Η θρησκεία μας είναι η θρησκεία των θρησκειών, η εξ αποκαλύψεως, η πραγματική, η αληθινή θρησκεία.

Οι άλλες θρησκείες είναι ανθρώπινες κούφιες. Δεν γνωρίζουν το μεγαλείο του Τριαδικού Θεού.

Δεν γνωρίζουν ότι ο σκοπός μας, ο προορισμός μας, είναι να γίνομε θεοί κατά χάριν, να ομοιωθούμε με τον Τριαδικό Θεό, να γίνομε ένα με Εκείνον και μεταξύ μας.

Αυτά οι άλλες θρησκείες δεν τα γνωρίζουν.

Ο απώτερος σκοπός της θρησκείας μας είναι το «ίνα ώσιν εν». Εκεί ολοκληρώνεται το έργο του Χριστού.

Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου. Είναι μέσα μας όλ’ αυτά.

Είναι απαίτηση της ψυχής μας η απόκτησή τους.


(Στυλιανού Παπαδοπούλου, στο: Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τόμος Β, εκδ. Αποστολική Διακονία,σελ. 60-65).
Το σχίσμα και η διαίρεση στην Εκκλησία
«... του εις αίρεσιν εμπεσείν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν (=από το να πέσει κάποιος σε αίρεση, το να σχίσει την Εκκλησία δεν είναι μικρότερο κακό)» (Εις Εφεσ., Ομιλ. ΙΑ' 5: PG 62, 87).
Συχνά προσάπτεται στον Χρυσόστομο ότι απέφυγε να μιλήσει για το αντιοχειανό σχίσμα, που συγκλόνισε όχι μόνο την τοπική εκείνη Εκκλησία αλλά και όλη την καθολική Εκκλησία. Είδαμε όμως και στην παράγραφο περί των χριστολογικών αντιλήψεών του, ότι δεν κατονόμασε τον δάσκαλό του Διόδωρο Ταρσού και τον συμμαθητή και φίλο του Θεόδωρο Μοψουεστίας, αλλά με κάθε ευκαιρία διατύπωνε τις θέσεις του, που σαφώς ανέτρεπαν ανάλογες θέσεις των παραπάνω επιφανών αντιοχέων.
Των αναλογιών τηρουμένων την τακτική αυτή εφαρμόζει ο Χρυσόστομος προκειμένου και περί του αντιοχειανού σχίσματος. Αν εξαιρέσει κανείς τις αποσχίσεις ένεκα τηρήσεως ιουδαϊκών εθίμων, δεν κατονόμαζε σχισματικούς και υπεύθυνους διαιρέσεων, αλλά επέμενε, από την εποχή του 386/387, ότι δεν υπάρχει φοβερότερη πράξη από την διάσπαση της Εκκλησίας, που ήδη ταλαιπωρείται από τις αιρέσεις. Το γεγονός αποτελεί σχίσιμο του χιτώνα του Κυρίου.
«...ουδέν χείρον φιλονεικίας και μάχης και του την Εκκλησίαν διασπάν και τον χιτώνα, ον ουκ ετόλμησαν οι λησταί διαρρήξαι, τούτον εις πολλά κατατεμείν μέρη. Ουκ αρκούσιν αι λοιπαί αιρέσεις, αλλά και ημείς εαυτούς κατατέμωμεν»; (=τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από φιλονεικία και μάχη και από το να διασπά κάποιος την Εκκλησία, και τον χιτώνα, τον οποίο δεν τόλμησαν οι ληστές να σχίσουν, αυτόν να τον κατακόβει σε πολλά μέρη. Δεν αρκούν οι υπόλοιπες αιρέσεις, αλλά και εμείς κατακόβουμε τους εαυτούς μας;)(Κατά Ιουδαίων Γ’ 1: PG 48, 863).
Το σχίσμα στην Εκκλησία αποτελεί σφαγή, ξέσκισμα, του ίδιου του Χριστού, γεγονός για το οποίο πρέπει ο υπεύθυνός του να φρίττει, γιατί θ’ αντιμετωπίσει φοβερότατη τιμωρία.
«... ο τον Χριστόν σφάττων και διαξαίνων κατά μέλος, ποίας γεέννης ουκ έσται άξιος; ...Τον Δεσπότην σου σπαράττεις και ου φρίττεις; τα μέλη τα δεσποτικά διαξαίνεις και ου τρέμεις; Οίκος εστιν η Εκκλησία πατρικός» (=εκείνος ο οποίος σφάζει και διαμελίζει το Χριστό, ποιάς κόλασης δεν θα είναι άξιος;… Τον Δεσπότη σου κατασπαράζεις και δεν φρίττεις; Τα μέλη τα δεσποτικά ξεσκίζεις και δεν τρέμεις; Σπίτι πατρικό είναι η Εκκλησία)(Εις Εφεσ., Ομιλ. ΙΑ' 5-6: PG 62, 87).
Οι όροι με τους οποίους ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει το σχίσμα είναι το ουσιαστικό διαίρεσις και το ρήμα σχίζω. Διαίρεση σημαίνει χωρισμό από το «εκκλησιαστικό σώμα» και αυτοαπομάκρυνση από το «πλήρωμα» της Εκκλησίας. Το ρήμα σχίζω σημαίνει πάλι διαίρεση και σχίσιμο σε πολλά μέρη της Εκκλησίας. Η αυτοαπομάκρυνση από το εκκλησιαστικό σώμα είναι δύο ειδών. Εκείνη που οφείλεται στην έλλειψη αγάπης, άρα στην αδιαφορία για την Εκκλησία, και εκείνη που οφείλεται σε πράξεις που πληγώνουν το σώμα της Εκκλησίας.
«Δύο γάρ εισί διαιρέσεις από του σώματος του εκκλησιαστικού. Μία μεν όταν ψύξωμεν την αγάπην˙ δευτέρα δε όταν ανάξια του τελείν εις εκείνο το σώμα τολμήσωμεν. Εκατέρως γαρ χωρίζομεν εαυτούς του πληρώματος» (=Διότι δύο διαιρέσεις υπάρχουν από το εκκλησιαστικό σώμα. Η μία μεν όταν παγώσουμε την αγάπη. Η άλλη πάλι όταν τολμήσουμε πράγματα που είναι ανάξια να γίνονται σε εκείνο το σώμα. Διότι και με τους δύο αυτούς τρόπους χωρίζουμε τους εαυτούς μας από το πλήρωμα της Εκκλησίας)(Στο ίδιο: PG 62, 85. Βλ. και PG 62, 322).
Αιτία όμως γενικότερη της διαιρέσεως της Εκκλησίας θεωρεί ο Χρυσόστομος την φιλαρχία, που είναι τόσο ταπεινή ώστε να οργίζει («παροξύνει») τον Θεό περισσότερο από κάθε τι.
«Ουδέν ούτως Εκκλησίαν δυνήσεται διαιρείν, ως φιλαρχία. Ουδέν ούτω παροξύνει τον Θεόν, ως το Εκκλησίαν διαιρεθήναι» (=Τίποτα δεν θα μπορέσει να διαιρεί τόσο την Εκκλησία όσο η φιλαρχία. Τίποτα δεν εξοργίζει τόσο πολύ το Θεό όσο το να διαιρεθεί η Εκκλησία) (Αυτόθι).
Και αναμφίβολα αιτία είναι η φιλαρχία και η αλαζονεία,
«φιλαρχίας εστίν η νόσος» (=η νόσος προέρχεται από φιλαρχία) (PG 62, 86)
«ουδέν ούτως αποσχίζει σώμα Εκκλησίας ως αλαζονεία» (=τίποτα δεν σχίζει τόσο πολύ το σώμα της Εκκλησίας όσο η αλαζονεία)(PG 60, 610)
εφόσον η διαφορά των σχιζομένων δεν οφείλεται στην δογματική διδασκαλία. Εάν είχαν «δόγματα εναντία», θα υπήρχε δικαιολογία της διαιρέσεως. Αλλά οι σχισματικοί «τα αυτά φρονούσι» προς το σώμα το εκκλησιαστικό (αυτόθι). Η μόνη δηλαδή νόμιμη θεολογικά αιτία για απόσχιση από την Εκκλησία είναι η αιρετική διδασκαλία κάποιων που προΐστανται της Εκκλησίας.
«Ει τα αυτά δόγματα, ει τα αυτά μυστήρια, τίνος ένεκεν έτερος άρχων ετέρα Εκκλησία επιπηδά;» (=αν υπάρχουν τα ίδια δόγματα, αν υπάρχουν τα ίδια μυστήρια, για ποιο λόγο να επιπηδά σε άλλη Εκκλησία άλλος επίσκοπος;) (PG 62, 86).
Οι σχισματικές μάλιστα καταστάσεις και οι διαιρέσεις αποβαίνουν αιτία να κατηγορούν οι εθνικοί τους χριστιανούς για κενοδοξία και φιλαρχία και να τους γελοιοποιούν ανάλογα.
«Οράτε, φησίν (= οι εθνικοί), ότι πάντα κενοδοξίας πεπλήρωται τα χριστιανών και φιλαρχία παρ’ αυτοίς και απάτη» (=Βλέπετε, λένε, ότι τα πάντα στους Χριστιανούς είναι γεμάτα από κενοδοξία και σε αυτούς υπάρχει φιλαρχία και απάτη;)(Αυτόθι).
Προσπαθώντας ο Χρυσόστομος να δείξει το μέγεθος του κακού που δημιουργεί το σχίσμα, καταφεύγει σε ρήση άγιου άνδρα, του οποίου όμως δεν αναφέρει το όνομα. Είναι τόσο βαρύ και σκληρό αυτό που θέλει ο Χρυσόστομος να πει για το σχίσμα, ώστε προτιμάει, για να γίνει ευκολότερα δεκτός ο βαρύς του λόγος, να προβάλλει ό,τι σεβάσμιος άγιος είχε σχετικά διατυπώσει˙ την αμαρτία του σχίσματος δεν εξαλείφει ούτε ο μαρτυρικός θάνατος.
«Ανήρ δε τις άγιος είπε τι δοκούν είναι τολμηρόν, πλην αλλ’ όμως εφθέγξατο. Τί δη τούτο εστιν; "Ουδέ μαρτυρίου αίμα ταύτην δύνασθαι εξαλείφειν την αμαρτίαν” έφησε» (=Κάποιος άγιος άνδρας είπε κάτι που φαίνεται τολμηρό, αλλά όμως το είπε. Ποιο είναι αυτό λοιπόν; Είπε ότι «ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν μπορεί να εξαλείψει αυτήν την αμαρτία»)(Στο ίδιο, PG 62, 85).
Η εξήγηση που δίνει για την απόλυτη και φρικτή καταδίκη του υπευθύνου σχίσματος, είναι ότι αυτός με τις διαιρετικές - σχισματικές του πράξεις πολεμάει την Εκκλησία, για την οποία σταυρώθηκε ο Χριστός. Τι νόημα έχει να μαρτυράει κανείς για του Χριστού την δόξα, εάν με τις πράξεις του αμαυρώνει την δόξα αυτή. Εφόσον άρα μένει κάποιος στο σχίσμα, η αξία του τυχόν μαρτυρίου του μηδενίζεται. Το σχίσμα δεν είναι κατώτερο του διωγμού της Εκκλησίας, αφού μάλιστα με τους διωγμούς η Εκκλησία έδειξε την λαμπρότητά της, ενώ με τις διαιρέσεις πάντα «καταισχύνεται» (Αυτόθι).
Η βλάβη του σχίσματος την Εκκλησίαν «παρά τοις εχθροίς καταισχύνει, όταν υπό των ιδίων τέκνων πολεμήται» (=την ντροπιάζει στους εχθρούς, όταν πολεμιέται από τα ίδια της τα παιδιά)(Αυτόθι).
Τέλος, παρατηρούμε ότι παρ’ όλα όσα σκληρά διατυπώνει ο Χρυσόστομος, δεν φαίνεται να θεωρεί μη Εκκλησία τους σχισματικούς, αυτούς που «χώρισαν εαυτούς του πληρώματος του εκκλησιαστικού». Γι’ αυτό άλλωστε συγκεκριμενοποιεί τις τιμωρίες που τους αναμένουν και τους ονομάζει «ίδια τέκνα» της Εκκλησίας, που όμως την πολεμούν. Επισημαίνει επίσης ότι ο Παύλος «αδελφούς ονομάζει» (PG 61, 23) και αυτούς που διήρεσαν την Εκκλησία της Κορίνθου (Α’ Κορ. 1,10). Και η απόλυτη φράση του, την όποια παραθέσαμε στην αρχή της παραγράφου (ότι το σχίσμα δεν είναι μικρότερο κακό από την αίρεση), αναφέρεται, νομίζουμε, στην τιμωρία των υπευθύνων του σχίσματος, ενώ θέλει και να καυτηριάσει και να προλάβει αυτούς που ελαφρά τη καρδία και χωρίς περίσκεψη ακολουθούν αυτούς που σχίζουν - διαιρούν την Εκκλησία.
«Ταύτα μοι ειρήσθω προς τους αδιαφόρως δίδοντας εαυτούς τοις σχίζουσι την Εκκλησίαν» (=αυτά τα λέω για αυτούς που χωρίς να νοιάζονται παραδίνουν τους εαυτούς τους σε αυτούς που σχίζουν την Εκκλησία)(PG 62, 86).
Δεν φαίνεται, λοιπόν, να θεωρεί τους σχισματικούς μη Εκκλησία, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι αδιαφορεί για ζητήματα ζωτικά των σχισματικών, όπως είναι η έγκυρη - αληθινή χειροτονία, που συνιστά Μυστήριο. Δεν αρκεί να ομολογεί κανείς ορθή πίστη. Οφείλει ο πιστός ν’ αγωνίζεται για την έγκυρη χειροτονία όσο και για τα δόγματα.
«Αρκείν τούτο ηγείσθε, ειπέ μοι, το λέγειν ότι ορθόδοξοι εισι, τα της χειροτονίας δε οίχεται και απόλωλε; Και τι το όφελος των άλλων, ταύτης ουκ ηκριβωμένης; (=πες μου, νομίζεις ότι αρκεί αυτό, το να λες ότι είναι ορθόδοξοι, τα σχετικά όμως με τη χειροτονία έφυγαν και χάθηκαν; Και ποιο το όφελος των άλλων αν αυτή δεν είναι εξακριβωμένη;)
Ώσπερ γαρ υπέρ της πίστεως, ούτω και υπέρ ταύτης μάχεσθαι χρή» (=διότι όπως ακριβώς πρέπει να μαχόμαστε για την πίστη, έτσι και για αυτήν)(Αυτόθι).
Πάντως, έμμεσα έστω, προϋποθέτει ο Χρυσόστομος τα σχίσματα και τις διαιρέσεις «ιάσιμα» φαινόμενα, όπως τα χαρακτήριζε ο Μέγας Βασίλειος (Κανόνας A' από την Επιστολή του 125, 1: ΒΕΠΕΣ 55, 151).
Στο ζήτημα τούτο επιχειρεί βαθύτερη τομή ο Χρυσόστομος κι εξηγεί ότι τα σχίσματα δεν οφείλονται σε διαφορά στην πίστη, αλλά σε διάσταση «γνώμης», διαθέσεως, ένεκα «φιλονεικίας» από ανθρώπινη αδυναμία.
«Ουδέ γαρ από του διεστάναι κατά την πίστιν τα σχίσματα εγίνετο, αλλά από του την γνώμην διηρήσθαι κατά ανθρωπίνην φιλονεικίαν» (=διότι τα σχίσματα δεν έγιναν από διαφορά στην πίστη, αλλά από διαίρεση της γνώμης λόγω ανθρώπινης φιλονεικίας) (Εις Α' Κορ., Ομιλ. Γ 1: PG 61, 23).
Και πρόκειται για ανθρώπινη αδυναμία, διότι διακρίνει την συμφωνία στα νοήματα από την «γνώμη».
«Έστι δε και τοις νοήμασι συμφωνούντα (= τον άνθρωπον), μηδέπω και τη γνώμη συμφωνείν» (Αυτόθι). Η θεωρητική συμφωνία στην διδασκαλία δεν εξασφαλίζει την ταυτότητα διαθέσεως ή ενεργειών και άρα την ομόνοια.
«Επειδή γαρ είπεν “ίνα το αυτό λέγητε” (Α' Κορ. 1, 10), μη νομίσητε, φησίν, ότι μέχρι ρημάτων είπον είναι την ομόνοιαν· την γαρ από διανοίας συμφωνίαν επιζητώ» (=επειδή δηλαδή είπε (ο Παύλος) ¨να λέτε το ίδιο¨, μη νομίσετε, λέει, ότι είπα ότι η ομόνοια πρέπει να είναι μέχρι τα λόγια· διότι επιζητώ τη συμφωνία από τη διάνοια) (Εις Α' Κορ., Ομιλ. Γ' 1: PG 61, 23).

