“Απόστολοι εκ περάτων”.
Κι όταν όλα αυτά είχαν τελειώσει, ένας βροντερός ήχος συγκλόνισε το σπίτι της Παναγίας. Άρχισαν να καταφθάνουν οι Άγιοι Απόστολοι από τα πέρατα της γης, όπου ο καθένας τους βρισκόταν και κήρυττε το Ευαγγέλιο του Χριστού. Σύννεφα, σαν υπερπόντια αεροπλάνα, μετέφεραν θαυματουργικά τους Αποστόλους, τον ένα μετά τον άλλον στο φτωχό σπιτάκι της Παναγίας. Έτσι εκπληρώθηκε ο προφητικός λόγος: “Ιδού η κλίνη του Σολωμών, εξήκοντα δυνατοί κύκλω αυτής από δυνατών Ισραήλ” (Άσμα Α.γ' 7).

Ανάμεσα τους ήταν και “Διονύσιος ο Αεροπαγίτης συν τω Ιεροθέω και Τιμοθέω τω θείω”. Η Θεοτόκος εξηγησε στους έκπληκτους Αποστόλους τον λόγο, για τον οποίο τόσο ξαφνικά τους συγκέντρωσε η χάρις του αγίου Πνεύματος και με μητρική στοργή παρηγόρησε την μεγάλη θλίψι τους.
Εν τω μεταξύ έφθασε και ο απόστολος Παύλος, το σκεύος της εκλογής του Χριστού. Τότε, εκείνος αφού έπεσε στα πόδια της Θεομήτορος και την προσκύνησε, άνοιξε το χρυσό στόμα του και άρχισε να εγκωμιάζη τη Θεοτόκο, λέγοντας περίπου τα εξής: “Χαίρε Μητέρα της ζωής και υπόθεσις του κηρύγματός μου. Αν και δεν είδα τον Χριστό, τώρα που βλέπω Εσένα, θεωρώ ότι είδα εκείνον”!
Ύστερ' απ' αυτά, υψώνοντας τα δυό της άχραντα χέρια στον Ουρανό (πρβλ. Τα περί  “Δεομένης” σημειώματα), προσευχήθηκε για την ειρήνη του κόσμου και ευλόγησε τους Αποστόλους. Έπειτα ξάπλωσε στο κρεββάτι και αφού τακτοποίησε το σχήμα του σώματός της όπως αυτή ήθελε παρέδωσε την παναγία ψυχή της στα χέρια του Υιού και Θεού της.
Η θαυμαστή παράστασις των Αποστόλων στις τελευταίες στιγμές της Θεοτόκου υποδηλώνει το θέλημα του Θεού να μή παραμένη ο άνθρωπος μόνος του στις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Το θέλημα αυτό του Θεού καλούνται να εκπληρώνουν ιδιαίτερα οι συγγενείς και οι φίλοι. Ο χριστιανός που έζησε μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, πρέπει και να τελειώνη τη ζωή του μέσα στη σύναξι της Εκκλησίας.

Η χριστιανική Κηδεία δεν είναι κοινωνικό και κοσμικό “χρέος”. Είναι έκφρασις της εκκλησιαστικής συνειδήεως, ότι ο χριστιανός δεν είναι ποτέ μόνος. Ο χριστιανός φεύγει από τον κόσμο αυτό, πλαισιωμένος από τη Στρατευομένη Εκκλησία, ενώ στην αντίπερα όχθη τον υποδέχεται η Θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Αν η έξοδος ενός απλού μέλους της Εκκλησίας από τον κόσμο τούτο είναι εκκλησιαστικό γεγονός, η Έξοδος της Πρώτης μέσα στην Εκκλησία, της Θεοτόκου, ήταν κατ΄εξοχήν εκκλησιαστικό γεγονός. Απήχησις της αλήθειας αυτής είναι ο πάνδημος εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. (15 Αυγούστου). Η γιορτή αυτή στην Ορθοδοξία αποτελεί ένα δεύτερο Πάσχα. Είναι το Πάσχα του καλοκαιριού!

Με τον τρόπο αυτό, η Εκκλησία εκδηλώνει την πίστι και την ελπίδα της, ότι, όπως το πρώτο κατ' εξοχήν μέλος της, η Παναγία “πέρασε” (πάσχα στα εβραϊκά σημαίνει “πέρασμα”) στη ζωή και τη χαρά της Θριαμβευούσης Εκκλησίας, έτσι και το κάθε πιστό και αγωνιζόμενο μέλος της: Θα “περάση” στο φώς και τη χαρά του Ουρανού, ακολουθώντας το δρόμο που άνοιξε ο Αναστημένος Χριστός και η Παναγία Μητέρα Του.
Απόστολοι εκ περάτων,
συναθροισθέντες ενθάδε,
Γεθσημανή τω χωρίω,
κηδεύσατέ μου το σώμα.
Και συ Υιέ και Θέε μου
παράλαβέ μου το πνεύμα.
(Εξαποστειλάριον 15ης Αυγούστου)


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 259-260)

«Με λεπτότητα και αγάπη»
Ένα πράγμα θα ήθελα να σου ζητήσω: να είσαι πιο προσεκτική και πιο αυστηρή με τον εαυτό σου.

Για την εκτέλεση όλων των κανόνων μη θλίβεσαι. Τους έκανες; Δόξα τω Θεώ! Δεν τους έκανες; Συγγνώμη, Κύριε! Να τα κανονίζεις όλα όχι μόνο σύμφωνα με τις απαιτήσεις, αλλά και με το πώς αισθάνεσαι τον εαυτό σου, σωματικά και πνευματικά...
Μας σώζει ο Σωτήρας μας κι όχι οι δικοί μας αγώνες και κόποι. Εμείς ας παραδώσουμε στον Κύριο την καρδούλα μας κι Εκείνος θα τη γεμίσει με τόση αγάπη, που θα αρχίσουν να ζουν φωτεινά μέσα της όλοι!...
Για θυμήσου πώς άρχισες να μαθαίνεις γράμματα στο σχολείο... Αυτή τη μέθοδο εκμάθησης εφάρμοσε και στην πνευματική ζωή. Μη βιάζεσαι, μη βασανίζεις και μη συντρίβεις τον εαυτό σου, ούτε την οικογένειά σου.

