ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΑΚΟΜΑ…
Μανώλη Παντερή.
Σήκωσε το ποτήρι και ήπιε αχόρταγα, όλο λαχτάρα. Ξανάβαλε νερό και το άδειασε όλο δίψα μέσα του. Σα να ‘ταν ατμός, σα να ‘ταν σύννεφο, κινήθηκε εντός του και χάθηκε, κύλησε και ξεχύθηκε, κι ένιωσε πάλι δίψα καυτή να φλογίζει τα σωθικά του. Έκλεισε απελπισμένος τα μάτια και θυμήθηκε ξανά το Δάσκαλο… το Δάσκαλο, το πηγάδι στη Σαμάρεια, την καυτή περιπέτεια της νιότης του.
 Ζηλωτής του Νόμου, περίμενε κι εκείνος από νήπιο το Μεσσία. Από παιδάκι, ποτισμένος ως το κόκκαλο με  των προφητών τα κηρύγματα, με την ακρίβεια των εντολών, με τις παραδόσεις, καρτερούσε κι εκείνος το Σωτήρα, το βασιλιά του Ισραήλ. Μεγάλωσε σε χρόνια δύσκολα, κάτω από τον φόβο των Ρωμαίων, με αυτή την προσμονή, και να που ένα δειλινό, ότι πατούσε τα είκοσι χρόνια, φάνηκε ο «Δάσκαλος» στο χωριό του. Αλλιώτικος πολύ απ’ ό,τι φανταζόταν, για λίγο δίστασε μα όλοι οι άλλοι ήτανε πεισμένοι: αυτός ήταν ο Μεσσίας.

Όταν μάλιστα το βλέμμα τους διασταυρώθηκε για κάποια στιγμή, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στην ορμή της καρδιάς του. Ήταν η ώρα της απόφασης! Άφησε πίσω χωριό, σόι, χωράφια και ζώα, ακόλουθος Εκείνου. Εκείνου που προσδοκούσε να δει στο θρόνο του Δαυίδ, να ξεσηκώνει το λαό, να διώχνει τους Ρωμαίους, να επιβάλλει το Νόμο σ’ όλη την Οικουμένη, να δικαιώνει τις ελπίδες του περιούσιου Ισραήλ.

Να ρίξουν στη θάλασσα τους άπιστους, τους βέβηλους, να λιθοβολήσουν τον Ηρώδη και τους προδότες του, να σφάξουν τελώνες, πόρνες, μοιχούς, να καθαρίσει ο εκλεκτός λαός απ’ τους μαγαρισμένους! Και να σκύψουν όλοι οι βασιλιάδες της γης στην Ιερουσαλήμ να προσκυνήσουν!
Αλίμονο! Πικρά ποτήρια απογοήτευσης του καίγανε την καρδιά κι η αμφιβολία τον δάγκωνε όλο και πιο βαθιά, μέρα με τη μέρα. Ποιός Βασιλιάς, ποιός θρόνος του Δαυίδ, που ήταν το μεγαλείο και η δόξα; Ο Δάσκαλος γυρνούσε φτωχός, δεν είχε που να γείρει το κεφάλι. Ποιός θα επέβαλλε το Νόμο; Εκείνος φανερά, προκλητικά, παράβαινε το Σάββατο, κατάλυε τις παραδόσεις τα ‘βάζε με τους Φαρισαίους.

Κι όλο παρέες με αμαρτωλούς, με φορομπήχτες, με γυναίκες πουλημένες, του σκοινιού και του παλουκιού. Σεβασμός στους θεσμούς κανείς. Πήγανε μαζί σ’ ένα γάμο, στην Κανά, κι έκανε τον γαμπρό, τον αγαθό τον Σίμωνα, να παρατήσει τη νύφη και να τρέχει ξοπίσω τους. Κι αντί για δύναμη, για βία, για εκδίκηση, δίδασκε και συγγνώμη, αγάπη και ταπείνωση.

Σα να μην έφταναν αυτά, γιάτρευε όλους, πιστούς και απίστους, ακόμα και Ρωμαίους! Κι ο ταλαίπωρος έκανε υπομονή, περίμενε να δει, προσδοκούσε την ώρα να ξυπνήσει ο «Λέων ο εξ Ιούδα», να βρυχήσει, κι οι άπιστοι να σκορπίσουν, να πάρει τα όπλα ο λαός και τότε να δεις που πάνε η «ταπείνωση» κι η «αγάπη» κι η «συγγνώμη». Περίμενε, περίμενε… Κι ο Δάσκαλος ήταν πάντα ίδιος, πάντα πράος, έτοιμος να γιατρέψει, να παρηγορήσει, να καλοπιάσει.

Μιλούσε για τη Βασιλεία των Ουρανών, για την αγάπη - για την εξέγερση, για ξεσηκωμό, για το Βασίλειο των Ιουδαίων ούτε λέξη. Μία φορά του ζήτησαν να ρίξει φωτιά να κάψει τους αλλογενείς, κι Εκείνος αντί να χαρεί, τους μάλωσε. Κι όλο κάτι παράξενα τους έλεγε, για Σταυρό και για Ανάσταση… Όταν ο λαός τον έψαχνε να τον κάνει μπροστάρη, ηγέτη, βασιλιά, Εκείνος έφευγε, κρυβόταν, χανόταν στις ερημιές για να προσευχηθεί. Κι ο καημένος… όλο κι αμφέβαλλε, όλο και κλονιζόταν, όλο και βούλιαζε στην απογοήτευση…
Μα τούτο πια ήταν από τα απίστευτα! Αυτό ξεπερνούσε κάθε όριο! Που ακούστηκε άντρας Ιουδαίος -και μάλιστα Μεσσίας- να μιλά έτσι απλά, σχεδόν φιλικά, με μια αλλογενή γυναίκα, μια τιποτένια, μια βρωμερή αμαρτωλή, μια Σαμαρείτισσα! Στέκονταν κι οι δυό δίπλα στο πηγάδι και της έλεγε ότι, λέει, Εκείνος είχε το ζωντανό νερό που ξεδιψά για πάντα, της έλεγε πως Εκείνος ήταν ο Χριστός. Μα καλά θα ξέπεφτε ποτέ τόσο πολύ ο Χριστός; Δεν καταλάβαινε επιτέλους ότι πρόδιδε πατρίδα και ήθη, ότι σκανδάλιζε, ότι φερόταν ανάρμοστα. Κι έπειτα, τι ανοησίες ήταν αυτές περί «ζωντανού νερού» και τα υπόλοιπα, κρυφοθεολογίες μπερδεμένες και ύποπτες.

Που ήταν λοιπόν η αξίνα, που το σπαθί, που το λιοντάρι του Ιούδα, που η δύναμη του βασιλιά του Ισραήλ; Αυτός ήταν ο Βασιλιάς; Αυτός ο αλαφροΐσκιωτος, ο πλάνος, ο αλλοπαρμένος, αυτός ο «Ναζωραίος», όπως τον έλεγαν; Μια Σαμαρείτισσα, το πηγάδι το «ζωντανό νερό»… Τα παράτησε όλα και γύρισε στο χωριό του, στους δικούς του, στην παλιά ζωή του.
Το έμαθε αργότερα ο «Δάσκαλος» σταυρώθηκε, δεν αντιστάθηκε. Τον έσφαξαν σαν πρόβατο.

Οι άλλοι μαθητές λέγανε πως αναστήθηκε –ανοησίες, πάει η ελπίδα, πάει το Βασίλειο, πάει η προσδοκία στο βρόντο… Ξανάγινε αγρότης, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, ζηλωτής πάντα του Νόμου, τα έμαθε κι αυτά στην προσμονή του Μεσσία. Όλα γίνανε όπως πρώτα, δεν ήταν τίποτε, μια κουταμάρα της νιότης του ήτανε, όλα ξανάγιναν όπως πριν. Όλα; Ποιος ξέρει; Να, παράξενο πράμα…
 Θυμάται τώρα πάλι το πηγάδι στη Σαμάρεια, τη γυναίκα, τον Δάσκαλο, το ζωντανό νερό. Η ζωή του έγινε όπως πρώτα. Μα από τη μέρα εκείνη δεν κατάφερε ποτέ πια να ξεδιψάσει… Γέμισε άλλο ένα ποτήρι. Το ήπιε αχόρταγα, όλο λαχτάρα, όλο δίψα καυτή. Και δεν κατάλαβε πως ήταν κερασμένο με δυό σταγόνες δάκρυ, από τα βουρκωμένα μάτια του..

Από το βιβλίο Ώρα 5 και 28, Εκδ. «ΧΦΕ»
(Βιβλίο: Ένα ποτήρι ακόμα, εκδ. Ακρίτας, σελ. 99-103)

Ανεκλάλητη χαρά!

