Τι λέγει όμως για τα παπικά αυτά δόγματα η «Κατήχησις της Καθολικής Εκκλησίας (έκδ. Βατικανό-Κάκτος 1996); Παραθέτουμε μερικές παραγράφους, που ανήκουν στην «Παράγραφο» (=Κεφάλαιον) 4, με τίτλο «Οι πιστοί του Χριστού – Ιεραρχία, Λαϊκοί, αφιερωμένη ζωή»;  (οι υπογραμμίσεις του π. Γεωργίου Μεταλληνού)
Ο Σύλλογος των Επισκόπων και ο Αρχηγός του, ο Πάπας.
880. Ο Χριστός «συγκρότησε τους δώδεκα (Αποστόλους) υπό μορφή Συλλόγου, δηλαδή σταθερού σώματος, επικεφαλής του οποίου τοποθέτησε τον Πέτρο, που τον διάλεξε ανάμεσά τους». «Όπως ο Άγιος Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου, αποτελούν ένα και μόνο αποστολικό σύλλογο, έτσι και ο επίσκοπος Ρώμης, διάδοχος του Πέτρου, και οι επίσκοποι, διάδοχοι των Αποστόλων, σχηματίζουν μεταξύ τους ένα σύνολο».
881. Ο Κύριος μόνο τον Σίμωνα, στον οποίο έδωσε το όνομα Πέτρος, τον έκανε την πέτρα της Εκκλησίας Του. Σ’ αυτόν εμπιστεύθηκε τα κλειδιά, τον όρισε ποιμένα όλου του ποιμνίου. «Αλλά αυτό το αξίωμα να δένει και να λύνει, που δόθηκε στον Πέτρο, δόθηκε επίσης χωρίς καμιά αμφιβολία, στο σύλλογο των Αποστόλων, ενωμένων με τον αρχηγό τους». Το ποιμαντικό αυτό καθήκον του Πέτρου και των άλλων Αποστόλων ανήκει στα θεμέλια της εκκλησίας και συνεχίζεται από τους επισκόπους κάτω από το πρωτείο του Πάπα.
882. Ο Πάπας, επίσκοπος Ρώμης και διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, «είναι η αιώνια και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας, που συνδέει τόσο τους επισκόπους μεταξύ τους όσο και το πλήθος των πιστών». «Πραγματικά, ο επίσκοπος Ρώμης με το αξίωμά του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ως ποιμένας όλης της Εκκλησία, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί».
883. «Ο σύλλογος ή το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία, αν δεν βρίσκεται σε κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης, ως αρχηγό του». Ο ίδιος αυτός σύλλογος «είναι επίσης φορέας της υπέρτατης και πλήρους εξουσίας μέσα στην παγκόσμια Εκκλησία, την οποία όμως δεν μπορεί να ασκεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του επισκόπου Ρώμης».
884. «Ο σύλλογος των επισκόπων ασκεί την εξουσία πάνω σε όλη την Εκκλησία με επίσημο τρόπο στην Οικουμενική Σύνοδο». «Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος αν δεν επικυρωθεί, ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από το διάδοχο του Πέτρου».
885. «Ο σύλλογος αυτός, με την πολλαπλή του σύνθεση, εκφράζει την ποικιλία και την παγκοσμιότητα του λαού του Θεού και, με τη συνάθροισή του κάτω από έναν αρχηγό, εκφράζει την ενότητα του ποιμνίου του Χριστού» (…).
890. (…) Το ποιμαντικό καθήκον του Διδακτικού Σώματος έγκειται στην επαγρύπνηση, ώστε ο Λαός του Θεού να παραμένει στην αλήθεια, η οποία ελευθερώνει. Για να εκπληρώνουν αυτή την υπηρεσία, οι ποιμένες της Εκκλησίας προικίσθηκαν από τον Χριστό με το χάρισμα του αλάθητου σε θέματα πίστεως και ηθών. Η άσκηση αυτού του χαρίσματος μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους.
891. «Αυτό το αλάθητο έχει ο επίσκοπος Ρώμης, κεφαλή του συλλόγου των επισκόπων, χάρη στο αξίωμά του, όταν, σαν πρώτος ποιμένας μαζί με το διάδοχο του Πέτρου, ασκούν το ύψιστο διδακτικό τους αξίωμα», προπάντων στην Οικουμενική Σύνοδο. «Όταν, με το υπέρτατο Διδακτικό της Σώμα, η Εκκλησία προτείνει μια αλήθεια «να την πιστεύσουμε ως αποκαλυμμένη από τον Θεό» και σαν διδασκαλία του Χριστού, «οφείλουμε να παραδεχθούμε μέσα στην υπακοή της πίστεως αυτούς τους ορισμούς». Το αλάθητο αυτό επεκτείνεται στις ίδιες διαστάσεις, όπου επεκτείνεται και η παρακαταθήκη της θεϊκής Αποκαλύψεως.
892. Η θεϊκή συμπαράσταση προσφέρεται επίσης στους διαδόχους των Αποστόλων, όταν διδάσκουν ενωμένοι με το διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, και ιδιαίτερο τρόπο προσφέρεται στον επίσκοπο Ρώμης, ποιμένα όλης της Εκκλησίας (…).
895. «Η εξουσία αυτή, που την ασκούν προσωπικά στο όνομα του Χριστού, είναι δική τους, τακτική και άμεση, έστω και αν η άσκησή της ρυθμίζεται τελικά από την ανώτατη εξουσία της Εκκλησίας». Αλλά δεν πρέπει να θεωρούνται οι επίσκοποι ως αντιπρόσωποι του Πάπα, του οποίου η τακτική και άμεση εξουσία σε όλη την Εκκλησία δεν εκμηδενίζει, αλλ’ αντίθετα επιβεβαιώνει και προστατεύει την εξουσία των επισκόπων. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται σε κοινωνία με όλη την Εκκλησία υπό την καθοδήγηση του Πάπα».
Καταγράφουμε τις βασικότερες επισημάνσεις μας:
1. Το πρωτείον του Πάπα εξακολουθεί να στηρίζεται στον Άγιο Πέτρο.
2. Θεμέλιο της ενότητας «αιώνιο και ορατό» είναι ο Πάπας.
3. Ο Πάπας μένει «αντιπρόσωπος του Χριστού» και ποιμένας ΟΛΗΣ της Εκκλησίας, με «υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία» (Episcopus Universalis).
4. Ο Πάπας υπέρκειται των Οικουμενικών Συνόδων.
5. Ο Πάπας έχει –κατ’ εξοχήν- το αλάθητον ως «κεφαλή» όλων των Επισκόπων και «πρώτος ποιμένας» της Εκκλησίας.
6. Όλα τελούνται (από τους Επισκόπους) «υπό την καθοδήγηση του Πάπα».


(στο βιβλίο: «Αγωνιστικά…» π. Γεωργίου Μεταλληνού, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 152-155)

(Ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Στυλιανός Παπαδόπουλος, εξέχων Πατρολόγος, για 10 χρόνια συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας μας στους επισήμους Διαλόγους με Παπικούς και Προτεστάντες. Εδώ εκθέτει τα συμπεράσματα της πολυετούς εμπειρίας του. Οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Οι Διάλογοι: Αυτονόητοι, αναποτελεσματικοί και προβληματικοί
Ριζική πρόκληση στην εποχή μας και άρα πρόβλημα σοβαρό για την Εκκλησία και τη θεολογία της απέβησαν και οι Διάλογοι: Διορθόδοξοι, Διαχριστιανικοί και Διαθρησκειακοί. Από τα μέσα ήδη του 20ου αιώνα, πύκνωσαν τόσο πολύ και επιβλήθηκαν στη συνείδηση πάντων τόσο πειστικά, που πλέον η συμμετοχή σε Διαλόγους θεωρείται αυτονόητη.
Έτσι, και η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετέχει σχεδόν σε όλους τους Διαλόγους, τους οποίους συνδιοργανώνει και διεξάγει με χριστιανικές Ομολογίες ή με άλλες θρησκείες. Συχνά πυκνά, όμως, η Εκκλησία μας αντιμετωπίζει διλήμματα και προβληματίζεται έντονα για τους Διαλόγους αυτούς. Στην αναποτελεσματικότητα και στις ενδογενείς αδυναμίες εστιάζονται οι λόγοι του προβληματισμού και των διλημμάτων.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα των Διαλόγων σχετίζεται με τους διαλεγομένους Ορθόδοξους, που εκπροσωπούν τις τοπικές αυτοκέφαλες Εκκλησίες τους. Πολλοί από αυτούς, επιλεγόμενοι χωρίς ορθά κριτήρια από τις τοπικές Συνόδους, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τους συνομιλητές τους, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της Ορθοδοξίας να είναι πολύ μειωμένη. Αλλά και οι λίγοι που είναι μελετημένοι και ικανοί και αποφασιστικοί εκφραστές της Ορθόδοξης θεολογίας, δεν επαρκούν για δύο λόγους.

