Διπλή επαγγελία
« Η ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμός εστιν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. (Α' Τιμ. δ' 8)
Ένας Ιταλός δικηγόρος, ερώτησε τον Φίλιππο Νέρι: — Πάτερ μου, ξέρετε πως η οικογένειά μου είναι μεγάλη. Πρέπει να σκεφθώ εγκαίρως για το μέλλον των παιδιών μου. Ποιό νομίζετε καλύτερο επάγγελμα που πρέπει ν’ ακολουθήση το μικρότερο από τα παιδιά μου; Θα ήθελα ένα επάγγελμα με λίγες απώλειες αλλά πολλά κέρδη. — Αφού είναι έτσι, απαντά ο Φίλιππος, μη χάνεις καιρό˙ κάμε το άγιο.
Είναι λοιπόν βιοπορισμός η αγιότης; Γιατί όχι; Κανένα πράγμα δεν μπορεί να υποσχεθή ασφαλέστερη, ωραιότερη, επικερδέστερη ζωή από τη ζωή ενός αγίου ανθρώπου. Η αγιότης δίδει διπλή επαγγελία, «της νυν ζωής και της μελλούσης».
Από τόνα μέρος η χαρά και η ειρήνη σ’ αυτή τη γη και από τ’ άλλο η δόξα του ουρανού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο845)

Ευφημιανός και Αγλαΐα
«Τέκνα σοι έστι, παίδευσον αυτά...». (Σοφ. Σειρ. ζ' 23)
Το ανδρόγυνο αυτό ήταν ευλογημένο. Ήσαν τόσο πλούσιοι όσο και ελεήμονες. Αλλά η ελεημοσύνη τους δεν έμοιαζε με τις «δωρεές» τις δικές μας. Ήταν ελεημοσύνη με ψυχή. Δεν εβοηθούσαν απλά τους πτωχούς. Τους υπεχρέωναν να κάθονται στο δικό τους τραπέζι, παρεμέριζαν δε τους υπηρέτες και τους επεριποιούντο μόνοι, τρέχοντες από τον ένα στον άλλο.
Οι φίλοι τους εκορόιδευαν. Και αυτοί σε απάντησι έμαθαν και το μονάκριβο παιδί τους την τόσο δύσκολη αυτή υπηρεσία της αγάπης. Με το μικρό του χέρι εμοίραζαν τα αγαθά τους και στις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μάζευαν ορφανά στο σπίτι και έβαζαν το αγοράκι τους να τα υπηρετή.
Αυτό το παιδί, όταν μεγάλωσε, έγινε — μπορούσε να μη γίνη; — ο άγιος Αλέξιος. Ο Άνθρωπος του Θεού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο939)

(Αρχιμανδρίτου Δανιήλ Αεράκη, Χρυσοστομικό Λεξικό, παρατίθεται μόνο το κείμενο σε μετάφραση). 

ΛΕΙΨΑΝΑ

και ευλογία των μαρτύρων (έκδοση Ε.Π.Ε. τόμος 2, σελ. 406)
Τα πόδια τα έδωσε ο Θεός, όχι για να τρέχουμε στα θέατρα και στα ιπποδρόμια και τα άλλα επιβλαβή θεάματα, αλλά για να πορευώμαστε στην εκκλησία, στους τόπους προσευχής και στους τάφους των αγίων μαρτύρων. Έτσι θα κερδίζουμε ευλογίες και θα καταστήσουμε τους εαυτούς μας ανέγγιχτους στις παγίδες του διαβόλου.
και τάφοι αγίων (Ε.Π.Ε. 20,54)
Φοβερό! Χωρίς να φαίνεται τίποτε, χωρίς να συμβαίνη κάτι, χωρίς να υπάρχη άνθρωπος, ακούγονται φωνές και σπαραγμοί, παρουσιάζονται γλώσσες να καίγωνται. Ο διάβολος δεν υποφέρει τη θαυμαστή δύναμι των αγίων λειψάνων.
πολλών άγιων δεν διατηρήθηκαν (Ε.Π.Ε. 25,196-198)
Του Μωϋσή τα οστά ξέρεις που είναι; Δεν βρίσκονται σε ξένη γη; Το ίδιο και τα οστά του Ααρών, του Δανιήλ, του Iερεμία, όπως και τα οστά των Αποστόλων. Των περισσοτέρων δεν ξέρουμε που είναι. Διότι του Πέτρου και του Παύλου και του Ιωάννη και του Θωμά είναι γνωστοί οι τάφοι, όμως των άλλων αγίων, αν και είναι τόσοι πολλοί, πουθενά δεν έχουν ανακαλυφθή. Ας μη θρηνούμε, λοιπόν, γι' αυτό, ας μη μικροψυχούμε. Όπου και αν ταφούμε, «του Κυρίου είναι η γη και το πλήρωμα αυτής». Οπωσδήποτε εκείνο που πρόκειται να γίνη, γίνεται. Το να πενθή, λοιπόν, κανείς και να θρηνή γι' αυτούς, που έχουν φύγει από τη ζωή, και να οδύρεται, προέρχεται από μικροψυχία.
και τάφοι άγιων (Ε.Π.Ε. 30,472)
Μας έχει χαρίσει ο Θεός τα λείψανα των αγίων μαρτύρων. Εκείνος έλαβε τις ψυχές τους στον ουρανό και άφησε σε μας τα σώματά τους, σπουδαία παρηγοριά και ενίσχυσι. Έτσι ερχόμαστε στους τάφος των αγίων και διεγειρόμαστε σε ζήλο και μίμησι της ζωής τους. Βλέποντας τα λείψανά τους θυμόμαστε τα κατορθώματά τους και τις αμοιβές γι αυτά τα κατορθώματα.
αγίων (Ε.Π.Ε 34, 474)
Ας καταφεύγουμε στους αγίους ως προς γιατρούς πνευματικούς. Αφού γι’ αυτό το λόγο ο αγαθός Κύριος μας άφησε τα σώματά τους, ώστε να ερχώμαστε στους τάφους τους, ν’ ασπαζώμαστε τα λείψανά τους με όλη τη θέρμη της ψυχής μας, και να παίρνουμε μεγάλη γιατρειά των ψυχικών και σωματικών μας ασθενειών. Αν προσερχώμαστε με πίστι, είτε ψυχικό, είτε σωματικό πάθος έχουμε, θα επιστρέφουμε στο σπίτι μας με την κατάλληλη θεραπεία.
μετά το λόγο του Θεού (Ε.Π.Ε 34,374)
Μετά τη δύναμι του κηρύγματος τη δεύτερη θέσι έχουν οι τάφοι των αγίων, στο να διεγείρουν σε ίσο ζήλο προς τη ζωή τους τις ψυχές εκείνων, που πηγαίνουν και τους βλέπουν. Όπου υπάρχει κάποια λειψανοθήκη, αμέσως οι ψυχές αισθάνονται ολοφάνερα τις θαυμαστές ενέργειές της. Διότι η θέα της λειψανοθήκης ασκεί επίδρασι στην ψυχή, την καταπλήσσει, την διεγείρει, και δημιουργεί τη συναίσθησι, ότι ο μάρτυρας που βρίσκεται μέσα σ’ αυτήν προσεύχεται μαζί μας, είναι παρών και μας βλέπει.
άφωνοι διδάσκαλοι (Ε.Π.Ε. 36,586-588)
Ο μάρτυρας παραμένει άφωνος στον τόπο του, μέσ' στη μεγάλη σιωπή του. Γι’ αυτό ο Θεός μας άφησε εδώ τα σώματά τους, ώστε, όταν ο όγκος των υποθέσεων και το πλήθος των βιοτικών φροντίδων σκοτίζουν τη διάνοια μας, ν’ αφήνουμε το σπίτι μας, να βγαίνουμε έξω από την πόλι αποχαιρετώντας τους θορύβους, να επισκεπτώμαστε τον τάφο κάποιου μάρτυρα, ν' απολαμβάνουμε την αύρα την πνευματική, να λησμονούμε τις ποικίλες ασχολίες, να χαιρώμαστε την ησυχία, να επικοινωνούμε με τους αγίους, να παρακαλούμε για τη σωτηρία μας τον Θεό, που τους αξίωσε να διακριθούν στους πνευματικούς αγώνες, ν' αναπέμπουμε πολλές και θερμές ικεσίες, και έτσι ανανεωμένοι και χαρούμενοι να επιστρέφουμε στα σπίτια μας.
και λάρνακες (Ε.Π.Ε. 37,124)
Καθημερινά ας επισκεπτώμαστε τάφους αγίων. Θα αποκομίζουμε πνευματικά ωφέλη. Όποιος έρχεται εδώ με πίστι, θα κερδίση μεγάλα αγαθά, αφού όχι μόνο τα σώματα, αλλά και οι λάρνακες των αγίων είναι γεμάτες από πνευματική χάρι.
Προσκύνησις (Ε.Π.Ε 37,216)
Ας γονατίσουμε μπροστά στα λείψανα των αγίων. Ας αγκαλιάσουμε τις λειψανοθήκες τους, διότι μπορούν και οι θήκες των μαρτύρων να έχουν μεγάλη δύναμι, όπως βέβαια και τα οστά των μαρτύρων έχουν μεγάλη δύναμι. Οι άγιες μάρτυρες έχουν μεγάλη παρρησία στο Θεό, όχι μόνο όσο ζούσαν, αλλά και τώρα, πολύ περισσότερο τώρα, που πέθαναν.
φυγαδεύουν τα δαιμόνια (Ε.Π.Ε. 37,226)
Πάρε ένα δαιμονισμένο και μανιακό και φέρτον στον τάφο ενός αγίου, όπου υπάρχουν τα λείψανα του μάρτυρος. Θα δής να απομακρύνεται οπωσδήποτε το δαιμόνιο, τρέχοντας και να φεύγη. Σαν να πρόκηται, δηλαδή, να πατήση πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, έτσι πηδάει αμέσως από τα πρόθυρα ακόμα, χωρίς να τολμήση να ατενίση τη λειψανοθήκη.
φοβερά στους δαιμονισμένους (Ε.Π.Ε. 37,320)
Όπου είναι παραχωμένα οστά μαρτύρων, φεύγουν σαν από φωτιά δυνατή και ανυπόφορη τιμωρία οι δαιμονισμένοι και διακηρύττουν με δυνατή φωνή ότι μαστιγώνονται.
υπόμνημα αρετής (Ε.Π.Ε. 37,232)
Θυμηθήτε τον κατακλυσμό, που έγινε στην εποχή του Νώε, και την κιβωτό εκείνη. Διότι και τότε δίκαιος βρισκόταν μαζί με θηρία. Αλλά τότε ο Νώε μπήκε άνθρωπος στην κιβωτό και βγήκε άνθρωπος. Ο Ιουλιανός όμως ο μάρτυρας μπήκε στο σάκκο άνθρωπος και βγήκε άγγελος. Ο Νώε μπήκε από τη γη και βγήκε πάλι στη γη, ενώ ο άγιος Ιουλιανός μπήκε από τη γη στο σάκκο, και έφτασε από το σάκκο στον ουρανό. Τον δέχτηκε το πέλαγος, όχι όμως για τον θανατώση, αλλά για να τον στεφανώση. Και μετά το στεφάνωμα μας χάρισε ο Θεός αυτή την αγία κιβωτό, το σώμα του μάρτυρα˙ και την έχουμε μέχρι σήμερα ως θησαυρό μύριων αγαθών. Διότι ο Θεός μοιράστηκε με μας τους μάρτυρες. Εκείνος πήρε την ψυχή τους, σε μας άφησε τρόπον τινά το σώμα τους, για να έχουμε διαρκώς υπόμνησι προς μίμησι τας οστά τους.
μέριμνα γι’ αυτά (Ε.Π.Ε. 38,246)
Και για τα λείψανα των αγίων μαρτύρων (που χρειάζονται για τα θυσιαστήρια της ιεραποστολής) να είσαι ήσυχος.


