Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης
E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

- Γέροντα, λαϊκοί που ζουν πνευματικά, όταν γυρίζουν το βράδυ από την δουλειά κουρασμένοι, δυσκολεύονται να κάνουν το Απόδειπνο και στενοχωρούνται.
- Όταν επιστρέφουν αργά το βράδυ από την δουλειά και είναι κουρασμένοι, ποτέ να μην στριμώχνουν με άγχος τον εαυτό τους, αλλά πάντα με φιλότιμο να λένε στον εαυτό τους: «Εάν δεν μπορης να διαβάσης ολόκληρο το Απόδειπνο, διάβασε το μισό η το ένα τρίτο» και να προσπαθούν άλλη φορά να μην κουράζωνται πολύ την ημέρα. Να αγωνίζωνται, όσο μπορούν, με φιλότιμο και να τα εμπιστεύωνται όλα στον Θεό, και ο Θεός θα ενεργηση. Ο νούς πάντα να βρίσκεται κοντά στον Θεό. Αυτη είναι η καλύτερη μελέτη.
- Μία υπέρμετρη άσκηση, Γέροντα, πώς είναι μπροστά στα μάτια του Θεού;
- Αν γίνεται από φιλότιμο, χαίρεται και ο άνθρωπος, χαίρεται και ο Θεός για το φιλότιμο παιδί Του. Αν σφίγγεται από αγάπη, στάζει μέλι στην καρδιά του. Ενώ, αν σφίγγεται από εγωισμό, βασανίζεται. Κάποιος που αγωνιζόταν εγωιστικά και σφιγγόταν με άγχος, είπε: «Ω Χριστέ μου, πολύ στενη την έκανες την πύλη! Δεν χωράω!». Ενώ, αν αγωνιζόταν ταπεινά, θα χωρούσε. Όσοι αγωνίζονται εγωιστικά με νηστείες, αγρυπνίες κ.λπ., ταλαιπωρούνται χωρίς πνευματική ωφέλεια, γιατί δέρουν αέρα και όχι δαίμονες. Αντί να διώξουν πειρασμούς, δέχονται περισσότερους, και επόμενο είναι να συναντούν πολλη δυσκολία στον αγώνα τους, να νιώθουν πνίξιμο από άγχος. Ενώ εκείνοι που αγωνίζονται πολύ με πολλη ταπείνωση και με πολλη ελπίδα στον Θεό, η καρδιά τους χαίρεται και η ψυχη τους φτερουγίζει.
Στην πνευματικη ζωη θέλει προσοχη. Όταν οι πνευματικοί άνθρωποι κινούνται από κενοδοξία, μένουν με ένα κενό στην ψυχη τους. Δεν υπάρχει το πληρωμα, το φτερούγισμα της καρδιάς καί, όσο μεγαλώνουν την κενοδοξία τους, μεγαλώνει και το κενό μέσα τους και περισσότερο υποφέρουν. Όπου άγχος και απελπισία, εκεί ταγκαλί- στικη πνευματικη ζωη. Για τίποτε να μην έχετε άγχος. Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του το ταγκαλάκι. Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα. Αν υπάρχη μία τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρηση και να πλανηση τον άνθρωπο. Τον ευαίσθητο λ.χ. τον κάνει υπερευ-αίσθητο. Όταν έχης διάθεση να κάνης μετάνοιες, σπρώχνει και ο διάβολος να κάνης περισσότερες από την αντοχη σου καί, αν οι δυνάμεις σου είναι περιορισμένες, δημιουρ- γείται μία νευρικότητα, γιατί δεν τα βγάζεις πέρα, και στην συνέχειά σου δημιουργεί άγχος με ελαφρά απελπισία κατ' αρχάς και μετά συνεχίζει... Θυμάμαι, όταν ημουν αρ¬χάριος μοναχός, ένα διάστημα, μόλις έπεφτα να κοιμηθώ, μου έλεγε ο πειρασμός: «Κοιμάσαι; Σηκω! Τόσοι άνθρωποι υποφέρουν, τόσοι έχουν ανάγκη...». Σηκωνόμουν και έκανα μετάνοιες, ό,τι μπορούσα. Μόλις έπεφτα να κοιμηθώ, άρχιζε ξανά: «Οι άλλοι υποφέρουν κι εσύ κοιμάσαι; Σηκω!». Σηκωνόμουν πάλι. Μέχρι που έφθασα να πώ: «Αχ, να μου κόβονταν τα πόδια, τί καλά! Θα ημουν τότε δικαιολογημένος, αφού δεν θα μπορούσα να κάνω μετανοιες». Μία Μεγάλη Σαρακοστη την έβγαλα με το ζόρι, γιατί πηγαινα να στριμώξω τον εαυτό μου περισσότερο από την αντοχη μου.
Όταν νιώθουμε στον αγώνα μας άγχος, να ξέρουμε ότι δεν κινούμαστε στον χώρο του Θεού. Ο Θεός δεν είναι τύραννος να μας πνίγη. Καθένας να αγωνίζεται με
φιλότιμο, ανάλογα με τις δυνάμεις του, και να καλλιεργή το φιλότιμο, για να αναπτυχθή η αγάπη προς τον Θεό. Τότε θα πιέζεται από το φιλότιμο, και ο αγώνας του, δηλαδή οι πολλές μετάνοιες, οι πολλές νηστείες κ.λπ., δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά τα ξεσπάσματα της αγάπης του, και θα προχωρή με πνευματική λεβεντιά.
Δεν πρέπει, δηλαδή, να αγωνίζεται κανείς με αρρωστημένη σχολαστικότητα και να πνίγεται μετά από άγχος, παλεύοντας με τους λογισμούς, αλλά να απλοποιήση τον αγώνα του και να ελπίζη στον Χριστό και όχι στον εαυτό του. Ο Χριστός όλο αγάπη, καλωσύνη και παρηγοριά είναι και ποτέ δεν πνίγει, αλλά έχει άφθονο πνευματικό οξυγόνο, θεία παρηγοριά. Αλλο είναι εργασία πνευματική λεπτή, και άλλο είναι αρρωστημένη σχολαστικότητα, η οποία πνίγει με το εσωτερικό άγχος, από το εξωτερικό αδιάκριτο ζόρισμα, που σπάει και το κεφάλι με πονοκέφαλο.
- Γέροντα, ένας που από την φύση του σκέφτεται πολύ και ζορίζεται το κεφάλι του, πώς πρέπει να αντιμετωπίση τα πράγματα, για να μην κουράζεται;
- Αν κινήται κανείς απλά, δεν κουράζεται. Όταν όμως μπή έστω και λίγο ο εγωισμός, σφίγγεται, για να μην κάνη κανένα λάθος, και κουράζεται. Δεν πειράζει, ας κάνη και κανένα λάθος και ας τον μαλώσουν και λίγο. Αυτό που λές, μπορεί να δικαιολογηθή λ.χ. σε έναν δικαστικό, που συνέχεια έχει να αντιμετωπίση δύσκολες υποθέσεις και φοβάται μήπως κρίνη άδικα και γίνη αυτός αιτία να τιμωρηθούν αθώες ψυχές. Πονοκέφαλος στην πνευματική ζωή παρουσιάζεται, όταν κανείς φέρνη ευθύνη και βρίσκεται σε αδιέξοδο, γιατί πρέπει να πάρη μία απόφαση, η οποία θα είναι εις βάρος κάποιων καί, αν δεν την πάρη, αδικούνται άλλοι. Όταν δηλαδή στριμώχνεται συνέχεια η συνείδηση. Εσύ, αδελφή, να προσέξης να μην κάνης πνευματική δουλειά με το μυαλό αλλά με την καρδιά. Και να μην κάνης και δουλειά, χωρίς να εμπιστεύεσαι στον θεό ταπεινά, γιατί αλλιώς θα αγωνιάς, θα κουράζης και το μυαλό και θα νιώθης άσχημα ψυχικά. Μέσα στην αγωνία συνήθως είναι κρυμμένη η απιστία. Αλλά και από υπερηφάνεια μπορεί να έχη κανείς αγωνία.
(Λόγοι τόμος Α, σελ.161-164)


Θυμάμαι τον εαυτό μου παλαιότερα στην παραμικρή δυσκολία και αναποδιά να σαστίζω, να σταβοκαταπίνω, να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου! Σαν το καλάμι σαλευόμουν στο παραμικρό φύσημα του ανέμου! Και δε μιλάω για σπουδαία πράγματα! Όταν κάτι μου ανέτρεπε τα σχέδια μου ή έστω λίγο με δυσαρεστούσε δεν ήξερα πώς να το αντιμετωπίσω! Παρότι είχα μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον με πολλές δυσκολίες και αντιξοότητες δεν είχα εκπαιδευτεί στα δύσκολα, καθότι οι γονείς μου με είχαν αρκετά προστατευμένη και χαϊδεμένη!
Ώσπου μια μέρα έπεσα κατευθείαν στα βαθιά και χρειάστηκε αναγκαστικά να μάθω να κολυμπάω! Τώρα δεν είχα να αντιμετωπίσω μικροπράγματα αλλά έναν θάνατο, το θάνατο του πατέρα μου! Ακολούθησαν και άλλες σκληρές δοκιμασίες όμως τί παράδοξο! Κάθε φορά ήταν μια πρόκληση για τον εαυτό μου να τα καταφέρω! Έμαθα να αγωνίζομαι… με εμένα ,με τα προβλήματα, με τους ανθρώπους! Έχει μια γοητεία αυτός ο αγώνας! Στην ουσία είναι μια πάλη με τον εαυτό σου, μια τριβή, μια ωρίμανση, μια διαδρομή που σε πάει παρακάτω! Είδα ότι είναι ωραίο τελικά να δοκιμάζεσαι, να αγωνίζεσαι, να πέφτεις, να σηκώνεσαι, γιατί έτσι εξελίσσεσαι και μαθαίνεις τον εαυτό σου!
Όμως ακόμα πάλευα μόνη μου! Δεν είχα γνωρίσει το Χριστό! Όταν διάβασα στην Καινή Διαθήκη ότι ο Πέτρος ζήτησε από το Χριστό να περπατήσει πάνω στα νερά κι Εκείνος του είπε ‘έλα’ συγκλονίστηκα! Ναι! Τώρα όχι μόνο έχω Εσένα βοηθό και προστάτη αλλά μπορώ κι εγώ αν έχω πίστη δυνατή να περπατήσω πάνω στα κύματα, όπως Εσύ, όπως κι ο Πέτρος! Δηλαδή πλέον δε θα με καταποντίζουν οι δυσκολίες και τα προβλήματα! Πλέον ό, τι κι αν συμβαίνει μπορώ να το υπερβαίνω! Αρκεί να έχω το βλέμμα μου πάνω Σου και όχι πάνω στο πρόβλημα! Ο Απόστολος Πέτρος όταν κοίταξε τον άνεμο βούλιαξε μέσα στα κύματα!
Εσύ είσαι πιο δυνατός από οτιδήποτε μου συμβαίνει! Ξέρω πια πως όλα μπορώ να τα αξιοποιήσω πνευματικά προς το συμφέρον της ψυχής μου! Κάθε δυσκολία ή θλίψη άλλωστε είναι μια καινούρια ευκαιρία να έρθω πιο κοντά Σου! Κι Εσύ ανταμείβεις όσους Σε αποζητούν! [Προς Εβρ.11,6]. Τώρα όποτε παρουσιάζεται ένα πρόβλημα, μια θλίψη, μια δοκιμασία, δε χάνω το θάρρος μου! Στρέφομαι αμέσως προς Εσένα και Σε καλώ να με βοηθήσεις κι Εσύ αμέσως προστρέχεις! Κι αν δεν πάρεις αμέσως το πρόβλημα θα μου δώσεις υπομονή, γαλήνη και δύναμη να το αντιμετωπίσω! Σου δίνω την αδυναμία μου και μου δίνεις τη Δύναμη Σου!
Μου κάνεις αισθητή την Παρουσία Σου που απομακρύνει κάθε ταραχή και με γεμίζει με την Ειρήνη Σου! ‘ Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά ότι Συ μετ΄εμού ει’ [ ψαλμ.22].
Ο Κύριος λοιπόν όλους μας καλεί να βγούμε από τη βάρκα μας και να περπατήσουμε πάνω στα ύδατα! Και όταν έρχονται τα κύματα δε θα μας καταπίνουν αλλά εμείς θα υψωνόμαστε πάνω από αυτά!!!

 

Αποφάσισα να γράψω λίγα λόγια για σένα Παναγία μου μα με το που ξεκίνησα να γράφω δείλιασα! Τί να γράψω εγώ για σένα; Και πώς να εκφράσω αυτά που έχω μέσα μου για σένα; Νιώθω όμως έντονη την επιθυμία να σου αποτίσω ένα φόρο τιμής εγώ η μηδαμινή για όλα όσα έχεις κάνει και εξακολουθείς να κάνεις για μένα! Οπότε θα προσπαθήσω να καταγράψω κάποιες σκέψεις μου…
Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που οι γονείς μου ευλαβούνταν πολύ την Παναγία και ιδιαίτερα η μητέρα μου καθώς ήταν και εξακολουθεί να είναι η προστάτιδα της! Όταν ξεκίνησα την πνευματική μου ζωή άρχισα να τη γνωρίζω καλύτερα, μέσα από τη μελέτη, τις παρακλήσεις, τις ακολουθίες και τους χαιρετισμούς! Στην πορεία, μου αποκαλύφθηκε και μέσα από προσωπικά μου βιώματα!
Γνώρισα τον πιο ταπεινό και γλυκό άνθρωπο που έζησε στη γη! Πώς να μη θέλεις για μάνα σου την πιο σπλαχνική και στοργική μάνα; Μια μάνα που τόσο υπέφερε για το παιδί της όταν το έβλεπε καρφωμένο στο Σταυρό! Τόσο αγέρωχη, τόσο δωρική, τόσο γενναία πώς να μην τη θαυμάσεις; Έναν άνθρωπο που η αμαρτία δεν χωρούσε μέσα του γιατί ξεχείλιζε από αρετές! Θα έπρεπε να είναι το πρότυπο κάθε γυναίκας, συζύγου ή μητέρας! Μας έδειξε το δρόμο και τον τρόπο για όλα με τη στάση της και τις αρετές της! Είχε απλότητα, ταπείνωση, υπομονή, ευγένεια, καλοσύνη, αμνησικακία, αλτρουισμό και έναν ωκεανό αγάπης για όλους! Το Πνεύμα το Άγιο αναπαυόταν στην ψυχή της!
Στην πιο δύσκολη περίοδο της ζωής μου, μου κρατούσε το χέρι, με καθοδηγούσε, μου μαλάκωνε τον πόνο, με προστάτευε, μου χαμογελούσε! Όποτε την επικαλούμαι είναι παρούσα, όχι γιατί το αξίζω αλλά γιατί εκείνη είναι σπλαχνική! Πολλοί Άγιοι την εξύμνησαν, η επίγεια αλλά και η ουράνια Εκκλησία ψέλνουν για αυτήν! Εγώ τί να προσθέσω; τί να συνεισφέρω; Νιώθω όμως ότι της χρωστάω όχι ένα αλλά πολλά ευχαριστώ για τις τόσες της ευεργεσίες ορατές και μη!
Αχ καλή μου Παναγία! Σε ευχαριστώ που με διδάσκεις αγάπη, ήθος, θάρρος, υπομονή, γενναιοδωρία, ευσπλαχνία, συγχωρητικότητα, ταπείνωση και τόσα άλλα! Σε ευχαριστώ που μου δείχνεις το δρόμο της αγιότητας! Σε ευχαριστώ που είσαι μάνα μου! Σε ευχαριστώ που με στηρίζεις! Σε ευχαριστώ που έβγαλες από το σκοτάδι την ψυχή μου! Σε ευχαριστώ που χάρισες νέα ζωή στον άντρα μου! Σε ευχαριστώ που χαρίζεις γαλήνη στο σπιτικό μου! Σε ευχαριστώ που βοηθάς την επίγεια μάνα μου! Σε ευχαριστώ που τώρα μπορώ να σου μιλάω και να σου λέω ευχαριστώ!
Και συγνώμη που δεν είμαι και ποτέ δε θα γίνω αντάξιο παιδί σου!
Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι! Μήτερ του Θεού φύλαξον με υπό τη σκέπην σου!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 17
1 Ταῦτα ἐλάλησεν(1) ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν(2) καὶ εἶπε(3)· πάτερ(4), ἐλήλυθεν ἡ ὥρα(5)· δόξασόν σου(6) τὸν υἱόν(7), ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε(8),
1Αφού τα είπε αυτά ο Ιησούς, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και είπε: «Πατέρα, έφτασε η ώρα· φανέρωσε τη δόξα του Υιού σου, ώστε κι ο Υιός σου να φανερώσει τη δική σου δόξα.
(*)  Στην προσευχή αυτή, όπως μας την διέσωσε ο Ιωάννης, έχουμε το ουσιώδες περιεχόμενο της μεσιτευτικής δέησης, την οποία απηύθυνε ο Ιησούς, όπως αυτό διατηρήθηκε για μισό αιώνα στη μνήμη μαθητή που ο ίδιος άκουσε με τα αυτιά του. Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε, ότι το περιστατικό αυτό αντιλήφθηκαν όλοι οι παριστάμενοι μαθητές ως ιδιαιτέρως βαρυσήμαντο, και ως έκτακτης σοβαρότητας τα λόγια που χρησιμοποίησε ο Κύριος. Ως αξιομνημόνευτα λοιπόν επόμενο ήταν να μην λησμονηθούν, αφού άλλωστε αποτελούσαν την τελευταία προσευχή του Ιησού. Δείχτηκε από την άλλη ότι πολλές από τις ιδέες, οι οποίες εκφράζονται με την Κυριακή προσευχή, συναντιούνται και στην αρχιερατική αυτή προσευχή του Κυρίου. Έτσι παράλληλες με την επίκληση Πάτερ ἡμῶν είναι και οι επικλήσεις στην αρχιερατική προσευχή (δες ιζ 1,5,11,21,24,25), στις οποίες το Πάτερ χρησιμοποιείται με ειδική και προσωπική έννοια από τον Ιησού. Με την ευχή ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου συγκρίθηκαν οι σ. 6,11,12,26. Ίσως επίσης με το ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου θα μπορούσαμε να εκφράσουμε ό,τι ο Χριστός εξέφρασε με το «Δόξασόν σου τον Υιόν» (σ. 1,5). Η ευχή επίσης ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς απηχείται στους σ. 4,5. Οι αιτήσεις μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ μπορούν να συγκριθούν με τις αιτήσεις του Ιησού για τους μαθητές του στους σ. 12 και 15 (β).
Η προσευχή αυτή συνήθως διαιρείται σε 3 μέρη. 1) σ. 1-5. Η προσευχή του Κυρίου για το δικό του πρόσωπο. 2) σ. 6-19. Η προσευχή του υπέρ των αποστόλων του και 3) σ. 20-26 η προσευχή του υπέρ της εκκλησίας. Όμως παρά την διαίρεση αυτή μία μοναδική σκέψη διαπερνά ολόκληρη την προσευχή και αυτή είναι το έργο του Χριστού ή η δόξα του Πατέρα. Ονόμασαν την προσευχή αυτή αρχιερατική. Πράγματι· αποτελεί αυτή πράξη του μεγάλου αρχιερέα της ανθρωπότητας, ο οποίος αρχίζει τη θυσία του προσφέροντας τον εαυτό του στο Θεό με όλο το λαό του, του παρόντος τότε και του μελλοντικού (g). Πάντοτε θαυμάστηκε το ύψος, η γλυκύτητα, ο πλούτος, η απλότητα, ο τόνος, ο συγκινητικός ταυτόχρονα και θριαμβευτικός αυτής της προσευχής. Απευθύνθηκε πιθανώς στο δρόμο που οδηγούσε προς τη Γεθσημανή, σε κάποιο μέρος όπου στάθηκε ο Ιησούς με τους μαθητές του (F).
Αλλά αυτοί που δέχονται ότι ο λόγος του Κυρίου εκφωνήθηκε στο ανώγειο παρατηρούν με τη σειρά τους, ότι η φύση της προσευχής είναι τέτοια ώστε γίνεται σχεδόν βέβαιο, ότι ήταν αδύνατον να απευθύνθηκε αυτή στο δρόμο. Τέτοια ήρεμη και συνεχής ικεσία προϋποθέτει κάποια ήσυχη και αποχωρισμένη θέση και όχι κάποιο μεγάλο δρόμο έστω και ιδιωτικό, έξω από την πόλη των Ιεροσολύμων, στον οποίο δρόμο κατά τις ημέρες του Πάσχα θα συναντιόντουσαν διασταυρούμενα πολλά άλλα πρόσωπα. Τέλος θα έπρεπε να σημειωθεί ότι ο Χριστός στην προσευχή αυτή δεν ζητά τις αιτούμενες σε αυτήν ευλογίες υπέρ των μαθητών του, όπως κάποιος άνθρωπος ζητά τη χάρη και τις δωρεές του Θεού για τον εαυτό του και τους όμοιούς του. Είναι ο αιώνιος Υιός, ο οποίος απευθύνεται προς τον Πατέρα, και η προσευχή του πρέπει να θεωρηθεί ως μεγάλη διακήρυξη της θέλησής του για εκείνους, οι οποίοι δόθηκαν σε αυτόν. Η γλώσσα είναι μάλλον γλώσσα επικοινωνίας προς ίσο παρά γλώσσα αίτησης προς ανώτερο (ο).

(1)  Με τη φράση αυτή διακρίνονται με σαφήνεια τα προηγούμενα λόγια από την ακόλουθη προσευχή (g). Υπάρχει και η γραφή του σιναϊτικού κώδικα: λελάληκε.
(2)  Μέχρι τώρα ατένιζε τους μαθητές μιλώντας προς αυτούς. Η ανύψωση των ματιών στον ουρανό, ο οποίος σύμφωνα με την Π.Δ. είναι η κατοικία και ο θρόνος του Θεού, διότι εκεί προ πάντων ακτινοβολεί η δόξα του, είναι η φυσική διεύθυνση των ματιών στην προσευχή. Μολονότι όμως η ανύψωση αυτή κατανοείται πληρέστερα στην ύπαιθρο (Μάρκ. ζ 34) παρ’ όλα αυτά, κανένα ασφαλές τεκμήριο δεν θα μπορούσε να βγει ως συμπέρασμα από αυτήν υπέρ της εκδοχής ότι ο Ιησούς απηύθυνε την προσευχή έξω από το ανώγειο. Δες Πράξ. ζ 55, όπου η ανύψωση των ματιών γίνεται σε δωμάτιο ή περίκλειστο χώρο.
«Σηκώνει ψηλά τα μάτια διδάσκοντας το έντονο και το απερίσπαστο στις προσευχές. Αλλού όμως πέφτει κάτω με το πρόσωπο προς στη γη, νομοθετώντας ταπείνωση και συντριβή καρδιάς στις προσευχές» (Ζ).
Και «διδασκόμαστε… ώστε και όταν στεκόμαστε (σε προσευχή) να βλέπουμε ψηλά όχι με τα μάτια της σάρκας μόνο, αλλά και της διάνοιας» (Χ). Το σήκωμα των ματιών στον ουρανό κατά την προσευχή αποτελεί φυσική προσπάθεια της ψυχής να ξεφύγει από τη φυλακή της στη γη και να αφοσιωθεί σε όραση του Θεού (g). Εφόσον ο ουρανός νοείται ως η κατοικία του Θεού, η συγγένεια του ανθρώπου με το Θεό είναι ομοίως συγγένειά του και με τον ουρανό. Για αυτό ο μεν αμαρτωλός περιγράφεται ως ξένος με τον ουρανό, όσο και με το Θεό (Λουκ. ιη 13), ενώ η προσευχή διευθύνεται προς τον ουρανό (δες και Μαρκ. στ 41,ζ 34). Θεωρείται επίσης ο ουρανός και ως τόπος των ευλογιών της σωτηρίας (Ιω. γ 13) και από αυτόν κατεβαίνει η ευλογία της σωτηρίας (Ιω. στ 31) και εξής (C).
Ο Κύριος δεν είχε ανάγκη να δεσμεύσει την προσοχή του με την ανύψωση αυτή των ματιών, αλλά θέλησε να καθαγιάσει αυτήν για εκείνους, οι οποίοι την χρησιμοποιούν και να προασπίσει αυτήν εναντίον εκείνων, οι οποίοι την περιφρονούν. Άνω σχώμεν τας καρδίας. Αρχαιότατη πρόσκληση για προσευχή. Άνω προς τον ουρανό. Προς τα εκεί πρέπει να κατευθύνουμε τους πόθους μας στην προσευχή και από εκεί πρέπει να αναμένουμε τα αγαθά για τα οποία προσευχόμαστε.
(3)  «Μετά την συμβουλή, έρχεται στην προσευχή, διδάσκοντάς μας στους πειρασμούς, αφού όλα τα αφήσουμε, να καταφεύγουμε στο Θεό» (Χ).
«Τοποθετεί στην αρχή της προσευχής τη δόξα τη δική του και αυτήν του Πατέρα και μετά από αυτό συνδέει και εισάγει αμέσως τη δική μας δόξα» (Κ).
Προσεύχεται για τον εαυτό του στους σ. 1-2, υπέρ των αποστόλων στους σ. 6,7 και πάλιν στους σ. 24,25 και υπέρ των πιστών στους σ. 20-23. Και στην προσευχή αυτή περιλαμβάνει όλα για τα οποία μίλησε από το ιγ 31 και βάζει τη σφραγίδα του πάνω σε όλα όσα μέχρι τώρα έπραξε, έχοντας υπ’ όψη το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Το κεφάλαιο αυτό από όλα τα κεφάλαια στη Γραφή είναι το ευκολότερο ως προς τις λέξεις, αλλά και το βαθύτερο ως προς τις ιδέες που σημαίνονται (b).
«Άλλωστε επίσης, ούτε προσευχή ονομάζει ο ευαγγελιστής το πράγμα, αλλά… αποκαλεί αυτό μάλλον συζήτηση με τον Πατέρα» (Χ). Υπάρχει και η γραφή: ἐπάρας… εἶπεν, όπου αποσιωπείται το καί.
(4)  Δεν λέει Πατέρα μας, διότι ο Θεός είναι Πατέρας του με έννοια, με την οποία δεν μπορεί να αποκληθεί Πατέρας και των μαθητών του· ούτε λέει Πατέρα μου, διότι αυτό θα παρουσίαζε αυτόν να προσεύχεται για τον εαυτό του και χωριστά από τους μαθητές (ο).
(5)  Η ώρα «του πάθους, του θανάτου, για την οποία έλεγε: Ο καιρός ο δικός μου δεν έχει έρθει ακόμη» (Ζ). Δες Ιω. ζ 6, ομοίως και ιβ 23. Η ώρα της δόξας (b). Διότι το πάθος θα κατέληγε στην μέσω της ανάστασης και της ανάληψης θέωση της ανθρώπινης φύσης του Θεανθρώπου.
«Πάλι μας δείχνει ότι δεν έρχεται χωρίς τη θέλησή του στο σταυρό. Διότι πώς θα μπορούσε, αυτός που και προσευχόταν να γίνει αυτό και ονομάζει το πράγμα δόξα;» (Χ).
Το άρθρο πριν το ώρα= «ο καιρός, τον οποίο ο Θεός που πήρε την ανθρώπινη φύση, όρισε για τον άνθρωπο του οποίου πήρε τη φύση» (Ζ)· η προορισμένη ώρα. Η ώρα κατά την οποία το έργο του Χριστού θα τελειοποιούνταν με την εκούσια θυσία της ζωής του για τη σωτηρία του κόσμου και με την ένδοξη ανύψωσή του, η οποία θα ακολουθούσε (χ).
Η ώρα, κατά την οποία θα πέθαινε ο Λυτρωτής, ήταν συγχρόνως και η ώρα, κατά την οποία θα γεννιόταν ο Λυτρωτής. Ήταν η πλέον σπουδαία και σημαντική ώρα και αναμφίβολα η πλέον κρίσιμη ώρα από όλες όσες από τη δημιουργία του κόσμου σημειώθηκαν από το ρολόι. Ουδέποτε άλλοτε υπήρξε, ούτε θα υπάρξει μία τέτοια ώρα, που διέγειρε τέτοιες προσδοκίες και ελπίδες πριν ακόμη φτάσει. Αλλά και τέτοιες σκέψεις και συνέπειες, όταν έφτασε. Είναι η ώρα κατά την οποία η μεγαλύτερη υπόθεση, που αφορούσε στο μέλλον ολόκληρης της ανθρωπότητας, κρίνεται και κατά την οποία θα διεξαχθεί η οριστική και κρίσιμη μάχη μεταξύ του ουρανού και του άδη.
(6)  «Ο Μονογενής, όσον αφορά τη φύση του, δεν έχει στερηθεί μεν της δόξας που πρέπει στο Θεό. Επειδή όμως, αν και είχε τη μορφή του Θεού και Πατέρα και την ισότητα στο καθετί με αυτόν, δεν θεώρησε την ισότητά του με το Θεό αποτέλεσμα αρπαγής, αλλά κατέβηκε μεν στη δική μας ταπεινή κατάσταση και άδειασε τον εαυτό του… (για αυτό) κάνει τη συνομιλία με τον Πατέρα» (Κ).
Δόξασε «με τα πάθη χάριν του κόσμου» (Ζ). Δεν ενδιαφερόταν για την δόξα από τους ανθρώπους (η 50), αλλά δέεται ο Πατέρας να δοξάσει αυτόν στο επικείμενο πάθος. Δες ιβ 16,23,ιγ 31,32. Αυτό σημαίνει κάτι βαθύτερο από την προσευχή για ενίσχυση κατά την ώρα του θανάτου. Η δόξα του Ιησού στο πάθος ήταν η εκ μέρους του Θεού αποδοχή της θυσίας του, η επισφράγιση της αποστολής του ως πλήρως ήδη συντελεσμένης. Δες Φιλιπ. β 2 (β).
«Ο μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο άνθρωπος Ιησούς να δοξαστεί» (Αυ). «Έπρεπε πάλι αυτός, αφού ολοκλήρωσε την ανάγκη του μυστηρίου (της ενανθρώπησης), να ντυθεί πάλι την αρχαία δόξα που είναι και στην ουσία του, αφού έσωσε όλη την οικουμένη και αφού έσωσε για ζωή και θεογνωσία αυτούς που είναι σε αυτήν» (Κ).
Η δόξα, την οποία ζητά εδώ ο Κύριος, όπως δείχνουν τα ακόλουθα λόγια («ώστε και ο υιός σου να σε δοξάσει»), αποβλέπει στην εξακολούθηση και την ολοκλήρωση του απολυτρωτικού του έργου, και όχι στη δική του ικανοποίηση (g). Έφτασε η ώρα, κατά την οποία όλες οι δυνάμεις του σκότους θα συνενωθούν για να εξευτελίσουν τον Υιό σου. Εσύ λοιπόν, Πατέρα, δόξασε αυτόν. Και ο Πατέρας δόξασε τον Υιό του. Τον δόξασε κατά τη διάρκεια των παθημάτων του με τα θαύματα που έγιναν σε αυτά. Όταν ήλθαν να τον συλλάβουν, ήταν αρκετός ένας λόγος του, για να πάνε αυτοί πίσω και να πέσουν χάμω. Ο Ιούδας μετά από λίγο θα διακήρυττε την αθωότητα του προδομένου από αυτόν και θα επισφράγιζε την ομολογία του αυτή με το δικό του ένοχο αίμα. Η σύζυγος του Πιλάτου με το όνειρο που την τρόμαξε θα αφύπνιζε τη συνείδηση του συζύγου της, ώστε και αυτός να πλύνει τα χέρια του ζητώντας να απαλλαχτεί από την ευθύνη για το θάνατο του δικαίου. Ο ήλιος θα σκοτείνιαζε και το καταπέτασμα του ναού θα σχιζόταν και ο εκατόνταρχος θα ομολογούσε, ότι αυτός ήταν αληθινά υιός Θεού. Με όλα αυτά ο Πατέρας όχι μόνο θα δικαίωνε, αλλά και θα δόξαζε τον υιό κατά τη διάρκεια των παθημάτων του. Αλλά θα δόξαζε αυτόν και με το πάθημά του. Με το σταυρό του ο Κύριος συνέτριψε και καταπάτησε για πάντα τον σατανά και τον θάνατο. Τα αγκάθια του στεφανιού του θα γίνονταν το αιώνιο στέμμα του και ο Πιλάτος με εκείνα τα οποία θα έγραφε στην επιγραφή, που μπήκε στο σταυρό πάνω από το κεφάλι του, θα προανήγγειλε, χωρίς να το καταλαβαίνει, την αιώνια και ακατάλυτη βασιλεία του πάνω σε όλα τα έθνη. Πολύ περισσότερο όμως δόξασε αυτόν ο Πατέρας μετά το πάθημά του, όταν ανέστησε αυτόν ζωντανό από τους νεκρούς και ξέχυσε τις δωρεές του Πνεύματος σε κάθε σάρκα και στερέωσε έτσι μεταξύ των ανθρώπων την αιώνια βασιλεία του για πάντα.
(7)  Με την ονομασία αυτή εκφράζεται, ότι ο Ιησούς πρέπει να δοξαστεί όπως αρμόζει στον Υιό και επειδή είναι ο Υιός. Εδώ συνομιλεί με τον Πατέρα και δεν αποκαλεί τον εαυτό του τον υιό του ανθρώπου (b).
(8)  Υπάρχει και η γραφή, ἵνα ὁ υἱός δοξάσῃ σε. Η απολύτρωση της ανθρωπότητας μέσω του εσταυρωμένου, είναι δόξα του Πατέρα (β). Για να αναπτυχθεί όμως το έργο της σωτηρίας, που ήδη θεμελιώθηκε, έπρεπε η κατάστασή του η προσωπική να μεταμορφωθεί (g), έτσι ώστε, έτσι καθισμένος ο Κύριος στα δεξιά του Πατέρα ως αρχιερέας αιώνιος να συνεχίζει για πάντα την δέηση για μας. Έτσι ο Ιησούς δεν θέλει να δοξαστεί από τον Πατέρα του παρά μόνο για να μπορεί και αυτός να δοξάσει τον Πατέρα. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται μέσα και η έννοια: «Ανάστησέ με, ώστε και Εσύ να γίνεις γνωστός μέσω του Υιού στα έθνη» (Αυ).
«Διότι πριν μεν το σταυρό, ούτε οι Ιουδαίοι δεν τον γνώρισαν· διότι, λέει, ο Ισραήλ δεν με γνώρισε· μετά όμως από το σταυρό, όλη η οικουμένη έτρεξε σε αυτόν» (Θφ).
Η δόξα του Πατέρα για την οποία γίνεται λόγος εδώ, δεν είναι η δόξα, την οποία ο άνθρωπος αποδίδει στο Δημιουργό του με την υπακοή σε αυτόν (ο). Κανείς άλλος πλην του Υιού δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τέτοια γλώσσα.
«Δεν θα πει βεβαίως κάποιος που έχει μυαλό, ότι ο Υιός ζητά, από τη μία, δόξα από τον Πατέρα, όπως ακριβώς ίσως θα ζητούσε κάποιος άνθρωπος από άλλον άνθρωπο και ότι υπόσχεται, από την άλλη, ότι θα δώσει και αυτός δόξα σαν ανταμοιβή· διότι είναι πολύ μικροπρεπές ή μάλλον τελείως ασύνετο το να έχει κάποιος τέτοια αντίληψη για το Θεό· αλλά μίλησε ο Σωτήρας με αυτόν τον τρόπο, δείχνοντας ότι είναι αναγκαστικό να πάρει ο Πατέρας τη δική του δόξα, για να καταλάβουν ότι είναι και ομοούσιος (ο Υιός με αυτόν)» (Κ).
Διδασκόμαστε όμως και από αυτό ποιες βλέψεις και ποιους σκοπούς πρέπει να έχουμε και να επιδιώκουμε στις προσευχές μας. Οφείλουμε δηλαδή να αποβλέπουμε πάντοτε στο να δοξαστεί ο Θεός. Καθετί που ζητάμε πρέπει να είναι σύμφωνο με τη δόξα του Θεού και να συντελεί στο να δοξάζεται το όνομα του Θεού. Με άλλα λόγια απευθύνοντας τα αιτήματά μας προς το Θεό να κυριαρχούμαστε από τη σκέψη, να γίνουν δεκτά αυτά και να πραγματοποιηθούν μόνο εφόσον συντείνουν στη δόξα του Θεού. Κύριε δώσε αυτό ή εκείνο στον δούλο σου, ώστε μέσω αυτού να δοξάσει και ο δούλος σου το όνομά σου. Δώσε μου Κύριε υγεία, ώστε με όλες τις δυνάμεις του σώματός μου να δοξάσω και εγώ εσένα τον Κύριό μου.