Ο άνθρωπος κοντά στον Θεό έχει διαρκείς αφορμές χαράς.

Το πιο μεγάλο στη ζωή ως και το πιο μικρό μπορούν να βοηθούν μια απλή ψυχή να χαίρεται αληθινά και βαθιά.

 Από τον εκκλησιασμό, τη θεία Κοινωνία, μέχρι την πιο μικρή επαφή με τη φύση. Μια ματιά στον έναστρο ουρανό, το πέταγμα της πεταλούδας ή το κελάδημα ενός πτηνού, ένα μικρό λουλούδι με τα χρώματα και το άρωμά του, μπορούν να προκαλούν κύματα χαράς στο εσωτερικό μας.

Ο άνθρωπος που ζει την κοινωνία του Θεού, που όλα τα ζει θεοκεντρικά, αυτός όλα τα σέβεται, όλα τα χαίρεται, με όλα δοξολογεί. Καταλαβαίνει πολύ καλά πως η χαρά δεν είναι μια πολυτέλεια στη ζωή, που μπορεί να κάνει χωρίς αυτή, αλλά είναι μια ατμόσφαιρα έξω από την οποία δεν μπορεί να ζήσει.

Και δοξάζει τον Θεό, που ήλθε στον κόσμο για να μας δώσει τη δυνατότητα μιας ζωής ευλογημένης, ειρηνικής, διαρκώς χαρούμενης και ευτυχισμένης. Ευχαριστεί Αυτόν που δίνει τη δύναμη στην ψυχή να ξεπερνά τα λυπηρά της ζωής και να στρέφει το βλέμμα της «προς την θεωρίαν των όντως αγαθών», προς τη θέα των πραγματικών αγαθών, των πνευματικών και αιωνίων.

Η συνάντηση με τον αναστάντα Κύριο είναι η λύση στο πρόβλημα της χαράς.

Αυτός είναι  «η όντως αληθινή ευφροσύνη και αγαλλίασις» εκείνων που Τον πιστεύουν, Τον λατρεύουν και Τον προσκυνούν. Και προσφέρει μία χαρά που διαφέρει από τις ανθρώπινες χαρές όσο τα δώρα του Θεού από τις επιτυχίες του ανθρώπου. Μέσα στην Εκκλησία χαιρόμαστε όχι γι’ αυτό που είμαστε εμείς, αλλά γι’ αυτό που είναι ο Κύριος και Θεός μας!

Ο άνθρωπος που ποθεί τον Θεό και στρέφεται εξ όλης ψυχής προς Αυτόν «χαίρει τοις θείοις  αγαθοίς, ου καθόσον αν αυτός απολαύει, αλλά καθόσον ο Θεός εν τούτοις εστί και μακάριον εαυτόν ηγείται, ουχ ων έλαβεν αυτός, αλλά πάντων ων ο ποθούμενος έχει». Χαίρεται με τα αγαθά του Θεού, όχι καθόσον τα απολαμβάνει ο ίδιος, αλλά καθόσον ο Θεός είναι σ’ αυτά.

Και θεωρεί τον εαυτό του μακάριο, όχι εξ αιτίας αυτών που έλαβε ο ίδιος, αλλά εξαιτίας όλων εκείνων τα οποία ο ποθούμενος έχει. Διότι η δύναμη της αγάπης προς τον Θεό τον βοηθεί να μην αισθάνεται τη δική του πτωχεία, αλλά να αισθάνεται δικό του τον πλούτο του Θεού λόγω της πολλής προς Αυτόν αγάπης.

Η ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ  Αρχιμ. Αστέριος Χατζηνικολάου εκδ. Ο ΣΩΤΗΡ σελ.77-79.

Σταυρός και Ανάσταση! Αχώριστα και στη ζωή του πιστού. Η πορεία μας στην οδό του Κυρίου είναι σταυροαναστάσιμη.

Μία διαρκής συμμετοχή στην οδύνη του Σταυρού και στη χαρά της Αναστάσεως του Κυρίου.

Η πνευματική ζωή είναι επίπονος δρόμος, «τεθλιμμένη οδός» [Ματθ. ζ΄14]. Είναι αγώνας και προσπάθεια, κακοπάθεια και θλίψη. Είναι πάλη με εχθρούς αοράτους και ορατούς, συνεχής αντιπαράθεση με τον κόσμο της αμαρτίας, διωγμός, ίσως και θάνατος. Είναι σταυρός και ενσυνείδητη συμμετοχή, κοινωνία στα παθήματα του Κυρίου. Ο πιστός βιώνει καθημερινά τον σταυρό και τον θάνατο. Συγχρόνως όμως απολαμβάνει την ανάσταση, τη χαρά, τη δόξα, τη ζωή. «Συσταυρώθητι, συννεκρώθητι, συντάφηθι προθύμως, ίνα και συναστής και συνδοξασθής και συμβασιλεύσης», προτρέπει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Οι υποσχέσεις αυτές δεν τοποθετούνται μόνο στο μέλλον. Και εδώ ακριβώς είναι η μεγάλη διαφορά των δικών μας σταυρών και του Σταυρού του Κυρίου. Για Εκείνον η Ανάσταση ήλθε μετά το Σταυρό. Εμείς μέσα στους σταυρούς μας ζούμε την ανάσταση.

Ο δικός Του μόνον ήταν ο απόλυτος Σταυρός. Οδύνη άφατη. Απαραμύθητος πόνος. Τέλεια εγκατάλειψη. Ούτε στη γη ούτε στον ουρανό μπορούσε να βρει παρηγοριά. Δεν υπήρξε γι’ Αυτόν ο «συλλυπούμενος». Δεν βρέθηκαν πουθενά οι «παρακαλούντες»[Ψαλμ. ξη΄21]. Τον εγκατέλειψαν οι πάντες. Τον εγκατέλειψε και ο Θεός. Βυθιζόταν στο πέλαγος του πόνου Του «και ούκ ήν υπόστασις». Δεν υπήρχε πυθμένας, δεν υπήρχε κάπου να σταματά η καταβύθισή Του στην απέραντη θάλασσα των παθημάτων Του, και κινδύνευε να καταποντισθεί και να χαθεί στα βάθη της. [Ψαλμ. ξη΄3]. Οδύνη πρωτόγνωρη για Εκείνον, κατάσταση ακατάληπτη σε μας. Ήταν ο άνθρωπος που σήκωνε πάνω του όλο τον πόνο του κόσμου.! Ο εσταυρωμένος Θεάνθρωπος, ο Κύριος και Λυτρωτής του κόσμου!

Οπωσδήποτε δεν είναι τέτοιοι οι δικοί μας σταυροί. Ούτε το βάρος Εκείνου σηκώνουμε, ούτε και μένουμε μόνοι ποτέ. Οι μικροί δικοί μας σταυροί στηρίζονται πάντοτε στην αγάπη Του, οφείλονται στη γεμάτη στοργή πατρική παιδαγωγία Του και φωτίζονται διαρκώς από την ελπίδα και το φως της Αναστάσεώς Του.

Ο σταυρωμένος πιστός έχει πάντοτε τη χαρά της θείας παρηγορίας, την αίσθηση της προστασίας του Θεού και της διαρκούς παρουσίας Του στον πόνο του, την ελπίδα της λυτρώσεως. Ο Θεός είναι πάντα παρών στη θλίψη, στον αγώνα, στη δοκιμασία μας. Στηρίζει, βοηθεί, παρηγορεί και ανασταίνει.

Η ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ αρχ. Αστέριος Χατζηνικολάου εκδ. «Ο Σωτήρ»  σελ. 45-47

“Γεσθημανή τω χωρίω”
Όταν η Θεοτόκος παρέδωσε το πνεύμα της, οι Απόστολοι εκήδευσαν το Θεοδόχο σώμα της με πολλή ευλάβεια, μεγάλη λαμπαδοφορία και επιταφίους ύμνους. Κατά τη διαρκεια της κηδείας συνέβη και το εξής επεισόδιο.

Ένας Ιουδαίος, από φθόνο ωδηγημένος, άπλωσε με αυθάδεια τα δύο χέρια πάνω στην αγία σωρό, με σκοπό να ρίξη κάτω και να βεβηλώση το πανάχραντο σκήνος της Θεοτόκου. Χωρίς όμως να καταλάβη κανείς πώς, τα χέρια του κόπηκαν με μιάς κι έπεσαν κάτω... Τούτο έκανε τον άπιστο να πιστεύση και να θεραπευθή. Όταν έφθασαν στο χωριό που λέγεται Γεθσημανή, λίγο έξω από τα Ιεροσόλυμα, έθαψαν εκεί το ζωαρχικό σώμα της Θεομήτορος.