(αρχιμανδρίτου Δανιήλ Αεράκη, Χρυσοστομικό Λεξικό, τόμος Γ, Αθήνα 2011, σελ. 216-220 )

 

Από την Δογματική του Π.Ν. Τρεμπέλα (στη νέα ελληνική γλώσσα).  

1)   Η τιμή προς τους μάρτυρες και τους αγίους εκδηλώθηκε ιδιαιτέρως στα λείψανά τους και σε οποιαδήποτε αντικείμενα ή είδη ρούχων που χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς.
Έτσι αναφέρεται στο Μαρτύριο του Πολυκάρπου, ότι ο ιερός αυτός άνδρας ανέβαλε να βγάλει τα ρούχα του μέχρι τη στιγμή, κατά την οποία ετοιμάστηκε η φωτιά που επρόκειτο να τον δεχτεί, αποφεύγοντας να πράξει αυτό πιο πριν «επειδή πάντοτε καθένας από τους πιστούς βιαζόταν, ποιος θα ακουμπήσει γρηγορότερα το σώμα του». Όταν λοιπόν το τίμιο σώμα του μάρτυρα κάηκε τελείως, οι πιστοί μάζεψαν «τα τιμιότερα και από πολύτιμους λίθους και δοκιμασμένα περισσότερο από χρυσάφι οστά του και τα απόθεσαν όπου ήταν φυσικό», έτσι ώστε συναθροιζόμενοι κατά την επέτειο του θανάτου του να επιτελούν «τη γενέθλια ημέρα του μαρτυρίου του».
Για τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο επίσης εξιστορείται ότι όταν ρίχτηκε για τροφή στα θηρία, «μόνο τα πιο σκληρά από τα άγια λείψανά του απέμειναν, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Αντιόχεια και κατατέθηκαν σε λινό (=λειψανοθήκη κατασκευασμένη από λινάρι), θησαυρός ανεκτίμητος».
Και σύμφωνα με την μαρτυρία του Χρυσοστόμου τα άγια αυτά λείψανα τα δέχτηκαν οι Αντιοχείς «με στεφάνια», και όχι μόνο αυτοί, «αλλά και όλες οι ενδιάμεσες πόλεις από τη Ρώμη» μέχρι την Αντιόχεια «προέπεμπαν εγκωμιάζοντας τον στεφανωμένο, ανυμνώντας τον αγωνοθέτη, περιγελώντας τον διάβολο».
Από την άλλη ο μεν Ευσέβιος μάς πληροφορεί ότι τον του αδελφοθέου «Ιακώβου θρόνο» φύλαγαν με επιμέλεια οι διάδοχοί του, αποδεικνύοντας έτσι «τι σεβασμό διατηρούσαν και διατηρούν οι παλαιοί και οι σύγχρονοί μας προς τους αγίους άνδρες για την προς αυτούς εύνοια εκ μέρους του Θεού».
Αλλά και ο Αμβρόσιος μαρτυρεί για το ότι οι Χριστιανοί μάζευαν ευλαβικά μαζί με το αίμα και τα καρφιά και τα τιμωρητικά όργανα, που χρησιμοποιήθηκαν από τους δημίους για τελείωση των μαρτύρων (16).
2)  Αυτού του είδους οι εκδηλώσεις, που σημειώθηκαν και σε πολυάριθμες άλλες περιστάσεις, θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως τελείως φυσικές, διότι έχουν τα προηγούμενά τους στη Βίβλο, από τα οποία και ενθαρρύνθηκαν σε αυτές οι αρχαίοι Χριστιανοί. Για αυτό λοιπόν και χρονολογούνται όχι μόνο από τα νεώτερα αλλά και από τα παλαιότατα χριστιανικά χρόνια. Τα από τη Γραφή ερείσματα και προηγούμενα των εκδηλώσεων αυτών προς τα ιερά λείψανα απαριθμούνται και εκτίθενται τόσο στις Αποστολικές Διαταγές, όσο και από τους Πατέρες Μ. Βασίλειο και Κύριλλο Ιεροσολύμων.
Έτσι σύμφωνα με τις Αποστολικές Διαταγές, των πεθαμένων «που ζουν κοντά στο Θεό, ούτε τα λείψανα δεν είναι άτιμα» όπως φαίνεται αυτό από το ότι «ο Ελισαίος ο προφήτης ανέστησε νεκρό μετά το θάνατό του κάποιον που είχε σκοτωθεί από πειρατές της Συρίας. Διότι ήρθε σε επαφή το σώμα του με τα οστά του Ελισαίου και αφού αναστήθηκε έζησε».
Έγινε όμως αυτό, όπως παρατηρεί ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, «έτσι ώστε να μην τιμηθούν μόνο οι ψυχές των δικαίων», αλλά και τα σώματά τους· επιπλέον επίσης για «να πιστευτεί ότι υπάρχει δύναμη μέσα στα σώματα των δικαίων», αφού «το νεκρό σώμα του προφήτη επιτέλεσε έργο ψυχής και αυτό που πέθανε και κειτόταν έδωσε ζωή στον πεθαμένο και ενώ έδωσε ζωή, αυτό έμεινε ομοίως στους νεκρούς». Προχωρώντας όμως οι Αποστολικές Διαταγές και σε άλλη περίπτωση από τη Γραφή που δείχνει, ότι παρά τις διατάξεις του Μωϋσή σχετικά με λείψανα και νεκρά σώματα που κάνουν ακάθαρτους αυτούς που τα αγγίζουν, των δικαίων τα λείψανα κανένα και σε αυτήν την Π.Δ. δεν μετέδιδαν μολυσμό, σημειώνουν: «Και ο Μωϋσής και ο Ιησούς του Ναυή περιέφεραν τα λείψανα του Ιωσήφ, χωρίς να το θεωρούν αυτό μολυσμό».
Προσθέτει μάλιστα σχετικά και ο Μ. Βασίλειος, ότι, «όταν πέθαιναν ιουδαϊκά, ήταν βδελυκτά τα θνησιμαία· όταν όμως ο θάνατος είναι για το Χριστό είναι τίμια τα λείψανα των οσίων του». Και από μεν τη μωσαϊκή νομοθεσία «λεγόταν στους ιερείς και στους Ναζωραίους το, Δεν θα μιανθείτε με τίποτα που έχει πεθάνει· και το, Εάν κάποιος αγγίξει νεκρό, θα είναι ακάθαρτος έως το απόγευμα, και το, Θα πλύνει τα ρούχα του. Τώρα όμως αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρα παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε στο σώμα» (17).
(3)   Ο Ιεροσολύμων Κύριλλος φέρνει και κάποια εξήγηση αυτής της χάρης, η οποία βγαίνει από τα λείψανα των αγίων, παρατηρώντας, ότι «βρίσκεται κάποια δύναμη μέσα στο σώμα των αγίων λόγω της ενάρετης ψυχής που για τόσα χρόνια κατοίκησε μέσα σε αυτό, της οποίας έγινε το σώμα υπηρέτης», το οποίο ακριβώς υπενθυμίζει και τη βεβαίωση του θείου Παύλου, σύμφωνα με την οποία και «τα σώματά μας είναι μέλη Χριστού» και «είναι ναός του Αγίου Πνεύματος μέσα μας» (18).

