Ζώντας μέσα στην Εκκλησία, αγαπώντας τόσο πολύ τον Κύριο και ακούγοντας το θείο λόγο αισθάνομαι να βουλιάζω όλο και περισσότερο σε ένα νέο κόσμο απίστευτης γνώσης και μιας άγνωστης αλλά πέρα για πέρα αληθινής και υπέροχης νέας ζωής .
Μια νέα προοπτική, μια διαδρομή ασυνήθιστη και απρόσμενη, γίνεται κάθε μέρα και πιο πολύ, φωτεινή πυξίδα της ζωής μου, μιας ζωής εξαιρετικά γήινης και γεμάτης.
Αυτό δεν είναι συναίσθημα, είναι βίωμα μιας καυτής πνοής που ξεκινάει από την καρδιά και πλημμυρίζει όλο το σώμα με μια αόρατη γλύκα.

Είναι μια διαρκής μνήμη Θεού, είναι μια αίσθηση απόστασης από τα γήινα και συνεχής επικοινωνίας Χριστού.

Είναι μια κατάσταση ψυχικής ανάτασης - σταθερή ακόμα και στις πτώσεις, είναι μια κρυφή χαρά, είναι ένα μυστικό που είναι πάντα εκεί, είναι κάτι με το οποίο ζω μαζί, είναι κάτι που δεν θέλω να τελειώσει.

Είναι κάτι μου έστειλες Εσύ Κύριε , εγώ δεν ήξερα ότι υπάρχει.
Πόση γλυκιά απορία και κρυφή χαρά γεννιέται μέσα μου!
Πόση ομορφιά Έχεις Χριστέ μου να μας δώσεις;
Τι είναι αυτό που δεν γνωρίζουμε αλλά υπάρχει και τώρα το αισθάνομαι ως κομμάτι της ύπαρξής μου;
Που ήταν όλη αυτή η Ζωή που δεν ζούσα αλλά τώρα Ζω; Υπήρχε και πριν; Ήταν κρυμμένη;
Μήπως κοιτούσα αλλά δεν έβλεπα; Πως φωτίζονται τα μάτια της ψυχής;
Γιατί Σε αγαπώ τόσο πολύ;;!!
Πόσες εκπλήξεις έχεις Χριστέ μου για τα παιδιά Σου;
Κλαίω Κύριε από Χαρά για όλα αυτά!! Κλαίω και Σε ευχαριστώ για αυτά τα δάκρυα!!
Ξέρω Κύριε ότι οι ερωτήσεις αυτές είναι και απαντήσεις ταυτόχρονα.

ΝΑΙ τώρα Σε γνωρίζω, Σε αγαπώ, Σε βλέπω γιατί ζω μέσα στην Εκκλησία.
ΝΑΙ ΥΠΑΡΧΕΙΣ και Είσαι Ένας ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΘΕΟΣ και ανυποψίαστη για αυτό που μου συμβαίνει τώρα ΖΩ !!

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου. 


Ἦταν κάποτε ἕνας ἄνθρωπος εὐλαβής πού ὠνομαζόταν Ἀγαθόνικος. Αὐτός εἶχε διδαχθῆ, ἀκόμη ἀπό τήν παιδική του ἡλικία, νά λέγη μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τόν ὕμνο αὐτό: «Θεοτόκε, Παρθένε, χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ.  Εὐλογημένη, σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου. Ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες, τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

Ἀργότερα ἔκανε μιά ζωή μέ πολλές φροντίδες καί ἔλεγε σπανιώτερα αὐτόν τόν ὕμνο τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Κατόπιν σιγά σιγά ἔπαυσε νά τόν λέγη.
Ὁ Θεός ὅμως, ὁ Ὁποῖος δέν θέλει τόν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἔστειλε στό σπίτι του ἕναν ἐρημίτη ἀπό τήν Θηβαΐδα γιά νά τόν ἐλέγξη διότι ἐξέχασε αὐτόν τόν ὕμνο τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Ὁ Ἀγαθόνικος ἀπήντησε στόν ἐρημίτη μοναχό ὅτι ἔπαυσε νά τόν λέγη, διότι, παρότι τόν ἔλεγε γιά πολλά χρόνια, ὅμως δέν εὑρῆκε καμμία ὠφέλεια.
Τότε ὁ ἐρημίτης τοῦ εἶπε: «Φέρε στόν νοῦ σου τυφλέ καί ἀχάριστε, πόσες φορές σέ ἐβοήθησε αὐτή ἡ δοξολογική προσευχή καί σέ ἔσωσε ἀπό διάφορους πειρασμούς!
Θυμήσου, ὅταν ἤσουν ἀκόμη παιδί, πῶς λυτρώθηκες ἀπό πνιγμό κατά ἕνα θαυμαστό τρόπο! Ἐνθυμήσου, ὅταν σέ ἐκτύπησαν πολλοί γείτονες σέ μία λακκούβα πού εἶχες πέσει κι ὅμως ἔμεινες ἀτραυμάτιστος! Θυμήσου ἀκόμη, ὅταν ταξίδευες κάποτε μέ κάποιον φίλον σου, ἐπέσατε καί οἱ δυό σας ἀπό τήν καρότσα!
Αὐτός ἔσπασε τό πόδι του καί σύ δέν ἔπαθες τίποτε. Δέν γνωρίζεις ὅτι ὁ φίλος σου εἶναι κάτω ἀδύνατος ἀπό μία ἀσθένεια, ἐνῶ ἐσύ εἶσαι ὑγιής καί δέν αἰσθάνεσαι κανένα πόνο;
Καί, ὅταν τοῦ ἔφερε στήν μνήμη ὅλα αὐτά τά θαυμαστά ἔργα, στό τέλος τοῦ εἶπε:

«Νά ξέρης ὅτι ὅλες αὐτές οἱ δυστυχίες καί ἀτυχίες πού ἦλθαν στήν ζωήν σου, ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τήν θεία Σκέπη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, χάρις στήν μικρή σου αὐτή δοξολογική προσευχή, τήν ὁποίαν ἔλεγες κάθε ἡμέρα ἐνώπιόν της. Δώσε λοιπόν προσευχή καί συνέχιζε νά προσεύχεσαι καί στό μέλλον μέ τήν προσευχή αὐτή καί ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μας δέν θά σέ ἐγκαταλείψη ποτέ».

Ἔτσι κατάλαβε ὁ Ἀγαθόνικος καί δέν ἄφησε πάλι αὐτή τήν προσευχή.
Οὔτε ἐμεῖς νά μήν ἀφήνουμε νά περνᾶ μία ἡμέρα χωρίς νά προσευχηθοῦμε μ᾿ αὐτή τήν προσευχή μπροστά στήν Κυρία Θεοτόκο κι ἔτσι θά φυλαγώμεθα ἀπό πολλές δοκιμασίες καί πειρασμούς στήν ζωή μας.

Στό σκίτσο τῆς σελίδος 22 τοῦ 5ου βιβλίου εἶναι τά ἑξῆς γραμμένα κάτω ἀπ᾿ αὐτό:
«Μέ τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου σου θα τρώγης τό ψωμί σου» (Γένεσις 3,19)

Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010

Πηγή:  http://anavaseis.blogspot.com/2013/10/blog-post_5268.html

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικό στο κατά Ιωάννην). 