Πρώτον διότι οι συνδιαλεγόμενοι μαζί τους (όπως γνωρίζω προσωπικά για την περίπτωση των Ρωμαιοκαθολικών) είναι σε μεγάλη πλειοψηφία επιλεγμένοι διακεκριμένοι θεολόγοι. Δεύτερον, διότι οι Ορθόδοξοι (μέλη Διαλόγων) ούτε μεταξύ τους για δύο τρεις ημέρες έχουν από κοινού επεξεργασθεί τα προς συζήτηση θέματα, ούτε στην έδρα κάθε Ορθόδοξης Εκκλησίας υπάρχει κάποια θεολογική ομάδα, στην οποία ο Ορθόδοξος να μπορεί να ζητήσει βοήθεια-συμβουλή, εάν βρεθεί σε δύσκολη θέση κατά τις απρόβλεπτες, συχνά, εξελίξεις στην πορεία των συζητήσεων.
Η αναποτελεσματικότητα συνδέεται ακόμα με τρία στοιχεία. Πρώτον, με τη σταθερή εμμονή των διαλεγομένων εταίρων μας στη διδασκαλία και στις απόψεις της Ομολογίας ή της θρησκείας τους. Δεν συνέβη, μέχρι σήμερα, κάποια Ομολογία να δεχτεί να εγκαταλείψει στοιχείο της διδασκαλίας της ως αποτέλεσμα των θεολογικών συζητήσεων στο πλαίσιο Διαλόγου με Ορθόδοξους. Κάποιες ίσως δευτερεύουσες και πρακτικές μόνο πλευρές δυνατόν να δέχτηκαν οι εταίροι μας ν’ αλλάξουν· ποτέ στοιχείο της διδασκαλίας τους, στο οποίο, βέβαια, εμείς επιθυμούμε να αλλάξουν.
Δεύτερον, η αναποτελεσματικότητα συνδέεται με τον φονταμενταλισμό (θεμελιοκρατία). Αυτός, δηλαδή, ο κάθε φορέας του, ένεκα του φανατισμού, αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να ασκήσει πραγματική θεολογία, από την οποία και μόνο μπορούμε να ελπίσουμε πρόοδο σε θεολογική συζήτηση και, φυσικά, υποχώρηση από κάποια άποψη.
Τρίτον, η τυχόν συγκρητιστική διάθεση μελών μιας Ομολογίας (χριστιανικής-προτεσταντικής-αγγλικανικής) οδηγεί επίσης σε αναποτελεσματικότητα. Έχει μικρή και μόνο σχετική σημασία η αποδοχή, π.χ., από κάποια τέτοια ομολογιακή ομάδα μιας Ορθόδοξης διδασκαλίας, διότι παράλληλα η ίδια ομολογιακή ομάδα μπορεί να δεχθεί άλλη διδασκαλία άλλης Ομολογίας, ανατρεπτική εκείνης που δέχτηκε από τους Ορθοδόξους. Αυτό, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι δυνατόν, επειδή εκλαμβάνονται ως σχετικά τα δόγματα της Εκκλησίας και συνήθως προϋποτίθεται η θεωρία των κλάδων (ότι όλες οι Ομολογίες κατέχουν μέρος αλήθειας). Η θεωρία αυτή, που εκτρέφει ανομολόγητα συγκρητιστικές διαθέσεις αλλά και την ανοχή-ανεκτικότητα (tolerance), δεν χωράει στο πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανοχή αυτή στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπερβαίνεται και αποβαίνει θετική στάση. Ο γνήσιος Ορθόδοξος οφείλει όχι απλώς ν’ ανέχεται, αλλά και να αγαπάει τα μέλη οποιασδήποτε Ομολογίας ή θρησκείας, ενώ δεν παραλείπει να εξηγεί την πίστη του, δείχνοντας το που σφάλλουν οι άλλοι. Και φαίνεται ότι το έσχατο, το περισσότερο, που επιδιώκει σήμερα η Οικουμενική κίνηση, στους κόλπους της οποίας διεξάγονται ποικίλλοι Διάλογοι, είναι η ανοχή, η tolerance. Αυτή όμως δεν είναι καθαυτό χριστιανική αρετή, στοιχείο γνήσια θετικό. Είναι μόνο ανθρώπινο μέτρο.
Θείο μέτρο, εδώ, και αρετή χριστιανική είναι η αγάπη, με την οποία μόνο υπερβαίνεται το μίσος και η αποστροφή. Δυστυχώς όμως για την Οικουμενική Κίνηση, που απορροφά σήμερα τεράστιες πνευματικές δυνάμεις, η αγάπη δεν μπορεί ν’ αποτελέσει επίτευγμά της, διότι η αγάπη εξαρτάται μόνο από την αλήθεια, γεννιέται μόνο όπου βιώνεται η αλήθεια. Μόνο αυτοί που αγωνίζονται για την αποκεκαλυμμένη αλήθεια, αυτοί που την ζουν με συνέπεια, είναι δυνατό να πραγματώσουν την αρετή της αγάπης.
Στο κλίμα της θεωρίας των κλάδων φυτεύθηκε άνετα και η φιλοσοφικοκοινωνιολογικής προελεύσεως θεωρία της ετερότητας (ή της νομιμοποιήσεως της διαφορετικότητας) που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: στην αποδοχή -στο χώρο της Εκκλησίας- κάθε είδους δογματικής-θεολογικής παρεκκλίσεως και κακοδοξίας.

Ενότητα, θεολογία και αλήθεια
Είναι φανερό πως η αρετή της αγάπης είναι θεολογική αρετή. Και στην Οικουμενική Κίνηση η θεολογία δεν είναι στα πρώτα desiderata. Εκεί σχετικοποιείται το γεγονός της αληθείας και κατ’ ανάγκην η θεολογία είναι υποτονική. Και όσο θα υποχωρεί η θεολογία, τόσο θα προχωρεί η διάσπαση.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στη Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, που έγινε στο Βανκούβερ του Καναδά το 1983, οι δογματικοθεολογικές διαφορές κατακυρώθηκαν ως νόμιμες, θεσμοθετήθηκαν σχεδόν, δεν θεωρήθηκαν εμπόδιο για την ενότητα (δεν πρόκειται εδώ για τις τοπικές παραδόσεις, τα έθιμα και τις πρακτικές κάθε τοπικής Εκκλησίας).
 Διαμαρτύρονται συνήθως οι Προτεστάντες του Συμβουλίου Εκκλησιών για την επιφυλακτικότητα των Ορθοδόξων έναντι του Συμβουλίου τούτου. Δεν θέλουν, όμως, να καταλάβουν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το Συμβούλιο αδιαφορεί για την ενότητα στην αλήθεια. Από σκοπός που αρχικά υπήρξε «η ενότητα εν τη αληθεία», το ενδιαφέρον για την αλήθεια απέβη μόνο περιθωριακό.
Ενδεικτικό της ενδογενούς και κατανοητής θεολογικά νοοτροπίας του Συμβουλίου Εκκλησιών, όπου κυριαρχεί το προτεσταντικό πνεύμα, είναι ότι δεν ενοχλείται από την πολυδιάσπαση των προτεσταντικών Ομολογιών. Κάθε νέα Ομολογία, όσο ακραία και κατ’ ουσίαν αντιτριαδική και αντιευαγγελική και αν είναι, γίνεται δεκτή στους κόλπους του ως ισότιμο μέλος. Αυτό δείχνει για τον οποιοδήποτε Ορθόδοξο θλιβερή κι εφάμαρτη αδιαφορία για την αλήθεια.
Έτσι, ενώ από τις αρχές του 20ου αιώνα δημιουργήθηκε η Οικουμενική Κίνηση προς επιδίωξη της ενότητας «εν τη αληθεία», στο τέλος ακριβώς του ίδιου αιώνα και στην ανατολή του επομένου, επικυρώνεται η αδιαφορία για την αλήθεια, εφόσον, καθώς νομίζουμε, μπορούμε να έχουμε ενότητα με διαφορετική πίστη, με διαφορετικές «αλήθειες». Και δεν έχουμε ούτε τον στοιχειώδη ρεαλισμό, για να καταλάβουμε ότι πραγματική ενότητα εξασφαλίζεται μόνο στην αλήθεια, η οποία όμως είναι μία. Η αλήθεια είναι Μυστήριο και, αφού μας φανερώνεται-αποκαλύπτεται από τον ίδιο τον Θεό, οφείλουμε να μετέχουμε σ’ αυτήν -και μόνο σ’ αυτήν- ρεαλιστικά. Επομένως, όσο αδιαφορούμε για την ενότητα «εν τη αληθεία», ενότητα δεν θα έχουμε. Ο Θεός που φανερώνει -σε όσους επιζητούν- την αλήθεια, Αυτός παρέχει και την αληθινή ενότητα. Κάθε άλλη ενότητα μένει ανέρειστη, επιφανειακή, μη πραγματική.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί εμφαντικά και η παραχώρηση, την οποία οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έκαναν και κάνουν προς το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών. Ο θεμελιακά προτεσταντικός αυτός οργανισμός αυτοχαρακτηρίσθηκε «Συμβούλιο Εκκλησιών» και εμείς οι Ορθόδοξοι δεχθήκαμε να μετάσχουμε σ’ αυτόν, μολονότι φρονούμε πως οι προτεσταντικές Ομολογίες-Κοινότητες, που κυρίως το συγκροτούν, δεν είναι πράγματι εκκλησίες.
Και όχι μόνο. Η πλειονότητα των Ομολογιών-μελών του Συμβουλίου τούτου δεν έχουν και δεν θέλουνε να έχουν στον τίτλο τους τον όρο «Εκκλησία». Αντιλαμβάνεται ο καλόπιστος συζητητής πόσο μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι Ορθόδοξοι για την ενότητα της Εκκλησίας, ώστε να φτάνουνε στο σημείο να παρακάθηνται με χριστιανούς, που αρνούνται ακόμα και την λέξη «Εκκλησία». Πρόκειται για μεγαλειώδη ταπείνωση, για θαυμαστή κένωση, στην οποία μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία αντέχει να προβεί. Και συμπεριφέρεται η Εκκλησία μας έτσι, ενώ ούτε συγκρητιστικές, ούτε φονταμενταλιστικές τάσεις έχει. Η αληθινή αγάπη της για την αλήθεια την οδηγεί στους Διαλόγους, μολονότι έχει πάντα το αίσθημα της αποκλειστικότητας για την αλήθειά της.

Προϋποθέσεις  του «ίνα πάντες εν ώσιν»
Η παραπάνω διαπίστωση, αναφορικά με τα προβλήματα που οι Ορθόδοξοι έχουμε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο, φαίνεται και είναι απογοητευτική: όσο σ’ αυτό θα υποχωρεί η γνήσια θεολογία, τόσο η ποθούμενη ενότητα θα απομακρύνεται ακόμη και ως όραμα. Δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι οι Ορθόδοξοι δεν έχουνε λόγο να αναλίσκονται σε οικουμενικές συνάξεις μόνο και μόνο για να συνηθίσουν να ανέχονται τους συνανθρώπους. Προσπαθούν κάτι πολύ περισσότερο, να τους αγαπούν. Έτσι, όσο θα βεβαιώνονται οι Ορθόδοξοι ότι το Συμβούλιο Εκκλησιών αδιαφορεί για την «εν αληθεία» ενότητα, τόσο θ’ αποστασιοποιούνται από αυτό.  Ίσως να φτάσουν και σε γενικότερη αποχώρηση - γιατί δύο τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουνε ήδη αποχωρήσει. Τώρα μάλιστα, κάτι τέτοιο είναι ευκολότερο. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών ελευθερώθηκαν από τα δεσμά τυραννικών καθεστώτων (κομμουνιστικών) και είναι περισσότερο αυτόβουλες και ελεύθερες στις κινήσεις τους.
Επιγραμματικά υπενθυμίζουμε τη θεολογική θέση των Ορθοδόξων, ότι ενότητα εξασφαλίζεται-γεννιέται μόνο από τη θεία αλήθεια. Ο πολύμορφος και πολυδιασπασμένος προτεσταντικός κόσμος, έχοντας πανίσχυρο λόγω στις δυτικές κοινωνίες (εκεί δηλαδή όπου οι Ορθόδοξοι δεν έχουνε ισχυρό λόγο) τυμπανίζει per terra per mare το ενδιαφέρον του για την ενότητα και προβάλλει την πιστότητα στους λόγους του Κυρίου «ίνα ώσιν εν» (Ιωάν. 17: 11 και 22). Εμείς, όμως, οφείλουμε να του υπενθυμίζουμε το πλήρες τούτο Κυριακό λόγιο, που έχει ως εξής: «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν». Ζητάει ο Ιησούς Χριστός από τον Θεό Πατέρα να «τηρήση», να βοηθήσει, τους Αποστόλους και όλους τους πιστούς, ώστε να είναι «εν», να έχουν ενότητα. Το «εν» όμως τούτο έχει συγκεκριμένο υπόδειγμα και μέτρο: την ενότητα που έχει ο Υιός με τον Πατέρα («καθώς ημείς»). Ο Υιός και ο Πατέρας έχουνε την αυτή θεία φύση, την αυτή  θεία βουλή, την αυτή θεία ενέργεια και θέληση. Όλα τους είναι κοινά, μολονότι αποτελούν ιδιαίτερες υποστάσεις-πρόσωπα. Γι’ αυτό και, όταν οι Ορθόδοξοι μιλάμε για ενότητα, πιστεύοντας απόλυτα στη Γραφή, ζητάμε ενότητα και στην αλήθεια. Όπως δεν νοείται άλλη φύση να έχει ο Πατέρας και άλλη ο Υιός, ή άλλο να θέλει ο Πατέρας και άλλο ο Υιός, έτσι κι εμείς επιδίωξη πρέπει να έχουμε την ενότητα στην αλήθεια, στη διδασκαλία, ανεξάρτητα από το πόσο εκάστοτε την πραγματώνουμε.