Να ενεργείς πάντα με περίσκεψη σε κάθε περίσταση της ζωής. Επίσης μην ξεχνάς να λες: "Κύριε, βοήθει μοι! Κύριε, συνέτισόν με!"

Ορίστε, έτσι θα μαθαίνεις. Το πρωταρχικό σε τούτη την επιστήμη είναι να μάθεις να κυριαρχείς και να κυβερνάς όχι τους άλλους, αλλά τον εαυτό σου.
Ο Θεός είναι αγάπη και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει. Ορίστε όλη η επιστήμη!

Μάθε να αγαπάς τους άλλους, μάθε να συμπονάς τους άλλους κι η χαρά θα εγκατασταθεί στον νου και την καρδιά σου.
Η ευλογία του Θεού μαζί σου.


(Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Κρεστιάνκιν, Από το βιβλίο Με λεπτότητα και αγάπη, εκδόσεις «Εν Πλω»)

Ένιωσε την ανάγκη να προσπέσει και να φιλήσει όχι τα πόδια, αλλά τα παππούτσια της γερόντισσας που καθόταν απέναντί του στο εξομολογητάρι. Συγκρατήθηκε όμως. Όχι γιατί είχε ο ίδιος κάνενα πρόβλημα – θεώρησε ότι μια τέτοια κίνηση θα εξύψωνε τον ίδιο -, αλλά γιατί η γερασμένη γυναίκα θα στεναχωριόταν και θα αντιδρούσε.
«Κύριε, τί ψυχές έχεις στον κόσμο τούτο τον απατεώνα; Τί διαμάντι είναι αυτή η γυναίκα; Πώς μπορεί και κρύβεται τέτοια αγιότητα μέσα σ’ ένα τέτοιο ραγισμένο και ετοιμόρροπο σώμα, κυρτωμένο από τα χρόνια, χαμένο μάλιστα μέσα σ’ ένα δρομάκι μιας μικρής συνοικίας;»
Η γερόντισσα ίσα που είχε μπορέσει να σύρει τα πόδια της στο ναό, υποβασταζόμενη μάλιστα από μια μεσήλικη γνωστή της κυρία.
«Πάτερ», είπε η κυρία φέρνοντας την. «επέμενε πάρα πολύ η γιαγιά για να έλθει. Δεν έχει κανέναν στον κόσμο, μάλλον έχει συγγενείς, αλλά μένουν λίγο μακριά, οπότε μένει μόνη. Έτσι την εξυπηρετώ λιγάκι εγώ, όταν μπορέσω.
Καιρό με πιλάτευε να την φέρω, γιατί νιώθει, λέει, πολύ αμαρτωλή που έχει τόσο καιρό να πάρει ευχή από τον παππά, και φοβάται μήπως φύγει ξαφνικά από τη ζωή και βρεθεί στην κόλαση».
Η γερόντισσα είχε καθίσει με το ζόρι στη θέση που της υπέδειξε ο ιερέας. Βαριανάσαινε μάλιστα. Όταν άνοιξε το στόμα της «να μολογήσει τα κρίματα της», όπως χαρακτηριστικά είπε, ένας πόνος και μια οδύνη φάνηκαν να βαθαίνουν τις ρυτίδες του προσώπου της. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα βαθουλομένα μάτια της.
«Πάτερ», είπε, και φάνηκε να γέρνει περισσότερο το ήδη κυρτωμένο σώμα της. «Πάτερ, είμαι πολύ αμαρτωλή. Βρωμίζω και τον αέρα που αναπνέω. Απορώ πώς με κρατάει ακόμα ο Θεός που μολύνω έτσι τη γη που κατασκέυασε. Πρέπει να ντρέπονται για μένα οι άγιοι και οι άγγελοι, και μάλλον πρέπει να γελά μαζί μου ακόμη κι αυτός ο τρισκατάρατος, ο εξαποδώ…»
Ο παππάς δεν μίλησε. Κάτι άρχισε να υποψιάζεται για το πνευματικό ύψος της γιαγιάς, γιατί τα λόγια της του θύμισαν αυτά που λέγανε για τον εαυτό τους πάντοτε οι άγιοι της Εκκλησίας, τα ίδια σχεδόν που είχε ακούσει από το στόμα του οσίου γέροντα Ιάκωβου Τσαλίκη, παρόμοια που υμνολογούν οι λατρευτικές ακολουθίες, ιδίως στον υπέρ μέλι σταλαγμό του βιβλίου της Παρακλητικής. Στ΄αυτιά και στο στόμα του συχνά ερχόταν το κατανυκτικό τροπάριο από τον βαρύ ήχο, που ήταν σαν να το έψελνε η γερόντισσα με τον δικό της τρόπο: «Γέγονα των δαιμόνων μεν γέλως, των ανθρώπων δε όνειδος, των Δικαίων θρήνος, των Αγγέλων πένθος, μολυσμός αέρος, και γης και υδάτων. σώμα γαρ εμίανα, ψυχήν και νουν εσπίλωσα, παραλόγοις πράξεσι, Θεώ εχθρός πέφυκα. οίμοι Κύριε, ήμαρτόν σοι, ήμαρτον συγχώρησον».
«Τί σε βαραίνει γιαγιά;» είπε ο παππάς που καταλάβαινε πια ότι είχε χωθεί σ’ έναν μυστικό ανελκυστήρα – την καρδιά της πιστής αυτής γυναίκας – κι ανέβαινε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ίσα στα κράσπεδα της Τριαδικής Θεότητας.
«Πάτερ μου, είμαι καταδικασμένη, γιατί δεν αγαπώ όπως πρέπει τον Θεό και τον συνάνθρωπό μου. Έχω πάντοτε στον νου και στην καρδιά μου αυτό που από μικρή με έμαθε ο άγιος παπάς του χωριού μου, τον λόγο του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου με όλη την ψυχή και την καρδία σου και τον πλησίον σαν τον εαυτό σου». Πάτερ μου, βλέπω πόσο λειψή είμαι στην αγάπη αυτήν. Οι λογισμοί μου πολλές φορές βρίσκονται σε άλλα πράγματα παρά στην αγάπη του Θεού. Με παρασύρει το στομάχι μου, γιατί πρέπει κάτι να τσιμπήσω για να στέκομαι, όταν κρυώνω φοβάμαι μη και πουντιάσω, οπότε θα γίνω βάρος στην καλή γυναίκα που με έφερε, τρέμω μη και πέσω και σύρω γύρω μου έτσι κι άλλους ανθρώπους…
Κάνω βέβαια λίγα απ’ αυτά που λέει η εκκλησία, αλλά στο σπίτι, όχι στο ναό. Διαβάζω, όσο μπορούν ακόμη τα μάτια μου και καταλαβαίνει το μυαλό μου, λίγο μεσονυκτικό, τον όρθρο, τον εσπερινό και το απόδειπνο. Λέω κάποιες παρακλήσεις στη γλυκιά Παναγία μας κι έχω μάθει από μικρή και τους Χαιρετισμούς. Λέω και το «Κύριε ελέησον», πριν φυράνει το μυαλό μου. Μα, νιώθω πώς δεν φτάνουν αυτά. Σας είπα και πριν πώς με κλέβουν κάποιοι λογισμοί. Οπότε βρίσκομαι μακριά από την αγάπη του Θεού. Κι όσο σκέφτομαι τις ελλείψεις μου, όσο καταλαβαίνω πώς είμαι σαν πτώμα από πλευράς πνευματικής, τόσο μου έρχονται δάκρυα. Κλαίω, πατέρα μου, τον εαυτό μου, κλαίω, κλαίω χωρίς σταματημό…
Πώς λοιπόν να μην είμαι μια βρώμα πάνω στη γη; Χώμα και στάχτη, πάτερ μου. Γι’ αυτό θέλω να μου διαβάσεις μια ευχή, να κοινωνώ άξια, να μη χάσω το έλεος του Θεού, να μη βρεθώ στην κόλαση…»
Τα δάκρυα έτρεχαν βροχή από τα μάτια της γερόντισσας. Μα δεν τα καλόβλεπε κι ο παπάς, γιατί τα δικά του δεν πήγαιναν πίσω.
Ο παπάς άρχισε να νιώθει μια ψυχική ευφορία. Σαν να του μύρισε ευωδιαστό λιβάνι, μα δεν ήταν απ’ αυτό που είχε κάψει στην πρωϊνή λειτουργία.
«Γιαγιά», είπε τρεμουλιαστά, «γιαγιά, σε παρακαλώ να με μνημονεύεις στις προσευχές σου. Συνέχισε, γιαγιά, να κάνεις ό,τι κάνεις και το έλεος του Θεού δεν θα σ’ αφήσει».
Σηκώθηκε. Άρπαξε το ρυτιδιασμένο χέρι της γερόντισσας και το φίλησε πολλές φορές, μουσκεύοντάς το με τα δάκρυά του.
Στο τέλος, λύγισε. Γονάτισε μπροστά της και τότε είδε τη χάρη και το θαύμα που του ‘δωσε ο Χριστός. Όταν σήκωσε τα μάτια του, η γερόντισσα ήταν μέσα σ’ ένα εξαίσιο φως και δίπλα της να την αγκαλιάζει η ίδια η Κυρά η Παναγιά…