2 καθὼς(1) ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν(2) πάσης σαρκός(3), ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ(4) δώσῃ αὐτοῖς(5) ζωὴν αἰώνιον(6).
2Εσύ του έδωσες εξουσία πάνω σε όλους τους ανθρώπους· έτσι κι αυτός θα δώσει την αιώνια ζωή σε όλους αυτούς που του εμπιστεύτηκες.
(1)  «Εξηγεί πάλι και με αυτά σε εμάς ο Χριστός, τον τρόπο της δόξας, με τον οποίο ακριβώς ο μεν Θεός και Πατέρας θα αναδείξει τιμημένο και ενδοξότατο τον Υιό του, αλλά και θα αντιδοξαστεί και ο ίδιος από το γέννημά του» (Κ).
Η πρόταση «καθώς… πάσης σαρκός», που είναι παρενθετική, εξηγεί τι δίνει το δικαίωμα στον Ιησού να πει: Δόξασέ με! Προσευχόμενος έτσι δεν πράττει τίποτα άλλο παρά να συμμορφώνεται με το θέλημα του ίδιου του Θεού: «καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός» (g). Το να δοξαστούν ο Πατέρας και ο Υιός αμοιβαία, είναι ουσιώδες για εκπλήρωση του θείου θελήματος (μ). Το δεύτερο ἵ ν α («ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας… ζωὴν αἰώνιον») είναι επαναληπτικό και η πρόταση που εξαρτάται από αυτό ταυτίζεται στην έννοια με αυτήν που εισάχθηκε με το πρώτο ἵ ν α. Συνεπώς το ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας… είναι η με άλλο τρόπο έκφρασης επανάληψη του: ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε (β).
(2)  Υπάρχει και η γραφή: δέδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν. Δες ε 27 και ι 36. Πρόκειται για την εξουσία, την οποία έδωσε σε αυτόν πάνω σε όλη την ανθρωπότητα, όταν τον έστελνε στον κόσμο.
«Ως άνθρωπος που τοποθετήθηκε στην εξουσία πάνω σε μας, λέει ότι του έχει δοθεί από τον Πατέρα η εξουσία σε κάθε σάρκα» (Κ).
«Διότι όσον αφορά στη θεότητά Του, όλα έγιναν από αυτόν και μέσω αυτού δημιουργήθηκαν τα πάντα, όσα είναι στους ουρανούς και όσα στη γη» (Αυ). «Έπειτα και εδώ σε αυτά τα φαινομενικά ταπεινά λόγια, έχει συμπλεχθεί και κάτι υψηλό. Διότι λέει «ώστε σε όλο το πλήθος που έχεις δώσει σε αυτόν», αυτό είναι της συγκατάβασης· «να δώσει σε αυτούς αιώνια ζωή», αυτό είναι της εξουσίας του Μονογενή και της θεότητάς του» (Θφ).
«Λέει λοιπόν, Δόξασε τον Υιό σου, διότι έδωσες σε αυτόν εξουσία όλων των εθνών, ώστε να δοξάζεται από αυτά» (Ζ).
(3)  «Σημαίνει κάθε άνθρωπο, δείχνοντας το όλο από το μέρος» (Αυ).
Εβραϊκός τρόπος έκφρασης, συχνότατος στην Π.Δ., σπανιότερος στην Κ.Δ. (Ματθ. κδ 22,Ρωμ. γ 20,Α΄Κορ. α 29,Γαλ. β 16), με τον οποίο δηλώνεται όλη η ανθρωπότητα στην ασθένειά της (β) και σε αντίθεση με τη μεγαλειότητα του Θεού. Αλλά εδώ αποκτά και μία πρόσθετη σημασία από τις λέξεις του προλόγου «και ο Λόγος έγινε σάρκα» (α 14), αφού ακριβώς διότι ο Υιός του Θεού έγινε σάρκα, για αυτό και πήρε εξουσία σε κάθε σάρκα, για να δώσει σε αυτούς ζωή αιώνια (χ). Περιλαμβάνει στη φράση ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, το οποίο θα υποταχτεί στο κράτος του Λυτρωτή είτε θεληματικά με ελεύθερη αναγνώριση της εξουσίας του, ή αναγκαστικά, όταν θα έλθει με τη δόξα του Πατέρα του, για να κρίνει τον κόσμο (ο).
Με τη λέξη σάρκα χαρακτηρίζεται η ανθρωπότητα βλεπόμενη και κατά την πτώση της και διαφθορά. Εάν δεν ήταν αυτή και υπό αυτό το πρίσμα σάρκα, δεν θα είχε ανάγκη Λυτρωτού. Πάνω στο αμαρτωλό αυτό γένος ο Κύριος έχει κάθε εξουσία· και όλη η κρίση σε σχέση με το γένος αυτό δόθηκε σε αυτόν. Έχει εξουσία να δεσμεύει ή να λύνει, να αθωώνει ή να καταδικάζει, εξουσία πάνω στη γη να συγχωρεί ή όχι αμαρτίες. Ο Χριστός ως μεσίτης έχει την κυβέρνηση ολόκληρου του κόσμου στα χέρια του. Είναι ο βασιλιάς των εθνών, αυτός που έχει εξουσία πάνω και σε αυτούς που τον αγνοούν και δεν υπακούνε στο ευαγγέλιό του.
(4)  Η φράση «Πᾶν ὃ» φανερώνει το σώμα αυτών που πιστεύουν σε αυτόν, ως ενιαίο σύνολο, όπως η λέξη «ένα», για το οποίο έγινε λόγος στο σ. 33. Η έννοια λοιπόν της φράσης αυτής είναι λιγότερο ευρεία από τη φράση «κάθε σάρκας». Επειδή αναφέρεται σε μόνους τους πιστούς. Ο Ιησούς έλαβε δύναμη και εξουσία πάνω σε κάθε άνθρωπο, η αποστολή του όμως ως Σωτήρα και Λυτρωτή περιλαμβάνει μόνο αυτούς που πιστεύουν (g).
Οι πιστοί μαθητές είναι το δώρο του Θεού προς τον σαρκωμένο Υιό και αυτοί μόνοι αναγνώρισαν την εξουσία του Ιησού. Στην αντίθεση ανάμεσα στο «κάθε σάρκας» και στο «πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ» εκφράζεται η αναπόφευκτη τραγωδία του ελέους του Θεού. Το έλεος του Θεού προσφέρεται σε όλους, αλλά λαμβάνεται από τους λίγους, οι οποίοι είναι οι εκλεκτοί (χ). Έχει ο Κύριος εξουσία κυριαρχική πάνω σε όλο το πεσμένο γένος, ιδιαιτέρως όμως ενδιαφέρεται για το εκλεκτό υπόλειμμα. Όλα υποτάχτηκαν στα πόδια του, αλλά αυτοί που αποτελούν αυτό το υπόλειμμα παραδόθηκαν στα χέρια του. Και κανείς δεν μπορεί να αρπάξει αυτούς από τα χέρια του.
(5)  Παίρνει τώρα το σύνολο των πιστών ως επί μέρους άτομα (=σε αυτούς), στο καθένα από τα οποία παρέχει την αιώνια ζωή.
(6)  Αυτή παρέχεται στην ψυχή του πιστού από την παρούσα ζωή, γίνεται τέλεια όμως με την πλήρη απόλαυση του Θεού, κατά τον μελλοντικό βίο (ο). Το αληθινό μέσο του να δοξάσει ο Υιός τον Πατέρα, είναι να μεταδώσει την αιώνια ζωή στους πιστούς δηλαδή να καταστήσει τους ανθρώπους κοινωνούς της ζωής του Θεού. Η αίτησή του λοιπόν ισοδυναμεί με το: «Δώσε μου την Ανάληψη, για να μπορέσω να συντελέσω την Πεντηκοστή». Διότι με τη δωρεά του Πνεύματος ο Ιησούς μεταδίδει τη ζωή στους πιστούς. Δες ζ 37-39 (g).
Η κυριαρχία του Χριστού στους υιούς των ανθρώπων αποσκοπεί και καταλήγει στη σωτηρία των υιών του Θεού. Όλοι οι νόμοι του Χριστού, όλες οι διατάξεις και υποσχέσεις του, αποβλέπουν στο να χορηγηθεί πνευματική ζωή και να εξασφαλιστεί αιώνια ζωή σε όλους εκείνους, οι οποίοι δόθηκαν στο Χριστό. Ο Κύριος με άλλα λόγια αγιάζει αυτούς στον παρόντα κόσμο και παρέχει σε αυτούς πνευματική ζωή, η οποία είναι σπερματικά και σε βλάστηση η ίδια η αιώνια και μακάρια ζωή. Με τη χάρη στην ψυχή μπαίνει ο ίδιος ο ουρανός σε αυτήν. Ο παράδεισος για τους αγιασμένους αρχίζει από την παρούσα ζωή και θα τελειοποιηθεί στη μελλοντική ζωή, όταν ο Χριστός θα δοξάσει αυτούς.

3 Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή(1), ἵνα γινώσκωσί σε(2) τὸν μόνον(3) ἀληθινὸν Θεὸν(4) καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν(5) Χριστόν(6).
3Και να ποια είναι η αιώνια ζωή: Ν’ αναγνωρίζουν οι άνθρωποι εσένα ως τον μόνο αληθινό Θεό, καθώς κι εκείνον που έστειλες, τον Ιησού Χριστό.
(1)  Ο Κύριος επεξηγώντας την προηγούμενη φράση «ζωήν αιώνιον» καθορίζει τι είναι η αιώνια ζωή και ποιο το μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται αυτή. Ο σ. είναι προφανώς παρενθετικός και ειπώθηκε για διαφώτιση των μαθητών που άκουγαν την προσευχή (ο).
(2)  «Καθόρισε ότι η πίστη και η δύναμη της αληθινής θεογνωσίας είναι η μητέρα της αιώνιας ζωής… Διότι είναι ζωή η γνώση, επειδή γεννά όλη τη δύναμη του μυστηρίου και προσφέρει τη μέθεξη της μυστικής ευλογίας, μέσω της οποίας κάνουμε δικό μας τον Λόγο που ζει και δίνει ζωή» (Κ).
Γνώση εδώ δεν εννοεί την καθαρά θεωρητική, την σκέψη με ψυχρή θεωρία ή την απλή αποδοχή του περιεχομένου της πίστης, αλλά την ζωντανή και συνειδητή διατήρηση επικοινωνίας με το Θεό (Stier)· την τέλεια και σαφή γνώση, την οποία λαμβάνει ο άνθρωπος για την ηθική ύπαρξη του Θεού συναντώμενος μαζί του στο ίδιο φωτεινό περιβάλλον. Ο Ιησούς περιέγραψε στο ιδ 21-23 πώς η γνώση αυτή του Θεού θα αποκαλυπτόταν στους ίδιους του τους μαθητές. Είναι αυτή έργο του Πνεύματος, που μας καθιστά κατοικητήριο του Ιησού και του Θεού (g).
«Η ύπαρξη της ζωής λοιπόν, έρχεται από το να μετέχει κάποιος στο Θεό· και το να μετέχει στο Θεό είναι, το να γνωρίζει το Θεό και να απολαμβάνει την αγαθότητά του» (Ειρηναίος), «η ζωή του ανθρώπου είναι το να βλέπει το Θεό» (Ειρην. Στο ίδιο). Ο ενεστώτας δηλώνει συνεχή αύξηση στη γνώση του Θεού, η οποία είναι χαρακτηριστικό πνευματικής ζωής όπως η φυσική αύξηση είναι χαρακτηριστικό της σωματικής ζωής.
«Εάν η γνώση του Θεού είναι ζωή αιώνια, επιτελούμε τις μεγαλύτερες προόδους στη ζωή αυτή, αναλόγως της αύξησής μας σε μία τέτοια γνώση» (Αυ).
Η γνώση για την οποία γίνεται εδώ λόγος, δεν κερδίζει απλώς την αιώνια ζωή, αλλά είναι αυτή η ίδια η αιώνια ζωή. Αυτό το αντιλαμβάνεται κάποιος, όταν έχει υπ’ όψη, ότι με τη λέξη «γινώσκειν» σημαίνεται η προσωπική γνωριμία και σχέση. Και στην ανθρώπινη φιλία ακόμη η ολοένα στενότερη γνωριμία των φίλων και η ανακάλυψη από τον καθένα τους των προτερημάτων του άλλου, δημιουργεί σταθερή ευχαρίστηση και χαρά. Η αιωνιότητα δεν είναι πολύ μακρό χρονικό διάστημα για τα πεπερασμένα πνεύματά μας για να προαγόμαστε σε αυτήν στη γνώση του απείρου Θεού (τ).
Αλλά όταν μιλά για γνώση του αληθινού Θεού, λέγοντας γνώση δεν εννοεί κάποια αφηρημένη και θεωρητική γνώση. Πρέπει να γνωρίσουμε το Θεό και το Χριστό προσωπικά, όχι όπως αποκτούμε γνώσεις διαβάζοντας κάποιο βιβλίο ή όπως γνωρίζουμε πρόσωπα μελετώντας την ιστορία. Πρέπει να τους γνωρίσουμε όπως γνωρίζουμε πρόσωπα, με τα οποία συζούμε και συνδεόμαστε στενά, των οποίων γνωρίσαμε τα φρονήματα και τα ιδεώδη και των οποίων η αναστροφή και η συμβίωση μας προκαλεί χαρά και μας δημιουργεί ευτυχία· στην καρδιά των οποίων εμφυτευτήκαμε με την αγάπη, όπως ζουν και αυτοί στη δική μας καρδιά. Τέτοια γνώση εννοεί εδώ ο Κύριος.
(3)  Αναφέρεται όχι στο «αληθινόν» μόνο, ούτε στο «Θεόν»,, αλλά σε ολόκληρη τη φράση «αληθινό Θεό» (Λούθηρος). Ο Υιός και το Πνεύμα δεν αποκλείονται με αυτή τη λέξη (b),
«Ονομάζει τον Πατέρα μόνο και αληθινό Θεό για αντίθεση με τους ψεύτικους και για να συγκρίνει κατά κάποιο τρόπο τον αληθινό με αυτούς που από πλάνη έχουν ονομαστεί θεοί… Για αυτό λοιπόν, λέγοντας τον Πατέρα και αληθινό και Θεό, δεν έβγαλε έξω τον εαυτό του. Επειδή δηλαδή είναι μέσα σε αυτόν και προέρχεται από αυτόν κατά φύση, θα είναι και αυτός (ο Υιός) αληθινός και μόνος μέσα στον μόνο (Πατέρα)» (Κ).
(4)  Τα επίθετα μόνος και αληθινός εκφράζουν την κεντρική αλήθεια του Μονοθεϊσμού (β). Η όλη φράση αποτελεί παραθετικό προσδιορισμό του σέ= εσένα, ο οποίος είσαι ο μόνος αληθινός Θεός. «Ο αληθινός λέγεται, για αντιδιαστολή με τους ψεύτικους… με αυτούς που λέγονται μεν ψευδώς, αλλά δεν είναι» (Β).
«Ο Πατέρας λέγεται μόνος αληθινός Θεός, σε αναίρεση αυτών που δεν είναι από τη φύση τους αληθινοί» (Α).
Όταν όμως λέμε τον Πατέρα τον ένα και μόνο αληθινό Θεό συμπεριλαμβάνουμε σε αυτόν την αγία Τριάδα ως αδιαίρετη και αχώριστη, που συγκεφαλαιώνεται στην κεφαλή της ως μονάδα κατά την ουσία. Όλα λοιπόν αυτά λέγονται για τον Πατέρα με την έννοια του ότι έχει μέσα στον εαυτό του τους άλλους δύο, όχι να αποκλείονται, αλλά να συμπεριλαμβάνονται (δ).
(5)  Το να γνωρίζει κάποιος τον Ιησού Χριστό είναι αιώνια ζωή. Δες στ 68. Η γνώση του Ιησού Χριστού θεωρείται ως κάτι ίσο και απαραίτητο για τη γνώση του μόνου αληθινού Θεού (β). Η κοινωνία και γνωριμία με το Θεό, στην οποία συνίσταται η αιώνια ζωή, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη γνώση και σχέση με τον Ιησού Χριστό (μ). Αυτό αποτελεί επαρκή απόδειξη ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι κατώτερο ον, που κτίστηκε από τον Πατέρα (ο).
«Ο Κύριος αμέσως πρόσθεσε «και τον Ιησού Χριστό που απέστειλες». Αν όμως ήταν κτίσμα, δεν θα συνέδεε και δεν θα συναριθμούσε τον εαυτό του με αυτόν που τον έκτισε. Τώρα όμως συνδέοντας τον εαυτό του με τον Πατέρα, έδειξε ότι έχει τη φύση του Πατέρα» (Α).
Η εδώ τοποθέτηση δίπλα-δίπλα, του Θεού και του Χριστού μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την προϋπόθεση, ότι και ο Χριστός έχει θεία φύση και έχει μέσα του ζωή όπως ο Θεός. Ο καθένας αισθάνεται, ότι δεν μπορεί οπωσδήποτε να λεχθεί: Αυτή είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν εσένα το Θεό και τον Αβραάμ ή τον Μωϋσή (Olshausen).
(6)  Λέγοντας: για να γνωρίζουν τον Ιησού Χριστό, τον οποίο έστειλες, ήταν σαν να έλεγε: Για να γνωρίζουν… τον χρισμένο Βασιλιά και Μέγα Αρχιερέα του λαού του (ο). Πουθενά αλλού στα ευαγγέλια ο Σωτήρας δεν ονομάζει τον εαυτό του με το πλήρες αυτό όνομα (F).

4 Ἐγώ σε ἐδόξασα(1) ἐπὶ τῆς γῆς(2), τὸ ἔργον ἐτελείωσα(3) ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω(4)·
4Εγώ φανέρωσα τη δόξα σου πάνω στη γη, αφού ολοκλήρωσα το έργο που μου ανέθεσες να κάνω.
(1)  Σε όλη την προηγούμενη ζωή μου. Ιστορικός αόριστος. Σε δόξασα κάνοντας γνωστή, όσο ουδέποτε άλλοτε, τη φύση του Θεού (β). Σε δόξασα τηρώντας ακριβώς το θέλημά σου (F).
«Ο Χριστός έγινε για μας πρότυπο και αρχή και εικόνα του ένθεου τρόπου ζωής και μας παρουσίασε με σαφήνεια το πώς και με ποιο τρόπο είναι σωστό να διαβιώνουμε εμείς… Και με αυτά που λέει εδώ λοιπόν, μάς διδάσκει ότι, όταν ο καθένας από εμάς ολοκληρώνει το έργο που του έχει ανατεθεί και φέρνει εις πέρας αυτά που διέταξε ο Θεός, τότε λοιπόν οπωσδήποτε δοξάζει αυτόν (το Θεό) με τα κατορθώματά του» (Κ).
(2)  «Σπέρνοντας τη θεογνωσία και τελειώνοντας το έργο που μου έδωσες» (Θφ). Η γη είχε αποστατήσει από το Θεό (b).
«Πάνω στη γη· διότι στον ουρανό είχε δοξαστεί και επειδή έχει μέσα στη φύση του τη δόξα και επειδή προσκυνείται από τους αγγέλους. Δεν μιλά λοιπόν για εκείνη τη δόξα, που είναι συνενωμένη με την ουσία του (διότι εκείνη τη δόξα, και αν ακόμη κανείς δεν τον δοξάσει, εξακολουθεί να την έχει πλήρη), αλλά μιλά για αυτήν που προέρχεται από τη λατρεία των ανθρώπων» (Χ).
Δεν παραπονείται για την φτώχεια και τις παραγνωρίσεις, κάτω από τις οποίες έζησε. Δεν μιλά για την γεμάτη μόχθους ζωή, την οποία πέρασε στη γη ως άνθρωπος του πόνου και της οδύνης περισσότερο από κάθε άλλον. Παραβλέπει όλα αυτά και αγάλλεται, αναθεωρώντας ό,τι στο παρελθόν είχε συντελέσει για τον Πατέρα του.
(3)  «Και ποιο έργο άραγε ολοκλήρωσε…; Ενώ ήταν Θεός αληθινός, με την ευαρέστηση και θέληση του Πατέρα έγινε άνθρωπος, προθυμοποιούμενος να σώσει όλη την οικουμένη και να ανακαινίσει προς την απέραντη ζωή και την αληθινή θεογνωσία το ανθρώπινο γένος που γλίστρησε στη γη» (Κ).
«Μολονότι βεβαίως ακόμη το έργο του βρισκόταν στην αρχή, ή μάλλον ούτε στην αρχή. Πώς λοιπόν λέει «τελείωσα»; Ή εννοεί ότι έκανα ότι εξαρτιόταν από εμένα, ή αναφέρει σαν να έγινε ήδη εκείνο που επρόκειτο να γίνει, ή, αυτό που κυρίως μπορούμε να πούμε, ότι το παν ήταν πλέον συντελεσμένο, εφόσον είχε τοποθετηθεί η ρίζα των αγαθών, από την οποία οπωσδήποτε αναγκαστικά επρόκειτο να ακολουθήσουν οι καρποί» (Χ).
«Ή, και επειδή έκανε το ανώτερο από όλα και φύτεψε για μας τη ρίζα των αγαθών, με το να νικήσει το διάβολο και να ρίξει τον εαυτό του στο παμφάγο θηρίο, το θάνατο, και σε αυτή τη ρίζα επρόκειτο αναγκαστικά να ακολουθήσουν και οι καρποί της θεογνωσίας, για αυτό λέει ότι «τελείωσα το έργο». Έσπειρα, λέει· φύτεψα ρίζα· οι καρποί θα ακολουθήσουν» (Θφ).
Με το «τελείωσα» εκφράζει το συναίσθημα συνείδησης τελείως αγνής. Δεν διακρίνει στη ζωή του, κατά την υπέρτατη αυτή στιγμή κανένα κακό να διαπράχθηκε, κανένα αγαθό να παραμελήθηκε. Το καθήκον κάθε ώρας τελείως εκπληρώθηκε (g). Υπάρχει και η γραφή τελειώσας. Αυτή είναι πιο ελληνική και με λιγότερο εβραϊκή χροιά, μάλλον Αλεξανδρινή παρά αποστολική (g). Ο Κύριος είχε έργο που ανατέθηκε σε αυτόν, για να το φέρει εις πέρας. Δεν ήλθε στον κόσμο για να ζήσει με άνεση, αλλά ήλθε, για να περάσει τη ζωή του ευεργετώντας και για να εκπληρώσει κάθε δικαιοσύνη.
(4)  Το έργο τού είχε δοθεί για εκτέλεση από τον Πατέρα. Δες γ 35, ε 36 (β). Ο Κύριος προβάλλεται σε μας ως υπόδειγμα, για να ακολουθήσουμε τα χνάρια του. Οφείλουμε λοιπόν και σε αυτό να μιμηθούμε αυτόν, μη λησμονώντας, ότι και σε μας ο Θεός ανέθεσε έργο για επιτέλεση, αναλόγως των ικανοτήτων μας και της σφαίρας της δράσης μας. Οφείλει ο καθένας από εμάς να πράττει καθετί μπορεί αγαθό στον κόσμο αυτόν. Οφείλει σε όλα να αποβλέπει στη δόξα του Θεού, ώστε με όλα τα έργα του να δοξάζει αυτόν στη γη και να μην κουράζεται ή αποκάμνει ποτέ προκειμένου να φέρει σε τέλειο πέρας το έργο που του ανατέθηκε από το Θεό.

5 καὶ νῦν(1) δόξασόν με(2) σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ(3) τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον(4) πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι(5) παρὰ σοί(6).
5Τώρα λοιπόν εσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σ’ εσένα με τη δόξα που είχα κοντά σου προτού να γίνει ο κόσμος.
(1)  = Και τώρα, που η αποστολή μου στη γη ήλθε εις πέρας (β). Η υπακοή του έπρεπε να ανταμειφθεί (ο). Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, «και τώρα, αντί να πει «λοιπόν»» (Ζ).
(2)  «Ο Σωτήρας ζητά την δική του και προκόσμια δόξα» (Κ).
«Εδώ ο λόγος αναφέρεται στη θεία οικονομία. Διότι ακόμη δεν είχε δοξαστεί η ανθρώπινη φύση του, ούτε είχε απολαύσει την αφθαρσία, ούτε είχε λάβει μέρος στον βασιλικό θρόνο» (Χ).
«Δόξασέ με, τον άνθρωπο» (Ζ), «την ανθρώπινή μου φύση, αυτήν που τώρα ατιμάζεται, αυτήν που θα σταυρωθεί και ανέβασε αυτήν στη δόξα…» (Θφ).
Δέεται, ώστε και ως μεσίτης να δοξαστεί με την ίδια δόξα, την οποία είχε μαζί με τον Πατέρα αιωνίως (ο). Για να εξακολουθήσει το έργο του ως Μεσίτης και αρχιερέας έχει ανάγκη αυτής της δόξας.
(3)  Αντιτίθεται με το «πάνω στη γη» που ειπώθηκε πριν, όπου ζούσε ακόμη ο προσευχόμενος τώρα Χριστός. Οι σφαίρες της ζωής είναι διαφορετικές· το «πάνω στη γη» αναφέρεται στη ζωή του Λόγου που ενανθρώπησε, και το «παρὰ σεαυτῷ» στη ζωή στον κόλπο της θεότητας (β).
«Κοντά σου, αξιώνοντάς με της βασιλικής καθέδρας δίπλα σου» (Ζ).
(4)  Πάντοτε είχε αυτήν, κατείχε αυτήν και ουδέποτε άρχισε να έχει αυτήν (b). «Επειδή έχει γεννηθεί Θεός από Θεό Πατέρα, δεν ήταν έρημος από τη δόξα που πρέπει στο Θεό, αλλά επειδή ακριβώς κατά τον καιρό της ενανθρώπησης που έγινε για μας περίορισε κάπως αυτήν, παίρνοντας αυτό εδώ το σώμα που είναι τελείως άδοξο, εύλογα την επιζητά σαν να είναι αληθινά απούσα και αυτό το λέει ως άνθρωπος… Επομένως λοιπόν ζητά την επανάληψη της δικής του δόξας και τώρα που έχει ανθρώπινη σάρκα» (Κ).
«Δόξασέ με, λέει, Πατέρα, κοντά σου με τη δόξα την οποία είχα κοντά σου πριν δημιουργηθεί ο κόσμος. Την μεν ανθρώπινη δόξα τη ζητά, τη θεϊκή όμως δίνει μαρτυρία ότι την έχει πριν τον κόσμο» (Α).
Δεν ζητά να δοξαστεί μαζί με τους ηγεμόνες και τους μεγάλους άνδρες της γης. Τώρα που γνώρισε και τους δύο κόσμους, αποκτώντας προσωπική πείρα για τα γήινα, και μπορούσε να διαλέξει σε ποιον από τους δύο θα παρείχε την προτίμησή του, προτίμησε ως ασυγκρίτως υπέρτερη δόξα την δόξα του άλλου κόσμου. Περιφρόνησε τις βασιλείες του κόσμου και τη δόξα τους όταν ο Σατανάς σαν σε πανόραμα παρουσίασε μπροστά στα μάτια του την θελκτική εικόνα τους. Και τώρα μπορεί με θάρρος να αξιώσει τις δόξες του άλλου κόσμου. Το ίδιο φρόνημα ας έχουμε και εμείς και ας λέμε: Κύριε δώσε τις δόξες του κόσμου αυτού σε όποιον θες να δώσεις αυτές. Εμένα όμως αξίωσε να έχω την μερίδα μου στη δόξα του μελλοντικού κόσμου. Είναι αδιάφορο εάν περιφρονηθώ από τους ανθρώπους. Αρκεί εσύ, Πατέρα, να με δοξάσεις κοντά σου.
(5)  Με τη λέξη κόσμος εδώ, περιέλαβε και τους αγγέλους. Και πριν ακόμη ο κόσμος δημιουργηθεί, ο Υιός είχε τη δόξα εκείνη… Αλλά όταν έγινε ο κόσμος, η δόξα αυτή έλαμψε. Εδώ υπονοείται η αιωνιότητα του Υιού του Θεού. Η αρχή του κόσμου και του χρόνου συμπίπτουν. Ό,τι υπάρχει πριν τον κόσμο, υπάρχει και πριν το χρόνο. Ό,τι όμως υπάρχει πριν το χρόνο, είναι αιώνιο (b).
(6)  Σύνταξε τις λέξεις μαζί με το «είχα»: την οποία είχα… κοντά σου. Διότι τότε δεν υπήρχε τίποτα εξωτερικό σε σχέση με το Θεό (b).

6 Ἐφανέρωσά σου(1) τὸ ὄνομα(2) τοῖς ἀνθρώποις(3) οὓς δέδωκάς μοι(4) ἐκ τοῦ κόσμου(5). Σοὶ ἦσαν(6) καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας(7), καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι(8).
6»Εγώ σε έκανα γνωστό στους ανθρώπους που τους πήρες μέσα από τον κόσμο και μου τους εμπιστεύτηκες. Ανήκαν σ’ εσένα, κι εσύ τους έδωσες σ’ εμένα, κι έχουν δεχτεί το λόγο σου.
(1)  «Είναι όμοιο με το «εγώ σε δόξασα στη γη» που ειπώθηκε λίγο παραπάνω στο σ. 4» (Αυ). Άρα έχει άμεση σχέση και με το «το έργο τελείωσα» που λέχθηκε στη συνέχεια. «Αφού είπε δηλαδή ότι «τελείωσα το έργο σου», εξηγεί περισσότερο πάλι αυτό, λέγοντας ποιο έργο» (Χ). Συνδεόμενος λοιπόν έτσι με τα παραπάνω ο σ. αυτός, αποτελεί εισαγωγή στο τμήμα της αρχιερατικής προσευχής, που αφορά τους μαθητές, στην οποία εισαγωγή εκτίθενται οι λόγοι, για τους οποίους η υπέρ αυτών προσευχή ήταν άξιο να ακουστεί. Δηλαδή φανερώθηκε σε αυτούς το όνομα του Θεού· ανήκουν αυτοί στο Θεό και δόθηκαν στον Ιησού· τήρησαν το λόγο του Θεού (F).
(2)  Έδειξα σαφώς και πλήρως (ο) με τρόπο νέο και χωρίς προηγούμενο (b), το όνομά σου δηλαδή την αληθινή φύση σου (δες ιβ 28).
«Ο Υιός του Θεού λέγεται «μεγάλης βουλής άγγελος» και εξαιτίας όλων των άλλων που μας δίδαξε και πριν από όλα, διότι φανέρωσε τον Πατέρα στους ανθρώπους… Και φανέρωσε το όνομά του και με λόγια και με έργα» (Χ).
«Έχει φανερώσει το όνομα του Πατέρα ο Υιός», «και μας έφερε σε τέλεια γνώση», «κάνοντάς μας να καταλάβουμε και να δούμε ολοκάθαρα, όχι ότι είναι μόνο Θεός· διότι αυτό, κηρυττόταν από τη θεόπνευστη Γραφή και πριν τον ερχομό του Χριστού· αλλά ότι είναι και Πατέρας όχι ψεύτικα… αλλά κατά κάποιο τρόπο στο Θεό είναι πιο κύριο όνομα το «Πατέρας», παρά το «Θεός»· διότι το μεν (Θεός), φανερώνει την αξία, ενώ το άλλο (Πατέρας), δείχνει φανερά την ιδιότητα της ουσίας».
«Έχει φανερωθεί λοιπόν ο Μονογενής ότι είναι, στην ίδια την ουσία του, σοφία και ζωή, τεχνίτης των όλων και δημιουργός, ανώτερος από το θάνατο και τη φθορά, όσιος, άκακος, εύσπλαχνος, άγιος, αγαθός. Έγινε επομένως γνωστό, ότι αυτά είναι και αυτός που τον γέννησε· διότι δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικός στη φύση, από αυτόν που γέννησε κατά τρόπο φυσικό» (Κ).
(3) Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, «τώρα εδώ μιλάει για τα έθνη» (Χ).
Και «μιλά για αυτό που δεν έχει ακόμη γίνει, σαν να έγινε, διότι γνώριζε αυτό ως αλάνθαστα προκαθορισμένο» (Αυ) και ως κάτι που επρόκειτο με βεβαιότητα να συντελεστεί.
«Θέλει λοιπόν να πει ότι, σε έκανα φανερό σε όλους τους ανθρώπους… δεν πίστεψαν όμως όλοι όμοια· αλλά η μεν δική μου φιλότιμη προσπάθεια, ήθελε όλοι να μάθουν, η προαίρεση όμως διέκρινε τους δικούς της» (Θμ).
Ή, οι απόστολοι σημαίνονται εδώ όπως και στο σ. 12 (b)· αλλά εφόσον ήταν ο κύκλος των 11 σώμα αντιπροσωπευτικό, όλοι οι πιστοί περιλαμβάνονται στα λόγια αυτά (ο). Παρόλο που οι απόστολοι δεν είχαν ακόμη εμβαθύνει στη διδασκαλία του, όμως είχαν μάθει περισσότερα για τη φύση του Θεού από όσο οποιοσδήποτε Ιουδαίος πριν από αυτούς (β).
Οι αλήθειες αυτές δεν είχαν φανερωθεί προηγουμένως στον πλούτο και την πληρότητα, ειδικά όσον αφορά στα σχέδια της απολυτρωτικής αγάπης του Θεού, με όση στην Κ.Δ. φανερώθηκαν αυτά από τον Κύριο (ο). Σε κάποιον από τους Μεσσιανικούς ψαλμούς λέγεται: Θα διηγηθώ το όνομά σου στους αδελφούς μου (ψαλμ. κα 23) και κατά την αποστολική εποχή τα λόγια αυτά ερμηνεύτηκαν ως προφητεία για το Χριστό (Εβρ. β 12). Ανατρέχοντας ο Κύριος σε ολόκληρη την περασμένη δημόσια διακονία του, μπορούσε κατά τη στιγμή αυτή να πει: Φανέρωσα το όνομά σου (β).
Φανέρωσε τη φύση του Θεού όχι σε όλους τους ανθρώπους, αλλά σε εκείνους τους οποίους ο Πατέρας απέσπασε από τον κόσμο και έδωσε αυτούς σε αυτόν. Δεν μπορούσε όμως να γίνει και αλλιώς. Διότι αν ο Θεός ήταν μόνο παντοδύναμος, θα ήταν δυνατόν η παντοδυναμία του να φανερωθεί σε όλους με την ενέργεια υπερφυσικών θαυμάτων και δυνάμεων. Η αγάπη όμως δεν μπορεί να φανερωθεί με τον ίδιο τρόπο. Η κυνική αλαζονεία του εγωκεντρικού ανθρώπου αποτελεί εμπόδιο στο να εκτιμήσει και να εμβαθύνει αυτός στον ωκεανό της θείας αγάπης (τ).
(4)  Υπάρχει και η γραφή: έδωκάς μοι.
«Δύο πράγματα επιχειρεί εδώ να αποδείξει, και ότι δεν είναι αντίθετος με τον Πατέρα και ότι είναι θέλημά του το να πιστέψουν αυτοί στον Υιό» (Χ).
«Μου έδωσες, είπε, σύμφωνα με τον λόγο που είπε προηγουμένως, ότι κανείς δεν μπορεί να έλθει σε μένα εάν ο πατέρας που με έστειλε δεν τον ελκύσει» (Ζ).
«Μου έδωσες. Διότι δεν άρπαξα εγώ αυτούς, αλλά εσύ ευαρεστήθηκες να έλθουν αυτοί σε μένα» (Θφ).
«Πώς όμως ή με ποιο τρόπο έχουν δοθεί στον Υιό; Ο Θεός και Πατέρας ευαρεστήθηκε να βασιλεύει πάνω τους ο Εμμανουήλ, όχι επειδή τώρα αρχίζει την βασιλεία σε αυτούς· διότι ήταν πάντα Κύριος και βασιλιάς, αφού από τη φύση του είναι Θεός. Αλλά αφού έγινε άνθρωπος και ριψοκινδύνευσε μαχόμενος για τη ζωή όλων, τους εξαγόρασε όλους για τον εαυτό του… Αυτός λοιπόν που ανέκαθεν και από την αρχή βασιλεύει ως Θεός μαζί με αυτόν που τον γέννησε, χειροτονήθηκε βασιλιάς ως άνθρωπος, στον οποίο μαζί με τα άλλα, είναι δοσμένο και το να βασιλεύει» (Κ).
(5)  Ή, κόσμο «εδώ λέει αυτήν την κτίση» (Ζ).
Ή, πιο σωστά, τον κόσμο της απιστίας, με την έννοια με την οποία λαμβάνεται ο όρος στην προσευχή από αυτόν τον σ. μέχρι τον σ. 24, όπου πάλι μπαίνει με ευρύτερη έννοια όπως στο σ. 5. Η «εκ» σημαίνει την απόσπαση από το εσωτερικό, από τους κόλπους του κόσμου (ο). Παρ’ όλους τους πειρασμούς της απιστίας, οι οποίοι κατά τη διάρκεια των ετών αυτών προσέβαλαν τους μαθητές (Λουκ. κβ 28), αυτοί τήρησαν στην καρδιά τους τον λόγο που διδάχτηκαν (g).
(6)  Ήταν δικοί σου με την πίστη της Π.Δ. (b). Όχι απλώς ως άνθρωποι και Ισραηλίτες, αλλά λόγω της σχέσης, την οποία διατηρούσαν με το Θεό με την εσωτερική τους αγαθή διάθεση. Δες τις φράσεις εἶναι εκ τους Θεού (ζ 17,η 47), εἶναι εκ της αληθείας (ιη 37) ποιώ την αλήθεια (γ 21), που δηλώνουν την ηθική κατάσταση των Ισραηλιτών ή των εθνικών, που εμμένουν στα φώτα του νόμου ή της συνείδησης. Αυτοί όλοι ανήκουν στο Θεό (g). Ήταν του Πατέρα, διότι γνωρίζει ο Κύριος τους δικούς του (Β΄Τιμ. β 19)(δ). Ήταν αγαθοί Ισραηλίτες, όπως ο Ναθαναήλ, πριν ακόμη προσκολληθούν στον Ιησού· ο Θεός λοιπόν πρώτος διάλεξε αυτούς για σωτηρία και για αυτό έδωσε αυτούς στο Χριστό (μ).
(7)  «Εδώ θέλει να διδάξει ότι αγαπιέται πάρα πολύ από τον Πατέρα» (Χ). Έδωσες σε μένα αυτούς, για να είναι πιστοί της Κ.Δ. (b). Επαναλαμβάνει εντονότερα το «αυτούς που μου έδωσες». Το αποστολικό αξίωμα και η εκκλησιαστική γενικώς διακονία, τα οποία είναι δώρα και χαρίσματα του Χριστού στην εκκλησία, δόθηκαν από τον Πατέρα ως δώρο στον Ιησού Χριστό. Ο Χριστός «αφού ανέβηκε σε ύψος αιχμαλώτισε αιχμαλωσία και έδωσε δώρα στους ανθρώπους» (Εφεσ. δ 8,11).
Αυτό προσδίδει μεγάλη τιμή στη διακονία του ευαγγελίου και δοξάζει το αξίωμα αυτό, το οποίο τόσο περιφρονούν πολλοί από τους ανθρώπους του κόσμου. Συγχρόνως όμως επιβάλλει υποχρέωση μεγάλη στους διακόνους του ευαγγελίου, για να αφοσιώνουν τον εαυτό τους πλήρως και εξ’ ολοκλήρου στην υπηρεσία του Χριστού, αφού δόθηκαν και ανήκουν σε αυτόν. Αλλά το «έδωσες αυτούς σε μένα» περιλαμβάνει και όλους τους εκλεκτούς, όπως φαίνεται και από τα λόγια του Κυρίου στο στ 37,39. Οι εκλεκτοί λοιπόν αυτοί που δόθηκαν από τον Πατέρα στο Χριστό, είναι δικοί του από τρεις απόψεις. Πρώτον υπήρξαν δημιουργήματά του και οφείλουν σε αυτόν τη ζωή και την ύπαρξή τους. Δεύτερον υπήρξαν ένοχοι και εξαγοράστηκαν από το Χριστό. Υπήρξαν ένα υπόλειμμα της πεσμένης ανθρωπότητας, η οποία δόθηκε στο Χριστό για απολύτρωση. Τρίτον υπήρξαν εκλεκτοί και η ζωή τους και η ύπαρξή τους αφιερώθηκε στο Χριστό για να καταναλώνεται στο έργο του και για δόξα του ονόματός του. Και έδωσες αυτούς σε μένα. Δόθηκαν στο Χριστό ως πρόβατα στον ποιμένα για φρούρηση και προστασία, ως άρρωστοι στο γιατρό για θεραπεία, ως παιδιά στον κηδεμόνα για παιδαγωγία.
(8)  Υπάρχουν και οι γραφές: ετήρησαν· τετήρηκαν. «Πώς τήρησαν το λόγο σου; Με το να πιστέψουν σε μένα και με το να μην προσέχουν τους Ιουδαίους» (Χ). Τήρησαν τον θείο λόγο, που τους αποκαλύφθηκε μέσω του Ιησού (β). Ο λόγος του Θεού εδώ ταυτίζεται με τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Δες ε 20,ζ 16,η 38 (F).

7 Νῦν(1) ἔγνωκαν(2) ὅτι πάντα(3) ὅσα δέδωκάς μοι(4) παρὰ σοῦ ἐστιν(5)·
7Αυτοί τώρα ξέρουν πως όλα όσα μου έδωσες προέρχονται από σένα·
(1)  «Δηλαδή αφού πρώτα έμαθαν» (Ζ). Οι μαθητές είχαν ήδη πει (ιστ 30) «τώρα ξέρουμε, ότι τα γνωρίζεις όλα…».
(2)  Υπάρχει και η γραφή: έγνων = «Τώρα γνώρισα εγώ» (Θφ).
«Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, διότι πώς ήταν δυνατόν να αγνοεί ο Υιός τα του Πατέρα; Αλλά έχει ειπωθεί για τους μαθητές. Από τη στιγμή δηλαδή που είπα αυτά, λέει, έμαθαν» (Χ).
Το ότι έμαθαν οι μαθητές, δεν πρέπει να το πάρουμε με απόλυτη έννοια, ώστε να αποκλείει την αύξηση και πρόοδο των μαθητών στη γνώση. Απλώς βεβαιώνει, ότι ήδη είχαν αποκτήσει την σαφέστερη πεποίθηση για το ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας (ο). Οσοδήποτε ανώριμη και αν ήταν η πίστη τους πριν την έλευση του αγίου Πνεύματος σε αυτούς, γνώριζαν όμως βεβαίως, ότι ο Ιησούς είχε έλθει από το Θεό και είχαν πιστέψει σε αυτόν ότι στάλθηκε από το Θεό. Η γνώση λοιπόν και η πίστη είναι στενά συνυφασμένες, αφού την γνώση την κάνει δική της η πίστη, αλλά και υποστηρίζει αυτήν (χ). Η γνώση συμπληρώνεται, τελειοποιείται και γίνεται ενεργής μέσω της πίστης (μ).
(3)  «Δηλαδή όσα λέω και διδάσκω» (Ζ), αλλά και όσα ενεργώ θαύματα.
(4)  Δεν είναι το ίδιο με το ακόλουθο «παρὰ σοῦ ἐστιν», όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Το πρώτο προέρχεται από τη συνείδηση του Ιησού («μου έδωσες»), το δεύτερο από τη συνείδηση των αποστόλων (g). Ο Κύριος σταθερά βεβαίωνε, ότι τα λόγια του δεν ήταν δικά του, αλλά του Πατέρα που τον έστειλε (ζ 16) και ότι ο Πατέρας εκτελεί τα έργα (ε 36,θ 4,ι 25).
(5)  «Από σένα είναι· είναι δικά σου εντάλματα και τίποτα δεν είναι προσωπικά δικό μου ή ξένο με σένα» (Ζ). Αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση. Μπορούμε όμως να το αποδώσουμε και στη θεία φύση ως εξής: «όσα μου έδωσες, δεν μου τα έδωσες χαρίζοντάς μου σαν να είμαι κτίσμα· διότι αυτά δεν είναι επίκτητα σε μένα, αλλά είναι από σένα. Δηλαδή εκ φύσεως μου ανήκουν και μου αρμόζουν επειδή είμαι Υιός και εξουσιαστής αυτών που έχει ο Πατέρας» (Θφ).