Γιατί μένουμε στους Διαλόγους
Σε όλα όσα παραπάνω εκθέσαμε υπάρχει μία πολύ σοβαρή ένσταση: Ωραία, ο θεολογικός διάλογος στους κόλπους του Συμβουλίου Εκκλησιών και πολύ περισσότερο ο διαθρησκειακός διάλογος δεν φαίνεται, προσωρινά τουλάχιστον, να έχουνε προοπτική. Πρέπει, λοιπόν, ν’ αποχωρήσουμε από τέτοια διεθνή και διμερή κέντρα; Δεν έχουμε κάποιο σοβαρό λόγο, που να επιβάλλει την εκεί Ορθόδοξη παρουσία;
 Το δίλημμα, χωρίς αμφιβολία, είναι αδυσώπητο. Και αυτό, διότι, παρά την απογοήτευσή μας, δεν γνωρίζω εάν έχουμε δικαίωμα ν’ αποσύρουμε τον Ορθόδοξο λόγο, την Ορθόδοξη φωνή, από την οποιαδήποτε διεθνή, διμερή ή πολυμερή σύναξη· εκεί όπου καθ’ οιονδήποτε τρόπο συζητούνται, απροϋπόθετα έστω, πνευματικά ζητήματα. Σε περιπτώσεις όπου η απουσία Ορθοδόξων εκπροσώπων και Ορθοδόξου λόγου, έστω και ασθενικού, κριθεί προτιμότερη και ωφελιμότερη από την παρουσία, τότε οφείλουμε αμέσως ν’ αποχωρήσουμε. Φοβάμαι, όμως, ότι για τέτοιο δικαίωμα δεν θα πείσουμε τους εαυτούς μας, όσο απαιτητικοί και αν είμαστε για τις προϋποθέσεις, που επιθυμούμε να υπάρχουν στους διάφορους Διαλόγους.
Όσο το δικαίωμα της αποχωρήσεως είναι δίλημμα, τόσο ο μονόδρομος του καθήκοντος προβάλλει επιτακτικός: να γινόμαστε όλο και πιο ικανοί, όλο και πιο γνήσιοι Ορθόδοξοι, ώστε ν’ αρθρώνουμε Ορθόδοξο λόγο ακόμα και στις πιο απρόσφορες διεθνείς συνάξεις. Να προσθέσουμε, ακόμα, ότι και η ελάχιστη ελπίδα για επίτευξη ανοχής, μέσω των διαχριστιανικών Διαλόγων, ή στοιχειώδους ειρήνης, μέσω των διαθρησκειακών Διαλόγων, δεν μπορεί να περιφρονηθεί.
Εάν με τους Διαλόγους επιτυγχάνεται, σε μικρό έστω βαθμό, ο περιορισμός των ουνιτικών προσπαθειών και του αθέμιτου προσηλυτισμού, δεν μας επιτρέπεται ν’ αδιαφορήσουμε. Εάν ο Διάλογος με τους μουσουλμάνους συντελέσει σε στοιχειώδη εκ μέρους τους ανοχή προς τους χριστιανούς, είναι και αυτό κάτι για το οποίο δεν πρέπει ν’ αδιαφορήσουμε. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι η ελευθερία των χριστιανών να ασκούν δημόσια -ενίοτε και ιδιωτικά- τα λατρευτικά τους καθήκοντα είναι ανύπαρκτη ή πολύ προβληματική σε μουσουλμανικές χώρες (Σαουδαραβία, Ιράκ, Ιράν κ. ά.).  Οι αποκλεισμοί εκεί και οι δολοφονίες είναι πολύ συνηθισμένα φαινόμενα. Και αν τολμήσει κάποιος μουσουλμάνος να γίνει χριστιανός, οι πρώην ομόθρησκοί του αισθάνονται καθήκον τους να τον σκοτώσουν. Αντίθετα, στις δυτικές χώρες κανένας μουσουλμάνος δεν κινδυνεύει από κανέναν και για τίποτα. Και ακόμη περισσότερο, οι δυτικοί που ασπάζονται το Ισλάμ είναι πολλοί και όλοι τους ζουν ακίνδυνα και άνετα στο περιβάλλον τους.
Δεν πρέπει να λησμονάμε ότι, σήμερα, η παγκόσμια κοινωνία ζει εν διαλόγω, μολονότι αυτό ισχύει μόνο θεωρητικά. Στην πραγματικότητα, ο διάλογος γίνεται προπέτασμα και σπάνια είναι ειλικρινής. Εμείς, μολονότι γνωρίζουμε την ψευδεπίγραφη κατάσταση του διαλόγου, δεν έχουμε άλλο τρόπο προσεγγίσεως του κόσμου. Όπλο μας είναι μόνο ο λόγος. Και, αφού, έστω προφασιστικά, ο τρόπος υπάρξεως (modus vivendi) του κόσμου είναι διαλογικός, εμείς μετέχουμε, προσπαθώντας τουλάχιστον να εξασφαλίσουμε, όσο γίνεται ειλικρίνεια από τους άλλους και ετοιμότητα από τους εαυτούς μας.
Ριζικότερος όμως λόγος της παραμονής μας στους Διαλόγους είναι η πλήρης αδυναμία μας να γνωρίζουμε: πότε ο Θεός θα φωτίσει τους συνομιλητές μας να κατανοήσουνε την αλήθεια που ευαγγελιζόμαστε και πότε εμάς τους ίδιους θα φωτίσει και ικανώσει ο Θεός, ώστε στις συζητήσεις και ανταμώσεις μας να είμαστε όσο πρέπει αυθεντικά Ορθόδοξοι και πειστικοί. Ούτε το ένα γνωρίζουμε ούτε το άλλο. Βέβαιοι μόνο είμαστε για την απουσία όσο καλής θελήσεως χρειάζεται από την πλευρά των μη Ορθοδόξων και για την αδυναμία των Ορθοδόξων, να παρουσιάζουμε γνήσια την πίστη μας. Προπαντός να μην συνυπογράφουμε κείμενα, που δεν εκπροσωπούν απόλυτα τη διδασκαλία μας.