Επιπλέον ο Κύριλλος αναφέρεται και στα «μαντήλια του κεφαλιού ή του λαιμού» των Αποστόλων, «που ήταν έξω» από το σώμα τους και μόνο άγγιζαν αυτό, τα οποία από την επαφή αυτή έπαιρναν τόσο μεγάλη δύναμη και χάρη, ώστε «όταν άγγιζαν τα σώματα των αρρώστων σήκωναν τους ασθενείς».
Ο θείος Χρυσόστομος από την άλλη υπενθυμίζοντας την ίδια του Ελισαίου αφήγηση της Γραφής, παρατηρεί σχετικά, ότι όχι μόνο τα σώματα, «αλλά και οι ίδιες οι λάρνακες των αγίων είναι γεμάτες από πνευματική χάρη». Διότι, εάν πριν ακόμη το Άγιο Πνεύμα επισκηνώσει στην Εκκλησία του Χριστού, σε αυτά τα χρόνια της Π.Δ., στην περίπτωση του Ελισαίου «συνέβαινε τούτο και νεκρός που άγγιξε τη λάρνακα έσπασε τα δεσμά του θανάτου και επανήλθε πάλι στη ζωή, πολύ περισσότερο τώρα που είναι αφθονότερη η χάρη, τώρα που είναι περισσότερη η ενέργεια του Πνεύματος», επόμενο είναι εκείνος, ο οποίος «με πίστη» θα απλώσει το χέρι, για να έλθει σε επαφή με θήκη (λάρνακα) που περιέχει άγια λείψανα «θα κερδίσει πολλή δύναμη από εκεί» (19).
(4)  Αυτής άλλωστε της δύναμης και χάρης η εκπόρευση διαπιστωνόταν και επιβεβαιωνόταν από το πλήθος των θαυμάτων, τα οποία λάμβαναν χώρα από την με πίστη προσέλευση στους τάφους των μαρτύρων και αγίων και την ευλαβική επαφή και προσκύνησή τους. Για τα θαύματα αυτά έχουμε αυθεντικές μαρτυρίες που παρέχονται από επίσημους και μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Αμβρόσιος, ο Αυγουστίνος, οι Καππαδόκες και ο Χρυσόστομος.
α)  Έτσι ο μεν Αμβρόσιος σε κάποια επιστολή του (20) επικαλείται την πείρα αυτών που τους στέλνει την επιστολή σχετικά με τα θαύματα, ότι

«γνωρίσατε πάρα πολλούς, ακόμα όμως και με τα ίδια σας τα μάτια είδατε πολλούς, οι οποίοι ελευθερώθηκαν από τους δαίμονες, και επιπλέον οι οποίοι ερχόμενοι να αγγίξουν τα ρούχα των αγίων, αιφνίδια θεραπεύτηκαν από όλα τα δεινά που τους κατείχαν. Τα θαύματα των παλαιών καιρών ανανεώθηκαν, αφότου με την έλευση του Κυρίου Ιησού ξεχύθηκε στη γη αφθονότερη χάρη. Έχετε δει πάρα πολλούς που θεραπεύτηκαν από μόνη τη σκιά των αγίων που έπεσε πάνω τους. Πόσα πανιά κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι! Πόσα ρούχα που τοποθετήθηκαν πάνω σε άγια λείψανα, δεν απέβησαν ιαματικά με μόνη την επαφή και περιζήτητα από όλους. Όλοι ζητούν να αγγίξουν αυτά, έστω και ελαφρά, και όποιος το πέτυχε αυτό, θεραπεύτηκε αμέσως».
β)   Επιβεβαιώνοντας τη μαρτυρία αυτή του Αμβροσίου, που δόθηκε με αφορμή το άνοιγμα των λειψάνων των αγίων Γερβασίου και Προτασίου, αναφέρει και ο Αυγουστίνος διάφορα θαύματα που έγιναν από τη χάρη των παραπάνω αγίων λειψάνων, ένα από τα οποία υπήρξε και η θεραπεία κάποιου τυφλού, που έγινε στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) «κατά τη συρροή των πιστών στα σώματα των μαρτύρων Προτασίου και Γερβασίου» (21).
γ)   Από την άλλη ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός αναφερόμενος στην πείρα, την οποία είχαν οι ακροατές του για τη δύναμη, που έβγαινε από τα άγια λείψανα του Κυπριανού, παρατηρεί: «Τα υπόλοιπα ας προστεθούν από εσάς τους ίδιους, την καθαίρεση των δαιμόνων, την θεραπεία των ασθενειών, την πρόγνωση του μέλλοντος, τα οποία όλα μπορεί και το λείψανο του Κυπριανού όταν υπάρχει η πίστη, όπως γνωρίζουν όσοι έλαβαν πείρα και έχουν μεταδώσει το θαύμα και σε εμάς και θα το παραδώσουν και στο μέλλον».

Και αλλού πάλι μιλώντας για τους αποστόλους και τα υπόλοιπα «υπέρ του Χριστού θύματα, οι οποίοι πρόθυμα αγωνίστηκαν εναντίον φωτιάς και σιδήρου και θηρίων και τυράννων», διακηρύττει ότι από αυτούς «δαίμονες διώχνονται και ασθένειες θεραπεύονται» «και αυτών και τα σώματα μόνα έχουν την ίδια δύναμη με τις άγιες ψυχές τους, είτε αγγίζονται είτε τιμώνται. Αυτών και σταγόνες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους τους ενεργούν όσα και τα σώματα» (22).
δ)  Ο Γρηγόριος ο Νύσσης επίσης για επικύρωση της βεβαίωσής του, ότι γνώριζε, «ότι έχουν δύναμη τα λείψανα» των μαρτύρων, και ότι αυτός είδε «τις σαφείς αποδείξεις της παρρησίας τους προς το Θεό», αφηγείται τη θεραπεία στρατιώτη κουτσού από τα άγια λείψανα των αγίων Τεσσαράκοντα (23).
ε)   Αλλά αυτός που ιδιαιτέρως τόνισε τις χάριτες και δυνάμεις που ξεχύνονται από τα άγια λείψανα και τις λάρνακές τους, υπήρξε ο θείος Χρυσόστομος. Έτσι ο θείος πατέρας διακηρύττει, ότι «όχι μόνο τα οστά των μαρτύρων, αλλά και οι τάφοι τους και οι λάρνακες πολλή αναβλύζουν την ευλογία». Αλλού πάλι χαρακτηρίζει τα σώματα των αγίων ως ασφαλέστερο οχύρωμα από αδαμάντινο τείχος που τειχίζει την πόλη και «σαν να προβάλλουν από παντού σαν κάποιοι υψηλοί σκόπελοι αποκρούουν όχι τις επιθέσεις αυτών των αισθητών και ορατών εχθρών μόνο, αλλά και τις επιβουλές των αοράτων δαιμόνων και τόσο εύκολα ανατρέπουν και διαλύουν όλη την πανουργία του διαβόλου". Επιπλέον «και αν ακόμη ο κοινός μας δεσπότης οργίζεται για το πλήθος των αμαρτημάτων, θα μπορέσουμε, προβάλλοντας αυτά τα σώματα, να τον κάνουμε γρήγορα σπλαγχνικό για την πόλη».

