ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΙΠΠΩΝΟΣ ( + 430). Ο μέγιστος εκκλησιαστικός Πατέρας της Δύσεως. 

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ. Εισαγωγή

  1. Ο ιερός Αυγουστίνος υπήρξε ο μέγιστος και ο πολυγραφότερος των εκκλησιαστικών πατέρων και θεολόγων της Δύσεως και τεράστιας επιδράσεως συγγραφέας στον δυτικό χριστιανισμό. Πο­λυτάλαντος και μεγαλοφυής, κυριάρχησε στην μεσαιωνική σκέψη (θεολογία, φιλοσοφία, μεθοδολογία), κυρίως μέχρι την εποχή (ΙΒ'- ΙΓ' αί.), κατά την όποια ο Αριστοτελισμός υιοθετήθηκε - στην θέση του Πλάτωνα και του Νεοπλατωνισμού - ως το απόλυτο όργανο οικοδομήσεως και αποδείξεως της διδασκαλίας της Εκ­κλησίας. Βέβαια, μέσω κυρίως των Φραγκισκανών (Bonaventunκ.ά.) συνέχισε να επηρεάζει βαθιά την ρωμαιοκαθολική περισσότερο - άλλα και την προτεσταντική αργότερα - θεολογική σκέψη, ενώ κοινωνιολόγοι, πολιτειολόγοι και ιστορικοί της φιλοσοφίας ανατρέχουν πάντοτε στα κείμενα του. Η δυτική, γενικά, θεολογία είναι αδιανόητη χωρίς την συνεχή παρουσία του Αυγουστίνου, θετικά περισσότερο αλλά και αρνητικά. Στην χριστιανική Ανα­τολή για αιώνες ο Αυγουστίνος έμεινε σχεδόν άγνωστος και γι’ αυτό η επίδρασή του υπήρξε μηδαμινή έως μηδενική.
  2. Από το 386 περίπου έως το τέλος της ζωής του (+ 430), με σκοπό: να απολογηθεί για την μεταστροφή του στην Εκ­κλησία και να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους για την ορθό­τητα της αποφάσεως του αυτής· να καταπολεμήσει τους εθνικούς και τους Μανιχαίους, που αρχικά τον είχανε προσελκύσει· να ανα­τρέψει τους Δονατιστές και τους Πελαγιανούς, που νόθευαν την διδασκαλία της Εκκλησίας ή απειλούσανε την ενότητά της· να οικοδομήσει τους πιστούς, επιλύοντας πρακτικά προβλήματα ηθικής και πνευματικής ζωής· να αναλύσει και να υποστηρίξει την δογματική διδασκαλία· να εξηγήσει την σχέση της σώζουσας Εκ­κλησίας (civitasDei) και του κοσμικού κράτους (civitasterrena) στην ιστορία· και να ερμηνεύσει την άγ. Γραφή.
  3. Όλ’ αυτά προϋποθέτουνε συνδυασμό πολλών ενδιαφερόντων, αλλά και ικανοτήτων, θεωρητικών και πρακτικών. Στο άθλη­μα του συνδυασμού επιδόθηκε ο Αυγουστίνος με σχετική μόνο επιτυχία. Κυρίαρχο ρόλο στο πνεύμα του έπαιζαν τα πρακτικά ζητήματα της ζωής και πρώτιστα η σχέση της ψυχής με το ύψιστο αγαθό, τον Θεό, χάριν της μακαρίας ζωής (vita beata). To θέμα τούτο, με νοησιαρχικές κυρίως προϋποθέσεις, τον συγκινούσε από τα νεανικά χρόνια της θητείας του στα κείμενα του Κικέρωνα (και δη στο χαμένο του έργο Hortensius). του Varro κ.ά. Πρόκειται, δηλαδή, για την λαϊκή φιλοσοφία και την φιλοσοφική ηθική, που με τον "θρησκεύοντα Νεοπλατωνισμό τον είχανε διαποτίσει βαθύτατα και που με το κλίμα τους θα στοχάζεται έως το τέλος της ζωής του.

Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο ότι το κατεξοχήν θεολογικό θέμα που τον απασχόλησε ήτανε ή θεία χάρη, πώς αυτή ενεργεί στον άνθρωπο και ποια σχέση έχει με την ανθρώπινη βούληση. Τον Μανιχαϊσμό καταπολέμησε προβάλλοντας την ελευθερία της βουλήσεως. Μετά ο Πελάγιος και οι παρεκκλίσεις του λειτούργησαν μόνο ως αφορμή, ώστε να ασχοληθεί πάλι και πάλι με το κρίσιμο θέμα της ελευθερίας της βουλήσεως και της θείας χάριτος, ώστε να χαρακτηρισθεί doctor graciae (διδάσκαλος της χάριτος). Έτσι διατύπωσε αντιφατικές μεταξύ τους απόψεις : Πριν γίνει επίσκοπος υποστήριξε ότι η πίστη και το να πράττει κανείς το καλό ανήκουν στις δυνατότητες που ο Θεός έδωσε σε όλους τους ανθρώπους (Exp. quorund prop. ep. Rom., c. 68). Από το 396 υποστήριζε ότι ή βούληση του ανθρώπου είναι απαρχής προορισμένη για το καλό ή το κακό «και δεν μπορεί να αλλάξει (De libcro arbitrio 3. 3, 8). Καταπολεμώντας κακοδοξίες, έφθασε και ο ίδιος σε θεολογικές-δογματικές παρεκκλίσεις.

4. Όταν φιλοσοφεί, κυρίως θεολογεί με απώτερο σκοπό την καθαρότητα της πίστεως· και όταν θεολογεί, συχνά φιλοσοφεί με σκοπό να πείσει για την ηθική ζωή των πιστών και την ανωτερότητα των ηθών της Εκκλησίας σε σχέση με τα ήθη αιρετικών ή εθνικών - ειδωλολατρών. Αυτά μπορεί να τα διαπιστώσει κανείς εύκολα ιδιαίτερα στα δύο μεγάλα του έργα, το De Trinitate (Περί της Τριάδος) και το De civitate Dei (Περί της πολιτείας του Θεού), τα οποία οι ερευνητές χαρακτηρίζουν «συστηματικά», μολονότι στερούνται οργανωμένης και συνεπούς δομής κι επιχειρηματικής ακρίβειας.

Τούτο όμως είναι προτιμότερο (στα θεολογικά έργα) από την δουλική υποταγή σε μεθόδους και σχήματα σχολαστικά. Τέτοια υποταγή, στον βαθμό που συμβαίνει, τον οδηγεί στην ψευδαίσθηση ότι μπορεί να απαντήσει ορθά όχι μόνο σε όσα προβλήματα προκαλούσανε οι Θεολογικές παρεκκλίσεις της εποχής του άλλα και σε όσα κατά τη γνώμη του, θα ολοκλήρωναν την διδασκαλία του χριστιανισμού.

5. Τον πειρασμό αυτόν δεν απέφυγε ο Αυγουστίνος, αλλά είχε αρκετή αυτογνωσία και ταπεινοφροσύνη, ώστε περί το 400 να δέχεται καλόπιστη κριτική από τους αναγνώστες του (De Trinitate A' 1, 1) και τρία έτη πριν από τον θάνατό του το 427 να γράψει το έργο Retractationes (Αναθεωρήσεις). ’Ήδη στον Πρόλογο (1) του έργου αυτού εξηγεί ότι τα κείμενά του γράφηκαν σε μακρά σειρά ετών και ότι ο ίδιος, γνωρίζοντας την εξελικτική πορεία της σκέψεώς του, προβαίνει τώρα σε κάποιες αναθεωρήσεις ή διορθώσεις ορισμένων προγενέστερων απόψεών του. ’Έτσι το έργο αυτό αποτελεί unicum, μοναδική περίπτωση, στην εκκλησιαστική γραμματεία. Φθάνει στο σημείο να σημειώνει ο συντάκτης του με γενναιότητα ότι δεν χρειάζεται να διαβάζονται όλα και δη τα πρώτα κείμενά του διότι τα έγραφε «προοδεύοντας».

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ

"Έγινε και γίνεται πολύς λόγος για την πυκνή παρουσία της φιλοσοφίας στο έργο του Αυγουστίνου, που όντως προσπάθησε συνειδητά να την συνδυάσει με την πίστη και την διδασκαλία της Εκκλησίας. Υποστηρίζεται ότι εκχριστιάνισε τον Νεοπλατωνισμό, αλλά τον Αυγουστίνο συγκινούσε κυρίως, ήδη από την εποχή της θητείας του στον Μανιχαισμό, τον Νεοπλατωνισμό ή τους Άκαδημεικούς, η θρησκεύουσα και πιο συγκεκριμένα η ηθικολογούσα πρακτική φιλοσοφία, που κυριαρχούσε στους ρωμαϊκούς χρόνους. Από τον φιλοσοφικό χώρο τον ενδιέφεραν όσα κυρίως αναφέρονταν στα προβλήματα της ζωής και δη της μακαρίας ζωής (beata vita) και όχι οι ποικίλες θεωρίες περί του όντως όντος ή η πλωτινική θεωρία περί της τριαδικής απορροής (emanatio) των όντων.

       Υιοθέτησε κυρίως τα πρακτικά στοιχεία της φιλοσοφίας και τα παρουσίασε, όσο έκρινε και μπόρεσε, εμποτισμένα με το πνεύμα της ’Εκκλησίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θεός αποτελεί το ύψιστο αγαθό, το τέλειο, το άκρο εφετό, στο όποιο πρέπει να επανέλθει και με το όποιο πρέπει να ενωθεί ή ψυχή. Η ένωση αυτή συνιστά την μακαριότητα, την beata vita. Είναι αποτέλεσμα μετοχής στην θεότητα, στην όποια όμως δεν διακρίνει θεία φύση και άκτιστες ενέργειες. Άρα επιζητεί μετοχή - σχέση με την θεία φύση. Ο Αυγουστίνος, ενώ ομολογούσε ότι «φλυαρούσε τόσα χρόνια ως γνώστης» της φιλοσοφίας (Εξομολογήσεις Ζ' 20, 26), ήτανε πεπεισμένος ότι οι πλατωνικοί φιλόσοφοι είπανε και δίδαξαν πολλά τα αληθή. Γι’ αυτό βεβαιώνει ότι στον απόστολο Παύλο εύρισκε κάθε αλήθεια που γνώριζε από τους «πλατωνικούς». Αυτοί όμως, παρ' όλα τα ορθά τους, δε γνωρίσανε την οδό προς τον Χριστό, διότι δε ζούσανε με ευσέβεια (Εξομολογήσεις Ε' 4). Ακόμα και «αν βρούνε την αλήθεια και γνωρίσουν τον Θεό δεν τον τιμούν ως Θεό και δεν τον ευγνωμονούν» (αυτόθι)1.

«... κατάλαβα (= διαβάζοντας «άπληστα» τον Παύλο) ότι κάθε αλή­θεια που είχα διαβάσει στους πλατωνικούς λεγόταν κι εδώ όμως εδώ ήταν θεμελιωμένη στη Χάρη σου, για να μην μπορεί να καυχιέ­ται αυτός που βλέπει ότι είδε μόνος του και να αναγνωρίζει ότι του δόθηκε όχι μόνο αυτό που βλέπει, αλλά και ή ικανότητα να βλέπει. Τί έχει όμως που δεν του το δώρισες εσύ;» (’Εξομολογήσεις Ζ 21, 27. Βλ. και Ζ 10,16).

Οι φιλόσοφοι, λοιπόν, έχουνε πολλά τα αληθή, αλλά στους πιστούς τα αποκαλύπτει και τα παρέχει όλα ο Θεός, ώστε να μην υπερηφανεύονται. Αντιλήψεις λίγο ή πολύ αφελείς, που μερικώς επαναφέρουνε στο κλίμα των Απολογητών του Β' και Γ’ αι. και δείχνουν πόσο δύσκολα σύρεται ή γραμμή μεταξύ θεολογικής σκέψεως και λαίκοφιλοσοφικών αντιλήψεων. Κι ενώ με την θεωρία του περί απόλυτου προορισμού αποκλείει την δυνατότητα μετακινήσεως του ανθρώπου προς τον Θεόν, εάν δεν τον έχει ήδη προορί­σει σ' αυτό ο ίδιος ο Θεός, περί το 427, όταν οριστικοποιούσε τα περί προορισμού, εξηγούσε ότι «μολύνεσθαι πέφυκεν» η ανθρώπινη φύση, άλλ' αυτή συνεχίζει να είναι «μεγάλη φύσις», διότι «της άκρας φύσεως (= της θείας) χωρητική έστι και μέτοχος είναι δύναται ταύτης» (Περί Τριάδος ΙΔ' 4). Παρά την πτώση, δηλαδή, η ανθρώπινη φύση μπορεί να γίνει «μέτοχος» της θείας φύσεως.

Ακόμα και στα πιο συνθετικά του έργα οι ερευνητές νιώθουν ενίοτε δυσκολία να διακρίνουν με σαφήνεια τον φιλοσοφικό από τον θεολογικό λόγο, πότε πρόκειται για φιλοσοφική αλήθεια και στοχασμό και πότε για σαφώς διδασκαλία της Εκκλησίας. Στο ασαφές αυτό κλίμα κατανοείται και η φράση του «intellige ut credas,credeutintelligas» (π.χ. εις Sermo 43, 7). Πρέπει να σκέπτεσαι για να πιστέψεις, άλλα, και να πιστεύεις για να σκεφθείς –κατανοήσεις (Depruedestinatione2, 5. Deverareligione 24, 45). Είναι προφανές ότι ο Αυγουστίνος αγωνίσθηκε πολύ να συνδυάσει και μάλλον συμφιλιώσει φιλοσοφικό στοχασμό και πίστη της Εκκλησίας, αλλά τελείωσε την ζωή του κυμαινόμενος, αμφιβάλλοντας ο ίδιος για τις απόψεις του και μη μπορώντας να δώσει λύση στο πρόβλημα.

ΒΙΟΣ

Μεγάλη και πολυεπίπεδη φυσιογνωμία ο ιερός Αυγουστίνος, αλλά πλούσιες και αξιόπιστες και οι πηγές του βίου και του έργου του. Πρόκειται για τον Βίο (Vita) του Αυγουστίνου, που συνέταξε ο μαθητής του Ποσσίδιος (PL 32, 33-66) μεταξύ του 431 και 439, άλλα περισσότερο για τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, που έδωσε ο ίδιος ο Αυγουστίνος σε έργα του. Αυτά κατά χρονολογική σειρά είναι οι Πρόλογοι των De beara vita, Contra Academicos και De ordine (των ετών 386-387), οι Confessiones (Εξομολογήσεις) (από το 397 έως το 407), οι Retractationes (Αναθεωρήσεις) (των ετών 426/7) και οι Sermones (Λόγοι) 355 και 356, λεγμένοι το 425. Στα κείμενα αυτά έχουμε πληθώρα βιογραφικών στοιχείων και αποτιμήσεων, άλλα υπάρχουν ιστορικοφιλολογικά και άλλα κενά, τα όποια εργώδης έρευνα διαλεύκανε και διαλευκαίνει, χωρίς να φθάνει πάντοτε σε γενικώς αποδεκτά συμπεράσματα.

Ο Αυγουστίνος, Aurelius Augustinus, γεννήθηκε στις 13 Νοεμβρίου του 354 στην Ταγάστη της ορεινής Νουμιδίας (Αλγερία, Αφρική) (σήμερα Suk Ahras). Ο πατέρας του, πατρίκιος, σχετικά μόνον επαρκής οικονομικά, ενδιαφέρθηκε για τις σπουδές του ευφυέστατου γιου του, τον όποιο ήθελε να ίδεΐ επιφανή ρήτορα ή ανώτερο διοικητικό υπάλληλο. Η μητέρα του Μόνικα, βαρβερινής μάλλον καταγωγής και πολύ θερμή χριστιανή, του ενέπνευσε την αγάπη για την Εκκλησία και μάλιστα τον έγραψε στους κατηχουμένους, αλλά ο ίδιος γρήγορα στράφηκε στο κυνήγι της παιδείας και της κοσμικής ζωής.

Τα πρώτα γράμματα έμαθε στην Ταγάστη και συνέχισε να σπουδάζει πρώτα στα γειτονικά Μάδαυρα κι έπειτα στην Καρθαγένη. Διακρίθηκε κι εντυπωσίασε για την επίδοσή του στην ρητορική και γενικά στην λατινική γραμματεία, από την όποια τον συγκίνησαν πολύ ο Βιργίλιος, ο Τερέντιος και ο Κικέρωνας, τους όποιους, εγκαίρως ακαίρως, αναφέρει στα κείμενά του. Παρακολούθησε και μαθήματα ελληνικής, άλλα μόνο στοιχεία έμαθε, τελείως ανεπαρκή για κατανόηση κειμένου ελληνικού, γεγονός που θα έχει αρνητικές συνέπειες στην θεολογική του πορεία (βλ. ομολογία του εις De Trinitate III, Prologus). Γι’ αυτό και η γνώση των Ελλήνων φιλοσόφων (αρχικά του Αριστοτέλη και μετά του Πλάτωνα και των Νεοπλατωνικών) οφειλότανε σε λατινικές μεταφράσεις, όπως του Marius Victorinus.

Το 374 άρχισε να εργάζεται ως ρήτορας στην γενέτειρά του και το ίδιο έκανε μεταξύ 375 και 383 στην Καρθαγένη. Από ενωρίς συνδέθηκε με νεαρή γυναίκα, με την οποία απέκτησε γιό (373), τον Αδεοδάτο, ενώ πρακτικά και ψυχολογικά είχε ήδη εγκαταλείψει τον Χριστιανισμό. Στην Καρθαγένη ανέγνωσε το χαμένο έργο του Κικέρωνα Hortensius, εγκώμιο στην διαχρονική άξια της σοφίας, και γρήγορα στράφηκε στην μελέτη της φιλοσοφίας και την απλή ανάγνωση της Γραφής. Ο Hortensius του γέννησε άμεσα την ιδέα ότι αληθής ευτυχία - μακαριότητα βρίσκεται μόνο στην αθάνατη σοφία κι έμμεσα το ενδιαφέρον για το πρόβλημα του Θεού. Από την εποχή της Καρθαγένης τον εντυπωσίασαν εκπρόσωποι του Μανιχαϊσμού, τους κύκλους των οποίων παρακολούθησε για εννέα σχεδόν έτη, μάλλον χωρίς να γίνει μέλος της αιρέσεως αυτής. Παρακολουθώντας την πλατωνική και την νεοπλατωνική σκέψη, επισήμανε τις αντιφάσεις και τις ανέρειστες δυαλιστικές και άλλες απόψεις των Μανιχαίων. Πείσθηκε όμως γι’ αυτά, ιδιαίτερα μετά την συζήτηση, που είχε με τον επίσκοπο τους στη Μιλέβη Φαύστο, θεωρητικό τους εκπρόσωπο.

Αντί όμως να επανελθεί στον Χριστιανισμό, στράφηκε για λίγο προς τους «άκαδημεικούς» φιλοσόφους, που πρόβαλλαν ακραιφνή σκεπτικισμό. Άπομάκρυνε την μητέρα του γιου του Άδεοδάτου, συνδέθηκε με άλλη γυναίκα και σχεδίαζε γάμο με παιδίσκη της αριστοκρατίας. Το 383 ταξίδεψε στην Ρώμη και το επόμενο έτος βρέθηκε στο Μιλάνο ως δάσκαλος της ρητορικής και συχνός ακροατής του επισκόπου Αμβροσίου, ή σκέψη, ή ερμηνευτική μέθοδος και ή φυσιογνωμία του όποιου τον εντυπωσίασαν θετικά και βαθύτατα. Η μεγάλη ώρα της επιστροφής του είχε αρχίσει. Η μητέρα του Μόνικα έφθασε και αυτή στο Μιλάνο. Η μελέτη των έργων του Πλωτίνου και άλλων νεοπλατωνικών συνεχιζόταν, γεγονός που τον βοηθούσε να λύσει το πρόβλημα του υλισμού, ενώ η εμβάθυνση στις Επιστολές του Παύλου τον βοηθούσε ν’ αντιμετωπίσει θεολογικά το πρόβλημα του κακού και τελικά να αναγνωρίσει στον Χριστό όχι μόνο τον διδάσκαλο, άλλα κυρίως τον Σωτήρα. Στην ίδια αυτή εποχή της εσωτερικής του ανακατατάξεως διάβασε την λατινική μετάφραση του Βίου του αγ. Αντωνίου και τον Αύγουστο του 386 έλαβε την δύσκολη απόφαση ν’ αρνηθεί την λαμπρή σταδιοδρομία του ρήτορα ή του ανώτερου διοικητή και την ζωή της ελευθερογαμίας και του γάμου.

Τον ’Οκτώβριο του 386 αποσύρθηκε στο κτήμα Cassiacum (ίσως το σημερινό Cassago) με την συνοδεία φίλων ομοϊδεατών. Εκεί συζητούσε, ζούσε σχεδόν κοινοβιακά, έγραφε κείμενα φιλοσοφικά και προετοιμαζότανε για το βάπτισμα, το όποιο έλαβε την νύχτα του Πάσχα του 387 (24 προς 25 Απριλίου). Τον Αύγουστο ξεκίνησε για την Αφρική, άλλα σταμάτησε στην Ostia (κοντά στην Ρώμη), όπου αρρώστησε και πέθανε η μητέρα του, γεγονός που τον οδήγησε για λίγο στην Ρώμη. Εκεί έμεινε μέχρι το καλοκαίρι του 388, γράφοντας και μελετώντας, οπότε ταξίδεψε για την γενέτειρά του Ταγάστη, με την προοπτική να ζήσει φιλοσοφικά και μοναστικά με φίλους λαϊκούς. Αυτό εν μέρει έγινε, άλλα το 391, ευρισκόμενος στον Ιππώνα, τον Hippo Regius της Νουμιδίας (περίπου ή σημερινή Annaba της ’Αλγερίας, το αρχαίο Ίππονερέγιον), πιέσθηκε να χειροτονηθεί ιερέας και το 395 επίσκοπος ως βοηθός του ηλικιωμένου επισκόπου Βαλέριου, τον όποιο και διαδέχθηκε το 397.

Αφότου ο Αυγουστίνος δέχθηκε την ιερωσύνη και δη την αρχιεροσύνη δημιούργησε πολυσήμαντο και πολύπλευρο ποιμαντικό κι εκκλησιαστικό - θεολογικό έργο. Στην επισκοπή του, που υπαγότανε στην Μητρόπολη Καρθαγένης, επικρατούσαν οι σχισματικοί Δονατιστές, τους οποίους καταπολέμησε θεολογικά, όπως καταπολέμησε με συγγραφές τους Μανιχαίους, τους Άρειανούς, τους Πελαγιανούς και τους Ήμιπελαγιανούς, χωρίς να παραλείψει να γράψει και κατά των εθνικών, φιλοσόφων ή μη. Η κατήχηση των πιστών, η μόρφωση του κλήρου και η διάδοση του μοναχισμού στην περιοχή γνώρισαν την εργώδη φροντίδα του. Ο ίδιος ζούσε κοινοβιακά με πολλούς κληρικούς του Ίππώνα στο επισκοπείο και διαδραμάτιζε ρόλο θεολογικής κεφαλής (αναγνωριζόμενου ως του κορυφαίου θεολόγου) στις επισκοπικές συνόδους της Αφρικής (των ετών 393, 397, 411, 413, 418). Ως κορυφαίος όμως θεολόγος αναγνωριζόταν και σε όλη την δυτική ’Εκκλησία, ενώ η φήμη του έμμεσα έφθανε και στην Ανατολή. Το 426/7, λίγο πριν τελειώσει το μεγάλο του έργο De civitate Dei, έγραψε τις περίφημες Retractationes (’Αναθεωρήσεις), για να κρίνει, ενίοτε αυστηρά, τα προγενέστερα έργα του και μάλιστα για να δηλώσει ότι ορισμένες απόψεις σ' αυτά δεν τις συμμεριζότανε πλέον.

Κοιμήθηκε στις 28 Μαρτίου του 430, ενώ οι Βάνδαλοι πολιορκούσανε την πόλη. Την ήμερα αυτή ή Ρωμαιοκαθολική ’Εκκλησία τιμάει την μνήμη του. Η ’Ορθόδοξη Εκκλησία τιμάει την μνήμη του στις 15 ’Ιουνίου, κάτι που έγινε πολύ αργά, στις αρχές του ΙΘ’ αι.

ΤΡΙΑΔΟΛΟΓΙ A. Οι προϋποθέσεις

Ο τρόπος με τον όποιο εξήγησε ο Αυγουστίνος το μυστήριο της άγιας Τριάδας θεωρείται ή σημαντικότερη συμβολή του στην ιστορία της θεολογίας, μετά την περί χάριτος θεολογία. Τον τρόπο αυτό υιοθέτησε γενικά στον Μεσαίωνα ή σχολαστική θεολογία και στους νεώτερους χρόνους μεγάλο μέρος των δυτικών ερευνητών. Κύριοι παράγοντες που επηρέασαν την Τριαδολογία του Αυγουστίνου υπήρξαν οι φιλοσοφικές - νεοπλατωνικές του καταβολές, η εκκίνηση από την έννοια της ουσίας του Θεού, η αρχή της απόλυτης απλότητας της ουσίας του Θεού, η ταύτιση δηλαδή με την θεία ουσία οτιδήποτε είναι ή οτιδήποτε έχει ο Θεός, και η άγνοια της ελληνικής θεολογικής ορολογίας, επομένως η άγνοια της ευρείας θεολογικής παραδόσεως της Ανατολικής Εκκλησίας.

Στην Ανατολή θεμελιώθηκε η Τριαδολογία, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 360, στην πολυσήμαντη διάκριση ουσίας (ή φύσεως) και υποστάσεων με το έργο αρχικά του Μ. Βασιλείου Κατά Εύνομίου. Την διάκριση αυτή γνώριζε κάπως ο Αυγουστίνος, αλλά ομολογεί ότι δεν την κατανοούσε, μολονότι (πληροφορεί ακόμα) την χρησιμοποιούσαν και «πολλοί» (plerique nostri) Λατίνοι.

«Λέγουσι μεν γάρ κάκεΐνοι (=οι 'Έλληνες) ύπόστασιν, άλλ’ ούκ οίδα τί βούλονται είναι το μεταξύ ούσίας και ύποστάσεως, ως και πολλούς των ήμετέρων τους ταύτα τη των Γραικών λέξει λέγειν έπιχειρούντας μίαν ουσίαν και τρεις υποστάσεις λέγειν έθίσαι» (Περί Τριάδας Ε'8, 10).

Κατανοούσε και προτιμούσε ως «άρμοδιωτέραν» την θεολογική διατύπωση των Λατίνων «μία ουσία (ή υπόσταση), τρία πρόσωπα» una essentia vel substantia, tres personae) και όχι την διατύπωση των Ελλήνων «μία ουσία, τρεις υποστάσεις», δεδομένου ότι στην λατινική γλώσσα οι δύο αυτές λέξεις σημαίνουν το ίδιο πράγμα (Περί Τριάδος Ζ' 4,7). Βέβαια, από το 376/7, με την επιμονή του Μ. Βασιλείου (βλ. Πατρολογία Β ', σ. 393), ο Δάμασος Ρώμης έπαψε να ταυτίζει τους όρους ουσία και υπόσταση, άλλα τούτο δεν γενικεύτηκε στην Δύση. Και οπωσδήποτε δεν ήταν αρκετά ενήμερος ο Αυγουστίνος, που όχι μόνο δεν είχε άνεση στην ελληνική γλώσσα, αλλά δεν εύρισκε μ’ ευκολία ούτε τα σχετικά λατινικά κείμενα, όπως πληροφορεί.

«... αληθώς είπεΐν δυσχερώς παρ' ημών εύρίσκεσθαι δύναιντο (= τα σχετικά λατινικά έργα), της δέ των Ελλήνων γλώττης μη τοσαύτη προσειη έξις ήμΐν...» (Περί Τριάδος Γ' 1).

Η γλωσσική κι εννοιολογική ταύτιση των όρων ουσία και υπόσταση συμφωνούσε και με το φιλοσοφικό υπόβαθρο (βλ. Πλωτίνου, Έννεάδες Ε' 3.16 και 41, όπου περί της απλότητας των ακρότατων όντων) της θεωρήσεως του Θεού ως του απόλυτα ύψιστου όντος. Αυτό συνιστά την «απλήν και ακρότατων φύσιν», την ενιαία θεία ουσία, στην όποια δεν υπάρχει απολύτως τίποτα πέρα του εαυτού της και ότι υπάρχει σ' αυτήν ταυτίζεται με την ίδια την ουσία της.

«Ο γάρ θεός ούσία και ο Θεός αγάπη... Διά την άκραν απλότητα την έν εκείνη τή ούσία ύπάρχουσαν... Ο θεός ούσία έστί» (Περί Τριάδος ΣΤ' 5).

«Έν εκείνη δηλαδή τή άπλή και άκροτάτη φύσει (= τή του Θεού) μη είναι έτερον...» (Περί Τριάδος ΙΕ' 17,29).

Η αγάπη, η γνώση, η σοφία και οτιδήποτε προσγράφεται στον Θεό ταυτίζεται με την ουσία του. Σαφέστερα, η ουσία ταυτίζεται με ότι έχει ο Θεός και το είναι του Θεού, ένεκα της απόλυτης απλότητας της φύσεώς του.

«“Η δέ γνώσις έστι του Θεού, η αυτή και σοφία. Και ήτις σοφία, η αυτή και ουσία· έν γάρ τή θαυμασία άπλότητι της εκείνου φύσεως ούκ έστιν ετερον μέν το σοφόν είναι, έτερον δέ το είναι, άλλ’ όπερ έστί το σοφόν είναι, τούτ’ έστί και το είναι» (Περί Τρίάόος ΙΕ' 13, 22).

Η σχέση των θείων προσώπων είναι «άναφορική».

Ή θεώρηση αυτή βοήθησε τον Αυγουστίνο στην υποστήριξη της ομοουσιότητας του Υιού και του αγίου Πνεύματος προς τον Πατέρα, πρόβλημα που είχε ήδη λήξει, ακόμα και για την Δύση με την Β' Οίκουμ. Σύνοδο του 381 και αυτήν που συνήλθε το 382, επίσης στην ΚΠολη. Θεώρησε όμως ο Αυγουστίνος ότι, πέρα της αποδοχής της ομοουσιότητας των θείων προσώπων, όφειλε να εξηγήσει το πώς κατανοούνται τα τρία πρόσωπα, δεδομένης της άκρας απλότητας στην θεία ουσία, που είναι άτρεπτη και αμετάβλητη, και δεδομένης της κατηγορίας των εθνικών ότι, μιλώντας οι χριστιανοί για τρεις υποστάσεις ή πρόσωπα, καταλήγουνε σε πολυθεΐα.

’Έτσι, αφού δεν διέκρινε στην θεότητα ουσία και είναι, φύση ενιαία δηλαδή και υποστάσεις διακεκριμένες, εισήγαγε στην θεολογία και την Τριαδολογία την δική του ερμηνεία του αριστοτελικού και νεοπλατωνικού κατηγορήματος των προς τι και του συμβεβηκότος εί μη. Θεώρησε, λοιπόν, το γεγονός του Θεού ως Πατέρα και ως Υιού ως αναφορές. Η σχέση του Πατέρα προς τον Υιό και του Υιού προς τον Πατέρα είναι αναφορική (relativa), αλλά όχι συμβεβηκός (=όχι μεταβλητή). Π.χ. ή λέξη Λόγος ή Υιός λέγονται «αναφορικώς», ενώ η λέξη σοφία (του Πατέρα, του Υιού, του Πνεύματος) λέγεται «ουσιωδώς» (verbum enim relative, sapientia essentia- liter intellegitur... in his omnibus nominibus non ostendatur essentia quia relative dicuntur: Περί Τριάδος Ζ' 2, 3). Η προς τι αυτή σχέση πατρότητας και υιότητας, μολονότι διαφορετική για τα δύο πρόσωπα, δεν άφορα στην ουσία και άρα δεν προσβάλλεται η αλήθεια της ομοουσιότητας, όπως θα ήθελαν οι Άρειανοί, τους όποιους πολεμούσε. Δεν είναι όμως η σχέση αυτή και μεταβλητή, δηλαδή μη μόνιμος προσδιορισμός του όντος, διότι ο Πατέρας είναι πάντοτε («αεί») Πατέρας και ο Υιός πάντοτε Υιός.

     «Τα έν τω Θεώ π ρ ο ς τ ι λεγάμενα ου κατ΄ ουσίαν μέν λέγεται, ου μέντοι συμβεβηκότα έστίν, άλλ’ άναφορικά (relativa) και αμετάβλητα. Έν τω Θεώ δέ ούδεν μέν κατά συμβεβηκός λέγεται, ότι μηδεν έν αύτώ τρεπτον ... Λέγεται γάρ προς τι, ως ο πατήρ προς τον υιόν και ο υιός προς τον πατέρα,όπερ συμβεβηκός ούκ έστιν, επειδή κακείνος αεί Πατήρ και ούτος αεί Υιός...» (Περί Τριάδος Έ' 5).

                     Με τον τρόπο αυτό η διάκριση των θείων προσώπων η υποστάσεων αποβαίνει «relative», αναφορική, σχέση αναφοράς. Και αυτό, διότι ο Αυγουστίνος στον Θεό προϋποθέτει μόνο θεία ουσία, από την οποία αρχίζει και στην όποια τελειώνει η καθαυτό θεολογία και η ίδια η άγια Τριάδα (Εξομολογήσεις ΙΓ' 11, 12). Δεν διακρίνει δηλαδή ουσία και είναι (υπόσταση), ώστε να εξηγήσει και την ομοουσιότητα και τις πραγματικές και διακεκριμένες υποστάσεις, οι όποιες αναγκαστικά υποβιβάζονται σε πρόσωπα σχετικής («relativa») αναφορικής υπάρξεως.

                     Στην ανατολική θεολογία, ιδιαίτερα των Καππαδοκών, η Τριαδολογία θεμελιώθηκε στην πολυσήμαντη και αποκαλυπτική διάκριση φύσεως (ουσίας) και είναι. Έτσι, το είναι του Θεού Πατέρα, η υπόσταση του Πατέρα, γεννά τον Υιό και όχι η θεία ουσία, για την όποια ουδέν αποκαλύφθηκε και ουδέν γνωρίζουμε (βλ. π.χ. Κυρίλλου Αλεξανδρειάς. Εις Ιωάννην ΙΑ': PG74. 500A-C). Αντίθετα, μας αποκαλύφθηκε ότι ο Πατέρας (ως υπόσταση) γεννά τον Υιό κι εκπορεύει το άγιο Πνεύμα. Εάν ειπούμε ότι γεννά η θεία ουσία, προϋποθέτουμε την φιλοσοφική και δη νεοπλατωνική απορροή (emanatio), την προέλευση του Υιού και του Πνεύματος με απορροή, με αναγκαία και αυτόματη δηλαδή υπερχείλιση της θείας ουσίας, οπότε κατ’ ανάγκην θα είχαμε και ουσιαστική διαβάθμιση στα πρόσωπα της άγιας Τριάδας. Ο Αυγουστίνος, που ομολογεί την διάκριση των θείων προσώπων χωρίς vα την ερμηνεύει Εξομολογήσεις ΙΓ' 11.12) ορθά, θέλει την γέννηση του Υιού «εκ της ουσίας» του Πατέρα από την ουσία, μάλιστα, που ταυτίζεται με το είναι και με την «σοφίαν» του, έφ’ όσον στον Θεό υπάρχει μόνο ουσία.

                     «Ο ήμέτερος λόγος... ανόμοιος έστι τω του Θεού Λόγω, τώ έκ της του Πατρός ουσίας γεννηθέντι (τοιούτον δέ έστιν ώσπερ αν εί έλεγαν έκ της του Πατρός γνώσεως, έκ της του Πατρός σοφίας’)...» (Περί Τριάδος ΙΕ' 13.22).

                     Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και στην Ανατολή, κάποιοι θεολόγοι, με πρώτο τον Μ. Αθανάσιο και κατόπιν τον Αλεξανδρειάς Κύριλλο, μίλησαν και για γέννηση του Υιού από την ουσία του Πατέρα. Αυτοί όμως, διότι δεν προϋποθέτουνε την ταύτιση ουσίας και είναι και διότι διαφυλάττουν προσεκτικά τα προσωπικά ιδιώματα των θείων προσώπων ακοινώνητα, μη μεταδιδόμενα και άρα μη συγχεόμενα (βλ. μελέτη μας, Ο άγιος Κύριλλος ’Αλεξανδρειάς, Αθήνα 2004, σσ. 88-124). δεν κακοδοξούν, αναφέροντας ενίοτε την γέννηση του Υιού και στην θεία ουσία. Τούτο μάλιστα έχει την εξήγησή του. Από τις αρχές του Δ' αί. η αίρεση του Αρειανισμού υποχρέωνε τους ορθοδοξούντες θεολόγους να τονίζουν εμφαντικά την γέννηση του Υιού από την ουσία του Πατέρα, για να υπερασπίσουνε την ομοουσιότητα του Υιού, αποκλείοντας την αλλοτρίωσή του από την ουσία του Πατέρα και την κατάταξή του στην τάξη των χτισμάτων.

Ή άγια Τριάδα και το σχήμα μνήμη (νους), λόγος (νόηση) και αγάπη (θέληση)

Αφότου όμως εντάθηκαν οι συζητήσεις για το άγιο Πνεύμα, από την δεκαετία κυρίως του 370, οι θεολόγοι προβληματίσθηκαν πολύ και θεολόγησαν βαθύτερα για την οντική και υποστασιακή - προσωπική ιδιότητα του κάθε θείου προσώπου. Έτσι, συνειδητοποιήθηκε ευρύτερα η αλήθεια του ακοινώνητου των προσωπικών ιδιωμάτων των προσώπων της αγίας Τριάδας. Επειδή όμως ο ’Αρειανισμός είχε ανανεωθεί με τον Εύνόμιο και τους οπαδούς του, θεολόγοι ανέφεραν ενίοτε απολογητικά την γέννηση του Υιού και την εκπόρευση του Πνεύματος στην ουσία του Πατέρα προς υποστήριξη της ομοουσιότητας του ή εκφράζονταν έτσι, διότι δεν είχανε ορθά κατανοήσει την σημασία και τις συνέπειες της διακρίσεως στον Θεό ουσίας και υποστάσεων, οι όποιες υποστάσεις έχουν και διατηρούν απόλυτα προσωπικά και άκοινώνητα τα ίδιώματά τους.

Ο Αυγουστίνος, μολονότι ταυτίζει ουσία και υπόσταση, επιμένει ορθά στην ύπαρξη των διακεκριμένων θείων προσώπων, που έχουνε την ίδια ουσία και η σχέση των οποίων, ως σχέση, δεν αναφέρεται στην ουσία, αλλά δεν είναι και κάτι το συμβεβηκός, πρόσκαιρη. Την σχέση ακριβώς αυτή προσπάθησε να εξηγήσει και ή έξήγησή του αποτελείτηνκατεξοχήν πρωτοτυπία στην Τραιδολογία του, αν και παραπλήσιο σχήμα είχε προβάλει ο νεοπλατωνικός Πορφύριος (ουσία, γνώση ουσίας και η μεταξύ τους φιλία). Αναζήτησε, λοιπόν, ενα πρότυπο ή σχήμα, που να ισχύει στην άγια Τριάδα και να εξηγεί ο,τι συμβαίνει στους κόλπους της (ad intra). Και το έπισήμανε στην ψυχή του ανθρώπου, στον όποιο, ενώ υπάρχουν ονοματισμένα νους (mens) ή μνήμη (memoria), γνώσις (notitia) ή νόησις και αγάπη (amor) ή θέλησις (voluntas), συνιστούν και τα τρία απόλυτη ενότητα, είναι ένα και φυσικά ίσα μεταξύ τους.

«Τρία είναι έν τή ψυχή απερ είσίν έν, τον νούν και τηνγνώσιν αύτού και τηναγάπην... και τέλεια όντα ’ίσα είσί» (Περί Τριάδος Θ' 4,4). «'Ώσπερ άρα ένεστι νόησις, ούτως ένεστιν αγάπη τή ηγεμονική μνήμη» (Περί Τριάδος ΙΕ' 21,41).

Ο νους, γνωρίζοντας, δεν υπερβαίνει τηνγνώση του και αγαπώντας δεν υπερβαίνει τηναγάπη του. Γι' αυτό και τα τρία είναι μεταξύ τους ίσα, δεδομένου ότι είναι και της αυτής φύσεως (αυτόθι). Με τον νού και τηνγνώση ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του και με τηναγάπη άγαπάει τον εαυτό του (Περί Τριάδος ΙΕ' 6,10). Ανάλογα επισημαίνει ο Αυγουστίνος στην αγία Τριάδα : σοφία (sapientia) και γνώση (notitia), με τηνόποια γνωρίζει, και αγάπη (dilectio), με τηνόποια άγαπάει (αυτόθι). Ή αγάπη είναι συγχρόνως και θέληση (voluntas), που ο Πατέρας και ο Υιός θέλουν. τηνίδια πραγματικότητα επισημαίνει στον θείο νού, στην άγια Τριάδα, και ονομάζει μνήμη πάντων τον Πατέρα, νόηση τον Υιό και αγάπη το Πνεύμα.

«... άπερ έν τή τριάδι του νοός ημών ύπεδείξαμεν ως μνήμην (= memorial) μέν είναι των τριών πάντων τον Πατέρα και νόησιν (= intellegentia) των τριών πάντων τον Υιόν και αγάπην (=caritas) πάντων των τριών το Πνεύμα το Αγιον, ως τον Πατέρα μήτε νοεΐν έαυτω μήτ’ αγαπάν, άλλ’ αύτώ τον Υιόν και το Πνεύμα αύτώ το άγιον, άλλ’ αύτω τον Υιόν αυτον δέ και έαυτω και έκείνοις μόνον μεμνήσθαι» (Περί Τριάδος ΙΕ' 17, 28).

Τα τρία (μνήμη ή σοφία = Πατήρ, νόησις ή γνώσις = ο Υιός, αγάπη ή θέλησις = το Πνεύμα) δεν χωρίζονται μεταξύ τους (nec distent in eis ista). Αντίθετα, σοφία λέγονται και τα τρία θεία πρό-σωπα, όπως έξίσου λέγονται και αγάπη, διότι μία είναι η σοφία και μία η αγάπη, καθόσον στην θεότητα δεν υπάρχει κάτι πέρα της ουσίας της.

«Και μηδέ διίστασθαι έν αύτοΐς ταύτα, ώσπερ έν ήμΐν άλλο μέν ή μνήμη, άλλο δ’ ή νόησις, έτερον δ’ ή αγάπη· άλλ’ <εν> είναι τι το πάντα δυνάμενον ώσπερ ή σοφία, και ούτως έχεσθαι έν ένός έκαστου φύσει ως τον τάδε τι έχοντα είναι ο έχει ως άτρεπτον και απλήν ουσίαν... Ούκ οίδα δέ τί δη ποτέ μη ώσπερ σοφία και ο Πατήρ λέγεται και ο Υιός και το Πνεύμα το άγιον, και όμού πάντες ού τρεις αλλά μία σοφία, ουτω και αγάπη και ο Πατήρ λέγεται και ο Υιός και το Πνεύμα το άγιον, και όμού πάντες μία αγάπη. Ούτω γάρ και ο Πατήρ Θεός και ο Υιός Θεός και το Πνεύμα το άγιον Θεός, και όμού πάντες εις θεός» (Περί Τριάδος ΙΕ' 17,28 και ΣΤ' 5).

Τα τρία στοιχεία όμως άνήκουν αμοιβαία στον εαυτό τους και όλα ενεργούν μαζί. Ο,τι ενεργεί «... ούδεν γάρ τούτων των τριών ονομάτων έστίν, ο μη και ή μνήμη και ο νούς και το θέλημα το έμόν ένηργήκασιν. Ούτως ή Τριάς αμα ένήργησε και φωνήν του Πατρός και τηνσάρκα του Υιού και τηνπεριστεράν του άγιοου Πνεύματος καιτοι προς έκαστον των προσώπων έκαστον τούτων άναφερομένου = nulluin enim horum trium nominum est quod non el memoria et intellectus et voluntas mea simul operata sint; ita Trinitas simul operata est et vocem Patris et carnem Filii et columbam Spiritus sancti cum ad personas singulas haec singula referantur» (Περί Τριάδος Δ ' 21,30).

και ο,τι παράγει ο Πατέρας αυτό αδιαίρετα παράγουν ο Υιός και το Πνεύμα. Έφόσον ότι υπάρχει στον Θεό και ότι έχει ο Θεός ταυτίζεται με την ούσία του, αυτό που ενεργεί ο Πατέρας ως Πατέρας, ο Υιός ως Υιός και το Πνεύμα ως Πνεύμα είναι ιδιώματα κοινά των τριών προσώπων. Άρα τα θεία πρόσωπα δεν έχουν αυστηρώς προσωπικά και ακοινώνητα ιδιώματα. Πρόκειται μόνο για «αναφορά» ονομάτων. Οι διευκρινίσεις για τις ενέργειες της Τριάδας εσφαλμένα χρησιμοποιούνται από τους ερευνητές προς απόδειξη του ότι ο Αυγουστίνος καταφάσκει και τηνενότητα των θείων προσώπων και τα προσωπικά τους ιδιώματα.

Το πρόβλημα της διακρίσεως των θείων προσώπων

Στο βιβλίο Ε' 5 του Περί Τριάδος έργου του κατανοεί, όπως είδαμε, την διάκριση των προσώπων της άγ. Τριάδας με την αριστοτελική κατηγορία των «προς τι», που όμως δεν αναφέρονται στην θεία ουσία. Ή διάκριση δηλαδή είναι κατ' άναφοράν (relativa) αλλά μόνιμη. Ο Πατέρας είναι αναφορικά προς τον Υιό Πατέρας και ο Υιός είναι Υιός αναφορικά προς τον Πατέρα. Στο ΙΕ τελευταίο βιβλίο του Περί Τριάδος., όταν πλέον έχει αναλύσει την αναγωγή των δεδομένων της ανθρώπινης ψυχής (νους, γνώσις, αγάπη) στην ζωή (ad intra) της άγ. Τριάδας, διαπιστώνει μεγάλη δυσκολία ή αδιέξοδο στην διάκριση των προσώπων της Τριάδας. Διάκριση, που συνιστά για την Εκκλησία πίστη και παράδοση, την όποια δέχεται και ο ίδιος ο Αυγουστίνος. Η δυσχέρεια και το αδιέξοδο βρίσκεται στο ότι η μνήμη ως Πατέρας, ο λόγος η νόησις η γνώσις ως Υιός και η αγάπη η θέληση ως Πνεύμα ταυτίζονται, συνιστούν ένα και προπαντός είναι ή μία άκρα και απλή ουσία.

Η απάντηση στο αδιέξοδο τούτο είναι ότι παραταύτα δεν κλήθηκε χωρίς λόγο, εις «μάτην» (frustra), ο Υιός του Θεού λόγος και. το άγιο Πνεύμα αγάπη και δώρο του Θεού (Περί Τριάδος ΙΕ 17, 29). Οι ονομασίες λόγος και σοφία για τον Υιό, αγάπη και δώρο για τo Πνεύμα λέχθηκαν «κυρίως» ως κατ' εξοχήν ονομασίες (protrie) και «φανερώς» (aperte) στην Γραφή.

«"Ωσπερ ουν τον μονογενή του Θεού λόγον κυρίως καλούμεν τω της σοφίας όνόματι, καιτοι καθόλου και του άγιου Πνεύματος και του Πατρός σοφίας όντος, ούτω και το Πνεύμα το άγιον κυρίως τω της αγάπης καλείται όνόματι, καιτοι και του Πατρός και του Υιού καθολικής όντων αγάπης. Αλλ' ο μέν λόγος του Θεού, τουτέστιν ο μονογενής Υιός του Θεόυ, φανερώς εϊρηται του Θεού σοφία τω άποστολικώ στοματι... (=Α ' Κορ. 1, 24). Το δέ Πνεύμα το άγιον... εύρίσκομεν τώ του αποστολου Ιωάννου λογίω... (=Α ' ’Ιωάν. ,7-8, 10,13)» {Περί ΤριάδοςΙΕ' 17,31).

Φυσικά, οι διαβεβαιώσεις αυτές απαιτούν και θεολογική θεμελίωση, την όποια ζητάει στον τρόπο προελεύσεως του Υιού και του Πνεύματος. Ο Πατέρας «έγέννησε» τον Υιό, ο Υιός «γεννάται» από τον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα «εκπορεύεται» από τον Πατέρα ως αγάπη Πατέρα και Υιού. Διαφέρει, λοιπόν, ο τρόπος προελεύσεως του Πνεύματος, διότι αυτό εκπορεύεται και εκ του Υιού. Η εκπόρευση και εκ του Υιού δόθηκε από τον Πατέρα στον Υιό κατά την γέννησή του. Το Πνεύμα εκπορεύεται από δύο και είναι Πνεύμα των δύο.

«"Ωσπερ ούν ο μέν Πατήρ έγέννησε (= genuit), ο δέ Υιός έγεννήθη (= genitus est), ούτω και ο μέν Πατήρ άπέστειλε (= misit) τον Υιόν, ο δέ Υιός άπεστάλη. Άλλ’ όν τρόπον ο τε γεννήσας και ο γεννηθείς, ούτω και ο άποστείλας και άποσταλείς έν είσιν (ο γάρ Πατήρ και ο Υιός έν είσιν), ούτω δέ και το Πνεύμα το Άγιον έν σύν αύτοΐς έστι (τα γάρ τρία ταύτα έν είσιν). "Ωσπερ γάρ το γεγεννήσθαι τώ Υίω το έκ του Πατρός είναι έστί,. ούτω και το άποστέλλεσθαι τω Υίω έστι το γινώσκεσθαι ότι εξ έκείνου έστί. Και ώσπερ τω Πνεύματι τω άγίω το Θεόυ δώρον είναι το έκ του Πατρός έκπορεύεσθαι έστίν, ούτω και το πέμπεσθαι (=έδώ το <πέμπεσθαι> δεν σημαίνει τηνέν χρόνω άποστολή του Πνεύματος, Αλλά τηνέκπόρευση) το γινώσκεσθαι, ότι έξ έκείνου εκπορεύεται έστίν. Ού μέντοι δυνάμεθα λέγειν ότι το Πνεύμα το Άγιον ούχί και έκ τον Υιού εκπορεύεται» (Περί Τριάδος Δ' 20, 29). «Και μέντοι ού μάτην έν τήδε τή Τριάδι ού λέγεται λόγος του Θεού εί μη ο Υιός, ουδέ δώρον Θεού εί μη το Πνεύμα το Άγιον, ουδέ έξ ού έγεννήθη ο λόγος και έξ ού εκπορεύεται άρχοειδώς το Πνεύμα το Άγιον εί μη ο Θεός και Πατήρ. Διά τούτο δέ προστέθηκα, άρχοειδώς, επειδή και έκ του Υιού [του Θεού] το Πνεύμα το Άγιον εύρίσκεται έκπορευόμενον. Αλλά [επειδή] και τούτο αύτω ο Πατήρ έδωκεν (ούκ ήδη ύφεστηκότι και μήπω έχοντι), άλλ’ ο τι ποτέ τω μονογενεί Λόγω δέδωκεν, έν τω γεννάν δέδωκεν. Ούτως αρα αύτον έγέννησεν ως κάξ αύτού το δώρον κοινόν προέρχεσθαι και Πνεύμα άγιον <Πνεύμα> είναι άμφοΐν. Ούκ αρα παροδικώς αξία <έστί> λαμβάνεσθαι άλλ’ έπιμελώς έπισκοπεΐσθαι ή αδιαίρετος αυτή της Τριάδος διαστολή. Εντεύθεν γάρ γέγονεν ως κυρίως τον του Θεού Λόγον <και> Θεού σοφίαν λέγεσθαι, καιτοι και του Πατρός σοφίας όντος και του άγιου Πνεύματος. Εϊ τοίνυν κυρίως των τριών τι τούτων αγάπην όνομάζεσθαι χρή, τίποτ’ αν άρμοδιώτερον εϊη τούτ’ είναι ή το Πνεύμα το άγιον; Ως εν εκείνη δηλαδή τή απλή και άκροτάτη φύσει μη είναι έτερον μέν την ουσίαν, έτερον δέ τηνάγάπην, άλλ’ ουσίαν είναι την αγάπην και την αγάπην ουσίαν είτε έν τώ Πατρί είτε εν τώ Υιώ είτε έν τω άγιω Πνεύματι, όμως μέντοι το Πνεύμα το άγιον κυρίως αγάπην προσαγορεύεσθαι» (Περί Τριάδος ΙΕ' 17, 29 και ΣΤ' 5).

Ο Θεός Πατέρας παρέχει στον Υιό το «έκπορεύειν» το Πνεύμα. Πώς ή αρχή του Πνεύματος μία;

Ο Πατέρας, που έδωσε το «είναι» στον Υιό, ο ίδιος του έδωσε ως δώρο και το «προϊέναι» («procedat»), την εκπόρευση του Πνεύματος, το όποιο ένεκα τούτου «πρόεισιν» από τον Υιό όπως και από τον Πατέρα.

«... διά της των ιερών Γραφών μαρτυρίας διδάξας έξ έκατέρου (= Πατρός και Υιού) προϊέναι το Πνεύμα το άγιον... Παρ’ ού δέ έχει ο Υιός το είναι Θεός (έκ Θεού γάρ Θεός) παρ’ έκείνον πάντως έχει και το έξ έκείνου προϊέναι το Πνεύμα το άγιον (= «ab illo habet utique ut etiam de illo procedat Spiritus sanctus»), διά ταύτα δέ και το Πνεύμα το άγιον ως και έκ του Υιού προϊέναι, ώσπερ έκ του Πατρός πρόεισιν έξ αύτού του Πατρός έχει» (Περί Τριάδος ΙΕ' 27,48).

Ο Πατέρας, που έχει ζωή «έν έαυτω», έδωκε στον Υιό να έχει «έν έαυτω» («in semetipso») ζωή. Αυτό σημαίνει ότι έδωσε στον Υιό το προνόμιο (δυνατότητα) να προέρχεται ζωή από αυτόν, όπως προέρχεται ως ζωή ο Υιός από τον Πατέρα. Γι’ αυτό ο Υιός «πρόεισι» (προβάλλει) ως ζωή το Πνεύμα, το όποιο άλλωστε αποτελεί την «κοινήν» αγάπη Πατέρα και Υιού, ενώ και τα τρία θεία πρόσωπα είναι αγάπη, εφόσον ή αγάπη είναι ή κοινή τους ουσία και ή ουσία τους ή κοινή τους αγάπη (Περί Τριάδος ΙΕ' 17,29).

«‘Ώσπερ ο Πατήρ έχων ζωήν έν έαυτω δέδωκε και τώ Υίώ ζωήν εχειν έν έαυτω, ούτως αύτώ δέδωκε ζωήν προϊέναι έξ έκείνου, καθάπερ πρόεισιν έξ αύτού» (Περί Τριάδος ΙΕ' 27,48).

«...Έκάστου των έν τή Τριάδι προσώπων άγάπης όντος... Ως το Πνεύμα το άγιον κατά τάς ίεράς Γραφάς ούτε του Πατρός έστι μόνου ούτε του Υιού μόνου άλλ’ άμφοΐν, και διά τούτο κοινήν ήμϊν την αγάπην διδάσκει, καθ' ήν άλλήλους ο Πατήρ και ο Υιός αγαπώσι» (Περί Τριάδος ΙΕ' 17,27).

Η διάκριση των θείων προσώπων γίνεται πρόβλημα δυσεπίλυτο στον Αυγουστίνο, ένεκα της έμμονης ιδέας του ότι στην θεότητα δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από την ουσία του. Ότι αναφέρεται στον Θεό αποτελεί ουσία. Για ν’ αποφύγει την σύγχυση των θείων προσώπων της αγ. Τριάδας, καταφεύγει και σε άλλες λύσεις, πλην της λύσεως της αναφοράς (των προς τι). ’Έτσι, η εκπόρευση του Πνεύματος γίνεται και από τον Υιό, άλλα ο Πατέρας είναι αυτός που το εκπορεύει κυρίως, κατ’ εξοχήν, «principaliter» («άρχοειδώς») (Περί Τριάδος ΙΕ' 17, 29). Δηλαδή διακρίνει αρχική εκπόρευση, οφειλόμενη στον Πατέρα, και δανεική εκπόρευση, οφειλό- μενη στον Υιό (που την έχει λάβει από τον Πατέρα).

Ο Μάξιμος Πλανούδης μεταφράζει το principaliter με την λέξη «άρχοειδώς», που έμμεσα προϋποθέτει γνώση του προβλήματος της μιας ή των δύο αρχών στην θεότητα. Ο Αυγουστίνος, προφανώς, γνώριζε και αυτός το πρόβλημα και δοκίμασε να το λύσει. Γι’ αυτό κι επέμεινε και στην ενότητα της αρχής (principium), ότι μία είναι η αρχή εκπορεύσεως του Πνεύματος, και στο ότι αρχή είναι και ο Υιός. Αρχή είναι αυτό που γεννά κι εκπορεύει, δηλαδή ο Πατέρας, άλλα αρχή είναι επίσης και αυτό στο όποιο παρέχεται ως δώρο η δυνατότητα να εκπορεύει, δηλαδή ο Υιός. Η ζωτική - εκπορευτική αυτή δυνατότητα του Υιού αναγκαστικά ταυτίζεται με την ουσία του. Επειδή Πατέρας και Υιός είναι ένας Θεός και μία ουσία, μπορεί κανείς να ειπεί ότι η αρχή του Πνεύματος είναι μία και όχι δύο.

«... ούκ έκείνω (= τω Πατρί) μόνον τω πράγματι ήδη έσται αρχή όπερ γεννά ή ποιεί, αλλά κάκείνω ο δίδωσιν... όμολογητέον τον Πατέρα και τον Υιόν αρχήν είναι του άγιου Πνεύματος, ού δύο άρχάς («fatendum est Patrem et Filium principium esse Spiritus Sancti, non duo principia»), άλλ’ ως ο Πατήρ και ο Υίός εις Θεός <και προς τηνκτίσιν άναφορικώς εις δημιουργός και εις Κύριος>, ούτως άναφορικώς προς το Πνεύμα το άγιον μία αρχή προς δέ τηνκτίσιν ο Πατήρ και ο Υίός και το Πνεύμα το Άγιον μία αρχή, ώσπερ εις δημιουργός και εις Κύριος» (Περί Τριάδος Ε' 14).

Χάριν της μιας αρχής (principium) ο Αυγουστίνος κάνει ένα βήμα και χαρακτηρίζει διπλή την διανομή - οικονομία του Πνεύματος («bis datus est dispensatio»), εφόσον δίδεται και από τον Υιό, Αλλά συγχρόνως δηλώνει ότι αρχή «όλης της θειότητος ή θεότητος» («to tius divinitatis vel deitatis») είναι ο Πατέρας. Η έννοια εδώ του όρου οικονομία (dispensatio) δεν αναφέρεται στον χρόνο, στην εν χρόνω αποστολή του Υιού στον κόσμο.

«... εν γάρ πνεύμά έστι το Πνεύμα του Θεού, το Πνεύμα του Πατρός και του Υιού... Άλλα το δίς δοθήναι (= και από τον Πατέρα και από τον Υιό) οικονομία ως αληθώς δηλώσεως γέγονε... ως όλης της θειότητος ή, εί ύμΐν βέλτιον φάναι, της θεότητος ο Πατήρ έστιν αρχή. Το τοίνυν <έκ του Πατρός έκπορευόμενον και του Υιού> προς έκεΐνον αναφέρεται εξ ου έγεννήθη ο Υιός» (Περί Τριάδος Δ' 20, 29).

Θεωρεί ότι η εκπόρευση και έκ του Υιού δεν προσβάλλει την μία αρχή, διότι το «και έκ του Υιού» είναι δοτό στον Υιό, δεν του ανήκει πρωτογενώς («Qui ergo patre procedit et filio ad eum refertur a quo natus est filius» ( Περί Τριάδος Δ' 20, 29). Ο Υιός έχει το «έκπορεύειν» από τον Πατέρα και αρα «άναφορικώς» προς το άγιο Πνεύμα ή αρχή είναι μόνο μία (Περί Τριάδος Ε' 14). Το σκεπτικό, βέβαια, δεν είναι συνεπές, αφού παν ο,τι συμβαίνει στην θεότητα και παν ο, τι έχει ο Θεός Πατέρας έχουν ο Υιός και το Πνεύμα και όλα όσα έχουν ταυτίζονται με τηνουσία τους (Περί Τριάδος Δ' 21, 30). Το άγιο Πνεύμα «κοινόν τί έστι Πατρός και Υιού» ένεκα της «όμοουσιότητός» του και της «συνάίδιότητός» του (Περί Τριάδος ΣΤ 5). Ενδεικτικό του βαθμού συγχύσεως, στην οποία μπορεί να φθάσει ή θεολογία χωρίς τηναποδοχή των ακοινώνητων προσωπικών / ιδιωμάτων κάθε θείας ύποστάσεως και ή ταύτιση των ίδιομάτων τους με τηνθεία ουσία, είναι και ή άποψη ότι ή διάκριση των θείων προσώπων βρίσκεται στην ανθρώπινη γλώσσα μόνο, στις λέξεις («φωνάς», «in litteris»). Όπως ένα είναι ή μνήμη, ο νούς και ή θέληση στον άνθρωπο, ένα είναι και τα τρία θεία πρόσωπα. Αυτό που είναι το ένα, κατά πάντα είναι και το άλλο, Αλλά έχουν ονόματα διαφορετικά. Μάλλον δεν έννοούσε ακριβώς αυτό ο Αυγουστίνος, Αλλά οι λόγοι του μπορεί να έχουν και τέτοια συνέπεια.

«Έν μέν γάρ τή εαυτών ουσία (= substantia) καθ' ήν είσιν, έν είσι τα τρία, ο Πατήρ και ο Υιός και το Πνεύμα το άγιον... έν όμού και το αυτό έξ άϊδιότητος είς άϊδιότητα, ως αν αυτή ή άιδιότης ήτις αλήθειας και αγάπης χωρίς ούκ εστιν έν δέ ταΐς έμαΐς φωναΐς χωρίζονται ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα το άγιον και άμα λέγεσθαι ού πεφύκασι, καν τοΐς όρατοϊς δέ γράμμασιν οικεία διηρημένως διαστήματα τόπων διειλήφασι. Και όν τρόπον έπειδάν τηνέμαυτού μνήμην και τον νουν και το θέλημα ονομάζω, έκαστον μέν των ονομάτων προς έκαστον τι πράγμα αναφέρεται άλλ’ όπως έκ πάντων των τριών ονομάτων εκαστα γεγόνασιν· ούδεν γάρ τούτων των τριών ονομάτων έστίν ο μη και ή μνήμη και ο νους και το θέλημα το έμόν άμα ένηργήκασιν» (Περί Τριάδος Δ' 21,30).

Τήν και έκ του Υιού εκπόρευση του Πνεύματος διατύπωσε συχνά και σε άλλα του κείμενα, όπως στην Επιστολή XV : «de utroque processit» το Πνεύμα (PL 54, 680C - 681Α). Με τις παραπάνω έξηγήσεις κι ερμηνείες του ο Αυγουστίνος νομίζει ότι διασώζει και την διάκριση των προσώπων και την ενότητα - μοναδικότητα αρχής Υιού και Πνεύματος. Δηλαδή και στην παραδεδομένη εκκλησιαστική διδασκαλία των διακεκριμένων προσώπων και της μιας αρχής έπιμένει και στην εσφαλμένη ερμηνεία της διδασκαλίας αύτής προχωρεί. Το αποτέλεσμα: μένει εκτεθειμένη και ή διάκριση των προσώπων και ή ενότητα της αρχής. Αυτό θά καταφανεί ιδιαίτερα στους αιώνες που ακολούθησαν, στην σχολαστική αλλά και την νεώτερη δυτική θεολογία.

ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ

Ο Αυγουστίνος άρχισε το θεολογικό του έργο ως απολογητής έναντι των φιλοσοφικών του καταβολών, συνέχισε ως αντιρρητικός έναντι του Μανιχαϊσμού, τον όποιο για χρόνια αποδέχθηκε ιδεολογικά, και προχώρησε ως πολέμιος των Δονατιστών, των Άρειανών και δη των Πελαγιανών. Αυτά εξηγούν γιατί ασχολήθηκε καθυστερημένα και μόνο λίγο με τα χριστολογικά ζητήματα, που τουλάχιστον από το 380 απασχολούσανε τους θεολόγους και συγκλόνιζαν την Εκκλησία από τις αρχές του Ε' αί. Γενικά γνώριζε τις σχετικές συζητήσεις και δίδασκε ότι ή ενανθρώπηση υπήρξε επιλογή του Θεού, ο όποιος μπορούσε και με άλλους τρόπους να νικήσει τον πρώτο νικητή, δηλαδή τον Διάβολο. Έκρινε όμως ο Θεός προτιμότερο να προσλάβει τον πρώτο νικηθέντα. δηλαδή τον άνθρωπο, και με αυτόν να πολεμήσει τον εχθρό του ανθρωπίνου γένους (Περί Τριάδος ΙΓ' 18,23). Μίλησε για την ενανθρώπηση (με τον όρο incamatio), τονίζοντας ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού προσέλαβε ακέραιη την ανθρώπινη φύση, σώμα και ψυχή λογική, κι έγινε «άνθρωπος», χωρίς μάλιστα ο θείος Λόγος να τραπεί ή να μεταβληθεί σε αυτό που «έγινε», δηλαδή σε «σάρκα», σε άνθρωπο.