8 ὅτι(1) τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι(2) δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον(3), καὶ ἔγνωσαν(4) ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον(5), καὶ ἐπίστευσαν(6) ὅτι σύ με ἀπέστειλας(7).
8γιατί τις διδαχές που μου έδωσες, εγώ τις έδωσα σ’ αυτούς, κι αυτοί τις δέχτηκαν και αναγνώρισαν πως πραγματικά από σένα προέρχομαι, και πίστεψαν πως εσύ με έστειλες στον κόσμο.
(1)  Ο σ. αυτός αναπτύσσει και επιβεβαιώνει αυτά που ειπώθηκαν στον προηγούμενο. «Από πού έμαθαν αυτό οι μαθητές μου; Από τα λόγια τα δικά μου και τις διδασκαλίες. Διότι πάντοτε τους δίδασκα, ότι όλα όσα έχω είναι του Πατέρα» (Θφ).
(2)  «Τα δικά του λόγια τα ονομάζει λόγια του Θεού και Πατέρα, διότι είναι το ίδιο στην ουσία τους… Διότι την όντως εξαίσια και υπερφυσική και μεγάλη απόφαση του Πατέρα, την μεταφέρει ο Λόγος που είναι μέσα του και προέρχεται από αυτόν· και τη μεταφέρει με λόγια μεν προφορικά ως άνθρωπος, επειδή έγινε σαν και εμάς, ενώ με γνώση και φώτιση πνευματική μετά την ανάβαση στους ουρανούς» (Κ). Ο Ιησούς ως άνθρωπος τίποτα δικό του δεν πρόσθετε ποτέ στα λόγια του Πατέρα.
(3)  Με πίστη και αγάπη (ο). Δέχτηκαν και έκαναν δικά τους τα λόγια αυτά, τα οποία έμειναν σε αυτούς. Δες ιε 7 (β). Δεν πρόκειται για κάποια θεωρητική λήψη των ευαγγελικών λόγων. Δέχτηκαν τα λόγια αυτά όπως το έδαφος δέχεται τον σπόρο που σπέρνεται σε αυτό και όπως η γη πίνει τη βροχή που πέφτει σε αυτήν. Πρόσεξαν στο λόγο αυτόν, σε κάποιο μέτρο κατανόησαν αυτόν και δέχτηκαν την επίδρασή του. Δέχτηκαν το λόγο και όπως είπε ο Κύριος στο σ. 6 «τήρησαν αυτόν». Συμμορφώθηκαν με αυτόν. Τα λόγια του Χριστού τότε μόνο γίνονται πράγματι δεκτά και τότε μόνο τηρούνται, όταν κάποιος υπακούει σε αυτά εξ’ ολοκλήρου. Εκείνοι όμως, οι οποίοι τάχτηκαν να διδάσκουν τα λόγια αυτά και στους άλλους, οφείλουν περισσότερο από κάθε άλλον να φυλάνε αυτά.
(4)  Σημαίνει πεποίθηση που σχηματίστηκε μάλλον με συλλογισμό (ο). Αναγνώρισαν· συμπέραναν από όσα είδαν και άκουσαν (β). Οι κώδικες σιναϊτικός, αλεξανδρινός, Βέζα, αποσιωπούν το και έγνωσαν.
(5)  Τονίζεται μάλλον η θεία καταγωγή του προσώπου του (g) και αναφέρεται στην «ανέκφραστη και προαιώνια γέννησή του» (Κ). Ότι δηλαδή ο Χριστός είναι ο υιός του Θεού, η εικόνα του Θεού του αόρατου και ότι στάλθηκε από το Θεό στον κόσμο σωτήρας και λυτρωτής του.
(6)  Εδώ η πίστη αποτελεί κάτι μεγαλύτερο από τη γνώση. Δεν είναι αυτή προϊόν απλού συλλογισμού, ούτε ενέργεια μόνο της διάνοιας. Πίστεψαν παραδίδοντας ολόκληρη την ύπαρξή τους σε εκείνον, ο οποίος φανέρωσε σε αυτούς το θείο του χαρακτήρα (g).
(7)  Αναφέρεται στην αποστολή του Ιησού Χριστού ως Μεσσία και Λυτρωτή. Πέντε φορές επαναλαμβάνεται στην αρχιερατική προσευχή (σ. 18,21,23,25) σαν μία μοναδική επωδός.

9 Ἐγὼ(1) περὶ αὐτῶν(2) ἐρωτῶ(3)· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ(4), ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι(5), ὅτι σοί εἰσι(6),
9»Εγώ γι’ αυτούς παρακαλώ. Δεν παρακαλώ για τον κόσμο αλλά γι’ αυτούς που μου έδωσες, γιατί ανήκουν σ’ εσένα.
(1)  Μπαίνει μπροστά με έμφαση. Εγώ, ο οποίος τόσο εργάστηκα να τους φέρω στο σημείο αυτό και στον οποίον ανήκουν ήδη (g).
(2)  Μπαίνει αμέσως μετά το Εγώ και πριν το ρήμα για ανάδειξη= Για αυτούς, οι οποίοι αποτελούν τον καρπό των κόπων μου. Ο θερισμός φαίνεται αναμφίβολα πενιχρός. Ένδεκα Γαλιλαίοι μετά από κόπο 3 ετών! Αλλά αυτό αρκεί στον Ιησού. Διότι στους 11 αυτούς βλέπει το εχέγγυο της συνέχειας του θείου του έργου στη γη (g). Δέεται όχι για αγγέλους, αλλά για τους υιούς των ανθρώπων. Δέεται για αυτούς, οι οποίοι του δόθηκαν, εννοώντας πρωτίστως τους μαθητές, οι οποίοι είχαν ακολουθήσει αυτόν σε όλη τη διάρκεια της δημόσιας δράσης του. Αναμφίβολα όμως περιλαμβάνεται στην δέηση αυτή του Κυρίου και όλος ο ευρύτερος κύκλος εκείνων, οι οποίοι θα δέχονταν το λόγο του Χριστού.
(3)  «Για αυτούς σε παρακαλώ, ως άνθρωπος» (Ζ)
«Μεσιτεύει πάλι ως άνθρωπος, ο συμφιλιωτής και μεσίτης Θεού και ανθρώπων και ο μεγάλος όντως και πανάγιος αρχιερέας μας με τις δεήσεις του καταπραΰνει την γνώμη αυτού που τον γέννησε ιερουργώντας τον εαυτό του για χάρη μας… Αυτός λοιπόν που παρακαλά ως άνθρωπος, μοιράζει μαζί με τον Πατέρα πάλι τα αγαθά στους άξιους ως Θεός» (Κ).
Στους σ. 9-19 παρακαλεί ο Κύριος για τους μαθητές, ώστε ο Πατέρας να φυλάξει αυτούς από τον πονηρό και να αγιάσει αυτούς με την αλήθεια.
(4)  «Αφού διαχώρισε τους γνήσιους από αυτούς που δεν έχουν τέτοιο φρόνημα… είπε ότι είναι πιο πρέπον για αυτούς μόνο να παρακαλάει. Σε αυτούς δηλαδή στους οποίους υπάρχει μεσίτης και αρχιερέας, σε αυτούς λοιπόν και μόνο θεωρούσε ότι πρέπει να προξενήσει τα αγαθά από τη μεσιτεία» (Κ).
Τη φράση δεν πρέπει να την πάρουμε απόλυτα, όπως φαίνεται από τους σ. 21,23. Ώστε ο κόσμος να πιστέψει-μάθει- ότι εσύ με έστειλες. Αλλά αυτό που δηλώνεται είναι, ότι ο Ιησούς δεν προσεύχεται υπέρ του κόσμου κατά τη στιγμή αυτή και στον τόπο αυτόν και με τα λόγια αυτά, τα οποία εφαρμόζονται σε μόνους τους πιστούς. Δες σ. 11,15,17 (b), Ό,τι πρέπει να ζητηθεί για τον κόσμο, είναι το να επιστρέψει, όχι να φυλαχτεί ή να αγιαστεί (Λούθηρος). Δεν μπορεί να παρακαλέσει το Θεό για τον κόσμο σαν κάτι πολύτιμο που ανήκει σε αυτόν, όπως παρακαλά για τους δικούς του μαθητές (g). Εμμέσως παρ’ όλα αυτά δέεται και υπέρ του κόσμου, εφόσον η σωτηρία του κόσμου ή τουλάχιστον η συγκέντρωση των παιδιών του Θεού των διασκορπισμένων ανά τον κόσμο, εξαρτάται από την πιστότητα των μαθητών του Ιησού (χ).
Αυτοί θα είλκυαν τους δεκτικούς στην πίστη και σωτηρία, που βρίσκονταν στον κόσμο. Για αυτό δεν λέει ο Κύριος: Παρακαλώ εναντίον του κόσμου, όπως ο Ηλίας δεήθηκε άλλοτε εναντίον του Ισραήλ. Αλλά λέει: Δεν παρακαλώ για τον κόσμο. Προσπερνά αυτούς και αφήνει αυτούς στους εαυτούς τους. Εμείς οι οποίοι δεν γνωρίζουμε, ποιοι είναι οι εκλεκτοί και ποιοι είναι άξιοι να προσπεράσουμε αυτούς, οφείλουμε να προσευχόμαστε «για όλους τους ανθρώπους» (Α΄Τιμ. β 1,4). Εφόσον υπάρχει ζωή, υπάρχει και ελπίδα, άρα και χώρος για προσευχή. Ο Κύριος όμως γνωρίζει, ότι αυτοί για τους οποίους τώρα δεν παρακαλά τον Πατέρα του δεν είναι γραμμένοι «στο βιβλίο της ζωής του αρνίου». Οι άνθρωποι αυτοί ονομάζονται «ο κόσμος», διότι κυβερνιούνται από το πνεύμα του κόσμου αυτού και έχουν την μερίδα της κληρονομιάς τους στον κόσμο αυτόν. Αυτοί αποτελούν το άχυρο, από το οποίο έχει χωριστεί ήδη το στάρι, και ο Χριστός δεν παρακαλά για αυτούς, αλλά εγκαταλείπει αυτούς και οι άνεμοι θα διασκορπίσουν αυτούς.
(5)  Κατά τη στιγμή αυτή λησμονώντας τους υπόλοιπους, μεσιτεύει ο Κύριος αποκλειστικά και μόνο για τους μαθητές του (F). «Ακριβώς διότι είχαν δοθεί σε αυτόν από τον Πατέρα, έπαυσαν πλέον να ανήκουν στον κόσμο» (Αυ).
(6)  Ένας από τους λόγους, για τους οποίους τώρα προσεύχεται για αυτούς. Ο Θεός έδωσε αυτούς σε αυτόν και για αυτό πρέπει να του φυλάξει το δώρο αυτό, αφού άλλωστε με το να γίνουν αυτοί ιδιοκτησία του Ιησού, δεν έπαυσαν να ανήκουν και στο Θεό (g).

10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά(1) ἐστι(2) καὶ τὰ σὰ ἐμά(1), καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς(3).
10Κι όλα όσα είναι δικά μου είναι και δικά σου, και τα δικά σου είναι και δικά μου, και δι’ αυτών θα φανερωθεί η δόξα μου.
(1)  «Είδες ισοτιμία; Διότι αυτό φανερώνει η αντιστροφή. Αφού δηλαδή είπε ότι, «δικοί σου είναι», έδειξε, ότι και που δόθηκαν σε αυτόν, ανήκουν στην εξουσία του Πατέρα. Για να μην νομίσει όμως κάποιος από εδώ, ότι ο πατέρας είναι πιο εξουσιαστικός, πρόσθεσε, Και τα δικά μου όλα είναι δικά σου, και τα δικά σου δικά μου. Επομένως και πριν να δοθούν ήταν του Υιού, και μετά το δόσιμο είναι του Πατέρα, δηλαδή πάντα είναι και των δύο, επειδή είναι ισότιμοι» (Ζ).
«Διότι δεν πήρα τώρα την εξουσία, αλλά όταν ήταν δικοί σου, ήταν και δικοί μου… Και όταν εγώ ο ίδιος έχω αυτούς, και εσύ τους έχεις και δεν σου αφαιρέθηκαν» (Θφ).
Το ισότιμο του Κυρίου με τον Πατέρα δηλώνεται κατεξοχήν με το «τα δικά σου δικά μου». «Διότι ο καθένας μεν μπορεί να πει ότι όλα όσα έχει, είναι του Θεού. Αλλά κανένα κτίσμα δεν θα μπορούσε να πει μπροστά στο Θεό «και τα δικά σου είναι δικά μου»» (Λούθηρος).
«Διότι, το ότι μεν τα του κατωτέρου είναι του ανωτέρου, είναι βέβαια εξ’ ολοκλήρου φανερό, δεν συμβαίνει όμως και το αντίθετο. Εδώ όμως το αντιστρέφει, η αντιστροφή όμως φανερώνει την ισότητα» (Χ).
«Διότι ο μεν δεσπότης έχει όλα τα του δούλου, ο δούλος όμως δεν έχει όλα τα του δεσπότη. Εδώ όμως το αντιστρέφει, και τα του Πατέρα είναι του Υιού, όπως ακριβώς και τα του Υιού είναι του Πατέρα» (Θφ).
«Διότι η βασιλεία είναι η ίδια και μία είναι η εξουσία πάνω σε όλα της αγίας και ομοούσιας Τριάδας, και ό,τι ανήκει τυχόν στον Υιό, θα υπόκειται στη δόξα του Υιού και του Πατέρα· και πάλι, για ό,τι τυχόν θα μπορούσε να λεχθεί ότι πέφτει στην εξουσία του Πατέρα, σε αυτό βεβαίως οπωσδήποτε θα εξουσιάζει και ο Υιός» (Κ).
Το ουδέτερο (εμά.. σα) γενικεύει την έννοια. Μολονότι τονίζεται κυρίως η έννοια: και όλα τα πρόσωπα, τα οποία είναι δικά μου (b), είναι δικά σου…, το χωρίο θα μπορούσε να αναφερθεί και στην απόλυτη κοινωνία μεταξύ Πατρός και Υιού λόγω του ομοουσίου.
«Διότι αυτός που είναι από την ουσία του κληρονόμος των θεϊκών αξιωμάτων του Πατέρα, θα φανεί ότι έχει όλα όσα έχει αυτός που τον γέννησε, αλλά θα δείξει ότι και αυτός που τον γέννησε έχει όλα τα δικά του. Διότι ο καθένας από τους δύο φαίνεται κατά τρόπο φυσικό ο ένας μέσα στον άλλο και λάμπει μεν ο Υιός μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας πάλι μέσα στον Υιό… Αφού λοιπόν ένα από τα αξιώματα του Πατέρα είναι το να έχει την εξουσία πάνω σε όλα, θα υπάρχει αυτό και στον Υιό» (Κ).
Γενικώς το χωρίο σημαίνει: Ό,τι έχει ο Πατέρας ως Δημιουργός, παραδόθηκε στον Υιό για να χρησιμοποιηθεί και να διατεθεί με υποταγή στο μεγάλο του έργο. «Όλα μου παραδόθηκαν από τον Πατέρα» (Ματθ. ια 27), είπε ο Κύριος. Η παραχώρηση λοιπόν και παράδοση αυτή είναι τόσο γενική και ευρεία, ώστε τίποτα δεν εξαιρέθηκε από αυτήν, αλλά ο Πατέρας όλα τα υπέταξε κάτω από τα πόδια του. Αλλά και ό,τι ο Υιός ως Λυτρωτής και Σωτήρας έχει, αποβλέπει στον έπαινο και τη δόξα του Πατέρα και προς τη δόξα αυτή του Πατέρα συγκεντρώνονται όλες οι γραμμές και κατευθύνσεις του σωτηριώδους έργου του Χριστού. Ο Υιός δεν αναγνωρίζει ως δικό του κανέναν από εκείνους, οι οποίοι δεν είναι αφοσιωμένοι στην υπηρεσία του Πατέρα.
(2)  Ο ενεστώτας σκόπιμα μπαίνει εδώ αντί για τον προηγούμενο παρατατικό («ήταν δικοί σου»), για να εκφράσει ότι η από τον Πατέρα στον Ιησού δωρεά αυτών («έδωσες αυτούς σε μένα») χρησίμευσε, για να τους στηρίξει ώστε να εξακολουθούν να είναι του Θεού (g).
(3)  Ο δεύτερος λόγος, για τον οποίο ζητά για αυτούς την εύνοια του Πατέρα.
Ή «μιλά τώρα για την δόξα του από αυτούς, σαν να έχει ήδη συντελεστεί, παρόλο που αυτή ήταν ακόμη μελλοντική» (Αυ).
Και αναφέρεται στους χρόνους της έκχυσης του αγίου Πνεύματος μιλώντας για αυτούς που θα λυτρωθούν από αυτό και για τη θεία ζωή, την οποία η παρουσία του, μέσα στις ψυχές τους (ἐν αὐτοῖς), θα μετέδιδε σε αυτούς (ο).
Ή απλούστερα «έχω δοξαστεί μέσω των μαθητών που μου δόθηκαν, οι οποίοι με αναγνώρισαν ως Κύριό τους και με προσκυνούν και με κηρύττουν Θεό» (Ζ).
Ή, «επειδή έχω εξουσία πάνω τους» (Χ). «ως δεσπότης δοξάζομαι μέσα από αυτούς, όπως ακριβώς και ο γιος του βασιλιά, έχοντας την ισοτιμία με τον πατέρα και την βασιλεία, δοξάζεται με το να έχει τόσα πολλά, όσα ο Πατέρας» (Θφ).

11 Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ(1), καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί(2), καὶ ἐγὼ(3) πρὸς σὲ ἔρχομαι(4). Πάτερ ἅγιε(5), τήρησον(6) αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου(7) ᾧ δέδωκάς μοι(8), ἵνα ὦσιν ἓν(9) καθὼς ἡμεῖς(10).
11Τώρα δεν είμαι πια μέσα στον κόσμο· ενώ αυτοί μένουν μέσα στον κόσμο, κι εγώ έρχομαι σ’ εσένα. Άγιε Πατέρα, διατήρησέ τους στην πίστη με τη δύναμη του ονόματός σου που μου χάρισες, για να μείνουν ενωμένοι όπως εμείς.
(1)  «Αφού θα πεθάνω μετά από λίγο… Δεν είμαι πλέον στον κόσμο, ακριβώς όπως ήμουν μέχρι τώρα, συζώντας και στηρίζοντας και γυμνάζοντας και παρηγορώντας αυτούς» (Ζ).
«Διακήρυξε, ότι δεν θα είναι πλέον στον κόσμο με τη σωματική του παρουσία» (Αυ).
(2)  «Αφού δεν έχουν πεθάνει ακόμη, και για αυτό χρειάζονται τη βοήθειά σου» (Ζ). «Επειδή τους αφήνω, εμπιστεύομαι αυτούς σε σένα» (Χ). Την ώρα που ζητά από το Θεό ειδικότερα την προστασία του υπέρ των μαθητών του, σκέφτεται ο Ιησούς όπως είναι φυσικό τους κινδύνους, στους οποίους αυτοί θα είναι εκτεθειμένοι, όταν αυτός θα αποχωριστεί από αυτούς: Φύλαξέ τους, τα σκεύη αυτά τα πολύτιμα (σ. 6-10), από αυτή τη στιγμή, από την οποία θα είναι τόσο εκτεθειμένοι (σ. 11-15)(g). Θα είναι υποκείμενοι σε όλες τις πιέσεις του κόσμου, όπως και στο μίσος του, χωρίς ο διδάσκαλός τους να βρίσκεται ορατά και αισθητά στο πλευρό τους, για να στηρίζει τις καρδιές και διάνοιές τους (τ).
Παρόλο που ο Χριστός αγαπά τους μαθητές του, δεν παρακαλά τώρα να ακολουθήσουν αυτοί μαζί του αμέσως τώρα στον ουρανό. Αφήνει αυτούς για κάποιο χρόνο στον κόσμο αυτόν, για να εργαστούν το αγαθό και να δοξάσουν το Θεό στη γη και να γίνουν έτσι ώριμοι για τους ουρανούς. Δεν εύχεται επίσης ο Κύριος να προφυλαχτούν οι μαθητές από κάθε σύγκρουση με τον κόσμο, αλλά να μην υπερνικηθούν από τον κόσμο. Δεν εύχεται όπως άλλοτε για τον εαυτό του ο Ιερεμίας: «τίς δῴη μοι ἐν τῇ ἐρήμῳ σταθμὸν ἔσχατον καὶ καταλείψω τὸν λαόν μου καὶ ἀπελεύσομαι ἀπ᾿ αὐτῶν; (=Ποιός θα μου δώση το πλέον απόμακρον σημείον της ερήμου, δια να εγκατασταθώ εκεί και εγκαταλείψω τον λαόν μου και φύγω μακράν από αυτούς;»(Ιερεμ. θ 2).
Αλλά προσεύχεται να δοθεί σε αυτούς, ό,τι άλλοτε και στον Ιεζεκιήλ, στον οποίο είπε ο Θεός: «καὶ ἰδοὺ δέδωκα τὸ πρόσωπόν σου δυνατὸν κατέναντι τῶν προσώπων αὐτῶν καὶ τὸ νῖκός σου κατισχύσω κατέναντι τοῦ νίκους αὐτῶν, καὶ ἔσται διαπαντὸς κραταιότερον πέτρας.(Δια τούτο ιδού, εγώ σου έχω δώσει δύναμιν. Θα κάμω ισχυράν και επιβλητικήν την προσωπικότητά σου, θα σου δώσω νικητήριον μαχητικήν δύναμιν πολύ μεγαλυτέραν από την αντίστασιν, που θα προβάλλουν εκείνοι. Θα είναι δε πάντοτε το πρόσωπόν σου ισχυρότερον και σταθερότερον από τον βράχον» (Ιεζ. γ 8,9).
(3)  Μπαίνει μπροστά με έμφαση και σε αντίθεση με το «οὗτοι» που προηγήθηκε (ο).
(4)  «Αφού είπε ότι δεν είμαι στον κόσμο, το εξηγεί πιο πολύ, λέγοντας, Και εγώ έρχομαι προς εσένα, σαν γιος προς Πατέρα, αφού τελείωσα το έργο, όπως ειπώθηκε» (Ζ).
Επαναλαμβάνει το ίδιο και στο σ. 13. Δες ιγ 3,ιδ 12. «Σαν να έλεγε, Επειδή με προσκαλείς κοντά σου, κατάστησε αυτούς σε ασφάλεια» (Χ).
(5)  Η αγιότητα είναι ουσιώδες ιδίωμα του Θεού κατά την Π.Δ. Έτσι λοιπόν απευθύνονται οι πιστοί στο Ισραήλ προς τον Θεό (Β΄Μακ. ιδ 36 «άγιε, Κύριε κάθε αγιασμού» και Γ΄Μακ. β 2). Δες Λευϊτ. ια 44,Ησ. στ 3,Ψαλμ. ο 22. Η φράση Πάτερ άγιε, υπάρχει μόνο εδώ και πουθενά αλλού στην Κ.Δ. Συναντιέται μόνο στη Διδαχή (παράγρ. 10)(β). Ο τίτλος Πάτερ άγιε, πρέπει να σχετιστεί με την εδώ απευθυνόμενη αίτηση. Η αγιότητα του Θεού από τη στιγμή που θα την κάνουμε δική μας, μας διαχωρίζει βαθιά από τους ανθρώπους, οι οποίοι ζουν κάτω από το κράτος των φυσικών ενστίκτων τους και τους οποίους η Γραφή αποκαλεί κόσμο. Το πάτερ άγιε, χαρακτηρίζει εδώ το Θεό ως αυτόν που διαχώρισε τους μαθητές από τον κόσμο (g). Ο άγιος Πατέρας θα διαφυλάξει τους αγίους του ανάμεσα στον κόσμο της αμαρτίας (μ).
(6)  Φύλαξέ τους σε ασφάλεια. Για την έννοια αυτή του τηρώ δες στ 12,15,Πράξ. ιστ 23,κδ 23,κε 4,21 και ειδικά Ιουδ. 1. Δεν εύχεται να γίνουν πλούσιοι και επιφανείς στον κόσμο, αλλά να προφυλαχτούν από την αμαρτία και εκτελώντας το καθήκον τους να οδηγηθούν με ασφάλεια στον ουρανό. Η ευτυχία της ψυχής είναι η ύψιστη ευτυχία. Σε αυτήν αναφέρεται τώρα και ο Χριστός και αυτήν ήλθε να πετύχει για χάρη μας και να εξασφαλίσει σε εμάς. Έτσι διδάσκει και εμάς, για επιτυχία της ευτυχίας αυτής να εργαζόμαστε και για αυτήν να προσευχόμαστε για τους εαυτούς μας και για τους άλλους.
(7)  Σαν σε κάποιο φρούριο και τόπο ισχυρό και ιερό (ο).
«Με το όνομά σου το παντοδύναμο» (Ζ)· «με τη δύναμη και εξουσία της ανέκφραστης φύσης σου» (Κ)· «με τη δική σου βοήθεια» (Χ).
Το όνομα του Θεού εκφράζει την αποκάλυψη της ύπαρξής του, όπως αυτή φανερώνεται στη βοήθειά του κατά την ώρα της ανάγκης. Δες Ψαλμ. μγ 6,νδ 1,ρκδ 8. Στα παράλληλα αυτά χωρία το όνομα του Θεού είναι ταυτόσημο με ό,τι οι νεώτεροι ονομάζουν πρόνοια του Θεού (β). Σημαίνεται η δύναμη, (όχι η φύση του Θεού όπως είναι από μόνη της) η μεγαλειότητα και οι ιδιότητες του Θεού, στο βαθμό που αυτές γνωρίζονται, ονομάζονται και δοξάζονται (G). Έχουμε ανάγκη τη δύναμη και ενίσχυση του Θεού όχι μόνο για να μπούμε στην κατάσταση της χάρης, αλλά και για να διατηρηθούμε σε αυτήν και να μην ξεπέσουμε από αυτήν.
(8)  Υπάρχει και η γραφή· ᾧ (=το οποίο) δέδωκάς μοι»=
«Λέει πάλι ότι έχει δοθεί το όνομα της θεότητας στον εαυτό του, όχι με την έννοια ότι, σαν να μην είναι από τη φύση του Θεός, κλήθηκε στο αξίωμα της θεότητας που πήρε εκ των υστέρων… Αλλά επειδή… έγινε σάρκα ο Λόγος, δηλαδή άνθρωπος, λέει ότι έχει δεχτεί αυτά, τα οποία είχε ως Θεός» (Κ).
Και η γραφή: «ὅ δεδωκάς μοι»= «ὅ (το οποίο όνομα) έχω· από τη φύση μου και εγώ· διότι και εγώ είμαι Θεός» και «το οποίο μου έδωσες ως άνθρωπο» (Ζ).
Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι ο Υιός στάλθηκε από τον Πατέρα και συντέλεσε το έργο του στο όνομα του Πατέρα (ε 43,ι 25) ως απεσταλμένος και αντιπρόσωπός του, αλλά και ότι στο Χριστό αποκαλύφθηκε η ουσιώδης φύση του Πατέρα, διότι ο Χριστός υπήρξε ο ίδιος ο Υιός του Θεού που σαρκώθηκε (β). ᾧ δέδωκάς μοι. Από έλξη η λέξη αντί για το ὅ δεδωκάς μοι= Το όνομά σου ανέθεσες σε μένα να εξαγγείλω και να φανερώσω (G). Πουθενά αλλού στην Κ.Δ. δεν παρουσιάζεται ο Πατέρας να δίνει το όνομά του στον Υιό. Για αυτό ο g. προτιμά τη γραφή οὕς (τους οποίους) δέδωκάς μοι, παρόλο που δεν μαρτυρείται αρκετά στα χειρόγραφα.
(9)  «Με την ένωση της πίστης σε μένα και της αγάπης μεταξύ τους» (Ζ)· «με την ένωση που φέρνει η ομόνοια και η ίδια θέληση» (Κ).
«Διότι εάν έχουν αγάπη μεταξύ τους και δεν έρχονται σε διάσταση, θα είναι αήττητοι και τίποτα δεν θα τους υποτάξει» (Θφ).
(10)  Υπάρχει και η γραφή: καθὼς και ἡμεῖς.
«Δεν λέει, να είναι ένα μαζί μας ή αυτοί και εμείς να είμαστε ένα, αλλά λέει να είναι ένα όπως εμείς, εννοώντας να είναι ένα στη φύση τους, όπως εμείς είμαστε ένα στη φύση μας» (Αυ).
«(Λέει) οι μαθητές… να είναι σφιχτοδεμένοι με κάποιον αδιάσπαστο δεσμό αγάπης, ώστε η ένωση να φτάσει μέχρι τέτοιο σημείο, ώστε η από ελεύθερη διάθεση σύνδεση, να γίνει εικόνα της φυσικής ενότητας που κατανοείται στον Πατέρα και τον Υιό, δηλαδή να γίνει αδιάσπαστη και ασταμάτητη» (Κ).
Η ένωση με τον Πατέρα είναι φυσική· η δεύτερη (των πιστών) είναι μέσω της χάρης. Αυτή λοιπόν είναι όμοια με την πρώτη, όχι όμως και ίση με αυτήν (b). Η ενότητα οπουδήποτε και αν υπάρχει, προέρχεται από το Θεό. Είναι ο Κύριος το σύννεφο από το οποίο η θεία δροσιά της ειρήνης στέλνεται στη γη ενοποιώντας τις επιδεκτικές καρδιές, που ελκύστηκαν στο Χριστό. Όπως λοιπόν αυτός είναι ο μόνος δημιουργός της ειρήνης και ενότητας, έτσι είναι και ο αποκλειστικός υποστηρικτής τους που διατηρεί και προάγει αυτές. Ειρήνη και ενότητα στις οικογένειες, ειρήνη και ομόνοια μεταξύ των εθνών, συμφωνία και αρμονία μεταξύ αντιμαχόμενων μερίδων είτε στην πολιτεία είτε στην εκκλησία, όλα αυτά είναι δωρεές που παρέχονται από το προνοητικό και προστατευτικό χέρι του αιώνιου Πατέρα που συνεχώς χορηγεί αυτές στα πλάσματά του. Αλλά η ειρήνη και η ενότητα δίνονται μόνο σε όσους ανήκουν στο Χριστό. Όσοι δεν δόθηκαν από τον Πατέρα στον Κύριο, είναι αδύνατον να απολαύσουν πραγματική ειρήνη και ενότητα. Τους οποίους μου έδωσες, να είναι ένα, λέει ο Κύριος. Όσοι αγνοούν το Θεό και όσοι δεν ανήκουν στην ποίμνη και στο σώμα του Χριστού, αγνοούν και τα αγαθά αυτά, τα οποία εκφράζουν οι λέξεις ειρήνη και ενότητα.

12 Ὅτε ἤμην μετ' αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ(1), ἐγὼ(2) ἐτήρουν(3) αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου(4)· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο(5) εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας(6), ἵνα(7) ἡ γραφὴ(8) πληρωθῇ.
12Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους διατηρούσα στην πίστη με τη δύναμη του ονόματός σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανένας απ’ αυτούς δε χάθηκε, παρά μόνο ο άνθρωπος της απώλειας, για να εκπληρωθούν τα λόγια της Γραφής.
(1)  «Ως άνθρωπος· διότι πάντοτε είμαι ως Θεός» (Ζ). Οι σ. 12-15 αιτιολογούν την αίτηση «Φύλαξε αυτούς» αναπτύσσοντας την αιτία που στο σ. 11 δηλώθηκε περιληπτικά. Έχουν ανάγκη την προστασία σου… (g). Το ἐν τῷ κόσμῳ αποσιωπάται από κάποια μεγαλογράμματα χειρόγραφα.
(2)  Με έμφαση διακρίνει εκείνον, ο οποίος φύλαγε αυτούς μέχρι τώρα, από εκείνον ο οποίος πρέπει να φυλάξει αυτούς στο μέλλον (g).
(3)  Ο παρατατικός δείχνει τη συνεχή φροντίδα και παιδαγωγία των μαθητών από τον Κύριο. Προφύλαγε αυτούς από το να πέσουν σε σοβαρές πλάνες ή αμαρτίες ή στα δίχτυα των Φαρισαίων, οι οποίοι περιόδευαν γη και θάλασσα για να κάνουν έναν προσήλυτο· τους φύλαξε από τον κίνδυνο του να τον εγκαταλείψουν και να επιστρέψουν σε όσα είχαν εγκαταλείψει για να τον ακολουθήσουν. Και άλλοι πολλοί έγιναν μαθητές του, αλλά σκανδαλίστηκαν και έφυγαν. Διαφύλαξε όμως τους 12, για να παραμείνουν πιστοί σε αυτόν. Φύλαξε επίσης αυτούς, για να μην πέσουν σε χέρια διωκτών εχθρών, οι οποίοι ζητούσαν τη ζωή τους· τους προφύλαξε και τη στιγμή που συλλάμβαναν αυτόν στην Γεθσημανή (Ιω. ιη 9). Όταν ήταν μαζί τους, φύλαγε αυτούς με ορατό τρόπο με οδηγίες, οι οποίες ακόμη ηχούσαν στα αυτιά τους, με θαύματα τα οποία γίνονταν μπροστά στα μάτια τους. Τώρα που φεύγει από αυτούς, πρέπει να προφυλαχτούν με πνευματικότερο τρόπο. Ενισχύσεις και βοήθειες παρέχονται μερικές φορές και με τρόπο αισθητό, μερικές φορές όμως και αποσύρονται. Αλλά όταν αποσύρονται, δεν μένουν αβοήθητοι αυτοί που τις στερούνται.
(4)  «Με τη δύναμή σου, δηλαδή με σένα» (Ζ).
«Πάλι ως άνθρωπος μιλά» (Χ).
«Φανερώνει στους μαθητές του σχεδόν το εξής, ότι δηλαδή το ότι μπορεί να σώζει κάποιους, αρμόζει στην ενέργεια της θεότητας μάλλον και όχι στην παρουσία του σώματος· διότι και η ίδια η σάρκα του δεν αγιαζόταν από τον εαυτό της, αλλά μεταφερόμενη, από τη συνύπαρξη του Λόγου που ενώθηκε με αυτήν, στη δική του κατά κάποιο τρόπο φυσική δύναμη, γίνεται έτσι πρόξενος σωτηρίας και αγιασμού σε αυτούς που μετέχουν σε αυτήν» (Κ).
«Στο όνομα του Πατέρα ο Υιός ως άνθρωπος φύλαξε τους μαθητές του, όταν ήταν μαζί τους με ανθρώπινη παρουσία· αλλά και ο Πατέρας στο όνομα του Υιού φύλαξε εκείνους, οι οποίοι προσευχήθηκαν στο όνομα του Υιού… Αλλά αυτό δεν πρέπει να το πάρουμε σαρκικά, λες και ο Πατέρας και ο Υιός φύλαξαν ο ένας μετά τον άλλον, με το να διαδεχτεί ο Πατέρας τον Υιό που έφυγε. Διότι φυλαγόμαστε οι πάντες συγχρόνως από τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα» (Αυ).
(5)  Για την τελική και οριστική απώλεια δες γ 16 και ι 28. Αλλά η απώλεια αυτή του Ιούδα δεν οφειλόταν σε έλλειψη άγρυπνης φροντίδας και για αυτόν εκ μέρους του Σωτήρα, αλλά στο ότι ο Ιούδας ήταν ο γιος της απωλείας (χ). Χάθηκε από τις δικές του κακές διαθέσεις και ιδιότητες, από τις οποίες κανένας εξωτερικός φύλακας και φρουρός δεν μπορούσε να τον προστατεύσει (τ). Μιλά για του Ιούδα σαν χαμένο ήδη, διότι είχε πλέον εγκαταλείψει την κοινωνία και συναναστροφή με τον Διδάσκαλο και τους συμμαθητές του και είχε παραδώσει τον εαυτό του στην καθοδήγηση και κυριαρχία του σατανά, ώστε μετά από κάποιες ώρες «να πορευτεί στον τόπο τον δικό του» (Πράξ. α 25).
(6)  «Τον ονόμασε γιο της απωλείας διότι είχε χρεωθεί στην απώλεια από δική του θέληση ή μάλλον από μοχθηρία και ασέβεια» (Κ).
«Απώλεια να εννοήσεις τον ξεπεσμό και την αποξένωση από το Θεό ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, και τον διάβολο, που οδηγεί στην απώλεια αυτούς που πείθονται σε αυτόν» (Ζ).
Δεν ονομάζει το όνομα του Ιούδα (b). Ήταν και ο Ιούδας μεταξύ εκείνων, τους οποίους ο Πατέρας έδωσε στον Υιό; Η έκφραση εἰ μὴ … δεν υποχρεώνει να βγάλουμε το συμπέρασμα αυτό όπως φαίνεται από τη σημασία, την οποία έχει το εἰ μὴ (παρά μόνο) στα Ματθ. ιβ 4,Λουκ. δ 26,27 κλπ (g). Δεν δόθηκε σε αυτόν ο Ιούδας από τον Πατέρα, με την έννοια που δόθηκαν σε αυτόν οι άλλοι 11. Δες για αυτό Υπόμνημα εις τον Λουκάν στο κεφ. στ 16. Υιός της απωλείας ονομάζεται και ο αντίχριστος (Β΄Θεσ. β 3), ο μέγας αυτός εχθρός, τον οποίο ο Κύριος «θα εξαφανίσει με το φύσημα του στόματός του».
Είναι φοβερό, ότι ένας από τους αποστόλους κατέληξε να αποδειχτεί υιός της απωλείας. Καμία θέση ή όνομα ή αξίωμα στην εκκλησία, κανένα προνόμιο ή εξωτερικό χάρισμα δεν εξασφαλίζει τον άνθρωπο από την καταστροφή, εάν η καρδιά του δεν είναι ευθεία και ειλικρινής ενώπιον του Θεού. Ούτε είναι αδύνατον να αποδειχτεί κάποιος υιός απωλείας στο τέλος μιας δράσης, η οποία στην αρχή παρουσιαζόταν πετυχημένη και θαυμαστή, όπως αυτό συνέβη στον Ιούδα.
(7)  «Δεν χάθηκε όμως για αυτό, για να εκπληρωθεί δηλαδή η Γραφή. Αυτός είναι ο χαρακτηριστικός τρόπος έκφρασης της Γραφής που βάζει ως αιτιολογία το αποτέλεσμα των συμβάντων» (Χ).
«Επειδή επρόκειτο ολοκληρωτικά και οπωσδήποτε να χαθεί, λόγω της κακίας που υπήρχε μέσα του… η Γραφή προανήγγειλε ότι αυτό οπωσδήποτε θα γίνει» (Κ).
(8)  «Δηλαδή όλη η Γραφή που προλέγει για τον υιό της απωλείας» (Θφ). Στον Ιωάννη πάντοτε ο όρος «Γραφή» αναφέρεται σε ορισμένο χωρίο της Π.Δ. Το χωρίο λοιπόν αυτό πιθανότατα είναι το Ψαλμ. μ 10, το οποίο παρατέθηκε και στο ιγ 18. Τα Ψαλμ. ξη 26 και ρη 8 παρατίθενται στο Πράξ. α 20. Εδώ όμως αρμόζει μάλλον το Ψαλμ. μ 10 (β).

13 Νῦν δὲ(1) πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα(2) λαλῶ(3) ἐν τῷ κόσμῳ(4) ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν(5) πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.
13Τώρα όμως εγώ έρχομαι σ’ εσένα, και τα λέω αυτά όσο είμαι ακόμα στον κόσμο, ώστε να έχουν τη δική μου τη χαρά μέσα τους σ’ όλη την πληρότητά της.
(1)  Σε αντίθεση με το «όταν ήμουν μαζί τους» (b).
(2)  «Ποια; Το «έρχομαι προς εσένα» και το «φύλαξε αυτούς στο όνομά σου»» (Ζ), και όλα γενικώς όσα λέχθηκαν στο ιζ 1-12.
(3)  Με την έννοια του μεγαλόφωνα (φωναχτά). Αναμφίβολα οι μαθητές άκουγαν αυτόν, την ώρα που μιλούσε (b). Προσευχόταν ταυτόχρονα και δίδασκε τους μαθητές.
(4)  Πριν από την αναχώρησή μου από τον κόσμο αυτόν (β). Για όσο είμαι εδώ κάτω μαζί τους (ο).
«Λέει εδώ, ότι μιλά ενώ βρίσκεται στον κόσμο, ενώ πριν λίγο είπε «δεν είμαι πλέον στον κόσμο»… Επειδή ακόμη δεν είχε αναχωρήσει, ήταν ακόμη στον κόσμο· επειδή όμως βρισκόταν στην ύστατη στιγμή της αναχώρησης, από κάποια άποψη δεν ήταν πλέον μαζί τους» (Αυ).
(5)  Φράση που συχνά επαναλαμβάνεται στον Ιωάννη. Δες ιε 11,ιστ 24. Τη χαρά την οποία δοκιμάζω για την αναχώρησή μου προς τον Πατέρα, χαρά που προέρχεται από αγάπη (b) και από τη συνείδηση της νίκης για το τελείωμα του έργου του (μ), και ακόμη περισσότερο τη χαρά, ότι και οι μαθητές μου θα βρίσκονται κάτω από την εύνοια και προστασία του Πατέρα (g).
Ή «χαρά τέλεια είναι το να ξέρει κάποιος και να πιστεύει, όχι μόνο ότι ο Χριστός ήταν άνθρωπος όπως εμείς, αλλά ότι… είναι και Θεός αληθινός… και ότι οπωσδήποτε θα υπάρχει σε αυτόν η δυνατότητα να διασώζει αυτούς που τον σέβονται… και ότι έχουν συμπαραστάτη αυτόν που μπορεί να γλυτώνει από κάθε κακό» (Κ).
Χαίρεται ο Κύριος, διότι φεύγει από τον κόσμο αυτόν και πορεύεται προς τον Πατέρα του. «Δεν είμαι πλέον στον κόσμο» και «τώρα έρχομαι προς εσένα». Πρέπει λοιπόν να προκαλεί χαρά σε εκείνους, οι οποίοι έχουν την πατρίδα τους στον άλλο κόσμο, η σκέψη, ότι δεν θα είναι πλέον στον κόσμο αυτόν. Διότι όταν έχει κάποιος εκτελέσει στον κόσμο αυτόν, ό,τι είχε προοριστεί και ανατεθεί σε αυτόν ως αποστολή και όταν πλέον είναι έτοιμος για να μεταβεί στον άλλο κόσμο, τι θα μπορούσε να ελκύσει αυτόν στον παρόντα κόσμο και να κάνει θλιβερή την αναχώρησή του από αυτόν; «Δεν είμαι πλέον στον κόσμο», τον απατηλό και σκοτεινό αυτόν κόσμο, τον φτωχό και μάταιο και κενό αυτόν κόσμο, τον γεμάτο πειρασμούς και κινδύνους αυτόν κόσμο. Δεν θα στενοχωριέμαι πλέον από τα αγκάθια αυτού του κόσμου και δεν θα κινδυνεύω από τις παγίδες και τις ενέδρες του. Τώρα πηγαίνω προς τον ουράνιο Πατέρα. Το να φεύγει ο πιστός από τον κόσμο είναι το μισό της χαράς. Το άλλο μισό που καθιστά πλήρη και τέλεια τη χαρά του, προέρχεται από την πληροφορία, ότι μεταβαίνει προς τον Πατέρα.
Όσοι αγαπούν το Θεό, δεν είναι δυνατόν παρά να σκιρτούν, όταν σκέφτονται ότι μεταβαίνουν σε αυτόν παρόλο που πρόκειται να περάσουν μέσα από την κοιλάδα της σκιάς του θανάτου. Όταν εκδημούν από το σώμα ενδημούν προς Κύριον (Β΄Κορ. ε 9). Πηγαίνουν προς εκείνον, τον οποίον προτίμησαν από κάθε άλλον και υπηρέτησαν σε όλη τους τη ζωή και τον οποίο ποθεί και διψά η ψυχή τους· Πηγαίνουν προς την πηγή του φωτός και της ζωής όπου όλοι οι πόθοι τους θα ικανοποιηθούν και θα χορτάσουν με το να δουν τη δόξα του Κυρίου.