Και σε άλλη πάλι περίπτωση τονίζοντας τη δύναμη, την οποία έχουν τα οστά των αγίων παρατηρεί, ότι αυτή «δαίμονες υποτάσσει και βασανίζει και ελευθερώνει όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά». Και την ώρα που κανένα από τα ορατά και αισθητά δεν βρίσκεται πάνω «στις πλευρές του δαίμονα, φωνές και σπαραγμοί, μαστιγώματα, βάσανα» ακούγονται και σημειώνονται, «επειδή ο δαίμονας δεν αντέχει την θαυμαστή εκείνη δύναμη». Έτσι οι άγιοι «που φόρεσαν τα σώματα» «επικρατούν των ασωμάτων δυνάμεων, και η σκόνη και τα οστά και η τέφρα εξοντώνει τις αόρατες εκείνες φύσεις» (24).
στ)  Τέλος ο Μ. Βασίλειος, πεπεισμένος για το ότι «αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρος παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε μέσα στο σώμα», στο λόγο του στη μάρτυρα Ιουλίττα διακηρύττει για «το τίμιο σώμα» της, ότι «τοποθετημένο στο ωραιότατο προπύλαιο του ναού της πόλης, αγιάζει μεν τον τόπο, αγιάζει όμως και αυτούς που προσέρχονται σε αυτόν» (25)


Παραπομπές
(16) Μαρτύριο Πολυκ.13 και 18 ΒΕΠ.3,24 και 26. Μαρτύρ. Ιγνατίου στο τέλος ΒΕΠ. 2,341.Χρυσοστόμου εις τον Θεοφόρον Ιγνάτιον § 5 Μ. 50,594. Ευσεβ. Εκκλ. Ιστ. 7,19 Μ. 20,681, Αμβροσίου, Exhort. Virginit κεφ. 2 § 9 M.L. 16,354
(17) Αποστ. Διαταγ. ΣΤ 30,5, Β.Ε.Π. 2,116, Δ΄Βασιλ. Ιγ 21, Κυρίλλου Ιεροσ. Κατήχ. 18, § 16, Μ. 33,1036,1037, Εξόδου ιγ 19, Λευϊτ. ια 39,40, Μ. Βασιλείου ομιλία εις τον Ψαλμό ριε § 4, Μ. 30,112.
(18) Κυρίλ. Ιεροσ. Ο.π. . Α΄Κορινθ. Στ 15 και 19.
(19) Κυρίλ. Ιεροσολ. Ο.π. Χρυσοστόμου Εγκώμ εις Ιγνάτιον Θεοφόρον § 5, Μ. 50. 595
(20) ΧΧΙΙ § 9, P.L. 16, 1064.
(21) De civit. XXII 8 § 2. M.L. 41,701
(22) Γρηγορίου Ναζ. Λόγος 24, εις ιερομ. Κυπριανόν § 18, Μ. 35, 1192. Του ιδίου λόγος 4 κατά Ιουλιανού Α § 69, Μ. 35,589.
(23) Λόγος Α εις τους Τεσσαράκοντα μάρτυρας, Μ. 46,784
(24) Χρυσοστόμου Εις μάρτυρας ομιλία, Μ. 50,664, εις μάρτυρας Αιγυπτίους § 1, Μ. 50,694,695. Ομιλία 26 εις την Β΄Κορ. § 5, Μ. 61,583.
(25) Μ. Βασιλ. Ομιλία εις Ψαλμόν ριε § 4, Μ. 30,112. Του ιδίου εις την μάρτυρα Ιουλίττα § 2, Μ. 31,241

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τόμος 3, εκδ. ο Σωτήρ, 1979, σελ. 399-402 η μετάφραση στα νέα Ελληνικά έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

 

Έπραξαν άγια. 
Όταν οι στρατιώτες του Γεωργίου Καραϊσκάκη έπιασαν έναν συνάδελφό τους που είχε λιποτακτήσει κατά την ώρα της μάχης κι ετοιμάζονταν να τον σκοτώσουν, ο μεγάλος στρατηγός του 21 τους σταμάτησε και τους είπε:
— Σταθήτε μια στιγμή. Σας αφίνω να τον κάνετε ό,τι θέλετε. Αλλά σας λέω τούτο μονάχα: Αν τον σκοτώσετε, θα πράξετε δίκαια. Αν τον συγχωρήσετε, θα πράξετε άγια.
Οι στρατιώτες «έπραξαν άγια» και δεν έθιξαν ούτε μια τρίχα του λιποτάκτη.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο766)

Να πεθάνω
Κάποτε ο μέγας μαθηματικός της αρχαιότητος Ευκλείδης φιλονίκησε με τον αδελφό του κι εκείνος εξωργισμένος έφυγε απ’ το σπίτι φωνάζοντάς του:
— Να πεθάνω, αν δεν σ’ εκδικηθώ κάποτε.
Κι ο Ευκλείδης, που είχε συνέλθει στο μεταξύ, του αποκρίθηκε συντετριμμένος και με πραότητα:
— Κι έγώ να πεθάνω, αν δεν σου μαλακώσω την οργή με τον υπομονή μου κι αν δε σε κάνω να μ’ αγαπήσης περισσότερο.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο216)

Δεν αρκεί να μετανιώνουμε για τις ατέλειωτες αμαρτίες μας· δεν αρκεί να θέτουμε ερωτήματα καθαρά ηθικής τάξης: «συμπεριφέρομαι καλά ή αντίθετα συμπεριφέρομαι άσχημα;». Το θέμα είναι να γνωρίζω τί είδους άνθρωπος είμαι. Θεωρώ ότι είμαι ανθρώπινο ον· είμαι ικανοποιημένος που δείχνω σεβασμό στην ορθόδοξη χριστιανική μου ιδιότητα· είμαι ικανοποιημένος που αποδεικνύομαι άξιος γιός, κόρη, σύζυγος ή γυναίκα, μνηστήρας ή μνηστή, πατέρας ή μητέρα· είμαι ικανοποιημένος που αποδεικνύομαι άξιος φίλος, συνάδελφος ή συνεταίρος στη δουλειά· όμως, σε τελευταία ανάλυση, ποιος είμαι; Ποιό είναι το αυθεντικό μου κομμάτι και ποιό το επίπλαστο; Μέχρι ποιό σημείο προσπαθώ να φαίνομαι αντί απλά να είμαι;
Όταν, αργά ή γρήγορα, μας εγκαταλείψουν οι δυνάμεις, που μας επέτρεπαν να φτιάξουμε φράγμα προστατευτικό απέναντι στις αναμνήσεις, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το παρελθόν μας, το μακρινό ή το πρόσφατο, και θα μας είναι σκληρό να συμφιλιωθούμε μαζί του. Εξοπλιζόμενοι όμως με θάρρος και αποφασιστικότητα, θα μπορέσουμε να φτάσουμε στο τέρμα, με τέτοιο τρόπο ώστε όχι μόνο ο επιφανειακός εαυτός μας αλλά και ο εσώτερος να μεταμορφωθούν.
Επιτρέψτε μου ακόμα μια λέξη σχετικά με τούτη την κατάσταση της κόπωσης, τόσο της εξωτερικής όσο και της εσωτερικής του σώματος, αλλά και της ψυχής, που γίνεται μόνιμη με το πέρασμα των χρόνων και την εξέλιξη της ζωής σε οποιαδήποτε ηλικία.
Κάποιες φορές μας λείπουν οι δυνάμεις που χρειάζονται για να συγκεντρώσουμε το νου μας στη προσευχή. Θέλουμε να προσευχηθούμε αλλά νιώθουμε πολύ αδύναμοι. Η καρδιά μας βασανίζεται κι όμως ο νους μας διστάζει. Σκεφτείτε μία ήρεμη λίμνη πάνω από την οποία φυσάει ένα ελαφρό αεράκι: όλη η επιφάνειά της κυματίζει και δεν αντανακλά ούτε τον ουρανό ούτε τη γη· στο βάθος της πάλι παραμένει ήρεμη, χωρίς να την έχει προσβάλει ο άνεμος.

