Όταν βλέπουμε τους συνανθρώπους μας να μην αγαπούν τον Θεό, στενοχωρούμαστε. Με τη στενοχώρια δεν κάνουμε απολύτως τίποτα. Ούτε και με τις υποδείξεις. Ούτε αυτό είναι σωστό. Υπάρχει ένα μυστικό· αν το καταλάβουμε, θα βοηθήσομε.

Το μυστικό είναι η προσευχή μας, η αφοσίωσή μας στον Θεό, ώστε να ενεργήσει η χάρις Του.

Εμείς, με την αγάπη μας, με τη λαχτάρα μας στην αγάπη του Θεού, θα προσελκύσουμε την χάρη, ώστε να περιλούσει τους άλλους, που είναι πλησίον μας, να τους ξυπνήσει, να τους διεγείρει προς το θείο έρωτα.

Ή, μάλλον, ο Θεός θα στείλει την αγάπη Του να τους ξυπνήσει όλους. Ό,τι εμείς δεν μπορούμε, θα το κάνει η χάρις Του.

Με τις προσευχές μας θα κάνομε όλους άξιους της αγάπης του Θεού...

Να γνωρίζετε και το άλλο. Οι ψυχές οι πεπονημένες, οι ταλαιπωρημένες, που ταλαιπωρούνται από τα πάθη τους, αυτές κερδίζουν πολύ την αγάπη και την χάρι του Θεού. Κάτι τέτοιοι γίνονται άγιοι και πολλές φορές εμείς τους κατηγορούμε. Θυμηθείτε τον Απόστολο Παύλο, τι λέγει: «Ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις».

Όταν το θυμάστε αυτό, θα αισθάνεσθε ότι αυτοί είναι πιο άξιοι κι από σας κι από μένα. Τους βλέπουμε αδύνατους, αλλά όταν ανοίξουν στον Θεό, γίνονται πλέον όλο αγάπη κι όλο θείο έρωτα. Ενώ είχανε συνηθίσει αλλιώς, τη δύναμη της ψυχής τους τη δίδουν μετά όλη στον Χριστό και γίνονται φωτιά από αγάπη Χριστού. Έτσι λειτουργεί το θαύμα του Θεού μέσα σε τέτοιες ψυχές, που λέμε «πεταμένες».

Να μην αποθαρρυνόμαστε, ούτε να βιαζόμαστε, ούτε να κρίνομε από πράγματα επιφανειακά κι εξωτερικά. Αν, για παράδειγμα, βλέπετε μια γυναίκα γυμνή ή άσεμνα ντυμένη, να μη μένετε στο εξωτερικό, αλλά μπαίνετε στο βάθος, στη ψυχή της.

Ίσως είναι πολύ καλή ψυχή κι έχει υπαρξιακές αναζητήσεις, που τις εκδηλώνει με την έξαλλη εμφάνιση. Έχει μέσα της δυναμισμό, έχει τη δύναμη της προβολής, θέλει να ελκύσει τα βλέμματα των άλλων. Από άγνοια, όμως, έχει διαστρέψει τα πράγματα.

Σκεφθείτε αυτή να γνωρίσει τον Χριστό.

Θα πιστέψει, κι όλη αυτή την ορμή θα την στρέψει στον Χριστό.

Θα κάνει το παν, για να ελκύσει την χάρι του Θεού. Θα γίνει αγία.

Είναι ένα είδος προβολής του εαυτού μας να επιμένουμε να γίνουν οι άλλοι καλοί. Στην πραγματικότητα, θέλομε εμείς να γίνομε καλοί κι επειδή δεν μπορούμε, το απαιτούμε απ’ τους άλλους κι επιμένομε σ’ αυτό. Κι ενώ όλα διορθώνονται με την προσευχή, εμείς πολλές φορές στενοχωρούμεθα κι αγανακτούμε και κατακρίνουμε.

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης


Δεν χρειάζεται ούτε τον διάβολο να φοβάσθε, ούτε την κόλαση, ούτε τίποτα. Δημιουργούν αντίδραση. Έχω κι εγώ μια μικρή πείρα σ’ αυτά.

Ο σκοπός δεν είναι να κάθεσθε, να πλήττετε και να σφίγγεσθε, για να βελτιωθείτε. Ο σκοπός είναι να ζείτε, να μελετάτε, να προσεύχεσθε, να προχωράτε στην αγάπη, στην αγάπη του Χριστού, στην αγάπη της Εκκλησίας.

