Διπλή επαγγελία
« Η ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμός εστιν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. (Α' Τιμ. δ' 8)
Ένας Ιταλός δικηγόρος, ερώτησε τον Φίλιππο Νέρι: — Πάτερ μου, ξέρετε πως η οικογένειά μου είναι μεγάλη. Πρέπει να σκεφθώ εγκαίρως για το μέλλον των παιδιών μου. Ποιό νομίζετε καλύτερο επάγγελμα που πρέπει ν’ ακολουθήση το μικρότερο από τα παιδιά μου; Θα ήθελα ένα επάγγελμα με λίγες απώλειες αλλά πολλά κέρδη. — Αφού είναι έτσι, απαντά ο Φίλιππος, μη χάνεις καιρό˙ κάμε το άγιο.
Είναι λοιπόν βιοπορισμός η αγιότης; Γιατί όχι; Κανένα πράγμα δεν μπορεί να υποσχεθή ασφαλέστερη, ωραιότερη, επικερδέστερη ζωή από τη ζωή ενός αγίου ανθρώπου. Η αγιότης δίδει διπλή επαγγελία, «της νυν ζωής και της μελλούσης».
Από τόνα μέρος η χαρά και η ειρήνη σ’ αυτή τη γη και από τ’ άλλο η δόξα του ουρανού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο845)

Ευφημιανός και Αγλαΐα
«Τέκνα σοι έστι, παίδευσον αυτά...». (Σοφ. Σειρ. ζ' 23)
Το ανδρόγυνο αυτό ήταν ευλογημένο. Ήσαν τόσο πλούσιοι όσο και ελεήμονες. Αλλά η ελεημοσύνη τους δεν έμοιαζε με τις «δωρεές» τις δικές μας. Ήταν ελεημοσύνη με ψυχή. Δεν εβοηθούσαν απλά τους πτωχούς. Τους υπεχρέωναν να κάθονται στο δικό τους τραπέζι, παρεμέριζαν δε τους υπηρέτες και τους επεριποιούντο μόνοι, τρέχοντες από τον ένα στον άλλο.
Οι φίλοι τους εκορόιδευαν. Και αυτοί σε απάντησι έμαθαν και το μονάκριβο παιδί τους την τόσο δύσκολη αυτή υπηρεσία της αγάπης. Με το μικρό του χέρι εμοίραζαν τα αγαθά τους και στις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μάζευαν ορφανά στο σπίτι και έβαζαν το αγοράκι τους να τα υπηρετή.
Αυτό το παιδί, όταν μεγάλωσε, έγινε — μπορούσε να μη γίνη; — ο άγιος Αλέξιος. Ο Άνθρωπος του Θεού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο939)

Στο βιβλίο «Για τη ζωή των μοναχών στον Καύκασο» ο συγγραφέας του, ο ασκητής π. Ιλαρίων, διηγείται πως πηγαίνοντας στο βουνό, άρχισε να κτίζει μια μικρή καλύβα από κλαδιά δένδρων. Επειδή δεν κατάφερε να τελειώσει την κατασκευή αυτή έγκαιρα και νύχτωσε, πλάγιασε να κοιμηθεί για να ξεκουραστεί.

Ένας πάνθηρας ή ένα είδος λιονταριού εντόπισε την παρουσία ανθρώπου και άρχισε να κάνει γύρους γύρω από αυτόν βρυχώμενος. Και αυτός βρισκόταν εκεί με το μισό σώμα του προστατευμένο μέσα στην καλύβα και τα πόδια έξω από αυτήν. Φανταστείτε αυτή την εμπειρία: να συναντήσεις ένα λιοντάρι που αγωνίζεται για την επιβίωσή του, έτοιμο να σε κατασπαράξει. Αλλά χάρη στη θεία Πρόνοια, αφού πλησίασε την καλύβα του ασκητή, το ζώο έφυγε με βρυχηθμούς για πάντα από την περιοχή εκείνη. Δεν τόλμησε να αγγίξει τον άνθρωπο.

Αυτό το βιβλίο αναφέρει πολλά παρόμοια περιστατικά, για παράδειγμα, πώς ένας ασκητής είδε τους λύκους σε προσευχή το βράδυ, και ο Θεός τους έδινε τροφή. Συνήθιζε να συγκεντρώνεται σε κάποιο μέρος για προσευχή. Βρισκόταν εκεί, κοντά στο μέρος αυτό, αλλά οι λύκοι πέρασαν χωρίς να τον δουν.

Μια άλλη φορά, κάποιος ασκητής βάδιζε στον αυχένα ενός βουνού, πάνω σε μικρό μονοπάτι. Από τα δύο μέρη υπήρχε άβυσσος. Βλέπει ξαφνικά μια αρκούδα να έρχεται προς το μέρος του, βαδίζοντας στο ίδιο μονοπάτι. Τί να κάνει; η αρκούδα βρήκε τότε έναν κορμό δένδρου που βρισκόταν στην άκρη του μονοπατιού εκείνου και αποκοιμήθηκε πάνω του, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον ασκητή να περάσει. Να η Πρόνοια του Θεού. 