Συχνά μοιάζουμε με τη λίμνη, στο βάθος μας είμαστε διαυγείς και γαλήνιοι, στην επιφάνεια όμως έχει ξεσπάσει τέτοιο μπουρίνι που δεν υπάρχει τρόπος να μαζέψουμε τους λογισμούς και τα αισθήματά μας. Και τότε τί κάνουμε;
Να μία συμβουλή που μου έδωσε στο παρελθόν ο πνευματικός μου πατέρας για το ζήτημα αυτό, και για την οποία του είμαι βαθιά ευγνώμων. Με συμβούλεψε να κάνω πέντε βαθιές μετάνοιες, πριν ξαπλώσω.

Το ζήτημα βεβαίως δεν είναι στον αριθμό των μετανοιών, ούτε στο αν πρέπει να τις κάνω ή όχι, αλλά στο να βρεθώ ενώπιων του Θεού, και να ταπεινωθώ μπροστά Του -«εν πνεύματι και αληθεία», «εξ όλης της ψυχής μου»- και να πω: Κύριε! με τις προσευχές εκείνων που με αγαπούν, σώσε με και προστάτευσέ με. «Στη συνέχεια», μου έλεγε ο πατήρ Αθανάσιος, «πέσε στο κρεβάτι, άφησε ελεύθερο το νου σου και θυμήσου όλα τα πρόσωπα των οποίων η μορφή ξεπροβάλλει στη μνήμη σου -όλους όσοι σε αγαπούν».
Έχουμε όλοι μας ανθρώπους που μας αγαπούν, ανθρώπους που θέλουν τούτη τη στιγμή στη γη το καλό μας αληθινά και τίμια, ανθρώπους που ονειρεύονται να μας δουν να εξελισσόμαστε, να αυξάνουμε στο πλήρες μέτρο του προορισμού μας ως άνθρωποι και ως χριστιανοί. Και κάθε φορά που φέρνουμε στη μνήμη μας το όνομα και την εικόνα ενός τέτοιου προσώπου, ας δοξολογούμε τον Θεό που υπάρχει στη γη ή τον ουρανό κάποιος σαν κι αυτόν, και ας Του ζητούμε να τον ευλογεί για την αγάπη του.

Ας μαζεύουμε λοιπόν τις αναμνήσεις, χωρίς να ανασκαλίζουμε τη μνήμη, αφήνοντας τις εικόνες να αναδύονται ελεύθερα. Θα εμφανιστούν τότε οι άνθρωποι, του περιβάλλοντός μας, οι γονείς μας, όσοι συναντήθηκαν μαζί μας στο παρελθόν και μας αγάπησαν με μία γνήσια αγάπη. Ύστερα, ίσως εμφανιστούν οι άγιοι που έχουμε δίπλα στη καρδιά μας, οι άγιοι που μνημονεύουμε συχνά και που ευλαβούμαστε ιδιαίτερα· θα εμφανιστούν κάτω από τελείως διαφορετική οπτική, χωρίς κανένα σημείο «αντικειμενικότητας», και θα δημιουργήσουν προσωπική σχέση μαζί μας·

δεν θα το κάνουν επειδή τους αγαπάμε, τους σεβόμαστε, τους θαυμάζουμε, αλλά γιατί θα μας ήταν εντελώς αδύνατο να πράξουμε οτιδήποτε, αν εκείνοι δεν έστρεφαν το πρόσωπό τους προς το μέρος μας, αν η αγάπη τους, η φροντίδα τους και το ενδιαφέρον τους για μας δεν ξεσήκωναν την καρδιά μας… Ο καθένας μας είναι σε θέση να θυμηθεί τον Νικόλαο τον Θαυματουργό, τον Σεραφείμ του Σάρωφ ή άλλους αγίους.

Ο καθένας μας φέρει το όνομα ενός αγίου και επομένως έχει αναπτύξει σύνδεσμο με αυτό τον άγιο ή αυτή την αγία, για πάντα -από την ώρα του Βαπτίσματος μας-, ο άγιος ή, η αγία προσεύχεται για μας, μας σκέπτεται, μας περιβάλλει, με την αγάπη του, μια αγάπη που πολύ σπάνια μπορούμε να βρούμε στη γη. Τελικά, ενδεχομένως και άλλοι άγιοι να εμφανιστούν: άγιοι που ενδέχεται να έχουμε διαβάσει το βίο τους ή να έχουμε ακούσει να μιλούν γι’ αυτούς. Η εικόνα τους θα μας έκανε εντύπωση, θα έμπαιναν στη ζωή μας και με συγκεκριμένο τρόπο θα τη μεταμόρφωναν.
Μετά από αυτά κοιμόμαστε με τη συνοδεία των αγίων και στην κορυφή αυτής της σύναξης των αγίων βρίσκονται η Θεοτόκος και ο ζωντανός Θεός. Τότε θα εκπληρωθεί σε μας ο λόγος της Παλαιάς Διαθήκης «Εγώ καθεύδω. και η καρδία μου αγρυπνεί» (Άσμα Ασμάτων 5, 2)· αυτή η καρδιά είναι ζωντανή. Η συνείδησή μου βρίσκεται σε ύπνωση, η καρδιά μου όμως γρηγορεί σε κοινωνία αγάπης με τον κόσμο των ζώντων και με τον κόσμο των κεκοιμημένων, για τους οποίους τίποτε δεν υπάρχει έξω από την αγάπη και οι οποίοι μας αγαπούν όλους με μίαν αγάπη ανεξάντλητη και αδαπάνητη.
Όλος ο κόσμος είναι δυνατόν να το κάνει αυτό. Όλος ο κόσμος είναι δυνατόν να πει: «Κύριε, με τις προσευχές εκείνων που με αγαπούν, σώσε με και φύλαξέ με». Και ο καθένας μπορεί ν’ ανοιχτεί στη μνήμη της αγάπης, που κατέστησε δυνατή τούτη τη ζωή. Όσα κι αν είναι τα χρόνια που βαραίνουν στους ώμους μας, όση κι αν είναι η εξάντληση από την κόπωση ή την αρρώστια, όση κι αν είναι η διάχυση του νου μας και η αποδιοργάνωση της κακής κατάστασης των νεύρων μας, αυτός ο τρόπος του ύπνου παραμένει πάντοτε δυνατός.

(Anthony Bloom, «Το μυστήριο της ίασης», εκδ. Εν πλω)

Τι είπε ο άγιος Φώτιος για τα λάθη των αγίων Πατέρων. Γιατί δεν είναι αλάθητοι, και πότε;

πηγή: oode

Έχουμε κατ' επανάληψιν μιλήσει για την έννοια της Θείας Αποκάλυψης και της Θεοπνευστίας στην Εκκλησία του Κυρίου σε αυτή την ιστοσελίδα. Έχουμε επίσης πει ότι άλλο πράγμα είναι το "αλάθητο", και άλλο πράγμα η Θεοπνευστία. Και ότι ακόμα και οι άγιοι Πατέρες, έχουν κάποια όρια, στο τι απ' όσα δίδαξαν, αποτελεί Θεία Αποκάλυψη, και στο τι αποτελεί προσωπική τους γνώμη. Καιρός όμως, να δούμε τι λέει γι' αυτό το θέμα, ένας από τους ίδιους τους αγίους Πατέρες, ο άγιος Φώτιος!