Σχίσματα με αφορμή την νηστεία
Περισσότερο συγκεκριμένα συνδέει ο Χρυσόστομος τα σχίσματα και τις διαιρέσεις με θέματα πρακτικά, όπως η νηστεία, η διαφορά στην οποία οδηγούσε κάποιους αντιοχειανούς, που ακολουθούσαν ιουδαϊκά έθιμα, σε απόσχιση από το πλήρωμα της Εκκλησίας και σε ακοινωνησία. Ο χρόνος και ο τρόπος νηστείας δεν πρέπει να σχίζουν την Εκκλησία.
«Μη τοίνυν φιλονεικώμεν, μηδέ εκείνο λέγωμεν "τοσούτον ενήστευσα χρόνον και νυν μεταθήσομαι;” ...Αισχύνη γαρ εστιν ου το μεταβάλλεσθαι προς το βέλτιον, αλλά το μένειν επί της ακαίρου φιλονεικίας» (= Ας μη φιλονεικούμε λοιπόν, ούτε να λέμε εκείνο το «τόσο χρόνο νήστεψα και τώρα θα αλλάξω;» … Διότι ντροπή δεν είναι το να μεταβληθούμε προς το καλύτερο, αλλά το να επιμένουμε στην άκαιρη φιλονεικία) (Κατά ιουδαίων Γ 5: PG 48, 869).
Οι για τέτοιους λόγους φιλονεικίες και αποσχίσεις χαρακτήριζαν τους ιουδαίους και ουσιαστικά είναι σκιαμαχίες, που αποβαίνουν εις βάρος των όντως μεγάλων και σπουδαίων ζητημάτων της πίστεως. Και ενώ δεν είναι «έγκλημα» ο διαφορετικός χρόνος της νηστείας, γίνεται ασυγχώρητο σφάλμα το σχίσμα, που προκαλείται με τέτοια αφορμή. Το σχίσμα τούτο είναι ασυγχώρητο και πολύ τιμωρητέο, διότι οδηγεί σε ακοινωνησία, σε μη μετοχή στην λειτουργική ζωή της Καθολικής Εκκλησίας και άρα στην δημιουργία παρεκκλησιαστικής σχισματικής ομάδας.
«Μη τοίνυν σκιομαχώμεν, μηδέ των τυχόντων φιλονεικούντες, εν τοις μεγάλοις εαυτούς καταβλάπτωμεν. Το μεν γαρ τώδε ή τώδε χρόνω νηστεύσαι ουκ έγκλημα, το δε σχίσαι Εκκλησίαν και φιλονείκως διατεθήναι και διχοστασίας εμποιείν και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον και πολλήν έχει τιμωρίαν» (=Ας μη σκιαμαχούμε λοιπόν και ας μη βλάπτουμε τους εαυτούς μας στα μεγάλα πράγματα, φιλονεικώντας για τα ανάξια λόγου. Γιατί δεν αποτελεί έγκλημα το να νηστεύουμε αυτήν ή την άλλη περίοδο, αλλά έγκλημα, και μάλιστα ασυγχώρητο και άξιο καταδίκης και πρόξενο μεγάλης τιμωρίας, είναι η διαίρεση της Εκκλησίας, ο διαπληκτισμός, η σπορά της διχόνοιας, και η συνεχής αποστέρηση του εαυτού μας από τις συνάξεις των πιστών) (Κατά Ιουδαίων Γ' 5: PG 48, 872).
Η Εκκλησία, επιμένει ο Χρυσόστομος με αφορμή την από μέρους χριστιανών τήρηση εθίμων ιουδαϊκών, ποτέ δεν θεώρησε πρωτεύον και θεμελιώδες τον χρόνο της νηστείας. Ο ορισμός της νυν περιόδου νηστείας έγινε μόνο χάριν της ομόνοιας.
«Ουδέ γαρ η Εκκλησία χρόνων ακρίβειαν οίδεν. Αλλ ’ επειδή παρά την αρχήν πάσιν έδοξε τοις πατράσι διηρημένοις ομού συνελθείν και ταύτην ορίσαι την συμφωνίαν αγαπώσα, κατεδέξατο το επιταχθέν» (=ούτε και η Εκκλησία αναγνωρίζει την υποχρεωτική και ακριβή τήρηση των καιρών. Αλλά επειδή από την αρχή φάνηκε καλό στους πατέρες, που ήταν διασκορπισμένοι παντού, να μαζευτούν και να ορίσουν την ημέρα αυτή, η Εκκλησία αγαπώντας τη συμφωνία αποδέχτηκε την απόφαση) (Αυτόθι).
Θέματα μη δογματικά δεν πρέπει να οδηγούν σε σχίσμα, ακόμα και αν η Εκκλησία σφάλλει. Ακραία περίπτωση, βέβαια, συγγνωστή όμως για τον Χρυσόστομο.
«Ει γαρ και εσφάλλετο η Εκκλησία, ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ην, όσον έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος τούτου» (= Διότι και αν ακόμη η Εκκλησία έσφαλλε, δεν θα ήταν το κατόρθωμα από την ακριβή τήρηση των χρόνων τόσο μεγάλο, όσο είναι το έγκλημα που προέρχεται από τη διαίρεση και το σχίσμα αυτό) (Στο ίδιο: PG 48, 870).


Ένα συγκλονιστικό κείμενο-μνημείο! (Ομιλία ΙΑ στην προς Εφεσίους Επιστολή).
Εάν λοιπόν θέλωμεν να απολαμβάνωμεν το Πνεύμα το όποιον έρχεται από την κεφαλήν, ας είμεθα στενά συνδεδεμένοι μεταξύ μας.

Διότι δύο τρόποι αποκοπής από το σώμα της Εκκλησίας υπάρχουν· ο ένας, όταν ψυχράνωμεν την αγάπην, ο δεύτερος δε, όταν τολμήσωμεν πράγματα που είναι ανάξια να γίνωνται εις εκείνο το σώμα˙ διότι και με τους δύο αυτούς τρόπους χωρίζομεν τους εαυτούς μας από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Εάν δε εμείς, που έχομεν ταχθή να οικοδομώμεν και άλλους εις αυτό, πρώτοι γινώμεθα εμείς αίτιοι διά ν’ αποσχίζωνται από αυτήν, τί δεν θα πάθωμεν;

Τίποτε δεν θα ημπορέση να διαιρέση τόσον εύκολα την Εκκλησίαν, όσον η φιλαρχία˙ τίποτε δεν παροξύνει τόσον τον Θεόν, όσον το να διαιρεθή η Εκκλησία. Και αν ακόμη έχωμεν πράξει άπειρα καλά, δεν θα καταδικασθώμεν ολιγώτερον από αυτούς οι οποίοι διεμέλισαν το σώμα του, εμείς οι οποίοι διαιρούμεν το εκκλησιαστικόν πλήρωμα.

Διότι εκείνο μεν έγινε προς όφελος της οικουμένης, αν και δεν το έκαναν από αυτόν τον σκοπόν˙ αυτό όμως εις τίποτε πουθενά δεν χρησιμεύει, αλλ’ είναι μεγάλη η βλάβη.
Αυτά δεν λέγονται μόνον προς τους άρχοντας, αλλά και προς τους αρχομένους.

Κάποιος δε άγιος άνδρας είπε κάτι το οποίον φαίνεται ότι είναι τολμηρόν, πλην όμως το είπε. Ποιο είναι δε αυτό; Ούτε το αίμα του μαρτυρίου ημπορεί να εξαλείψη αυτήν την αμαρτίαν.

Διότι, ειπέ μου, διατί μαρτυρείς; δεν το κάνεις αυτό διά την δόξαν του Χριστού; Συ λοιπόν ο οποίος θυσιάζεις την ζωήν σου υπέρ του Χριστού, πώς εξολοθρεύεις την Εκκλησίαν, υπέρ της οποίας πρώτος εθυσιάσθη ο Χριστός;

Άκουσε τον Παύλον ο οποίος λέγει˙ «Δεν είμαι άξιος να ονομάζωμαι απόστολος, διότι κατεδίωξα την Εκκλησίαν του Θεού». Δεν είναι μικρά αυτή η βλάβη από τους εχθρούς, αλλά πολύ μεγάλη. Διότι εκείνη μεν αναδεικνύει αυτήν και λαμπροτέραν, ενώ αυτή καταισχύνει αυτήν και ενώπιον των εχθρών της, όταν δηλαδή πολεμήται υπό τα ίδια τα τέκνα της. Διότι είναι μεγάλη απόδειξις απάτης το να μεταβάλλωνται έξαφνα και να διάκεινται ως εχθροί αυτοί οι οποίοι εγεννήθησαν και ανετράφησαν μέσα εις την εκκλησίαν και έχουν γνωρίσει με ακρίβειαν τα απόρρητα της πίστεως.

Αυτά δι’ εκείνους οι οποίοι με αδιαφορίαν ακλουθούν εκείνους οι οποίοι διαιρούν την Εκκλησίαν. Διότι και αν ακόμη έχουν αντίθετον προς την Εκκλησίαν πίστιν, και δι’ αυτόν τον λόγον δεν αρμόζει εις εκείνους ν’ αναμιγνύωνται˙ εάν όμως έχουν την ιδίαν πίστιν, τότε πολύ περισσότερον δεν πρέπει να αναμιγνύωνται. Διατί άραγε; Διότι η νόσος προέρχεται από φιλαρχίαν.
Δεν γνωρίζετε τί έπαθον οι περί τους Κορέ και Δαθάν και Αβειρών; και μήπως μόνον αυτοί και όχι και οι μετά από αυτούς;

Τί λέγεις; Η ιδία πίστις είναι, ορθόδοξοι είναι και εκείνοι. Διατί λοιπόν δεν είναι μαζί με εμάς; «Ένας Κύριος, μία πίστις, ένα βάπτισμα». Εάν δε αυτά που κάνουν αυτοί είναι ορθά, τότε τα ιδικά μας είναι λανθασμένα˙ εάν δε τα ιδικά μας είναι ορθά, τότε τα ιδικά των είναι λανθασμένα. «Ώστε να μη είμεθα πλέον νήπιοι, κλονιζόμενοι και παρασυρόμενοι από κάθε άνεμον διδασκαλίας».

Ειπέ μου, νομίζεις ότι αρκεί αυτό, το να λέγης δηλαδή ότι είναι ορθόδοξοι; τα δε της χειροτονίας έφυγαν και εχάθησαν; Και ποιον το όφελος εάν αυτή δεν έγινε κατά τρόπον κανονικόν; Όπως ακριβώς λοιπόν διά την πίστιν, έτσι πρέπει να αγωνιζώμεθα και δι’ αυτήν. Διότι, εάν εις τον καθένα είναι δυνατόν να χειροτονή, όπως οι παλαιοί, και έτσι να γίνωνται ιερείς, ας γνωρίζουν όλοι, ότι εις μάτην έχει οικοδομηθή αυτό το θυσιαστήριον, εις μάτην το πλήρωμα της Εκκλησίας και το πλήθος των ιερέων˙ ας τα καταργήσωμεν αυτά και ας τα καταστρέψωμεν.
Μη γένοιτο, λέγει. Σεις τα κάνετε αυτά και λέγετε μη γένοιτο; Πως λέγεις, μη γένοιτο, την στιγμήν που έχουν γίνει ήδη; Εγώ το λέγω και το επιβεβαιώνω αποσκοπών όχι εις ιδικόν μου συμφέρον, αλλ’ εις την ιδικήν σας σωτηρίαν˙ εάν δε κάποιος αδιαφορή, αυτός θα κριθή˙ εάν δε αυτά δεν ενδιαφέρουν εις κάποιον, εμάς όμως μας ενδιαφέρουν. «Εγώ εφύτευσα», λέγει, «ο Απολλώς επότισεν, αλλ’ ο Θεός έδιδε την αύξησιν».