Για τη γνησιότητα της περικοπής αυτής προκλήθηκαν σοβαρές αντιρρήσεις. Το ότι αυτή παραλείπεται μεν από πολλούς από τους παλαιότερους μεγαλογράμματους κώδικες, ανάμεσα στους οποίους και οι κώδικες (Σιναϊτικός, Αλεξανδρινός και Βατικανός (ομοίως στους κώδικες C, L, Ν, Τ, Χ, Δ ,Θ, καθώς και σε 70 άλλους μικρογράμματους κώδικες), από κάποιους πάλι άλλους (Ε Μ S Λ Π και 45 μικρογράμματους κώδικες) σημειώνεται με αστερίσκο ή οβελίσκο, σημάδια που εκφράζουν αμφιβολίες για τη γνησιότητα, και από άλλους τοποθετείται αλλού (δηλ. ο υπ’ αριθμόν 225 κώδικας τοποθετεί αυτήν μετά το Ιω. ζ 36, 10 άλλοι στο τέλος του ευαγγελίου και 4 άλλοι στο ευαγγέλιο του Λουκά μετά το κεφ. κα) θεωρήθηκε ως αρκετά σοβαρό επιχείρημα εναντίον της γνησιότητάς της.
Η σοβαρότητα επίσης του επιχειρήματος αυτού ενισχύεται και από το ότι οι Τερτυλλιανός, Κυπριανός, Ωριγένης, Χρυσόστομος και Νόννος δεν μιλούν καθόλου για την περικοπή αυτή, η οποία δεν ερμηνεύεται ούτε στο κατά Ιωάννην υπόμνημα του Κυρίλλου, ούτε από τον Θεοφύλακτο, και μόλις κατά τον ιβ αιώνα παρουσιάζεται πρώτος να υπομνηματίζει αυτήν ο Ζιγαβηνός, ο οποίος όμως παρατηρεί για αυτήν, ότι «στα ακριβή αντίγραφα ή δεν βρίσκεται ή σημειώνεται με το σημάδι του οβελίσκου· για αυτό φαίνεται ότι είναι εμβόλιμα και προσθήκη και απόδειξη αυτού είναι ότι ούτε ο Χρυσόστομος τα αναφέρει καθόλου».
Επιπλέον η περικοπή λείπει και από τις παλαιές μεταφράσεις (Πεσιττώ, του Σινά, του Cureton, της Φιλοξενιανής) όπως και από τη Σαϊδική (μετάφραση), την Κοπτική, τη Γοτθική και την Αρμενική.
Αλλά και το πλήθος των διαφορετικών γραφών, οι οποίες σημειώθηκαν δυσανάλογα στους 12 στίχους της περικοπής αυτής, παρουσιάζει ελάχιστα πιθανό, ότι το κείμενο αυτό προήλθε από γραφίδα κάποιου αποστόλου, διότι ήταν αδύνατον κείμενο αποστολικό να υποστεί τέτοιες αλλοιώσεις. Υπολόγισαν σε 80 και πλέον τις διαφορετικές αυτές γραφές, ενώ ο Griesbach διέκρινε 3 διαφορετικά κείμενα αυτής της περικοπής.
Αντιθέτως άλλοι μεγαλογράμματοι κώδικες (Δ F G Η Κ U Γ) και πάνω από 300 μικρογράμματους περιλαμβάνουν την περικοπή χωρίς να σημειώνουν κάποιο σημάδι αμφιβολίας, ομοίως επίσης και κάποια χειρόγραφα της Ιτάλας (λατινική μετάφραση) όπως και η Βουλγάτα και η Συριακή μετάφραση της Ιερουσαλήμ. Επιπλέον μαρτυρείται αυτή από τις Αποστολικές Διαταγές (Ι,2,24), και η μαρτυρία αυτή, που μπορεί να φτάσει και μέχρι το τέλος του τρίτου αιώνα, θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως η παλαιότερη από όλες.

Κατά τον τέταρτο αιώνα οι Αμβρόσιος, Ιερώνυμος και Αυγουστίνος κηρύττονται υπέρ της αυθεντικότητας της περικοπής και εξηγούν την παράλειψή της από κάποιους κώδικες ότι οφείλεται στο φόβο κάποιων ασθενών στην πίστη χριστιανών μήπως οι γυναίκες τους βγάλουν από αυτήν συμπεράσματα χαλαρών ηθικών αντιλήψεων (August. De conj. Adult ΙΙ 6 δες και Hieron. Adv. Pelag. ΙΙ 17).
Αλλά και εσωτερικοί λόγοι, δηλαδή από την ανομοιότητα του ύφους σε σχέση με αυτό του υπόλοιπου ευαγγελίου του Ιωάννη, όπως και η απότομη παρεμβολή αυτού του ανεκδότου στη σειρά της διδασκαλίας του Κυρίου κατά την εορτή της σκηνοπηγίας, και η γενικότερη ομοιότητα και του περιεχομένου και της μορφής της περικοπής με την παράδοση και αφήγηση των συνοπτικών, συνηγορεί υπέρ της εκδοχής, ότι η περικοπή αυτή δεν έχει συγγραφεί από τον Ιωάννη.
Από την άλλη όμως η αφήγηση για τη μοιχαλίδα παρουσιάζεται ως αυθεντικό απόσπασμα πρωϊμότατης παράδοσης για τα λόγια και έργα του Κυρίου. Φαίνεται επίσης αν όχι βέβαιο, τουλάχιστον πιθανότατο, ότι σε αυτήν αναφέρεται ο Ευσέβιος (Εκκλ. Ιστ. γ 39) μιλώντας για τον Παπία (επίσκοπο Ιεραπόλεως) ότι έγραψε «και άλλη ιστορία για γυναίκα η οποία κατηγορήθηκε για πολλές αμαρτίες στον Κύριο, την οποία περιέχει το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο». Όπως όμως ήδη είπαμε, η όλη περικοπή παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις ιστορίες των συνοπτικών, και η επιείκεια και η σοβαρότητα συγχρόνως που αποδίδονται από αυτήν στον Ιησού εμφανίζονται εξ’ ολοκλήρου σύμφωνες με τα χαρακτηριστικά του Ιησού, όπως διέσωσαν σε εμάς αυτά οι συνοπτικοί.

Και δεν απομένει η παραμικρή αμφιβολία, ότι το τεμάχιο αυτό εξιστορεί γεγονός αυθεντικό και διασώζει πιστά τα λόγια και τη στάση του Ιησού απέναντι σε γυναίκα που παρεκτράπηκε. Η σοφία και η δραστική δύναμη, την οποία ο Ιησούς εκδηλώνει στην ιστορία της μοιχαλίδας είναι τόσο μεγάλα, ώστε να παρουσιάζεται παράδοξο, πώς το αξιόλογο αυτό τμήμα της ευαγγελικής ιστορίας θεωρείται από πολλούς συγχρόνους ως αβέβαιο (b). (Δες g,β).

Ιω. 8,1 Ἰησοῦς δὲ(1) ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν(2)·
Ιω. 8,1 Ο δε Ιησούς επήγεν στο όρος των ελαιών.
(1)   Αντιθετικός σύνδεσμος. Τα μεν μέλη του συνεδρίου γύρισαν στα σπίτια τους, ο δε Ιησούς μετέβη…
(2)   Πουθενά στον Ιωάννη δεν συναντιέται η ονομασία αυτή, την οποία βρίσκουμε στους συνοπτικούς (β). Ο Ιωάννης για τον ίδιο τόπο χρησιμοποιεί τη φράση «πέραν του χειμάρρου των κέδρων» (ιη 1)(ο). Η γενική τοποθεσία της αφήγησης μοιάζει με αυτήν που περιγράφεται στη συνοπτική παράδοση. Ενώ διαρκούσε η τελευταία εβδομάδα πριν το Πάσχα, κατά την οποία ο Ιησούς σταυρώθηκε, ο Κύριος περνούσε την ημέρα στην Ιερουσαλήμ και ειδικά στο ναό και το απόγευμα αποσυρόταν έξω από την πόλη στη Βηθανία (Μάρκ. ια 11,12,19,27,Ματθ. κα 17). Τόσο από τον Μάρκο όσο και από τον Λουκά το όρος των Ελαιών μνημονεύεται ειδικά σε σχέση με τη συνηθισμένη του αυτή αποχώρηση (Μάρκ. ιγ 1-3,Λουκ. κα 37,38,κβ 39)(χ).

Ιω. 8,2 ὄρθρου(1) δὲ πάλιν παρεγένετο εἰς τὸ ἱερόν, καὶ πᾶς ὁ λαὸς(2) ἤρχετο πρὸς αὐτόν· καὶ καθίσας(3) ἐδίδασκεν αὐτούς.
Ιω. 8,2 Ενώ δε ακόμη ήτο πρωϊ, ήλθεν πάλιν στον ναόν και όλος ο λαός ήρχετο προς αυτόν. Και αφού εκάθισε, τους εδίδασκε.
(1)   Λέξη που συνηθίζεται από τον Λουκά (Λουκ. κδ 1,Πράξ. ε 21) αντί για την οποία ο Ιωάννης χρησιμοποιεί τη λέξη πρωΐ (ιη 28,κ 1,κα 4)(β). Πολύ πρωί ο Κύριος επανέρχεται στο συνηθισμένο τόπο της διδασκαλίας του για συνέχιση του έργου του. Δες και Μάρκ. ια 20, όπου και πάλι πρωί παρουσιάζεται ο Κύριος να επιστρέφει στην πόλη (ο). Ο Κύριος δίδασκε «ευκαίρως, ακαίρως». Τρία πράγματα είναι αξιοσημείωτα εδώ σε σχέση με το κήρυγμα του Ιησού.
α) Ο χρόνος. «Όρθρου», πολύ πρωί. Παρόλο που διανυκτέρευσε έξω από την πόλη και πιθανότατα διέθεσε μεγάλο μέρος της νύχτας σε προσευχή, παρ’ όλα αυτά ήλθε εκεί πολύ νωρίς. Όταν το έργο κάποιας ημέρας πρόκειται να γίνει για το Θεό και τις ψυχές, καλό είναι να το αρχίζουμε νωρίς και να έχουμε ολόκληρη την ημέρα μπροστά μας και στη διάθεσή μας. β) Ο τόπος. Στο ιερό. Διότι εκεί συνέρρεε κατά τις ημέρες εκείνες λαός πολύς, για να λατρεύσει το Θεό, και ο Κύριος ήθελε να ενθαρρύνει το λαό σε τέτοιες συναθροίσεις, διότι δεν είχε ακόμα αφήσει τον τόπο εκείνο έρημο. γ) Η στάση του κατά την ώρα του κηρύγματος. Καθόταν και δίδασκε ως έχοντας εξουσία και ως έχοντας την πρόθεση να παρατείνει για πολύ το λόγο.
(2)   Ο λαός που είχε καλές διαθέσεις προς αυτόν και όχι οι άρχοντες που σχεδίαζαν σκευωρίες εναντίον του (ο). Ήλθαν προς αυτόν, παρόλο που ήταν πολύ πρωί. Όσοι ζητούν αυτόν νωρίς και από τον όρθρο, θα τον βρουν.
(3)   Σύμφωνα με τη συνήθεια αυτών που διδάσκουν δημόσια. Δες Ματθ. ε 1,Μάρκ. ιγ 3,Ιω. στ 3 (ο). Διαφορετικές γραφές στο στίχο: Παραγίνεται… ο όχλος. Αποσιωπάται από αρκετά χειρόγραφα το «προς αυτόν».

