ΈΝΑΣ ΠΟΛΥ ΕΥΛΑΒΗΣ κι ενάρετος μοναχός είχε μια αδελφή στην πόλι, που ζούσε βίο άσωτο και παρέσυρε πολλούς νέους στην αμαρτία. Οι αδελφοί στην έρημο συχνά παρώτρυναν το μοναχό να πάη ως την πόλι, να συνετήση την παραστρατημένη αδελφή του. Εκείνος στην αρχή εδίσταζε. Φοβόταν τους κινδύνους, που κρύβει ο κόσμος για τους νέους μοναχούς. Ύστερα όμως για την υπακοή αποφάσισε να κατέβη. Μόλις πλησίασε στο πατρικό του σπίτι, οι γείτονες πρόλαβαν και ειδοποίησαν την αδελφή του. Η καρδιά της παραστρατημένης κόρης σκίρτησε στ' αναπάντεχο άκουσμα. Χρόνια επιθυμούσε να ιδή τον αγαπημένο της αδελφό. Παράτησε τη συντροφιά της κι όπως…
ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΓΕΡΟΣ Ερημίτης δοκιμαζότανε συχνά από βασανιστικές αρρώστιες. Κάποτε όμως πέρασε ένας χρόνος ολόκληρος, χωρίς ούτε μια μέρα ν' αρρωστήση. Άρχισε τότε να θλίβεται ο Γέροντας και να λέη με δάκρυα στον Κύριο: — Γιατί μ' εγκατέλειψες, Θεέ μου, κι' έπαυσες να μ' επισκέπτεσαι πια τον αμαρτωλό με την αρρώστια; * * * ΚΑΠΟΙΟΣ Αδελφός εννιά ολόκληρα χρόνια βασανιζόταν από ένα κακό λογισμό. Κάθε μέρα έκλαιγε κι έλεγε κατακρίνοντας τον εαυτό του: — Είμαι αίτιος γι' αυτόν. Θα χάσω την ψυχή μου. Αγωνιζόταν σκληρά. Του κάκου όμως. Ήταν αδύνατον ν' απαλλαγή. Στο τέλος κάμφθηκε η αντιστασίς του. Έπεσε σ'…
ΈΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ πήγε να επισκεφθή τον Αββά Αχιλλά και τον πρόλαβε να φτύνη από το στόμα του αίμα. — Τι έπαθες, Αδελφέ; τον ρώτησε. Κι ο άνθρωπος της υπομονής: — Αυτό που είδες, είπε, είναι ο λόγος του Αδελφού που πριν από λίγο με στενοχώρησε. Αγωνίστηκα σκληρά να μη του απαντήσω και ζήτησα από τον Θεό να πάρη την πικρία από την ψυχή μου. Και να που ο λόγος έγινε αίμα στο στόμα μου. Φτύνοντάς το έβγαλα μαζί και τη θλίψι της καρδιάς μου.\                                                           * * * ΈΝΑΣ από τους μεγάλους της ερήμου αγωνιστάς έβαλε όρο στον εαυτό του…
ΚΑΠΟΤΕ οι Πατέρες της σκήτης έδωσαν εντολή να κρατήσουν νηστεία οι Αδελφοί μια εβδομάδα, δηλαδή να μη βάλουν τίποτε στο στόμα τους· ούτε νερό. Συνέβη όμως εκείνες τις ημέρες να επισκεφθούν τον Αββά Μωυσή τον Αιθίοπα Μοναχοί από την Αίγυπτο. Ο φιλόξενος Μωυσής έψησε φακές για να τους περιποιηθή. Όταν είδαν καπνό να βγαίνη από την καλύβη τους, μερικοί όχι τόσο ενάρετοι Αδελφοί, είπαν στους Γέροντες: — Ο Μωυσής περιφρόνησε την προσταγή σας και ψήνει φαγητό. Την Κυριακή που μαζεύτηκε στην Εκκλησία όλη η σκήτη, ο Πρεσβύτερος που γνώριζε την μεγάλη αρετή του Οσίου, όταν πλησίασε να πάρη αντίδωρον, του…
ΚΑΤΕΒΗΚΕ μια μέρα στην πόλι να πουλήση τα πανέρια του ένας γέρος Αββάς. Κατάκοπος από την οδοιπορία πήγε και κάθησε στο σκαλοπάτι ενός μεγάλου σπιτιού που βρέθηκε στο δρόμο του. Τη στιγμή εκείνη ψυχορραγούσε ο πλούσιος νοικοκύρης του σπιτιού. Ενώ ο Αββάς ξεκουραζόταν, ανίδεος για ό,τι γινόταν μέσα, είδε ξαφνικά να έρχωνται καλπάζοντας πλήθος μαύροι καβαλλάρηδες, άγριοι στην όψι. Στην εξώθυρα κατέβηκαν από τα κατάμαυρα επίσης άλογά τους κι ώρμησαν στο σπίτι. Ο Γέροντας κατάλαβε και τους ακολούθησε ως επάνω στο δωμάτιο του ετοιμοθάνατου. Σαν τους αντίκρυσε εκείνος, έβγαλε σπαρακτικές κραυγές: — Θεέ μου, σώσε με. Εκείνοι τον ειρωνεύτηκαν σκληρά:…