Εμείς  διαλεγόμενοι: ετοιμότητα και ανετοιμότητα
Έθος ισχυρό και αμαρτία μεγάλη είναι ότι, σκεπτόμενοι και μιλώντας για προβλήματα που οφείλουμε ν’ αντιμετωπίσουμε, σταματάμε σε ό,τι προσκομματικά μας δημιουργεί ο περιβάλλων κόσμος, οι άλλοι. Ασχολούμεθα μόνο με τα προβλήματα που έρχονται έξωθεν. Σπάνια ή ποτέ και με τα προβλήματα που οφείλονται σε μας τους ίδιους, στους θεολόγους η θεολογούντες της Εκκλησίας. Αυτά όμως είναι τα δυσχερέστερα, διότι απαιτούν υπέρβαση του εαυτού μας, των θεολόγων της Εκκλησίας.
 Η διαλογική σχέση, πάντοτε και τώρα, του θεολόγου της Εκκλησίας είναι αυτονόητη, αναγκαία και πολλαπλή. Διαλέγεται και συζητάει με τον εαυτό του. Ο ίδιος, δηλαδή, είναι ο πρώτος που πρέπει να θέτει στον εαυτό του, για τον εαυτό του, ερωτήματα. Επομένως ο θεολόγος γίνεται αυτός το πρώτο πρόβλημα στον εαυτό του. Το άμεσο, έπειτα, περιβάλλον του, το ακροατήριο ή το ποίμνιό του, ερωτά συνεχώς και πιέζει γι’ απαντήσεις πίστεως και αληθείας, δηλαδή ζωής και θανάτου. Πρόβλημα, λοιπόν, μέγα η πνευματική ετοιμότητα, η περιουσία εμπειρίας της αληθείας και του μυστηρίου της Εκκλησίας και της Παραδόσεώς της.
Ακριβώς εδώ, στην ετοιμότητα και στην περιουσία, οι πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι αποδεικνυόμαστε πολύ συχνά ελλειμματικοί. Ο ελλειμματίας θεολόγος είναι σύνηθες φαινόμενο. Βέβαια, τέλοιος και άριστος κανείς δεν μπορεί να γίνει, αφού η αλήθεια, την οποία καλείται να βιώσει, να εκφράσει και να αναλύσει, είναι άπειρη και ο άνθρωπος, ακόμη και ο πιο φωτισμένος, είναι πεπερασμένος. Όμως, μπορεί ν’ απαιτηθεί η συνεχής εγρήγορση του θεολόγου έτσι, ώστε να μπορεί, τουλάχιστον, να εκφράσει αυθεντικά την ήδη προηγηθείσα θεολογική διεργασία στη ζωή της Εκκλησίας.
Η μειωμένη ετοιμότητα των θεολογούντων εμφανίζεται ποικιλότροπα. Σύνηθες είναι, αντί κατά περίπτωση να σκύβουν στα προβλήματα και να προσπαθούν ν’ αρθρώσουν γνήσιο θεολογικό λόγο με τη βοήθεια και του Αγίου Πνεύματος, να καταφεύγουν σε εγκώμια της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της θεολογίας της, ν’ αποφαίνονται για την επιστροφή στους Πατέρες και να βγάζουν κορώνες για την «αποφατική θεολογία».
Πολλοί, αν πιεσθούν και αν πρέπει αναγκαστικά να μιλήσουνε κάπως ευρύτερα για θεολογικά ζητήματα, καταφεύγουνε στην κλασική πλέον λύση: κατακεραυνώνουν και φορτώνουν όλα τα στραβά στην επικατάρατη Δύση, στη σχολαστική της θεολογία, στην ουσιοκρατία των δυτικών θεολόγων και φιλοσόφων. Καταδικάζοντας όλα αυτά -που φυσικά είναι για καταδίκη- με θαυμαστό βερμπαλισμό, νιώθουν ικανοποιημένοι ότι επιτέλεσαν το καθήκον τους ως θεολόγοι και μάλιστα Ορθόδοξοι. Στην πραγματικότητα, καταπολεμώντας τη δυτική γενικά θεολογία, χρησιμοποιούν τα όπλα και τη νοοτροπία της. Οι πολέμιοί της, δηλαδή, προϋποθέτουνε συχνά κάποια συγγένεια με αυτήν, αδιόρατη Και ανομολόγητη, φυσικά.
Έτσι, όμως, οι θεολόγοι, απορροφημένοι (υπεκφεύγοντας δηλαδή το ερευνητικό και δημιουργικό θεολογικό έργο) από την αντιρρητική ρητορεία, ούτε την Ορθόδοξη θεολογία προάγουν ούτε στη λύση των προβλημάτων συμβάλλουν, αλλ’ ούτε αναιρούν πειστικά τη δυτική θεολογία. Η αναίρεση στο πλαίσιο της θεολογίας επιτυγχάνεται μόνο με την πειστική κατάδειξη της αληθείας, κάτι που συνήθως δεν γίνεται. Η αναίρεση της κακοδοξίας είναι επιφαινόμενο. Έρχεται μόνη της, μόλις επιτευχθεί η κατάδειξη της αληθείας.
Ιδιαίτερα στους Διαλόγους με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τις προτεσταντικές Ομολογίες τα δημιουργημένα προβλήματα οφείλονται κυρίως σ’ εμάς τους Ορθόδοξους, στην ανετοιμότητά μας και στην αφελή μας ενδοτικότητα. Τούτο δεν σημαίνει ότι αυτοί που στους Διαλόγους εκπροσωπούν την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι κακόδοξοι. Όχι! Σημαίνει μόνον ότι σε κάποιες κρίσιμες περιπτώσεις δεν κατορθώνουν -όταν και όσο δεν κατορθώνουν- να γίνουν οι αυθεντικοί εκφραστές και υποστηρικτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας και Παραδόσεως.
Αναφέρουμε δύο παραδείγματα-γεγονότα:
Ο επίσημα οργανωμένος Διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς άρχισε το 1980 (έλαβα σ’ αυτόν μέρος για δέκα σχεδόν έτη) και συντάχθηκε σειρά κειμένων, μερικά των οποίων είναι κοινά (Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών), κάτι που σημαίνει ότι οι διαλεγόμενοι συμφωνούν στο περιεχόμενό τους. Στα κείμενα, λοιπόν, αυτά (ούτε καν στα πρώτα) πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι δύο Εκκλησίες έχουνε δογματικές διαφορές. Οι Ρωμαιοκαθολικοί αρνήθηκαν επίμονα να γραφεί κάτι τέτοιο και οι Ορθόδοξοι άνετα το δέχθηκαν (παρά την έντονη κι επανειλημμένη επιμονή μου να σημειωθεί το γεγονός των δογματικών διαφορών). Η ένταση αιώνων μεταξύ των Εκκλησιών και ο παρών Διάλογος θέλουνε να εμφανισθεί ως μη οφειλόμενος σε δογματικές διαφορές, αλλά σε ψυχολογικές και πολιτικές ή -το πολύ- σε διαφορές θεολογικών «σχολών».
Στον Διάλογο Ορθοδόξων και Μεταρρυθμισμένων συντάχθηκε κοινό κείμενο για το θέμα: «Εκκλησία ως σώμα Χριστού». Στο κείμενο λέγονται πολλά ορθά και ωραία, όμως πουθενά δεν σημειώνεται (όπως θα ανέμενε κανείς, αφού ο Διάλογος γίνεται με Προτεστάντες, οι οποίοι έπρεπε να το δεχθούν ως άποψη των Ορθοδόξων) ότι ο πιστός μετέχει στο θεωμένο σώμα του Χριστού -δεν πιστεύει απλώς στο Χριστό- με το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Δεν λέγεται ακόμη (που σε τέτοιο Διάλογο θα ήταν αναγκαίο) ότι στην Ευχαριστία, σύμφωνα με την διδασκαλία των Ορθοδόξων, ο άρτος και οίνος γίνονται ρεαλιστικά-πραγματικά σώμα και αίμα Κυρίου. Βέβαια, οι Μεταρρυθμισμένοι δεν θα ήθελαν να δεχθούν τις αλήθειες αυτές. Έπρεπε όμως να δηλωθούν οι αλήθειες αυτές στο κοινό κείμενο, με την ένδειξη ότι αποτελούν πίστη και φρόνημα των Ορθοδόξων έτσι, ώστε, όταν οι πολλοί αναγνώστες του προτεσταντικού χώρου διαβάζουν το κείμενο τούτο, να γνωρίζουν με σαφήνεια τι και πώς ακριβώς πιστεύουν οι Ορθόδοξοι. Εφόσον ούτε αυτό γίνεται, σημαίνει ότι, ένεκα ανετοιμότητας ή αφελούς ενδοτικότητας των Ορθοδόξων διαλεγομένων, εις μάτην ο Διάλογος. Και πολύ χειρότερα: οι πολλοί Προτεστάντες μένουνε με την εντύπωση ότι δεν έχουνε ριζικές διαφορές με τους Ορθόδοξους, αφού εμείς υπογράφουμε τέτοια κείμενα, που δεν εκφράζουν την πίστη μας.
Και ό,τι έμεινε στους Ορθόδοξους αναφορικά με τους Διαλόγους, είναι το «επί ίσοις όροις». Από δεκαετίες πρόβαλλαν με καύχηση οι πιο θερμοί υποστηρικτές των Διαλόγων τον όρο ότι θα διαλεγόμαστε «επί ίσοις όροις». Τούτο προβαλλότανε και προβάλλεται ως απάντηση σ’ εκείνους που κρατούσαν και κρατούν αρνητική στάση, με επιχείρημα κυρίως ότι εμείς είμαστε ανίσχυροι, ενώ οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες πανίσχυροι από πολλές απόψεις, αριθμητικά, θεολογικά και … πολιτικά.
Η καύχηση όμως για ίσους όρους είναι στο βάθος αθεολόγητη και αφελής. Είναι προϋπόθεση που ισχύει στις πολιτικοοικονομικές, διακρατικές και άλλες διαπραγματεύσεις, αλλά δεν έχει λόγο σε Διάλογο Ορθοδόξων με χριστιανικές Ομολογίες. Ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αριθμητική και επιστημονική υπεροχή τις διαλεγομένης μαζί μας Ομολογίας, ο Ορθόδοξος μετέχει, ως εκφραστής, της ορθής διδασκαλίας του Χριστού, των Αποστολών και των Πατέρων. Ως εκφραστής της ορθής διδασκαλίας, δεν νιώθει στο ίδιο επίπεδο με τους εκπροσώπους χριστιανικών Ομολογιών. Δεν πρέπει και δεν θέλει να μετέχει σε Διάλογο με το αίσθημα της πνευματικής ισότητας. Πρέπει να έχει -και αλίμονο αν δεν το έχει- αίσθημα υπεροχικότητας, ένεκα της πληρότητας και της γνησιότητας της πίστεώς του. Παράλληλα όμως, πρέπει και να κατέχεται από αγωνία για το πώς θα επιτύχει να εκφράσει την ορθή διδασκαλία.
Τα προβλήματα που ανακύπτουν από τις όχι σπάνιες περιπτώσεις αδυναμίας των Ορθοδόξων να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις της θεολογίας της Εκκλησίας μας οδηγούν στην λήψη προληπτικού μέτρου: κοινά κείμενα στους Διαλόγους να συντάσσονται σπάνια και μόνο στις ελάχιστες περιπτώσεις ουσιαστικής συμφωνίας. Δηλαδή όχι κείμενα μινιμαλιστικά, χαμηλού βαθμού συμπτώσεων απόψεων. Ειδικά για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, πρέπει να βρεθεί άλλος τρόπος μετοχής των Ορθοδόξων στις εργασίες και τα προγράμματά του. Είναι εις βάρος μας, στις περισσότερες περιπτώσεις, να εμφανίζονται οι αποφάσεις-κείμενά του ως εκφραστικά και των Ορθοδόξων απόψεων.
Τέλος, το καίριο πρόβλημά μας είναι όχι αν θα λάβουμε μέρος σε Διαλόγους, αλλά εάν θα αντέξουμε το βάρος της Εκκλησίας μας ενώπιον άλλων, αν θα επιτύχουμε να γίνουμε αυθεντικοί εκφραστές της με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Όμως το θείο Πνεύμα συντρέχει πολύ, όπου έχει συντρέξει πολύ και το ανθρώπινο πνεύμα. Ο θεολόγος στους Διαλόγους, για να σταθεί, ανεκτά έστω, στο ύψους της Ορθοδόξου Παραδόσεως, πρέπει να μην έχει δώσει «ύπνον τοις βλεφάροις». Πρέπει να έχει άχρι μυελών οστέων δεχθεί το φρόνημα των Πατέρων της Εκκλησίας μας.

(Στυλιανού Παπαδοπούλου, Ορθοδόξων Πορεία, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 108-125)

του π. Χαραλάμπους Παπαδοπούλου.

Κοιτούσα την εικόνα του αγίου Δημητρίου, και η μνήμη μου περπάτησε στην Θεσσαλονίκη, συγκεκριμένα στο ναό του. Θυμήθηκα αυτό το θαύμα του μύρου που τρέχει από το κορμί του αγίου και κερνάει πικραμένες καρδιές. Όχι «καθαρές» πικραμένες, πληγωμένες και αναγκεμένες.
Τι όμορφο να μην αγιάζει μόνο η ψυχή μα και το κορμί. Να σου λέει ο Θεός, ολόκληρο σε θέλω κι ας μας έχουν στο όνομα της «θρησκείας» τεμαχίσει εδώ και αιώνες.
Και το κορμί μετέχει στο αγιασμό, στην δόξα, στην ομορφιά της βασιλείας Του. Έτσι πεσμένο κι αυτό, κουρελιασμένο και ρακένδυτο, απο κάθε "αρετή" και επιβεβαίωση του "εγώ" το ντύνει ο Θεός με την Χάρι Του.
Και κάπου εκεί, στις σκέψεις αυτές, θυμήθηκα τον Άγιο Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη. Όταν τον έφεραν στο χωριό του την Εθιά, διπλά ακριβώς το δικό μου χωριό. Τρεις μέρες σχεδόν άταφος. Τι φως ήταν αυτό στο πρόσωπο του; Τι λάμψη; Δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

Μα πιο πολύ δεν θα λησμονήσω, πως στάθηκα σε όλη την εξόδιο ακολουθία στο ύψος το ποδιών του. Στις πατούσες του συγκεκριμένα. Δεν του φορούσαν παπούτσια αλλά κάτι μαύρες κάλτσες. Όταν τελείωσε η ακολουθία, και περάσαμε να το αποχαιρετίσουμε, αισθάνθηκα την ανάγκη να τον ακουμπήσω. Δε μου έφταναν μονάχα οι ευχές ήθελα και μια τελευταία αγκαλιά. Έπιασα τα πόδια του, τα φίλησα και έβραζαν. Ήταν ζεστά και μαλακά. Ήταν το πιο ζεστό κορμί που άγγιξα ποτέ μου, τρεις μέρες άταφο, μα ζωντανό.

άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τα έτη 373-397 μ.Χ. αντιδρά στην απαίτηση της Ιουστίνας, μητέρας του αυτοκράτορα της Δύσεως Ουαλεντινιανού και του ιδίου του αυτοκράτορα, να παραδώσει τον ορθόδοξο ναό στους αιρετικούς αρειανούς).
Η Ιουστίνη τότε εζήτησεν εν ονόματι του δευτεροτόκου υιού της και ήδη βασιλέως Ουαλεντινιανού του Β’ να παραχωρήση ο Αμβρόσιος την έξω της πόλεως Πορτιανήν λεγόμενην εκκλησίαν, δια να πανηγυρίση εκεί ομού με τους ευαριθμοτάτους αρειανούς των Μεδιολάνων την εορτή του Πάσχα. Ο Αμβρόσιος απεποιήθη· ευλόγως δε. Παραχωρών τον ορθόδοξον ναόν προς σκοπόν τοιούτον, θα καθίστατο ένοχος επί αναγνωρίσει του αρειανισμού.

Αλλ’ η Ιουστίνη πληγείσα εις τον εγωϊσμό της, προέβαλε νέαν ακόμη θρασυτέραν αξίωσιν. Απήτησε δηλαδή να τη παραχωρηθή μεγαλύτερος ναός, ο της Νέας Βασιλικής, ο οποίος εκείνο εντός αυτής της πόλεως. Ο Αμβρόσιος ηρνήθη και πάλιν. Τότε η βασιλομήτωρ την Κυριακή των Βαΐων, ενώ ο επίσκοπος ελειτούργει εν τη νέα Βασιλική, έστειλε κρυφά στρατιώτας με εντολήν να καταλάβουν την Πορτιανήν και εγκαταστήσουν εν αυτή τον αρειανόν ιερέα Κάστουλον.