«Εί δέ ζητείται πώς ή σάρκωσις γέγονεν, αυτον τον του Θεού Λόγον, φημί σάρκα γεγονέναι, τουτέστιν άνθρωπον γεγονέναι (= hominem factum), ού μην εις τούθ’ όπερ έγ ενετό τραπέντα τε και μεταβληθέντα (= non... conversum atque mutatum). Ούτω δ’ άληθώς γεγονέναι, ως εκεί μη μόνον τον του Θεού Λόγον είναι και τηνανθρώπου σάρκα αλλά και λογικήν ανθρώπου ψυχήν. Και τούθ’ όλον και Θεόν λέγεσθαι διά τον Θεόν και άνθρωπον διά τον άνθρωπον» {Περί Τριάδος Δ' 21,31 και Α' 7,14).

Ο Χριστός έχει και την φύση του Πατέρα, προς τον όποιο είναι γι΄ αυτό ίσος, και την ανθρώπινη φύση, ίση προς εκείνη του ανθρώπου. Εν τούτοις ο Χριστός, επειδή είναι και ανθρώπινη φύση, είναι κατώτερος του Πατέρα και του εαυτού του ως Υιού του Θεού (Περί Τριάδος Β' 1, 2). Συνήθως μιλάει για «πρόσληψη» ανθρώπου και λιγότερο για πρόσληψη ανθρώπινης φύσεως. Δεν υποπτεύεται στην εποχή του το πρόβλημα: ότι δηλαδή λέγοντας ότι προσέλαβε άνθρωπο, κάποιοι θα συνυπονοούσαν υπόσταση ανθρώπου κατά την πρόσληψη (ενανθρώπηση). Όμως πολύ ορθά ομολογεί ότι ο Υιός του Θεού και «ο έν μορφή δούλου» (Φιλιπ. 2,7- 8), δηλαδή ο Χριστός, είναι ένα πρόσωπο; «una persona est» (Περί Τριάδος Δ' 8). «'Έν πρόσωπον του Θεού και ανθρώπου». Το πρόσωπο τούτο είναι του Υιού του Θεού (Περί Τριάδος Β' 10.18) και μόνο σ’ αυτό ή αγία Τριάδα ενήργησε την ενανθρώπηση στην Παρθένο Μαρία. Η Μαρία έδωκε στο πρόσωπο του Υιού την ορατή μορφή.

«... ex virgine Maria Trinitas operata est sed solius filii persona est, visibilem namque Filii solius personam invisibilis Trinitas operata est» (ΠερίΤριάδοςΒ' 10.18).

Προχωρεί ακόμα περισσότερο για τηνέποχή του και ομολογεί (περί το 416-420) «ένα πρόσωπο που συνίσταται από δύο φύσεις. Έναπρόσωποστιςδύοφύσεις» («persona una ex duabus substantiis constans• una in utraque natura persona») (Tractatus in loan. Evang.: CCL 36, 584. PL 35, 1886).H διατύπωση πλησιάζει πολύ προς τον 'Όρο της Δ' Οίκουμ. Συνόδου, αλλά δεν προϋποθέτει άκριβώς την ίδια θεολογία, διότι δεν φαίνεται να έχει σαφή αντίληψη του είδους της ένώσεως των δύο φύσεων του Χριστού. Έχει έπικίνδυνη σύγχυση, διότι, ενώ μιλάει για ένωση προσώπων (που το πρόσωπο του Υιού του Θεού αποτελεί μόνο σχέση), τώρα παράγει το κοινό πρόσωπο του Χριστού από την συνύπαρξη δύο φύσεων, αυτό σύγκειται από την θεία και την άνθρώπινη φύση.

Και ή προβληματική Χριστολογία συνεχίζεται. Το ιωάννειο «ο Λόγος σάρξ έγένετο και έσκήνωσεν έν ήμίν» (1, 14) κατανοεί περισσότερο ως σύναψη. Ο άνθρωπος «συνήφθη» («coniunctus est») με τον θείο Λόγο «εις ενότητα προσώπων» («in unitatem personae»). «... έν μέν τώ Λόγω τον αληθινόν Υιόν νοώ του Θεού, έν δέ τή σαρκί έπιγινώσκω τον αληθή Υιόν του ανθρώπου. Και έκάτερα όμού εν πρόσωπον του Θεού και ανθρώπου τη άρρήτω της χάριτος αφθονία συναφθέντα ... ο άνθρωπος (homo) εις ενότητα προσώπου τω Θεω συνήφθη» (Περί Τριάδος ΙΓ' 19,24).

Δεν αντιλαμβάνεται την ένωση ως ένωση φύσεων (άρα φυσική), άλλα μάλλον ως συνάφεια και δη συνάφεια προσώπων, όπως υποστηρίχτηκε από Άντιοχειανούς θεολόγους και δη από τον Θεόδωρο Μοψουεστίας, ο όποιος και τον επηρέασε. Ή ένωση αυτή έμενε στο επίπεδο συνάφειας προσώπων, δεν συνιστούσε πραγματική άλλα μόνο ασύγχυτη ένωση θείας και ανθρώπινης φύσεως. Συνείδηση των συνεπειών αυτών ο Αυγουστίνος δεν φαίνεται να είχε. Και δεν είναι τυχαίο, ότι ή σύναψη έγινε με την θεία χάρη (gratiae coniunctum), χωρίς πάλι αναφορά στην φύση. ’Έτσι, ενώ στον Χριστό βλέπει ορθά το πρόσωπο του θείου Λόγου, που έγινε και πρόσωπο του προσληφθέντος ανθρώπου (αντί ανθρώπινης φύσεως), δεν βαθαίνει την ένωση πέρα της χαρισματικής συνάφειας με το θειο πρόσωπο. Εάν δεν επέμενε ότι αυτό που συμβαίνει κατά την ενσάρκωση δεν είναι ανάλογο με την ενοίκηση της χάριτος του Θεού στους προφήτες, θα συμπέραινε κάποιος ότι για τον Αυγουστίνο η ένωση στον Χριστό μένει σε χαρισματικό και άρα ηθικό επίπεδο. Δεν θα ήτανε όμως τελείως άδικο το συμπέρασμα. Αφού τα πρόσωπα της αγ. Τριάδας κατανοούνται ως «αναφορά», η όποια μάλιστα δεν προσγράφεται στην θεία ουσία (Περί Τριάδος Ε' 5), και αφού ή ένωση αποτελεί μόνο «ενότητα του προσώπου», έπεται ότι αυτό που συμβαίνει κατά την ένωση - συνάφεια μένει στο επίπεδο της θείας χάριτος και όχι της θείας φύσεως. Διαφυλάσσοντας δηλαδή την θεία φύση - ουσία τελείως απρόσιτη (με φιλοσοφικές προϋποθέσεις όμως), αποκλείει και την δυνατότητα ασύγχυτης ενώσεως της ανθρώπινης φύσεως με την θεία φύση στην υπόσταση-πρόσωπο του θείου Λόγου. ’Έτσι, γίνεται προβληματική και η άντίδοση ιδιωμάτων, που είναι άποτέλεσμα της πραγματικής άλλ’ άσύγχυτης ένώσεως θείας και ανθρώπινης φύσεως στην υπόσταση του Υιού του Θεού.

Παρατηρούμε ότι και στην Χριστολογία ο Αυγουστίνος, πληροφορημένος μόνο γενικά για τις ανάλογες στην ’Ανατολή κυρίως συζητήσεις, επιθυμούσε να μένει στην μη προηγμένη τότε στην Δύση διδασκαλία της Εκκλησίας. ΄Ομως, επιχειρώντας να εξηγήσει θεολογικά τα σχετικά προβλήματα, έφθανε σ’ επικίνδυνες προτάσεις, διότι εκκινούσε από την ιδέα ότι στον Θεό υπάρχει μόνο ή ούσία του, τηνόποια ταύτιζε με την υπόσταση, και ότι τα θεία πρόσωπα συνιστούν μόνο άναφορά και όχι διακεκριμένο είναι. Ή άμετάβλητη, άτρεπτη και άπλή θεία ουσία στην φιλοσοφικών προύποθέσεων άντίληψη του Αυγουστίνου ήτανε αδύνατο να άναμειχθεϊ (κατά τηνένωση) πραγματικά με την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό και η αποκάλυψη στην Πεντηκοστή, ο άνωθεν «ήχος» και ο φωτισμός των Αποστόλων, δεν ήτανε, βέβαια, η ουσία του Υιού ή του άγιου Πνεύματος, αλλά ως ενέργεια ήτανε «κτίσμα», «creatura» (Περί Τριάδος Γ' 10, 27). Κι ενώ η αποκαλυπτική ενέργεια στην Πεντηκοστή είναι «κτίσμα», η μικρή μας κατανόηση-γνώση του Θεού άφορα στην ουσία του, που είναι άτρεπτη και γι’ αυτό μη ορατή.

«... ή του Θεού φύσις ή μάλλον ούσία, ένθα κατά το ήμέτερον μέτρον ούτινοσούν ελάχιστου μέρους νοούμεν τον Πατέρα και Υιόν και το Πνεύμα το άγιον, έπεί κατά μηδένα τρόπον τρεπτή έστι και κατ’ ούδενα δύναται τρόπον αυτήι καθ’ αυτήν ορατή είναι» (Περί Τριάδος Γ' 10,21).

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, ΠΤΩΣΗ, ΘΕΙΑ ΧΑΡΗ, ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑ

α. Προπατορικό αμάρτημα και συνέπειες του. Το απόλυτο της θείας χάρης. Ο απόλυτος προορισμός.

Το προπατορικό αμάρτημα, η θεία χάρη και ο προορισμός του ανθρώπου αποτελούν κεντρικά θέματα της θεολογίας του Αυγουστίνου και σ' αυτά προσπάθησε αγωνιωδώς να δώσει απαντήσεις. Έξ αρχής όμως πρέπει να σημειωθεί ότι ή τοποθέτηση του στά θέματα είχε πορεία όχι έξελικτική, αλλά, περισσότερο αντιθετική. Στην πολεμική του κατά του Μανιχαϊσμού, που άπέρριπτε κάθε ιδέα ελευθερίας στον άνθρωπο, υποστήριξε την αυτονομη ελευθερία της βουλήσεως του ανθρώπου, τηνθεώρηση του κακού ως απουσία του άγαθού και τηνκληρονομική μετάδοση της αμαρτίας. Αργότερα, με τηνέξάπλωση του Πελαγιανισμού, που άρνήθηκε τηνκληρονομικότητα του προπατορικού αμαρτήματος και τονιζε αποκλειστικά τηνελευθερία του ανθρώπου, έφθασε στο άλλο άκρο, στην άρνηση της ελευθερίας της βουλήσεως,στην εξάρτηση της σωτηρίας άποκλειστικά από τηνθεία χάρη (δωρεά του Θεού) και τελικά στον απόλυτο προορισμό.

Είναι προφανές ότι, οι αντιφατικές αυτές τοποθετήσεις με πολλές διεργασίες κι ερμηνείες συγκίνησαν κι έθρεψαν οι παλαιότερες τον Ρωμαιοκαθολικισμό και οι μεταγενέστερες τον Προτεσταντισμό. Και είναι άκόμα προφανές ότι ή αντιφατικότητα αυτήι οφείλεται στην απουσία στέρεου θεολογικού θεμελίου και βαθιάς κατανοήσεως της Γραφής και της παραδόσεως της Εκκλησίας, στην όποια όμως δήλωνε απόλυτη έμπιστοσύνη και για τηνένότητα της όποιας άγωνίσθηκε είλικρινά, γεγονός που έκτιμήθηκε πολύ από τον Ρωμαιοκαθολικισμό. Η κυριαρχία του Αυγουστίνου με τις σχετικές του απόψεις υπήρξε διαχρονική. Είναι πολύ ενδεικτικό το γεγονός, ότι μέχρι σήμερα Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες αγωνίζονται να μετριάσουν τις προσιδιάζουσες στην θεολογία τους απόψεις του Αυγουστίνου, για να δείχνουν έμμεση ή άμεση καταγωγή από τηνμεγάλη αυτήι μορφή της αρχαίας Εκκλησίας.

1.      Ο Θεός για τον Αυγουστίνο συνιστά το ύψιστο όν και το ύψιστο άγαθό, που είναι αμετάβλητο κι έχει απόλυτη απλότητα (ή ενότητα). ’Έτσι, αφού δεν διακρίνει φύση και είνια -ύποστάσεις στον Θεό, τηντριαδικότητά του, τα τρία δηλ. θεία πρόσωπα, παράγει από τηνμεταξύ τους σχέση, άπηχωντας πλωτινικά κατηγορήματα και ιδέες. Ύψιστος σκοπός του άνθρώπου είναι ή ένωση με το ύψιστο άγαθό, τον Θεό, Αλλά στον Θεό δεν διακρίνει ουσία και άκτιστες ενέργειες.

Στον νού του άμετάβλητου Θεού υπάρχουν οι ιδέες, ο κόσμος των νοερών, και βάσει αύτών έν χρόνω δημιουργούνται τα πράγματα και ο άνθρωπος, ο Άδάμ. "Ενεκα, μάλιστα, των ούσιοκρατικών του αντιλήψεων υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα» όλης της Τριάδας, διότι διαφορετικά (εάν δηλ. ήτανε εικόνα μόνο του Υιού) θά ήσαν μεταξύ τους ανόμοια τα τρία πρόσωπα κατά την ουσία τους.

« ...ούκ αν όρθώς έλέχθη, εϊπερ (sic) ο άνθρωπος κατ’ εικόνα προσώπου ενός έγένετο, είτε του Πατρός είτε του Υιού είτε του άγιου Πνεύματος, Αλλά... κατ’ εικόνα της Τριάδος έγένετο... Εί γάρ ο Πατήρ ούτως έποίησε κατ’ εικόνα του Υίου, ως μη είναι τον άνθρωπον εικόνα του Πατρός, Αλλά του Υιού, άνόμοιός έστιν ο Υιός τω Πατρί... ή ευσεβής (= όμως) πίστις διδάσκει... όμοιον είναι κατ’ ισότητα της ουσίας τον Υίον τω Πατρί...» (Περί Τριάδος IB' 6 10-13,27-30).

Ο άνθρωπος, λοιπόν, εικόνα όλης της Τριάδας, προικίζεται με ελεύθερη βούληση (liberum arbitrium) και μπορούσε να μην άμαρτήσει (potuit non peccare : Ή πολιτεία του Θεού ΚΒ' 30). Ζούσε τηναγάπη του Θεού στραμμένος προς τηναιώνια μακαριότητα, έως ότου προτίμησε τηναγάπη του εαυτού του και του κτιστού κόσμου, όπως πριν από αυτον έπραξαν οι έκπεσόντες άγγελοι. Η έλεύθερη βούληση προϋποθέτει τηνδυνατότητα επιλογής του καλού (= του θεού) ή του κακού και κατανοεΐται ως έφεση-έπιθυμία έντονη (concupiscentia), που μπορεί να στραφεί προς το καλό, άλλα και προς το κακό.

2.      Ή προς το κακό concupiscentia, την όποια χαρακτηρίζει διεστραμμένη-ταραγμένη, έγινε η αιτία της πτώσεως και αποτελεί το προπατορικό αμάρτημα (Contra Julianum, Opera... 4. 29. Contra duas Epistulas Pelagianorum I 17, 34-35). 'Ένεκα της καταστάσεως αυτής ο άνθρωπος δεν μπορεί πλέον να μην άμαρτήσει (non posse non peccare : De spiritu etlittera 30, 3), είναι μάζα καταδικασμένη (damnata) και γι’ αυτό μάζα απώλειας (massa perditionis).

Η πτώση οφείλεται στην «κακή χρήση του αυτεξουσίου», της επιθυμίας, και ή συνέπεια του φθάνει σε όλο το ανθρώπινο γένος που προήλθε από τον Άδάμ, ο όποιος καταδικάσθηκε και γέννησε τέκνα διεφθαρμένα. Η μετάδοση του προπατορικού αμαρτήματος έγινε όχι ένεκα μιμήσεως, όπως δίδασκε ο Πελάγιος, αλλά ένεκα κληρονομικότητας, καθόσον στο είναι του Άδάμ ενυπήρξαμε τότε όλοι ως ένας άνθρωπος. Μολονότι τότε δεν υπήρχαμε, δεν είχαμε γεννηθεί, υπήρχε το σπέρμα από το όποιο προήλθαμε. Το σπέρμα όμως αυτό είχε διαφθαρει από τηναμαρτία και είχε καταδικασθει σε θάνατο. Βάσει αυτών, με τον Άδάμ άμαρτήσαμε όλοι και όλοι κληρονομήσαμε τηνφθορά και τηντάση προς τηνάμαρτία.

«... είμεθα πάντες έν έαυτω ( = στον Άδάμ), όταν ειμεθα όλοι αυτός ο άνθρωπος... Δεν ειχομεν ακόμη... τηνύπαρξίν μας, άλλ’ ύπήρχεν ήδη το σπέρμα, έκ του όποιου θά έγεννόμεθα... το σπέρμα τούτο είχε διαφθαρή υπό της αμαρτίας, ή δέ φύσις είχε καταδικασθή δικαιως είς θάνατον...» (Ή πολιτεία του Θεού ΙΓ' 14).

Το «έφ ώ» του Ρωμ. 5,12 (« ...δι’ ενός ανθρώπου ή άμαρτία είς τον κόσμον είσήλθεν... είς πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, έφ’ ώ πάντες ήμαρτον») εξηγεί ως αναφορικό (= στον όποιο Άδάμ) και όχι ως αίτιολογικό (= διότι, γι’ αυτό).

3.      Η με ελεύθερη βούληση συγκατάθεση του Αδάμ στο κακό μεταδίδεται απόλυτα στους απογόνους του, αλλά παραταύτα ο Αυγουστίνος αφήνει ένα παράθυρο, διότι διασώζει κάτι από το κατ’ εικόνα του ανθρώπου. Εξηγεί ότι ή ανθρώπινη φύση, επειδή δημιουργήθηκε επιδεκτική, χωρητική, της άκρας (θείας) φύσεως, παραμένει «μεγάλη» παρά τηνφθορά της.

«Εί γάρ και μεγάλη φύσις έστί (= ή κατ’ εικόνα Θεού ψυχή), πλην μολύνεσθαι πέφυκεν, επειδή μη άκρα (summa) έστί. Και αύθις εί και μολύνεσθαι πέφυκεν, επειδή μη άκρα έστί, πλην επειδή της άκρας φύσεως χωρητική έστι (summae naturae capax) και μέτοχος είναι ταυτης δύναται (esse particeps potest), μεγάλη φύσις έστί» (Περί Τριάδος 1Δ' 427 -30).

Γι’ αυτό και ή καρδία του άνθρωπου είναι ανήσυχη, έως ότου άναπαυθεί στον Θεό («inquietum es cor nostrum, donee requiescat in te»). Όση όμως και αν έχει ο άνθρωπος ανησυχία, είναι απόλυτα αναγκαια ή θεία χάρη, για τηνόποια έγραψε πολλά με αφορμή τον Πελαγιανισμό, ο όποιος ή τηνθεωρούσε περιττή ή, συνήθως, τηνταύτιζε με τηνελεύθερη και αυτονομη βούληση του ανθρώπου. Ή θεία χάρη δηλαδή αντιμετωπιζόταν ως φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Άντιδρώντας στον Πελαγιανισμό, υποστήριξε ότι ή θεία χάρη έξαρτάται μόνο από τον Θεό, είναι δώρο του Θεού, παρέχεται ανεξάρτητα από τηνθέληση του ανθρώπου. Ο Θεός είναι αυτός που προετοιμάζει την συγκατάθεση του ανθρώπου και ο Θεός ενεργεί τηνσυνέργεια του ανθρώπου, ο όποιος όμως οφείλει να προσεύχεται, διότι έτσι προκαλεί τηνθεία χάρη κι έτσι μπορεί να εφαρμόζει τις θείες εντολές (De natura et gratia 40, 50). Ερμηνεύοντας το «χωρις έμού ού δύνασθε ποιεΐν ούδεν» (’Ιωάν. 15, 5 : Tractatus in Ioann. Evang. 81,3), εξηγεί ότι, «όταν ο Θεός βραβεύει τις αρετές μας, δεν βραβεύει κάτι άλλο από τις δωρεές του» «οι ίδιες οι αρετές μας είναι ένα δωρεάν δώρο του» (Epistula 186, De gratia et libero arbitrio E' 10-8, 20, Enchiridium ad Laurentium 107).

Νεοπλατωνικές μυστικίζουσες αντιλήψεις επηρέασαν τις απόψεις του για τον θείο φωτισμό (illuminatio) και τηνθεία χάρη, τηνοποία κατανοεί ως αγάπη κι επιθυμία για τηναπόλαυση (μακαριότητα) του αιωνίου, εκείνου που απώθησε ο Άδάμ και οι έκπεσόντες άγγελοι ένωρίτερα, με αποτέλεσμα την καταδίκη της ανθρωπότητας (massa damnata).

5. Από το 417, ιδιαίτερα, η θρησκευτική ευαισθησία του Αυγουστίνου, ο άμετρος Άντιπελαγιανίσμός του και η αντίθεσή του στην από μέρους του Κικέρωνα άρνηση της προγνώσεως (praescientia) του Θεού ( Ή πολιτεία του Θεού Ε' 9) τον οδήγησαν στην ιδέα του απόλυτου προορισμού, που δημιούργησε και δημιουργεί ατέλειωτες συζητήσεις. Ο Θεός, ένεκα του ελέους του, από την πεσούσα και καταδικασμένη ανθρωπότητα προορίζει-αποφασίζει, βάσει της αδιερεύνητης και ανεξέλεγκτης δικαιοσύνης του, να σώσει ένα μέρος της (De correctione et gratia ΙΓ' 39 Ζ' 14), ανάλογο προς τον αριθμό των εκπεσόντων αγγέλων, αφήνοντας το λοιπό μέρος στην φθορά και την απώλεια. Ο Θεός δηλαδή, ως πατέρας-αρχηγός της οικογένειάς του, πριν ακόμα συντελεσθεί αμαρτία, επιλέγει και προορίζει (praedestinavit ad gratiam) κάποιους για την σωτηρία, χωρίς να τους το οφείλει. Τους άλλους, τους πολλούς, τους εγκαταλείπει στην φθορά, χωρίς επίσης να τους οφείλει εξήγηση (De dono

perseverantiae 17). ’Έτσι, οι άνθρωποι διακρίνονται στους κατά χάριν λίγους εκλεκτούς, που συνιστούν τηνουράνια πολιτεία (civitas coelestis), και στους πολλούς της απώλειας, που συνιστούν τηνέπίγεια πολιτεία (civitas terrena). Όλοι, βέβαια, ήσανε κακοί και είναι τώρα όλοι έτσι προορισμένοι, ώστε ούτε οι κακοί πρόκειται να γίνουνε καλοί, ούτε οι κατά χάριν καλοί να γίνουνε κακοί.

«Ή διαφθαρείσα υπό του αμαρτήματος (= του Άδάμ) φύσις γεννα τους πολίτας της Πολιτείας της γής, ή δέ χάρις, ή άπαλλάττουσα τηνφύσιν από τηναμαρτίαν, τους πολίτας της Πολιτείας του ούρανού. Εντεύθεν δέ προκύπτει το ότι εκείνοι μεν καλούνται σκεύη οργής, ούτοι δέ σκεύη ελέους» (Ή πολιτεία του Θεού Ε' 2).

«Και ο πρώτος πολίτης της ουρανίας (του Θεού) Πολιτείας, δηλαδή ο Άβελ, προήλθε και αυτός έκ της αυτής μάζης, ήτις ειχεν έν τή προελεύσει της καταδικασθή, άλλ’ ο Θεός ως κεραμεύς “έποίησεν έκ του αυτού φυράματος ο μέν εις τιμήν σκεύος ο δέ εις ατιμίαν” (Ρωμ. 9, 24)... Είναι αληθές, ότι οι κακοί (=ένεκα του απόλυτου προορισμού) δεν θά γίνουν καλοί, είναι όμως έπίσης αληθές και ότι ούδείς δύναται να είναι καλός, όστις πρότερον δεν υπήρξε κακός» (Στο ίδιο, Ε' 1, Βλ. και ΙΕ' 7 και 18, ΙΗ' 49, ΙΘ' 17).

Άριστη προτύπωση και υπόδειγμα του προορισμού αποτελεί ο Ιησούς Χριστός, που προορίσθηκε από τον Θεό Πατέρα να γίνει κεφαλή και Σωτήρας των εκλεκτών και αυτοί προορίσθηκαν να γίνουν μέλη του (De praedestinatione sanctorum IE' 31). Ο Χριστός παρέχει τηνθεία χάρη μεσιτευτικά διά της παραδειγματικής του ταπεινοφροσύνης και της σταυρικής του θυσίας. ’Αναλαμβάνει τις αμαρτίες, αποδιώχνει την επήρεια του Σατανά και γίνεται πρότυπο των πιστών προς μίμηση. Ο χαρακτήρας δηλαδή του έργου του Χριστού έχει έντονη ηθικιστική χροιά και μειωμένη τηνμυστηριακότητα. Παρουσιάζεται περισσότερο ως διδάσκαλος και λιγότερο ως Θεάνθρωπος, το σώμα και αίμα του όποιου πρέπει να δεχθούμε χάριν της σωτηρίας μας. Γι’ αυτό ή θεία Ευχαριστία κατανοεΐται κυρίως πνευματοκρατικά.

Οι εκλεκτοί όλοι έχουνε τηνακαταμάχητη θεία χάρη και λαμβάνουν το δώρο της εμμονής (donum perseverantiae) στην πίστη, ώστε, με την«ελεύθερη βούληση» (προς το καλό), που ήδη έχουν και που δεν μπορεί να άλλάξει (αφού υπάρχει προορισμός), να μένουν στραμμένοι στον Θεό και να έχουνε τηνχαρά που αυτό τους δίνει. Κάπως δυσεξήγητα, ο Αυγουστίνος, παρά τον απόλυτο προορισμό, αναφέρεται και στην ελεύθερη βούληση (liberum arbitriumi), μολονότι αυτή έχασε (με το προπατορικό αμάρτημα) τηνδυνατότητα να επιλέγει το καλό (ContraduasEpistulasPelagianorumA' 5).

Η δύναμη τρόπον τινά της θελήσεως να οίκειοποιειται την δωρεά του Θεού (χωρίς όμως να μπορεί να τηνάρνηθεϊ) συνιστά την αξία της και την ελευθερία της.

β.’Εκκλησία - καθαρτήριο πύρ - πνευματικός άγώνας

1.      Η εύρεία επίδραση του Μανιχαϊσμού, ιδέες του όποιου προς καιρόν ασπάσθηκε ο Αυγουστίνος, ο Δονατισμός, που επιπόλαζε στην Β. Αφρική, το στυγνό ρωμαϊκό δίκαιο και οι νεοπλατωνικές του καταβολές, λειτούργησαν ως αφορμές ή προϋποθέσεις για την συγκρότηση της θεολογίας του περί Εκκλησίας.

Η έννοια της αυθεντίας, που υπάρχει μόνο στην Καθολική Εκκλησία, ομολογεί ότι αυτή τον οδήγησε να πιστέψει στο Ευαγγέλιο («Evangelio non crederem, nisi me cattolicae Ecclesiae auctoritas commoveret» : Contra epistulam quam vocant fundamenti 5, 6). "Ενεκα του Μανιχαϊσμού θεμελιώνει την πίστη στην Εκκλησία, προβάλλοντας την ιστορικότητά της. Παράλληλα οι αιρέσεις (Δονατισμός, Πελαγιανισμός) γίνονται άφορμή να κατανοήσει τηνΕκκλησία ως κοινότητα πιστών, ως μυστικό σώμα Χριστού και ως κοινότητα των εκλεκτών (των προορισμένων για σωτηρία : Ecclesia praedestinata). Ο Χριστός, αόρατος πλέον στους ουρανούς, έχει, σκηνή στην γή, δηλαδή τηνΕκκλησία, όπου μόνο εκεί μπορεί κάποιος να τον συναντήσει (Enarrationes in Psalmos 41, 9). Γι’ αυτό εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία (extra Ecclesiam nulla salus), όπως είπε παλαιότερα ο Κυπριανός Καρθαγένης (βλ. Πατρολογία Α, σ. 433).

2.      Χαρακτηριστικά της Εκκλησίας είναι ή ενότητα (τήν όποια ο Αυγουστίνος τονισε τόσο πολύ, ώστε να θεωρείται θεολόγος της Ενότητας), ή αγάπη, ή παγκοσμιότητα και ή άποστολικότητα, στοιχεία που τηνάναδεικνύουν γνήσια οικονόμο της χάριτος των Μυσ τηρίων. Τα Μυστήρια, μολονότι έχουν έγκυρότητα και στους αιρετικούς, προσφέρουν σωτηρία μόνο στά μέλη της Καθολικής Εκκλησίας. Άντικρούοντας τους Δονατιστές, που άρνούνταν στους άμαρτωλούς τηνιδιότητα μέλους της Εκκλησίας, υποστήριξε ότι στην γή ή Εκκλησία περιλαμβάνει και αμαρτωλούς, χριστιανούς κατά το φαινόμενο. Δηλαδή αυτή είναι σώμα Χριστού, αλλά σώμα «μεικτό» (corpus Christi permixtum). Ως τέλειο σώμα Χρίστου (corpus Christi mysticum) θά πραγματωθεί στο μέλλον, στά έσχατα.

3.      Τώρα, με τον αγώνα της Εκκλησίας κατά του Σατανά, έχει αρχίσει ή χιλιετής βασιλεία και συνεχίζεται. Αυτό σημαίνει ότι ο Αυγουστίνος, θιασώτης άλλοτε, όπως ομολογεί, του στυγνού χιλιασμού, ερμηνεύει στά τελευταία του έτη άλληγορικά τα Άποκαλύψεως 20,1 -5 (βλ. Ή πολιτεία του Θεόυ Κ' 7 και Sermones 259,2).

4.      Ή κοινότητα όμως των εκλεκτών, οι προορισμένοι για τηνσωτηρία, μολονότι εκλεγμένοι και προορισμένοι,θά έχουν προς διόρθωσή τους, πέρα από τηνευκαιρία της έδώ ζωής, και άλλη ευκαιρία στην ενδιάμεση κατάσταση των ψυχών. Μετά τον θάνατο δηλαδή και πριν από την«αύστηροτάτην» τελική κρίση θά μεσολαβήσουν ποινές-κατάσταση καθάρσεώς τους, «καθαρτήριον πύρ». Έκεί οι πιστοί θά βοηθηθούν με τα σωστικά μέσα της Εκκλησίας και δη με τα καλά έργα των επί γης πιστών, ώστε να μην ύποστούν το αιώνιο πύρ.

«"Οσον άφορά τας προσκαιρους ποινάς, άλλοι μέν τάς ύφίστανται μόνον εις αυτήν την ζωήν, άλλοι εις τηνέτέραν και τέλος άλλοι και εις αυτήν και εις τηνέτέραν ζωήν, πάντως όμως προ της αυστηρότατης τελευταίας κρίσεως. Οι υφιστάμενοι τάς προσκαιρους ποινάς δεν περιπίπτουν εις τάς αιωνίους τοιαύτας, αίτινες δέον να Αρχίσουν μετά τηντελευταίαν κρίσιν... ’Εκείνο το όποιον δεν έχει συγχω ρηθή εις αυτούς εις τον αιώνα τούτον, θά συγχωρηθή εις τον άλλον, όπως άποφύγουν τα αιώνια του μέλλοντος βασανιστήρια» ( Η πολιτεία του Θεού ΚΑ' 13. Βλ. και Enchiridion 69).

5. Ο προσωπικός πνευματικός αγώνας για τον Αυγουστίνο περιλαμβάνει, συνοπτικά, την προσευχή, την εγκράτεια και την αποφυγή πολυτελών άνέσεων, την άγάπη και αφοσίωση στην αναζήτηση του Θεού και της αλήθειας, αλλά και την εργώδη προσπάθεια κατηχήσεως, διαποιμάνσεως και ύπερασπίσεως της ορθής πίστεως. Φρονεί μάλιστα, περί το τέλος της ζωής του, ότι όλα αυτά είναι δυνατό να συνδυασθούν (βλ. Η πολιτεία του Θεού 1Θ' 19). Σε πολλά κείμενά του, άλλα κυρίως στις Εξομολογήσεις (Confessiones), περιγράφει ελεύθερα και ως λογοτέχνης τους έσωτερικούς του προβληματισμούς. τις μύχιες αναζητήσεις, τηνβαθιά του ευγνωμοσύνη, διότι τον ανακάλυψε ο Θεός, και την ικανοποίησή του, διότι απομακρύνθηκε από τηνκοσμική ζωή, τις φιλοσοφικές σχολές και τους αιρετικούς κύκλους. Εσωτερικότερος και συγκινητικότερος γίνεται, όταν εκφράζει τηναπέραντη χαρά του για τηνανεύρεση του Θεού, για το ότι μπορεί να «ενατενίζει» τηναλήθεια και ν’ απευθύνεται στον Θεό. Ο τρόπος των αναφορών του στις καταστάσεις αύτές υπενθυμίζουνε συχνά μορφές φιλοσοφικών άναζητήσεων, διανοητικών συλλήψεων και λογοτεχνικών εξάρσεων, που όμως βρίσκονται στο πλαίσιο ειλικρινούς θρησκευτικού συναισθήματος. Γενικά, ένεκα των πλουσιότατων περιγραφών των πνευματικών του καταστάσεων, ο Αυγουστίνος θεωρήθηκε και θεωρείται μυστικός συγγραφέας, που μάλιστα επηρέασε καιρια ολη τηνσχετική γραμματεία σχεδόν μέχρι τηνΑναγέννηση και τον Ίανσενισμό. Πάντως σπάνια περιγράφει στάδια καθάρσεως και πνευματικών άναβάσεων, ελάχιστα μιλάει για τρόπους και δυσκολίες ψυχοσωματικής άσκήσεως. Κατά κύριο λόγο εκθέτει ο,τι αισθάνεται ως μεταστραφείς και έν μετανοία ζών χριστιανός, όχι ο,τι τον φωτίζει το άγιο Πνεύμα και ο,τι βιώνει ως έλλάμψεις, όπως συμβαίνει με τους νηπτικούς θεολόγους.

ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΕΝΑΝΤΙ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

Θεολόγοι της Ανατολής αντέδρασαν καθυστερημένα και μάλλον ανεκτικά στην θεολογία του Αυγουστίνου. Πρώτος ο ιερός Φώτιος († 893), ανασκευάζοντας θεολογικά την θεωρία Δυτικών περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, αντιμετώπισε την ένσταση συγχρόνων του Δυτικών, ότι την θεωρία αυτή πρόβαλλαν επιφανείς θεολόγοι, όπως οι Αυγουστίνος, Αμβρόσιος και Ιερώνυμος. Ο Φώτιος έδειξε να γνωρίζει το γεγονός, αλλά δεν ανασκεύασε συγκεκριμένα χωρία τους. Χαρακτήρισε την θεωρία «καινοτομίαν» και παραχάραξη της αλήθειας, αλλά δεν «καταδικάζομεν», λέει, ούτε πρέπει «ατιμάζειν» τους «πατέρας» αυτούς, που δυνατον να παρεξέκλιναν από «άγνοιαν» ή επειδή δεν τους ζητήθηκε τότε η αλήθεια για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Κριτήριο στην περίπτωση για την προσωπική καταδίκη του Αυγουστίνου θα ήτανε, κατά τον Φώτιο, η άρνησή του να δεχθεί την ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας, εάν του υποδεικνυόταν. Όταν όμως αναπτύχθηκε η ορθή διδασκαλία, ο Αυγουστίνος δεν ζούσε. Όσο δε ζούσε δεν αντιτάχθηκε στην Εκκλησία. Επομένως πρέπει να καταδικασθεί η δογματική του παρέκκλιση, αλλά ο ίδιος να τιμάται ως «πατέρας της Εκκλησίας».

«… Αμβρόσιος ο μέγας και Αυγουστίνος και Ιερώνυμος και τινες άλλοι τούτοις ομοταγείς και ισοστάσιοι, μέγα όνομα λαχόντες επ’ αρετή και βίου λαμπρότητι, το Πνεύμα εκ του Υιού εν πολλοίς αυτών λόγοις συνέταξαν εκπορεύεσθαι… Και μη ατιμάζειν πατέρας… » (Επιστολή ΚΔ', Προς Ιωάννην Ακυληίας. PG102, 809Β. Βλέπε και 812Β, 816ΑΒ).

«Συ, πατέρας ονομάζεις Αυγουστίνον και Ιερώνυμον και τοιούτους άλλους· καλώς ποιείς» (Περί της του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας. PG 102,365Β. Βλέπε και 344-365 κ.ά.).

«… την μεν καινοτομίαν, ως την δεσποτικήν φωνήν κιβδηλεύουσαν και παραχαράσσουσαν αποστρεφόμεθα ( = την περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού)· τον πατέρα (= τον Αυγουστίνο) δε αυτής, σιγώντα μάλιστα και μη παρόντα, μη δ’ αντιλέγοντα, ου μεν ουν, ου καταδικάζομεν» (PG102,816Β, 348 ΑΒ)

Στην Επιτομή του έργου του «Μυσταγωγία», που κατά πάσαν πιθανότητα είναι γνήσιο έργο του, απολογείται («απολογητέον») των τριών Πατέρων της Δύσεως, λέγοντας ότι δυνατον «οι πνευματομάχοι νενοθεύκασι» τα έργα τους ή τα έγραψαν «κατ' οικονομίαν», ή, τέλος, ως άνθρωποι «της ακριβείας παρεσύρθησαν», κάτι που και άλλοι «μεγάλοι» πατέρες έπαθαν (αναφέρει π. χ. τον Ειρηναίο Λουγδούνου και τον Ιππόλυτo). Αυτών κάποιες απόψεις δεν «απεκδεχόμεθα», μολονότι γι’ άλλες τους «θαυμάζομεν» (PG 102, 393ΑΒ). Εάν, μάλιστα, προσέξει κάποιος τα κεφάλαια 38-40 του έργου του «Περί της του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας» (PG102, 280-390), θα διαπιστώσει εκεί ότι αντικρούει την σχετική θεωρία του Αυγουστίνου, χωρίς ν' αναφέρει το όνομα του.

Μεταξύ άλλων Βυζαντινών, που χρησιμοποίησαν τον Αυγουστίνο, ή αναφερθήκανε σ' αυτον, είναι και ο κορυφαίος θεολόγος άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς († 1359), που έμμεσα τήρησε θετικότερη στάση έναντι του Λατίνου θεολόγου. Ο Γρηγόριος διάβασε το έργο De Trinitate, όπως το μετέφερε στην Ελληνική ο Μάξιμος Πλανούδης, και χρησιμοποίησε χωρία του χωρίς μνεία του ονόματος του συγγραφέα τους, τον οποίο πάντως χαρακτηρίζει «σοφόν» και «αποστολικόν άνδρα».

«Ημείς ουν ενεργούντα τον Θεόν ημών γινώσκοντες και των άλλων πάντων, επεί και τις των σοφών και Αποστολικών ανδρών φησιν ότι θέσεις και έξεις και τόποι και χρόνοι…» (Γρηγορίου Παλαμά, Κατά Γρηγορά Β΄: Γρ. Παλαμά Συγγράμματα, Δ' 43, εκδ. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 2969-11). Το χωρίο του Αυγουστίνου «ότι θέσεις και έξεις… » είναι από το έργο του Περί Τριάδος Ε' 8, 9. Το ίδιο χωρίο παραθέτει και υιοθετεί ο Γρηγόριος και στο έργο του Εκατον πεντήκοντα κεφάλαια 133 (Στην ίδια έκδοση, Ε' 133, σ. 11010-12. Βλέπε Σχετικά Γ. Δημητρακόπουλος, Αυγουστίνος και Γρηγόριος Παλαμάς…. , Αθήνα, Παρουσία 1997, όπου επισημαίνονται πολλά δάνεια και όπου η σχετική για το θέμα συζήτηση). Δειγματικά εδώ παραθέτουμε παράλληλα χωρία-φράσεις Αυγουστίνου (σε μετάφραση Πλανούδη) και Γρηγορίου Παλαμά, όπου φαίνεται η σποραδική εξάρτηση του δεύτερου από τον πρώτο και μάλιστα σε θέμα κρίσιμο στις συζητήσεις μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών θεολόγων. Πρόκειται για το θέμα της σχέσεως των προσώπων της αγ. Τριάδας και δη της θεωρήσεως του Αγίου Πνεύματος ως του μεταξύ Πατέρα και Υιού έρωτα-αγάπης, κάτι που προϋποθέτει την αποδοχή, για την Τριάδα, του Αυγουστινείου σχήματος νους ή μνήμη (=Πατέρας), λόγος-γνώσις (=Υιός), αγάπη-θέλησις (=Άγιο Πνεύμα).

Γρηγόριος Παλαμάς

«Εκείνο δε το Πνεύμα του ανωτάτου Λόγου, οίόν τις έρως εστίν απόρρητος του γεννήτορος προς αυτον τον απορρήτως γεννηθέντα Λόγον ω και αυτός ο του Πατρός επέραστος Λόγος και Υιός χρήται προς τον γεννήτορα»(Κεφάλαια150, 36: Π. Χρήστου, Γρηγορίου Παλαμά Συγγράμματα, Ε', Θεσσαλονίκη 1992, σ.5425-28).

«Επειδή παν το περί Θεού λεγόμενον ουσίαν οίονται είναι… Δείκνυται μη παν περί Θεού λεγόμενον κατ' ουσίαν λέγεσθαι, αλλά λέγεσθαι και αναφορικώς, τουτέστι προς τι, όπερ αυτός ουκ εστίν, ώσπερ ο Πατήρ λέγεται προς τον Υιόν» (αυτόθι, κεφ. 125, σσ. 10529-30,1061-4).

«Αλλ’ ουδεν τοιούτον εν τω Θεώ, ότι δη παντάπασιν αμετάβλητος μένει· δι’ ην αιτίαν ουδεν αυτώ κατά συμβεβηκός λέγοιτ' αν. Ου μην παν όπερ επί Θεού λέγεται ουσίαν σημαίνει. Λέγεται γαρκαιπρος τι, όπερ αναφορικόν εστίκαιαναφοράς προς έτερον, αλλ’ ουκ ουσίας δηλωτικόν» (αυτόθι, Κεφ. 127, σσ. 1073-8).

Αυγουστίνος

«Ει δε και η αγάπη καθ' ην ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν και ο Υιός αγαπά τον Πατέρα, άρρητος την κοινωνίαν δείκνυσιν αμφοίν, τίποτ' αν αρμοδιώτερον ή ωςαυτόκυρίως λέγεσθαι αγάπην, όπερ Πνεύμα άγιον εστι κοινόν αμφοτέρων;»(Περί Τριάδος IΕ' 19, 37: Μ. Θωμόπουλος Ι. Τσάβαρη G.Rigotti, Αυγουστίνου Περί Τριάδος βιβλία πεντεκαιδεκα… Μετήνεγκε Μάξ. Πλανούδης, Αθήνα 1995,σ.951145-148).

«Εν τω Θεώ δε ουδεν μεν κατά συμβεβηκός λέγεται, ότι μηδεν εν αυτώ τρεπτον· ου μεντοι παν το λεγόμενον κατ' ουσίαν λέγεται. Λέγεται γαρ προς τι, ως ο Πατήρ προς τον Υιόν και ο Υιός προς τον Πατέρα,όπερ συμβεβηκός ουκ εστίν» (αυτόθι,Ε' 5,5: σ. 3514-7).

«… Αλλ’ ουδεν τοιούτον εν τω Θεώ γίνεται, ότι δη παντάπασιν αμετάβλητος μένει. Δι’ ην αιτίαν ουδεν εν αυτώ κατά συμβεβηκός λέγεται… Ου μέντοι παν ο λέγεται λοιπόν εστίν κατ' ουσίαν λέγεσθαι… Ότι μη κατ' ουσίαν λέγεται ταύτα, αλλά κατ' αναφοράν, ο, καιπερ αναφορικόν αν, ουκ εστί συμβεβηκός… » (αυτόθι, Ε' 4, 6 και Ε' 5, 6: σ. 351 26-29 και 15322-23).

Είναι προφανές ότι ο Γρηγόριος Παλαμάς, που ασφαλώς είχε τις δικές του απόψεις για τις υποστάσεις της Αγίας Τριάδας, για την αναφορικότητα των σχέσεών τους και για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, θεώρησε χρήσιμα κι επαγωγικά τα εξηγητικά σχήματα του Αυγουστίνου. Εφόσον ο ίδιος διέκρινε φύση και υποστάσεις, εφόσον το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα κι εφόσον με τα «προς τι» δήλωνε απλά την σχέση του Υιού προς τον Πατέρα, δεν φοβήθηκε να ονομάσει το Πνεύμα αγάπη-έρωτα και να χρησιμοποιήσει διατυπώσεις του Αυγουστίνου, μολονότι αυτές είχανε άλλες προϋποθέσεις θεολογικές και άλλη προοπτική, κάτι που εύκολα θα είχε διαπιστώσει ως οξύνους θεολόγος. Θεώρησε δηλαδή ακίνδυνες τις διατυπώσεις του Αυγουστίνου, εφόσον τις είχε θεμελιώσει με άλλες, Ορθόδοξες, προϋποθέσεις.

Σχεδόν την ίδια εποχή ο Νείλος Καβάσιλας († 1363), Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, γράφοντας κυρίως κατά Θωμά Ακινάτη, αναφέρεται θετικά στον Αυγουστίνο, μολονότι γνωρίζει ότι αυτός εις τα της πίστεως δεν εκφράζεται ορθά («το αναγκαιον εν τοις περί πίστεως λόγοις ουκ έχουσιν»: Μ. Candal, Nilus Cabasilas et theologia s. Thomae…, Vaticano 1945, σ. 200). Σε ανέκδοτο έργο του «Περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος κατά Λατίνων», το οποίο μελέτησε ο Κ. Λιάκουρας, αιτιολογεί την δογματική παρέκκλιση του Αυγουστίνου ως σύμπτωμα στο πλαίσιο των θεολογικών αγώνων, οι οποίοι δεν έχουν πάντοτε δογματική ακρίβεια.

«εστι και περί των ειρημένων Αυγουστίνω περί του Αγίου Πνεύματος λέγειν, μη δογματικώς ταύτα εκθείναι, αλλ’ ή αγωνιζομένου ή και τι χρήσιμον τω τότε χρόνω οικονομούντα τα τοιαύτα απαγγείλαι» (II, 33,6).

Είναι σαφές ότι ο Νείλος, γνωρίζοντας προφανώς την έναντι του Αυγουστίνου ανεκτική στάση του Φωτίου, ακολουθεί εκείνον. Αναγνωρίζει τον Αυγουστίνο «της Εκκλησίας διδάσκαλον» και για τα περί filioque εκφράζει την υποψία ότι αυτά είναι νοθεύσεις, ότι δεν γράφηκαν από τον ίδιο, κάτι που συχνά, λέει, ότι συνέβη και με άλλους θεολόγους.

«Γνήσια δε ταύτα της εκείνου διανοίας και γλώττης είναι ου πάντα πείθομαι» (II, 33,1. Βλέπε και II 9).

Η τοποθέτηση αυτή του Νείλου Καβάσιλα, αυστηρού γενικά έναντι των αιρετικών, κατανοείται, φρονούμε, από την προσπάθεια του ν' αφαιρέσει από τους Λατίνους της εποχής του το επιχείρημα ότι το filioque υποστηρίζει ο μεγάλου κύρους Αυγουστίνος. Έτσι απαντούσε και στο επιχείρημα τους ότι τον Αυγουστίνο η Ε' Οικουμ. Σύνοδος τον αναφέρει μεταξύ των μεγάλων Πατέρων (ACO IV1, σ. 37).

Λίγο αργότερα η κριτική βάθυνε. Στο αντιθωμιστικό του έργο ο Κάλλιστος Αγγελικούδης ο Μελενικιώτης (τέλος ΙΔ' αι. ) πρώτος επισήμανε τις συνέπειες της Αυγουστίνειας ταυτίσεως ουσίας και υποστάσεως στην Summa contra Gentiles του Θωμά Ακινάτη. Ο Κάλλιστος μελέτησε και ανέτρεψε τις ερμηνείες του Αυγουστίνου, δείχνοντας το θεολογικό τους αδιέξοδο και την κακοδοξότητά τους, αναφορικά με την διάκριση των θείων προσώπων και την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος ως αγάπης Πατέρα και Υιού, αφού την αγάπη ως ενέργεια ταυτίζει ο Αυγουστίνος με την Θεία Ουσία (βλέπε Στυλ. Γ. Παπαδόπουλος, Συνάντησις Ορθοδόξου και σχολαστικής θεολογίας…. , Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 104-108,162-171).

Την ίδια περίπου άποψη με τον Νείλο Καβάσιλα διατυπώνει στον επόμενο αιώνα ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός († 1445). Αρνείται στους Λατίνους συζητητές του ότι ο Αυγουστίνος υποστήριζε το filioque, χαρακτηρίζοντας τα σχετικά κείμενα νόθα, «διεφθαρμένα», «παρέγγραπτα» (Ομολογία της ορθής πίστεως 2: L. Petit εις ΡΟ 17, σ. 300).

Στην εποχή της Τουρκοκρατίας πολλοί θεολόγοι συγγραφείς παραπέμπουνε σε χωρία του Αυγουστίνου (Μανουήλ Κορίνθιος († π. 155), Μελέτιος Πηγάς († 1601), Βικέντιος Δαμωδός († 1752) κ.ά. ), μολονότι απορρίπτουν την θεωρία του περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού. Ιδιαίτερα τιμούν και παραπέμπουνε στον Αυγουστίνο οι φιλοδυτικοί θεολόγοι, όπως π.χ. Ο Μάξιμος Μαργούνιος († 1602). Προσπαθεί να συμφιλιώσει το filioque με την εκ μόνου του Πατρός υπαρκτική-αΐδια εκπόρευση του Πνεύματος. Επαναλαμβάνει το principaliter a patre (= αρχικώς από τον Πατέρα) του Αυγουστίνου, αλλά τελικά την υπόστασή του το Πνεύμα έχει και από τον Υιό (G. Fedalto).

Εγκωμιαστικά μιλάει για τον Αυγουστίνο ο μεγαλύτερος νηπτικός θεολόγος μετά τον Γρηγόριο Παλαμά, ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, που γνώριζε ότι ο Μάξιμος Πλανούδης μετέφρασε το Περί Τριάδος (μάλλον χωρίς να το έχει διαβάσει) και που εξέδωκε μόνο το συμπιληματικό έργο του Αυγουστίνου Soliloquia: «Μέγας διδάσκαλος (= ο Αυγουστίνος) και θεολόγος περιφανέστατος της του Χριστού Εκκλησίας ανεδείχθη» (Επιτομή εκ των προφητανακτοδαδιτικών Ψαλμών, Κωνσταντινούπολη 1799, σ. 136). Του αποδίδει επίσης εδώ τα επίθετα «θείος και ιερός».

Σημαντικότερο είναι ότι ο Αυγουστίνος καταχωρίζεται για πρώτη φορά σε Συναξάριο της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας (15 Ιουνίου) και αυτό γίνεται από τον Νικόδημο Αγιορείτη, στο τέλος ακριβώς του ΙΗ' αι., μολονότι ο Συναξαριστής του των δώδεκα μηνών του ενιαυτού εκδόθηκε μόλις το 1819. Εκεί ο Αυγουστίνος αναφέρεται ως «άγιος», «θείος», «ιερός» και «μακάριος», εμπιστευόμενος ο Νικόδημος την γνώμη του Δοσιθέου Ιεροσολύμων, ενώ στην υποσημείωση προσπαθεί να εξηγήσει ότι οι δογματικές παρεκκλίσεις στα έργα του Αυγουστίνου οφείλονται σε νόθευση από αιρετικούς: «ενοθεύθησαν από τους αιρετικούς». Γι’ αυτό, λέγει, «οι Ορθόδοξοι Ανατολικοί δεν δέχονται ταύτα απλώς και ως έτυχεν, αλλ’ όσα συμφωνούσι με την κοινήν δόξαν της Καθολικής Εκκλησίας» (σ. 207). Δεν γνωρίζουμε ποία θα ήτανε η γνώμη του Νικόδημου, εάν δεν αποδίδονταν σε νόθευση οι παρεκκλίσεις και εάν είχε μελετήσει τα μεγάλα έργα του Αυγουστίνου. Είναι όμως έκδηλη η διάθεσή του, όπως και άλλων, να μη στερηθεί τιμών ιερού άνδρα ο «μέγας διδάσκαλος και θεολόγος» (όπως τον θεωρεί) Αυγουστίνος.

Άγιο χαρακτηρίζει σαφώς τον Αυγουστίνο και ο Ευγένιος Βούλγαρης († 1808), συντάσσοντας τον Βίο του: «Βίος ένθεος του εν Αγίοις πατρός ημών Αυγουστίνου… » (Κώδικας Αγίου Όρους 6029, αριθμ. 21. Παντελεήμονος 522). Στο Άγιον Όρος συντάχθηκαν και οι δύο από τις τρεις Ακολουθίες για τον ιερό Αυγουστίνο: του Ιακώβου Νεασκητιώτη (ΙΘ' αι. ) και του Γερασίμου Μικραγιαννανίτη (Κ' αι.).

Όλ' αυτά, και μάλιστα η απουσία του Αυγουστίνου από τα παλαιά Συναξάρια, εκφράζουνε την αμφιταλάντευση της Εκκλησίας στο ζήτημα της τιμής ως Αγίου του μεγάλου αυτού θεολόγου συγγραφέα. Η τοποθέτηση του ιερού Φωτίου είναι ρεαλιστική, αλλά, ή δεν προσέχθηκε ή (μάλλον) δεν ικανοποίησε. Ο λόγος που δεν ικανοποίησε έγκειται, πλην άλλων, στο γεγονός ότι η ιδιαίτερα κακόδοξη άποψη του περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος ανακηρύχθηκε σε δόγμα της δυτικής Εκκλησίας. Η κακοδοξία δεν περιορίσθηκε σε μικρό κύκλο, αλλά διασπάρηκε στην οικουμένη. Στην Ανατολή, των αναλογιών τηρουμένων, έχουμε παράλληλο φαινόμενο στο πρόσωπο του Θεοδώρου Μοψουεστίας († 428). Αυτός έθεσε τις βάσεις του Νεστοριανισμού, αλλά όσο ζούσε δεν αντιτέθηκε στην Εκκλησία και πέθανε στους κόλπους της (όπως άλλωστε ο Αυγουστίνος). Επειδή όμως οι εσφαλμένες του χριστολογικές απόψεις προβλήθηκαν ως δόγμα πίστεως από Αντιοχειανούς και δη από τον Νεστοριο, η Εκκλησία χρειάσθηκε να καταδικάσει τον Θεόδωρο Μοψουεστίας επίσημα, για να προστατεύσει, βέβαια, τους πιστούς από την κακοδοξία. Διαφορετικότερη στάση, επιεικέστερη και ανεκτικότερη, τήρησε η Εκκλησία και τηρεί έναντι του ιερού Αυγουστίνου. Προφανώς, διότι, όντας άγνωστος γενικά στην Ανατολή ο Αυγουστίνος, πρώτον, δεν νόμισε ότι θα κινδυνεύσει το πλήρωμα της από τις παρεκκλίσεις του, και δεύτερον, διότι εκτίμησε πολύ θετικά το γεγονός, ότι με το πολύπλευρο οικοδομητικό κατά τα άλλα και θεολογικό του έργο τράφηκε και τρέφεται ο δυτικός Χριστιανισμός. Επίσης, δεν πολυπραγμόνησε και για άλλες θεολογικές παρεκκλίσεις στα έργα του.

Τα έργα

Ο Αυγουστίνος υπήρξε πληθωρικότατος συγγραφέας, ο μεγαλύτερος της Δύσεως, σχεδόν μεγαλοφυής, μολονότι μόνο 4-5 έργα του είναι πολυσέλιδα. Τα κείμενα του αποδεικνύουν το δημιουργικό και ορμητικό του πνεύμα κι εκφράζουν έντονο συναισθηματισμό, ενώ παράλληλα γίνονται υπερβολικά πολεμικά. Ο λόγος του Αυγουστίνου είναι συνήθως εναργής, εξαιρετικά προσωπικός και συχνά εξομολογητικός-προσευχητικός. Από ιδιοσυγκρασία και λογοτεχνική διάθεση εύκολα εκφράζει με πάθος τις εσωτερικές του αγωνίες, τις χαρές και τις απογοητεύσεις, τις ελπίδες και τις αποτυχίες του. Αυτά ενίοτε είναι επίπλαστα, ενώ οι επαναλήψεις συχνές και η γλώσσα του όχι ενιαία. Στην οργάνωση των έργων του δεν έχει στερεή δομή και όχι σπάνια η πολυλογία καλύπτει θεολογική αδυναμία. Παρ' όλ' αυτά ο Αυγουστίνος διαβάσθηκε και διαβάζεται άπληστα, ιδιαίτερα τα αυτοβιογραφικά του έργα με πρώτο και κύριο τις Confessiones (Εξομολογήσεις).

Αιτίες για την δυσκολία κατανοήσεως του Αυγουστίνου

Ο μεγάλος όγκος της συγγραφικής του παραγωγής και το εύρος των θεμάτων για τα οποία έγραψε.

Η προοδευτική αλλά πάντα ελλιπής γνώση και αφομοίωση της Παραδόσεως της Εκκλησίας.

Παρά την πιστοτητα που ομολογεί στην Εκκλησία, επιχειρεί συχνά αναλύσεις θεολογικά ασύμβατες προς την Παράδοση και δογματικά επικίνδυνες ή κακόδοξες.

Η αδυναμία του να παρακολουθήσει την πολύ προηγμένη θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας και δη των Καππαδοκών Πατέρων.

Η κατά εποχές ανελικτική πορεία της θεολογικής του σκέψεως και του φρονήματός του έχει ως αποτέλεσμα την απουσία ενιαίας δομής της θεολογίας του. Τα εκφραστικά του μέσα είναι εξαιρετικώς ποικίλα και η γλώσσα του άλλοτε λογοτεχνική, εξομολογητική και αυθόρμητη, άλλοτε αυστηρά θεολογική κι ενίοτε σχολαστικίζουσα φιλοσοφική.

Πολύ συχνά στα έργα του, ακόμα και τα αυτοβιογραφικά-εξομολογητικά, δεν διακρίνονται σαφώς ο θεολογικός από τον φιλοσοφικό λόγο, οι φιλοσοφικές αντιλήψεις από την διδασκαλία της Εκκλησίας.

(Στυλιανού Παπαδοπούλου, Πατρολογία Γ΄, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2010, σελ. 304-338)

Τι λέγει όμως για τα παπικά αυτά δόγματα η «Κατήχησις της Καθολικής Εκκλησίας (έκδ. Βατικανό-Κάκτος 1996); Παραθέτουμε μερικές παραγράφους, που ανήκουν στην «Παράγραφο» (=Κεφάλαιον) 4, με τίτλο «Οι πιστοί του Χριστού – Ιεραρχία, Λαϊκοί, αφιερωμένη ζωή»;  (οι υπογραμμίσεις του π. Γεωργίου Μεταλληνού)
Ο Σύλλογος των Επισκόπων και ο Αρχηγός του, ο Πάπας.
880. Ο Χριστός «συγκρότησε τους δώδεκα (Αποστόλους) υπό μορφή Συλλόγου, δηλαδή σταθερού σώματος, επικεφαλής του οποίου τοποθέτησε τον Πέτρο, που τον διάλεξε ανάμεσά τους». «Όπως ο Άγιος Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου, αποτελούν ένα και μόνο αποστολικό σύλλογο, έτσι και ο επίσκοπος Ρώμης, διάδοχος του Πέτρου, και οι επίσκοποι, διάδοχοι των Αποστόλων, σχηματίζουν μεταξύ τους ένα σύνολο».
881. Ο Κύριος μόνο τον Σίμωνα, στον οποίο έδωσε το όνομα Πέτρος, τον έκανε την πέτρα της Εκκλησίας Του. Σ’ αυτόν εμπιστεύθηκε τα κλειδιά, τον όρισε ποιμένα όλου του ποιμνίου. «Αλλά αυτό το αξίωμα να δένει και να λύνει, που δόθηκε στον Πέτρο, δόθηκε επίσης χωρίς καμιά αμφιβολία, στο σύλλογο των Αποστόλων, ενωμένων με τον αρχηγό τους». Το ποιμαντικό αυτό καθήκον του Πέτρου και των άλλων Αποστόλων ανήκει στα θεμέλια της εκκλησίας και συνεχίζεται από τους επισκόπους κάτω από το πρωτείο του Πάπα.
882. Ο Πάπας, επίσκοπος Ρώμης και διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, «είναι η αιώνια και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας, που συνδέει τόσο τους επισκόπους μεταξύ τους όσο και το πλήθος των πιστών». «Πραγματικά, ο επίσκοπος Ρώμης με το αξίωμά του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ως ποιμένας όλης της Εκκλησία, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί».
883. «Ο σύλλογος ή το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία, αν δεν βρίσκεται σε κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης, ως αρχηγό του». Ο ίδιος αυτός σύλλογος «είναι επίσης φορέας της υπέρτατης και πλήρους εξουσίας μέσα στην παγκόσμια Εκκλησία, την οποία όμως δεν μπορεί να ασκεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του επισκόπου Ρώμης».
884. «Ο σύλλογος των επισκόπων ασκεί την εξουσία πάνω σε όλη την Εκκλησία με επίσημο τρόπο στην Οικουμενική Σύνοδο». «Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος αν δεν επικυρωθεί, ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από το διάδοχο του Πέτρου».
885. «Ο σύλλογος αυτός, με την πολλαπλή του σύνθεση, εκφράζει την ποικιλία και την παγκοσμιότητα του λαού του Θεού και, με τη συνάθροισή του κάτω από έναν αρχηγό, εκφράζει την ενότητα του ποιμνίου του Χριστού» (…).
890. (…) Το ποιμαντικό καθήκον του Διδακτικού Σώματος έγκειται στην επαγρύπνηση, ώστε ο Λαός του Θεού να παραμένει στην αλήθεια, η οποία ελευθερώνει. Για να εκπληρώνουν αυτή την υπηρεσία, οι ποιμένες της Εκκλησίας προικίσθηκαν από τον Χριστό με το χάρισμα του αλάθητου σε θέματα πίστεως και ηθών. Η άσκηση αυτού του χαρίσματος μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους.
891. «Αυτό το αλάθητο έχει ο επίσκοπος Ρώμης, κεφαλή του συλλόγου των επισκόπων, χάρη στο αξίωμά του, όταν, σαν πρώτος ποιμένας μαζί με το διάδοχο του Πέτρου, ασκούν το ύψιστο διδακτικό τους αξίωμα», προπάντων στην Οικουμενική Σύνοδο. «Όταν, με το υπέρτατο Διδακτικό της Σώμα, η Εκκλησία προτείνει μια αλήθεια «να την πιστεύσουμε ως αποκαλυμμένη από τον Θεό» και σαν διδασκαλία του Χριστού, «οφείλουμε να παραδεχθούμε μέσα στην υπακοή της πίστεως αυτούς τους ορισμούς». Το αλάθητο αυτό επεκτείνεται στις ίδιες διαστάσεις, όπου επεκτείνεται και η παρακαταθήκη της θεϊκής Αποκαλύψεως.
892. Η θεϊκή συμπαράσταση προσφέρεται επίσης στους διαδόχους των Αποστόλων, όταν διδάσκουν ενωμένοι με το διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, και ιδιαίτερο τρόπο προσφέρεται στον επίσκοπο Ρώμης, ποιμένα όλης της Εκκλησίας (…).
895. «Η εξουσία αυτή, που την ασκούν προσωπικά στο όνομα του Χριστού, είναι δική τους, τακτική και άμεση, έστω και αν η άσκησή της ρυθμίζεται τελικά από την ανώτατη εξουσία της Εκκλησίας». Αλλά δεν πρέπει να θεωρούνται οι επίσκοποι ως αντιπρόσωποι του Πάπα, του οποίου η τακτική και άμεση εξουσία σε όλη την Εκκλησία δεν εκμηδενίζει, αλλ’ αντίθετα επιβεβαιώνει και προστατεύει την εξουσία των επισκόπων. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται σε κοινωνία με όλη την Εκκλησία υπό την καθοδήγηση του Πάπα».
Καταγράφουμε τις βασικότερες επισημάνσεις μας:
1. Το πρωτείον του Πάπα εξακολουθεί να στηρίζεται στον Άγιο Πέτρο.
2. Θεμέλιο της ενότητας «αιώνιο και ορατό» είναι ο Πάπας.
3. Ο Πάπας μένει «αντιπρόσωπος του Χριστού» και ποιμένας ΟΛΗΣ της Εκκλησίας, με «υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία» (Episcopus Universalis).
4. Ο Πάπας υπέρκειται των Οικουμενικών Συνόδων.
5. Ο Πάπας έχει –κατ’ εξοχήν- το αλάθητον ως «κεφαλή» όλων των Επισκόπων και «πρώτος ποιμένας» της Εκκλησίας.
6. Όλα τελούνται (από τους Επισκόπους) «υπό την καθοδήγηση του Πάπα».