(«π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 37-42»)

 

Τα γηρατειά.
Ο Γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ γράφει σε ένα ποίημά του: “Ο γέρος που βαθμιαία επιστρέφει στην αρχέγονη πηγή της ζωής εγκαταλείπει τον προσωρινό χρόνο και βαδίζει προς την αιωνιότητα. Ίσως στα μάτια των νέων να λάμπει η φωτιά, όμως στα μάτια των ηλικιωμένων λάμπει το φως”.

Κι αυτό δεν συμβαίνει μηχανικά, δεν είναι κάτι που συμβαίνει οπωσδήποτε, ή όποιος κι αν είσαι. Είναι κάτι που μπορεί να καλλιεργηθεί, να καλλιεργηθεί μέσα από μια δημιουργική προσέγγιση προς αυτό που συμβαίνει.
Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ηλικιωμένος είναι, βέβαια, η μείωση της φυσικής δύναμης. Αλλά αυτό αντιμετωπίζεται -υπό τον όρο ότι το ηλικιωμένο άτομο δεν απορρίπτεται, δεν παραγκωνίζεται, δεν στέλνεται στο γηροκομείο επειδή δεν χωρά στην οικογένεια των νεότερων. Μια τέτοια προσέγγιση είναι πολύ τραγική. Από τη μια, στερεί το ηλικιωμενό άτομο από τη φυσική ζεστασιά, την αγάπη, τη συνεργασία, τις πραγματικές ανησυχίες που θα μπορούσε να έχει, αλλά και από τη δυνατότητα να μοιραστεί τη σοφία που απέκτησε κατά τη μακρά διάρκεια της ζωής του. Από την άλλη, στερεί και τους νεότερους από μια χρήσιμη εμπειρία που θα μπορούσε να τους έδινε η παρουσία του ηλικιωμένου. ...