Ιω. 8,3 ἄγουσι δὲ οἱ γραμματεῖς(1) καὶ οἱ Φαρισαῖοι γυναῖκα(2) ἐπὶ μοιχείᾳ κατειλημμένην(3), καὶ στήσαντες αὐτὴν ἐν μέσῳ(4)
Ιω. 8,3 Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι φέρουν τότε μίαν γυναίκα, η οποία είχε συλληφθή επ' αυτοφώρω καταπατούσα την συζυγικήν πίστιν. Και αφού την έβαλαν ορθίαν στο μέσον του συγκεντρωμένου πλήθους,
Ιω. 8,4 λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε(5), αὕτη ἡ γυνὴ κατείληπται ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ(6) μοιχευομένη(7)·
Ιω. 8,4 του λέγουν• “Διδάσκαλε, αυτή η γυναίκα έχει συληφθή επ' αυτοφώρω να καταπατή την συζυγικήν πίστιν•
(1)   Πουθενά στον Ιωάννη δεν συναντιέται αυτός ο όρος, ενώ στους συνοπτικούς συχνότατα βρίσκεται η φράση οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι (β). Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, των οποίων ο υποκριτικός βίος θα αναγκάσει τον Κύριο να απευθύνει προς αυτούς τα καυστικά εκείνα Ουαί, αυτοί οδηγούν τη μοιχαλίδα μπροστά στον Ιησού. Είναι κάτι κοινό και συνηθισμένο σε εκείνους, οι οποίοι είναι παραδομένοι στην αμαρτία, να είναι αυστηροί στις αμαρτίες των άλλων.
(2)   Η γυναίκα οδηγείται προς τον Ιησού όχι για διεξαγωγή κανονικής δίκης, αλλά με σκοπό να προκαλέσουν τον Ιησού να εκφράσει γνώμη για ζήτημα που σχετιζόταν με τον μωσαϊκό νόμο, και να χρησιμοποιήσουν στον κατάλληλο καιρό την γνώμη αυτήν εναντίον του (δες σ. 6)(β). Ο οικτίρμων και φιλεύσπλαχνος διδάσκαλος, ο οποίος δειχνόταν τόσο χαλαρός στην τήρηση των παραδόσεων, θα εξέφραζε φανερά τώρα τη διαφωνία του με τον Μωϋσή, που ξεκάθαρα πρόσταζε εδώ ως ποινή το λιθοβολισμό; Εάν θα διαφωνούσε με τον Μωϋσή, θα πιανόταν στην παγίδα (τ).
(3)   Παρόμοιο με το συλλαμβάνω, και εκφράζει επιπλέον και την έννοια της σύλληψης στην ίδια την πράξη. Και στον Ιωάννη (α 5,ιβ 35)(β). Υπάρχει και η γραφή καταληφθεισαν. Ο κώδικας του Βέζα αντί για «επί μοιχεία» γράφει «επί αμαρτία».
(4)   Στο μέσο των παρισταμένων εκεί που άκουγαν τη διδασκαλία του, έτσι ώστε ενώπιον όλων να συντελεστεί η εξέταση του ζητήματος και η έκφραση της γνώμης του Ιησού (β).
(5)   Υπάρχει και η γραφή: λέγουσιν αυτω πειράζοντες. Βέβαιοι για το ότι ο Ιησούς θα συλλαμβανόταν στην παγίδα, μιλούν προς αυτόν ευγενικά αναγνωρίζοντας αυτόν διδάσκαλο (ο). Ονομάζοντας αυτόν διδάσκαλο, δήλωναν ταυτόχρονα και το λόγο για τον οποίο ζητούσαν από αυτόν να εκφέρει την απόφασή του (b).
(6)   Επάνω στην ίδια την πράξη. Συνεπώς η ενοχή της είναι αδιαμφισβήτητη (ο). «Επ’ αυτοφώρω σημαίνει: ελέγχεται από μόνο του, φαίνεται από μόνο του, είναι ολοφάνερο» (Ζ). Παρόλο που η μοιχεία είναι έργο σκοταδιού, για το οποίο οι ένοχοι παίρνουν όλα τα μέτρα, για να το συγκαλύψουν εκτελώντας αυτό κρυφά, όμως μερικές φορές αποκαλύπτεται δημόσια. Όσοι νομίζουν, ότι μπορούν να κρυφτούν όταν αμαρτάνουν, πλανώνται οικτρά. Διότι και εάν στην παρούσα ζωή πετύχουν να κρυφτούν, ασφαλώς θα έλθει ημέρα, κατά την οποία τα πάντα θα φανερωθούν.
(7)   Το ρήμα δεν συναντιέται στον Ιωάννη, ενώ βρίσκεται συχνά στους συνοπτικούς (β). Και η γραφή: Ταύτην εύρομεν… μοιχευομένην.

Ιω. 8,5 καὶ ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν Μωϋσῆς ἐνετείλατο τὰς τοιαύτας λιθοβολεισθαι(1)·
Ιω. 8,5 και στον νόμον μας ο Μωϋσής διέταξε να λιθοβολούνται αυταί αι γυναίκες.
(1)   Σύμφωνα με το Λευϊτ. κ 10 τόσο ο μοιχεύων όσο και η μοιχευομένη έπρεπε να θανατώνονται. Δεν καθορίζεται όμως ο τρόπος της θανάτωσης. Στο Δευτερ. κβ 21-24 από την άλλη, ορίζεται ο με λιθοβολισμό θάνατος για τη νεόνυμφη, η οποία δεν θα βρισκόταν να είναι παρθένα, όπως και για την αρραβωνιασμένη, η οποία θα συλλαμβανόταν να μοιχεύει. Ίσως η μοιχαλίδα για την οποία γίνεται λόγος στην περικοπή αυτή να ήταν κάποια αρραβωνιασμένη. Πάντως όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει από το ότι τίθεται ζήτημα, του οποίου και ζητείται η λύση, η νομική αυτή διάταξη δεν βρισκόταν σε ισχύ, αλλά είχε χαλαρωθεί υπερβολικά η τήρησή της (g,β). Και οι γραφές: λιθάζειν, λιθάζεσθαι.

Ιω. 8,6 σὺ οὖν τί λέγεις; τοῦτο δὲ εἶπον ἐκπειράζοντες αὐτόν(1), ἵνα σχῶσι κατηγορίαν κατ᾿ αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἰησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν(2) εἰς τὴν γῆν(3).
Ιω. 8,6 Συ, λοιπόν, τι λέγεις;” Αυτό δε είπαν, δια να τον θέσουν εις πειρασμόν και να έχουν εναντίον του κατηγορίαν. Ο δε Ιησούς έσκυψε κάτω και με το δάκτυλόν του έγραφεν στο έδαφος.
(1)   Με ποιό τρόπο εδώ τον πείραζαν; Όχι μόνο διότι «ξέροντας ότι είναι ελεήμων και συμπαθής, περίμεναν ότι θα την λυπηθεί και επομένως θα έχουν κατηγορία εναντίον του, ότι παράνομα λυπάται αυτήν που ο νόμος λιθοβολεί» (Ζ). Οι Φαρισαίοι έβαζαν τον Ιησού μπροστά σε δίλημμα όπως στο Ματθ. κβ 15-22, πάνω στο οποίο η οποιαδήποτε απάντηση εξέθετε αυτόν σε κίνδυνο. Εάν δειχνόταν επιεικής, θα κατηγορούνταν ως παραβάτης του νόμου. Εάν συνιστούσε τον λιθοβολισμό, θα κατηγορούνταν ότι παρορμούσε τα πλήθη να μην σεβαστούν το δικαίωμα, το οποίο επιφύλασσε στον εαυτό της η Ρωμαϊκή εξουσία στις κατακτόμενες χώρες, να αποφασίζει αυτή για τις περιπτώσεις της καταδίκης σε θάνατο (jus gladii=νόμος του ξίφους). Παρόλο όμως που μερικές φορές οι ρωμαϊκές αρχές δείχνονταν χαλαρές στη διεκδίκηση αυτού του δικαιώματός τους, όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει από την περίπτωση του Στεφάνου (Πράξ. ζ 58), όμως οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι θα εύρισκαν αφορμή κατηγορίας εναντίον του Ιησού και θα δικαιολογούνταν πλήρως για τη σύλληψή του (g,β).
(2)   Υπάρχει και η γραφή: κατέγραφε. Διάφορες ερμηνείες: Ή, σύμφωνα με γραφή σε κάποιους κώδικες η οποία μπήκε μέσα στο κείμενο «ενός εκάστου αυτών τας αμαρτίας»· Ή, όχι μόνο αυτών αλλά και όλων των θνητών τις αμαρτίες σύμφωνα με το Ιερεμ. ιζ 13 «όλοι όσοι σε εγκατέλειψαν… ας γραφτούν πάνω στη γη» (Ιερώνυμος adv. Pelag. ΙΙ 17). Ή, έγραφε αυτήν την ίδια την απάντηση που έδωσε «ο αναμάρτητος…» και μάλιστα το πρώτο μισό της, κατά την στο σ. 6 έναρξη του να γράφει και το άλλο μισό της κατά την στο σ. 8 εξακολούθηση του να γράφει (g). Ή, πρόκειται για συμβολική πράξη που δηλώνει, ότι μπορούσε να ορίσει νόμο που ήταν ανώτερος από τον αντίστοιχο Μωσαϊκό.