Πώς θα υποφέρωμεν την ειρωνείαν και τον γέλωτα των ειδωλολατρών; Διότι εάν μας κατηγορούν διά τας αιρέσεις, τί θα είπουν δι’ αυτά; Εάν η αυτή πίστις υπάρχη παντού, εάν τα ίδια μυστήρια, διατί να επιπηδά εις άλλην Εκκλησίαν κάποιος άλλος επίσκοπος; Βλέπετε, λέγει, ότι όλα τα των Χριστιανών έχουν γεμίσει από κενοδοξίαν; Και ότι υπάρχει εις αυτούς φιλαρχία και απάτη; Απογύμνωσέ τους από το πλήθος, λέγει, και δεν θα είναι τίποτε. Κτύπησε και εξολόθρευσε την νόσον, η οποία διαφθείρει τον όχλον.
5. Θέλετε να είπω αυτά τα οποία λέγουν διά την πόλιν μας; με πόσην ευκολίαν ημπορούν να μας κατηγορούν; Είναι δυνατόν, λέγει, εις όποιον θέλει να εύρη οπαδούς και δεν θα λείψουν ποτέ αυτοί. Ω, πόσον αξιογέλαστον πράγμα! πόσης εντροπής άξια είναι αυτά; Αλλά και τα άλλο είναι αξιογέλαστον και το άλλο είναι εντροπή. Αν μερικοί από εμάς κυριευθέντες από τα πιο φοβερά πράγματα, πρόκειται να υποστούν κάποιο επιτίμιον, είναι πολύς ο τρόμος και ο φόβος παντού μήπως κανείς αποσκιρτήση, λέγει, μήπως αποστατήση εις εκείνους. Χιλιάδες φορές είναι προτιμώτερον ν’ αποσκιρτήση αυτός ο οποίος είναι τέτοιος, και να είναι μαζί με εκείνους˙ δεν λέγω δι’ όσους έχουν πλανηθή, αλλ’ εάν κάποιος χωρίς να παρασυρθή ευρίσκεται εις αυτήν την κατάστασιν και θέλει να προσχωρήση εις τους αιρετικούς, ας τα κάνη. Διότι πονώ βέβαια και θρηνώ και οδύρομαι και καίγονται τα σπλάχνα μου, ωσάν να στερούμαι ιδικόν μου μέλος, όμως δεν πονώ τόσον, όσον φοβούμαι μήπως αναγκασθώ από αυτό να κάνω τίποτε που δεν πρέπει.
Δεν είμεθα κυρίαρχοι της πίστεώς μας, αγαπητοί, ούτε παραγγέλλομεν αυτά κατά τρόπον δεσποτικόν˙ έχομεν ορισθή διά την διδασκαλίαν του λόγου και όχι διά εξουσίαν ούτε διά δεσποτισμόν˙ έχομεν θέσιν συμβούλων, οι όποιοι συμβουλεύουν. Εκείνος ο οποίος συμβουλεύει λέγει την γνώμην του, χωρίς να εξαναγκάζη τον ακροατήν, αλλ’ αφήνει αυτόν ελεύθερον να προτιμήση τα λεγάμενα˙ εις τούτο μόνον είναι υπεύθυνος, αν δεν είπη αυτά τα οποία πρέπει να διδάξη. Διά τούτο και εμείς τα λέγομεν αυτά και τα διδάσκομεν, διά να μη είναι δυνατόν εις κανένα από σας την ημέραν της κρίσεως να είπη, 'Κανείς δεν μας είπεν τίποτε, κανείς δεν μας εσυμβούλευσε, δεν τα εγνωρίζαμεν, ενομίζαμεν ότι είναι μηδαμινόν το αμάρτημα’.
Διά τούτο τα λέγω και σας παρακαλώ με επιμονήν, ότι το να δημιουργήση κανείς σχίσμα εις την Εκκλησίαν δεν είναι μικρότερον κακόν από το να πέση εις αίρεσιν. Ειπέ μου, εάν κάποιος υπηρετεί υπό τας διαταγάς κάποιου βασιλέως, και δεν επήγαινε μεν με το μέρος άλλου, ούτε προσεχώρει εις άλλον βασιλέα, αλλ’ έπαιρνε το πορφυρούν ένδυμά του και το εξήπλωνε καταγής, και ολόκληρον διά περόνης το εξέσχιζεν εις πολλά τεμάχια, άραγε θα ετιμωρείτο ολιγώτερον από εκείνους οι οποίοι προσεχώρησαν εις άλλον; Τί δε, εάν μαζί με αυτό, τον ίδιον τον βασιλέα, κρατών από τον λαιμόν, τον έσφαζε και εξέσχιζεν εις κάθε μέλος το σώμα του, ποία καταδίκη θα ήτο αξία των έργων του; Εάν δε κάμνων αυτά εις τον βασιλέα ο οποίος είναι σύνδουλος, θα ετιμωρείσο με την πιο μεγάλην τιμωρίαν, εκείνος ο οποίος σφάζει και διαμελίζει τον Χριστόν, ποίας κολάσεως δεν θα είναι άξιος; Άραγε αυτής με την οποίαν απειλείται; Δεν νομίζω, αλλά άλλης πολύ πιο φοβεράς.
Να το ειπήτε αυτό όσαι παρευρίσκεσθε — διότι κυρίως αι γυναίκες έχουν αυτό το ελάττωμα — να διηγηθήτε εις όσας απουσιάζουν αυτό το παράδειγμα, να τας φοβήσετε.

Εάν μερικοί νομίζουν ότι μάς θλίβουν και μάς εκδικούνται με αυτό, ας γνωρίζουν καλώς, ότι άσκοπα τα κάνουν αυτά. Διότι εάν θέλης να μάς εκδικηθής, εγώ σου δίδω τρόπον, με τον όποιον θα ημπορέσης να εκδικηθής χωρίς να ζημιωθής˙ μάλλον δε δεν είναι δυνατόν να εκδηκηθής χωρίς να βλαβής, αλλά με μικροτέραν βλάβην˙ κτύπησέ με, πτύσε με δημοσίως όταν με συναντήσης, πλήγωσέ με. Φρίττεις εις την ακοήν αυτών των πραγμάτων; Εάν φρίττης που σου λέγω να κτυπήσης εμένα, δεν φρίττεις όταν κατασπαράσσης τον Κύριόν σου; τα μέλη του Κυρίου ξεσχίζεις και δεν τρέμεις; Οικία πατρική είναι η Εκκλησία˙ ένα σώμα και ένα Πνεύμα. Αλλά θέλεις να με πολεμήσης. Μέχρι εμένα σταμάτησε. Διατί αντί δι’ εμένα πολεμείς τον Χριστόν; μάλλον δε διατί κτυπάς επάνω εις τας πληγάς του; Βέβαια εις καμμίαν περίπτωσιν δεν είναι καλή η εκδίκησις˙ αλλά το να υβρίζης άλλον από εκείνον ο οποίος σε αδικεί είναι πολύ χειρότερον.
Από εμάς ηδικήθης; Διατί λυπείς εκείνον ο οποίος δεν σε ηδίκησεν; αυτό είναι δείγμα μεγίστης παραφροσύνης. Δεν θα το ειπώ ειρωνευόμενος αυτό το όποιον πρόκειται να είπω, ούτε τυχαίως, αλλ’ όπως το σκέπτομαι και όπως το αισθάνομαι. Διά τον καθένα από σας οι οποίοι θλίβεσθε από εμένα και εξ αιτίας αυτής της λύπης βλάπτετε τους εαυτούς σας και πορεύεσθε αλλού, θα ήθελον να πληγώσω το πρόσωπόν μου ή και να απογυμνώσω το σώμα μου διά να βασανισθή διά ράβδου, είτε δικαίως είτε αδίκως με κατηγορείτε, και εις εμένα ας επιτρέψη την οργήν να πέση, παρά να τολμούν αυτά τα οποία τολμούν. Εαν ημπορούσε να γίνη αυτό, τίποτε δεν θα ήτο, το να πάσχη τέτοια ένας μηδαμινός και ανάξιος λόγου άνθρωπος. Άλλωστε θα ημπορούσα να παρακαλέσω εγώ, ο οποίος ηδικήθην και εξυβρίσθην, τον Θεόν, και θα συνεχώρει τας αμαρτίας σας˙ όχι διότι εισακούομαι τόσον πολύ ως να είμαι άγιος, αλλ’ επειδή ο ηδικημένος, όταν παρακαλή υπέρ εκείνου ο οποίος τον ηδίκησεν, εισακούεται πολύ. «Αν αμαρτήση άνθρωπος εναντίον ανθρώπου», λέγει, «ο Θεός θα δεχθή μεσιτείαν δι’ αυτόν». Εάν δε δεν ημπορούσα να το κάνω εγώ, θα ημπορούσα να ζητήσω και να παρακαλέσω αγίους ανθρώπους και θα το έκαμνον. Τώρα όμως ποίον να παρακαλέσωμεν, αφού υβρίζομεν τον Θεόν;
Πρόσεχε ανωμαλίαν. Διότι από όσους ανήκουν εις αυτήν την εκκλησίαν, άλλοι μεν ουδέποτε προσέρχονται ή μίαν φοράν κατ’ έτος, και τότε όπως τύχη˙ άλλοι δε τακτικώτερον μεν, αλλά και αυτοί όπως τύχη, ομιλούντες και αστειευόμενοι διά το τίποτε˙ άλλοι δε, οι οποίοι φαίνονται ότι δήθεν ενδιαφέρονται, αυτοί είναι εκείνοι οι οποίοι προκαλούν αυτήν την συμφοράν. Εάν λοιπόν ενδιαφέρεσθε και φροντίζετε δι’ αυτά, καλύτερον να ταχθήτε και σεις μαζί με τους αδιαφόρους˙ μάλλον δε το καλύτερον είναι ούτε εκείνοι να είναι αμελείς, ούτε σεις τέτοιοι˙ δεν λέγω δι’ εσάς που παρευρίσκεσθε εδώ, αλλά δι’ εκείνους οι οποίοι αποσκιρτούν. Μοιχεία είναι αυτό το πράγμα. Εάν δε δεν ανέχεσαι να ακούς αυτά δι’ εκείνους, λοιπόν να μη ανέχεσαι ούτε δι’ εμάς˙ διότι το ένα από τα δύο κατ’ ανάγκην γίνεται παρανόμως. Αν μεν λοιπόν υποπτεύεσθε αυτά δι’ εμέ, είμαι έτοιμος να παραχωρήσω το αξίωμα εις όποιον θέλετε˙ μόνον η εκκλησία να είναι μία˙ εάν δε εγώ έγινα νομίμως, πείθετε εκείνους οι οποίοι έχουν αναβή παρανόμως εις τον θρόνον να αποθέσουν ό,τι δεν τους ανήκει.
Αυτά τα είπον, όχι ως προστάσσων, αλλά διά να στερεώσω και να διαφυλάξω εσάς. Επειδή ο καθένας έχει ηλικίαν και ευθύνεται διά τας πράξεις του, παρακαλώ να μη νομίζετε ανευθύνους τους εαυτούς σας, ρίπτοντες το πάν εις εμάς, διά να μη καταστρέφετε τους εαυτούς σας αυταπατώμενοι εις μάτην. Διότι θα δώσωμεν λόγον διά τας ψυχάς σας, αλλ’ όταν εμείς δεν τας επιμελούμεθα πλήρως, όταν δεν παρακαλέσωμεν, όταν δεν νουθετήσωμεν, όταν δεν ικετεύσωμεν. Μετά δε από αυτά, επιτρέψατε και εις εμέ να είπω, «είμαι αθώος από το αίμα όλων σας», και˙ «ο Θεός θα σώση την ψυχήν μου».

Είπατε ό,τι θέλετε και αναφέρατε δικαιολογημένην αιτίαν διά την οποίαν έχετε αποχωρήσει, και θα απολογηθώ. Αλλά δεν έχετε τίποτε να είπητε. Διά τούτο και παρακαλώ έστω και σάς να σταθήτε με γενναιότητα και να επαναφέρετε όσους επλανήθησαν και απεχώρησαν, διά να αναπέμψωμεν μαζί ευχαριστίαν εις τον Θεόν, διότι εις αυτόν ανήκει η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
(εκδόσεις ΕΠΕ, τόμος 20, σελ. 705-715)