Η παράδοσις για τον θάνατο της Θεοτόκου στην Ιερουσαλήμ αρχίζει από τον Ε' μ.Χ. αιώνα. Από τότε μνημονεύεται ναός της Θεοτόκου κοντά στα Ιεροσόλυμα. Από τον ΣΤ' όμως αιώνα μαρτυρείται και ο Τάφος της Θεοτόκου στη Γεθσημανή.

Ο Τάφος της Παναγίας μετά τρεις μέρες βρέθηκε “κενός” .
Στο Χριστιανικό χώρο υπάρχουν δύο μεγάλοι Τάφοι: ο Τάφος του Χριστού, ο “Πανάγιος Τάφος” και ο Τάφος της Παναγίας. Όσοι αξιωθήκαμε να προσκυνήσουμε στον Πανάγιο Τάφο ωδηγήσαμε ευλαβικά και τα βήματά μας και στη Γεθσημανή και κατεβήκαμε τα πολλά σκαλοπάτια του Τάφου της Παναγίας μας.
Αυτοί είναι οι δύο πρώτοι “κενοί” Τάφοι! Όλοι οι άλλοι Τάφοι της γης είναι γεμάτοι με “γυμνά οστέα”.

Οι δύο πρώτοι “κενοί” Τάφοι είναι η μεγαλύτερη μαρτυρία για την αλήθεια του Χριστιανισμού. Είναι μαρτυρία για τη νίκη του θανάτου και την κοινή Ανάσταση των ανθρώπων.
...
“Δεύτε πιστοί
τω τάφω προσέλθωμεν της Θεομήτορος, και περιπτυξώμεθα
καρδίας, χείλη, όμματα, μέτωπα,
ειλικρινώς προσάπτοντες και αρυσώμεθα
ιαμάτων άφθονα χαρίσματα
εκ πηγής αενάου βλυστάνοντα”
(Τροπάριον θ' Ωδής, Όρθρος 15ης Αυγούστου)


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 261-262)

Αναφέρει η Ξεναγός Λουντμίλα: «Στις 18 Απριλίου 1993 τη νύκτα του Πάσχα συνέβη ένα θλιβερό γεγονός [στο μοναστήρι της Όπτινα]. Γιορτάσαμε με λαμπρότητα την Ανάσταση. Η αγρυπνία τελείωσε γύρω στις 5 το πρωί κι όλοι αποσυρθήκαμε.

Συνηθίζουμε να κτυπάμε τις καμπάνες όλη τη μέρα. Έτσι τρεις μοναχοί, γύρω στις 6:10 το πρωΐ, κτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες.

Την ώρα εκείνη τους επιτέθηκε ένας σατανιστής και τους έσφαξε μ’ ένα μεγάλο μαχαίρι. Φαίνεται πως μέσα στο θόρυβο και στο σκοτάδι δεν τον πρόσεξαν. Κτύπησε πρώτα τον ένα και τον άφησε στο έδαφος πληγωμένο. Ήταν για αρκετή ώρα ζωντανός. Έπειτα κτύπησε το δεύτερο, ο οποίος φώναξε λίγο και προσπάθησε να κτυπήση πάλι την καμπάνα. Έπεσε, όμως, νεκρός. Ο τρίτος, ο π. Βασίλειος, πρόλαβε να φύγη, αλλά λίγο πιο πέρα ανάμεσα στα δύο κτίρια, ο σατανιστής τον κτύπησε και τον άφησε νεκρό.

Μετά το αποτρόπαιο έγκλημα ο σατανιστής άφησε τα μαχαίρια του ματωμένα στο έδαφος κι εξαφανίστηκε. Ήταν μεγάλα μαχαίρια και πάνω τους χαραγμένος ο αριθμός 666. Αργότερα τον συνέλαβαν, τον χαρακτήρισαν τρελλό και τον άφησαν ελεύθερο.

Στην κηδεία των τριών νεομαρτύρων όλοι, μοναχοί και λαϊκοί, νοιώθαμε και λύπη αλλά και μεγάλη χαρά, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο. Ο ηγούμενος είπε κατά τη διάρκεια της εξοδίου ακολουθίας:

“Χάσαμε τους μοναχούς, αλλά τώρα τους έχουμε αγγέλους στον ουρανό και προσεύχονται για μας”.

Πιο πολύ λυπηθήκαμε για τον π. Βασίλειο. Ήταν μόλις 32 χρονών, αλλά άνθρωπος με βαθειά πίστι και πολλά χαρίσματα. Έκανε θαυμάσια κηρύγματα και βοήθησε πολύ κόσμο.

Είχε πει κάποτε: “Θα ήθελα να πεθάνω το Πάσχα, την ώρα που θα κτυπούν οι καμπάνες!”»(ΑΝ, 184).

(Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, ο Αντίχριστος, Σταμάτα 2016, σελ. 13-14)

Η απαίτηση της Κριτικής για να αναγνωρίσει την εκ νεκρών Ανάσταση του Ιησού ως αναντίρρητο ιστορικό γεγονός είναι, καθώς ήδη είπαμε, η εξής:
«Να θυσίαζαν οι πρώτοι κήρυκες της Ανάστασης κι αυτή τη ζωή τους, υποστηρίζοντας με το αίμα τους τη μαρτυρία τους».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Εδώ πρέπει τώρα να μελετήσουμε διάφορες περιπτώσεις θανάτου για να ξεχωρίσουμε τη μοναδική κι αξιοθαύμαστη περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού.
1.Θάνατος για ιδεολογία
Μπορεί να θανατωθεί ένας άνθρωπος για τις αρχές και την ιδεολογία του, χωρίς με τούτο να συμβαίνει ώστε, κατ’ ανάγκη, οι αρχές κι ιδέες του να είναι αγαθές κι αληθινές. Η ιστορία μας το διδάσκει αυτό, φέρνοντας αρκετά παραδείγματα μαρτύρων, για πολλαπλές αρχές και ιδέες – πολιτειακές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές, - που δεν ήσαν ούτε αγαθές ούτε και αληθινές.
Στην περίπτωση μάλιστα που η θανάτωση είναι αναγκαστική – κατόπιν δικαστικής απόφασης ανέκκλητης – το να δεχθεί ένας το θάνατο, για τις αρχές και τις ιδέες του, δεν προσθέτει με το θάνατό του αυτόν κανένα κύρος σ’ αυτές· γιατί, εφόσον ο θάνατος είναι υποχρεωτικός και με το να τις αρνιόταν δεν θα ξέφευγε τη θανάτωσή του, είναι φυσικό – καθιερωμένο από τον ανθρώπινο εγωισμό – να τις κρατήσει μέχρι θανάτου.
Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση όταν ανοίγεται στον μελλοθάνατο η πόρτα να ξεφύγει τον θάνατο εάν θα αρνιόταν τις αρχές αυτές και τις ιδέες του. Εδώ, με το να προτιμήσει αυτός το θάνατο, αποδείχνει ότι σοβαρά τις πιστεύει και μάλιστα τις εκτιμάει περισσότερο απ’ τη ζωή του: Αλλά, και πάλι, εδώ δεν αποδείχνεται με τούτο ότι οι αρχές κι ιδέες του είναι αντικειμενικά αγαθές κι αληθινές. Έχουμε παραδείγματα ανθρώπων ενθουσιαστών ή φανατικών. Έχει κι η πλάνη τους μάρτυρές της, καθώς τους έχει κι η αλήθεια, μας διδάσκει πάλι η Ιστορία· η Βίβλος, μάλιστα, προχωρεί ακόμα πιο πέρα, και μας λέει ότι κι ο σατάν έχει τα θαυματουργά όργανά του, καθώς τα έχει κι ο Θεός (Έξοδος 7/10-12, 20-22, 8/5-7, 17-18. Δευτερονόμιο 13/1-3. 2 Θεσσαλονικείς 2/9-10).
2.Θάνατος για εξωτερικό γεγονός
Προχωρώντας τώρα πιο πέρα, πρέπει να κάνουμε και μια άλλη ακόμα διάκριση· πρέπει να ξεχωρίσουμε μεταξύ «Ιδέας» (φρονήματος) και «Γεγονότος» (εξωτερικού). Διαφέρει η Ιδέα από το Γεγονός· η Ιδέα γεννιέται μες στη Διάνοια, ενώ το γεγονός γεννιέται έξω απ’ τη Διάνοια, κι έρχεται μέσα από τα αισθητήρια του σώματος. Η πρώτη είναι κυρίως υποκειμενική, το δεύτερο είναι κυρίως αντικειμενικό.
Έτσι, ας θεωρήσουμε την περίπτωση ενός μάρτυρα, που προτιμάει να πεθάνει βεβαιώνοντας ένα Γεγονός (όχι Ιδέα), παρά να ξεφύγει το θάνατο με το να το αρνηθεί. Ο θάνατος αυτός έχει αποδεικτική δύναμη για το μαρτυρούμενο γεγονός, μεγαλύτερη από όση θα είχε με ίσους όρους για υποστήριξη μιας Ιδέας· γιατί, καθώς είπαμε, η Ιδέα έχει μέσα της πολλά υποκειμενικά στοιχεία, που μπορεί να γεννήσουν την προκατάληψη, ενώ το εξωτερικό Γεγονός, - όταν αποκλειστεί η περίπτωση ψευδαίσθησης – είναι αντικειμενικό.
Και, αν πολλοί, περισσότεροι από έναν μάρτυρες, προτιμήσουν ελεύθερα το θάνατο για να βεβαιώσουν το ίδιο Γεγονός – όχι όλοι μαζί, αλλά χωριστά σε διάφορους τόπους και διάφορες χρονικές στιγμές – οι θάνατοι αυτοί στο σύνολό τους έχουν πολύ περισσότερη αποδεικτική δύναμη από όση ένας απ’ αυτούς.
Και, εάν επί πλέον ακόμα βεβαιωθεί ότι, όλοι αυτοί προτού χύσουν το αίμα τους ζούσαν επί χρόνια σταθερά κάτω από την επίδραση του Γεγονότος εκείνου, μια καινούρια ζωή που είχε αλλάξει ριζικά την προηγούμενη ζωή τους, μια ζωή αφιερωμένη εξολοκλήρου στο να σώσουν τους συνανθρώπους τους από την πλάνη και την κακία, ανακοινώνοντας σ’ αυτούς για να πιστέψουν το μέγα και σωτήριο Γεγονός, που αυτοί είδαν, άκουσαν και ψηλάφησαν, και γι’ αυτό δούλεψαν αδιάκοπα με ζήλο κι αυταπάρνηση απόλυτη, με σταθερότητα και θάρρος, με μια γαλήνη ενωμένη με δύναμη που ξετύλιξαν μέσα στους ακατάπαυστους και τρομερούς κινδύνους, μ’ ένα ανώτερο και απόλυτα ισορροπημένο πνεύμα, που διαλάμπει από τις λίγες σελίδες που μας άφησαν, απαλλαγμένοι από μυστική έξαρση και φανατισμό, αφιερώνοντας ακόμα και την τελευταία στιγμή προτού χυθεί το αίμα τους για να βεβαιώσουν το Γεγονός· κατόπι από μια τέτοια μεταβολή ζωής, ο εκούσιος θάνατος των μαρτύρων τούτων έχει, για την αμερόληπτη Κριτική – έστω και μόνος του χωρίς άλλες συνοδευτικές αποδείξεις – ένα άπειρο βάρος που δικιολογεί την πλήρη πίστη στο μαρτυρούμενο γεγονός.
3.Μοναδικότητα της μαρτυρίας των αποστόλων
Λοιπόν, τέτοια περίπτωση εκουσίων θανάτων, ανθρώπων μοναδικής ηθικής τελειότητας, για να βεβαιώσουν ένα Γεγονός παγκόσμιας σημασίας, είναι μοναδική στην Παγκόσμια Ιστορία, κι είναι η περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού που βεβαιώνουν την Ανάστασή του από τους νεκρούς.