Η πιο πιθανή από όλες αυτές είναι η επόμενη: «Αυτό ακριβώς που συνηθίζουν πολλές φορές να κάνουν αυτοί που δεν θέλουν να απαντήσουν… Διότι γνωρίζοντας το τέχνασμά τους, προσποιούνταν ότι γράφει στη γη και δεν προσέχει αυτά που έλεγαν» (Ζ). Στο κείμενο της αφήγησης η έμφαση βρίσκεται όχι στο τι ο Κύριος έγραφε στο έδαφος, αλλά στην κίνηση του χεριού, την πράξη της γραφής (χ). Τελείως φυσικά, όπως θα έπραττε ο καθένας, όταν καθισμένος, ίσως και με ραβδί στα χέρια, θα απασχολούνταν από σκέψεις (μ) σε περίπτωση μάλιστα κατά την οποία αυτοί που ζητούσαν από αυτόν την απάντηση θα κινούνταν όχι από ευθέα ελατήρια.

Με το παράδειγμά του αυτό ο Κύριος μάς δίδαξε να είμαστε αργοί στο να μιλήσουμε, όταν μάλιστα δύσκολες περιπτώσεις προβάλλουν μπροστά μας. Και όταν βρισκόμαστε μπροστά σε προκλήσεις, πρέπει να συγκρατιόμαστε και διακόπτοντας να σκεφτόμαστε προηγουμένως και έπειτα να μιλάμε. Σκέψου δύο φορές πριν μιλήσεις μία.
(3)   Μετά από αυτό κάποιοι κώδικες προσθέτουν την από έξω προερχόμενη γραφή «μη προσποιούμενος»=προσποιούμενος ότι δεν είναι έτσι· προσποιούμενος ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα ή ότι δεν άκουσε τι του είπαν (β).

Ιω. 8,7 ὡς δὲ ἐπέμενον ἐρωτῶντες αὐτόν, ἀνέκυψε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν(1) πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾿ αὐτήν(2).
Ιω. 8,7 Επειδή δε εκείνοι επέμενον να τον ερωτούν, εσήκωσε την κεφαλήν και τους είπεν• “ο αναμάρτητος από σας ας ρίψη πρώτος λίθον επάνω της”.
(1)   Όχι ο αναμάρτητος ως προς την πράξη της μοιχείας ή ως προς τα αμαρτήματα της ακαθαρσίας, αλλά ο αναμάρτητος ως προς κάθε αμαρτία (β). Με την απάντηση αυτή ο Κύριος δεν εννοεί, ότι για να δικάσει κάποιος πρέπει να είναι αναμάρτητος, αλλά στρέφεται κυρίως εναντίον της αυστηρότητας, με την οποία άνθρωποι παραβλέποντας τις δικές τους αμαρτίες και παρεκτροπές, κρίνουν τους άλλους. Μεταφέρει έτσι το ζήτημα από το δικαστικό επίπεδο στο ηθικό. Βεβαίως ο δικαστής, ο εντεταλμένος να αποδίδει δικαιοσύνη, οφείλει να πράττει αυτό ανεξάρτητα της προσωπικής του ηθικής κατάστασης. Εδώ όμως ο Κύριος δεν προσκαλούνταν να εκδώσει απόφαση ως επίσημος δικαστής, αλλά να εκφέρει γνώμη ως διδάσκαλος (g).

Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε σφάλματα των άλλων, πρέπει να σκεφτόμαστε και τα δικά μας σφάλματα, για τα οποία πρέπει να γίνουμε αυστηρότεροι εναντίον του εαυτού μας παρά εναντίον των άλλων. Πρέπει να είμαστε ήπιοι και επιεικείς, όχι βέβαια προς τις αμαρτίες που διαπράχθηκαν, αλλά προς τα πρόσωπα που τις διέπραξαν, τα οποία πρέπει να διορθώνουμε «με πνεύμα πραότητας» αποβλέποντας στους εαυτούς μας και στη διεφθαρμένη μας φύση. Είτε είμαστε και εμείς τώρα, είτε υπήρξαμε στο παρελθόν, είτε ενδέχεται να υπάρξουμε στο μέλλον ό,τι είναι αυτός που τώρα κρίνεται από εμάς.
(2)   «Δες πώς ταυτόχρονα και το νόμο τήρησε και τη γυναίκα λυπήθηκε» (Ζ). Με τη φράση αυτή ο Κύριος δεν θέτει ζήτημα για το αν η διάταξη είναι ή δεν είναι σωστή ως αυστηρή, αλλά αναγνωρίζοντας την ισχύ του νόμου θέτει ζήτημα, για το ποιος έπρεπε να εκτελέσει αυτόν (g).
«Πώς απάντησε η Αλήθεια; Πώς αποκρίθηκε η Σοφία; Πώς αποκρίθηκε η Δικαιοσύνη; Δεν είπε· ας μη λιθοβοληθεί. Διότι θα παρουσιαζόταν να μιλά εναντίον του νόμου. Ούτε είπε· ας λιθοβοληθεί. Διότι ήλθε όχι για να χάσει εκείνο, το οποίο βρήκε, αλλά να ζητήσει το χαμένο. Αλλά τι απάντησε; Ο αναμάρτητος… Ω απόκριση Σοφίας! Παρατηρούσαν τη μοιχαλίδα και δεν έβλεπαν μέσα στον εαυτό τους. Ήταν παραβάτες του νόμου και επιθυμούσαν να εφαρμοστεί ο νόμος… Ας τιμωρηθεί ο αμαρτωλός, αλλά όχι από αμαρτωλούς· ας τηρηθεί ο νόμος, αλλά όχι από τους παραβάτες του νόμου» (Αυ).

Ιω. 8,8 καὶ πάλιν κάτω κύψας(1) ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν(2).
Ιω. 8,8 Και αφού έσκυψε πάλιν κάτω, δια να τους δώση καιρόν να συναισθανθούν την ιδικήν των αμαρτωλότητα έγραφεν εις την γην.
(1)   Με αυτό εκδηλώνει σαφώς ο Κύριος, ότι δεν είχε διάθεση να επεκταθεί σε περαιτέρω συζήτηση για το θέμα με τους Φαρισαίους (β).
(2)   «Έτσι ώστε, την ώρα που αυτός ασχολούνταν δήθεν με το να γράφει, να τους δώσει τη δυνατότητα να αναχωρήσουν πριν τους καταδικάσει πιο φανερά. Διότι και αυτούς λυπόταν από υπερβολική αγαθότητα» (Ζ). Κάποια χειρόγραφα προσθέτουν: ενός εκάστου τας αμαρτίας.

Ιω. 8,9 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐξήρχοντο(1) εἷς καθ᾿ εἷς, ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων(2), καὶ κατελείφθη ὁ Ἰησοῦς καὶ ἡ γυνὴ ἐν μέσῳ οὖσα(3).
Ιω. 8,9 Εκείνοι δε, όταν ήκουσαν το λόγια του, ήρχισαν ο ένας μετά τον άλλον να φεύγουν, αρχής γενομένης από τους γεροντοτέρους (διότι όλοι ήρχισαν να δοκιμάζουν ελέγχους της συνειδήσεως δια τα ιδικά των αμαρτήματα). Και απέμεινεν ο Ιησούς και η γυναίκα, η οποία εστέκετο ορθία στο μέσον των άλλων.
(1)   Υπάρχει και η γραφή: ακούσαντες και υπό της συνειδήσεως ελεγχόμενοι εξήρχοντο. Έβγαιναν φοβούμενοι ίσως να μην ελεγχθούν αυστηρότερα από τον Ιησού, αλλά κυρίως μη ενδιαφερόμενοι πλέον για κάτι άλλο αφού η προσπάθειά τους για παγίδευση του Ιησού απέτυχε. Άφησαν τη γυναίκα, διότι δεν ενδιαφέρονταν να τιμωρηθεί η παράβαση του νόμου, αλλά να παγιδευτεί ο Ιησούς. Εάν ενδιαφέρονταν για την τιμωρία του παραβάτη, θα οδηγούσαν αμέσως τη γυναίκα ενώπιον των επίσημα εγκατεστημένων δικαστών (g).
(2)   Στην ηλικία, οι οποίοι ως τέτοιοι ήταν και επί κεφαλής της όλης πομπής και βρίσκονταν στην πρώτη σειρά των κατηγόρων (g). Κάποιοι κώδικες προσθέτουν «έως των εσχάτων». =Όχι τους νεώτερους στην ηλικία, αλλά τους τελευταίους (Meyer). Έτσι όλοι οι κατήγοροι αποχώρησαν.
(3)   Από τη φράση αυτή συμπεραίνουμε ότι δεν αποχώρησε και ο λαός που ήταν μαζί με τον Ιησού, που άκουγε τη διδασκαλία του (ο). «Άφησαν τη γυναίκα μαζί με τη μεγάλη της αμαρτία σε Αυτόν, ο Οποίος ήταν χωρίς αμαρτία» (Αυ).

