ιγ. Κάποιος που κυνηγούσε στην έρημο άγρια ζώα, είδε τον Αββά Αντώνιο να αστειεύεται με τους αδελφούς και σκανδαλίσθηκε. Θέλοντας δε ο γέρων να τον διδάξη ότι είναι ανάγκη που και που να συγκαταβαίνη τίνας στους αδελφούς, του λέγει : « Βάλε μια σαΐτα στο τόξο σου και τέντωσε το». Το έκαμε εκείνος. Του λέγει : « Τέντωσε το πιο πολύ ». Και το τέντωσε. Και πάλι του λέγει : « Ακόμη πιο πολύ ». Του απαντά τότε ο κυνηγός : « Αν το τεντώσω υπερβολικά, θα σπάση το τόξο ». Και ο γέρων του λέγει : « Έτσι και…
Του αγίου Αντωνίου του Μεγάλουα. 0 άγιος Αββάς Αντώνιος, διαμένοντας κάποτε στην έρημο, βρέθηκε σε ακηδία και σε πολύ σκοτείνιασμα των λογισμών του. Έλεγε λοιπόν στον Θεό : « Κύριε, θέλω να σωθώ, αλλά δεν με αφήνουν οι λογισμοί μου. Τί να κάμω μέσα σ’ αυτή τη θλίψη μου; Πώς να σωθώ; » Βγαίνει λοιπόν για λίγο έξω από το κελλί του. Και βλέπει κάποιον σαν τον εαυτό του. Εκείνος ο άνθρωπος καθόταν και εργαζόταν. Ύστερα άφηνε το εργόχειρο του, σηκωνόταν και προσευχόταν. Και πάλι καθόταν και έφτιαχνε πλεξούδες. Κατόπιν δε, ξανασηκωνόταν για να προσευχηθή. Και ήταν Άγγελος Κυρίου, σταλμένος…
ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ιστορία διαβάζομε στη βιογραφία του Οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου:Ένας άσωτος νέος στην Αλεξάνδρεια γοητεύτηκε από την ομορφιά μιας παντρεμένης γυναίκας, που ήταν παράδειγμα τιμιότητας και σωφροσύνης. Επειδή κατάλαβε πως ήταν αδύνατον να την παρασύρη στα δίχτυα του με άλλο τρόπο, πήγε σ’ ένα μάγο και του έταξε πολλά χρήματα, αν κατώρθωνε με τη σκοτεινή του τέχνη να τη φέρη στο σκοπό του. Ούτε έτσι όμως κατάφερε αυτό που ήθελε. Ο μάγος τότε, από εκδίκησι, έκανε να φαίνεται η νέα στα μάτια των ανθρώπων σαν φοράδα. Έτσι τη βρήκε ο άνδρας της ένα βράδυ που γύρισε από τη δουλειά…
Ένας αδελφός πήγε στον Αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο και του λέει: «Αββά, πες μου κάτι, πώς να σωθώ».Και του λέει ο γέρων:«Πήγαινε στο κοιμητήριο και βρίσε τους νεκρούς». Πήγε λοιπόν ο αδελφός, ύβρισε και λιθοβόλησε. Και γυρίζοντας, το ανέφερε στο γέροντα. Και του λέει:«Τίποτα δεν σου είπαν;».Και αποκρίνεται: «Τίποτα».Και του λέει ο γέρων: «Πήγαινε πάλι αύριο και εξύμνησέ τους». Έφυγε ο αδελφός λοιπόν και πήγε και τους εξύμνησε, λέγοντας: «Απόστολοι άγιοι και δίκαιοι». Και ήλθε στο γέροντα και του είπε:«Τους εξύμνησα». Και του λέει:«Τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν;».Είπε ο αδελφός:«Τίποτα».Του λέει ο γέρων:«Είδες πόσο τους εξευτέλισες και τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν…
Έλεγαν για τον Αββά Παφνούτιο, ότι δεν έπινε εύκολα κρασί. Οδεύοντας λοιπόν κάποτε, συνάντησε συμμορία ληστών και τους βρήκε την ώρα που έπιναν κρασί. Τον γνώριζε δε ο αρχιληστής και ήξερε ότι δεν πίνει κρασί. Και βλέποντάς τον κατακουρασμένο, γέμισε ποτήρι με κρασί, πήρε στο σπαθί στο χέρι και λέει στον γέροντα: «Αν δεν πιεις σε σκοτώνω». Καταλαβαίνοντας τότε ο γέρων ότι εντολή Θεού θα έκανε, αποσκοπώντας να τον κερδίσει, πήρε και ήπιε. Ο δε αρχιληστής, μεταμελημένος, είπε: «Συγχώρεσέ με, Αββά, που σε στενοχώρησα». Και λέει ο γέρων: «Έχω εμπιστοσύνη στο Θεό, ότι, χάρη στο ποτήρι αυτό, θα σε ελεήσει…
