Ένας αδελφός πήγε στον Αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο και του λέει: «Αββά, πες μου κάτι, πώς να σωθώ».Και του λέει ο γέρων:«Πήγαινε στο κοιμητήριο και βρίσε τους νεκρούς». Πήγε λοιπόν ο αδελφός, ύβρισε και λιθοβόλησε. Και γυρίζοντας, το ανέφερε στο γέροντα. Και του λέει:«Τίποτα δεν σου είπαν;».Και αποκρίνεται: «Τίποτα».Και του λέει ο γέρων: «Πήγαινε πάλι αύριο και εξύμνησέ τους». Έφυγε ο αδελφός λοιπόν και πήγε και τους εξύμνησε, λέγοντας: «Απόστολοι άγιοι και δίκαιοι». Και ήλθε στο γέροντα και του είπε:«Τους εξύμνησα». Και του λέει:«Τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν;».Είπε ο αδελφός:«Τίποτα».Του λέει ο γέρων:«Είδες πόσο τους εξευτέλισες και τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν…
Έλεγαν για τον Αββά Παφνούτιο, ότι δεν έπινε εύκολα κρασί. Οδεύοντας λοιπόν κάποτε, συνάντησε συμμορία ληστών και τους βρήκε την ώρα που έπιναν κρασί. Τον γνώριζε δε ο αρχιληστής και ήξερε ότι δεν πίνει κρασί. Και βλέποντάς τον κατακουρασμένο, γέμισε ποτήρι με κρασί, πήρε στο σπαθί στο χέρι και λέει στον γέροντα: «Αν δεν πιεις σε σκοτώνω». Καταλαβαίνοντας τότε ο γέρων ότι εντολή Θεού θα έκανε, αποσκοπώντας να τον κερδίσει, πήρε και ήπιε. Ο δε αρχιληστής, μεταμελημένος, είπε: «Συγχώρεσέ με, Αββά, που σε στενοχώρησα». Και λέει ο γέρων: «Έχω εμπιστοσύνη στο Θεό, ότι, χάρη στο ποτήρι αυτό, θα σε ελεήσει…
Ενώ ο αββάς Μακάριος πήγαινε κάποτε από το έλος στο κελί του, φορτωμένους φοινικοβλαστούς, τον συνάντησε ο διάβολος στο δρόμο, με δρεπάνι. Και καθώς θέλησε να τον χτυπήσει, δεν μπόρεσε. Και του λέει:«Πολλή αντίσταση βρίσκω σε σένα, Μακάριε, μη μπορώντας να σου κάμω κακό. Και όμως, ό,τι κάνεις το κάνω και εγώ. Συ νηστεύεις; Και εγώ δεν τρώω καθόλου. Αγρυπνείς; Και εγώ δεν κοιμάμαι καθόλου. Ένα μονάχα έχεις και με νικάς».Τον ρωτά ο Αββάς Μακάριος:«Ποιο είναι αυτό;».Και εκείνος αποκρίνεται: «Η ταπείνωσή σου. Αυτή με εξουδετερώνει» (Είπε Γέρων. Εκδ. Αστήρ, σελ. 152)
ΕΙΝΑΙ συγκινητικά όσα διαβάζομε για το μακάριο τέλος των άγιων ψυχών που σαν φωτεινά μετέωρα πέρασαν από το γήινο κόσμο, για ν' αφήσουν σ' αυτόν την λάμψι του είναι τους, και να πέσουν ύστερα ορμητικά στην απεραντοσύνη της αιωνιότητος. Σαν έμαθαν οι πολυάριθμοι ασκηταί στο βουνό του Μεγάλου Αντωνίου πως ο Αββάς Σισώης ήταν στα τελευταία του μαζεύτηκαν στην καλύβα του να πάρουν την ευχή του. Η εκτίμησί τους γι' αυτόν δεν είχε όρια. Τον έλεγαν «διαμάντι της Ερήμου» και πολύ δίκαια. Όλη του η μακρόχρονη ζωή ήταν ένας αγώνας για την αγιότητα και τώρα στο θάνατό του έλαμψε σ'…
ΩΔΗΓΗΣΑΝ κάποτε στον Αββά Λογγίνο ένα δυστυχή δαιμονισμένο και τον παρακαλούσαν να τον κάνη καλά. — Δεν έχω τέτοιο χάρισμα, έλεγε εκείνος με ταπεινοσύνη. Πηγαίνετε στον Αββά Ζήνωνα. Εκείνος με την προσευχή του μπορεί να διώξη το δαιμόνιο. Πήγαν τον άνθρωπο στον Αββά Ζήνωνα. Εκείνος τον λυπήθηκε κι άρχισε να εξορκίζη το πονηρό πνεύμα να φύγη από το βασανισμένο πλάσμα. Το διαμόνιο άρχισε ν' αγριεύη και ξαφνικά φώναξε στον Γέροντα: — Μήπως νομίζεις πως για λόγου σου φεύγω; ο Αββάς Λογγίνος προσεύχεται αυτή τη στιγμή κι η δική του προσευχή δε μ' αφήνει να σταθώ. Σε σένα δε δίνω καμμία…