Τις αδυναμίες αφήστε τις όλες, για να μην παίρνει είδηση το αντίθετο πνεύμα (δηλ. ο διάβολος) και σας βουτάει και σας καθηλώνει και σας βάζει στη στενοχώρια. Να μην κάνετε καμιά προσπάθεια ν’ απαλλαγείτε από αυτές. Ν’ αγωνίζεσθε με απαλότητα και απλότητα, χωρίς σφίξιμο και άγχος.
Μη λέτε: «Τώρα θα σφιχτώ, θα κάνω προσευχή ν’ αποκτήσω αγάπη, να γίνω καλός κ.λπ.». Δεν είναι καλό να σφίγγεσαι και να πλήττεις, για να γίνεις καλός. Έτσι θ’ αντιδράσετε χειρότερα.

Όλα να γίνονται με απαλό τρόπο, αβίαστα και ελεύθερα. Ούτε να λέτε: «Θεέ μου, απάλλαξέ με απ’ αυτό», παραδείγματος χάριν, τον θυμό, την λύπη. Δεν είναι καλό να προσευχόμαστε ή και να σκεπτόμαστε το συγκεκριμένο πάθος. κάτι γίνεται στην ψυχή μας και μπλεκόμαστε ακόμη περισσότερο. Ρίξου με ορμή, για να νικήσεις το πάθος και θα δεις τότε πως θα σ’ αγκαλιάσει, θα σε σφίξει και δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτα.

Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσουμε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη.

Άγιος Πορφύριος


Είναι συγκινητική η διακριτικότητα της αγάπης του Θεού, όπως μας την απεκάλυψε ο Γέροντας. Ήμασταν μια φιλική συντροφιά, στα Καλλίσια, δίπλα στους βράχους του Μοναστηριού, έχοντας ανάμεσά μας το Γέροντα. Ήταν νύχτα, παραμονή του Αγίου Πνεύματος.

Ο Γέροντας μας έκανε μια κατανυκτική, εξωτερική και εσωτερική, περιγραφή των Αγιορείτικων αγρυπνιών στα Καυσοκαλύβια, τότε πού, όπως έλεγε, «το Άγιο Πνεύμα ερχόταν και πλημμύριζε με ουράνια χαρά τις ψυχές των μοναχών». Και λέγοντας αυτά, μας άφησε ένα αφυπνιστικό μήνυμα:

«Και τώρα το Άγιο Πνεύμα θέλει να μπει στις ψυχές μας, όπως και τότε, αλλά σέβεται την ελευθερία μας, δε θέλει να την παραβιάσει.
Περιμένει να του ανοίξουμε μόνοι μας την πόρτα και τότε θα μπει στην ψυχή μας και θα τη μεταμορφώσει».

Τα λόγια του μου θύμιζαν την Αποκάλυψη: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω, εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού».

Ο Παντοδύναμος Θεός χτυπά διακριτικά την πόρτα της ψυχής του αδύναμου ανθρώπου και περιμένει υπομονητικά να του ανοίξει, για να τον κάνει αληθινά ευτυχή, κι αυτός τις πιο πολλές φορές, κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας του, που Εκείνος του χάρισε, δεν του ανοίγει, μένοντας κλεισμένος στη δυστυχία του.

Πόσοι από εμάς άραγε έχουμε τη φρόνηση να κάνουμε πράξη την ικεσία:
«Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν»;
Πόσοι από μας, λέγοντας αυτή την προσευχή δεν αμπαρωνόμαστε στη μοναξιά της ανασφάλειάς μας;

Και ο Θεός σέβεται την αφροσύνη μας, γιατί κι αυτή αποτελεί έκφραση της ελευθερίας μας.
Μια μέρα ο Γέροντας μου είπε: «Ο Θεός σέβεται το θέλημά μας».
Και μια άλλη: «Ό,τι κάνεις να το κάνεις επειδή το θέλεις, ελεύθερα, υπεύθυνα και με ευχαρίστηση».
Προσπαθούσα να εμβαθύνω στις επιγραμματικές, αλλά πολυσήμαντες αυτές συμβουλές του.