Η ΚΑΥΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ.  Γεωργίου Μαντζαρίδη, καθηγητού επιτίμου Θεολογικής Θεσσαλονίκης. 
ΚΑΥΣΗ ΚΑΙ ΤΑΦΗ. 
Η καύση, όπως και η ταφή των νεκρών, δεν έχει μόνο πρακτικό, αλλά και βαθύ συμβολικό χαρακτήρα. Αντίστοιχα η προτίμηση της καύσεως ή της ταφής των νεκρών δεν εξαντλείται στο επίπεδο της λογικής, αλλά ανάγεται στο βαθύτερο είναι της υπάρξεως του ανθρώπου˙ ανάγεται στη στάση του απέναντι στο οξύτερο οριακό φαινόμενο της υπάρξεώς του, στον θάνατο. Και το νόημα που προσδίδει ο άνθρωπος στον θάνατο αποτυπώνεται στη μια ή την άλλη προτίμησή του.
Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ. 
Γίνεται λοιπόν φανερό ότι και η ταφή των νεκρών, μολονότι δεν αποτελεί δογματικό θέμα, δεν παύει να συνδέεται άμεσα με τη χριστιανική δογματική διδασκαλία. Η ανάσταση των νεκρών, στην οποία πιστεύει η Εκκλησία, δεν θα εξαρτηθεί από την ταφή ή την καύση τους. Αλλά και από την άλλη πλευρά, η ταφή των νεκρών δεν είναι άσχετη με την πίστη στην ανάσταση. H προτίμηση της ταφής και η απόρριψη της καύσεως των νεκρών συνυφαίνονται με την όλη διδασκαλία της Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον σκοπό της υπάρξεώς του.
Η ΠΡΟΤΑΞΗ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ. 
Η Εκκλησία δεν αποστρέφεται το σώμα, αλλά το τιμά. Ο άνθρωπος εικονίζει τον Θεό όχι μόνο ως ψυχή αλλά και ως σώμα. Και ο σκοπός της υπάρξεως του ανθρώπου είναι να δεχθεί μέσα του αυτόν που εικονίζει, δηλαδή τον Θεό. Όλα τα άλλα υποτάσσονται και εντάσσονται στον σκοπό αυτόν. Αν και η καύση του σώματος του ανθρώπου συμβαίνει να υπηρετεί αυτόν τον σκοπό, γίνεται όχι μόνο αποδεκτή αλλά και επιθυμητή. Έτσι οι Χριστιανοί που καταδικάζονταν στον διά πυράς θάνατο δεν τον απέφευγαν, αλλά τον υπέμεναν προσβλέποντας στην ένωσή τους με τον Χριστό(1).
ΤΙΜΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΩΜΑ. 
Αποστροφή προς το σώμα παρατηρείται στις ανατολικές θρησκείες και την ειδωλολατρία. Για την Εκκλησία το ανθρώπινο σώμα είναι ναός του Αγίου Πνεύματος(2)˙ είναι η ζωντανή Εκκλησία, μέσα στην οποία καλείται να λατρεύσει ο άνθρωπος τον Θεό. Και οι άγιοι που λάτρευσαν αληθινά τον Θεό, θεμελιώνουν με τα λείψανά τους τις κτιστές Εκκλησίες, όπου λειτουργούνται οι πιστοί. Γι’ αυτό η Εκκλησία τιμά τα λείψανα των άγιων και τα διατηρεί ως πολύτιμους θησαυρούς.
Όπου το νεκρό σώμα θεωρείται ως λείψανο, ως σεβαστό δηλαδή κατάλοιπο της ανθρώπινης υπάρξεως, είναι φυσικό να τιμάται. Εκεί και η ταφή ή στη συνέχεια η διατήρηση των οστών είναι ιερή. Άλλωστε γνωρίζουμε σήμερα ότι και τα ξερά οστά διατηρούν ζωντανή τη βιολογική ταυτότητα του νεκρού, όχι όμως η στάχτη. Όπου όμως το νεκρό ανθρώπινο σώμα αντιμετωπίζεται ως μακάβριο πτώμα, είναι φυσικό να επιδιώκεται η εξαφάνισή του. Δεν διακρίνονται σύμβολα, αλλά φυσικά αντικείμενα με χρηστική ή και χρηματιστική αξία. Με τα προβλήματα μάλιστα των μεγάλων αστικών κέντρων θεωρείται λογικότερη και πρακτικότερη η καύση των νεκρών.
ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΥΣΗ. 
Σε ολόκληρη την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης και της αδιαίρετης Χριστιανοσύνης η καύση των νεκρών αντιμετωπίζεται ως ειδωλολατρική συνήθεια και θεωρείται ως αποκρουστική πράξη. Ειδικότερα ο δια πυράς θάνατος συνδέεται στην Παλαιά Διαθήκη με ειδεχθή εγκλήματα(3) . Η Καινή Διαθήκη θεωρεί αυτονόητη την ταφή των νεκρών(4) , ενώ στην ιστορία της Εκκλησίας μόνο διώκτες της κατέφευγαν στην αποτέφρωση των σωμάτων των Χριστιανών, για να εξαφανίσουν τη μνήμη τους και να πλήξουν την ελπίδα της αναστάσεώς τους(5). Κατά τους νεώτερους μάλιστα χρόνους η καύση των νεκρών εφαρμόσθηκε και ως κάποια μορφή εξαγνισμού του κόσμου από την παρουσία τους(6).
ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ. 
Η θέληση για την εξαφάνιση ή τη διατήρηση του νεκρού σώματος στον τάφο συνδέεται άμεσα και με την όλη τοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο. Όταν κάποιος επιθυμεί να λησμονήσει τον θάνατο, είναι φυσικό να θέλει να εξαφανίσει καθετί που συνδέεται με αυτόν ή τον υπενθυμίζει. Και σε αυτό θωρακίζεται από τα σχετικά συστήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Όλα βοηθούν στην αποσιώπηση του θανάτου. Μέσα στο κλίμα αυτό είναι φυσικό να επιδιώκεται και η εξαφάνιση του νεκρού ανθρώπινου σώματος. Η ταφή στο μνήμα διατηρεί τη μνήμη όχι μόνο του νεκρού, αλλά και του θανάτου. Και για να διατηρεί κάποιος τη μνήμη αυτή, χωρίς να ταλαιπωρείται, χρειάζεται να πιστεύει στη νίκη εναντίον του θανάτου. Ο Χριστιανός πιστεύει στη νίκη αυτήν και περιμένει την ανάσταση, που άφορα ολόκληρη τη σωματοψυχική του υπόσταση (7). Όταν υπάρχει η πίστη ή η προσδοκία αυτή, τότε και η στάση απέναντι στον θάνατο και το νεκρό σώμα γίνεται ανάλογη. Και η στάση αυτή εμπνέει το ήθος που καλλιεργήθηκε επί αιώνες στον τόπο αυτόν, ενώ η καύση εισάγει νέο ήθος.
ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΗΘΟΥΣ. 
Η καύση των νεκρών δεν προσβάλλει άμεσα το δόγμα αισθήματος της αναστάσεως. Προσβάλλει όμως το αίσθημα και το ήθος που καλλιεργεί το δόγμα αυτό. Παραμορφώνει την προοπτική και την προσδοκία της Εκκλησίας για τον άνθρωπο. ’Έτσι θίγεται και το δόγμα, γιατί αυτό είναι οργανικά ενωμένο με το ήθος και τη ζωή της Εκκλησίας. Στον ελληνικό μάλιστα χώρο, όπου η καύση των νεκρών ήταν γνωστή κατά την προχριστιανική περίοδο, καθιερώθηκε από την Εκκλησία και διατηρήθηκε στη συνέχεια ως αυτονόητη η ταφή, που ήδη από τον Απόστολο Παύλο παραλληλίζεται με τη σπορά του κόκκου του σιταριού και συνδέεται με την προσδοκία της καινούργιας ζωής (8) . Όταν σβήνει η προσδοκία αυτή, χάνει και η ταφή τη συμβολική διάστασή της.
Η ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ. 
Το αίσθημα και το ήθος κάθε λαού απέναντι στους νεκρούς αποτυπώνεται και στη γλώσσα του. Και η αποτύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα, γιατί διατηρείται ζωντανή στην καθημερινή ζωή. Στην ελληνική γλώσσα ο νεκρός χαρακτηρίζεται ως κεκοιμημένος και το νεκροταφείο ως κοιμητήριο. Ποτέ δεν σκέφτεται κάποιος να κάψει αυτόν, για τον όποιο έχει το αίσθημα ότι κοιμάται, εκτός αν τον μισεί θανάσιμα. Επιπλέον ο νεκρός ονομάζεται συγχωρημένος. Και το ρήμα «πεθαίνω» έχει ως συνώνυμό του το «συγχωρούμαι». Η συγχώρηση αποτελεί μεγαλειώδη σύνθεση αισθήματος και ήθους. Ήθους, γιατί συμφιλιώνει αυτόν που συγχωρεί με αυτόν που συγχωρείται. Και αισθήματος, γιατί αυτός που συγχωρείται φιλοξενείται στον χώρο της προσωπικής ζωής αυτού που συγχωρεί. Παραμένει στη μνήμη του. Γίνονται γι’ αυτόν μνημόσυνα, και μάλιστα σε τακτά χρονικά διαστήματα, που συνδέονται παραδοσιακά με τις διάφορες φάσεις αλλοιώσεως του σώματος. Ο τάφος είναι μνήμα, δηλαδή τόπος μνήμης και επισκέψεως για όσους αγάπησαν και συγχώρησαν τον νεκρό. Έτσι εξακολουθεί να υπάρχει ως «συγχωρημένος».
ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ. 
Όταν υπάρχει το αίσθημα και το ήθος αυτό, δεν προβάλλεται θέμα χωροταξικού αδιεξόδου για την ταφή των νεκρών, όπως δεν προβάλλεται τέτοιο θέμα, όταν χρειάζεται να καλυφθούν άλλες ζωτικές ανάγκες της κοινωνίας. Η αίσθηση της ανάγκης να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη των νεκρών βρίσκει τους τόπους και τους τρόπους για την ικανοποίησή της. Η μνήμη των νεκρών θυμίζει τις ρίζες, την παράδοση, αλλά και το χρέος των ζωντανών απέναντί τους. Η λήθη των νεκρών αφήνει μετέωρη την κοινωνία των ζωντανών. Οποιαδήποτε κοινωνία, αλλά και ολόκληρη η ζωή είναι αδιανόητη χωρίς τους νεκρούς. Η γλώσσα, η θρησκεία, τα ήθη, τα έθιμα, ο πολιτισμός κληροδοτούνται από αυτούς δεν απορεί να μην αντανακλάται και σε όσα αυτοί κληροδότησαν.
ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ. 
Ειδικότερα στο αίτημα της καύσεως Ορθοδόξων υπάρχει ένα λεπτό σημείο. Μπορεί κάποιος να ζητήσει να καεί μετά τον θάνατό του. Η καύση του όμως θα πραγματοποιηθεί από ανθρώπους που θα βρίσκονται στη ζωή. Και αυτοί είναι πολύ πιθανό -και στον ορθόδοξο κόσμο ίσως βέβαιο- να έχουν αντιλήψεις που έρχονται σε αντίθεση με την επιθυμία του. Πώς λοιπόν θα υποχρεωθούν να εκπληρώσουν την επιθυμία του εκλιπόντος; Και κατά πόσο η ατομική επιθυμία εκείνου, που εδώ εκφράζει μια τοποθέτηση απέναντι στο ανθρώπινο σώμα, δεν παραβιάζει την ελευθερία της συνειδήσεως εκείνων που είναι τοποθετημένοι διαφορετικά;
Στην Ιουστινιάνεια κωδικοποίηση υπάρχει το ακόλουθο παράδειγμα. Ένας Ρωμαίος πολίτης κατέστησε κάποιον κληρονόμο του με την προϋπόθεση να ρίξει το λείψανό του στη θάλασσα. Ο κληρονόμος αρνήθηκε να το ρίξει στη θάλασσα και το ενταφίασε. Τότε εγέρθηκε θέμα διεκδικήσεως της κληρονομιάς με το αιτιολογικό ότι ο αποδέκτης δεν τήρησε τη διαθήκη, όσον αφόρα το λείψανο του διαθέτου. Το δικαστήριο θεώρησε την πράξη της απόρριψης στη θάλασσα ως ανήθικη και τη μη συμμόρφωση του κληρονόμου ως επαινετή ενέργεια, που συνάδει με τα χρηστά ήθη(9).
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ. 
Η Εκκλησία δεν επιβάλλει την πίστη και τις τελετές τοποθέτηση της σε όσους είναι ξένοι προς αυτήν. Αλλά και όσοι είναι ξένοι προς την Εκκλησία δεν πρέπει να απαιτούν από αυτήν να ευλογεί τις αυθαίρετες επιλογές τους. Η καύση του νεκρού σώματος μπορεί να επιλέγει ελεύθερα, όχι όμως και να πραγματοποιηθεί ως εκκλησιαστική πράξη. Θα μπορούσε ίσως να συνδεθεί με την πολιτική κηδεία. Η στάση όμως της Εκκλησίας απέναντί τους δεν μπορεί να μην είναι αρνητική.

1. Ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας γράφει: «Πυρ και σταυρός θηρίων τε συστάσεις... επ’ εμέ ερχέσθωσαν, μόνον ίνα Ιησού Χριστού επιτύχω». Προς Ρωμαίους 5,3.
2. Βλ. Α' Κορ. 6,19.
3. Βλ. π.χ. Γεν. 38,24. Λευιτ. 20,14. 21,9.
4. Βλ. Ιω. 5,28.
5. Βλ. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική ιστορία 5,1, 62-63.
6. Περισσότερα για την καύση των νεκρών και τη θέση της Εκκλησίας απέναντι της βλ. Ταφή ή καύση των νεκρών. Πρακτικά ημερίδος «Η καύση των νεκρών», έκδ. Κλάδου Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 2000. Ε. Δουνδουλάκη, Η καύση των νεκρών στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Θεσσαλονίκη 2003.
7. «Δει γάρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν». Α ’ Κορ. 15,53.
8. Βλ. Α' Κορ. 15,36-37.
9. Βλ. Ν. Εμμανουηλίδη, Το δίκαιο της ταφής στο Βυζάντιο, Αθήνα 1989, σ.81-2.

(Χριστιανική Ηθική τόμος Β, εκδ. Πουρναρά, δελ. 661-666)

Την ακόλουθη ιστορία μας την διηγείται ο Επίσκοπος Ελενουπόλεως Παλλάδιος.

Ο Σεραπίων ήταν Αιγύπτιος Ασκητής τελείως ακτήμων καί πολύ ελεήμων. Πολλές φορές τόν είχαν ίδει νά γυρίζη μ’ ένα σεντόνι τυλιγμένο γύρω από τό γυμνό του σώμα, γιατί τα ενδύματά του τα είχε δώσει ελεημοσύνη. ’Έτσι του έμεινε καί το όνομα Σινδόνιος.
Κάποτε πουλήθηκε σάν δούλος σ’ ένα ειδωλολάτρη ήθοποιό γιά είκοσι νομίσματα. ’Άρχισε με μεγάλη προθυμία νά υπηρετή τόν κύριόν του και όλη του την οικογένεια. ’Εργαζόταν αδιάκοπα χωρίς απαιτήσεις. Τό φαγητό του άποτελείτο μόνο από ψωμί καί νερό. Ένώ τά χέρια του δούλευαν, ό νους του ήτο απασχολημένος μέ τήν προσευχή. Τά λόγια τής Γραφής δέν έλειπαν ποτέ άπό τά χείλη του. Σκοπός του ήτο νά μεταδώση τό φως τού Χριστού στούς κυρίους του καί δέν άργησε νά τό έπιτύχη. Τούς προσείλκυσε στήν πίστι, πρώτα από όλα μέ τό παράδειγμα του χριστιανικού βίου του καί ύστερα με τή διδασκαλία του Εύαγγελίου, πού πέφτει σαν βάλσαμο παρηγοριάς στίς ταλαιπωρημένες από τήν κοσμική ματαιότητα ψυχές.
Όταν ό μίμος -έτσι έλεγαν τότε τούς ήθοποιούς -, ή σύζυγος καί τά παιδιά του έπήραν τή χάρι του Αγίου Βαπτίσματος, άφησαν τό επάγγελμά τους πού δέ συμφωνούσε πιά μέ τή νέα ζωή καί έγιναν ενεργά μέλη τής ’Εκκλησίας. Μιά μέρα πήρε ιδιαιτέρως τόν Σινδόνιο ό κύριός του καί του είπε:
— Είναι καιρός, Αδελφέ, να σου άνταποδώσω τήν εύεργεσία πού μου έκανες νά έλευθερώσης καί μένα καί τήν οικογένειά μου από τό σκοτάδι τής είδωλολατρείας. Πάρε καί σύ γιά αντάλλαγμα τήν ελευθερία σου.
Τότε ό Σινδόνιος κατάλαβε πώς είχε έλθει ή ώρα νά του
αποκάλυψη τήν αλήθεια. Του είπε λοιπόν πώς δέν ήτο δούλος καί πώς μέ τήν θέλησί του πουλήθηκε σ’ αυτόν, γιά νά τόν όδηγήση στόν Χριστό.
— Αφού έπλήρωσε ό Θεός τήν επιθυμία μου, άς πάω τώρα νά βοηθήσω κι’ άλλους.
Έπέστρεψε τά είκοσι νομίσματα στόν κύριό του καί έφυγε για άλλη χώρα. Εκεί πουλήθηκε σέ οικογένεια αιρετικών. Μέ τόν ίδιο τρόπο έφερε κι’ αύτήν πολύ γρήγορα στους κόλπους τής Εκκλησίας.
Μέχρι τέλους τής ζωής του ο Σινδόνιος υπηρετούσε σωματικά καί ψυχικά τούς συνανθρώπους του.