Ιω. 8,10 ἀνακύψας(1) δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· γύναι(2), ποῦ εἰσιν(3); οὐδείς σε κατέκρινεν;
Ιω. 8,10 Εσήκωσε τότε ο Ιησούς την κεφαλήν και της είπε• “γυναίκα, που είναι αυτοί που σε κατηγόρησαν; Κανείς δεν σε κατέκρινε αξίαν λιθοβολισμού;”
(1)   Υπάρχει και η γραφή αναβλέψας. Μέχρις ότου αποχωρήσουν όλοι οι κατήγοροι ο Ιησούς έχοντας το κεφάλι στραμμένο προς τα κάτω, εξακολουθούσε να γράφει με το δάχτυλο στο έδαφος. Όταν λοιπόν αποχώρησαν όλοι, τότε ο Ιησούς αφού σήκωσε το κεφάλι απηύθυνε το λόγο προς την γυναίκα (ο). Μετά το «ο Ιησούς» κάποιοι από τους μεγαλογράμματους κώδικες προσθέτουν «και μηδένα θεασάμενος πλην της γυναικός».
(2)   Φαίνεται, ότι και αυτή από ντροπή είχε προς τα κάτω το κεφάλι. «Ανέμενε να τιμωρηθεί από αυτόν, στον οποίο δεν μπορούσε να βρεθεί αμαρτία» (Αυ). Για αυτό και ο Κύριος αποκαλεί αυτήν με το «Γυναίκα». «Αυτός ο οποίος έτρεψε σε φυγή τους κατηγόρους της με τη γλώσσα της δικαιοσύνης, υψώνοντας μάτια επιείκειας προς αυτήν, τήν ρώτησε» (Αυ).
(3)   Προστίθεται από άλλους κώδικες: εκείνοι οι κατήγοροί σου; Με το ερώτημα αυτό ο Κύριος ζητά όχι να πληροφορηθεί για την αποχώρηση των κατηγόρων της γυναίκας, αλλά να επιστήσει την προσοχή της στο γεγονός της αυτοκαταδίκης εκείνων και σε εκείνο, το οποίο θα έλεγε σε αυτήν με την ευκαιρία της αποχώρησης (ο).

Ιω. 8,11 ἡ δὲ εἶπεν· οὐδείς, Κύριε. εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· οὐδὲ ἐγώ(1) σε κατακρίνω(2)· πορεύου(3) καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε(4).
Ιω. 8,11 Εκείνη δε είπε• “κανείς, Κυριε”. Είπε δε ο Ιησούς• “ούτε εγώ, που είμαι αναμάρτητος, σε κατακρίνω. Πηγαινε και από τώρα και πέρα μη αμαρτάνεις πλέον”.
(1)   «Ούτε εγώ σε κατακρίνω, από τον οποίο ίσως φοβάσαι ότι θα κατακριθείς, διότι σε εμένα δεν βρίσκεις αμαρτία» (Αυ). Με αυτό αφήνει ο Κύριος να εννοηθεί από τη γυναίκα, ότι αυτός είχε το δικαίωμα να ρίξει εναντίον της την πέτρα της καταδίκης (g).
(2)   Όχι δεν κατακρίνω την πράξη σου και την διαγωγή σου. Δεν προβαίνω στο έργο του κριτή και εκτελεστή της καταδικαστικής απόφασης (ο).
(3)   Δεν προσθέτει: εις ειρήνην· ούτε λέει: σου συγχωρούνται οι αμαρτίες, αλλά μην αμαρτάνεις πλέον (b). Δεν συγχωρεί τη γυναίκα για την αμαρτία της, διότι αυτή δεν είχε προσέλθει μόνη μετανιωμένη και ζητώντας την άφεση, όπως αυτή στο Λουκ. ζ 37. Ούτε απευθύνει προς αυτήν τα ίδια λόγια, τα οποία και προς εκείνην (ο.π. σ. 48,50). Απλώς μακροθυμεί και παρέχει σε αυτήν πίστωση χρόνου για διόρθωση (g).
(4)   Διακηρύσσεται το μέγεθος της παρεκτροπής της γυναίκας και καλείται αυτή να μην επαναλάβει αυτήν στο μέλλον (ο).

«Ο Κύριος κατέκρινε. Κατέκρινε όμως την αμαρτία, όχι τον άνθρωπο. Διότι εάν ήταν προστάτης της αμαρτίας θα έλεγε· Ούτε εγώ σε κατακρίνω. Πήγαινε, ζήσε όπως θες» (Αυ).

Πράγματι ευτυχείς είναι εκείνοι, τους οποίους ο Χριστός δεν κατακρίνει, αλλά συγχωρεί. Διότι όλων των άλλων οι κατακρίσεις και τα δυσμενή σχόλια λαμβάνουν αποστομωτική απάντηση από την φιλεύσπλαχνη απόλυση, την οποία παρέχει ο Κύριος, ο οποίος και μόνος είναι ο Ύψιστος Κριτής. Μη λησμονούμε όμως, ότι εκείνους δεν κατακρίνει ο Κύριος, οι οποίοι, αν και αμάρτησαν, πορεύονται με την απόφαση του να μην αμαρτάνουν στο εξής. Για τις προηγούμενες αποστασίες μας δεν θα ζητήσει λόγο από εμάς, εάν δειχτούμε διατεθειμένοι να ρίξουμε κάτω τα χέρια και να επιστρέψουμε στην υποταγή προς αυτόν.

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 284-290 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας,  Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος,  Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος,  Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας,  Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός,  Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης,  Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας,   Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός,   Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

Στο βιβλίο «Για τη ζωή των μοναχών στον Καύκασο» ο συγγραφέας του, ο ασκητής π. Ιλαρίων, διηγείται πως πηγαίνοντας στο βουνό, άρχισε να κτίζει μια μικρή καλύβα από κλαδιά δένδρων. Επειδή δεν κατάφερε να τελειώσει την κατασκευή αυτή έγκαιρα και νύχτωσε, πλάγιασε να κοιμηθεί για να ξεκουραστεί.

Ένας πάνθηρας ή ένα είδος λιονταριού εντόπισε την παρουσία ανθρώπου και άρχισε να κάνει γύρους γύρω από αυτόν βρυχώμενος. Και αυτός βρισκόταν εκεί με το μισό σώμα του προστατευμένο μέσα στην καλύβα και τα πόδια έξω από αυτήν. Φανταστείτε αυτή την εμπειρία: να συναντήσεις ένα λιοντάρι που αγωνίζεται για την επιβίωσή του, έτοιμο να σε κατασπαράξει. Αλλά χάρη στη θεία Πρόνοια, αφού πλησίασε την καλύβα του ασκητή, το ζώο έφυγε με βρυχηθμούς για πάντα από την περιοχή εκείνη. Δεν τόλμησε να αγγίξει τον άνθρωπο.

Αυτό το βιβλίο αναφέρει πολλά παρόμοια περιστατικά, για παράδειγμα, πώς ένας ασκητής είδε τους λύκους σε προσευχή το βράδυ, και ο Θεός τους έδινε τροφή. Συνήθιζε να συγκεντρώνεται σε κάποιο μέρος για προσευχή. Βρισκόταν εκεί, κοντά στο μέρος αυτό, αλλά οι λύκοι πέρασαν χωρίς να τον δουν.

Μια άλλη φορά, κάποιος ασκητής βάδιζε στον αυχένα ενός βουνού, πάνω σε μικρό μονοπάτι. Από τα δύο μέρη υπήρχε άβυσσος. Βλέπει ξαφνικά μια αρκούδα να έρχεται προς το μέρος του, βαδίζοντας στο ίδιο μονοπάτι. Τί να κάνει; η αρκούδα βρήκε τότε έναν κορμό δένδρου που βρισκόταν στην άκρη του μονοπατιού εκείνου και αποκοιμήθηκε πάνω του, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον ασκητή να περάσει. Να η Πρόνοια του Θεού. 