(βιβλίο: Οι αρνητές του υπερφυσικού, Κ. Μεταλληνός, εκδ. Πέργαμος 1987, σελ.104-107)

Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που δεν γνωρίζουν, αλλά πιστεύουν ότι είναι αλήθεια. Κανείς δεν πέθανε για κάτι που και γνωρίζει και πιστεύει ότι δεν είναι αλήθεια!
Ως επιχείρημα για την Ανάσταση του Χριστού λέμε οι Χριστιανοί ότι κανείς δεν θα έδινε τη ζωή του για ένα ψέμα. Οι Απόστολοι όμως έδωσαν τη ζωή τους για το Χριστό.

Πολλοί άπιστοι απαντούν ότι και άλλοι έδωσαν και δίνουν τη ζωή τους για μία πίστη, ιδεολογία, ιδανικό κλπ. Οπότε το επιχείρημα της αυτοθυσίας, μας λένε, δεν έχει δύναμη. Μπορούν να το επικαλεστούν οι πάντες!
Υπάρχει όμως μία τεράστια διαφορά. Ένας μουσουλμάνος κλπ, πεθαίνει για το Ισλάμ διότι πιστεύει ότι το Ισλάμ είναι η αλήθεια. Δεν το ξέρει ως αυτόπτης και αυτήκοος με αποδείξεις διότι δεν ήταν εκεί στη σπηλιά που ο Μωάμεθ είδε το πρώτο «όραμα» όπως είπε εκ των υστέρων ο ίδιος. Απλώς το πιστεύει. Του το κήρυξαν και αυτός το πιστεύει. Και για αυτήν την αλήθεια που πιστεύει πεθαίνει.

Αλλά μπορεί κάποιος να αυταπατάται ή να έχει παραπλανηθεί ή εξαπατηθεί κλπ. Άρα η αυτοθυσία του όντως δεν αποδεικνύει τίποτα. Το ίδιο για όλες τις θρησκείες και ιδεολογίες.

Άλλο οι ιδρυτές, άλλο οι οπαδοί! Οι πρώτοι ερευνώνται ιστορικά, όχι οι δεύτεροι!
Οι Απόστολοι όμως είναι τελείως διαφορετική περίπτωση. Δεν πέθαναν για κάτι που πίστεψαν ως αλήθεια. Αλλά για κάτι που ήξεραν! Για ένα γεγονός!
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που «πιστεύουν» ότι είναι αλήθεια. Κανείς όμως δεν πεθαίνει για κάτι που «γνωρίζει», όχι πιστεύει, γνωρίζει ότι δεν είναι αλήθεια.
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που είναι ψέμα αλλά το πιστεύουν ως αλήθεια. Κανείς δεν πεθαίνει για κάτι που είναι ψέμα και το γνωρίζει καλά ότι είναι ψέμα!
Αν η Ανάσταση δεν είχε γίνει τότε οι μαθητές θα πέθαιναν για κάτι που ήξεραν καλά ότι είναι ψέμα. Αυτό είναι η ύψιστη ανοησία και δεν συνέβη ποτέ εκτός αν κάποιος είναι παράφρων ή πλανήθηκε. Αν οι Απόστολοι ήταν παράφρονες ή πλανήθηκαν είναι βεβαίως ένα επόμενο θέμα προς διερεύνηση.
Άρα δεν μας ενδιαφέρει η αυτοθυσία των οπαδών μιας θρησκείας μέσα στους αιώνες, ούτε καν των πρώτων μαθητών της, συμπεριλαμβανομένου και του Χριστιανισμού. Αυτοί μπορεί κάλλιστα να παραπλανήθηκαν και παρασύρθηκαν από τους ιδρυτές μιας θρησκείας και να την πίστεψαν ως αληθινή έστω και αν δεν είναι.
Μας ενδιαφέρει ο θάνατος των πρώτων αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων μιας θρησκείας, των ιδρυτών της! Αυτοί οι πρώτοι πέθαναν για την πίστη τους; Και εννοούμε θάνατο που θα μπορούσαν να αποφύγουν, όχι θάνατο αναγκαστικό! Αν επέλεξαν οι ίδιοι και μάλιστα με χαρά να υποστούν φρικτά βασανιστήρια ενώ είχαν την επιλογή να τα γλιτώσουν, για τέτοιο θάνατο μιλάμε! Πέθαναν για αυτά τα υπερφυσικά γεγονότα που βεβαίωναν; Διότι μόνο αυτοί γνώριζαν την αλήθεια από πρώτο χέρι. Όχι οι μαθητές τους. Αλλά αυτοί οι δάσκαλοι!
Άρα ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία εκατομμυρίων μαρτύρων Χριστιανών, κατ’ ουσίαν και αντικειμενικά, όντως δεν είναι αποδεικτικό επιχείρημα της Ανάστασης του Χριστού!
Αντιθέτως, ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία των αυτοπτών Αποστόλων για το γεγονός της Ανάστασης είναι αποδεικτικό επιχείρημα, διότι μόνο αυτοί ήξεραν ακριβώς αυτό για το οποίο πέθαιναν. Όχι πίστευαν, αλλά ήξεραν από πρώτο χέρι. Δεν θα πέθαιναν, αυτοί και μόνο αυτοί, για κάτι που, αυτοί και μόνο αυτοί, ήξεραν καλά ότι είναι μύθος, ότι είναι ψέμα, ότι δεν έγινε ποτέ!