14 Ἐγὼ(1) δέδωκα αὐτοῖς τὸν λόγον σου(2), καὶ(3) ὁ κόσμος ἐμίσησεν αὐτούς(4), ὅτι οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ κόσμου(5), καθὼς(6) ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου.
14Εγώ τους έδωσα το δικό σου μήνυμα· ο κόσμος όμως τους μίσησε γιατί δεν ανήκουν στον κόσμο, όπως και εγώ δεν προέρχομαι από τον κόσμο.
(1)  «Πάλι λέει την αιτία για την οποία είναι άξιοι να τύχουν πολλής φροντίδας από τον Πατέρα· διότι για σένα, λέει, μισήθηκαν, και για τον λόγο τον δικό σου· επομένως δικαιούνται να απολαύσουν κάθε πρόνοια» (Χ).
(2)  Είναι επανάληψη από τον σ. 8 και αντικαταστάθηκε η εκεί λέξη «τα ρήματα» με το «τον λόγον σου». «Δηλαδή το κήρυγμα το ευαγγελικό» (Κ). Αναφέρεται στις κατά καιρούς με τη διδασκαλία του ανακοινώσεις προς τους μαθητές για το θέλημα του Πατέρα και την φύση της Βασιλείας, την οποία ήλθε να ιδρύσει (ο).
(3)  Αυτά που συνδέονται με το «και» είναι το ότι πήραν τον λόγο του Θεού και μισήθηκαν από τον κόσμο (b).
(4)  «Έχουν μισηθεί από αυτούς που διάλεξαν να φρονούν τα πράγματα αυτού εδώ του κόσμου και οι οποίοι αγαπούν αυτήν τη φιλήδονη και μιαρότατη ζωή. Διότι δεν είναι ευχάριστα στους κοσμικούς τα λόγια των αγίων, αφού οι άγιοι πάντα διασύρουν τα κακά αυτής εδώ της ζωής και διακηρύττουν ότι είναι σιχαμερή η κοσμική ζωή» (Κ).
Όσοι παραλαμβάνουν και εγκολπώνονται το Λόγο του Θεού πρέπει να αναμένουν κακές διαθέσεις και μίσος από τον κόσμο. Οι διάκονοι μάλιστα του ευαγγελίου θα μισούνται ιδιαιτέρως από τον κόσμο, διότι καλούν τους ανθρώπους έξω από τον κόσμο και διδάσκουν αυτούς να μην συμμορφώνονται με αυτόν, και έτσι κατακρίνουν και καταδικάζουν τον κόσμο.
(5)  «Και αυτοί βγήκαν έξω από τον κόσμο, όπως ακριβώς εγώ. Διότι ο τρόπος του βίου και η ζωή με το Χριστό έχει αποχωριστεί εντελώς από το γήινο φρόνημα και τον κοσμικό τρόπο ζωής» (Κ).
«Βλέπουν αλλού, δεν έχουν τίποτα κοινό με τη γη, αλλά έγιναν πολίτες των ουρανών» (Χ).
«Δεν έχουν φρόνημα που να είναι με το μέρος του κόσμου και που να ξοδεύει στον κόσμο όλη την φροντίδα» (Θφ).
Δεν κατέχονται από το πνεύμα του κόσμου και δεν διέπονται από τις αρχές και τα ελατήρια του κόσμου (ο).
(6)  «Το «καθώς» εδώ δεν φανερώνει απαράλλακτη ακρίβεια· διότι όπως ακριβώς όταν το «καθώς» λέγεται για αυτόν και τον Πατέρα είναι πολλή η ισότητα λόγω της συγγένειας της φύσης, έτσι όταν λέγεται για εμάς και αυτόν, είναι μεγάλη η απόσταση, επειδή είναι μεγάλη και απέραντη η απόσταση της μίας φύσης από την άλλη· διότι εάν «αυτός δεν διέπραξε αμαρτία και δεν βρέθηκε δόλος στο στόμα του», πώς θα μπορούσαν οι απόστολοι να εξισωθούν με αυτόν;» (Χ).

15 Οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ κόσμου(1), ἀλλ' ἵνα(2) τηρήσῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ(3).
15Σε παρακαλώ, όχι να τους πάρεις από τον κόσμο, αλλά να τους προστατέψεις από το διάβολο.
(1)  Με το θάνατο. «Διότι δεν θέλει ο Χριστός οι άγιοι να απαλλαχτούν από τα ανθρώπινα πράγματα ούτε από τη σωματική ζωή, όταν δεν έχουν ακόμη τελειώσει τον δρόμο της αποστολής τους ή δεν έχουν ακόμη διαπρέψει με τις αρετές της ευσέβειας» (Κ).
Οι απόστολοι έπρεπε να παραμείνουν στον κόσμο, για να εκπληρώσουν την αποστολή του και να επιστρέψουν τον κόσμο στον Ιησού Χριστό (F).
(2)  «Να τους φυλάξεις ενώ είναι στον κόσμο…» (Θφ).
(3)  Είναι ίσως απήχηση του αιτήματος στην Κυριακή προσευχή «σώσε μας από τον πονηρό» (β). Το «πονηροῦ» μπορούμε να το πάρουμε και ως γένος ουδέτερο, με γενική έννοια, για κάθε μορφή κακού, από την οποία οι αγαθοί κινδυνεύουν στον αμαρτωλό κόσμο (ο). Πιο σωστό είναι να το πάρουμε ότι είναι γένος αρσενικό. Τον πονηρό, στον οποίο ο κόσμος είναι υποταγμένος (b). «Από την κακία του πονηρού» (Κ). Δες Α΄Ιω. β 14,ε 19. («ο κόσμος όλος είναι με τον πονηρό»).
Στα χωρία αυτά προφανώς πρόκειται για το Σατανά, ενώ η λέξη κόσμος βρίσκεται σε αμεσότερη, από όσο εδώ, σχέση με τη λέξη πονηρός. Δύο είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Θεός δεν παίρνει το λαό του από τον κόσμο, αλλά διατηρεί αυτούς στον κόσμο φυλάγοντάς τους από τον πονηρό. Ο ένας αναφέρεται στην ωφέλεια του ίδιου του λαού του, ο άλλος στην ωφέλεια του κόσμου. Πράγματι είναι σωτήριο για αυτούς να αντιμετωπίζουν πειρασμούς και να αγωνίζονται κατά του πονηρού. Μπορεί να φαίνεται κάποιος ότι στέκεται και να νομίζει ότι δεν πέφτει. Αυτό όμως συμβαίνει, διότι ποτέ δεν προσβλήθηκε από σφοδρή έφοδο του κακού. Ισχυροί και αήττητοι γινόμαστε βαθμιαία με τις δοκιμασίες και τις συγκρούσεις με το κακό. Οι δοκιμασίες και οι θλίψεις και οι πειρασμοί είναι για μας ό,τι και οι βίαιοι άνεμοι για το δέντρο, του οποίου οι ρίζες γίνονται βαθύτερες και ισχυρότερες, όσο και οι άνεμοι που το χτυπούν γίνονται βιαιότεροι. Ο ουράνιος Πατέρας δεν μας παίρνει από τον κόσμο έως ότου καταστούμε ανώτεροι από την ματαιότητά του και με την αντίστασή μας στην αμαρτία που επικρατεί στον κόσμο γίνουμε απρόσβλητοι από τα θέλγητρα και τις απάτες της.
Αλλά ο Θεός αφήνει τους δικούς του στον κόσμο και για την αναζύμωση και ανόρθωση του ίδιου του κόσμου. Δεν είπε ο Κύριος στους μαθητές του μετά την ανάστασή του: «Αφού πορευθείτε στον κόσμο όλο, κηρύξτε το ευαγγέλιο σε όλη την κτίση»; (Μάρκ. ιστ 15). Η βασιλεία του Θεού παρομοιώθηκε με ζύμη. Αλλά η ζύμη δεν ασκεί την επίδρασή της από μέσα; Εάν η ζύμη παραμείνει έξω από το φύραμα, πώς θα ζυμωθεί αυτό; Οι μαθητές του Κυρίου καλούνται με τον λόγο τους και την αγία ζωή τους να επιδράσουν σαν άλλη ζύμη για αναμόρφωση και του μακριά από το Θεό κόσμου. Πώς θα επιτευχθεί αυτό, εάν θα έφευγαν αυτοί από τον κόσμο;

16 Ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί(1), καθὼς ἐγὼ(2) ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί.
16Δεν προέρχονται από τον πονηρό κόσμο, όπως και εγώ δεν προέρχομαι απ’ αυτόν τον κόσμο.
(1)  «Πώς αλλού μεν λέει, Αυτούς που μου έχεις δώσει από τον κόσμο, ενώ εδώ, Δεν είναι από τον κόσμο; Εκεί μεν έλεγε για την φύση, ενώ εδώ για πονηρές πράξεις, με την έννοια ότι τίποτα κοινό δεν έχουν με τη γη, αλλά έγιναν πολίτες των ουρανών» (Σχ). «Συνεχώς λέει και αυτό» (Ζ), επαναλαμβάνοντας αυτό από το σ. 14. Αποτελεί αυτό εισαγωγή στο νέο αίτημα για αυτούς στο σ. 17, να τους αγιάσει ο Πατέρας. «Επαινεί αυτούς στον Πατέρα, δείχνοντάς τους και από εδώ την αγάπη του σε αυτούς» (Ζ).
(2)  «Και με την ομοιότητα με τον εαυτό του, τούς παρηγορεί» (Ζ), αλλά και εγκωμιάζει αυτούς «μαρτυρώντας για αυτούς ότι δεν έχουν πονηρία, ώστε να στηριχτούν για να μην θορυβούνται όταν μισούνται, γνωρίζοντας ότι οπωσδήποτε έρχεται σε αντίθεση η κακία με την αρετή» (Ζ).
Ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν από τον κόσμο αυτόν. Ουδέποτε υπήρξε από τον κόσμο, και πολύ περισσότερο τώρα που πρόκειται να αναχωρήσει από αυτόν. Πράγματι· Η κατάσταση και οι συνθήκες της ζωής του δεν υπήρξαν από τον κόσμο αυτόν. Δεν υπήρξε ποτέ ένας από τους ευνοούμενους από τον κόσμο και από τους αγαπητούς σε αυτόν, δεν υπήρξε ένας από τους ηγεμόνες του ή τους μεγιστάνες του· δεν είχε κοσμικές κτήσεις και υπάρχοντα μέχρι του σημείου ώστε δεν είχε που να ξαπλώσει το κεφάλι. Ούτε κοσμική δόξα και δύναμη, αλλά ούτε ήταν κριτής και μεριστής σε εγκόσμια συμφέροντα και διαφορές. Αλλά και το πνεύμα του ήταν τελείως ξένο με τον κόσμο αυτόν. Ήταν τελείως νεκρός ως προς τον κόσμο. Τα πράγματα του κόσμου ήταν μηδέν για αυτόν. Ούτε τα πλούτη, ούτε οι απολαύσεις, ούτε η δόξα του κόσμου τον έθελξαν ποτέ ούτε τράβηξαν το ενδιαφέρον του. Έτσι και οι πιστοί που ακολουθούν το Χριστό, ως κύριο χαρακτηριστικό τους πρέπει να έχουν το να είναι νεκροί ως προς τον κόσμο. Η μεγαλύτερή τους τέρψη πρέπει να είναι η αναστροφή τους με τον άλλο κόσμο, η κατάκτηση του οποίου πρέπει να ελκύει όλο το ενδιαφέρον τους και όλη την προσπάθειά τους.

17 Ἁγίασον(1) αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου(2)· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι(3).
17Με την αλήθεια σου ξεχώρισέ τους από τον κόσμο· ο δικός σου ο λόγος είναι αλήθεια.
(1)  Ή «κάνε τους αγίους με την χορήγηση του Πνεύματος και με τα ορθά δόγματα. Διότι τα ορθά δόγματα όταν λέγονται για το Θεό, αγιάζουν την ψυχή» (Χ). Διότι αυτό είναι αγιοσύνη, η τήρηση των ορθών δογμάτων» (Θφ).
Ή, πιο σωστά, «ξεχώρισέ τους» (Χ), «και κάνε τους θυσία και κάνε να αφιερώσουν τη ζωή τους» (Θφ).
Το αγιάζω σημαίνει την καθιέρωση ολόκληρης της ζωής τους στην υπηρεσία και το έργο του Θεού. Σύμφωνα με το ι 36 τέτοια καθιέρωση προηγήθηκε από την αποστολή του Ιησού στη γη (g). Δεν σημαίνει τόσο την εκλογή κάποιου ανθρώπου για ένα σπουδαίο έργο, όσο την κατάρτιση και την προσαρμογή του για την εκτέλεση των υποχρεώσεων του έργου. Χρησιμοποιήθηκε η λέξη για δήλωση του από το Θεό χωρισμού του Ιερεμία για το έργο του προφήτη (Ιερεμ. α 5), και του Ααρών και των γιων του για το ιερατικό τους έργο (Εξ. κθ 1). Δεν έχει την ίδια σημασία με το καθαρίζω. Ο μη αγιασμένος δεν είναι αναγκαστικά ακάθαρτος. Ήδη για τους αποστόλους είχε λεχθεί από τον Κύριο «εσείς είστε καθαροί», και το όργανο του καθαρισμού τους ήταν ο λόγος του Ιησού (ιε 3), όπως μέσο του αγιασμού τους λέγεται εδώ ο θείος λόγος. Ακριβώς λοιπόν διότι οι 11 ήταν από κάποια άποψη καθαροί και δεν ήταν από τον κόσμο, για αυτό η καθιέρωσή τους για το μελλοντικό έργο τους είναι η αρμόζουσα δωρεά, η οποία έπρεπε για αυτούς να ζητηθεί από το Θεό, ο οποίος είναι άγιος (β).
Ζητά λοιπόν για αυτούς θέληση εξ’ ολοκλήρου αφιερωμένη στο αγαθό δηλαδή στο Θεό και την υπηρεσία του, άρα και στο έργο το οποίο ο Θεός τους ανέθεσε να εκπληρώσουν στον κόσμο. Όλες οι δυνάμεις τους, οι ικανότητές τους, τα τάλαντά τους, ολόκληρη η ζωή τους, πρέπει να φέρουν τη σφραγίδα αυτής της καθιέρωσης. Το οποίο προϋποθέτει την νέκρωση κάθε ιδιοτέλειας. Αλλά σε αυτό συνίσταται και η ιδέα της χριστιανικής αγιότητας. Εδώ στην περίπτωση των αποστόλων θεωρείται αυτή ότι οφείλει να πραγματοποιηθεί με την ειδική μορφή της χριστιανικής διακονίας. Σε καθέναν όμως πιστό πρέπει να πραγματοποιηθεί με την μορφή του ειδικού έργου, το οποίο η θεία πρόνοια ανέθεσε σε αυτόν (g).
Ο Ιησούς επίσημα τώρα καθιερώνει τους μαθητές του στην αποστολή. Όπως ο Πατέρας «αγίασε τον Υιό και τον έστειλε στον κόσμο» (Ιω. ι 36) έτσι τώρα και ο Υιός στέλνει τους μαθητές του στον κόσμο και δέεται και αυτοί να αγιαστούν από τον Πατέρα. Και αφού η θεία καθιέρωση πρέπει να συνοδεύεται και από την προσωπική ηθική αγιότητα, για αυτό ζήτησε αμέσως προηγουμένως από τον Πατέρα οι μαθητές να μην μολυνθούν από τον κόσμο και να φυλαχτούν από τον πονηρό (χ).
(2)  Μάλλον «με… τα ορθά δόγματα» (Χ), «με την αλήθεια των δογμάτων» (Ζ). Δηλώνεται δηλαδή το όργανο.
Ή, η «εν» φανερώνει κατά κάποιο τρόπο την ατμόσφαιρα και το στοιχείο μέσα στο οποίο θα αγιαστούν. Οι αληθινοί μαθητές του Χριστού ζουν και κινούνται στο λόγο της αλήθειας, σαν στο στοιχείο τους. Αναπνέουν αυτήν (Schauffer). Η αλήθεια που δόθηκε σε αυτούς και για την οποία κλήθηκαν να είναι μάρτυρες αυτής, είναι, κατά κάποιο τρόπο, το μέσο και η ατμόσφαιρα της καθιέρωσής τους. Έτσι ο λόγος όχι μόνο καθαρίζει, αλλά και αγιάζει (τ).
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, «ξεχώρισε αυτούς με το ευαγγέλιό σου» (Ζ), «με τον λόγο και το κήρυγμα» (Χ). Οι αλεξανδρινοί μεγαλογράμματοι και κάποιοι άλλοι κώδικες αποσιωπούν το σου.
(3)  Δες ψαλμ. ριη 142, από όπου ίσως και παρατίθεται. Ο Ιησούς είπε ήδη για τους μαθητές, ότι, «έχουν τηρήσει τον λόγο σου». Για αυτό λοιπόν ήταν στην οδό του αγιασμού (β). «Αλήθεια» χωρίς άρθρο= ο λόγος σου είναι αλήθεια και μόνο αλήθεια.
«Δεν υπάρχει κανένα ψεύδος σε αυτόν, αλλά οπωσδήποτε θα πραγματοποιηθούν όλα όσα έχουν ειπωθεί» (Χ).
«Λέει ότι ο λόγος είναι του Πατέρα, όπως και προηγουμένως είπε· ότι εγώ δεν μίλησα από τον εαυτό μου…» (Ζ).
Όλη η σωτηριώδης αλήθεια εμπεριέχεται και εμπεριλαμβάνεται στο λόγο του Θεού. Η θεία αποκάλυψη, η οποία περιέχεται στο λόγο του Θεού, δεν είναι μόνο αγνή και ανόθευτη αλήθεια, αλλά και ολόκληρη η απαραίτητη αλήθεια για τη σωτηρία του ανθρώπου. Ο λόγος λοιπόν αυτός της αλήθειας είναι το συνηθισμένο και εξωτερικό μέσο του αγιασμού μας· είναι το όργανο το οποίο χρησιμοποιεί το άγιο Πνεύμα που αρχίζει και τελειώνει σε μας το έργο της σωτηρίας μας. Είναι το σπέρμα της αναγέννησης, η «σπορά η άφθαρτη» (Α΄Πετρ. α 23) και το λογικό άδολο γάλα της νέας ζωής (στο ίδιο β 1,2).

18 Καθὼς(1) ἐμὲ(2) ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον(3), κἀγὼ(4) ἀπέστειλα(5) αὐτοὺς(2) εἰς τὸν κόσμον.
18Όπως εσύ έστειλες εμένα στον κόσμο, έτσι κι εγώ έστειλα στον κόσμο αυτούς·
(1)  «Το «καθώς» πάλι εδώ δεν σημαίνει εξομοίωση δική του και των αποστόλων» (Χ).
«Ο Θεός έστειλε τον Υιό Του όχι με σάρκα αμαρτίας, αλλά με ομοίωμα σάρκας αμαρτωλής· και ο Υιός έστειλε αυτούς, οι οποίοι αφού γεννήθηκαν με αμαρτωλή σάρκα αγιάστηκαν από αυτόν από την μόλυνση της αμαρτίας» (Αυ).
Η αναγκαιότητα του καθαγιασμού τους δείχνεται τώρα με την αποστολή που τους ανατέθηκε (ο).
(2)  «Λέει ότι τους έχει στείλει στον κόσμο κατά μίμηση της δικής του αποστολής» (Κ).
«Όπως εσύ, θέλοντας τη σωτηρία των ανθρώπων, έστειλες εμένα, έτσι και εγώ θέλοντας αυτήν, έστειλα αυτούς» (Ζ).
Η αποστολή των μαθητών απέβλεπε στο να συνεχίσουν και αυτοί το ίδιο έργο, για το οποίο ο Πατέρας έστειλε αυτόν (g). Η αποστολική διακονία, η οποία αρχίζει από την αποστολή του Υιού από τον Πατέρα συνεχίζεται με την αποστολή των αποστόλων από τον Υιό (τ).
(3)  «Ο Ιησούς έγινε απόστολος και αρχιερέας της ομολογίας μας… σύμφωνα βεβαίως με την εξωτερική μορφή που αρμόζει στην ανθρώπινη φύση και σύμφωνα με τον τρόπο της κένωσης· λέει λοιπόν ότι οι μαθητές που προεκλέχτηκαν μία φορά για αυτό το σκοπό, χρειάζονται οπωσδήποτε να αγιάζονται από τον Άγιο Πατέρα» (Κ).
«Το θεμέλιο της αποστολής είναι ο αγιασμός σύμφωνα με το ι 36 «τον οποίο ο πατέρας αγίασε και έστειλε στον κόσμο»» (b).
(4)  Ο Υιός με τη δύναμη της εξουσίας του ως μεσίτη, με την οποία ήταν ντυμένος, έστειλε τους μαθητές του να φέρουν σε τέλειο πέρας το έργο, το οποίο αυτός άρχισε (ο).
(5)  «Λέει σαν να έγινε, αυτό που θα γίνει, επειδή ήδη πρόκειται να τους στείλει μετά από λίγο» (Ζ). Είχε ήδη ελκύσει και παιδαγωγήσει αυτούς σε μία σφαίρα ανώτερη από τη ζωή του κόσμου (g) και είχε καταρτίσει αυτούς για αυτήν την αποστολή. Άρχισα να στέλνω αυτούς και απένειμα σε αυτούς το αποστολικό αξίωμα (b).
Τους έστειλα στο ίδιο έργο και με τον ίδιο σκοπό. Τους έστειλα να κηρύττουν την ίδια διδασκαλία, την οποία και εγώ κήρυξα και να επιβεβαιώσουν αυτήν με τα ίδια τεκμήρια και αποδείξεις, παραδίδοντας αυτήν και στους άλλους, όπως αυτοί παρέλαβαν αυτήν από εμένα. Είναι και αυτοί απεσταλμένοι, όπως και αυτός στάλθηκε από τον Πατέρα. Ονομάζεται και αυτός «απόστολος» (Εβρ. γ 1) και «διάκονος» (Ρωμ. ιε 8) και «άγγελος της διαθήκης» (Μαλ. γ 1). Με την ουσιώδη όμως διαφορά, ότι εκείνοι μεν στάλθηκαν ως δούλοι, ενώ αυτός ως Υιός.

19 Καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ(1) ἁγιάζω ἐμαυτόν(2), ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι(3) ἐν ἀληθείᾳ(4).
19και για χάρη τους αφιερώνω και προσφέρω τον εαυτό μου σ’ εσένα, ώστε κι αυτοί, με τη βοήθεια της αλήθειας, να είναι αφιερωμένοι σ’ εσένα.
(1)  Με έμφαση μπαίνει μπροστά. Κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να πει… Εγώ αγιάζω τον εαυτό μου. Με τον αγιασμό τον δικό του αγιάζονται οι μαθητές (β). Ο σιναϊτικός και ο βατικανός αποσιωπούν αυτό.
(2)  Ή «τον προσφέρω σε σένα θυσία. Οι θυσίες λοιπόν όλες λέγονται άγιες και άγια κυρίως είναι τα αφιερωμένα στο Θεό» (Χ).
Ή, πιο σωστά, το αγιάζω με την έννοια του «αφιερώνω και ξεχωρίζω» και το αγίασα τον εαυτό μου: «δηλαδή αφιέρωσα και πρόσφερα και προσκόμισα σαν θύμα ιερό για ευωδιαστή οσμή στο Θεό και Πατέρα» (Κ).
Με την ίδια δηλαδή έννοια όπως και παραπάνω. Το αγιάζω, όπως είπαμε, δεν υπονοεί αναγκαία και τον καθαρισμό από κάποιον μολυσμό. Ο Ιησούς όντας αναμάρτητος, αγιάζει τον εαυτό του. Αυτό δεν έγινε μία φορά από αυτόν. Ολόκληρη η επί γης ζωή του πήρε τη σφραγίδα της καθοσίωσης και αφιέρωσης αυτής με τρόπο ολοένα αυξανόμενο έως ότου τελειοποιήθηκε η αφιέρωση αυτή με το θάνατο (g).
Αφιερώνω και καθαγιάζω πλήρως τον εαυτό μου σε σένα… Αγιάζω τον εαυτό μου υπομένοντας θάνατο και θάνατο σταυρικό (b). Η λέξη αγιάζω είναι καθαρά βιβλική και η χρήση της από τους Ο΄(μετάφραση των 70 της Π.Δ.) υποβοηθά στην διακρίβωση της σημασίας της. Στους Ο΄ σημαίνει συνήθως ξεχωρίζω και καθιερώνω ένα πρόσωπο ή πράγμα για υπηρεσία του Θεού και ειδικότερα αφιερώνω ως θυσία. Για παράδειγμα, στο Ιερεμ. α 5 («πριν βγεις από τη μήτρα σε είχα αγιάσει») όπως και στο Σοφ. Σειρ. με 4,μθ 7 και Β΄Μακ. α 25 σημαίνει τον διαχωρισμό και την καθιέρωση του Ιερεμία, του Μωϋσή και του εκλεκτού λαού για την ειδική υπηρεσία του Θεού. Στο Εξοδ. ιγ 2,κθ 1,21,37,μ 9 κλπ η λέξη σημαίνει την καθιέρωση του Ααρών και των γιων του στη διακονία της ιερωσύνης, του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων, των σκευών της σκηνής, των αμφίων που φορούσε ο αρχιερέας κατά την ημέρα του εξιλασμού, το ξεχώρισμα των πρωτότοκων, τόσο των ανθρώπων, όσο και των ζώων και την θυσία κάθε πρωτότοκου, το οποίο θα γεννηθεί στα βόδια και τα πρόβατα (Δευτ. ιε 19). Κανένα όμως από τα πρωτότοκα που είχε έλλειψη ή κάποιο ελάττωμα δεν επιτρέπεται να προσφερθεί ως θυσία (Δευτ. ιε 21).
Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε, ότι η λέξη έχει διπλή σημασία. Μπορεί να σημαίνει την καθιέρωση προφήτου στην υπηρεσία του Θεού και έτσι να υπονοεί, ότι έχει ήδη ξεχωριστεί και γίνει δίκαιος. Μπορεί όμως να σημαίνει και την αφιέρωση για θυσία του ήδη αμώμου. Εδώ σημαίνει ότι ο υιός του Θεού αφιέρωσε την άμεμπτη ζωή του ως αποτελεσματική θυσία χάριν των μαθητών του, για να μπορέσουν αυτοί να ζήσουν και να δράσουν στον κόσμο αγιασμένοι μέσω του Ιησού Χριστού τοποθετούμενοι στη διακονία του Θεού μέχρι θανάτου. Ο καθαγιασμός λοιπόν των μαθητών εξαρτάται από τον καθαγιασμό και την καθιέρωση του Υιού του Θεού, με τη διαφορά όμως, ότι οι μαθητές είναι αγιασμένοι από τον Χριστό, ενώ ο Χριστός αγίασε ο ίδιος τον εαυτό του. Και ο καθαγιασμός του προηγήθηκε από αυτόν των μαθητών (χ).
Αξιοσημείωτη και η παρατήρηση: «Λέγοντας αυτό έδειξε, ότι δεν είναι αυτός που αγιάζεται, αλλά που αγιάζει· διότι δεν αγιάζεται από άλλον, αλλά ο ίδιος αγιάζει τον εαυτό του… Πώς λοιπόν γίνεται αυτό; Πώς λέει αυτό, παρά μόνο με τη σημασία ότι εγώ, όντας Λόγος του Πατέρα, εγώ ο ίδιος δίνω στον εαυτό μου, που έγινε άνθρωπος, το Πνεύμα· και με το Πνεύμα αγιάζω τον εαυτό μου που έγινε άνθρωπος, έτσι ώστε λοιπόν μέσα από εμένα που είμαι η αλήθεια… να αγιαστούν οι πάντες» (Α).
(3)  Ή «διότι πράγματι και αυτούς τους αφιερώνω σε σένα και τους κάνω προσφορά. Ή επειδή αυτό γίνεται στην κεφαλή, ή επειδή και αυτοί θα θυσιαστούν» (Χ)·
«για να είναι θυσιασμένοι, αφού η κεφαλή τους θυσιάστηκε· ή με την έννοια ότι και αυτοί θυσιάστηκαν, διότι λέει ο απόστολος, λογαριαστήκαμε σαν πρόβατα σφαγής… Διότι μπορεί να θυσιαστεί κάποιος και χωρίς σφαγή» (Ζ).
Ή, πιο σωστά, «για να μεταμορφώσω αυτούς σε μία καινούργια ζωή» (Κ).
Για να είμαστε «αγιασμένοι με την προσφορά του σώματος του Ιησού Χριστού» (Εβρ. ι 10). Έτσι ώστε ο αγιασμός του Ιησού Χριστού να μεταδοθεί και στους δικούς του μαθητές. Ο Κύριος ως ιερέας και θυσιαστήριο καθαγίασε τον εαυτό του ως θύμα. Όταν είπε, Πατέρα δόξασε το όνομά σου, και, Πατέρα ας γίνει το θέλημά σου και, Πατέρα στα χέρια σου θα παραδώσω το πνεύμα μου, ξεπλήρωσε την ικανοποίηση, την οποία υποχρεούνταν ως αντιπρόσωπός μας να προσφέρει και έτσι αγίασε τον εαυτό του. Αγίασε τον εαυτό του χάριν των μαθητών, ώστε και αυτοί να αγιαστούν, ώστε και αυτοί να γίνουν μάρτυρες. Αγιάζω τον εαυτό μου, ώστε και αυτοί να αφιερωθούν στη δόξα του Θεού και το καλό της εκκλησίας. Οτιδήποτε λοιπόν τίμιο στα μάτια του Κυρίου υπάρχει στο θάνατο των αγίων, οφείλεται στο θάνατο του Κυρίου Ιησού. Οι ιερείς του νόμου καθιερώνονταν με αίμα ταύρων και τράγων. Οι διάκονοι όμως του ευαγγελίου καθιερώνονται με το αίμα του Ιησού.
(4)  Ή, αληθινά αγιασμένοι, σε αντίθεση με τον φαρισαϊκό καθαγιασμό ή με τον τυπικό καθαγιασμό της λευϊτικής ιερωσύνης (g).
«Διότι οι παλιές μεν θυσίες ήταν τύπος και όλα τα άγια ήταν τυπικά αφιερωμένα στο Θεό, αφού σκιαγραφούσαν κάτι άλλο. Οι αφιερωμένες όμως στο Θεό ψυχές, είναι αληθινά αγιασμένες και ξεχωρισμένες και αφιερωμένες στο Θεό, όπως και ο Παύλος λέει, Παρουσιάστε τα μέλη σας θυσία ζωντανή, άγια. Αγίασε λοιπόν και αφιέρωσε τις ψυχές των μαθητών και κάνε αυτές αφιερώματα αληθινά» (Θφ).
Ή, πιο σωστά, «με την αλήθεια», με τον θείο λόγο όπως στο σ. 17. Ή, και με συνδυασμό και των δύο «όχι όπως παλιά ήταν τυπικός ο αγιασμός στο πρόβατο, έτσι και τώρα, αλλά με την ίδια την αλήθεια» (Σχ).

20 Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον(1), ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων(2) διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν(3) εἰς ἐμέ,
20»Δεν προσεύχομαι μόνο γι’ αυτούς αλλά και για κείνους που με το κήρυγμα αυτών θα πιστεύουν σ’ εμένα,
(1)  «Επειδή δηλαδή πέθαινε για αυτούς, και είπε επίσης ότι για χάρη τους αγιάζω τον εαυτό μου, για να μην νομίσει κάποιος ότι το έκανε αυτό μόνο για τους αποστόλους, πρόσθεσε, όχι για αυτούς…» (Χ).
«Παρακαλάει λοιπόν ο Κύριος όχι μόνο για τους δώδεκα μαθητές» (Κ).
Η ιδέα της καθιέρωσης σε διακονία του στενότερου κύκλου των μαθητών υπενθυμίζει τον ευρύτερο κύκλο των πιστών, ο οποίος θα είναι ο καρπός της ιεραποστολικής τους δράσης (μ).
(2)  Αυτή είναι πιο αυθεντική γραφή από τη γραφή: πιστευσόντων. Ο ενεστώτας λέγεται προληπτικά αντί για μέλλοντα. Η Βουλγάτα (λατινική μετάφραση) μεταφράζει «οι οποίοι θα πιστέψουν».
«Δεν πρέπει να εννοηθεί ότι αναφέρεται σε εκείνους μόνους, οι οποίοι άκουσαν αυτούς τους ίδιους τους αποστόλους για όσο ζούσαν σωματικά, αλλά και στους άλλους οι οποίοι γεννήθηκαν πολύ μετά το θάνατο εκείνων και πίστεψαν στο Χριστό μέσω του λόγου τους» (Αυ).
«Από εδώ πάλι αναπτέρωσε τις ψυχές τους, δείχνοντας ότι θα έχουν πολλούς μαθητές» (Χ).
Ο Κύριος ενδιαφέρεται κατά την μεσιτεία του προς τον Πατέρα μόνο για εκείνους, οι οποίοι πιστεύουν ή θα πιστέψουν σε αυτόν. Για εκείνους οι οποίοι είδαν και πίστεψαν, όπως και για αυτούς που δεν είδαν και πίστεψαν. Είναι λοιπόν σίγουρα και αλάνθαστα γνωστοί στο Χριστό όλοι αυτοί. Δεν προσεύχεται εδώ τυχαία υπολογίζοντας τα ενδεχόμενα και πιθανά, αλλά γνωρίζοντας πολύ καλά αυτούς που του δόθηκαν από τον Πατέρα, οι οποίοι ήταν ταγμένοι για ζωή αιώνια. Για όλους αυτούς προσεύχεται ο Κύριος. Όχι μόνο για τους μεγάλους και διακεκριμένους μεταξύ των πιστών, αλλά για τους πιο άσημους και τους ασθενέστερους από αυτούς και για εκείνους τους οποίους ο κόσμος προσπερνά με βλέμμα αδιαφορίας και περιφρόνησης. Όπως η θεία Πρόνοια εκτείνεται και μέχρι τα ελάχιστα δημιουργήματα, έτσι και η θεία χάρη εκχύνεται και σε αυτούς τους πιο άσημους από τους Χριστιανούς.
(3)  Έτσι οι απόστολοι δεν έχουν απλό προνόμιο προτεραιότητας, αλλά κατέχουν μοναδική θέση στην εκκλησία. Κάθε διδασκαλία ικανή να γεννήσει πίστη δεν μπορεί παρά να είναι επανάληψη της δικής τους διδασκαλίας. Ο όρος «λόγος», δεν δηλώνει μόνο την μαρτυρία, δηλαδή την αφήγηση των ευαγγελικών γεγονότων, αλλά και την αποκάλυψη της θρησκευτικής και ηθικής έννοιας των γεγονότων. Αποτελεί αυτός το περιεχόμενο τόσο των ευαγγελίων, όσο και των επιστολών (g).