Η έρημός μου στο Άγιον Όρος δεν απείχε δέκα χιλιόμετρα από «οποιοδήποτε είδος ανθρώπινης παρουσίας», Παρ’ όλα αυτά, τη νύχτα υπήρχε -και κυρίως στη δεύτερη σπηλιά που έζησα- πραγματική απομόνωση από όλο τον κόσμο. Έπρεπε να περπατήσω, για παράδειγμα, σαράντα λεπτά για να φθάσω στο μοναστήρι του Αγίου Παύλου η σε περιοχή που ζούσε κάποιος εκεί.

Η θεία Πρόνοια είναι τέτοια, που αληθινά θα εκπλαγείτε βλέποντας πώς ενεργεί. Αυτό με κάνει να πω ότι η Πρόνοια του Θεού ενεργεί με «μαθηματική ακρίβεια». Δεδομένου ότι είναι έτσι, έγκαταλείποντας την αδυναμία μας, βαδίζουμε πίσω από τον Χριστό, για να ακολουθήσουμε τα βήματά Του. Και στην περίπτωση αυτή, το επαναλαμβάνω, δεν θα γνωρίσουμε ακηδία.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 120-121)


Αν έχετε διαβάσει τη ζωή του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, θα θυμάστε ότι, ενώ άκόμη ήταν σπουδαστής της εκκλησιαστικής Ακαδημίας της Πετρουπόλεως, αρρώστησε σοβαρά κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Οι γιατροί είχαν τη γνώμη ότι έπρεπε να τρέφεται με μια ελάχιστη ποσότητα τροφής, αλλά αρκετή για να δυναμώσει.

Του πρότειναν λοιπόν να του δώσουν κρέας και σούπες, πράγμα που εκείνος αρνήθηκε λέγοντας:

«Θα το κάνω, μόνο αν η μητέρα μου δώσει εύλογία».

Έστειλαν λοιπόν ένα τηλεγράφημα στη μητέρα του, στο Αρχάγγελσκ, στο βόρειο μέρος της Ρωσίας, κοντά στη Λευκή Θάλασσα, και εκείνη η αμόρφωτη γυναίκα απάντησε:

«Προτιμώ να πεθάνει, παρά να διακόψει τη νηστεία».

Τέτοια ήταν η απόφασή της, και ο υιός της Ιωάννης, εξαιτίας αυτού, ανένηψε και σηκώθηκε από το κρεβάτι του, από τη θέλησή του να ακολουθήσει τον Χριστό.
(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Α, σελ. 241)

(Αρχιμανδρίτου Δανιήλ Αεράκη, Χρυσοστομικό Λεξικό, παρατίθεται μόνο το κείμενο σε μετάφραση). 