Η είδησις διεδόθη αμέσως, εν τη πόλει, πλήθος δε δραμόν εξεδίωξε τον αρειανόν λειτουργόν. Αλλ’ ο γενικός κοχλασμός ηρκείτο εις τούτο μόνον. Η έξαψις των ορθοδόξων υπήρχε τόση κατά της Ιουστίνης, ώστε ηπειλείτο στάσις. Και μόλις προελήφθη η έκρηξίς της δια των παρακλήσεων και των συμβούλων ιερέων και διακόνων, τους οποίους απέστειλεν ο Αμβρόσιος.
Η αγία και μεγάλη Τετάρτη εφώτισε σκηνήν δραματικωτάτην. Ήδη αυτός ο βασιλεύς Ουαλεντινιανός ο Β’, παρακινούμενος υπό της μητρός του, διέταξε στρατιώτας να κυκλώσουν την Νεάν Βασιλικήν. Οι Ορθόδοξοι εξηγέρθησαν· αλλ’ ο μέγας επίσκοπός των έβλεπεν ότι ηδύνατο να συμβή αιματοχυσία, την οποίαν απετροπιάζετο η ευγενής και φιλάνθρωπος ψυχή του. Διέταξε λοιπόν να μη γείνη καμμία αντίστασις ουδ’ επίθεσις κατά των στρατιωτών, απειλήσας δι’ αφορισμού εκείνους, οίτινες ήθελαν τυχόν παρακούσει.

Και συνέβη τότε παράδοξόν τι, το οποίον εμαρτύρει την μεγάλην και ακαταμάχητον επιρροήν του Αμβροσίου. Εξ’ αυτών των στρατιωτών,των σταλέντων να καταλάβουν την Νεάν Βασιλικήν, πολλοί αφήσαντες αυτήν, έσπευσαν εις την Παλαιάν Βασιλικήν, ένθα επληροφορήθησαν ότι ευρίσκετο ο επίσκοπός των. Τον εύρον δε εκφωνούντα λόγον εξ αφορμής περικοπής τινός εκ του βιβλίου του Ιώβ. Και ομιλών περί πειρασμών, μεταφέρων δε την ομιλίαν εις τον εαυτόν του και εις τα τότε συμβαίνοντα, είπε με την χαρακτηρίζουσαν την ψυχήν του δύναμιν και ελευθερίαν

«Με προστάττουσι να παραδώσω την Βασιλικήν· εγώ αποκρίνομαι:

Ούτε εις εμέ είνε θεμιτόν να παραδώσω, ούτε είς σε, αυτοκράτωρ, συμφέρον να παραλάβης αυτήν· τον οίκον του ιδιώτου ανθρώπου δεν έχεις εξουσίαν να αφαρπάσης, και νομίζεις, ότι θέλεις τολμήσει να αφαιρέσης τον οίκον του Θεού ;

-Εις τον αυτοκράτορα, λέγουν, πάντα είνε θεμιτά, πάντα ανήκουν εις αυτόν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

μη ματαίως νόμιζε ότι ως αυτοκράτωρ έχεις και δίκαιόν τι επί των θείων πραγμάτων· μη επαίρου, αλλ’ εάν θέλης ίνα ο Θεός προστατεύη την ζωήν και την βασιλείαν σου, υποτάγηθι εις αυτόν. Η Γραφή λέγει: τα του  Θεού τω Θεώ, και τα Καίσαρος Καίσαρι. Εις τον Καίσαρα τα παλάτια εις τον ιερέα η Εκκλησία.

- Αλλά λέγουν, ως από μέρους του αυτοκράτορος: «και εγώ πρέπει να έχω εκκλησίαν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

«τι κοινόν έχεις συ προς την μοιχαλίδα, τουτέστι προς την εκκλησίαν των αρειανών;»
Έμεινε δε όλην την ημέραν και την νύκτα εκείνην εντός του ναού ο Αμβρόσιος, και ομού μ’ αυτόν πλήθος λαού, εν ύμνοις και ψαλμοίς. Εν τω μεταξύ ο Ουαλεντινιανός ο Β’ συνήλθεν. Αναμετρήσας τα συμβάντα, εννοήσας δε ότι άνευ της συνέσεως του επισκόπου η στάσις θα εξερρηγνύετο, διέταξε τους στρατιώτας να αποχωρήσουν εκ της Νέας Βασιλικής. Η είδησις έφερε μεγάλην χαράν εις όλον τον λαόν, και οι στρατιώται δε, προστρέχοντες εις τα ορθόδοξα θυσιαστήρια, τα κατησπάζοντο.
Αλλά το επόμενον έτος, 386, νέος ενέσκηψε αγών. Η Ιουστίνη ηννόει να εκδικηθή τον Αμβρόσιον και να ικανοποιήση τας αρειανάς της συμπαθείας. Έπεισε λοιπόν τον αυτοκράτορα υιόν της να εκδώση νόμον επιτρέποντα εις τους Αρειανούς να εκκλησιάζωνται, τιμωρούντα δε δια θανάτου τους Ορθόδοξους, οίτινες θ’ ανθίσταντο εις τούτο. Και τότε εζητήθη από τον Αμβρόσιον και πάλιν να παραδώση εις τους Αρειανούς την Εκκλησίαν της Πορτιανής. Αλλ’ η βασιλική αυθαιρεσία εύρεν αντιμέτωπιν την αυτήν επισκοπικήν άρνησιν. Και ο σθεναρός ποιμενάρχης αναφώνησε:

«Ο Ναβουθαί δεν ηθέλησε να παραδώση εις τον βασιλέα Αχαάβ, τον αμπελώνα, τον οποίον είχε παρά των πατέρων αυτού κληρονομίαν· και πρέπει εγώ να παραδώσω την κληρονομίαν του Χριστού; Ο Θεός φυλάξοι με του να παραδώσω την κληρονομιά των πατέρων μου, την κληρονομίαν του Αγίου Διονυσίου, του αποθανόντος εν τη εξορία υπέρ της πίστεως, την κληρονομίαν του ομολογητού Ευστοργίου, την κληρονομίαν του Αγίου Μυροκλέους, και τοσούτων άλλων αγίων επισκόπων προκατόχων μου».
Ο αυτοκράτωρ, μη αναμένων την τόσην τόλμην, παρωξύνθη δεινώς· μη αναμετρών δε τας συνεπείας, απεφάσισε να συλλάβη και να εξορίση τον Αμβρόσιον.

Αλλ’ ούτος μετά του περί αυτόν κλήρου έμεινεν αρκετάς ήμερας και νύκτας εντός του ναού, ενώ ο λαός των Μεδιολάνων εφρούρει έσω και έξω, έτοιμος να θυσιασθή υπέρ του επισκόπου.

Ο αυτοκράτωρ μη θεωρών ακίνδυνον την βίαν, απεπειράθη να επιτύχη δια δόλου. Δια του δημάρχου δηλαδή Δαλματίου εκάλεσε τον Αμβρόσιον, να προσέλθη εις τα ανάκτορα δια να συζητήση επί παρουσία διακεκριμένων αρχόντων μετά του επισκόπου των Αρειανών Αυξεντίου. Αλλ’ η επιβουλή δεν ετελεσφόρησεν.

Ο Αμβρόσιος απήντησεν, ότι εις τα ζητήματα της πίστεως και της εκκλησιαστικής διδασκαλίας κριταί δύνανται να γείνουν επίσκοποι μόνον. Βασιλεύς τότε και βασιλομήτωρ κατείδον ότι ενυπήρχε πολύς κίνδυνος εις το πολεμείν προς τοιούτον ήρωα της Εκκλησίας και τον αφήκαν ήσυχον.
(Ο  Βίοι των αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,τόμος 4, σελ.42-44 στο μήνα Δεκέμβριο)

...Ζήτησε λίγο καιρό (ο άγιος Γρηγόριος ο Θαυματουργός, έγινε επίσκοπος στη Νεοκαισάρεια του Πόντου γύρω στο 270 μ.Χ.) από αυτόν που τον είχε επιστρατεύσει στην ιερωσύνη, για να κατανοήσει το μυστήριο στις λεπτομέρειές του.

Δε νόμιζε πως έπρεπε, όπως λέει ο Απόστολος, να προσβλέπει στη σάρκα και στο αίμα, αλλά ζητούσε να του γίνει η φανέρωση των μυστικών από το Θεό. Και δεν τόλμησε να κηρύξει, προτού με κάποιο σημείο του αποκαλυφθεί η αλήθεια.

Σκεφτόταν κάποτε όλη τη νύχτα για το λόγο της πίστης και ανακινούσε κάθε λογής συλλογισμούς (γιατί υπήρχαν και τότε μερικοί που παραχάραζαν την ορθή διδασκαλία με την πειθώ των επιχειρημάτων, κάνοντας ακόμα και τους φρόνιμους ν’ αμφιβάλλουν συχνά για την αλήθεια).

Ενώ λοιπόν τότε αγρυπνούσε γι’ αυτή την αλήθεια και συλλογιζόταν, του παρουσιάζεται στο ξύπνιο του ένας γηραλέος με ανθρώπινη μορφή, ιεροπρεπής στο ντύσιμό του, που μαρτυρούσε πολλή αρετή με τη χάρη του προσώπου του και την κοσμιότητα της εμφάνισής του. Το θέαμα του προκάλεσε φόβο και, αφού σηκώθηκε από το κρεβάτι, ρωτούσε να του πει ποιος ήταν και γιατί είχε έρθει. Εκείνος, αφού καταπράυνε την ταραχή της ψυχής του με ήρεμη φωνή και του είπε ότι του παρουσιάστηκε με θείο πρόσταγμα για όσα αυτός αμφισβητεί, για να διευκρινιστεί η αλήθεια της ευσεβούς πίστης, αναθάρρησε με το λόγο του και τον κοίταζε μ’ ευχάριστη έκπληξη.

Έπειτα εκείνος πρότεινε ίσια μπροστά το χέρι, σα να του έδειχνε με τα τεντωμένα του δάχτυλα κάτι που είχε παρουσιαστεί προς τα πλάγια. Παρακολουθώντας με το βλέμα την κίνηση του απλωμένου χεριού και βλέποντας απέναντί του ένα διαφορετικό από το προηγούμενο θέαμα με μορφή γυναίκας, πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα, ένιωσε πάλι έκπληξη και σκύβοντας προς τον εαυτό του το πρόσωπο, βρισκόταν σε αμηχανία μ’ ό,τι έβλεπε, μη αντέχοντας τα μάτια του την οπτασία (γιατί το παράδοξο της οπτασίας αυτής ήταν αυτό κυρίως, ότι, ενώ ήταν βαθιά νύχτα, έλαμψε ένα φως μαζί με τη μορφή που έβλεπε σα να άναβε μια λαμπάδα ολόφωτη).
Ενώ λοιπόν δεν μπορούσε να αντέξει την οπτασία με τα μάτια του, άκουσε ένα διάλογο αυτών που του είχαν φανερωθεί που συζητούσαν μεταξύ τους για το λόγο της εμφάνισής τους. Από το διάλογο δεν έμαθε μόνο την αληθινή πίστη, αλλά γνώρισε με τα ονόματά τους κι αυτούς που του είχαν φανερωθεί, επειδή καθένας τους απευθυνόταν στον άλλο με το όνομά του.

Λέγεται ότι άκουσε από τη γυναικεία μορφή να παρακαλεί τον ευαγγελιστή Ιωάννη να φανερώσει στο νέο το μυστήριο της πίστης. Κι εκείνος είπε ότι ήταν πρόθυμος να κάνει κι αυτή τη χάρη στη μητέρα του Κυρίου, αφού αυτή ήταν η επιθυμία της. Έδωσε τότε την κατάλληλη κι ευσύνοπτη απάντηση και πάλι τους έχασε από τα μάτια του.