Υπάρχει κι άλλη μια πλευρά σ' αυτό το πρόβλημα. Πολύ συχνά οι ηλικιωμένοι εξαρτώνται από τους άλλους και αισθάνονται μειωμένοι. Αυτό τους πονά και τους καταθλίβει:

“Εγώ δεν εξαρτιόμουν από κανέναν, έκανα τα πάντα μόνος και τώρα εξαρτιέμαι όλο και περισσότερο από τους άλλους. Χρειάζομαι βοήθεια, στήριξη, προστασία. Τι φρίκη!”.

Όχι, δεν είναι φρίκη! Έχεις προσφέρει στους άλλους, ίσως αυτό που επιθυμούσαν όλη τους τη ζωή. Τους έδωσες αγάπη και τώρα, όσο λιγότερες δυνάμεις έχεις, όσο πιο ανυπεράσπιστος είσαι, τόσο περισσότερο μπορείς να προσφέρεις σ' αυτούς που σε αγαπούν την ευκαιρία να εκφράσουν την αγάπη τους.

Και πρέπει να μάθεις να δέχεσαι αυτή την αγάπη όχι με δυσαρέσκεια, όχι όπως ο επαίτης δέχεται το χέρι βοηθείας ευχόμενος να μην είχε την ανάγκη. Όχι! Αλλά να τη δέχεσαι ως δώρο, ως δώρο αγάπης που σε ενώνει με αυτούς που σου την προσφέρουν!

Κι αν μάθεις να δέχεσαι αυτό το δώρο της αγάπης και του ενδιαφέροντος με ευγνωμοσύνη, με ανοιχτή καρδιά, ανοιχτή αγκαλιά, τότε οι άλλοι θα νιώσουν την ανταμοιβή για την προσφορά τους.

Μπορείς να γίνεις η αιτία να ξανοιχτεί ο άλλος, να καταλάβει τί σημαίνει αγάπη, τι σημαίνει να ξεχνά τον εαυτό του, να κοιτά τον άλλον και να βλέπει όπως είναι, να του δίνει αυτό που χρειάζεται, κυρίως αγάπη, ενδιαφέρον, τρυφερότητα, κατανόηση και -όταν χρειάζεται- βοήθεια στο φυσικό επίπεδο. Να καταλάβει ότι η αποδοχή της βοήθειας δεν είναι υποτίμηση, αλλά δώρο αγάπης, μπορεί να έχει ιερή ποιότητα.


(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 110-112)

Ο θάνατος εντέλει είναι τόσο τρομακτικός όταν βρισκόμαστε μπροστά του; Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο στο σπίτι, ύστερα από μακρά ασθένεια. Χειρουργήθηκε δίχως επιτυχία, όπως μου είπε ο χειρούργος, προσθέτοντας:

“Όμως, βέβαια, δεν θα της το πεις”.

Απάντησα: “Και βέβαια θα της το πω”.

“Τότε”, απάντησε ο γιατρός, “δεν θα είμαι πλεόν ο γιατρός της, ή ο χειρουργός της, γιατί θα απελπιστεί και θα καταρρεύσει”.

Πήγα να δω τη μητέρα μου και της το είπα.

Μου είπε: “Θα πεθάνω, λοιπόν”. Της απάντησα:

“Ναι”.

Και τότε σιωπήσαμε για πολλη ώρα. Πολλή ώρα, όχι γιατί ήταν μεγάλης διάρκειας, αλλά γιατί η σιωπή ήταν τόσο βαθιά, μέχρι τα βάθη της ψυχής μας. Όταν συνήλθαμε είχαμε αποκτήσει μια νέα εμπειρία. Είχαμε ανακαλύψει ένα πράγμα, ότι τώρα δεν υπήρχαν μυστικά ανάμεσα μας, δεν υπήρχε μεταξύ μας αυτό που τόσο συχνά υπάρχει ανάμεσα σ' αυτούς που αργοπεθαίνουν και στον περίγυρό τους, στην οικογένειά τους, στους γιατρούς, στις νοσοκόμες ή στους φίλους τους: Το ψέμα, ένα ψέμα που συντηρείται και από τους δύο, αφ' ενός από τους θνήσκοντες που καταλαβαίνουν την παρουσία του θανάτου αλλά χαμογελούν και φέρονται σαν να έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους, και αφ' ετέρου από τον περίγυρο τους που συντηρεί αυτό το ψέμα.

Δεν υπήρχε ψέμα όμως ανάμεσα σ' εμένα και στη μητέρα μου, κι επειδή δεν υπήρχε ψέμα, είχαμε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε την κάθε στιγμή της ζωής σε όλη της την ένταση, γιατί ίσως η στιγμή αυτή να ήταν και η τελευταία. Κι επειδή μπορούσε να είναι η τελευταία, θα έπρεπε να είναι τέλεια. Η κάθε λέξη θα μπορούσε να είναι η τελευταία, έπρεπε λοιπόν να ενσωματώνει όλη την αγάπη, όλη τη σχέση, όλα όσα είχαμε μεταξύ μας. Κάθε χειρονομία, και η πιο απλή, θα μπορούσε να εκφράζει είτε αδιαφορία και απροσεξία, είτε αγάπη, ενδιαφέρον και όλα όσα μας ένωναν.

Ανακαλύψαμε ότι η ετοιμασία ένος ωραίου δίσκου με τσάι μπορούσε να εκφράζει αγάπη, μπορούσε να εκφράζει το σύνολο των σαράντα χρόνων που ζήσαμε μαζί. Ανακαλύψαμε ότι και το πιο μηδαμινό μπορούσε να αποτελέσει έκφραση αγάπης, έκφραση μιας απόλυτα μοναδικής σχέσης.
Νομίζω πως κι αυτό είναι στοιχείο της ποιότητας της ζωής.