Ενώ ο αββάς Μακάριος πήγαινε κάποτε από το έλος στο κελί του, φορτωμένους φοινικοβλαστούς, τον συνάντησε ο διάβολος στο δρόμο, με δρεπάνι. Και καθώς θέλησε να τον χτυπήσει, δεν μπόρεσε. Και του λέει:«Πολλή αντίσταση βρίσκω σε σένα, Μακάριε, μη μπορώντας να σου κάμω κακό. Και όμως, ό,τι κάνεις το κάνω και εγώ. Συ νηστεύεις; Και εγώ δεν τρώω καθόλου. Αγρυπνείς; Και εγώ δεν κοιμάμαι καθόλου. Ένα μονάχα έχεις και με νικάς».Τον ρωτά ο Αββάς Μακάριος:«Ποιο είναι αυτό;».Και εκείνος αποκρίνεται: «Η ταπείνωσή σου. Αυτή με εξουδετερώνει» (Είπε Γέρων. Εκδ. Αστήρ, σελ. 152)
ΕΙΝΑΙ συγκινητικά όσα διαβάζομε για το μακάριο τέλος των άγιων ψυχών που σαν φωτεινά μετέωρα πέρασαν από το γήινο κόσμο, για ν' αφήσουν σ' αυτόν την λάμψι του είναι τους, και να πέσουν ύστερα ορμητικά στην απεραντοσύνη της αιωνιότητος. Σαν έμαθαν οι πολυάριθμοι ασκηταί στο βουνό του Μεγάλου Αντωνίου πως ο Αββάς Σισώης ήταν στα τελευταία του μαζεύτηκαν στην καλύβα του να πάρουν την ευχή του. Η εκτίμησί τους γι' αυτόν δεν είχε όρια. Τον έλεγαν «διαμάντι της Ερήμου» και πολύ δίκαια. Όλη του η μακρόχρονη ζωή ήταν ένας αγώνας για την αγιότητα και τώρα στο θάνατό του έλαμψε σ'…
ΩΔΗΓΗΣΑΝ κάποτε στον Αββά Λογγίνο ένα δυστυχή δαιμονισμένο και τον παρακαλούσαν να τον κάνη καλά. — Δεν έχω τέτοιο χάρισμα, έλεγε εκείνος με ταπεινοσύνη. Πηγαίνετε στον Αββά Ζήνωνα. Εκείνος με την προσευχή του μπορεί να διώξη το δαιμόνιο. Πήγαν τον άνθρωπο στον Αββά Ζήνωνα. Εκείνος τον λυπήθηκε κι άρχισε να εξορκίζη το πονηρό πνεύμα να φύγη από το βασανισμένο πλάσμα. Το διαμόνιο άρχισε ν' αγριεύη και ξαφνικά φώναξε στον Γέροντα: — Μήπως νομίζεις πως για λόγου σου φεύγω; ο Αββάς Λογγίνος προσεύχεται αυτή τη στιγμή κι η δική του προσευχή δε μ' αφήνει να σταθώ. Σε σένα δε δίνω καμμία…
ΘΕΛΟΝΤΑΣ να βεβαιωθούν οι Γέροντες, αν πραγματικά ήταν τόσο ταπεινός και πράος ο Αββάς Αγάθων, όσο τουλάχιστον φημιζόταν, πήγαν μια μέρα τάχα θυμωμένοι στο κελλί του και του φώναξαν: — Εσύ είσαι ο Αγάθων, ο φαύλος κι  υπερήφανος; — Ναι, Πατέρες μου, τέτοιος είμαι, αποκρίθηκε εκείνος, χωρίς καν να ταραχθή. — Και τολμάς να φλυαρής και να κατακρίνης τους αδελφούς; εξακολούθησαν οι άλλοι. — Δίκιο έχετε, αλλά παρακαλέστε τον Θεό να μ' ελεήση, είπε πάλι ο ταπεινός Αγάθων. — Και δε φτάνουν όλα αυτά, έγινες τώρα κι' αιρετικός. — Α, όχι, αιρετικός δεν έγινα ακόμη, ύψωσε ζωηρά τη φωνή ο…
ΚΑΠΟΙΟΣ Γέροντας αρρώστησε βαρειά και του κόπηκε η όρεξι. Ο υποτακτικός του για να τον ευχαριστήση, τον παρακάλεσε να του επιτρέψη να του φτιάξη μια μικρή πίττα. Μπροστά στην επιμονή του νέου, υποχώρησε ο Γέροντας και τον άφησε. Από τη βιασύνη του ο υποτακτικός έκανε λάθος κι αντί για μέλι, έρριξε στην πίττα λινέλαιο, που μεταχειρίζονται στο εργόχειρο τους.Καθώς έβαζε λίγο στο στόμα του ο Γέροντας, κατάλαβε το λάθος του υποτακτικού, αλλά για να μη τον λυπήση, δεν είπε τίποτε. Εβίασε τον εαυτό του να φάγη, αλλ' ήταν αδύνατον. Το λινέλαιο έχει αηδιαστική γεύσι. Βλέποντάς τον ανόρεκτο ο νέος, τον…