ΛΕΙΨΑΝΑ

και ευλογία των μαρτύρων (έκδοση Ε.Π.Ε. τόμος 2, σελ. 406)
Τα πόδια τα έδωσε ο Θεός, όχι για να τρέχουμε στα θέατρα και στα ιπποδρόμια και τα άλλα επιβλαβή θεάματα, αλλά για να πορευώμαστε στην εκκλησία, στους τόπους προσευχής και στους τάφους των αγίων μαρτύρων. Έτσι θα κερδίζουμε ευλογίες και θα καταστήσουμε τους εαυτούς μας ανέγγιχτους στις παγίδες του διαβόλου.
και τάφοι αγίων (Ε.Π.Ε. 20,54)
Φοβερό! Χωρίς να φαίνεται τίποτε, χωρίς να συμβαίνη κάτι, χωρίς να υπάρχη άνθρωπος, ακούγονται φωνές και σπαραγμοί, παρουσιάζονται γλώσσες να καίγωνται. Ο διάβολος δεν υποφέρει τη θαυμαστή δύναμι των αγίων λειψάνων.
πολλών άγιων δεν διατηρήθηκαν (Ε.Π.Ε. 25,196-198)
Του Μωϋσή τα οστά ξέρεις που είναι; Δεν βρίσκονται σε ξένη γη; Το ίδιο και τα οστά του Ααρών, του Δανιήλ, του Iερεμία, όπως και τα οστά των Αποστόλων. Των περισσοτέρων δεν ξέρουμε που είναι. Διότι του Πέτρου και του Παύλου και του Ιωάννη και του Θωμά είναι γνωστοί οι τάφοι, όμως των άλλων αγίων, αν και είναι τόσοι πολλοί, πουθενά δεν έχουν ανακαλυφθή. Ας μη θρηνούμε, λοιπόν, γι' αυτό, ας μη μικροψυχούμε. Όπου και αν ταφούμε, «του Κυρίου είναι η γη και το πλήρωμα αυτής». Οπωσδήποτε εκείνο που πρόκειται να γίνη, γίνεται. Το να πενθή, λοιπόν, κανείς και να θρηνή γι' αυτούς, που έχουν φύγει από τη ζωή, και να οδύρεται, προέρχεται από μικροψυχία.
και τάφοι άγιων (Ε.Π.Ε. 30,472)
Μας έχει χαρίσει ο Θεός τα λείψανα των αγίων μαρτύρων. Εκείνος έλαβε τις ψυχές τους στον ουρανό και άφησε σε μας τα σώματά τους, σπουδαία παρηγοριά και ενίσχυσι. Έτσι ερχόμαστε στους τάφος των αγίων και διεγειρόμαστε σε ζήλο και μίμησι της ζωής τους. Βλέποντας τα λείψανά τους θυμόμαστε τα κατορθώματά τους και τις αμοιβές γι αυτά τα κατορθώματα.
αγίων (Ε.Π.Ε 34, 474)
Ας καταφεύγουμε στους αγίους ως προς γιατρούς πνευματικούς. Αφού γι’ αυτό το λόγο ο αγαθός Κύριος μας άφησε τα σώματά τους, ώστε να ερχώμαστε στους τάφους τους, ν’ ασπαζώμαστε τα λείψανά τους με όλη τη θέρμη της ψυχής μας, και να παίρνουμε μεγάλη γιατρειά των ψυχικών και σωματικών μας ασθενειών. Αν προσερχώμαστε με πίστι, είτε ψυχικό, είτε σωματικό πάθος έχουμε, θα επιστρέφουμε στο σπίτι μας με την κατάλληλη θεραπεία.
μετά το λόγο του Θεού (Ε.Π.Ε 34,374)
Μετά τη δύναμι του κηρύγματος τη δεύτερη θέσι έχουν οι τάφοι των αγίων, στο να διεγείρουν σε ίσο ζήλο προς τη ζωή τους τις ψυχές εκείνων, που πηγαίνουν και τους βλέπουν. Όπου υπάρχει κάποια λειψανοθήκη, αμέσως οι ψυχές αισθάνονται ολοφάνερα τις θαυμαστές ενέργειές της. Διότι η θέα της λειψανοθήκης ασκεί επίδρασι στην ψυχή, την καταπλήσσει, την διεγείρει, και δημιουργεί τη συναίσθησι, ότι ο μάρτυρας που βρίσκεται μέσα σ’ αυτήν προσεύχεται μαζί μας, είναι παρών και μας βλέπει.
άφωνοι διδάσκαλοι (Ε.Π.Ε. 36,586-588)
Ο μάρτυρας παραμένει άφωνος στον τόπο του, μέσ' στη μεγάλη σιωπή του. Γι’ αυτό ο Θεός μας άφησε εδώ τα σώματά τους, ώστε, όταν ο όγκος των υποθέσεων και το πλήθος των βιοτικών φροντίδων σκοτίζουν τη διάνοια μας, ν’ αφήνουμε το σπίτι μας, να βγαίνουμε έξω από την πόλι αποχαιρετώντας τους θορύβους, να επισκεπτώμαστε τον τάφο κάποιου μάρτυρα, ν' απολαμβάνουμε την αύρα την πνευματική, να λησμονούμε τις ποικίλες ασχολίες, να χαιρώμαστε την ησυχία, να επικοινωνούμε με τους αγίους, να παρακαλούμε για τη σωτηρία μας τον Θεό, που τους αξίωσε να διακριθούν στους πνευματικούς αγώνες, ν' αναπέμπουμε πολλές και θερμές ικεσίες, και έτσι ανανεωμένοι και χαρούμενοι να επιστρέφουμε στα σπίτια μας.
και λάρνακες (Ε.Π.Ε. 37,124)
Καθημερινά ας επισκεπτώμαστε τάφους αγίων. Θα αποκομίζουμε πνευματικά ωφέλη. Όποιος έρχεται εδώ με πίστι, θα κερδίση μεγάλα αγαθά, αφού όχι μόνο τα σώματα, αλλά και οι λάρνακες των αγίων είναι γεμάτες από πνευματική χάρι.
Προσκύνησις (Ε.Π.Ε 37,216)
Ας γονατίσουμε μπροστά στα λείψανα των αγίων. Ας αγκαλιάσουμε τις λειψανοθήκες τους, διότι μπορούν και οι θήκες των μαρτύρων να έχουν μεγάλη δύναμι, όπως βέβαια και τα οστά των μαρτύρων έχουν μεγάλη δύναμι. Οι άγιες μάρτυρες έχουν μεγάλη παρρησία στο Θεό, όχι μόνο όσο ζούσαν, αλλά και τώρα, πολύ περισσότερο τώρα, που πέθαναν.
φυγαδεύουν τα δαιμόνια (Ε.Π.Ε. 37,226)
Πάρε ένα δαιμονισμένο και μανιακό και φέρτον στον τάφο ενός αγίου, όπου υπάρχουν τα λείψανα του μάρτυρος. Θα δής να απομακρύνεται οπωσδήποτε το δαιμόνιο, τρέχοντας και να φεύγη. Σαν να πρόκηται, δηλαδή, να πατήση πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, έτσι πηδάει αμέσως από τα πρόθυρα ακόμα, χωρίς να τολμήση να ατενίση τη λειψανοθήκη.
φοβερά στους δαιμονισμένους (Ε.Π.Ε. 37,320)
Όπου είναι παραχωμένα οστά μαρτύρων, φεύγουν σαν από φωτιά δυνατή και ανυπόφορη τιμωρία οι δαιμονισμένοι και διακηρύττουν με δυνατή φωνή ότι μαστιγώνονται.
υπόμνημα αρετής (Ε.Π.Ε. 37,232)
Θυμηθήτε τον κατακλυσμό, που έγινε στην εποχή του Νώε, και την κιβωτό εκείνη. Διότι και τότε δίκαιος βρισκόταν μαζί με θηρία. Αλλά τότε ο Νώε μπήκε άνθρωπος στην κιβωτό και βγήκε άνθρωπος. Ο Ιουλιανός όμως ο μάρτυρας μπήκε στο σάκκο άνθρωπος και βγήκε άγγελος. Ο Νώε μπήκε από τη γη και βγήκε πάλι στη γη, ενώ ο άγιος Ιουλιανός μπήκε από τη γη στο σάκκο, και έφτασε από το σάκκο στον ουρανό. Τον δέχτηκε το πέλαγος, όχι όμως για τον θανατώση, αλλά για να τον στεφανώση. Και μετά το στεφάνωμα μας χάρισε ο Θεός αυτή την αγία κιβωτό, το σώμα του μάρτυρα˙ και την έχουμε μέχρι σήμερα ως θησαυρό μύριων αγαθών. Διότι ο Θεός μοιράστηκε με μας τους μάρτυρες. Εκείνος πήρε την ψυχή τους, σε μας άφησε τρόπον τινά το σώμα τους, για να έχουμε διαρκώς υπόμνησι προς μίμησι τας οστά τους.
μέριμνα γι’ αυτά (Ε.Π.Ε. 38,246)
Και για τα λείψανα των αγίων μαρτύρων (που χρειάζονται για τα θυσιαστήρια της ιεραποστολής) να είσαι ήσυχος.