Αν δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον θάνατο ανοιχτά, με θάρρος, αν δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον θάνατό μας ή τον θάνατο κάποιου άλλου μαζί, όχι χωριστά – γιατί χωριστά είναι αδύαντον να αντιμετωπιστεί ο θάνατος- αλλά μαζί, τότε η ζωή δεν θα έχει αυτή την απόλυτη ποιότητα που ενδυναμώνει ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στις φυλακές ή στον πόλεμο ή όπου αλλού, που ενδυναμώνει ανθρώπους με ανίατες ασθένειες, να ορθώσουν το παράστημά τους και να πουν:

“Ζω και θα νικήσω”.


“Pallative medicine – Quality of life”
25.6.1990
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 100-102)

Τώρα, υπάρχει ένα άλλο στοιχείο σχετικά με την ποιότητα της ζωής που θεωρώ σημαντικό. Είναι ο “σκοπός”. Αυτό που προηγουμένως περιέγραψα είτε με δυο λέξεις για τον εαυτό μου είτε για τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν ξεκάθαρο: Ο σκοπός, εκείνη τη δεδομένη στιγμή, ήταν η επιβίωση. Η ποιότητα της ζωής βελτιωνόταν ή χειροτέρευε ανάλογα με το τι καθιστούσε την επιβίωση δυνατή ή αδύνατη, τι στήριζε ή εμπόδιζε την επιβίωση. Και μπορεί αυτό να αφορούσε πολύ μικρά πράγματα, π.χ., το να μπορέσεις να κρυφτείς όταν σε κυνηγά η Γκεστάπο, το να μπορέσεις να βρεις λίγη τροφή, κάτι το ελάχιστο, που για σένα όμως θα ήταν πολύ σημαντικό.
Να δώσω κι άλλο παράδειγμα: Στον πόλεμο ήμουν χειρούργος σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο στο Μέτωπο. Μια μέρα μας έφεραν ένα Γερμανό χτυπημένο στο χέρι. Είχε πάθει γάγγραινα και ο δείκτης του δεξιού του χεριού έπρεπε να ακρωτηριαστεί, και αυτό μου υπέδειξε ο αρχιάτρος με μια του κίνηση. Ο τραυματίας τότε κοίταξε γύρω του και είπε στα Γερμανικά: “Είμαι ωρολογοποιός”. Ξέρετε τι σημαίνει για έναν ωρολογοποιό να χάσει τον δείκτη του δεξιού του χεριού; Δεν θα μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμά του, δεν θα μπορούσε να ζήσει ούτε τον εαυτό του ούτε την οικογένειά του. Έτσι, πρότεινα να προσπαθήσω να σώσω το δάχτυλό του. Εργάστηκα τρεις εβδομάδες ενάντια σε κάθε λογική. Ο αρχίατρος μου έλεγε: “Είσαι τρελός. Έχουμε πόλεμο κι εσύ πασχίζεις για βδομάδες τώρα να σώσεις αυτό το δάχτυλο;”.

Όμως εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι είχα δίκιο. Διότι ίσως σήμερα, σε κάποια γερμανική κωμόπολη ή χωριό, υπάρχει ένας άνθρωπος που γύρισε σπίτι του, έθρεψε την οικογένειά του, επέζησε, και θυμάται έναν νεαρό τρελό χειρουργό που έδωσε το χρόνο του για να το καταφέρει. Σ' αυτή την περίπτωση η ποιότητα ζωής δεν ήταν άλλη από αυτό το δάχτυλο. Όσο για μένα, ο λόγος που το έκανα ήταν όχι μόνο για να σώσω ένα δάχτυλο. Δεν επρόκειτο για μια χειρουργική επέμβαση, επρόκειτο για μια ανθρώπινη επέμβαση που ξεπερνούσε αυτό το δάχτυλο και αυτό τον άνθρωπο. Έφτανε ως την οικογένειά του, δημιουργούσε μια νέα κατάσταση, μια νέα σχέση ανάμεσα σε έναν αιχμάλωτο και σ' εκείνον που τον αιχμαλώτισε. Μέσα στον πόλεμο αυτό ήταν μια όαση ανθρωπιάς και αγάπης.
Ένα άλλο στοιχείο της ποιότητας ζωής είναι το “νόημα” και αυτό δεν είναι ακριβώς το ίδιο με τον “σκοπό”. “Νόημα” σημαίνει ότι αποδίδεις σημασία σε αυτό που σου συμβαίνει – ζωή ή θάνατος. Και πάλι θα δώσω ένα-δύο παραδείγματα που θα το εξηγήσουν αυτό καλύτερα από οτιδήποτε θα μπορούσα να πω.  Το πρώτο παράδειγμα είναι μιας Ρωσίδας καλόγριας, της αδελφής Μαρίας, που συνελήφθη από τους Γερμανούς γιατί έσωζε Εβραίους κρύβοντάς τους στο σπίτι της. Κρατήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για μερικά χρόνια, και δυο πράγματα ξεχωρίζουν: το ένα ήταν ότι μοιραζόταν τη μισή από την τροφή της με τους πιο αδύναμους, αυτούς που ήταν κοντά στον θάνατο.

Αυτό ήταν νόημα, δεν ήταν σκοπός, γιατί σκοπός θα ήταν η δική της επιβίωση. Νόημα σημαίνει “δεν έχει σημασία αν ζήσω ή αν πεθάνω, σημασία έχει να ζήσει αυτή η άλλη γυναίκα”. Αργότερα τελείωσε τη ζωή της με τον ίδιο τρόπο. Οι Γερμανοί είχαν ξεχωρίσει μια ομάδα γυναικών για να τις στείλουν στους θαλάμους αερίων. Μια από αυτές, μια νέα 19 ετών, φώναζε και χτυπιόταν, έκλαιγε από τον τρόμο. Η αφελφή Μαρία πήγε κοντά της και της είπε:

“Μη φοβάσαι, η τελευταία λέξη δεν είναι θάνατος, είναι ζωή”. Και το κορίτσι είπε: “Το πιστεύεις αυτό; Μπορείς να μου το αποδείξεις;”.