(στο βιβλίο: «Αγωνιστικά…» π. Γεωργίου Μεταλληνού, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 152-155)

(Ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Στυλιανός Παπαδόπουλος, εξέχων Πατρολόγος, για 10 χρόνια συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας μας στους επισήμους Διαλόγους με Παπικούς και Προτεστάντες. Εδώ εκθέτει τα συμπεράσματα της πολυετούς εμπειρίας του. Οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Οι Διάλογοι: Αυτονόητοι, αναποτελεσματικοί και προβληματικοί
Ριζική πρόκληση στην εποχή μας και άρα πρόβλημα σοβαρό για την Εκκλησία και τη θεολογία της απέβησαν και οι Διάλογοι: Διορθόδοξοι, Διαχριστιανικοί και Διαθρησκειακοί. Από τα μέσα ήδη του 20ου αιώνα, πύκνωσαν τόσο πολύ και επιβλήθηκαν στη συνείδηση πάντων τόσο πειστικά, που πλέον η συμμετοχή σε Διαλόγους θεωρείται αυτονόητη.
Έτσι, και η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετέχει σχεδόν σε όλους τους Διαλόγους, τους οποίους συνδιοργανώνει και διεξάγει με χριστιανικές Ομολογίες ή με άλλες θρησκείες. Συχνά πυκνά, όμως, η Εκκλησία μας αντιμετωπίζει διλήμματα και προβληματίζεται έντονα για τους Διαλόγους αυτούς. Στην αναποτελεσματικότητα και στις ενδογενείς αδυναμίες εστιάζονται οι λόγοι του προβληματισμού και των διλημμάτων.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα των Διαλόγων σχετίζεται με τους διαλεγομένους Ορθόδοξους, που εκπροσωπούν τις τοπικές αυτοκέφαλες Εκκλησίες τους. Πολλοί από αυτούς, επιλεγόμενοι χωρίς ορθά κριτήρια από τις τοπικές Συνόδους, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τους συνομιλητές τους, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της Ορθοδοξίας να είναι πολύ μειωμένη. Αλλά και οι λίγοι που είναι μελετημένοι και ικανοί και αποφασιστικοί εκφραστές της Ορθόδοξης θεολογίας, δεν επαρκούν για δύο λόγους.

Πρώτον διότι οι συνδιαλεγόμενοι μαζί τους (όπως γνωρίζω προσωπικά για την περίπτωση των Ρωμαιοκαθολικών) είναι σε μεγάλη πλειοψηφία επιλεγμένοι διακεκριμένοι θεολόγοι. Δεύτερον, διότι οι Ορθόδοξοι (μέλη Διαλόγων) ούτε μεταξύ τους για δύο τρεις ημέρες έχουν από κοινού επεξεργασθεί τα προς συζήτηση θέματα, ούτε στην έδρα κάθε Ορθόδοξης Εκκλησίας υπάρχει κάποια θεολογική ομάδα, στην οποία ο Ορθόδοξος να μπορεί να ζητήσει βοήθεια-συμβουλή, εάν βρεθεί σε δύσκολη θέση κατά τις απρόβλεπτες, συχνά, εξελίξεις στην πορεία των συζητήσεων.
Η αναποτελεσματικότητα συνδέεται ακόμα με τρία στοιχεία. Πρώτον, με τη σταθερή εμμονή των διαλεγομένων εταίρων μας στη διδασκαλία και στις απόψεις της Ομολογίας ή της θρησκείας τους. Δεν συνέβη, μέχρι σήμερα, κάποια Ομολογία να δεχτεί να εγκαταλείψει στοιχείο της διδασκαλίας της ως αποτέλεσμα των θεολογικών συζητήσεων στο πλαίσιο Διαλόγου με Ορθόδοξους. Κάποιες ίσως δευτερεύουσες και πρακτικές μόνο πλευρές δυνατόν να δέχτηκαν οι εταίροι μας ν’ αλλάξουν· ποτέ στοιχείο της διδασκαλίας τους, στο οποίο, βέβαια, εμείς επιθυμούμε να αλλάξουν.
Δεύτερον, η αναποτελεσματικότητα συνδέεται με τον φονταμενταλισμό (θεμελιοκρατία). Αυτός, δηλαδή, ο κάθε φορέας του, ένεκα του φανατισμού, αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να ασκήσει πραγματική θεολογία, από την οποία και μόνο μπορούμε να ελπίσουμε πρόοδο σε θεολογική συζήτηση και, φυσικά, υποχώρηση από κάποια άποψη.
Τρίτον, η τυχόν συγκρητιστική διάθεση μελών μιας Ομολογίας (χριστιανικής-προτεσταντικής-αγγλικανικής) οδηγεί επίσης σε αναποτελεσματικότητα. Έχει μικρή και μόνο σχετική σημασία η αποδοχή, π.χ., από κάποια τέτοια ομολογιακή ομάδα μιας Ορθόδοξης διδασκαλίας, διότι παράλληλα η ίδια ομολογιακή ομάδα μπορεί να δεχθεί άλλη διδασκαλία άλλης Ομολογίας, ανατρεπτική εκείνης που δέχτηκε από τους Ορθοδόξους. Αυτό, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι δυνατόν, επειδή εκλαμβάνονται ως σχετικά τα δόγματα της Εκκλησίας και συνήθως προϋποτίθεται η θεωρία των κλάδων (ότι όλες οι Ομολογίες κατέχουν μέρος αλήθειας). Η θεωρία αυτή, που εκτρέφει ανομολόγητα συγκρητιστικές διαθέσεις αλλά και την ανοχή-ανεκτικότητα (tolerance), δεν χωράει στο πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανοχή αυτή στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπερβαίνεται και αποβαίνει θετική στάση. Ο γνήσιος Ορθόδοξος οφείλει όχι απλώς ν’ ανέχεται, αλλά και να αγαπάει τα μέλη οποιασδήποτε Ομολογίας ή θρησκείας, ενώ δεν παραλείπει να εξηγεί την πίστη του, δείχνοντας το που σφάλλουν οι άλλοι. Και φαίνεται ότι το έσχατο, το περισσότερο, που επιδιώκει σήμερα η Οικουμενική κίνηση, στους κόλπους της οποίας διεξάγονται ποικίλλοι Διάλογοι, είναι η ανοχή, η tolerance. Αυτή όμως δεν είναι καθαυτό χριστιανική αρετή, στοιχείο γνήσια θετικό. Είναι μόνο ανθρώπινο μέτρο.
Θείο μέτρο, εδώ, και αρετή χριστιανική είναι η αγάπη, με την οποία μόνο υπερβαίνεται το μίσος και η αποστροφή. Δυστυχώς όμως για την Οικουμενική Κίνηση, που απορροφά σήμερα τεράστιες πνευματικές δυνάμεις, η αγάπη δεν μπορεί ν’ αποτελέσει επίτευγμά της, διότι η αγάπη εξαρτάται μόνο από την αλήθεια, γεννιέται μόνο όπου βιώνεται η αλήθεια. Μόνο αυτοί που αγωνίζονται για την αποκεκαλυμμένη αλήθεια, αυτοί που την ζουν με συνέπεια, είναι δυνατό να πραγματώσουν την αρετή της αγάπης.
Στο κλίμα της θεωρίας των κλάδων φυτεύθηκε άνετα και η φιλοσοφικοκοινωνιολογικής προελεύσεως θεωρία της ετερότητας (ή της νομιμοποιήσεως της διαφορετικότητας) που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: στην αποδοχή -στο χώρο της Εκκλησίας- κάθε είδους δογματικής-θεολογικής παρεκκλίσεως και κακοδοξίας.

Ενότητα, θεολογία και αλήθεια
Είναι φανερό πως η αρετή της αγάπης είναι θεολογική αρετή. Και στην Οικουμενική Κίνηση η θεολογία δεν είναι στα πρώτα desiderata. Εκεί σχετικοποιείται το γεγονός της αληθείας και κατ’ ανάγκην η θεολογία είναι υποτονική. Και όσο θα υποχωρεί η θεολογία, τόσο θα προχωρεί η διάσπαση.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στη Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, που έγινε στο Βανκούβερ του Καναδά το 1983, οι δογματικοθεολογικές διαφορές κατακυρώθηκαν ως νόμιμες, θεσμοθετήθηκαν σχεδόν, δεν θεωρήθηκαν εμπόδιο για την ενότητα (δεν πρόκειται εδώ για τις τοπικές παραδόσεις, τα έθιμα και τις πρακτικές κάθε τοπικής Εκκλησίας).
 Διαμαρτύρονται συνήθως οι Προτεστάντες του Συμβουλίου Εκκλησιών για την επιφυλακτικότητα των Ορθοδόξων έναντι του Συμβουλίου τούτου. Δεν θέλουν, όμως, να καταλάβουν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το Συμβούλιο αδιαφορεί για την ενότητα στην αλήθεια. Από σκοπός που αρχικά υπήρξε «η ενότητα εν τη αληθεία», το ενδιαφέρον για την αλήθεια απέβη μόνο περιθωριακό.
Ενδεικτικό της ενδογενούς και κατανοητής θεολογικά νοοτροπίας του Συμβουλίου Εκκλησιών, όπου κυριαρχεί το προτεσταντικό πνεύμα, είναι ότι δεν ενοχλείται από την πολυδιάσπαση των προτεσταντικών Ομολογιών. Κάθε νέα Ομολογία, όσο ακραία και κατ’ ουσίαν αντιτριαδική και αντιευαγγελική και αν είναι, γίνεται δεκτή στους κόλπους του ως ισότιμο μέλος. Αυτό δείχνει για τον οποιοδήποτε Ορθόδοξο θλιβερή κι εφάμαρτη αδιαφορία για την αλήθεια.
Έτσι, ενώ από τις αρχές του 20ου αιώνα δημιουργήθηκε η Οικουμενική Κίνηση προς επιδίωξη της ενότητας «εν τη αληθεία», στο τέλος ακριβώς του ίδιου αιώνα και στην ανατολή του επομένου, επικυρώνεται η αδιαφορία για την αλήθεια, εφόσον, καθώς νομίζουμε, μπορούμε να έχουμε ενότητα με διαφορετική πίστη, με διαφορετικές «αλήθειες». Και δεν έχουμε ούτε τον στοιχειώδη ρεαλισμό, για να καταλάβουμε ότι πραγματική ενότητα εξασφαλίζεται μόνο στην αλήθεια, η οποία όμως είναι μία. Η αλήθεια είναι Μυστήριο και, αφού μας φανερώνεται-αποκαλύπτεται από τον ίδιο τον Θεό, οφείλουμε να μετέχουμε σ’ αυτήν -και μόνο σ’ αυτήν- ρεαλιστικά. Επομένως, όσο αδιαφορούμε για την ενότητα «εν τη αληθεία», ενότητα δεν θα έχουμε. Ο Θεός που φανερώνει -σε όσους επιζητούν- την αλήθεια, Αυτός παρέχει και την αληθινή ενότητα. Κάθε άλλη ενότητα μένει ανέρειστη, επιφανειακή, μη πραγματική.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί εμφαντικά και η παραχώρηση, την οποία οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έκαναν και κάνουν προς το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών. Ο θεμελιακά προτεσταντικός αυτός οργανισμός αυτοχαρακτηρίσθηκε «Συμβούλιο Εκκλησιών» και εμείς οι Ορθόδοξοι δεχθήκαμε να μετάσχουμε σ’ αυτόν, μολονότι φρονούμε πως οι προτεσταντικές Ομολογίες-Κοινότητες, που κυρίως το συγκροτούν, δεν είναι πράγματι εκκλησίες.
Και όχι μόνο. Η πλειονότητα των Ομολογιών-μελών του Συμβουλίου τούτου δεν έχουν και δεν θέλουνε να έχουν στον τίτλο τους τον όρο «Εκκλησία». Αντιλαμβάνεται ο καλόπιστος συζητητής πόσο μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι Ορθόδοξοι για την ενότητα της Εκκλησίας, ώστε να φτάνουνε στο σημείο να παρακάθηνται με χριστιανούς, που αρνούνται ακόμα και την λέξη «Εκκλησία». Πρόκειται για μεγαλειώδη ταπείνωση, για θαυμαστή κένωση, στην οποία μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία αντέχει να προβεί. Και συμπεριφέρεται η Εκκλησία μας έτσι, ενώ ούτε συγκρητιστικές, ούτε φονταμενταλιστικές τάσεις έχει. Η αληθινή αγάπη της για την αλήθεια την οδηγεί στους Διαλόγους, μολονότι έχει πάντα το αίσθημα της αποκλειστικότητας για την αλήθειά της.

Προϋποθέσεις  του «ίνα πάντες εν ώσιν»
Η παραπάνω διαπίστωση, αναφορικά με τα προβλήματα που οι Ορθόδοξοι έχουμε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο, φαίνεται και είναι απογοητευτική: όσο σ’ αυτό θα υποχωρεί η γνήσια θεολογία, τόσο η ποθούμενη ενότητα θα απομακρύνεται ακόμη και ως όραμα. Δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι οι Ορθόδοξοι δεν έχουνε λόγο να αναλίσκονται σε οικουμενικές συνάξεις μόνο και μόνο για να συνηθίσουν να ανέχονται τους συνανθρώπους. Προσπαθούν κάτι πολύ περισσότερο, να τους αγαπούν. Έτσι, όσο θα βεβαιώνονται οι Ορθόδοξοι ότι το Συμβούλιο Εκκλησιών αδιαφορεί για την «εν αληθεία» ενότητα, τόσο θ’ αποστασιοποιούνται από αυτό.  Ίσως να φτάσουν και σε γενικότερη αποχώρηση - γιατί δύο τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουνε ήδη αποχωρήσει. Τώρα μάλιστα, κάτι τέτοιο είναι ευκολότερο. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών ελευθερώθηκαν από τα δεσμά τυραννικών καθεστώτων (κομμουνιστικών) και είναι περισσότερο αυτόβουλες και ελεύθερες στις κινήσεις τους.
Επιγραμματικά υπενθυμίζουμε τη θεολογική θέση των Ορθοδόξων, ότι ενότητα εξασφαλίζεται-γεννιέται μόνο από τη θεία αλήθεια. Ο πολύμορφος και πολυδιασπασμένος προτεσταντικός κόσμος, έχοντας πανίσχυρο λόγω στις δυτικές κοινωνίες (εκεί δηλαδή όπου οι Ορθόδοξοι δεν έχουνε ισχυρό λόγο) τυμπανίζει per terra per mare το ενδιαφέρον του για την ενότητα και προβάλλει την πιστότητα στους λόγους του Κυρίου «ίνα ώσιν εν» (Ιωάν. 17: 11 και 22). Εμείς, όμως, οφείλουμε να του υπενθυμίζουμε το πλήρες τούτο Κυριακό λόγιο, που έχει ως εξής: «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν». Ζητάει ο Ιησούς Χριστός από τον Θεό Πατέρα να «τηρήση», να βοηθήσει, τους Αποστόλους και όλους τους πιστούς, ώστε να είναι «εν», να έχουν ενότητα. Το «εν» όμως τούτο έχει συγκεκριμένο υπόδειγμα και μέτρο: την ενότητα που έχει ο Υιός με τον Πατέρα («καθώς ημείς»). Ο Υιός και ο Πατέρας έχουνε την αυτή θεία φύση, την αυτή  θεία βουλή, την αυτή θεία ενέργεια και θέληση. Όλα τους είναι κοινά, μολονότι αποτελούν ιδιαίτερες υποστάσεις-πρόσωπα. Γι’ αυτό και, όταν οι Ορθόδοξοι μιλάμε για ενότητα, πιστεύοντας απόλυτα στη Γραφή, ζητάμε ενότητα και στην αλήθεια. Όπως δεν νοείται άλλη φύση να έχει ο Πατέρας και άλλη ο Υιός, ή άλλο να θέλει ο Πατέρας και άλλο ο Υιός, έτσι κι εμείς επιδίωξη πρέπει να έχουμε την ενότητα στην αλήθεια, στη διδασκαλία, ανεξάρτητα από το πόσο εκάστοτε την πραγματώνουμε.

Γιατί μένουμε στους Διαλόγους
Σε όλα όσα παραπάνω εκθέσαμε υπάρχει μία πολύ σοβαρή ένσταση: Ωραία, ο θεολογικός διάλογος στους κόλπους του Συμβουλίου Εκκλησιών και πολύ περισσότερο ο διαθρησκειακός διάλογος δεν φαίνεται, προσωρινά τουλάχιστον, να έχουνε προοπτική. Πρέπει, λοιπόν, ν’ αποχωρήσουμε από τέτοια διεθνή και διμερή κέντρα; Δεν έχουμε κάποιο σοβαρό λόγο, που να επιβάλλει την εκεί Ορθόδοξη παρουσία;
 Το δίλημμα, χωρίς αμφιβολία, είναι αδυσώπητο. Και αυτό, διότι, παρά την απογοήτευσή μας, δεν γνωρίζω εάν έχουμε δικαίωμα ν’ αποσύρουμε τον Ορθόδοξο λόγο, την Ορθόδοξη φωνή, από την οποιαδήποτε διεθνή, διμερή ή πολυμερή σύναξη· εκεί όπου καθ’ οιονδήποτε τρόπο συζητούνται, απροϋπόθετα έστω, πνευματικά ζητήματα. Σε περιπτώσεις όπου η απουσία Ορθοδόξων εκπροσώπων και Ορθοδόξου λόγου, έστω και ασθενικού, κριθεί προτιμότερη και ωφελιμότερη από την παρουσία, τότε οφείλουμε αμέσως ν’ αποχωρήσουμε. Φοβάμαι, όμως, ότι για τέτοιο δικαίωμα δεν θα πείσουμε τους εαυτούς μας, όσο απαιτητικοί και αν είμαστε για τις προϋποθέσεις, που επιθυμούμε να υπάρχουν στους διάφορους Διαλόγους.
Όσο το δικαίωμα της αποχωρήσεως είναι δίλημμα, τόσο ο μονόδρομος του καθήκοντος προβάλλει επιτακτικός: να γινόμαστε όλο και πιο ικανοί, όλο και πιο γνήσιοι Ορθόδοξοι, ώστε ν’ αρθρώνουμε Ορθόδοξο λόγο ακόμα και στις πιο απρόσφορες διεθνείς συνάξεις. Να προσθέσουμε, ακόμα, ότι και η ελάχιστη ελπίδα για επίτευξη ανοχής, μέσω των διαχριστιανικών Διαλόγων, ή στοιχειώδους ειρήνης, μέσω των διαθρησκειακών Διαλόγων, δεν μπορεί να περιφρονηθεί.
Εάν με τους Διαλόγους επιτυγχάνεται, σε μικρό έστω βαθμό, ο περιορισμός των ουνιτικών προσπαθειών και του αθέμιτου προσηλυτισμού, δεν μας επιτρέπεται ν’ αδιαφορήσουμε. Εάν ο Διάλογος με τους μουσουλμάνους συντελέσει σε στοιχειώδη εκ μέρους τους ανοχή προς τους χριστιανούς, είναι και αυτό κάτι για το οποίο δεν πρέπει ν’ αδιαφορήσουμε. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι η ελευθερία των χριστιανών να ασκούν δημόσια -ενίοτε και ιδιωτικά- τα λατρευτικά τους καθήκοντα είναι ανύπαρκτη ή πολύ προβληματική σε μουσουλμανικές χώρες (Σαουδαραβία, Ιράκ, Ιράν κ. ά.).  Οι αποκλεισμοί εκεί και οι δολοφονίες είναι πολύ συνηθισμένα φαινόμενα. Και αν τολμήσει κάποιος μουσουλμάνος να γίνει χριστιανός, οι πρώην ομόθρησκοί του αισθάνονται καθήκον τους να τον σκοτώσουν. Αντίθετα, στις δυτικές χώρες κανένας μουσουλμάνος δεν κινδυνεύει από κανέναν και για τίποτα. Και ακόμη περισσότερο, οι δυτικοί που ασπάζονται το Ισλάμ είναι πολλοί και όλοι τους ζουν ακίνδυνα και άνετα στο περιβάλλον τους.
Δεν πρέπει να λησμονάμε ότι, σήμερα, η παγκόσμια κοινωνία ζει εν διαλόγω, μολονότι αυτό ισχύει μόνο θεωρητικά. Στην πραγματικότητα, ο διάλογος γίνεται προπέτασμα και σπάνια είναι ειλικρινής. Εμείς, μολονότι γνωρίζουμε την ψευδεπίγραφη κατάσταση του διαλόγου, δεν έχουμε άλλο τρόπο προσεγγίσεως του κόσμου. Όπλο μας είναι μόνο ο λόγος. Και, αφού, έστω προφασιστικά, ο τρόπος υπάρξεως (modus vivendi) του κόσμου είναι διαλογικός, εμείς μετέχουμε, προσπαθώντας τουλάχιστον να εξασφαλίσουμε, όσο γίνεται ειλικρίνεια από τους άλλους και ετοιμότητα από τους εαυτούς μας.
Ριζικότερος όμως λόγος της παραμονής μας στους Διαλόγους είναι η πλήρης αδυναμία μας να γνωρίζουμε: πότε ο Θεός θα φωτίσει τους συνομιλητές μας να κατανοήσουνε την αλήθεια που ευαγγελιζόμαστε και πότε εμάς τους ίδιους θα φωτίσει και ικανώσει ο Θεός, ώστε στις συζητήσεις και ανταμώσεις μας να είμαστε όσο πρέπει αυθεντικά Ορθόδοξοι και πειστικοί. Ούτε το ένα γνωρίζουμε ούτε το άλλο. Βέβαιοι μόνο είμαστε για την απουσία όσο καλής θελήσεως χρειάζεται από την πλευρά των μη Ορθοδόξων και για την αδυναμία των Ορθοδόξων, να παρουσιάζουμε γνήσια την πίστη μας. Προπαντός να μην συνυπογράφουμε κείμενα, που δεν εκπροσωπούν απόλυτα τη διδασκαλία μας.

Εμείς  διαλεγόμενοι: ετοιμότητα και ανετοιμότητα
Έθος ισχυρό και αμαρτία μεγάλη είναι ότι, σκεπτόμενοι και μιλώντας για προβλήματα που οφείλουμε ν’ αντιμετωπίσουμε, σταματάμε σε ό,τι προσκομματικά μας δημιουργεί ο περιβάλλων κόσμος, οι άλλοι. Ασχολούμεθα μόνο με τα προβλήματα που έρχονται έξωθεν. Σπάνια ή ποτέ και με τα προβλήματα που οφείλονται σε μας τους ίδιους, στους θεολόγους η θεολογούντες της Εκκλησίας. Αυτά όμως είναι τα δυσχερέστερα, διότι απαιτούν υπέρβαση του εαυτού μας, των θεολόγων της Εκκλησίας.
 Η διαλογική σχέση, πάντοτε και τώρα, του θεολόγου της Εκκλησίας είναι αυτονόητη, αναγκαία και πολλαπλή. Διαλέγεται και συζητάει με τον εαυτό του. Ο ίδιος, δηλαδή, είναι ο πρώτος που πρέπει να θέτει στον εαυτό του, για τον εαυτό του, ερωτήματα. Επομένως ο θεολόγος γίνεται αυτός το πρώτο πρόβλημα στον εαυτό του. Το άμεσο, έπειτα, περιβάλλον του, το ακροατήριο ή το ποίμνιό του, ερωτά συνεχώς και πιέζει γι’ απαντήσεις πίστεως και αληθείας, δηλαδή ζωής και θανάτου. Πρόβλημα, λοιπόν, μέγα η πνευματική ετοιμότητα, η περιουσία εμπειρίας της αληθείας και του μυστηρίου της Εκκλησίας και της Παραδόσεώς της.
Ακριβώς εδώ, στην ετοιμότητα και στην περιουσία, οι πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι αποδεικνυόμαστε πολύ συχνά ελλειμματικοί. Ο ελλειμματίας θεολόγος είναι σύνηθες φαινόμενο. Βέβαια, τέλοιος και άριστος κανείς δεν μπορεί να γίνει, αφού η αλήθεια, την οποία καλείται να βιώσει, να εκφράσει και να αναλύσει, είναι άπειρη και ο άνθρωπος, ακόμη και ο πιο φωτισμένος, είναι πεπερασμένος. Όμως, μπορεί ν’ απαιτηθεί η συνεχής εγρήγορση του θεολόγου έτσι, ώστε να μπορεί, τουλάχιστον, να εκφράσει αυθεντικά την ήδη προηγηθείσα θεολογική διεργασία στη ζωή της Εκκλησίας.
Η μειωμένη ετοιμότητα των θεολογούντων εμφανίζεται ποικιλότροπα. Σύνηθες είναι, αντί κατά περίπτωση να σκύβουν στα προβλήματα και να προσπαθούν ν’ αρθρώσουν γνήσιο θεολογικό λόγο με τη βοήθεια και του Αγίου Πνεύματος, να καταφεύγουν σε εγκώμια της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της θεολογίας της, ν’ αποφαίνονται για την επιστροφή στους Πατέρες και να βγάζουν κορώνες για την «αποφατική θεολογία».
Πολλοί, αν πιεσθούν και αν πρέπει αναγκαστικά να μιλήσουνε κάπως ευρύτερα για θεολογικά ζητήματα, καταφεύγουνε στην κλασική πλέον λύση: κατακεραυνώνουν και φορτώνουν όλα τα στραβά στην επικατάρατη Δύση, στη σχολαστική της θεολογία, στην ουσιοκρατία των δυτικών θεολόγων και φιλοσόφων. Καταδικάζοντας όλα αυτά -που φυσικά είναι για καταδίκη- με θαυμαστό βερμπαλισμό, νιώθουν ικανοποιημένοι ότι επιτέλεσαν το καθήκον τους ως θεολόγοι και μάλιστα Ορθόδοξοι. Στην πραγματικότητα, καταπολεμώντας τη δυτική γενικά θεολογία, χρησιμοποιούν τα όπλα και τη νοοτροπία της. Οι πολέμιοί της, δηλαδή, προϋποθέτουνε συχνά κάποια συγγένεια με αυτήν, αδιόρατη Και ανομολόγητη, φυσικά.
Έτσι, όμως, οι θεολόγοι, απορροφημένοι (υπεκφεύγοντας δηλαδή το ερευνητικό και δημιουργικό θεολογικό έργο) από την αντιρρητική ρητορεία, ούτε την Ορθόδοξη θεολογία προάγουν ούτε στη λύση των προβλημάτων συμβάλλουν, αλλ’ ούτε αναιρούν πειστικά τη δυτική θεολογία. Η αναίρεση στο πλαίσιο της θεολογίας επιτυγχάνεται μόνο με την πειστική κατάδειξη της αληθείας, κάτι που συνήθως δεν γίνεται. Η αναίρεση της κακοδοξίας είναι επιφαινόμενο. Έρχεται μόνη της, μόλις επιτευχθεί η κατάδειξη της αληθείας.
Ιδιαίτερα στους Διαλόγους με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τις προτεσταντικές Ομολογίες τα δημιουργημένα προβλήματα οφείλονται κυρίως σ’ εμάς τους Ορθόδοξους, στην ανετοιμότητά μας και στην αφελή μας ενδοτικότητα. Τούτο δεν σημαίνει ότι αυτοί που στους Διαλόγους εκπροσωπούν την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι κακόδοξοι. Όχι! Σημαίνει μόνον ότι σε κάποιες κρίσιμες περιπτώσεις δεν κατορθώνουν -όταν και όσο δεν κατορθώνουν- να γίνουν οι αυθεντικοί εκφραστές και υποστηρικτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας και Παραδόσεως.
Αναφέρουμε δύο παραδείγματα-γεγονότα:
Ο επίσημα οργανωμένος Διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς άρχισε το 1980 (έλαβα σ’ αυτόν μέρος για δέκα σχεδόν έτη) και συντάχθηκε σειρά κειμένων, μερικά των οποίων είναι κοινά (Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών), κάτι που σημαίνει ότι οι διαλεγόμενοι συμφωνούν στο περιεχόμενό τους. Στα κείμενα, λοιπόν, αυτά (ούτε καν στα πρώτα) πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι δύο Εκκλησίες έχουνε δογματικές διαφορές. Οι Ρωμαιοκαθολικοί αρνήθηκαν επίμονα να γραφεί κάτι τέτοιο και οι Ορθόδοξοι άνετα το δέχθηκαν (παρά την έντονη κι επανειλημμένη επιμονή μου να σημειωθεί το γεγονός των δογματικών διαφορών). Η ένταση αιώνων μεταξύ των Εκκλησιών και ο παρών Διάλογος θέλουνε να εμφανισθεί ως μη οφειλόμενος σε δογματικές διαφορές, αλλά σε ψυχολογικές και πολιτικές ή -το πολύ- σε διαφορές θεολογικών «σχολών».
Στον Διάλογο Ορθοδόξων και Μεταρρυθμισμένων συντάχθηκε κοινό κείμενο για το θέμα: «Εκκλησία ως σώμα Χριστού». Στο κείμενο λέγονται πολλά ορθά και ωραία, όμως πουθενά δεν σημειώνεται (όπως θα ανέμενε κανείς, αφού ο Διάλογος γίνεται με Προτεστάντες, οι οποίοι έπρεπε να το δεχθούν ως άποψη των Ορθοδόξων) ότι ο πιστός μετέχει στο θεωμένο σώμα του Χριστού -δεν πιστεύει απλώς στο Χριστό- με το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Δεν λέγεται ακόμη (που σε τέτοιο Διάλογο θα ήταν αναγκαίο) ότι στην Ευχαριστία, σύμφωνα με την διδασκαλία των Ορθοδόξων, ο άρτος και οίνος γίνονται ρεαλιστικά-πραγματικά σώμα και αίμα Κυρίου. Βέβαια, οι Μεταρρυθμισμένοι δεν θα ήθελαν να δεχθούν τις αλήθειες αυτές. Έπρεπε όμως να δηλωθούν οι αλήθειες αυτές στο κοινό κείμενο, με την ένδειξη ότι αποτελούν πίστη και φρόνημα των Ορθοδόξων έτσι, ώστε, όταν οι πολλοί αναγνώστες του προτεσταντικού χώρου διαβάζουν το κείμενο τούτο, να γνωρίζουν με σαφήνεια τι και πώς ακριβώς πιστεύουν οι Ορθόδοξοι. Εφόσον ούτε αυτό γίνεται, σημαίνει ότι, ένεκα ανετοιμότητας ή αφελούς ενδοτικότητας των Ορθοδόξων διαλεγομένων, εις μάτην ο Διάλογος. Και πολύ χειρότερα: οι πολλοί Προτεστάντες μένουνε με την εντύπωση ότι δεν έχουνε ριζικές διαφορές με τους Ορθόδοξους, αφού εμείς υπογράφουμε τέτοια κείμενα, που δεν εκφράζουν την πίστη μας.
Και ό,τι έμεινε στους Ορθόδοξους αναφορικά με τους Διαλόγους, είναι το «επί ίσοις όροις». Από δεκαετίες πρόβαλλαν με καύχηση οι πιο θερμοί υποστηρικτές των Διαλόγων τον όρο ότι θα διαλεγόμαστε «επί ίσοις όροις». Τούτο προβαλλότανε και προβάλλεται ως απάντηση σ’ εκείνους που κρατούσαν και κρατούν αρνητική στάση, με επιχείρημα κυρίως ότι εμείς είμαστε ανίσχυροι, ενώ οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες πανίσχυροι από πολλές απόψεις, αριθμητικά, θεολογικά και … πολιτικά.
Η καύχηση όμως για ίσους όρους είναι στο βάθος αθεολόγητη και αφελής. Είναι προϋπόθεση που ισχύει στις πολιτικοοικονομικές, διακρατικές και άλλες διαπραγματεύσεις, αλλά δεν έχει λόγο σε Διάλογο Ορθοδόξων με χριστιανικές Ομολογίες. Ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αριθμητική και επιστημονική υπεροχή τις διαλεγομένης μαζί μας Ομολογίας, ο Ορθόδοξος μετέχει, ως εκφραστής, της ορθής διδασκαλίας του Χριστού, των Αποστολών και των Πατέρων. Ως εκφραστής της ορθής διδασκαλίας, δεν νιώθει στο ίδιο επίπεδο με τους εκπροσώπους χριστιανικών Ομολογιών. Δεν πρέπει και δεν θέλει να μετέχει σε Διάλογο με το αίσθημα της πνευματικής ισότητας. Πρέπει να έχει -και αλίμονο αν δεν το έχει- αίσθημα υπεροχικότητας, ένεκα της πληρότητας και της γνησιότητας της πίστεώς του. Παράλληλα όμως, πρέπει και να κατέχεται από αγωνία για το πώς θα επιτύχει να εκφράσει την ορθή διδασκαλία.
Τα προβλήματα που ανακύπτουν από τις όχι σπάνιες περιπτώσεις αδυναμίας των Ορθοδόξων να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις της θεολογίας της Εκκλησίας μας οδηγούν στην λήψη προληπτικού μέτρου: κοινά κείμενα στους Διαλόγους να συντάσσονται σπάνια και μόνο στις ελάχιστες περιπτώσεις ουσιαστικής συμφωνίας. Δηλαδή όχι κείμενα μινιμαλιστικά, χαμηλού βαθμού συμπτώσεων απόψεων. Ειδικά για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, πρέπει να βρεθεί άλλος τρόπος μετοχής των Ορθοδόξων στις εργασίες και τα προγράμματά του. Είναι εις βάρος μας, στις περισσότερες περιπτώσεις, να εμφανίζονται οι αποφάσεις-κείμενά του ως εκφραστικά και των Ορθοδόξων απόψεων.
Τέλος, το καίριο πρόβλημά μας είναι όχι αν θα λάβουμε μέρος σε Διαλόγους, αλλά εάν θα αντέξουμε το βάρος της Εκκλησίας μας ενώπιον άλλων, αν θα επιτύχουμε να γίνουμε αυθεντικοί εκφραστές της με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Όμως το θείο Πνεύμα συντρέχει πολύ, όπου έχει συντρέξει πολύ και το ανθρώπινο πνεύμα. Ο θεολόγος στους Διαλόγους, για να σταθεί, ανεκτά έστω, στο ύψους της Ορθοδόξου Παραδόσεως, πρέπει να μην έχει δώσει «ύπνον τοις βλεφάροις». Πρέπει να έχει άχρι μυελών οστέων δεχθεί το φρόνημα των Πατέρων της Εκκλησίας μας.

(Στυλιανού Παπαδοπούλου, Ορθοδόξων Πορεία, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 108-125)

Η Αληθινή Εκκλησία.

    Αυτό το κείμενο είναι μια προσπάθεια γραψίματος σε μια νέα οικουμενική γλώσσα. Ίσως η προσπάθεια να μην είναι επιτυχημένη. Ίσως, ωρισμένοι να ανακαλύψουν σ’ αυτήν μια μεγάλη ομολογιακή διάθεσι, και άλλοι να διαμαρτυρηθούν για αοριστία. Γι’ αυτό δεν θα είναι ανεδαφικό να συνοψίσω τις κύριες θέσεις μου σε γλώσσα οικεία σε μένα.

Σαν μέλος και ιερεύς της Ορθοδόξου Εκκλησίας πιστεύω ότι η Εκκλησία, μέσα στην οποία βαπτίσθηκα και ανατράφηκα, είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία.

Και το πιστεύω για πολλούς λόγους: ένεκα προσωπικής πεποιθήσεως και ένεκα της εσώτατης βεβαιώσεως του Πνεύματος, που πνέει στα μυστήρια της Εκκλησίας, και ένεκα των όσων είναι δυνατό να γνωρίζω από τη Γραφή και από την καθολική παράδοσι της Εκκλησίας. Είμαι υποχρεωμένος, λοιπόν, να θεωρώ όλες τις υπόλοιπες χριστιανικές Εκκλησίες ως ελαττωματικές, και σε πολλές περιπτώσεις μπορώ να προσδιορίσω αυτές τις ελλείψεις των άλλων Εκκλησιών με απόλυτη ακρίβεια.

Γι’ αυτό, λοιπόν, η ένωσις των Χριστιανών, για μένα, σημαίνει ακριβώς την παγκόσμια επιστροφή στην Ορθοδοξία. Δεν έχω καμμία απολύτως ομολογιακή πεποίθησι, η πεποίθησίς μου ανήκει αποκλειστικά στην Una Sancta («Μία Αγία…»).
    Ξέρω καλά ότι η αξίωσίς μου θα αγνοηθή από πολλούς χριστιανούς. Θα θεωρηθή ότι είναι μια εγωιστική και μάταιη απαίτησις. Ξέρω, επίσης, καλά ότι πολλά πράγματα, που τα πιστεύω απόλυτα δεν είναι πιστευτά από άλλους. Όμως, δεν βλέπω κανένα λόγο, για τον οποίο πρέπει εγώ ν’ αμφιβάλλω γι’ αυτά ή να μην πιστεύω εγώ ο ίδιος. Το μόνο όμως που λογικά μου επιβάλλεται να κάνω είναι να διακηρύξω την πίστι μου και να την εκφράσω με τέτοιο τρόπο, ώστε οι φτωχές μου λέξεις να μην αμαυρώσουν την αλήθεια. Γιατί είμαι σίγουρος, ότι η αλήθεια του Θεού φέρνει βεβαιότητα.

Τούτο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κάθε τι μέσα στις πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά το παρελθόν ή το παρόν πρέπει να ταυτισθή με την αλήθεια του Θεού. Πολλά πράγματα προφανώς υπόκεινται σε αλλαγές. Και, φυσικά, πολλά πράγματα έχουν ανάγκη βελτιώσεως. Η αληθινή Εκκλησία δεν είναι ακόμη η τέλεια Εκκλησία.
    Η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να αναπτυχθή και να οικοδομηθή μέσα στην ιστορία. Κι όμως η όλη και η πλήρης αλήθεια έχει ήδη δοθή και ανατεθή στην Εκκλησία. Η αναθεώρησις και νέα διατύπωσις είναι πάντοτε δυνατή, και ωρισμένες φορές, μάλιστα, επιβεβλημένη. Όλη η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων του παρελθόντος το αποδεικνύει. Οι άγιοι Πατέρες μ’ αυτόν τον σκοπό συγκεντρώνονταν. Βέβαια, στο σύνολο, το ταμείο της Πίστεως φυλάχθηκε πιστά, και η μαρτυρία της πίστεως εκέρδισε σε ακρίβεια και ευστοχία διατυπώσεως. Πάνω απ’ όλα, η μυστηριακή δομή του Σώματος έχει διατηρηθή σώα και άθικτος.

Και στο σημείο τούτο πάλι γνωρίζω ότι η προσωπική μου αυτή πεποίθησις είναι δυνατό να απορριφθή σαν αυταπάτη. Αλλά για μένα αποτελεί ακράδαντη πεποίθησι. Αν αυτό ήθελε θεωρηθή πεισμονή, είναι η πεισμονή της αλήθειας και των τεκμηρίων. Μπορώ μόνο να δω αυτό, που πράγματι βλέπω. Δεν είμαι σε θέσι να κάνω τιποτ’ άλλο.

Αλλά με κανένα τρόπο δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω κανέναν «εκτός Εκκλησίας». Η «κρίσις» έχει δοθή στον Υιό. Κανείς δεν διωρίσθηκε για να προλαμβάνη την κρίσι Του. Η Εκκλησία, βέβαια, έχει τη δική της εξουσία μέσα στην ιστορία. Είναι, πρωτ’ όλα, η εξουσία να κηρύττη και να διαφυλάττη το λόγο της αληθείας. Υπάρχει κάποιος κανόνας πίστεως και τάξεως, που πρέπει να θεωρείται σαν κανόνας. Οτιδήποτε βρίσκεται πέραν τούτου είναι «ανωμαλία». Αλλά η «ανωμαλία» πρέπει να θεραπεύεται και όχι απλώς να καταδικάζεται.

Αυτή είναι η δικαίωσις για τη συμμετοχή ενός Ορθοδόξου στον οικουμενικό διάλογο με την ελπίδα ότι με τη μαρτυρία του η Αλήθεια του Θεού είναι δυνατό να κερδίση ανθρώπινες υπάρξεις.

(Μεταφρ. Αντώνης Κουμάντος)

(π.Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Άρτος ζωής, 1989 σελ.219-220 υπογραμμίσεις δικές μας)

Η Άσπιλος Σύλληψις δεν αναφέρεται στον τόκο της Θεοτόκου, όπως εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε κανείς να υπονοήσει, αλλά στη δική της γέννηση από τους γονείς της, τον Ιωακείμ και την Άννα.
Κατά τη διδασκαλία αυτή στη Μαρία, και στην προοπτική της περίοπτης θέσεως που θα είχε στο χριστολογικό μυστήριο, δόθηκε χάρη από το Θεό να γεννηθεί χωρίς να φέρει το προπατορικό αμάρτημα.

Η θεωρία αυτή, που είναι δόγμα πίστεως της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, από ορθόδοξη άποψη είναι εσφαλμένη. Το προπατορικό αμάρτημα είναι κλήρος καθολικός για κάθε άνθρωπο, που έρχεται στον κόσμο δια της φυσικής γεννήσεως και από γονείς ανθρώπους. Η Θεοτόκος Μαρία είχε και αυτή τους γονείς της. Γεννήθηκε όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Δεν συντρέχει λοιπόν κανένας λόγος να εξαιρεθεί από την ιστορική της συνέχεια και συνέπεια. Η Γραφή και η Παράδοση δεν κάνουν λόγο για ένα τέτοιο δίδαγμα. Η Μαρία, ως κοινή θυγάτηρ του Αδάμ, έφερε το προπατορικό αμάρτημα, από το οποίο την απάλλαξε το Πνεύμα το άγιο κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού της.

Στην Ορθοδοξία έχουμε «άφθορον σύλληψιν» του Χριστού και όχι «Άσπιλον Σύλληψιν» της Θεοτόκου.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ. 120-121)

Από τον ιεραποστολικό αγρό

“Ένα πρωινό του μηνός Μαϊου 1994 ήλθε στην Ιεραποστολή μας ένας μεσόκοπος ιθαγενής. Τον δέχθηκα στο γραφείο και εκείνος άρχισε να μου διηγήται το πρόβλημα που τον απασχολούσε και φαινόταν αρκετά ανήσυχος και ταραγμένος.

- Πάτερ, εγώ εργάζομαι στην εταιρεία “Τζεκαμίν” των μεταλλευμάτων. Αρρώστησα βαρειά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν. Έκανα προσευχή στον Θεό να με λυπηθή.

- Ποιά εκκλησία ακολουθείς;

- Είμαι στην Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, πάτερ.

Μια νύκτα είδα στον ύπνο μου πολλούς κληρικούς σαν και εσάς που ήταν ντυμένοι με λαμπρά ρούχα και λειτουργούσαν μέσα σε μιά Εκκλησία, σαν τη δική σας. Ένας απ' αυτούς με πλησίασε και μου είπε: 

“Ο Θεός άκουσε την προσευχή σου, αλλά για τη σωτηρία σου θα'λθης στη δική μας Εκκλησία. Αυτή είναι η μόνη αληθινή Εκκλησία”

Εγώ πάτερ, δεν ξέρω ούτε καν εσάς, ούτε ποιό είναι το όνομα της Εκκλησίας σας, αλλά ήλθα εδώ, διότι είδα στον ύπνο μου παπάδες σαν εσάς με ράσα και γένεια και ρούχα λαμπρά. 

Ρώτησα κι άλλους και μου είπαν ότι “μόνο οι ορθόδοξοι έχουν γένεια και φορούν τέτοια ρούχα. Η Εκκλησία τους είναι στο τάδε μέρος. Εκεί θα πας”.

Τον συμβούλευσα, του έδωκα βιβλία και του πρότεινα, αν θέλη να έρχεται κάθε Κυριακή στην Εκκλησία μας και στις κατηχήσεις. Έκτοτε έγινε πιστό μέλος της Εκκλησίας μας”(ΔΓΜ, 72)

(στο: Αντιαιρετικά Εφόδια, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Σταματα 2013, σελ. 209-210)

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 470-482  εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970)  
Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις δικές μας.Δεν παρατίθενται οι παραπομπές  
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΚΑΤΟΝ ΟΓΔΟΟΝ: Ζ Β I Γ Γ Λ I Ο Σ  
Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΒΕΤΙΑΝ 1477-1531  

I. MULTUM IN PARVO  
Η επιτυχία των ελβετικών καντονίων εις την απόκρουσιν του Κορόλου του Τολμηρού (1477) ενίσχυσε την ομοσπονδίαν των, ανεζωογόνησε την εθνικήν των υπερηφάνειαν και τα ενίσχυσε δια να αντισταθούν κατά της απόπειρας του Μαξιμιλιανού να τα υποτάξη και θεωρητικώς και πραγματικώς υπό την Αγίαν Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν. Διάφορο έριδες δια την διανομήν των λαφύρων μετά την ήτταν της Βουργουνδίας έφερον τα καντόνια εις τα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου˙ αλλά εις την δίαιταν της Στάνς (1481) ένας ερημίτης φιλόσοφος, ο Νικόλαος φον ντερ Φλούε, ο αδελφός Κλάους, όπως τον ενθυμούνται οι Ελβετοί, τους έπεισε να διατηρήσουν την ειρήνην.

Προσθέτουσα καντόνιον εις το καντόνιον, η πλήρης ζωτικότητος ομοσπονδία ηυξάνετο. Το Φρίμπουργκ και το Σόλοθουρν έγιναν δεκτά το 1481, η Βασιλεία και ο Σάφφχαουζεν το 1501, το Άππεντσελ το 1513˙ τώρα ήσαν δέκα τρία, όλα ομιλούντα γερμανικάς διαλέκτους με την διαφοράν ότι ωμιλείτο συγχρόνως και η γαλλική εις το Φρίμπουργκ και εις την Βέρνην. Εσχημάτισαν μίαν ομόσπονδον δημοκρατίαν: κάθε καντόνιον ερρύθμιζε τας εσωτερικάς του υποθέσεις αλλά εκυβερνάτο εις τας εξωτερικάς του σχέσεις από μίαν κοινήν νομοθεσίαν. Η μοναδική βουλή της ομοσπονδιακής αυτής διαίτης απελείτο από ίσον αριθμόν βουλευτών από κάθε καντόνιον. Η δημοκρατία δεν ήτο πλήρης. Πολλά καντόνια ιδιοποιήθησαν μικροτέρας κοινότητας ως υποτελείς άνευ ψήφου.

Ούτε ήτο έως τότε η Ελβετία υπόδειγμα φιλειρηνικότητος. Το 1500-12, τα καντόνια επωφελήθησαν της διασπάσεως της Ιταλίας δια να καταλάβουν την Μπελλιντζόνα, το Λοκάρνο, το Λουγκάνο και άλλας περιοχάς νοτίως των Άλπεων και εξηκολούθησαν να δανείζουν ελβετικάς λεγεώνας με την συγκατάθεσίν των  εις ξένας δυνάμεις. Αλλά μετά την ήτταν των Ελβετών λογχοφόρων εις το Μαρινιάνο (1515) η ομοσπανδία εγκατέλειψε την εδαφικήν επέκτασιν, υιοθέτησε μίαν πολιτικήν ουδετερότητος και κατηύθυνε τους ανδροπρεπείς χωρικούς της, τους επιδεξίους τεχνίτας της και τους επινοητικούς εμπόρους της εις την ανάπτυξιν ενός εκ των πλέον προηγμένων πολιτισμών της ιστορίας.

Η Εκκλησία ήτο εξ ίσου κοσμική και διεφθαρμένη εις την Ελβετίαν όπως και εις την Ιταλίαν. Έδωσεν υποστήριξιν και σημαντικήν ελευθερίαν εις τους ουμανιστάς, οι οποίοι συνεκεντρώθησαν περί τον Φρομπέν και τον Έρασμον εις την Βασιλείαν. Ήτο μερος της ηθικής ανοχής της εποχής το ότι οι πλείστοι των Ελβετών ιερέων είχον παλλακίδας.1 Ένας Ελβετός επίσκοπος εχρέωνε τους ιερείς του με τέσσαρα γκίλντερ δια κάθε τέκνον το οποίον απέκτων και εντός ενός έτους συνεκέντρωσε 1522 γκίλντερ εκ της πηγής αυτης.2 Παρεπονείτο ότι πολλοί ιερείς εχαρτόπαιζον, εσύχναζον εις καπηλεία και εμέθυον,3 προφανώς μη πληρώνοντες επισκοπικόν δικαίωμα. Πολλά καντόνια  και ιδιαιτέρως η Ζυρίχη  επέβαλον πολιτικήν επιστασίαν των κληρικών και εφορολόγησαν τας εκκλησιαστικάς περιουσίας. Ο επίσκοπος της Κωνσταντίας διεξεδίκει ολόκληρον την Ζυρίχην ως φέουδόν του και απήτει από αυτην υπακοήν και δεκάτας˙ αλλά ο παπισμός ήτο πολύ περιπεπλεγμένος εις την ιταλικήν πολιτικήν δια να υποστηρίξη αποτελεσματικώς τας διεκδικήσεις του. Το 1510, ο πάπας Ιούλιος Β', εις αντάλλαγμα δια μερικάς λεγεώνας της Γενεύης, εδέχθη όπως το δημοτικόν συμβούλιον της Γενεύης ρυθμίζη τα μοναστήρια ανδρών και γυναικών και την δημοσίαν ηθικήν εντός της περιοχής του.4 Τοιουτοτρόπως επτά έτη προ των θέσεων του Λουθήρου, η ουσία της Μεταρρυθμίσεως είχεν επιτευχθή εις την Ζυρίχην και την Γενεύην : η υπεροχή της κοσμικής επί της εκκλησιαστικής εξουσίας. Η οδός εχαράχθη δια τον Ζβίγγλιον και τον Καλβίνον δια να εγκαθιδρύσουν τας διαφόρους συγχωνεύσεις Εκκλησίας και κράτους.


ΙΙ. Ζ Β I Γ Γ Λ I Ο Σ
Μία επίσκεψις εις την γενέτειραν του Χουλντράιχ ή Ούλριχ Ζβιγγλίου, υπενθυμίζει τον κανόνα ο οποίος όμως έχει και τας εξαιρέσεις του, ότι οι μεγάλοι άνδρες γεννώνται εις μικράς οικίας. Ο πλέον λογικός και αποτυχημένος από τους Μεταρρυθμιστάς είδε το φως (1η Ιανουαρίου 1484) εις μίαν μικράν καλύβην του ορεινού χωρίου Βιλντχάους, πενήντα μίλλια νοτιοανατολικώς της Ζυρίχης εις το σημερινόν καντόνιον του Σαίντ - Γκάλ. Μία χαμηλή χορτάρινη στέγη, τοίχοι από χονδρά ξύλα, μικρά σιδηρόφρακτα παράθυρα, δάπεδα από ογκώδεις σανίδας, χαμηλαί οροφαί, σκοτεινά δωμάτια, τρίζουσαι κλίμακες, στερεαί δρύιναι κλίναι, μία τράπεζα, ένα κάθισμα, ένα ράφι δια βιβλία: η ιστορική αυτή κατοικία εκφράζει ένα περιβάλλον εις το οποίον η φυσική επιλογή ήτο αυστηρά και η υπερφυσική επιλογή εφαίνετο ότι ήτο μία απαραίτητος ελπίς. Ο πατήρ του Ούλριχ ήτο ανώτερος δικαστης εις τον χαμένον αυτόν συνοικισμόν και η μήτηρ του ήτο η υπερήφανος αδελφή ενός ιερέως. Ήτο ο τρίτος από οκτώ υιούς˙ από της παιδικής του ηλικίας προωρίζετο δια το ιερατικόν στάδιον.
Ο θείος του, ιερατικός προϊστάμενος της εκκλησίας της παρακείμενης Βέζεν, συνετέλεσε μαζί με τους γονείς του εις την εκπαίδευσίν του και έδωσε εις τον Ζβίγγλιον μίαν ουμανιστικήν κλίσιν και πνοήν, η οποία τον διέκρινε χαρακτηριστικώς από τον Λούθηρον και τον Καλβίνον. Εις ηλικίαν δέκα ετών, το παιδίον απεστάλη εις ένα λατινικόν σχολείον της Βασιλείας˙ δέκα τεσσάρων ετών εισήχθη εις ένα κολλέγιον της Βέρνης διευθυνόμενον από ένα διακεκριμένον εντόπιον κλασσικιστήν. Από δέκα εξ μέχρι δέκα οκτώ ετών εσπούδασεν εις το Πανεπιστήμιον της Βιέννης κατά τον ουμανιστικόν χρυσούν αιώνα τον υπό τον Κονράδoν Κέλτην. Ανεκουφίζετο από τους κόπους του παίζων λαγούτον, άρπαν, βιολί, πλαγίαυλον και σαντούρι. Δεκαοκταετής επέστρεψεν εις την βασιλείαν και εσπούδασε θεολογίαν πλησίον του Θωμά Βύττερμπαχ, ο οποίος ήδη από του 1508 επετίθετο κατά των συγχωροχαρτίων, της αγαμίας του κλήρου και της λειτουργίας. Είκοσι δύο ετών (1506) ο Ζβίγγλιος έλαβε το διδακτορικόν του δίπλωμα και εχειροτονήθη ιερεύς. Ετέλεσε την πρώτην του λειτουργίαν εις το Βίλντχαους εν μέσω περιχαρών συγγενών και με εκατό γκίλντερ, τα οποία συνελέγησαν προς χάριν του, ηγόρασε τον διορισμόν του5 ως εφημερίου εις Γκλάρους, το οποίον απείχε περί τα είκοσι μίλλια.
Εκεί, ενώ εξετέλει με ζήλον τα καθήκοντά του, εξηκολούθησε τας σπουδάς του. Εξέμαθε μόνος του ελληνικά δια να αναγιγνώσκη την Καινήν Διαθήκην εις το πρωτότυπον. Ανέγνωσε με ενθουσιασμόν τον Όμηρον, τον Πίνδαρον, τον Δημόκριτον, τον Πλούταρχον, τον Κικέρωνα, τον Καίσαρα, τον Λίβιον, τον Σενέκαν, τον Πλίνιον τον νεώτερον, τον Τάκιτον και έγραψεν ένα σχόλιον δια τον σκεπτικιστήν ευθυμογράφον Λουκιανόν. Είχεν αλληλογραφίαν με τον Πίκο ντέλλα Μιράντολα και τον Έρασμον, απεκάλει τον Έρασμον «τον μέγιστον φιλόσοφον και θεολόγον», τον επεσκέπτετο μετά σεβασμού (1515) και ανεγίγνωσκε έργα του κάθε βράδυ προ της κατακλίσεως. Όπως ο Έρασμος, τοιουτοτρόπως και αυτός ησθάνετο απέχθειαν δια την εκκλησιαστικήν διαφθοράν, εύθυμον περιφρόνησιν προς την δογματικήν θρησκοληψίαν και ηρνείτο εντόνως να παραδεχθή ότι οι κλασσικοί φιλόσοφοι και ποιηταί εκαίοντο εις την κόλασιν. Ωρκίζετο ότι «επροτίμα να συμμερισθή την αιωνίαν τύχην του Σωκράτους ή του Σενέκα παρά ενός πάπα».6 Δεν επέτρεπεν εις τους ιερατικούς του όρκους να τον αποκλείουν από τας απολαύσεις της σαρκός˙ είχε σχέσεις με γυναίκας και εξηκολούθησεν αυτήν την τακτικήν μεχρι του γάμου του (1524). Η ενορία του δεν εφαίνετο να δίδη πολλήν σημασίαν εις αυτό οι δε πάπαι του επλήρωνον μεχρι του 1520 μίαν ετησίαν σύνταξιν εκ πενήντα φλωρινίων δια να τους υποστηρίζη εναντίον του γαλλοφίλου κόμματος του Γκλάρους. Το 1513 και το 1515 συνώδευσε την εκ Γκλάρους ομάδα των Ελβετών μισθοφόρων εις την Ιταλίαν ως στρατιωτικός ιερεύς των και κατέβαλε πάσαν προσπάθεια δια να τους διατηρήση πιστούς εις την παπικήν υπόθεσιν. Αλλά η επαφή του με τον πόλεμον εις τας μάχας του Ναβάρρο και του Μαρινιάνο τον διέθεσεν ισχυρώς εναντίον πάσης μελλοντικής πωλήσεως της ελβετικής ανδρείας εις ξενικάς κυβερνήσεις.

Το 1516 το γαλλικόν κόμμα εις το Γκλάρους απέκτησε την υπεροχήν και ο Ζβίγγλιος απεδήμησεν εις μίαν ενορίαν εις το Αϊνζήντελν του καντονίου του Σβύτς. Το κήρυγμά του εκεί απέκτησεν ενα προτεσταντικόν χρώμα προ της επαναστάσεως του Λουθήρου. Το 1517 εκηρύχθη υπέρ μιας θρησκείας στηριζομένης αποκλειστικώς επί της Βίβλου και είπεν εις τον αρχιεπίσκοπόν του, καρδινάλιον Ματθαίον Σίννερ, ότι δεν υπήρχον πολλαί εγγυήσεις δια τον παπισμόν εις την Βίβλον. Τον Αύγουστον του 1518 επετέθη εναντίον διαφόρων καταχρήσεων κατά την πώλησιν των συγχωρήσεων και έπεισε μερικούς βενεδικτίνους μοναχούς να αφαιρέσουν από το προσοδοφόρον ιερόν της εκκλησίας των μίαν επιγραφήν υποσχομένην εις τους προσκυνητάς «πλήρη συγχώρησιν όλων των αμαρτιών εις ενοχήν και εις τιμωρίαν».7 Μερικοί προσκυνηταί από την Ζυρίχην μετέφερον εις τους πάστοράς των μίαν ενθουσιώδη αφήγησιν περί του κηρύγματός του. Την 10ην Δεκεμβρίου 1518, εδέχθη μίαν πρόσκλησιν να γίνη «λαϊκός ιερεύς» εις το Γκροσμύνστερ της Ζυρίχης, την πλέον επιχειρηματικήν πόλιν της Ελβετίας.

 Έπλησίαζε τώρα την ωριμότητα και εις το ήθος και εις το πνεύμα. Ήρχισε μίαν σειράν κηρυγμάτων, εκθέτων από το ελληνικόν κείμενον, όλην την Καινήν Διαθήκην πλην της Αποκαλύψεως δια την οποίαν ησθάνετο αντιπάθειαν. Δεν είχεν εντός αυτού τον μυστικισμόν εκείνον ο οποίος συνετέλεσεν εις την διαμόρφωσιν του Λουθήρου. Δεν έχομεν καμμίαν εικόνα του εκ του φυσικού, αλλά οι σύγχρονοί του τον περιέγραψαν ως ωραίον άνδρα με αδρά χαρακτηριστικά και με μελωδικήν φωνήν, η οποία κατέκτα το ακροατήριόν του. Δεν ηδύνατο να συγκριθή με τον Λούθηρον εις ευγλωττίαν ή εξήγησιν˙ εν τούτοις τα κηρύγματά του ήσαν τόσον πειστικά εις ειλικρίνειαν και σαφήνειαν ώστε εντός ολίγου, ολόκληρος η Ζυρίχη υφίστατο την επιρροήν του. Οι εκκλησιαστικοί προϊστάμενοί του τον υπεστήριξαν όταν επανέλαβε την εκστρατείαν εναντίον της πωλήσεως των συγχωροχαρτίων. Ο Βερναρδίνος Σαμψών, ένας Φραγκισκανός μοναχός από το Μιλάνον, είχε διέλθει τον αυχένα του Αγίου Γοτθάρδου τον Αύγουστον του 1518 δια να γίνη ο Τέτζελ της Ελβετίας. Προσέφερε την συγχώρησιν του πάπα Λέοντος εις τους πλουσίους επί περγαμηνής αντί μιας κορώνας εις δε τους πτωχούς επί χάρτου αντί ολίγων δεκάρων και με μίαν κίνησιν της χειρός του απήλλασσεν από τα βασανιστήρια του καθαρτηρίου όλας τας ψυχάς αι οποίαι είχον αποθάνει εις την Βέρνην. Ο Ζβίγγλιος διεμαρτυρήθη˙ ο επίσκοπος της Κωνσταντίας τον υπεστήριξε και ο Λέων Ι’, σωφρονισθείς κάπως από τα γεγονότα εις την Γερμανίαν, ανεκάλεσε τον γενναιόδωρον απόστολόν του.

Το 1519 ενεφανίσθη πανώλης εις την Ζυρίχην, αφαρπάσασα το εν τρίτον του πληθυσμού εις διάστημα εξ μηνών. Ο Ζβίγγλιος παρέμεινεν εις την θέσιν του, εμόχθει νυχθημερόν δια την περιποίησιν των ασθενών, εμολύνθη από την νόσον ο ίδιος και μόλις διέφυγε τον θάνατον. Όταν συνήλθεν ήτο το δημοφιλέστερον πρόσωπον εις την Ζυρίχην. Μακρινοί αξιωματούχοι, όπως ο Πιρκχάιμερ και ο Ντύρερ, του έστειλαν συγχαρητήρια. Το 1521 εγινε πρωθιερεύς του Γκροσμύνστερ. Ήτο τώρα αρκετά ισχυρός δια να κηρύξη την Μεταρρύθμισιν εις την Ελβετίαν.

ΙΙΙ. Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ ΤΟΥ ΖΒΙΓΓΛΙΟΥ
Σχεδόν ασυναισθήτως, αλλ' ως φυσικόν επακόλουθον της ασυνήθους μορφώσεώς του, είχε μεταβάλει τον χαρακτήρα της ιερωσύνης εις την εκκλησίαν του. Προ αυτού, το κήρυγμα δεν υπελογίζετο πολύ˙ η λειτουργία και η μετάληψις ήσαν σχεδόν όλη η ιεροτελεστία. Ο Ζβίγγλιος έκαμε το κήρυγμα να κυριαρχήση επί του τυπικού. Έγινε συγχρόνως διδάσκαλος και ιεροκήρυξ˙ και εφ' όσον ηύξανεν η εμπιστοσύνη προς αυτόν, μετέδιδεν όσον το δυνατόν περισσότερον την πεποίθησίν του ότι ο χριστιανισμός έπρεπε να επανέλθη εις την παλαιάν του απλότητα κατά την οργάνωσιν και την λατρείαν. Είχε συγκλονισθή βαθέως από την επανάστασιν και τα συγγράμματα του Λουθήρου και από την πραγματείαν του Χους «Περί της Εκκλησίας». Περί το 1520 επετίθετο δημοσία κατά του μοναχισμού, του καθαρτηρίου και της επικλήσεως των αγίων. Επί πλέον υπεστήριζεν ότι η πληρωμή της δεκάτης εις την Εκκλησίαν έπρεπε να είναι απολύτως προαιρετική, όπως εις την Γραφήν. Ο επίσκοπός του τον παρεκάλεσε να ανακαλέση τας απόψεις του αυτάς˙ αυτός επέμεινε το δε συμβούλιον του καντονίου τον υπεστήριξε διατάξαν όλους τους ιερείς της δικαιοδοσίας του να κηρύττουν μόνον ό,τι εύρισκον εις την Βίβλον. Το 1521 ο Ζβίγχλιος έπεισε το συμβούλιον να απαγορεύση την κατάταξιν Ελβετών στρατιωτών εις τους Γάλλους˙ μετά εν έτος η απαγόρευσις επεξετάθη εις όλας τας ξένας δυνάμεις και όταν ο καρδινάλιος Σίννερ εξηκολούθησε να στρατολογή Ελβετούς στρατιώτας δια τον πάπαν, ο Ζβίγγλιος είπεν εις τους ενορίτας του ότι ο καρδινάλιος δεν εφόρει χωρίς λόγον ερυθρόν πίλον διότι
«εάν θα τον έστυβε κανείς, θα εβλέπατε το αίμα των στενωτέρων συγγενών σας να ρέη από τας πτυχάς του».8

Μη ευρίσκων ένδειξιν εις τας Γραφάς να συνιστά την αποφυγήν του κρέατος κατά την Τεσσαρακοστήν, επέτρεψεν εις την ενορίαν του να αγνοήση τους κανόνας της Εκκλησίας σχετικώς με την νηστείαν της Τεσσαρακοστής. Ο επίσκοπος της Κωνσταντίας διεμαρτυρήθη˙ ο Ζβίγγλιος του απήντησε με ενα βιβλίον «Αρχιτέλης» (αρχή και τέλος), το οποίον προέβλεπε μίαν γενικήν ανταρσίαν εναντίον της Εκκλησίας και συνιστά εις τούς ιεράρχας να μιμηθούν τον Καίσαρα και να περιτυλιχθούν με τα ενδύματά των και να αποθάνουν με αξιοπρέπειαν και χάριν. Μαζί με δέκα άλλους ιερείς, απηύθυνεν αίτησιν προς τον επίσκοπον να σταματήση την ανηθικότητα των κληρικών, επιτρέπων τον γάμον εις τους ιερείς (1522). Κατά την εποχήν αυτήν διετήρει την Άνναν Ράινχαρτ ως ερωμένην ή μυστικήν σύζυγόν του. Το 1524 την ενυμφεύθη επισήμως, ένα έτος πριν ο Λούθηρος νυμφευθή την Αικατερίνην φον Μπόρα.

Της οριστικής αυτής ρήξεως με την Εκκλησίαν είχον προηγηθή δύο συζητήσεις αι οποίαι υπενθύμιζον την συζήτησιν του Λουθήρου και του Εκ εις την Λειψίαν και απήχουν ελαφρώς τας σχολαστικάς συζητήσεις των μεσαιωνικών Πανεπιστημίων. Ως μια ημιδημοκρατική πολιτεία η Ελβετία δεν εσκανδαλίσθη με την πρότασιν του Ζβιγγλίου όπως αι διαφοραί μεταξύ των ιδικών του απόψεων και των απόψεων των συντηρητικών αντιπάλων του, εκτεθούν δημοσία και χωρίς προκατάληψιν. Το Μέγα Συμβούλιον της Ζυρίχης, αναλαβόν ευχαρίστως θεολογικήν δικαιοδοσίαν, εκάλεσε τους επισκόπους να αποστείλουν αντιπροσώπους. Προσήλθον πράγματι εις μέγαν αριθμόν και συνεκεντρώθησαν εν συνόλω 600 πρόσωπα εις το δημαρχείον δια την ενδιαφέρουσαν συζήτησιν (25 Ιανουαρίου 1523).