21 ἵνα(1) πάντες ἓν ὦσι(2), καθὼς σύ(3), πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν(4), ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ(5) ὅτι σύ με ἀπέστειλας(6).
21ώστε να είναι όλοι ένα, όπως εσύ, Πατέρα, είσαι ενωμένος μ’ εμένα κι εγώ μ’ εσένα. Να είναι κι αυτοί ενωμένοι μ’ εμάς, κι έτσι ο κόσμος να πιστέψει ότι μ’ έστειλες εσύ.
(1)  Μπορεί να σημαίνει ή το αντικείμενο και τον σκοπό της προσευχής· το αντικείμενο της αίτησης παρουσιάζεται υπό μορφή σκοπού, ο οποίος πρέπει να επιτευχθεί με την προσευχή αυτή (=προσεύχομαι για να είναι όλοι ένα…)·
ή, το αποτέλεσμα το οποίο θα έλθει από εκείνα, για τα οποία προσευχήθηκε (=ζητώ τον αγιασμό με την αλήθειά σου, για να έλθει σε αυτούς το αποτέλεσμα αυτό της μεταξύ τους και με εμάς ενότητας). Μάλλον το πρώτο, χωρίς να αποκλείεται τελείως και το δεύτερο=Το αποτέλεσμα γίνεται και αντικείμενο προσευχής (ο).
(2)  Εκφέρει πρώτον τη γενική ιδέα (g).
«Απαιτεί τον σύνδεσμο της αγάπης, της ομόνοιας και της ειρήνης, ο οποίος θα συναθροίσει τους πιστούς ώστε να έχουν την πνευματική ενότητα» (Κ).
«Αφού άρχισε λοιπόν από την αγάπη και την ομόνοια, πάλι σε αυτήν τελείωσε τον λόγο, δείχνοντας ότι η αγάπη είναι κάτι που το αγαπά ο Θεός και πάρα πολύ σπουδαίο» (Ζ).
Πρόκειται όχι για ενότητα ουσίας αλλά αγάπης. Πρόκειται για την ενότητα του Πνεύματος, η οποία θα προέρχεται από το ότι θα είναι «ένα σώμα και ένα Πνεύμα… με μία ελπίδα της κλήσης», έχοντας «ένα Κύριο, μία πίστη, ένα βάπτισμα, έναν Πατέρα» (Εφεσ. δ 4-6)(ο). Δες ι 16,ια 52. Ο Χριστός πέθανε «για να συγκεντρώσει σε ένα» τους πάντες (Ιω. ια 52,Εφεσ. α 10), ώστε όλοι να εμπνέονται από ένα Πνεύμα. Η ένωση με τον Πατέρα και τον Υιό, για την οποία μιλά αμέσως σε λίγο, επιτυγχάνεται και διατηρείται μόνο μέσω του αγίου Πνεύματος. «Αυτός που προσκολλάται στον Κύριο είναι ένα πνεύμα» (Α΄Κορ. στ 17). Ας εντυπωθεί σε όλους η ίδια εικόνα και επιγραφή, και ας διευθύνονται όλοι από την ίδια δύναμη. Έτσι θα έχουν όλοι τα ίδια φρονήματα, τις ίδιες διαθέσεις και κλίσεις, τα ίδια ιδανικά και τους ίδιους σκοπούς, τους ίδιους πόθους και τις ίδιες επιδιώξεις και θα είναι όλοι ένα με την αγάπη και τη στοργή.
(3)  Εξαρτάται από το ακόλουθο δεύτερο ἵνα με αντιστροφή όμοια με αυτήν στο ιγ 34. Εξηγεί ειδικότερα με τη νέα αυτή πρόταση, την γενική ιδέα στο πρώτο μέρος του στίχου. Δεν πρόκειται δηλαδή απλώς για την μεταξύ τους ένωση των χριστιανών, αλλά προ παντός για την ένωση του σώματος των πιστών με το Χριστό και μέσω αυτού με το Θεό (g).
«Πάλι το «καθώς» δεν σημαίνει ακριβή εξίσωση στη δική τους περίπτωση· διότι δεν θα μπορούσαν αυτοί σε τέτοιο βαθμό, αλλά όσο είναι δυνατόν σε ανθρώπους· όπως ακριβώς όταν λέει· να γίνεσθε οικτίρμονες (σπλαχνικοί), όπως ο Πατέρας σας» (Χ).
«Ο σύνδεσμος βεβαίως της δικής μας αγάπης, οπωσδήποτε δεν θα συναγωνιστεί… στο να είναι έτσι απαράλλακτος, όπως είναι ο Πατέρας και ο Υιός, οι οποίοι διασώζουν τον τρόπο της ενότητας μέσα στην ενότητα της ουσίας τους… Αλλά εκείνο βεβαίως πάλι θα πούμε αναγκαστικά, ότι δηλαδή ο Χριστός, παίρνοντας την ενότητα της ουσίας (Πατρός και Υιού) σαν εικόνα και σύμβολο της αδιάσπαστης φιλίας και ομόνοιας και ενότητας που κατανοείται ως προς την ομοψυχία, θέλει και εμείς να αναμιγνυόμαστε κατά κάποιο τρόπο μεταξύ μας» (Κ).
«Δεν λέει να γίνουμε και εμείς, έτσι όπως είναι ο Υιός μέσα στον Πατέρα· πώς θα γινόταν αυτό, από τη στιγμή που βεβαίως ο μεν Λόγος είναι και σοφία του Θεού, ενώ εμείς πλαστήκαμε από τη γη. Και ο μεν είναι από τη φύση του και από την ουσία του Λόγος και Θεός αληθινός… ενώ εμείς γινόμαστε μέσω αυτού γιοι του, μέσω υιοθεσίας και χάρης… Επομένως δεν έλεγε «για να είναι ένα όπως εμείς», για να γίνουμε όπως αυτός· αλλά ώστε όπως ακριβώς εκείνος όντας Λόγος, είναι ενωμένος με τον Πατέρα του, έτσι και εμείς, παίρνοντας σαν κάποιο πρότυπο και βλέποντας εκείνον, να γίνουμε ένα μεταξύ μας με την ομοψυχία και με την ενότητα του πνεύματος και να μην διαφωνούμε…, αλλά να έχουμε το ίδιο φρόνημα» (Α).
«Διότι δεν είναι δυνατόν με άλλο τρόπο να γίνουν όλοι ένα, όπως εμείς είμαστε ένα, παρά μόνο αν αποχωριστούν από όλα όσα τους χωρίζουν μεταξύ τους, και ενωθούν με εμάς οι οποίοι είμαστε ένα» (Γν).
(4)  Κάποιοι μεγαλογράμματοι κώδικες αποσιωπούν το ἓν.
«Ο Πατέρας είναι με το Υιό και ο Υιός με τον Πατέρα, έτσι ώστε είναι ένα, διότι έχουν την ίδια ουσία. Εμείς όμως ενώ μπορούμε να είμαστε με αυτούς, δεν μπορούμε να είμαστε ένα μαζί τους. Διότι εμείς και αυτοί δεν έχουμε την ίδια ουσία, όπως έχει ο Υιός Θεός μαζί με τον Πατέρα» (Αυ).
Δες Α΄Ιω. α 3 («η σχέση η δική μας με τον Πατέρα και με τον Υιό του…»). Το «μείνετε με μένα» του ιε 4 καταλήγει στο ίδιο νόημα. Με την ενοίκηση του αγίου Πνεύματος, οι πιστοί γίνονται κοινωνοί του Πατέρα και του Υιού. Αυτή είναι η παραμονή στην αγάπη του Χριστού (ιε 10)(β,ο).
«Επειδή ο Θεός είναι ένας, όταν έρθει στο καθένα, ενώνει τους πάντες και χάνεται ο αριθμός με τον ερχομό της μονάδας» (Β).
Οι πιστοί είναι σε κάποιο μέτρο, όπως και ο Θεός και ο Χριστός είναι ένα. Η ενότητά τους είναι όντως θεία, είναι ενότητα στενή και αδιάσπαστη· ενώνονται μεταξύ τους μέσω της θείας φύσης, με τη δύναμη της θείας χάρης για επιδίωξη των θείων βουλών. Επιπλέον η ένωσή τους είναι ένωση άγια, με Άγιο Πνεύμα, για άγιους σκοπούς. Δεν είναι σώμα πολιτικό για κοσμικούς σκοπούς. Τέλος είναι ένωση τέλεια και πλήρης. Ο Πατέρας και ο Υιός, με τους οποίους και οι πιστοί γίνονται ένα, έχουν τα ίδια ιδιώματα και προσόντα και τις ίδιες τελειότητες. Έτσι θα έχουν και οι πιστοί, εφόσον θα αγιαστούν και εφόσον η χάρη θα επισκεφτεί αυτούς πλούσια. Θα συμφωνούν πλήρως μεταξύ τους και θα μεταμορφωθούν οι πάντες στην ίδια εικόνα. Η ενότητα αυτή θα αποτελεί φαινόμενο νέο, χωρίς προηγούμενο, στον κόσμο, και η θέα αυτού πρόκειται να είναι ισχυρό μέσο, ώστε με αυτό να οδηγηθεί ο κόσμος στην πίστη (g).
(5)  Ο σιναϊτικός και ο βατικανός γράφουν πιστεύῃ. «Το οποίο ακριβώς έλεγε και όταν άρχιζε, ότι,
«Με αυτό θα γνωρίσουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, εάν αγαπιέστε μεταξύ σας». Και πώς από αυτό επρόκειτο να πιστεύουν; Επειδή, λέει, είσαι Θεός της ειρήνης» (Χ).
«Από την ομόνοια λοιπόν των μαθητών, εγώ ο διδάσκαλος θα φανώ ότι ήλθα από το Θεό. Εάν όμως έχουν διαμάχες, δεν θα πουν ότι είναι μαθητές του ειρηνικού· αν όμως δεν είμαι ειρηνικός, δεν θα ομολογήσουν ότι έχω σταλθεί από σένα» (Θφ).
Η συνέπεια της πνευματικής ενότητας των χριστιανών, που αποδεικνύεται με την μεταξύ τους κοινή αγάπη, θα είναι ότι ο κόσμος τελικά θα πειστεί, ότι η αποστολή του Ιησού υπήρξε θεία και ότι είναι ο Σωτήρας του κόσμου. Για μία τέτοια πρόβλεψη καθολικού σεβασμού δες Αποκ. γ 9 και Α΄Κορ. ιε 28 (β).
Ή και άλλη ερμηνεία· Πρόκειται εδώ για σκοπό, ο οποίος μπορεί να μην εκπληρωθεί για όλους. Σε κάθε όμως περίπτωση ο Ιησούς διακηρύττει, ότι στον κόσμο, τον ξένο με το Θεό, βρίσκονται ακόμη στοιχεία κατάλληλα να ελκυστούν προς το Θεό (g).
Όπως ακριβώς η έλλειψη ενότητας στην εκκλησία είναι η μεγαλύτερη πέτρα σκανδάλου για τους μη χριστιανούς, έτσι η ενότητά τους θα αποτελεί κύριο τεκμήριο για τον θείο χαρακτήρα της αποστολής του Χριστού (μ). Δείχνεται με αυτό η ευαρέσκεια και η αγαθή διάθεση του Χριστού για τον κόσμο. Θέλει και αυτός, όπως θέλει και ο Πατέρας του «να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να έλθουν σε επίγνωση αλήθειας» (Α΄Τιμ. β 4,Β΄Πέτρ. γ 9). Επιθυμεί λοιπόν να χρησιμοποιηθούν όλα τα δυνατά μέσα, για να πειστεί και να επιστρέψει ο κόσμος. Η ενσωμάτωση των χριστιανών σε μία κοινωνία θα συντελεί πολύ σε αυτό. Διότι όταν ο κόσμος δει τόσα από τα παιδιά του να αποχωρίζονται από την οικογένειά του, να διακρίνονται από τους άλλους και να μεταβάλλονται ριζικά αλλάζοντας τρόπο διαγωγής και συμπεριφοράς· όταν δει, ότι η νέα αυτή κοινωνία συγκροτήθηκε με την ανοησία του κηρύγματος και ότι περιφρουρείται με θαύματα της θείας Πρόνοιας και χάρης, επόμενο είναι να πει: Θα πορευτούμε μαζί σας, διότι βλέπουμε, ότι ο Θεός είναι μαζί σας. Η ένωση άλλωστε των Χριστιανών με αγάπη είναι η ωραιότητα της ομολογίας τους και του τίτλου τους ως χριστιανών και προσκαλεί και τους άλλους να συνενωθούν μαζί τους. Όταν ο Χριστιανισμός αντί να προκαλεί έριδες συντελεί στην κατάπαυσή τους και κάνει τους ανθρώπους να είναι ευμενείς, ευεργετικοί και αγαθοί μεταξύ τους και μεριμνά για διατήρηση της ειρήνης, επόμενο είναι να προσελκύει στον εαυτό του κάθε καρδιά με καλή διάθεση.
(6)  Με την ενότητα αυτή θα αποδειχτεί ότι ο Χριστός στάλθηκε από το Θεό. Θα αποδειχτεί θεία όντως η διδασκαλία του, αφού με αυτήν τόσες ικανότητες διαφορετικές, τόσες ιδιοσυγκρασίες και διάφοροι χαρακτήρες, τόσα συμφέροντα ενώνονται σε ένα σώμα με την πίστη και σε μία καρδιά με την αγάπη. Αυτός ο οποίος διαμορφώνει τις καρδιές των ανθρώπων, ώστε να γίνονται όμοιες μεταξύ τους, στάλθηκε από το Θεό τον παντοδύναμο και τον πανάγαθο, από το Θεό της ειρήνης και της αγάπης.

22 Καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν(1) ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς(2), ἵνα ὦσιν ἓν(3) καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν(4),
22Εγώ τη δόξα που μου έδωσες την έδωσα σ’ αυτούς, για να είναι ένα μεταξύ τους, όπως εμείς είμαστε ένα:
(1)  Ή «την δόξα με τα θαύματα, με τα δόγματα» (Χ).
Ή, «την δόξα από την ομόνοια· διότι από αυτήν δοξάζονται όχι λιγότερο από όσο δοξάζονται από αυτά (τα θαύματα)» (Ζ).
Την δόξα «του να είμαι ένα με σένα» εγώ ως άνθρωπος, «έδωσα σε αυτούς, για να είναι ένα όπως εμείς είμαστε ένα» (Κ).
«Όπως ακριβώς δηλαδή θαυμάζουμε και το Θεό, ότι σε εκείνη την φύση δεν υπάρχει ούτε αντίθεση ούτε διαμάχη, και αυτή είναι μέγιστη δόξα· έτσι και αυτοί, λέει, από αυτό, από την ομόνοια εννοώ, ας γίνουν λαμπροί» (Θφ).
Ή «το συνδετικό αυτής της ενότητας, είναι η δόξα· κανείς βεβαίως από αυτούς που εξετάζουν προσεχτικά, δεν θα έφερνε αντίρρηση στο ότι δόξα λέγεται το Άγιο Πνεύμα» (Γν).
Ή, πιο σωστά, την δόξα του σαρκωμένου Λόγου (δες α 14), την φανέρωση της θείας φύσης στην «ανθρώπινη φύση. Και οι απόστολοι σαν τα κλήματα της αμπέλου έγιναν «μέτοχοι θείας φύσης» (Β΄Πέτρ. α 4). Δες η 54 για τη δόξα του Υιού από τον Πατέρα και Ρωμ. η 30 για τη δόξα των πιστών (β). Είναι το υιϊκό αξίωμα, η κατάσταση της υιοθεσίας, με την οποία έγιναν σε συγκεκριμένο χρόνο και κατά χάριν ό,τι ο Υιός υπάρχει από τη φύση του και αιωνίως, δηλαδή παιδιά του Θεού και αντικείμενα της τέλειας αγάπης του (μ).
Σχετική και η: η δόξα του Ιησού συνίσταται στο να είναι το αντικείμενο της αγάπης του Πατέρα· έδωσε λοιπόν αυτήν στους πιστούς, κάνοντας και αυτούς αντικείμενα της αγάπης του Θεού, που εκδηλώθηκε με την υιοθεσία (g).
Αξιοσημείωτες και οι επόμενες παρατηρήσεις: Στους αποστόλους δόθηκε η δόξα να είναι οι πρώτοι φυτουργοί της εκκλησίας· η δόξα να είναι πρεσβευτές του Θεού στον κόσμο, η δόξα του να κάνουν θαύματα, η δόξα του να μαζεύουν τα στον κόσμο διασκορπισμένα παιδιά και να ανεγείρουν το θρόνο της βασιλείας του Θεού μεταξύ των ανθρώπων. Η δόξα αυτή δόθηκε πρωτίστως και κυρίως στο Χριστό και μέρος της δόξας αυτής δόθηκε και στους αποστόλους, όταν έστειλε αυτούς ο Κύριος για να μαθητεύσουν όλα τα έθνη. Αλλά και σε όλους γενικά τους πιστούς δόθηκε η δόξα να γίνουν δεκτοί στην διαθήκη με τον Πατέρα. Στον Υιό που ενανθρώπησε δόθηκε η δόξα να οδηγηθεί στον κόλπο του Πατέρα και να εξασφαλιστεί σε αυτόν θέση στα δεξιά του Πατέρα. Αλλά η δόξα αυτή που δόθηκε στο Λυτρωτή εξασφαλίστηκε και στους λυτρωμένους από αυτόν, οι οποίοι ενωμένοι σε ένα σώμα με τον δοξασμένο Θεάνθρωπο, συνεγείρονται και συνανυψώνονται και συγκάθονται μαζί του στα επουράνια με το Χριστό.
(2)  Ω! Πόση είναι η μεγαλειότητα των χριστιανών! Έχω δώσει ήδη, έστω και μυστικά (b).
(3)  Το αποτέλεσμα της μετάδοσης της δόξας αυτής: «για να είναι ομόψυχοι» (Χ). Η ένωση των πιστών με το Χριστό και η συμμετοχή της δόξας του παράγουν και ένωση των πιστών μεταξύ τους (ο)· ενώνονται αυτοί πνευματικά σε ένα, όπως και ο Πατέρας με τον Υιό είναι ένα (β). Η αγάπη του Πατέρα, την οποία απολαμβάνουν όλοι, ενώνει αυτούς στενά μεταξύ τους και αποτελούν οι πάντες μία οικογένεια, της οποίας μεγαλύτερος αδελφός είναι ο Ιησούς. Δες Ρωμ. η 29,Εφεσ. α 10 (g).
(4)  Ο Βατικανός, ο του Βέζα και δύο άλλοι μεγαλογράμματοι, αποσιωπούν το ἐσμέν, ενώ ο σιναϊτικός το ἕν ἐσμεν.

23 ἐγὼ(1) ἐν αὐτοῖς(2) καὶ σὺ ἐν ἐμοί(3), ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν(4), καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας(5) καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς(6) καθὼς(7) ἐμὲ ἠγάπησας.
23Εγώ ενωμένος μαζί τους κι εσύ ενωμένος μαζί μου, ώστε ν’ αποτελούν μια τέλεια ενότητα, κι έτσι ο κόσμος να καταλαβαίνει ότι μ’ έστειλες εσύ κι ότι αγάπησες κι αυτούς όπως αγάπησες εμένα.
(1)  Καθορίζει τώρα τον τρόπο και την φύση αυτής της ενότητας. Δεν μιλά εδώ για τέτοια αμοιβαία ενοίκηση, στην οποία να συγχωνεύεται απορροφούμενη κάθε ατομική προσωπικότητα, αλλά για ενοίκηση αγάπης και ενότητας προθέσεων, σκοπών, πόθων και αισθημάτων. Η ενότητα λοιπόν αυτή δεν συνίσταται στην ενότητα εκείνη της ουσίας, η οποία στην ύψιστη και κατεξοχήν απόλυτη έννοια κάνει τα τρία πρόσωπα της θεότητας ένα Θεό, αλλά είναι ενότητα ηθική και όχι ενότητα ουσίας (ο).
(2)  Έτσι μίλησε ο Κύριος και στο ιδ 20 και η ιδέα του ότι είναι ο Χριστός με τους πιστούς είναι οικεία τόσο στον Παύλο, όσο και τον Ιωάννη. Δες Ρωμ. η 10,Β΄Κορ. ιγ 5,Γαλ. β 20,δ 19(β).
«Μπαίνει δηλαδή μέσα μας ο Χριστός σωματικά, από τη μία, ως άνθρωπος, με το να αναμιγνύεται και να ενώνεται μαζί μας με την ευλογία τη μυστική (Θεία ευχαριστία)· πνευματικά πάλι, από την άλλη, ως Θεός, ξαναχτίζοντας, με την ενέργεια και χάρη του Πνεύματός του, το πνεύμα που είναι μέσα μας σε μία νέα ζωή και κάνοντάς μας συμμέτοχους της θείας του φύσης» (Κ).
Ο Χριστός κατοικώντας μέσα στις καρδιές των πιστών είναι η ζωή και η ψυχή του νέου ανθρώπου. Μέσω του Χριστού λοιπόν, ενώνονται οι πιστοί και με το Θεό, αλλά και μεταξύ τους έτσι ώστε γίνονται ένα σε βαθμό τελειότατο.
(3)  «Εγώ μεν μέσα σε αυτούς με τρόπο που αρμόζει σε Θεό, λόγω της πίστης, εσύ όμως μέσα σε μένα, με τρόπο που αρμόζει σε πατέρα λόγω της φύσης» (Ζ). «Ο Χριστός λοιπόν, αποδεικνύεται επόμένως ότι είναι σύνδεσμος της ενότητάς μας με το Θεό και Πατέρα, αφού μας εξάρτησε από τον εαυτό του μεν ως άνθρωπος, από το Θεό δε ως Θεός που υπάρχει εκ φύσεως μέσα σε αυτόν που τον γέννησε» (Κ).
(4)  Για να οδηγηθούν σε τέλεια ενότητα (b). Για να τελειοποιηθούν σε ένα (δες για αυτήν τη χρήση του τελειούμαι τα Α΄Ιω. β 5,δ 17,18 και Φιλ. γ 12)(β), «σε ένωση, σε ομόνοια» (Ζ).
«Έχουμε τελειοποιηθεί λοιπόν σε ενότητα με το Θεό και Πατέρα μέσω του μεσίτη Χριστού. Διότι παίρνοντας μέσα μας και σωματικά και πνευματικά τον από τη φύση του και αληθινά Υιό, που έχει ουσιώδη την ένωση με τον Πατέρα… έχουμε δοξαστεί με το να γίνουμε μέτοχοι και κοινωνοί της φύσης που ξεπερνά τα πάντα» (Κ).
(5)  Ή, το γινώσκειν εδώ αναφέρεται στον παγκόσμιο σεβασμό, ο οποίος εκούσια ή ακούσια θα αποδοθεί στο Χριστό όπως περιγράφεται στο Φιλιπ. β 10,Ρωμ. ιδ 10-12 και συνεπώς το γινώσκῃ δεν έχει την ίδια έννοια με το προηγούμενο πιστεύσῃ (g).
Ή, πιο σωστά, το ἵνα γινώσκῃ πρέπει «πρέπει να το πάρουμε σαν να είχε πει πάλι «για να πιστέψει ο κόσμος», διότι μερικές φορές το γινώσκω χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια όπως και το πιστεύω» (Αυ). Ώστε ο κόσμος ολοένα να πιστεύει και να αναγνωρίζει.
«Συνεχώς λέει αυτό, δείχνοντας ότι η ειρήνη μπορεί να κερδίσει κάποιον περισσότερο από το θαύμα» (Χ)
«να κερδίσει τους ανθρώπους στο να πιστέψουν» (Ζ).
«Διότι όπως ακριβώς η έριδα είναι διαλυτικό, έτσι η συμφωνία συνενώνει» (Χ). «Όταν λοιπόν, Πατέρα μου, κερδίσουν μέσω εμού την ένωση με εσένα, τότε θα γνωρίσει ο κόσμος ότι εσύ με έστειλες, δηλαδή με τη δική σου ευαρέσκεια ήλθα στη γη για να βοηθήσω και για να κατορθώσω τη σωτηρία σε αυτούς που πλανιούνται σε αυτήν» (Κ).
(6)  Ο κώδικας του Βέζα και 7 χειρόγραφα γράφουν ηγάπησα αυτούς. Για να γνωρίσει αυτήν την αγάπη ο κόσμος, πρέπει να επιστρέψει με την πίστη με το Χριστό και εκ πείρας να αισθανθεί αυτό. Και από εδώ λοιπόν το «να γνωρίσει» αποδεικνύεται ότι έχει την ίδια σημασία με το «να πιστέψει»= «Θα γνωρίσουν αυτοί που μετείχαν σε αυτήν την τόσο πολυπόθητη χάρη, ότι αγάπησες αυτούς όπως αγάπησες εμένα» (Κ).
«Δηλαδή μέσω του Υιού ο Πατέρας μας αγαπά, διότι μέσω Αυτού μας διάλεξε πριν φτιαχτεί ο κόσμος (Εφεσ. α 4). Διότι ο Πατέρας που αγαπά τον Μονογενή, βεβαίως αγαπά και τα μέλη του, τα οποία δια μέσου Αυτού εγκέντρισε σε Αυτόν υιοθετώντας τα» (Αυ).
(7)  «Πάλι εδώ το «καθώς» λέγεται με την έννοια: όσο είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να αγαπηθεί» (Χ).
«Δεν φανερώνει ισότητα, αλλά κάποια ομοίωση» (Ζ). Ο Πατέρας «αγάπησε τον Υιό όσον αφορά στη θεότητά του, διότι γέννησε Αυτόν ίσο με τον Εαυτό του· αγάπησε Αυτόν και ως προς την ανθρώπινη φύση του, διότι ο μονογενής Λόγος έγινε σάρκα και λόγω της ένωσης αυτής με το Λόγο, η σάρκα είναι αγαπητή στον Πατέρα. Αγαπά από την άλλη εμάς, επειδή είμαστε μέλη Εκείνου, τον οποίο αγάπησε» (Αυ).

24 Πάτερ(1), οὓς δέδωκάς μοι(2), θέλω(3) ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ(4) κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ(5), ἵνα(6) θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν(7) ἣν δέδωκάς μοι(8), ὅτι ἠγάπησάς με(9) πρὸ καταβολῆς κόσμου(10).
24»Πατέρα, θέλω αυτοί που μου έδωσες να είναι μαζί μου όπου είμαι κι εγώ, για να μπορούν να βλέπουν τη δόξα μου, τη δόξα που μου χάρισες, γιατί με αγάπησες προτού να γίνει ο κόσμος.
(1)  Η επανάληψη της επίκλησης και εδώ και στον επόμενο σ. δείχνει την αυξανόμενη επιμονή, με την οποία δέεται ο Ιησούς, αφού πλησιάζει προς το τέλος της προσευχής (g).
(2)  Ο σιναϊτικός, βατικανός, του Βέζα γράφουν ὃ δέδωκάς μοι. Αναφέρεται σε όλους τους πιστούς.
«Αυτοί που έγιναν δικοί μου με την προσέγγιση μέσω της πίστης και με τον φωτισμό τον δικό σου» (Κ).
Αυτοί που σύμφωνα με τον προηγ. σ. «ενώθηκαν ήδη μέσω αυτού με τον Πατέρα και έχουν τύχει της αγάπης, την οποία και αυτός έχει από τον Πατέρα» (Κ).
(3)  Είπε στους σ. 9,15,20 ερωτώ. Τώρα η γλώσσα του αποβαίνει εντονότερη… Ο Ιησούς ζητά με το δικαίωμα αξίωσης και αιτείται με θάρρος ως Υιός, όχι ως δούλος (b). Ήλθε όχι για να κάνει το θέλημά του, γνωρίζει όμως, ότι αυτό το οποίο με το «θέλω» αυτό αξιώνει, είναι και θέλημα του Πατέρα (τ). Η λέξη θέλω εκπλήσσει σε προσευχή. Αλλά είναι η προσευχή του Υιού του Θεού και το θύμα του Γολγοθά είχε δικαίωμα να εισακουστεί (F).
(4)  «Στη βασιλεία σου δηλαδή» (Ζ). Μιλά για τη δόξα του μετά την ανάσταση και ανάληψη. Όπου είμαι εγώ δηλαδή στον Παράδεισο, όπου πήγε η ψυχή του Χριστού μετά την εκπνοή του πάνω στο Σταυρό· στον τρίτο ουρανό όπου η ανθρώπινη φύση του ανυψώθηκε κατά την ανάληψη. Όπου είμαι σε λίγο και όπου θα είμαι αιωνίως. Το να είμαστε μαζί του και να είμαστε στον ίδιο τόπο όπου και αυτός δεν αποτελεί ταυτολογία, αλλά δηλώνει, ότι η μακαριότητα των πιστών θα συνίσταται όχι μόνο στο ότι θα είναι στον ίδιο ευφρόσυνο τόπο, στον οποίο και ο Χριστός, αλλά και στο ότι τον τόπο θα καθιστά ευφρόσυνο η παρουσία του Χριστού. Ο ουρανός του ουρανού είναι το να βρίσκεται κάποιος μαζί με το Χριστό, απολαμβάνοντας τη συντροφιά του και συμμετέχοντας στη σχέση μαζί του. Δες Φιλιπ. α 23.
(5)  «Συμβασιλεύοντας με μένα» (Ζ).
«Το τι αγαθό είναι, το να είμαστε μαζί με τον ίδιο το Χριστό, ποιος λόγος θα μπορούσε να μας το αποκαλύψει;… Θα μας απονεμηθεί κατά κάποιο τρόπο ο ίδιος τόπος σε εμάς και το Χριστό, σαν να παίρνουμε τις όμοιες και ίσες τιμές, κατά ομοιότητα βεβαίως και μίμηση. Διότι θα πάρουμε την ίδια μορφή με τη δόξα του και θα βασιλεύσουμε μαζί του» (Κ).
(6)  Εξαρτάται από το ὦσι μετ' ἐμοῦ=να είναι μαζί μου για να βλέπουν.
(7)  «Για να βλέπουν, είπε, όχι για να πιστεύουν» (Αυ). Για να βλέπουν απολαμβάνοντας αυτήν (b). «Εδώ υπαινίσσεται, ότι η όλη ανάπαυση αυτή είναι, το να βλέπει κάποιος τον Υιό του Θεού. Αυτό βέβαια και μας κάνει να δοξαζόμαστε, το οποίο και ο Παύλος λέει «με ακάλυπτο πρόσωπο αντανακλούμε τη δόξα του Κυρίου»»(Β΄Κορ. γ 18)(Χ).
«Διότι είναι όντως μέγιστη δόξα, το να βλέπει κάποιος τη δόξα του» (Ζ).
«Δείχνει όμως από εδώ, ότι δεν θα γίνει ορατός τότε, έτσι ακριβώς όπως τώρα τον βλέπουν, με ευτελή εξωτερική μορφή, αλλά με δόξα την οποία είχε πριν φτιαχτεί ο κόσμος» (Θφ). Η δόξα της οποίας η θέα πρόκειται να είναι η κληρονομιά των αγίων, είναι η δόξα του αιωνίου Λόγου, την οποία είχε πριν φτιαχτεί ο κόσμος (σ. 5). Πρόκειται να δουν αυτόν «όπως είναι» (Α΄Ιω. γ 2)(β). Το θεωρώ=γνωρίζω με το να βλέπω, μαθαίνω καλά. Εδώ=είμαι συμμέτοχος και συγκοινωνός της δόξας δηλαδή της μακάριας κατάστασης του Χριστού στον ουρανό (G).
Η μακαριότητα των λυτρωμένων συνίσταται κατεξοχήν στο να βλέπουν τη δόξα του Χριστού. Θα απολαμβάνουν την άμεση θέα του ένδοξου προσώπου του Χριστού, θα έχουν σαφή κατανόηση της ένδοξης οικονομίας του, όπως τότε θα είναι τελειοποιημένη. Θα βλέπουν τις πηγές εκείνες της αγάπης, από τις οποίες αναπηδούν όλα τα ρεύματα της χάρης. Και η δόξα αυτή του αρνίου, η οποία θα είναι το φως της νέας Ιερουσαλήμ θα αντανακλάται πάνω τους και θα μεταμορφώνονται αυτοί σύμφωνα με την ίδια εικόνα από δόξα σε δόξα.
(8)  Ή μου έδωσες και ως άνθρωπο, αυτήν που είχα ως Θεός.
«Πρέπει να σημειωθεί βεβαίως ότι λέει ότι του έχουν δοθεί από τον Πατέρα και οι ίδιοι οι μαθητές και η δόξα η θεοπρεπής και η εξουσία στα πάντα, όχι στη θεία Του φύση, αφού είναι ο Κύριος της δόξας… αλλά μάλλον επειδή έγινε άνθρωπος, στον οποίο όλα είναι δοσμένα από το Θεό και δεν προέρχονται από τη δική του ανθρώπινη φύση» (Κ).
Ή «την δόξα της θεότητας, την οποία μου έδωσες, όχι σαν σε κατώτερο ή σαν σε κάποιον που γεννήθηκε ύστερα, αλλά ως αίτιος, δηλαδή επειδή με γέννησες. Πότε όμως έδωσε; Όταν εννοείται τον γέννησε» (Ζ).
Και οι δύο ερμηνείες σοβαρές.
(9)  «Επειδή το «έδωσες» λόγω του ότι δείχνει συγκατάβαση, επρόκειτο σε κάποιους να γεννήσει σκάνδαλο δίνοντας την εντύπωση ότι αποδίδει ελάττωση στον υιό, θεραπεύει αυτό λέγοντας· «Διότι με αγάπησες πριν φτιαχτεί ο κόσμος», δηλαδή πριν τους αιώνες. Διότι έτσι η Γραφή δείχνει το «αιώνια»» (Ζ).
Η αιώνια αγάπη του Υιού από τον Πατέρα είναι η αιώνια δόξα του (β). Η αγάπη είναι η αιτία της αιώνιας αυτής δόξας (F). Και σε αυτό συνίσταται η δόξα του Υιού, στο να είναι το αντικείμενο της αιώνιας αγάπης του Πατέρα (g).
(10)  Η λέξη καταβολή συναντιέται μόνο μία φορά στους Ο΄. (Β΄Μακ. β 29 για θεμελίωση οίκου) και σε 11 χωρία της Κ.Δ., από τα οποία τα 9 έχουν την όλη φράση «καταβολή κόσμου». Η έννοια είναι ότι με αγάπησες πριν τη θεμελίωση του κόσμου (β).

25 Πάτερ δίκαιε(1), καὶ(2) ὁ κόσμος(3) σε(4) οὐκ ἔγνω(5), ἐγὼ δέ(6) σε ἔγνων(7), καὶ(2) οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας(8)·
25Πατέρα, δίκαιε κριτή, ο κόσμος δε σε γνώρισε, ενώ εγώ σε γνώρισα, κι αυτοί εδώ έχουν αναγνωρίσει πως μ’ έστειλες εσύ.
(1)  «Αποκαλεί τον Πατέρα δίκαιο, παρόλο που μπορούσε να τον ονομάσει αλλιώς. Διότι πράγματι είναι όσιος, άγιος, αμόλυντος κτίστης και δημιουργός, και όσα άλλα ονόματα πρέπουν στη φύση που βασιλεύει στα πάντα. Ποια λοιπόν είναι η αιτία που τον αποκάλεσε δίκαιο;» (Κ).
Ή «επειδή ακριβώς είσαι δίκαιος, για αυτό ο κόσμος δεν σε γνώρισε» (Αυ).
Ή, πιο σωστά, από τη δικαιοσύνη του Θεού απορρέει η μέσω του Χριστού αποδοχή των πιστών από το Θεό, αφού αντιτίθενται στον κόσμο (b). Κάνει επίκληση της θείας δικαιοσύνης, διότι πρόκειται να εξορκίσει τον Πατέρα του να κρίνει ανάμεσα στον κόσμο και τους μαθητές του (F).
Στο όνομα της δικαιοσύνης του Πατέρα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ εκείνων οι οποίοι δέχονται την θεία αποστολή του Ιησού και του εχθρικού κόσμου, ο οποίος απορρίπτει αυτόν (β). Η εκκλησία δεχόμενη την περί Θεού αποκάλυψη του Χριστού, απέδειξε για τον εαυτό της ότι είναι άξια της αγάπης του Θεού (μ). Όταν προσευχόταν, για να αγιαστούν, ονόμαζε το Θεό άγιο Πατέρα· όταν τώρα προσεύχεται, για να δοξαστούν, ονομάζει αυτόν δίκαιο Πατέρα, διότι στεφάνι δικαιοσύνης πρόκειται ο δίκαιος Κριτής να αποδώσει.
(2)  Με έννοια αντιθετική. Η άγνοια του κόσμου, αντιτίθεται στη γνώση των μαθητών. Η έννοια του όλου στίχου. Ο κόσμος, είναι αλήθεια, αποτελεί το αντικείμενο της δίκαιης απόρριψής του από σένα, λόγω της άρνησής του να σε γνωρίσει· αλλά αυτοί αφού δέχτηκαν εμένα, ο οποίος έφερνα σε αυτούς τη γνώση Σου, έγιναν άξιοι του προνομίου, το οποίο τώρα σού ζητώ για χάρη τους (g).
(3)  «Δηλαδή οι αντιτιθέμενοι στο θείο και ευαγγελικό κήρυγμα λόγω του ότι φρονούν τα κοσμικά» (Κ).
«Εγώ μεν ήθελα όλοι οι άνθρωποι να τύχουν αυτών των αγαθών, τα οποία προσευχήθηκα για τους πιστούς, αλλά δεν σε γνώρισαν, για αυτό και δεν θα πετύχουν τη δόξα και τα βραβεία» (Θφ).
Στον κόσμο δόθηκε η ευκαιρία να σε γνωρίσει, αλλά η τύφλωσή του εμπόδισε αυτόν να αρπάξει αυτήν (τ).
(4)  «Ο μεν άλλος κόσμος καθόλου [δεν σε γνώρισε], ενώ οι Ιουδαίοι [δεν σε γνώρισαν ως] πατέρα μου» (Ζ).
(5)  «Επειδή ήταν κακοί με τη θέλησή τους» (Ζ). Η άγνοια αυτή είναι το μεγαλύτερο από τα εγκλήματα (F). Είναι εκείνη, για την οποία μιλά ο Παύλος στο Ρωμ. α 19. Η άγνοια του Θεού που είναι διάχυτη στον κόσμο της ανθρωπότητας, είναι το σκοτάδι, στο οποίο ο κόσμος αυτός κάθεται. Επειδή λοιπόν ακριβώς οι μαθητές καλούνταν να εργαστούν μέσα στον κόσμο, για να φέρουν το σωτηριώδες φως της αλήθειας σε εκείνους, οι οποίοι είχαν επαναστατήσει εναντίον του φωτός, για αυτό και ο Κύριος δέεται να τους φυλάξει ο Πατέρας.
(6)  Το «δε» δείχνει μία πρώτη αντίθεση σε σχέση με το «και» που προηγήθηκε, η οποία παρουσιάζει ότι συμπληρώνει την αντίθεση με το δεύτερο «και» (g). Αποτελεί παρενθετική πρόταση το «ἐγὼ δέ σε ἔγνων».
(7)  Ο Κύριος ως αυτός που ενανθρώπησε, συχνά παρουσιάζεται να αξιώνει για τον εαυτό του μοναδική γνώση για το Θεό (ζ 29,η 55,ι 15). «Δεν συμβαίνει λοιπόν αυτό το οποίο λένε οι Ιουδαίοι, ότι αυτοί μεν σε γνωρίζουν, ενώ εγώ σε αγνοώ, αλλά το αντίθετο, εγώ σε γνωρίζω ενώ άλλοι δεν σε γνώρισαν» (Χ).
(8)  Αυτή είναι η σωστική γνώση για το Θεό· δηλαδή αυτή που παρέχει την πεποίθηση για τη θεία καταγωγή του Χριστού ή με άλλα λόγια για τη θεία καταγωγή του Χριστιανισμού (ο). Ο Χριστός γνωρίζει το Θεό άμεσα· οι πιστοί γνωρίζουν το Θεό δεχόμενοι το Χριστό ως τον από το Θεό εντεταλμένο αποκαλυπτή (μ). Όταν ο Κύριος είπε, «και ο κόσμος δεν σε ξέρει» ο καθένας θα ανέμενε, ότι θα συνέχιζε με τα λόγια: αυτοί όμως σε γνώρισαν. Αλλά όχι· δεν μπορούσαν οι μαθητές να καυχηθούν για τη γνώση που είχαν. Για αυτό και ο Κύριος συνεχίζοντας λέει: Εγώ όμως σε γνώρισα, το οποίο υπονοεί, ότι δεν έχουμε τίποτα από τον εαυτό μας, το οποίο να μας συνιστά στην εύνοια του Θεού, αλλά εξαρτιόμαστε σε όλα από το Χριστό. Εμείς είμαστε ανάξιοι. Αλλά είναι άξιος αυτός και μέσω αυτού γινόμαστε άξιοι και εμείς.