Τότε η αδελφή απάντησε: “Ναι, μπορώ να σου το αποδείξω. Θα έρθω μαζί σου στο θάλαμο αερίων”.

Και ανάμεσα στις άλλες, πήγε στον θάλαμο αερίων και τελείωσε εκεί, καθιστώντας τον θάνατο της νέας κοπέλας γεγονός ελπίδας και όχι απελπισίας.
Κι άλλο παράδειγμα: Συνάντησα κοντά στη Ρίγα, στη Λετονία, πριν από μερικά χρόνια έναν άνδρα στην ηλικία μου. Είχε περάσει εικοσιπέντε χρόνια της ζωής του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και σε φυλακές. Καθόταν απέναντί μου και με μάτια που έλαμπαν από ευγνωμοσύνη και θαυμασμό μου είπε: “Καταλαβαίνεις πόσο υπέροχα καλός ήταν ο Θεός μαζί μου; Οι σοβιετικές αρχές δεν επέτρεπαν σε ιερείς να βρίσκονται μέσα σε φυλακές ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, κι Αυτός επέλεξε εμένα, έναν άπειρο ιερέα, και με έβαλε πέντε χρόνια φυλακή και εικοσιένα χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για να υπηρετώ αυτούς τους ανθρώπους που με χρειάζονταν περισσότερο από ό,τι οι άλλοι που ήταν απέξω”. Ο Θεός ήταν ελεήμων, καλός, μαζί του. Του είχε δώσει σκοπό, και τούτος ο σκοπός ήταν πλήρης νοήματος γι' αυτόν.
Έτσι, λοιπόν, επιστρέφοντας πάλι σ' αυτό το θέμα της ποιότητας της ζωής, πρέπει να αναλογιστούμε με πολλή ειλικρίνεια τι είναι η ποιότητα της ζωής. Είναι η πολυτέλεια, τα πλούτη, η δυνατότητα να έχουμε όλα όσα ονειρευόμαστε; Ή είναι κάτι απείρως ουσιαστικότερο, είναι δηλαδή η αίσθηση της αξίας της ζωής αυτής καθεαυτήν και η αίσθηση ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε συγκρινόμενος με αυτή τη ζωή;
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 96-100)

«Όταν ζυμώνανε οι αδελφές, είχε πάρα πολύ μεγάλη χαρά να δίνη ως ευλογία ζυμωτό ψωμί.

Κάποτε στον Εσπερινό του Σαββάτου της Τυρινής είχε έρθει μια οικογένεια και η Γερόντισσα Μακρίνα, όταν την κατευόδωνε, είπε σε μια μοναχή να τους δώση ένα καρβέλι ψωμί, καίτοι η υπεύθυνη αδελφή την είχε ενημερώσει ότι ήταν το τελευταίο και δεν υπήρχε χρόνος να ζυμώσουν άλλο, διότι θα άρχιζε η Καθαρά Εβδομάδα.

Η Γερόντισσα είχε πλήρη εμπιστοσύνη ότι η Παναγία θα οικονομούσε το Μοναστήρι Της και έτσι το τελευταίο καρβέλι δόθηκε. Μετά το Απόδειπνο, και ενώ είχε κλείσει η πύλη της Μονής, κάποιος κτυπούσε το κουδούνι επιμόνως.

Ήταν ένας αρτοποιός, γνωστός της Μονής, ο οποίος είχε φέρει ένα αυτοκίνητο φρέσκα ψωμιά. Ήταν τόσο μεγάλη η ποσότητα, ώστε οι αδελφές το έκαναν παξιμάδι και πέρασαν με αυτό όλη τη Μ. Τεσσαρακοστή»(ΛΚ, 59).

(Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, ο Αντίχριστος, Σταμάτα 2016, σελ. 119 όπου και η πηγή)