Ο Ζβίγγλιος προσεφέρθη να υποστηρίξη εξήντα επτά θέσεις.
1. Όλοι όσοι λέγουν ότι το Ευαγγέλιον δεν είναι τίποτε χωρίς την επικύρωσιν της Εκκλησίας, πλανώνται...
15. Εις το Ευαγγέλιον περιέχεται σαφώς όλη η αλήθεια...
17. Ο Χριστός είναι ο μοναδικός αιώνιος αρχιερεύς. Εκείνοι οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είναι αρχιερείς αντιτίθενται και μάλιστα παραμερίζουν την τιμήν και την αξίαν του Χριστού.
18. Ο Χριστός ο οποίος προσέφερε μίαν φοράν τον εαυτόν του επί του σταυρού, είναι η επαρκής και αιωνία θυσία δια τας αμαρτίας όλων των πιστών. Συνεπώς η λειτουργία δεν είναι θυσία αλλά μία ανάμνησις της μίας θυσίας επί του σταυρού...
24. Οι χριστιανοί δεν υποχρεούνται να εκτελούν έργα, τα οποία δεν διέταξεν ο Χριστός. Δύνανται να τρώγουν πάντοτε όλα τα είδη των φαγητών...
28. Παν ό,τι ο Θεός επιτρέπει και δεν απαγορεύει, είναι ορθόν. Δια τούτο ο γάμος αρμόζει εις όλους τους ανθρώπους...
34. Η λεγόμενη πνευματική δύναμις (η Εκκλησία) δεν έχει βάσιν εις την Αγίαν Γραφήν και την διδασκαλίαν του Χριστού.
35. Αλλά η κοσμική εξουσία έχει επικυρωθή με την διδασκαλίαν και το παράδειγμα του Χριστού (Κατά Λουκάν, ια', 5. Κατά Ματθαίον, κβ΄, 21)...
49. Δεν γνωρίζω μεγαλύτερον σκάνδαλον από την απαγόρευσιν του νομίμου γάμου εις τους ιερείς, ενώ τους επιτρέπεται, επί πληρωμή ενός προστίμου, να έχουν παλλακίδας. Αίσχος! (Pfui der Schande!)...
57. Η Αγία Γραφή δεν γνωρίζει τίποτε περί καθαρτηρίου...
66. Όλοι οι πνευματικοί ηγέται πρέπει να μετανοήσουν άνευ αναβολής και να υψώσουν μόνον τον σταυρόν του Χριστού, άλλως θα χαθούν. Το μαχαίρι έφθασε εις το κόκκαλον.9

Ο Ιωάννης Φάμπερ, γενικός βικάριος της εκκλησιαστικής περιοχής της Κωνσταντίας, ηρνήθη να συζητήση τας προτάσεις αυτάς λεπτομερώς, ισχυριζόμενος ότι έπρεπε να τεθούν υπ' όψει μεγάλων Πανεπιστημίων ή μιας γενικής συνόδου της Εκκλησίας. Ο Ζβίγγλιος έκρινεν ότι τούτο δεν ήτο αναγκαίον. Τώρα, ότε η Καινή Διαθήκη ήτο προσιτή εις τας τοπικάς γλώσσας, όλοι ηδύναντο να έχουν τον Λόγον του Θεου δια να αποφασίσουν επί των θεμάτων αυτών. Αυτό ήτο αρκετόν. Το Συμβούλιον συνεφώνησεν εκήρυξε τον Ζβίγγλιον αθώον από αίρεσιν και διέταξεν όλους τους κληρικούς της Ζυρίχης να κηρύττουν μόνον εκείνα, τα οποία θα ηδύναντο να στηρίξουν επί των Γραφών. Εδώ, όπως και εις την Λουθηρανήν Γερμανίαν, το κράτος αντικατέστησε την Εκκλησίαν.
Οι πλείστοι των ιερέων  οι μισθοί των τώρα ήσαν ηγγυημένοι από το κράτος  εδέχθησαν την διαταγήν του Συμβουλίου. Πολλοί εξ αυτών ενυμφεύθησαν, εβάπτιζον εις την τοπικήν γλώσσαν, παρημέλησαν την λειτουργίαν και εγκατέλειψαν την προσκύνησιν των εικόνων. Μία ομάς ενθουσιωδών ήρχισε να καταστρέφη άνευ διακρίσεως εικόνας και αγάλματα εις τας εκκλησίας της Ζυρίχης. Στενοχωρηθείς από την επέκτασιν της αταξίας, ο Ζβίγγλιος εκανόνισε μίαν δευτέραν συζήτησιν (26 Οκτωβρίου 1523) εις την οποίαν μετέσχον 550 λαϊκοί και 350 κληρικοί. Το αποτέλεσμα υπήρξεν ότι το Συμβούλιον διέταξε την συγκρότησιν μιας επιτροπής, εις την οποίαν μετείχε και ο Ζβίγγλιος και η οποία θα συνέτασσεν ένα βιβλίον δογματικής διδασκαλίας δια τον λαόν και ότι εν τω μεταξύ έπρεπε να παύση πάσα βιαιοπραγία. Ο Ζβίγγλιος συνέθεσε ταχέως το « Eine kurze Christliche Einleitung», το οποίον απεστάλη εις όλους τους κληρικούς του καντονίου. Η καθολική ιεραρχία διεμαρτυρήθη και η δίαιτα της ομοσπονδίας, συνελθούσα εις την Λουκέρνην (26 Ιανουαρίου 1524), υπεστήριξε την διαμαρτυρίαν ενώ συγχρόνως επρότεινεν η ιδία εκκλησιαστικήν μεταρρύθμισιν. Το Συμβούλιον ηγνόησε τας διαμαρτυρίας.

Ο Ζβίγγλιος διετύπωσεν ευρύτερον τας θεωρίας του εις δύο λατινικάς πραγματείας: De vera et falsa religione (1525) και Ratio fidei (1530). Εδέχετο την βασικήν θεολογίαν της Εκκλησίας: τον τρισυπόστατον Θεόν, την πτώσιν του Αδάμ και της Εύας, την ενσάρκωσιν, την εκ Παρθένου γέννησιν και την λύτρωσιν˙ αλλά ηρμήνευσε το «προπατορικόν αμάρτημα» όχι ως μίαν κηλίδα ενοχής, κληρονομηθείσαν από τους προπάτοράς μας, αλλά ως μίαν αντικοινωνικήν τάσιν, ενυπάρχουσαν εις την φύσιν του ανθρώπου.10 Συνεφώνει με τον Λούθηρον ότι ο άνθρωπος ουδέποτε θα κερδίση την σωτηρίαν με καλά έργα, αλλά πρέπει να πιστεύση εις την λυτρωτικήν αποτελεσματικότητα της θυσίας και του θανάτου του Χριστού. Συνεφώνει με τον Λούθηρον και τον Καλβίνον εις τον προορισμόν: παν γεγονός, και κατά συνέπειαν η αιώνια μοίρα παντός ατόμου, είχε προγνωσθή υπό του Θεού και πρέπει να συμβή όπως έχει προγνωσθή. Αλλά ο Θεός έχει καταδικάσει εις την κόλασιν μόυον εκείνους οι οποίοι απορρίπτουν το Ευαγγέλιον το οποίον τους κηρύττεται. Όλα τα παιδία (εκ χριστιανών γονέων) τα οποία αποθνήσκουν εις νηπιακήν ηλικίαν είναι σεσωσμένα, έστω και αβάπτιστα, διότι ήσαν πάρα πολύ μικρά δια να αμαρτήσουν. Η κόλασις είναι πραγματική αλλά το καθαρτήριον είναι «μία επινόησις... μία προσοδοφόρος επιχείρησις δια τους κατασκευαστάς της». Η Γραφή δεν γνώριζε τίποτε περί αυτού.11 Τα μυστήρια δεν είναι θαυματουργά μεταδοτικά μέσα, αλλά ωφέλιμα σύμβολα της θείας χάριτος. Η εξομολόγησις δεν, είναι αναγκαία˙ κανείς ιερεύς δεν δύναται να συγχωρήση την αμαρτίαν παρά μόνον ο Θεός. Αλλά πολλάκις είναι ευεργετικόν να εμπιστευώμεθα τας πνευματικάς μας ανησυχίας εις ένα ιερέα.12 Ο Μυστικός Δείπνος δεν είναι πραγματική κατάλυσις του σώματος του Χριστού αλλά ένα σύμβολον της ενώσεως της ψυχής με τον Θεόν και του ατόμου με την χριστιανικήν κοινότητα.

Ο Ζβίγγλιος διετήρησε την Ευχαριστίαν ως μέρος της μεταρρυθμισθείσης ιεροτελεστίας και την παρείχεν εις άρτον και οίνον αλλά μόνον τέσσαρας φοράς το έτος. Εις την ειδικήν αυτήν περίπτωσιν διετηρείτο το μεγαλύτερον μέρος της θείας λειτουργίας αλλ' απηγγέλλετο εις ελβετικήν γερμανικήν από το εκκλησίασμα και τον ιερέα. Κατά το υπόλοιπον του έτους, η λειτουργία αντικαθίστατο με το κήρυγμα, η επίδρασις του τυπικού επί των αισθήσεων ήτο υποτεταγμένη εις την επίδρασιν του λόγου επί του πνεύματος: ένα τολμηρόν παιγνίδιον επί της λαϊκής διανοητικότητος και της σταθερότητος των ιδεών. Εφ' όσον τώρα μία αλάνθαστος Βίβλος επρόκειτο να αντικαταστήση μίαν αλάνθαστον Εκκλησίαν ως οδηγός εις το δόγμα και την συμπεριφορά η γερμανική μετάφρασις του Λουθήρου της Καινής Διαθήκης προσηρμόσθη προς την ελβετικήν γερμανικήν διάλεκτον και ένα σώμα από λογίους και ιερωμένους, υπό την διεύθυνσιν του εναρέτου Λέοντος Γιούντ, επεφορτίσθη με την προπαρασκευήν μιας γερμανικής εκδόσεως ολοκλήρου της Βίβλου. Εξεδόθη από τον Χριστιανόν Φροσάουερ εις την Ζυρίχην,το 1534, τέσσαρα έτη πρίν εμφανισθή η βελτιωμένη έκδοσις του Λουθήρου.

Κατά πιστήν υπακοήν πρός την δευτέραν εντολήν και σημειώνον την επάνοδον του προτεσταντικού χριστιανισμού εις τας ιουδαϊκάς παραδόσεις, το Συμβούλιον της Ζυρίχης διέταξε την αφαίρεσιν από τας εκκλησίας της πόλεως όλων των θρησκευτικών εικόνων, λειψάνων και διακοσμήσεων ακόμη και τα όργανα απεμακρύνθησαν και το τεράστιον εσωτερικόν της εκκλησίας του Γκροσμύνστερ έμεινε θλιβερώς γυμνόν, όπως είναι σήμερον. Μερικαί από τας εικόνας ήσαν αρκετά παράλογοι, άλλαι προσεφέροντο εις δεισιδαιμονίαν ώστε να αξίζουν την καταστροφήν˙ αλλά μερικαί ήσαν αρκετά ωραίαι ώστε να κάμουν τον διάδοχον του Ζβιγγλίου, Ερρίκον Μπούλλινγκερ, να θρηνή δια την απώλειάν των. Ο ίδιος ο Ζβίγγλιος ετήρει μίαν ανεκτικήν στάσιν έναντι των εικόνων όταν δεν ελατρεύοντο ως θαυματουργά είδωλα,13 αλλά εδέχθη την καταστροφήν ως μίαν αντίδρασιν κατά της ειδωλολατρείας.14 Εις τας εκκλησίας των χωρίων του καντονίου επετράπη να διατηρήσουν τας εικόνας εάν η πλειοψηφία της ενορίας το επεθύμει. Οι ρωμαιοκαθολικοί διετήρησαν μερικά πολιτικά δικαιώματα αλλά δεν ηδύναντο να εκλεγούν εις δημόσια αξιώματα. Η συμμετοχή εις λειτουργίαν ετιμωρείτο δια προστίμου˙ επίσης απηγορεύθη δια νόμου να τρώγωνται ιχθύς την Παρασκευήν αντί κρέατος.15 Τα μοναστήρια ανδρών και γυναικών (με μίαν εξαίρεσιν) εκλείσθησαν ή μετετράπησαν εις νοσοκομεία ή σχολεία˙ οι μοναχοί και αι μοναχαί εξήλθον από τα μοναστήρια δια να νυμφευθούν. Αι εορταί των αγίων κατηργήθησαν καθώς επίσης και τα προσκυνήματα, τα αγιάσματα και αι λειτουργίαι δια τους νεκρούς. Αν και όλαι αυταί αι αλλαγαί δεν είχον πραγματοποιηθή μεχρι του 1524, εν τούτοις η Μεταρρύθμισις είχε κατά την εποχήν αυτήν προχωρήσει περισσότερον εις τον Ζβίγγλιον και την Ζυρίχην παρά εις τον Λούθηρον και την Βιττενβέργην. Ο Λούθηρος ήτο ακόμη άγαμος μοναχός και εξηκολούθει να τελή την λειτουργίαν.

Τον Νοέμβριον του 1524, η Ζυρίχη ίδρυσεν ένα μυστικοσυμβούλιον (Heimliche Rath) από εξ μέλη δια να προπαρασκευάζη την ρύθμισιν επειγόντων ή λεπτών κυβερνητικών ζητημάτων. Μεταξύ του Ζβιγγλίου και του συμβουλίου τούτου έγινεν ένας συμβιβασμός ως πρός την εργασίαν : ο Ζβίγγλιος παρεχώρησεν εις αυτό την ρύθμισιν των εκκλησιαστικών και κοσμικών υποθέσεων και εις τας δύο περιπτώσεις ηκολούθει την καθοδήγησίν του. Η Εκκλησία και το κράτος εις την Ζυρίχην έγιναν ένας οργανισμός, του οποίου ο Ζβίγγλιος ήτο ο ανεπίσημος αρχηγός και εις τον οποίον η Βίβλος είχε γίνει δεκτή (όπως το Κοράνιον εις το Ισλάμ) ως η πρώτη πηγή και το τελικόν κριτήριον του δικαίου. Εις τον Ζβίγγλιον, και βραδύτερον εις τον Καλβίνον, επραγματοποιήθη το ιδεώδες της Παλαιάς Διαθήκης, του προφήτου κατευθύνοντος το κράτος.
Επιτυχών τόσον, ταχέως και τόσον πλήρως εις την Ζυρίχην, ο Ζβίγγλιος έστρεψε κατακτητικόν βλέμμα επί των ρωμαιοκαθολικών καντονίων και διηρωτήθη εάν δεν θα ήτο δυνατόν ολόκληρος η Ελβετία να προσχωρήση εις την νέαν μορφήν της παλαιάς πίστεως.

IV. ΕΜΠΡΟΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ
Η Μεταρρύθμιση είχε κατατμήσει την ομοσπονδίαν και εφαίνετο προωρισμένη να την καταστέψη. Η Βέρνη, η Βασιλεία, το Σαφφχάουζεν, το Άππεντσελ και η Γκριζόν ηυνόουν την Ζυρίχην τα άλλα καντόνια διέκειντο εχθρικώς. Πέντε καντόνια – Λουκέρνη, Ούρι, Σβύτς, Ούντερβαλντεν και Τσούγκ- εσχημάτισαν μίαν ρωμαιοκαθολικήν ομοσπονδίαν δια να καταπνίξουν όλα τα χουσιτικά, λουθηρανικά και ζβιγγλιανικά κινήματα (1524). Ο αρχιδούξ Φερδινάνδος της Αυστρίας παρεκίνησεν όλα τα ρωμαιοκαθολικά κράτη εις από κοινού δράσιν, υπεσχέθη την βοήθειάν του και ήλπιζεν αναμφιβόλως να αποκαταστήση την κυριαρχίαν των Αψβούργων εις την Ελβετίαν. Την 16ην Ιουλίου, όλα τα καντόνια, εκτός του Σαφφχάουζεν και του Άππεντσελ, συνεφώνησαν να αποκλείσουν την Ζυρίχην από τας μελλοντικάς ομοσπονδιακάς διαίτας. Η Ζυρίχη και ο Ζβίγγλιος απήντησαν αποστείλαντες ιεραποστόλους εις την περιοχήν του Θοργκάου δια να κηρύξουν την Μεταρρύθμισιν. Ένας εξ αυτών συνελήφθη˙ διάφοροι φίλοι του τον απηλευθέρωσαν και ηγήθησαν ενός εξηγριωμένου όχλου, ο οποίος ελεηλάτησε και έκαυσεν ενα μοναστήριον και κατέστρεψε τας εικόνας εις πολλάς εκκλησίας (Ιούλιος 1524). Τρεις από τους αρχηγούς εξετελέσθησαν και το πολεμικόν πνεύμα ανεπτύχθη και εις τας δύο μερίδας. Ο Έρασμος, έντρομος εις, την Βασιλείαν, κατεπτοήθη βλέπων εύλαβείς πιστούς, ερεθισθέντας από τους ιεροκήρυκας, να εξέρχωνται από τας εκκλησίας «ως δαιμονιζόμενοι, με την οργήν και την μανίαν ζωγραφισμένην εις τα πρόσωπά των... ως πολεμισταί εμψυχούμενοι από τον στρατηγόν των δια κάποιαν ισχυράν επίθεσιν».16 Εξ καντόνια ηπείλησαν, ότι θα εγκαταλείψουν την ομοσπονδίαν αν δεν θα ετιμωρείτο η Ζυρίχη.

Ο Ζβίγγλιος, αναλαμβάνων τον νέον ρόλον του ως πολεμικού αρχηγού, συνέστησεν εις την Ζυρίχην να υξήση τον στρατόν της και τα εφόδιά της, να επιζητήση συμμαχίαν με την Γαλλίαν, να δημιουργήση αντιπερισπασμόν εις τα νώτα του Φερδινάνδου, προπαρασκευάζουσα εξέγερσιν εις το Τυρόλον και να υποσχεθή εις το Θοργκάου και το Σαίντ - Γκάλ τα κτήματα των μοναστηριών των ως αντάλλαγμα δια την υποστήριξίν των. Εις την ρωμαιοκαθολικήν ομοσπονδίαν προσέφερεν ειρήνην υπό τρεις όρους : να παραχωρήση εις την Ζυρίχην το περίφημον αββαείον του Αγίου Γάλλου˙ να απαρνηθή την συμμαχίαν με την Αυστρίαν και να παραδώση εις την Ζυρίχην τον εκ Λουκέρνης σατιρικόν Θωμάν Μούρνερ, ο οποίος είχε γράψει πολύ δηκτικώς δια τους Μεταρρυθμιστάς. Η ομοσπονδία περιεφρόνησεν αυτούς τους όρους. Η Ζυρίχη διέταξε τους αντιπροσώπους της εις Άγιον Γάλλον να καταλάβουν το αββαείον αυτοί υπήκουσαν (28 Ιανουαρίου 1529). Τον Φε-βρουάριον η έντασις ηυξήθη από γεγονότα τα οποία εσημειώθησαν εις την Βασιλείαν.

Ο ηγέτης των προτεσταντών εις τας «Αθήνας της Ελβετίας» ήτο ο Ιωάννης Χαουσσάιν, ο οποίος είχεν εξελληνίσει το όνομά του, το οποίον εσήμαινεν οικιακόν λύχνον, εις Οικολαμπάδιος. Είχε γράψει λατινικά ποιήματα εις ηλικίαν 12 ετών, εξέμαθε την ελληνικήν ολίγον κατόπιν και κατέληξε να θεωρήται ο καλύτερος εβραϊστής μετά τον Ρόυχλιν. Εις τον άμβωνα της εκκλησίας του αγιου Μαρτίνου και εις την έδραν της θεολογίας εις το Πανεπιστήμιον, απέκτησε φήμην ως μεταρρυθμιστής και ηθικολόγος, φιλάνθρωπος προς όλα εκτός της θρησκείας. Περί το 1521, επετέθη κατά των καταχρήσεων της εξομολογήσεως, του δόγματος της μετουσιώσεως και της υπερβολικής τιμής της Παρθένου. Το 1523, ο Λούθηρος τον επεδοκίμασε. Το 1525, υιοθέτησε το πρόγραμμα του Ζβιγγλίου, συμπεριλαμβανομένου και του διωγμού των Αναβαπτιστών. Απέρριπτεν όμως τον προορισμόν˙ salus nostra ex Deo, εδίδασκε, perditio nostra ex nobis : «η σωτηρία μας προέρχεται από τον θεόν, η απώλειά μας από ημάς τους ιδίους».17 Όταν το συμβούλιον της Βασιλείας, το οποίον τώρα ήτο κατά το πλείστον προτεσταντικόν, διεκήρυξε την ελευθερίαν της λατρείας (1528) ο Οικολαμπάδιος διεμαρτυρήθη και απήτησε την κατάργησιν της λειτουργίας.
Την 8ην Φεβρουαρίου 1529, 800 άνδρες, συγκεντρωθέντες εις την εκκλησίαν των Φραγκισκανών, απέστειλαν προς το συμβούλιον μίαν αίτησιν, όπως απαγορευθή η λειτουργία, όλοι οι ρωμαιοκαθολικοί απολυθούν από τας δημοσίας θέσεις και όπως τεθή εις ισχύν ένα δημοκρατικώτερον σύνταγμα. Το συμβούλιον συνεζήτησε το θέμα. Την επομένην οι αιτήσαντες συνεκεντρώθησαν ένοπλοι εις την αγοράν. Όταν περί την μεσημβρίαν το συμβούλιον δεν είχεν ακόμη λάβει απόφασιν, το πλήθος εισέβαλεν εις τας εκκλησίας με σφύρας και πελέκεις και κατέστρεψεν όλας τας θρησκευτικάς εικόνας τας οποίας κατώρθωσε να ανακαλύψη.18 Ο Έρασμος περιέγραψε το γεγονός εις μίαν επιστολήν του προς τον Πιρκχάιμερ :

«Οι σιδηρουργοί και οι εργάται αφήρεσαν τας εικόνας από τας εκκλησίας και καθύβρισαν τας εικόνας των αγίων και αυτόν τον Εσταυρωμένον κατά τοιούτον τρόπον, ώστε είναι απορίας άξιον πώς δεν εγινε κανένα θαύμα, δεδομένου ότι πάντοτε συνέβαινον τόσα πολλά όταν οι άγιοι προσεβάλλοντο έστω και ελαφρώς. Δεν έμεινε κανένα άγαλμα ούτε εις τους προθαλάμους ή τας εισόδους ή εις τα μοναστήρια. Αι νωπογραφίαι εκαλύφθησαν με επίχρισμα εξ ασβέστου. Ο,τιδήποτε ηδύνατο να καή, ερρίφθη εις την πυράν και τα υπόλοιπα κατετεμαχίσθησαν. Ουδενός εφείσθησαν είτε από αγάπην είτε δια χρήματα».19

Το συμβούλιον κατενόησε τον υπαινιγμόν και εψήφισε την κατάργησιν της λειτουργίας. Ο Έρασμος, ο Μπεάτος Ρενάνος και όλοι οι καθηγηταί του Πανεπιστημίου, εγκατέλειψαν την Βασιλείαν. Ο Οικολαμπάδιος, θριαμβευτής, επέζησε μόνον δύο έτη, αποθανών ολίγον μετά τον θάνατον του Ζβιγγλίου.

Τον Μάιον του 1529 ένας προτεστάντης ιεραπόστολος από την Ζυρίχην, επιχειρήσας να κηρύξη εις την πόλιν Σβύτς, εκάη εις την πυράν. Ο Ζβίγγλιος έπεισε το Συμβούλιον της Ζυρίχης να κηρύξη τον πόλεμον. Κατέστρωσε το σχέδιον της εκστρατείας και ωδήγησεν αυτοπροσώπως  τα στρατεύματα του καντονίου. Εις την Κάππελ, δέκα μίλλια νοτίως της Ζυρίχης, τους εσταμάτησεν ένας μόνος άνθρωπος, ο Λάντεμαν Αίμπλι από το Γκλάρους, ο οποίος εζήτησε μιας ώρας ανακωχήν δια να διαπραγματευθή με την ομοσπονδίαν. Ο Ζβίγγλιος υπωπτεύθη προδοσίαν και ήτο υπέρ της αμέσου προχωρήσεως˙ αλλά υπερίσχυσαν οι σύμμαχοί του από την Βέρνην και οι ίδιοι οι στρατιώται του, οι οποίοι αμέσως συναδελφώθησαν, υπεράνω των συνόρων των καντονιών και της θεολογίας, με τους στρατιώτας του εχθρού. Αι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν δέκα εξ ημέρας˙ τελικώς επεκράτησεν η ορθοφροσύνη των Ελβετών και υπεγράφη η πρώτη ειρήνη της Κάππελ (24 Ιουνίου 1529). Οι όροι της υπήρξαν νίκη δια τον Ζβίγγλιον : τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια συνεφώνησαν να πληρώσουν αποζημίωσιν εις την Ζυρίχην και να παύσουν την συμμαχίαν των με την Αυστρίαν˙ κανένα από τα μέρη δεν θα επετίθετο κατά του άλλου δια θρησκευτικάς διαφοράς, εις δε τα «κοινά εδάφη», υποκείμενα εις δύο ή περισσότερα καντόνια, ο λαός θα απεφάσιζε κατά πλειοψηφίαν κατά ποίον τρόπον θα ερρύθμιζον τον θρησκευτικόν των βίον. Ο Ζβίγγλιος, εν τούτοις, ήτο δυσηρεστημένος : είχε ζητήσει και δεν είχε λάβει, ελευθερίαν δια το προτεσταντικόν κήρυγμα εις τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια. Προείπε ταχείαν διάσπασιν της ειρήνης.

Αυτή διήρκεσεν είκοσι οκτώ μήνας. Εις το ενδιάμεσον κατεβλήθη προσπάθεια προς ένωσιν των προτεσταντών της Ελβετίας και της Γερμανίας. Ο Κάρολος Ε' είχε διευθετήσει την έριδά του με τον Κλήμεντα Ζ'˙ και οι δύο ήσαν τώρα ελεύθεροι να ενωθούν εναντίον των προτεσταντών. Αυτοί όμως ήσαν ήδη μία ισχυρά πολιτική δύναμις. Οι Γερμανοί κατά το ήμισυ ήσαν λουθηρανοί˙ πολλαί γερμανικαί πόλεις - η Ούλμη, το Άουγκσμπουργκ, η Βυρτεμβέργη, η Μάιντς, η Φραγκφούρτη επι του Μάιντς, το Στρασβούργον -  είχον ισχυράς συμπαθείας πρός τον Ζβίγγλιον εις δε την Ελβετίαν, παρ' όλον ότι αι αγροτικαί περιοχαί ήσαν ρωμαιοκαθολικαί, αι πλείσται των πόλεων ήσαν προτεσταντικοί. Προφανώς, η αυτοπροστασία εναντίον της αυτοκρατορίας και του παπισμού απήτει την προτεσταντικήν ένωσιν. Μόνον εμπόδιον ήτο η θεολογία.

Ο λαντγκράβος της Έσσης Φίλιππος ανέλαβε την πρωτοβουλίαν προσκαλέσας τον Λούθηρον, τον Μελάγχθονα και άλλους Γερμανούς προτεστάντας να συναντηθούν με τον Ζβίγγλιον, τον Οικολαμπάδιον καϊ άλλους Ελβετούς προτεστάντας εις τον πύργον του εις το Μάρμπουργκ, βορείως της Φραγκφούρτης.
Την 29ην Σεπτεμβρίου 1529 συνηντήθησαν αι αντίπαλοι μερίδες. Ο Ζβίγγλιος προέβη εις γενναίας παραχωρήσεις˙ διέλυσε την υποψίαν του Λουθήρου ότι αμφέβαλλε δια την θεότητα του Χριστού˙ παρεδέχθη την πίστιν της Νικαίας και το δόγμα του προπατορικού αμαρτήματος. Αλλά δεν ήθελε να αποσύει τας απόψεις του περί της Ευχαριστίας ως συμβόλου και αναμνήσεως μάλλον παρά ως θαύματος.
Ο Λούθηρος έγραψε με κιμωλίαν επί της τραπέζης της συσκέψεως τας λέξεις αι οποίαι αποδίδονται εις τον Χριστόν - «Τοῦτο ἐστί τό σῶμα μου» - και δεν εδέχετο άλλην ερμηνεία, από την κατά γράμμα.
Τα μερη υπέγραψαν μίαν συμφωνίαν εκ 14 άρθρων επί της ευχαριστίας εχωρίσθησαν και όχι φιλικως (3 Οκτώβριου). Ο Λούθηρος ηρνήθη να λάβη την τεινομένην χείρα του Ζβιγγλίου, ειπών: «το πνεύμα σας δεν είναι το πνεύμα μας»˙ συνέταξε μίαν θεαλογικήν ομολογίαν από δέκα επτά άρθρα, εις τα οποία περιελαμβάνετο και η «μετουσίωσις» (consubstantiation), έπεισε δε τους λουθηρανούς ηγεμόνας να απορρίψουν πάσαν συμμαχίαν με οιανδήποτε ομάδα η οποία δεν θα υπέγραφε και τα δέκα επτά.20 Ο Μελάγχθων συνεφώνησε με τον κύριόν του.
«Είπομεν εις τους ζβιγγλιανούς», έγραψεν, «ότι διερωτώμεθα πώς αι συνειδήσεις των θα τους επέτρεπον να μας αποκαλούν αδελφούς εφ' όσον θα επίστευον ότι η θεωρία μας ήτο πεπλανημένη».21
Εδώ, εις μίαν φράσιν, ευρίσκετο το πνεύμα της εποχής. Το 1532 ο Λούθηρος συνεβούλευσε τον δούκα Αλβέρτον της Πρωσσίας να μην επιτρέψη να εισέλθη ζβιγγλιανός εις τα εδάφη του, επί ποινή αιωνίας κολάσεως. Ήτο πάρα πολύ να ζητήση κανείς από τον Λούθηρον να περάση με ένα βήμα από τον Μεσαίωνα εις τους Νέους Χρόνους˙ είχε δεχθή πάρα πολύ βαθείαν επίδρασιν της μεσαιωνικής θρησκευτικότητος ώστε να ανεχθή υπομονητικώς οιανδήποτε απομάκρυνσιν των θεμελιωδών της στοιχείων. Ησθάνετο, ως καλός ρωμαιοκαθολικός, ότι ο κόσμος της σκέψεως θα κατέρρεεν, όλη η έννοια της ζωής θα εξαλείφετο, εάν θα έχανε οιονδήποτε εκ των βασικών στοιχείων της πίστεως, εις την οποίαν είχε διαμορφωθή. Ο Λούθηρος ήτο ο μεσαιωνικώτερος των νεωτέρων ανθρώπων.

Συντριβείς από την αποτυχίαν αυτήν, ο Ζβίγγλιος επανήλθεν εις την Ζυρίχην, η οποία ήρχισε να αναταράσσεται υπό την δικτατορίαν του. Οι αυστηροί νόμοι κατά της πολυτελείας είχον προκαλέσει αγανάκτησιν˙ το εμπόριον παρημποδίζετο από τας θρησκευτικάς διαφοράς μεταξύ των καντονίων˙ οι τεχνίται ήσαν δυσηρεστημένοι διότι εξηκολούθουν να έχουν πολύ μικράν αναλογίαν εις την κυβέρνησιν και οι λόγοι του Ζβιγγλίου, ανάμικτοι με πολιτικήν, είχον χάσει την έμπνευσιν και την γοητείαν των. Ησθάνετο τόσον ευτόνως την αλλαγήν ώστε εζήτησε την άδειαν του Συμβουλίου να αναζητήση μίαν ενορίαν κάπου άλλου. Επέμειναν να παραμείνη.
Τώρα αφιέρωνε πολύν χρόνον εις την συχγραφήν. Το 1530 απέ-στειλεν εις τον Κάρολον Ε' την «Ratio fidei», αλλ' αυτός δεν έδωσε σημείον ότι την έλαβε. Το 1531 απηύθυνε προς του Φραγκίσκου Α' μίαν Christianae fidei brevis et clara expositio.
Εις αυτήν την «βραχείαν και σαφή έκθεσιν της χριστιανικής πίστεως» εξέφραζε την ερασμιακήν του πεποίθησιν, ότι ένας χριστιανός, όταν θα έφθανεν εις τον παράδεισον, θα εύρισκεν εκεί πολλούς αγαθούς Εβραίους και ειδωλολάτρας : όχι μόνον τον Αδάμ, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Μωυσήν, τον Ησαίαν... αλλά και τον Ηρακλή, τον Θησέα, τον Σωκράτην, τον Αριστείδην, τον Νουμάν, τον Κάμιλλον, τους Κάτωνας, τους Σκιπίωνας. Γενικώς, δεν υπήρξεν αγαθός άνθρωπος, ούτε ιερόν πνεύμα, ούτε πιστή ψυχή, από καταβολής κόσμου μέχρι τέλους αυτού, τα οποία να μην εύρη εκεί μαζί με τον Θεόν. Τι άλλο πλέον χαρμόσυνον, ευχάριστον και ευγενές θα ηδύνατο κανείς να φαντασθή από αυτό το θέαμα ;»22
Το χωρίον αυτό εσκανδάλισεν εις τοιούτον βαθμόν τον Λούθηρον, ώστε κατέληξεν εις το συμπέρασμα, ότι ο Ζβίγγλιος θα έπρεπε να ήτο «άπιστος»,23 ο δε επίσκοπος Μποσσουέ, συμφωνών δια μίαν φοράν με τον Λούθηρον, ανέφερε τούτο δια να αποδείξη, ότι ο Ζβίγγλιος ήτο αθεραπεύτως άπιστος.24

Την 15ην Μαίου 1531 μία συνέλευσις της Ζυρίχης και των συμμάχων της εψήφισε να εξαναγκασθούν τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια να επιτρέψουν ελευθερίαν κηρύγματος εις το έδαφος των. Όταν τα καντόνια ηρνήθησαν, ο Ζβίγγλιος επρότεινε πόλεμου, αλλά οι σύμμαχοι του επροτίμησαν οικονομικόν αποκλεισμόν. Τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια, εμποδισθέντα να κάμουν εισαγωγάς, εκήρυξαν τον πόλεμον. Και πάλιν οι αντίπαλοι στρατοί εβάδισαν, και πάλιν ο Ζβίγγλιος ηγήθη και εκράτει την σημαίαν˙ και πάλιν τα στρατεύματα συνηντήθησαν εις την Κάππελ (11 Οκτωβρίου 1531), οι ρωμαιοκαθολικοί με 8.000 άνδρας, οι προτεστάνται με 1500.
Την φοράν αυτήν επολέμησαν. Οι ρωμαιοκαθολικοί ενίκησαν και ο 47ετης Ζβίγγλιος ήτο μεταξύ των 500 ττεσόντων Ζυριχίων. Το σώμα του ετεμαχίσθη και κατόττιν εκάη επί πυράς εκ κόπρου.25
Ο Λούθηρος, πληροφορηθείς τον θάνατον του Ζβιγγλίου, τον εχαρακτήρισεν ως θείαν καταδίκην ενός απίστου,26 και «ένα θρίαμβον δι’ ημάς».27 «Εύχομαι από καρδίας», λέγεται οτι είπε, «να δυνηθή να σωθή ο Ζβίγγλιος αλλά φοβούμαι το αντίθετον, διότι ο Χριστός είπεν ότι όλοι όσοι τον απαρνούνται θα κολασθούν».28

Τον Ζβίγγλιον διεδέχθη εις την Ζυρίχην ο Ερρίκος Μπούλλινγκερ και εις την Βασιλείαν ο Οσβάλδος Μυκόνιος εξηκολούθησε μετά τον θάνατον του Οικολαμπαδίου. Ο Μπούλλινγκερ απέφευγε την πολιτικήν επέβλεπε τα σχολεία της πόλεως, παρείχεν άσυλον εις πρόσφυγας προτεστάντας και έδιδεν ελεημοσύνην εις τους ενδεείς πάσης πίστεως. Ενέκρινε την εκτέλεσιν του Σερβέτου, αλλά, αν αφαιρέσωμεν τούτο, επλησίαζεν εις μίαν θεωρίαν γενικής θρησκευτικής ελευθερίας. Ηνώθη με τον Μυκόνιον και τον Λέοντα Γιούντ εις την διατύπωσιν της Πρώτης Ελβετικής Ομολογίας (1536), η οποία επί μίαν γενεάν ήτο η επίσημος έκφρασις των ζβιγγλιανών απόψεων. Μαζί με τον Καλβίνον συνέταξε το «Consensus Tigurinus» (1549), το οποίον ήνωσε τους προτεστάντας της Ζυρίχης και της Γενεύης εις μίαν «Μεταρρυθμισμένην Εκκλησίαν».
Παρά την προστατευτικήν αυτήν συμφωνίαν ο καθολικισμός ανέκτησε μεταγενεστέρως πολύ από το έδαφος το οποίον είχε χάσει εις την Ελβετίαν, εν μέρει δια της νίκης του εις Κάππελ˙ αι θεολογίαι αποδεικνύονται ορθαί ή μη ορθαί εις την ιστορίαν δι' ανταχωνισμού σφαγής ή γονιμότητος. Επτά καντόνια παρέμειναν εις τον ρωμαιοκαθολικισμόν - η Λουκέρνη, το Ούρι, η Σβύτς, η Τσούγκ, το Ουντερβάλντεν, το Φρίμπουργκ και το Σόλοθουρν˙ τέσσαρα ήσαν οριστικώς προτεσταντικά - η Ζυρίχη, η Βασιλεία, η Βέρνη και το Σαφφχάουζεν τα υπόλοιπα παρέμειναν αιωρούμενα μεταξύ των δύο πίστεων, αβέβαια περί των πεποιθήσεών των. Ο διάδοχος του Ζβιγγλίου εις το Γκλάρους, Βαλεντίνος Τσούντι, έκαμεν ένα συμβιβασμόν ψάλλων την λειτουργίαν την πρωίαν δια τους ρωμαιοκαθολικούς και κηρύττων ένα ευαγγελικόν  καθαρώς σύμφωνον με τας Γραφάς  κύρυγμα την εσπέραν δια τους προτεστάντας˙ υπεστήριζε την αμοιβαίαν ανοχήν και πράγματι τον ηνέχθησαν έγραψεν ένα «Χρονικόν», τόσον αμερόληπτον ώστε κανείς δεν ηδύνατο να είπη ποίαν πίστιν ηυνόει. Ακόμη και εις εκείνην την εποχήν υπήρχον χριστιανοί.

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 470-482 εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970)

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 534-569  εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970) 
Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις δικές μας.Δεν παρατίθενται οι παραπομπές  

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟΝ: ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΛΒΙΝΟΣ 1509-1564  

I. ΝΕΑΝΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ  
Eγεννήθη εις το Νουαγιόν της Γαλλίας την 10ην Ιουλίου 1509. 'Ητο μία εκκλησιαστική πόλις, κυριαρχούμενη από την μητρόπολιν και τον επίσκοπόν της. Εδώ, εις τα πρώτα του βήματα, είχεν ένα παράδειγμα θεοκρατίας, την κυβέρνησιν μιας κοινωνίας από κληρικούς εν ονόματι του Θεού. Ο πατήρ του Γεράρδος Σωβέν, ήτο γραμματεύς του επισκόπου, αντιπρόσωπος του εκκλησιαστικού συμβουλίου και δημοσιονομικός έφορος της χώρας. Η μήτηρ του Ιωάννου απέθανεν όταν αυτός ήτο ακόμη εις παιδικήν ηλικίαν ο ττατήρ του ενυμφεύθη εκ νέου και ίσως ο Καλβίνος να ώφειλεν εις την αυστηράν ανατροφήν της μητρυιάς του μέρος του ζοφερού του πνεύματος. Ο Γεράρδος προώριζε τρεις εκ των υιών του δια το ιερατείον, πεπεισμένος, ότι ηδύνατο να τους τοποθετήση καλώς. Εύρε προσοδοφόρους θέσεις δια τους δύο, αλλά ο ένας εξ αυτών έγινεν αιρετικός και απέθανεν αρνηθείς να λάβη την θείαν κοινωνίαν. Ο ίδιος ο Γεράρδος αφωρίσθη κατόπιν μιας φιλονεικίας με το εκκλησιαστικόν σαμβούλιον και συνήντησε κάποιαν δυσκολίαν διά να ταφή εις Ιερόν χώρον.
Ο Ιωάννης απεστάλη εις το κολλέγιον της Μαρς του Πανεπιστημίου των Παρισίων. Εγράφη ως Ιωάννης Καλβίνος και έμαθε να γράφη εξαίρετα λατινικά. Μετεγράφη βραδύτερον εις το κολλέγιον του Μονταγκιού, όπου πρέπει να ήκουσε μερικάς ιδέας του περίφημου μαθητού του κολλεγίου τούτου Έρασμου. Εκεί παρέμεινε μέχρι του 1528, όταν εισήλθεν εις αυτό ο καθολικός αντίστοιχός του, Ιγνάτιος Λοϋόλα. «Αἱ ἱστορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐλέγοντο κάποτε διά τήν ἂτακτον νεότητα τοῦ Καλβίνου», λέγει μία καθολική αυθεντία, «δεν ἒχουν βάσιν».1 Αντιθέτως, αι υπάρχουσαι μαρτυρίαι τον παρουσιάζουν ως επιμελή σπουδαστήν, συνεσταλμένον, σιωπηλόν, ευλαβή και ήδη «αἀστηρόν τιμητήν τῆς ηθικής τῶν συναδέλφων του».2 Εν τούτοις, ηγαπάτο από τους φίλους του και τώρα και βραδύτερον, με μίαν ακλόνητον πίστιν. Εις την ένθερμον επιδίωξιν της εσωτερικής γνώσεως ή της θελκτικής θεωρίας, ανεγίγνωσκε παραμένων άγρυπνος μέχρι βαθείας νυκτός. Ακόμη και κατά τα έτη αυτά των σπουδών του, παρουσιάσθησαν μερικαί αττό τας πολλάς ασθενείας, αι οποίαι εταλαιπώρησαν την ώριμον ηλικίαν του και συνετέλεσαν εις την διαμόρφωσιν της διαθέσεώς του.

Απροσδοκήτως, περι τα τέλη του 1528, έλαβε μίαν εντολήν εκ μέρους του πατρός του, να μεταβή εις την Ορλεάνην και να σπουδάση εκεί νομικά, προφανώς, λέγει ο υιός, «ἐπειδή ἒκρινεν, ὃτι ἡ επιστήμη τῶν νόμων ἐπλούτιζε συνήθως ἐκείνους οἱ ὁποίοι την ἠκολούθουν».3 Ο Καλβίνος επεδόθη με αρκετόν ζήλον εις την νέαν σπουδήν˙ το δίκαιον και όχι η φιλοσοφία ή η φιλολογία, εφαίνετο εις αυτόν ως το υπέρτατον πνευματικόν κατόρθωμα της ανθρωπότητας, η διάπλασις των αναρχικών παρορμήσεων του ανθρώπου εις τάξιν και ειρήνην. Μετέφερεν εις την θεολογίαν και την ηθικήν την λογικήν, την ακρίβεια» και την αυστηρότητα των «Εισηγήσεων» του Ιουστινιανού και έδωσεν εις το ιδικόν του αριστούργημα ένα παρόμοιον όνομα. Έγινε προ παντός ένας νομοθέτης, ο Νουμάς και ο Λυκούργος της Γενεύης.

Αποφοιτήσας, ως διπλωματούχος της νομικής (1531), επανήλθεν εις Παρισίους και επεδόθη εις μίαν άπληστον σπουδήν της κλασσικής φιλολογίας. Αισθανόμενος την κοινήν παρόρμησιν να ίδη το όνομά του τυπωμένον, εδημοσίευσε (1532) ένα λατινικόν δοκίμιον επί του «De cle mentia» του Σενέκα. Ο αυστηρότερος των θρησκευτικών νομοθετών ήρχισε την δημοσίαν σταδιοδρομίαν του με ένα χαιρετισμόν προς το έλεος. Απέστειλεν ένα αντίγραφον εις τον Έρασμον, χαιρετίζων αυτόν ως την «δευτέραν δόξαν» (μετά τον Κικέρωνα) και την «πρώτην απόλαυσιν των γραμμάτων». Εφαίνετο προωρισμένος διά τον ουμανισμόν, όταν έφθασαν μέχρις αυτού μερικά κηρύγματα του Λουθήρου και τον συνεκλόνισαν με την τολμηρότητά των. Μερικοί ζωηροί κύκλοι εις τους Παρισίους συνεζήτουν το νέον κίνημα και πρέπει να είχε γίνει πολύς λόγος διά τον παράτολμον μοναχόν, ο οποίος είχε καύσει την βούλλαν ενός πάπα και αδιαφορήσει διά τον αποκλεισμόν ενός αυτοκράτορος˙ πράγματι, ο προτεσταντισμός είχεν ήδη μάρτυρας εις την Γαλλίαν. Μερικοί εξ εκείνων οι οποίοι παρεκίνουν διά εκκλησιαστικήν αναμόρφωσιν ήσαν μεταξύ των φίλων του Καλβίνου. Ένας εξ αυτών, ο Γεράρδος Ρουσσέλ, ήτο ευνοούμενος της αδελφής του βασιλέως, Μαργαρίτας της Ναβάρρας˙ ένας άλλος, ο Νικόλαος Κόπ, είχεν εκλεγή πρύτανις του Πανεπιστημίου και πιθανώς ο Καλβίνος να είχε βοηθήσει εις την σύνταξιν του μοιραίου εναρκτήριου λόγου του Κόπ (1η Νοεμβρίου 1533). Ήρχιζε με ένα ερασμιακόν αίτημα διά μίαν κάθαρσιν του χριστιανισμού, επροχώρει εις μίαν λουθηρανικήν θεωρίαν περί σωτηρίας διά της πίστεως και της θείας χάριτος και ετελείωνε με μίαν έκκλησιν, όπως ακούωνται με ανεκτικότητα αι νέαι θρησκευτικαί ιδέαι. Ο λόγος επροκάλεσεν αναβρασμόν˙ η Σορβόννη εξέσπασεν εις οργήν˙ το κοινοβούλιον ήρχισε την λήψιν μέτρων εναντίον του Κόπ δι’ αίρεσιν. Ο Κόπ διέφυγε˙ προσεφέρθη αμοιβή 300 κορωνών διά την σύλληψίν του ζώντος ή νεκρού, αυτός όμως κατώρθωσε να φθάση εις την Βασιλείαν, η οποία ήτο ήδη προτεσταντική.

Ο Καλβίνος ειδοποιήθη από φίλους του ότι αυτός και ο Ρουσσέλ επρόκειτο να συλληφθούν. Φαίνεται ότι η Μαργαρίτα συνηγόρησεν υπέρ αυτού. Εγκατέλειψε τους Παρισίους (Ιανουάριος 1534) και εύρε καταφύγιον εις την Αγκουλέμην και εκεί, πιθανώς εις την πλούσιαν βιβλιοθήκην του Λουδοβίκου ντε Τιγιέ, ήρχισε να γράφη τας «Εισηγήσεις» του. Τον Μάιον διεκινδύνευσε να επανέλθη εις την Νουαγιόν και παρητήθη από την θέσιν, της οποίας το εισόδημα τον συνετήρει. Εκεί συνελήφθη, αφέθη ελεύθερος, συνελήφθη εκ νέου και πάλιν ηλευθερώθη. Επέστρεψε κρυφίως εις τους Παρισίους, συνωμίλησε με προτεστάντας ηγέτας και εγνωρίσθη με τον Σερβέτον, τον οποίον επρόκειτο να καύση. Όταν μερικοί προτεστάνται των άκρων ετοποθέτησαν υβριστικάς πινακίδας εις διάφορα σημεία των Παρισίων, ο Φραγκίσκος Α' προέβη εις αντίποινα με ένα μανιώδη διωγμόν. Ο Καλβίνος μόλις επρόφθασε να φύγη (Δεκέμβριος 1534) και συνήντησε τον Κόπ εις την Βασιλείαν. Εκεί, νέος 26 ετών, ετελείωσε το ευγλωττότερον, ενθερμότερον, σαφέστερον, λογικώτερον, με την μεγαλυτέραν επιρροήν και τρομερώτερον έργον εις όλην την φιλολογίαν της θρησκευτικής επαναστάσεως.

II. Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Εδημοσίευσε το βιβλίον εις την λατινικήν (1536) ως «Christianae religionis institutio» (Αι αρχαί της χριστιανικής θρησκείας). Εντός ενός έτους, η έκδοσις επωλήθη και εζητείτο νέα. Ο Καλβίνος ανταπεκρίθη με μίαν πολύ επηυξημένην έκδοσιν (1539) επίσης εις την λατινικήν το 1541 την μετέφρασεν εις την γαλλικήν και η μορφή αυτή του έργου είναι ένα από τα επιβλητικώτερα προϊόντα εις την κλίμακα της γαλλικής πεζογραφίας. Το κοινοβούλιον των Παρισίων απηγόρευσε το βιβλίον και εις τας δύο γλώσσας και μερικά αντίτυπα τούτου εκάησαν δημοσία εις την πρωτεύουσαν. Ο Καλβίνος εξηκολούθησε καθ' όλην την διάρκειαν της ζωής του να επεκτείνη και να αναδημοσιεύη το βιβλίον του˙ εις την τελικήν του μορφήν εξετείνετο εις 1118 σελίδας.

Η πρώτη έκδοσις ήρχιζε με ένα πλήρη πάθους αλλ' αξιοπρεπή «Πρόλογον προς τόν χριστιανικώτατον βασιλέα τῆς Γαλλίας». Δύο γεγονότα έδωσαν την ευκαιρίαν δια να απευθυνθή προς τον Φραγκίσκον : το βασιλικόν διάταγμα του Ιανουαρίου 1535 εναντίον των Γάλλων προτεσταντών και η σχεδόν ταυτόχρονος πρόσκλησις εκ μέρους του Φραγκίσκου προς τον Μελάγχθονα και τον Μπούσερ να έλθουν εις την Γαλλίαν διά να διαπραγματευθούν συμμαχίαν μεταξύ του Γάλλου μονάρχου και των λουθηρανών ηγεμόνων εναντίον του Καρόλου Ε'. Ο Καλβίνος ήλπισεν ότι θα ενίσχυε την πολιτικήν δεξιότητα με θεολογικά επιχειρήματα και ότι θα συνέτεινεν εις το να διαθέση ευνοϊκώς τον βασιλέα, όπως την αδελφήν του, υπέρ της προτεσταντικής υποθέσεως. Επεθύμει να απομακρύνη αυτήν από το αναβαπτιστικόν κίνημα, το οποίον τότε έκλινε προς τον κομμουνισμόν εις το Μύνστερ. Παρέστησε τους Γάλλους μεταρρυθμιστάς ως πατριώτας αφωσιωμένους εις τον βασιλέα και αντιτιθεμένους προς πάσαν οικονομικήν ή πολιτικήν αναταραχήν. Η αρχή και το τέλος του περιφήμου αυτού προλόγου αποκαλύπτουν το μεγαλείον της σκέψεως και του ύφους του Καλβίνου :

«Ὃταν ἤρχισα αὐτό το ἒργον, μεγαλειότατε, πᾶν ἂλλο ἦτο εἰς τήν σκέψιν μου ἀπό τοῦ νά γράψω ἓνα βιβλίον τό ὁποῖον θά ττροσεφέρετο κατόπιν εἰς τήν μεγαλειότητά σου. Ἡ πρόθεσίς μου ἦτο νά διατυπώσω μερικάς στοιχειώδεις ἀρχάς, διά τῶν ὁποίων οἱ ἐρευνηταί τοῦ ζητήματος τῆς θρησκείας θά ἠδύναντο νά διδαχθοῦν περί τῆς φύσεως τῆς πραγματικῆς εὑσεβείας... Ἀλλά ὃταν ἀντελήφθην ὃτι ἡ μανία μερικῶν κακῶν ἀνθρώπων εἰς τό βασίλειόν σου εἶχε λάβει τοιαύτας διαστάσεις ὣστε νά μήν ἀφήνη τόπον εἰς τήν χώραν διά ὑγιεῖς θεωρίας, ἐθεώρησα ὃτι ἦτο δυνατόν νά χρησιμοποιηθῶ ἐπωφελῶς ἐάν εἰς τό αὐτό ἓργον... ἐξέθετον τήν ὁμολογίαν μou πρός σέ, ὥστε νά δυνηθῆς νά μάθης τήν φύσιν αὐτῆς τῆς θεωρίας, ἡ ὁποία εἶναι τό ἀντικείμενον τοιαύτης ἀχαλινώτου λύσσης εἰς τάς καρδίας αὑτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τώρα ταράσσουν τήν χώραν μέ τό πῦρ καί μέ τό ξίφος. Διότι δέν θά διστάσω νά ἀναγνωρίσω ὃτι ἡ πραγματεία αὐτή περιλαμβάνει μίαν περίληψιν αὐτῆς τῆς θεωρίας, ἡ ὁποία, κατά τάς κραυγάς των, εἶναι ἀξία νά τιμωρηθῆ μέ φυλάκισιν, ἐξορίαν, προγραφήν καί πυράν καί νά ἐξα- Φανισθῆ ἁπό τοῦ προσώπου τῆς γῆς. Γνωρίζω καλῶς μέ ποίους ἀπαισίους ὑπαινιγμούς σοῦ ἐγέμισαν τά αὐτιά, πρός τόν σκοπόν νά καταστήσουν τήν ὑπόθεσίν μας ἀπεχθῆ εἰς τήν ἐκτίμησίν σου· ἀλλά ἡ ἐπιείκειά σου θά σέ ὁδηγήση εἰς τό νά σκεφθῆς ὃτι ἐάν ἡ κατηγορία δύναται νά λογισθῆ ὡς ἐπαρκής ἀπόδειξις ἐνοχῆς, θά τεθῆ τέρμα εἰς πᾶσαν ἀθωότητα εἰς λόγους καί εἰς ἔργα...
Σύ ὁ ἲδιος, μεγαλειότατε, δύνασαι νά μαρτυρήσης περί τῶν ψευδῶν συκοφαντιῶν μέ τάς ὁποίας ἀκούεις καθημερινῶς νά ἐρμηνεύεται ἡ ὑπόθεσίς μας : ὃτι ἡ μόνη της τἀσις εἶναι νά ἀποσπάση τά σκῆπτρα τῶν βασιλέων ἀπό τάς χεῖράς των, νά ἀνατρέψη ὃλα τά δικαστήρια... νά ὑποσκάψη πᾶσαν τάξιν καί κυβέρνησιν, νά διαταράξη τήν εἰρήνην καί τήν ήσυχίαν τοῦ λαοῦ, νά καταργήση ὃλους τοὐς νόμους, νά διασκορπίση ὃλας τάς ἰδιοκτησίας καί ὃλα τά ὑπάρχοντα καί, μέ μίαν λέξιν, νά περιβάλη τά πάντα μέ πλήρη σύγχυσιν...
Διά τοῦτο σέ ἱκετεύω, μεγαλειότατε — καί ἀσφαλῶς δεν εἶναι παράλογος αἲτησις — νά λάβης ὁ ἲδιος πλήρη γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ή ὁποία μέχρι τοῦδε ἔχει ἀνακινηθῆ ἀορίστως καί ἀμελῶς, χωρίς καμμίαν τάξιν τοῦ νόμου καί μέ ἀλόγιστον πάθος μᾶλλον παρά μέ λελογισμένην σοβαρότητα. Μή νομίσης ὃτι σκέπτομαι τώρα τήν ἀτομικήν μου ὑπεράσπισιν διά νά ἐπιτύχω μίαν ἀσφαλῆ ἐπάνοδον εἰς τήν πατρίδα μου· διότι παρ' ὃλον ὃτι αἰσθάνομαι τήν ἀγάπην, τήν οποίαν κάθε ἄνθρωπος πρέπει νά αἰσθάνεται διά τήν γενέτειράν του, ἐν τούτοις, ὑπό τάς ὑφισταμένας περιστάσεις, δέν λυποῦμαι διά τήν ἀπομάκρυνσίν μου ἐξ αὐτῆς. Ἀλλά ὑποστηρίζω τήν ὑπόθεσίν ὃλων τῶν εὐσεβών καί κατά συνέπειαν καί τοῦ ἰδίου τοῦ Χρίστοῶ...
Εἶναι δυνἀτόν νά σκεπτώμεθα τήν ἀνατροπήν τῶν βασιλείων, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἠκούσθημεν νά προφέρωμεν οὔτε μίαν ἀνατρεπτικήν λέξιν, τῶν ὁποιων ὁ βίος εἶναι γνωστόν ὃτι εἶναι φιλειρηνικός καί ἒντιμος ὃλον τό διάστημα τό ὁποῖον ζῶμεν ὑπό τήν κυβέρνησίν σου, καί οἱ ὁποῖοι, ἀκόμη καί τώρα εἰς τήν ἐξορίαν μας, δέν παύομεν νά προσευχώμεθα διά τήν εὐημερίαν σοῦ και τοῦ βασιλείου σου ;... Οὔτε ἒχομεν, μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἐπωφεληθῆ τόσον ὀλίγον ἀπό τό Εὑαγγέλιον, ἀλλά ὁ βίος μας θά ἠδύνατο νά 
είναι διά τούς συκοφάντας μας ὐπόδειγμα σεμνότητος, γενναιοφροσύνης, ελέους, ἐγκρατείας, ὐπομονῆς, ἁγνότητος και πάσης ἂλλης ἀρετῆς...
Ἂν και τώρα εἶσαι δυσμενής και ἀπομεμακρυσμένος ἀπό ἡμᾶς και μάλιστα ἐξωργισμένος ἐναντίον μας, δέν ἀπελπιζόμεθα ὅτι θά ἐπανακτήσωμεν τήν εὔνοιάν σου, ἐάν θά θελήσης νά ἀναγνώσης μέ ἠρεμίαν και ἡσυχίαν αὐτήν τήν ὁμολογίαν μας, τήν ὁποίαν θέτομεν ὡς ὑπεράσπισίν μας ἐνώπιον τῆς μεγαλειότητός σου. Ἀλλά, ἀντιθέτως, ἐάν τά αὐτιά σου εἶναι τόσον ἀπησχολημένα με τούς ψιθύρους τῶν κακοβούλων ὥστε νά μή παρέχουν εὐκαιρίαν εἱς τούς κατηγορουμένους νά ὀμιλήσουν διά τούς ἑαυτούς των καί ἐάν αὐταί αἱ ἀπαίσιαι μαινάδες, μέ τήν συνενοχήν σου, ἐξακολουθοῦν νά καταδιώκουν μέ φυλακίσεις, μαστιγώσεις, βασανιστήρια, δημεύσεις καί πυράς, θά ἐξαναγκασθῶμεν πράγματι, ὡς πρόβατα προωρισμένα διά τήν σφαγήν, νά φθάσωμεν εἰς τά ἒσχατα. Ἐν τούτοις θά διατηρήσωμεν μέ ὑπομονήν τάς ψυχάς μας καί θά ἀναμένωμεν τήν ἰσχυράν χεῖρα τοῦ Κυρίου... διά τήν ἀπελευθέρωσιν τῶν πτωχῶν ἀπό τά δεινά των καί διά τήν τιμωρίαν τῶν καταδυναστευόντων αὐτούς, οἱ ὁποῖοι τώρα χαίρουν εἰς πλήρη ἀσφάλειαν. Εἲθε ὁ Κύριος, ὁ βασιλεύς τῶν βασιλέων, νά στερεώση τόν θρόνον σου μέ δικαιοσύνην καί τό βασίλειόν σου μέ εὐθύτητα».4

Είναι δύσκολον δι’ ημάς, εις μίαν εποχήν όπου η θεολογία παρεχώρησε την θέσιν της εις την πολιτικήν ως το κέντρον του ανθρωπίνου ενδιαφέροντος και των ανθρωπίνων συγκρούσεων, να συλλάβωμεν την ψυχικήν κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκετο ο Καλβίνος όταν συνέταξε τας «Εισηγήσεις». Αυτός, περισσότερον από τον Σπινόζα, ήτο άνθρωπος στενώς συνδεδεμένος με τον Θεόν. Είχε καταπλαγη από την έννοιαν της σμικρότητας του ανθρώπου και της απεραντωσύνης του Θεού. Πόσον παράλογον θα ήτο να υποθέση ότι η ασθενής λογική ενός τόσον απειροστού μορίου, όπως ο άνθρωπος, θα ηδύνατο να κατανοήση το Πνεύμα όπισθεν αυτών των αναριθμήτων και υπακούων αστέρων; Από έλεος προς την λογικήν του ανθρώπου ο Θεός είχεν αποκαλυφθή εις ημάς εις την Βίβλον. Το ότι το άγιον αυτό Βιβλίον είναι ο λόγος Του (λέγει ο Καλβίνος) αποδεικνύεται από την απαράμιλλον εντύπωσιν την οποίαν προκαλεί εις το ανθρώπινον πνεύμα.

«Ἀναγνώσατε τόν Δημοσθένην καί τόν Κικέρωνα, ἀναγνώσατε τόν Πλάτωνα, τον Ἀριστοτέλην ἤ οιουσδήποτε ἄλλους ἀπό αὐτήν τήν τάξιν· παραδέχομαι ὅτι θά σᾶς προσελκύσουν, θά σᾶς εὐχαριστήσουν, θά σᾶς συγκινήσουν καί θά σᾶς θέλξουν κατά τρόπον ἐκπληκτικόν· ἀλλά ἐάν ἀφοῦ τούς αναγνώσετε, στραφῆτε εἰς τήν ἀνάγνωσιν τοῦ ἱεροῦ τόμου, εἲτε θέλετε εἲτε δέν θέλετε, θά σᾶς ἐπηρεάση τόσον ἐντόνως, θά εἰσδύση τόσον βαθέως εἰς τήν καρδίαν σας καί θά ἐντυπωθῆ τόσον ἰσχυρῶς εἰς τό πνεῦμα σας ὥστε, συγκρινόμεναι μέ τήν ἐνεργόν επίδρασίν του, αἱ ὡραιότητες τῶν ρητόρων καί τῶν φιλοσόφων θά ἐξαφανισθοῦν σχεδόν ἐξ ολοκλήρου· οὓτω πως εἶναι εὔκολον νά διακρίνη κανείς κάτι τό θεἲον εἰς τάς ἱεράς Γραφάς, τό ὁποιον ὑπερβαίνει πολύ τά ὑψηλότερα ἐπιτεύγματα τῆς ἀνθρωπίνης ἱκανότητος».5

Κατά συνέπειαν ο αποκαλυφθείς αυτός Λόγος ττρέπει να είναι η τελική μας αυθεντία, όχι μόνον εις ό,τι αφορά την θρησκείαν και την ηθικήν αλλά και την ιστορίαν, την πολιτικήν, τα πάντα. Πρέπει να παραδεχθώμεν την ιστορίαν του Αδάμ και της Εύας. Διότι διά της παρακοής των προς τον Θεόν εξηγούμεν την πονηράν φύσιν του ανθρώπου και την απώλειαν της ελευθέρας του θελήσεως.