26 καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου(1) καὶ γνωρίσω(2), ἵνα ἡ ἀγάπη(3) ἣν ἠγάπησάς με(4) ἐν αὐτοῖς ᾖ(5), κἀγὼ ἐν αὐτοῖς(6).
26Τους έμαθα ποιος είσαι και θα συνεχίσω να τους το μαθαίνω, ώστε να είναι μέσα τους η αγάπη με την οποία με αγάπησες, όπως κι εγώ θα είμαι μέσα τους».
(1)  Είναι σχετικό με το «φανέρωσα το όνομά σου» του σ. 6.
«Για να μην νομίσει κάποιος τυχόν, ότι η γνώση γίνεται με ίσο τρόπο και στον ίδιο το Χριστό και στους μαθητές, διαχωρίζει αμέσως και κάνει ολοφάνερη τη διαφορά, δείχνοντας αμέσως ότι αυτός μεν αποκαλύπτει ενώ αυτοί παίρνουν τη γνώση μέσω αυτού» (Κ).
(2)  «Αφού τους στείλει του Πνεύμα, το οποίο θα τους οδηγήσει σε όλη την αλήθεια» (Θφ).
Θα γνωρίσω «σπέρνοντας μέσα στον καθένα τον φωτισμό μέσω του Πνεύματος» (Κ).
Αξιόλογες και οι επόμενες παρατηρήσεις: Ο Χριστός, όταν είπε τα λόγια αυτά, βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου του και είχε υπ’ όψη του ότι μετά από λίγο θα κρεμιόταν στο Σταυρό. Δεν θα έλεγε πλέον σε αυτούς κάτι άλλο για το όνομα του Πατέρα του, αλλά θα άφηνε σε αυτούς τον Σταυρό του μόνον αυτόν να μιλά σε αυτούς. Όλοι όσοι ατενίζουν με πίστη στο μυστήριο του Σταυρού και εισδύουν σε αυτό, μπορούν να αναγνωρίσουν και να μάθουν για το όνομα του Θεού πολύ περισσότερα από όσα μπορούν να περιλάβουν βιβλία ολόκληρα ή οι ασθενείς γλώσσες των θνητών να εκφράσουν. Μπορούν στο Σταυρό να διδαχτούν για την ανείπωτη αγιότητα του Θεού, ο οποίος τόσο πολύ αποστρέφεται την αμαρτία, ώστε πάταξε μεν αυτήν και στο πρόσωπο του Υιού που πήρε πάνω του την αμαρτία του κόσμου, και παρέδωσε σε επονείδιστο θάνατο αυτόν, για να εξαλείψει από τον κόσμο την αμαρτία και να απομακρύνει οριστικά αυτήν από αυτόν. Διδάσκει ακόμη ο Σταυρός του Κυρίου την δικαιοσύνη του Πατέρα, η οποία αμετάκλητα τιμωρεί την αμαρτία με θάνατο. Και στο Σταυρό πραγματοποιήθηκε και εκπληρώθηκε κατά γράμμα η απόφαση που βγήκε στον Παράδεισο της Εδέμ: «την ημέρα που θα φάτε από αυτό θα πεθάνετε με θάνατο».
Όλοι όσοι αμάρτησαν στο πρόσωπο του Αδάμ, όλοι θα πεθάνουν, χωρίς εξαίρεση. Άλλοι μεν θα πεθάνουν αιωνίως χωριζόμενοι από το Θεό και άλλοι θα πεθάνουν με το Χριστό και μαζί με το Χριστό δικαιούμενοι από αυτόν. Όσοι εμμένουν στην απιστία, θα αντικρύσουν τη δικαιοσύνη του Θεού αδυσώπητη. Όσοι με την πίστη πεθάνουν με το Χριστό, θα την βρουν συμφιλιωμένη. Διδάσκει ο Σταυρός τη σοφία του Θεού που οικονομεί την δικαίωση του αμαρτωλού με τρόπο που αναδεικνύει και το νόμο του Θεού σεβαστό και την αμαρτία βδελυκτή, αλλά και που διευκολύνει την χάρη και την άφεση στους ταλαίπωρους αμαρτωλούς. Διδάσκει ο Σταυρός και την αγάπη του Θεού, που τόσο αγάπησε τον κόσμο που απομακρύνθηκε από αυτόν και τον εγκατέλειψε, ώστε παρέδωσε τον Υιό του τον μονογενή, ώστε καθένας που πιστεύει σε αυτόν να μην χαθεί αλλά να έχει ζωή αιώνια.
(3)  «Σε αυτούς που μπόρεσαν με ειλικρινή θέαση να καταλάβουν το Θεό και Πατέρα και διδάχτηκαν με ακρίβεια τον λόγο του μυστηρίου του Χριστού, θα υπάρξει οπωσδήποτε και αναμφίβολα θα πραγματοποιηθεί το να αγαπιούνται τελείως από τον Πατέρα, με όμοιο τρόπο όπως αγαπιέται ο Υιός» (Κ).
(4)  «Η αγάπη η γνήσια και φυσική» (Ζ), με την οποία με αγάπησες πριν τη θεμελίωση του κόσμου. Ο σιναϊτικός γράφει αυτούς αντί για με.
(5)  Μέσα στις καρδιές τους σύμφωνα με το Ρωμ. ε 5. Η αγάπη του Θεού, η οποία πριν τη δημιουργία του φυσικού κόσμου είχε ως ανάλογο και τέλειο αντικείμενό της τον Υιό, βρίσκει από τη δημιουργία της νέας κτίσης και του νέου πνευματικού κόσμου το αντικείμενό της σε όλους τους ενωμένους με τον Υιό (Reuss).
«Πάλι λοιπόν στην αγάπη κατέληξε, βάζοντας αυτήν ως ολοκλήρωση του λόγου» (Ζ).
Η προσευχή αυτή, γεμάτη ολόκληρη από αγάπη, δεν ήταν δυνατόν καλύτερα να τελειώσει παρά με μία τέτοια αίτηση (F).
(6)  «Εγώ θα μείνω σε αυτούς» (Χ), έτσι ώστε να αγαπάς αυτούς με την ίδια αγάπη, με την οποία αγαπάς εμένα· ώστε η καρδιά τους να είναι το θέατρο και η σκηνή, στα οποία πρόκειται να ασκείται η αγάπη αυτή (b).
«Διότι πώς αλλιώς υπάρχει και σε εμάς η αγάπη, με την οποία αγάπησε ο Πατέρας τον Υιό, παρά διότι είμαστε μέλη του και αγαπιόμαστε μέσα από Αυτόν, αφού αγαπιέται σε ολόκληρο το πρόσωπό του, δηλαδή και ως Κεφαλή και ως μέλη; Για αυτό πρόσθεσε το «και εγώ μέσα σε αυτούς»». Διότι είναι μέσα μας, σαν σε ναό Του» (Αυ).
Δεν μπορούμε να τύχουμε της αγάπης του Θεού παρά μόνο μέσω του Ιησού Χριστού, όταν δηλαδή έχουμε το Χριστό μέσα μας. Ούτε είναι δυνατόν να λάβουμε αίσθηση και κατανόηση της αγάπης αυτής παρά μόνο με την προσωπική πείρα την οποία αποκτάμε, όταν ο Χριστός κατοικεί μέσα μας, δηλαδή όταν το Πνεύμα του Χριστού είναι στις καρδιές μας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 16
1 Ταῦτα(1) λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε(2).
1«Αυτά σας τα είπα για να μην κλονιστεί η πίστη σας.
(1)  Αυτά που λέχθηκαν από το ιε 20 για το μίσος του κόσμου και την δίωξη των μαθητών, όπως και τα σχετικά με τον Παράκλητο ως αυτόν που μαρτυρεί την αλήθεια για τον Ιησού (β).
(2)  «Όταν θα δείτε πολλούς να μην υπακούουν σε εσάς και να πάσχετε εσείς πολλά κακά» (Χ). Έτσι ώστε αντιμετωπίζοντας απροσδόκητες δοκιμασίες και εμπόδια να μην αποθαρρυνθείτε, αν όχι και να αηδιάσετε για το έργο, το οποίο αναλάβατε (ο). Ο ερχομός διωγμών υποβάλλει σε μεγάλη δοκιμασία την πίστη, όχι μόνο διότι η αντιμετώπισή τους απαιτεί θάρρος και οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αρνηθούν την πίστη τους προς τον Κύριο από δειλία και ανανδρία, αλλά και διότι είναι δύσκολο να πιστεύει κάποιος, ότι μία υπόθεση, η οποία φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι δεν συναντά κάποια επιτυχία, αλλά αντιθέτως πολεμιέται από όλες τις δυνάμεις, είναι όντως εκ Θεού (τ). Από όλους τους εχθρούς της ειρήνης μας στον κόσμο αυτόν των θορύβων και της ταραχής, κανείς άλλος δεν ορμά εναντίον μας βιαιότερα από την απογοήτευση. Είναι δυνατόν όμως να δεχτούμε καλά τον επισκέπτη για τον ερχομό του οποίου έχουμε προειδοποιηθεί. Με την προειδοποίηση προετοιμαζόμαστε και οπλιζόμαστε από πριν.

2 Ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς(1)· ἀλλ'(2) ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς(3) ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ(4) λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ(5).
2Θα σας διώξουν απ’ τις συναγωγές. Θα έρθει μάλιστα ο καιρός που όποιος σας θανατώσει θα νομίζει πως έτσι υπηρετεί το Θεό.
(1)  «Θα σας αφορίσουν από τα συνέδριά τους και τις τιμές τους και γενικώς από τη σχέση μαζί τους» (Θφ).
«Διότι ήδη διακήρυξαν, εάν κάποιος ομολογήσει το Χριστό, να διώχνεται από τη συναγωγή» (Χ). Δες θ 22 και ιβ 42.
(2)  Δεν έχει έννοια αντιθετική (β). Συχνά το «αλλά» είναι όρος που χρησιμοποιείται στο κλιμακωτό σχήμα όπως στο Β΄Κορ. ζ 11=όχι μόνο αυτό, αλλά πρέπει και χειρότερα να περιμένετε (g).
«Αλλά όχι μόνο αυτό, το ότι δηλαδή θα σας αποκλείσουν από τη συναγωγή, αλλά και ότι θα δεχτείτε και θάνατο, και θάνατο ντροπιαστικό. Διότι θα σας φονεύσουν ως καταστροφείς και εχθρούς του Θεού» (Θφ).
(3)  Είτε Ιουδαίος είτε εθνικός.
(4)  Θα φανεί σε αυτόν και σε όλους τους ομοίους του (b).
«Ώστε αυτός που σας φονεύει… θα νομίζει ότι δείχνει ευσέβεια μάλλον και ότι ευαρεστεί το Θεό» (Ζ).
(5)  «Έτσι θα επιδιώξουν το φόνο σας, σαν πράγμα ευσεβές και αρεστό στο Θεό» (Χ)· «ώστε ο εναντίον σας θάνατος να θεωρηθεί ότι έχει τη δύναμη της λατρείας της αγαπητής στο Θεό» (Κ).
Ο από τον Παύλο διωγμός των πρώτων χριστιανών είναι αξιοσημείωτο παράδειγμα τέτοιου πλανημένου ζήλου. Δες και Πράξ. κβ 3,4,κστ 9. Ο όρος λατρεία εδώ δεν φαίνεται να υπονοεί την έννοια της θυσίας, αλλά μόνο την έννοια υψηλού θρησκευτικού καθήκοντος που αναφέρεται στο Θεό (ο). Μπορεί όμως να ερμηνευτεί και: προσφέρω θυσία για λατρεία (G). Οι νεώτεροι ερμηνευτές επέστησαν την προσοχή στο δικαίωμα, το οποίο είχε ο ζηλωτής Ιουδαίος να φονεύει τον άνθρωπο που συλλήφθηκε σε βλάσφημη πράξη. Ο φόνος αυτός επιτρεπόταν σύμφωνα με τη Μίσχνα και χαρακτηρίζεται σε αυτήν ως παλαιά αλαχική παράδοση. Δες την παράφραση (Midrash) στο Αριθμ. κε 13: «Καθένας που χύνει το αίμα του ασεβή, είναι σαν να προσφέρει θυσία» (χ).
Είναι δυνατόν εκείνοι οι οποίοι πράγματι είναι εχθροί του έργου του Θεού, να νομίζουν, ότι δείχνουν σφοδρό ζήλο για αυτόν. Το έργο του διαβόλου πολλές φορές διεξήχθη κάτω από τη στολή του διακόνου του Θεού και πολλές φορές πάρα πολύ ταραχώδεις πολέμιοι του Χριστιανισμού κάθισαν «στο ναό του Θεού» (Β΄Θεσ. β 4). Είναι κάτι συνηθισμένο να καλύπτεται η εχθρότητα προς τη θρησκεία κάτω από το χρώμα του καθήκοντος προς το Θεό και της υπηρεσίας προς την εκκλησία του. Και ο Παύλος νόμιζε ότι είχε καθήκον να ενεργεί, ό,τι έπραξε εναντίον του ονόματος του Χριστού, όταν εδίωκε τους οπαδούς του. Αυτό, εννοείται, δεν μειώνει καθόλου την ευθύνη και την ενοχή των διωκτών, διότι κακοήθειες και πράξεις αισχρές δεν εξαγιάζονται για κανέναν λόγο με το να μπαίνει το όνομα του Θεού σε αυτές. Είναι αλήθεια, ότι αυτό αυξάνει τα δεινά αυτών που διώκονται, οι οποίοι πεθαίνουν με τη συκοφαντική κατηγορία, ότι είναι εχθροί του Θεού. Αλλά θα υπάρξει και ανάσταση ονομάτων, όπως ακριβώς και ανάσταση σωμάτων, κατά την ημέρα του Κυρίου την μεγάλη και επιφανή.

3 Καὶ ταῦτα(1) ποιήσουσιν, ὅτι(2) οὐκ ἔγνωσαν(3) τὸν πατέρα οὐδὲ ἐμέ(4).
3Αυτά θα τα πράξουν γιατί δε γνώρισαν τον Πατέρα ούτε εμένα.
(1)  Αυτά που απαριθμήθηκαν στον προηγ. στίχο, δηλαδή το θα σας αποκλείσουν από τη συναγωγή… και θα σας φονεύσουν. Υπάρχει και η γραφή: ποιήσουσιν ὑμῖν. «Προσθέτει στη συνέχεια και την παρηγοριά που είναι αρκετή» (Θφ).
(2)  «Σας είναι αρκετό για παρηγοριά το ότι πάσχετε αυτά για μένα και τον Πατέρα» (Χ).
(3)  «Με τη θέλησή τους, επειδή ήθελαν να είναι κακοί» (Ζ). Όφειλαν να γνωρίσουν, διότι είχαν το μέσο για αυτό, αλλά δεν θέλησαν να γνωρίσουν. Πολλοί από αυτούς που ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν το Θεό, αγνοούν αυτόν οικτρά.
(4)  «Διότι δεν γνωρίζει τον Πατέρα αυτός που για το δικό του σκοπό, έβγαλε έξω από την πρέπουσα δόξα τον Λόγο που εκ φύσεως προήλθε από αυτόν» (Κ). Δες ιε 21.

4 Ἀλλὰ(1) ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα(2), μνημονεύητε αὐτῶν(3) ὅτι ἐγὼ(4) εἶπον ὑμῖν(5). Ταῦτα δὲ ὑμῖν ἐξ ἀρχῆς οὐκ εἶπον(6), ὅτι μεθ' ὑμῶν ἤμην(7).
4Αλλά σας τα είπα αυτά, ώστε, όταν έρθει η ώρα τους να γίνουν, να το θυμηθείτε πως εγώ σας τα είχα πει πιο μπροστά. Δε σας τα είπα, βέβαια, εξαρχής, επειδή ήμουν μαζί σας».
(1)  Δεν αντιτίθεται σε αυτά που ειπώθηκαν, αλλά στην εξής ιδέα που υπονοείται=Αντιλαμβάνομαι τη φρίκη, την οποία σας εμπνέουν αυτές οι προφητείες. Αλλά έκρινα ωφελιμότερο να τα προείπω… (g). Ο σύνδεσμος «αλλά» αποδίδεται στο έξω από την πρόταση υπονοούμενο: «Δεν ήθελα βεβαίως να πω αυτά τα λυπηρά σε αυτήν την τελευταία ώρα, αλλά…» (δ).
(2)  «Όταν έλθει ο καιρός του διωγμού και του φόνου σας» (Ζ). Υπάρχει και η γραφή: ἡ ὥρα αὐτῶν.
(3)  «Για αυτό τα προείπα, ώστε να μην πέσουν πάνω σας απροσδόκητα και σας ταράξουν» (Σχ).
(4)  Με πολλή έμφαση.
(5)  «Να θυμάστε, ότι εγώ σας τα είπα όλα, επειδή όλα τα ξέρω και έτσι ώστε, από την αληθινή προαναγγελία των λυπηρών, να με θεωρήσετε αξιόπιστο και για τις καλές υποσχέσεις… Αυτά λοιπόν και τα παρόμοια τα επαναλαμβάνει συνεχώς σε αυτούς, έτσι ώστε, όταν πάσχουν να μην θορυβούνται, προγνωρίζοντας αυτό, ούτε να δείχνουν μαλθακότητα, ξέροντας ότι για το Θεό πάσχουν» (Ζ).
(6)  «Αυτά τα τόσο λυπηρά, δεν τα είπε από την αρχή» (Θφ).
«Άραγε λοιπόν δεν το είπε αυτό; Δεν έλεγε στους δώδεκα αφού τους κάλεσε· θα οδηγηθείτε σε ηγεμόνες και βασιλιάδες και θα σας μαστιγώσουν στις συναγωγές; (Ματθ. ι 18,17). Πώς λοιπόν λέει ότι από την αρχή δεν τα είπα;» (Χ).
(Δες και Μάρκ. ιγ 9,Λουκ. κα 12, τα οποία όμως αναφέρονται σε λόγια που ειπώθηκαν κατά την εβδομάδα του πάθους, οπωσδήποτε όμως πριν το μυστικό δείπνο). Στο ερώτημα αυτό δόθηκαν απαντήσεις διάφορες από διάφορους.
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, ο Ματθαίος στην από αυτόν συγγραφή των Λογίων δεν τήρησε χρονολογική σειρά και λόγια που ειπώθηκαν πιο μετά, τα έβαλε πιο πριν, ή «ό,τι λέει εδώ για το Άγιο Πνεύμα, το οποίο επρόκειτο να έλθει σε αυτούς και να μαρτυρήσει, όταν θα υπέμεναν τόσα δεινά, δεν είπε σε αυτούς από την αρχή» (Αυ).
Ή, είχε πει σε αυτούς και λίγο πιο πριν για το μίσος του κόσμου, αλλά με λιγότερη σαφήνεια και περισσότερο συγκαλυμμένα (b).
«Προείπε μεν τις μαστιγώσεις και την οδήγησή τους ενώπιον των αρχών, δεν είπε όμως ότι ο θάνατός τους θα θεωρηθεί τόσο σημαντικός, ώστε να θεωρείται το πράγμα αυτό και λατρεία… Εδώ επίσης πρόσθεσε με πιο υπερβολικό τόνο και τα παθήματά τους εκ μέρους των Ιουδαίων, και τους δίδαξε ότι αυτά βρίσκονται πολύ κοντά» (Χ).
Ή, αναφέρεται μεν πρωτίστως στην προφητεία των διωγμών, σε συνδυασμό όμως και με τη δωρεά του Πνεύματος, ως αυτού που παρέχει την μεγάλη πηγή δύναμης και ενίσχυσης στις δοκιμασίες που πλησιάζουν (ο). Οι δύο τελευταίες εκδοχές είναι οι πιθανότερες.
(7)  «Τα γνώριζα μεν, λέει, αυτά και από την αρχή, και δεν τα έλεγα όχι επειδή δεν τα ήξερα, αλλά διότι ήμουν μαζί σας» (Χ).
Ή «δεν επρόκειτο να πάθετε τόσο πολύ, όσο ήμουν μαζί σας» (Ζ), διότι «όλος ο πόλεμος εκσφενδονιζόταν εναντίον μου» (Χ), «ενώ εσείς ήσασταν σε κάθε ασφάλεια» (Θφ).
Ή «διότι ήταν αρκετό που ήταν ακόμη μαζί τους, ώστε να τους σώζει εύκολα και να τους γλυτώνει από κάθε πειρασμό και να τους προσφέρει την πρέπουσα διδασκαλία και επανόρθωση για όλα τα συμβαίνοντα» (Κ).
«Είχατε εμένα αρκετό καταφύγιο» (Θφ).
«Εγώ ο ίδιος ήμουν η ενίσχυσή σας με τη σωματική μου παρουσία» (Αυ).
Και οι δύο εκδοχές είναι σοβαρές. Εφόσον ο Κύριος ήταν μαζί τους, βάσταζε αυτός τα πλήγματα της κακίας του κόσμου και στεκόταν αυτός στο μέτωπο της μάχης. Οι δυνάμεις του σκότους κατεύθυναν όλη την πίεση και ισχύ τους κυρίως εναντίον αυτού, του βασιλιά του Ισραήλ. Δεν ήταν λοιπόν ανάγκη να μιλήσει στους μαθητές για παθήματα, διότι δεν θα είχαν αυτοί μεγάλο μερίδιο σε αυτά, όσο ζούσε ο διδάσκαλός τους.

5 Νῦν δὲ ὑπάγω(1) πρὸς τὸν πέμψαντά με(2), καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐρωτᾷ με(3) ποῦ ὑπάγεις(4);
5«Τώρα όμως εγώ πηγαίνω σ’ εκείνον πού μ’ έστειλε, και κανένας σας δε με ρωτάει πού πηγαίνω.
(1)  Συνδέεται με το «διότι ήμουν μαζί σας». Η σύνδεση του σ. αυτού με τον προηγούμενο: Ο Ιησούς θλίβεται βλέποντας τους μαθητές εξολοκλήρου απορροφημένους από τον επικείμενο χωρισμό και να μην απασχολούνται με το ένδοξο τέρμα, στο οποίο η αναχώρησή του πρόκειται και αυτούς να οδηγήσει. Η αγάπη έπρεπε να τους ωθήσει να ρωτήσουν για τη νέα αυτή κατάσταση, στην οποία πρόκειται να μπει (g). Πηγαίνω. Δεν αρπαζόταν με τη βία από αυτούς, αλλά αναχωρούσε εκούσια. Η ζωή του δεν αφαιρούνταν από αυτόν, αλλά αυτός εκούσια θυσίαζε αυτήν.
(2)  Επανάληψη αυτολεξεί του ζ 33. Ας θυμόμαστε και εμείς, ότι όταν αναχωρούμε από τον κόσμο αυτόν, πορευόμαστε σε εκείνον, ο οποίος μας έστειλε σε αυτόν, για να δώσουμε λόγο για το πώς ζήσαμε κατά τη διάβασή μας από τον κόσμο αυτόν. Αυτό θα μας παρακινούσε να ζούμε με αγαθές προθέσεις και ελατήρια, ώστε οι ενέργειές μας και οι πράξεις μας να βρεθούν εξ’ ολοκλήρου αρεστές σε αυτόν.
(3)  «Επειδή τους είδε να έχουν τόσο πολύ νικηθεί από τη λύπη, ώστε να γίνουν άφωνοι, και να μην μπορούν να του μιλήσουν, τούς ελέγχει για τη σιγή τους εξαιτίας αυτής της λύπης» (Ζ).
«Διότι η αγωνία για την έλλειψη τη δική του και η αναμονή των μελλοντικών δεινών… τους άφησε κατάπληκτους» (Χ).
«Πάθατε σύγχυση από τη λύπη (λέει σε αυτούς) και έχετε μείνει κατάπληκτοι» (Θφ).
(4)  Συχνά ρώτησαν αυτόν για διάφορα, ακόμη και για το ζήτημα αυτό στο ιγ 36. Αλλά η ερώτησή τους αναφερόταν μάλλον στις σκέψεις τους για την αναχώρησή του, παρά στον τόπο όπου ο Κύριος πορευόταν. Έπειτα όμως σταμάτησαν να τον ρωτούν (b). Ο Ιησούς θα επιθυμούσε να βρει σε αυτούς την γεμάτη χαρά ορμή των καρδιών, οι οποίες ανοίγουν μπροστά στις προσδοκίες μιας νέας εποχής και οι οποίες δεν εξαντλούνται σε εμπιστευτικές ερωτήσεις πάνω σε εκείνο, το οποίο αυτή τους υπόσχεται (Hengtenberg).

6 Ἀλλ'(1) ὅτι ταῦτα λελάληκα ὑμῖν(2), ἡ λύπη(3) πεπλήρωκεν ὑμῶν τὴν καρδίαν(4).
6Μόνο που η λύπη έχει γεμίσει την καρδιά σας, επειδή σας τα είπα αυτά.
(1)  Αντιθετικός σύνδεσμος.
(2)  =Επειδή σας μίλησα για χωρισμό, για αγώνα και για θλίψεις (g).
(3)  Την οποία αισθάνθηκαν και η οποία αυξήθηκε και εμπόδιζε αυτούς από το να ρωτήσουν (b).
(4)  «Πάρα πολύ λυπηθήκατε και για αυτό σιωπάτε» (Ζ). Ο Χριστός είχε πει προηγουμένως (κεφ. ιε 11) αρκετά, τα οποία ήταν ικανά να γεμίσουν αυτούς από χαρά. Αλλά οι μαθητές προσέχουν τώρα περισσότερο σε εκείνα, τα οποία προαναγγέλλονται ως δυσμενή σε αυτούς και παρατρέχουν τα όσα χαρμόσυνα υποσχέθηκε σε αυτούς ο Κύριος. Για αυτό η λύπη γέμισε την καρδιά τους μέχρι σημείου ώστε να μην υπάρχει σε αυτή χώρος για τη χαρά. Είναι σφάλμα και ανόητη μελαγχολία πολλών χριστιανών, να απασχολούνται μόνο με την σκοτεινή πλευρά του σύννεφου και απορροφημένοι μόνο από φόβους, να έχουν κουφό το αυτί στη φωνή της χαράς και αγαλλίασης. Ό,τι γέμισε τις καρδιές των μαθητών από θλίψη, ήταν η προσκόλλησή τους στην παρούσα ζωή. Είχαν θρέψει μεγάλες ελπίδες για επίγεια κυριαρχία και βασιλεία του Μεσσία και περίμεναν να συμβασιλεύσουν μαζί του. Και τώρα αντί για αυτό δεν ακούνε τίποτα άλλο παρά δεσμά και θλίψεις. Για αυτό και γεμίζουν οι καρδιές τους με λύπη. Τίποτα άλλο δεν είναι μεγαλύτερο εμπόδιο για να χαιρόμαστε εν Κυρίω, παρά η προς τον κόσμο αγάπη μας, από όπου και προέρχεται η λύπη του κόσμου, που φέρνει θάνατο.

7 Ἀλλ'(1) ἐγὼ(2) τὴν ἀλήθειαν λέγω ὑμῖν(3)· συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω(4). Ἐὰν γὰρ(5) ἐγὼ μὴ ἀπέλθω(6), ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς(7)· ἐὰν δὲ πορευθῶ(6), πέμψω αὐτὸν(8) πρὸς ὑμᾶς·
7Κι όμως, εγώ σας λέω την αλήθεια· σας συμφέρει να φύγω εγώ. Γιατί, αν εγώ δεν φύγω, δε θα έρθει σ’ εσάς ο Παράκλητος· ενώ αν πάω εκεί, θα τον στείλω σ’ εσάς.
(1)  Αντιθετικός σύνδεσμος. «Αλλά και αν μύριες φορές λυπάστε, πρέπει να ακούσετε το συμφέρον· διότι εσείς μεν έχετε τη γνώμη ότι πρέπει να είμαι μαζί σας, αλλά το συμφέρον είναι άλλο» (Χ).
Όπως ήταν συνηθισμένο στους προφήτες της Π.Δ. να ενισχύουν την εκκλησία του Ισραήλ κατά τις περιπέτειές της με την υπόσχεση για τον Μεσσία, έτσι τώρα, όταν ήλθε πλέον ο Μεσσίας η νέα μεγάλη υπόσχεση για τον Παράκλητο προβάλλεται για παρηγοριά της εκκλησίας του νέου Ισραήλ της χάρης.
(2)  Μπαίνει μπροστά με έμφαση (ο). Σε αντίθεση με την άγνοιά τους, τονίζεται η γνώση, την οποία κατέχει αυτός για την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων (g). Οι μαθητές δείχνονταν λόγω της θλίψης τους τόσο απρόθυμοι να ακούσουν για την έλευση του Παρακλήτου και να πιστέψουν σε αυτήν, ώστε ο Κύριος βεβαιώνει αυτούς με τόσο έντονη και επίσημη διαβεβαίωση. Οφείλουμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι, για το ότι όταν ο Χριστός μιλά σε εμάς, ακούμε την απόλυτη αλήθεια.
(3)  Είναι ισοδύναμο με το Αμήν αμήν λέγω υμίν (β).
(4)  «Εσείς μεν θέλετε να είμαι μαζί σας· είναι όμως άλλο το συμφέρον. Είναι όμως δείγμα κάποιου που ενδιαφέρεται, το να μην λυπάται αυτούς που αγαπά, όταν θέλουν ασύμφορα» (Ζ).
«Διότι πρέπει όλοι εμείς να γίνουμε κοινωνοί και μέτοχοι της θείας του φύσης, αφού βέβαια θα έπρεπε να αφήσουμε τη δική μας ζωή και να ετοιμαστούμε για άλλη· αλλά δεν ήταν δυνατόν να πετύχουμε αυτό με άλλο τρόπο, παρά μόνο με την κοινωνία και μέθεξη του Αγίου Πνεύματος· ο κατάλληλος όμως καιρός για αυτό, είναι μετά τον ερχομό του Σωτήρα» (Κ).
(5)  Εξηγεί γιατί συμφέρει σε αυτούς η αναχώρησή του.
(6)  Υπάρχει και η γραφή: εγώ μη απέλθω. Τα ρήματα αυτά διαφέρουν· το πρώτο αναφέρεται μάλλον στον τόπο, από τον οποίο γίνεται η αναχώρηση· το δεύτερο αναφέρεται στον τόπο, στον οποίο καταλήγει κάποιος (b).
Ή, τρία ρήματα χρησιμοποιούνται στους σ. 7-9. Το απέρχομαι=αναχωρώ απλώς. Το πορεύομαι=ταξιδέυω με κάποιο σκοπό· ο σκοπός εδώ είναι η αποστολή του Παρακλήτου. Το υπάγω=προς τον Πατέρα, και αποσύρομαι από την ορατή παρουσία των ανθρώπων (β).
«Εάν δεν πάθω, δεν θα επιφοιτήσει σε εσάς το Πνεύμα, το αίτιο κάθε δόσης αγαθής» (αμ).
«Εάν δεν πεθάνω για τον κόσμο και δεν φύγω προς τον Πατέρα, δίνοντας τον εαυτό μου θυσία και εξιλασμό για τις αμαρτίες του κόσμου, ο Παράκλητος δεν θα έλθει» (Θφ).
Ο δοξασμένος Λυτρωτής δεν λησμονεί την πάνω στη γη εκκλησία του ούτε αφήνει ποτέ αυτήν χωρίς τις αναγκαίες βοήθειες και στηρίγματα. Παρόλο που φεύγει, στέλνει τον Παράκλητο. Ή μάλλον φεύγει για να στείλει τον Παράκλητο. Έτσι και τώρα, όπως και διαμέσου των αιώνων, όταν η μία γενιά των διακόνων του ευαγγελίου και των μελών της στρατευομένης εκκλησίας φεύγει, άλλη εμφανίζεται σε αντικατάστασή της, διότι ο Χριστός θα υποστηρίζει πάντοτε τα συμφέροντα του λαού του και της εκκλησίας του.
(7)  «Τι έχουν να πουν εδώ αυτοί που δεν έχουν την πρέπουσα αντίληψη για το Πνεύμα; Συμφέρει να φύγει Δεσπότης και να έλθει δούλος; Βλέπεις πώς είναι πολλή η αξία του Πνεύματος;» (Χ).
Ξαναβρίσκουμε εδώ την ιδέα του ζ 39. Για να στείλει σε αυτούς τον Παράκλητο, έπρεπε προηγουμένως να αποκατασταθεί στην ένδοξη κατάσταση της θέωσης της ανθρώπινής του φύσης. Δεν γίνεται εδώ αναφορά της θυσίας του σταυρού και της συμφιλίωσης του κόσμου, τα οποία αποτελούν τον πρώτο και κύριο όρο για την αποστολή της δωρεάς του Πνεύματος. Η σιγή αυτή εξηγείται από την επακόλουθη διακήρυξη στο σ. 12: «Έχω πολλά ακόμη να πω σε εσάς αλλά δεν μπορείτε να τα βαστάξετε τώρα». Την αλήθεια για την εξιλέωση μέσω του αίματος του Χριστού διασαφηνίζει ο Ιωάννης στην επιστολή του (Α΄Ιω. β 1,2, ε 6-8)(g).
(8)  «Πρόσεξε όμως, σε παρακαλώ, ταυτόχρονα και το αυτεξούσιο του Πνεύματος και το ότι ο Υιός συνευδοκεί. Διότι το μεν «θα έλθει ο Παράκλητος», δείχνει την εξουσία του Πνεύματος· ενώ το «Εγώ θα στείλω αυτόν» δείχνει την ευδοκία του Υιού και την αρέσκειά του στο να έλθει ο Παράκλητος» (Θφ).

8 καὶ ἐλθὼν ἐκεῖνος(1) ἐλέγξει(2) τὸν κόσμον(3) περὶ ἁμαρτίας καὶ περὶδικαιοσύνης καὶ περὶ κρίσεως(4).
8Κι όταν έρθει εκείνος, θα ελέγξει τους ανθρώπους ως προς την αμαρτία, ως προς τη δικαιοσύνη και ως προς την κρίση του Θεού.
(1)  Όταν θα έλθει και θα αρχίσει το έργο του (ο). Το έργο του Παρακλήτου εδώ είναι έργο συνηγόρου και μάρτυρα υπέρ του Ιησού, του οποίου διεκδικεί το δίκαιο στον κόσμο.
(2)  Ή «θα καταδικάσει τελείως τους πονηρούς, θα αποδείξει ότι είναι τελείως αναπολόγητοι» (Ζ)· «αυτούς που είναι απαίδευτοι και άπιστοι ακόμη και κυριευμένοι από τις φιληδονίες του κόσμου… θα τους καταδικάσει… ως ενόχους για τις αμαρτίες τους» (Κ).
Ή, θα ανακρίνει, θα ελέγξει με σκοπό να πείσει ή να αναιρέσει τον αντιτιθέμενο κόσμο. Στον έλεγχο αυτόν μέρος μεν του κόσμου θα υποταχτεί, άλλο μέρος θα αντισταθεί, αλλά η αντίστασή του θα είναι κλωτσιά στα καρφιά (b). Για όσο το Πνεύμα φωτίζει τις διάνοιες των ανθρώπων του κόσμου, το αποτέλεσμα θα είναι ο έλεγχος δηλαδή η απόδειξη της αλήθειας με τόσο ξεκάθαρη σαφήνεια, ώστε να αναγνωρίζεται ότι πράγματι αυτή είναι η αλήθεια και η καταδίκη όλων εκείνων, οι οποίοι παρά την απόδειξη αυτή απορρίπτουν την αλήθεια. Το «ελέγχω» λοιπόν χρησιμοποιείται με διπλή έννοια· ο κόσμος πείθεται ότι ο Χριστός είναι η αλήθεια, αλλά και συγχρόνως αποδεικνύεται ένοχος του εγκλήματος της απόρριψης της αλήθειας. Θα ελέγξει τον κόσμο για το άδικό του και για την πλάνη του. Και αυτός ο έλεγχος μπορεί να οδηγήσει είτε στην επιστροφή είτε στην σκλήρυνση. Δες Β΄Κορ. β 15-16 (g).
Θα δώσει ο Παράκλητος στον κόσμο τα ισχυρότερα μέσα της πειθούς, διότι οι απόστολοι θα μεταβούν σε όλο τον κόσμο σκεπόμενοι και ενισχυόμενοι από το Πνεύμα, για να κηρύξουν το ευαγγέλιο με δύναμη και κάθε πειστικότητα. Θα χορηγήσει σε αυτούς σοφία και δύναμη και πλήθος θαυμάτων με τα οποία αποστομώνονται και εκμηδενίζονται οι κατά του ευαγγελίου ενστάσεις και προκαταλήψεις του κόσμου.
(3)  Εδώ εννοούνται πρωτίστως οι Ιουδαίοι, οι οποίοι κατά την ημέρα της Πεντηκοστής θα ελέγχονταν και πολλοί από αυτούς θα πείθονταν για τη βαριά αμαρτία, την οποία είχαν διαπράξει απορρίπτοντας το Χριστό· έπειτα κόσμο εννοεί και όλους γενικά, στους οποίους είναι άγνωστο και μέσω του κηρύγματος καθίσταται γνωστό το όνομα του Χριστού (ο).
(4)  Στους ακόλουθους σ. «ερμηνεύει περισσότερο και για ποια πράγματα θα ελέγξει αυτούς» (Ζ). «Τρία αξιοσημείωτα θέματα αναφέρονται… Η δικαιοσύνη αντιτίθεται στην αμαρτία· η δικαιοσύνη ανήκει στο Χριστό· ο Σατανάς καταδικάστηκε με την κρίση (b).

9 Περὶ ἁμαρτίας μέν(1), ὅτι οὐ πιστεύουσιν εἰς ἐμέ(2)·
9Ως προς την αμαρτία, επειδή δεν πιστεύουν σ’ εμένα.
(1)  Εννοείται θα ελέγξει= «Θα δείξει ότι έχουν διαπράξει αμαρτήματα ασυγχώρητα» (Χ).
(2)  Υπάρχει και η γραφή: ότι ουκ επίστευσαν εις εμέ. Μιλά ειδικά για την αμαρτία από την απιστία στον Ιησού. «Διότι είναι αμαρτία ασυγχώρητη το να πιστεύουν ακόμη σε εμένα» (Ζ). Δες ιε 22 όπου μιλά για την αμαρτία αυτή. Αλλά η απιστία είναι η ρίζα και η ουσία όλων των άλλων αμαρτιών και το αποκορύφωμα της απιστίας είναι η απόρριψη του Ιησού Χριστού (ο). Από εδώ εμμέσως εννοείται και η όλη αμαρτωλή κατάσταση του κόσμου, στην οποία εξακολουθεί αυτός να παραμένει βυθισμένος, εφόσον δεν πιστεύει στον Ιησού Χριστό. Η επαλήθευση του χωρίου αυτού πρέπει να βρεθεί στις Πράξεις των Αποστόλων. Δες εκεί ένα παράδειγμα ελέγχου του Αγίου Πνεύματος που αφορά στην αμαρτία της απιστίας, στο κεφ. γ 13,14 (b).
Το Άγιο Πνεύμα πείθει αυτόν που το παίρνει για το ποιες πράξεις του είναι αμαρτωλές· για το ότι παρεκτράπηκε και έσφαλε διαπράττοντας την αμαρτία, διότι ενήργησε σύμφωνα με το κακώς εννοούμενο συμφέρον του και έγινε μισητός στο Θεό· για το ποια είναι η πηγή της αμαρτίας και ο τελικός καρπός της, δηλαδή για το ότι η αμαρτία πηγάζει από την διεφθαρμένη φύση μας και οδηγεί στον αιώνιο θάνατο.

10 περὶ δικαιοσύνης(1) δέ, ὅτι πρὸς τὸν πατέρα μου ὑπάγω(2) καὶ οὐκέτι θεωρεῖτέ με(3)·
10Ως προς τη δικαιοσύνη, επειδή εγώ πηγαίνω δικαιωμένος στον Πατέρα, και δε θα με βλέπετε πια.
(1)  «Θα δείξει σε αυτούς, ότι ενώ ήμουν δίκαιος και παρουσίασα ασύλληπτο τρόπο ζωής, άδικα φονεύτηκα από αυτούς» (Θφ). Ο κόσμος θεώρησε τον Ιησού ένοχο σε μέγιστο βαθμό (b). Πρόκειται για τη δικαίωση του Χριστού σε αντίθεση με την κατηγορία του απατεώνα και βλάσφημου, την οποία οι εχθροί του τού απέδωσαν (ο).
Η Μεγάλη Παρασκευή φαινόταν, ότι είχε αποδώσει στον μεν Ιησού την αμαρτία, στους δε δικαστές του την δικαιοσύνη. Αλλά η Πεντηκοστή θα ανατρέψει την απόφαση αυτή. Θα αποδώσει την δικαιοσύνη στον κατάδικο του Γολγοθά και την αμαρτία στους δικαστές του (g). Θα αποδείξει ο Παράκλητος στον κόσμο, ότι ο Ιησούς υπήρξε «ο Χριστός ο δίκαιος» (Α΄Ιω. β 1), όπως και ο εκατόνταρχος ομολόγησε λέγοντας «όντως ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος» (Λουκ. κγ 47). Οι εχθροί του τον παρουσίασαν με τα χειρότερα χαρακτηριστικά και θεωρήθηκε από πολλούς ως κακός και εγκληματίας. Αλλά δικαιώθηκε μέσω του Πνεύματος (Α΄Τιμ. γ 16)· αποδείχτηκε δίκαιος και όχι απατεώνας.
(2)   Αποτελεί την απόδειξη της δικαιοσύνης του Χριστού.
«Διότι γνώρισμα του δίκαιου είναι το να πορεύεται προς το Θεό και να είναι μαζί του. Διότι αυτό φανερώνει η φράση «και δεν θα με βλέπετε πλέον». Επομένως λοιπόν, αν δεν ήμουν δίκαιος, δεν θα πορευόμουν προς τον Πατέρα. Διότι πώς θα μπορούσε ένας αμαρτωλός και πλάνος και παράνομος και αντίθεος να πορευθεί προς τον δίκαιο και αληθινό και νομοθέτη και Θεό;» (Ζ).
Η αναχώρηση όμως του Χριστού προς τον Πατέρα επιβεβαιώθηκε με την έλευση του Παρακλήτου (b)· και «από τη μαρτυρία του Αγίου Πνεύματος που έγινε με τον φωτισμό και τα θαύματα στο όνομά του» (Ζ).
(3)  Με τα σωματικά μάτια, διότι ο Ιησούς μπήκε στη σφαίρα του πνεύματος. Δες στ 16,17,19. «Το «δεν θα με βλέπετε πλέον» φανερώνει ότι θα ζει αιώνια δίπλα στον Πατέρα» (Θφ). Καμία αντίφαση δεν υπάρχει ανάμεσα στα λόγια αυτού του στίχου και το «εσείς με βλέπετε» του ιδ 19, όπως το «θεωρώ (βλέπω)» έχει την έννοια της πνευματικής όρασης (β).

11 περὶ δὲ κρίσεως(1), ὅτι ὁ ἄρχων(2) τοῦ κόσμου τούτου κέκριται(3)
11Και ως προς την κρίση, επειδή ο κυρίαρχος αυτού του κόσμου είναι κιόλας καταδικασμένος.
(1)  Κρίση ειδικότερα εδώ είναι η καταδικαστική απόφαση· η κρίση, με την οποία καταδικάζεται κάποιος· καταδίκη και ποινή· «για κρίση» σχετικά με καταδίκη που συντελέστηκε (G).
(2)  «Είναι νόθο το όνομα του «άρχοντα» στο Σατανά… Τον έχει αποκαλέσει όμως άρχοντα του αιώνος αυτού, όχι επειδή είναι αυτό αληθινά… αλλά επειδή από απάτη και πλεονεξία κέρδισε τη δόξα σχετικά με αυτό και επειδή εξουσιάζει σε αυτούς που ακόμη παραπλανούνται και είναι άρχοντάς τους εξαιτίας της μοχθηρότατης διάθεσης που υπάρχει μέσα τους» (Κ).
(3)  «Ο διάβολος έχει καταδικαστεί και έχει εκδιωχτεί από την δυναστεία του» (Ζ). Όλη η δύναμη στην οποία το ανθρώπινο γένος είχε υποταχτεί, του αφαιρέθηκε· και επιστροφή κάτω από το σκήπτρο της δικαιοσύνης του Χριστού ανοίχτηκε στους ανθρώπους, ακόμη και στα έθνη, τα οποία ήταν τελείως ξένα με το Θεό· ενώ εκείνοι, οι οποίοι αρνούνται να επωφεληθούν από την ευκαιρία της επιστροφής, καταδικάστηκαν να ανήκουν τελικά στην ίδια μερίδα με τον άρχοντα του κόσμου (b).
«Πάλι εδώ ανακινεί το λόγο σχετικά με την δικαιοσύνη, ότι νίκησε τον αντίδικο. Αλλά δεν θα τον νικούσε αν ήταν αμαρτωλός… Το ότι βέβαια κατακρίθηκε λόγω εμού, θα το γνωρίσουν εκείνοι που θα καταπατούν αυτόν αργότερα, και θα γνωρίσουν σαφώς την ανάστασή μου, πράγμα που είναι γνώρισμα κάποιου που κατακρίνει· διότι δεν μπόρεσε να με νικήσει» (Χ).
«Επειδή δηλαδή έλεγαν ότι έχει δαιμόνιο και ότι με τη δύναμη του Βεελζεβούλ κάνει θαύματα, όλα αυτά, λέει, θα αποδειχτούν μάταια, όταν φανεί ότι κατακρίθηκε ο διάβολος και δειχτεί σε όλους, ότι έχει νικηθεί από εμένα. Το οποίο δεν θα το μπορούσα, αν δεν ήμουν ισχυρότερός του και ξένος από κάθε αμαρτία» (Θφ).
Το παρόν χωρίο δεν διαφέρει από το ιβ 31,32 παρά μόνο στη μορφή (g).
«Για να ανακεφαλαιώσουμε λοιπόν το λόγο [σ. 8-11]· αφού έλθει, λέει, ο παράκλητος, θα ελέγξει…· για αμαρτία μεν, ότι αμαρτάνουν αφού ακόμη δεν πιστεύουν· για δικαιοσύνη από την άλλη, αφού εγώ είμαι δίκαιος και όχι αμαρτωλός όπως λένε αυτοί· για κρίση επίσης, δηλαδή κατάκριση, διότι έχει κατακριθεί ο άρχοντας των δαιμονίων» (Ζ).
Ο άρχοντας του κόσμου θα αποδειχτεί απατεώνας και μέγας καταστροφέας. Και ως τέτοιος θα κατακριθεί και σε μεγάλο μέρος θα εκτελεστεί η εναντίον του καταδίκη. Πράγματι λοιπόν διώχτηκε έξω από τον εθνικό κόσμο, όταν τα μαντεία του σίγησαν και τα τεμένη με τους βωμούς του ερημώθηκαν. Διώχτηκε έξω από τα σώματα πολλών με τη δύναμη του ονόματος του Χριστού, η οποία εξακολουθεί να ενεργεί στην εκκλησία του. Διώχτηκε έξω από τις ψυχές του λαού του Χριστού με τη χάρη του Πνεύματος που συνεργεί στο ευαγγέλιο του Χριστού.