«Όλο το 1919 η Μονή Αγίου Σεργίου δοκιμάσθηκε. Από στέρησι και πείνα. Δεν είχε ούτε ψωμί.
Στις 16 του Νοεμβρίου 1919 μια γερόντισσα απ’ τα γύρω χωριά, η Νίνα Στεφάνοβνα Αριστόβα, ζήτησε να δη τον ηγούμενο. Ο αρχιμανδρίτης Κρονίδης τη δέχτηκε αμέσως. Κι εκείνη του εξήγησε, ότι έμαθε τη στέρησί τους, και τους έφερε ότι μπορούσε: ψωμί, ζάχαρη, καφέ!
Ταράχθηκε ο π. Κρονίδης βλέποντας τη γνωστή του πτωχή γυναίκα, να γεμίζη ένα τραπέζι πράγματα! Και της είπε:
-  Συγχώρεσέ με, Νίνα Στεφάνοβνα. Δεν μπορώ να τα δεχθώ από σένα. Γιατί ξέρω την πτώχεια σου και τις ανάγκες σου.
Ακούγοντας τα λόγια αυτά η γριούλα πικράθηκε, τόσο βαθειά, που το κατάλαβε ο ηγούμενος· και μετάνοιωσε για τα λόγια, τα οποία της είχε πει και δήλωσε:
-  Μη πικραίνεσαι! Θα τα πάρω!
Κατευχαριστημένη η Νίνα, του απάντησε:
-  Ευχαριστώ, πατέρα μου. Έχω μάθει στη ζωή μου να μη φοβάμαι την ευσπλαχνία. Την ασπλαχνία φοβάμαι. Κι άκουσε γιατί:
Και του διηγήθηκε:
Το 1848 είχαμε πάλι στη Μόσχα πείνα. Και θέριζε η χολέρα. Οι άνθρωποι πέθαιναν σωρηδόν. Και στη Μόσχα. Και στα περίχωρα. Εκείνη, λοιπόν, την εποχή πήγε σ’ ένα πτωχό, τον Ιβάν Ιλαριόνοβιτς Ουκραΐντσεφ, μια πτωχή· και του ζήτησε με λυγμούς λίγο ψωμί. Για τα παιδιά της. Να μην πεθάνουν από πείνα.
Χωρίς, ούτε καν να κάτση να το σκεφθή, ο Ιβάν άρπαξε ένα καρβέλι και της το έδωσε.
Σε λίγο γύρισε η γυναίκα του· και μαθαίνοντας τι είχε γίνει, θύμωσε! Θύμωσε τόσο, που δεν ήξερε, τι και πόσα του έσουρε.
Ο Ιβάν τα υπέμεινε όλα με υπομονή και πραότητα.
Σε λίγες μέρες, όμως, το ψωμί στο σπίτι τους σώθηκε. Και τώρα, τα παιδιά του, με δάκρυα στα μάτια, του ζητούσαν ψωμί. Εκείνος, μη μπορώντας να το αντέξη, βγήκε. Και πήγε κατ’ ευθείαν στην εκκλησία της Παναγίας των Ιβήρων. Κι εκεί, γονατίζοντας μπροστά στην αγία Εικόνα της Παναγίας, την παρακάλεσε θερμά, χύνοντας δάκρυα πολλά, να τον βοηθήση στο πρόβλημά του.
Την ίδια ώρα, ένας άλλος άνθρωπος, ο άρχοντας Βατμπόλσκι έκανε την προσευχή του στο σπίτι του. Ζούσαν και οι δύο στη Μόσχα. Όμως, ούτε ο Ιβάν γνώριζε τον άρχοντα· ούτε εκείνος τον Ιβάν.
Και, ενώ προσευχόταν γονατιστός, ακούει ο Βατμπόλσκι, να βγαίνη απ’ την εικόνα της Παναγίας, την οποία είχε στο δωμάτιό του, μια φωνή:
-  Τρέξε, τώρα αμέσως, στο δούλο μου Ιβάν Ουκραΐντσεφ. Να πας τρόφιμα. Για την οικογένειά του. Γιατί τα παιδιά του πεθαίνουν· από πείνα!
Η Παναγία του έδωσε και τη διεύθυνσι. Κι ο άρχοντας, αφού πρώτα με άνθρωπό του διεπίστωσε ότι το όραμά του ήταν αληθινό, έστειλε στον Ουκραΐντσεφ, χωρίς καθυστέρησι, απ’ όλα όσα χρειάζονταν· και με αφθονία. Και ψωμί. Και κρέας. Κι από εκείνη τη μέρα ο άρχοντας Βατμπόλσκι πήρε τον Ουκραΐντσεφ στη φροντίδα του. Και στην προστασία του.
Αυτά είχα, πάτερ, να σου πω. Έτσι σώθηκε η οικογένεια του Ιβάν Ουκραΐντσεφ.
Στάθηκε για λίγο σιωπηλή. Και μετά πρόσθεσε η Νίνα Στεφάνοβνα με συγκίνησι κι ευλάβεια.
-  Έτσι σώθηκε τότε η οικογένειά μας. Η φροντίδα της Παναγίας μας έζησε. Και δεν το ξεχνάμε ποτέ. Και ήταν αμοιβή στον πατέρα μας. Για την ευσπλαχνία την οποία είχε»(ΑΚ, 26).

(Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, ο Αντίχριστος, Σταμάτα 2016, σελ. 107-110 όπου και η πηγή)