«Τό πνεῦμα του ἀνθρώπου ἒχει τόσον πλήρως ἀποξενωθῆ ἀπό τήν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ ὥστε συλλαμβάνει, ἐπιθυμεῖ καί ἐπιχειρεῖ πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀσεβές, διεστραμμένον, χυδαῖον, ἀκάθαρτον καί ἐγκλη- ματικόν. Ἡ καρδία του ἒχει τόσον πλήρως μολυνθῆ ἀπό τό δηλη- τήριον τῆς ἁμαρτίας ὥστε δέν δύναται νά παραγάγη τίποτε, τό ὁποῖον νά μήν εἶναι διεφθαρμένον· καί ἐάν εἰς πᾶσαν ἐπαχήν οἰ ἄνθρωποι πράττουν κάτι ἐπιφανειακῶς ἀγαθόν, ἐν τούτοις τό πνεῦμα των παραμένει πάντοτε ἐμττεπλεγμένον εἰς την ὑποκρισίαν καί τήν ἀπάτην καί ἡ καρδία των ὑπόδουλος εἰς την ἐσωτερικήν της κακίαν».6

Πώς είναι δυνατόν ένα τόσον διεστραμμένον ον να είναι άξιον αιωνίας ευτυχίας εις τον παράδεισον; Κανείς από ημάς δεν θα ηδύνατο να την κερδίση ποτέ με οιονδήποτε αριθμόν καλών έργων. Τα καλά έργα είναι καλά, αλλά μόνον η θυσία και ο θάνατος του Yιoύ του Θεού θα ηδύνατο να επιτύχη την σωτηρίαν δια τους ανθρώπους. Όχι όλους τους ανθρώπους, διότι η δικαιοσύνη του Θεού απαιτεί την καταδίκην των πλείστων εκ των ανθρώπων. Αλλά το έλεός του εξέλεξε μερικούς από ημάς διά να σωθούν και εις αυτούς έδωσε μίαν σωτηρίαν πίστιν εις την λύτρωσίν των υπό του Χριστού. Διότι ο απόστολος Παύλος είπεν: «Ὁ Θεός Πατήρ... ἐξελέξατο ἡμᾶς ἐν αὐτῶ πρό καταβολῆς κόσμου, εἶναι ἡμᾶς ἁγίους καί ἀμώμους κατενώπιον αὐτοῦ, ἐν ἀγάπῃ προορίσας ἡμᾶς εἰς υἱοθεσίαν διά Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς αὐτόν, κατά την εὐδοκίαν τοῦ θελήματος αὐτοῦ».7 Ο Καλβίνος, όπως και ο Λούθηρος, ηρμήνευσε τούτο ότι ο Θεός, δι' ελευθέρας εκλογής, τελείως ανεξαρτήτου από τας αρετάς και τας κακίας μας, καθώρισε πολύ πριν της δημιουργίας, ποίοι ακριβώς πρόκειται να σωθούν και ποίοι να καταδικασθούν εις την αιωνίαν κόλασιν.8 Εις την ερώτησιν διατί ο Θεός θα εξέλεγεν ανθρώπους διά την σωτηρίαν ή την κόλασιν χωρίς να λάβη υπ' όψει του την αξίαν των, ο Καλβίνος απαντά και πάλιν με τας λέξεις του Παύλου: «Τῶ Μωυσεῖ γάρ λέγει, ἐλεήσω ὅν ἄν ἐλεῶ καί οἰκτειρήσω ὅν ἄν οἰκτείρω».9 Ο Καλβίνος καταλήγει:

«Συμφώνως λοιπόν πρός τό σαφές δόγμα τῶν Γραφῶν, ὑποστη- ρίζομεν ὅτι ὁ Θεός μέ μίαν αἰωνίαν καί ἀμετάβλητον ἀπόφασιν καθώρισεν ἅπαξ διά παντός ἐκείνους τούς ὁποίους θά δεχθῆ εἰς την σωτηρίαν καί ἐκείνους τούς ὁποίους θά καταδικάση εἰς την κατα- στροφήν. Βεβαιώνομεν ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτή, εἰς ὃ,τι ἀφορᾶ τούς ἐκλεκτούς, στηρίζεται εἰς τό ἐκ τῆς χάριτός του ἔλεος, τελείως ἂσχετον πρός τάς ἀρετάς τῶν ἀνθρώπων· ἀλλά εἰς εκείνους, τούς ὁποίους προορίζει διά τήν κόλασιν, ἡ πύλη τῆς ζωῆς εἶναι κλειστή ἀπό μίαν δικαίαν καί ἀνέκκλητον ἀλλά καί ἀκατάληπτον κρίσιν».10

Ακόμη και η πτώσις του Αδάμ και της Εύας, με όλας τάς συνεπείας της διά το ανθρώπινον γένος, κατά την θεωρίαν του Παύλου «εἶχε καθορισθῆ ἀπό τήν θαυμαστήν ἀπόφασιν τοῦ Θεοῦ».11
Ο Καλβίνος παραδέχεται ότι ο προορισμός είναι απεχθής εις την λογικήν, αλλ' απαντά, «εἶναι παράλογον ὁ ἄνθρωπος νά διερευνᾶ ἀτιμωρητί ἐκεῖνα τά πράγματα, τά ὁποῖα ὁ Κύριος καθώρισε νά παραμείνουν κρυπτά ἐν Ἑαυτῶ».12
Εν τούτοις ισχυρίζεται ότι αυτός γνωρίζει διατί ο Θεός καθορίζει τόσον αυθαιρέτως την αιωνίαν καταδίκην τόσων δισεκατομμυρίων ψυχών: είναι «διά νά αὐξηθῆ ὁ θαυμασμός μας διά τήν δόξαν Του», με την επίδειξιν της δυνάμεώς Του.13 Συμφωνεί ότι αυτό είναι τρομερόν θέσπισμα (decretum horrible) «ἀλλά κανείς δέν δύναται να ἀρνηθῆ ὅτι ἐγνώριζεν ἐκ τῶν προτέρων τήν μελλοντικήν τελικήν μοῖραν τοῦ ἀνθρώπου πρίν τον δημιουργήση καί τό ἐγνώριζεν ἐκ τῶν προτέρων διότι εἶχε καθορισθῆ διά τοῦ ἰδικοῦ Του θεσπίσματος».14

Πιθανόν άλλοι να υπεστήριζον, όπως ο Λούθηρος, ότι το μέλλον είναι καθωρισμένον διότι ο Θεός το προείδε και η πρόγνωσίς του δεν δύναται να τροποποιηθή· ο Καλβίνος αναστρέφει το ζήτημα και θεωρεί ότι ο Θεός προβλέπει το μέλλον διότι Αυτός το ηθέλησε και το καθώρισε. Και η απόφασις της καταδίκης είναι απόλυτος· δεν υπάρχει καθαρτήριον εις την θεολογίαν του Καλβίνου, δεν υπάρχει ενδιάμεσος οίκος όπου θα ηδύνατο κανείς, με μερικών εκατομμυρίων ετών ψήσιμον, να αποπλύνη την «αποδοκιμασίαν» του. Και κατά συνέπειαν δεν υπάρχει λόγος να γίνωνται προσευχαί διά τους νεκρούς.

Θα ηδυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι συμφώνως με τας προϋποθέσεις του Καλβίνου δεν θα είχον έννοιαν πάσης φύσεως προσευχαί· εφ' όσον όλα έχουν κοθορισθή διά Θείας αποφάσεως, ούτε ολόκληρος ωκεανός προσευχών δεν θα ηδύνατο να μεταβάλη ένα ιώτα της αμειλίκτου μοίρας. Εν τούτοις ο Καλβίνος είναι περισσότερον ανθρώπινος από την θεολογίαν του· ας προσευχώμεθα με ταπείνωσιν και με πίστιν, μας λέγει, και αι προσευχαί μας θα εισακουσθούν· η προσευχή και το ευπρόσδεκτον αυτής έχουν επίσης καθορισθή. Ας λατρεύωμεν τον Θεόν με ταπεινόφρονας ιεροτελεστίας αλλά πρέπει να απορρίψωμεν την λειτουργίαν ως μίαν ιερόσυλον αξίωσιν των ιερέων ότι μετατρέπουν γήινα υλικά εις σώμα και αίμα του Χριστού. Ο Χριστός παρίσταται κατά την Ευχαριστίαν μόνον πνευματικώς, όχι φυσικώς και η λατρεία της καθηγιασμένης οστίας ως πραγματικού Χριστού, είναι καθαρά ειδωλολατρεία. Η χρησιμοποίησις εικόνων της θεότητος είναι σαφής παράβασις της δευτέρας εντολής και ενθαρρύνει την ειδωλολατρείαν. Όλαι αι θρησκευτικαί εικόνες και τα αγάλματα, ακόμη και ο Εσταυρωμένος, έπρεπε να αφαιρεθούν από τας εκκλησίας.

Η αληθής Εκκλησία είναι η αόρατος συνένωσις όλων των εκλεκτών, αποθανόντων, ζώντων και μελλόντων να γεννηθούν. Η ορατή Εκκλησία συνίσταται από «ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διά μιᾶς ὁμολογίας πίστεως, μιᾶς ὑποδειγματικῆς ζωῆς καί συμμετοχῆς εἰς τά μυστήρια τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ Δείπνου τοῦ Κυρίου» (ο Καλβίνος απορρίπτει τα άλλα μυστήρια) «πιστεύουν τόν ἲδιον Θεόν καί Χριστόν μέ ἡμᾶς».15 Εκτός της Εκκλησίας αυτής δεν υπάρχει σωτηρία.16 Η Εκκλησία και το κράτος είναι και τα δύο θεία και έχουν προορισθή από τον Θεόν να ιργάζωνται με αρμονίαν ως η ψυχή και το σώμα μιάς χριστιανικής κοινωνίας : η Εκκλησία θα πρέπει να κανονίζη όλας τας λεπτομερείας της πίστεως, της λατρείας και της ηθικής· το κράτος, ως ο φυσικός βραχίων της Εκκλησίας, θα πρέπει να επιβάλλη τας διατάξεις αυτάς.17 Αι κοσμικαί εξουσίαι πρέττει επίσης να φροντίζουν όπως «ἡ εἰδωλολατρεία» (ευρέως συνώνυμος με τον ρωμαιοκαθολικισμόν εις την προτεσταντικήν γλώσσαν) και «ἄλλα σκάνδαλα εἰς βάρος τῆς θρησκείας μή προβάλλωνται δημοσία καί μή διαδίδωνται εἰς τόν λαόν» και ότι μόνον ο κα-θαρός λόγος του Θεού έπρεπε να διδάσκεται και να λαμβάνεται.18 Η ιδεώδης κυβέρνησις θα είναι μία θεοκρατία και η μεταρρυθμισθείσα Εκκλησία θα έπρεπε να αναγνωρισθή ως η φωνή του θεού. Όλαι αι διεκδικήσεις των παπών διά την υπεροχήν της Εκκλησίας επί του κράτους, ανενεώθησαν υπό του Καλβίνου υπέρ της ιδικής του εκκλησίας.

Είναι άξιον παρατηρήσεως πόσον μέγα ποσοστόν ρωμαιοκαθολικής παραδόσεως και θεωρίας επέζησεν εις την θεολογίαν του Καλβίνου. Ώφειλε μερικά πράγματα εις τον στωικισμόν και ιδιαιτέρως εις τον Σενέκαν και άλλα πάλιν εις τας νομικάς του σπουδάς. Αλλά η κυριωτέρα βάσις του ήτο ο Άγιος Αυγουστίνος, ο οποίος συνήγαγε τον προορισμόν από τον απόστολον Παύλον, ο οποίος δεν είχε γνωρίσει προσωπικώς τον Χριστόν. Ο Καλβίνος ηγνόησε παντελώς την αντίληψιν του Χριστού περί του Θεού ως αγαπώντος και οικτίρμονος πατρός και αντιπαρήλθε ψυχραίμως πλήθος βιβλικών χωρίων, τα οποία προϋποθέτουν την ελευθερίαν του ανθρώπου δια να διαμορφώση το πεπρωμένον του (Β' Πέτρου γ', 9· Α' Τιμοθ. β', 4· Α' Ιωάν. β', 2· δ', 14 κ.λ.π.). Η ιδιοφυία του Καλβίνου δεν έγκειται εις την σύλληψιν νέων ιδεών αλλά εις την ανάπτυξιν της σκέψεως των προκατόχων του εις καταστρε-πτικώς λογικά συμπεράσματα, τα οποία εξέφρασε με μίαν ευφράδειαν ανάλογον με την του Αυγουστίνου και διετύπωσε τας πρακτικάς των ιδέας εις ένα σύστημα εκκλησιαστικής νομοθεσίας. Παρέλαβεν από τον Λούθηρον το δόγμα της δικαιώσεως ή εκλογής δια της πίστεως· από τον Ζβίγγλιον την πνευματικήν ερμηνείαν της ευχαριστίας και από τον Μπούσερ τας αντιφατικάς εννοίας της θείας θελήσεως ως της αιτίας όλων των γεγονότων και της ανάγκης μιας εντέχνου πρακτικής ευλαβείας ως δοκιμασίας και μαρτυρίας της εκλογής. Αι πλείσται εκ των προτεσταντικών αυτών θεωριών είχον διατυπωθή υπό ηπιωτέραν μορφήν εις την ρωμαιοκαθολικήν παράδοσιν. Ο Καλβίνος έδωσεν εις αυτάς έντονον έμφασιν και παρημέλησε τα αντισταθμίζοντα κατευναστικά στοιχεία της μεσαιωνικής πίστεως. Ήτο περισσότερον μεσαιωνικός από οιονδήποτε άλλον στοχαστήν μεταξύ του Αυγουστίνου και του Δάντη. Απέρριψε πλήρως το ουμανιστικόν ενδιαφέρον δια την επίγειον τελειοποίησιν και έστρεψε πάλιν την σκέψιν των ανθρώπων, κατά ζοφερώτερον τρόπον, προς τον άλλον κόσμον. Εις τον καλβινισμόν, η Μεταρρύθμισις απηρνήθη την Αναγέννησιν.

Το ότι μίαν τόσον άχαρις θεολογία εκέρδισε την συγκατάθεσιν εκατομμυρίων ανθρώπων εις την Ελβετίαν, την Γαλλίαν, την Σκωτίαν, την Αγγλίαν και την Βόρειον Αμερικήν, είναι εκ πρώτης όψεως μυστήριον, έπειτα μία φώτισις. Δια ποίον λόγον επολέμησαν γενναίως προς υπεράσπισιν της ιδίας των απελπισίας οι Καλβινισταί, οι Ουγενότοι και οι Πουριτανοί; Και διατί η θεωρία αυτή της ανθρώπινης αδυναμίας συνετέλεσεν εις την δημιουργίαν μερικών εκ των ισχυροτέρων χαρακτήρων της ιστορίας; Να συμβαίνη ίσως διότι οι πιστοί αυτοί απέκτων μεγαλυτέραν δύναμιν διότι επίστευον τους εαυτούς των ως τους ολίγους εκλεκτούς από εκείνην την οποίαν έχανον παραδεχόμενοι ότι ή διαγωγή των δεν συνέβαλλε κατ' ουδέν εις την μοίραν των; Ο ίδιος ο Καλβίνος συνεσταλμένος και αποφασιστικός συγχρόνως είχε την πεποίθησιν ότι ανήκεν εις τους εκλεκτούς και τούτο τον ενίσχυσε τόσον ττολύ ώστε εύρισκε «τήν φρικτήν ἀπόφασιν» του προορισμού «παραγωγικήν τῆς πλέον ἀπολαυστικῆς ὠφελείας».19 Μήπως μερικοί από τους θεωρούντας τους εαυτούς των εκλεκτούς εύρισκον ευχαρίστησιν αναλογιζόμενοι πόσον ολίγοι επρόκειτο να σωθούν και πόσον πολλοί να κολασθούν; Η πίστις ότι είχον εκλεγή υπό του Θεού έδιδεν εις πολλάς ψυχάς το θάρρος να αντιμετωπίζουν τας αντιξοότητας και το φαινομενικώς άσκοπον της ζωής όπως μία παρομοία πίστις επέτρεψεν εις τον ιουδαϊκόν λαόν να διασωθή εν μέσω δυσχερειών, αι οποίαι άλλως θα είχον υπονομεύσει την θέλησιν προς ζωήν. Πράγματι, η καλβινιστική ιδέα περί θείας εκλογής πιθανόν να ωφείλετο εις την εβραϊκήν μορφήν της πίστεως καθόσον ο προτεσταντισμός ώφειλε γενικώς πολλά εις την Παλαιάν Διαθήκην. Η εμπιστοσύνη εις την θείαν εκλογήν πρέπει να υπήρξε πύργος θάρρους δια τους Ουγενότους όταν υπέφερον τους πολέμους και τας σφαγάς και δια τους αποδήμους οι οποίοι εξερριζώνοντο επικινδύνως δια να αναζητήσουν νέαν πατρίδα εις εχθρικάς ακτάς. Εάν ένας, μετανοήσας αμαρτωλός ηδύνατο να αποκτήση αυτήν την εμπιστοσύνην και ηδύνατο να πιστεύση ότι η μετάνοιά του είχε διαταχθή από τον Θεόν, ηδύνατο να παραμείνη ακλόνητος μέχρι τέλους. Ο Καλβίνος επέτεινε το αίσθημα αυτό της υπερηφανείας διά την εκλογήν, καταστήσας τους εκλεκτούς, πένητας ή όχι, μίαν κληρονομικήν αριστοκρατίαν. Τα τέκνα των εκλεκτών εγίνοντο αυτομάτως εκλεκτοί διά της θελήσεως του Θεού.20 Τοιουτοτρόπως διά μιας απλής πράξεως πίστεως εις τον εαυτόν του, ηδύνατο κανείς, έστω και εις την φαντασίαν του, να αποκτήση και να μεταβιβάση τον παράδεισον. Χάριν τοιούτων αθανάτων αγαθών, μία ομολογία αδυναμίας ήτο τιμή ευκαιρίας.
Οι οπαδοί του Καλβίνου εχρειάζοντο τοιαύτην παρηγορίαν, διότι τους εδίδασκε την μεσαιωνικήν άποψιν ότι ο επίγειος βίος είναι μία κοιλάς θλίψεων και δακρύων. Προθύμως παρεδέχετο
«τήν ὀρθότητα τῆς γνώμης ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν ὅτι τό μεγαλύτερον ἀγαθόν ἦτο νά μήν εἶχε κανείς γεννηθῆ καί τό ἀμέσως ἐπόμενον, νά ἀποθάνη ἀμέσως. Δέν ὑπῆρχε τίποτε τό παράλογον εἰς τήν συμπεριφοράν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐλυποῦντο καί ἔκλαιον κατά τήν γέννησιν τῶν συγγενῶν των καί ἔχαιρον ἐπισήμως κατά τήν κηδείαν των».
Απλώς ελυπείτο ότι οι σοφοί αυτοί απαισιόδοξοι, επειδή ήσαν ειδωλολάτραι αγνοούντες τον Χριστόν, ήσαν καταδικασμένοι εις την αιωνίαν κόλασιν.21 Μόνον ένα πράγμα θα ηδύνατο να κάμη την ζωήν υποφερτήν, η ελπίς της αδιακόπου ευτυχίας μετά θάνατον.

«Ἐάν ὁ οὐρανός εἶναι ἡ πατρίς μας, τί ἄλλο εἶναι ἡ γῆ παρά τόπος ἐξορίας; καί ἐάν ἡ ἀναχώρησις ἀπό τόν παρόντα κόσμον εἶναι μία εἲσοδος εἰς τήν ζωήν, τί ἄλλο εἶναι ὁ κόσμος παρά ἔνας τάφος;».22

Αντιθέτως προς τον αντίστοιχόν του ποιητήν ο Καλβίνος αφιερώνει τας πλέον ευγλώττους σελίδας του όχι εις την φαντασμαγορίαν της κολάσεως αλλά εις το κάλλος του ουρανού. Οι ευλαβείς εκλεκτοί θα υποφέρουν χωρίς γογγυσμόν όλους τούς πόνους και τας θλίψεις της ζωής.

«Διότι θά ἔχουν ὑπ' ὂψει των τήν ἡμέραν ἐκείνην κατά τήν ὁποίαν ὁ Κύριος θά ὑποδεχθῆ τούς πιστούς δούλους του εἰς τό εἰρηνικόν του βασίλειον, θά σπογγίση τά δάκρυα ἀπό τούς ὀφθαλμούς των, θά τούς ἐνδύση μέ χαρμοσύνους ἐσθῆτας, θά τούς κοσμήση μέ στεφάνους δόξης, θά τούς ττεριττοιηθῆ μέ ἀρρήτους ἀπολαύσεις και θά τους ἀνυψώση εἰς την συμμετοχήν εἰς τό μεγαλεῖον του καί τήν εὐτυχίαν του».23

Διά τους πτωχούς ή τους δυστυχείς, οι οποίοι καλύπτουν την γην, ήτο δυνατόν τα ανωτέρω να είναι απαραίτητος πίστις.

III. Η ΓΕΝΕΥΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟΝ: 1536-41
Καθ' ον χρόνον αι «Εἰσηγήσεις» ευρίσκοντο υπό εκτύπωσιν (Μάρτιος 1536), ο Καλβίνος, συμφώνως προς μίαν παράδοσιν γενικώς αλλ' όχι και ομοφώνως παραδεκτήν,24 έκαμε ένα εσπευσμένον ταξείδιον δια μέσου των Άλπεων εις την Φερράραν, πιθανόν δια να ζητήση βοήθειαν δια τους καταδιωκομένους προτεστάντας της Γαλλίας από την προτεστάντιδα δούκισσαν Ρενέ, σύζυγον του δουκός Έρκολε Β' και θυγατρός του αποθανόντος Λουδοβίκου ΙΒ'. Συγκινηθείσα από την θέρμην των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, τον έκαμε πνευματικόν της οδηγόν δια ευλαβούς αλληλογραφίας μέχρι του θανάτου του. Επανελθών εις την Βασιλείαν τον Μάιον, ο Καλβίνος διεκινδύνευσεν ένα ταξείδιον εις Νουαγιόν δια να πωλήση μέρος της περιουσίας του· κατόπιν, μαζί με ένα αδελφόν και μίαν αδελφήν του, κατηυθύνθη προς το Στρασβούργον. Επειδή ο πόλεμος έφρασσε τον δρόμον των, εσταμάτησαν δι' ένα διάστημα εις την Γενεύην (Ιούλιος 1536).
Η πρωτεύουσα της γαλλικής Ελβετίας ήτο αρχαιοτέρα από την ιστορίαν. Κατά τους προϊστορικούς χρόνους ήτο ένα μίγμα από κατοικίας επί της λίμνης, κτισμένας επί πασσάλων, μερικοί εκ των οποίων φαίνονται ακόμη. Εις την εποχήν του Καίσαρος ήτο ένα πολυσύχναστον σταυροδρόμιον εμπορικών οδών εις την γέφυραν όπου ο Ροδανός εξορμά από την λίμνην της Γενεύης δια να πλανηθή δια μέσου της Γαλλίας εις αναζήτησιν της Μεσογείου. Κατά τον Μεσαίωνα, η Γενεύη περιήλθεν υπό την κοσμικήν και πνευματικήν εξουσίαν του επισκόπου της. Κανονικώς ο επίσκοπος εξελέγετο από το συμβούλιον της μητροπόλεως, το οποίον κατ' αυτόν τον τρόπον απέκτησεν ισχύν εις την πόλιν. Αυτή ήτο ουσιαστικώς η διακυβέρνησις, την οποίαν αποκατέστησε βραδύτερον ο Καλβίνος υπό προτεσταντικήν μορφήν. Κατά τον δέκατον πέμπον αιώνα, οι δούκες της Σαβοΐας, η οποία κείται ακριβώς πέραν των Άλπεων, επέτυχον να επιβάλουν τον έλεγχόν των επί του συμβουλίου και ανεβίβαζον εις τον επισκοπικόν θρόνον ανθρώπους προσκειμένους προς την Σαβοΐαν και επιδιδομένους εις τας απολαύσεις του παρόντος κόσμου εκ φόβου μήπως δε υπήρχεν άλλος. Η άλλοτε εξαίρετος επισκοπική κυβέρνησις και τα ήθη του κλήρου υπ' αυτήν, υπέστησαν αλλοίωσιν. Ένας ιερεύς, διαταχθείς να αποπέμψη την παλλακίδα του, συνεφώνησε να το πράξη ευθύς ως οι συνάδελφοί του κληρικοί θα έπραττον το ίδιον. Ο ιπποτισμός προς την γυναίκα επεκράτησεν.25
Εντός της εκκλησιαστικό - δουκικής αυτής κυβερνήσεως αι εξέχοσαι οικογένειαι της Γενεύης ωργάνωσαν ένα συμβούλιον από εξήντα μέλη δια τας δημοτικάς διατάξεις και το συμβούλιον εξέλεγε τέσσαρας συνδίκους ως εκτελεστικούς άρχοντας. Συνήθως το συμβούλιον συνήρχετο εις τον μητροπολιτικόν ναόν του Αγίου Πέτρου η δε εκκλησιαστική και αστική δικαιοδοσία ήτο τόσον αναμεμιγμένη ώστε, ενώ ο επίσκοπος έκοπτε το νόμισμα κα ηγείτο του στρατού, το συμβούλιον εκανόνιζε την ηθικήν, εξέδιδεν αφορισμούς και έδιδεν άδειαν ασκήσεως επαγγέλματος εις πόρνας. Όπως εις την Τρίερ, την Μάιντς και την Κολωνίαν, ο επίσκοπος ήτο επίσης και πρίγκιψ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και φυσικά ήσκει καθήκοντα, από τα οποία σήμερον οι επίσκοποι είναι απηλλαγμένοι. Μερικοί πολιτικοί ηγέται, με αρχηγόν τον Φραγκίσκον ντέ Μποννιβάρ, επεζήτησαν να απαλλάξουν την πόλιν και από τας δύο εξουσίας, του επισκόπου και του δουκός. Δια να ενι- σχύσουν αυτήν την κίνησιν, οι πατριώται ούτοι επραγματοποίησαν μίαν συμμαχίαν με το καθολικόν Φριβούργον και την προτεσταντικήν Βέρνην. Οι μετέχοντες της συμμαχίας ωνομάσθησαν με το γερμανικόν όνομα των ομοσπόνδων Eidgenossen, σύντροφοι του όρκου. Οι Γάλλοι το παρέφθειραν εις Hugenots. Περί το 1520 οι ηγέται της Γενεύης ήσαν κατά το πλείστον επαγγελματίαι, διότι η Γενεύη, αντιθέτως προς την Βιττενβέργην, ήτο εμπορική πόλις, μεσολαβούσα εις το εμπόριον μεταξύ της Ελβετίας προς βορράν, της Ιταλίας προς νότον και της Γαλλίας προς δυσμάς. Οι πολίται της Γενεύης ίδρυσαν (1526) ένα μέγα συμβούλιον εκ διακοσίων και τούτο εξέλεξεν ένα μικρόν συμβούλιον εξ είκοσι πέντε, το οποίον κατέστη ο πραγματικός κυρίαρχος της κοινότητος, περιφρονών συχνάκις την εξουσίαν του επισκόπου και του δουκός. Ο επίσκοπος εκήρυξε την πόλιν εις επανάστασιν και εκάλεσε δουκικά στρατεύματα εις βοήθειάν του. Αυτά συνέλαβον τον Μποννιβάρ και τον εφυλάκισαν εις τον πύργον του Σιγγόν. Ο στρατός της Βέρνης έσπευσεν εις βοήθειαν της πολιορκημένης Γενεύης· αι δυνάμεις του δουκός ηττήθησαν και διεσκορπίσθησαν· ο επίσκοπος κατέφυγεν εις το Αννεσύ· ο ήρως του Βύρωνος απηλευθερώθη από την φυλακήν του. Το μέγα συμβούλιον, εξοργισθέν από την βοήθειαν του κλήρου προς την Σαβοΐαν, εκηρύχθη υπέρ της μεταρρυθμιστικής πίστεως και ανέλαβε την πολιτικήν και εκκλησιαστικήν εξουσίαν εις ολόκληρον την πόλιν (1536), δύο μήνας προ της αφίξεως του Καλβίνου.
Ο δογματικός ήρως της επαναστάσεως αυτής ήτο ο Γουλιέλμος Φαρέλ. Όπως ο Λούθηρος, ήτο και αυτός ευσεβής μετά πάθους κατά την νεότητά του. Εις τους Παρισίους υπέστη την επίδρασιν του Ιακώβου Λεφέβρ ντ' Ετάπλ, του οποίου η μετάφρασις και εξήγησις της Βίβλου, ανέτρεψε την ορθοδοξίαν του Φαρέλ. Διότι εις τας Γραφάς δεν ηδυνήθη να εύρη κανένα ίχνος παπών, επισκόπων, συγχωροχαρτίων, καθαρτηρίου, επτά μυστηρίων, λειτουργίας, αγαμίας του κλήρου, υπερβολικής τιμής της Θεοτόκου και των αγίων. Περιφρονών την χειροτονίαν, ήρχισε να περιέρχεται από πόλεως εις πόλιν της Γαλλίας και της Ελβετίας ως ανεξάρτητος ιεροκήρυξ. Μικρός το ανάστημα, ασθενικός κατά το σώμα, με ισχυράν φωνήν και ισχυρόν πνεύμα, με το ωχρόν του πρόσωπον φωτιζόμενον από φλογερούς οφθαλμούς και μίαν γενειάδα πυρρού χρώματος, κατήγγελλε τον πάπαν ως αντίχριστον, την λειτουργίαν ως ιεροσυλίαν, τας εικόνας των εκκλησιών ως είδωλα τα οποία πρέπει να καταστραφούν. Το 1532 ήρχισε να κηρύττη εις την Γενεύην. Συνελήφθη από τους πράκτορας του επισκόπου, οι οποίοι επρότειναν να ρίψουν «τόν λουθηρανόν σκύλον» εις τον Ροδανόν· οι σύνδικοι επενέβησαν και ο Φαρέλ διέφυγε με μερικούς μώλωπας εις την κεφαλήν του και μερικά πτύελα επί του ενδύματός του. Εκέρδισε το συμβούλιον τών είκοσι πέντε εις τας απόψεις του και, με την βοήθειαν του Πέτρου Βιρέ και του Αντωνίου Φρομάν, επέτυχε τοιαύτην λαϊκήν υποστήριξιν, ώστε όλοι σχεδόν οι καθολικοί κληρικοί ανεχώρησαν. Την 21ην Μαΐου 1536, το μικρόν συμβούλιον εθέσπισε την κατάργησιν της λειτουργίας και την αφαίρεσιν των εικόνων και των λειψάνων από τας εκκλησίας. Αι εκκλησιαστικαί περιουσίαι εχρησιμοποιούντο κατά τον προτεσταντικόν τρόπον δια σκοπούς θρησκευτικούς, εκπαιδευτικούς και φιλανθρωπικούς. Η εκπαίδευσις έγινεν ελευθέρα διδάκτρων και υποχρεωτική και η αυστηρά ηθική πειθαρχία έγινε νόμος. Οι πολίται εκλήθησαν να ορκισθούν υπακοήν εις το Ευαγγέλιον και όσοι ηρνήθησαν να παρακολουθήσουν μεταρρυθμιστικάς ιεροτελεστίας εξωρίσθησαν.26 Αυτή ήτο η Γενεύη, εις την οποίαν ήλθεν ο Καλβίνος.

Ο Φαρέλ ήτο τώρα 47 ετών και παρ' όλον ότι ήτο προωρισμένος να επιζήση του Καλβίνου κατά εν έτος, είδεν εις τον αυστηρόν και εύγλωττον νέον, κατά είκοσι έτη νεώτερόν του, τον άνθρωπον ακριβώς ο οποίος εχρειάζετο δια την εδραίωσιν και προαγωγήν της Μεταρρυθμίσεως. Ο Καλβίνος εδείκνυεν απροθυμίαν. Είχε σχεδιάσει να ζήση βίον μελέτης και συγγραφής· ησθάνετο περισσοτέραν άνεσιν με τον Θεόν παρά με τους ανθρώπους. Αλλά ο Φαρέλ, με την όψιν κάποιου κεραυνοβόλου βιβλικού προφήτου, ηπείλησε να απαγγείλη ιεράν κατάραν εναντίον του εάν θα επροτίμα τας ιδιωτικάς του μελέτας από το τραχύ και επικίνδυνον κήρυγμα του ακαταλύτου Λόγου. Ο Καλβίνος ενέδωσε· το συμβούλιον και το πρεσβυτέριον ενέκριναν και — χωρίς καμμίαν άλλην χειροτονίαν — ήρχισε τα ιερατικά του καθήκοντα (5 Σεπτεμ. 1536) εκφωνήσας εις την εκκλησίαν του Αγίου Πέτρου το πρώτον από μίαν σειράν κηρυγμάτων του επί των επιστολών του αποστόλου Παύλου. Παντού εις τον προτεσταντισμόν, εκτός των κοινωνικώς ριζοσπαστικών μερίδων, η επιρροή του Παύλου επεσκίαζε την του Πέτρου, του φερομένου ως ιδρυτού της Ρωμαϊκής Έδρας.

Τον Οκτώβριον, ο Καλβίνος συνώδευσε τον Φαρέλ και τον Βιρέ εις την Λωζάννην και έλαβε δευτερεύον μέρος εις την περίφημον συζήτησιν, η οποία εκέρδισε την πόλιν αυτήν δια το προτεσταντικόν στρατόπεδον. Επανελθόντες εις την Γενεύην, ο πρεσβύτερος και ο νεώτερος, πάστορες του αγίου Πέτρου απεφάσισαν να αφιερώσουν εκ νέου τους κατοίκους της Γενεύης εις τον Θεόν. Δεχόμενοι ειλικρινώς την Βίβλον ως τον κατά γράμμα λόγον του Θεού, ησθάνθησαν μίαν αναπόφευκτον υποχρέωσιν να επιβάλουν τον ηθικόν της κώδικα. Εσκανδαλίσθησαν ευρόντες πολλούς εκ του λαού επιδιδομένους εις τα άσματα, τους χορούς και παρομοίας εκδηλώσεις ευθυμία· επί πλέον, μερικοί εχαρτόπαιζον ή επινον μέχρι μέθης ή διέπραττον μοιχείαν. Ολόκληρος συνοικία της πόλεως κατείχετο από πόρνας υπό την διοίκησιν της ιδικής των Reine du bordel. Δια τον φλογερόν Φαρέλ και τον ευσυνείδητον Καλβίνον μια παραδοχή της καταστάσεως αυτής ήτο προδοσία έναντι του Θεού.

Δια να αποκαταστήσουν την θρησκευτικήν βάσιν μιας ουσιαστικής ηθικής, ο μεν Φαρέλ εξέδωσε μίαν «Ὁμολογίάν πίστεως καί πειθαρχίας», ο δε Καλβίνος μίαν λαϊκήν «Κατήχησιν», την οποίαν το μέγα Συμβούλιον ενέκρινε (Νοέμβριος 1536). Πολίται οι οποίοι θα παρέβαινον εις το εξής τον ηθικόν κώδικα, θα αφωρίζοντο ή θα εξωρίζοντο. Τον Ιούλιον του 1537, το συμβούλιον διέταξεν όλους τους πολίτας να μεταβούν εις την εκκλησίαν του Αγίου Πέτρου και να ορκισθούν υπακοήν εις την «Ὁμολογίαν» του Φαρέλ. Οιαδήποτε εκδήλωσις καθολικισμού — ως π.χ. το να φέρη κανείς κομβολόγιον, να φυλάττη ιερά λείψανα, ή να τηρή ως ιεράν, ημέραν εορτής αγίου τινός — υπέκειτο εις τιμωρίαν. Γυναίκες εφυλακίσθησαν διότι έφερον απρεπείς πίλους. Ο Μποννιβάρ, πολύ εύχαρις εις την ελευθερίαν του, ειδοποιήθη να παύση τους ακολάστους τρόπους του. Χαρτοπαίκται ετιμωρήθησαν με βασανιστήρια. Μοιχοί εσύρθησαν δια των οδών και απεστάλησαν εις εξορίαν.

Συνηθισμένοι εις την εκκλησιαστικήν διακυβέρνησιν αλλά εις την επιεική ηθικήν πειθαρχίαν ενός καθολικισμού, τον οποίον είχον μαλακώσει τα νότια κλίματα, οι κάτοικοι της Γενεύης, αντέστησαν εις την νέαν επιβολήν. Οι Πατριώται, οι οποίοι είχον απελευθερώσει την πόλιν από τον επίσκοπον και τον δούκα, αναδιωργανώθησαν δια να την απελευθερώσουν από τους ζηλωτάς πάστοράς της. Ένα άλλο κόμμα, απαιτούν ελευθερίαν συνειδήσεως και λατρείας και δια τον λόγον τούτον καλούμενον φιλελεύθερον (Libertins)* ηνώθη με τους Πατριώτας και τους μυστικούς καθολικούς και η συμμαχία αυτή, κατά τας εκλογάς της 3ης Φεβρουαρίου 1538, επέτυχε την πλειοψηφίαν εις το μέγα συμβούλιον. Το νέον συμβούλιον είπεν εις τους πάστορας να παραμείνουν μακράν της πολιτικής. Ο Φαρέλ και ο Καλβίνος κατήγγειλαν το συμβούλιον και ηρνήθησαν να δώσουν την θείαν κοινωνίαν μέχρις ότου η ανυπότακτος πόλις συμμορφωθή με την πειθαρχίαν, εις την οποίαν είχεν ορκισθή. Το συμβούλιον έπαυσε τους δύο ιερείς (23 Απριλίου) και τους διέταξε να εγκαταλείψουν την πόλιν εντός τριών ημερών. Ο λαός επανηγύρισε την αποπομπήν των με δημοσίας εκδηλώσεις χαράς. Ο Φαρέλ εδέχθη μίαν πρόσκλησιν δια το Neuchatel· εκεί εκήρυξε μέχρι τέλους της ζωής του (1565) και εκεί ένα δημόσιον μνημείον τιμά την μνήμην του.

Ο Καλβίνος μετέβη εις το Στρασβούργον, το οποίον ήτο τότε ελευθέρα πόλις, υποκείμενη μόνον εις τον αυτοκράτορα και έγινεν ιερεύς εις την «Ἐκκλησίαν τῶν Ξένων», μιαν ενορίαν προτεσταντών, κυρίως εκ Γαλλίας. Δια να προσθέση εις τα 52 γκίλντερ (1300 δολλάρια;) τα οποία επλήρωνεν ετησίως η εκκλησία, επώλησε την βιβλιοθήκην του και εδέχθη σπουδαστάς ως οικοτρόφους. Ευρίσκων την αγαμίαν δυσχερή εις την κατάστασιν αυτήν εζήτησεν από τον Φαρέλ και τον Μπουσέρ να του εύρουν μίαν σύζυγον και κατέγραψε τα προσόντα της:

«Δέν εἶμαι κανείς ἀπό τούς τρελλούς ἐκείνους ἐραστάς, οἱ ὁποῖοι ὂταν κτυπηθοῦν ἀπό τήν ὡραίαν μορφήν μιας γυναικός, ἐναγκαλίζονται ἐπίσης καί τά ἐλαττώματά της. Αὐτή ἡ καλλονή εἶναι ἡ μόνη ἡ ὁποία με ἐλκύει: νά εἶναι σεμνή, ὑποχρεωτική, νά μή μέ ἐνοχλῆ, νά εἶναι οἰκονόμος, ὑττομονητική καί νά προσέχη τήν ὑγείαν μου».28

Μετά δύο ανεπιτυχείς προσπαθείας ενυμφεύθη (1540) την Ιντελέτ ντε Μπούρ, μιαν πτωχήν χήραν με πολλά τέκνα. Απέκτησαν ένα τέκνον, το οποίον απέθανεν εις βρεφικήν ηλικίαν. Όταν απέθανεν (1549) έγραψε δι' αυτήν με την τρυφερότητα της ψυχής του, η οποία εκρύπτετο υπό την δημοσίαν αυστηρότητά του. Έζησεν εις οικογενειακήν μόνωσιν τα υπόλοιπα δέκα πέντε έτη της ζωής του.

Καθ' ον χρόνον εμόχθει εις το Στρασβούργον, τα γεγονότα εξελίσσοντο εις την Γενεύην. Ενθαρρυνθείς από την εξορίαν του Φαρέλ και του Καλβίνου, ο εξόριστος επίσκοπος εσχεδίασε μιαν θριαμβευτικήν επάνοδον εις την μητρόπολίν του. Ως προκαταρκτικόν βήμα, έπεισε τον Ιάκοπο Σαντολέτο να γράψη μίαν «Ἐπιστολήν πρός τούς κατοίκους τῆς Γενεύης» προτρέπων αυτούς να επανέλθουν εις την καθολικήν λατρείαν και πίστιν των (1539). Ο Σαντολέτο ήτο ένας ευπατρίδης εξαιρετικής αρετής δι' ένα καρδινάλιον και ουμανιστήν. Είχεν ήδη συμβουλεύσει τον παπισμόν να χειρισθή με ηπιότητα την προτεσταντικήν ανταρσίαν και βραδύτερον έθεσεν υπό την προστασίαν του εις Καρπαντράς αιρετικούς Βαλδίους, φεύγοντας προ των σφαγών (1545). Εις μίαν εξαίρετον λατινικήν, την οποίαν έμαθεν από τον άψογον Μπέμπο, απηύθυνε «πρός τούς λίαν ἀγαπητούς του ἀδελφούς, τούς ἄρχοντας, τήν γερουσίαν καί τούς πολίτας τῆς Γενεύης», τριάντα σελίδας διπλωματικών φιλοφρονήσεων και θεολογικών παρακινήσεων. Εσημείωσε την ταχείαν διαίρεσιν του προτεσταντισμού εις αντιμαχομένας μερίδας, διευθυνομένας κατά την γνώμην του, από ισχυρούς ανθρώπους, απλήστους δι' εξουσίαν συνέκρινε τούτο με την επί ολοκλήρους αιώνας ενότητα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και διηρωτάτο εάν ήτο πιθανώτερον να ευρίσκεται η αλήθεια μεταξύ των αντιτιθεμένων αυτών μερίδων ή εις το καθολικόν δόγμα το οποίον είχε διαμορφωθή από την πείραν αιώνων και την συγκεντρωμένην σοφίαν των εκκλησιαστικών συνόδων. Κατέληγε με την προσφοράν εις την Γενεύην οιασδήποτε υπηρεσίας την οποίαν θα ήτο εις θέσιν να της παράσχη.

Το συμβούλιον τον ηυχαρίστησε δια τας φιλοφρονήσεις του και του υπεσχέθη να του απαντήση βραδύτερον. Αλλά δεν θα ευρίσκετο κανείς εις την Γενεύην ο οποίος θα ηδύνατο να διασταυρώση το ξίφος και τα λατινικά με τον εξελιγμένον ουμανιστήν. Εν τω μεταξύ, μερικοί πολίται εζήτησαν νά απαλλαγούν από τον όρκον των να υποστηρίζουν την «Ὁμολογίαν τῆς πίστεως καί τῆς πειθαρχίας» και επί ένα διάστημα, εφαίνετο ότι η πόλις θα επανήρχετο εις τον καθολικισμόν. Ο Καλβίνος έμαθε την κατάστασιν και εις μίαν απάντησιν προς τον καρδινάλιον, ηγέρθη με όλην την δύναμίν του πνεύματος και του καλάμου του δια να υπερασπίση την Μεταρρύθμισιν. Απήντησεν εις την ευγένειαν με ευγένειαν, εις την ευγλωττίαν με ευγλωττίαν αλλά δεν ηδύνατο να υποχωρήση ούτε κατά χιλιοστόν εις την θεολογίαν του. Διεμαρτυρήθη εναντίον της μομφής ότι είχεν επαναστατήσει δια λόγους προσωπικής φιλοδοξίας· θα ηδύνατο να ανέλθη εις πολύ ανωτέραν θέσιν εάν θα είχε παραμείνει ρωμαιοκαθολικός. Παρεδέχθη την θείαν ίδρυσιν της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αλλά κατηγορεί ότι αι κακίαι των παπών της Αναγεννήσεως απέδειξαν την κατάκτησιν του παπισμού από τον αντίχριστον. Εις την σοφίαν των εκκλησιαστικών συνόδων αντέταξε την σοφίαν της Βίβλου, την οποίαν ο Σαντολέτο είχε σχεδόν αγνοήσει. Ελυπείτο διότι η διαφθορά της Εκκλησίας κατέστησε αναγκαίαν την διαίρεσιν και τον χωρισμόν, αλλά μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον ηδύναντο να θεραπευθούν τα δεινά. Εάν καθολικοί και προτεστάνται συνειργάζοντο τώρα δια να αποκαθάρουν τα δόγματα, το τυπικόν και το προσωπικόν όλων των χριστιανικών εκκλησιών, θα αντημείβοντο με μίαν τελικήν ενότητα εις τους ουρανούς με τον Χριστόν. Ήτο μία σημαντική επιστολή, παραβλέπουσα ίσως τας παρεμπίπτουσας αρετάς των παπών της Αναγεννήσεως αλλά κατά τα άλλα διατυπωμένη με μίαν ευπρέπειαν και αξιοπρέπειαν, σπανίαν εις τας έριδας της εποχής.

Ο Λούθηρος αναγνώσας αυτήν εις την Βιττενβέργην, την εχαιρέτησεν ως εκμηδενίσασαν τον καρδινάλιον «Χαίρω», ανέκραξε, «διότι ὁ Θεός ὑψώνει ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι θἀ... τελειώσουν τόν πόλεμον, τόν ὁποῖον ἐγώ ἤρχισα κατά τοῦ ἀντιχρίστου».29 Το συμβούλιον της Γενεύης κατεπλάγη τόσον πολύ ώστε διέταξε να τυπωθούν αι δύο επιστολαί με έξοδα της πόλεως (1540). Ήρχισε να διερωτάται μήπως, με την εξορίαν του Καλβίνου, είχε χάσει τον ικανώτερον άνδρα της ελβετικής Μεταρρυθμίσεως.

Και άλλοι παράγοντες ενίσχυον την αμφιβολίαν. Οι πάστορες, οι οποίοι είχον αντικαταστήσει τον Φαρέλ και τον Καλβίνον, απεδείχθησαν ανίκανοι και εις το κήρυγμα και εις την πειθαρχίαν. Το κοινόν έχασε τον σεβασμόν προς αυτούς και επανήλθεν εις την εύκολον ηθικήν των προμεταρρυθμιστικών ημερών. Η χαρτοπαιξία, η μέθη, αι αταξίαι και αι συμπλοκαί εις τους δρόμους, η μοιχεία, ήνθουν. Άσεμνα άσματα εψάλλοντο δημοσία, διάφορα πρόσωπα περιήρχοντο γυμνά εις τας οδούς.30 Εκ των τεσσάρων συνδίκων, οι οποίοι ηγήθησαν του κινήματος δια την έξωσιν του Φαρέλ και του Καλβίνου, ο ένας κατεδικάσθη εις θάνατον δια φόνον, ένας άλλος κατεδικάσθη δια πλαστογραφίαν, ο τρίτος δια προδοσίαν, ο τέταρτος απέθανεν ενώ επεχείρει να διαφύγη την σύλληψιν. Οι επιχειρηματίαι, οι οποίοι ήλεγχον το συμβούλιον, πρέπει να έβλεπον δυσμενώς την αταξίαν αυτήν ως παραβλάπτουσαν το εμπόριον. Το ίδιον το συμβούλιον δεν είχε καμμίαν διάθεσιν να αντικατασταθή και ίσως να αφορισθή από ένα επανερχόμενον εις την εξουσίαν επίσκοπον. Βαθμηδόν, η πλειοψηφία των μελών κατέληξεν εις την ιδέαν να ανακαλέσουν τον Καλβίνον. Την 1ην Μαΐου 1541, το συμβούλιον ηκύρωσε την καταδίκην εις εξορίαν και εκήρυξε τον Φαρέλ και τον Καλβίνον έντιμους ανθρώπους. Η μία αντιπροσωπία μετά την άλλην μετέβαινεν εις το Στρασβούργον δια να πείση τον Καλβίνον να αναλάβη εκ νέου την θέσιν του ως πάστορος εις την Γενεύην. Ο Φαρέλ εσυγχώρησε την πόλιν διότι δεν του έστειλε παρομοίαν πρόσκλησιν και με ευγενή καλωσύνην ήνωσε τας προσπαθείας του με τας των αντιπροσωπιών, παρακινών τον Καλβίνον να επανέλθη. Αλλά ο Καλβίνος είχεν αποκτήσει πολλούς φίλους εις το Στρασβούργον, ησθάνετο ότι είχεν υποχρεώσεις εκεί και δεν έβλεπε να τον εναμένουν εις την Γενεύην παρά μόνον έριδες και αγώνες· «δέν ὑπάρχει μέρος εἰς τόν κόσμον, τὁ ὁποῖον νά φοβοῦμαι περισσότερον». Συνεφώνησε μόνον να επισκεφθή την πόλιν. Όταν έφθασεν εκεί (13 Σεπτεμβίου 1541), έγινε δεκτός με τόσας τιμάς, με τόσας αιτήσεις συγγνώμης και τόσας υποσχέσεις δια συνεργασίαν προς αποκατάστασιν της τάξεως και του Ευαγγελίου, ώστε του ήτο δύσκολον να αρνηθή. Την 16ην Σεπτεμβρίου, έγραψεν εις τον Φαρέλ:
«Ἡ ἐπιθυμία σου ἰκανοποιεῖται. Κρατοῦμαι στερεῶς ἐδῶ. Εἴθε ὁ Θεός νά δώση τήν εὐλογίαν του».31

IV. Η ΠΟΛΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ο Καλβίνος συμπεριεφέρθη κατά τα πρώτα έτη της ανακλήσεώς του με μίαν μετριοπάθειαν και μετριοφροσύνην, αι οποίαι εκέρδισαν όλους σχεδόν, πλην μιας μικράς μειοψηφίας, υπέρ αυτού. Διωρίσθησαν οκτώ βοηθοί πάστορες, υπ' αυτόν, δια να εξυπηρετήσουν την εκκλησίαν του Αγίου Πέτρου και τας άλλας εκκλησίας της πόλεως. Ειργάζετο από 12 έως 18 ώρας καθ' εκάστην ως ιεροκήρυξ, διευθυντής, καθηγητής της θεολογίας, επιθεωρητής των εκκλησιών και των σχολείων, σύμβουλος των κοινοτικών συμβουλίων και ρυθμιστής της δημοσίας ηθικής και της εκκλησιαστικής λειτουργικής. Εν τω μεταξύ εξηκολούθει να επεκτείνη τας «Εἰσηγήσεις»· έγραφε σχόλια εις την Βίβλον και διετήρει μίαν αλληλογραφίαν, ερχομένην εις έκτασιν αμέσως μετά την του Εράσμου αλλά υπερβαίνουσαν αυτήν εις επιρροήν. Εκοιμάτο ολίγον, έτρωγε ολίγον, ενήστευε συχνά. Ο διάδοχος και βιογράφος του Θεόδωρος ντε Μπέζ εθαύμαζε πώς ένας μικρός άνθρωπος (unicus hommunculus) ηδύνατο να φέρη ένα τόσον βαρύ και ποικίλον φορτίον.
Το πρώτον του έργον υπήρξεν η αναδιοργάνωσις της μεταρρυ- θμισθείσης Εκκλησίας. Κατόπιν αιτήσεώς του, το μικρόν συμβούλιον, ολίγον μετά την επάνοδόν του, διώρισε μίαν επιτροπήν εκ πέντε κληρικών και εξ συμβούλων με τον Καλβίνον επί κεφαλής, δια να συντάξη ένα νέον εκκλησιαστικόν κώδικα. Την 2αν Ιανουαρίου 1542 το μέγα συμβούλιον επεκύρωσε τας προκυψάσας «Ἐκκλησιαστικάς Διατάξεις» των οποίων τα κύρια χαρακτηριστικά εξακολουθούν να είναι παραδεκτά από τας Μεταρρυθμιστικάς και Πρεσβυτεριανάς εκκλησίας της Ευρώπης και της Αμερικής.

Το ιερατείον διηρέθη εις πάστορας, διδασκάλους, λαϊκούς πρεσβυτέρους και διακόνους. Οι πάστορες της Γενεύης απετέλουν την «Σεβασμίαν Ἐταιρείαν» η οποία εκυβέρνα την Εκκλησίαν και εξετταίδευε τους υποψηφίους δια το ιερατείον. Του λοιπού ουδείς ηδύνατο να κηρύξη εις την Γενεύην άνευ αδείας της Εταιρείας. Απητείτο επίσης η συγκατάθεσις του συμβουλίου της πόλεως και των ενοριτών αλλά αι επισκοπικαί διαταγαί — και οι επίσκοποι — ήσαν ταμπού. Ο νέος κλήρος, ενώ ουδέποτε διεξεδίκησε τας θαυμαστάς δυνάμεις των καθολικών ιερέων και ενώ εθέσπιζε την κατάστασίν του ασυμβίβαστον δι' εκλογήν εις πολιτικά αξιώματα, κατέστη υπό τον Καλβίνον πολύ ισχυρότερος από οιονδήποτε άλλο ιερατείον μετά το αρχαίον Ισραήλ. Ο πραγματικός νόμος ενός χριστιανικού κράτους, έλεγεν ο Καλβίνος, πρέπει να είναι η Βίβλος. Οι κληρικοί είναι οι αρμόδιοι ερμηνευταί αυτού του νόμου· αι πολιτικαί κυβερνήσεις είναι υποκείμεναι εις αυτόν τον νόμον και πρέπει να τον επιβάλλουν κατ' αυτόν τον τρόπον ερμηνευόμενον. Οι πρακτικοί άνθρωποι εις τα συμβούλια πιθανόν να είχον αμφιβολίας εις τα σημεία αυτά αλλά φαίνεται ότι ησθάνοντο ότι η κοινωνική τάξις ήτο τόσον επωφελής εις την οικονομίαν ώστε μερικαί εκκλησιαστικαί προϋποθέσεις ήτο προς το παρόν δυνατόν να υφίστανται άνευ αντιδράσεως. Επί ένα εκπληκτικόν τέταρτον αιώνος μια θεοκρατία κληρικών εφαίνετο κυριαρχούσα επί μιας ολιγαρχίας εμπόρων και επιχειρηματιών.

Η εξουσία του κλήρου επί της ζωής εις την Γενεύην, ησκείτο δι' ενός κονσιστορίου ή ποεσβυτερίου συνισταμένου από πέντε πάστορας και δώδεκα λαϊκούς πρεσβυτέρους, άπαντας εκλεγομένους υπό του συμβουλίου. Επειδή οι πάστορες διετήρουν την θέσιν των καθ' όλην την διάρκειαν της ιερωσύνης των ενώ οι πρεσβύτεροι μόνον επί εν έτος, κονσιστόριον, δια τα ζητήματα τα οποία δεν αφεώρουν κυρίας υποθέσεις, εκυβερνάτο από τα εκκλησιαστικά του μέλη. Απέκτησε το δικαίωμα να κανονίζη την Θρησκευτικήν λατρείαν και την ηθικήν συμπεριφοράν παντός κατοίκου· απέστελλεν ένα ιερέα και ένα λαϊκόν πρεσβύτερον να επισκέπτωνται εκάστην οικίαν και οικογένειαν μίαν φοράν το έτος· ηδύνατο να καλή ενώπιόν του οιονδήποτε προς εξέτασιν. Ηδύνατο να επιπλήττη και να αφορίζη διαφόρους παραβάτας και ηδύνατο να υπολογίζη επί του συμβουλίου ότι θα έξώριζεν από την πόλιν εκείνους τους οποίους το κονσιστόριον θα απέπεμπεν από την Εκκλησίαν. Ο Καλβίνος είχεν εξουσίαν ως πρόεδρος του κονσιστορίου· από του 1541 μέχρι του θανάτου του το 1564, η φωνή του είχε την μεγαλυτέραν επιρροήν εις την Γενεύην. Η δικτατορία του δεν ήτο δικτατορία νόμου ή ισχύος αλλά θελήσεως και χαρακτήρος. Η έντασις της πίστεώς του εις την αποστολήν του και η πληρότης της αφοσιώσεώς του εις τα καθηκοντά του, του έδιδον μίαν δύναμιν εις την οποίαν ουδείς ηδύνατο να αντισταθή επιτυχώς. Εάν ανέζη ο Ιλδεβράνδης θα ηδύνατο να χαρή δια τον προφανή θρίαμβον της Εκκλησίας επί του κράτους.
Ενισχυμένος με αυτάς τας εξουσίας, ο κλήρος ερρύθμισε πρώτον την θρησκευτικήν λατρείαν. «Ὁλόκληρον τό προσωπικόν τοῦ οἴκου, πρέπει νά παρευρίσκεται τήν Κυριακήν εἰς τό κήρυγμα, ἐκτός ἄν ἀφεθῆ κανείς εἰς τήν οἰκίαν νά προσέχη τά παιδία ἤ τά ζῶα. Ἐάν ὑπάρχη κήρυγμα κατά τάς ἡμέρας τῆς ἐβδομάδος, ὃλοι ὃσοι δύνανται πρέπει νά προσέρχωνται». (Ο Καλβίνος εκήρυττε τρις ή τετράκις της εβδομάδος).

«Ἐάν κανείς προσέλθη ὃταν τό κήρυγμα θά ἔχει ἀρχίσει, ἄς τοῦ γίνει προειδοποίησις· ἐάν δέν συμμορφωθῆ, νά πληρώνη πρόστιμον τριῶν σολδίων».32

Ουδείς απηλλάσσετο από τας προτεσταντικάς ιερουργίας με την δικαιολογίαν, ότι είχε διάφορον ή ιδικήν του θρησκευτικήν πίστιν. Ο Καλβίνος ήτο τόσον απόλυτος εις την απόρριψιν της ατομικότητος της πίστεως, όσον θα ήτο οιοσδήποτε πάπας. Ο μεγαλύτερος νομοθέτης του προτεσταντισμού απέκρουεν απολύτως την αρχήν εκείνην της ατομικής κρίσεως, με την οποίαν η νέα θρησκεία είχεν αρχίσει. Είχεν ίδει τον κατατεμαχισμόν της Μεταρρυθμίσεως εις πλείστας αιρέσεις και προείδε περισσοτέρας· εις την Γενεύην δεν ήθελε καμμίαν από αυτάς. Εκεί ένα σώμα από μορφωμένους ιερείς θα διετύπωνε μίαν έγκυρον πίστιν, Όσοι εκ των κατοίκων της Γενεύης δεν ηδύναντο να την αποδεχθούν, θα έπρεπε να αναζητήσουν αλλού κατοικίαν. Συνεχιζομένη απουσία από τα προτεσταντικά κηρύγματα η συνεχής άρνησις να λάβουν την Ευχαριστίαν, ήσαν παραπτώματα τιμωρητέα.
Η αίρεσις έγινε πάλιν προσβολή κατά του Θεού και προδοσία κατά του κράτους και έπρεπε να τιμωρήται με θάνατον. Ο καθολικισμός, ο οποίος είχε κηρύξει αυτήν την άποψιν περί των αιρέσεων, έγινε και αυτός αίρεσις με την σειράν του. Μεταξύ του 1542 και του 1564, πενήντα οκτώ πρόσωπα εθανατώθησαν και 76 εξωρίσθησαν, διότι παρέβησαν τον νέον κώδικα. Εδώ, όπως και παντού αλλού, η μαγεία ήτο κεφαλαιώδες έγκλημα· εντός ενός έτους και κατά συμβουλήν του κονσιστορίου, δέκα τέσσαρες υποτιθέμεναι μάγισσαι εστάλησαν εις την πυράν με την κατηγορίαν, ότι είχον πείσει τον σατανάν να προσβάλη την Γενεύην με την πανώλην.33

Το κονσιστόριον δεν έκαμνε διάκρισιν μεταξύ θρησκείας και ηθικής. Η διαγωγή έπρεπε να κατευθύνεται με την ιδίαν επιμέλειαν όπως και η πίστις διότι η καλή διαγωγή ήτο ο σκοπός της ορθής πίστεως. Ο ίδιος ο Καλβίνος, εγκρατής και αυστηρός, ωνειρεύετο μίαν κοινότητα τόσον καλώς ρυθμισμένην ώστε η αρετή της να απεδείκνυε την θεολογίαν της και να κατήσχυνε τον ρωμαιοκαθολικισμόν ο οποίος είχε δημιουργήσει και ανεχθή την πολυτέλειαν και την έκλυσιν των ηθών της Ρώμης. Η πειθαρχία έπρεπε να είναι η σπονδυλική στήλη της προσωπικότητος, επιτρέπουσα εις αυτήν να ανυψωθή από την ευτέλειαν της ανθρωπίνης φύσεως εις το ανάστημα του ανθρώπου ο οποίος ενίκησε τον εαυτόν του. Ο κλήρος πρέπει να οδηγή με το παράδειγμα όπως και με την διδασκαλίαν οι κληρικοί δύνανται να νυμφεύωνται και να αποκτούν τέκνα, αλλά πρέπει να απέχουν από τα κυνήγια, την χαρτοπαιξίαν, τα συμπόσια, το εμπόριον και τας κοσμικάς διασκεδάσεις και να δέχωνται κατ' έτος την επίσκεψιν και την έρευναν δια την διαπίστωσιν της ηθικότητος από τους εκκλησιαστικούς προϊσταμένους των.

Δια την ρύθμισιν της διαγωγής των λαϊκών, είχε καθορισθή ένα σύστημα επισκέψεων κατ' οίκον: ένας από τους πρεσβυτέρους επεσκέπτετο κατ' έτος όλας τας οικίας ενός διαμερίσματος της πόλεως, το οποίον του καθωρίζετο και εξήταζε τους κατοίκους εφ' όλων των φάσεων της ζωής των. Το κονσιστόριον και το συμβούλιον απηγόρευσαν από κοινού τα τυχερά παιγνίδια, την χαρτοπαιξίαν, την βλασφημίαν, την μέθην, το να συχνάζουν εις καπηλεία, τον χορόν (ο οποίος τότε εποίκιλλε με εναγκαλισμούς και με φιλήματα), τα άσεμνα ή αντιθρησκευτικά άσματα, τας υπερβολάς εις τας διασκεδάσεις, την πολυτέλειαν της διαβιώσεως και την άσεμνον ενδυμασίαν. Το επιτρεπόμενον χρώμα, η ποσότης των ενδυμάτων και ο αριθμός των φαγητών τα οποία επετρέποντο εις έκαστον γεύμα, καθωρίζοντο διά νόμου. Τα κοσμήματα και αι δαντέλλαι έπέσυρον δυσμενείς έπικρίσεις. Μια γυνή εφυλακίσθη διότι είχε κτενίσει την κόμην της εις ανήθικον ύψος.34 Αι θεατρικαί παραστάσεις περιωρίσθησαν εις θρησκευτικά δράματα και έπειτα απηγορεύθησαν και αυτά ακόμη. Τα παιδία έπρεπε να βαπτίζωνται όχι με ονόματα του καθολικού ημερολογίου, αλλά κατά προτίμησιν να λαμβάνουν ονόματα προσώπων της Παλαιάς Διαθήκης. Ένας ισχυρογνώμων πατήρ εφυλακίσθη επί τετραήμερον διότι επέμενε να ονομασθή ο υιός του Κλαύδιος αντί Αβραάμ.35 Η λογοκρισία επί των δημοσιευμάτων παρελήφθη από τα ρωμαιοκαθολικά και κοσμικά προηγούμενα και επεξετάθη (1560): βιβλία πεπλανημένων θρησκευτικών δογμάτων ή ανηθίκων τάσεων, απηγορεύοντο· βραδύτερον επρόκειτο να υπαχθούν εις αυτήν την απαγόρευσιν τα «Δοκίμια» του Μονταίν και ο «Αἰμίλιος» του Ρουσσώ. Το να εκφρασθή κανείς ανευλαβώς περί του Καλβίνου ή περί του κλήρου ήτο έγκλημα.36 Μία πρώτη παράβασις των διατάξεων αυτών ετιμωρείτο με επίπληξιν, περαιτέρω παράβασις με πρόστιμον, εμμονή εις την παράβασιν, με φυλάκισιν ή εξορίαν. Η εξώγαμος συνουσία ετιμωρείτο με εξορίαν ή πνιγμόν η μοιχεία, η βλασφημία και η ειδωλολατρεία, με θάνατον. Εις μίαν εξαιρετικήν περίπτωσιν ένα παιδίον απεκεφαλίσθη διότι εκτύπησε τους γονείς του.37 Κατά τα έτη 1558 — 59 υπήρξαν 414 υττοθέσεις διώξεως αδικημάτων κατά της ηθικής. Μεταξύ των ετών 1542 και 1546 εσημειώθησαν 76 εξορίαι και 58 εκτελέσεις· ο συνολικός πληθυσμός της Γενεύης ήτο τότε περί τας 20.000.38 Όπως παντού κατά τον δέκατον έκτον αιώνα, τα βασανιστήρια εχρησιμοποιούντο συχνά διά την απόσπασιν ομολογιών ή μαρτυρικών καταθέσεων.

Ο διακανονισμός επεξετείνετο εις την εκπαίδευσιν, την κοινωνίαν και την οικονομικήν ζωήν. Ο Καλβίνος ίδρυσε σχολεία και μίαν ακαδημίαν, ανεζήτησεν εις ολόκληρον την Ευρώπην καλούς διδασκάλους της λατινικής, της ελληνικής, της εβραϊκής και της θεολογίας και εξεπαίδευσε νέους ιερείς οι οποίοι μετέδωσαν το ευαγγέλιόν του εις την Γαλλίαν, την Ολλανδίαν, την Σκωτίαν και την Αγγλίαν με όλην την ζέσιν και την αφοσίωσιν των Ιησουϊτών ιεραποστόλων εις την Ασίαν. Εντός ένδεκα ετών (1555—1566), η Γενεύη απέστειλε τοιούτους ιεραποστόλους εις την Γαλλίαν, πολλοί εκ των οποίων έψαλλον ουγενοτικούς ύμνους καθ' ον χρόνον υφίσταντο μαρτύρια. Ο Καλβίνος εθεώρει την διαίρεσιν των τάξεων φυσικήν και η νομοθεσία του επροστάτευσε τους βαθμούς και τα αξιώματα, καθιερώσασα το είδος του ενδύματος και τα όρια της δραστηριότητος δι' εκάστην τάξιν.39 Ανεμένετο από τον καθένα να δέχεται την Θέσιν του εντός της κοινωνίας και να εκτελή τα κα-θήκοντα αυτής χωρίς να ζηλεύη τους καλυτέρους του ή να παραπονήται διά την μοίραν του. Η επαιτεία απηγορεύετο και η άνευ διακρίσεως ελεημοσύνη αντικατεστάθη με μίαν επιμελή κοινοτικήν διεύθυνσιν της ανακουφίσεως τών πτωχών.

Ο καλβινισμός έδωσεν εις την σκληράν εργασίαν, την εγκράτειαν, την εργατικότητα, την λιτότητα και την οικονομίαν, μίαν θρησκευτικήν επικύρωσιν και επιβράβευσιν, η οποία πρέπει να συνετέλεσεν εις την επαύξησιν της φιλέργου διαθέσεως των νεωτέρων προτεσταντών επαγγελματιών. Αλλ' αυτή η σχέσις είχε τονισθή εις υπερβολικόν βαθμόν.40 Ο κεφαλαιοκρατισμός είχεν αναπτυχθή πολύ περισσότερον εις την καθολικήν Φλωρεντίαν και Φλάνδραν προ της Μεταρρυθμίσεως παρά εις την Γενεύην του Καλβίνου. Ο Καλβίνος απέκρουε τον ατομισμόν εις την οικονομίαν όπως και εις την θρησκείαν και την ηθικήν. Η κοινωνική μονάς, κατά την άποψίν του, δεν ήτο το ελεύθερον άτομον (με το οποίον ο Λούθηρος είχεν αρχίσει την επανάστασίν του) αλλά η κοινότης της πόλεως - κράτους, της οποίας τα μέλη ήσαν συνδεδεμένα με αυτήν με αυστηρούς νόμους και πειθαρχίαν.