12 Ἔτι(1) πολλὰ(2) ἔχω λέγειν ὑμῖν(3), ἀλλ' οὐ δύνασθε(4) βαστάζειν(5) ἄρτι(6).
12»Πολλά έχω ακόμη να σας πω, αλλά δεν μπορείτε τώρα να σηκώσετε μεγαλύτερο βάρος.
(1)  Με τον σ. αυτόν δείχνεται η αναγκαιότητα της αποστολής του Πνεύματος, με το φωτισμό του οποίου οι απόστολοι θα κατανοούσαν αλήθειες, τις οποίες τώρα δεν ήταν σε θέση να βαστάξουν.
(2)  Εξηγείται με το «όλη την αλήθεια» στο σ. 13. Το αληθινό έργο του Πνεύματος φαίνεται μόνο όταν κατανοηθεί, ότι η αποκάλυψη της αλήθειας και η κατανόησή της γίνονται προοδευτικά και είναι δυνατόν να χορηγηθούν μόνο μέσω του Πνεύματος αναλόγως της δεκτικότητας αυτού που μαθαίνει (μ).
(3)  «Λέει αυτά τα λόγια, θέλοντας να υποδηλώσει οπωσδήποτε εκείνο, ότι δηλαδή μπορούσε μεν ακόμη να αποκαλύψει μυστήρια πολύ βαθιά και που ξεπερνούν τον ανθρώπινο νου, αλλά αρνείται να το κάνει αυτό τώρα και πολύ εύλογα, αφού δεν είναι ακόμη πολύ κατάλληλοι για αυτό» (Κ).
Από αυτά άλλα μεν αποκάλυψε σε αυτούς μετά την ανάστασή του, όταν «παρουσίασε τον εαυτό του ζωντανό… εμφανιζόμενος σε αυτούς για σαράντα ημέρες και λέγοντας τα σχετικά με τη βασιλεία του Θεού» (Πραξ. α 3). Αλλά τα μεγάλα γεγονότα του ευαγγελίου δεν κατανοήθηκαν από τους αποστόλους παρά με το φωτισμό που ήλθε σε αυτούς κατά την ημέρα της Πεντηκοστής (ο). Πρωτίστως το ίδιο το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Κυρίου κατανοήθηκε τότε πλήρως (ιδ 25,26). Έπειτα και διάφορα σημεία, τα οποία δεν είχαν θιχτεί από τον Κύριο, όπως η απολύτρωση με το θάνατο του Μεσσία, η σχέση της χάρης με το νόμο, η επιστροφή των εθνών χωρίς κάποιον νομικό όρο, ο προορισμός και οι τύχες γενικώς της εκκλησίας μέχρι τη συντέλεια, και με λίγα λόγια το περιεχόμενο των επιστολών και της Αποκάλυψης, περιλαμβάνονται στα πολλά, τα οποία ο Ιησούς δεν είχε πει προς τους μαθητές (g).
(4)  «Διότι σε αυτούς που δεν έχουν ακόμη αναμορφωθεί μέσω του Πνεύματος στην καινούργια ζωή και γνώση μαζί, δεν υπάρχουν οι νέες διδασκαλίες των ευαγγελικών κηρυγμάτων και δεν μπορούν αυτοί να χωρέσουν κατά κάποιο τρόπο τα μυστήρια σχετικά με την αγία Τριάδα» (Κ).
«Σύμφωνα με τη θεόπνευστη Γραφή είναι τέτοιο το απέραντο της γνώσης και πάρα πολύ απρόσιτα τα θεία μυστήρια στην ανθρώπινη φύση σε αυτή τη ζωή, διότι, ενώ κάθε άνθρωπος που προοδεύει γνωρίζει ολοένα και περισσότερα πράγματα, η γνώση του αυτή πάντοτε υστερεί σε αξία απέναντι στο σύνολο της γνώσης, μέχρις ότου έλθει το τέλειο, όταν δηλαδή θα καταργηθεί το μερικό» (Β).
(5)  Λέγεται μεταφορικά για τη συγκράτηση διανοητικού φορτίου. Δες Πράξ. ιε 10 (β). Με την έννοια του δέχομαι ή κατανοώ (ο).
(6)  Μπαίνει στο τέλος με έμφαση. Αυτό που λέγεται σε αυτόν το σ. δεν αντιτίθεται με αυτό του ιε 15 («όλα όσα άκουσα από τον πατέρα μου τα γνώρισα σε εσάς») το οποίο λέγεται με σχετική έννοια. Γνώρισε σε αυτούς όλα με την επιφύλαξη ότι υπήρχαν και μερικά τα οποία δεν μπορούσαν τότε να κατανοήσουν. Κάθε αποκάλυψη υπόκειται στον όρο: Ό,τι λαμβάνεται, λαμβάνεται κατά τον τρόπο αυτού που λαμβάνει (β). Ακριβώς όπως δεν μπορούσαν να τον ακολουθήσουν τώρα, αλλά θα ακολουθούσαν αυτόν μετά από αυτά (κεφ. ιγ 36), έτσι και οι διάνοιές τους δεν μπορούσαν ακόμη να κατανοήσουν πλήρως την έννοια και σημασία της διακονίας και του πάθους του, αλλά θα οδηγούνταν στην κατανόηση αυτή αργότερα από το Πνεύμα (τ).
Δες τι διδάσκαλος είναι ο Χριστός! Κανείς δεν είναι τόσο πλούσιος σε γνώση και σοφία όσο αυτός. Αφού είπε στους μαθητές πολλά, έχει και άλλα περισσότερα να πει σε αυτούς. Οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσης είναι σε αυτόν απόκρυφοι. Επιπλέον κανείς δεν του μοιάζει στη συμπάθεια και συγκατάβαση. Θα τους έλεγε περισσότερα, αλλά δεν μπορούσαν να βαστάξουν αυτά. Εάν τους έλεγε αυτά, θα σύγχυζε περισσότερο τις διάνοιές τους παρά θα τις ικανοποιούσε. Η μεγάλη ικανότητα του διδασκάλου, την οποία πάνω από κάθε άλλον έχει ο Μέγας Κύριος και Διδάσκαλος, είναι να προσαρμόζεται στις διάνοιες των διδασκομένων. Και ο Κύριος γνωρίζει επακριβώς την πραγματική κατάσταση και δύναμη της καρδιάς του καθενός, και θαυμάσια προσαρμόζει τα από αυτόν διδασκόμενα μαθήματα στη δεκτική ικανότητά της. Το παιδί παίρνει από το χέρι του το γάλα του νηπίου και ο γίγαντας παίρνει τη στερεά τροφή του γίγαντα.

13 Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος(1), τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας(2), ὁδηγήσει(3) ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν(4)· οὐ γὰρ λαλήσει(5) ἀφ' ἑαυτοῦ(6), ἀλλ' ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει(7), καὶ τὰ ἐρχόμενα(8) ἀναγγελεῖ ὑμῖν.
13Όταν όμως θα έρθει εκείνος, το Πνεύμα της Αλήθειας, θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια. Γιατί δε θα μιλήσει από μόνος του, αλλά θα πει όσα θα ακούσει, και θα σας αναγγείλει αυτά που μέλλουν να συμβούν.
(1)  «Δηλαδή ο Παράκλητος» (Κ).
(2)  «Το Πνεύμα λοιπόν της αλήθειας, λέει, θα σας καθοδηγήσει σε όλη τη γνώση της αλήθειας» (Κ).
(3)  Βαθμιαία όπως θα χρειάζεστε (b). Δες Ψαλμ. ρμβ 10,κδ 5. Στο στίχο αυτόν το έργο του Πνεύματος παρουσιάζεται σε στενή σχέση με ό,τι βρίσκεται στους Ψαλμούς για το έργο του Πνεύματος του Ιεχωβά (β). Ο όρος οδηγώ=δείχνω το δρόμο, με την εικόνα οδηγού που εισάγει κάποιον ταξιδιώτη σε χώρα άγνωστη. Η χώρα αυτή είναι η αλήθεια, η σωτηριώδης αλήθεια, η οποία είναι ο ίδιος ο Ιησούς (ιδ 6). Το Πνεύμα θα τους αποκαλύψει το βάθος αυτής εισάγοντας αυτούς σε αυτήν με προσωπική πείρα (g).
«Τότε αφού θα απολαύσετε τις χάριτες εκείνου, θα οδηγηθείτε σε κάθε αλήθεια» (Θφ).
Θα οδηγήσει εσάς όπως άλλοτε το στρατόπεδο του Ισραήλ οδηγούνταν δια μέσου της ερήμου κάτω από το στύλο της νεφέλης και της φωτιάς. Το Πνεύμα οδηγούσε τις γλώσσες τους, όταν κήρυτταν, και τις γραφίδες τους όταν έγραφαν, εξασφαλίζοντας αυτές από κάθε πλάνη. Το Πνεύμα δόθηκε σε εμάς ως οδηγός όχι μόνο δείχνοντας σε εμάς το δρόμο, αλλά και συνοδεύοντας εμάς με τις συνεχείς βοήθειες και επιδράσεις του.
(4)  Υπάρχουν και οι γραφές: εις την άλλην πάσαν αλήθειαν. Εν τη αληθεία πάση (=στην όλη αλήθεια). Εν τη αληθεία (=Στην αλήθεια).
«Δεν θα αποκαλύψει ένα μέρος από αυτήν… αλλά μάλλον θα βάλει μέσα μας ολοκληρωτικά το μυστήριο σχετικά με αυτήν. Διότι αν και τώρα γνωρίζουμε κατά τρόπο μερικό, όπως λέει ο Παύλος, αλλά σαν μέσα σε μικρή γνώση άστραψε σώο και άφθαρτο το κάλλος της αλήθειας» (Κ).
Όλη την αλήθεια σχετικά με το Χριστό και το ευαγγέλιό του· «όλη την αλήθεια των θείων δογμάτων, που αρμόζει, εννοείται, να γίνει γνωστή σε σας» (Ζ).
Πράγματι· «Όταν ήλθε ο Παράκλητος και η αξία του Υιού κηρύχτηκε ολοκάθαρα και η αληθινή για τα πάντα γνώση φάνηκε και αφού οι τύποι του νόμου έφυγαν από τη μέση και καταργήθηκαν, οδηγηθήκαμε στην αληθινή και πνευματική λατρεία, αφού η πίστη βεβαιώθηκε με τα θαύματα που μέσω του Πνεύματος τελούνταν» (Θφ).
Με το «όλη» σήμανε ότι όσο διαρκεί το παρόν θείο σχέδιο της σωτηρίας, καμία νέα διδασκαλία σχετικά με το Χριστό δεν θα προστεθεί στη διδασκαλία των αποστόλων (g). Η Γραφή δεν έχει ανάγκη να πει στον πληθυντικό αλήθειες. Η αλήθεια είναι μία και ένα σύνολο (b).
Θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια όπως ο επιδέξιος πλοηγός οδηγεί το πλοίο στο λιμάνι στο οποίο κατευθύνεται. Το να οδηγηθεί κάποιος στην αλήθεια, είναι κάτι πολύ περισσότερο από το να γνωρίσει κάποιος αυτήν θεωρητικά. Είναι να προσοικειωθεί κάποιος την αλήθεια με την πείρα, να αγαπήσει αυτήν ευλαβικά και ισχυρά, όχι μόνο να έχει τη γνώση της στο κεφάλι του, αλλά και τη νόστιμη γεύση της και τη δύναμή της στην καρδιά του.
(5)  «Και τι έχει συμβεί; Είναι ανώτερο το Πνεύμα από εσένα, αφού τώρα μεν δεν τα βαστάζουμε, ενώ εκείνο θα μας προετοιμάσει να τα βαστάξουμε; Είναι ανώτερη και τελειότερη η ενέργεια εκείνου; Δεν είναι αυτό· διότι εκείνος θα πει τα δικά μου» (Χ).
«Για να μην… νομίσουν ανώτερο το Πνεύμα και πέσουν σε έσχατη ασέβεια… λέει, Δεν θα μιλήσει από τον εαυτό του» (Ζ).
(6)  «Τίποτα το αντίθετο, τίποτα το δικό του δεν θα πει, παρά αυτά που είπα εγώ. Όπως ακριβώς λοιπόν για τον εαυτό του λέγοντας «Δεν μιλώ από τον εαυτό μου» (Ιω. ιδ 10), αυτό εννοεί, ότι δεν λέω τίποτα έξω από τα λόγια του Πατέρα, τίποτα που να είναι δικό μου σε σχέση με εκείνον και ξένο, έτσι και για το Πνεύμα» (Χ). «Σε κανένα από τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχει τίποτα προσωπικό εκτός από την αγεννησία και τη γέννηση και την εκπόρευση, αλλά όλα είναι κοινά σε αυτήν» (Ζ).
Τίποτα που να μην λέχθηκε από τον Υιό από τον οποίο στέλνεται (μ).
(7)  Υπάρχει και η γραφή: όσα ακούσει λαλήσει. «Όσα ακούσει από τον Πατέρα, πράγμα το οποίο έχω πει πολλές φορές και για τον εαυτό μου, φανερώνοντας το ομοούσιο και την ίδια φύση και την ισότητα και το απαράλλακτο» (Ζ).
«Το λέει αυτό ο Σωτήρας, όχι για να θεωρήσουμε ότι έχει θέση υπηρέτη το Πνεύμα το Άγιο, σύμφωνα με την αμάθεια μερικών· αλλά θέλοντας μάλλον να βεβαιώσει τους μαθητές ότι δεν είναι διαφορετικό από αυτόν το Πνεύμα του, από την άποψη βεβαίως της ίδιας ουσίας, (λέει ότι) αυτά οπωσδήποτε θα πει και θα ενεργήσει και θα θελήσει» (Κ).
«Δεν θα μιλήσει από τον εαυτό του διότι δεν είναι από τον εαυτό του. Αλλά όσα ακούσει θα λαλήσει. Θα ακούσει από αυτόν, από τον οποίο εκπορεύεται και αυτού του οποίου έχει την ουσία, αυτού έχει και τη γνώση… Αλλά η ακρόαση αυτή είναι αιώνια, διότι και η γνώση του είναι η αιώνια» (Αυ).
«Για το ότι δεν έχει ανάγκη διδασκαλίας το Πνεύμα, άκουσε τι λέει ο Παύλος. Όπως ακριβώς κανείς δεν ξέρει τα του ανθρώπου, παρά μόνο το πνεύμα που είναι μέσα του, έτσι και τα του Θεού «κανείς δεν τα ξέρει παρά μόνο το Πνεύμα του Θεού». Βλέπεις ότι είναι αυτοδίδακτο το άγιο Πνεύμα;» (Θφ).
«Όπως ακριβώς δηλαδή το πνεύμα του ανθρώπου ξέρει τα του ανθρώπου όχι μαθαίνοντας από άλλον, έτσι και το Πνεύμα το άγιο θα πάρει από εμένα» (Χ).
(8)  «Τα μελλοντικά» (Ζ), «αυτά που θα γίνουν» (Κ), «το οποίο κατεξοχήν είναι γνώρισμα του Θεού» (Θφ).Το μέλλον της εκκλησίας. Αφού ο Ιησούς δεν είναι μόνο ο Χριστός που ήλθε, αλλά και ο Χριστός που έρχεται (Αποκ. α 4) τα ερχόμενα, για τα οποία μιλά εδώ, εγκλείονται στο πρόσωπό του (g). Τα ερχόμενα είναι ο Σταυρός και η συγκομιδή του θριάμβου του μέσω της Ανάστασης, της Ανάληψης, της Πεντηκοστής, του ευαγγελισμού του κόσμου και της συντέλειας (τ). Η υπόσχεση αυτή εν μέρει εκπληρώθηκε στις Πράξεις και τις επιστολές (Πράξ. κα 11,Α΄Κορ. ιε 24-28,51-54,Β΄Θεσ. β 3-12,Α΄Τιμ. δ 1) ιδιαιτέρως όμως στην Αποκάλυψη. Δες Αποκ. α 1,19, κβ 16,17 (ο).

14 Ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει(1), ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται(2) καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν.
14Εκείνος θα φανερώσει τη δική μου δόξα, γιατί θα πάρει από αυτά που εγώ έχω και θα σας τα αναγγείλει.
(1)  Η έλλειψη σύνδεσης μεταξύ των σ. 13,14 αποδεικνύει ότι και στο σ. αυτόν επαναλαμβάνει ο Ιησούς την ίδια ιδέα, την οποία και στο σ. 13. Αυτή είναι η οικονομία των τριών μαρτύρων· ο Υιός δοξάζει τον Πατέρα, το άγιο Πνεύμα δοξάζει τον Υιό (b). Μετά την από τον Πατέρα ένδοξη ανύψωση του Χριστού, το άγιο Πνεύμα θα βάλει την ακτινοβολία της ουράνιας εικόνας του στις καρδιές των μαθητών και μέσω αυτών στις καρδιές όλων των πιστών (g).
Θα δοξάσει. «Πώς; Στο όνομα το δικό μου θα δώσει τις ενέργειες» (Χ), «αποκαλύπτοντας [ταυτόχρονα] σε εσάς πιο καθαρά το μυστήριο της ενανθρώπησής μου» (Ζ).
«Διότι πρόκειται να αποκαλύψει το μυστήριο του Χριστού και να καταδείξει με ακρίβεια ποιος μεν είναι στη φύση του και πόση δύναμη και εξουσία έχει» «αλλά και με αποδεικτικά γεγονότα θα βεβαιώσει τη διάνοια του καθενός, ότι είναι και Θεός αληθινά και καρπός της ουσίας του Θεού και Πατέρα», «(γι αυτό) αναγκαία λέει ότι εκείνος θα με δοξάσει» (Κ).
Το Πνεύμα θα κάνει γνωστό το Χριστό στην πλήρη μεγαλειότητά του και θα συντελέσει αυτό αποκαλύπτοντας στην πείρα της χριστιανικής εκκλησίας τον Ιησού όπως τώρα είναι στην πνευματική δύναμη και δόξα μετά την ανάστασή του (μ). Ήταν και είναι τιμή και δόξα του Λυτρωτή το ότι το Πνεύμα στάλθηκε στο όνομά του και σύμφωνα με το θέλημά του για προαγωγή και τελείωση του έργου του. Όλες οι δωρεές και χάριτες του Πνεύματος, όλα τα κηρύγματα και συγγράμματα των αποστόλων με τον φωτισμό και την ενέργεια του αγίου Πνεύματος αποσκοπούσαν στο να δοξάσουν το Χριστό.
(2)  Ο τρόπος με τον οποίο θα δοξάσει αυτόν.
«Το «ἐκ τοῦ ἐμοῦ» σημαίνει: από αυτά που εγώ γνωρίζω, από τη δική μου γνώση· διότι μία είναι η γνώση εμού και του Πνεύματος». «Αυτά ακριβώς που είπα εγώ, αυτά θα πει και εκείνος» (Χ).
«Αντί να πει: θα μιλήσει σε συμφωνία με εμένα» (αμ).
Πάρα πολύ αξιόλογη και η επόμενη ερμηνεία: «από το χάρισμα που ήλθε στη σάρκα τη δική μου, ή από τη γνώση την οποία και εγώ έχω, όχι έχοντας ανάγκη, ούτε μαθαίνοντας από άλλον, αλλά επειδή η γνώση είναι μία και η ίδια» (Χ).
«Από το δικό μου θησαυρό, το οποίο σημαίνει «από τον Πατέρα». Αφού δηλαδή όλα όσα έχει ο Πατέρας είναι δικά μου και δικός μου πλούτος, και ο Παράκλητος θα μιλήσει από τον Πατέρα, είναι λογικό να λέω, ότι από εμένα θα πάρει» (Θφ). «Το «θα πάρει» λέγεται αντί για το «θα ακούσει». Αυτά τα λέει συγκαταβατικά λόγω της αδυναμίας των μαθητών. Διότι το «λαμβάνει» και «ακούει» ανήκει στα κτιστά όντα· η άκτιστη όμως Τριάδα γνωρίζει τα πάντα και σε όλα δεν έχει ανάγκη» (Ζ).
Όλα όσα το Πνεύμα δείχνει σε εμάς για διδασκαλία μας, καθετί που μας δίνει για ενδυνάμωση και ζωοποίησή μας, ανήκουν όλα στο Χριστό και το Πνεύμα από το Χριστό παίρνει αυτά. Ανήκουν βεβαίως όλα στο Χριστό, διότι πλήρωσε μέγα τίμημα για να κατακτήσει αυτά, αφού με το αίμα του αγόρασε αυτά. Δόθηκαν σε Αυτόν ως κεφαλή της εκκλησίας, έτσι ώστε μέσω αυτού να διαβιβαστούν σε όλα τα μέλη της. Το Πνεύμα το άγιο δεν ήλθε για να ιδρύσει κάποιο νέο βασίλειο, αλλά στάλθηκε, για να επεκτείνει και στερεώσει αυτό το ίδιο το βασίλειο το οποίο θεμελίωσε ο Χριστός.

15 Πάντα(1) ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι(2)· διὰ τοῦτο(3) εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται(4) καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν(5).
15Όλα όσα ανήκουν στον Πατέρα είναι δικά μου· γι’ αυτό σας είπα πως το Πνεύμα θα πάρει από αυτά που έχω εγώ και θα σας τα αναγγείλλει».
(1)  Στο σ. 13 παρουσιάζεται ο Παράκλητος να ακούει μάλλον από τον Πατέρα, ενώ στο σ. 14 να λαμβάνει από όσα έχει ο Υιός. Προλαβαίνοντας για αυτό κάθε παρερμηνεία, η οποία θα εύρισκε εδώ αντίφαση «ερμηνεύει περισσότερο το «ἐκ τοῦ ἐμοῦ»» (Ζ).
(2)  «Μένοντας στο να είναι Υιός, είναι όλα όσα είναι ο Πατέρας, σύμφωνα με το λόγο του ιδίου του Κυρίου που είπε «Όλα όσα έχει ο Πατέρας είναι δικά μου». Διότι πράγματι στην εικόνα βρίσκονται όλα όσα υπάρχουν στην πρωτότυπη μορφή» (Β).
«Επειδή λοιπόν είναι δικά μου εκείνα, και εκείνος θα πει από αυτά που έχει ο Πατέρας, από τα δικά μου θα πει» (Χ). Για αυτό και ο Παύλος μιλά για «ανεξιχνίαστο πλούτο του Χριστού» (Εφεσ. γ 8).
«Ο Υιός και με αυτά τα λόγια, πάλι μάς έχει δείξει για τον εαυτό του ότι είναι γνήσιο και ακριβέστατο αποτύπωμα της υπόστασης του Πατέρα, και με αυτά που είπε επίσης, μάς δίνει να καταλάβουμε, ότι αφού είναι καρπός της ουσίας του, φέρει πάνω του κατά τρόπο φυσικό όλα τα γνωρίσματα αυτής της ουσίας και ισχυρίζεται ότι είναι δικά του… Διότι είπε όχι ότι όλα όσα έχει ο Πατέρας έχω και εγώ, για να μην θεωρηθεί ότι είναι μία σκέτη εικόνα ή που την εννοούμε ότι έχει διαμορφωθεί σε σχέση με το πρωτότυπο μόνο όσον αφορά την ομοιότητα και τα ωραία εξωτερικά χαρακτηριστικά… αλλά είναι δικά μου, λέει, παρουσιάζοντας ολοκάθαρα με αυτό την τέλεια ένωση την οποία έχει με αυτόν που τον γέννησε και τη δύναμη της ομοουσιότητας που βρίσκεται στα απαράλλακτα ιδιώματα» (Κ). «Επομένως όλα όσα έχει ο Πατέρας είναι του Υιού και δεν ήλθαν σε αυτόν σιγά-σιγά, αλλά είναι με τη μία παρόντα» (Β).
Ως Θεός έχει ο Υιός όλο το αυθυπόστατο φως και την αυτάρκη μακαριότητα, την οποία έχει και ο Πατέρας. Ως μεσίτης πάλι διακηρύττει, ότι «Όλα μου παραδόθηκαν από τον Πατέρα μου» (Ματθ. ια 27). Το σύνολο εκείνο της χάρης και αλήθειας, το οποίο ο Θεός θέλησε με την απόφασή του να δείξει σε εμάς, κατοίκησε στον Κύριό μας και δόθηκε στα χέρια του (Κολ. α 19). Πνευματικές ευλογίες στα επουράνια δόθηκαν σε εμάς από τον Πατέρα στον Υιό του που έγινε άνθρωπος και ο Υιός δίνει ως παρακαταθήκη αυτές στο Πνεύμα, ώστε αυτό να τις χορηγήσει σε εμάς.
(3)  Δηλαδή λόγω της κοινής αυτής κατοχής που υφίσταται μεταξύ του Πατέρα και του Υιού.
(4)  Τα περισσότερα από τα χειρόγραφα γράφουν λαμβάνει, το οποίο σημαίνει έργο μόνιμο και διαρκές.
«Κανείς όμως ας μην ταράζεται, όταν σε αυτά τα λόγια ακούει τη λέξη «λαμβάνει», αλλά να θυμάται μάλλον εκείνο… ότι όλα τα σχετικά με το Θεό λέγονται μεν όπως τα δικά μας, αλλά βεβαίως δεν εννοούνται έτσι, αλλά πάνω από εμάς· έτσι λοιπόν ισχυριζόμαστε ότι το Πνεύμα παίρνει από τον Πατέρα και τον Υιό τα δικά τους, όχι σαν να υπάρχει κάποτε χρόνος που δεν έχει τη γνώση και δύναμη που υπάρχει μέσα σε αυτούς, αλλά την έχει τότε μόλις, όταν δηλαδή θεωρείται ότι την «παίρνει»· διότι πάντοτε το Πνεύμα είναι σοφό και δυνατό, ή μάλλον είναι καθ’ ολοκληρίαν σοφία και δύναμη, όχι επειδή μετέχει σε κάτι, αλλά από τη φύση του» (Κ).
(5)  Ο Westcott σημείωσε τα τρία «καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν» των σ. 13,14,15 τα οποία σχηματίζουν κατά κάποιο τρόπο μία επωδό παρηγορητική (g), που εφιστούν ιδιαίτερη προσοχή στην αποκαλυπτική ενέργεια του Πνεύματος (β).

16 Μικρὸν(1) καὶ οὐ θεωρεῖτέ με(2), καὶ πάλιν μικρὸν(3) καὶ ὄψεσθέ με(4), ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα(5).
16«Σε λίγο δεν θα με βλέπετε πια, αλλά και πάλι σε λίγο θα με δείτε, γιατί εγώ πηγαίνω στον Πατέρα».
(1)  Δες ζ 33,ιγ 33,ιδ 19.
«Διότι ήδη μπήκε μέσα από την πόρτα ο καιρός του θανάτου, κάνοντας σε πολύ λίγο χρόνο τον Κύριο αόρατο στους μαθητές» (Κ).
Η αναγγελία ότι πρόκειται μετά από λίγο να χωριστεί από αυτούς, επακολούθησε αναμφίβολα σε κάποια σύντομη διακοπή του λόγου, που έγινε με σκοπό να εντοπιστούν στη διάνοιά τους και να αποθησαυριστούν στη μνήμη τους οι μεγάλες και υψηλές αλήθειες που προ ολίγου λέχθηκαν (ο).
(2)  Με τα σωματικά μάτια «επειδή θα είμαι θαμμένος κάτω από τη γη» (Ζ). Ο ενεστώτας αντί για μέλλοντα. Αποφεύγει από στοργή να πει σε αυτούς σαφώς, ότι θα χωριστεί από αυτούς με το θάνατο. Υπάρχει και η γραφή: και ουκέτι θεωρεῖτέ με.
(3)  Αναφέρεται στον ελάχιστο χρόνο που παρεμβλήθηκε ανάμεσα στο θάνατό του και την Ανάστασή του και στην Πεντηκοστή που ακολούθησε αυτήν.
(4)  «Φανερώνει ότι θα επιστρέψει και ο χωρισμός θα είναι για λίγο και θα είναι παντοτινή η συναναστροφή μαζί τους» (Χ). Θα με δείτε ή «αναστημένο από τους νεκρούς» (Ζ),
ή, πιο σωστά, μετά το πάθος «είναι αμέσως κοντά η ανάληψη, η οποία μέσω της πορείας του προς τα πάνω, θα φέρει αναπόφευκτα την επιφοίτηση του Πνεύματος… Διότι αν και αναχωρεί σωματικά για να παρουσιάσει τον εαυτό του για χάρη μας στον Πατέρα και κάθισε στα δεξιά αυτού που τον γέννησε, αλλά κατοικεί μέσα στους άξιους μέσω του Πνεύματος και βρίσκεται μαζί με τους αγίους για πάντα» (Κ).
Αξιόλογη και η ερμηνεία που συνδυάζει και τις δύο πιο πάνω: Δηλαδή το «λίγο χρόνο και θα με δείτε» αναφέρεται στις εμφανίσεις του Χριστού μετά την ανάστασή του, ως προφητική προτύπωση της πνευματικής παρουσίας του Κυρίου μας στην εκκλησία=Μετά από λίγο θα αναστηθώ από τους νεκρούς για να πάω προς τον Πατέρα και θα με δείτε και με σωματική μορφή και έτσι θα έχετε το βεβαιότατο εχέγγυο, ότι θα απολαύσετε και την πνευματική μου παρουσία, την οποία σας υποσχέθηκα (ο).
Το «όψομαι» είναι πιο εύστοχο από το «θεωρώ» διότι εκφράζει την πνευματική αυτή και εσωτερική παρουσία του Κυρίου στους πιστούς. Θα τον έβλεπαν πάλι κατά την ανάστασή του αμέσως μετά την ταφή του, όταν παρουσίασε τον εαυτό του ζωντανό με πολλά τεκμήρια. Θα τον έβλεπαν όμως και με την έκχυση του Αγίου Πνεύματος αμέσως μετά την Ανάληψη, και η έκχυση αυτή θα διέλυε το σκοτάδι της άγνοιας και της πλάνης, από το οποίο κινδύνευαν να χάσουν την πίστη τους, και θα παρείχε σε αυτούς κατανόηση των μυστηρίων του ευαγγελίου σαφέστερη από εκείνη, την οποία είχαν προηγουμένως· η έλευση του Πνεύματος ήταν η επίσκεψη και φανέρωση του Χριστού προς τους μαθητές όχι προσωρινή πλέον, αλλά μόνιμη και διαρκής. Φανέρωση όχι στα αισθητά μάτια αλλά σε αίσθηση που υπερβαίνει αυτήν των σωματικών ματιών και αυτιών, φανέρωση εσωτερική και πνευματική που λάμπει και φωτίζει όλο τον εσωτερικό άνθρωπο και για αυτό πολύ περισσότερο πραγματική από αυτήν των σωματικών αισθήσεων, που κάνει αισθητή την σε αυτούς παρουσία του Κυρίου, γνωστό το χαρακτήρα του και απτή την αγάπη του και προστασία.
(5)  «Αφού είπε το λυπηρό, πρόσθεσε στη συνέχεια και το ευφρόσυνο «και πάλι μικρό χρόνο και θα με δείτε» και ότι ανεβαίνω προς τον Θεό, ο οποίος μπορεί να σας βοηθά και δεν χάνομαι, αλλά αλλάζω τόπο» (Θφ).
Η όλη φράση ὅτι ἐγὼ… πατέρα, δεν μαρτυρείται από πολλούς μεγαλογράμματους κώδικες. Ο Godet θεωρεί αυτό αυθεντικό, εξηγώντας την παράλειψη, ότι προήλθε από την προσπάθεια να εξομαλυνθεί η έννοια του χωρίου, το οποίο σύμφωνα με αυτούς που αποσιώπησαν τη φράση, αναφέρεται στην λίγο μετά το θάνατο επανεμφάνιση του Ιησού αναστημένου στους μαθητές, εκδοχή, με την οποία δεν συμβιβάζεται αυτή η γραφή (=θα με ξαναδείτε αναστημένο, διότι εγώ πηγαίνω προς τον πατέρα). Εφόσον εξάλλου η φράση υπάρχει στο σ. 17, πώς θα δικαιολογούνταν η παράλειψη στο σ. 16.

17 Εἶπον οὖν ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ(1) πρὸς ἀλλήλους· τί ἐστι τοῦτο ὃ λέγει ἡμῖν(2), μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέμε, καὶ ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα;
17Είπαν τότε μερικοί μαθητές του μεταξύ τους: «Τι σημαίνει αυτό που μας λέει, “σε λίγο δεν θα με βλέπετε, αλλά και πάλι σε λίγο θα με δείτε”; Και τι σημαίνει, “πηγαίνω στον Πατέρα”;»
(1)  Εννοείται «κάποιοι». Αυτοί που δέχονται ότι τα λόγια αυτά του Κυρίου λέχθηκαν έξω από το ανώγειο κοντά στον κήπο της Γεθσημανή, εξηγούν το γεγονός, ότι μεταξύ κάποιων από τους μαθητές γεννήθηκε το ζήτημα, με την εκδοχή ότι οι μαθητές αυτοί βαδίζοντας μαζί με τον διδάσκαλο, είχαν αποτελέσει ξεχωριστό όμιλο.
(2)  «Γιατί δεν κατάλαβαν; Ή λόγω της λύπης ή λόγω της ασάφειας των λεγομένων. Για αυτό και φάνηκε σε αυτούς ότι είπε δύο αντίθετα πράγματα, που δεν ήταν αντίθετα· διότι αν θα σε δούμε, λέει, πού πηγαίνεις; Αν όμως θα πας, πώς θα σε δούμε;» (Χ).
Ό,τι για μας είναι σαφές, για τους μαθητές ήταν μυστήριο. Εάν ο Ιησούς επρόκειτο να ιδρύσει το μεσσιακό βασίλειο, γιατί να φύγει; Και εάν δεν επρόκειτο αυτό, γιατί να επιστρέψει; (g). Η ιδέα ότι ο Χριστός θα ίδρυε κοσμικό βασίλειο ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη στους μαθητές, ώστε δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα λόγια αυτά του Κυρίου, διότι δεν μπορούσαν να συμβιβάσουν αυτά με αυτήν τους την προκατάληψη. Όταν επιχειρούμε να συμβιβάσουμε τα όσα λέγονται στην Αγία Γραφή με τις ψευδείς ιδέες και προκαταλήψεις, από τις οποίες έχουμε εμποτιστεί, δεν είναι καθόλου παράδοξο, εάν καταλήγουμε σε δυσκολίες και σύγχυση. Όταν όμως οι συλλογισμοί μας και οι σκέψεις είναι εξ’ ολοκλήρου αιχμαλωτισμένες από τις αλήθειες της θείας αποκάλυψης, τότε η οδός μας διαφωτίζεται πλήρως και οι απορίες που μας απασχολούν γρήγορα εξομαλύνονται.

18 Ἔλεγον οὖν· τοῦτο τί ἐστιν ὃ λέγει τὸ μικρόν(1); Οὐκ οἴδαμεν τί λαλεῖ(2).
18Συζητούσαν λοιπόν: «Τι να σημαίνει αυτό το “σε λίγο” που λέει; Δεν καταλαβαίνουμε τι θέλει να πει».
(1)  Επαναλαμβάνουν τη λέξη η οποία προκαλεί σε αυτούς δυσκολία στην κατανόηση (ο). Το άρθρο πριν τη λέξη αυτή, διαχωρίζει και τονίζει αυτήν ως το σημείο της δυσκολίας (β).
(2)  «Διότι το ότι επρόκειτο μεν να αναχωρήσει, το ήξεραν, αγνοούσαν όμως ότι μετά από λίγο θα έλθει προς αυτούς» (Χ). Υπάρχει ένα είδος ανυπομονησίας στον τρόπο της έκφρασής τους στο σ. 18 (g).

19 Ἔγνω(1) οὖν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἤθελον αὐτὸν ἐρωτᾶν(2), καὶ εἶπεν αὐτοῖς(3)· περὶ τούτου ζητεῖτε μετ' ἀλλήλων ὅτι εἶπον, μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέμε, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με(4);
19Ο Ιησούς κατάλαβε πως ήθελαν να τον ρωτήσουν και τους είπε: «Συζητάτε μεταξύ σας γι’ αυτό που σας είπα, “σε λίγο δεν θα με βλέπετε, και πάλι σε λίγο θα με δείτε”;
(1)  «Πάρα πολύ επίκαιρα πάλι δείχνει, ότι ξέρει τις καρδιές ως Θεός και αυτό που ακόμη τριγυρνά στο νου και είναι χωμένο στο βάθος της καρδιάς, το γνωρίζει καλά σαν να ακούστηκε ήδη και με τη γλώσσα» (Κ).
Ο Χριστός μαθαίνει τους ευσεβείς πόθους μας και τους ανέκφραστους στεναγμούς μας πριν ακόμη εμείς εκφράσουμε αυτούς. Και μας προλαβαίνει με τις ευλογίες της αγαθότητάς του. Πριν ακόμη τον ρωτήσουν οι μαθητές, ήταν πληροφορημένος για το ότι ήθελαν να τον ρωτήσουν. Πριν ακόμη τον επικαλεστούμε, αυτός με την αγαθότητά του σπεύδει να απαντήσει σε εμάς.
(2)  Το απερίγραπτο μεγαλείο της συμπεριφοράς του Ιησού συγκρατούσε τους μαθητές από κάθε μάταιη περιέργεια ή ανάρμοστη οικειότητα (ο).
(3)  Στην απάντησή του ο Κύριος περιορίζεται στη λέξη μικρόν, η οποία υπήρξε το κέντρο της δυσκολίας, χωρίς να πει κάτι για το Υπάγω προς τον Πατέρα, και για τα έκτακτα γεγονότα, τα οποία επρόκειτο να επακολουθήσουν στο θάνατο και την ταφή του.
(4)  Η επανάληψη των φράσεων στους στίχους 16-19 αποτελεί ιδίωμα του τρόπου της αφήγησης των ανατολικών λαών. Η δύσκολη λέξη μικρόν επαναλαμβάνεται 7 φορές και η φράση μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέμε, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, επαναλαμβάνεται 3. Παρόλο που το τέταρτο ευαγγέλιο είναι εξ’ ολοκλήρου ελληνικό, η σημιτική απόχρωση είναι συχνά εμφανής (β).