ΘΕΛΟΝΤΑΣ να βεβαιωθούν οι Γέροντες, αν πραγματικά ήταν τόσο ταπεινός και πράος ο Αββάς Αγάθων, όσο τουλάχιστον φημιζόταν, πήγαν μια μέρα τάχα θυμωμένοι στο κελλί του και του φώναξαν: — Εσύ είσαι ο Αγάθων, ο φαύλος κι  υπερήφανος; — Ναι, Πατέρες μου, τέτοιος είμαι, αποκρίθηκε εκείνος, χωρίς καν να ταραχθή. — Και τολμάς να φλυαρής και να κατακρίνης τους αδελφούς; εξακολούθησαν οι άλλοι. — Δίκιο έχετε, αλλά παρακαλέστε τον Θεό να μ' ελεήση, είπε πάλι ο ταπεινός Αγάθων. — Και δε φτάνουν όλα αυτά, έγινες τώρα κι' αιρετικός. — Α, όχι, αιρετικός δεν έγινα ακόμη, ύψωσε ζωηρά τη φωνή ο…
ΚΑΠΟΙΟΣ Γέροντας αρρώστησε βαρειά και του κόπηκε η όρεξι. Ο υποτακτικός του για να τον ευχαριστήση, τον παρακάλεσε να του επιτρέψη να του φτιάξη μια μικρή πίττα. Μπροστά στην επιμονή του νέου, υποχώρησε ο Γέροντας και τον άφησε. Από τη βιασύνη του ο υποτακτικός έκανε λάθος κι αντί για μέλι, έρριξε στην πίττα λινέλαιο, που μεταχειρίζονται στο εργόχειρο τους.Καθώς έβαζε λίγο στο στόμα του ο Γέροντας, κατάλαβε το λάθος του υποτακτικού, αλλά για να μη τον λυπήση, δεν είπε τίποτε. Εβίασε τον εαυτό του να φάγη, αλλ' ήταν αδύνατον. Το λινέλαιο έχει αηδιαστική γεύσι. Βλέποντάς τον ανόρεκτο ο νέος, τον…
ΚΑΤΕΒΗΚΕ κάποτε στην πόλι ο Αββάς Μακάριος με τον υποτακτικό του. Στο δρόμο, που περπατούσαν, άκουσε ένα μικρό παιδί να λέη στη μητέρα του:— Μητέρα, ένας πλούσιος μ' αγαπά, αλλά εγώ ούτε να τον ακούσω θέλω, κι ένας φτωχός με κατατρέχει κι εγώ τον αγαπώ.Ο Γέροντας σταμάτησε και παρακολούθησε την παιδική κουβέντα με εξαιρετικό ενδιαφέρον.— Άκουσες, τι είπε ο μικρός; ρώτησε τον μαθητή του.— Ναι, αλλά είναι λόγια ανόητα, αποκρίθηκε εκείνος.— Καθόλου μάλιστα, είπε τότε ο Όσιος. Σκέψου πώς ο Κύριος μας, πλούσιος σε έλεος, μας αγαπά κι εμείς τον παρακούμε. Κι ο διάβολος, άμοιρος από κάθε καλό και εχθρός…
ΈΝΑΣ ΝΕΟΣ πήγε με βαρειά καρδιά στον Πνευματικό του και εξωμολογήθηκε: — Ο λογισμός με βασανίζει, Γέροντα, να εγκαταλείψω τον αγώνα, αφού κι ύστερα από την επιστροφή μου στο Χριστό και τη μετανοιά μου, δεν μπορώ ακόμη να βγάλω από πάνω μου όλες τις αδυναμίες. — Μου θυμίζεις, μ' αυτά που μου λες, κάτι που συνέβη πριν κάμποσο καιρό σ' ένα φίλο μου αγρότη, είπε ο Πνευματικός. Έλα, κάθισε εδώ κοντά, παιδί μου, να σου διηγηθώ τη μικρή του ιστορία. Ο νέος άκουγε πάντοτε μ' ενδιαφέρον τα χαριτωμένα αυτοσχέδια ανέκδοτα του αγαθού Γέροντα: — Ο φίλος μου, που λες, είχε…
ΔΥΟ συνασκηταί βρίσκονταν σε ψυχρότητα μεταξύ τους από κάποια παρεξήγηση. Κάποτε αρρώστησε ο ένας και πήγε κάποιος από τους αδελφούς να τον επισκεφθή. Του εμπιστεύτηκε τότε ο άρρωστος, πως ήταν ψυχραμένος με τον συνασκητή του και τον παρακάλεσε να μεσολαβήση να συμφιλιωθούν, γιατί φοβόταν μη τον βρή έτσι ο θάνατος. Γυρίζοντας πίσω στο κελλί του ο αδελφός, παρακαλούσε τον Θεό να τον φώτιση να χειριστή σωστά την υπόθεσι, για να μη προξενήση περισσότερη βλάβη παρά ωφέλεια. Μόλις έφτασε, οικονόμησε ο Θεός να του πάη κάποιος φίλος του ένα καλαθάκι σύκα. Διάλεξε τα ωραιότερα και, χωρίς να χάση καιρό, σηκώθηκε και…