Ψυχολογικές ανάγκες

Η χρησιμότητα του παρόντος άρθρου, πέρα από το ότι μας βοηθάει να έχουμε ένα Ορθόδοξο κριτήριο ανάγνωσης και αποδοχής των γραμμένων σε κείμενα αγίων Πατέρων, διορθώνει την εσφαλμένη (και συχνά στενόμυαλη) στάση ορισμένων Χριστιανών, που προσκολλούνται σε κείμενα αγίων Πατέρων, με μία Ορθοδοξίζουσας μορφής Προτεσταντική νοοτροπία. Όπως δηλαδή οι Προτεστάντες μένουν κολλημένοι "στο γράμμα" της Αγίας Γραφής, χάνοντας το Πνεύμα, έτσι και μερικοί αδελφοί μας, από υπερβολική αγάπη και σεβασμό προς τους αγίου Πατέρες, εκλαμβάνουν οτιδήποτε δουν γραμμένο από αυτούς, ως κατ' ανάγκην "Θεία Αποκάλυψη", και επειδή το είπε κάποιος άγιος, ακόμα και λάθος αν είναι, αρνούνται πεισματικά να εξετάσουν με ανοιχτή διάνοια και μια διαφορετική θέση.

Είναι λογικό και ψυχολογικά χρήσιμο, να επιζητούμε κάποιο "σταθερό" σημείο αναφοράς, μια αμετακίνητη και ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ βάση, πάνω στην οποία να στηρίξουμε την πίστη μας. Όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι οι ψυχολογικές μας ανάγκες για κάτι τέτοιο, πρέπει να μας οδηγήσουν σε μία ουτοπική θεώρηση ορισμένων πραγμάτων, όπως είναι για παράδειγμα τα Ιερά Κείμενα. Η Θεία Αποκάλυψη, δεν δόθηκε για να μας στερήσει την ελευθερία και την κριτική σκέψη, και να μας κάνει άγνωμους αποδέκτες προ-κατασκευασμένων "δογματικών πακέτων". Δόθηκε ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ, για να μας ΑΣΚΗΣΕΙ την ελευθερία και την κριτική σκέψη. Το δόγμα δόθηκε για να μας οδηγήσει ΕΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΠΛΗΡΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ στη βίωση της εν Χριστώ ζωής, ώστε να μπορούμε κι εμείς να βιώσουμε όλα όσα κατέγραψαν πριν από εμάς οι άγιοι Πατέρες, που βίωναν την εν Χριστώ ζωή. Γιατί τελικά τα όσα μας παρέδωσαν, δεν είναι παρά εκφράσεις της εν Χριστώ εμπειρίας τους, με στόχο να μας οδηγήσουν στη βίωση αυτής της ίδιας αγιοποιού εμπειρίας. Το να αγκιστρώνεται κάποιος τυφλά σε κείμενα, αρνούμενος να αξιοποιήσει το θεόδοτο δώρο της ΥΠΕΥΘΥΝΗΣ αναζήτησης της κατά Θεόν ζωής, όχι μόνο δεν αποτελεί ευκταίο Χριστιανικό χαρακτηριστικό, αλλά αντιθέτως, αποτελεί προσπάθεια αποποίησης ευθυνών, και φυγοπονία! Ζητάει καταφύγιο βεβαιοτήτων, στρουθοκαμηλίζοντας, αντί να ασκήσει κρίση και κόπο εξιχνίασης των βαθέων του Θεού.

Ο παραδεδομένος από τον Θεό λόγος, είναι "λυχνάρι που φέγγει σε σκοτεινό τόπο, ώσπου να ανατείλει ο Φωσφόρος στις καρδιές μας" (Β΄ Πέτρου 1/α: 19). Προσέξτε! Δεν μιλάει για προσκόλληση στον προφητικό λόγο. Μιλάει για μια προσωρινή σχέση, ΩΣΠΟΥ να αρχίσει να διδάσκεται πλέον ο Χριστιανός από τον Θεό άμεσα, και να βιώνει την εν Αγίω Πνεύματι ζωή. Τα κείμενα των αγίων, είναι βοηθητικά και προσωρινά. Η ΣΧΕΣΗ με τον Θεό είναι αιώνια!

Τι είπε ο άγιος Φώτιος

Ενώ λοιπόν τα κείμενα των αγίων Πατέρων, στην συντριπτική τους πλειονότητα, είναι πλήρη Πνεύματος Αγίου, και μας δίνουν πληθώρα Θείων Αποκαλύψεων, υπάρχουν και ορισμένα σημεία, ή ορισμένες τους θέσεις, (ΣΠΑΝΙΟΤΑΤΑ βέβαια), που και αυτά περιέχουν ορισμένα λάθη, ή προσωπικές τους απόψεις, που θα ήταν λάθος κάποιος να τα εκλάβει ως Αποκάλυψη Θεού, μόνο και μόνο επειδή τα έγραψε κάποιος άγιος.

Όταν για παράδειγμα, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, υπολογίζει σε κείμενό του την ημερομηνία γέννησης του Κυρίου Ιησού, και λέει ότι ο πατέρας του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή ήταν "αρχιερέας", και μπερδεύει τα δύο θυσιαστήρια του ναού, πρόκειται για σαφέστατο λάθος. Ή όταν ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλάει για την σωτηρία και των ασεβών, κι εδώ είναι κάτι που η Εκκλησία το έχει χαρακτηρίσει λάθος Συνοδικά! Και όταν ο άγιος Αυγουστίνος ερμηνεύει την εν Χριστώ Σωτηρία δικανικά, και πάλι είναι λάθος, μια και συγκρούεται ευθέως με την πίστη των άλλων αγίων πατέρων. Μάλιστα θέσεις του αγίου Αυγουστίνου, αποτέλεσαν (και αποτελούν) αφορμές ρήξης με τη Δυτική εκκλησία, καθώς εκεί εμμένουν σε κάποιες από τις εσφαλμένες θέσεις του, μόνο και μόνο επειδή ήταν άγιος!

Τι θα κάνουμε λοιπόν; Θα κοιτάμε τα κείμενα τών αγίων πατέρων με καχυποψία και με υψηλοφροσύνη ενώπιόν τους; Θα τα διαβάζουμε άραγε με πνεύμα αντιλογίας και αναζητώντας σε αυτά σφάλματα;

Όχι βέβαια! Τα κείμενα των αγίων Πατέρων, είναι πηγή σοφίας, γνώσεως και Αγιοπνευματικής ζωής. Είναι διαμάντια Θείας Αποκάλυψης και πηγή Αποστολικών Παραδόσεων, και ξεχειλίζουν από τη Χάρη του Θεού. Τα κείμενα των Αγίων Πατέρων, είναι φως και ζωή. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι είναι αλάθητα! Αυτό δεν σημαίνει, ότι επειδή γράφτηκε κάτι από κάποιον άγιο, είναι ΚΑΤ' ΑΝΑΓΚΗΝ σωστό, και ότι πρέπει να το υποστηρίζουμε με φανατισμό, έστω και αν κάποιος μας επιδεικνύει ντοκουμέντα για κάτι διαφορετικό. Όλοι οι άνθρωποι, ακόμα και οι άγιοι, έχουν κάνει λάθη στη ζωή τους! Και ο σκοπός αυτού του άρθρου, είναι να βοηθήσει να αποφεύγονται ΟΙ ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ, και οι αδικαιολόγητες προσκολλήσεις σε κάτι σπάνιο, που βεβαίως θα μπορούσε να είναι λάθος, σε αυτά τα κείμενα.

Τι κριτήρια μπορούμε λοιπόν να αναζητήσουμε, για το πότε είναι δυνατόν κάποιος άγιος Πατέρας να έχει κάνει κάπου λάθος;

Ας δούμε τι γράφει γι' αυτό ακριβώς το θέμα, ένας απ' αυτούς, δηλαδή από τους ίδιους τους αγίους Πατέρες, ο άγιος Φώτιος:

«…Πόσαι δε περιστάσεις πραγμάτων πολλούς (=πατέρες) εξεβιάζοντο, τα μεν παραφθέγξασθαι, τα δε προς οικονομίαν ειπείν, τα δε και των απειθούντων επαναστάντων, τα δε και αγνοία, οία δη περιολισθήσαι ανθρώπινον... Ει δε παρεφθέξαντο μεν ή διά τινα αιτίαν νυν αγνοουμένην ημίν της ευθύτητος εξετράπησαν, ουδεμία δε ζήτησις αυτοις προσενήνεκται, ουδ’ εις μάθησιν της αληθείας ουδείς αυτούς παρακάλεσε, πατέρας μεν ουδέν ελλάτον αυτούς, ει και μη τούτο είπον, επιγραφόμεθα... τοις λόγοις τούτων, εν οις παρηνέχθησαν, ουχ εψόμεθα…» (Φωτίου, Επιστολή Ε΄, Προς τον Ακυλουΐας Ιωάννην ι΄, εις Ι. Βαλέττα, Φωτίου Επιστολαί, Λονδίνο 1864, σ. 196).