20 Ἀμὴν ἀμὴν(1) λέγω ὑμῖν ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε(2) ὑμεῖς, ὁ δὲ κόσμος(3) χαρήσεται(4)· ὑμεῖς δὲ λυπηθήσεσθε(5), ἀλλ' ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν(6) γενήσεται(7)·
20Σας βεβαιώνω πως εσείς θα κλάψετε και θα θρηνήσετε, ενώ ο κόσμος θα χαρεί. Εσείς θα λυπηθείτε, η λύπη σας όμως θα μετατραπεί σε χαρά.
(1)  Εφιστά την προσοχή τους σε αυτό που θα ειπωθεί.
(2)  Και τα δύο ρήματα χρησιμοποιούνται για τους μεγαλόφωνους κλαυθμούς και θρήνους, οι οποίοι συνηθίζονται στο θάνατο αγαπημένου προσώπου στην Ανατολή. Δες Ιερεμ. κβ 10. Το πρώτο δηλώνει μεγαλόφωνο άναρθρο κλαυθμό, το δεύτερο χρησιμοποιείται για θρηνητικό άσμα και θρηνητικά λόγια (β,ο). Προφανώς εδώ το κλαύσετε και θρηνήσετε αναφέρεται στη λύπη των μαθητών για το «θάνατο και τον σταυρό» (Χ). Θα κλάψετε και θα θρηνήστε «επειδή δεν θα με βλέπετε μιας και θα είμαι θαμμένος κάτω από τη γη» (Ζ). Για την εκπλήρωση αυτού δες Ιω. κ 11-15 και Μάρκ. ιστ 10.
(3)  «Δηλαδή αυτοί που δεν ξέρουν να φρονούν αυτά που αρέσουν στο Θεό και είναι προσηλωμένοι κατά κάποιο τρόπο στις κοσμικές ηδονές. Φανερώνει επίσης πάλι το σαν αγέλη και συρφετό πλήθος των Ιουδαίων και τη θεομίσητη και ανίερη παράταξη αυτών που τους έλαχε να είναι αρχηγοί, τους γραμματείς δηλαδή και Φαρισαίους» (Κ).
Ό,τι προκαλεί τη θλίψη των αγίων, αποτελεί τη χαρά των αμαρτωλών. Όσοι είναι ξένοι με το Χριστό, θα χαρούν με την ψεύτικη ελπίδα τους, ότι νίκησαν το Χριστό και συντέλεσαν στην κατάρρευση του έργου του. Όταν οι αρχιερείς των Ιουδαίων είχα καρφωμένο το Χριστό πάνω στο σταυρό, χαίρονταν και αγάλλονταν, όπως και «αυτοί που κατοικούν στη γη χαίρονται» για τη σφαγή των μαρτύρων (Αποκ. ια 10).
(4)  «Επειδή φόνευσαν εμένα τον εχθρό τους» (Θφ). «Επειδή απαλλάχτηκαν από εμένα» (Ζ). Θα χαρεί διότι ο προφήτης, τον οποίο μισούσαν (ιε 18), εξαφανίστηκε (β).
(5)  Αναφέρεται στην εσωτερική λύπη, την οποία θα δοκίμαζαν και της οποίας εξωτερική εκδήλωση θα ήταν οι κλαυθμοί και οι θρήνοι. Το «εσείς» μπαίνει μπροστά με έμφαση και αντίθεση με τον κόσμο. Όσοι συνδέονται με το Χριστό, οφείλουν, όπως εκείνοι, έτσι και αυτοί να περάσουν μέσα από την κοιλάδα των δακρύων και της θλίψης. Θα θλιβούν για εκείνο, το οποίο αποτελεί τη χαρά και απόλαυση των μακριά από το Θεό ανθρώπων· δηλαδή για τις αμαρτίες τους και για τις αμαρτίες των γύρω τους· κλαίνε μαζί με αυτούς που κλαίνε, αλλά και θρηνούν για τους αμαρτωλούς, οι οποίοι δεν θρηνούν τους εαυτούς τους.
(6)  «Θα λυπηθείτε μεν εσείς, αλλά δεν θα παραμείνετε για πολύ χρόνο να έχετε πάθει αυτό· διότι θα μετατραπεί η λύπη σε χαρά. Επειδή θα ξαναζήσω και θα αφανίσω εντελώς την αιτία της κατήφειας… και θα σας μεταφέρω σε παντοτινή χαρά… διότι είναι ατελεύτητη η χαρά των αγίων. Διότι ζει για πάντα ο Χριστός» (Κ).
Εννοεί τη χαρά για την ανάσταση, για την οποία δες κ 20, ιδιαίτερα όμως τη μόνιμη χαρά που ξεκίνησε από την Πεντηκοστή, για την οποία δες σ. 22. Όπως η χαρά των υποκριτών, έτσι και η λύπη των αληθινών χριστιανών είναι πρόσκαιρη. Χάρηκαν οι μαθητές βλέποντας τον Κύριο. Η ανάστασή του ήταν ζωή από τους νεκρούς σε αυτούς και η λύπη τους για τα παθήματα του Χριστού μεταστράφηκε σε χαρά τέτοια και τόση, ώστε καμία περιπέτεια ή δοκιμασία δεν μπορούσε να εκμηδενίσει αυτήν. «(Είμαστε οι απόστολοι) σαν κάποιοι που λυπούνται, αλλά πάντοτε χαιρόμαστε» (Β΄Κορ. στ 10). Περνούσαν ζωή περιπετειώδη και γεμάτη από δοκιμασίες, είχαν όμως πάντοτε την καρδιά γεμάτη χαρά.
(7)  Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, θα χρησιμεύσει, για να φέρει χαρά (ο).
Ή, πιο σωστά «θα μετατραπεί» (Κ), θα μεταβληθεί σε χαρά. Όχι μόνο χαρά θα αντικαταστήσει τη λύπη σας, αλλά και η ίδια η λύπη θα γίνει χαρά. Ο Σταυρός δεν είναι πέτρα σκανδάλου, τον οποίο η ανάσταση απομάκρυνε, δεν είναι ήττα, τα αποτελέσματα της οποίας εξουδετερώθηκαν από νίκη που επακολούθησε. Είναι και αυτός από μόνος του θρίαμβος και τρόπαιο νίκης (τ).
«Έπειτα δείχνοντας, ότι μετά τη λύπη γίνεται χαρά, και ότι η λύπη γεννά τη χαρά και ότι αυτή μεν είναι σύντομη, ενώ η ευχαρίστηση απέραντη, ήλθε σε παράδειγμα κοσμικό» (Χ).

21 ἡ γυνὴ(1) ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει(2), ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς(3)· ὅταν δὲγεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως διὰ τὴν χαρὰν(4) ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος(5) εἰς τὸν κόσμον.
21Όταν η γυναίκα είναι να γεννήσει, υποφέρει πολύ, γιατί ήρθε η ώρα των πόνων της· όταν όμως γεννήσει το παιδί, ξεχνάει πια τους πόνους, από τη χαρά της που έφερε έναν άνθρωπο στον κόσμο.
(1)  =οποιαδήποτε γυναίκα· το άρθρο δηλώνει ότι αυτό που ακολουθεί είναι καθολικά αληθινό· δες ο κόκκος (ιβ 24) ή ο δούλος (ιε 15)(β).
(2)  «Χρησιμοποιεί παραβολή την οποία χρησιμοποιούν και οι προφήτες, οι οποίοι συνεχώς συγκρίνουν τις λύπες με τους υπερβολικούς πόνους του τοκετού» (Χ). Δες Ησ. κα 3,κστ 17,λζ 3,Ιερεμ. δ 31,κβ 23. Κυρίως γίνεται χρήση της εικόνας λόγω του αιφνίδιου και αναπόφευκτου των ωδίνων. Δες Ησ. κστ 17. Η ιδέα όμως της χαράς, που ακολουθεί τις ωδίνες, μόνο εδώ συναντιέται (β).
«Αυτό που λέει σημαίνει το εξής· θα σας έρθουν ωδίνες, αλλά η ωδίνη του τοκετού γίνεται αιτία χαράς… Για αυτό έφερε το υπόδειγμα, για να δείξει ότι είναι πρόσκαιρη μεν η λύπη, αλλά παντοτινή η χαρά» (Χ).
Πράγματι, οι ωδίνες της εγκύου διαρκούν για κάποιες ώρες, ενώ η χαρά της μητέρας που βλέπει το παιδί της να αυξάνεται και να προοδεύει είναι πολύ διαρκέστερη. Επιπλέον η εικόνα παρουσιάζει γνωστό και συγκινητικό παράδειγμα της αλήθειας, ότι η θλίψη αποτελεί συχνά το αναγκαίο προηγούμενο των μεγαλύτερων χαρών της ζωής.
(3)  «Ο καιρός για τα επώδυνα και τους πόνους» (Ζ). Η φράση ίσως αποτελεί υπαινιγμό της επώδυνης ώρας, την οποία ο Ιησούς θα περνούσε στο πάθος («η ώρα μου»)(g).
(4)  «Όπως ακριβώς στη γυναίκα που κοιλοπονάει η σύντομη λύπη από τους πόνους γεννά τη μεγάλη χαρά για αυτό που γεννήθηκε, έτσι και σε εσάς η πρόσκαιρη λύπη από το θάνατό μου, θα γεννήσει την παντοτινή χαρά για την ανάστασή μου» (Ζ).
(5)  Ο σιναϊτικός γράφει: ο άνθρωπος. Με τη λέξη αυτή τονίζεται το μέγεθος του συντελεσμένου γεγονότος και το ελατήριο της χαράς της μητέρας (g). Αξιόλογη αλλά ίσως βιαστική και η ερμηνεία: «Υπαινίσσεται όμως εδώ και κάτι μυστικό, ότι αυτός κατήργησε τις ωδίνες του θανάτου και έκανε να γεννηθεί νέος άνθρωπος… Εδώ δηλαδή νομίζω ότι υπαινίσσεται την ανάστασή του, και ότι επρόκειτο να γεννηθεί όχι για εκείνον το θάνατο που γέννησε τις ωδίνες, αλλά για τη βασιλεία» (Χ).
«Η κύρια έννοια της εικόνας φαίνεται να είναι, ότι ο θάνατος του Χριστού υπήρξε επώδυνη πράξη τοκετού εκ μέρους της όλης ανθρωπότητας, στην οποία πράξη ο τέλειος άνθρωπος γεννήθηκε στον κόσμο· η γέννηση αυτή του νέου ανθρώπου αποτέλεσε την πηγή αιώνιας χαράς για όλους αφού μέσω αυτού και της δύναμής του, συντελέστηκε η ανακαίνιση του παντός» (Olshausen).
«Διότι από την ανάσταση γεννήθηκε για εμάς ο νέος άνθρωπος και άφθαρτος, ο Ιησούς Χριστός ο Θεός μας» (Θφ).
Παρόλο που τα παιδιά δημιουργούν φροντίδες, και οι από αυτά αναπαύσεις των γονέων είναι αβέβαιες και πολλές φορές γίνονται αιτία βασάνων για αυτούς, παρ’ όλα αυτά είναι φυσικό να χαιρόμαστε για τη γέννησή τους. Εάν θα μπορούσαμε να είμαστε βέβαιοι, ότι τα παιδιά μας είναι γεμάτα από Πνεύμα Άγιο όπως ο πρόδρομος Ιωάννης, τότε η γέννησή τους «θα είναι και σε εμάς χαρά και αγαλλίαση» (Λουκ. α 14). Αλλά όταν θυμόμαστε, ότι όχι μόνο μέσα σε αμαρτίες γεννήθηκαν, αλλά και ότι γεννήθηκαν στον κόσμο αυτό των παγίδων και της κοιλάδας των δακρύων, βρίσκουμε λόγους μαζί με τη χαρά μας να δοκιμάζουμε και φόβο, μήπως θα ήταν καλύτερο για αυτά να μην είχαν γεννηθεί.

22 Καὶ ὑμεῖς οὖν(1) λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς(2) καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία(3), καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν(4) οὐδεὶς(5) αἴρει(6) ἀφ' ὑμῶν.
22Κι εσείς, λοιπόν, τώρα λυπόσαστε· αλλά θα σας ξαναδώ και θα χαρεί η καρδιά σας, και τη χαρά σας κανείς δε θα μπορέσει να σας την αφαιρέσει.
(1)  Η εφαρμογή της σύγκρισης και της εικόνας της χαράς, η οποία ακολουθεί στη θλίψη των πόνων της γέννας.
«Το παράδειγμα λοιπόν της γυναίκας που γεννά, μη ζητάς να το προσαρμόσεις πλήρως σε αυτά που έχουν συμβεί στο Χριστό, αλλά μόνο στο ότι θέλει να δείξει ότι είναι πρόσκαιρη η λύπη και μεγάλο το κέρδος των πόνων και ότι ο τοκετός της ανάστασης είναι για ζωή και αναγέννηση… Διότι είναι παραβολή· η παραβολή όμως εάν σε όλα επαληθεύεται, τότε δεν είναι παραβολή, αλλά το ίδιο εκείνο, για το οποίο λέχθηκε η παραβολή» (Θφ).
(2)  Εδώ δίνεται μεγαλύτερη υπόσχεση από την υπόσχεση «θα με δείτε» του σ. 16. Είναι καλύτερο το να βλέπεσαι από το Θεό, από το να βλέπεις αυτόν. Δες Γαλ. δ 9 (β). Η υπόσχεση αυτή εκπληρώθηκε κατά γράμμα στις εμφανίσεις του Κυρίου μετά την ανάσταση· τελειότερα όμως στη μυστική κοινωνία της εκκλησίας με το Χριστό δια μέσου όλων των αιώνων (μ). Οσοδήποτε μεγάλη και αν υπήρξε η χαρά των μαθητών, που είδαν μετά την ανάσταση τον Κύριο, δεν ήταν χαρά ολοκληρωμένη. Θα γίνει τέτοια μόνο σε εκείνη τη στενή κοινωνία και σχέση με τον Πατέρα (Α΄Ιω. α 4), η οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί μέσω του θανάτου και της ανάστασης του Ιησού (χ).
Πάλι θα σας δω. Θα σας κάνω καλοδιάθετη και φιλική επίσκεψη, για να εξετάσω τα σχετικά με σας και να προξενήσω άνεση και χαρά σε σας. Ο Χριστός λοιπόν θα επανέλθει γεμάτος από χάριτες σε αυτούς που τον αναμένουν, παρόλο που φαίνεται, ότι «για λίγο χρόνο άφησε» αυτούς (Ησ. νδ 7). Οι άνθρωποι όταν υψωθούν σε κάποιο αξίωμα, δύσκολα καταδέχονται τους υποδεέστερούς τους. Αλλά ο δοξασμένος Ιησούς θα επισκεφτεί τους μαθητές του. Δεν θα τον δουν μόνο αυτοί στη δόξα του, αλλά θα δει και αυτός αυτούς στην ταπείνωση και αφάνειά τους.
(3)  Η φράση είναι η ίδια με αυτήν στα Ησ. ξστ 14. Δες και Ψαλμ. λβ 21. Αρχικά η υπόσχεση αυτή εκπληρώθηκε ευθύς αμέσως με την πρώτη εμφάνιση του Κυρίου στους μαθητές μετά την ανάσταση (Ιω. κ 14-16).
Αξιόλογη αλλά βιαστική η ερμηνεία: «Θα χαρείτε, όταν δείτε ότι γεννήθηκε ένα παράξενο παιδί στον κόσμο, άφθαρτο και που δεν παθαίνει τίποτα κακό. Εννοεί δηλαδή τον εαυτό του» (Κ).
Οι θείες παρηγοριές γεμίζουν χαρά το εσωτερικό των καρδιών μας. Η χαρά όμως στα βάθη της καρδιάς είναι σταθερή και όχι κάποια αναλαμπή, είναι και χαρά μυστική, στην οποία κάθε ξένος δεν αναμιγνύεται ούτε κατανοεί αυτήν· είναι χαρά γλυκιά και παρέχει κάθε ικανοποίηση σε αυτόν που την δοκιμάζει, είναι βέβαιη και όχι παροδική και εύθραυστη.
(4)  Ήταν δική τους χαρά, στην οποία κανείς άλλος, εκτός από αυτούς που διατηρούν παρόμοια με τη δική τους σχέση με το Χριστό, δεν μπορούσε να συμμετάσχει. Ήταν χαρά, την οποία ο κόσμος δεν γνώρισε (ο).
(5)  Το αόριστο της έκφρασης αναφέρεται σε οποιονδήποτε παράγοντα=Κανένα δημιούργημα στο σύμπαν δεν μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο να σας στερήσει τη χαρά αυτή (ο).
(6)  Ο ενεστώτας αντί για μέλλοντα. Υπάρχει και η γραφή ἀρεῖ (μέλλοντας του αίρω). Ο Κύριος μεταφέρεται στην ώρα εκείνη, που οι μαθητές θα χαίρονται. «Κανείς δεν θα αφαιρέσει από εσάς» (Ζ).
«Λέει ότι η χαρά για το Χριστό δεν θα αφαιρεθεί και θα χαθεί. Διότι σύμφωνα με το λόγο του Παύλου… αφού πέθανε μία φορά [ο Κύριος] δεν πεθαίνει πλέον» (Κ), «αλλά αφού ζει παντοτινά, θα γίνει σε αυτούς πρόξενος χαράς που δεν καταργείται» (Θφ).
Πρόκειται για την πνευματική χαρά την οποία αισθάνονται οι αγιασμένοι. Ο πονηρός και κακεντρεχής κόσμος θα ήθελε να αφαιρέσει από αυτούς αυτή τη χαρά. Εάν όμως τα βασανιστήρια και τα δεσμά και οι φυλακίσεις και οι θάνατοι είχαν τη δύναμη να την αφαιρέσουν, θα την έχαναν αυτοί που γέμισαν με αυτήν. Αλλά και όταν ο κόσμος τους αφαιρεί καθετί που έχουν, μέχρι και αυτή τη ζωή τους, η χαρά αυτή δεν φυγαδεύεται από τις καρδιές τους και ο κόσμος δεν έχει τη δύναμη να τους την αφαιρέσει, διότι δεν μπορεί να χωρίσει αυτούς από την αγάπη του Χριστού. Κανείς δεν μπορεί να τους αποσπάσει από το Θεό τους και από τους ουράνιους θησαυρούς τους.

23 Καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ(1) ἐμὲ οὐκ ἐρωτήσετε οὐδέν(2)· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσητε(3) τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου(4), δώσει ὑμῖν(5).
23»Όταν έρθει εκείνη η μέρα, τίποτα δε θα έχετε να με ρωτήσετε. Σας βεβαιώνω πως αν ζητήσετε κάτι από τον Πατέρα στο όνομά μου, αυτός θα σας το δώσει.
(1)  «Δηλαδή αφού έλθει ο παράκλητος» (Ζ). Δεν αναφέρεται σε κάποια ειδική ημέρα, αλλά σε ολόκληρη τη νέα εποχή που άρχισε από την ανάστασή του και περιλαμβάνει ολόκληρο το μέλλον, στο οποίο εκτείνεται η Κ.Δ.· την εποχή του Πνεύματος (ο,β).
(2)  Ή, «δεν θα χρειαστείτε μεσάζοντα, αλλά αρκεί να πείτε το όνομα μόνο για να πάρετε τα πάντα» (Χ), δηλαδή το «ρωτώ» με την έννοια του ζητώ με προσευχή. Και βρίσκεται μεν στον Ιωάννη το ρήμα για να δηλώσει τις προσευχές του Ιησού (ιδ 16,ιστ 26,ιζ 9,15,20), δεν συναντιέται όμως πουθενά στο ευαγγέλιο του Ιωάννη για τις προσευχές των ανθρώπων (β).
Ή, πιο πιθανή ερμηνεία, «Δεν θα με ρωτήσετε τίποτα από αυτά που με ρωτάτε τώρα, όπως, Που πας και δείξε μας τον Πατέρα και τα όμοια, αφού θα τα διδαχτείτε όλα από τον Παράκλητο» (Ζ).
«Όταν δηλαδή θα ντυθούν τη δύναμη από ψηλά… και αποκτώντας τη λαμπρότητα του νου από το φωτισμό του Πνεύματος, μπορέσουν πλέον να κατανοούν τα πάντα… θα έχουν τη διάνοια να μην χρειάζεται κανένα αγαθό και γεμάτη από την τελειότατη γνώση» (Κ).
Το ερωτώ στο ευαγγέλιο του Ιωάννη χρησιμοποιείται είτε με τη συνηθισμένη και σε εμάς έννοια (α 19,21,ιστ 19,30 κλπ) είτε με την έννοια του ζητώ (ιδ 16,ιζ 9,15,20 κλπ). Τα συμφραζόμενα καθορίζουν με ποια έννοια πρέπει να το πάρουμε. Εδώ αναμφίβολα έχει τη σημασία του θέτω ερωτήματα (χ). Στο στίχο αυτόν ο Ιησούς περιγράφει τα προνόμια, τα οποία θα ακολουθήσουν την πνευματική επανασυνάντησή του με τους μαθητές που αναφέρθηκε στους αμέσως προηγούμενους στίχους. Αυτά θα είναι, πλήρης γνώση («δεν θα ρωτήσετε τίποτα») και πλήρης δύναμη («όσα τυχόν ζητήσετε… θα δώσει σε εσάς»)(g).
Θα λάβετε έτσι σαφή γνώση των ευαγγελικών μυστηρίων με το άνοιγμα και τον φωτισμό των ματιών της διάνοιάς σας, ώστε δεν θα έχετε πλέον ανάγκη να ρωτάτε. «Και δεν θα διδάξουν ο καθένας τον αδελφό του λέγοντας, γνώρισε τον Κύριο, διότι όλοι θα με γνωρίσουν από τον μικρό ανάμεσά τους μέχρι τον μεγάλο» (Εβρ. η 11). Προηγουμένως οι μαθητές είχαν υποβάλλει στον Κύριο κάποια ερωτήματα άγνοιας όπως στο Ιω. θ 2, ή ερωτήματα φιλοδοξίας όπως στο Ματθ. ιη 1, ή ερωτήματα δυσπιστίας όπως στο Ματθ. ιθ 27, ή ερωτήματα περιέργειας όπως στο Πράξ. α 6. Αλλά όταν ξεχύθηκε πάνω τους το Άγιο Πνεύμα κανένα τέτοιο ερώτημα δεν τέθηκε από αυτούς.
(3)  Υπάρχουν και οι γραφές: ό,τι αν· αν τι· ότι ο εάν.
(4)  «Δείχνει τη δύναμη του ονόματος, εφόσον βέβαια, χωρίς να είναι ορατός και χωρίς να παρακαλείται, αλλά αναφερόμενο μόνο το όνομά του, κάνει τους ανθρώπους θαυμαστούς ενώπιον του Πατέρα» (Χ).
«Οτιδήποτε θα ήθελαν πλησιάζοντας να ζητήσουν, θα το πάρουν από τον Πατέρα, εφόσον αυτός (ο Χριστός), εννοείται, και μεσιτεύει και χορηγεί μαζί με τον Πατέρα. Διότι αυτό σημαίνει το «στο όνομά μου»· διότι δεν πλησιάζουμε αλλιώς το Θεό και Πατέρα, παρά μόνο μέσω του Υιού… Αφού λοιπόν ονομάζεται μεσίτης και αρχιερέας και παράκλητος, προσφέρει στον Πατέρα τις ικεσίες για χάρη μας· διότι αυτός είναι το θάρρος όλων μας προς τον Πατέρα. Πρέπει λοιπόν να κάνουμε τις δεήσεις στο όνομα του Σωτήρας μας» (Κ).
Εδώ διδασκόμαστε, πώς πρέπει να ζητάμε. Πρέπει να ζητάμε από τον Πατέρα στο όνομα του Χριστού. Οφείλουμε να προσβλέπουμε στο Θεό σαν σε Πατέρα και να πλησιάζουμε αυτόν σαν παιδιά του. Και προς τον Χριστό οφείλουμε να ατενίζουμε σαν σε Μεσίτη και να τον πλησιάζουμε αναθέτοντας σε αυτόν με κάθε εμπιστοσύνη την προάσπιση των συμφερόντων μας και την διεξαγωγή των απαραίτητων για δικαίωση και σωτηρία μας.
(5)  Υπάρχει και η γραφή που μαρτυρείται σοβαρά «…αἰτήσητε τὸν πατέρα, δώσει ὑμῖν ἐν τῷ ὀνόματί μου».= «Αξίζει όμως να προσέξουμε, ότι αναθέτει το δόσιμο των αιτημάτων άλλοτε μεν στον Πατέρα, άλλοτε όμως στον εαυτό του, όπως ακριβώς βεβαίως και τα άλλα, λόγω της ισότητας και της ίδιας δύναμης· εδώ όμως αναθέτει και στον πατέρα και στον εαυτό του. Διότι λέει ότι «στο όνομά μου»» (Ζ).
Πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι από τις 7 περιπτώσεις, στις οποίες χρησιμοποιείται στον τελευταίο αυτό λόγο του από τον Κύριο η φράση «στο όνομά μου» (ιδ 13,14,26,ιε 16,ιστ 23,24,26), οι 6 αναφέρονται στον ουσιώδη όρο της χριστιανικής προσευχής, δηλαδή στο ότι αυτή πρέπει να γίνεται στο όνομα του Χριστού (β). Επομένως είναι προτιμότερη η γραφή «αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δώσει». Ό,τι πέτυχε ο Χριστός με την αξιομισθία του θανάτου του, δεν το χρειαζόταν για τον εαυτό του, αλλά απέβλεπε σε εμάς, για τους οποίους και προόριζε αυτό».

24 Ἕως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν τῷ ὀνόματί μου(1)· αἰτεῖτε(2) καὶ λήψεσθε(3), ἵνα ἡ χαρὰ ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη(4).
24Ως τώρα δε ζητήσατε τίποτα στο όνομά μου· να ζητάτε και θα παίρνετε, κι έτσι η χαρά σας θα είναι πλήρης».
(1)  Οι λέξεις αυτές δεν περιέχουν κάποια μομφή εναντίον των μαθητών, αλλά απλή διαπίστωση γεγονότος και προτροπή έμμεση. Πριν το θάνατό του ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν ακόμη μεσίτης τέλειος· ομοίως και οι απόστολοι δεν είχαν σκεφτεί να προσεύχονται στο όνομά του (F). Ήταν οι μαθητές άνθρωποι προσευχής, αλλά έως τώρα προσεύχονταν ως ευσεβείς και αφοσιωμένοι Ιουδαίοι· και όχι ως μαθητές ελέγχοντας κάθε επιθυμία τους ώστε να εναρμονίζεται αυτή με τη διδασκαλία του Διδασκάλου και να καθίσταται άξια, ώστε μέσω αυτού να υποβληθεί στον Πατέρα (τ).
«Και όμως όταν έστειλε αυτούς, δίνοντάς τους εξουσία πάνω στα ακάθαρτα πνεύματα ώστε να τα βγάζουν,… στο όνομά ενεργούσαν. Αλλά τότε δεν ζητούσαν από τον πατέρα στο όνομά του» (Ζ).
Δεν ζήτησαν έως τότε στο όνομα του Ιησού, διότι ούτε μπορούσαν, ούτε είχαν διδαχτεί να πράττουν έτσι. Η έκχυση του Πνεύματος δεν είχε ακόμη αρχίσει. Ούτε μπορούσε ακόμη ένας χριστιανός μαθητής να πει «μέσω αυτού μπορούμε με ένα πνεύμα να πλησιάσουμε τον Πατέρα» (Εφεσ. β 18)(β). Ή, αφού δεν είχε έλθει ακόμη στους αποστόλους το άγιο Πνεύμα, δεν είχε λάβει χώρα σε αυτούς η εσωτερική αποκάλυψη, την οποία το Πνεύμα θα διενεργούσε σε αυτούς. Από τη στιγμή που θα ερχόταν σε αυτούς το Πνεύμα, ενωμένοι με τον Ιησού, θα μπορούσαν να προσεύχονται, σαν να ήταν αυτός ό ίδιος ο Ιησούς προσευχόμενος (g).
Σχετική και η: «Δεν ζητήσατε στο όνομά μου, διότι όνομα, το οποίο δεν γνωρίσατε, πρέπει πρωτίστως να γίνει γνωστό» (Αυ).
Πάρα πολύ αξιόλογη και η παρατήρηση: «Κανείς από αυτούς που ζητούν κοσμικά και ψυχοβλαβή, δεν ζητά στο όνομα του Χριστού, για αυτό και ούτε παίρνει. Διότι το όνομα του Χριστού είναι θείο και σωτήριο. Όταν όμως κάποιος ζητά αυτά που οδηγούν στην απώλεια της ψυχής, πώς θα πούμε ότι αυτός ζητά στο σωτήριο όνομα;» (Θφ).
(2)  Ο ενεστώτας υποδηλώνει συνεχείς προσευχές (β). Υπάρχει και η γραφή: αιτήσασθε.
(3)  «Μη δηλαδή επειδή δεν θα είμαι πλέον μαζί σας, νομίσετε ότι έχετε εγκαταλειφθεί· το όνομά μου θα σας δώσει μεγαλύτερο θάρρος» (Χ).
«Επομένως συμφέρει το να πεθάνω εγώ, αν βεβαίως πρόκειται από τώρα να έχετε μεγαλύτερο θάρρος απέναντι στον Πατέρα μου» (Θ).
(4)  «Ό,τι αποκαλεί πλήρη χαρά δεν είναι βεβαίως σαρκική χαρά, αλλά πνευματική· και όταν αυτή είναι τόσο μεγάλη, ώστε να μην επιδέχεται πλέον κάποια προσθήκη, θα είναι αναμφίβολα πλήρης» (Αυ).
Η χριστιανική προσευχή καταλήγει στο πλήρωμα της χριστιανικής χαράς (β). «Διότι οι άγιοι που προσκαρτερούν στο να ζητούν, με κανέναν τρόπο δεν θα διαψευστούν από το έλεος του Θεού» (Αυ). Αφού θα επιτυγχάνουν από το Θεό όλες τις ωφέλιμες ή αναγκαίες χάρες, πώς δεν θα είναι πλήρως ευτυχείς; (F). Ευλογημένο αποτέλεσμα και καρπός της προσευχής είναι η χαρά, με την οποία γεμίζει η καρδιά καθενός που προσεύχεται με πίστη. Εάν θα θέλαμε οι καρδιές μας να γεμίζουν από χαρά πνευματική, ας μάθουμε να προσευχόμαστε πολύ. Αλλά και το ότι η προσευχή που απευθύνεται με πίστη ακούγεται από το Θεό, γίνεται και αυτό πηγή ειρήνης και χαράς για τον προσευχόμενο.

25 Ταῦτα(1) ἐν παροιμίαις(2) λελάληκα(1) ὑμῖν· ἀλλ' ἔρχεται ὥρα(3) ὅτε οὐκέτι ἐν παροιμίαις λαλήσω ὑμῖν(4), ἀλλὰ παρρησίᾳ(5) περὶ τοῦ πατρὸς(6) ἀναγγελῶ(7) ὑμῖν.
25«Όλα αυτά σας τα είπα χρησιμοποιώντας εικόνες. Πλησιάζει ο καιρός που δε θα σας μιλάω πια με εικόνες, αλλά θα σας μιλήσω καθαρά για τον Πατέρα.
(1)  Επτά φορές χρησιμοποιείται εδώ η φράση αυτή (ιδ 25,ιε 11,ιστ 1,4,6,25,33), και αναφέρεται πάντα στα προηγούμενα (β). Αναφέρεται στις προηγούμενες διακηρύξεις του για τις σχέσεις του με τον Πατέρα, για την έλευση της υπόσχεσης του Πνεύματος, για την αποχώρησή του από τα μάτια τους και για την επάνοδό του, κατά την οποία μετά από λίγο θα τον ξανάβλεπαν (ο).
(2)  Δες ι 6. «Λέει ότι είναι παροιμία ο λόγος που είναι αμυδρός και όχι πολύ εμφανής και είναι κάπως επισκιασμένος με ασάφειες τόσο λεπτές, ώστε να μην μπορούν, λέει, οι ακροατές να καταλάβουν πολύ γρήγορα· διότι έτσι έχει πλαστεί η μορφή αυτών που λέγονται με παροιμίες» (Κ).
«Παροιμία είναι λόγος ωφέλιμος που έχει εκφραστεί με μέτρια απόκρυψη του νοήματος και που περιέχει μεν από μόνος του πολλή χρησιμότητα, αλλά και που στο βάθος αποκρύπτει πολύ νόημα. Για αυτό και ο Κύριος είπε «Αυτά σας τα είπα με παροιμίες· έρχεται όμως ώρα που δεν θα σας μιλήσω με παροιμίες, αλλά φανερά», διότι ο παροιμιακός λόγος δεν εκφράζει την παρρησία και αυτό που έχει ανακοινώσει ο νους, αλλά κατά τρόπο πλάγιο υπαινίσσεται το νόημα στους ικανούς να το καταλάβουν» (Β).
Σε αντίθεση με το παρρησίᾳ, που σημαίνει με σαφήνεια, χωρίς κάλυμμα. Πάροιμος είναι αυτός που είναι δίπλα στην οδό αλλά όχι στην οδό, οπότε παροιμία είναι τρόπος ομιλίας, με τον οποίο δεν σημαίνεται το πράγμα, το οποίο τα γράμματα και οι λέξεις εκφράζουν στο αυτί, αλλά κάτι άλλο όχι ανόμοιο με αυτό (b). «Με παροιμίες· δηλαδή συσκιασμένα και όχι με πλήρη σαφήνεια» (Ζ). Ποια ήταν αυτά για τα οποία μίλησε με παροιμίες; Μπορεί να αναφέρεται στις καλυμμένες διδασκαλίες, αυτές με τις εικόνες της αμπέλου (ιε 1) και της γυναίκας με ωδίνες (ιστ 21), αλλά πρωτίστως σε αυτά που ειπώθηκαν στους σ. 15-18 (β). Τέτοια με παροιμίες έκφραση ήταν το «μικρόν», για αυτό και οι μαθητές είπαν, Τι είναι αυτό; (b). Αλλά και γενικότερα θέλει να χαρακτηρίσει τον τρόπο ομιλίας για θεία με γλώσσα εικονική· δες τους όρους οικία του Πατέρα, οδός, έρχομαι, φανερώνομαι, κάνω μονή κλπ (g).
(3)  = «Έρχεται καιρός» (Ζ). Έχει την ίδια σημασία με το «σε εκείνη την ημέρα» στους σ. 23 και 26.
Ή, «λέει τον χρόνο της ανάστασης… διότι πράγματι για σαράντα ημέρες ζούσε μαζί τους και συζητούσε με αυτούς, τρώγοντας μαζί τους και λέγοντας τα σχετικά με τη βασιλεία του Θεού» (Χ).
Ή, πιο σωστά, ο καιρός «κατά τον οποίο γίναμε πλούσιοι με τη γνώση μέσω του Πνεύματος, μετά την ανάσταση από τους νεκρούς, όταν ο Χριστός μας χορήγησε αυτό» (Κ).
Ο καιρός, κατά τον οποίο «οι μαθητές του από σαρκικοί και φυσικοί έγιναν πνευματικοί, αν και όχι ακόμη τέτοιοι, όπως θα γίνουμε όταν θα πάρουμε και σώμα πνευματικό» (Αυ).
(4)  Η διδασκαλία με το στόμα με παροιμίες θα αντικαθιστούνταν με την πληρέστερη διδασκαλία του Πνεύματος. Δες ιδ 26 (β). Έτσι λοιπόν ο Χριστός με την πνευματική του παρουσία θα εξακολουθούσε να μεταδίδει προς τους μαθητές του γνώση με γλώσσα σαφή, που δεν θα χρειάζεται κάποια εξήγηση (ο). Συγκρίνοντας οι μαθητές αυτά, τα οποία μετά την ανάσταση και κάθοδο του Αγίου Πνεύματος θα έμπαιναν με το φωτισμό της χάρης στις καρδιές τους, με εκείνα τα οποία ο Κύριος είπε στα αυτιά τους, θα εύρισκαν τα τελευταία αυτά συσκιασμένα.
(5)  = «χωρίς καλύμματα και με σαφήνεια» (Ζ) «θα εξηγήσω ξεκάθαρα τα σχετικά με τη δόξα του Πατέρα, και θα βάλω μέσα σας τη σύνεση που ξεπερνά τον ανθρώπινο νου» (Κ).
(6)  Αναφέρεται στο εσωτερικό γεγονός για το οποίο είπε στο ιδ 23: Εγώ και ο Πατέρας μου θα έλθουμε προς αυτόν και θα κάνουμε διαμονή μέσα του (g).
(7)  Αυθεντική γραφή ἀπαγγελῶ=θα φέρω λόγο σε εσάς, θα αναφέρω, θα εκθέσω. Το απαγγέλλω είναι πιο εύστοχη λέξη για τις αποκαλύψεις τις οποίες το Πνεύμα επρόκειτο να φέρει (β). Ως μέγα και ανυπολόγιστης αξίας αγαθό παρουσιάζεται το να δειχτεί από τον Κύριο στους μαθητές ο Θεός και Πατέρας. Διότι τι άλλο είναι η ουράνια μακαριότητα και ευτυχία παρά να βλέπει κάποιος άμεσα και ακατάπαυστα και χωρίς τέλος το Θεό; Το να γνωρίσουμε το Θεό ως τον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού είναι το μέγιστο μυστήριο, η ολοένα αυξανόμενη κατανόηση του οποίου θα ευχαριστεί αυτόν που εισδύει σε αυτόν. Το να γνωρίσουμε λοιπόν το Θεό ως Πατέρα μας είναι η μέγιστη και ανείπωτη μακαριότητα, την οποία θα απολαμβάνουμε συμμορφώνοντας το θέλημά μας με το θέλημα του Πατέρα μας και με οικειότητα ολοένα μεγαλύτερη συνδεόμενοι με αυτόν και κατά κάποιο τρόπο πλέοντας στους ατέλειωτους ωκεανούς της αγάπης του.

26 Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ(1) ἐν τῷ ὀνόματί μου αἰτήσεσθε(2)· καὶ οὐ λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα περὶ ὑμῶν(3)·
26Όταν έρθει εκείνη η μέρα, θα του απευθύνετε τα αιτήματά σας στο όνομά μου. Και δε σας λέω πως εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα για χάρη σας,
(1)  «Ημέρα ονομάζει πολλές φορές τον καιρό» (Ζ)· τον νέο αιώνα της χάρης, που εγκαινιάστηκε με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος.
(2)  Η γνώση του Θεού οδηγεί σε προσευχή (b). Με την έλευση του Παρακλήτου θα γινόταν σαφέστερη η διδασκαλία για την πατρότητα του Θεού, όπως αποκαλύφθηκε αυτή από το Χριστό. Θα γνώριζαν ακόμη περισσότερο το Θεό ως Πατέρα και έτσι με μεγαλύτερο θάρρος θα προσεύχονταν (β). Η αυξανόμενη γνώση του Πατέρα του Ιησού Χριστού ως Πατέρα μας, οδηγεί ολοένα βαθύτερα σε προσευχή και η άσκηση και η πείρα της προσευχής αποκτά πάλι τη γνώση αυτή (Stier).
(3)  «Και δεν θα σας λέω τότε, ότι εγώ θα παρακαλέσω τον πατέρα για σας» (Ζ). «Διότι ο ίδιος ο Πατέρας θα σας αγαπήσει αφού θα έχει γίνει βέβαιη η πίστη σε μένα» (Χ).
«Και δεν θα μπορούσε πάλι, κάποιος από αυτούς που έχουν μυαλό, να θεωρήσει… ότι οι μαθητές δεν θα χρειαστούν με κανένα τρόπο τη μεσιτεία του Υιού για όσα τους αφορούν… Διότι όλα γίνονται μέσω αυτού από τον Πατέρα με το Πνεύμα, επειδή ακριβώς είναι παράκλητος σύμφωνα με το λόγο του Ιωάννη, όχι μόνο για τα δικά μας αμαρτήματα, αλλά για όλου του κόσμου. Λέει αυτά παρουσιάζοντας χρήσιμα, έστω και με αυτόν τον τρόπο πάλι, ότι είναι πολυπόθητη στο Θεό και Πατέρα η τιμή και αγάπη προς αυτόν τον οποίο γέννησε» (Κ).
Ο Ιησούς διακηρύττει ότι η αγάπη του Πατέρα δεν χρειάζεται τότε, όπως και κατά τον πρώτο χρόνο, να συμφιλιωθεί με αυτούς με την ικεσία του (b). Με αυτά τα λόγια δεν αποκλείει το συνεχές της μεσιτείας του Ιησού Χριστού. Δες Εβρ. ζ 25,Α΄Ιω. β 2-3 κλπ. (F). Ούτε η διακήρυξη σε αυτόν το σ. αντιφάσκει με αυτήν στο ιδ 16, όπου ο Ιησούς μιλώντας ακόμη για το χρόνο, ο οποίος θα προηγούνταν της Πεντηκοστής, λέει ότι θα παρακαλούσε τον Πατέρα για να στείλει στους μαθητές το Πνεύμα. Εδώ πρόκειται για το χρόνο, κατά τον οποίο ο Παράκλητος θα έχει σταλεί σε αυτούς και θα ενεργεί σε αυτούς. Για αυτό αυτοί οι ίδιοι προσεύχονται άμεσα στον Πατέρα, επειδή βρίσκονται σε άμεση σχέση μαζί του (g). Η κύρια έννοια εδώ είναι όχι ότι οι μαθητές δεν θα απευθύνουν τα αιτήματά τους προς τον Ιησού, ούτε ότι ο Ιησούς δεν θα έπαιρνε μέρος στο να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, αλλά ότι δεν θα υπήρχε πλέον ανάγκη να μαλακώσει η εναντίον τους οργή του Θεού, διότι ο ίδιος ο Πατέρας θα αγαπά αυτούς.
Ο Αυγουστίνος εισέδυσε στην έννοια αυτού του χωρίου, όταν παρατηρεί: Ο Υιός δεν παρακαλά τον Πατέρα, αλλά ο Πατέρας και ο Υιός ακούνε τώρα αυτούς που παρακαλούν (χ). Οι προσευχές αυτές, προσευχές ανθρώπων εν Χριστώ, που προσφέρονται στο όνομά του είναι στην ουσία προσευχές του ίδιου του Χριστού (β). Ο Χριστός τότε θα προσεύχεται μέσω αυτών και όχι για αυτού&sigma