(αρχιμανδρίτου Δανιήλ Αεράκη, Χρυσοστομικό Λεξικό, τόμος Γ, Αθήνα 2011, σελ. 216-220 )

 

Το παράδειγμα. 
«Ίνα επακολουθήσετε τοις ίχνεσιν αυτών». Μια νεαρή Κινέζα πολύ πρόσεχε έναν ιεροκήρυκα που από καιρό είχε έλθει στο χωριό της.

Της έκανε ιδιαίτερη εντύπωσι η αγάπη του για τους ασθενείς και τους πτωχούς, οι καλοί του τρόποι και πόσο ακούραστα πάντα προσπαθούσε να κάνη το καλό. Μια ημέρα έτυχε η μικρή Κινέζα να συναντηθή σ’ ένα χωριό με μια ιεραπόστολο η οποία άρχισε να της διηγήται για κάποιον που χε έλθει να υπηρετήση τους άλλους, να περιθάλψη τους πτωχούς, να δώση το φώς στους τυφλούς κλπ.».
Αφού τέλειωσε την αφήγησί της ρώτησε την Κινεζοπούλα.
-«Ξέρεις ποιός είναι αυτός;»
«Μάλιστα, απάντησε αφελέστατα, τον ξέρω, είναι ο Ιεραπόστολος του χωρίου μας».
Η ζωή του Ιεραποστόλου αυτού ταίριαζε τόσο πολύ με την περιγραφή του Ιησού.
Σήμερα ο κόσμος έχει ανάγκη από ανθρώπους που να ζουν τη ζωή του Χριστού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο163)

Η ζωντανή «Μίμησις»
Ένας άγιος ιερεύς, ονόματι Φρανσουά Μπιγιόν, βρισκόταν στη φυλακή της Βαστίλλης κατά τη Γαλλική Επανάσταση, μαζί με τον κόμητα ντε Λουζέν που ήταν πρώτα άπιστος κι άσωτος, αλλά είχε μετανοήσει χάρι στον συγκρατούμενό του κληρικό.
Μια μέρα κάποιος γνωστός του ιερέως ήρθε στη φυλακή και τον ρώτησε τι ήθελε να του φέρη απ' έξω.
— Μια «Μίμηση του Χριστού», αποκρίθηκε ο ιερεύς.
— Και σείς, κύριε, τι θέλατε, ρώτησε ο επισκέπτης τον κόμητα ντε Λουζέν.
— Εγώ; Τίποτε, είπε εκείνος.
Και προσβλέποντας προς τον ιερέα, πρόσθεσε:
— Έχω τη «Μίμηση του Χριστού» ζωντανή μπροστά μου. Έχω τον ιερέα Φρανσουά Μπιγιόν.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο284)

 

 

Το κήρυγμα κι η... αισθητική. 