Αυτός αμέσως σημείωσε με γράμματα τη θεία εκείνη διδασκαλία και σύμφωνα μ’ αυτήν κήρυττε έπειτα στην Εκκλησία το λόγο και στους μεταγενέστερους άφησε ένας είδος κληρονομιάς τη θεόσδοτη εκείνη διδασκαλία, με την οποία καθοδηγείται μέχρι σήμερα ο λαός εκείνης της εκκλησίας κι έμεινε ανεπηρέαστη από κάθε αιρετική κακία.

Τα λόγια της διδασκαλίας είναι τα ακόλουθα.
Ένας είναι ο Θεός Πατέρας του ζώντος Λόγου, της πραγματικής σοφίας και δύναμης, με χαρακτήρα αΐδιο, τέλειος, Πατέρας του τέλειου και Πατέρας μονογενούς Υιού.

Ένας Κύριος, μόνος από μόνο, Θεός από Θεό, σφραγίδα και εικόνα της θεότητας, Λόγος ενεργός, σοφία που περιέχει τη σύσταση των πάντων και δύναμη ποιητική όλης της κτίσης·

Υιός αληθινός αληθινού Πατέρα, αόρατος αοράτου, άφθαρτος αφθάρτου, αθάνατος αθανάτου και αΐδιος αϊδίου.

Υπάρχει και ένα Πνεύμα άγιο, που έχει την ύπαρξή του από το Θεό, που φανερώθηκε δηλαδή στους ανθρώπους δια μέσου του Υιού, τέλεια εικόνα του τέλειου Υιού, που είναι ζωή, αιτία των ζώντων, αγία πηγή, αγιότητα που χορηγεί αγιασμό, στο οποίο φανερώνεται ο Θεός Πατέρας, που είναι ο Κύριος όλων και είναι μέσα σε όλα. Και ο Υιός είναι Θεός που συνέχει τα πάντα. Τριάδα τέλεια, που δε μερίζεται ως προς τη δόξα και την αϊδιότητα και τη βασιλεία ούτε είναι ξένη από αυτές τις ιδιότητες.
Δεν υπάρχει λοιπόν στην Τριάδα κανένα κτιστό ούτε κάτι επείσακτο, που δεν υπήρχε προηγουμένως και εισήλθε αργότερα.

Ούτε έλειπε ποτέ ο Υιός από τον Πατέρα ούτε το Πνεύμα από τον Υιό. Αλλά πάντοτε η Τριάδα είναι η αυτή, άτρεπτη και αναλλοίωτη.

Όποιος επιθυμεί να πειστεί γι’ αυτό, ας ακούσει την Εκκλησία, στην οποία κήρυττε το λόγο και διασώζονται σ’ αυτούς και τώρα ακόμα γράμματα του μακαρίου εκείνου άνδρα. Αυτά δε συναγωνίζονται με τις θεοχάραχτες εκείνες πλάκες στο μεγαλείο της χάρης; Εννοώ τις πλάκες εκείνες όπου αποτυπώθηκε η νομοθεσία του θείου θελήματος. Όπως δηλαδή αναφέρει η Γραφή, ότι ο Μωυσής πέρασε από τα φαινόμενα και μπήκε με το πνεύμα του μέσα στα αόρατα άδυτα (γιατί αυτό υπαινίσσεται ο γνόφος) κι εκεί διδάχτηκε τα θεία μυστήρια κι έγινε καθοδηγός όλου του λαού προς τη θεογνωσία, την ίδια οικονομία μπορούμε να διαπιστώσουμε και σ’ αυτόν το μεγάλο άγιο.

Όρος σ’ αυτόν δεν ήταν ένας αισθητός γεώλοφος, αλλά το ύψος της επιθυμίας του προς τα αληθινά δόγματα. Γνόφος ήταν το θέαμα το ακατανόητο στους άλλους, πινακίδα η ψυχή του και τα γράμματα επάνω στις πλάκες ήταν η φωνή εκείνου που φανερώθηκε. Με όλα αυτά έγινε σ’ αυτόν και σ’ εκείνους που διδάσκονταν από εκείνον η φανέρωση των μυστηρίων.
Επειδή λοιπόν το όραμα εκείνο τον γέμισε με κάποια παρρησία και θάρρος, όπως κάποιος αθλητής αφού αποχτήσει αρκετή εμπειρία και δύναμη από το γυμναστή του για τους άθλους του κατεβαίνει με θάρρος στο στάδιο και συναγωνίζεται με τους αντιπάλους του, με τον ίδιο τρόπο κι αυτός, αφού με τη δική του φροντίδα και τη συμμαχία της χάριτος που του φανερώθηκε προαλείφθηκε επαρκώς ψυχικά, ρίχνεται τέλος στον αγώνα...

(αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Βίος Αγίου Γρηγορίου Θαυματτουργού, εκδ. ΕΠΕ, τόμ. 9 σελ. 413-419)

Ιάσων Ιερομ.

Μια μέρα ήρθε στην Εκκλησία ένας φίλος Προτεστάντης. Μου ζήτησε να έρθει, δεδομένου ότι δεν είχε δει ποτέ απ' την αρχή ως το τέλος τη Θεία Λειτουργία των Ορθοδόξων. Ο, τι είδε λοιπόν κι ό, τι άκουσε ήταν εντελώς μακριά του. Όταν κάποιος έχει συνηθίσει να μαζεύεται σ' έναν ουδέτερο χώρο, όπως ένα προτεσταντικό ναό, ν' ακούει ένα κηρυγμα απ' τον πάστορα, να λέει έπειτα κάποια τραγουδάκια και φεύγοντας ν' αναπτύσσει μια κοινωνικότητα με τους άλλους ανθρώπους στην έξοδο, τότε, κάποια πράγματα, σίγουρα, του φαίνονται αδιανόητα, σε σημείο που και να προσπαθείς να εξηγήσεις, πάλι θα σε κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό.

Ο δυτικός άνθρωπος μπορεί να δει τη Λειτουργία μονάχα σα διαδικασία. Η διαδικασία αυτή δεν είναι άσχετη από την προσευχή ή την διδασκαλία... μα μια διαδικασία είναι πάντα διαδικασία και τη Θεία Λειτουργία των Ορθοδόξων δε μπορεί να τη δει κανείς ούτε σαν διαδικασία, ούτε σα μια φολκλορική επιτέλεση. Η Θεία Λειτουργία είναι Μετοχή (απ' το ρήμα μετέχω).

Θυμάμαι έναν παλιό παπά που προσπαθούσε να εξηγήσει τι είναι η Θ. Λειτουργία στο εκκλησίασμα του χωριού του: "η Θ. Λειτουργία είναι σα μια μπρίζα. Όταν λέμε το “Ευλογημένη η Βασιλεία”, τότε η μπρίζα αυτή συνδέεται με την παροχή ρεύματος που δεν είναι άλλη, απ' την Βασιλεία των Ουρανών”. Μέσα στη Θεία Λειτουργία υπάρχει πρώτα απ' όλα η “συμφωνία” της Αθανασίας.

Αυτοί που συμμετέχουν, οι Πιστοί, συμφωνούν στο ότι δεν θα πεθάνουν ποτέ γιατί τρέφονται -όχι από ιδέες ή σύμβολα- αλλά απ' τον ίδιο τον Θεό που βρίσκεται μες το Αγιοπότηρο. Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού ούτε συμβολίζει, ούτε εικονίζει, ούτε παραδειγματίζει. Το Σώμα του Χριστού που κοινωνάμε είναι το ίδιο που σταυρώθηκε πάνω στο ξύλο. Το Αίμα του Χριστού που κοινωνάμε είναι το ίδιο που πήγασε απ' την πλευρά Του.

Στη Θ. Λειτουργία οι Πιστοί διδάσκονται εξίσου: διδασκαλία λιβανισμένη κι απ' των Προτεσταντών διαφορετική. Γι' αυτό και το πρώτο της μέρος, απ' την αρχή ως το Χερουβικό, λέγεται Λειτουργία του Λόγου. Αν στο Λόγο όμως αυτό δεν μετέχουμε, τότε η Θ. Λειτουργία μοιάζει απλώς με σχολείο. Στο δεύτερο μέρος της Λειτουργίας, που λέγεται Λειτουργία του Μυστηρίου, μετέχουμε στο Λόγο που διδαχτήκαμε.

Ο Χριστός δεν είναι έννοια, ο Χριστός είναι εδώ, μπροστά μας, Υιός και Λόγος του Θεού, βρώση και πόση των ανθρώπων. Οι Προτεστάντες δε μπορούν να μας καταλάβουν γιατί δεν κοινωνάνε. Κι επειδή δε κοινωνάνε, γι' αυτούς ο Χριστός γίνεται έννοια και σύνολο κανόνων. Σ' αυτή την αρχή δομήθηκε όλη η Προτεσταντική Δύση. Κι έτσι, σήμερα, έφτασε στην Αθεΐα.

(το παρόν κείμενο φανερώνει την τεράστια εξάπλωση των αποκρύφων κειμένων από τα τέλη του 2ου αιώνα, αφού μία ολόκληρη τοπική Εκκλησία διάβαζε το κατά Πέτρον, και τον αγώνα που έκανε η Εκκλησία, κυρίως μεσω των επισκόπων που ήταν οι φορείς της αποστολικής Παράδοσης, να προστατεύσει το ποίμνιό της από την παραχάραξη της ορθής πίστης!).

Γράφει ο Ευσέβιος Καισαρείας.

«Επίσης μία άλλη πραγματεία του Σεραπίωνος (όγδοος επίσκοπος Αντιοχείας,192-212 μ.Χ.) περί του λεγομένου Κατά Πέτρον Ευαγγελίου, την οποία συνέταξε για να ανασκευάσει τα σε αυτό περιεχόμενα ψεύδη, εξ’ αιτίας του παρασυρμού ορισμένων πιστών της παροικίας Ρωσσού σε ετερόδοξες διδασκαλίες με αφορμή την εν λόγω γραφή. Από την πραγματεία αυτή είναι χρήσιμο να παραθέσουμε σύντομα χωρία, στα οποία εκθέτει την γνώμη την οποία είχε για το βιβλίο, γράφοντας έτσι.
«Πράγματι εμείς, αδελφοί, αποδεχόμαστε και τον Πέτρο και τους άλλους αποστόλους σαν το Χριστό, τα επ’ ονόματι αυτών όμως ψευδεπίγραφα τα απορρίπτουμε λόγω της πείρας μας, επειδή γνωρίζουμε ότι δεν παραλάβαμε τέτοια βιβλία. Πράγματι εγώ, όταν βρισκόμουν κοντά σας, υπέθετα ότι όλοι είστε προσκολλημένοι στην ορθή πίστη και, χωρίς να διαβάσω το από αυτούς παρουσιαζόμενο ευαγγέλιο επ’ ονόματι του Πέτρου, είπα ότι αν αυτό μόνο είναι που προκαλεί ανάμεσά σας φιλονικίες, ας διαβάζεται.

Τώρα όμως οπόταν έμαθα ότι ο νους τους φώλευε σε κάποια αίρεση, τουλάχιστον όπως μου είπαν, θα φροντίσω να έλθω πάλι σε εσάς, ώστε αδελφοί, να με περιμένετε γρήγορα.