(παρακάτω ένας διάλογος του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου με άπιστο νέο)
- (π. Επιφάνιος) Μείζων δέ πάντων των γεγονότων τούτων, ή Ανάστασίς Του. Όλο τό οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στό γεγονός τής Αναστάσεως. Αυτό δεν τό λέω εγώ. Τό λέγει ό Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία ή πίστις ημών». Άν ό Χριστός δέν αναστήθηκε, Όλα καταρρέουν. Ό Χριστός όμως ανέστη, που σημαίνει ότι είναι Κύριος τής Ζωής καί του Θανάτου, άρα Θεός.
- Εσείς τά είδατε όλα αυτά; Πώς τά πιστεύτετε;
- Όχι, εγώ δέν τά είδα. Αλλ’ αυτοί που τά είδαν, δηλ. οι Απόστολοι, τά εβεβαίωσαν καί προσυπέγραψαν αυτήν τήν μαρτυρία τους μέ τό αίμα τους. Ή μαρτυρία της θυσίας της ζωής είναι ή ύψιστη μαρτυρία.
Φέρε μου και σύ κάποιον, πού νά μου πή ότι ό Μαρξ πέθανε και ανέστη και νά πεθάνη γι’ αυτό πού λέει και εγώ θά τόν πιστέψω, ως τίμιος άνθρωπος.
-  Νά σάς πω. Χιλιάδες μαρξιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Γιατί δέν ασπάζεσθε και σεις τόν μαρξισμό;
-  Τό είπες και μόνος σου. Οι μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σέ μιά ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο νά υπεισέλθη πλάνη. Επειδή δέ είναι ίδιον τής ανθρώπινης ψυχής νά θυσιάζεται γιά κάτι πού πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Αυτό δέν μάς υποχρεώνει νά τήν δεχθούμε σάν σωστή. Άλλο νά πεθαίνης γιά ιδέες και άλλο νά πεθαίνης γιά γεγονότα.
Οι Απόστολοι όμως δέν πέθαναν γιά ιδέες. Ούτε γιά τό «αγαπάτε αλλήλους», ούτε γιά τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα.

Και όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό απ’ αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν «δι’ ά ακηκόασι και εθεάσαντο και αί χείρες αυτών εψηλάφησαν». Και ό Ευαγγελιστής Ιωάννης αυτό ακριβώς λέγει: «ό εωρακώς μεμαρτύρηκε», δηλ. εγώ ό ίδιος πού γράφω αυτά, εγώ ό ίδιος είδα τόν εκατόνταρχο νά λογχίζη τήν πλευράν Του και νά εξέρχεται αίμα και νερό από αυτήν.
Ό Πασκάλ κάμνει έναν πολύ ωραίο συλλογισμό. Λέγει, λοιπόν, ότι μέ τους Αποστόλους συνέβη εν εκ τών τριών: Ή ηπατήθησαν ή μάς εξηπάτησαν ή μάς είπαν τήν αλήθεια….  (βιβλίο: Υποθήκες Ζωής, σελ. 203-206)

Κατά Ματθαίον 12,40  ὥσπερ γὰρ ἐγένετο Ἰωνᾶς ὁ προφήτης ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας(5).(=Διότι, όπως ακριβώς ο Ιωνάς ο προφήτης έμεινε εις την κοιλίαν του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, έτσι και ο υιός του ανθρώπου θα είναι μέσα στον τάφον και τον Αδην τρεις ημέρας και τρεις νύκτας).

(5) Αναμφίβολα ο Κύριος παρέμεινε στην καρδιά της γης τρεις ημέρες. Παρέμεινε όμως δύο νύχτες, εφόσον νύχτα σημαίνει το σκοτάδι που παρεμβλήθηκε μεταξύ ημέρας (της Παρασκευής προς το Σάββατο) και ημέρας (του Σαββάτου προς την Κυριακή). Και όμως ο αριθμός των τριών ημερών και των τριών νυχτών είναι σωστός, εάν δεν πάρουμε αυτόν με αστρονομική ακρίβεια, αλλά αναλύσουμε αυτόν κατά συνεκδοχή (δηλ. στενεύω ή διευρύνω τη σημασία μίας λέξης).

Δηλαδή αν θεωρήσουμε το ημερονύκτιο ως ενιαία και αδιαίρετη μονάδα και την εδώ φράση του Ματθαίου ερμηνεύσουμε: διάστημα τριών ημερονυκτίων.

Επιπλέον μπορεί με τη φράση να εννοείται το όλο πάθος δηλαδή από την αγωνία της Γεθσημανή, όπου ο Ιησούς έπεσε «στη γη» (Μάρκ. ιδ 35) «έπεσε με το πρόσωπο κατά γης προσευχόμενος» (Ματθ. κστ 39) και από τη σύλληψη, με την οποία οι Ιουδαίοι άρχισαν να επιχειρούν την καταστροφή του Ναού το σώματός του. Έτσι τα τρία ημερόνυκτα εκτείνονται από τα μεσάνυχτα της Πέμπτης προς την Παρασκευή μέχρι τον όρθρο της Κυριακής (b).

«Ο Κύριός μας… τρεις μέρες και τρεις νύχτες έμεινε κάτω από τη γη, την μεν Παρασκευή από το τέλος· το Σάββατο όλο· και την Κυριακή από την αρχή σύμφωνα με την αντίληψη των ανθρώπων. Όπως λοιπόν εμείς επιτελούμε την τριτη ημέρα των νεκρών, όχι όταν συμπληρωθούν ισόποσα οι τρεις ημέρες και οι τρεις νύχτες, αλλά θεωρούμε ως ημέρα μία και τέλεια εκείνη, κατά την οποία σε οποιαδήποτε ώρα πέθανε, αλλά θεωρούμε ως ημέρα και την άλλη, στις αρχές της οποίας πάμε στους τάφους των νεκρών, με την ίδια λοιπόν λογική και ο Κύριος έκανε στη γη τρεις μέρες και τρεις νύχτες» (Θεοδώρητος). Σύμφωνα με το ιεροσολυμιτικό Ταλμούδ ημέρα και νύχτα μαζί συναποτελούν ολόκληρη φυσική ημέρα και οποιοδήποτε τμήμα αυτής της περιόδου υπολογίζεται ως ολόκληρο (ο).

«Και αλλιώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε. Από την ημέρα που παραδόθηκε από τον Ιούδα στους θεοκτόνους Ιουδαίους, δηλαδή από την αγία Πέμπτη μπορούμε να αριθμήσουμε τις τρεις ημέρες σαν να σταυρώθηκε» (Ισίδωρος).

Ή, «το απόγευμα της Πέμπτης έκανε το δείπνο και έλεγε στους μαθητές: Πάρτε και φάτε το σώμα μου. Επομένως επειδή είχε εξουσία πάνω στον εαυτό του να θυσιάσει τη ζωή του, από τότε δηλαδή έσφαξε τον εαυτό του, από την ώρα που μοίραζε στους μαθητές του το σώμα. Διότι κανείς δεν τρώει κάτι, εάν δεν είναι προηγουμένως σφαγμένο. Μέτρησε λοιπόν· Το απόγευμα έδινε το σώμα του· η νύχτα εκείνη και η ημέρα της Παρασκευής μέχρι την έκτη ώρα (12 μ.), να το ένα ημερονύχτιο» (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας στο Ματθ. κη 8).

(Π.Ν. Τρεμπέλα Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, εκδ. Σωτήρ, σελ. 244, μετάφραση στα νέα ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας)

Πήγαινε συχνά ο διάβολος στη σπηλιά κάποιου Ερημίτη, για να τον τρομοκρατήσει και να τον κάνει να φύγει από εκεί.

Εκείνος όμως όχι μόνο δεν δείλιαζε, αλλά περιφρονούσε το πονηρό πνεύμα.