Ο βασιλεύς Λουδοβίκος 14ος ρώτησε μια μέρα τον διάσημο ιεροκήρυκα Μπουρνταλού τι γνώμη είχε για τα κηρύγματα ενός ιερέως, που ήταν πολύ αδέξιος ως ρήτωρ, αλλά άγιος στη ζωή του.

— Μεγαλειότατε, αποκρίθηκε ταπεινά ο Μπουρνταλού, ο ιερεύς αυτός κάνει μεγάλη ζημιά στην αισθητική, αλλά ωφελεί ανυπολόγιστα τις καρδιές.

Μετά τα κηρύγματά του, οι πορτοφολάδες επιστρέφουν τα κλοπιμαία, που είχαν βουτήξει στο συνωστισμό των… δικών μου κηρυγμάτων.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο572)

Και το κακό παράδειγμα διδάσκει

Κάποτε ένας νεαρός κληρικός πήγε στον όσιο Εφραίμ τον Σύρο και τον ρώτησε τι έπρεπε να κάνη, ώστε να κηρύττη τον λόγο του Θεού μ’ επιτυχία, προκειμένου ν’ αφιερωθή στη διακονία του άμβωνος. Κι ο όσιος του είπε;

— Έχεις υπ’ όψη σου τον επίσκοπο της Καισαρείας Βασίλειο, που όλοι τον ονομάζουν Μέγα;

— Ναι, αποκρίθηκε ο κληρικός.

— Έχεις υπ’ όψη σου τον πρεσβύτερο Ολύμπιο, που είναι στην Τύρο; τον ξαναρώτησε ο όσιος.

— Ναι, του αποκρίθηκε πάλι ο συνομιλητής του. Λένε, ότι είναι ένας πολύ αδέξιος ρήτωρ.

— Λοιπόν, να τώρα η συμβουλή μου, του είπε ο άγιος. Πήγαινε ν’ ακούσης τον Βασίλειο και τον Ολύμπιο. Από τον πρώτο θα μάθης τι να λες. Από τον άλλο, τι να μη λες.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο472)

Κήρυγμα χωρίς σύμφωνη ζωή

Ένας ιεροκήρυξ, στην Αμερική, είχε μεγάλη επιτυχία στις ομιλίες του. Κήρυττε με ευφράδεια και συναρπαστικότητα, πήγαιναν δε να τον ακούσουν και άνθρωποι του κόσμου από περιέργεια.

Ο βίος του, όμως, δεν ήταν και πολύ σύμφωνος με όσα κήρυττε. Ένας κοσμικός, λοιπόν, άνθρωπος, του είπε κάποτε, μετά από μερικά θαυμάσια κηρύγματα που άκουσε:

-Αγαπητέ μου, οι ομιλίες σου με τρομάζουν. Η ζωή σου, όμως, με καθησυχάζει.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο516)

Το καροτσάκι με τον ανάπηρο. 

Ο τ. Σύμβουλος της Επικρατείας και πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Μ. Χ. Στασινόπουλος διηγείται το εξής χαρακτηριστικό γεγονός:
Ήταν στα φοβερά χρόνια της Κατοχής, γράφει. Είχα κατορθώσει από το Ηράκλειο της Αττικής όπου κατοικούσα, να φθάσω εν μέρει με ποδήλατο εν μέρει με τραμ, ως το Συμβούλιο της Επικρατείας εγκαίρως για την πρωινή συνεδρίασή μας. Έξω από τα Παλαιά Ανάκτορα, στη λεωφόρο Β. Σοφίας, διέκρινα στο απέναντι πεζοδρόμιο έναν γνωστό μου να κυλάει το καροτσάκι ενός αναπήρου πολέμου, για να το περάσει από τη μια μεριά του δρόμου στην άλλη. Ήταν ο συνάδελφός μου Δ.Μ. Δεν ήταν όμως και τόσο εύκολο να περάσει ανάμεσα στην κίνηση ιδίως στα στρατιωτικά αυτοκίνητα (σηματοδότες δεν υπήρχαν) και καθυστερούσε.
Όταν έφθασα στο γραφείο μου, ο συνάδελφός μου δεν είχε ακόμα φανεί. Η ώρα ενάρξεως της συνεδριάσεως είχε περάσει από αρκετά λεπτά κι ο τότε Πρόεδρος Π. Πουλίτσας δυσφορούσε πολύ. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η τήρηση της ώρας ενάρξεως ήταν παράδοση σταθερή… Η ώρα περνούσε, όταν κάποτε, φάνηκε ο συνάδελφος λαχανιασμένος.
-Με συγχωρείτε, κύριε Πρόεδρε, είπε.
Ο Πρόεδρος τον υπεδέχθη σχεδόν θυμωμένος, σχεδόν τον επέπληξε για την καθυστέρηση, με ύφος αυστηρό, οφειλόμενο στον εκνευρισμό του.
Λοιπόν, ο συνάδελφός μου δεν απάντησε τίποτα. Εψιθύρισε μόνο και πάλι ένα «με συγχωρείτε», φόρεσε σιωπηλός την τήβεννό του και μπήκαμε στο ακροατήριο.
Εγώ παρηκολούθησα τη σκηνή χωρίς να παρέμβω. Η στιγμή ήταν ακατάλληλη μπροστά σε τόσους ανθρώπους. Αλλά κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως, εκοίταζα επίμονα τον συνάδελφό μου και τον εκαμάρωνα.
-Να, σκεπτόμουνα, η πραγματική, η ειλικρινά καλή πράξη. Άλλοι κάνουν κάτι καλό, και το διαλαλούν δυνατά. Αυτός εδώ ο άνθρωπος, έκαμε το καλό, πέρασε τον άγνωστο ανάπηρο στο δρόμο, άργησε, επετιμήθη για την αργοπορία και δεν αποκαλύπτει τίποτα. Τιμωρείται, λοιπόν, για το καλό που έκανε, και πάλι το κρατάει κρυφό. Αυτή είναι η τέλεια καλή πράξη.