*από το βιβλίο: «ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗ» (ΚΟΖΑΝΗ ΜΑΡΤΙΟΣ 2006)


Θεολόγος είσαι; Να μας μιλήσεις.
 Επείσθην και εγώ και, πράγματι, την επόμενη Κυριακή (δε θυμούμαι τώρα ακριβώς την ημερομηνία, ήταν Σεπτέμβριος) πήγα πρωί πρωί στον Άγιο Γεράσιμο. Ο Γέροντας βρισκόταν στην Αγία Πρόθεση και έκανε την προετοιμασία για τη Θεία Λειτουργία στην Πρόθεση.
Εγώ, επειδή συνήθιζα να πηγαίνω στο Ιερό, μπήκα στο Ιερό. Ο Γέροντας ήταν αφοσιωμένος στην Αγία Πρόθεση. Περίμενα κάποια στιγμή να τελειώσει, να τον χαιρετήσω, να του ασπασθώ το χέρι και να έρθω σε μια πρώτη επαφή.
Όντως, μετά από κάμποση ώρα, όταν κάλυψε την Αγιά Πρόθεση, στράφηκε προς το μέρος μου και εγώ του έβαλα μετάνοια και του φίλησα το χέρι.
Ο Γέροντας με καλωσόρισε με τούτα τα λόγια:
-    Καλώς  τονε, Θεολόγος είσαι;
-     Ναι, Γέροντα.
-    Αφού βρέθηκες εδώ, να μας μιλήσεις.
-    Άμα έχω την ευλογία σας…
 Αφού συλλογίστηκα λίγο, γιατί δεν είχα σκεφτεί και την ευαγγελική περικοπή, που θα ανεγινώσκετο εκείνη τη μέρα, του λέω:
-    Γέροντα, αν είναι δυνατό να δω λίγο την ευαγγελική περικοπή, αν και δεν πρέπει να γίνεται έτσι πρόχειρα το κήρυγμα. Θα πρέπει κανείς να προετοιμάζεται, αλλά εφόσον εσείς το προτείνετε, το δέχομαι.
-    Μου έδωσε πράγματι το Ευαγγέλιο, διάβασα την περικοπή και μετά το τέλος, έρχεται ξανά και μου λέει:
-    Που θα μιλήσεις; Μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου ή στο κοινωνικό, που έρχονται οι περισσότεροι, για να ωφελήσουμε περισσότερους ανθρώπους; [Ι 155π.]

(Ανθολόγιο Συμβουλών,Γέροντος Πορφυρίου, εκδ. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, σελ. 236-237)

(Μιλάει ο όσιος γέρων Πορφύριος).

Ακούστε ένα σχετικό παράδειγμα.
Κάποτε ένας παπάς είχε πάει σε μία ομιλία με μορφωμένους· τον είχε πάρει μαζί του ένας εξάδελφός του. Ο ομιλητής είπε πολλά πάνω σ’ ένα θέμα μαρξιστικό. Οι ακροατές του ενθουσιάστηκαν και τον εχειροκρότησαν στο τέλος. Αλλά, όπως ήταν ακόμη πάνω στην έδρα, είδε τον παπά και είπε:
- Έχομε κι έναν παπά στην ομιλία μας. Αν μπορεί, να μας έλεγε το θέμα από θρησκευτικής και φιλοσοφικής πλευράς.
Το είπε ειρωνικά νομίζοντας ότι θα τον ταπεινώσει και θα εξευτελίσει την Εκκλησία. Ο παπάς σηκώθηκε και είπε:
- Τι να σου πω εγώ, παιδί μου, δεν ξέρω, αλλά έχω ακούσει· ο τάδε σοφός λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε… κ.λ.π., κ.λ.π. Ο Μωυσής λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο Ησαΐας, ο Δαβίδ, ο Χριστός.

Συνέχισε λέγοντας αυτό το χωρίο από τον Απόστολο Παύλο: «…που σοφός; που γραμματεύς; που συζητητής του αιώνος τούτου;… τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη… όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού».
Έκλεισε το στόμα ο «σοφός», ο ομιλητής. Το σπουδαίο είναι ότι ο παπάς τα είπε με πραότητα και χωρίς εγωισμό. Ήταν δεσπότης του Πατριαρχείου. Όταν τελείωσε, είπε:
-    Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Εσείς κρίνετε ποιο είναι το σωστό.
Είπε στο τέλος ο ομιλητής ντροπιασμένος:
-    Πολύ καλά μας τα είπε ο παπάς! Τ’ αναίρεσε όλα τα δικά μου.
Είναι σπουδαίο πράγμα η κατάρτιση, όταν συνδυάζεται με την πραότητα, την καλοσύνη και την αγάπη. Αυτά ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις. Να μιλάτε, όταν έχετε σχετική κατάρτιση στο θέμα. Αν δεν έχετε, να μιλάτε με το παράδειγμά σας.
Στις συζητήσεις λίγα λόγια για τη θρησκεία και θα νικήσετε. Αφήστε εκείνον που έχει άλλη γνώμη να ξεσπάσει, να πει, να πει… Να αισθανθεί ότι έχει να κάνει μ’ έναν ήρεμο άνθρωπο. Να επιδράσετε με την καλοσύνη σας και την προσευχή σας κι έπειτα του μιλάτε λίγο.

(Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι,Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, σελ. 396-396)

Την Πεντηκοστή εξεχύθη η χάρις του Θεού όχι μόνο στους αποστόλους, αλλά και σ’ όλο τον κόσμο που βρισκόταν γύρω τους. Επηρέασε πιστούς και απίστους. Πώς το λένε οι Πράξεις;…
Ενώ ο Απόστολος Πέτρος μιλούσε τη δική του γλώσσα, η γλώσσα του μεταποιούνταν εκείνη την ώρα στο νου των ακροατών. Με τρόπο μυστικό το Άγιο Πνεύμα τούς έκανε να καταλαβαίνουν τα λόγια του στη γλώσσα τους, μυστικά, χωρίς να φαίνεται. Αυτά τα θαυμαστά γίνονται με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

Παραδείγματος χάριν, η λέξη «σπίτι» σ’ αυτόν που ήξερε γαλλικά θα ακουγόταν «la maison». Ήταν ένα είδος διοράσεως· άκουγαν την ίδια τους τη γλώσσα. Ο ήχος χτυπούσε στο αυτί, αλλά εσωτερικά, με τη φώτιση του Θεού, τα λόγια ακούγονταν στη γλώσσα τους.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας αυτή την ερμηνεία της Πεντηκοστής δεν την αποκαλύπτουν πολύ φανερά, φοβούνται τη διαστρέβλωση. Το ίδιο συμβαίνει και με την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Οι αμύητοι δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα του μυστηρίου του Θεού.
Παρακάτω λέει. «εγένετο δε πάση ψυχή φόβος…» (Πράξ. 2,43), δηλαδή κατέλαβε φόβος την κάθε ψυχή. Αυτός ο «φόβος» δεν ήταν φόβος. Ήταν κάτι άλλο, κάτι ξένο, κάτι ακατανόητο, κάτι, κάτι που δεν μπορούμε να το πούμε.

Ήταν το δέος, ήταν το γέμισμα, ήταν η χάρις. Ήταν το γέμισμα υπό της θείας χάριτος. Στην Πεντηκοστή, οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά σε μία τέτοια κατάσταση θεώσεως, που τα χάσανε.

Έτσι, όταν η θεία χάρις τους επεσκίαζε, τους ετρέλαινε όλους -με την καλή έννοια- τους ενθουσίαζε. Αυτό μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση. Ήτανε αυτό που λέγω καμιά φορά «κατάστασις». Ενθουσιασμός ήταν. Κατάσταση τρέλλας πνευματικής.


(Γέροντος Πορφυρίου, Βίος και Λόγοι, εκδ. Ι.Μ. Χρυσοπηγής, σελ. 207-209)