Η έρημός μου στο Άγιον Όρος δεν απείχε δέκα χιλιόμετρα από «οποιοδήποτε είδος ανθρώπινης παρουσίας», Παρ’ όλα αυτά, τη νύχτα υπήρχε -και κυρίως στη δεύτερη σπηλιά που έζησα- πραγματική απομόνωση από όλο τον κόσμο. Έπρεπε να περπατήσω, για παράδειγμα, σαράντα λεπτά για να φθάσω στο μοναστήρι του Αγίου Παύλου η σε περιοχή που ζούσε κάποιος εκεί.

Η θεία Πρόνοια είναι τέτοια, που αληθινά θα εκπλαγείτε βλέποντας πώς ενεργεί. Αυτό με κάνει να πω ότι η Πρόνοια του Θεού ενεργεί με «μαθηματική ακρίβεια». Δεδομένου ότι είναι έτσι, έγκαταλείποντας την αδυναμία μας, βαδίζουμε πίσω από τον Χριστό, για να ακολουθήσουμε τα βήματά Του. Και στην περίπτωση αυτή, το επαναλαμβάνω, δεν θα γνωρίσουμε ακηδία.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 120-121)

Το καραβάκι κι οι πέτρες. 
Ένας μικρούλης έρριξε στην άκρη του γιαλού το όμορφο καραβάκι του, που του είχε αγοράσει ο πατέρας του. Δεν πρόσεξε, όμως, κι έτσι το καραβάκι απομακρύνθηκε, χωρίς να προλάβη να το πιάση.

Τότε ο πατέρας του πήρε πέτρες και τις πετούσε μπροστά από το καραβάκι. Ο μικρός στην αρχή δεν κατάλαβε κι απόρησε γι’ αυτό το πετροβόλημα. Αλλά δεν άργησε να εννοήση.

Και οι πέτρες έπεφταν πέρα από το καραβάκι, χωρίς να το χτυπούν. Και με τα κυματάκια, που προκαλούσαν, το έφεραν σιγά – σιγά πίσω στην ακρογιαλιά.

Κι έτσι ο μικρός με μεγάλη χαρά το πήρε πάλι στην αγκαλιά του.
… Οι θλίψεις που μας βρίσκουν, μοιάζουν μ’ αυτό το πετροβόλημα. Είναι οι πέτρες που ρίχνει ο Θεός, σαν απομακρυνθούμε από κοντά του, για να γυρίσουμε σ’ Αυτόν.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο130)

Μη φοβηθής
«Και τον σάλον των κυμάτων ου καταπραΰνεις…». (Ο ψαλμωδός)
Όταν το μικρό ιστιοφόρο που μετέφερε τον Καίσαρα κατελήφθη στην Αδριατική από τρικυμία, ο πλοίαρχος άρχισε ν’ ανησυχή για τη ζωή του Αυτοκράτορος. Εκείνος όμως του εφώναξε:

«Μη φοβείσαι! Μεταφέρεις τον Καίσαρα!!».
Και το δικό μας καράβι καταλαμβάνεται πολλές φορές από θαλασσοταραχή. Ευτυχείς όσοι αισθάνονται μέσα στο καράβι τους τον αιώνιον πηδαλιούχο της ζωής, το Χριστό.
Και στις σφοδρότερες τρικυμίες θα ακούνε τα λόγια του Παύλου

«Άνδρες ευθυμείτε!».

Μεταφέρατε τον μεγάλο Ναυαγοσώστη, τον Κύριον, όπως τον μετέφεραν και τον εδόξασαν — και εσώθηκαν — οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο225)

Το νόημα τον σταυρού. 
Όταν ενθρονίστηκε αυτοκράτωρ του Βυζαντίου ο Αλέξιος Κομνηνός, ζήτησε να του φέρουν τον κατάλογο των αυλικών, που είχαν υπηρετήσει επί του προκατόχου του.

Πλάι δε στα ονόματα εκείνων που είχαν σταθή εχθροί του σημείωσε κι από ένα σταυρό. Αυτοί το έμαθαν και φανταζόμενοι ότι εκείνος ο σταυρός εσήμαινε την προσεχή καταστροφή τους, άρχισαν να ετοιμάζωνται για να φύγουν σε άλλες χώρες. Αλλά ο αυτοκράτωρ τους κάλεσε και τους είπε:
— Κάνετε λάθος. Ο σταυρός, που έβαλα δίπλα στο όνομα του καθενός σας, έχει το ίδιο νόημα που έχει κι ο σταυρός του Χριστού.

Σημαίνει ότι σας συγχωρώ.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο 6)
Τι κάνει η αγάπη
Όταν ανέβηκε στο θρόνο ένας νεαρός βασιλιάς, του παρουσίασαν μια αίτησι χάριτος κάποιου καταδικασμένου σε ισόβια δεσμά.

Ο δύστυχος είχε κάνει πολλά χρόνια στη φυλακή και ζητούσε τώρα χάρι. Ο υπουργός όμως, είχε γράψει στο περιθώριο:

«χάρις αποκλείεται, να μείνη στη φυλακή».
Ο βασιλιάς τότε μετέφερε το κόμμα πλάι στη λέξι «χάρις». Έτσι η υπόδειξις του υπουργού έγινε:

«Χάρις, αποκλείεται να μείνη στη φυλακή».

Κι ο βασιλιάς υπέγραψε την απόλυσι.
Και ο Θεός μετέφερε το βάρος της αμαρτίας, από την ανθρωπότητα στον Σταυρό, και τώρα προσφέρει χάρι στον κάθε αμαρτωλό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο 223)

Μιλώντας με το Θεό σαν να είναι δίπλα μου. Ένα μεγάλο Ευχαριστώ σε Εκείνον.
Τις ημέρες αυτές ζώντας από κοντά τα Θεία Πάθη, μέσα στο χώρο της Εκκλησίας αισθάνθηκα μια έντονη ανάγκη να εκφράσω μια τεράστια ευγνωμοσύνη.

Μια ευγνωμοσύνη που ένιωσα να ξεχειλίζει από τα βάθη της καρδιάς μου.
Κύριε σε ευχαριστώ πολύ μου αξίωσες να είμαι κοντά Σου, να πω το ΝΑΙ στο διακριτικό κάλεσμα ΣΟΥ, να έχω ένα δικό μου στασίδι στο ναό Σου, και από εκεί να ενώνομαι πνευματικά σε μια κοινή προσευχή με όλους αυτούς που συναντώ κάθε Κυριακή στις δικές τους θέσεις, σε μια αιώνια σχέση ενότητας.
Σιγά – σιγά, χρόνο με το χρόνο, στάδιο με το στάδιο ανακάλυψα τα κρυφά στοιχεία της Σταύρωσης και της Ανάστασης Σου. Μέσα από τη Σταύρωση Σου είδα να γεννιέται η Ανάσταση μου.

Η Ανάσταση είναι η παρουσία στο χώρο της εκκλησίας, η αγαλλίαση της καρδιάς, η βαθιά κατάνυξη και η συστολή της σκέψης, η ελπίδα που γεννιέται την ώρα της Σταύρωσης, η βεβαιότητα ότι αυτό δεν είναι το τέλος αλλά κάτι άλλο υπάρχει.

Αυτό χρειαζόμουν Κύριε, ίσως καμιά άλλη Ανάσταση δεν χρειάζομαι.

Δεν γνωρίζω ποια μπορεί να είναι η Ανάσταση της άλλης ζωής, γνωρίζω πολύ καλά ποια είναι η Ανάσταση αυτή που ζω μαζί Σου.
Αυτό αισθάνθηκα Κύριε ζώντας τα πάθη Σου, και ξέρω πολύ καλά ότι αυτό δεν είναι κατάκτηση, είναι ένα βίωμά που δεν μπορώ να προσπεράσω χωρίς να το μοιραστώ.

Αναρωτιέμαι άραγε Κύριε είμαι άξια να λέω ότι Σε αισθάνομαι; Θα κρατήσει αυτό για πάντα;
Σου έχω υποχρέωση Θεέ μου, το λέω σαν να ζω μια μεγάλη κοσμική δωρεά, αλλά δεν γνωρίζω άλλη λέξη από αυτό το ελάχιστο «ευχαριστώ», ως μια έκφραση ευγνωμοσύνης που με αξίωσες να Σε αισθάνομαι, να Σε επιθυμώ όλο και πιο πολύ, να Σε αγαπώ κάθε μέρα και περισσότερο, να μην μπορώ να ζήσω χωρίς Εσένα.
Σε ευχαριστώ πολύ Κύριε. Τι όμορφη που έγινε η ζωή μου κοντά Σου!

 


Είναι συγκινητική η διακριτικότητα της αγάπης του Θεού, όπως μας την απεκάλυψε ο Γέροντας. Ήμασταν μια φιλική συντροφιά, στα Καλλίσια, δίπλα στους βράχους του Μοναστηριού, έχοντας ανάμεσά μας το Γέροντα. Ήταν νύχτα, παραμονή του Αγίου Πνεύματος.