(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 17-19)

Τι λέγει όμως για τα παπικά αυτά δόγματα η «Κατήχησις της Καθολικής Εκκλησίας (έκδ. Βατικανό-Κάκτος 1996); Παραθέτουμε μερικές παραγράφους, που ανήκουν στην «Παράγραφο» (=Κεφάλαιον) 4, με τίτλο «Οι πιστοί του Χριστού – Ιεραρχία, Λαϊκοί, αφιερωμένη ζωή»;  (οι υπογραμμίσεις του π. Γεωργίου Μεταλληνού)
Ο Σύλλογος των Επισκόπων και ο Αρχηγός του, ο Πάπας.
880. Ο Χριστός «συγκρότησε τους δώδεκα (Αποστόλους) υπό μορφή Συλλόγου, δηλαδή σταθερού σώματος, επικεφαλής του οποίου τοποθέτησε τον Πέτρο, που τον διάλεξε ανάμεσά τους». «Όπως ο Άγιος Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου, αποτελούν ένα και μόνο αποστολικό σύλλογο, έτσι και ο επίσκοπος Ρώμης, διάδοχος του Πέτρου, και οι επίσκοποι, διάδοχοι των Αποστόλων, σχηματίζουν μεταξύ τους ένα σύνολο».
881. Ο Κύριος μόνο τον Σίμωνα, στον οποίο έδωσε το όνομα Πέτρος, τον έκανε την πέτρα της Εκκλησίας Του. Σ’ αυτόν εμπιστεύθηκε τα κλειδιά, τον όρισε ποιμένα όλου του ποιμνίου. «Αλλά αυτό το αξίωμα να δένει και να λύνει, που δόθηκε στον Πέτρο, δόθηκε επίσης χωρίς καμιά αμφιβολία, στο σύλλογο των Αποστόλων, ενωμένων με τον αρχηγό τους». Το ποιμαντικό αυτό καθήκον του Πέτρου και των άλλων Αποστόλων ανήκει στα θεμέλια της εκκλησίας και συνεχίζεται από τους επισκόπους κάτω από το πρωτείο του Πάπα.
882. Ο Πάπας, επίσκοπος Ρώμης και διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, «είναι η αιώνια και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας, που συνδέει τόσο τους επισκόπους μεταξύ τους όσο και το πλήθος των πιστών». «Πραγματικά, ο επίσκοπος Ρώμης με το αξίωμά του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ως ποιμένας όλης της Εκκλησία, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί».
883. «Ο σύλλογος ή το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία, αν δεν βρίσκεται σε κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης, ως αρχηγό του». Ο ίδιος αυτός σύλλογος «είναι επίσης φορέας της υπέρτατης και πλήρους εξουσίας μέσα στην παγκόσμια Εκκλησία, την οποία όμως δεν μπορεί να ασκεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του επισκόπου Ρώμης».
884. «Ο σύλλογος των επισκόπων ασκεί την εξουσία πάνω σε όλη την Εκκλησία με επίσημο τρόπο στην Οικουμενική Σύνοδο». «Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος αν δεν επικυρωθεί, ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από το διάδοχο του Πέτρου».
885. «Ο σύλλογος αυτός, με την πολλαπλή του σύνθεση, εκφράζει την ποικιλία και την παγκοσμιότητα του λαού του Θεού και, με τη συνάθροισή του κάτω από έναν αρχηγό, εκφράζει την ενότητα του ποιμνίου του Χριστού» (…).
890. (…) Το ποιμαντικό καθήκον του Διδακτικού Σώματος έγκειται στην επαγρύπνηση, ώστε ο Λαός του Θεού να παραμένει στην αλήθεια, η οποία ελευθερώνει. Για να εκπληρώνουν αυτή την υπηρεσία, οι ποιμένες της Εκκλησίας προικίσθηκαν από τον Χριστό με το χάρισμα του αλάθητου σε θέματα πίστεως και ηθών. Η άσκηση αυτού του χαρίσματος μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους.
891. «Αυτό το αλάθητο έχει ο επίσκοπος Ρώμης, κεφαλή του συλλόγου των επισκόπων, χάρη στο αξίωμά του, όταν, σαν πρώτος ποιμένας μαζί με το διάδοχο του Πέτρου, ασκούν το ύψιστο διδακτικό τους αξίωμα», προπάντων στην Οικουμενική Σύνοδο. «Όταν, με το υπέρτατο Διδακτικό της Σώμα, η Εκκλησία προτείνει μια αλήθεια «να την πιστεύσουμε ως αποκαλυμμένη από τον Θεό» και σαν διδασκαλία του Χριστού, «οφείλουμε να παραδεχθούμε μέσα στην υπακοή της πίστεως αυτούς τους ορισμούς». Το αλάθητο αυτό επεκτείνεται στις ίδιες διαστάσεις, όπου επεκτείνεται και η παρακαταθήκη της θεϊκής Αποκαλύψεως.
892. Η θεϊκή συμπαράσταση προσφέρεται επίσης στους διαδόχους των Αποστόλων, όταν διδάσκουν ενωμένοι με το διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, και ιδιαίτερο τρόπο προσφέρεται στον επίσκοπο Ρώμης, ποιμένα όλης της Εκκλησίας (…).
895. «Η εξουσία αυτή, που την ασκούν προσωπικά στο όνομα του Χριστού, είναι δική τους, τακτική και άμεση, έστω και αν η άσκησή της ρυθμίζεται τελικά από την ανώτατη εξουσία της Εκκλησίας». Αλλά δεν πρέπει να θεωρούνται οι επίσκοποι ως αντιπρόσωποι του Πάπα, του οποίου η τακτική και άμεση εξουσία σε όλη την Εκκλησία δεν εκμηδενίζει, αλλ’ αντίθετα επιβεβαιώνει και προστατεύει την εξουσία των επισκόπων. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται σε κοινωνία με όλη την Εκκλησία υπό την καθοδήγηση του Πάπα».
Καταγράφουμε τις βασικότερες επισημάνσεις μας:
1. Το πρωτείον του Πάπα εξακολουθεί να στηρίζεται στον Άγιο Πέτρο.
2. Θεμέλιο της ενότητας «αιώνιο και ορατό» είναι ο Πάπας.
3. Ο Πάπας μένει «αντιπρόσωπος του Χριστού» και ποιμένας ΟΛΗΣ της Εκκλησίας, με «υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία» (Episcopus Universalis).
4. Ο Πάπας υπέρκειται των Οικουμενικών Συνόδων.
5. Ο Πάπας έχει –κατ’ εξοχήν- το αλάθητον ως «κεφαλή» όλων των Επισκόπων και «πρώτος ποιμένας» της Εκκλησίας.
6. Όλα τελούνται (από τους Επισκόπους) «υπό την καθοδήγηση του Πάπα».


(στο βιβλίο: «Αγωνιστικά…» π. Γεωργίου Μεταλληνού, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 152-155)

(Ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Στυλιανός Παπαδόπουλος, εξέχων Πατρολόγος, για 10 χρόνια συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας μας στους επισήμους Διαλόγους με Παπικούς και Προτεστάντες. Εδώ εκθέτει τα συμπεράσματα της πολυετούς εμπειρίας του. Οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Οι Διάλογοι: Αυτονόητοι, αναποτελεσματικοί και προβληματικοί
Ριζική πρόκληση στην εποχή μας και άρα πρόβλημα σοβαρό για την Εκκλησία και τη θεολογία της απέβησαν και οι Διάλογοι: Διορθόδοξοι, Διαχριστιανικοί και Διαθρησκειακοί. Από τα μέσα ήδη του 20ου αιώνα, πύκνωσαν τόσο πολύ και επιβλήθηκαν στη συνείδηση πάντων τόσο πειστικά, που πλέον η συμμετοχή σε Διαλόγους θεωρείται αυτονόητη.
Έτσι, και η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετέχει σχεδόν σε όλους τους Διαλόγους, τους οποίους συνδιοργανώνει και διεξάγει με χριστιανικές Ομολογίες ή με άλλες θρησκείες. Συχνά πυκνά, όμως, η Εκκλησία μας αντιμετωπίζει διλήμματα και προβληματίζεται έντονα για τους Διαλόγους αυτούς. Στην αναποτελεσματικότητα και στις ενδογενείς αδυναμίες εστιάζονται οι λόγοι του προβληματισμού και των διλημμάτων.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα των Διαλόγων σχετίζεται με τους διαλεγομένους Ορθόδοξους, που εκπροσωπούν τις τοπικές αυτοκέφαλες Εκκλησίες τους. Πολλοί από αυτούς, επιλεγόμενοι χωρίς ορθά κριτήρια από τις τοπικές Συνόδους, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τους συνομιλητές τους, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της Ορθοδοξίας να είναι πολύ μειωμένη. Αλλά και οι λίγοι που είναι μελετημένοι και ικανοί και αποφασιστικοί εκφραστές της Ορθόδοξης θεολογίας, δεν επαρκούν για δύο λόγους.

Πρώτον διότι οι συνδιαλεγόμενοι μαζί τους (όπως γνωρίζω προσωπικά για την περίπτωση των Ρωμαιοκαθολικών) είναι σε μεγάλη πλειοψηφία επιλεγμένοι διακεκριμένοι θεολόγοι. Δεύτερον, διότι οι Ορθόδοξοι (μέλη Διαλόγων) ούτε μεταξύ τους για δύο τρεις ημέρες έχουν από κοινού επεξεργασθεί τα προς συζήτηση θέματα, ούτε στην έδρα κάθε Ορθόδοξης Εκκλησίας υπάρχει κάποια θεολογική ομάδα, στην οποία ο Ορθόδοξος να μπορεί να ζητήσει βοήθεια-συμβουλή, εάν βρεθεί σε δύσκολη θέση κατά τις απρόβλεπτες, συχνά, εξελίξεις στην πορεία των συζητήσεων.
Η αναποτελεσματικότητα συνδέεται ακόμα με τρία στοιχεία. Πρώτον, με τη σταθερή εμμονή των διαλεγομένων εταίρων μας στη διδασκαλία και στις απόψεις της Ομολογίας ή της θρησκείας τους. Δεν συνέβη, μέχρι σήμερα, κάποια Ομολογία να δεχτεί να εγκαταλείψει στοιχείο της διδασκαλίας της ως αποτέλεσμα των θεολογικών συζητήσεων στο πλαίσιο Διαλόγου με Ορθόδοξους. Κάποιες ίσως δευτερεύουσες και πρακτικές μόνο πλευρές δυνατόν να δέχτηκαν οι εταίροι μας ν’ αλλάξουν· ποτέ στοιχείο της διδασκαλίας τους, στο οποίο, βέβαια, εμείς επιθυμούμε να αλλάξουν.
Δεύτερον, η αναποτελεσματικότητα συνδέεται με τον φονταμενταλισμό (θεμελιοκρατία). Αυτός, δηλαδή, ο κάθε φορέας του, ένεκα του φανατισμού, αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να ασκήσει πραγματική θεολογία, από την οποία και μόνο μπορούμε να ελπίσουμε πρόοδο σε θεολογική συζήτηση και, φυσικά, υποχώρηση από κάποια άποψη.
Τρίτον, η τυχόν συγκρητιστική διάθεση μελών μιας Ομολογίας (χριστιανικής-προτεσταντικής-αγγλικανικής) οδηγεί επίσης σε αναποτελεσματικότητα. Έχει μικρή και μόνο σχετική σημασία η αποδοχή, π.χ., από κάποια τέτοια ομολογιακή ομάδα μιας Ορθόδοξης διδασκαλίας, διότι παράλληλα η ίδια ομολογιακή ομάδα μπορεί να δεχθεί άλλη διδασκαλία άλλης Ομολογίας, ανατρεπτική εκείνης που δέχτηκε από τους Ορθοδόξους. Αυτό, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι δυνατόν, επειδή εκλαμβάνονται ως σχετικά τα δόγματα της Εκκλησίας και συνήθως προϋποτίθεται η θεωρία των κλάδων (ότι όλες οι Ομολογίες κατέχουν μέρος αλήθειας). Η θεωρία αυτή, που εκτρέφει ανομολόγητα συγκρητιστικές διαθέσεις αλλά και την ανοχή-ανεκτικότητα (tolerance), δεν χωράει στο πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανοχή αυτή στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπερβαίνεται και αποβαίνει θετική στάση. Ο γνήσιος Ορθόδοξος οφείλει όχι απλώς ν’ ανέχεται, αλλά και να αγαπάει τα μέλη οποιασδήποτε Ομολογίας ή θρησκείας, ενώ δεν παραλείπει να εξηγεί την πίστη του, δείχνοντας το που σφάλλουν οι άλλοι. Και φαίνεται ότι το έσχατο, το περισσότερο, που επιδιώκει σήμερα η Οικουμενική κίνηση, στους κόλπους της οποίας διεξάγονται ποικίλλοι Διάλογοι, είναι η ανοχή, η tolerance. Αυτή όμως δεν είναι καθαυτό χριστιανική αρετή, στοιχείο γνήσια θετικό. Είναι μόνο ανθρώπινο μέτρο.
Θείο μέτρο, εδώ, και αρετή χριστιανική είναι η αγάπη, με την οποία μόνο υπερβαίνεται το μίσος και η αποστροφή. Δυστυχώς όμως για την Οικουμενική Κίνηση, που απορροφά σήμερα τεράστιες πνευματικές δυνάμεις, η αγάπη δεν μπορεί ν’ αποτελέσει επίτευγμά της, διότι η αγάπη εξαρτάται μόνο από την αλήθεια, γεννιέται μόνο όπου βιώνεται η αλήθεια. Μόνο αυτοί που αγωνίζονται για την αποκεκαλυμμένη αλήθεια, αυτοί που την ζουν με συνέπεια, είναι δυνατό να πραγματώσουν την αρετή της αγάπης.
Στο κλίμα της θεωρίας των κλάδων φυτεύθηκε άνετα και η φιλοσοφικοκοινωνιολογικής προελεύσεως θεωρία της ετερότητας (ή της νομιμοποιήσεως της διαφορετικότητας) που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: στην αποδοχή -στο χώρο της Εκκλησίας- κάθε είδους δογματικής-θεολογικής παρεκκλίσεως και κακοδοξίας.

Ενότητα, θεολογία και αλήθεια
Είναι φανερό πως η αρετή της αγάπης είναι θεολογική αρετή. Και στην Οικουμενική Κίνηση η θεολογία δεν είναι στα πρώτα desiderata. Εκεί σχετικοποιείται το γεγονός της αληθείας και κατ’ ανάγκην η θεολογία είναι υποτονική. Και όσο θα υποχωρεί η θεολογία, τόσο θα προχωρεί η διάσπαση.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στη Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, που έγινε στο Βανκούβερ του Καναδά το 1983, οι δογματικοθεολογικές διαφορές κατακυρώθηκαν ως νόμιμες, θεσμοθετήθηκαν σχεδόν, δεν θεωρήθηκαν εμπόδιο για την ενότητα (δεν πρόκειται εδώ για τις τοπικές παραδόσεις, τα έθιμα και τις πρακτικές κάθε τοπικής Εκκλησίας).
 Διαμαρτύρονται συνήθως οι Προτεστάντες του Συμβουλίου Εκκλησιών για την επιφυλακτικότητα των Ορθοδόξων έναντι του Συμβουλίου τούτου. Δεν θέλουν, όμως, να καταλάβουν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το Συμβούλιο αδιαφορεί για την ενότητα στην αλήθεια. Από σκοπός που αρχικά υπήρξε «η ενότητα εν τη αληθεία», το ενδιαφέρον για την αλήθεια απέβη μόνο περιθωριακό.
Ενδεικτικό της ενδογενούς και κατανοητής θεολογικά νοοτροπίας του Συμβουλίου Εκκλησιών, όπου κυριαρχεί το προτεσταντικό πνεύμα, είναι ότι δεν ενοχλείται από την πολυδιάσπαση των προτεσταντικών Ομολογιών. Κάθε νέα Ομολογία, όσο ακραία και κατ’ ουσίαν αντιτριαδική και αντιευαγγελική και αν είναι, γίνεται δεκτή στους κόλπους του ως ισότιμο μέλος. Αυτό δείχνει για τον οποιοδήποτε Ορθόδοξο θλιβερή κι εφάμαρτη αδιαφορία για την αλήθεια.
Έτσι, ενώ από τις αρχές του 20ου αιώνα δημιουργήθηκε η Οικουμενική Κίνηση προς επιδίωξη της ενότητας «εν τη αληθεία», στο τέλος ακριβώς του ίδιου αιώνα και στην ανατολή του επομένου, επικυρώνεται η αδιαφορία για την αλήθεια, εφόσον, καθώς νομίζουμε, μπορούμε να έχουμε ενότητα με διαφορετική πίστη, με διαφορετικές «αλήθειες». Και δεν έχουμε ούτε τον στοιχειώδη ρεαλισμό, για να καταλάβουμε ότι πραγματική ενότητα εξασφαλίζεται μόνο στην αλήθεια, η οποία όμως είναι μία. Η αλήθεια είναι Μυστήριο και, αφού μας φανερώνεται-αποκαλύπτεται από τον ίδιο τον Θεό, οφείλουμε να μετέχουμε σ’ αυτήν -και μόνο σ’ αυτήν- ρεαλιστικά. Επομένως, όσο αδιαφορούμε για την ενότητα «εν τη αληθεία», ενότητα δεν θα έχουμε. Ο Θεός που φανερώνει -σε όσους επιζητούν- την αλήθεια, Αυτός παρέχει και την αληθινή ενότητα. Κάθε άλλη ενότητα μένει ανέρειστη, επιφανειακή, μη πραγματική.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί εμφαντικά και η παραχώρηση, την οποία οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έκαναν και κάνουν προς το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών. Ο θεμελιακά προτεσταντικός αυτός οργανισμός αυτοχαρακτηρίσθηκε «Συμβούλιο Εκκλησιών» και εμείς οι Ορθόδοξοι δεχθήκαμε να μετάσχουμε σ’ αυτόν, μολονότι φρονούμε πως οι προτεσταντικές Ομολογίες-Κοινότητες, που κυρίως το συγκροτούν, δεν είναι πράγματι εκκλησίες.
Και όχι μόνο. Η πλειονότητα των Ομολογιών-μελών του Συμβουλίου τούτου δεν έχουν και δεν θέλουνε να έχουν στον τίτλο τους τον όρο «Εκκλησία». Αντιλαμβάνεται ο καλόπιστος συζητητής πόσο μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι Ορθόδοξοι για την ενότητα της Εκκλησίας, ώστε να φτάνουνε στο σημείο να παρακάθηνται με χριστιανούς, που αρνούνται ακόμα και την λέξη «Εκκλησία». Πρόκειται για μεγαλειώδη ταπείνωση, για θαυμαστή κένωση, στην οποία μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία αντέχει να προβεί. Και συμπεριφέρεται η Εκκλησία μας έτσι, ενώ ούτε συγκρητιστικές, ούτε φονταμενταλιστικές τάσεις έχει. Η αληθινή αγάπη της για την αλήθεια την οδηγεί στους Διαλόγους, μολονότι έχει πάντα το αίσθημα της αποκλειστικότητας για την αλήθειά της.

