλύτερο μνημόσυνο του σκοτωμένου.
(Βαγγέλη Μιλλεούνη, Ιστορικά Ανέκδοτα, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 273-274)

Η Εκκλησία είναι καθολική σε κάθε ένα από τα μέλη της, διότι ένα καθολικό όλο δεν μπορεί να οικοδομηθή ή να συντεθή αλλοιώτικα παρά μέσω της καθολικότητας των μελών του. Κανένα πλήθος, καμμιά μάζα, κάθε μέλος της οποίας είναι αδιαπέραστο και απομονωμένο, δεν μπορεί να γίνη αδελφότης. Η ένωσις μπορεί να γίνη δυνατή, μόνο με την αμοιβαία αδελφική αγάπη του κάθε αδελφού χωριστά.

Η γνωστή εικόνα της Εκκλησίας, που την παριστάνει σαν πύργο που κτίζεται, εκφράζει τη σκέψι αυτή πολύ ζωντανά (Πρβλ. Ποιμένα του Ερμά). Οι διάφορες πέτρες, με τις οποίες χτίζεται ο Πύργος αυτός, εικονίζουν τους πιστούς· είναι οι «ζώντες λίθοι». Καθώς προχωράει το χτίσιμο, τους βάζουν τον ένα πάνω στον άλλο κι αυτοί στέκονται περίφημα, γιατί είναι λείοι και εφαρμόζουν καλά ο ένας πάνω στον άλλο. Ενώνονται μάλιστα τόσο σφιχτά μεταξύ τους, που οι ακμές τους δεν φαίνονται πια και ο πύργος φαντάζει σαν να είναι φτιαγμένος από μια πέτρα.

Σύμβολο ωραίο ενότητος και ολότητος η εικόνα· αλλά προσέξτε, μόνο πέτρες λείες και τετράγωνες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για το χτίσιμο αυτό. Υπήρχαν κι άλλοι, μάλιστα λαμπροί λίθοι, μόνο που ήσαν στρογγυλοί και έτσι δεν ωφελούσαν καθόλου στο χτίσιμο, ήσαν ακατάλληλοι για τη δουλειά αυτή. Δεν εφάρμοζαν ο ένας πάνω στον άλλο (μη αρμόζοντες) και για τούτο έπρεπε ν’ αποτεθούν κάπου κοντά στους τοίχους. Στο συμβολισμό των αρχαίων «στρογγυλότης» εσήμαινε αυτάρκεια, απομόνωσι, αυτοϊκανοποίησι. Και είναι ακριβώς η αυτάρκεια αυτή, που εμποδίζει την είσοδό μας στην Εκκλησία. Ο λίθος πρέπει κατ’ αρχήν να είναι λείος, ώστε να μπορή να εφαρμόση μέσα στον τοίχο της Εκκλησίας.

Πρέπει ν’ απαρνηθούμε τους εαυτούς μας, για να κατασταθούμε ικανοί να εισέλθουμε στην καθολικότητα της Εκκλησίας, πρέπει, μ’ ένα καθολικό πνεύμα, να κυριαρχήσουμε πάνω στον αυτοερωτισμό μας. Και στην πληρότητα της κοινωνίας της Εκκλησίας, η καθολική μεταμόρφωσις της προσωπικότητος τελειούται και συντελείται πλήρως.
    Αλλ’ η άρνησις του ιδίου μας του εαυτού δεν σημαίνει ότι η προσωπικότης πρέπει να σβησθή, να εξοντωθή, να διαλυθή μέσα στη μάζα. Η καθολικότης δεν είναι συλλογικότης. Αντίθετα, η αυταπάρνησις πλαταίνει το εύρος της προσωπικότητός μας· περικλείουμε τους πολλούς μέσα στο δικό μας εγώ. Εδώ κείται η ομοιότης με τη Θεία ενότητα της Αγίας Τριάδος.

(π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Αρτος ζωής, σελ. 196-197)