Ας δούμε τι σημαίνουν τα λόγια αυτά σε απλή σημερινή γλώσσα:

«...Ακόμη, πόσες δυσκολίες των καταστάσεων ανάγκαζαν πολλούς Πατέρες άλλα να τα παραποιούν, άλλα να τα λεν με πνεύμα συγκατάβασης, άλλα να λεν όταν ξεσηκώνονταν οι απείθαρχοι, άλλα να τα λεν από άγνοια, καθώς βέβαια είναι ανθρώπινο να σφάλει κανείς. Και αν παραποίησαν κάτι ή, για κάποιο λόγο που εμείς τώρα αγνοούμε, παρεξέκλιναν από την ορθή πορεία, τη στιγμή μάλιστα που δεν τους ζητήθηκε να εκφέρουν άποψη ούτε κανείς τους παρακάλεσε να του διδάξουν την αλήθεια, τους αναγνωρίζουμε το ίδιο ως Πατέρες, όπως θα τους αναγνωρίζαμε και αν δεν εξέφραζαν αυτή την άποψη... τη διδασκαλία τους στην οποία πλανήθηκαν δε θα την ακολουθήσουμε...» (Μετάφραση από το φιλόλογο Παύλο Χατζηπαππά, την οποία μεταφέραμε σε μονοτονικό).

Για το ίδιο κείμενο, ο θεολόγος Μιχαήλ Μπερκουτάκης, κάνει τα εξής σχόλια, τα οποία παραθέτουμε αυτούσια για να κατανοήσουμε τα λεγόμενα του αγίου Φωτίου σε βάθος:

«...Ακόμα, πόσες φορές οι δύσκολες περιστάσεις της ζωής δεν ανάγκασαν πολλούς από τους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, άλλα πράγματα να τα παραποιήσουν, επειδή δεν μπόρεσαν ούτε και οι ίδιοι, να τα κατανόησαν σωστά, άλλα πράγματα να τα πουν με πνεύμα οικονομίας και συγκατάβασης, γιατί οι άνθρωποι δεν είχαν τη δύναμη, να εννοήσουν το πραγματικό τους νόημα, άλλα πράγματα να τα πουν με αυστηρό και ελεγκτικό τρόπο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους απειθείς αιρετικούς, που εξεγείρονταν εναντίον της Εκκλησίας, ενώ, τέλος, άλλα πράγματα να τα πουν λανθασμένα από άγνοια, γιατί, φυσικά, είναι ανθρώπινο, το να σφάλλει κανείς. Ακόμη, όμως, και αν οι Πατέρες της Εκκλησίας παραποίησαν κάτι ή παρεξέκλιναν από την ορθή πίστη, είτε γιατί θεολόγησαν για ζητήματα, για τα οποία δεν υπήρχε σωτηριολογική σημασία, είτε γιατί δεν τους παρακάλεσε ο λαός του Θεού, να του αποκαλύψουν την αλήθεια, που είναι αναγκαία για τη σωτηρία του, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, τον οποίο εμείς σήμερα αγνοούμε, αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, ότι έχουμε το δικαίωμα, να τους αναγνωρίζουμε ως Πατέρες λιγότερο, από όσο θα τους αναγνωρίζαμε, αν δεν είχαν υποπέσει σε σφάλματα... αρκεί, φυσικά, να μην ακολουθούμε τη διδασκαλία τους στα σημεία εκείνα, που έκαναν λάθη...». (Παράφραση του κειμένου από το θεολόγο Μπερκουτάκη Μιχαήλ).

Τα λόγια του αγίου Φωτίου, είναι χαρακτηριστικά: Ένας άγιος Πατέρας, μας λέει σαφώς, ότι ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ να συναντήσουμε λάθη στα κείμενα των αγίων Πατέρων. Γι' αυτό και είναι αδικαιολόγητοι, όσοι εμμένουν σε φράσεις αγίων Πατέρων, για να υποστηρίξουν με φανατισμό ζητήματα που "δεν ήταν ζητούμενα" στην εποχή που γράφτηκαν, αλλά που σε μια μετέπειτα εποχή, διορθώθηκαν και διατυπώθηκαν σωστά, είτε από άλλους αγίους Πατέρες, είτε από επιστημονικά ντοκουμέντα, αν ήταν επιστημονικά ζητήματα, είτε όταν έφθασε πλέον ο καιρός να δοθεί γι' αυτά μια πληρέστερη θεώρηση από την Εκκλησία του Κυρίου.

Η Εκκλησία, είναι Εκκλησία αληθείας. Και είναι πάντα ενωμένη με τον Ζώντα Χριστό. Δεν εξαρτάται από κείμενα. Δεν προσκολλάται σε κείμενα και προσωπικές θέσεις, όταν τα στοιχεία δείχνουν κάτι διαφορετικό, ούτε έχει πρόβλημα να πει ότι όλα τα μέλη της είναι δυνατόν (ως άνθρωποι) να κάνουν λάθη. Και αυτό το ξεκαθαρίζει στο ανωτέρω κείμενο ένας άγιος Πατέρας, ο άγιος Φώτιος. Το ότι οι άγιοι Πατέρες έκαναν και λάθη, είναι Πατερική διδασκαλία!

Εάν λοιπόν κάποιος επιμένει, να αναζητάει μεταξύ των αγίων της Εκκλησίας το "αλάθητο", τότε κατ' ανάγκην πρέπει να δεχθεί ότι κάνει λάθος ένας άγιος της Εκκλησίας, ο άγιος Φώτιος!

Γ. Κ.


Πολλά ωφελείται κανείς από τις μνήμες των μαρτύρων.

Ωφείλεται τα μέγιστα στον αγώνα του για την κατάκτηση της αρετής.

Για την περιφρόνηση των παρόντων πραγμάτων.
Πώς να γίνη αλλιώς! Είναι δυνατόν να τους δης να περιφρονούν τη ζωή τους, όλα τα αγαθά αυτής της ζωής, και να μην επηρεασθής;

Ακόμη και να είσαι ο πιο αναίσθητος άνθρωπος, ο πιο νωθρός σε θέματα πνευματικά και ο πιο αδιάφορος, δεν μπορεί η θυσία των μαρτύρων να μη σου εμπνεύση άλλο, υψηλό, ανώτερο φρόνημα.
Δεν μπορεί η μνήμη των μαρτύρων να μη σε κάνη να περιφρονήσης τις απολαύσεις, τα χρήματα, τις ηδονές, και να μην ανάψη μέσα σου την επιθυμία για την άλλη ζωή, εκεί που αγάλλονται τα πνεύματά τους…
Ακόμη, αν τύχη και είσαι άρρωστος, η θύμηση των μαρτυρικών παθημάτων θα σου γίνη αφορμή για να κάνης υπομονή.

Αν πάλι είσαι γερός, αλλά σε πιέζη η φτώχεια, η ανέχεια, έχης προβλήματα οικονομικά ή έστω σε ταλαιπωρή κάποια άλλη δυσκολία,

πόσο αλήθεια θα παρηγορηθής, θα ανακουφισθής από τα δεινά σου σαν φέρης στο νου σου το τι φοβερά, ανυπόφορα βασανιστήρια υπέφεραν εκείνοι οι μάρτυρες της πίστεώς μας!
Να γιατί αγαπώ τις μνήμες των μαρτύρων! δεν ξέρετε πόσο τις αγαπώ και τις ευλαβούμαι.

Όλες τις μνήμες! Όλους τους αγίους! Ανεξαιρέτως!

Ιδιαίτερα όμως τις μνήμες των μαρτύρων γυναικών!

Γιατί εδώ, στην περίπτωση των μαρτύρων γυναικών, βλέπουμε ν’ αγωνίζωνται τα ασθενέστερα σκεύη, το αδύνατο φύλο, ν’ αγωνίζεται και να νικά.

Εδώ η χάρη είναι μεγαλύτερη, το τρόπαιο λαμπρότερο, η νίκη πιο περήφανης.
Να γιατί αγαπώ πιο πολύ τις γιορτές των αγίων γυναικών!


(αρχ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 46)

"Δυο μικρά παιδιά, ο Παύλος και η Όλγα, χάρις στο άπειρο έλεος του Κυρίου, που ανταποκρίθηκε στις προσευχές της αναξιότητός μου, έγιναν καλά από την αρρώστια τους.