Προϋποθέσεις  του «ίνα πάντες εν ώσιν»
Η παραπάνω διαπίστωση, αναφορικά με τα προβλήματα που οι Ορθόδοξοι έχουμε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο, φαίνεται και είναι απογοητευτική: όσο σ’ αυτό θα υποχωρεί η γνήσια θεολογία, τόσο η ποθούμενη ενότητα θα απομακρύνεται ακόμη και ως όραμα. Δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι οι Ορθόδοξοι δεν έχουνε λόγο να αναλίσκονται σε οικουμενικές συνάξεις μόνο και μόνο για να συνηθίσουν να ανέχονται τους συνανθρώπους. Προσπαθούν κάτι πολύ περισσότερο, να τους αγαπούν. Έτσι, όσο θα βεβαιώνονται οι Ορθόδοξοι ότι το Συμβούλιο Εκκλησιών αδιαφορεί για την «εν αληθεία» ενότητα, τόσο θ’ αποστασιοποιούνται από αυτό.  Ίσως να φτάσουν και σε γενικότερη αποχώρηση - γιατί δύο τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουνε ήδη αποχωρήσει. Τώρα μάλιστα, κάτι τέτοιο είναι ευκολότερο. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών ελευθερώθηκαν από τα δεσμά τυραννικών καθεστώτων (κομμουνιστικών) και είναι περισσότερο αυτόβουλες και ελεύθερες στις κινήσεις τους.
Επιγραμματικά υπενθυμίζουμε τη θεολογική θέση των Ορθοδόξων, ότι ενότητα εξασφαλίζεται-γεννιέται μόνο από τη θεία αλήθεια. Ο πολύμορφος και πολυδιασπασμένος προτεσταντικός κόσμος, έχοντας πανίσχυρο λόγω στις δυτικές κοινωνίες (εκεί δηλαδή όπου οι Ορθόδοξοι δεν έχουνε ισχυρό λόγο) τυμπανίζει per terra per mare το ενδιαφέρον του για την ενότητα και προβάλλει την πιστότητα στους λόγους του Κυρίου «ίνα ώσιν εν» (Ιωάν. 17: 11 και 22). Εμείς, όμως, οφείλουμε να του υπενθυμίζουμε το πλήρες τούτο Κυριακό λόγιο, που έχει ως εξής: «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν». Ζητάει ο Ιησούς Χριστός από τον Θεό Πατέρα να «τηρήση», να βοηθήσει, τους Αποστόλους και όλους τους πιστούς, ώστε να είναι «εν», να έχουν ενότητα. Το «εν» όμως τούτο έχει συγκεκριμένο υπόδειγμα και μέτρο: την ενότητα που έχει ο Υιός με τον Πατέρα («καθώς ημείς»). Ο Υιός και ο Πατέρας έχουνε την αυτή θεία φύση, την αυτή  θεία βουλή, την αυτή θεία ενέργεια και θέληση. Όλα τους είναι κοινά, μολονότι αποτελούν ιδιαίτερες υποστάσεις-πρόσωπα. Γι’ αυτό και, όταν οι Ορθόδοξοι μιλάμε για ενότητα, πιστεύοντας απόλυτα στη Γραφή, ζητάμε ενότητα και στην αλήθεια. Όπως δεν νοείται άλλη φύση να έχει ο Πατέρας και άλλη ο Υιός, ή άλλο να θέλει ο Πατέρας και άλλο ο Υιός, έτσι κι εμείς επιδίωξη πρέπει να έχουμε την ενότητα στην αλήθεια, στη διδασκαλία, ανεξάρτητα από το πόσο εκάστοτε την πραγματώνουμε.

Γιατί μένουμε στους Διαλόγους
Σε όλα όσα παραπάνω εκθέσαμε υπάρχει μία πολύ σοβαρή ένσταση: Ωραία, ο θεολογικός διάλογος στους κόλπους του Συμβουλίου Εκκλησιών και πολύ περισσότερο ο διαθρησκειακός διάλογος δεν φαίνεται, προσωρινά τουλάχιστον, να έχουνε προοπτική. Πρέπει, λοιπόν, ν’ αποχωρήσουμε από τέτοια διεθνή και διμερή κέντρα; Δεν έχουμε κάποιο σοβαρό λόγο, που να επιβάλλει την εκεί Ορθόδοξη παρουσία;
 Το δίλημμα, χωρίς αμφιβολία, είναι αδυσώπητο. Και αυτό, διότι, παρά την απογοήτευσή μας, δεν γνωρίζω εάν έχουμε δικαίωμα ν’ αποσύρουμε τον Ορθόδοξο λόγο, την Ορθόδοξη φωνή, από την οποιαδήποτε διεθνή, διμερή ή πολυμερή σύναξη· εκεί όπου καθ’ οιονδήποτε τρόπο συζητούνται, απροϋπόθετα έστω, πνευματικά ζητήματα. Σε περιπτώσεις όπου η απουσία Ορθοδόξων εκπροσώπων και Ορθοδόξου λόγου, έστω και ασθενικού, κριθεί προτιμότερη και ωφελιμότερη από την παρουσία, τότε οφείλουμε αμέσως ν’ αποχωρήσουμε. Φοβάμαι, όμως, ότι για τέτοιο δικαίωμα δεν θα πείσουμε τους εαυτούς μας, όσο απαιτητικοί και αν είμαστε για τις προϋποθέσεις, που επιθυμούμε να υπάρχουν στους διάφορους Διαλόγους.
Όσο το δικαίωμα της αποχωρήσεως είναι δίλημμα, τόσο ο μονόδρομος του καθήκοντος προβάλλει επιτακτικός: να γινόμαστε όλο και πιο ικανοί, όλο και πιο γνήσιοι Ορθόδοξοι, ώστε ν’ αρθρώνουμε Ορθόδοξο λόγο ακόμα και στις πιο απρόσφορες διεθνείς συνάξεις. Να προσθέσουμε, ακόμα, ότι και η ελάχιστη ελπίδα για επίτευξη ανοχής, μέσω των διαχριστιανικών Διαλόγων, ή στοιχειώδους ειρήνης, μέσω των διαθρησκειακών Διαλόγων, δεν μπορεί να περιφρονηθεί.
Εάν με τους Διαλόγους επιτυγχάνεται, σε μικρό έστω βαθμό, ο περιορισμός των ουνιτικών προσπαθειών και του αθέμιτου προσηλυτισμού, δεν μας επιτρέπεται ν’ αδιαφορήσουμε. Εάν ο Διάλογος με τους μουσουλμάνους συντελέσει σε στοιχειώδη εκ μέρους τους ανοχή προς τους χριστιανούς, είναι και αυτό κάτι για το οποίο δεν πρέπει ν’ αδιαφορήσουμε. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι η ελευθερία των χριστιανών να ασκούν δημόσια -ενίοτε και ιδιωτικά- τα λατρευτικά τους καθήκοντα είναι ανύπαρκτη ή πολύ προβληματική σε μουσουλμανικές χώρες (Σαουδαραβία, Ιράκ, Ιράν κ. ά.).  Οι αποκλεισμοί εκεί και οι δολοφονίες είναι πολύ συνηθισμένα φαινόμενα. Και αν τολμήσει κάποιος μουσουλμάνος να γίνει χριστιανός, οι πρώην ομόθρησκοί του αισθάνονται καθήκον τους να τον σκοτώσουν. Αντίθετα, στις δυτικές χώρες κανένας μουσουλμάνος δεν κινδυνεύει από κανέναν και για τίποτα. Και ακόμη περισσότερο, οι δυτικοί που ασπάζονται το Ισλάμ είναι πολλοί και όλοι τους ζουν ακίνδυνα και άνετα στο περιβάλλον τους.
Δεν πρέπει να λησμονάμε ότι, σήμερα, η παγκόσμια κοινωνία ζει εν διαλόγω, μολονότι αυτό ισχύει μόνο θεωρητικά. Στην πραγματικότητα, ο διάλογος γίνεται προπέτασμα και σπάνια είναι ειλικρινής. Εμείς, μολονότι γνωρίζουμε την ψευδεπίγραφη κατάσταση του διαλόγου, δεν έχουμε άλλο τρόπο προσεγγίσεως του κόσμου. Όπλο μας είναι μόνο ο λόγος. Και, αφού, έστω προφασιστικά, ο τρόπος υπάρξεως (modus vivendi) του κόσμου είναι διαλογικός, εμείς μετέχουμε, προσπαθώντας τουλάχιστον να εξασφαλίσουμε, όσο γίνεται ειλικρίνεια από τους άλλους και ετοιμότητα από τους εαυτούς μας.
Ριζικότερος όμως λόγος της παραμονής μας στους Διαλόγους είναι η πλήρης αδυναμία μας να γνωρίζουμε: πότε ο Θεός θα φωτίσει τους συνομιλητές μας να κατανοήσουνε την αλήθεια που ευαγγελιζόμαστε και πότε εμάς τους ίδιους θα φωτίσει και ικανώσει ο Θεός, ώστε στις συζητήσεις και ανταμώσεις μας να είμαστε όσο πρέπει αυθεντικά Ορθόδοξοι και πειστικοί. Ούτε το ένα γνωρίζουμε ούτε το άλλο. Βέβαιοι μόνο είμαστε για την απουσία όσο καλής θελήσεως χρειάζεται από την πλευρά των μη Ορθοδόξων και για την αδυναμία των Ορθοδόξων, να παρουσιάζουμε γνήσια την πίστη μας. Προπαντός να μην συνυπογράφουμε κείμενα, που δεν εκπροσωπούν απόλυτα τη διδασκαλία μας.