Ο Γέροντας μας έκανε μια κατανυκτική, εξωτερική και εσωτερική, περιγραφή των Αγιορείτικων αγρυπνιών στα Καυσοκαλύβια, τότε πού, όπως έλεγε, «το Άγιο Πνεύμα ερχόταν και πλημμύριζε με ουράνια χαρά τις ψυχές των μοναχών». Και λέγοντας αυτά, μας άφησε ένα αφυπνιστικό μήνυμα:

«Και τώρα το Άγιο Πνεύμα θέλει να μπει στις ψυχές μας, όπως και τότε, αλλά σέβεται την ελευθερία μας, δε θέλει να την παραβιάσει.
Περιμένει να του ανοίξουμε μόνοι μας την πόρτα και τότε θα μπει στην ψυχή μας και θα τη μεταμορφώσει».

Τα λόγια του μου θύμιζαν την Αποκάλυψη: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω, εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού».

Ο Παντοδύναμος Θεός χτυπά διακριτικά την πόρτα της ψυχής του αδύναμου ανθρώπου και περιμένει υπομονητικά να του ανοίξει, για να τον κάνει αληθινά ευτυχή, κι αυτός τις πιο πολλές φορές, κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας του, που Εκείνος του χάρισε, δεν του ανοίγει, μένοντας κλεισμένος στη δυστυχία του.

Πόσοι από εμάς άραγε έχουμε τη φρόνηση να κάνουμε πράξη την ικεσία:
«Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν»;
Πόσοι από μας, λέγοντας αυτή την προσευχή δεν αμπαρωνόμαστε στη μοναξιά της ανασφάλειάς μας;

Και ο Θεός σέβεται την αφροσύνη μας, γιατί κι αυτή αποτελεί έκφραση της ελευθερίας μας.
Μια μέρα ο Γέροντας μου είπε: «Ο Θεός σέβεται το θέλημά μας».
Και μια άλλη: «Ό,τι κάνεις να το κάνεις επειδή το θέλεις, ελεύθερα, υπεύθυνα και με ευχαρίστηση».
Προσπαθούσα να εμβαθύνω στις επιγραμματικές, αλλά πολυσήμαντες αυτές συμβουλές του.

*από το βιβλίο: «ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗ» (ΚΟΖΑΝΗ ΜΑΡΤΙΟΣ 2006)


"Θέλω ν’ ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί, και να ομιλήσω περί του υψηλού θέματος της ταπεινοφροσύνης, αλλά κατέχομαι από φόβο, σαν άνθρωπος που γνωρίζει ότι πρόκειται να ομιλήση περί Θεού με την μέθοδο των λογισμών του.

Διότι η ταπεινοφροσύνη είναι στολή της θεότητος.

Πράγματι ο ενανθρωπήσας Λόγος αυτήν ενδύθηκε Και δι’ αυτής ενώθηκε μ’ εμάς στο σώμα μας. Όποιος την εφόρεσε αφωμοιώθηκε αληθινά με εκείνον που κατέβηκε από το ύψος του και εκάλυψε την αρετή της μεγαλωσύνης του και εσκέπασε την δόξα του με την ταπεινοφροσύνη, για να μη καταφλεχθή η κτίσις με τη θέα του.

Διότι η κτίσις δεν θα μπορούσε να τον θεωρήση, αν δεν ελάμβανε μέρος απ’ αυτήν, ώστε έτσι να κοινωνήση με αυτήν, ούτε θα μπορούσε ν’ ακούση τα λόγια από το στόμα του πρόσωπο προς πρόσωπο. Άλλωστε ούτε οι υιοί του Ισραήλ δεν εμπόρεσαν ν’ ακούσουν τη φωνή του, όταν τους ωμίλησε από την νεφέλη, έως ότου είπαν προς τον Μωυσή, «ας ομιλήση ο Θεός μαζί σου, και συ μετάφερε σ’ εμάς τους λόγους του˙ ας μη ομιλήση μ’ εμάς ο Θεός, για να μην αποθάνωμε»(Έξοδος 20,19).

Πώς θα μπορούσε λοιπόν η κτίσις να δεχθή φανερά την θέα του; Ήταν τόσο φοβερό το όραμα του Θεού, ώστε ο προφήτης να ειπή, «είμαι φοβισμένος και τρομαγμένος»(Έξοδος 3,3-6). Πράγματι επάνω στο όρος εμφανίσθηκε η ίδια η αρετή της δόξας του. Και το όρος ήταν καπνισμένο και έντρομο από τον φόβο της αποκαλύψεως που επρόκειτο να γίνη σ’ αυτό, ώστε και τα θηρία που επλησίαζαν στα κατώτερα μέρη του να πεθαίνουν. Και ετοιμάσθηκαν και παρασκευάσθηκαν οι υιοί του Ισραήλ, διατηρούμενοι αγνοί επί τρεις ημέρες, σύμφωνα με την εντολή του Μωϋσέως, ώστε να γίνουν άξιοι ν’ ακούσουν την φωνή του Θεού και να δεχθούν την θέα της αποκαλύψεώς του. Και όταν έφθασε ο καιρός, δεν εμπόρεσαν να δεχθούν την θέα του φωτός του και την σφοδρότητα του ήχου των βροντών του (Έξοδος 19,15-16 & 20,18-21).

Αλλά τώρα που εσκόρπισε την χάρι του στον κόσμο με την παρουσία του, δεν κατήλθε με σεισμό ούτε με πυρ ούτε με φωνή φοβερή και δυνατή, αλλά σαν βροχή επάνω στο ποκάρι (Ψαλμ. 71,6) και σαν σταγόνα που στάζει απαλά επάνω στη γη, και παρουσιάσθηκε να μας ομιλή με άλλον τρόπο.

Τούτο συνέβηκε, αφού εσκέπασε την μεγαλωσύνη του με το σκέπασμα της σαρκός σαν θησαυρό και μέσα μας ωμιλούσε μ’ εμάς δι’ εκείνου το οποίο του κατασκεύασε το Πνεύμα του από τον κόλπο της Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, ώστε, βλέποντας αυτόν που ήταν από το γένος μας να επικοινωνή μαζί μας, να μην ανησυχήσωμε από τη θέα του.

Γι’ αυτό οποιοσδήποτε εφόρεσε την στολή, με την οποία εμφανίσθηκε σ’ εκείνο το σώμα που ενδύθηκε ο Κτίστης, ενεδύθηκε τον ίδιο τον Χριστό (Ρωμ. 13,14).

(Ισαάκ του Σύρου, Φιλοκαλία, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 8Α, σελ. 311-313)