Με τη λατρεία του Θεού ζεις στον Παράδεισο. Άμα γνωρίσεις και αγαπήσεις τον Χριστό, ζεις στον Παράδεισο.
Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος. Ο Παράδεισος αρχίζει από δω. Η Εκκλησία είναι ο επί γης Παράδεισος ομοιότατος με τον εν ουρανοίς.
Ο Παράδεισος που είναι στον ουρανό ο ίδιος είναι κι εδώ στη γη. Εκεί όλες οι ψυχές είναι ένα, όπως η Αγία Τριάδα είναι τρία πρόσωπα, αλλά είναι ενωμένα κι αποτελούν ένα.
Κύριο μέλημά μας είναι να αφομοιωθούμε στον Χριστό, να ενωθούμε με την Εκκλησία. Αν μπούμε στην αγάπη του Θεού, μπαίνομε στην Εκκλησία. Αν δεν μπούμε στην Εκκλησία, αν δεν γίνομε ένα με την εδώ, την επίγεια Εκκλησία, υπάρχει φόβος να χάσομε και την επουράνια. Όποιος ζει τον Χριστό, γίνεται ένα μαζί Του, με την Εκκλησία Του. Ζει μια τρέλα! Η ζωή αυτή είναι διαφορετική απ’ τη ζωή των άλλων ανθρώπων. Είναι χαρά, είναι φως, είναι αγαλλίαση, είναι ανάταση. Αυτή είναι η ζωή της Εκκλησίας, η ζωή του Ευαγγελίου, η Βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν». Έρχεται μέσα μας ο Χριστός κι εμείς είμαστε μέσα Του. Και συμβαίνει όπως μ’ ένα κομμάτι σίδηρο που τοποθετημένος μες στη φωτιά γίνεται φωτιά και φως· έξω απ’ τη φωτιά, πάλι σίδηρος σκοτεινός, σκοτάδι.
Στην Εκκλησία γίνεται η θεία συνουσία, γινόμαστε ένθεοι. Όταν είμαστε με τον Χριστό, είμαστε μέσα στο φως· κι όταν ζούμε μέσα στο φως, εκεί δεν υπάρχει σκότος. Το φως όμως δεν είναι παντοτινό· εξαρτάται από μας. Συμβαίνει όπως με το σίδηρο, που έξω απ’ τη φωτιά γίνεται σκοτεινός. Σκότος και φως δεν συμβιβάζονται. Ποτέ δεν μπορεί να έχομε σκοτάδι και φως συγχρόνως. Ή φως ή σκότος. Όταν ανάψεις το φως, πάει το σκότος. }205}
Για να διατηρήσουμε την ενότητά μας, θα πρέπει να κάνομε υπακοή στην Εκκλησία, στους επισκόπους της. Υπακούοντας στην Εκκλησία, υπακούομε στον ίδιο τον Χριστό. Ο Χριστός θέλει να γίνομε μία ποίμνη μ’ έναν ποιμένα.
Να πονάμε την Εκκλησία. Να την αγαπάμε πολύ. Να μη δεχόμασθε να κατακρίνουν τους αντιπροσώπους της. … Και με τα μάτια μας να δούμε κάτι αρνητικό να γίνεται από κάποιον ιερωμένο, να μην το πιστεύομε, ούτε να το σκεπτόμαστε, ούτε να το μεταφέρομε. Το ίδιο ισχύει και τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας και για κάθε άνθρωπο. Όλοι είμαστε Εκκλησία.
Να προσέχομε και το τυπικό μέρος. Να ζούμε τα μυστήρια, ιδιαίτερα το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Σ’ αυτά }206} βρίσκεται η Ορθοδοξία. Προσφέρεται ο Χριστός στην Εκκλησία με τα μυστήρια και κυρίως με την Θεία Κοινωνία. Να σας πω για μια επίσκεψη του Θεού σ’ εμένανε τον ταπεινό, για να δείτε την χάρι των μυστηρίων.
Έτσι όπως πονούσα, μου σταυρώσανε το σπυράκι με ευχέλαιο κι αμέσως έσβησε ο πόνος.
Την Πεντηκοστή εξεχύθη η χάρις του Θεού όχι μόνο στους αποστόλους αλλά και σ’ όλο τον κόσμο που βρισκόταν γύρω τους. Επηρέασε πιστούς και απίστους.
Ενώ ο Απόστολος Πέτρος ομιλούσε τη δική του γλώσσα, η γλώσσα του μετεποιείτο εκείνη την ώρα στο νου των ακροατών. Με τρόπο μυστικό το Άγιον Πνεύμα τους έκανε να καταλαβαίνουν τα λόγια του στη γλώσσα τους, μυστικά, χωρίς να φαίνεται. Αυτά τα θαύματα γίνονται με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Παραδείγματος χάριν, η λέξη «σπίτι» σ’ αυτόν που ήξερε γαλλικά θ’ ακουγόταν «la maison». Ήταν ένα είδος διοράσεως· άκουγαν την ίδια τους τη γλώσσα.
Ο ήχος χτυπούσε στο αυτί, αλλά εσωτερικά, με τη φώτιση του Θεού, τα λόγια ακούγονταν στη γλώσσα τους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας αυτή την ερμηνεία της Πεντηκοστής δεν την αποκαλύπτουν πολύ φανερά, φοβούνται τη διαστρέβλωση. Το ίδιο συμβαίνει και με την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Οι αμύητοι δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα του μυστηρίου του Θεού.
Παρακάτω λέει, «εγένετο δε πάση ψυχή φόβος …», δηλαδή κατέλαβε φόβος την κάθε ψυχή. Αυτός ο «φόβος» δεν ήταν φόβος. Ήταν κάτι άλλο, κάτι ξένο, κάτι ακατανόητο, κάτι, κάτι που δεν μπορούμε να το πούμε. Ήταν το δέος, ήταν το γέμισμα, ήταν η χάρις. Ήταν το γέμισμα υπό της θείας χάριτος. Στην Πεντηκοστή οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά σε μία τέτοια κατάσταση θεώσεως, που τα χάσανε. Έτσι, όταν η θεία χάρις τους επεσκίαζε, τους ετρέλαινε όλους –με την καλή έννοια – τους ενθουσίαζε.
Η «κλάσις του άρτου» ήταν η Θεία Κοινωνία. Και συνεχώς αυξάνονταν οι σωζόμενοι, εφόσον έβλεπαν όλους τους χριστιανούς να είναι «εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας αινούντες τον Θεόν». … Αυτό είναι ενθουσιασμός κι αυτό πάλι τρέλα. Εγώ όταν το ζω αυτό, το αισθάνομαι και κλαίω. Πηγαίνω στο γεγονός, ζω το γεγονός, το αισθάνομαι κι ενθουσιάζομαι και κλαίω. Αυτό είναι θεία χάρις. Αυτό είναι και η αγάπη προς τον Χριστό.
Αυτό που ζούσαν οι απόστολοι μεταξύ τους κι αισθανόντουσαν όλη αυτή τη χαρά, στη συνέχεια έγινε με όλους κάτω από το υπερώον. Δηλαδή αγαπιόντουσαν, χαιρόταν ο ένας τον άλλον, ο ένας με τον άλλον είχαν ενωθεί. Ακτινοβολεί αυτό το βίωμα και το ζούνε κι άλλοι.
Ο απώτερος σκοπός της θρησκείας μας είναι το «ίνα ώσιν έν». Εκεί ολοκληρώνεται το έργο του Χριστού.
Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου. Είναι μέσα μας όλ’ αυτά. Είναι απαίτηση της ψυχής μας η απόκτησή τους.