(Σχόλια σε μικρά και μεγάλα γεγονότα, επιμέλεια Ι.Γ. Αλεξίου, Χριστιανική στέγη Καλαμάτας, σελ. 81-83)

Ευχή πρό τού ύπνώσαι. Τού άγίου Έφραίμ τού Σύρου.

Κύριε Ίησού Χριστέ ό Θεός ήμών, ό τήν άγίαν σου Μητέρα τιμιωτέραν άναδείξας πασών τών έπουρανίων δυνάμεων,

αύτός, Πανάγαθε, διά τών πρεσβειών αύτής καί πάντων σου τών άγίων, παρακληθήτι καί συγχώρησόν μοι τώ άνάξιω δούλω σου,

εί τι ήμαρτον σήμερον ώς άνθρωπος, μάλλον δέ ώς άπάνθρωπος, τά έκούσια μου πταίσματα καί τά άκούσια,

τά έν γνώσει καί έν άγνοία, τά έκ συναρπαγής καί άπροσεξίας καί πολλής μου ραθυμίας καί άμελείας γεγενημένα,

είτε τό όνομά σοθ τό άγιον ώμοσα, είτε έπιόρκησα, ή έκλεψα, ή έψευσάμην, ή φίλος παρέβαλε πρός έμέ καί παρείδον αύτόν,

ή άδελφόν έθλιψα καί παρεπίκρανα, ή ίσταμένου μου έν προσευχή καί ψαλμωδία ό νούς μου ό πονηρός είς τά πονηρά καί βιωτικά περιεπόλευσεν,

ή παρά τό πρέπον έτρύφησα, ή εύτράπελα έλάλησα, ή άφρόνως έγέλασα, ή έκενοδόξησα, ή ύπερηφανευσάμην,

ή κάλλος μάταιον έθεασάμην καί ύπ’ αύτού έθέλχθην τόν νούν,

ή τά μή δέοντα έφλυάρησα, ή τό έλάττωμα τού άδελφού περιεργασάμην καί κατέκρινα αύτόν, καί τά έμαυτού άναρίθμητα έλαττώματα παρεβλεψάμην,

είτε τής προσευχής μου ήμέλησα, είτε τι άλλο πονηρόν ένενόησα.

Ταύτα πάντα καί άλλα, άπερ έπραξα καί ού μέμνημαι, συγχώρησον μοι ό Θεός τώ άχρείω δούλω σου, καί έλέησον με ώς άγαθός καί φιλάνθρωπος, ίνα έν είρήνη κοιμηθώ καί ύπνώσω ό άσωτος έγώ,

δοξάζων σε σύν τώ Πατρί καί τώ παναγίω καί άγαθώ καί ζωοποιώ σου Πνεύματι, νύν καί άεί καί είς τούς αίώνας τών αιώνων. Άμήν.

Μετάφραση στα νέα ελληνικά

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μας, σὺ ποὺ ἀνέδειξες τὴν ἁγίαν σου Μητέρα τιμιωτέρα ὅλων τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων,

Σὺ Πανάγαθε, μὲ τὶς πρεσβεῖες της καὶ ὅλων σου τῶν ἁγίων, συγχώρησέ μου τὸν ἀνάξιο δοῦλο σου σ᾿ ὅ,τι ἁμάρτησα σήμερα σὰν ἄνθρωπος,