Ήταν δυστυχισμένη η Μαρία και άτυχη. Ο άντρας της, ο Μιχάλης, είχε γίνει ανυπόφορος πια μ’ αυτό το μεθύσι. Δεν περνούσε βραδιά που να μη γυρίσει στο σπίτι αμέθυστος. Η ταλαίπωρη η γυναίκα του τον παρακαλούσε να τους λυπηθεί και να πάψει να μεθά.
Τα παιδιά τους, τρία αγόρια και μια κορούδα, δεν τολμούσαν τα δύστυχα να παρουσιαστούν μπροστά του. Άμα τα έβλεπε, γινόταν θηρίο...
Ήταν δειλινό του Μ. Σαββάτου. Η Μαρία αγωνιζόταν να συμμαζέψει το σπίτι, να τακτοποιήσει τα παιδιά, να ετοιμάσει το φαγητό, ώστε όταν έρθουν από την Εκκλησία, να βρουν κάτι για να πάρουν και να νιώσουν τη χαρά της Ανάστασης.
Θα ήταν 6 η ώρα όταν ήρθε απ’ έξω ο Μιχάλης, πάλι μεθυσμένος. Άναψε το αίμα της Μαρίας. Δεν θα μπορούσε η ταλαίπωρη να νιώσει και αυτή χαρά μια μέρα;
Ο Μιχάλης ήταν χάλια. Βρομιάρης, λερωμένος, απαίσιος. Αφού έβρισε και απείλησε όλους, έπεσε στο κρεβάτι σαν πεθαμένος από το μεθύσι. Η Μαρία δεν μπόρεσε να κυριαρχήσει στον εαυτό της. Την κατέλαβε μια οργή ασυγκράτητη. Το βλέμμα της θόλωσε. Η σκέψη της παρέλυσε. Και πήρε στην κατάσταση αυτή μια τρομερή απόφαση.
Πήγε στην κουζίνα, κατέβασε το μπουκάλι με τη βενζίνη και πήγε στο κρεβάτι του συζύγου της. Έχυσε όλη τη βενζίνη πάνω στα ρούχα του και ήταν έτοιμη να ανάψει ένα σπίρτο και να τον… κάψει!!!
Ξαφνικά άκουσε μια φωνή από το δρόμο. Κάποιος έλεγε σε άλλον: «Καλή Ανάσταση! Χρόνια πολλά!...».
Τινάχτηκε η Μαρία. Θυμήθηκε ότι ήταν Πάσχα τη βραδιά εκείνη. Ο Χριστός νικητής του πόνου και του θανάτου. Ρίγησε… Τα μάτια της έσταζαν δάκρυα… «Θεέ μου, συγχώρεσέ με… Τι πήγα να κάνω!...».
Πήρε αμέσως καινούρια ρούχα και τα άλλαξε με εκείνα, που ήταν ποτισμένα με τη βενζίνη. Ο Μιχάλης δεν κατάλαβε τίποτε… Πέρασαν 5 ώρες… Να, χτυπούν οι καμπάνες… Ξυπνά όλος ο κόσμος για να πάει στην Εκκλησία…
Άνοιξε τα μάτια και ο Μιχάλης… Σηκώθηκε…
-Μαρία, θα πάμε στην Εκκλησία, είπε… Νιώθω ότι πρέπει να ζητήσω την προστασία του Θεού και το έλεος… Είναι καιρός πια να γίνω άνθρωπος…
Η Μαρία άρχισε να κλαίει. Σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό και είπε με λυγμούς: «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ».

(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

Προσηλώνομαι στην εικόνα Σου Κύριε και σιωπώ...

Το φως των οφθαλμών Σου, το φως της αγάπης Σου με διαπερνά και μου μιλά ικετευτικά...
Σου ζητώ..: "Κύριε, να γινόταν να με αγγίξεις, να μπορούσα ν’ αγγίξω την άκρη του χιτώνα Σου ώστε να νιώσω την απόλυτη αγάπη..."
Μου απαντάς: "Μα όλο το ταξίδι εδώ είναι μια διαδρομή αγάπης... ¨Ένα μονοπάτι στο οποίο μαζεύεις, γεμίζεις αγάπη μέχρι να φτάσεις τελικά στην απόλυτη αγάπη.. στην δική Μου αγάπη.."
    Όταν έχεις αγάπη, όταν καίγεται η καρδιά σου από την αγάπη Του, τότε απλά τα έχεις όλα.. Δεν φοβάσαι τίποτα.. Έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Κυρίου και βαδίζεις το μονοπάτι σου με χαρά, με ελπίδα, με δύναμη, με αισιοδοξία και σιγουριά ότι καθετί που σου συμβαίνει είναι για κάποιο λόγο.

Για κάποιο λόγο που εσύ τώρα ίσως δεν μπορείς να δεις και τον οποίο θα καταλάβεις στη συνέχεια της διαδρομής...

Όμως δεν ανησυχείς... Ακόμα και στις δυσκολότερες στιγμές σου, δεν απελπίζεσαι, δεν συντρίβεσαι γιατί  μέσα σου καίει η φλόγα της αγάπης Του...
Έχεις παραδοθεί και παραδίνεσαι κάθε στιγμή στο θέλημά Του...
Η αγάπη Του, σου επιτρέπει, σου χαρίζει να ζεις τη ζωή σου με ΕΙΡΗΝΗ και ΜΕΤΑΝΟΙΑ...