Πηγή: ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ

Ἕνα ἀπόγευμα ξεκινήσαμε μιὰ παρέα γιὰ τὰ Καλλίσια. Ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ Ὁσίου Πορφυρίου, στὴν αὐλή, συναντήσαμε πλῆθος προσκυνητῶν ποὺ περιμέναν. Ἤμασταν τελευταῖοι. Ὅταν ἦλθε ἡ σειρά μας, εἶχε νυχτώσει. 

Τὸν εἴδαμε ἕνας-ἕνας καὶ ὅταν τελειώσαμε, ὁ Γέροντας μᾶς ξεπροβόδισε ὣς ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Ἂν καὶ κατάκοπος, ἔδειχνε εὐδιάθετος. Ἦταν μιὰ ὄμορφη καλοκαιρινὴ νύχτα. Τὸ ἀεράκι φυσοῦσε ἀνάλαφρα καὶ ἡ πανσέληνος εἶχε ἀνατείλει ἀπό τοὺς ἀντικρινοὺς πευκόφυτους λόφους.

Μέσα σε αὐτὸ τὸ εἰδυλλιακὸ τοπίο, ποὺ τὸ ἀσήμωνε τὸ ὠχρὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ καὶ μεταμόρφωνε ἀπόκοσμα ὅλα τὰ γύρω, ἔμψυχα καὶ ἄψυχα, ὁ Γέροντας θεώρησε κατάλληλη τὴ στιγμὴ νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὴν προσευχή. Δὲν μᾶς μίλησε θεωρητικά, ἀλλὰ πρακτικά. Πάντοτε ὁ Γέροντας «πράττων ἐδίδασκε». Ἤμασταν τέσσερις τῆς παρέας, κι ὁ Γέροντας πέντε. Μᾶς τοποθέτησε, μὲ μέτωπο στὴν ἀνατολή, δυὸ στὰ δεξιὰ καὶ δυὸ στὰ ἀριστερά του, στὸ μέσον ἐκεῖνος.

«Τώρα θὰ κάνουμε νοερὰ προσευχή, τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», μᾶς εἶπε ὁ Ἅγιος Πορφύριος.
«Θὰ λέω ἐγὼ πρῶτα τὰ λόγια κι ὕστερα θὰ τὰ ἐπαναλαμβάνετε ἐσεῖς. Ἀλλὰ προσέξτε, χωρὶς βία καὶ ἄγχος. Θὰ τὰ λέτε ἤρεμα, ταπεινά, μὲ ἀγάπη, μὲ γλύκα».