τὰ θεληματικὰ καὶ τὰ ἀθέλητα σφάλματά μου, αὐτὰ ποὺ ἤξερα πὼς εἶναι ἁμαρτία κι αὐτὰ ποὺ δὲν ἤξερα, αὐτὰ ποὺ ἔκανα ἀπὸ συναρπαγὴ καὶ ἀπροσεξία καὶ ἀμέλεια, εἴτε ὁρκίστηκα στὸ ἅγιο Ὄνομά σου, εἴτε δὲ τήρησα τὸν ὅρκο μου, εἴτε βλασφήμησα μέσα μου, ἢ ἔκλεψα, ἢ εἶπα ψέματα, ἢ κάτι μου ζήτησε ἕνας φίλος μου καὶ ἐγὼ δὲν τὸν πρόσεξα, ἢ ἔθλιψα καὶ πίκρανα κάποιο ἀδελφό, ἢ ὅταν στεκόμουν νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ ψάλω ὁ νοῦς μου γύριζε σὲ πονηρὰ καὶ βιωτικά, ἢ παρὰ τὸ πρέπον ἀπόλαυσα, ἢ μίλησα ἀπρόσεκτα, ἢ γέλασα χωρὶς φρόνηση, ἢ κενοδόξησα, ἢ περηφανεύτηκα, ἢ εἶδα μάταιη ὀμορφιὰ καὶ τράβηξε τὸ νοῦ μου, ἢ ἐφλυάρησα, ἢ περιεργάστηκα μὲ διάθεση κατακρίσεως τὸ ἐλάττωμα τοῦ ἀδελφοῦ μου καὶ τὸν κατέκρινα, παραβλέποντας τὰ δικά μου ἀναρίθμητα σφάλματα, εἴτε ἀμέλησα τὴν προσευχή μου, εἴτε ἄλλο πονηρὸ σκέφθηκα.
Ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα ποὺ ἔκανα καὶ δὲν θυμᾶμαι συγχώρησέ τα, Χριστέ μου, καὶ ἐλέησέ με, γιατὶ εἶσαι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, ὥστε νὰ κοιμηθῶ εἰρηνικὰ εγώ ο άσωτος καὶ νὰ σὲ δοξάζω, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ μου, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιό σου Πνεῦμα καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀπὸ τὸ «Ἁγιοπατερικὸ Προσευχητάρι», Ἐκδόσεις Ζύμη


Λιώσαμε, ρέψαμε, μύριους θανάτους πεθάναμε˙ και αυτά είναι σε θέση να τα πουν πιο αναλυτικά εκείνοι που μεταφέρουν τα γράμματα, αν και λίγο έζησαν κοντά μας, προς τους οποίους ούτε λίγο να μιλήσουμε δεν μπορέσαμε, καταβεβλημένοι από τους συνεχείς πυρετούς, τους οποίους έχοντας νύχτα μέρα ήμουν αναγκασμένος να βαδίζω και επί πλέον να πολιορκούμαι από τη ζέστη, να λιώνω από την αγρυπνία, να χάνομαι από την έλλειψη των αναγκαίων και από εκείνους που θα με βοηθούσαν. Χειρότερα έχουμε πάθει και υποφέρουμε από αυτούς που δουλεύουν στα μεταλλεία και από αυτούς που κρατούνται στις φυλακές.
Όταν δε ύστερα από πολλά πάτησα στην Καισάρεια, ήλθα σαν από τρικυμία σε γαλήνη και σε λιμάνι. Αλλ’ ούτε αυτό το λιμάνι κατάφερε να γιατρέψη τη συμφορά˙ τόσο μεγάλο κακό πάθαμε τον περασμένο χρόνο.

Εν τούτοις, όταν ήλθα στην Καισάρεια ανακουφίσθηκα λιγάκι, γιατί ήπια νερό καθαρό, γιατί δεν έφαγα ούτε βρώμικο ούτε κατάξερο ψωμί, γιατί δεν λουζόμουν ακόμη μέσα σε σπασμένα πιθάρια αλλά βρήκα οπωσδήποτε ένα λουτρό, γιατί έχω την άδεια, για την ώρα, να ξαπλώσω σε κρεβάτι.
Μπορούσα ακόμη περισσότερα από αυτά να πω, αλλά για να μη φέρω σύγχυση σ’ αυτά που έμαθες, σταματώ εδώ τον λόγο, προσθέτοντας εκείνο, ότι δηλαδή να μη σταματήσης να ελέγχης όσους μας «αγαπούν», γιατί αν και έχουμε τόσους πιστούς φίλους, με τόσο μεγάλη δύναμη, δεν καταφέραμε αυτό που καταφέρνουν οι κατάδικοι, να μείνουμε σε πιο καλό, σε πιο κοντινό τόπο˙ έτσι, αν και το σώμα μας είναι σε απελπιστική κατάσταση και ο φόβος των Ισαύρων πολιορκεί τα πάντα, δεν καταφέραμε αυτή τη μικρή και τιποτένια χάρη.
Δόξα τω Θεώ και γι' αυτό! Διότι δεν σταματούμε να τον δοξάζουμε για όλα. Είη το όνομα αυτού ευλογημένον εις τους αιώνας!
Πολύ όμως απόρησα και με το δικό σου, γιατί τέταρτη είναι ή και πέμπτη αυτή η επιστολή που έχω στείλει στην αγάπη σου και στην κοσμιότητά σου, και δέχθηκα μία μονάχα. Αν και τούτο δεν ήταν δύσκολο, να γράφης πιο συχνά. Και αυτά δεν σου τα λέγω κατηγορώντας σε˙ γιατί η αγάπη δεν βγαίνει από την πίεση, αλλά από την διάθεση.