Εμείς λοιπόν, αδελφοί, αφού καταλάβαμε σε ποια αίρεση ανήκε ο Μαρκιανός, ο οποίος αντέφασκε στον εαυτό του, μη κατανοώντας τι έλεγε, τα οποία θα μάθετε από όσα σας γράφτηκαν… Διότι μπορέσαμε από άλλους οι οποίοι δέχονταν το ευαγγέλιο αυτό, δηλαδή από τους διαδόχους των εισηγητών του από την αρχή, τους οποίους ονομάζουμε Δοκητές -διότι οι περισσότερες αντιλήψεις είναι της διδασκαλίας εκείνων-, αφού επωφεληθήκαμε από αυτούς, να διεξέλθουμε το κείμενο και να βρούμε ότι τα μεν περισσότερα ανήκουν στον ορθό λόγο του Σωτήρα, μερικά όμως είναι παρέμβλητα, τα οποία και σημειώνουμε παρακάτω για χάρη σας»


(Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία ΣΤ, 12,2-6, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 2, σελ. 249-251 υπογραμμίσεις δικές μας)


(γράφει γύρω στο 374-375 μ. Χ.).
Από τα δόγματα και τις αλήθειες που φυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχουμε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που κατά τρόπο μυστικό έφθασαν μέχρι σε εμάς από την παράδοση των αποστόλων, τα κάναμε δεκτά. Τα οποία ακριβώς και τα δύο, έχουν την ίδια ισχύ όσον αφορά την ευσέβεια.

Και κανείς από όσους έχουν και μικρή γνώση των εκκλησιαστικών  θεσμών δεν θα εγείρει αντίρρηση πάνω σε αυτά. Διότι αν επιχειρούσαμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα έθη είναι άγραφα, διότι δήθεν δεν έχουν μεγάλη δύναμη, χωρίς να το καταλάβουμε θα ζημιώναμε το Ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το κήρυγμα σε κενό νοήματος όνομα.
Λόγου χάριν (για να θυμηθώ το πρώτο και πιο συνηθισμένο απ’ όλα), ποιος δίδαξε γραπτά ότι αυτοί που ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτήν την πίστη τους με το να κάνουν το σημείο του Σταυρού; Το να στρεφόμαστε προς την ανατολή κατά την προσευχή ποιο γραπτό έργο μας το δίδαξε; Τα λόγια της επίκλησης κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας Ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος από τους αγίους μάς τα άφησε γραπτά; Δεν αρκούμαστε ασφαλώς σε αυτά που ο Απόστολος ή το Ευαγγέλιο μνημόνευσαν, αλλά πριν την Ευχαριστία και μετά από αυτήν λέμε και άλλα, διότι παραλάβαμε από την άγραφη διδασκαλία ότι έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του μυστηρίου.
Ευλογούμε επίσης και το νερό του βαπτίσματος και το λάδι του χρίσματος και ακόμα και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποια γραπτά κείμενα; Δεν τα γνωρίζουμε από την σιωπηρή και μυστική παράδοση; Τι άλλο επίσης; Αυτήν την ίδια τη χρίση με το λάδι, ποιος γραπτός λόγος τη δίδαξε; Από πού πήραμε το να βαπτίζουμε τρεις φορές στο νερό τον άνθρωπο; Και τα άλλα ακόμα τα σχετικά με το βάπτισμα, όπως η αποκήρυξη του Σατανά και των αγγέλων του, από ποια γραφή διδάσκονται; Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτήν την μη δημοσιευμένη και απόρρητη διδασκαλία, την οποία διατήρησαν οι Πατέρες μας εν σιγή χωρίς να την πολυερευνούν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθώς είχαν μάθει, ότι πρέπει με τη σιωπή να προστατεύουμε την σεμνότητα των μυστηρίων; Διότι πώς ήταν δυνατόν να διακηρυχτεί γραπτά το νόημα αυτών τα οποία ούτε να δουν επιτρέπεται όσοι είναι αμύητοι;
Τι επεδίωκε άραγε ο μέγας Μωϋσής με το να καθορίσει ότι δεν μπορούν όλοι να μπαίνουν στο ιερό; Τους βεβήλους δεν τους επέτρεψε ούτε εντός των περιβόλων να εισέρχονται· αφού δε άφησε τα προαύλια μόνο για τους καθαρότερους, τους Λευΐτες μόνο έκρινε ως άξιους να προσφέρουν λατρεία στο Θεό. Ενώ όμως ξεχώρισε ως έργο των ιερέων τα σφάγια και τα ολοκαυτώματα και όλη την άλλη ιερουργία, επέτρεψε σε έναν μόνο, τον αρχιερέα να εισέρχεται στα άδυτα. Και για αυτόν καθόρισε να εισέρχεται όχι πάντοτε, αλλά κατά μία μόνο ημέρα του χρόνου και κατά ορισμένη ώρα, ώστε να εποπτεύει τα άγια των αγίων με θάμβος, λόγω του ότι θα ήταν αυτό κάτι ασυνήθιστο και ξεχωριστό. Γνώριζε καλά ο σοφός Μωϋσής ότι εύκολα περιφρονεί κανείς το συνηθισμένο και ευκολοπλησίαστο, το απομακρυσμένο όμως και σπάνιο το θεωρεί κατά φυσική ακολουθία ως περισπούδαστο.
Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν και οι απόστολοι και πατέρες που έθεσαν εξ’ αρχής τους θεσμούς στην Εκκλησία επιδίωκαν να διαφυλάξουν με τη μυστικότητα και τη σιωπή τη σεμνότητα των μυστηρίων. Άλλωστε παύει να είναι μυστήριο αυτό που εύκολα το πληροφορείται ο οποιοσδήποτε. Αυτό είναι το νόημα της άγραφης παράδοσης, να μην αμεληθεί και περιφρονηθεί η γνώση των δογμάτων από τους πολλούς λόγω συνήθειας.
Διότι άλλο είναι το δόγμα και άλλο το κήρυγμα. Διότι το μεν δόγμα σιωπάται· τα κηρύγματα όμως δημοσιεύονται. Ένα είδος σιωπής είναι και η ασάφεια της Γραφής, με την οποία καθιστά αυτή δυσχερή την κατανόηση των δογμάτων για ωφέλεια των αναγνωστών.
Για αυτό το λόγο, ενώ όλοι στρεφόμαστε κατά την προσευχή προς την ανατολή, λίγοι γνωρίζουμε ότι επιζητούμε έτσι την παλαιά πατρίδα, τον παράδεισο, τον οποίο φύτεψε ο Θεός στην Εδέμ που βρίσκεται ανατολικά.

Όρθιοι προσφέρουμε τις ευχές κατά την ημέρα της Κυριακής· δεν γνωρίζουμε όμως όλοι τον λόγο. Όχι μόνο για να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας, με τη στάση μας κατά την αναστάσιμη ημέρα, την χάρη που μας δόθηκε, ότι δηλαδή αναστηθήκαμε μαζί με το Χριστό και εμείς και οφείλουμε να επιδιώκουμε τα άνω, αλλά και διότι φαίνεται ότι είναι αυτή και μία εικόνα της μέλλουσας ζωής. Για αυτό ενώ είναι η αρχή των ημερών της εβδομάδας, δεν ονομάστηκε από τον Μωϋσή πρώτη, αλλά μία. «Έγινε, λέει, βράδυ, ήλθε κατόπιν το πρωί, ημέρα μία». Και αυτό διότι η ίδια ημέρα κάνει τον ίδιο κύκλο πολλές φορές.

Είναι μία λοιπόν αυτή ημέρα, και συγχρόνως ογδόη και φανερώνει την μία πράγματι και αληθινή ογδόη ημέρα, στην οποία αναφέρεται και ο ψαλμωδός σε μερικές επιγραφές των ψαλμών, την κατάσταση που θα διαδεχτεί αυτόν το χρόνο, την ατέλειωτη ημέρα, την αβασίλευτη, που δεν την διαδέχεται η νύχτα, τον ατελείωτο εκείνο και αγέραστο αιώνα.
Αναγκαστικά λοιπόν η Εκκλησία διδάσκει στα τέκνα της να προσεύχονται σε αυτή την ημέρα όρθιοι, ώστε με την διαρκή υπενθύμιση της αιώνιας ζωής να μην παραμελούμε τα εφόδια για την εκεί μετάβασή μας.

Ολόκληρη πάλι η περίοδος της Πεντηκοστής είναι υπενθύμιση της στο μέλλον αναμενόμενης ανάστασης. Διότι εάν η μία εκείνη και πρώτη ημέρα επταπλασιαστεί επτά φορές, συμπληρώνει τις επτά εβδομάδες της ιερής περιόδου της Πεντηκοστής. Αρχίζει δηλαδή από Κυριακή και τελειώνει πάλι σε Κυριακή και επαναλαμβάνεται πάλι ενδιάμεσα πενήντα φορές ο ίδιος κύκλος της ημέρας. Μιμείται για αυτό την αιωνιότητα και είναι όμοια με αυτήν· όπως στην κυκλική κίνηση, αρχίζει από τα ίδια σημεία και τελειώνει πάλι στα ίδια.
Σε αυτήν λοιπόν την ημέρα οι θεσμοί της Εκκλησίας μάς δίδαξαν να προτιμούμε την όρθια στάση της προσευχής, σαν να μεταφέρουμε έτσι με την διαρκή υπενθύμιση το νου μας από τα παρόντα στα μέλλοντα. Και μετά από κάθε γονυκλισία επίσης σηκωνόμαστε, για να δείξουμε έτσι ότι λόγω της αμαρτίας πέσαμε στη γη, λόγω της φιλανθρωπίας όμως του κτίστη μας οδηγηθήκαμε στον ουρανό.
Δεν θα με φτάσει η ημέρα για να εκθέσω τα άγραφα μυστήρια της Εκκλησίας.

(Βασιλείου του Μεγάλου, Περί Αγίου Πνεύματος ΚΖ,66, εκδ. ΕΠΕ τόμος 10, σελ. 457-463 μετάφραση ελαφρώς παραλλαγμένη προς τα νέα ελληνικά)

Τι είναι η ιερά Παράδοση της Εκκλησίας;

    Όπως προειπώθηκε η Παράδοση είναι η δεύτερη πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Είναι δε η Παράδοση η δια ζώσης διδασκαλία του Κυρίου και των Αποστόλων, η κυκλοφορούσα και φυλασσόμενη στη ζωή και τη συνείδηση της Εκκλησίας. Ως γνωστόν ο Κύριος, ως ο μέγιστος των προφητών και διδάσκαλος, τίποτε το γραπτό δεν παρέδωσε στους Αποστόλους και την Εκκλησία, κηρύσσοντας προφορικά το περιεχόμενο της θείας του αποκαλύψεως. Το αυτό έκαναν στην αρχή και οι Απόστολοι ακολουθώντας το παράδειγμα του Διδασκάλου, κηρύσσοντας το λόγο του Θεού στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και προς αντιμετώπιση των αυξανόμενων ποιμαντικών αναγκών του κηρύγματος, άρχισαν να καταγράφουν το λόγο του Θεού στα γνωστά κείμενα της αγίας Γραφής.
    Το ίδιο έκανε στη συνέχεια και η Εκκλησία και με τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε σιγά σιγά και γραπτώς η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Αυτή μπορούμε να δούμε στα πολυειδή γραπτά μνημεία τα εκφράζοντα την πίστη της Εκκλησίας, όπως είναι οι δογματικοί όροι των οικουμενικών Συνόδων, οι αποφάσεις των τοπικών που κυρώθηκαν από σύνοδο οικουμενική, οι ιεροί Κανόνες, τα συγγράμματα των Πατέρων, τα κείμενα της θείας λατρείας και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι, το κήρυγμα του θείου λόγου κ.α.
    Την ανάγκη της ζωντανής παραδόσεως σε παράλληλη βάση προς το γραπτό λόγο εξαίρει ο απόστολος Παύλος, παραινών τους πιστούς: «Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών»(Β΄Θεσ. 2,15). (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 17-18)