Εμείς  διαλεγόμενοι: ετοιμότητα και ανετοιμότητα
Έθος ισχυρό και αμαρτία μεγάλη είναι ότι, σκεπτόμενοι και μιλώντας για προβλήματα που οφείλουμε ν’ αντιμετωπίσουμε, σταματάμε σε ό,τι προσκομματικά μας δημιουργεί ο περιβάλλων κόσμος, οι άλλοι. Ασχολούμεθα μόνο με τα προβλήματα που έρχονται έξωθεν. Σπάνια ή ποτέ και με τα προβλήματα που οφείλονται σε μας τους ίδιους, στους θεολόγους η θεολογούντες της Εκκλησίας. Αυτά όμως είναι τα δυσχερέστερα, διότι απαιτούν υπέρβαση του εαυτού μας, των θεολόγων της Εκκλησίας.
 Η διαλογική σχέση, πάντοτε και τώρα, του θεολόγου της Εκκλησίας είναι αυτονόητη, αναγκαία και πολλαπλή. Διαλέγεται και συζητάει με τον εαυτό του. Ο ίδιος, δηλαδή, είναι ο πρώτος που πρέπει να θέτει στον εαυτό του, για τον εαυτό του, ερωτήματα. Επομένως ο θεολόγος γίνεται αυτός το πρώτο πρόβλημα στον εαυτό του. Το άμεσο, έπειτα, περιβάλλον του, το ακροατήριο ή το ποίμνιό του, ερωτά συνεχώς και πιέζει γι’ απαντήσεις πίστεως και αληθείας, δηλαδή ζωής και θανάτου. Πρόβλημα, λοιπόν, μέγα η πνευματική ετοιμότητα, η περιουσία εμπειρίας της αληθείας και του μυστηρίου της Εκκλησίας και της Παραδόσεώς της.
Ακριβώς εδώ, στην ετοιμότητα και στην περιουσία, οι πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι αποδεικνυόμαστε πολύ συχνά ελλειμματικοί. Ο ελλειμματίας θεολόγος είναι σύνηθες φαινόμενο. Βέβαια, τέλοιος και άριστος κανείς δεν μπορεί να γίνει, αφού η αλήθεια, την οποία καλείται να βιώσει, να εκφράσει και να αναλύσει, είναι άπειρη και ο άνθρωπος, ακόμη και ο πιο φωτισμένος, είναι πεπερασμένος. Όμως, μπορεί ν’ απαιτηθεί η συνεχής εγρήγορση του θεολόγου έτσι, ώστε να μπορεί, τουλάχιστον, να εκφράσει αυθεντικά την ήδη προηγηθείσα θεολογική διεργασία στη ζωή της Εκκλησίας.
Η μειωμένη ετοιμότητα των θεολογούντων εμφανίζεται ποικιλότροπα. Σύνηθες είναι, αντί κατά περίπτωση να σκύβουν στα προβλήματα και να προσπαθούν ν’ αρθρώσουν γνήσιο θεολογικό λόγο με τη βοήθεια και του Αγίου Πνεύματος, να καταφεύγουν σε εγκώμια της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της θεολογίας της, ν’ αποφαίνονται για την επιστροφή στους Πατέρες και να βγάζουν κορώνες για την «αποφατική θεολογία».
Πολλοί, αν πιεσθούν και αν πρέπει αναγκαστικά να μιλήσουνε κάπως ευρύτερα για θεολογικά ζητήματα, καταφεύγουνε στην κλασική πλέον λύση: κατακεραυνώνουν και φορτώνουν όλα τα στραβά στην επικατάρατη Δύση, στη σχολαστική της θεολογία, στην ουσιοκρατία των δυτικών θεολόγων και φιλοσόφων. Καταδικάζοντας όλα αυτά -που φυσικά είναι για καταδίκη- με θαυμαστό βερμπαλισμό, νιώθουν ικανοποιημένοι ότι επιτέλεσαν το καθήκον τους ως θεολόγοι και μάλιστα Ορθόδοξοι. Στην πραγματικότητα, καταπολεμώντας τη δυτική γενικά θεολογία, χρησιμοποιούν τα όπλα και τη νοοτροπία της. Οι πολέμιοί της, δηλαδή, προϋποθέτουνε συχνά κάποια συγγένεια με αυτήν, αδιόρατη Και ανομολόγητη, φυσικά.
Έτσι, όμως, οι θεολόγοι, απορροφημένοι (υπεκφεύγοντας δηλαδή το ερευνητικό και δημιουργικό θεολογικό έργο) από την αντιρρητική ρητορεία, ούτε την Ορθόδοξη θεολογία προάγουν ούτε στη λύση των προβλημάτων συμβάλλουν, αλλ’ ούτε αναιρούν πειστικά τη δυτική θεολογία. Η αναίρεση στο πλαίσιο της θεολογίας επιτυγχάνεται μόνο με την πειστική κατάδειξη της αληθείας, κάτι που συνήθως δεν γίνεται. Η αναίρεση της κακοδοξίας είναι επιφαινόμενο. Έρχεται μόνη της, μόλις επιτευχθεί η κατάδειξη της αληθείας.
Ιδιαίτερα στους Διαλόγους με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τις προτεσταντικές Ομολογίες τα δημιουργημένα προβλήματα οφείλονται κυρίως σ’ εμάς τους Ορθόδοξους, στην ανετοιμότητά μας και στην αφελή μας ενδοτικότητα. Τούτο δεν σημαίνει ότι αυτοί που στους Διαλόγους εκπροσωπούν την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι κακόδοξοι. Όχι! Σημαίνει μόνον ότι σε κάποιες κρίσιμες περιπτώσεις δεν κατορθώνουν -όταν και όσο δεν κατορθώνουν- να γίνουν οι αυθεντικοί εκφραστές και υποστηρικτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας και Παραδόσεως.
Αναφέρουμε δύο παραδείγματα-γεγονότα:
Ο επίσημα οργανωμένος Διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς άρχισε το 1980 (έλαβα σ’ αυτόν μέρος για δέκα σχεδόν έτη) και συντάχθηκε σειρά κειμένων, μερικά των οποίων είναι κοινά (Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών), κάτι που σημαίνει ότι οι διαλεγόμενοι συμφωνούν στο περιεχόμενό τους. Στα κείμενα, λοιπόν, αυτά (ούτε καν στα πρώτα) πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι δύο Εκκλησίες έχουνε δογματικές διαφορές. Οι Ρωμαιοκαθολικοί αρνήθηκαν επίμονα να γραφεί κάτι τέτοιο και οι Ορθόδοξοι άνετα το δέχθηκαν (παρά την έντονη κι επανειλημμένη επιμονή μου να σημειωθεί το γεγονός των δογματικών διαφορών). Η ένταση αιώνων μεταξύ των Εκκλησιών και ο παρών Διάλογος θέλουνε να εμφανισθεί ως μη οφειλόμενος σε δογματικές διαφορές, αλλά σε ψυχολογικές και πολιτικές ή -το πολύ- σε διαφορές θεολογικών «σχολών».
Στον Διάλογο Ορθοδόξων και Μεταρρυθμισμένων συντάχθηκε κοινό κείμενο για το θέμα: «Εκκλησία ως σώμα Χριστού». Στο κείμενο λέγονται πολλά ορθά και ωραία, όμως πουθενά δεν σημειώνεται (όπως θα ανέμενε κανείς, αφού ο Διάλογος γίνεται με Προτεστάντες, οι οποίοι έπρεπε να το δεχθούν ως άποψη των Ορθοδόξων) ότι ο πιστός μετέχει στο θεωμένο σώμα του Χριστού -δεν πιστεύει απλώς στο Χριστό- με το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Δεν λέγεται ακόμη (που σε τέτοιο Διάλογο θα ήταν αναγκαίο) ότι στην Ευχαριστία, σύμφωνα με την διδασκαλία των Ορθοδόξων, ο άρτος και οίνος γίνονται ρεαλιστικά-πραγματικά σώμα και αίμα Κυρίου. Βέβαια, οι Μεταρρυθμισμένοι δεν θα ήθελαν να δεχθούν τις αλήθειες αυτές. Έπρεπε όμως να δηλωθούν οι αλήθειες αυτές στο κοινό κείμενο, με την ένδειξη ότι αποτελούν πίστη και φρόνημα των Ορθοδόξων έτσι, ώστε, όταν οι πολλοί αναγνώστες του προτεσταντικού χώρου διαβάζουν το κείμενο τούτο, να γνωρίζουν με σαφήνεια τι και πώς ακριβώς πιστεύουν οι Ορθόδοξοι. Εφόσον ούτε αυτό γίνεται, σημαίνει ότι, ένεκα ανετοιμότητας ή αφελούς ενδοτικότητας των Ορθοδόξων διαλεγομένων, εις μάτην ο Διάλογος. Και πολύ χειρότερα: οι πολλοί Προτεστάντες μένουνε με την εντύπωση ότι δεν έχουνε ριζικές διαφορές με τους Ορθόδοξους, αφού εμείς υπογράφουμε τέτοια κείμενα, που δεν εκφράζουν την πίστη μας.
Και ό,τι έμεινε στους Ορθόδοξους αναφορικά με τους Διαλόγους, είναι το «επί ίσοις όροις». Από δεκαετίες πρόβαλλαν με καύχηση οι πιο θερμοί υποστηρικτές των Διαλόγων τον όρο ότι θα διαλεγόμαστε «επί ίσοις όροις». Τούτο προβαλλότανε και προβάλλεται ως απάντηση σ’ εκείνους που κρατούσαν και κρατούν αρνητική στάση, με επιχείρημα κυρίως ότι εμείς είμαστε ανίσχυροι, ενώ οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες πανίσχυροι από πολλές απόψεις, αριθμητικά, θεολογικά και … πολιτικά.
Η καύχηση όμως για ίσους όρους είναι στο βάθος αθεολόγητη και αφελής. Είναι προϋπόθεση που ισχύει στις πολιτικοοικονομικές, διακρατικές και άλλες διαπραγματεύσεις, αλλά δεν έχει λόγο σε Διάλογο Ορθοδόξων με χριστιανικές Ομολογίες. Ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αριθμητική και επιστημονική υπεροχή τις διαλεγομένης μαζί μας Ομολογίας, ο Ορθόδοξος μετέχει, ως εκφραστής, της ορθής διδασκαλίας του Χριστού, των Αποστολών και των Πατέρων. Ως εκφραστής της ορθής διδασκαλίας, δεν νιώθει στο ίδιο επίπεδο με τους εκπροσώπους χριστιανικών Ομολογιών. Δεν πρέπει και δεν θέλει να μετέχει σε Διάλογο με το αίσθημα της πνευματικής ισότητας. Πρέπει να έχει -και αλίμονο αν δεν το έχει- αίσθημα υπεροχικότητας, ένεκα της πληρότητας και της γνησιότητας της πίστεώς του. Παράλληλα όμως, πρέπει και να κατέχεται από αγωνία για το πώς θα επιτύχει να εκφράσει την ορθή διδασκαλία.
Τα προβλήματα που ανακύπτουν από τις όχι σπάνιες περιπτώσεις αδυναμίας των Ορθοδόξων να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις της θεολογίας της Εκκλησίας μας οδηγούν στην λήψη προληπτικού μέτρου: κοινά κείμενα στους Διαλόγους να συντάσσονται σπάνια και μόνο στις ελάχιστες περιπτώσεις ουσιαστικής συμφωνίας. Δηλαδή όχι κείμενα μινιμαλιστικά, χαμηλού βαθμού συμπτώσεων απόψεων. Ειδικά για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, πρέπει να βρεθεί άλλος τρόπος μετοχής των Ορθοδόξων στις εργασίες και τα προγράμματά του. Είναι εις βάρος μας, στις περισσότερες περιπτώσεις, να εμφανίζονται οι αποφάσεις-κείμενά του ως εκφραστικά και των Ορθοδόξων απόψεων.
Τέλος, το καίριο πρόβλημά μας είναι όχι αν θα λάβουμε μέρος σε Διαλόγους, αλλά εάν θα αντέξουμε το βάρος της Εκκλησίας μας ενώπιον άλλων, αν θα επιτύχουμε να γίνουμε αυθεντικοί εκφραστές της με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Όμως το θείο Πνεύμα συντρέχει πολύ, όπου έχει συντρέξει πολύ και το ανθρώπινο πνεύμα. Ο θεολόγος στους Διαλόγους, για να σταθεί, ανεκτά έστω, στο ύψους της Ορθοδόξου Παραδόσεως, πρέπει να μην έχει δώσει «ύπνον τοις βλεφάροις». Πρέπει να έχει άχρι μυελών οστέων δεχθεί το φρόνημα των Πατέρων της Εκκλησίας μας.

(Στυλιανού Παπαδοπούλου, Ορθοδόξων Πορεία, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 108-125)

του π. Χαραλάμπους Παπαδοπούλου.

Κοιτούσα την εικόνα του αγίου Δημητρίου, και η μνήμη μου περπάτησε στην Θεσσαλονίκη, συγκεκριμένα στο ναό του. Θυμήθηκα αυτό το θαύμα του μύρου που τρέχει από το κορμί του αγίου και κερνάει πικραμένες καρδιές. Όχι «καθαρές» πικραμένες, πληγωμένες και αναγκεμένες.
Τι όμορφο να μην αγιάζει μόνο η ψυχή μα και το κορμί. Να σου λέει ο Θεός, ολόκληρο σε θέλω κι ας μας έχουν στο όνομα της «θρησκείας» τεμαχίσει εδώ και αιώνες.
Και το κορμί μετέχει στο αγιασμό, στην δόξα, στην ομορφιά της βασιλείας Του. Έτσι πεσμένο κι αυτό, κουρελιασμένο και ρακένδυτο, απο κάθε "αρετή" και επιβεβαίωση του "εγώ" το ντύνει ο Θεός με την Χάρι Του.
Και κάπου εκεί, στις σκέψεις αυτές, θυμήθηκα τον Άγιο Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη. Όταν τον έφεραν στο χωριό του την Εθιά, διπλά ακριβώς το δικό μου χωριό. Τρεις μέρες σχεδόν άταφος. Τι φως ήταν αυτό στο πρόσωπο του; Τι λάμψη; Δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

Μα πιο πολύ δεν θα λησμονήσω, πως στάθηκα σε όλη την εξόδιο ακολουθία στο ύψος το ποδιών του. Στις πατούσες του συγκεκριμένα. Δεν του φορούσαν παπούτσια αλλά κάτι μαύρες κάλτσες. Όταν τελείωσε η ακολουθία, και περάσαμε να το αποχαιρετίσουμε, αισθάνθηκα την ανάγκη να τον ακουμπήσω. Δε μου έφταναν μονάχα οι ευχές ήθελα και μια τελευταία αγκαλιά. Έπιασα τα πόδια του, τα φίλησα και έβραζαν. Ήταν ζεστά και μαλακά. Ήταν το πιο ζεστό κορμί που άγγιξα ποτέ μου, τρεις μέρες άταφο, μα ζωντανό.

άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τα έτη 373-397 μ.Χ. αντιδρά στην απαίτηση της Ιουστίνας, μητέρας του αυτοκράτορα της Δύσεως Ουαλεντινιανού και του ιδίου του αυτοκράτορα, να παραδώσει τον ορθόδοξο ναό στους αιρετικούς αρειανούς).
Η Ιουστίνη τότε εζήτησεν εν ονόματι του δευτεροτόκου υιού της και ήδη βασιλέως Ουαλεντινιανού του Β’ να παραχωρήση ο Αμβρόσιος την έξω της πόλεως Πορτιανήν λεγόμενην εκκλησίαν, δια να πανηγυρίση εκεί ομού με τους ευαριθμοτάτους αρειανούς των Μεδιολάνων την εορτή του Πάσχα. Ο Αμβρόσιος απεποιήθη· ευλόγως δε. Παραχωρών τον ορθόδοξον ναόν προς σκοπόν τοιούτον, θα καθίστατο ένοχος επί αναγνωρίσει του αρειανισμού.

Αλλ’ η Ιουστίνη πληγείσα εις τον εγωϊσμό της, προέβαλε νέαν ακόμη θρασυτέραν αξίωσιν. Απήτησε δηλαδή να τη παραχωρηθή μεγαλύτερος ναός, ο της Νέας Βασιλικής, ο οποίος εκείνο εντός αυτής της πόλεως. Ο Αμβρόσιος ηρνήθη και πάλιν. Τότε η βασιλομήτωρ την Κυριακή των Βαΐων, ενώ ο επίσκοπος ελειτούργει εν τη νέα Βασιλική, έστειλε κρυφά στρατιώτας με εντολήν να καταλάβουν την Πορτιανήν και εγκαταστήσουν εν αυτή τον αρειανόν ιερέα Κάστουλον.

Η είδησις διεδόθη αμέσως, εν τη πόλει, πλήθος δε δραμόν εξεδίωξε τον αρειανόν λειτουργόν. Αλλ’ ο γενικός κοχλασμός ηρκείτο εις τούτο μόνον. Η έξαψις των ορθοδόξων υπήρχε τόση κατά της Ιουστίνης, ώστε ηπειλείτο στάσις. Και μόλις προελήφθη η έκρηξίς της δια των παρακλήσεων και των συμβούλων ιερέων και διακόνων, τους οποίους απέστειλεν ο Αμβρόσιος.
Η αγία και μεγάλη Τετάρτη εφώτισε σκηνήν δραματικωτάτην. Ήδη αυτός ο βασιλεύς Ουαλεντινιανός ο Β’, παρακινούμενος υπό της μητρός του, διέταξε στρατιώτας να κυκλώσουν την Νεάν Βασιλικήν. Οι Ορθόδοξοι εξηγέρθησαν· αλλ’ ο μέγας επίσκοπός των έβλεπεν ότι ηδύνατο να συμβή αιματοχυσία, την οποίαν απετροπιάζετο η ευγενής και φιλάνθρωπος ψυχή του. Διέταξε λοιπόν να μη γείνη καμμία αντίστασις ουδ’ επίθεσις κατά των στρατιωτών, απειλήσας δι’ αφορισμού εκείνους, οίτινες ήθελαν τυχόν παρακούσει.