Τότε ο διάβολος, για να τον παραπλανήσει, του παρουσιάστηκε με τη μορφή του Χριστού.
- Είμαι ο Χριστός, του είπε.
Ο Ερημίτης έκλεισε τα μάτια του.
- Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; του φώναξε ο διάβολος ερεθισμένος. Σου είπα πως είμαι ο Χριστός.
- Εγώ δεν θέλω να δω τον Χριστό σε αυτόν τον κόσμο,
αποκρίθηκε ο Ερημίτης, κρατώντας ακόμη τα μάτια του κλειστά.
Με τη θαρρετή απάντηση του ανθρώπου του Θεού ο διάβολος εξαφανίστηκε και δεν τόλμησε πια να τον πειράξει.
(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 399)


Σημείωση: οι παραλλαγές αναφέρονται στις λέξεις με bold.
20,1 Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων (άλλη γραφή[παραλλαγή] επόμενης ή προηγ. λέξης-λέξεων σε άλλα χειρογραφα,(στο εξής:α.γ.) Μαριαμ) Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον (προσθήκη λέξης-λέξεων στο σημειο αυτό σε κάποια χειρόγραφα,στο εξής προσθ. από της θυρας) ἐκ τοῦ μνημείου.
2 τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς (προσθ. τον) Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς καὶ λέγει αὐτοῖς• ἦραν τὸν κύριον ἐκ τοῦ μνημείου καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.
3 Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον.
4 ἔτρεχον δὲ (α.γ.και ετρεχον) οἱ δύο ὁμοῦ• (παραλείπεται η επόμενη ή προηγ. λέξη-λέξεις σε κάποια χειρόγραφα,στο εξης:παραλ.) καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμεν τάχιον τοῦ Πέτρου καὶ ἦλθεν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον,
5 καὶ παρακύψας βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια (α.γ.τα οθονια κείμενα (+ μονα στο χειρ. Ψ), οὐ μέντοι (προσθ. γε) εἰσῆλθεν.
6 ἔρχεται οὖν (παραλ.)καὶ Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα,
7 καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπι τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον.
8 τότε οὖν εἰσῆλθεν καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον καὶ εἶδεν καὶ ἐπίστευσεν•
9 οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν γραφὴν ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι.
10 ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς (α.γ. εαυτους) αὐτοὺς οἱ μαθηταί.
11 (α.γ. Μαριαμ) Μαρία δὲ εἱστήκει (α.γ. εν) πρὸς τῷ μνημείῳ ἔξω κλαίουσα (α.γ.(1) κλαιουσα, α.γ.(2) κλαιουσα εξω). ὡς οὖν ἔκλαιεν, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον
12 καὶ θεωρεῖ (παραλ.)δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους (α.γ. καθεζομενους εν λευκοις), ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
13 (παραλ.) καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι• γύναι, τί κλαίεις; (προσθ.(1) τινα ζητεις; προσθ.(2) και) λέγει αὐτοῖς ὅτι ἦραν τὸν κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.
14 (α.γ.(1) και ταυτα, α.γ.(2) ταυτα δε) Ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν.
15 λέγει αὐτῇ (προσθ. ο) Ἰησοῦς• γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστιν λέγει αὐτῷ• κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ.
16 λέγει αὐτῇ (προσθ. ο) Ἰησοῦς• (α.γ. Μαρια) Μαριάμ. στραφεῖσα (προσθ. δε) ἐκείνη λέγει αὐτῷ Ἑβραϊστί• (α.γ. ραββωνι) ραββουνι, ὃ λέγεται (προσθ. κυριε) διδάσκαλε (προσθ. και προσεδραμεν αψασθαι (αψεσθαι στο f13) αυτου).
17 λέγει αὐτῇ (προσθ. ο) Ἰησοῦς• μή μου ἅπτου (α.γ. μη απτου μου), οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα (προσθ. μου)• πορεύου (α.γ. ουν) δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς (παραλ.) μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς• ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν καὶ θεόν μου καὶ θεὸν ὑμῶν.
18 Ἔρχεται (α.γ. Μαρια) Μαριὰμ ἡ Μαγδαληνὴ (α.γ.(1)απαγγελουσα, α.γ.(2)αναγγελουσα) ἀγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι (α.γ.(1)εωρακεν, α.γ.(2)εωρακαμεν) ἑώρακα τὸν κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ (α.γ. α ειπεν αυτή εμηνυσεν αυτοις).
19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ (α.γ.(1) μια, α.γ.(2) μιας, α.γ.(3)τη μια των) σαββάτων καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ (προσθ.(1) συνηγμενοι, προσθ.(2) αυτου συνηγμενοι) διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν (παραλ.) Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ λέγει αὐτοῖς• εἰρήνη ὑμῖν.
20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν (προσθ.(1) και, προσθ.(2) αυτοις) τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν (α.γ. αυτου) αὐτοῖς. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν κύριον.
21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς (παραλ.)[ὁ Ἰησοῦς] πάλιν• εἰρήνη ὑμῖν• καθὼς ἀπέσταλκέν με ὁ πατήρ, κἀγὼ (α.γ.(1) πεμψω, α.γ.(2) αποστελλω) πέμπω ὑμᾶς.
22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησεν καὶ λέγει αὐτοῖς• λάβετε πνεῦμα ἅγιον•
23 ἄν (α.γ. τινος) τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας (α.γ.(1)αφιενται, α.γ.(2) αφιονται, α.γ.(3) αφεθησεται) ἀφέωνται αὐτοῖς, ἄν (α.γ. τινος) τινων κρατῆτε κεκράτηνται.
24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν (προσθ. ο) Ἰησοῦς.
25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί• ἑωράκαμεν τὸν κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς• ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον (α.γ.(1) τον τοπον, α.γ.(2) τους τυπους) τῶν ἥλων καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου (α.γ. μου τον δακτυλον) εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων (α.γ (1) τον τοπον των ηλων, α.γ.(2) την χειραν αυτου) καὶ βάλω μου τὴν χεῖρα (α.γ.(1) την χειρα μου, α.γ.(2) την χειρα, α.γ.(3) μου τας χειρας) εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω.
26 Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν• εἰρήνη ὑμῖν.
27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ• φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ (α.γ. ισθι) γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός.
28 (προσθ. και) ἀπεκρίθη (προσθ. ο) Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ• ὁ κύριός μου καὶ ὁ θεός μου.
29 (α.γ. ειπεν (λεγει ο א2) δε) λέγει αὐτῷ (παραλ.) Ἰησοῦς• ὅτι ἑώρακάς με πεπίστευκας; μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες (προσθ. με) καὶ πιστεύσαντες.
30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν (παραλ.)[αὐτοῦ], ἃ οὐκ ἔστιν γεγραμμένα ἐν (παραλ.) τῷ βιβλίῳ τούτῳ•
31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα (α.γ. πιστευητε) πιστεύ[σ]ητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ χριστὸς ὁ υἱὸς (5 λεξεις που αλλαζει η σειρα τους, οι παραλλαγες των αριθμών δείχνουν τις παραλλαγες στη σειρα των λέξεων, στο εξης μονο οι αριθμοι, 3 5 1, 2 3 1 4 5, 1 4 5)  τοῦ θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν (προσθ. αιωνιον) ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