Ποιο είναι το κριτήριο γνησιότητας της ιεράς Παραδόσεως;

    Το κριτήριο που διακρίνει τη γνήσια Παράδοση από κάθε άλλη ψευδή και κίβδηλη είναι η αποστολικότητα. Η Παράδοση για να είναι γνήσια και αληθινή πρέπει ν’ ανάγεται στην αποστολική εποχή, σε χρόνους δηλαδή που φανερώθηκε αγνή και ανόθευτη η λυτρωτική αλήθεια του ευαγγελίου. Με άλλα λόγια πρέπει να ανάγεται στους ίδιους τους Αποστόλους. Παράλληλα, άλλο κριτήριο γνησιότητας είναι και το κριτήριο της ομοφωνίας, ό,τι δηλαδή πιστεύει και παραδέχεται ομόφωνα το πλήρωμα της Εκκλησίας και διδάσκουν οι ιεροί Πατέρες και οι ποιμένες της. Την αλήθεια αυτή τονίζει χαρακτηριστικά ο Βιγκέντιος ο εκ Λειρίνου σε όσα σχετικά γράφει: «Quod ubique quod semper quod ab omnibus creditum est» (= Ό,τι πανταχού, πάντοτε και υπό πάντων επιστεύθη).
    Είναι φανερό ότι φορείς της αποστολικής παραδόσεως δεν μπορούν να είναι εκείνοι που αποκόπηκαν από το σώμα της Εκκλησίας, αιρετικοί και σχισματικοί. Περιττό δε να σημειωθεί, ότι γνήσιος φορέας της αποστολικής παραδόσεως είναι μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία παρέλαβε και διατήρησε ανόθευτη την διδασκαλία των Αποστόλων, όπως αυτή φέρεται αποθησαυρισμένη στα μνημεία τα εκφράζοντα τη ζωή της Εκκλησίας των οκτώ πρώτων χριστιανικών αιώνων.
    Τέλος, λέγοντας αποστολική παράδοση δεν εννοούμε αδιάκριτα κάθε παράδοση, αλλά εκείνη που αναφέρεται στη δογματική διδασκαλία και το ήθος της Εκκλησίας και όχι σε ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας. (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 18-19)


Τι φρονούν περί παραδόσεως οι ετερόδοξοι χριστιανοί;

Η Ρωμαϊκή Εκκλησία δέχεται, όπως και η Ορθόδοξη, την ιερά Παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Εντούτοις στην πράξη δε συμφωνεί με την ορθόδοξη αντίληψη, αλλά εκλαμβάνει την παράδοση με έννοια ελαστική, ως ταμείο πίστεως, στο οποίο μπορεί να προσφεύγει όταν θέλει να διατυπώσει κάποιο νέο δόγμα ή να ανυψώσει σε δόγματα μεταγενέστερες θεολογικές γνώμες και δοξασίες.

Τέτοια δόγματα υπάρχουν πολλά (άσπιλος σύλληψις κ.α.), ως και διάφορες άλλες καινοτομίες, κυρίως στην τέλεση και μετάδοση των μυστηρίων (στέρηση του λαού εκ του ποτηρίου της ευχαριστίας, απαγόρευση κοινωνίας των νηπίων κ.τ.ο.). Αν θέλαμε να κάνουμε συσχετισμό, θα λέγαμε ότι κατά την ορθόδοξη πίστη η Εκκλησία είναι ο πιστός τηρητής και φύλακας της παραδόσεως, ενώ κατά τη ρωμαιοκαθολική αυτή παρουσιάζεται μάλλον ως κυρίαρχος, μεταποιώντας αυτή κατά βούληση και προσπαθώντας να συμβιβάσει τα παλαιά με τα εκάστοτε νέα.
    Παράλληλα, οι Διαμαρτυρόμενοι δεν αναγνωρίζουν την παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως. Οι λόγοι είναι προφανείς. Κατ’ αυτούς η αγία Γραφή είναι η μόνη πηγή του λόγου του Θεού, ο πλήρης και αυτάρκης κώδικας της χριστιανικής πίστεως, ο περιέχων όλες τις αναγκαίες αλήθειες προς σωτηρία. Την παράδοση την απορρίπτουν ως αυθεντική πηγή της πίστεως, ανεχόμενοι αυτή στο μέτρο που δεν αντιφάσκει προς τη Γραφή, και ως ωφέλιμο πλην όχι και αλάθητο χειραγωγό στην ερμηνεία της αγίας Γραφής.

Εντούτοις παρά τη βασική τους αυτή τοποθέτηση, δε φαίνεται ν’ απομακρύνονται ολοσχερώς από το πνεύμα της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Ασχέτως προς τα πολλά που παρέλαβαν από την εκκλησιαστική παράδοση, ο Λούθηρος, τον οποίο αποκαλούν θείον (divinus) και τρίτον Ηλία, και τα συγγράμματα του οποίου μεγάλως εκτιμώνται στη συνείδηση των Διαμαρτυρομένων, ως αντικαταστήσαντα τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, έχει μεγάλο κύρος γι’ αυτούς, ενώ παράλληλα τα συμβολικά τους βιβλία έχουν αποκτήσει ένα είδος «κανόνος πίστεως» (regula fidei), ο οποίος αποτελεί συνεκτικό δεσμό της εκκλησιαστικής τους ταυτότητος και βάση του εκκλησιαστικού κηρύγματος και της ερμηνείας της αγίας Γραφής. Με άλλα λόγια ένα είδος εκκλησιαστικής παραδόσεως.  (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 19-20)

Η Αληθινή Εκκλησία.

    Αυτό το κείμενο είναι μια προσπάθεια γραψίματος σε μια νέα οικουμενική γλώσσα. Ίσως η προσπάθεια να μην είναι επιτυχημένη. Ίσως, ωρισμένοι να ανακαλύψουν σ’ αυτήν μια μεγάλη ομολογιακή διάθεσι, και άλλοι να διαμαρτυρηθούν για αοριστία. Γι’ αυτό δεν θα είναι ανεδαφικό να συνοψίσω τις κύριες θέσεις μου σε γλώσσα οικεία σε μένα.

Σαν μέλος και ιερεύς της Ορθοδόξου Εκκλησίας πιστεύω ότι η Εκκλησία, μέσα στην οποία βαπτίσθηκα και ανατράφηκα, είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία.

Και το πιστεύω για πολλούς λόγους: ένεκα προσωπικής πεποιθήσεως και ένεκα της εσώτατης βεβαιώσεως του Πνεύματος, που πνέει στα μυστήρια της Εκκλησίας, και ένεκα των όσων είναι δυνατό να γνωρίζω από τη Γραφή και από την καθολική παράδοσι της Εκκλησίας. Είμαι υποχρεωμένος, λοιπόν, να θεωρώ όλες τις υπόλοιπες χριστιανικές Εκκλησίες ως ελαττωματικές, και σε πολλές περιπτώσεις μπορώ να προσδιορίσω αυτές τις ελλείψεις των άλλων Εκκλησιών με απόλυτη ακρίβεια.

Γι’ αυτό, λοιπόν, η ένωσις των Χριστιανών, για μένα, σημαίνει ακριβώς την παγκόσμια επιστροφή στην Ορθοδοξία. Δεν έχω καμμία απολύτως ομολογιακή πεποίθησι, η πεποίθησίς μου ανήκει αποκλειστικά στην Una Sancta («Μία Αγία…»).
    Ξέρω καλά ότι η αξίωσίς μου θα αγνοηθή από πολλούς χριστιανούς. Θα θεωρηθή ότι είναι μια εγωιστική και μάταιη απαίτησις. Ξέρω, επίσης, καλά ότι πολλά πράγματα, που τα πιστεύω απόλυτα δεν είναι πιστευτά από άλλους. Όμως, δεν βλέπω κανένα λόγο, για τον οποίο πρέπει εγώ ν’ αμφιβάλλω γι’ αυτά ή να μην πιστεύω εγώ ο ίδιος. Το μόνο όμως που λογικά μου επιβάλλεται να κάνω είναι να διακηρύξω την πίστι μου και να την εκφράσω με τέτοιο τρόπο, ώστε οι φτωχές μου λέξεις να μην αμαυρώσουν την αλήθεια. Γιατί είμαι σίγουρος, ότι η αλήθεια του Θεού φέρνει βεβαιότητα.

Τούτο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κάθε τι μέσα στις πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά το παρελθόν ή το παρόν πρέπει να ταυτισθή με την αλήθεια του Θεού. Πολλά πράγματα προφανώς υπόκεινται σε αλλαγές. Και, φυσικά, πολλά πράγματα έχουν ανάγκη βελτιώσεως. Η αληθινή Εκκλησία δεν είναι ακόμη η τέλεια Εκκλησία.
    Η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να αναπτυχθή και να οικοδομηθή μέσα στην ιστορία. Κι όμως η όλη και η πλήρης αλήθεια έχει ήδη δοθή και ανατεθή στην Εκκλησία. Η αναθεώρησις και νέα διατύπωσις είναι πάντοτε δυνατή, και ωρισμένες φορές, μάλιστα, επιβεβλημένη. Όλη η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων του παρελθόντος το αποδεικνύει. Οι άγιοι Πατέρες μ’ αυτόν τον σκοπό συγκεντρώνονταν. Βέβαια, στο σύνολο, το ταμείο της Πίστεως φυλάχθηκε πιστά, και η μαρτυρία της πίστεως εκέρδισε σε ακρίβεια και ευστοχία διατυπώσεως. Πάνω απ’ όλα, η μυστηριακή δομή του Σώματος έχει διατηρηθή σώα και άθικτος.

Και στο σημείο τούτο πάλι γνωρίζω ότι η προσωπική μου αυτή πεποίθησις είναι δυνατό να απορριφθή σαν αυταπάτη. Αλλά για μένα αποτελεί ακράδαντη πεποίθησι. Αν αυτό ήθελε θεωρηθή πεισμονή, είναι η πεισμονή της αλήθειας και των τεκμηρίων. Μπορώ μόνο να δω αυτό, που πράγματι βλέπω. Δεν είμαι σε θέσι να κάνω τιποτ’ άλλο.

Αλλά με κανένα τρόπο δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω κανέναν «εκτός Εκκλησίας». Η «κρίσις» έχει δοθή στον Υιό. Κανείς δεν διωρίσθηκε για να προλαμβάνη την κρίσι Του. Η Εκκλησία, βέβαια, έχει τη δική της εξουσία μέσα στην ιστορία. Είναι, πρωτ’ όλα, η εξουσία να κηρύττη και να διαφυλάττη το λόγο της αληθείας. Υπάρχει κάποιος κανόνας πίστεως και τάξεως, που πρέπει να θεωρείται σαν κανόνας. Οτιδήποτε βρίσκεται πέραν τούτου είναι «ανωμαλία». Αλλά η «ανωμαλία» πρέπει να θεραπεύεται και όχι απλώς να καταδικάζεται.

Αυτή είναι η δικαίωσις για τη συμμετοχή ενός Ορθοδόξου στον οικουμενικό διάλογο με την ελπίδα ότι με τη μαρτυρία του η Αλήθεια του Θεού είναι δυνατό να κερδίση ανθρώπινες υπάρξεις.

(Μεταφρ. Αντώνης Κουμάντος)

(π.Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Άρτος ζωής, 1989 σελ.219-220 υπογραμμίσεις δικές μας)

Σελίδα 1 από 5