ΈΝΑΣ Ερημίτης που ασκήτευε στην έρημο του Ιορδάνου, είχε χρόνια πολλά να πειραχτή από το διάβολο. Αυτό του είχε δωσει θάρρος κι έλεγε συχνά πως ο εχθρός δεν τολμούσε να πειράξη τους αγωνιστάς, πήγαινε μόνο στους αμελείς και οκνηρούς. Κάποτε παρουσιάστηκε μπροστά του ο διάβολος και του παραπονέθηκε: — Τι σου έχω κάνει, Αββά, και μ' εξευτελίζεις έτσι; Μήπως ποτέ σ' επείραξα; — Φύγε από δω, πονηρό πνεύμα, φώναξε άφοβα ο Ερημίτης, και σήκωσε το ραβδί του να τον χτυπήση. Δεν έχεις δικαίωμα να πειράζης τους δούλους του Χριστού. Πήγαινε σ' εκείνους, που με την απροσεξία τους σε προσκαλούν. —…
Η ΑΚΟΛΟΥΘΗ διήγησις είναι παρμένη από τη ζωή του Οσίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου. Όταν πρωτοϊδρύθηκε το Κοινόβιο του Οσίου Θεοδοσίου στην Παλαιστίνη, ήταν τόσο φτωχό που συχνά δεν υπήρχαν ούτε τα απολύτως αναγκαία για την συντήρησι των Μοναχών. Ήτο Μέγα Σαββάτο απόγευμα. Περίμεναν να εορτάσουν το Άγιο Πάσχα. Οι Αδελφοί έψαχναν απελπισμένοι ολόκληρο το μοναστήρι. Δεν ζητούσαν μεγάλα πράγματα. Για τίποτε φαγώσιμο, ούτε συζήτησι πια δεν γινόταν. Μια μικρή προσφορά εκύτταζαν να βρούν, ξεχασμένη από άλλη φορά, για να μη στερηθούν τη Θεία Κοινωνία. Αδύνατον ν' ανακαλύψουν. Κι εδώ στέρησις, συλλογίζονταν. Το είπαν στο Γέροντά τους, στον Όσιο Θεοδόσιο. Τους…
ΈΝΑΣ ΑΓΙΟΣ Γέροντας έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβη, όχι μακριά από ένα κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο μεγάλη δυστυχία κι ο φτωχός κόσμος πέθαινε σχεδόν από την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και κτυπούσαν στην καλύβη του ερημίτη. Εκείνος πάλι, που ήτο πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ' ό,τι τύχαινε να έχη. Ο υποτακτικός όμως που έβλεπε με τρόπο το ψωμί τους να λιγοστεύη, είπε μια μέρα στενοχωρημένος στο Γέροντα: — Αββά, δε μου ξεχωρίζεις τα ψωμία που μου αναλογούν, κι από δω και πέρα μοίραζε από τα δικά σου ελεημοσύνη. Έτσι όπως πάμε…
ΜΑΣ ΛΕΓΕΙ η παράδοσις ότι ο Απόστολος Ιάκωβος, ο αδελφός του Ευαγγελιστού Ιωάννου, την ώρα που ωδηγείτο στο μαρτύριο, συνήντησε στο δρόμο εκείνον που τον είχε καταδώσει. τον σταμάτησε και τον εφίλησε λέγοντάς του: — Ειρήνευε, αδελφέ. Βλέποντας εκείνος τόση ανεξικακία, εθαύμασε κι  εφώναξε με ενθουσιασμό: — Χριστιανός είμαι από σήμερα κι εγώ. Ύστερα απ' αυτή την ομολογία αποκεφαλίστηκε μαζί με τον Απόστολο. * * * Ο ΑΒΒΑΣ ΓΕΛΑΣΙΟΣ είχε ένα πολύ ωραίο βιβλίο, που περιείχε καλλιγραφημένη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Άξιζε του είχαν ειπή πάνω από δεκαπέντε νομίσματα. Το άφηνε όμως στην Εκκλησία να το χρησιμοποιούν όλοι…
Ο ΑΒΒΑΣ Ισίδωρος ο Πρεσβύτερος μιας σκήτης στην Αίγυπτο είχε τόση ανεξικακία, ώστε έπαιρνε κοντά του κι εδιώρθωνε όλους τους κακούς υποτακτικούς. Όταν λόγου χάρι συνέβαινε να έχη κανένας από τους Γέροντας υποτακτικό αντίλογο ή ανυπότακτο και ήθελε να τον διώξη, ο Αββάς Ισίδωρος προλάβαινε και του έλεγε: — Φέρε τον σε μένα, αδελφέ. Τον κρατούσε στο κελλί, και με την καλωσύνη και την υπομονή του τον διώρθωνε και τον έστελνε σωφρονισμένο στο Γέροντά του. Στην Εκκλησία πάλι το πιο προσφιλές του κήρυγμα ήτο το «εάν γάρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών...[1]». — Αδελφοί, συγχωρήσατε, συγχωρήσατε τους αδελφούς σας,…