21,1 Μετὰ ταῦτα ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν πάλιν ὁ Ἰησοῦς (1-3 5, 3 1 2, 1 3 2 4 5, 1 2 4 5 3, 1 2 4 5) τοῖς μαθηταῖς (προσθ.(1) αυτου, προσθ.(2) αυτου εγερθεις εκ νεκρων) ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος• ἐφανέρωσεν δὲ οὕτως.
2 Ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου (α.γ.(1) υιοι Ζεβεδαιου, α.γ.(2) του Ζεβεδαιου υιοι) καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο.
3 λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος• ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ• ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί. (α.γ.(1) και εξηλθον (ηλθον στο χειρ. Ρ), α.γ.(2) εξηλθον ουν) ἐξῆλθον καὶ ἐνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον (προσθ. ευθυς), καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.
4 Πρωΐας δὲ ἤδη (α.γ. γινομενης) γενομένης ἔστη (προσθ. ο) Ἰησοῦς (α.γ. επι) εἰς τὸν αἰγιαλόν, οὐ μέντοι (α.γ. εγνωσαν) ᾔδεισαν οἱ μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν (παραλ.).
5 λέγει οὖν αὐτοῖς [ὁ] Ἰησοῦς (α.γ. Ιησους)• παιδία, μή τι προσφάγιον ἔχετε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ• οὔ.
6 ὁ δὲ εἶπεν (α.γ. λεγει) αὐτοῖς• βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον, καὶ εὑρήσετε.(προσθ. οι δε ειπον· δι ολης νυκτος εκοπιασαμεν (κοπιασαντες στο Ψ) και ουδεν ελαβομεν· επι δε τω σω ρηματι (ονοματι στο P66vid, sa) βαλουμενἔβαλον οὖν (α.γ.(1) εβαλον ουν αυτό, α.γ.(2) οι δε εβαλον), καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι (α.γ. ισχυσαν) ἴσχυον ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων.
7 λέγει οὖν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ• ὁ κύριός ἐστιν (προσθ. ημων). Σίμων οὖν Πέτρος ἀκούσας ὅτι ὁ κύριός ἐστιν τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο, ἦν γὰρ γυμνός, καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν,
8 οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον, οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς ἀλλ’ ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων, σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων.
9 Ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον καὶ ἄρτον.
10 λέγει αὐτοῖς (παραλ.) ὁ Ἰησοῦς• ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε νῦν.
11 ἀνέβη (παραλ.) οὖν Σίμων Πέτρος καὶ εἵλκυσεν τὸ δίκτυον εἰς τὴν γῆν (α.γ.(1) επι την γην, α.γ.(2) επι της γης) μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντήκοντα τριῶν• καὶ τοσούτων ὄντων οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον.
12 Λέγει αὐτοῖς (παραλ.)Ἰησοῦς• δεῦτε ἀριστήσατε. οὐδεὶς (παραλ.) δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν• σὺ τίς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ κύριός ἐστιν.
13 ἔρχεται (προσθ.(1) ο, προσθ.(2) ουν ο) Ἰησοῦς καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον καὶ δίδωσιν (α.γ. ευχαριστησας εδωκεν) αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως.
14 τοῦτο (προσθ. δε)  ἤδη τρίτον ἐφανερώθη (α.γ. ο) Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς (προσθ. αυτου) ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.
15 Ὅτε οὖν ἠρίστησαν λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ Ἰησοῦς• Σίμων (α.γ. Ιωνα) Ἰωάννου, ἀγαπᾷς με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ• ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ• βόσκε τὰ (α.γ. προβατα) ἀρνία μου.
16 (α.γ. παλιν λεγει αυτω) λέγει αὐτῷ πάλιν (α.γ.(1)το δευτερον, α.γ.(2) δευτερον ο κυριος) δεύτερον• Σίμων (α.γ. Ιωνα)Ἰωάννου, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ• ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ• ποίμαινε τὰ (α.γ. προβάτια) πρόβατά μου.
17 λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον• Σίμων (α.γ. Ιωνα) Ἰωάννου, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον• φιλεῖς με; καὶ (α.γ. ειπεν) λέγει αὐτῷ• κύριε, πάντα σὺ οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ [ὁ Ἰησοῦς](α.γ. Ιησους)• βόσκε τὰ (α.γ.(1) προβατια, α.γ.(2) αρνια) πρόβατά μου.
18 Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες• ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει (α.γ.(1) άλλος ζωσει σε, α.γ.(2) αλλοι σε ζωσουσιν, α.γ.(3) αλλοι ζωσουσιν (ζωσωσιν στο C2) σε) καὶ οἴσει ὅπου (α.γ.(1) αποισουσιν (απαγουσιν στο D) σε οπου, α.γ.(2) οισουσιν οπου, α.γ.(3) ποιησουσιν σοι οσα, α.γ.(4) οισει σε οπου, α.γ.(5) εισι οπου συ, α.γ.(6) αποισει οπου)  οὐ θέλεις.
19 τοῦτο δὲ εἶπεν σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ• ἀκολούθει μοι.
20 Ἐπιστραφεὶς (προσθ. δε) ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς (παραλ.) ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπεν• κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε;
21 τοῦτον (παραλ.) οὖν ἰδὼν ὁ Πέτρος (α.γ. ειπεν) λέγει τῷ Ἰησοῦ• κύριε, οὗτος δὲ τί;
22 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς• ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν (προσθ. ουτως) ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σύ μοι ἀκολούθει (α.γ. ακολουθει μοι).
23 ἐξῆλθεν οὖν οὗτος ὁ λόγος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς (προσθ. και εδοξαν) ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνῄσκει• οὐκ εἶπεν δὲ (α.γ. και ουκ ειπεν) αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνῄσκει (α.γ. ουκ αποθνησκεις) ἀλλ’• ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι [,τί πρὸς σέ](α.γ. προς σε
24 Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ (προσθ. και) μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ ὁ (α.γ.(1) ο και, α.γ.(2) και) γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς αὐτοῦ ἡ μαρτυρία ἐστίν (4 2 3 1, 4 1-3, 1 4 2 3).
25 (παραλ. ολος ο στιχος στο  א*) Ἔστιν δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ (α.γ. οσα) ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδ’ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον (α.γ. χωρησειν) χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία.(προσθ. αμην)(προσθ. η περικοπή Ιωάννου 7,53-8,11 στο l 1582)
Υπόμνημα: Τα χειρόγραφα που συναντιούνται οι παραλλαγές (για συντομία περιοριζόμαστε μόνο σε 5 τουλαχιστον κάθε φορά)
αριθμοί=χειρόγραφα μικρογράμματα, 565=(9ος αιων),  א =Σιναϊτικός κωδικας(4ος αιων), Α=Αλεξανδρινός(5ος αιών), Β=Βατικανός(μέσα 4ος αιών), C=Εφραιμ Σύρου(5ος αιών), D=Κώδικας Βέζα(5ος αιών), P=(6ος αιων), L=Κώδιξ Regious(8ος αιών), W=Washington(4ος αιων), Γ=(10ος αιων), Δ=(9ος αιων), Θ=Κώδιξ Koridethi (8ος αιων), Κ=Κώδιξ Κύπριος(9ος αιών), Ψ=Κωδιξ Athous Laurae(8ος αιων),  a=ευαγγέλιο(4ος αιων), arm= αρμενική μετάφραση, aur=ευαγγλιο(7ος αιων), bo=Βοχαϊρική μετάφραση, pbo=πρωτοβοχαϊρική,  c=ευαγγέλιο(12ος ), co=κοπτική μεταφραση, e=ευαγγελιο(5ος), f… με αριθμο=οικογένια χειρογραφων, ff1=ευαγγελιο(8ος αιων), ff2=ευαγγελιο(5ος αιων), GrNy=Γρηγοριος Νυσσης,  h=ευαγγέλιο(5ος αιων), Ir=Ειρηναιος Λυων, it=ιτάλα αρχαία λατινικά χειρ.,  k=ευαγγελιο(4ος -5ος αιων), l=lectionaria (Εκλογάδια,Ευαγγέλια κλπ), lat=λατινικη μεταφραση,  Mcion=Μαρκίων, n=ευαγγέλιο(5ος αιων), Or=Ωριγενης, P5=(3ος αιων), P66= (175-200 μ.Χ.), P75=Πάπυρος(τελη 2ου αρχες 3ου), P109=(3ος),  P122=(4ος /5ος), q=ευαγγελιο(6ος /7ος αιων), r=ευαγγέλιο(7ος αιων) sa=σαχιδικη μετάφραση, sy=συριακή μετάφραση, vg=Βουλγάτα,