Σκέψου… Αν ζεις έτσι, είναι δυνατόν να σου λείπει κάτι...;

...κατοπιν προσευχης... Δ.Α.Π.

«Το 1140 ο βασιλιάς Conrad της Γερμανίας αποφάσισε να εισβάλη σε μια μικρή πόλι της Βαυαρίας, το Weinsberg. Ο ηγεμόνας της πόλεως, ο Welf της Βαυαρίας, συγκέντρωσε τους άντρες του και στην αρχή κατάφερε να αποκρούση τις επιθέσεις του βασιλιά. Τελικά, όμως, το Weinsberg έπεσε στα χέρια του βασιλιά Conrad, που στο μεταξύ είχε γίνει έξαλλος από οργή. “Θα πληρώσετε για την αυθάδειά σας!”, βροντοφώναξε στους κατοίκους. “Όλες οι γυναίκες θα εγκαταλείψουν την πόλι και όλοι οι άντρες θα κρεμασθούν!”.
Ήταν μια τρομερή τιμωρία. Πολλές γυναίκες αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλι τους. Άλλες εκλιπαρούσαν τον οίκτο του βασιλιά. Αλλά ο βασιλιάς Conrad δεν είχε καμμία διάθεσι για συμβιβασμούς. Διέταξε τις γυναίκες να φύγουν απ’ το Weinsberg το επόμενο πρωΐ και να πάρουν μαζί τους μόνο ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν στις πλάτες τους.
Οι γυναίκες του Weinsberg πέρασαν εκείνη τη νύκτα μαζεύοντας τα πράγματά τους. Ξαφνικά μια γυναίκα είχε μια ιδέα. Αφού ο βασιλιάς είπε να πάρουμε μαζί μας ό,τι μπορούμε να κουβαλήσουμε στην πλάτη μας, εγώ θα κουβαλήσω τον άνδρα μου. Για μένα, αυτός είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο”.
Το επόμενο πρωΐ, οι φρουροί του βασιλιά στην πύλη της πόλεως αντίκρισαν ένα παράξενο θέαμα. Οι γυναίκες του Weinsberg έκαναν ουρά για να φύγουν, η καθεμιά με τον άνδρα στην πλάτη της. Αμέσως ειδοποίησαν το βασιλιά Conrad. Μια ματιά ήταν αρκετή, για να καταλάβη ο Conrad ότι είχε χάσει. “Ένας βασιλιάς δεν μπορεί να πάρη πίσω το λόγο του”, είπε. ”Αυτές οι γενναίες γυναίκες είναι αφοσιωμένες στους άνδρες τους και αυτοί οι άνδρες είναι τυχεροί που έχουν τέτοιες συζύγους”. Μετά συγχώρεσε και τις γυναίκες και τους άνδρες τους. “Μπορείτε να μείνετε στο Weinsberg”, τους είπε, “και να ζήσετε ειρηνικά όλοι μαζί”»(AD, 28).

(Αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 39-40)

‹‹Υπάρχει μια παλαιά γιαπωνέζικη ιστορία, για ένα γεγονός το οποίο συνέβη με ένα παλιρροιακό κύμα πριν από πολλά χρόνια. Ένας γέροντας ζούσε πάνω στην κορυφή ενός λόφου κοντά στον απέραντο ωκεανό. Ένα βράδυ παρατήρησε ένα πανύψηλο τείχος νερού, βαθιά μέσα στη θάλασσα, που ερχόταν γρήγορα προς την ακτή.

Αμέσως η σκέψη του πήγε στους χωρικούς που βρίσκονταν αμέριμνοι κάτω στις καλύβες τους, στους πρόποδες του λόφου. Αν δεν μπορούσε να τους ειδοποιήσει σίγουρα θα χάνονταν – και δεν του απέμεινε καιρός να κατεβεί κάτω και να τους πει για τον κίνδυνο. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη. η ασθενική φωνή του δεν μπορούσε να τους φθάσει.

Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό τότε, έβαλε φωτιά στο σπίτι του, δηλαδή σε όλη την περιουσία του σε αυτό τον κόσμο, γνωρίζοντας πως όλοι θα έτρεχαν να σβήσουν τη φωτιά! Και πράγματι! Έτρεξαν όλοι και έτσι γλύτωσαν από εκείνο το ολέθριο τείχος του νερού που θα τους σκέπαζε. Ο γέρος αυτός "δεν ήρεσεν εις ευατόν (=δεν έγινε αρεστός στον εαυτό του[Ρωμαίους 15,3])" αλλά έκανε το καθήκον του προς τους άλλους.›› (Σ2. 98)
(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 184-5)

Σελίδα 1 από 16