Πώς αναθεώρησα τη προσέγγισή μου στην αγάπη στην «συν Θεώ» ζωή. (σκέψεις μιας ψυχής...).
Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου ένα άνθρωπο που έδινε αγάπη, χωρίς όμως να γίνεται σε μεγάλο βαθμό αυτή η αγάπη αποδεκτή. Προφανώς και υπήρχε κάποιος λάθος στον τρόπο έκφρασης αυτού του συναισθήματος που δεν ξέρω αν ήταν αγάπη , ωστόσο έτσι το έλεγα.
Όταν ξεκίνησα τον πνευματικό αγώνα έκανα μια έντονη ενδοσκόπηση, μια αυτοκριτική βάζοντας στο μικροσκόπιο τον τρόπο που συμπεριφέρομαι. Συνήθιζα να «απαιτώ» σεβασμό από τον διπλανό μου χωρίς ουσιαστικά εγώ η ίδια να έχω βαθιά αυτοπεποίθηση και αγάπη για εκείνον. Απαιτούσα από τους άλλους αυτά που δεν έδινα η ίδια σε μένα. Ουσιαστικά διαπίστωνα μέρα με τη μέρα ότι δεν συμπεριφέρομαι όπως πραγματικά θα ήθελα, σε μεγάλο βαθμό δεν ήμουν ο εαυτός μου αλλά προσπαθούσα να είμαι «κάτι» για να ικανοποιήσω κάποιους, και τελικά όλο αυτό μου δημιουργούσε μια σύγχυση και μια ταραχή.
Νομίζω ότι αυτό ο Θεός το ήξερε και πριν προλάβω προσωπικά να το συνειδητοποιήσω με ευλόγησε να αισθάνομαι βαθιά μέσα στην ψυχή μου την δική Του Αγάπη. Έγινε χωρίς να το επιλέξω, ούτε καν να το ζητήσω, δεν γνώριζα ότι υπάρχει τέτοια κατάσταση.  Αυτό το συναίσθημα ήρθε τόσο έντονα και επίμονα στην ψυχή μου, που άρχισε να ξυπνάει  μέσα μου την ανάγκη για την αγάπη που όφειλα να δώσω στον ίδιο μου τον εαυτό. Φωτίστηκαν σημεία της ψυχής μου που έπρεπε μόνη μου να αποκωδικοποιήσω, να ερμηνεύσω, να αποδεχτώ και να ανασύρω στην επιφάνεια.
Κινήθηκα με άξονα την «αλήθεια μου», την οποία όφειλα να αντικρύσω κατάματα, να αποδεχτώ και να βελτιώσω όπου απαιτούταν.  Αυτό που στην ουσία γινόταν στην πριν «Χριστώ ζωή μου» είναι να φέρομαι σαν κάποιος άλλος , είτε γιατί κάτι έκρυβα, είτε γιατί κάτι δεν με βόλευε και μου χάλαγε την «ωραία» εικόνα που ήθελα να έχω για τη ζωή μου.  
Έτσι ξεκίνησα με τη σχέση μου με μένα, δεδομένης την αγάπης μου για τον θεό που έκαιγε την καρδιά μου.  Η αυτοπεποίθηση είναι μια λέξη που δεν ταιριάζει με τα πνευματικά αλλά για μένα έχει μια πνευματική διάσταση. Στην ουσία μιλώντας για αυτοπεποίθηση εννοώ α) την πεποίθηση  ότι ακόμα και αν δεν έχω τις απαραίτητες ικανότητες να κάνω κάτι, τελικά θα τα καταφέρω, ή τουλάχιστον θα καταφέρω «ότι προορίζεται να καταφέρω», γιατί κάποιος άλλος αποφασίζει, και β) τη θέληση να προχωρήσω και να αγωνιστώ, δηλαδή να μην απογοητευτώ και να μην σταματήσω.
Τα δύο παραπάνω στοιχεία με έκαναν να αποδέχομαι τον εαυτό μου, να εκτιμώ την προσπάθειά του και όχι μόνο να επιδιώκω την επιτυχία του,  να εκτιμώ τον αγώνα ειδικά όταν είναι αποτυχημένος.  
Η καλλιέργεια αυτού του τύπου της «αυτοπεποίθησης» ήταν μιας μορφής ψυχοθεραπεία που ένοιωσα ότι πρέπει  να κάνω ως ένα δώρο σε μια πληγή που κουβαλούσα. Αυτό με οδήγησε σε μια ειρήνευση με τον εαυτό μου και αυτό με τη σειρά του με έκανε να νιώθω μια πληρότητα, επιείκεια, συμβιβασμό για τις συγκεκριμένες ικανότητες που μου έχουν δοθεί και μια αποδοχή για τον συγκεκριμένο αγώνα που είχα να δώσω.
Στην ουσία έμαθα σταδιακά - ή τουλάχιστον προσπαθώ να μάθω  γιατί έχει μεγάλη διαδρομή αυτό – να εμπιστεύομαι τις εξελίξεις,  γιατί πίστεψα ακράδαντα ότι, όλα όσα γίνονται για μένα όχι μόνο τα «επιτρέπει» ο Θεός, τα «επιλέγει» Εκείνος. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά στα δύο ρήματα, και η πίστη μου στο «επιλέγει» μου δημιούργησε την πεποίθηση ότι κάθε βήμα μου είναι προορισμένο, να γίνει με τον τρόπο που γίνεται. Ακόμα και οι προσωρινές απογοητεύσεις από πρόσωπα και καταστάσεις είναι μέρος ενός σχεδίου στο οποίο έχω συγκεκριμένο ρόλο, τον οποίο καλούμαι μόνο να διεκπεραιώσω πλάι Του.
Με τον αυτό τον τρόπο σκέψης άρχισα να βλέπω τον πλησίον μου, ως ένα πλάσμα Θεού, που είναι σε κάποιο βαθμό στις «επιλογές του Θεού» να είναι δίπλα μου. Αυτή η σκέψη με εμπνέει να  βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου ως εικόνες Θεού και με αυτή την οπτική ζω και τους συναναστρέφομαι. Άρχισα συμπαθώ, να κατανοώ, να αποδέχομαι, να σέβομαι, να μην τους υποπτεύομαι για τίποτε κακό,  και τελικά να αγαπώ, να συμπονώ και όλα αυτά τα αισθάνομαι διακριτά για τον καθέναν.
Ξεχωρίζω τις κακές στιγμές ως μεμονωμένες, αποσπασμένες περιπτώσεις, και χωρίς να τις γενικεύω τις αποδέχομαι. Συνεχίζω έτσι να αποδέχομαι το συνάνθρωπο ξεχωρίζοντας την πράξη του από την ψυχή του.  
Τελικά τι είναι για μένα αγάπη;
Αγάπη είναι μαθαίνω να «ακούω» τον διπλανό μου προσεκτικά.
Αγάπη είναι να μοιράζομαι με κάποιον την αγωνία μου, να μοιράζεται κάποιος μαζί μου τη δική του,  δείχνει εκτίμηση και εμπιστοσύνη το μοίρασμα.
Αγάπη είναι να αποδέχομαι τη δύσκολη στιγμή κάποιου και να τον συγχωρώ, ως μεμονωμένη δύσκολη στιγμή, αγάπη είναι η συγχώρεση.
Αγάπη είναι να προσέχω τη λεπτομέρεια της στιγμής γιατί κάποιος έχει ανάγκη την προσοχή μου, αγάπη είναι η υπομονή.
Αγάπη είναι να μιλώ με αλήθεια, χωρίς να κρύβω, να είμαι εκεί με ουσία, αγάπη είναι αυθεντικότητα, αγάπη είναι ειλικρίνεια.
Αγάπη είναι «η συνέχεια» .., και όχι για λίγο για να πω ότι «εγώ το έκανα, τι άλλο να κάνω;», αγάπη είναι η επανάληψη στην αγάπη.
Αγάπη είναι να ξεχνώ και να μην πληγώνομαι, να θυμάμαι για να διδάσκομαι, αγάπη σημαίνει δεν φοβάμαι.
Αγάπη είναι τα καλά λόγια κάποιες στιγμές δηλαδή η «κολακεία», όταν γίνεται για ανθρώπους που δεν αγαπούν τον εαυτό τους, για να βοηθηθούν να ξεκινήσουν από αυτό, δεν ξεχνώ ότι και εγώ από εκεί ξεκίνησα.
Αγάπη είναι να επιθυμώ  το καλό για τους άλλους, έναντι του καλού για μένα, γιατί συνειδητοποιώ ότι αυτό κάνει καλό έμμεσα και σε μένα, αρκεί να έχω υπομονή για να το καταλάβω.
Αγάπη είναι να είμαι κοντά στους ανθρώπους με ποσότητα  χρόνου και όχι μόνο ποιοτικά. Δεν προλαβαίνεις τη δύσκολη στιγμή, την κακή σκέψη, τον αρνητικό λογισμό, δεν είναι αυθόρμητο το μοίρασμα όταν γίνεται σε συγκεκριμένο «ποιοτικό» χρόνο. Χρειάζεται διαρκής παρουσία η οποία δημιουργεί μια ζεστασιά και μια θαλπωρή.  Αγάπη είναι η προσφορά, η παρουσία.
Αυθεντική Αγάπη είναι η απροϋπόθετη Αγάπη και αυτή είναι η Αγάπη του Χριστού και έγινε για μένα η αρχή μιας διαδρομής μέσα μου.
Η απροϋπόθετη αυτή Αγάπη του Θεού αιφνιδίασε την ύπαρξή μου, με αφόπλισε και με δίδαξε πολλά. Με δίδαξε (και με διδάσκει) την πραγματική μετάνοια και όχι την προσωρινή μεταμέλεια, την ουσιαστική κριτική για το είναι μου. Αυτή η μετάνοια με τη σειρά της με οδηγεί σε μια εξαιρετικά ελπιδοφόρα κατάσταση, μου δίνει δύναμη στον αγώνα μου, δεν με απογοητεύει στην πτώση μου, με κάνει να σκέφτομαι ότι «κανένας αγώνας δεν είναι μάταιος» και δεν μου επιτρέπει την απογοήτευση. Όλη αυτή η κατάσταση τέλος τροφοδοτεί την Αγάπη μέσα μου για τον εαυτό μου. Έτσι χωρίς να καταλάβω πως, γεννιέται μια μέσα μου «αγάπη» που προέρχεται από εμένα και πρέπει να δώσω στους άλλους. Το τελευταίο βήμα πραγματοποιείται αυθόρμητα και στο σύνολό της όλη αυτή η διαδικασία γίνεται μια κυκλική διαδρομή η οποία επαναλαμβάνεται και βιώνεται με τη Χάρη Του, και όλη αυτή η πορεία έχει μια μαγεία γιατί αυτή η αγάπη – η δική μου αγάπη προς τους άλλους - γίνεται επιτέλους αποδεκτή:
«Αγάπη από το Θεό,
πτώση,
μετάνοια,
ελπίδα,
αγώνας,
Αγάπη-αποδοχή για το εαυτό μου,
Αγάπη για τους άλλους»
όλα υπάρχουν μέσα μου ταυτόχρονα και λειτουργούν με οδηγό την Αγάπη του Θεού – που είναι η πρώτη αγάπη στη σειρά – και «βρήκε μέσα μου χώρο», χωρίς να με ρωτήσει.
Ελπίζω ότι αυτή η αυτή Αγάπη που προέρχεται από αυτή την διαδρομή, θα βρει χώρο στις καρδιές των άλλων και θα τη μεταλαμπαδεύσει μέσα τους, για να κάνουν και οι συνάνθρωποί μου την ίδια ευλογημένη διαδρομή. Το αξίζουν.

Σελίδα 1 από 6