20.1 α.γ Μαριαμ א Α L W 1. (33), προσθ. από της θυρας א W (f1 565). 579. d f
2 προσθ. τον א 209
3/4 α.γ. και ετρεχον א*,  παραλ. א*
5 α.γ. τα οθονια κειμενα (+ μονα Ψ) א Α Ν Ψ 0299 f1προσθ. γε L Ψ 0299. 1. 33. 565
6 παραλ. A Ds K N Γ Δ Θ,  γραφή κειμένου παρούσας έκδοσης Nestle-Aland 28,στο εξής txt P66 Σιναϊτικός2 Β L W Ψ 0299,
10 α.γ. εαυτους Σιναϊτικός2 Α Ds K N W,  txt א* B L
11 α.γ. Μαριαμ P66c א Ψ 050 f1 33 565,  α.γ. εν א,  α.γ. κλαιουσα א* Α it sys.p, α.γ. κλαιουσα εξω Ds K Γ Θ Ψ , txt Σιναϊτικός2 B L N W Δ
12 παραλ. א* e, α.γ. καθεζομενους εν λευκοις א pbo bo,
13 παραλ. א lat sysπροσθ. τινα ζητεις; A* D 579. 1424 sys,  α.γ. και Β
14 α.γ. και ταυτα Κ Γ Δ f13 700. 892s,  α.γ. ταυτα δε L,  txt א A B D N W Θ Ψ
15 προσθ. ο A D K N Γ Δ Θ Ψ,  txt P66 א B L W
16 προσθ. ο א Α Κ Ν W Γ Δ Ψ,  txt B D L Θ 050,  α.γ. Μαρια A D K Γ Δ Θ Ψ,  txt א B L N W 050, προσθ. δε א D N Θ it co,  α.γ. ραββωνι D Θ latt pbo,  προσθ. κύριε D (it), προσθ. και προσεδραμεν αψασθαι (αψεσθαι f13) αυτου Σιναϊτικός2a Θ Ψ f13 vgmss sy(s).h,
17 προσθ. ο א Α K N W Γ Δ Θ,  txt B D L Ψ,  α.γ. μη απτου μου Β,  προσθ. μου P66 A K L N Γ Δ Θ Ψ,  txt א B D W b e; Irlat,  α.γ. ουν Σιναϊτικός2a D L 050,  παραλ. א* D W e bomss; Irlat
18 α.γ. Μαρια A D K N W,  txt P66 א B L 1. 33. 565,  α.γ. απαγγελουσα P66c Σιναϊτικός2 D K L N , α.γ. αναγγελλουσα W Δ Ψ 33,  txt P66* א* A B 078 a d e,  α.γ. εωρακεν A D K L Γ Δ Θ Ψ,  α.γ. εωρακαμεν 33,  txt P66 א B N W 892s a aur vg,  α.γ. α ειπεν αυτή… D (c e sys)
19 α.γ. μια א*,  α.γ. μιας W,  α.γ. τη μια των D K N Γ Δ Θ Ψ,  txt Σιναϊτικός2 A B L 078. 33, προσθ. συνηγμενοι Σιναϊτικός1 K N Γ Θ f1.13,  α.γ. αυτου συνηγμενοι L Δ Ψ 33 f sa,  txt א* A B D W 078,  παραλ. D 078
20 προσθ. και Α Β,  α.γ. αυτοις Κ L Ν Γ Δ Θ Ψ,  txt א D W 078 q,  α.γ. αυτου P66vid K L Γ Δ Θ Ψ,  txt א A B D W 078 q
21 παραλ. א D L W Ψ 050, txt A B K N Γ Δ Θ,  α.γ. πεμψω א* f13 c bomss,  α.γ. αποστελλω Σιναϊτικός2a D* L 050. 33,  txt Σιναϊτικός2b A B D1 K N W
23 2 φορές το: τινος B a e f r1,  α.γ. αφιενται Β2 Κ Ν W Γ Δ Θ 078,  α.γ. αφιονται Β* Ψ,  α.γ. αφεθησεται א* q sa ly pbo,  txt Σιναϊτικός2 A D (L) 050 f1.13 565
24 προσθ. ο A K L W Γ Δ Θ Ψ,  txt P5 א B D
25 α.γ. τον τοπον N f q sys.(p),  α.γ. τους τυπους P66vid 565 sa ly,  α.γ. μου τον δακτυλον א D L W 33,  α.γ. τον τοπον των ηλων Α Θ 078 lat sy(s).h,  α.γ.την χειραν αυτου א*,  txt Σιναϊτικός2 B D K L N W,  α.γ. την χειρα μου Α Κ Ν Γ Δ Θ Ψ,  α.γ. την χειρα f1, α.γ. μου τας χειρας D bomsstxt א B L W
27 α.γ. ισθι D
28 προσθ. και A C3 K N Γ Δ,  txt א B C* D L W,  προσθ. ο א L
29 α.γ. ειπεν (λεγει Σιναϊτικός2) δε  א W f13 samssπαραλ. P66 B,  προσθ. με א* f13 209 vgms sy
30  παραλ. Α Β Κ Δ l 844.,  txt P66 C D L N W, παραλ. τω P66
31 α.γ. πιστευητε P66vid א* B Θ 892,  txt Σιναϊτικός2 A C D K L N W,  α.γ. 3 5 1 D (e), 2 3 1 4 5 W b (c) f,  α.γ.1 4 5 Irlatπροσθ. αιωνιον א C(*).1 D L Ψ
21.1 α.γ. 1-3 5 B C,  α.γ. 3 1 2 D,  1 3 2 4 5 Σιναϊτικος, 1 2 4 5 3 W Ψ, 1 2 4 5 1424 samss pbo bomstxt A K L N Γ Δ Θ,  προσθ. αυτου C3 D Ψ 700. l 844.,  α.γ. αυτου εγερθεις εκ νεκρων Γ f13 1241. 1424
2 α.γ. υιοι Ζεβεδαιου א D sa? Bo?,  α.γ. του Ζεβεδαιου υιοι C Θ 700. l 844 sa?
3 α.γ. και εξηλθον (ηλθον Ρ) Α Ρ Ψ l 2211 lat sy bo,  α.γ. εξηλθον ουν א L N Θ 33, 209.,  txt B C D K W,  προσθ. ευθυς A C3 K P Γ 700.,  txt א B C* D L N
4 α.γ. γινομενης A B C L,  txt א D K N P W,  προσθ. ο K L N Γ Δ Θ,  txt א A B C D P W,  παραλ. W,   α.γ. επι א A D L Θ,   txt B C K N P,  α.γ. εγνωσαν P66 א L Ψ 33,
5  α.γ. Ιησους א Β,  txt Ac C D K L N P
6 α.γ. λεγει Σιναϊτικός*.2b W l 844 it vgcl προσθ. (L 5,5) οι δε ειπον· δι ολης (+της Σιναϊτικός1) νυκτος εκοπιασαμεν (κοπιασαντες Ψ) και (-Ψ) ουδεν ελαβομεν· επι δε τω σω ρηματι (ονοματι P66vid sa) βαλουμεν P66 Σιναϊτικός1 Ψ vgmss sa,  α.γ. εβαλον ουν αυτό Θ,  α.γ. οι δε εβαλον א* D W pbo bo,  α.γ. ισχυσαν A K P (W) Γ Δ,  txt א B C D L N
7 προσθ. ημων D
10 παραλ. Β
11 παραλ. A D K Ρ Γ Δ,  txt א B C L N W,  α.γ. επι την γην D f1.13 565 1424,  α.γ. επι της γης Κ Γ 700. 892. Μ(majority text),  txt P122vid א A B C L N P
12  παραλ. Β,  παραλ. δε B C sa bo,  txt א A D K L N W
13 προσθ. ο א C L Ψ 1. 33.,  α.γ. ουν ο Α Κ Ν Γ Δ Θ,  txt P122 Β D W
13 α.γ. ευχαριστησας εδωκεν D f r1 vgmss  (sys)
14 προσθ. δε א L N Θ 33. 700,  α.γ. ο Ιησους א Α Κ (L) N Γ Δ Θ, txt B C D (insert P122),  προσθ. αυτου D K Γ Δ Ψ,  txt א A B C L N W
15 α.γ. Ιωνα A C2 K N Γ Δ,  txt Σιναϊτικός1 B C* D L W,  α.γ. προβατα C* D it
16 α.γ. παλιν (-D) λεγει αυτω א C D W Θ b f,  α.γ. το δευτερον Σιναϊτικός1 1. 565,  α.γ. δευτερον ο κυριος D,  α.γ. Ιωνα A C2 K N Γ Δ Θ Ψ,   txt א B C* D W,  α.γ. προβατια B C 565 b,  txt א A D K N W
17 α.γ. Ιωνα A C2 K N Γ,  txt P59vid א B C* D W,  α.γ. ειπεν B C K Γ Δ,  txt א A D N W ,  α.γ. Ιησους B C,  txt A K N Γ Δ Θ,  α.γ. προβατια A B C 565,  α.γ. αρνια 33, txt א D K N W
18 α.γ. άλλος ζωσει σε B C*vid,  α.γ. αλλοι σε ζωσουσιν P59vid D W 1. 33,  α.γ. αλλοι ζωσουσιν (ζωσωσιν C2) σε א C2 txt A K N Γ Δ Θ Ψ,  α.γ. αποισουσιν (απαγουσιν D) σε (-1) όπου Σιναϊτικός1 D W 1. 33. 565,  α.γ. οισουσιν οπου C2,  α.γ. ποιησουσιν σοι οσα א*,  α.γ. οισει σε οπου Α,  α.γ. εισι οπου συ Θ,  α.γ. αποισει οπου 892stxt B C*vid K N Γ Δ Ψ
20 προσθ. δε P59vid א D K N,  txt P109vid A B C W 33,  παραλ. א* W ff2 pbo bopt
21 παραλ Α Κ W Γ Δ Θ,  txt א B C D 33,  α.γ. ειπεν א W f r vgcl
22 προσθ. ουτως D,  α.γ. ακολουθει μοι C2 Κ Γ Δ Θ Ψ,  txt P122vid א A B C* D W
23 προσθ. και εδοξαν D,  α.γ. και ουκ ειπεν A D Κ Γ Δ Θ Ψ,  txt P59.122vid א B C W 33 (c ),  α.γ. ουκ αποθνησκεις D e r,  α.γ. προς σε D,  txt  Σιναϊτικός1 A B C* K W
24 προσθ. και B C W; Or,  α.γ. ο και Σιναϊτικός1 Θ f13 33. l 2211 c syh,  α.γ. και א* Α C K W,  txt B D,  α.γ. 4 2 3 1 א Α C3 K Γ Δ Θ,  α.γ. 4 1-3 D l 2211,  α.γ. 1 4 2 3  33,  txt B C* W
25 παραλ. א*,  α.γ. οσα A C3 D K W,  txt Σιναϊτικός1 B C* Ψ 33,  α.γ. χωρησειν Σιναϊτικός1 Β C*,  txt A C2 D K W,  προσθ. αμην C2 K Γ Δ Θ Ψ,  txt א A B C*.3 D W 1.  προσθ. η περικοπη 7,52-8,11 add. 1. 1582       
(Nestle-Aland, Novum Testamentum Graece, Deutsche Bibelgesellschaft, 28η Revised Edition,2012, σελ. 371-377)

Σελίδα 1 από 7