Και συνέβη τότε παράδοξόν τι, το οποίον εμαρτύρει την μεγάλην και ακαταμάχητον επιρροήν του Αμβροσίου. Εξ’ αυτών των στρατιωτών,των σταλέντων να καταλάβουν την Νεάν Βασιλικήν, πολλοί αφήσαντες αυτήν, έσπευσαν εις την Παλαιάν Βασιλικήν, ένθα επληροφορήθησαν ότι ευρίσκετο ο επίσκοπός των. Τον εύρον δε εκφωνούντα λόγον εξ αφορμής περικοπής τινός εκ του βιβλίου του Ιώβ. Και ομιλών περί πειρασμών, μεταφέρων δε την ομιλίαν εις τον εαυτόν του και εις τα τότε συμβαίνοντα, είπε με την χαρακτηρίζουσαν την ψυχήν του δύναμιν και ελευθερίαν

«Με προστάττουσι να παραδώσω την Βασιλικήν· εγώ αποκρίνομαι:

Ούτε εις εμέ είνε θεμιτόν να παραδώσω, ούτε είς σε, αυτοκράτωρ, συμφέρον να παραλάβης αυτήν· τον οίκον του ιδιώτου ανθρώπου δεν έχεις εξουσίαν να αφαρπάσης, και νομίζεις, ότι θέλεις τολμήσει να αφαιρέσης τον οίκον του Θεού ;

-Εις τον αυτοκράτορα, λέγουν, πάντα είνε θεμιτά, πάντα ανήκουν εις αυτόν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

μη ματαίως νόμιζε ότι ως αυτοκράτωρ έχεις και δίκαιόν τι επί των θείων πραγμάτων· μη επαίρου, αλλ’ εάν θέλης ίνα ο Θεός προστατεύη την ζωήν και την βασιλείαν σου, υποτάγηθι εις αυτόν. Η Γραφή λέγει: τα του  Θεού τω Θεώ, και τα Καίσαρος Καίσαρι. Εις τον Καίσαρα τα παλάτια εις τον ιερέα η Εκκλησία.

- Αλλά λέγουν, ως από μέρους του αυτοκράτορος: «και εγώ πρέπει να έχω εκκλησίαν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

«τι κοινόν έχεις συ προς την μοιχαλίδα, τουτέστι προς την εκκλησίαν των αρειανών;»
Έμεινε δε όλην την ημέραν και την νύκτα εκείνην εντός του ναού ο Αμβρόσιος, και ομού μ’ αυτόν πλήθος λαού, εν ύμνοις και ψαλμοίς. Εν τω μεταξύ ο Ουαλεντινιανός ο Β’ συνήλθεν. Αναμετρήσας τα συμβάντα, εννοήσας δε ότι άνευ της συνέσεως του επισκόπου η στάσις θα εξερρηγνύετο, διέταξε τους στρατιώτας να αποχωρήσουν εκ της Νέας Βασιλικής. Η είδησις έφερε μεγάλην χαράν εις όλον τον λαόν, και οι στρατιώται δε, προστρέχοντες εις τα ορθόδοξα θυσιαστήρια, τα κατησπάζοντο.
Αλλά το επόμενον έτος, 386, νέος ενέσκηψε αγών. Η Ιουστίνη ηννόει να εκδικηθή τον Αμβρόσιον και να ικανοποιήση τας αρειανάς της συμπαθείας. Έπεισε λοιπόν τον αυτοκράτορα υιόν της να εκδώση νόμον επιτρέποντα εις τους Αρειανούς να εκκλησιάζωνται, τιμωρούντα δε δια θανάτου τους Ορθόδοξους, οίτινες θ’ ανθίσταντο εις τούτο. Και τότε εζητήθη από τον Αμβρόσιον και πάλιν να παραδώση εις τους Αρειανούς την Εκκλησίαν της Πορτιανής. Αλλ’ η βασιλική αυθαιρεσία εύρεν αντιμέτωπιν την αυτήν επισκοπικήν άρνησιν. Και ο σθεναρός ποιμενάρχης αναφώνησε:

«Ο Ναβουθαί δεν ηθέλησε να παραδώση εις τον βασιλέα Αχαάβ, τον αμπελώνα, τον οποίον είχε παρά των πατέρων αυτού κληρονομίαν· και πρέπει εγώ να παραδώσω την κληρονομίαν του Χριστού; Ο Θεός φυλάξοι με του να παραδώσω την κληρονομιά των πατέρων μου, την κληρονομίαν του Αγίου Διονυσίου, του αποθανόντος εν τη εξορία υπέρ της πίστεως, την κληρονομίαν του ομολογητού Ευστοργίου, την κληρονομίαν του Αγίου Μυροκλέους, και τοσούτων άλλων αγίων επισκόπων προκατόχων μου».
Ο αυτοκράτωρ, μη αναμένων την τόσην τόλμην, παρωξύνθη δεινώς· μη αναμετρών δε τας συνεπείας, απεφάσισε να συλλάβη και να εξορίση τον Αμβρόσιον.

Αλλ’ ούτος μετά του περί αυτόν κλήρου έμεινεν αρκετάς ήμερας και νύκτας εντός του ναού, ενώ ο λαός των Μεδιολάνων εφρούρει έσω και έξω, έτοιμος να θυσιασθή υπέρ του επισκόπου.

Ο αυτοκράτωρ μη θεωρών ακίνδυνον την βίαν, απεπειράθη να επιτύχη δια δόλου. Δια του δημάρχου δηλαδή Δαλματίου εκάλεσε τον Αμβρόσιον, να προσέλθη εις τα ανάκτορα δια να συζητήση επί παρουσία διακεκριμένων αρχόντων μετά του επισκόπου των Αρειανών Αυξεντίου. Αλλ’ η επιβουλή δεν ετελεσφόρησεν.

Ο Αμβρόσιος απήντησεν, ότι εις τα ζητήματα της πίστεως και της εκκλησιαστικής διδασκαλίας κριταί δύνανται να γείνουν επίσκοποι μόνον. Βασιλεύς τότε και βασιλομήτωρ κατείδον ότι ενυπήρχε πολύς κίνδυνος εις το πολεμείν προς τοιούτον ήρωα της Εκκλησίας και τον αφήκαν ήσυχον.
(Ο  Βίοι των αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,τόμος 4, σελ.42-44 στο μήνα Δεκέμβριο)

...Ζήτησε λίγο καιρό (ο άγιος Γρηγόριος ο Θαυματουργός, έγινε επίσκοπος στη Νεοκαισάρεια του Πόντου γύρω στο 270 μ.Χ.) από αυτόν που τον είχε επιστρατεύσει στην ιερωσύνη, για να κατανοήσει το μυστήριο στις λεπτομέρειές του.

Δε νόμιζε πως έπρεπε, όπως λέει ο Απόστολος, να προσβλέπει στη σάρκα και στο αίμα, αλλά ζητούσε να του γίνει η φανέρωση των μυστικών από το Θεό. Και δεν τόλμησε να κηρύξει, προτού με κάποιο σημείο του αποκαλυφθεί η αλήθεια.

Σκεφτόταν κάποτε όλη τη νύχτα για το λόγο της πίστης και ανακινούσε κάθε λογής συλλογισμούς (γιατί υπήρχαν και τότε μερικοί που παραχάραζαν την ορθή διδασκαλία με την πειθώ των επιχειρημάτων, κάνοντας ακόμα και τους φρόνιμους ν’ αμφιβάλλουν συχνά για την αλήθεια).

Ενώ λοιπόν τότε αγρυπνούσε γι’ αυτή την αλήθεια και συλλογιζόταν, του παρουσιάζεται στο ξύπνιο του ένας γηραλέος με ανθρώπινη μορφή, ιεροπρεπής στο ντύσιμό του, που μαρτυρούσε πολλή αρετή με τη χάρη του προσώπου του και την κοσμιότητα της εμφάνισής του. Το θέαμα του προκάλεσε φόβο και, αφού σηκώθηκε από το κρεβάτι, ρωτούσε να του πει ποιος ήταν και γιατί είχε έρθει. Εκείνος, αφού καταπράυνε την ταραχή της ψυχής του με ήρεμη φωνή και του είπε ότι του παρουσιάστηκε με θείο πρόσταγμα για όσα αυτός αμφισβητεί, για να διευκρινιστεί η αλήθεια της ευσεβούς πίστης, αναθάρρησε με το λόγο του και τον κοίταζε μ’ ευχάριστη έκπληξη.

Έπειτα εκείνος πρότεινε ίσια μπροστά το χέρι, σα να του έδειχνε με τα τεντωμένα του δάχτυλα κάτι που είχε παρουσιαστεί προς τα πλάγια. Παρακολουθώντας με το βλέμα την κίνηση του απλωμένου χεριού και βλέποντας απέναντί του ένα διαφορετικό από το προηγούμενο θέαμα με μορφή γυναίκας, πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα, ένιωσε πάλι έκπληξη και σκύβοντας προς τον εαυτό του το πρόσωπο, βρισκόταν σε αμηχανία μ’ ό,τι έβλεπε, μη αντέχοντας τα μάτια του την οπτασία (γιατί το παράδοξο της οπτασίας αυτής ήταν αυτό κυρίως, ότι, ενώ ήταν βαθιά νύχτα, έλαμψε ένα φως μαζί με τη μορφή που έβλεπε σα να άναβε μια λαμπάδα ολόφωτη).
Ενώ λοιπόν δεν μπορούσε να αντέξει την οπτασία με τα μάτια του, άκουσε ένα διάλογο αυτών που του είχαν φανερωθεί που συζητούσαν μεταξύ τους για το λόγο της εμφάνισής τους. Από το διάλογο δεν έμαθε μόνο την αληθινή πίστη, αλλά γνώρισε με τα ονόματά τους κι αυτούς που του είχαν φανερωθεί, επειδή καθένας τους απευθυνόταν στον άλλο με το όνομά του.

Λέγεται ότι άκουσε από τη γυναικεία μορφή να παρακαλεί τον ευαγγελιστή Ιωάννη να φανερώσει στο νέο το μυστήριο της πίστης. Κι εκείνος είπε ότι ήταν πρόθυμος να κάνει κι αυτή τη χάρη στη μητέρα του Κυρίου, αφού αυτή ήταν η επιθυμία της. Έδωσε τότε την κατάλληλη κι ευσύνοπτη απάντηση και πάλι τους έχασε από τα μάτια του.

Αυτός αμέσως σημείωσε με γράμματα τη θεία εκείνη διδασκαλία και σύμφωνα μ’ αυτήν κήρυττε έπειτα στην Εκκλησία το λόγο και στους μεταγενέστερους άφησε ένας είδος κληρονομιάς τη θεόσδοτη εκείνη διδασκαλία, με την οποία καθοδηγείται μέχρι σήμερα ο λαός εκείνης της εκκλησίας κι έμεινε ανεπηρέαστη από κάθε αιρετική κακία.

Τα λόγια της διδασκαλίας είναι τα ακόλουθα.
Ένας είναι ο Θεός Πατέρας του ζώντος Λόγου, της πραγματικής σοφίας και δύναμης, με χαρακτήρα αΐδιο, τέλειος, Πατέρας του τέλειου και Πατέρας μονογενούς Υιού.

Ένας Κύριος, μόνος από μόνο, Θεός από Θεό, σφραγίδα και εικόνα της θεότητας, Λόγος ενεργός, σοφία που περιέχει τη σύσταση των πάντων και δύναμη ποιητική όλης της κτίσης·

Υιός αληθινός αληθινού Πατέρα, αόρατος αοράτου, άφθαρτος αφθάρτου, αθάνατος αθανάτου και αΐδιος αϊδίου.

Υπάρχει και ένα Πνεύμα άγιο, που έχει την ύπαρξή του από το Θεό, που φανερώθηκε δηλαδή στους ανθρώπους δια μέσου του Υιού, τέλεια εικόνα του τέλειου Υιού, που είναι ζωή, αιτία των ζώντων, αγία πηγή, αγιότητα που χορηγεί αγιασμό, στο οποίο φανερώνεται ο Θεός Πατέρας, που είναι ο Κύριος όλων και είναι μέσα σε όλα. Και ο Υιός είναι Θεός που συνέχει τα πάντα. Τριάδα τέλεια, που δε μερίζεται ως προς τη δόξα και την αϊδιότητα και τη βασιλεία ούτε είναι ξένη από αυτές τις ιδιότητες.
Δεν υπάρχει λοιπόν στην Τριάδα κανένα κτιστό ούτε κάτι επείσακτο, που δεν υπήρχε προηγουμένως και εισήλθε αργότερα.

Ούτε έλειπε ποτέ ο Υιός από τον Πατέρα ούτε το Πνεύμα από τον Υιό. Αλλά πάντοτε η Τριάδα είναι η αυτή, άτρεπτη και αναλλοίωτη.

Όποιος επιθυμεί να πειστεί γι’ αυτό, ας ακούσει την Εκκλησία, στην οποία κήρυττε το λόγο και διασώζονται σ’ αυτούς και τώρα ακόμα γράμματα του μακαρίου εκείνου άνδρα. Αυτά δε συναγωνίζονται με τις θεοχάραχτες εκείνες πλάκες στο μεγαλείο της χάρης; Εννοώ τις πλάκες εκείνες όπου αποτυπώθηκε η νομοθεσία του θείου θελήματος. Όπως δηλαδή αναφέρει η Γραφή, ότι ο Μωυσής πέρασε από τα φαινόμενα και μπήκε με το πνεύμα του μέσα στα αόρατα άδυτα (γιατί αυτό υπαινίσσεται ο γνόφος) κι εκεί διδάχτηκε τα θεία μυστήρια κι έγινε καθοδηγός όλου του λαού προς τη θεογνωσία, την ίδια οικονομία μπορούμε να διαπιστώσουμε και σ’ αυτόν το μεγάλο άγιο.

Όρος σ’ αυτόν δεν ήταν ένας αισθητός γεώλοφος, αλλά το ύψος της επιθυμίας του προς τα αληθινά δόγματα. Γνόφος ήταν το θέαμα το ακατανόητο στους άλλους, πινακίδα η ψυχή του και τα γράμματα επάνω στις πλάκες ήταν η φωνή εκείνου που φανερώθηκε. Με όλα αυτά έγινε σ’ αυτόν και σ’ εκείνους που διδάσκονταν από εκείνον η φανέρωση των μυστηρίων.
Επειδή λοιπόν το όραμα εκείνο τον γέμισε με κάποια παρρησία και θάρρος, όπως κάποιος αθλητής αφού αποχτήσει αρκετή εμπειρία και δύναμη από το γυμναστή του για τους άθλους του κατεβαίνει με θάρρος στο στάδιο και συναγωνίζεται με τους αντιπάλους του, με τον ίδιο τρόπο κι αυτός, αφού με τη δική του φροντίδα και τη συμμαχία της χάριτος που του φανερώθηκε προαλείφθηκε επαρκώς ψυχικά, ρίχνεται τέλος στον αγώνα...

(αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Βίος Αγίου Γρηγορίου Θαυματτουργού, εκδ. ΕΠΕ, τόμ. 9 σελ. 413-419)

Σελίδα 1 από 6