Ἄρχισε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, με ἐκείνη τὴ λεπτή, τρυφερή, ἐκφραστικὴ φωνή του: «Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με». Τὸ ἔλεγε ἀργὰ-ἀργά, μία-μία λέξη, χωρὶς καθόλου βία, σὰν νὰ εἶχε μπροστά του τὸν Χριστὸ καὶ τὸν παρακαλοῦσε, κάνοντας μιὰ μεγαλύτερη παύση στὸ «Χριστὲ» καὶ χρωματίζοντας παρακαλεστικὰ τὸ «ἐλέησόν με». Κι ἐμεῖς, κάθε φορὰ ἐπαναλαμβάναμε, προσπαθώντας νὰ μιμηθοῦμε τὴ στάση του, τὸ χρῶμα τῆς φωνῆς του, κι ἂν ἦταν δυνατό, τὴν ψυχική του διάθεση. Κάποια στιγμὴ ὁ Γέροντας σταμάτησε νὰ λέει μεγαλόφωνα τὴν προσευχὴ καὶ συνέχισαν νὰ τὴν ψιθυρίζουν τὰ χείλη του. Κάναμε κι ἐμεῖς τὸ ἴδιο. Πόσο κράτησε αὐτὴ ἡ νυκτερινὴ προσευχή μας; Δὲν θυμᾶμαι. Τὸ μόνο ποὺ θυμᾶμαι εἶναι μιὰ συγκίνηση, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω μὲ λόγια.

Κάποτε διέκοψε τὴ θεία ἐκείνη σιγή, λέγοντας: Ἂς σταματήσουμε ἐδῶ τὴν κοινὴ προσευχή. Συνεχίστε την μόνοι σας. Ἄντε τώρα νὰ πᾶτε μὲ τὸ καλὸ στὰ σπίτια σας.

Καθὼς ἀπομακρυνόμασταν, γύρισα πίσω τὸ κεφάλι καὶ διέκρινα κάτω ἀπὸ τὸ σεληνόφως, τὴ σεβάσμια σιλουέτα τοῦ Γέροντα, ποὺ στεκόταν ὄρθιος κοντὰ στὰ βράχια, μὲ τὸ χέρι ὑψωμένο, καὶ μᾶς εὐλογοῦσε.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο:"Ανθολόγιο Συμβουλών Γέροντος Πορφυρίου", σ. 371-372.

Όταν είχε κοιμηθεί ο Γέροντας Πορφύριος, ήλθε μια κοπέλα απ’ την Αυστραλία για να τον επισκεφτεί. Δεν ήξερε ότι είχε πεθάνει. Όταν ήλθε στο μοναστήρι, είδε ότι έξω δεν υπήρχε κόσμος, βρήκε την πόρτα ανοικτή και ανέβηκε τροχάδην επάνω στο κελλάκι του. Είδε, παραδόξως, το Γέροντα να κάθεται στο κρεβάτι, μίλησε μαζί του αρκετή ώρα, είπε ότι ήθελε να πη, πήρε τις απαντήσεις και, πολύ χαρούμενη, κατέβαινε τη σκάλα .

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε μια αδελφή. Εντωμεταξύ η πόρτα ήταν κλειστή. Της λέει:

- Εσύ πως βρέθηκες μέσα; Πως μπήκες;

Λέει:

- Να. Δεν είχε κόσμο έξω, βρήκα την πόρτα ανοιχτή και ανέβηκα επάνω και μίλησα του Γέροντα. Δεν είχε κανένα. Της λέει:

- Μα πώς; Μίλησες στο Γέροντα;. Λέει - Ναι.

- Μα ο Γέροντας, της λέει, έχει πεθάνει.

- Τι λες;  Αφού ο Γέροντας είναι επάνω! 

Και γυρίζει απότομα πάλι επάνω τροχάδην, να δη το Γέροντα. Ανεβαίνει επάνω, άδειο το κελί, στρωμένο το κρεβατάκι του…. Και τότε  ξέσπασε σε λυγμούς, που αυτή είχε δη το Γέροντα  και μίλησε, ενώ ήδη ο Γέροντας είχε κοιμηθεί.

(βιβλίο: Μαθητεύοντας στο Γέροντα Πορφύριο, Μήλεσι 2011)

Το φάρμακο θα σε ναρκώσει σήμερα, αύριο μπορεί να σου 'ρθει πιο μεγάλη κατάθλιψη
 
 [ Από μαγνητοφωνημένη συνομιλία του Γέροντα ] 