«Κανένα μέλος τῆς χριστιανικῆς κοινότητος», έγραφε, «δέν κρατεῖ τά χαρίσματά του διά τόν ἐαυτόν του ἤ διά τήν ἀτομικήν του χρῆσιν, ἀλλά τά μοιράζει μέ τά ἄλλα μέλη· οὔτε ἀπολαμβάνει κέρδη ἐκτος μόνον ἀπό ἐκεῖνα τά πράγματα, τά ὁποῖα προκύπτουν ἀπό τό κοινόν κέρδος τοῦ σώματος ώς συνόλου».41

Δεν συνεπάθει την κερδοσκοπίαν και τον αδίστακτον πλουτισμόν.42 Όπως μερικοί καθολικοί θεωρητικοί του τέλους του Μεσαίωνος, επέτρεπε τον τόκον εις τα δάνεια αλλά θεωρητικώς τον περιώριζεν εις το 5% και παρεκίνει να δίδωνται άτοκα δάνεια εις ενδεή άτομα ή εις το κράτος.43 Με την έγκρισίν του, το κονσιστόριον ετιμώρει τους ασκούντας μονοπώλιον και τους δανειστάς οι οποίοι εζήτουν υπερβολικόν τόκον τούτο καθώριζε τας τιμάς των τροφίμων και των ειδών ενδυμασίας και τας αμοιβάς δια χειρουργικάς επεμβάσεις, ήλεγχεν ή επέβαλλε πρόστιμα εις εμπόρους οι οποίοι εξηπάτουν τους πελάτας των, εις πωλητάς χρησιμοποιούντος ηλλοιωμένα σταθμά, υφασματοπώλας οι οποίοι έκοπτον τα υφάσματα πολύ κοντά.44 Μερικάς φοράς το καθεστώς εκινείτο προς κρατικόν σοσιαλισμόν· η «Σεβασμία Ἑταιρεία» ίδρυσε μίαν τράπεζαν και διηύθυνε μερικάς βιομηχανίας.45

Εάν λάβωμεν υπ' όψει τους περιωρισμένους τούτους παράγοντας, δυνάμεθα να δεχθώμεν μίαν ήρεμον και αύξουσαν συνεννόησιν μεταξύ του καλβινισμού και των επιχειρήσεων. Ο Kαλβίνος δεν θα ηδύνατο να διατηρήση επί μακρόν την ηγεσίαν του εάν θα είχε παρεμποδίσει την εμπορικήν ανάπτυξιν μιας πόλεως, της οποίας η ζωή ήτο το εμπόριον. Προσηρμόσθη προς την κατάστασιν, επέτρεψε τόκον 10 % και συνίστα κρατικά δάνεια προς χρηματοδότησιν της εισαγωγής ή επεκτάσεως ιδιωτικής βιομηχανίας, όπως της κατασκευής υφασμάτων ή της παραγωγής μετάξης. Εμπορικά κέντρα, όπως η Αμβέρσα, το Άμστερνταμ και το Λονδίνον, προσεχώρησαν προθύμως εις την πρώτην νέαν ομολογίαν η οποία παρεδέχετο την νέαν οικονομίαν. Ο καλβινισμός παρέλαβε τας μεσαίας τάξεις εις τους κόλπους του και ανεπτύχθη μαζί με την ιδικήν των ανάπτυξιν.
Ποία υπήρξαν τα αποτελέσματα της διακυβερνήσεως του Καλβίνου; Αι δυσκολίαι της επιβολής πρέπει να ήσαν εξαιρετικώς μεγάλαι διότι ουδέποτε εις την ιστορίαν απητήθη τόσον αυστηρά ηθική από μίαν πόλιν. Μία σημαντική μερίς αντετάχθη προς το καθεστώς μέχρι του σημείου φανεράς ανταρσίας αλλά αρκετός αριθμός πολιτών με επιρροήν πρέπει να το υπεστήριξεν, έστω και βάσει της γενικής θεωρίας της ηθικής, ότι οι άλλοι είχον ανάγκην αυτής. Η εισροή Γάλλων Ουγενότων και άλλων προτεσταντών πρέπει να ενίσχυσε τον Καλβίνον ο δε περιορισμός του πειράματος εις την Γενεύην και την ενδοχώραν της, ηύξησε τας πιθανότητας της επιτυχίας του. Ο υφιστάμενος φόβος εισβολής και απορροφήσεως από εχθρικά κράτη (Σαβοΐα, Ιταλία, Γαλλία, Αυτοκρατορία) επέβαλε πολιτικήν σταθερότητα και πολιτικήν υπακοήν. Ο εξωτερικός κίνδυνος προήγαγε την εσωτερικήν πειθαρχίαν. Εν πάση περιπτώσει, έχομεν μίαν ενθουσιώδη περιγραφήν από τον κάλαμον ενός αυτόπτου, του Μπερναρντίνο Οκίνο, ενός Ιταλού προτεστάντου, ο οποίος είχεν εύρει καταφύγιον εις την Γενεύην:

«Αι βλασφημίαι και αι κατάραι, η ασέλγεια, η μοιχεία και ο άσεμνος βίος, πράγματα τα οποία επικρατούν εις άλλας πόλεις όπου είχον ζήσει, εδώ είναι άγνωστα. Δεν υπάρχουν προαγωγοί και πόρναι. Ο λαός δεν γνωρίζει τι είναι τα κοσμήματα και όλοι ενδύονται κατά ευπρεπή τρόπον. Τα τυχερά παιγνίδια δεν συνηθίζονται. Η φιλανθρωπία είναι τόσον μεγάλη ώστε οι πτωχοί δεν έχουν ανάγκην να επαιτήσουν. Οι άνθρωποι νουθετούν αλλήλους κατά τρόπον αδελφικόν, όπως καθορίζει ο Χριστός. Αι δίκαι έχουν εκλείψει από την πόλιν, ούτε υπάρχει σιμωνία, φόνοι ή φατριαστικόν πνεύμα αλλά μόνον ειρήνη και φιλανθρωπία. Εξ άλλου δεν υπάρχουν εδώ όργανα ούτε ήχοι κοδώνων ούτε επεδεικτικαί ψαλμωδίαι ούτε καύσις λαμπάδων ή κανδηλίων (εις τας εκκλησίας) ούτε λείψανα ούτε εικόνες, αγάλματα, λαμπρά άμφια, ούτε φάρσαι ή ψυχραί τελεταί. Αι εκλησίαι είναι εντελώς απηλλαγμέναι από ειδωλολατρείαν».46

Τα υπάρχοντα πρακτικά του Συμβουλίου δια την περίοδον αυτήν δεν συμφωνούν πλήρως με αυτήν την έκθεσιν: αποκαλύπτουν μέγα ττοσοστόν νόθων τέκνων, εγκαταλελειμμένων βρεφών, αναγκαστικών γάμων και καταδικών εις θάνατον.47 Ο γαμβρός του Καλβίνου και η θυγάτηρ της συζύγου του ήσαν μεταξύ των καταδικασθέντων δια μοιχείαν.48 Αλλά καΙ πάλιν βραδύτερον, περί το 1610, ευρίσκομεν τον Βαλεντίνον Ανδρέου, ένα λουθηρανόν ιερέα από την Βυρτεμβέργην, ο οποίος επαινεί την Γενεύην ζηλοφθόνως:

«Όταν ήμουν εις την Γενεύην παρετήρησα κάτι το μέγα, το οποίον θα ενθυμούμαι και θα ποθώ εφ' όσον ζω. Υπάρχει εις αυτήν την πόλιν όχι μόνον ο τέλειος θεσμός μιας τελείας δημοκρατίας αλλά, ως ειδικώτερον στόλισμα, μία ηθική πειθαρχία, η οποία προβαίνει κάθε εβδομάδα εις έρευναν της διαγωγής, ακόμη και των ελαχίστων παρεκτροπών των πολιτών... Αι ύβρεις, αι βλασφημίαι, η χαρτοπαιξία, η πολυτέλεια, η διαμάχη, το μίσος, η απάτη κ.λ.π. απαγορεύονται· ενώ σπανίως αναφέρονται μεγαλύτερα αμαρτήματα. Οποίον ένδοξον κόσμημα της χριστιανικής θρησκείας είναι μία τοιαύτη αγνότης ηθών ! Θα πρέπει να θρηνώμεν με δάκρυα διότι ελλείπει από ημάς (τους Γερμανούς) και έχει σχεδόν παντελώς παραμεληθή. Εάν δεν υπήρχεν η θρησκευτική διαφορά, θα παρέμενον προσκεκολλημένος εις την Γενεύην αιωνίως».49

V.    ΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΛΒΙΝΟΥ
Ο χαρακτήρ του Καλβίνου ενηρμονίζετο με την Θεολογίαν του. Η ελαιογραφία εις την πανεπιστημιακήν βιβλιοθήκην της Γενεύης τον εικονίζει ως ένα αυστηρόν και σκυθρωπόν μυστικιστήν· μελαχροινόν αλλ' αναιμικόν χρώμα, αραιόν μαύρον γένειον, υψηλόν μέτωπον, διαπεραστικοί, αδίστακτοι οφθαλμοί. Ήτο κοντός και λεπτός και φυσικώς αδύνατος, κάθε άλλο παρά κατάλληλος δια να κρατή μίαν πόλιν εις τας χείρας του. Όπισθεν όμως του ασθενούς πλαισίου εφλέγετο ένα πνεύμα οξύ, στενόν, αφωσιεομένον και έντονον και μία σταθερά, αδάμαστος θέλησις, ίσως μία θέλησις προς εξουσίαν. Η διάνοιά του ήτο φρούριον τάξεως, καθιστώσα αυτόν σχεδόν τον Ακινάτον της προτεσταντικής θεολογίας. Η μνήμη του ήτο φορτωμένη και εν τούτοις ακριβής. Προηγείτο της εποχής του εις την αμφιβολίαν του περί της αστρολογίας, ευρίσκετο εις το επίπεδόν της απορρίπτων τον Κοπέρνικον και ολίγον οπίσω αυτής (όπως ο Λούθηρος) αποδίδων πολλά γήινα συμβεβηκότα εις τον διάβολον. Η συστολή του έκρυπτε το θάρρος του, η διστακτικότης του μετεμόρφωνε μίαν εσωτερικήν υπερηφάνειαν, η ταπεινότης του ενώπιον του Θεού εγίνετο κατά καιρούς επιβλητική αλαζονεία έναντι των ανθρώπων. Ήτο οδυνηρώς ευαίσθητος εις τας επικρίσεις και δεν ηδύνατο να ανεχθή την αντίδρασιν με την υπομονήν ενός ο οποίος δύναται να συλλάβη την δυνατότητα ότι πιθανόν να σφάλλη. Ταλαιπωρημένος από τας ασθενείας, κύπτων υπό την συνεχή εργασίαν, εξήπτετο συχνάκις και εξέσπα εις οργίλην ευγλωττίαν. Ωμολόγησεν εις τον Μπούσερ ότι εύρισκε δυσκολίας εις το να δαμάση «τό ἄγριον θηρίον τῆς ὁργῆς».50
Αι αρεταί του δεν περιελάμβανον το χιούμορ, το οποίον θα εμαλάκωνεν ίσως τας βεβαιότητάς του ούτε ένα αίσθημα του ωραίου το οποίον θα ηδύνατο να περισώση έργα εκκλησιαστικής τέχνης. Εν τούτοις δεν ήτο αμείλικτος εχθρός της χαράς· προέτρεπε τους οπαδούς του να είναι εύθυμοι, να παίζουν αθώα παιγνίδια, όπως σφαίρας και κύκλους και να απολαμβάνουν τον οίνου με μέτρον. Ηδύνατο να είναι ευγενικός και τρυφερός φίλος και αμείλικτος εχθρός, ικανός δια σκληράς κρίσεις και αυστηράν εκδίκησιν. Εκείνοι οι οποίοι τον υπηρέτουν τον εφοβούντο,51 αλλά εκείνοι τον ηγάπων περισσότερον, όσοι τον εγνώριζον καλύτερον. Σεξουαλικώς, ο βίος του δεν παρουσίασε σφάλμα. Έζη με απλότητα, έτρωγε ελάχιστα, ενήστευεν άνευ επιδείξεως, εκοιμάτο μόνον εξ ώρας ημερησίως, ουδέποτε έλαβεν άδειαν, προσέφερεν αδιστάκτως τον εαυτόν του εις ό,τι ενόμιζεν ότι ήτο υπηρεσία του Θεού. Απέρριπτεν αιτήσεις δι’ αύξησιν μισθών αλλά εμόχθει δια την εξεύρεσιν χρημάτων προς ανακούφισιν των πτωχών.

«Ἡ δύναμις τοῦ αἱρετικοῦ αὐτοῦ», έλεγεν ο πάπας Πίος Δ' «συνίστατο εἰς τοῦτο, ὃτι τό χρῆμα δέν εἶχεν οὐδέν θέλγητρον δι' αὐτόν. Ἐάν εἶχον τοιούτους ὑπηρέτας, ἡ κυριαρχία μου θά ἐξετείνετο ἀπό τῆς μιᾶς θαλάσσης εἰς τήν ἄλλην».52

Άνθρωπος με τοιούτον χαρακτήρα πρέπει να έκαμε πολλούς εχθρούς. Τους επολέμησε με δύναμιν και με την εριστικήν γλώσσαν της εποχής. Απεκάλει τους αντιπάλους του σκουπίδια, ηλιθίους, σκύλους, γαϊδάρους, γουρούνια και βρωμερά κτήνη,53 επίθετα τα οποία θα ήρμοζον μάλλον εις το πυγμαχικόν στυλ του Λουθήρου παρά εις τα ιδικά του κομψά λατινικά. Αλλά τον επροκάλουν. Μίαν ημέραν, ο Ιερώνυμος Μπολσέκ, ένας πρώην μοναχός από την Γαλλίαν, διέκοψε το κήρυγμα του Καλβίνου εντός της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου δια να καταγγείλη το δόγμα του προορισμού ως μίαν ύβριν κατά του Θεού. Ο Καλβίνος του απήντησεν αναφέρων αποσπάσματα από την Αγίαν Γραφήν η αστυνομία συνέλαβε τον Μπολσέκ· το κονσιστόριον του απήγγειλε κατηγορίαν ότι ήτο αιρετικός. Το συμβούλιον είχε την διάθεσιν να τον καταδικάση εις θάνατον. Αλλά όταν εζητήθησαν αι γνώμαι των θεολόγων της Ζυρίχης, της Βασιλείας και της Βέρνης, αυταί απεδείχθησαν αντιφατικαί: η Βέρνη συνέστησεν επιφύλαξιν κατά τον χειρισμόν προβλημάτων πέραν της ανθρωπίνης γνώσεως — ένας νέος τόνος εις την φιλολογίαν της εποχής — ο δε Μπούλλινγκερ προειδοποίησε τον Καλβίνον ότι «πολλοί εἶναι δυσηρεστημένοι μέ ὃσα λέγεις εἰς τάς «Εἰσηγήσεις» σχετικῶς μέ τόν προορισμόν καί συνάγουν τά ἴδια συμπεράσματα μέ τόν Μπολσέκ».54 Το Συμβούλιον κατέληξεν εις τον συμβιβασμόν να τον εξορίση (1551). Ο Μπολσέκ επανήλθεν εις την Γαλλίαν και εις τον ρωμαιοκαθολικισμόν.

Σημαντικωτέρα εις αποτελέσματα ήτο η έρις του Καλβίνου με τον Ιωακείμ Βέστφαλ. Ο λουθηρανός αυτός ιερεύς του Αμβούργου κατήγγειλεν ως «σατανικάς βλασφημίας», τας απόψεις του Ζβιγγλίου και του Καλβίνου ότι ο Χριστός παρίστατο μόνον πνευματικώς κατά την Ευχαριστίαν και είχε την γνώμην ότι οι Ελβετοί μεταρρυθμισταί θα έπρεπε να αντικρούωνται όχι με τον κάλαμον των θεολόγων αλλά με την ράβδον των δικαστών (1552). Ο Καλβίνος του απήντησε με τόσον αυστηράς εκφράσεις ώστε οι συνάδελφοί του Μεταρρυθμισταί εις την Ζυρίχην, την Βασιλείαν και την Βέρνην, ηρνήθησαν να υπογράψουν την απάντησίν του. Παρ' όλα ταύτα την εξέδωσεν· ο Βέστφαλ και άλλοι λουθηρανοί επανήλθον εις την επίθεσιν· ο Καλβίνος τους εχαρακτήρισεν ως «πιθηκίζοντας τόν Λούθηρον» και μετεχειρίσθη τόσον αποτελεσματικά επιχειρήματα, ώστε πολλαί περιοχαί, έως τότε λουθηρανικοί — το Βραδεμβούργον, το Παλατινάτον και τμήματα της Έσσης, της Βρέμης, της Ανχάλτης και του Μπάντεν — προσεχώρησαν προς την ελβετικήν άποψιν και την Μεταρρυθμιστικήν Εκκλησίαν· μόνον η σιωπή του Μελάγχθονος (ο οποίος κρυφίως συνεφώνει με τον Καλβίνον) και η μεταθανάτιος ηχώ των κεραυνών του Λουθήρου, έσωσαν το υπόλοιπον της Βορείου Γερμανίας χάριν της λουθηρανικής πίστεως.

Στρεφόμενος από τας επιθέσεις αυτός προς τα δεξιά, ο Καλβίνος αντεμετώπισε μίαν ομάδα ριζοσπαστών, εσχάτως αφιχθέντων εις την Ελβετίαν από την αντιμεταρρυθμιστικήν Ιταλίαν. Ο Καίλιος Σεκούνδος Κούριο, διδάσκων εις την Λωζάννην και την Βασιλείαν, εσκανδάλισε τον Καλβίνον διακηρύξας ότι οί σεσωσμένοι — συμπεριλαμβανομένων και πολλών εθνικών — θα υπερέβαινον κατά πολύ τους κολασμένους. Ο Λαίλιος Σοκίνος, υιός ενός επιφανούς Ιταλού νομικού, εγκατεστάθη εις την Ζυρίχην, εσπούδασεν ελληνικά, αραβικά και εβραϊκά δια να κατανοήση καλύτερον την Βίβλον, έμαθε πάρα πολλά και απώλεσε την πίστιν του εις την Αγίαν Τριάδα, τον προορισμόν, το προπατορικόν αμάρτημα και την λύτρωσιν. Εξέφρασε τον σκεπτικισμόν του εις τον Καλβίνον, ο οποίος απήντησεν όσον ηδύνατο καλύτερον. Ο Σοκίνος συνεφώνησεν όπως αποφύγη την δημοσία έκφρασιν των αμφιβολιών του, βραδύτερον όμως εξεφράσθη εναντίον της εκτελέσεως του Σερβέτου και ήτο εκ των ολίγων εκείνων οι οποίοι εις την πυρετώδη αυτήν εποχήν, ετάχθησαν υπέρ της θρησκευτικής ανοχής.

Εις ένα κράτος όπου η θρησκεία και η κυβέρνησις είχον αναμιχθή εις ένα μεθυστικόν μίγμα, ήτο φυσικόν ότι αι διαρκέστεροι έριδες του Καλβίνου θα ήσαν με τους Πατριώτας και τους Λιμπερτίνους, οι οποίοι τον είχον κάποτε εκδιώξει και τώρα εθλίβοντο δια την επάνοδόν του. Οι Πατριώται ηγανάκτουν δια την γαλλικήν του καταγωγήν και τους Γάλλους υποστηρικτάς του, απεστρέφοντο την θεολογίαν του, τον απεκάλουν περιπαικτικώς Κάιν και ωνόμαζον τους σκύλους των Καλβίνους· τον εξύβριζον εις τας οδούς και πιθανώς να ήσαν αυτοί οι οποίοι μίαν νύκτα έρριψαν πενήντα πυροβολισμούς έξω της οικίας του. Οι Λιμπερτίνοι εκήρυττον μίαν πανθεϊστικήν πίστιν χωρίς διαβόλους, αγγέλους, παράδεισον, λύτρωσιν, Βίβλον και πάπαν. Η βασίλισσα Μαργαρίτα της Ναβάρρας τους εδέχθη και τους υπεστήριξεν εις την αυλήν της εις το Νεράκ και επετίμησε τον Καλβίνον δια την αυστηρότητά του έναντι αυτών.
Την 27ην Ιουνίου 1547, ο Καλβίνος εύρε καρφωμένην επί της έδρας του μίαν πινακίδα, επί της οποίας ήσαν γεγραμμένα :

«Μεγάλε υποκριτά ! Συ και οι σύντροφοί σου δεν πρόκειται να κερδίσετε μεγάλα πράγματα δια τους κόπους σας. Εάν δεν σωθήτε δια της φυγής, κανείς δεν θα δυνηθή να προλάβη την ανατροπήν σας και θα καταρασθήτε την ώραν κατά την οποίαν εγκατελείψατε το μοναστήριόν σας... Όταν οι άνθρωποι έχουν υποφέρει επί μακρόν, εκδικούνται μόνοι των... Προσέξατε μήπως έχετε την ιδίαν τύχην με τον κ. Βέρλ (ο οποίος είχε φονευθή)... Δεν θέλομεν να έχωμεν τόσους πολλούς κυρίους...»55

Ο Ιάκωβος Γκρυέ, ένας επιφανής Λιμπερτίνος συνελήφθη ως ύποπτος δια την σύνταξιν της ως άνω πινακίδος· καμμία απόδειξις δεν προσεκομίσθη. Μερικοί ισχυρίσθησαν, ότι μερικάς ημέρας προηγουμένως είχεν εκστομίσει απειλάς κατά του Καλβίνου. Εις το δωμάτιόν του ευρέθησαν έγγραφα δήθεν συντεταγμένα δια της χειρός του, αποκαλούντα τον Καλβίνον αλαζόνα και φιλόδοξον υποκριτήν και διακωμωδούντα την έμπνευσιν των Γραφών και την αθανασίαν της ψυχής. Εβασανίζετο δις της ημέρας επί τριάντα ημέρας μέχρις ότου ωμολόγησε — δεν γνωρίζομεν κατά πόσον αληθώς — ότι αυτός είχε τοποθετήσει την πινακίδα και συνωμότει με Γάλλους πράκτορας εναντίον του Καλβίνου και της Γενεύης. Την 26ην Ιουλίου, ημιθανής, εδέθη εις ένα πάσσαλον, οι πόδες του εκαρφώθησαν επ' αυτού και απεκόπη η κεφαλή του.56
Η έντασις ηυξήθη όταν, την 16ην Δεκεμβρίου 1547, οι Πατριώται και οι Λιμπερτίνοι προσήλθον ένοπλοι εις μίαν συγκέντρωσιν του μεγάλου συμβουλίου και απήτησαν να τεθή τέρμα εις την εξουσίαν του κονσιστορίου επί των πολιτών. Εις το ανώτερον σημείον μιας βιαίας ταραχής, ο Καλβίνος εισήλθεν εις την αίθουσαν, αντεμετώπισε τους εχθρικούς ηγέτας και είπε, κτυπών το στήθος του:
«Ἐάν θέλετε αἶμα, ὑπάρχουν ἀκόμη ἐδῶ μερικαί σταγόνες, κτυπήσατε λοιπόν!»
Ξίφη ανεσύρθησαν αλλά κανείς δεν διεκινδύνευσε να είναι ο πρώτος δολοφόνος. Ο Καλβίνος απηυθύνθη προς την ομήγυριν με σπανίαν μετριοπάθειαν και τελικώς έπεισεν όλας τας μερίδας να συνάψουν ανακωχήν. Εντούτοις η εμπιστοσύνη του προς τον εαυτόν του είχε κλονισθή. Την 17ην Δεκεμβρίου έγραφε προς τον Βιρέ:
«Δέν πιστεύω ὃτι ἡ Ἐκκλησία δύναται νά διατηρηθῆ ἐπί μακρόν, τουλάχιστον ὑπό τήν ἱερατείαν μου. Πίστευσέ με, ἡ δύναμίς μου συνετρίβη, ἐκτός ἐάν ὁ Θεός ἐκτείνη τήν χεῖρα του».
Αλλά η αντίδρασις διηρέθη εις μερίδας και εξησθένησε μέχρις ότου η δίκη του Σερβέτου παρουσίασε μίαν νέαν ευκαιρίαν.

VI. ΜΙΧΑΗΛ ΣΕΡΒΕΤΟΣ : 1511-53
Ο Μιγκουέλ Σερβέτο εγεννήθη εις την Βιλλανόβα (περί τα 60 μίλλια βορείως της Σαραγόσσας) και ήτο υιός συμβολαιογράφου από καλήν οικογένειαν. Εμεγάλωσεν εις μίαν εποχήν κατά την οποίαν τα συγγράμματα του Εράσμου απελάμβανον μιας προσωρινής ανοχής εις την Ισπανίαν. Είχεν επηρεασθή ολίγον από την φιλολογίαν των Εβραίων και των Μωαμεθανών. Ανέγνωσε το Κοράνιον, διεξήλθε διάφορα ραββινικά σχόλια και του είχε κάμει εντύπωσιν η σημιτική κριτική του χριστιανισμού (με τας προσευχάς του προς μίαν Τριάδα, την Παρθένον και τους αγίους) ως πολυθεϊστικού. Ο Λούθηρος τον απεκάλει «ο Μαυριτανός». Εις την Τουλούζην, όπου εσπούδασε νομικά, είδε δια πρώτην φοράν μίαν πλήρη Βίβλον, ωρκίσθη να την αναγνώση «χιλίας φοράς» και συνεκινήθη βαθέως από τα οράματα της Αποκαλύψεως. Επέτυχε την υποστήριξιν του Χουάν ντε Κουϊντάνα, εξομολογητού του Καρόλου Ε' και συνεταξείδευσε με αυτόν εις την Βολωνίαν και το Αουγκσμπουργκ (1530). Ο Μιχαήλ ανεκάλυψε τον προτεσταντισμόν, ο οποίος του ήρεσεν. Επεσκέφθη τον Οικολαμπάδιον εις την Βασιλείαν και τόν Καπίτο και τον Μπούσερ εις το Στρασβούργον. Εντός ολίγου ήτο πολύ αιρετικός δια τας απόψεις των και παρεκλήθη να τραπή προς άλλην κατεύθυνσιν.

Το 1531 και 1532 εδημοσίευσε την πρώτην και την δευτέραν έκδοσιν του βασικού του έργου, «De Trinitatis erroribus». Ήτο μάλλον συγκεχυμένον και εις μίαν τραχείαν λατινικήν η οποία θα έπρεπε να κάμη τον Καλβίνον να γελάση, αν ήτο ποτέ δυνατόν τούτο. Αλλά ο πλούτος της βιβλικής σοφίας ήτο καταπληκτικόν έργον δι' ένα εικοσαετή νεανίαν. Ο Ιησούς, κατά την άποψιν του Σερβέτου, ήτο άνθρωπος εις τον οποίον ο Θεός Πατήρ ενεφύσησε τον Λόγον, την Θείαν Σοφίαν. Κατά την έννοιαν αυτήν, ο Ιησούς έγινεν ο Υιός του Θεού· αλλά δεν ήτο ίσος καί συνάναρχος με τον Πατέρα, ο οποίος ηδύνατο να μεταδώση το ίδιον πνεύμα και εις άλλους ανθρώπους. «Ὁ Υἱός ἀπεστάλη ἀπό τόν Πατέρα κατά κανένα ἄλλον τρόπον παρά ὡς ἔνας ἀπό τούς προφήτας».57 Τούτο ευρίσκετο πολύ πλησίον με την περί Χριστού αντίληψιν του Μωάμεθ. Ο Σερβέτος επροχώρησεν εις το να δεχθή την σημιτικήν άποψιν περί τριάδος. «Ὅλοι ὃσοι πιστεύουν εἰς μίαν Τριάδα μέ οὐσίαν θεοῦ εἶναι τριθεϊσταί»· και προσέθετε, «εἶναι πραγματικοί ἄθεοι» ως αρνούμενοι τον ένα Θεόν.58 Τούτο ήτο νεανική ακρότης αλλά ο Σερβέτος επεχείρησε να μαλακώση την αίρεσίν του συνθέσας ραψωδίας περί του Χριστού ως του φωτός του κόσμου. Εν τούτοις, οι πλείστοι εκ των αναγνωστών του ησθάνοντο ότι αυτός είχε σβύσει το φως. Ως εάν ήθελε να μην αφήση κανένα λίθον χωρίς να τον ρίψη, συνετάχθη με τους Αναβαπτιστάς κατά το ότι το βάπτισμα έπρεπε να δίδεται μόνον εις τους ενηλίκους. Ο Οικολαμπάδιος και ο Μπούσερ τον απέπεμψαν και ο Σερβέτος, ακολουθήσας αντιθέτως το δρομολόγιον του Καλβίνου, έφυγεν εκ της Ελβετίας εις την Γαλλίαν (1532).

Την 17ην Ιουλίου, η Ιερά Εξέτασις εις την Τουλούζην, εξέδωσεν ένταλμα συλλήψεως εναντίον του. Εσκέφθη να μεταβή εις την Αμερικήν αλλ' εύρε τους Παρισίους πλέον ευχάριστους. Εκεί, αλλάξας το όνομά του εις Michel de Villeneuve (το όνομα της οικογενείας), εσπούδασε μαθηματικά, γεωγραφίαν, αστρονομίαν και ιατρικήν και ερωτρόπησε με την αστρολογίαν. Ο μέγας Βεσάλιος υπήρξε συσπουδαστής του εις την ανατομίαν οι δε διδάσκαλοί των τους επήνεσαν εξ ίσου. Εφιλονείκησε με τον πρύτανιν της ιατρικής σχολής και φαίνεται γενικώς, ότι προσέβαλλε με την ορμητικότητα, το πάθος και την υπερηφάνειάν του. Επροκάλεσε τον Καλβίνον εις συζήτησιν, αλλά δεν παρουσιάσθη εις τον καθορισθέντα τόπον και χρόνον (1534). Κατά την αναταραχήν, μετά τον λόγον του Κοπ και τας αιρετικάς του πινακίδας, ο Σερβέτος, όπως ο Καλβίνος, εγκατέλειψε τους Παρισίους. Εις την Λυών εδημοσίευσε μίαν επιμελημένην έκδοσιν της «Γεωγραφίας» του Πτολεμαίου. Το 1540 μετέβη εις την Βιέννην (16 μίλια νοτίως της Λυών), και εκεί έζησε μέχρι του τελευταίου του έτους ασκών την ιατρικήν και επιδιδόμενος εις την σπουδήν. Από τόσους λογίους οι οποίοι υπήρχον εις την Λυών μεταξύ των εκδοτών — τυπογράφων, εξελέγη αυτός δια να εκδώση μίαν λατινικήν μετάφρασιν της Βίβλου υπό του Σάντες Πανίνι. Το έργον τον απησχόλησεν επί τρία έτη και εξετάθη εις εξ τόμους. Εις μίαν σημείωσιν επί του χωρίου του Ησαίου ζ', 14, το οποίον ο Ιερώνυμος είχεν αποδώσει «μία παρθένος θά συλλάβη», ο Σερβέτος εξήγησεν, ότι η εβραϊκή λέξις δεν εσήμαινε παρθένος αλλά νεαρά γυνή και εξέφρασε την γνώμην του, ότι τούτο δεν ανεφέρετο προφητικώς εις την Μαρίαν αλλ' απλώς εις την σύζυγον του Εζεκίου. Υπό το αυτό πνευμα υπέδειξεν, ότι και άλλα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία εφαίνοντο προφητικά, ανεφέροντο μόνον εις σύγχρονα πρόσωπα και γεγονότα. Τούτο απεδείχθη ενοχλητικόν και εις τους προτεστάντας και εις τους ρωμαιοκαθολικούς.

Δεν γνωρίζομεν πότε ο Σερβέτος ανεκάλυψε την πνευμονικήν κυκλοφορίαν του αίματος, την μετάβασιν του αίματος από τον δεξιόν θάλαμον της καρδίας δια της πνευμονικής αρτηρίας προς τους πνεύμονας και εντός αυτών, την κάθαρσίν του εκεί δι' αερισμού και την επάνοδόv του δια της πνευμονικής φλεβός εις τον αριστερόν θάλαμον της καρδίας. Καθ' όσον είναι γνωστόν, δεν εδημοσίευσε τας ερεύνας του μέχρι του 1553, οπότε τας περιέλαβεν εις το τελικόν του έργον «Ἡ ἁποκατάστασης τῦ χριστιανισμοῦ». Εισήγαγε την θεωρίαν αυτήν εντός μιας θεολογικής πραγματείας, διότι εθεώρει το αίμα ως το ουσιώδες πνεύμα εις τον άνθρωπον και ως εκ τούτου — πολύ πιθανώτερον από την καρδίαν ἢ τόν εγκέφαλον — ήτο η πραγματική έδρα της ψυχής. Αναβάλλοντες επ’ ολίγον το πρόβλημα της προτεραιότητας του Σερβέτου εις αυτήν τήν ανακάλυψιν, σημειώνομεν απλώς, ότι είχε προφανώς συμπληρώσει την «Christianismi Restitutio» κατά τα 1546, διότι κατά το έτος τούτο ἀπέστειλε το χειρόγραφον εις τον Καλβίνον.

Αυτός ο ίδιος ο τίτλος ήτο μία πρόκλησις δια τον άνθρωπον ο οποίος είχε γράψει την «Christianae religionis institutio»· αλλά περαιτέρω, το βιβλίον απέρριπτε με οξύτητα και ως βλασφημίαν, την έννοιαν ότι ο Θεός έχει προορίσει ψυχάς δια την κόλασιν ανεξαρτήτως των προσόντων ή των αμαρτιών των. Ο Θεός, έλεγεν ο Σερβέτος, δεν καταδικάζει κανένα, ο οποίος να μην έχη καταδικάσει τον εαυτόν του. Η πίστης είναι καλή αλλά η αγάπη είναι καλυτέρα και ο ίδιος ο Θεός είναι πίστη. Ο Καλβίνος εθεώρησεν ότι ήτο αρκετή αντίκρουσις όλων αυτών η αποστολή εις τον Σερβέτον ενός αντιτύπου των «Εἰσηγήσεων». Ο Σερβέτος επέστρεψε με προσβλητικάς σημειώσεις,59 και κατόπιν έστειλε σειράν επιστολών τόσον περιφρονητικών ώστε ο Καλβίνος έγραψεν εις τον Φαρέλ (13 Φεβρουαρίου 1546):
«Ὁ Σερβέτος μοῦ ἔστειλε πρό ὀλίγου ἔνα μακροσκελῆ τόμον τῶν ἀσυναρτησιῶν του. Ἐάν συγκατατεθῶ, θα ἔλθη  ἐδῶ ἀλλά δέν θά δώσω τόν λόγον μου, διότι ἄν ἤρχετο καί ἄν ἡ ἐξουσία μου ἔχει κάποιαν ἰσχύν, δέν θά τόν ἄφημα νά φύγη ζωντανός».60
Ο Σερβέτος, οργισθείς διότι ο Καλβίνος ηρνήθη να συνέχιση την αλληλογραφίαν, έγραψεν εις τον Άβελ Πουπέν, ένα εκ των ιερέων της Γενεύης (1547):

«Τό εὐαγγέλιόν σας εἶναι ἄνευ Θεοῦ, ἄνευ πραγματικῆς πίστεως, ἄνευ καλῶν ἔργων. Ἀντί ἑνός Θεοῦ ἔχετε ἔνα τρικέφαλον κέρβερον (τήν Τριάδα μέ τόν προορισμόν ;). Ὡς πίστιν ἔχετε ἔνα ντετερμινιστικόν ὄνειρον... Ὁ ἄνθρωπος εἶναι διά σᾶς ἔνα ἀδρανές ξύλον ὁ δέ Θεός μία χίμαιρα τῆς δουλωμένης θελήσεως... Ἀποκλείετε τήν βασιλείαν τῶν οὑρανῶν ἀπό τούς ἀνθρώπους... Αἶσχος ! αἶσχος ! αἶσχος !  Αὐτή εἶναι ἡ τρίτη ἐπιστολή, τήν ὁποίαν ἔγραψα διά νά σᾶς προειδοποιήσω, διά νά μάθετε καλύτερον. Δέν θά σᾶς προειδοποιήσω πλέον. Εἱς αὐτήν τήν πάλην τοῦ Μιχαήλ γνωρίζω ὃτι ἀσφαλῶς θά ἀποθάνω... ἀλλά δέν κάμπτομαι... Ὁ Χριστός θά ἔλθη. Δέν θά βραδύνη».61

Προφανώς ο Σερβέτος ήτο κάπως περισσότερον τρελλός από ό,τι ήτο ο μέσος όρος τών ανθρώπων εις την εποχήν του. Ανήγγειλεν ότι το τέλος του κόσμου επέκειτο και ότι ο αρχάγγελος Μιχαήλ θα διεξήγεν ένα ιερόν πόλεμον εναντίον και των δύο αντίχριστων, των παπικών και των της Γενεύης και ότι αυτός, ο οποίος είχε το όνομα του αρχαγγέλου, θα επολέμα και θα έπιπτεν εις αυτόν τον πόλεμον.62 Η «Restitutio» ήτο μια πρόσκλησις εις αυτόν τον πόλεμον. Δεν είναι παράδοξον ότι συνήντησεν δυσκολίαν εις το να εύρη εκδότην. Οι τυπογράφοι της Βασιλείας την απέφυγον. Τελικώς (3 Ιανουαρίου 1553) ετυπώθη εις την Βιέννην υπό των Βαλτάσαρ Αρνουϊγιέ και Γουλιέλμου Γκιερού. Τα ονόματά των παρελείφθησαν από την θέσιν του εκδότου και ο συγγραφεύς υπέγραψε μόνον ως Μ. S. V. Επλήρωσεν όλα τα έξοδα, διώρ- θωσε τα δοκίμια και κατόπιν κατέστρεψε το χειρόγραφον. Ο τόμος είχε 734 σελίδας, διότι περιελάμβανε μίαν αναθεωρημένην μορφήν του «De Trinitatis erroribus» και τας τριάντα επιστολάς του Σερβέτου προς τον Καλβίνον.

Εκ των χιλίων αντιτύπων, εις τα οποία εξετυπώθη, μερικά απε- στάλησαν εις ένα βιβλιοπώλην της Γενεύης. Εκεί ένα εξ αυτών περιήλθεν εις τας χείρας του Γουλιέλμου Τρή, φίλου του Καλβίνου. Αι τριάντα επιστολαί κατέστησαν φανερόν εις τον Καλβίνον ότι το MSV εσήμαινε Μιχαήλ Σερβέτος εκ Βιλλανόβας. Την 26ην Φεβρουαρίου 1553, ο Τρή έγραψεν εις τον εξάδελφόν του Αντώνιον Αρνεύς, καθολικόν, διαμένοντα εις Λυών και εξέφραζε την έκπληξίν του πως ο καρδινάλιος Φραγκίσκος ντε Τουρνόν επέτρεψε την εκτύπωσιν ενός τοιούτου βιβλίου εις την διοίκησίν του. Πώς ο Τρή εγνώριζε τον τόπον της εκτυπώσεως; Ο Καλβίνος εγνώριζεν ότι ο Σερβέτος διέμενεν εις την Λυών ή την Βιέννην.
Ο Αρνεΰς παρουσίασε τήν υπόθεσιν εις τον Ματθίαν Ορύ, ιεροε- ξεταστήν εις την Λυών. Ο Ορύ ανέφερεν εις τον καρδινάλιον, ο οποίος διέταξε τον Μωζιρόν, υποκυβερνήτην της Βιέννης, να εξετάση. Την 16ην Μαρτίου ο Σερβέτος εκλήθη εις την οικίαν του Μωζιρόν. Πριν συμμορφωθή, κατέστρεψεν όλα τα έγγραφα, τα οποία θα ηδύναντο να τον ενοχοποιήσουν. Ηρνήθη ότι είχε γράψει το βιβλίον. Ο Αρνεΰς απέστειλεν εις τον Τρή μίαν αίτησιν δια περαιτέρω αποδείξεις περί της συγγραφής του βιβλίου υπό του Σερβέτου. Ο Τρή έλαβε από τον Καλβίνον μερικάς απιστολάς του Σερβέτου και τας απέστειλεν εις την Λυών. Ωμοίαζον με πολλάς επιστολάς περιεχομένας εις το βιβλίον. Την 4ην Απριλίου ο Σερβέτος συνελήφθη. Μετά τρεις ημέρας εδραπέτευσε, πηδήσας τον φράκτην ενός κήπου. Την 17ην Ιουνίου, το πολιτικόν δικαστήριον της Βιέννης τον κατεδίκασεν, εις περίπτωσιν καθ' ην θα ανευρίσκετο, να καή ζων εις βραδείαν πυράν.

Ο Σερβέτος περιεπλανήθη ανά την Γαλλίαν επί τρεις μήνας. Απεφάσισε να ζητήση καταφύγιον εις την Νεάπολιν και να υπάγη εκεί μέσω Γενεύης. Δι' αγνώστους λόγους παρέμεινε εις την Γενεύην επί ένα μήνα υπό ψευδώνυμον. Εν τω μεταξύ εκανόνιζε την μετάβασίν του εις την Ζυρίχην. Την Κυριακήν, 13ην Αυγούστου, μετέβη εις την εκκλησίαν, δια να αποφύνη ίσως εξέτασιν εκ μέρους των αρχών. Ανεγνωρίσθη. Ο Καλβίνος επληροφορήθη τούτο και διέταξε την σύλληψίν του. Ο Καλβίνος εξήγησε την ενέργειάν του αυτήν εις μίαν μεταγενεστέραν επιστολήν του (9 Σεπτεμβρίου 1553): «Ὅταν οἱ παπισταί εἶναι τόσον τραχεῖς καί βίαιοι εἱς τήν ὑπεράσπισιν τῶν δεισιδαιμονιῶν των ὤστε νά μαίνωνται ἀπανθρώπως διά νά χύσουν ἀθώον αἶμα, δέν ἐντρέπονται οἱ χριστιανοί δικασταί νά δειχθοῦν ὀλιγώτερον ἔνθερμοι εἱς τήν ὑπεράσπισιν τῆς ασφαλοῦς πίστεως;» Το μικρόν συμβούλιον ηκολούθησε την υπόδειξιν του Καλβίνου και εξουδετέρωσε την αγριότητά του. Εφ' όσον ο Σερβέτος ήτο μόνον διερχόμενος και όχι πολίτης υποκείμενος εις τους νόμους της Γενεύης, το συμβούλιον δεν ηδύνατο νομίμως να κάμη άλλο τι παρά να τον εξορίση.
Ενεκλείσθη εις το πρώην επισκοπικόν ανάκτορον, το οποίον τώρα ήτο φυλακή. Δεν υπεβλήθη εις βασανιστήρια εκτός εκείνων, τα οποία έφερεν από τας φθείρας, αι οποίαι έβριθον εις το κελλίον του. Του επετράπη να έχη χάρτην και μελάνην και ο,τιδήποτε βιβλία ήθελε να αγοράση, ο δε Καλβίνος του εδάνεισε μερικούς τόμους των αρχαίων πατέρων. Η δίκη διεξήχθη με προσοχήν και διήρκεσεν πλέον των δύο μηνών. Το κατηγορητήριον συνετάχθη από τον Καλβίνον εις 38 άρθρα, υποστηριζόμενον από παραπομπάς εις τα έργα του Σερβέτου. Μία κατηγορία ήτο, ότι είχε δεχθή την περιγραφήν της Ιουδαίας υπό του Στράβωνος ως ερήμου χώρας, ενώ η Βίβλος την απεκάλει χώραν εις την οποίαν έρρεε μέλι καί γάλα.63 Αι βασικαί κατηγορίαι ήσαν, ότι ο Σερβέτος είχεν αποκηρύξει την Τριάδα και το βάπτισμα των βρεφών· κατηγορήθη επίσης, ότι είχεν «εἰς τό πρόσωπον τοῦ Καλβίνου δυσφημήσει τά δόγματα τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γενεύης».64 Την 17ην και την 21ην Αυγούστου, ο Καλβίνος ενεφανίσθη αυτοπροσώπως ως κατήγορος. Ο Σερβέτος υπερήσπισε τας απόψεις του με θράσος, ακόμη και τον πανθεϊσμόν. Κατά μίαν παράδοξον συνεργασίαν εχθρικών ομολογιών, το προτεσταντικόν συμβούλιον της Γενεύης ηρώτησε τους ρωμαιοκαθολικούς δικαστάς της Βιέννης δια λεπτομερείας των κατηγορών, αι οποίαι είχον απαγγελθή εκεί κατά του Σερβέτου. Μία νέα κατηγορία ήτο σεξουαλική ανηθικότης· ο Σερβέτος απήντησεν, ότι η κήλη τον είχε καταστήσει από μακρού χρόνου ανίκανον και ως εκ τούτου δεν είχε νυμφευθή.65 Κατηγορήθη περαιτέρω, ότι εις την Βιέννην παρέστη εις καθολικήν λειτουργίαν επρόβαλεν ως δικαιολογίαν τον φόβον της καταδίκης εις θάνατον. Ημφεσβήτησε την αρμοδιότητα ενός πολιτικού δικαστηρίου να δικάση υποθέσεις περί αιρέσεως· διεβεβαίωσε το δικαστήριον, ότι δεν είχε μετάσχει εις στασιαστικάς πράξεις και δεν είχε παραβή τους νόμους της Γενεύης και εζήτησεν ένα δικηγόρον, γνωρίζοντα καλύτερον από αυτόν τους νόμους τούτους, δια να τον βοηθήση εις την υπεράσπισίν του. Αι αιτήσεις αυταί απερρίφθησαν. Η γαλλική ιερά Εξέτασις έστειλεν ένα πράκτορά της εις την Γενεύην και εζήτησε να αποσταλή ο Σερβέτος εις την Γαλλίαν δια την εκτέλεσιν της εναντίον αυτού εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως. Ο Σερβέτος, με δάκρυα εις τους οφθαλμούς, παρεκάλεσε το συμβούλιον να απορρίψη την αίτησιν αυτήν. Τούτο και έγινεν· αλλά η αίτησις ίσως να παρεκίνησε το συμβούλιον, όπως φθάση την Ιεράν Εξέτασιν εις αυστηρότητα.

Την 1ην Σεπτεμβρίου, δύο εχθροί του Καλβίνου, ο Αμί Περρέν και ο Φιλιμπέρ Μπερτελιέ, επέτυχον να συγκαταλεχθούν εις τους δικαστάς της υποθέσεως αυτής. Ενέπλεξαν τον Καλβίνον εις συζητήσεις άνευ αποτελέσματος· αλλά έπεισαν το συμβούλιον να συμβουλευθή τας άλλας εκκλησίας της προτεσταντικής Ελβετίας περί του τρόπου καθ' ον έπρεπε να μεταχειρισθή τον Σερβέτον. Την 2αν Σεπτεμβρίου η ηγεσία του Καλβίνου επί της πόλεως υπέστη νέαν πρόκληση  ενώπιον του συμβουλίου εκ μέρους των Πατριωτών και των Λιμπερτίνων. Ο Καλβίνος επέζησε της καταιγίδος αλλά η προφανής επιθυμία της αντιπολιτεύσεως να σώση τον Σερβέτον, πιθανόν να εσκλήρυνε τον Καλβίνον εις την δίωξιν του αιρετικού μέχρι θανάτου. Εν τούτοις, πρέπει να σημειώσωμεν ότι ο κύριος κατήγορος κατά την δίκην ήτο ο Λιμπερτίνος Κλαύδιος Ριγκώ.66

Την 3ην Σεπτεμβρίου, ο Σερβέτος παρουσίασεν εις το συμβούλιον μίαν έγγραφον απάντησιν εις τας 38 κατηγορίας, τας οποίας του απήγγειλεν ο Καλβίνος. Αντέκρουσεν έκαστον σημείον με εύστροφα επιχειρήματα και με παραπομπάς εις την Βίβλον ή εις τους πατέρας. Ημφεσβήτησε το δικαίωμα του Καλβίνου να παρεμβαίνη εις την δίκην και τον απεκάλεσε μαθητήν του Σίμωνος Μάγου, εγκληματίαν και φονέα.67 Ο Καλβίνος απήντησεν εις 23 σελίδας· ετέθησαν υπ' όψει του Σερβέτου, ο οποίος τας επέστρεψεν εις το συμβούλιον με διάφορα σχόλια εις τα περιθώρια, ως π.χ. «ψεύστης», «ἀπατεών», «ὐποκριτής», «ἄθλιον κάθαρμα».68 Πιθανώς η καταπόνησις από μίαν φυλάκισιν επί ένα μήνα και από το πνευματικόν μαρτύριον να είχε κάμψει την αυτοκυριαρχίαν του Σερβέτου. Αι εκθέσεις του Καλβίνου επί της δίκης, είναι και αυταί συντεταγμένοι κατά τον τρόπον της εποχής· γράφει περί του Σερβέτου ότι «ὁ βρωμερός σκύλος ἐσκούπισε τό ρὐγχος του»· «ὁ δόλιος κακοήθης» μολύνει εκάστην σελίδα με «ἀσεβεῖς ἀνοησίας».69 Ο Σερβέτος εζή- τησεν από το συμβούλιον να εναγάγη τον Καλβίνον ως «παραποιοῦντα τήν ἀλήθειαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», να «τον ἐξολοθρεύση», να δημεύση τα υπάρχοντά του και με αυτά να αποζημιώση τον Σερβέτον δια τας ζημίας, τας οποίας υπέστη εκ των ενεργειών του Καλβίνου. Η πρότασις αυτή δεν έγινεν ευμενώς δεκτή.

Την 18ην Οκτωβρίου έφθασαν αι απαντήσεις από τας ελβετικάς εκκλησίας, των οποίων είχε ζητηθή η γνώμη· όλαι συνέστησαν την καταδίκην του Σερβέτου, καμμία την εκτέλεσίν του. Την 25ην Οκτωβρίου, ο Περρέν κατέβαλε την τελευταίαν προσπάθειαν να τον σώση, εισηγηθείς την επανάληψιν της δίκης ενώπιον του συμβουλίου των διακοσίων. Η πρότασίς του απερρίφθη. Την 26ην το μικρόν συμβούλιον, χωρίς να μειοψηφίση κανένα μέλος του, εξέδωσεν απόφασιν καταδίκης εις θάνατον δια δύο σημεία αιρέσεως: θεϊσμόν  και απόρριψιν του βαπτίσματος των βρεφών. Όταν ο Σερβέτος ήκουσε την απόφασιν, λέγει ο Καλβίνος, «ἐστέναξεν ὡς τρελλός καί... ἐκτύπα τό στήθος του καί ἐφώναζεν ἱσπανιστί Misericordia! Misericordia!» Εζήτησε να ομιλήση με τον Καλβίνον· τον παρεκάλεσε να του δοθή χάρις· ο Καλβίνος δεν του προσέφερε παρά να του δώση την τελικήν παρηγορίαν της αληθούς θρησκείας εάν θα απεκήρυττε τας αιρέσεις του. Ο Σερβέτος δεν ηθέλησεν. Εζήτησε να αποκεφαλισθή αντί να καή. Ο Καλβίνος ήτο διατεθειμένος να υποστηρίξη αυτήν την αίτησιν αλλά ο γέρων Φαρέλ, με τον ενα πόδα εις τον τάφου, τον επέπληξε δια την τόσην του ανεκτικότητα· και το συμβούλιον εψήφισεν όπως ο Σερβέτος καή ζών.70

Η απόφασις εξετελέσθη την επομένην πρωΐαν, 27 Οκτωβρίου 1553, εττί του λόφου Σαμττέλ, ακριβώς προς νότον της Γενεύης. Καθ' οδόν ο Φαρέλ προέτρεπε τον Σερβέτον να επιτύχη το θείον έλεος εξομολογούμενος το έγκλημα της αιρέσεως· κατά τον Φαρέλ, ο κατάδικος απήντησε: «Δέν εἶμαι ἔνοχος· δέν εἶμαι ἄξιος θανάτου», καί ικέτευσε τον Θεόν να συγχωρήση τους κατηγόρους του.71 Προσεδέθη επί ενός πασσάλου με σιδηράς αλύσεις και το τελευταίον του βιβλίον εδέθη εις το πλευρόν του. Όταν αι φλόγες έφθασαν εις το πρόσωπόν του εξέβαλε κραυγάς αγωνίας. Μετά μισής ώρας καύσιν απέθανε.
 
VII. ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ
Ρωμαιοκαθολικοί και προτεστάνται ηνώθησαν εις την έγκρισιν της καταδίκης. Η Ιερά Εξέτασις της Βιέννης, από την οποίαν είχεν αφαιρεθή η ζωντανή λεία της, έκαυσεν ένα ομοίωμα του Σερβέτου. Ο Μελάγχθων, εις μίαν επιστολήν του προς τον Καλβίνον και τον Μπούλλινγκερ, εξέφρασεν «εὐχαριστίας πρός τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ», δια «τήν τιμωρίαν αὐτοῦ τοῦ βλασφήμου ἀνθρώπου» και απεκάλεσε την καύσιν «ἔνα εὐλαβές καί ἀξιομνημόνευτον παράδειγμα διά τάς ἐπερχομένας γενεάς».73 Ο Μπούσερ διεκήρυξεν από της έδρας του εις το Στρασβούργου, ότι ο Σερβέτος ήξιζε να «ξεκοιλιασθῆ» και να κοπή εις τεμάχια.74 Ο Μπούλλινγκερ, κατά γενικόν κανόνα φιλάνθρωπος, συνεφώνησεν, ότι οι πολιτικοί δικασταί πρέπει να τιμωρούν την βλασφημίαν με θάνατον. 75
Εν τούτοις, ακόμη και εις τας ημέρας του Καλβίνου, μερικαί φωναί ωμίλησαν υπέρ του Σερβέτου. Ένας Σικελός έγραψεν ένα μακρόν ποίημα «De injusto Serveti incendio». Ο αναβαπτιστής Δαυίδ Ζορίς εκ Βασιλείας, εδημοσίευσε μίαν διαμαρτυρίαν κατά της εκτελέσεως, αλλά υπό ψευδώνυμου· μετά τον θάνατόν του ανεκαλύφθη, ότι αυτός την είχε γράψει· το σώμα του εξετάφη και εκάη δημοσία (1566). Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Καλβίνου κατεδίκασαν, φυσικά, την εκ μέρους του μεταχείρισιν του Σερβέτου και μερικοί από τους φίλους του κατέκριναν την αυστηρότητα της καταδίκης ως ενθαρρύνουσαυ τους καθολικούς της Γαλλίας να εφαρμόζουν την θανατικήν ποινήν ευαντίον των Ουγενότων. Φαίνεται, ότι αι τοιαύται επικρίσεις είχον λάβει ευρείαν έκτασιν, διότι τον Φεβρουάριον του 1554, ο Καλβίνος εξέδωσε μίαν «Defensio Orthodoxae fidei de sacra Trinitate contra prodigiosos errores Michaelis Serveti». Εάν, υπεστήριζε, πιστεύωμεν εις την θεοπνευστίαν της Βίβλου, τότε γνωρίζομεν την αλήθειαν και όλοι όσοι αντιτίθενται εις αυτήν είναι εχθροί και βλάσφημοι του Θεού. Επειδή το αδίκημά των είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερον από οιονδήποτε άλλο έγκλημα, η πολιτική εξουσία πρέπει να τιμωρή τους αιρετικούς ως χειροτέρους από τους δολοφόνους· διότι ο δολοφόνος φονεύει απλώς το σώμα, ενώ η αίρεσις, όταν γίνη αποδεκτή, καταδικάζει την ψυχήν εις την αιωνίαν κόλασιν. (Αυτή ήτο ακριβώς και η ρωμαιοκαθολική θέσις). Επί πλέον, ο ίδιος ο Θεός μας έδωσε ρητήν εντολήν να φονεύωμεν τους αιρετικούς, να πατάσσωμεν δια του ξίφους πάσαν πόλιν, η οποία εγκαταλείπει την λατρείαν της αληθούς πίστεως, η οποία απεκαλύφθη υπ' Αυτού. Ο Καλβίνος ανέφερε τα απάνθρωπα διατάγματα του Δευτερονομίου ιγ', 5-15· ιζ', 2-5· της Εξόδου κβ', 20 και του Λευϊτικού κδ', 16 και στηριζόμενος εις αυτά υπεστήριζε με πράγματι φλογεράν ευγλωττίαν:

«Οιοσδήποτε θα ίσχυρισθῆ ὃτι ἔγινεν ἀδικία εἰς τούς αἱρετικούς καί τούς βλασφήμους μέ τήν τιμωρίαν των, γίνεται ὁ ἴδιος συνένοχος τοῦ εγκλήματός των... Δέν πρόκειται ἐδῶ περί ἀνθρωπίνης ἐξουσίας· εἶναι ὁ Θεός ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ καί εἶναι φανερόν ποῖον νόμον θά ἐτήρει εἰς τήν Ἐκκλησίαν μέχρις ἀκόμη τῆς συντελείας τοῦ κόσμου. Διά ποῖον λοιπόν λόγον ἀπαιτεῖ ἀπό ἡμᾶς τόσον ἄκραν αὐστηρότητα, ἐάν δέν εἶναι διά νά μας δείξη ὅτι δέν ἀπονέμεται ἡ πρέπουσα τιμή εἰς Αὐτόν ἐφ' ὅσον δέν θέτωμεν τήν ὑπηρεσίαν Του ὑπεράνω πάσης ἀνθρωπίνης σκέψεως, ὡστε νά μή φειδώμεθα οὔτε συγγενῶν πάσης φύσεως καί νά λησμονῶμεν πάντα ἀνθρωπισμόν, ὅταν θά πρόκειται νά πολεμήσωμεν διά τήν δόξαν Του»; 76

Ο Καλβίνος κατέληξεν εις ηπιώτερα συμπεράσματα, συμβουλεύσας έλεος προς εκείνους, των οποίων αι αιρέσεις δεν είναι βασικαί ή ωφείλοντο σαφώς εις αμάθειαν ή αδυναμίαν του πνεύματος. Αλλ' ενώ κατά γενικόν κανόνα παρεδέχετο τον απόστολον Παύλον ως οδηγόν του, ηρνείτο να χρησιμοποιήση το σύστημα του Παύλου να κηρύττη τον παλαιόν νόμον ακυρούμενον από τον νέον. Πράγματι, η θεοκρατία, την οποίαν εφαίνετο ότι είχεν ιδρύσει, θα είχε καταρρεύσει εις αταξίαν, εάν επετρέπετο η δημοσία ανάπτυξις των διαφορών ως προς την πίστιν.
Τι είχεν απογίνει, εν τω μεταξύ, το ερασμιακόν πνεύμα της ανε- κτικότητος ; Ο Έρασμος υπήρξεν ανεκτικός, διότι δεν ήτο βέβαιος. Ο Λούθηρος και ο Μελάγχθων εγκατέλειπον την ανεκτικότητα εφ' όσον επροχώρουν προς την βεβαιότητα· ο Καλβίνος, μ μοιραίαν πρωιμότητα, υπήρξε βέβαιος σχεδόν από του εικοστού έτους της ηλικίας του. Ολίγοι ουμανισταί, οι οποίοι είχον σπουδάσει την κλασσικήν σκέψιν και δεν είχον επιστρέψει έντρομοι εις τους κόλπους της καθολικής εκκλησίας, από αηδίαν προς την βιαιότητα των θεολογικών ερίδων, εξηκολούθουν να συνιστούν διστακτικώς ότι η βεβαιότης εις την θρησκείαν και την φιλοσοφίαν είναι ανεπίτευκτος και ότι κατά συνέπειαν οι θεολόγοι και οι φιλόσοφοι δεν θα έπρεπε να φονεύουν.

Ο ουμανιστής, ο οποίος ωμίλησε σαφέστερον περί ανεκτικότητος εν μέσω της συρράξεως των βεβαιοτήτων υπήρξεν επί ένα διάστημα ένας εκ των στενωτέρων φίλων του Καλβίνου. Ο Σεβαστιανός Καστέλλιο, γεννηθείς εις τον γαλλικόν Ιούραν το 1515, εσπούδασε λατινικά, ελληνικά και εβραϊκά, εδίδαξεν ελληνικά εις την Λυών, έζησε μαζί με τον Καλβίνον εις το Στρασβούργον, διωρίσθη υπ' αυτού πρύτανις της λατινικής σχολής εις την Γενεύην (1541) και ήρχισεν εκεί την μετάφρασιν ολοκλήρου της Βίβλου εις κικερώνεια λατινικά. Ενώ εθαύμαζε τον Καλβίνον ως άνθρωπον, απηχθάνετο το δόγμα του προορισμού και ηγανάκτει υπό την νέαν πειθαρχίαν του σώματος και του πνεύματος. Το 1544, κατηγόρησε τους ιερείς της Γενεύης δι' αδιαλλαξίαν, ακολασίαν και μέθην. Ο Καλβίνος παρεπονέθη εις το συμβούλιον. Ο Καστέλλιο ευρέθη ένοχος συκοφαντίας και εξωρίσθη (1544). Επί εννέα έτη έζησεν εις μεγάλην πενίαν, προστατεύων πολυμελή οικογένειαν και εργαζόμενος την νύκτα δια την έκδοσιν των Γραφών. Την ετελείωσε το 1551. Κατόπιν, κινούμενος από τον πόθον δια τον ήρεμον μόχθον της λογιότητος, ήρχισε πάλιν από τό α', 1 της Γενέσεως και μετέφρασε την Βίβλον εις την γαλλικήν. Τελικώς (1553) επέτυχε μίαν καθηγεσίαν της ελληνικής εις το Πανεπιστήμιον της Βασιλείας. Συνεπάθει τους θεϊστάς, επόθει να βοηθήση τον Σερβέτον και εσκανδαλίσθη δια την εκ μέρους του Καλβίvou υποστήριξιν της εκτελέσεως. Υπό ψευδώνυμα, αυτός και ο Καίλιος Κούριο εδημοσίευσαν (Μάρτιος 1554) το πρώτον νεώτερον κλασσικόν έργον περί της ανεκτικότητος: «De haereticis an sint persequendi» (Εάν οι αιρετικοί πρέπει να διώκωνται).

Το κύριον σώμα του βιβλίου ήτο μια ανθολογία, συλλεγείσα από τον Κούριο, χριστιανικών εκκλήσεων προς ανεκτικότητα, από του Λακταντίου και του Ιερωνύμου μέχρι του Εράσμου, του Λουθήρου εις τα πρώτα του έργα και αυτύ του Καλβίνου. Ο Καστέλλιο συνεισέφερε τα επιχειρήματα εις τον πρόλογον και τον επίλογον. Επί εκατοντάδας ετών, ετόνιζεν, οι άνθρωποι συνεζήτουν την ελευθέραν βούλησιν, τον προορισμόν, τον παράδεισον και την κόλασιν, τον Χριστόν και την Τριάδα και άλλα δύσκολα θέματα· εις ουδεμίαν συμφωνίαν κατέληξαν πιθανόν να μη καταλήξουν ποτέ. Αλλά και δεν είναι αναγκαία τοιαύτη συμφωνία, είπεν ο Καστέλλιο. Αι συζητήσεις αυταί δεν κάμνουν τους ανθρώπους καλυτέρους· εκείνο το οποίον χρειαζόμεθα είναι να μεταφέρωμεν το πνεύμα του Χριστού εις την καθημερινήν ζωήν μας, να τρέφωμεν τους πτωχούς, να βοηθώμεν τους ασθενείς και να αγαπώμεν ακόμη και τους εχθρούς μας. Του εφαίνετο γελοίον ότι όλαι αι νέαι αιρέσεις, όπως και η παλαιά Εκκλησία, ισχυρίζονται ότι κατέχουν την απόλυτον αλήθειαν και καθιστούν τας πίστεις των υποχρεωτικάς εις εκείνους, επί των οποίων διαθέτουν φυσικήν ισχύν. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι ένας άνθρωπος θεωρείται ως έχων ορθήν πίστιν όταν ευρίσκεται εις μίαν πόλιν και γίνεται αιρετικός μόλις εισέλθη εις μίαν άλλην θα πρέπει να αλλάζη την θρησκείαν του εις τα σύνορα, όπως κάμνει με τα χρήματά του. Είναι δυνατόν να φαντασθώμεν τον Χριστόν να διατάσση να καή ένας άνθρωπος ζων διότι υποστηρίζει το βάπτισμα των ενηλίκων ; Οι μωσαϊκοί νόμοι, οι οποίοι απήτουν τον θάνατον των αιρετικών, αντικατεστάθησαν από τον νόμον του Χριστού, ο οποίος είναι νόμος ελέους και όχι δεσποτισμού και τρομοκρατίας. Εάν ένας άνθρωπος αρνήται την μετά θάνατον ζωήν και απορρίπτη πάντα νόμον, δύναται (λέγει ο Καστέλλιο) να εξαναγκασθή δικαίως εις σιωπήν από τον δικαστήν, όχι όμως και να φονευθή. Επί πλέον (εσκέπτετο) η καταδίωξις των πεποιθήσεων είναι ματαία: το μαρτύριον δια μίαν ιδέαν διαδίδει την ιδέαν πολύ ταχύτερον από ό,τι θα έπραπεν ο μάρτυς εάν του επετρέπετο να ζήση. Οποία τραγωδία (κατέληγεν), ότι εκείνοι οι οποίοι μόλις εσχάτως είχον απελευθερωθή από την τρομεράν Ιεράν Εξέτασιν, επρόκειτο τόσον συντόμως να μιμηθούν την τυραννίαν της, επρόκειτο τόσον συντόμως να ωθήσουν τούς ανθρώπους εις κιμμέριον σκότος μετά μίαν τάσον ευχάριστον αυγήν ! 77

Γνωρίζων τα αισθήματα του Καστέλλιο, ο Καλβίνος ανεγνώρισεν αμέσως την χείρα του εις το «De haereticis». Ανέθεσε το έργον της απαντήσεως προς αυτό, εις τον λαμπρότερον εκ των μαθητών του, τον Θεόδωρον ντε Μπέσζ ή Μπέζ ή Μπέζα. Γεννηθείς εις το Βεζελαί από αρι- στοκρατικήν οικογένειαν, ο Θεόδωρος εσπούδασε νομικά εις την Ορλεάνην και την Μπούρζ, ήσκησε το νομικόν επάγγελμα επιτυχώς εις τους Παρισίους, έγραψε λατινικά ποιήματα, έθελξε πολλάς γυναίκας με το πυεύμα του, ακόμη περισσοτέρας με την ευπορίαν του, έζησεν ένα εύθυμον βίον, ενυμφεύθη, ησθένησεν επικινδύνως, υπέστη ένα προσηλυτισμόν εις την κλίνην της ασθενείας του αντίθετον προς τον του Λοϋόλα, ησπάσθη τον προτεσταντισμόν, έφυγεν εις Γενεύην, παρουσιάσθη εις τον Καλβίνον και έγινε καθηγητής της ελληνικής εις το Πανεπιστήμιον της Λωζάννης. Είναι άξιον προσοχής το ότι ένας προτεστάντης πρόσφυξ από την καταδιώκουσαν τους Ουγενότους Γαλλίαν, ανέλαβε να υποστηρίξη την καταδίωξιν. Το έπραξε με την δεξιοτεχνίαν ενός δικηγόρου και την αφοσίωσιν ενός φίλου. Τον Σεπτέμβριον του 1554 εξέδωσε το έργον του «De haereticis a civili magistratu puniendis libellus» (Βιβλιάριον περί του καθήκοντος των πολιτικών δικαστών να τιμωρούν τους αιρετικούς). Ετόνισε πάλιν ότι η θρησκευτική ανεκτικότης είναι αδύνατος δι' εκείνον ο οποίος παραδέχεται την θείαν έμπνευσιν των Γραφών. Αλλά εάν απορρίψωμεν την Βίβλον ως λόγον του Θεού, επί ποίας βάσεως θα οικοδομήσωμεν την θρησκευτικήν πίστιν, η οποία είναι τόσον φανερώς απαραίτητος— αν λάβωμεν υπ'όψει την φυσικήν κακίαν των ανθρώπων— δια την ηθικήν συγκράτησιν, την κοινωνικήν τάξιν και τον πολιτισμόν; Τίποτε δεν θα απέμενε τότε παρά χαώδης αμφιβολία η οποία θα αποσυνέθετε τον χριστιανισμόν. Δι' ένα ειλικρινώς πιστεύοντα εις την Βίβλον δύναται να υπάρχη μόνον μια θρησκεία. Όλαι αι άλλαι πρέπει να είναι ψευδείς ή ατελείς. Ναι, η Καινή Διαθήκη κηρύττει ένα νόμον αγάπης αλλά δεν μας απαλλάσσει από την τιμωρίαν των κλεπτών και των φονέων κατά ποίον λοιπόν τρόπον μας εξουσιοδοτεί να οικτίρωμεν τους αιρετικούς;

Ο Καστέλλιο επανήλθεν εις τον αγώνα με μίαν πραγματείαν «Contra libellum Calvini» αλλ' αυτή παρέμεινεν αδημοσίευτος επί μισόν αιώνα. Εις ένα άλλο χειρόγραφον «De arte dubitandi» επρόλαβε τον Καρτέσιον καταστήσας την «τέχνην τῆς ἀμφιβολίας» το πρώτον βήμα προς αναζήτησιν της αληθείας. Εις «Τέσσαρας διάλογους» (1578) υπερήσπισε την ελευθέραν βούλησιν και την δυνατότητα της οικουμενικής σωτηρίας. Το 1562 εις το έργον του «Conseil a la France desolee» απηυθύνθη ματαίως προς ρωμαιοκαθολικούς και προτεστάντας να σταματήσουν τους εμφυλίους πολέμους, οι οποίοι ηρήμωνον την Γαλλίαν και να επιτρέψουν εις πάντα πιστεύοντα εις τον Χριστόν «νά ὑπηρετῆ τόν Θεόν ὄχι συμφώνως πρός τήν πίστιν ἄλλων ἀνθρώπων ἀλλά πρός τήν ἰδικήν του».78 Κανείς σχεδόν δεν έδωσε σημασίαν εις μίαν φωνήν τόσον παράτονον πρός την εποχήν. Ο Καστέλλιο απέθανε πτωχός εις ηλικίαν 48 ετών (1563). Ο Καλβίνος εκήρυξε τον πρόωρον θάνατον του ως δικαίαν κρίσιν ενός δικαίου Θεού. 

VIII. Ο ΚΑΛΒΙΝΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ: 1554 - 64
Ισως ο Καλβίνος να εγνώριζε την μυστικήν κλίσιν του Καστέλλιο προς τον θεϊσμόν (πίστιν εις Θεόν όχι τρισυπόστατον και κατά συνέπειαν απάρνησιν της θεότητος του Χριστού) και δύναται να συγχωρηθή ότι είδεν εις την βασικήν αυτήν αμφιβολίαν την αρχήν του τέλους του χριστιανισμού. Εφοβείτο αυτήν την αίρεσιν ακόμη περισσότερον διότι την εύρεν εντός αυτής ταύτης της Γενεύης και προ παντός μεταξύ των προτεσταντών· φυγάδων εξ Ιταλίας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έβλεπον να υπάρχη νόημα εις την αντικατάστασιν της ακατανοήτου μετουσιώσεως δια του ακατανοήτου προορισμού· η ανταρσία των προσέβαλλε την βασικήν προϋπόθεσιν του χριστιανισμού, ότι ο Χριστός ήτο ο Υιός του Θεού. Ο Ματθαίος Γκριμπάλντι, καθηγητής της νομικής εις την Πάδουαν, είχε μίαν θερινήν οικίαν πλησίον της Γενεύης. Κατά την διάρκειαν της δίκης του Σερβέτου ωμίλησε τολμηρώς εναντίον της πολιτικής τιμωρίας δια θρησκευτικάς γνώμας και υπεστήριξεν ελευθερίαν λατρείας δι' όλους. Κληθείς ενώπιον του συμβουλίου, εξωρίσθη ως ύποπτος δια θεϊσμόν (1559). Επέτυχε τον διορισμόν του ως καθηγητού του δικαίου εις το Πανεπιστήμιον της Τυβίγγης. Ο Καλβίνος έστειλεν εκεί πληροφορίας περί των αμφιβολιών του Γκριμπάλντι· το Πανεπιστήμιον τον επίεσε να υπογράψη μίαν ομολογίαν πίστεως εις την Τριάδα· αντί τούτου, ο Γκριμπάλντι κατέφυγεν εις την Βέρνην, όπου απέθανεν από την πανώλην το 1564. Ο Γεώργιος Μπλαντράτα, Ιταλός ιατρός εγκατεστημένος εις την Γενεύην, εκλήθη ενώπιον του συμβουλίου κατηγορούμενος ότι ημφεσβήτει την θεότητα του Χριστού. Κατέφυγεν εις την Πολωνίαν όπου εύρε κάποιαν ανοχήν δια την αίρεσίν του. Ο Βαλεντίνος Τζεντίλε εκ Καλαβρίας, εξέφρασεν απροκαλύπτως θεϊστικάς ιδέας εις την Γενεύην, ερρίφθη εις τας φυλακάς, κατεδικάσθη εις θάνατον (1557), απηρνήθη, αφέθη ελεύθερος, μετέβη εις την Λυών, συνελήφθη από τας ρωμαιοκαθολικάς αρχάς αλλ' απελύθη κατόπιν της διαβεβαιώσεώς του ότι το κυριώτερον ενδιαφέρον του ήτο να αντικρούση τον Καλβίνον. Συνήντησε τον Μπλαντράτα εις την Πολωνίαν, επέστρεψεν εις την Ελβετίαν, συνελήφθη από τας αρχάς της Βέρνης, κατεδικάσθη δι' επιορκίαν και αίρεσιν και απεκεφαλίσθη (1566).

Εν μέσω των αγώνων τούτων δια τον Κύριον, ο Καλβίνος εξηκολούθει να ζη με απλότητα και να κυβερνά την Γενεύην με την δύναμιν μιας προσωπικότητος ωπλισμένης με τας πλάνας των οπαδών του. Η θέσις του καθίστατο ισχυροτέρα εφ’ όσον τα έτη της επέτρεπον να σταθεροποιήται. Η μόνη του αδυναμία ήτο φυσική. Πονοκέφαλοι, άσθμα, δυσπεψία, λίθοι, αρθρίτις και πυρετός εταλαιπώρουν και αδυνάτιζον το σώμα του και έκαμαν το πρόσωπόν του να εκφράζη μονίμως αυστηρότητα και ζοφερότητα. Μία μακρά ασθένεια 1558-59 τον άφησε χωλόν και εξησθενημένον με επανειλημμένας αιμορραγίας των πνευμόνων. Από τότε ήτο ηναγκασμένος να παραμένη κλινήρης το μεγαλύτερον μέρος του χρόνου του· εν τούτοις εξηκολούθει να μελετά, να διευθύνη και να κηρύττη έστω και εάν έπρεπε να μεταφερθή εις την εκκλησίαν επί φορείου. Την 24ην Απριλίου 1564 έκαμε την διαθήκην του, πλήρης εμπιστοσύνης δια την εκλογήν του εις την αιωνίαν δόξαν. Την 26ην οι σύνδικοι και το συμβουλίον ήλθον παρά την κλίνην του· τους εζήτησε συγγνώμην δια τας εκρήξεις της οργής του και τους παρεκάλεσε να παραμείνουν σταθερώς εις το καθαρόν δόγμα της Μεταρρυθμισθείσης Εκκλησίας. Ο Φαρέλ, ογδοηκοντούτης ήδη, ήλθεν από το Neucbatel να του ευχηθή εις το επανιδείν. Μετά πολλάς ημέρας προσευχών και πόνων, ο Καλβίνος εύρε την ειρήνην (27 Μαΐου 1564).

Η επιρροή του υπήρξεν ακόμη μεγαλυτέρα της του Λουθήρου, αλλ' αυτός εβάδισεν εις ένα δρόμον, τον οποίον είχεν ανοίξει ο Λούθηρος. Ο Λούθηρος είχε προστατεύσει την νέαν του εκκλησίαν καλέσας τον γερμανικόν εθνικισμόν εις βοήθειάν του. Η ενέργεια αυτή ήτο αναγκαία αλλά συνέδεσε τον λουθηρανισμόν με την τευτονικήν φυλήν. Ο Καλβίνος ηγάπα την Γαλλίαν και εμόχθει δια να προαγάγη την ουγενοτικήν υπόθεσιν αλλά δεν ήτο εθνικιστής· η θρησκεία ήτο η πατρίς του. Και τοιουτοτρόπως η θεωρία του, έστω και τροποποιημένη, ενέπνευσε τον προτεσταντισμόν της Ελβετίας, της Γαλλίας, της Σκωτίας και της Αμερικής και κατέκτησεν ευρείς τομείς προτεσταντισμού εις την Ουγγαρίαν, την Πολωνίαν, την Γερμανίαν, την Ολλανδίαν και την Αγγλίαν. Ο Καλβίνος έδωσεν εις τον προτεσταντισμόν εις πολλάς χώρας μίαν οργάνωσιν, εμπιστοσύνην και υπερηφάνειαν, τα οποία του επέτρεψαν να επιζήση πολλών δοκιμασιών.

Ένα έτος προ του θανάτου του, ο μαθητής του Ολεβιάνος συνειργάσθη με τον μαθητήν του Μελάγχθονος Ουρσίνον δια την σύνταξιν της Κατηχήσεως της Χαϊδελβέργης, η οποία κατέστη η παραδεδεγμένη έκφρασις της Μεταρρυθμισμένης πίστεως εις την Γερμανίαν και την Ολλανδίαν. Ο Μπέζ και ο Μπούλλινγκερ συνεβίβασαν τας ομολογίας του Καλβίνου και του Ζβιγγλίου εις την Δευτέραν Ελβετικήν Ομολογίαν (1566) η οποία κατέστη αυθεντική δια τας μεταρρυθμισμένας εκκλησίας εις την Ελβετίαν και την Γαλλίαν. Εις αυτήν την Γενεύην, το έργον του Καλβίνου συνεχίσθη με ικανότητα από τον Μπεζ. Αλλά με τον καιρόν, οι αρχηγοί των επιχειρήσεων, οι οποίοι ήλεγχον τα συμβούλια, αντέστησαν διαρκώς επιτυχέστερον εις τας προσπαθείας του κονσιστορίου και της Σεβασμίας Εταιρείας να επιβάλουν ηθικούς περιορισμούς εις τας οικονομικάς επιχειρήσεις. Μετά τον θάνατον του Μπέζ (1608) οι πρίγκιπες του εμπορίου εσταθεροποίησαν την υπεροχήν των και η Εκκλησία της Γενεύης έχασε τα ηγετικά της προνόμια επί μη θρησκευτικών υποθέσεων, τα οποία είχεν επιτύχει ο Καλβίνος υπέρ αυτής. Κατά τον δέκατον όγδοον αιώνα η επίδρασις του Βολταίρου εμετρίασε την καλβινιστικήν παράδοσιν και έθεσε τέρμα εις την επικράτησιν μιας πουριτανικής ηθικής εις τον λαόν. Ο ρωμαιοκαθολικισμός ηγωνίσθη με υπομονήν να ανακτήση μίαν θέσιν εις την πόλιν. Προσέφερεν ένα χριστιανισμόν χωρίς ζοφερότητα και μίαν ηθικήν χωρίς αυστηρότητα. Το 1954 ο λαός ήτο κατά τα 42% καθολικός και κατά 47% προτεσταντικός.78 Αλλά ο πλέον επιβλητικόν κατασκεύασμα των ανθρώπων εις την Γενεύην είναι το ευγενές «Μνημείον της Μεταρρυθμίσεως» το οποίον εκτεινόμενον κατά μήκος του τοίχου ενός πάρκου, εξυμνεί τας νίκας του προτεσταντισμού και υψώνει εις το κέντρον του τας ισχυράς μορφάς του Φαρέλ, του Καλβίνου, του Μπέζ και του Κνόξ.

Εν τω μεταξύ η τραχεία θεοκρατία του Καλβίνου παρήγαγε δημοκρατικά άνθη. Η προσπάθεια των καλβινιστών ηγετών να παράσχουν σχολικήν εκπαίδευσιν εις όλους και να τους εγχαράξουν πειθαρχημένους χαρακτήρας, εβοήθησε τους ρωμαλέους αστούς της Ολλανδίας εις το να εκδιώξουν την ξενικήν δικτατορίαν της Ισπανίας και ενίσχυσε την επανάστασιν των ευγενών και του κλήρου εις την Σκωτίαν εναντίον μιας θελκτικής αλλ' αυταρχικής βασιλίσσης. Ο στωικισμός μιας τραχείας πίστεως διεμόρφωσε τας ισχυράς ψυχάς των Σκώτων Κοβενάντερ, των Άγγλων και των Ολλανδών πουριτανών, των προσφύγων της Νέας Αγγλίας. Εστερέωσε την καρδίαν του Κρόμγουελ, ωδήγησε τον κάλαμον του τυφλού Μίλτωνος και συνέτριψε την ισχύν των οπισθοδρομικών Στούαρτ. Ενεθάρρυνε γενναίους και αδιστάκτους άνδρας να κερδίσουν μίαν ήπειρον και να διαδώσουν την βάσιν της εκπαιδεύσεως και της αυτοκυβερνήσεως έως ότου όλοι δυνηθούν να είναι ελεύθεροι. Άνθρωποι, οι οποίοι εξέλεγον τους πάστοράς των εντός ολίγου απήτησαν να εκλέξουν τους κυβερνήτας των και αι αυτοδιοικούμεναι ενορίαι κατέστησαν αυτοδιοικούμεναι κοινότητες. Η ιδέα της θείας επιλογής εδικαιώθη εις την ανακάλυψιν της Αμερικής.

Όταν το καθήκον της αυτό ετελείωσεν, η θεωρία του προορισμού επέρασεν εις τα μετόπισθεν της προτεσταντικής πίστεως. Εφ' όσον η κοινωνική τάξις επανήρχετο εις την Ευρώπην μετά τον Τριακονταετή Πόλεμον, εις τήν Αγγλίαν μετά τας επαναστάσεις του 1642 και του 1689, εις την Αμερικήν μετά το 1793, η υπερηφάνεια της θείας επιλογής μετεβλήθη εις την υπερηφάνειαν της εργασίας και της τελειοποιήσεως· οι άνθρωποι ησθάνοντο τους εαυτούς των ισχυροτέρους και ασφαλεστέρους· ο φόβος εμειώθη και η τρομοκρατημένη σκληρότης, η οποία εγέννησε τον Θεόν του Καλβίνου παρεχώρησε την θέσιν της εις μίαν πλέον ανθρωπιστικήν άποψιν, η οποία επέβαλε μίαν αναθεώρησιν της αντιλήψεως περί θεότητος. Την μίαν δεκαετηρίδα μετά την άλλην, αι εκκλησίαι αι οποίαι είχον λάβει την κατεύθυνσίν των από τον Καλβίνον, απέρριψαν τα τραχύτερα στοιχεία της πίστεώς του. Θεολόγοι ετόλμησαν να πιστεύσουν ότι όσοι απέθνησκον εις βρεφικήν ηλικίαν ηδύναντο να σωθούν και ένας σεβάσμιος ιερωμένος διεκήρυξε, χωρίς να προκαλέση αναταραχήν, ότι «ο αριθμός εκείνων οι οποίοι τελικώς θα χαθούν θα είναι ασήμαντος».80 Είμεθα ευγνώμονες διότι καθησυχάζομεν κατ' αυτόν τον τρόπον και θα συμφωνήσωμεν ότι ακόμη και η πλάνη ζη διότι εξυπηρετεί κάποιαν ζωτικήν ανάγκην. Αλλά θα δυσκολευθώμεν πάντοτε να αγαπήσωμεν τον άνθρωπον, ο οποίος εσκότισε την ανθρωπίνην ψυχήν με την πλέον παράλογον και βλάσφημον αντίληψιν περί Θεού, εις όλην την μακράν και έντιμον ιστορίαν της ανοησίας.

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 534-569 εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970)

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 395-443, 483-494 & 514-527 εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970) 
Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις δικές μας. Δεν παρατίθενται οι παραπομπές 

ΛΟΥΘΗΡΟΣ: Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑΝ 
1517-24      

Ι. Τ Ε Τ Ζ Ε Λ 
Την 15ην Μαρτίου 1517, ο πάπας Λέων I' εξέδωσε την περιφημοτέραν από όλας τας συγχωρήσεις. Ήτο λυπηρόν, ακριβώς τώρα, ότι η Μεταρρύθμισις εξερράγη κατά την διάρκειαν μιας αρχιερατείας, η oποία είχε συγκεντρώσει εις την Ρώμην τόσους πολλούς από τους καρπούς, και τόσον πολύ από το πνεύμα της Αναγεννήσεως.
Ο Λέων, υιός του Λαυρεντίου του Μεγαλοπρεπούς, ήτο τώρα ο αρχηγός της οικογενείας των Μεδίκων, η όποια είχεν εκθρέψει την Αναγέννησιν εις την Φλωρεντίαν. Ήτο λόγιος, ποιητής, ευπατρίδης, ευγενής και γενναιόφρων, αγαπών την κλασσικήν φιλολογίαν και την λεπτήν τέχνην. Τα ήθη του ήσαν καλά εις ένα ανήθικον περιβάλλον• η φύσις του έκλινε προς μίαν ευθυμίαν, ευχάριστον και νόμιμον, η οποία έδωσε το παράδειγμα της ευτυχίας εις μίαν πόλιν, η οποία προ ενός αιώνος ευρίσκετο εις κατάπτωσιν και εγκατάλειψιν. Όλα του τα ελαττώματα ήσαν επιφανειακά εκτός της επιπολαιότητός του. Έκαμνε πολύ oλίγην διάκρισιν μεταξύ του καλού της οικογενείας του και του καλού της Εκκλησίας και εσπατάλα τα χρήματα της παπωσύνης χάριν αμφιβόλων ποιητών και πολέμων. Ήτο κατά κανόνα ανεκτικός, απελάμβανε την σάτιραν εναντίον των εκκλησιαστικών εις το «Μωρίας εγκώμιον» του Εράσμου και εφήρμοσε, με μερικάς διακοπάς, την άγραφον συμφωνίαν, δια της οποίας η Εκκλησία της Αναγεννήσεως παρεχώρησε σημαντικήν ελευθερίαν εις τους φιλοσόφους, τους ποιητάς και τους λογίους, οι όποιοι απηυθύνοντο -συνήθως εις την λατινικήν -προς την μορφωμένην μειονότητα, άλλ' άφηνεν ανενόχλητον την αναντικατάστατον πίστιν των μαζών.
Υιός τραπεζίτου, ο Λέων ήτο συνηθισμένος να εξοδεύη χρήματα ευκόλως και πρό παντός εις βάρος άλλων. Εκληρονόμησε πλήρη παπικά ταμεία από τον Ιούλιον Β' και τα εξεκένωσε πριν αποθάνη. Ίσως να μην ενδιεφέρετο πολύ δια την ογκώδη βασιλικήν την οποίαν ο Ιούλιος είχε σχεδιάσει και αρχίσει, αλλά η παλαιά εκκλησία του Αγίου Πέτρου δεν ηδύνατο πλέον να επισκευασθή, τεράστια ποσά είχον εξοδευθή δια την νέαν και θα ήτο ατύχημα δια την Εκκλησίαν να αφήση αυτήν την μεγαλειώδη επιχείρησιν να αποτύχη. Ενδεχομένως με κάποιαν απέχθειαν προσέφερε την συγχώρησιν του 1517 εις όλους όσοι θα συνεισέφερον εις τα έξοδα δια την συμπλήρωσιν του μεγάλου αυτού ναού. Οι ηγεμόνες της Αγγλίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας διεμαρτυρήθησαν, ότι ο πλούτος των χωρών των είχεν αποστραγγισθή, αι εθνικαί των οικονομίαι είχον διαταραχθή ένεκα επανειλημμένων εκστρατειών προς συλλογήν χρημάτων δια την Ρώμην. Όπου οι βασιλείς ήσαν ισχυροί, ο Λέων ήτο συγκαταβατικός: συνεφώνησεν όπως ο Ερρίκος Η' κράτηση το ¼ των συλλεγέντων χρημάτων εις την Αγγλίαν• έκαμεν ένα δάνειον από 175.000 δουκάτα εις τον βασιλέα Κάρολον Α' (τον μετέπειτα αυτοκράτορα Κάρολον Ε') έναντι αναμενομένων εισπράξεων εις την Ισπανίαν ο δε Φραγκίσκος Α' εκράτησε, κατόπιν εγκρίσεως του Λέοντος, μέρος των συλλεγέντων εις την Γαλλίαν χρημάτων. Η Γερμανία είχεν ολιγώτερον ευνοϊκήν μεταχείρισιν, μη έχουσα ισχυράν μοναρχίαν δια να διαπραγματευθή με τον πάπαν• εν τούτοις παρεχωρήθη εις τον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανόν το ευτελές ποσόν των 3000 φλωρινίων από τας εισπράξεις και οι Φούγκερ θα ελάμβανον από τα χρήματα τα όποια θα συνελέγοντο τας 20.000 φλωρίνια τα όποια είχον δανείσει εις τον Άλμπρεχτ του Βραδεμβούργου δια να πληρώση τον πάπαν δια την ανάρρησίν του εις τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον της Μάιντς. Δυστυχώς η πόλις αυτή είχε χάσει τρεις αρχιεπισκόπους εντός δέκα ετών (1504 - 14) και είχε πληρώσει δύο φοράς βαρύτατα δικαιώματα αναρρήσεως. Δια να την απαλλάξη από του να πληρώση και τρίτην φοράν, ο Άλμπρεχτ εδανείσθη. Τώρα ο Λέων συνεφώνησε όπως ο νεαρός ιεράρχης διευθύνη την διανομήν των συγχωροχαρτίων εις το Μαγδεμβούργον και την Χάλμπερστατ καθώς και εις την Μάιντς. Ένας πράκτωρ των Φούγκερ συνώδευεν έκαστον ιεροκήρυκα του Άλμπρεχτ, ήλεγχε τας δαπάνας και τας εισπράξεις και εκράτει το κλειδί του χρηματοκιβωτίου όπου εφυλάσσοντο τα χρήματα.1
Ό κυριώτερος πράκτωρ του Άλμπρεχτ ήτο ο Ιωάννης Τέτζελ, ένας Δομινικανός μοναχός, ο όποιος είχεν αποκτήσει ικανότητα και φήμην ως συλλέκτης χρημάτων. Από του 1500 η κυριωτέρα του ασχολία ήτο η διάθεσις των συγχωροχαρτίων. Συνήθως εις τας αποστολάς αυτάς ελάμβανε την βοήθειαν του κλήρου: όταν εισήρχετο εις μίαν πόλιν, μία συνοδεία από ιερείς, άρχοντας και ευσεβείς λαϊκούς, τον υπεδέχετο με σημαίας, λαμπάδας και ψαλμούς και έφερε την βούλλαν της συγχωρήσεως υψηλά επί ενός βελούδινου η χρυσού προσκεφαλαίου, ενώ οι κώδωνες των εκκλησιών ήχουν και τα όργανα έπαιζον.2 Εισαγόμενος κατ' αυτόν τον τρόπον, ο Τέτζελ προσέφερεν με ένα εντυπωσιακόν τρόπον, πλήρη συγχώρησιν εις εκείνους οι όποιοι θα μετενόουν και θα εξωμολογούντο τας αμαρτίας των και θα συνεισέφερον αναλόγως των μέσων των εις την ανέγερσιν του νέου Αγίου Πέτρου:

Είθε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να δείξη έλεος δια σε και να σε συγχωρήση με την χάριν των αγίων Του παθών. Και εγώ, με την εξουσίαν Του, με την εξουσίαν των αγίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου, και του αγιωτάτου πάπα, η οποία μου εδόθη και μου παρεχωρήθη εις αυτά τα μέρη, σε συγχωρώ και σε απαλλάσσω, πρώτον από πάσαν εκκλησιαστικήν κύρωσιν, κατά οιονδήποτε τρόπον και αν έγινε και έπειτα από όλας σου τας αμαρτίας, παραβάσεις και υπερβασίας, οσονδήποτε φοβεραί και αν είναι, ακόμη και από εκείνας αι οποίαι επιφυλάσσονται δια την γνωμάτευσιν της Αγίας Έδρας και όσον μακράν εκτείνονται αι κλείδες της αγίας Εκκλησίας, σου αναστέλλω πάσαν τιμωρίαν της όποιας είσαι άξιος εις το καθαρτήριον ένεκα αυτών και σε αποκαθιστώ εις τα άγια μυστήρια της Εκκλησίας... και εις την αθωότητα εκείνην και την αγνότητα την οποίαν είχες κατά το βάπτισμα• ούτως ώστε όταν θα αποθάνης, αι πύλαι της τιμωρίας θα είναι κλεισταί και αι πύλαι του παραδείσου της χαράς θα είναι ανοικταί• και αν δεν θα αποθάνης επί του παρόντος, αυτή η χάρις θα παραμείνη εν πλήρει ενεργεία μέχρι του σημείου του θανάτου σου. Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος.3

Η θαυμαστή αυτή συμφωνία δι' ένα πιστόν ευρίσκετο εις αρμονίαν με την επίσημον αντίληψιν περί των συγχωρήσεων δια τους ζώντας. Ο Τέτζελ ευρίσκετο και πάλιν εντός του γράμματος των αρχιεπισκοπικών οδηγιών όταν απήλλασσε της προηγουμένης εξομολογήσεως, εάν ο καταβάλλων τα χρήματα εζήτει την συγχώρησιν δια μίαν ψυχήν εις το καθαρτήριον. Ένας καθολικός ιστορικός λέγει:

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Τέτζελ, συμφώνως προς ό,τι εθεώρει ως εγκύρους οδηγίας του, διεκήρυσσεν ως χριστιανικόν δόγμα ότι δεν απητείτο παρά μόνον μία χρηματική προσφορά δια να επιτύχη κανείς συγχώρησιν δια τους νεκρούς, χωρίς να υφίσταται λόγος μετανοίας και εξομολογήσεως. Εδίδασκεν επίσης, συμφώνως προς την τότε επικρατούσαν γνώμην, ότι μία συγχώρησις ηδύνατο να εφαρμοσθή επί οιασδήποτε ψυχής με αλάθητον αποτέλεσμα. Εκκινών από την προϋπόθεσιν αυτήν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατέληγεν εις την πραγματικότητα να είναι η θεωρία του η εφαρμογή της παροιμίας: «ευθύς ως το χρήμα κουδουνίση εντός του κιβωτίου, η ψυχή θα πηδήση έξω από τας φλόγας του καθαρτηρίου». Η παπική βούλλα δεν έδιδε καμμίαν επικύρωσιν εις την πρότασιν αυτήν. Ήτο μία ασαφής σχολαστική γνώμη... και όχι δόγμα της Εκκλησίας.4

Ό Μυκόνιος, ένας Φραγκισκανός μοναχός, πιθανόν διακείμενος εχθρικώς προς τους Δομινικανούς, ήκουσε τον Τέτζελ και ανέφερε το έτος εκείνο 1517: «Είναι απίστευτον το τί ο αμαθής αυτός μοναχός είπε και εκήρυξε. Έδωσε σφραγισμένος επιστολάς βεβαιούσας ότι ακόμη και αι αμαρτίαι τας οποίας κανείς είχε σκοπόν να κάμη, θα συνεχωρούντο. Ο πάπας, είπεν, έχει μεγαλυτέρου δύναμιν από όλους τους αποστόλους, από όλους τους αγγέλους και τους άγιους, περισσοτέραν ακόμη και από αύτην την Παρθένον Μαρίαν• επειδή όλοι αυτοί είναι υπήκοοι του Χριστού ενώ ο πάπας είναι ίσος με τον Χριστόν».
Τούτο είναι προφανώς υπερβολή, αλλά το ότι ήτο δυνατόν δά δοθή μία τοιαύτη περιγραφή από ένα αυτόπτην μάρτυρα, αποδεικνύει την αντιπάθειαν την οποίαν διήγειρεν ο Τέτζελ. Μία παρομοία εχθρότης διαφαίνεται εις την φήμην, την οποίαν μετά σκεπτικισμού αναφέρει ο Λούθηρος,5 ο όποιος παρουσιάζει τον Τέτζελ ως ειπόντα εις την Χάλλην ότι και αν ακόμη, per impossibile, κάποιος είχε βιάσει την Μητέρα του Θεού, η συγχώρησις θα απέπλυνε το άμάρτημά του. ο Τέτζελ έλαβε πιστοποιητικά από τας πολιτικάς και εκκλησιαστικάς αρχάς της Χάλλης ότι ουδέποτε ήκουσαν αυτήν την ιστορίαν.6 Ήτο ενθουσιώδης πωλητής αλλά όχι τελείως ασυνείδητος.
Θα ηδύνατο να είχε διαφύγει από την ιστορίαν εάν δεν είχε πλησιάσει πάρα πολύ εις τα εδάφη του Φρειδερίκου του Σοφού, εκλέκτορος της Σαξονίας
Ο Φρειδερίκος ήτο ένας ευλαβής και προβλεπτικός ηγεμών. Θεωρητικώς δεν αντετίθετο εις τας συγχωρήσεις• είχε συγκεντρώσει 19.000 άγια λείψανα εις την εκκλησίαν του πύργου του εις την Βιττενβεργην7 και είχε κανονίσει να εξασφαλίση μίαν συγχώρησιν δια τους προσκυνητάς των• επρομηθεύθη επίσης μίαν άλλην συγχώρησιν δια συνδρομητάς προς κατασκευήν μιας γεφύρας επί του Τοργκάου και είχεν αναθέσει εις τον Τέτζελ να διαφημίση τα πλεονεκτήματα της παπικής αυτής συγχωρήσεως.8 Εν τούτοις είχε κατακρατήσει από τον πάπαν Αλέξανδρον ΣΤ' (1501) το ποσόν το όποιον είχε συλλεγή εις την Εκλεκτορικήν Σαξονίαν από μίαν συγχώρησιν δια δωρεάς χάριν μιας σταυροφορίας κατά των Τούρκων. Είπεν ότι θα έδιδε τα χρήματα όταν θα επραγματοποιείτο η σταυροφορία. Αυτό δεν έγινε. Ο Φρειδερίκος ο Σοφός εκράτησε τα χρήματα και τα εχρησιμοποίησεν εις το Πανεπιστήμιον της Βιττενβέργης.9 Τώρα, κινούμενος από την επιθυμίαν να μην αφήση τα νομίσματα της Σαξονίας να φυγαθευθούν και ίσως παρακινηθείς από πληροφορίας περί των υπερβολών του Τέτζελ, απηγόρευσε το κήρυγμα της συγχωρήσεως του 1517 εντός των εδαφών του. Αλλά ο Τέτζελ επλησίασε τόσον πολύ εις τα σύνορα, ώστε πολλοί από την Βιττενβέργην διέβησαν τα σύνορα δια να αποκτήσουν την συγχώρησιν. Πολλοί αγορασταί εκόμισαν αυτάς «τας παπικάς επιστολάς» εις τον Μαρτίνον Λούθηρον, καθηγητήν της θεολογίας εις το Πανεπιστήμιον και του εζήτησαν να επιβεβαιώση την αποτελεσματικότητά των. Αυτός ηρνήθη. Ο Τέτζελ επληροφορήθη την αρνησίν του. Κατήγγειλε τον Λούθηρον και έγινεν αθάνατος.
Είχεν υποτιμήσει την μαχητικότητα του καθηγητού. Ο Λούθηρος συνέθεσε ταχέως εις την λατινικήν ενενήντα πέντε θέσεις, τας οποίας ετιτλοφόρησε Disputatio pro declaration virtutis indulgentiarum (Συζήτησις προς διευκρίνισιν της ισχύος των συγχωρήσεων). Δεν εθεώρει τας προτάσεις του αιρετικάς και αναμφιβόλως δεν ήσαν. Εξηκολούθει να είναι ένθερμος καθολικός, ο όποιος ουδόλως εσκέπτετο να βλάψη την Εκκλησίαν. Ο σκοπός του ήτο να αντικρούση τους παραλόγους ισχυρισμούς δια τας συγχωρήσεις και να διορθώση τας καταχρήσεις αι οποίαι εσημειούντο κατά τήν διανομήν των. Ησθάνετο ότι η εύκολος έκδοσις και η εμπορική διανομή συγχωρήσεων εμείωσε την συντριβήν, την οποίαν έπρεπε να προκαλή η αμαρτία, είχε πράγματι καταστήσει την αμαρτίαν ένα ασήμαντον πράγμα, το οποίον ηδύνατο να τακτοποιηθή φιλικώς εις μίαν τράπεζαν λογαριασμών με ένα μεταπράτην συγχωρήσεων. Δεν είχεν ακόμη αρνηθή την παπικήν «εξουσίαν των κλειδών» να συγχωρή αμαρτίας• παρεδέχετο την δύναμιν του πάπα να απαλλάσση τον εξομολογούμενον μενανοούντα από τας επίγειους ποινάς τας όποιας επιβάλλουν οι εκκλησιαστικοί. Αλλά κατά την άποψιν του Λουθήρου, η δύναμις του πάπα να απελευθερώνη ψυχάς από το καθαρτήριον, ή να μειώνη την διάρκειαν της εκεί τιμωρίας των, δεν εξηρτάτο από την δύναμιν των κλειδών –ή οποία δεν εξετείνετο πέραν του τάφου –αλλά από την μεσολαβητικήν επιρροήν των παπικών προσευχών, αι οποίαι πιθανόν να εισηκούοντο και πιθανόν όχι (Θέσις 20 – 22). Επί πλέον, υπεστήριζεν ο Λούθηρος, όλοι οι χριστιανοί μετείχον αυτοδικαίως του θησαυρού της χάριτος, ο όποιος είχε κερδιθή υπό του Χριστού και των αγίων, ακόμη και χωρίς την δωρεάν μιας τοιαύτης συμμετοχής δι' ενός παπικού συγχωροχαρτίου. Απήλλασσε τους πάπας από την ευθύνην δια τας υπερβολάς των Ιεροκηρύκων αλλά προσέθετε μετά πονηρίας:
«Το αχαλίνωτον αυτό κήρυγμα υπέρ των συγχωρήσεων, καθιστά δύσκολον, ακόμη και δια πεπαιδευμένους ανθρώπους, να εξασφαλίσουν τον οφειλόμενον σεβασμόν προς τον πάπαν... από τας κακοβούλους ερωτήσεις των λαϊκών, όπως π.χ. «Διατί ο πάπας δεν εκκενώνει το καθαρτήριον χάριν της χριστιανικής αγάπης και χάριν της σκληράς ανάγκης των ψυχών αι οποίαι ευρίσκονται εκεί, ενώ απαλλάσσει... μόνον μέρος των ψυχών χάριν του άθλιου χρήματος με το όποιον θα κτίση μίαν εκκλησίαν;» (Θέσις 81 – 82).
Την μεσημβρίαν της 31ης Οκτωβρίου 1517 ο Λούθηρος ετοιχοκόλλησε τας θέσεις του αυτάς εις την κυρίαν πύλην της εκκλησίας του πύργου εις την Βιττενβέργην. Την 1ην Νοεμβρίου εκάστου έτους, την ημέραν των Αγίων Πάντων, εξετίθεντο εκεί τα, λείψανα τα οποία είχον συγκεντρωθή υπό του εκλέκτορος και ανεμένετο να συρρεύση πολύ πλήθος. Η συνήθεια να αναγγέλλονται δημοσία θέσεις τας όποιας ο προτείνων προσεφέρετο να υποστηρίξη εναντίον παντός ο όποιος θα τας αντέκρουε, ήτο παλαιόν έθιμον εις τα μεσαιωνικά Πανεπιστήμια και η θύρα, την οποίαν ο Λούθηρος εχρησιμοποίησε δια την προκήρυξίν του, εχρησιμοποιείτο κανονικώς ως ακαδημαϊκός πίναξ τοιχοκολλήσεως δελτίων. Εις τας θέσεις προσέθεσε και μίαν φιλικήν πρόσκλησιν:

Από αγάπην προς την πίστιν και από την επιθυμίαν να την φέρωμεν εις φώς, αι κατωτέρω προτάσεις θα συζητηθούν εις την Βιττενβέργην υπό την προεδρίαν του αιδεσιμωτάτου πατρός Μαρτίνου Λουθήρου, διδάκτορος των τεχνών και της ιεράς θεολογίας και τακτικού καθηγητού αυτής εις την ιδίαν πόλιν. Δια τούτο παρακαλεί όσους αδυνατούν να παρουσιασθούν και να συζητήσουν προφορικώς να πράξουν τούτο δι' επιστολής.

Δια να είναι βέβαιος ότι αι θέσεις θα κατενοούντο ευρέως, ο Λούθηρος εκυκλοφόρησε μίαν γερμανικήν μετάφρασίν των εις τον λαόν. Με χαρακτηριστικήν τόλμην απέστειλεν ενα αντίγραφον των θέσεων εις τον αρχιεπίσκοπον Άλμπρεχτ της Μάιντς. Ευγενώς, ευλαβώς και αφελώς, η Μεταρρύθμισις ήρχισε.

II. Η ΕΞΕΛΙΞΙΣ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ
Ποίαι περιστάσεις κληρονομικότητος και περιβάλλοντος είχον διαμορφώσει ένα ασήμαντον μοναχόν, εις μίαν πολίχνην τριών χιλιάδων ψυχών, εις τον Δαυΐδ της θρησκευτικής επαναστάσεως;
Ό πατήρ του Χάνς ήτο ένας αυστηρός, τραχύς, αμείλικτος αντικληρικός• η μήτηρ του ήτο μία δειλή, σεμνή γυναίκα επιδιδομένη πολύ εις τας προσευχάς• και οι δύο ήσαν λιτοί και εργατικοί. ο Χάνς ήτο χωρικός εις την Μαίρα, κατόπιν μεταλλωρύχος εις την Μάνσφελδ• ο Μαρτίνος όμως εγεννήθη εις το Άισλεμπεν την 10ην Νοεμβρίου 1483. Ηκολούθησαν άλλα εξ τέκνα. ο Χάνς και η Γκρέτε επίστευον εις την ράβδον ως εις μαγικόν μέσον κατασκευής καλών ανθρώπων κάποτε, λέγει ο Μαρτίνος, ο πατήρ του τον έδειρε τόσον πολύ ώστε επί μακρόν διάστημα ήσαν κεκηρυγμένοι εχθροί• εις μίαν άλλην περίπτωσιν, επειδή έκλεψεν ένα καρύδι, η μήτηρ του τον εμαστίγωσε μέχρις αίματος• ο Μαρτίνος εσκέφθη βραδύτερον ότι η «αυστηρά και σκληρή ζωή, την οποίαν έκαμα μαζί των, ήτο ο λόγος δια τον οποίον κατέφυγον κατόπιν εις το μοναστήριον και έγινα μοναχός».10
Η εικών της θεότητος, την οποίαν του μετέδωσαν οι γονείς του, αντηνάκλα την ιδικήν των διάθεσιν: ένας σκληρός πατήρ και αυστηρός δικαστής, επιβάλλων μίαν αρετήν χωρίς χαράν, απαιτών συνεχή εξιλασμόν και τελικώς καταδικάζων το πλείστον της ανθρωπότητος εις την αιωνίαν κόλασιν. Οι γονείς του επίστευον εις μαγίσσας, αγγέλους και δαίμονας πολλών ειδών και ειδικοτήτων. ο Μαρτίνος έφερε μαζί του πολλάς από τας δεισιδαιμονίας αυτάς μέχρι τέλους. Μία θρησκεία τρόμου εις ένα οίκον ακάμπτου πειθαρχίας συνετέλεσεν εις την διαμόρφωσιν της νεότητος και της πίστεως του Λουθήρου.
Εις το σχολείον του Μάνσφελδ υπήρχον ακόμη περισσότεροι ράβδοι και περισσοτέρα κατήχησις. Ο Μαρτίνος εξυλοκοπείτο δεκαπεντάκις της ημέρας διότι δεν είχε κλίνει ορθώς ένα όνομα. Εις ηλικίαν δέκα τριών ετών προήχθη εις ένα σχολείον μέσης εκπαιδεύσεως, το όποιον διηυθύνετο και συνετηρείτο από μίαν θρησκευτικήν αδελφότητα εις το Μαγδεμβούργον. Δέκα τεσσάρων ετών μετεγράφη εις το σχολείον του Αγίου Γεωργίου εις το Άιζεναχ και διήλθε τρία σχετικώς ευτυχή έτη κατοικών εις την άνετον οικίαν της φράου Κόττα. ο Λούθηρος ουδέποτε ελησμόνησε μίαν παρατήρησίν της, ότι δεν υπάρχει τίποτε πολυτιμώτερον επϊ της γής δι' ένα άνδρα από την αγάπην μιας καλής γυναικός. Αυτό υπήρξεν ένα αγαθόν το όποιον εχρειάσθη 42 έτη δια να το κερδίση. Εις την υγιεινοτέραν αυτην ατμόσφαιραν ανέπτυξε το φυσικόν θέλγητρον της νεότητος: υγιής, εύθυμος, κοινωνικός, ειλικρινής. Έψαλλε καλώς και έπαιζε λαγούτον.
Το 1501, ο ευπορήσας πατήρ του τον απέστειλεν εις το Πανεπιστήμιον της Ερφούρτης. Το πρόγραμμα περιεστρέφετο περί την θεολογίαν και την φιλοσοφίαν, η οποία εξηκολούθει να είναι σχολαστική. Αλλά ο νομιναλισμός του Όκκαμ είχε θριαμβεύσει εκεί και προφανώς ο Λούθηρος έλαβεν υπό σημείωσιν την θεωρίαν του Όκκαμ ότι πάπαι και σύνοδοι δυνατόν να πλανώνται. Εύρε τον σχολαστικισμόν υπό οιανδήποτε μορφήν τόσον δυσάρεστον ώστε συνεχάρη ένα φίλον του ως «μή υποχρεωμένον να μανθάνη την κόπρον, η οποία προσφέρεται» ως φιλοσοφία.11 Υπήρχον εις την Ερφούρτην μερικοί ήπιοι ουμανισταί• τον επηρέασαν πολύ ολίγον δεν ενδιαφέρθησαν δι' αυτόν όταν τον εύρον σοβαρώς απασχολούμενον με τον άλλον κόσμον. Έμαθεν ολίγα ελληνικά και ολιγώτερα εβραϊκά άλλ' ανέγνωσε τους μεγαλυτέρους Λατίνους κλασσικούς.
Το 1505 έλαβε το πτυχίον του διδάκτορος των τεχνών. Ο υπερήφανος πατήρ του του έστειλεν ως δώρον δια την αποφοίτησίν του, μίαν πολυτελή έκδοσιν του Corpus juris και εχάρη όταν ο υιός του επεδόθη εις την σπουδήν του δικαίου. Αιφνιδίως, μετά πάροδον δύο μηνών τοιούτων σπουδών και προς μεγάλην λύπην του πατρός του, ο 22ετής νέος απεφάσισε να γίνη μοναχός.
Η απόφασις εξέφραζε την αντίθεσιν η οποία υπήρχεν εις τον χαρακτήρα του. Ρωμαλέος μέχρι σημείου αισθησιασμού, προφανώς πλαισιωμένος δια μίαν ζωήν φυσικών ένστικτων και όμως εμποτισμένος από την οικογένειάν του και το σχολείον με την πεποίθησιν ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως αμαρτωλός και ότι η αμαρτία είναι προσβολή εναντίον του παντοδυνάμου και τιμωρού Θεού, δεν κατώρθωσε ποτέ να συμβιβάση εις την σκέψιν ή την διαγωγήν του τας φυσικάς του παρορμήσεις με τας επικτήτους γνώμας του. Διελθών προφανώς δια των συνήθων ερωτικών πειραμάτων και φαντασιών της εφηβείας, δεν ηδύνατο να δεχθή αυτά ως στάδια αναπτύξεως, αλλά τα εβλεπε ως έργα του σατανά ο όποιος ήτο προωρισμένος να παρασύρη τας ψυχάς εις αιωνίαν καταδίκην. Η αντίληψις περί Θεού η οποία του είχε δοθή, δεν περιείχε κανένα στοιχείον τρυφερότητος• η παρήγορος μορφή της Θεοτόκου κατελάμβανε ολίγην θέσιν εις την θεολογίαν αύτην του φόβου ο δέ Ιησούς δεν ήτο ο αγαπών υιός ο όποιος δεν ηδύνατο να αρνηθή τίποτε εις την μητέρα του. Ήτο ο Ιησούς της Δευτέρας Παρουσίας, ο όποιος τόσον συχνά εζωγραφίζετο εις τας εκκλησίας, ο Χριστός, ο οποίος είχεν απειλήσει τους αμαρτωλούς με το αιώνιον πύρ. Η διαρκής σκέψις της κολάσεως εσκότιζεν ένα πνεύμα πολύ εντόνως θρησκευτικόν ώστε να μη δύναται να την λησμονήση εις την κίνησιν και το ρεύμα της ζωής.
Μίαν ημέραν, καθώς επέστρεφεν εις την Ερφούρτην από τον οίκον του πατρός του, (Ιούλιος 1505) κατελήφθη από μίαν τρομεράν καταιγίδα. Ο κεραυνός έλαμψε πλησίον του και εκτύπησεν ένα παρακείμενον δένδρον. Αυτό εφάνη εις τον Λούθηρον ως μία προειδοποίησις εκ μέρους του Θεού ότι εάν δεν έστρεφε την σκέψιν του προς την σωτηρίαν, ο θάνατος θα ηδύνατο να τον καταλάβη απροετοίμαστον και να κολασθή. Πού θα ηδύνατο να ζήση ένα βίον σωτηρίου ευσεβείας ; Μόνον εκεί όπου τέσσαρες τοίχοι θα ηδύναντο να αποκλείσουν και η ασκητική πειθαρχία να καταβάλη τον κόσμον, την σάρκα και τον διάβολον μόνον εις ένα μοναστήριον. Έκαμεν ένα όρκον εις την αγίαν Άνναν ότι αν θα επέζη από αυτήν την καταιγίδα, θα εγίνετο μοναχός.
Υπήρχον είκοσι μοναστήρια εις την Ερφούρτην. Εξέλεξεν ένα, γνωστόν δια την πιστήν τήρησιν των μοναστικών κανόνων, των Αυγουστινιανών Ερημιτών. Συνεκέντρωσε τους φίλους του, έπιε και έψαλε μαζί των δια τελευταίαν, όπως είπε, φοράν και την επομένην έγινε δεκτός ως μαθητευόμενος εις το κελλίον του μοναστηρίου. Εξετέλει τα πλέον ευτελή καθήκοντα με υπερήφανον ταπεινοφροσύνην. Απήγγελλε προσευχάς, επαναλαμβάνων αυτάς μέχρι αυτοϋπνωτισμού, επάγωνεν εις ένα μη θερμαινόμενον κελλίον, ενήστευεν και εμαστιγώνετο με την ελπίδα να εκδίωξη τους δαίμονας από το σώμα του.
   «Ήμουν ευλαβής μοναχός και ετήρουν τόσον αυστηρώς τους κανόνας του τάγματος μου, ώστε.... εάν ποτέ κανείς μοναχός ανέβη εις τους ουρανούς από την μοναχικήν ζωήν, θα έπρεπε και εγώ να υπάγω εκεί... Εάν αυτό θα διήρκει περισσότερο θα είχον αποθάνει από τα βασανιστήρια τα όποια επέβαλλον εις τον εαυτόν μου με τας αγρυπνίας, τας προσευχάς, την ανάγνωσιν και τας άλλας εργασίας».12
Εις μιαν περίπτωσιν, όταν δεν είχεν εμφανισθή επί πολλάς ημέρας, οι φίλοι του εισέβαλον εις το κελλίον του και τον εύρον κείμενον αναίσθητον επί του εδάφους. Είχον φέρει ένα λαγούτον• ο εις το έπαιξεν• ο Λούθηρος συνήλθε και τους ηυχαρίστησε. Τον Σεπτέμβριον του 1506 έδωσε τον αμετάκλητον όρκον της πτώχειας, της αγνότητος και της υπακοής• και τον Μάιον του 1507 εχειροτονήθη ιερεύς.
  Οι σύντροφοι του μοναχοί του έδιδον φιλικάς συμβουλάς ένας τον διεβεβαίωνεν ότι το Πάθος του Χριστού είχε πληρώσει δια την αμαρτωλήν φύσιν του ανθρώπου και είχεν ανοίξει εις τον λυτρωμένον άνθρωπον τας πύλας του παραδείσου. Η ανάγνωσις των Γερμανών μυστικιστών συγγραφέων και ιδιαιτέρως του Τάουλερ, του εγέννησε την ελπίδα να γεφύρωση το φρικώδες χάσμα μεταξύ του εκ φύσεως αμαρτωλού ανθρώπου και του δικαίου, παντοδυνάμου Θεού. Έπειτα έπεσεν εις τας χείρας του μία πραγματεία του Ιωάννου Χούς και εις την πνευματική του αναταραχήν προσετέθησαν και δογματικαί αμφιβολίαι• ηπόρει διατί
«ένας άνθρωπος ο όποιος ηδύνατο να γράφη τόσον χριστιανικώς και τόσον ισχυρώς; είχε καή επί της πυράς... Έκλεισα το βιβλίον και απήλθον με πληγωμένην καρδίαν».13
  Ο Γιόχαν φόν Στάουπιτζ, επαρχιακός αντιπρόσωπος των Αυγουστινιανών Ερημιτών, εκινήθη από πατρικόν ενδιαφέρον δια τον ταραγμένον μοναχόν και του έδωσεν εντολήν να αντικαταστήση τον ασκητισμόν με την προσεκτικήν ανάγνωσιν της Βίβλου και του άγιου Αυγουστίνου. Οι μοναχοί έδειξαν το ενδιαφέρον των, δώσαντες εις αυτόν μίαν λατινικήν Βίβλον, σπάνιον τότε απόκτημα δι' ένα άτομον.
Μίαν ημέραν του 1508 ή του 1509, του έκαμεν εντύπωσιν μία φράσις της προς Ρωμαίους επιστολής του Παύλου (α', 17)
«Ο δέ δίκαιος έκ πίστεως ζήσεται». Αι λέξεις αυταί τον ωδήγησαν βραδέως προς την θεωρίαν, ότι ο άνθρωπος δύναται να «δικαιωθή» - δηλαδή να γίνη δίκαιος και ως εκ τούτου να σωθή από την κόλασιν -όχι δια των καλών έργων, τα όποια ουδέποτε θα ήρκουν δια να εξαλείψουν τας αμαρτίας έναντι μιας απεράντου θεότητος, αλλά μόνον δια της πλήρους πίστεως εις τον Χριστόν και εις τον δι' αυτού εξιλασμόν της ανθρωπότητος.
Εις τον Αυγουστίνον ο Λούθηρος εύρε μίαν άλλην ιδέαν, η όποια ανενέωσεν ίσως τους φόβους του -τον προορισμόν- ότι ο Θεός, ακόμη προ της δημιουργίας, είχε προορίσει μερικάς ψυχάς δια την σωτηρίαν και τας υπολοίπους δια την κόλασιν και ότι οι εκλεκτοί είχον επιλεγή με την ελευθέραν θέλησιν του Θεού να σωθούν δια της θείας θυσίας του Χριστού. Από τον έμμονον αυτόν παραλογισμόν έφυγε πάλιν προς την βασικήν του ελπίδα της σωτηρίας δια της πίστεως.
Το 1508, κατόπιν συστάσεως του Στάουπιτζ, μετετέθη εις ένα Αυγουστινιανόν μοναστήριον της Βιττενβέργης και εις την θέσιν του διδασκάλου της λογικής και της φυσικής, έπειτα του καθηγητού της θεολογίας εις το Πανεπιστήμιον. Η Βιττενβέργη ήτο η βορεία πρωτεύουσα -σπανίως η έδρα- του Φρειδερίκου του Σοφού. Ένας σύγχρονος την ονομάζει «πτωχήν, ασήμαντον πόλιν, με ολίγας παλαιάς και άσχημους οικίας». Ο Λούθηρος περιέγραψε τους κατοίκους ως «υπερβολικώς μεθύσους, αγενείς και επιρρεπείς προς τας διασκεδάσεις». Είχον την φήμην, ότι ήσαν οι μεγαλύτεροι πόται της Σαξονίας, η οποία εθεωρείτο ως ή πλέον μέθυσος επαρχία της Γερμανίας. Ένα μίλλιον προς ανατολάς, έλεγεν ο Λούθηρος, ετελείωνεν ο πολιτισμός και ήρχιζεν η βαρβαρότης. Εδώ, κατά το πλείστον, διέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του.
Πρέπει να είχε γίνει κατά την εποχήν αυτήν υποδειγματικός μοναχός, διότι τον Οκτώβριον του 1510, αυτός και ένας άλλος συνάδελφος του μοναχός απεστάλησαν εις την Ρώμην εις κάποιαν αποστολήν δια τους Αυγουστινιανούς Ερημίτας. Η πρώτη του αντίδρασις, όταν αντίκρυσε την πόλιν, υπήρξεν ευλαβές δέος• εγονάτισεν, ύψωσε τας χείρας και είπε : «Σωτηρία εις σέ, ώ αγία Ρώμη !» Εξεπλήρωσεν όλας τας ευλαβείς υποχρεώσεις ενός προσκυνητού, υπεκλίθη ευσεβώς προ των άγιων λειψάνων, ανήλθε την αγίαν κλίμακα επί των γονάτων του, επεσκέφθη πλήθος εκκλησιών και εκέρδισε τόσας πολλάς συγχωρήσεις, ώστε παρ' ολίγον να ευχηθή να είχον αποθάνει οι γονείς του δια να τους σώση από το καθαρτήριον. Εξηρεύνησε το ρωμαϊκόν φόρουμ, αλλά παρέμεινε προφανώς ασυγκίνητος από την τέχνην της Αναγεννήσεως, με την οποίαν ο Ραφαήλ, ο Μιχαήλ Άγγελος και πλείστοι άλλοι είχον αρχίσει να στολίζουν την πρωτεύουσαν. επί πολλά έτη μετά το ταξείδιον αυτό δεν προέβη εις σχόλια δια την κοσμικότητα του ρωμαϊκού κλήρου η δια την ανηθικότητα, η οποία τότε ήκμαζεν εις την αγίαν πόλιν. Εν τούτοις μετά δέκα έτη και ακόμη περισσότερον, εις τας φανταστικάς αναμνήσεις του τών «Επιτραπεζίων συνομιλιών» κατά το γήρας του, περιέγραψε την Ρώμην του 1510 ως «φρίκην», τους πάπας ως χειροτέρους από τους ειδωλολάτρας αυτοκράτορας και την παπικήν αυλήν ως «υπηρετουμένην εις την τράπεζαν από δώδεκα γυμνάς νεάνιδας».14  Πολύ πιθανώς δεν είχεν επαφήν με τους ανωτέρους εκκλησιαστικούς κύκλους και δεν είχεν άμεσον γνώσιν της αναμφισβητήτως χαλαράς ηθικής των.
Μετά την επάνοδόν του εις την Βιττενβέργην (Φεβρουάριος 1511) προήχθη ταχέως εις την παιδαγωγικήν κλίμακα και έγινεν επαρχιακός γενικός αντιπρόσωπος του τάγματος του. Έδιδε μαθήματα επί της Βίβλου, εκήρυττε κανονικώς εις την ενοριακήν εκκλησίαν και διεξήγε το έργον του αξιώματός του με εργατικότητα και αφοσίωσιν. Ένας διακεκριμένος καθολικός λόγιος λέγει :

Αι επίσημοι επιστολαί του αποπνέουν μίαν βαθείαν μέριμναν δια τους αμφιρρέποντας, μίαν ευγενή συμπάθειαν δια τους πίπτοντας. Δεικνύουν βαθέα ίχνη θρησκευτικού αισθήματος και σπάνιον πρακτικόν πνεύμα, αν και περιέχουν συμβουλάς, αι οποίαι έχουν ανορθοδόξους τάσεις. Η πανώλης, η οποία έπληξε την Βιττενβέργην το 1516, τον εύρε θαρραλέον εις την θέσιν του, την οποίαν, παρά τας ανησυχίας των φίλων του, δεν εγκατέλειψε.15

Βραδέως, κατά την διάρκειαν των ετών τούτων (1512–17), αι θρησκευτικοί του ιδέαι απεμακρύνθησαν από τα επίσημα δόγματα της Εκκλησίας. Ήρχισε να ομιλή... περί της «θεολογίας μας», εν αντιθέσει προς εκείνην η οποία εδιδάσκετο εις την Ερφούρτην. Το 1515, απέδωσε την διαφθοράν η οποία υπήρχεν εις τον κόσμον, εις τον κλήρον, ο οποίος έδιδεν εις τον κόσμον πάρα πολλούς μύθους και αποφθέγματα ανθρωπίνης επινοήσεως και όχι τον κόσμον των Γραφών του Θεού. Το 1516, ανεκάλυψεν ένα ανώνυμον γερμανικόν χειρόγραφον, του οποίου η μυστικιστική ευλάβεια εστήριξε τόσον πολύ την ιδικήν του άποψιν της απολύτου εξαρτήσεως της ψυχής, δια την σωτηρίαν της, από την θείαν χάριν, ώστε το εξέδωσε και το εδημοσίευσεν ως «Theologia Germanica». Ήτοι «Γερμανική Θεολογία». Εμέμφετο τους διαφημιστάς των συγχωρήσεων ως επωφελουμένους της απλοϊκότητος των πτωχών. Εις ιδιωτικήν του αλληλογραφίαν ήρχιζε να ταυτίζη τον αντίχριστον της πρώτης επιστολής του Ιωάννου με τον πάπαν.16 Τον Ιούλιον του 1517, προσκληθείς υπό του δουκός Γεωργίου της Αλβερτίνης Σαξονίας να κηρύξη εις την Δρέσδην, υπεστήριξεν, ότι μόνη η παραδοχή των χαρισμάτων του Χριστού εξησφάλιζε την σωτηρίαν του πιστεύοντος. Ο δούξ παρεπονέθη, ότι μία τοιαύτη έξαρσις της πίστεως μάλλον παρά της αρετής, «θα καθίστα τον λαόν υπερόπτην και επαναστατικόν».17 Μετά τρεις μήνας, ο τολμηρός μοναχός επροκάλει ολόκληρον τον κόσμον να συζητήση τας 95 θέσεις, τας οποίας είχε τοιχοκολλήσει εις την εκκλησίαν της Βιττενβέργης.

III. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΜΟΡΦΗΝ
Η ξυλογραφία του Κράναχ του 1520 δύναται λογικώς να μας δείξη τον Λούθηρον του 1517: ένα κουρεμένον μοναχόν μέσου αναστήματος, λεπτόν, με μεγάλους οφθαλμούς με σοβαράν έκφρασιν, μεγάλην μύτην και αποφασιστικόν πώγωνα, ένα πρόσωπον προδίδον όχι εριστικόν αλλά ήρεμον θάρρος και χαρακτήρα. Εν τούτοις ήτο μάλλον δικαία οργή παρά άσκοπος θρασύτης εκείνη η όποια τον ηνάγκασε να γράψη τας θέσεις. Ο τοπικός επίσκοπος δεν είδε τίποτε το αιρετικόν εις αυτάς αλλά συνέστησεν ηπίως εις τον Λούθηρον να μη γράφη πλέον επί του θέματος αυτού επί τι χρονικόν διάστημα. Και ο ίδιος ο συγγραφεύς εστενοχωρήθη κατ' αρχάς από την μανίαν την οποίαν επροκάλεσε. Τον Μάιον του 1518 είπεν εις τον Στάουπιτζ ότι η πραγματική του φιλοδοξία ήτο να ζήση ένα βίον ηρέμου απομονώσεως. Εξηπάτα τον εαυτόν του• απελάμβανε την μάχην.
Αι θέσεις κατέστησαν το θέμα της συζητήσεως εις την εγγράμματον Γερμανίαν. Χιλιάδες ανέμενον μίαν τοιαύτην διαμαρτυρίαν και η λανθάνουσα επί γενεάς αντικληρική τάσις ηγαλλίασε διότι εύρε μίαν φωνήν. Η πώλησις των συγχωρήσεων υπεχώρησεν. Αλλά πολλοί πρωταγωνισταί ηγέρθησαν δια να δεχθούν την πρόκλησιν. Ο ίδιος ο Τέτζελ, με κάποιαν επαγγελματικήν βοήθειαν, απήντησεν εις 106 Αντι-θέσεις (Δεκέμβριος 1517). Δεν έκαμε παραχωρήσεις η απολογίας αλλά «έδωσε κατά καιρούς μίαν άνευ συμβιβασμών, και μάλιστα δογματικήν, επικύρωσιν εις απλάς θεολογικάς γνώμας, αι οποίαι δεν ήσαν σύμφωνοι με την λογιότητα».18 Όταν η δημοσίευσις αυτή έφθασεν εις την Βιττενβέργην, ένας μεταπράτης ο όποιος την προσέφερε προς πώλησιν εκακοποιήθη από φοιτητάς του Πανεπιστημίου και το απόθεμά του από 800 αντίτυπα εκάη εις την κεντρικήν πλατείαν, ενέργεια την οποίαν ο Λούθηρος κατέκρινε πλήρης χαράς. Απήντησεν εις τον Τέτζελ με ένα «Κήρυγμα περί συγχωρήσεων και χάριτος» καταλήγων με μίαν χαρακτηριστικήν πρόκλησιν:
«Εάν αποκληθώ αιρετικός από εκείνους, των όποιων τα βαλάντια θα υποφέρουν από τας αληθείας μου, δεν ενδιαφέρομαι πολύ δια τας κραυγάς των• διότι μόνον εκείνοι των όποιων η σκοτεινή διάνοια δεν εγνώρισε ποτέ την Βίβλον, λέγουν αυτό».19
Ο Ιάκωβος βάν Χοογκστραίτεν εκ Κολωνίας εξέπεμψε βαρείας ύβρεις κατά του Λουθήρου και εισηγήθη να τον κάψουν επί της πυράς. Ο Γιόχαν Έκ, υποκαγκελλάριος του Πανεπιστημίου της Ινγκολστατ, εξέδωσεν ένα φυλλάδιον «Obelisci» (Μάρτιος 1518), το οποίον κατηγορεί τον Λούθηρον ότι εσκόρπιζε «βοημικόν δηλητήριον» (τάς αιρέσεις του Χούς), και υπενόμευεν όλην την εκκλησιαστικήν τάξιν. Εις την Ρώμην, ο Σύλβεστρος Πριέριας, παπικός λογοκριτής της φιλολογίας, εδημοσίευσεν ένα «Διάλογον» «υποστηρίζων την απόλυτον υπεροχήν του πάπα με εκφράσεις μη υστερούσας εις υπερβολάς, επεκτείνων ιδιαιτέρως την θεωρίαν του μέχρις ενός απαραδέκτου σημείου εις ό,τι άφορα τας συγχωρήσεις».20
Ο Λούθηρος τον αντέκρουσε με ένα λατινικόν βιβλίον «Resolutiones» (Απρίλιος 1518), αντίτυπα του όποιου απέστειλεν εις τον τοπικόν του επίσκοπον και εις τον πάπαν και εις τας δύο περιπτώσεις με διαβεβαιώσεις ορθοδοξίας και υποταγής. Το κείμενον ωμίλει πολύ καλώς περί του Λέοντος Ι' :

Παρ' όλον ότι υπάρχουν εις την Εκκλησίαν πολύ πεπαιδευμένοι και πολύ άγιοι άνθρωποι, εν τούτοις είναι η ατυχία της εποχής μας ότι και αυτοί ακόμη... δεν δύνανται να συνδράμουν την Εκκλησίαν... Τώρα έχομεν επί τέλους ένα εξαίρετον ποντίφηκα, το Λέοντα Ι', του οποίου η ακεραιότης και η πολυμάθεια αποτελούν χαράν όταν τας ακούουν όλοι οι καλοί άνθρωποι. Αλλά τι δύναται να πράξη ο άριστος αυτός των ανθρώπων μόνος, εις μίαν τόσον μεγάλην σύγχυσιν υποθέσεων, αν και ήτο άξιος να βασιλεύση εις καλυτέρους καιρούς ;... Αυτήν την εποχήν είμεθα άξιοι μόνον να έχωμεν πάπας όπως ο Ιούλιος Β' και ο Αλέξανδρος ΣΤ'... η ιδία η Ρώμη, ναι, η Ρώμη περιοσότερον από όλους, γελά εις βάρος των καλών ανθρώπων• εις ποίον μέρος του χριστιανικού κόσμου ειρωνεύονται ελευθέρως οι άνθρωποι τους καλυτέρους επισκόπους παρά εις την Ρώμην, την πραγματικήν Βαβυλώνα;

Απ' ευθείας προς τον Λέοντα, εκδηλώνει μίαν ασυνήθη ταπεινοφροσύνην:

Ευλογημένε πάτερ, προσφέρω τον εαυτόν μου γονυκλινή προ των ποδών της αγιότητός σου, με όλα όσα έχω και με ό,τι είμαι. Επίσπευσε, σύντριψε, κάλεσε, ανακάλεσε, έγκρινε, κατάκρινε, όπως θα σου φανή καλύτερον. Θα παραδεχθώ την φωνήν σου ως την φωνήν του Χρίστου, μένουσαν εντός σου και ομιλούσαν δια σού. Εάν  είμαι άξιος θανάτου, δεν θα αρνηθώ να αποθάνω.21

Εν τούτοις, όπως εσημείωσαν οι σύμβουλοι του Λέοντος, αι «Resolutiones» εβεβαίωνον την υπεροχήν μιας οικουμενικής συνόδου επί του πάπα, ωμίλουν καταφρονητικώς δια τα λείψανα και τα προσκυνήματα, ηρνούντο τας περισσευούσας χάριτας των αγίων και απέρριπτον όλας τας προσθήκας, τας οποίας είχον κάμει οι πάπαι κατά τους τρεις τελευταίους αιώνας εις την θεωρίαν και την πράξιν των συγχωρήσεων. Επειδή ήσαν μία βασική πηγή των παπικών εσόδων και ο Λέων είχεν εξαντλήσει όλας τας επινοήσεις του δια να χρηματοδοτή τας φιλανθρωπίας, τας διασκεδάσεις και τους πολέμους του καθώς και το διοικητικόν και οικοδομικόν πρόγραμμα της Εκκλησίας, ο στενοχωρημένος ποντίφηξ, ο οποίος κατ’ αρχάς είχε παραμερίσει την έριδα ως παροδικήν αναταραχήν μεταξύ μοναχών, τώρα ανέλαβε την υπόθεσιν εις τας χείρας του και εκάλεσε τον Λούθηρον εις την Ρώμην (7 Ιουλίου 1518).
Ο Λούθηρος αντεμετώπισε μίαν κρίσιμον απόφασιν. Έστω και αν ο πλέον καλόκαρδος από τους πάπας τον μετεχειρίζετο επιεικώς, θα ηδύνατο να ευρεθή ευγενώς αποστομωμένος και κλεισμένος εις κάποιο ρωμαϊκόν μοναστήριον, δια να λησμονηθή εντός ολίγου από εκείνους οι όποιοι τον επεδοκίμαζον και τον εχειροκρότουν. Έγραψεν εις τον Γεώργιον Σπαλατίν, εφημέριον του εκλέκτορος Φρειδερίκου, υποδεικνύων, ότι οι Γερμανοί ηγεμόνες έπρεπε να προστατεύουν τους πολίτας των από βιαίαν έκδοσιν εις την Ιταλίαν. Ο εκλέκτωρ συνεφώνησεν. Εξετίμα πολύ τον Λούθηρον, ο όποιος είχε κάμει το Πανεπιστήμιον της Βιττενβέργης να ευημερήση• και επί πλέον, ο αυτοκράτωρ Μάξιμιλιανός, βλέπων εις τον Λούθηρον ένα πιθανόν μέσον δια να παίξη εις τας διπλωματικάς διενέξεις με την Ρώμην, συνέστησεν εις τον εκλέκτορα να «φροντίση επιμελώς δι' αυτόν τον μοναχόν».22
Ακριβώς την ιδίαν εποχήν, ο αυτοκράτωρ είχε συγκαλέσει μίαν αυτοκρατορικήν δίαιταν εις το Άουγκσμπουργκ δια να εξετάση την αίτησιν του πάπα όπως φορολογήση την Γερμανίαν, δια να βοηθήση εις την χρηματοδότησιν μιας νέας σταυροφορίας κατά των Τούρκων. Ο κλήρος (επρότεινεν ο Λέων) θα επλήρωνε το 1/10 και οι λαϊκοί το 1/12 των εισοδημάτων των και ανά πενήντα οικογένειαι θα έδιδον ένα άνδρα. Η δίαιτα ηρνήθη• αντιθέτως, επανέλαβε μετά σταθερότητος τας διαμαρτυρίας, αι οποίαι απετέλουν την δικαιολογίαν της επιτυχίας του Λουθήρου. Κατέδειξεν εις τον παπικόν λεγάτον, ότι η Γερμανία είχε συχνά φορολογηθή δια σταυροφορίας μόνον και μόνον δια να ίδη τα χρήματα χρησιμοποιούμενα δι' άλλους παπικούς σκοπούς• ότι ο λαός θα αντετίθετο εντόνως εις πάσαν περαιτέρω αποστολήν χρημάτων εις την Ιταλίαν• ότι αι ετήσιαι εισφοραί, τα δικαιώματα διορισμού και τα έξοδα των κανονικών δικών, τα όποια απεστέλλοντο εις την Ρώμην, ήσαν ήδη αφόρητον βάρος και ότι γερμανικοί προσοδοφόροι θέσεις εδίδοντο ως δαμάσκηνα εις Ιταλούς ιερείς. Τοιαύτη θρασεία απόρριψις παπικών αιτήσεων, έλεγεν εις Έκ των αντιπροσώπων, δεν είχε ποτέ σημειωθή εις την γερμανικήν ιστορίαν.23 Παρατηρήσας το στασιαστικόν πνεύμα εις τους πρίγκιπας, ο Μαξιμιλιανός έγραψεν εις την Ρώμην και συνέστησε προσοχήν εις την μεταχείρισιν του Λουθήρου, άλλ’ υπεσχέθη συνεργασίαν δια την καταστολήν των αιρέσεων.
Ό Λέων ήτο διατεθειμένος ή υποχρεωμένος να είναι επιεικής. Πράγματι, ένας διαμαρτυρόμενος ιστορικός αποδίδει τον θρίαμβον της Μεταρρυθμίσεως εις την μετριοπάθειαν του πάπα.24 Ανέστειλε την διατάγην της παρουσιάσεως του Λουθήρου εις την Ρώμην και του έδωσε την εντολήν να παρουσιασθή εις το Άουγκσμπουργκ ενώπιον του καρδιναλίου Καγιετάν και να απολογηθή δια κατηγορίας απειθαρχίας και αιρέσεων. Έδωσεν οδηγίας εις τον λεγάτον του να παραχωρήση εις τον Λούθηρον πλήρη συγγνώμην και αξιώματα εις το μέλλον εάν θα απηρνείτο τας απόψεις του και θα υπετάσσετο• άλλως θα εζητείτο από τας κοσμικάς αρχάς να τον αποστείλουν εις την Ρώμην.25 Κατά την ιδίαν περίπου εποχήν ο Λέων εξήγγειλε την πρόθεσίν του να απονείμη εις τον Φρειδερίκον μίαν τιμήν, την οποίαν ο ευλαβής εκλέκτωρ πρό πολλού επωφθαλμία: το «Χρυσούν Ρόδον», το οποίον οι πάπαι απένεμον εις κοσμικούς ηγεμόνας, τους οποίους ήθελον να τιμήσουν με την υπερτάτην των εύνοιαν. Πιθανώς ο Λέων να προσεφέρθη τώρα να υποστηρίξη τον Φρειδερίκον ως διάδοχον του αυτοκρατορικού στέμματος.26
Εφωδιασμένος με ένα αυτοκρατορικόν διαβατήριον, ο Λούθηρος συνήντησε τον Καγιετάν εις το Άουγκσμπουργκ (12 Οκτωβρίου 1518). Ο καρδινάλιος ήτο άνθρωπος μεγάλης θεολογικής μορφώσεως και υποδειγματικού βίου, αλλά παρεξήγησε την αποστολήν του, θεωρήσας ότι ήτο δικαστής και όχι διπλωμάτης. Όπως αυτός αντελήφθη την υπόθεσιν, επρόκειτο κυρίως περί θέματος εκκλησιαστικής πειθαρχίας και τάξεως: θα έπρεπε να επιτραπή εις ένα μοναχόν να επικρίνη δημοσία τους ανωτέρους του -εις τους οποίους είχεν ορκισθή υπακοήν- και να υποστηρίζη απόψεις καταδικαζομένας υπό της Εκκλησίας; Αρνούμενος να συζητήση το ορθόν ή το πεπλανημένον των ισχυρισμών του Λουθήρου, απήτησε την ανάκλησίν των και την υπόσχεσιν να μη διαταράξη του λοιπού την ειρήνην της Εκκλησίας. Και οι δύο έχασαν την υπομονήν των. Ο Λούθηρος επανήλθεν αυθάδης εις την Βιττενβέργην. Ο Καγιετάν εζήτησεν από τον Φρειδερίκον να τον αποστείλη εις την Ρώμην. Ο Φρειδερίκος ηρνήθη.
Ο Λούθηρος έγραψε μίαν ευφυά έκθεσιν περί της συναντήσεώς των, η οποία εκυκλοφόρησεν εις όλην την Γερμανίαν. Αποστέλλων αυτήν εις τον φίλον του Βέντζελ Λίνκ, προσέθεσε:
«Σου αποστέλλω το ασήμαντον έργον μου, δια να δυνηθής να ίδης εάν δεν έχω δίκαιον να υποθέτω ότι, κατά τον απόστολον Παύλον, ο πραγματικός αντίχριστος κυριαρχεί εις την ρωμαϊκήν αυλήν. Νομίζω, ότι, αυτός είναι χειρότερος από όλους τους Τούρκους»27.
Εις μίαν ηπιωτέραν επιστολήν προς τον δούκα Γεώργιον, εζήτησεν όπως «αναληφθή μία κοινή μεταρρύθμισις εις τα πνευματικά και κοσμικά κράτη»28• Η πρώτη γνωστή χρησιμοποίησις υπ' αυτού της λέξεως, η οποία επρόκειτο να δώση εις την εξέγερσιν το ιστορικόν της όνομα.
Ο Λέων εξηκολούθησε τας προσπαθείας του δια συμφιλίωσιν. Δια μιας βούλλας της 9ης Νοεμβρίου 1518, απηρνήθη πολλάς από τας υπερβολικάς ιδιότητας των συγχωρήσεων• δεν συνεχώρουν ούτε αμαρτίας ούτε ενοχήν αλλά μόνον τας επίγειους εκείνας τιμωρίας, τας οποίας είχεν επιβάλει η Εκκλησία, όχι οι κοσμικοί ηγεμόνες. Όσον άφορα την απαλλαγήν ψυχών από το καθαρτήριον, η δύναμις του πάπα περιωρίζετο εις τας προσευχάς του, κατά τας όποιας ικέτευε τον Θεόν να εφαρμόση εις μίαν νεκράν ψυχήν το περίσσευμα των χαρίτων του Χριστού και των αγίων. Την 28ην Νοεμβρίου, ο Λούθηρος εδημοσίευσε μίαν έφεσιν κατά της αποφάσεως του πάπα προς μίαν γενικήν σύνοδον. Κατά τον ίδιο μήνα, ο Λέων ανέθεσεν εις τον Κάρλ φόν Μίλτιτζ, ένα νεαρόν Σάξονα ευγενή κατέχοντα εκκλησιαστικόν αξίωμα εις την Ρώμην, να φέρη το «Χρυσούν Ρόδον» εις τον Φρειδερΐκον και να καταβάλη επίσης μίαν ήρεμον προσπάθειαν δια να επαναφέρη τον Λούθηρον, αυτό το «τέκνον του σατανά», εις την υπακοήν.29
Όταν έφθασεν εις την Γερμανίαν, ο Μίλτιτζ κατεπλάγη ευρών την μισήν χώραν να διάκειται εχθρικώς προς την Ρωμαϊκήν Έδραν. Μεταξύ των φίλων του εις το Άουγκσμπουργκ και την Νυρεμβέργην, οι τρεις εκ των πέντε ήσαν υπέρ του Λουθήρου. Εις την Σαξονίαν, το αντιπαπικόν αίσθημα ήτο τόσον ισχυρόν ώστε ηναγκάσθη να αποβάλη όλας τας ενδείξεις ότι ήτο εντεταλμένος του πάπα. Όταν συνήντησε τον Λούθηρον εις το Άλτεμπουργκ (3 Ιανουαρίου 1519), τον εύρε περισσότερον διατεθειμένον να υποταχθή εις την λογικήν παρά εις τον φόβον. Προφανώς κατά το στάδιον τούτο ο Λούθηρος ενδιεφέρετο ειλικρινώς να διατηρήση την ενότητα της δυτικής χριστιανοσύνης. Προέβη εις γενναίας υποχωρήσεις: να τηρήση σιγήν εάν οι αντίπαλοί του θα έπραττον το ίδιον• να γράψη μιαν επιστολήν υποταγής προς τον πάπαν• να αναγνωρίση δημοσία την αξίαν των προσευχών προς τους αγίους, την πραγματικότητα του καθαρτηρίου και την χρησιμότητα των συγχωρήσεων εις ό,τι άφορα την άρσιν των κανονικών ποινών και να συστήση εις τον λαόν μιαν ειρηνικήν υποταγήν εις την Εκκλησίαν εν τω μεταξύ τα πρακτικά της συζητήσεως θα υπεβάλλοντο προς επικύρωσιν εις ένα Γερμανόν επίσκοπον, τον όποιον θα παρεδέχοντο και τα δύο μέρη.30 Ευχαριστημένος ο Μίλτιτζ μετέβη εις την Λειψίαν, εκάλεσε τον Τέτζελ, τον επέπληξε δια τας υπερβολάς του, τον κατηγόρησε δι' επαιτείαν και ιδιοποίησιν και τον απέπεμψεν. Ο Τέτζελ απεσύρθη εις το μοναστήριόν του και μετ' ολίγον απέθανε (11 Αυγούστου 1519). Εις την επιθανάτιου κλίνην του έλαβε μιαν ευγενικήν επιστολήν από τον Λούθηρον, η οποία τον διεβεβαίωνεν ότι η πώλησις των συγχωρήσεων ήτο μόνον αφορμή και όχι η αίτια της αναταραχής, «ότι η υπόθεσις δεν είχε αρχίσει με αυτήν την βάσιν αλλ' ότι το παιδίον είχεν άλλον πατέρα».31
Την 3ην Μαρτίου ο Λούθηρος έγραψε προς τον πάπαν μιαν επιστολήν πλήρους υποταγής. Ο Λέων απήντησεν εις φιλικόν πνεύμα (29 Μαρτίου) προσκαλέσας αυτόν να μεταβή εις την Ρώμην δια να εξομολογηθή και προσφέρας χρήματα δια το ταξείδιόν του.32 Εν τούτοις, με έμμονον αστάθειαν, ο Λούθηρος έγραψεν εις τον Σπαλατίν την 13 Μαρτίου:
«Ευρίσκομαι εις μεγάλην απορίαν και θα ήθελα να μάθω αν ο πάπας είναι ο αντίχριστος η ο απόστολός του».33
Υπό τας υφισταμένας συνθήκας, εθεώρησεν ασφαλέστερον να παραμείνη εις την Βιττενβέργην.
Εκεί η σύγκλητος του Πανεπιστημίου, οι φοιτηταί και οι πολίται ήσαν κατά το πλείστον μέρος υπέρ της υποθέσεώς του. Υπήρξεν ιδιαιτέρως ευτυχής να έχη την υποστήριξιν ενός λαμπρού νέου ουμανιστού και θεολόγου, τον όποιον ο εκλέκτωρ είχε διορίσει το 1518, εις ηλικίαν 21 ετών, να διδάξη ελληνικά εις το Πανεπιστήμιον.
Ο Φίλιππος Σβάρτσερτ (μαύρη γή) είχεν εξελληνίσει το όνομά του εις Μελάγχθων χάρις εις τον θείον του Ρόυχλιν. Ήτο άνθρωπος μικρού αναστήματος, αδυνάτου κράσεως, με διστακτικόν βάδισμα, κοινά χαρακτηριστικά, υψηλόν μέτωπον και δειλούς οφθαλμούς. Ο διανοούμενος της Μεταρρυθμίσεως είχε γίνει τόσον αγαπητός εις την Βιττενβέργην ώστε εις την αίθουσαν της διδασκαλίας εις την οποίαν συνεκεντρούντο πεντακόσιοι έως εξακόσιοι φοιτηταί και ο ίδιος ο Λούθηρος, ο όποιος τον περιέγραψεν ως έχοντα «σχεδόν κάθε αρετήν η όποια είναι γνωστή εις τον άνθρωπου»,34 εκάθητο ταπεινώς μεταξύ των μαθητών του. «Ο Μελάγχθων», έλεγεν ο Έρασμος, «είναι άνθρωπος με λεπτήν φύσιν• ακόμη και οι εχθροί του ομιλούν καλώς δι' αυτόν».35 Ο Λούθηρος ηγάπα την πάλην ο Μελάγχθων επόθει την ειρήνην και την συνδιαλλαγήν. Κάποτε ο Λούθηρος τον επέπληττεν ως υπερμέτρως μετριοπαθή, άλλα η ευγενεστέρα και ηπιωτέρα πλευρά του Λουθήρου εφαίνετο εις την αμετάπτωτον αγάπην του δι' ένα άνθρωπον τόσον αντίθετον προς αυτόν και εις την ιδιοσυγκρασίαν και εις την πολιτικήν.

Εγώ έχω γεννηθή δια να πολεμώ και να μάχωμαι με φατρίας και με δαίμονας• δια τούτο τα βιβλία μου είναι θυελλώδη και πολεμικά. Πρέπει να ξερριζώσω τους κορμούς των δένδρων, να κόψω τας ακάνθας και τους τριβόλους, να γεμίσω τους χάνδακας και είμαι ο τραχύς άνθρωπος του δάσους ο όποιος θα άνοιξη δρόμους και θα ετοιμάση τα πράγματα. Αλλά ο Φίλιππος βαδίζει μαλακά και σιωπηλά, καλλιεργεί και φυτεύει, σπείρει και ποτίζει με ευχαρίστησιν, επειδή ο Θεός τον επροίκισε πλουσίως.36

Ένας άλλος καθηγητής της Βιττενβέργης έλαμψε με ζωηρότερον φώς από του Μελάγχθονος. Ο Ανδρέας Μποντενστάιν, γνωστός από τον τόπον της καταγωγής του ως Κάρλστατ, είχεν εισέλθει εις το πανεπιστημιακόν επιτελείον εις ηλικίαν 24 ετών (1504). Τριακονταετής έλαβε την έδραν της Θωμιστικής φιλοσοφίας και θεολογίας. Την 13ην Απριλίου 1517 προηγήθη της ιστορικής διαμαρτυρίας του Λουθήρου, δημοσιεύσας 152 θέσεις εναντίον των συγχωρήσεων. Κατ' αρχάς αντετίθετο προς τον Λούθηρον αλλά πολύ συντόμως μετεστράφη εις ένθερμον υποστηρικτήν του, «θερμότερος εις το ζήτημα από εμέ», έλεγεν ο μέγας επαναστάτης.37 Όταν οι «Οβελίσκοι» του Έκ επροκάλεσαν τας θέσεις του Λουθήρου, ο Κάρλστατ τας υπερήσπισε με 406 προτάσεις• μια εξ’ αυτών περιελάμβανε την πρώτην ρητήν διακήρυξιν, εις την γερμανικήν Μεταρρύθμισιν, του ανωτέρου κύρους της Βίβλου έναντι των διατάξεων και των παραδόσεων της Εκκλησίας. Ο Έκ απήντησε με μίαν πρόκλησιν εις δημοσίαν συζήτησιν• ο Κάρλστατ εδέχθη προθύμως και ο Λούθηρος έκαμε τας προετοιμασίας. Κατόπιν ο Έκ εδημοσίευσεν ένα κατάλογον από δέκα τρεις θέσεις, τας οποίας προσεφέρθη να αποδείξη κατά την συζήτησιν. Η μία έλεγεν : «Αρνούμεθα ότι η ρωμαϊκή Εκκλησία δεν ήτο υπερτέρα των άλλων εκκλησιών προ της εποχής του Συλβέστρου. Έχομεν πάντοτε αναγνωρίσει τον κάτοχου της έδρας του Πέτρου ως τον διάδοχόν του και τον αντιπρόσωπον του Χρίστου». Δεν ήτο ο Κάρλστατ αλλά ο Λούθηρος εκείνος ο όποιος, εις τας «Resolutiones» είχε τονίσει το σημείον ότι κατά τους πρώτους αιώνας του χριστιανισμού η Ρωμαϊκή Έδρα δεν είχε περισσοτέραν εξουσίαν από πολλούς άλλους επισκόπους της Εκκλησίας. Ο Λούθηρος ησθάνθη ότι επροκαλείτο και ισχυρίσθη ότι αι θέσεις του Έκ του απήλλασσον από τον όρκον του θα σιωπήση. Απεφάσισε να μετάσχη με τον Κάρλστατ εις του θεολογικόν αγώνα.
     Τον Ιούνιον του 1519, οι δύο πολεμισταί μετέβησαν εις την Λειψίαν, συνοδευόμενοι από τον Μελάγχθονα και εξ άλλους καθηγητάς και περιβαλλόμενοι από 200 φοιτητάς της Βιττενβέργης, επιβαίνοντας επί χωρικών αμαξών και ωπλισμένους και θωρακισμένους ως εάν μετέβαινον εις μάχην. Εις την πραγματικότητα εισήρχοντο εις έδαφος εχθρικόν προς τον Λούθηρον. Εις την μεγάλην αίθουσαν με τους τάπητας, του πύγου του Πλάισσενμπουργκ, η οποία ήτο κατάμεστος από αγωνιώντας θεατάς και υπό την προεδρίαν του ορθοδόξου δουκός Γεωργίου της Αλβερτίνης Σαξονίας, ο Έκ και ο Κάρλστατ ήρχισαν την μάχην μεταξύ του παλαιού και του νέου (27 Ιουνίου). Κανείς εις την Λειψίαν δεν ενδιεφέρετο ότι την επομένην επρόκειτο να εκλεγή ένας νέος αυτοκράτωρ εις την Φραγκούρτην επί του Μάιν. Αφού επί ημέρας ο Κάρλστατ υπέφερεν από την υπερτέραν ικανότητα του Εκ εις την επιχειρηματολογίαν, ο Λούθηρος ανήλθεν εις το βήμα ως εκπρόσωπος της Βιττενβέργης. Ήτο λαμπρός και ισχυρός συζητητής αλλά απερισκέπτως ειλικρινής. Ηρνήθη μετ' εμφάσεως την υπεροχήν του επισκόπου, της Ρώμης κατά τας πρώτας ημέρας του χριστιανισμού και υπενθύμισεν εις το ακροατήριόν του ότι η εκτεταμένη Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία εξηκολούθει να απορρίπτη την υπεροχήν της Ρώμης. Όταν ο Έκ τον κατηγόρησεν ότι η άποψις του Λούθηρου απήχει την άποψιν του Χούς, τον οποίον είχε καταδικάσει η σύνοδος της Κωνσταντίας, ο Λούθηρος απήντησεν ότι ακόμη και αι οικουμενικαί σύνοδοι ήτο δυνατόν να πλανώνται και ότι πολλαί από τας θεωρίας του Χούς ήσαν ορθαί.
Όταν ετελείωσεν αυτή η συζήτησις (8 Ιουλίου), ο Εκ είχεν επιτύχει τον πραγματικόν του σκοπόν, να παρασύρη τον Λούθηρον να εκτεθή εις αίρεσιν. Η Μεταρρύθμισις τώρα επροχώρησε από μίαν δευτερεύουσαν συζήτησιν περί συγχωρήσεων εις μίαν μεγάλην αμφισβήτησιν της παπικής εξουσίας επί της χριστιανοσύνης.
Ό Εκ μετέβη εις την Ρώμην, παρουσίασεν εις την κουρίαν μίαν έκθεσιν επί της συζητήσεως και εισηγήθη τον αφορισμόν του Λουθήρου. Ο Λέων δεν ήτο τόσον βιαστικός• εξηκολούθει να ελπίζη εις κάποιαν ειρηνικήν λύσιν και ευρίσκετο πολύ μακράν από την Γερμανίαν δια να αντιληφθή πόσον είχε προχωρήσει η ανταρσία. Εξέχοντες και σεβαστοί πολίται όπως ο Γιόχαν Χολτσούχερ, ο Λάζαρος Σπέγκλερ και ο Βίλλιμπαλδ Πίρκχαϊμερ, ωμίλουν υπέρ του Λουθήρου• ο Ντύρερ προσηύχετο δια την επιτυχίαν του• οι ουμανισταί εσκόρπιζον σύννεφα φυλλαδίων σατιρίζοντες τον παπισμόν με όλην την υπερβολικήν μαχητικότητα, η όποια εχαρακτήριζε την εποχήν. Ο Ούλριχ φόν Χούττευ, όταν έφθασεν εις το Άουγκσμπουργκ το 1518, έστρεψε τους στίχους του εναντίον της προσκλήσεως του Λέοντος δια την συγκέντρωσιν χρημάτων δια σταυροφορίαν και εξέφρασε την ελπίδα ότι οι συλλογείς θα επέστρεφον εις τον τόπον των με κενούς τους σάκκους των. Όταν έφθασαν αι ειδήσεις δια την συζήτησιν της Λειψίας, εξύμνησε τον Λούθηρου ως τον ελευθερωτήν της Γερμανίας. Από της στιγμής εκείνης ο κάλαμος του υπήρξε ξίφος υπέρ της Μεταρρυθμίσεως. Κατετάγη εις τους ιππότας του Σίκινγκεν – οι όποιοι είχον όρεξιν δι’ επανάστασιν –  και τον έπεισε να παράσχη εις τον Λούθηρον όλην την υποστήριξιν και την προστασίαν την οποίαν ηδύνατο να δώση η ωπλισμένη δύναμίς του. Ο Λούθηρος απήντησε με θερμήν αναγνώρισιν αλλά δεν ήτο διατεθειμένος να χρησιμοποιήση βίαν δια να υπερασπίση το άτομον του.
Τον Μάρτιον του 1520 ο Χούττεν εδημοσίευσεν ένα παλαιόν γερμανικόν χειρόγραφον, γραφέν κατά την εποχήν του αυτοκράτορος Ερρίκου Δ' (1056 – 1106) και υποστηρίζον τον Ερρίκον κατά του αγώνα του εναντίον του πάπα Γρηγορίου Ζ'. Αφιέρωσε το βιβλίου εις τον νεαρόν αυτοκράτορα Κάρολον Ε' ως μίαν υπόδειξιν ότι η Γερμανία ανέμενεν από αυτόν να εκδικηθή δια την ταπείνωσιν και την ήτταν του Ερρίκου. Η απελευθέρωσις της Γερμανίας από την Ρώμην, έλεγεν ο Χούττεν, ήτο πλέον επείγουσα από την απόκρουσιν των Τούρκων. «Ενώ οι προπάτορές μας εθεώρουν ανάξιον αυτών να υποταχθούν εις τους Ρωμαίους όταν εκείνοι ήσαν το πολεμικώτερον έθνος του κόσμου, ημείς όχι μόνον υποτασσόμεθα εις τους θηλυπρεπείς αυτούς δούλους της λαγνείας και της πολυτελείας αλλ' ανεχόμεθα να λεηλατούμεθα δια να ικανοποιήσωμεν τον αισθησιασμόν των».38 Του Απρίλιον του 1520, ο Χούττεν εξέδωσε την πρώτην από δύο σειράς «Gespräche», διάλογους εις στίχους οι οποίοι έπαιξαν ρόλον, αμέσως μετά τα έργα του Λουθήρου, εις την έκφρασιν και την παρόρμησιν της εθνικής επιθυμίας δι' ανεξαρτησίαν από την Ρώμην. Περιέγραψε την Ρώμην ως ένα «γιγάντιον σκώληκα πίνοντα αίμα» και διεκήρυξεν ότι «ο πάπας είναι ένας λήσταρχος και η συμμορία του φέρει το όνομα Εκκλησία... Η Ρώμη είναι θάλασσα ακαθαρσίας, ένα τέλμα πλήρες βορβόρου, μία απέραντος άβυσσος ανομίας. Δεν θα έπρεπε να προστρέξωμεν εξ όλων των κατευθύνσεων δια να συντονίσωμεν την καταστροφήν της κοινής αυτής κατάρας δια την ανθρωπότητα ;»39. Ο Έρασμος παρεκάλεσε τον Χούττεν να περιορίση την δριμύτητα του ύφους του και του έκαμε μίαν φιλικήν προειδοποίησιν ότι εκινδύνευε να συλληφθή. Ο Χούττεν εκρύβη διαδοχικώς εις τους διαφόρους πύργους του Σίκινγκεν αλλ' εξηκολούθησε την εκστρατείαν του. Εις τον εκλέκτορα Φρειδερίκον συνέστησε την παραχώρησιν εις κοσμικούς όλης της εκκλησιαστικής περιουσίας και περιέγραψε την εξαίρετον χρήσιν την οποίαν θα ηδύνατο να κάμη η Γερμανία, του χρήματος, το όποιον εστέλλετο κατ' έτος εις την Ρώμην.40
Αλλά το κέντρον του πολέμου παρέμενεν εις την μικράν Βιττενβέργην. Την άνοιξιν του 1520 ο Λούθηρος εδημοσίευσε, με ολίγας υποσημειώσεις, μίαν «Επιτομήν», εις την οποίαν ανέφερε τας πλέον προσφάτους και αδιαλλάκτους διεκδικήσεις των ορθοδόξων θεολόγων περί της υπεροχής και των εξουσιών των παπών. Ο Λούθηρος αντέκρουσε τα άκρα δια των άκρων:

Εάν η Ρώμη πιστεύη και διδάσκη αυτά εν γνώσει των παπών και των καρδιναλίων (πράγμα το οποίον ελπίζω να μη συμβαίνη) τότε εις τας σελίδας αυτάς διακηρύττω ανεπιφυλάκτως ότι ο αντίχριστος εδρεύει εις τον ναόν του Θεού και βασιλεύει εις την Ρώμην -αυτήν την Βαβυλώνα, ενδεδυμένην εις την πορφύραν- και ότι η ρωμαϊκή κουρία είναι η συναγωγή του σατανά... Εάν η μανία των Ρωμαιοκαθολικών εξακολουθήση κατ' αυτόν τον τρόπον, δεν υπάρχει άλλη θεραπεία έκτος εάν οι αυτοκράτορες, βασιλείς και πρίγκιπες, περιβεβλημένοι με ισχύν και με όπλα, επιτεθούν εναντίον αυτού του βδελύγματος του κόσμου και διευθετήσουν το ζήτημα όχι πλέον με λόγους αλλά δια του ξίφους... Εάν τιμωρώμεν τους κλέπτας με την αγχόνην, τους ληστάς με την σπάθην, τους αιρετικούς με την πυράν διατί να μη κτυπήσωμεν ακόμη περισσότερον με τα όπλα αυτούς τους άρχοντας της απωλείας, αυτούς τους καρδιναλίους, αυτούς τους πάπας, και όλην αυτηή την υποστάθμην των ρωμαϊκών Σοδόμων τα όποια διέφθειραν ανεπανορθώτως την Εκκλησίαν του Θεού, και να πλύνωμεν τας χείρας μας εις το αίμα των;41

Βραδύτερον, κατά το αυτό έτος, ο Κάρλστατ εξέδωσεν ενα «μικρόν βιβλίον» -De canonicis scripturis libellus– ανυψώνων την Βίβλον υπεράνω των παπών, των συνόδων και των παραδόσεων και τα Ευαγγέλια υπεράνω των Επιστολών. Εάν ο Λούθηρος είχεν άκολουθήσει την τελευταίαν αυτήν γραμμήν, ο προτεσταντισμός θα επηρεάζετο ολιγώτερον από τον Παύλον, τον Αυγουστίνον και τον απόλυτον προορισμόν. Ο libellus είχε προηχηθή της εποχής του αμφισβητών την μωσαϊκήν προέλευσιν της Πεντατεύχου και την πλήρη αυθεντικότητα των Ευαγγελίων. Αλλά ήτο ασθενής εις το κεντρικόν του επιχείρημα: απεφάσισε περί της αυθεντικότητος των βιβλικών κειμένων στηριχθείς εις τας παραδόσεις των πρώτων αιώνων και κατόπιν απέρριψε τας παραδόσεις υπέρ των βιβλίων, τα οποία επιστοποιήθησαν δι' αυτών.
Ενισχυθείς από την υποστήριξιν του Μελάγχθονος και του Κάρλστατ, του Χούττεν και του Σίκινγκεν, ο Λούθηρος έγραψε προς τον Σπαλατίν (11 Ιουνίου 1520):

Έρριψα τον κύβον. Τώρα περιφρονώ την οργήν των Ρωμαίων όπως και την εύνοιάν των. Δεν πρόκειται να συνδιαλλαγώ μαζί των εις τον αιώνα... Ας καταδικάσουν και ας καύσουν παν ό,τι ανήκει εις εμέ• εις ανταπόδοσιν θα κάμω και εγώ το ίδιον δι' αυτούς... Τώρα δεν φοβούμαι πλέον και δημοσιεύω ένα βιβλίον εις την γερμανικήν γλώσσαν περί της χριστιανικής ανορθώσεως, στρεφόμενον εναντίον του πάπα, εις γλώσσαν τόσον βιαίαν ως εάν εστρεφόμην κατά του αντιχρίστου.42

IV. ΒΟΥΛΛΑΙ ΚΑΙ ΕΚΡΗΞΕΙΣ
Την 15ην Ιουνίου 1520, ο Λέων I’ εδημοσίευσε μίαν βούλλαν, «Exsurge Domine», η οποία κατεδίκαζε 41 προτάσεις του Λουθήρου, διέτασσε την δημοσία καύσιν των συγγραμμάτων, εις τα οποία περιείχοντο αυταί και προέτρεπε τον Λούθηρον να αποκηρύξη τας πλάνας του και να επανέλθη εις τους κόλπους της Εκκλησίας. Μετά παρέλευσιν εξήντα ημερών, εάν έξηκολούθει να αρνήται να μεταβή εις την Ρώμην και να προβή εις δημοσία απάρνησιν των απόψεών του, θα απεκόπτετο του χριστιανικού ποιμνίου δι' αφορισμού, θα απεφεύγετο ως αιρετικός από όλους τους πιστούς, όλα τα μέρη όπου θα διέμενε, θα ετίθεντο υπό απαγόρευσιν τελέσεως θρησκευτικών πράξεων και όλαι αι κοσμικαί αρχαί ώφειλον να τον εξορίσουν από τα εδάφη των ή να τον παραδώσουν εις την Ρώμην.
       Ο Λούθηρος εσημείωσε το τέλος της περιόδου αυτής της χάριτος δια της δημοσιεύσεως του πρώτου εκ τριών μικρών βιβλίων, τα οποία απετέλουν ένα πρόγραμμα θρησκευτικής επαναστάσεως. Μέχρι τούδε είχε γράψει εις την λατινικήν δια τας διανοουμένας τάξεις• τώρα έγραψεν εις την γερμανικήν –και ως Γερμανός πατριώτης– μίαν «Ανοικτήν επιστολήν προς τους χριστιανούς ευγενείς του γερμανικού έθνους, αφορώσαν την Μεταρρύθμισιν του χριστιανικού καθεστώτος». Περιέλαβεν εις την έκκλησίν του τον «ευγενή νεανίαν» ο οποίος, προ ενός έτους, ειχεν εκλεγή αυτοκράτωρ, ως Κάρολος Ε' και τον οποίον «μας έδωσεν ο Θεός δια να είναι η κεφαλή μας, γεννήσας ούτω μεγάλας ελπίδας δια το αγαθόν εις πολλάς καρδίας».43 Ο Λούθηρος επετέθη κατά των «τριών τειχών» τα όποια ο παπισμός είχεν εγείρει πέριξ αυτού: την διάκριση μεταξύ του κλήρου και των λαϊκών, το δικαίωμα του πάπα να αποφασίζη επί της ερμηνείας των Γραφών και το αποκλειστικόν του δικαίωμα να συγκαλή μίαν γενικήν σύνοδον της Εκκλησίας. Όλαι αυταί αι αμυντικαί προϋποθέσεις, είπεν ο Λούθηρος, πρέπει να ανατραπούν.
Πρώτον, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ κλήρου και λαού. ο κάθε χριστιανός έχει γίνει ιερεύς δια του βαπτίσματος. Συνεπώς, οι κοσμικοί ηγεμόνες θα πρέπει να ασκούν τας εξουσίας των «χωρίς έγκρισιν η παρεμπόδισιν, αδιακρίτως εάν είναι πάπας, επίσκοπος η ιερεύς, εκείνος τον οποίον αφορούν...  Πάν ό,τι το κανονικόν δίκαιον λέγει αντιθέτως, είναι απεικόνισις της ρωμαϊκής αλαζονείας».
Δεύτερον, έφ' όσον έκαστος χριστιανός είναι ιερεύς, έχει το δικαίωμα να ερμηνεύη τας Γραφάς κατά την ιδικήν του φώτισιν».45
Τρίτον, η Αγια Γραφή πρέπει να είναι η υπερτάτη αυθεντία δια τα δογματικά και τα πρακτικά ζητήματα και η Γραφή δεν παρέχει καμμία εγγύησιν δια το αποκλειστικόν δικαίωμα του πάπα να συγκαλή σύνοδον. Εάν επιζητή δι' αφορισμών και απαγορεύσεων να εμποδίση μίαν σύνοδον,
«θα πρέπει να περιφρονώμεν την διαγωγήν του ως ενέργειαν ενός παράφρονος και, στηριζόμενοι εις τον Θεόν, να στρέψωμεν τον αφορισμόν εναντίον του και να τον εξαναγκάσωμεν όπως θα ηδυνάμεθα καλύτερον».46
Πολύ συντόμως έπρεπε να συγκληθή μια σύνοδος• αυτή θα έπρεπε να εξετάση την «φρικώδη» ανωμαλίαν ότι η κεφαλή της χριστιανοσύνης ζη εις μιαν κοσμικήν λαμπρότητα ανωτέραν παντός βασιλέως• θα έπρεπε να θέση τέρμα εις την ιδιοποίησιν γερμανικών προσοδοφόρων αξιωμάτων από Ιταλούς κληρικούς• θα έπρεπε να περιορίση εις το εν εκατοστόν το «σμήνος των παρασίτων» τα οποία κατέχουν εκκλησιαστικάς αργομισθίας εις την Ρώμην και ζούν κυρίως με χρήματα προερχόμενα από την Γερμανίαν.

Μερικοί υπελόγισαν ότι κατ' έτος άνω των 300.000 γκούλντεν φεύγουν από την Γερμανίαν δια την Ιταλίαν... Ερχόμεθα εδώ εις την ουσίαν του ζητήματος... Πώς γίνεται ήμεις οι Γερμανοί να ανεχώμεθα την τοιαύτην απόσπασιν της περιουσίας μας δια χειρών του πάπα;... Εάν δικαίως απαγχονίζωμεν τους κλέπτας και αποκε-φαλίζωμεν τους ληστάς, διατί επιτρέπομεν εις την ρωμαϊκήν φιλοχρηματίαν να δρα ελευθέρως; Διότι αυτή είναι ο μεγαλύτερος κλέπτης και ληστής ο οποίος ενεφανίσθη ποτέ εις τον κόσμον και μάλιστα με το άγιον όνομα του Χριστού και του αγίου Πέτρου ! Ποιος δύναται να το ανεχθή πλέον ή να σιωπήση;47

Δια ποίον λόγον η γερμανική Εκκλησία να πληρώνη τον αιώνιον αυτόν φόρον εις μίαν ξενην δύναμιν; Ας αποτινάξη ο γερμανικός κλήρος την υποτέλειάν του προς την Ρώμην και ας ιδρύση μιαν εθνικήν Εκκλησίαν υπό την ηγεσίαν του αρχιεπισκόπου της Μάιντς. Τα επαιτικά τάγματα πρέπει να περιορισθούν, εις τους ιερείς θα πρέπει να επιτρέπεται ο γάμος, κανείς δεσμευτικός μοναστικός όρκος δεν θα έπρεπε να δίδεται προ του τριακοστού έτους• έπρεπε να καταργηθούν αι απαγορεύσεις, τα προσκυνήματα, αι λειτουργίαι υπέρ των νεκρών και αι θρησκευτικοί αργίαι (πλήν της Κυριακής). Η γερμανική Εκκλησία θα έπρεπε να συμφιλιωθή με τους Χουσίτας της Βοημίας. Ο Χους εκάη με καταφανή παραβίασιν του διαβατηρίου το οποίον του είχε χορηγήσει ο αυτοκράτωρ. Και οπωσδήποτε
«θα έπρεπε να νικώμεν τους αιρετικούς με βιβλία και όχι με την καύσιν επί της πύρας».48
Το κανονικόν δίκαιον επρεπε να παραμερισθή. Ένα μόνον δίκαιον έπρεπε να υπάρχη, δια τους κληρικούς και δια τους λαϊκούς.

Προ πάντων, θα έπρεπε να εκδιώξωμεν από τας γερμανικός χώρας τους παπικούς λεγάτους με τας «εξουσίας» των –τας οποίας μας πωλούν αντί μεγάλων χρηματικών ποσών– δια να νομιμοποιούν άνομα κέρδη, να λύουν όρκους, υποσχέσεις και συμφωνίας, λέγοντες ότι ο πάπας έχει εξουσίαν να πράττη τούτο, αν και είναι καθαρά απάτη... Και αν δεν υπήρχον άλλαι κακοήθειαι δια να αποδείξουν ότι ο πάπας είναι ο πραγματικός αντίχριστος, αυτή και μόνη θα ήτο αρκετή. Τα ακούεις αυτά, ώ πάπα, όχι αγιώτατε των ανθρώπων αλλά αμαρτωλότατε ; Ω, είθε ο Θεός από τον ουρανόν να συντρίψη ταχέως τον θρόνον σου και να τον βύθιση εις την άβυσσον της κολάσεως !.. Ω Χριστέ, Κύριε μου, κοίταξε κάτω και δώσε να επέλθη η ημέρα της κρίσεώς σου και κατάστρεψε την φωλεάν του διαβόλου εις την Ρώμην!49

Αυτή η απεγνωσμένη επίθεσις ενός ανθρώπου εναντίον μιας δυνάμεως, η οποία επεκράτει εις ολόκληρον την Δυτικήν Ευρώπην, έγινε το φλέγον ζήτημα της Γερμανίας. Επιφυλακτικοί άνθρωποι την εθεώρησαν ως ασυλόγιστον και θρασείαν. Πολλοί την κατέταξαν μεταξύ των ηρωικών πράξεων της γερμανικής ιστορίας. Η πρώτη έκδοσις της ανοικτής επιστολής εξηντλήθη ταχέως και τα τυπογραφεία της Βιττενβέργης ήσαν απησχολημένα με νέας εκτυπώσεις της. Η Γερμανία, όπως και η Αγγλία, ήτο ώριμος δια μιαν έκκλησιν προς τον εθνικισμόν• μέχρι τούδε δεν υπήρχε Γερμανία επί του χάρτου, υπήρχον όμως Γερμανοί, εσχάτως αποκτήσαντες ιδίαν συνείδησιν ως λαός. Όπως ο Χούς είχε τονίσει τον βοημικόν πατριωτισμόν του, όπως ο Ερρίκος Η' επρόκειτο να απορρίψη όχι το καθολικόν δόγμα αλλά την παπικήν εξουσίαν επί της Αγγλίας, τοιουτοτρόπως και ο Λούθηρος ύψωσε τώρα την σημαίαν τής επαναστάσεως όχι εις τας θεολογικός ερήμους αλλά εις το πλούσιον έδαφος του γερμανικού εθνικού πνεύματος. Οσάκις ο προτεσταντισμός εκέρδισεν, ο εθνισμός εκράτει την σημαίαν.
Τον Σεπτέμβριον του 1520, ο Έκ και ο Ιερώνυμος Αλεάντερ εδημοσίευσαν την βούλλαν του αφορισμού εις την Γερμανίαν. Ο Λούθηρος ανταπήντησε με ένα δεύτερον μανιφέστον, την «Βαβυλώνιον αιχμαλωσίαν της Εκκλησίας» (6 Οκτωβρίου). Απευθυνομένη προς θεολόγους και λογίους, ήτο συντεταγμένη εις την λατινικήν αλλά εντός ολίγου μετεφράσθη και είχε τόσην επίδρασιν επί του χριστιανικού δόγματος όσην είχεν η «Ανοικτή επιστολή» επί της εκκλησιαστικής και της πολιτικής ιστορίας. Όπως οι Εβραίοι είχον υποστή μιαν μακράν αιχμαλωσίαν εις την Βαβυλώνα, τοιουτοτρόπως και η Εκκλησία όπως ιδρύθη υπό του Χριστού και όπως περιγράφεται εις την Καινήν Διαθήκην, υπέστη υπερχιλιετή αιχμαλωσίαν υπό τον παπισμόν εις την Ρώμην. Κατά την διάρκειαν αυτής της περιόδου, η θρησκεία του Χριστού εφθάρη εις πίστιν, εις ηθικήν και εις λατρευτικόν τυπικόν.
Εφ' όσον ο Χριστός είχε δώσει εις τους αποστόλους του οίνον και άρτον κατά τον Μυστικόν Δείπνον, οι Χουσίται είχον δίκαιον: η Ευχαριστία έπρεπε να παρέχεται υπό τας δύο μορφάς όταν ο λαός το επεθύμει. Ο ιερεύς δεν μετατρέπει τον άρτον και τον οίνον εις το σώμα και το αίμα του Χριστού. Κανεις ιερεύς δεν έχει τοιαύτην μυστηριακήν δύναμιν. Αλλά εις τον ευσεβή μεταλαμβάνοντα, ο Χριστός έρχεται πνευματικώς και ουσιαστικώς όχι δια θαυμαστής τινος μετατροπής παρά του ιερέως αλλά με την ιδικήν Του θέλησιν και δύναμιν. Παρίσταται εις την Ευχαριστίαν μαζί με τον άρτον και τον οίνον, δια συμπαραστάσεως και όχι δια μετατροπης.50 Ο Λούθηρος απέρριπτε με φρίκην την έννοιαν ότι κατά την θείαν λειτουργίαν ο ιερεύς προσφέρει τον Χριστόν εις τον Πατέρα του ως θυσίαν δια την συγχώρησιν των αμαρτιών των ανθρώπων, αν και δεν εύρισκε τίποτε το φρικτόν εις την ιδέαν ότι ο θεός επέτρεψεν εις τον άνθρωπον να σταυρώση τον Θεόν ως θυσίαν προς τον Θεόν δια την άφεσιν των ανθρωπίνων αμαρτιών.
Εις τας θεολογικάς αυτάς λεπτολογίας προσέθεσε μερικούς ηθικούς νεωτερισμούς. Ο γάμος δεν είναι μυστήριον, διότι ο Χριστός δεν έδωσε καμμίαν υπόσχεσιν να τον περιβάλη με την θείαν χάριν.
«Οι γάμοι των αρχαίων δεν ήσαν ολιγώτερον ιεροί από τους ιδικούς μας, ούτε οι γάμοι των άπιστων είναι ολιγώτερον αληθινοί».51
Κατά συνέπειαν δεν θα έπρεπε να υπάρχη απαγόρευσις τελέσεως γάμου μεταξύ χριστιανών και μη χριστιανών.       «Όπως ακριβώς δυνάμεθα να τρώγωμεν, να πίνωμεν, να κοιμώμεθα, να βαδίζωμεν... και να εργαζώμεθα μαζί με ενα άπιστον, ένα Εβραίον, ένα Τούρκον η ένα αιρετικόν ούτω θα δυνάμεθα να νυμφευθώμεν ενα από αυτούς. Μη δίδετε προσοχήν εις τον ανόητον νόμον ο οποίος το απαγορεύει... Ένας ειδωλολάτρης είναι εξ’ ίσου άνδρας ή γυναίκα, πλασθέντες από τον Θεόν όπως και ο άγιος Πέτρος, ο άγιος Παύλος ή η αγία Λούκια».52
Μια γυναίκα συζευχθείσα ανίκανον άνδρα θα έπρεπε να επιτρέπεται, εάν και εκείνος συμφωνή, να συνευρεθή με άλλον άνδρα δια να αποκτήση τέκνον και θα έπρεπε να επιτρέπεται να παρουσιάση το τέκνον ως του συζύγου της. Εάν ο σύζυγος αρνηθή την συγκατάθεσίν του, θα πρέπει να δύναται να τον διαζευχθή. Εν τούτοις το διαζύγιον είναι μια ατελείωτος τραγωδία. Ίσως η διγαμία να ήτο προτιμωτέρα.53 Κατόπιν, προσθέτων πρόκλησιν εις την αίρεσιν, ο Λούθηρος κατέληγεν:
«Ακούω μιαν φήμην περί νέων βουλλών και παπικών καταρών, εκπεμπομένων εναντίον μου, εις τας οποίας καλούμαι να ανακαλέσω τας απόψεις μου... Εάν αυτό αληθεύη, επιθυμώ το βιβλίον αυτό να αποτελέση μέρος της απαρνήσεως την οποίαν θα κάμω».54
Η τοιαύτη δηκτική εκδήλωσις έπρεπε να αποτρέψη τον Μίλτιτζ από του να ονειροπολή ακόμη μιαν συμφιλίωσιν. Εν τούτοις επεζήτησε και πάλιν να συναντήση τον Λούθηρον (11 Οκτωβρίου 1520) και τον έπεισε να αποστείλη εις τον πάπαν Λέοντα μιαν επιστολήν διαβεβαιούσαν αυτόν ότι δεν είχεν ουδεμίαν πρόθεσιν να τον προσβάλη προσωπικώς και να του παρουσιάζη με ηρεμίαν την υπόθεσιν της αναμορφώσεως. Ο Λούθηρος, ο 37ετής «χωρικός, υιός χωρικού» (όπως υπερηφάνως απεκάλει ο ίδιος τον εαυτόν του), έγραψε μιαν επιστολήν όχι απολογίας αλλά σχεδόν πατριωτικών συμβουλών προς τον 45ετή κληρονόμον του αγίου Πέτρου και των Μεδίκων. Εξέφραζε τον σεβασμόν του προς τον πάπαν ως άτομον αλλά κατεδίκαζεν άνευ συμβιβασμών την διαφθοράν του παπισμού εις το παρελθόν και της παπικής κουρίας εις το παρόν :

Η φήμη σου και η φήμη του άψογου βίου σου... είναι τόσον γνωσταί και ίστανται πολύ υψηλά ώστε να μη δύναται κανείς να τας προσβάλη... Αλλά η έδρα σου, η οποία ονομάζεται ρωμαϊκή κουρία και δια την οποίαν ούτε συ ούτε κανείς άλλος δύναται να αρνηθή ότι είναι περισσότερον διεφθαρμένη από την Βαβυλώνα και τα Σόδομα του παρελθόντος, και η οποία, όσον δύναμαι να ίδω, χαρακτηρίζεται από μιαν έκλυτον, απελπιστικήν και διαβόητον κακοήθειαν, αυτήν την έδραν πράγματι κατεφρόνησα... Η ρωμαϊκή Εκκλησία κατήντησε το πλέον ακόλαστον άντρον ληστών, το πλέον αναίσχυντον από όλα τα χαμαιτυπεία, το βασίλειον της αμαρτίας, του θανάτου και της κολάσεως... Ανέκαθεν ελυπούμην, εξαίρετε Λέον, διότι έγινες πάπας αυτήν την εποχήν, διότι ήσουν άξιος καλυτέρων ημερών...
Μην ακούεις συνεπώς, αγαπητέ μου Λέον, αυτάς τας σειρήνας αι οποίαι προσπαθούν να σε πείσουν ότι δεν είσαι απλώς ενας άνθρωπος αλλά ένας ημίθεος, ώστε να δύνασαι να διατάσσης... ό,τι θέλεις... Είσαι ένας υπηρέτης των υπηρετών και περισσότερον όλων των ανθρώπων εις μιαν αξιοθρήνητον και επικίνδυνον θέσιν. Μην εξαπατάσαι από εκείνους οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είσαι κύριος του κόσμου... και φλυαρούν ότι έχεις εξουσίαν επί του ουρανού, της κολάσεως και του καθαρτηρίου... Πλανώνται εκείνοι οι οποίοι σε αναβιβάζουν υπεράνω μιάς συνόδου και υπεράνω της καθολικής Εκκλησίας. Πλανώνται εκείνοι οι οποίοι σου αποδίδουν το δικαίωμα να ερμηνεύης τας Γραφάς, διότι υπό την κάλυψιν του ονόματος σου, αυτοί επιζητούν να επιβάλουν την κακοήθειάν των εις την Εκκλησίαν και, αλλοίμονον, δια μέσου αυτών ο σατανάς εισεχώρησεν ήδη βαθέως επί των προκατόχων σου. Εν συντομία, μη πιστεύεις κανένα ο όποιος σε εξυψώνει, πίστευε, εκείνους οι οποίοι σε ταπεινώνουν.55

Μαζί με την επιστολήν αύτην ο Λούθηρος έστειλεν εις τον Λέοντα το τρίτον από τα μανιφέστα του. Το απεκάλει «Μια πραγματεία περί χριστιανικής ελευθερίας» (Νοέμβριος 1520) και ησθάνετο ότι «εκτός εάν απατώμαι, είναι το σύνολον της χριστιανικής ζωής υπό σύντομον μορφήν».56 Εδώ εξέφρασε με ασυνήθη μετριοπάθειαν την βασικήν του θεωρίαν, ότι μόνη η πίστις και όχι τα καλά έργα, κάμνει τον αληθή χριστιανόν και τον σώζει από την κόλασιν. Διότι η πίστις εις τον Χριστόν είναι εκείνη η οποία κάμνει ένα άνθρωπον αγαθόν αι καλαί του πράξεις ακολουθούν αυτήν την πίστιν. «Το δένδρον κάμνει καρπούς, οι καρποί δεν κάμνουν το δένδρον».57 Ένας άνθρωπος, σταθερός εις την πίστιν του προς τον Θεόν και την λυτρωτικήν θυσίαν του Χριστού, απολαμβάνει όχι ελευθερίαν βουλήσεως αλλά την πληρεστέραν ελευθερίαν εν γένει: ελευθερίαν από την ιδίαν του σαρκικήν φύσιν, από όλας τας κακάς δυνάμεις, από την καταδίκην, ακόμη και από τον νόμον διότι ο άνθρωπος του οποίου η αρετή εκπορεύεται αυθορμήτως από την πίστιν του δεν έχει ανάγκην εντολών προς δικαιοσύνην.58 Εν τούτοις αυτός ο ελεύθερος άνθρωπος πρέπει να είναι υπηρέτης όλων των ανθρώπων, διότι δεν θα είναι ευτυχής εάν δεν κάμη πάν ό,τι είναι εις την εξουσίαν του δια να σώση άλλους, όπως και τον εαυτόν του. Είναι ηνωμένος με τον Θεόν δια της πίστεως, προς τους γείτονάς του δια της αγάπης. Πάς πιστεύων χριστιανός είναι και ένας λειτουργών ιερεύς.
Ενώ ο Λούθηρος έγραφε τας ιστορικάς αυτάς πραγματείας, ο Έκ και ο Αλεάντερ ήρχοντο απ' ευθείας εις επαφήν με την θρησκευτικήν επανάστασιν. Εις το Μάισσεν, το Μέρσεμπουργκ και το Βραδεμβούργον επέτυχον εις την διακήρυξιν της βούλλας του αφορισμού• εις την Νυρεμβέργην εδέχθησαν την αίτησιν συγγνώμης εκ μέρους του Πιρκχάιμερ και του Σπένγκλερ• εις την Μάιντς, ο αχιεπίσκοπος Αλμπρεχτ, αφού ερωτοτρόπησεν επι τι διάστημα με την Μεταρρύθμισιν, απέκλεισε τον Χούττεν από την αυλήν του και εφυλάκισε τους τυπογράφους, οι οπίοι ετύπωσαν τα βιβλία του• εις την Ίνγκολστατ, τα βιβλία του Λουθήρου κατεσχέθησαν και εις την Μάιντς, την Λουβαίν και την Κολωνίαν εκάησαν. Αλλά εις την Λειψίαν, το Τοργκάου και το Νταίμπελν, η τοιχοκολληθείσα βούλλα ερρυπάνθη με λάσπην και εσχίσθη. Εις την Ερφούρτην, πολλοί καθηγηταί και κληρικοί ηνώθησαν εις μιαν γενικήν άρνησιν να αναγνωρίσουν την βούλλαν, οι δε φοιτηταί έρριψαν όλα τα αντίγραφά της εις τον ποταμόν τελικώς, ο Έκ έφυγεν από την σκηνήν του θριάμβου του εν έτος πρίν.59
Ο Λούθηρος κατήγγειλε τον αφορισμόν εις μίαν σειράν πικροχόχων φυλλαδίων, εις ένα εκ των οποίων παρεδέχετο πλήρως τας θεωρίας του Χούς. Την 31ην Αυγούστου 1520, «ως μύγα τολμώσα να απευθυνθή προς τον βασιλέα των βασιλέων», έκαμεν έκκλησιν εις τον αυτοκράτορα, ζητών προστασίαν και την 17ην Νοεμβρίου εδημοσίευσε μίαν τυπικήν έφεσιν από τον πάπαν εις μίαν ελευθέραν σύνοδον της Εκκλησίας.
Όταν έμαθεν, ότι οι παπικοί απεσταλμένοι έκαιον τα βιβλία του, απεφάσισε να απαντήση εμπράκτως. Εδημοσίευσε μίαν πρόσκλησιν προς τους «ευσεβείς και φιλομαθείς νέους» της Βιττενβέργης, να συγκεντρωθούν έξω της πύλης του Έλστερ την πρωίαν της 10ης Δεκεμβρίου. Εκεί έρριψεν ιδιοχείρως την παπικήν βούλλαν εις το πυρ μαζί με μερικά κανονικά διατάγματα και μερικούς τόμους σχολαστικής θεολογίας• με μιαν πράξιν εσυμβόλισε την απόρριψιν του κανονικού δικαίου, της φιλοσοφίας του Ακινάτου και πάσης σχετικής αυθεντίας της Εκκλησίας. Οι φοιτηταί συνεκέντρωσαν μετά χαράς και άλλα βιβλία του αυτού είδους και με αυτά διετήρησαν το πυρ έως αργά το απόγευμα.
Την 1ην Δεκεμβρίου, ο Λούθηρος διεκήρυξεν, ότι κανείς δεν θα ηδύνατο να σωθή... εάν δεν θα απηρνείτο την κυριαρχίαν του παπισμού.60 Ο μοναχός, είχεν αφορίσει τον πάπαν.


V. Η ΔΙΑΙΤΑ ΤΗΣ ΒΟΡΜΣ: 1521
Ένας τρίτος ηθοποιός ανήλθε τώρα επί σκηνής και από της στιγμής αυτής έπαιξεν επί τριάντα έτη σημαντικόν ρόλον εις την σύγκρουσιν των θεολογιών και των κρατών. θα υπεισέλθη εις την διήγησίν μας εις πολλά κεφάλαια.
Ο μέλλων αυτοκράτωρ Κάρολος Ε' ήρχισε με μίαν βασιλικήν αλλά κηλιδωμένην κληρονομικότητα. Οι εκ πατρός πάππος και μάμμη του ήσαν ο αυτοκράτωρ Μαξιμιλιανός και η Μαρία της Βουργουνδίας, θυγάτηρ του Καρόλου του Τολμηρού. Οι εκ μητρός ήσαν ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα• πατήρ του ήτο ο Φίλιππος ο Ωραίος, βασιλεύς της Καστίλλης εις ηλικίαν 26 ετών, αποθανών 28 ετών. Μήτηρ του ήτο η Ιωάννα η Τρελλή, η οποία εέτρελλάθη όταν ο Κάρολος ήτο εέξαετής και έζησεν έως ότου αυτός έγινε 55 ετών. Εγεννήθη εις την Γάνδην (24 Φεβρουαρίου 1500), ανετράφη εις τας Βρυξέλλας και παρέμεινε Φλαμανδός εις την γλώσσαν και τον χαρακτήρα μέχρις ότου τελικώς απεσύρθη εις την Ισπανίαν ούτε η Ισπανία ούτε η Γερμανία τον συνεχώρησαν. Αλλά εν καιρώ έμαθε να ομιλή γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά και γαλλικά και ηδύνατο να σιωπά εις πέντε γλώσσας. Ο Αδριανός της Ουτρέχτης επεχείρησε να τον διδάξη φιλοσοφίαν με ανυπολόγιστον επιτυχίαν. Από τον αγαθόν αυτόν επίσκοπον, εδέχθη ένα ισχυρόν εμποτισμόν της θρησκευτικής ορθοδοξίας, εν τούτοις απέκτησε περί την μέσην ηλικίαν ένα κρύφιον σκεπτικισμόν από τους Φλαμανδούς συμβούλους και αυλικούς του, μεταξύ των οποίων, μια ερασμιακή αδιαφορία δια τα δόγματα ήτο ιδιαιτέρως δημοφιλής. Μερικοί ιερείς διεμαρτυρήθησαν δια την ελευθερίαν, η οποία επετρέπετο εις τας θρησκευτικός γνώμας εις το περιβάλλον του Καρόλου.61 Έδειξεν αρκετήν ευσέβειαν αλλά εσπούδασεν επιμελώς την τέχνην του πολέμου. Ανέγνωσε τον Κομίν και έμαθεν από παιδικής σχεδόν ηλικίας τα τεχνάσματα της διπλωμαίας και την ανηθικότητα των κρατών.
Μετά τον θάνατον του πατρός του (1506) εκληρονόμησε την Φλάνδραν, την Ολλανδίαν, την Ελευθέραν Κομιτείαν και μιαν διεκδίκησιν επί της Βουργουνδίας. Δεκαπενταετής ανέλαβε την κυβέρνησιν και αφιερώθη εις την διοίκησιν. Δεκαεξαετής έγινε Κάρολος Α', βασιλεύς της Ισπανίας, της Σικελίας, της Σαρδηνίας, της Νεαπόλεως και της Ισπανικής Αμερικής. Δέκα εννέα ετών απέβλεψεν εις το να γίνη αυτοκράτωρ. Ο Φραγκίσκος Α' της Γαλλίας επεδίωξε την ιδίαν τιμήν κατά την ιδίαν εποχήν και οι αυτοκρατορικοί εκλέκτορες ηυχαριστήθησαν με τας περιποιήσεις του• ο Κάρολος όμως εδαπάνησε 850.000 φλωρίνια εις τον ανταγωνισμόν και εκέρδισε (1519). Δια να συγκεντρώση το βαρύ αυτό φιλοδώρημα, εδανεισθη 543.000 φλωρίνια από τους Φούγκερ.62 Από της εποχής αυτής ο Κάρολος ήτο δια τους Φούγκερ και οι Φούγκερ δια τον Κάρολον. Όταν εβράδυνε να πληρώση το δάνειον, ο Ιάκωβος Φούγκερ Β' του έστειλε μίαν έντονον υπόμνησιν:

Είναι εις πάντας γνωστόν ότι η μεγαλειότης σας χωρίς εμέ δεν θα ηδύνατο να αποκτήση την αυτοκρατορικήν τιμήν, όπως δύναμαι να διαπιστώσω από τας γραπτάς βεβαιώσεις όλων των άντιπρο-σώπων... και εις όλα αύτά δεν άπέβλεψα εις το άτομικόν μου όφελος... η εύλαβής μου αίτησις είναι όπως εύαρεστούμενος... διατάξετε να μοΰ έπιστραφοϋν τα χρήματα, τα οποία έπλήρωσα, μαζί με τους σχετικούς τόκους, άνευ περαιτέρω άναβολής.63

Ό Κάρολος εκάλυψε μέρος της υποχρεώσεώς του παραχωρήσας εις τους Φούγκερ μίαν υποθήκην επί των δασμών του λιμένος της Αμβέρσης.64 Όταν οι Φούγκερ κατεστράφησαν σχεδόν από τας τουρκικάς κατακτήσεις εις την Ουγγαρίαν, έσπευσεν εις ενίσχυσίν των δώσας εις αυτούς τον έλεγχον των ισπανικών μεταλλείων.65 Έκτοτε η κλείς μεγάλου μέρους της πολιτικής ιστορίας θα ήτο το Cherchez le banquier.
Ο νεανίας ο οποίος εις ηλικίαν δέκα εννέα ετών ευρέθη να είναι η τιτλούχος κεφαλή όλης της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης εκτός της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Πορτογαλίας και των παπικών κρατών, έφερεν ήδη τα σημεία της ασθενούς υγείας, η οποία επρόκειτο να πολλαπλασιάση τας φροντίδας του. Ωχρός, μικρόσωμος, κοινής εμφανίσεως, με γαμψήν μύτην και οξύν, προκλητικόν πώγωνα, με ασθενή φωνήν και σοβαρόν ύφος, ήτο εκ φύσεως φιλόφρων και προσηνής αλλά πολύ συντόμως, έμαθεν ότι ένας ηγεμών πρέπει να τηρή απόστασιν και ύφος, ότι η σιωπή είναι το ήμισυ της διπλωματίας και ότι μία απροκάλυπτος αίσθησις του χιούμορ αμαυρώνει τον φωτοστέφανον της βασιλικής υποστάσεως. Ο Αλεάντερ, ο οποίος τον εγνώρισε το 1520, ανέφερεν εις τον Λέοντα Ι’: «Ο ηγεμών αυτός φαίνεται αρκούντως προικισμένος με ... σύνεσιν υπερτέραν της ηλικίας του και έχει πολύ περισσότερα εις το οπίσθιον μέρος της κεφαλής του από εκείνα τα οποία φέρει επί του προσώπου του».66 Δεν είχε πνευματικήν οξύτητα έκτος μόνον εις την κρίσιν των ανθρώπων -η οποία είναι η μισή μάχη• απλώς ανήρχετο εις το ύψος των κρίσεων τας οποίας αντεμετώπιζεν– αλλά αυτό ήτο πράγματι πολύ. Μια συντηρητική νωχέλεια σώματος και πνεύ