Στην περίπτωση του Παύλου, η αρρώστια έφυγε μες από ένα ήσυχο ύπνο. Και το προσωπάκι της Όλγας φωτίσθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη με τη χαρά της υγείας.

Εννέα φορές πήγα να προσευχηθώ με πίστι, ελπίζοντας ότι την πίστι μου δεν θα την απεδοκίμαζε ο Κύριος.

Αρκεί να κρούη κανείς και η πόρτα θα του ανοιχθή. Μπορεί εγώ να ήμουν ανάξιος, αλλά ο Κύριος χάρις στο άπειρό του έλεος θα με άκουε. ο άδικος κριτής λύγισε τέλος στις επίμονες παρακλήσεις της γυναικός που τον ενωχλούσε με το αίτημά της. Πολύ περισσότερο ο δίκαιος Κριτής δεν θα έμενε ασυγκίνητος στην προσευχή μου για τα αθώα εκείνα παιδάκια. Δεν θα παρέβλεπε τα λόγια μου, τις γονυκλισίες μου, την πεποίθησί μου στο έλεός του. Και, πράγματι, δεν με απεδοκίμασε, εμένα τον αμαρτωλό ικέτη.

Πήγα για δεκάτη φορά στο σπίτι τους και τα μικρά ήσαν καλά.

Ευχαρίστησα από τα βάθη της καρδιάς μου τον Κύριο και τη Γρηγορούσα Μητέρα του". (παράγραφος 153)

"Η προσευχή στηρίζεται στην πίστι. Πιστεύω ότι υπάρχει ο Θεός και έτσι του μιλώ. Ότι είναι Παντοδύναμος, κρατώντας τα σύμπαντα στην παλάμη του χεριού του και ότι μου έδωσε τη φωνή για να του μιλώ.

Έχω πεποίθησι ότι η προσευχή μου φθάνει σ’ Αυτόν, πηγάζοντας από την καρδιά μου. Το ίδιο και η ανταλλαγή γραμμάτων ανάμεσα σε ανθρώπους, που τους χαρίζει κάποια απόστασις, στηρίζεται στην πίστη. Είναι πεπεισμένοι, όταν γράφουν μια επιστολή, ότι το πρόσωπο στο οποίο την απευθύνουν, ζη. Ξέρουν ότι η επιστολή θα φθάση στον προορισμό της, θα προκαλέση ωρισμένες εντυπώσεις, ιδέες και ψυχικές καταστάσεις και ότι η απάντησις που θα έλθη, θα αντιστοιχή στο περιεχόμενο της επιστολής." (παράγραφος 520)


"Όταν είναι να προσευχηθής στην Υπεραγία Θεοτόκο, έχε πριν την ακράδαντο βεβαιότητα, ότι δεν πρόκειται να φύγης από μπροστά της χωρίς να βρης έλεος.

«Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμμένος από σου εκπορεύεται», ψάλλει η Εκκλησία με πίστι στη Θεομήτορα.

Το να έχουμε αυτή τη βεβαιότητα, αυτή την ανεπιφύλακτο εμπιστοσύνη, είναι σωστό και δίκαιο. Είναι άπειρο το έλεος της Μητέρας του Ελεήμονος Θεού. Το έλεός της του μαρτυρεί η Εκκλησία όλων των εποχών και όλων των τόπων. Δεν υπάρχει περίπτωσις να αδιαφορήση για εμάς η Παναγία." (παράγραφος 19)

(Αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, Η εν Χριστω ζωή μου, εκδ. Παπαδημητρίου, 1996)

του π. Χαραλάμπους Παπαδοπούλου.

Κοιτούσα την εικόνα του αγίου Δημητρίου, και η μνήμη μου περπάτησε στην Θεσσαλονίκη, συγκεκριμένα στο ναό του. Θυμήθηκα αυτό το θαύμα του μύρου που τρέχει από το κορμί του αγίου και κερνάει πικραμένες καρδιές. Όχι «καθαρές» πικραμένες, πληγωμένες και αναγκεμένες.
Τι όμορφο να μην αγιάζει μόνο η ψυχή μα και το κορμί. Να σου λέει ο Θεός, ολόκληρο σε θέλω κι ας μας έχουν στο όνομα της «θρησκείας» τεμαχίσει εδώ και αιώνες.
Και το κορμί μετέχει στο αγιασμό, στην δόξα, στην ομορφιά της βασιλείας Του. Έτσι πεσμένο κι αυτό, κουρελιασμένο και ρακένδυτο, απο κάθε "αρετή" και επιβεβαίωση του "εγώ" το ντύνει ο Θεός με την Χάρι Του.
Και κάπου εκεί, στις σκέψεις αυτές, θυμήθηκα τον Άγιο Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη. Όταν τον έφεραν στο χωριό του την Εθιά, διπλά ακριβώς το δικό μου χωριό. Τρεις μέρες σχεδόν άταφος. Τι φως ήταν αυτό στο πρόσωπο του; Τι λάμψη; Δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

Μα πιο πολύ δεν θα λησμονήσω, πως στάθηκα σε όλη την εξόδιο ακολουθία στο ύψος το ποδιών του. Στις πατούσες του συγκεκριμένα. Δεν του φορούσαν παπούτσια αλλά κάτι μαύρες κάλτσες. Όταν τελείωσε η ακολουθία, και περάσαμε να το αποχαιρετίσουμε, αισθάνθηκα την ανάγκη να τον ακουμπήσω. Δε μου έφταναν μονάχα οι ευχές ήθελα και μια τελευταία αγκαλιά. Έπιασα τα πόδια του, τα φίλησα και έβραζαν. Ήταν ζεστά και μαλακά. Ήταν το πιο ζεστό κορμί που άγγιξα ποτέ μου, τρεις μέρες άταφο, μα ζωντανό.


Ευρισκόμενος ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου (1547-17 Δεκεμβρίου 1622) εις την χώραν, έτυχε να ανοίξουν τάφον τινά εις τον ναόν του Αγίου Νικολάου των ξένων (ούτω καλούμενον, διότι εκεί ενταφιάζονται οι ξένοι, όστις είναι και η Επισκοπή της αυτής χώρας), δια να ενταφιάσουν άλλο λείψανον και και εκεί εύρον εν σώμα γυναικός, ήτις ήτο προ καιρού αποθαμμένη και ήτο άλυτον με τα ιμάτιά του, διότι απέθανε με δεσμόν αφορισμού η ταλαίπωρος.

Ήλθον όθεν οι συγγενείς της και προσέπεσον εις τους πόδας του Αγίου, παρακαλούντες αυτόν με δάκρυα να υπάγη εις τον άνωθεν ναόν, να αναγνώση ευχήν συγχωρητικήν εις εκείνο το δεδεμένον σώμα, ίσως και ο Κύριος ήθελεν εισακούσει την δέησίν του.

Ευσπλαγχνισθείς ο Άγιος τα δάκρυά των επήγεν εις αυτόν τον ναόν νύκτα βαθείαν, έχων εις την συνοδείαν του τον ρηθέντα διάκονον και τον εφημέριον του αυτού ναού και θεωρών το πτώμα εκείνο, προστάσσει να το εκβάλουν έξω από τον τάφον και να το στήσουν ορθόν εις εν στασίδιον της εκκλησίας.

Τότε φορών το επιτραχήλιόν του και το ωμοφόριον, κλίνας τα γόνατα και προσευχόμενος ώραν ικανήν, εδέετο  του Θεού με θερμά δάκρυα να λύση από τον δεσμό του αφορισμού το άλυτον εκείνο σώμα, αναγινώσκων αυτώ την συγχωρητικήν ευχήν.

Και (ω του θαύματος!) ως να ήτο εμψυχον το άπνουν εκείνο σώμα, κλίναν την κεφαλήν με κάποιον σχήμα προσκυνήσεως προς τον Άγιον, τάχα δια ευχαριστίαν της μεγάλης χάριτος, την οποίαν έλαβεν, έπεσε κατά γης και διελύθη παντελώς εις χώμα και οστά.

Ο δε Άγιος, ως ταπεινόφρων, έβαλε και εις τούτο επιτίμιον προς τους εκεί παρεστώτας, να μην το φανερώσουν ζώντος αυτού εις τινα.

Παρόμοιον θαύμα έκαμε και εις άλλου ανδρός αφωρισμένον λείψανον, εις το χωρίον Καταστάριον.
(Μέγας Συναξαριστής,Βίκτωρος Ματθαίου, τόμος ΙΒ΄,σελ. 440-441)

Σελίδα 1 από 2