Γέροντας...Και όλοι οι χριστιανοί... Και όλος ο κόσμος και που πιστεύουνε και που δεν πιστεύουνε, αυτό τους τρώει...η απομάκρυνση από το Θεό.
-Συνομιλητής... Μάλιστα
-Γέροντας... Η απομάκρυνση από το Θεό φέρνει τη μοναξιά...Κατάλαβες;
-Συνομιλητής...Φέρνει κατάθλιψη, φέρνει τούτο, φέρνει εκείνο...το άγχος.
-Γέροντας...Και όταν αρνείσαι ένα μυστήριο...ένα μυστήριο...Έχουνε γίνει τόσοι γιατροί ψυχίατροι, ψυχαναλυτές, ψυχολόγοι και δέχονται τους ασθενείς...Ποιούς ασθενείς, βρε; Ποιος είσαι εσύ που θα δεχθείς ασθενείς; Και στο τέλος πάει...' Τί βλέπεις γιατρέ μου...; ' - ' Δεν έχεις τίποτα... Έχεις ανασφάλεια...'.
-Συνομιλητής... Τί θα πει ανασφάλεια;
-Γέροντας...' Δεν έχεις τίποτα...Πάρε αυτό...'.Άμα δε δώσεις τον εαυτό σου στο Θεό, τί να σου κάνει αυτό; Θα σε ναρκώσει σήμερα, αύριο μπορεί να σου ρθει πιο μεγάλη.
-Συνομιλητής...πιο έντονη. Και συνήθως αυτό συμβαίνει.
 
Υπάρχει διάβολος σε όλα αυτά
'Προσήλωση. Ξέρεις τί θα πει; Είναι από το προς και ήλος [ καρφί ]. Και θα πει καρφωμένος σαν με καρφιά σε αυτό που αγαπάς. Να καρφώνεσαι επάνω στο Χριστό μας.
Εγώ πολύ αγαπώτο Χριστό μας και πιστεύω στη δύναμή Του. Μωρέ, οι Απόστολοι περνούσαν, και η σκιά τους θεράπευε τους πιστούς. Δεν είναι ο ίδιος ο Χριστός; Άλλαξε;
Εμείς αλλάξαμε!
Τί θα πει άγχος, νεύρα, ψυχασθένειες; Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει διάβολος σε όλα αυτά. Δεν υποτασσόμεθα στο Χριστό  με αγάπη. Μπαίνει ο διάβολος και μας ανακατεύει.
Αχ, να μπορούσα να ζήσω όπως εσύ! Να είμαι υποτακτικός σ' ένα  Κοινόβιο! Σε ζηλεύω!...'
 
Η  'καθυστέρηση' σου είναι λόγω του άγχους
Ένας άνθρωπος πήγαινε συχνά και εξομολογείτο στο Γέροντα Πορφύριο. Μιά κόρη του, η οποία σήμερα είναι παντρεμένη κι έχει παιδιά, όταν σπούδαζε, εξ αιτίας των εξετάσεων στο Πανεπιστήμιο, είχε πολύ άγχος. Την πήρε, λοιπόν, ο πατέρας της και πήγαν στα Καλλίσια της Πεντέλης, όπου έμενε ο Γέρων Πορφύριος, προτού πάει στον Ωρωπό. Μόλις μπήκε μέσα η κόρη και χωρίς ο πατέρας της να έχει πει ποτέ κάτι γι'αυτήν στο Γέροντα, της λέει ο Γέρων Πορφύριος...' Καλώς την. Άκουσε, να μη σε απασχολεί η καθυστέρηση που έχεις. Είναι λόγω του άγχους που έχεις για τις εξετάσεις. Θα περάσει. Πες μου τώρα τί άλλο έχεις; '.
Πράγματι, η κοπέλα είχε μία καθυστέρηση μη φυσιολογική, που την στενοχωρούσε. Ούτε καν όμως είχε διανοηθεί να μιλήσει στο Γέροντα Πορφύριο γι' αυτό το θέμα. Γι' αυτό και μόλις τον άκουσε να της θέτει αυτό το θέμα, χωρίς εκείνη ούτε καν να του το θίξει, τόσο πολύ συγκινήθηκε, ώστε βγαίνοντας έξω, μετά την εξομολόγησή της, έπεσε στην αγκαλιά του πατέρα της, φωνάζοντας ενώπιον των άλλων...
- Είναι άγιος, είναι προφήτης '. Το περιστατικό αυτό μου το αφηγήθηκε ο ίδιος ο πατέρας της κόρης, στενός συνεργάτης μου.
 
Το εσωτερικό μας μπέρδεμα
Το ' μπέρδεμα ', όπως συνήθιζε να μας λέει ο Γέροντας Πορφύριος, συμβαίνει μόνο όταν δεν εφαρμόζουμε τα λόγια του Χριστού, αλλά αυτά που εμείς, λόγω του εγωισμού μας, θεωρούμε σωστά και πρέποντα στη δεδομένη  περίπτωση.
 
(Ανθολόγιο Συμβουλών,Γέροντος Πορφυρίου σελ. 206-219)


Σελίδα 1 από 3