Πάρα πολύ όμως στεναχωρούμαι, που τόσο γρήγορα μας έβγαλες από το μυαλό σου και μας έστειλες ύστερα από τόσο καιρό ένα γράμμα.
Αν λοιπόν δεν ζητούμε τίποτε το φορτικό ή το δύσκολο, να μας δίνης αυτό που εξουσιάζεις, που είναι στο χέρι σου. Γιατί για τα άλλα δεν ενοχλούμε, για να μην κουράζεσαι μάταια και σου φανούμε φορτικοί και βαρετοί. (120η επιστολή του. Προς Θεοδώρα, Migne 52,674-675)

(αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αyτοβιογραφικές σελίδες και απάνθισμα κειμένων, εκδ. Αποστολ. Διακονία, σελ. 103-104)

Ας αφήσουμε το Γέροντα να μας διηγηθεί:.
«Επιδιόρθωνα τα δωμάτια της Μονής. Κάποια ημέρα λίγο πριν το μεσημέρι επειδή κουράστηκα ξάπλωσα σ’ ένα κρεβατάκι ενός δωματίου, του οποίου διόρθωνα το ταβάνι, για να ξεκουραστώ λιγάκι.

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα βίαια ένας στρατιώτης με κάτι παλιές γκέτες. Είχε ένα μόνο μάτι  στο μέτωπο και φώναζε αγριεμένος:
- Εδώ είσαι λοιπόν; Τώρα θα δεις τι θα πάθεις.
Και μαζί με’ αυτόν μπήκαν στο δωμάτιο περίπου δεκαοκτώ δαίμονες με διάφορες μορφές διάφορες σαν άνθρωποι, σαν πίθηκοι κ.λ.π. Όρμηξαν επάνω μου κι άρχισαν να με χτυπούν και να με βασανίζουν. Εγώ προσπάθησα να κάνω το σημείο του Σταυρού, αλλά τρεις από αυτούς που κρατούσαν το χέρι κι ένας μου άνοιγε τα δάχτυλα, ώστε να μη μπορέσω να σχηματίσω με τα τρία δάχτυλά μου το σημείο του Τιμίου Σταυρού.

Τα χτυπήματα και τα βάσανα που υπέφερα δεν περιγράφονται. Από το στόμα μου και από τη μύτη μου έτρεχαν αίματα, τα χείλη μου πρησμένα, τα γένεια μου και τα μαλλιά μου μαδημένα, τα ράσα μου ανοιγμένα και το παντελόνι μου κατεβασμένο, γιατί ακόμη και στα απόκρυφα μέρη μου επέτρεψε ο Θεός να με βασανίσουν. Τα δάχτυλά μου στραμπουληγμένα, ο ώμος μου σχεδόν βγαλμένος, τ’ αυτιά μου ν’ ακούν τα γεμάτα μίσος λόγια τους. Ο ένας μου έλεγε:
- Με βλέπεις εμένα; Εγώ είμαι που σε πιάνω από το λαιμό και δεν σ’ αφήνω να διαβάζεις καθαρά. Ο άλλος:
- Εγώ είμαι που σου κάνω το τάδε κ.λ.π.
Ο καθένας μου ανέφερε και τους πειρασμούς που μου προξενούσε. Κάποια στιγμή επιτέλους μπόρεσα κι απελευθέρωσα το χέρι μου κι έκανα το Σταυρό μου. Οι δαίμονες αμέσως τότε πήδηξαν από το παράθυρο και έφυγαν αφήνοντάς με μισοπεθαμένο. Μάζεψα τα ρούχα μου και κατέβηκα, όπως μπόρεσα κάτω στην κουζίνα, όπου ήταν μία γιαγιά προσκυνήτρια. Μόλις με είδε τρόμαξε.
- Δεν ανέβηκες πάνω γιαγιά να με βοηθήσεις, οι δαίμονες με σκότωσαν στο ξύλο της είπα.
- Άκουγα πάτερ Ιάκωβε τα χτυπήματα και το θόρυβο, αλλά νόμιζα ότι εργαζόσουν και χτυπούσες εσύ,  μου είπε εκείνη».


(Ένας άγιος Γέροντας ο μακαριστός π. Ιάκωβος, έκδοση των Πατέρων της Ι.Μονής Οσίου Δαβίδ, σελ.42-43

Σελίδα 1 από 9