«Αγαπάς με;» (Ιωάν. κα΄, 15). Η ερώτηση που ετέθη από τον Ιησού στον Σίμωνα Πέτρο ισχύει και για τον καθένα μας. Είναι η ουσιαστική ερώτηση. Η απάντηση που θα δώσω προσδιορίζει τη σχέση μου με το Σωτήρα.
Θα τολμήσω να πω με τον Πέτρο: «Κύριε, Συ πάντα οίδας, Συ γινώσκεις ότι φιλώ Σε» (Ιωάν. κα΄, 17). Μα τόσο συχνά η ζωή μου, τα έργα μου, αναιρούν μια παρόμοια βεβαίωση.
   Να ομολογήσω ταπεινά ότι δεν έχω αυτήν την αγάπη; Να πω με απλότητα, ίσως και με ειλικρίνεια: «Όχι, Κύριε, δεν Σ’ αγαπώ»; Μια τέτοια όμως ριζική άρνηση δεν είναι σωστή. Διότι, ακόμη και στις χειρότερες πτώσεις μου, η ανάμνηση του Λυτρωτού, η μορφή Του, δεν σβήνουν εντελώς από την ψυχή μου. Δεν παύουν να με τραβούν. Περίπλοκη κατάσταση του αμαρτωλού, που ακόμη και στο βάθος της αθλιότητός του, κι όταν δεν έχει τη δύναμη να σπάσει τα δεσμά του, στρέφει με πόθο το κεφάλι προς τον Ιησού πλημμυρισμένος από τη νοσταλγία της ενώσεως μαζί Του.
   Η μόνη απάντηση που θα μπορούσα να δώσω είναι: «Κύριε, γνωρίζεις τα πάντα. Γνωρίζεις ότι θα ήθελα να σ’ αγαπώ. Δος μου την αγάπη Σου»…
«Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάν. ιδ΄, 15). Τρομερή φράση. Με καταδικάζει. Το να τηρούμε το λόγο του Ιησού σημαίνει: να εφαρμόζουμε τα παραγγέλματά Του. Το νόημα της φράσεως, το νόημα το πιο φυσικό, θα ήταν: το δείγμα της αυθεντικής αγάπης για τον Ιησού είναι μια ζωή σύμφωνη με τα παραγγέλματά Του.
   Ένα άλλο νόημα (που δεν αποκλείει το προηγούμενο) είναι:Μόνο εκείνος που αγαπά τον Ιησού μπορεί να τηρήσει το λόγο του Ιησού. Η αγάπη που προηγείται της υπακοής, που είναι προϋπόθεση υπακοής. Η υπακοή διατηρεί και προφυλάσσει την αγάπη, της δίδει συνέχεια και ασφάλεια. Αλλά η πηγή της υπακοής, το νόημά της και η εσωτερική της δύναμη βρίσκεται στην αγάπη.
Κύριε Ιησού, πως μπορώ να Σε υπακούσω, αν δεν Σ’ αγαπώ; Μετάστρεψέ με πρώτα, φέρε με στην περιοχή της αγάπης Σου. Τότε θα μάθω να Σε υπακούω. Είμαι πολύ αδύνατος να τηρήσω το λόγο Σου, αν δεν με κρατήσει, αν δεν με βαστάξει η αγάπη Σου. Εάν η καρδιά μου δεν είναι γεμάτη από την αγάπη Σου, εύκολα θα μπορεί να μπει ο πειρασμός και να την κατακτήσει. Γι’ αυτό και Σε ικετεύω: Γέμισε την καρδιά μου όπως γεμίζουν ένα ποτήρι με νερό ως τα χείλη. Έτσι ώστε να είναι αδύνατο να χωρέσει έστω και μια ξένη σταγόνα. Μόνο η ελπίδα που έχω ότι θα μου δώσεις την αγάπη Σου με κάνει να μην απελπίζομαι. Να μη χάνω την ελπίδα μου ότι θα τηρήσω κάποια μέρα το λόγο Σου…
 … Στην αμαρτωλή γυναίκα συγχωρήθηκαν πολλά, διότι «ηγάπησεν πολύ»; Ή αγάπησε πολύ, διότι της συγχωρήθηκαν πολλά; Το ελληνικό κείμενο του Ευαγγελίου αφήνει περιθώρια και για τις δύο ερμηνείες. Και η μία και η άλλη εκφράζουν μια βαθιά αλήθεια. Η πρώτη τοποθετεί την άφεση σαν απάντηση στην αγάπη. (Φυσικά αποκρούομε μιαν έννοια αγάπης που θα ήταν πρόφαση, για να καλύψει κάθε παράβαση). Ακόμη και σ’ αυτή την πρώτη ερμηνεία η αγάπη που φέρνει την άφεση είναι ήδη μια χάρη, μια πρωτοβουλία του Χριστού. Στη δεύτερη ερμηνεία, όπου η συγχώρηση γεννά την αγάπη, η πρωτοβουλία του Κυρίου παραμένει απόλυτη: Προκαλεί την πρώτη κίνηση της μεταστροφής, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει συγχώρηση. Ακολουθεί η άφεση που καθιερώνει πια τη μεταστροφή. Και τέλος η αγάπη, απάντηση της ψυχής που δέχτηκε την άφεση. Αν αγαπούσα τον Ιησού στο μέτρο της αφέσεως που μου χάρισε, σίγουρα θα γινόμουν μια γιγάντια φωτιά αγάπης.
  «Μείνατε εν τη αγάπη τη εμή» (Ιωάν. ιε΄, 9). Το κείμενο δείχνει καθαρά ότι δεν πρόκειται για τη δική μας αγάπη προς τον Ιησού, αλλά για την αγάπη του ίδιου του Ιησού. «Μείνατε στην αγάπη που είναι δική μου, στην αγάπη που με κινεί, στην αγάπη που εκφράζει όλη τη φύση μου». Μα η αγάπη του Ιησού είναι η πηγή και η δύναμη και της δικής μας αγάπης προς τον Ιησού.

(Από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 71- 74)

Καθ’ όσον η ψυχή του παιδιού είναι καθαρή από όλα τα πάθη.

Δεν είναι μνησίκακον έναντι εκείνων που το έχουν λυπήσει, αλλ’ ως φίλος τους πλησιάζει, ωσάν να μη συνέβη τίποτε.

Και όσον ξύλον και αν φάγη από την μητέρα του, ζητεί αυτήν και την προτιμά από όλους. Και αν ακόμη του δείξης μιαν βασίλισσαν με το στέμμα της, δεν την θέτει επάνω από την μητέρα του που φορεί κουρελιασμένα ενδύματα, αλλά θα επροτιμούσε πολύ περισσότερον να ιδή την μητέρα του με κουρελιασμένα ενδύματα, παρά την βασίλισσαν με τα λαμπρά στολίδια της.

Διότι γνωρίζει να διακρίνη το ιδικόν του και το ξένον όχι με την πτωχείαν και τον πλούτον, αλλά με την αγάπην.

Και τίποτε επί πλέον δεν ζητεί από τα αναγκαία, αλλά τόσον μόνον όσον να χορτάση με το γάλα του μαστού και μετά αφήνει και την θηλήν.

Το παιδί δεν λυπείται δι’ εκείνα που λυπούμεθα ημείς, όπως επί παραδείγματι δια την ζημίαν από τα χρήματα και δι’ όλα τα παρόμοια. Ούτε πάλιν χαίρεται δι’  όσα χαιρόμεθα ημείς, δι’ όλα αυτά τα φθαρτά πράγματα.

Δεν κατακυριεύεται από σφοδρόν παθος δια τα κάλλη των σωμάτων. Δια τούτο και ο Κύριος έλεγεν, «διότι η βασιλεία των ουρανών ανήκει εις αυτούς που θα γίνουν όμοιοι με αυτά», ώστε να πράττωμεν με την προαίρεσίν μας αυτά που τα παιδιά τα έχουν από την φύσιν των.

(Ιωάννου Χρυσοστόμου, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 11Α, σελ. 196, Εις Ματθαίον ομιλία ΞΒ 4)

Σελίδα 1 από 16