Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΑΚΟΜΑ…
Μανώλη Παντερή.
Σήκωσε το ποτήρι και ήπιε αχόρταγα, όλο λαχτάρα. Ξανάβαλε νερό και το άδειασε όλο δίψα μέσα του. Σα να ‘ταν ατμός, σα να ‘ταν σύννεφο, κινήθηκε εντός του και χάθηκε, κύλησε και ξεχύθηκε, κι ένιωσε πάλι δίψα καυτή να φλογίζει τα σωθικά του. Έκλεισε απελπισμένος τα μάτια και θυμήθηκε ξανά το Δάσκαλο… το Δάσκαλο, το πηγάδι στη Σαμάρεια, την καυτή περιπέτεια της νιότης του.
 Ζηλωτής του Νόμου, περίμενε κι εκείνος από νήπιο το Μεσσία. Από παιδάκι, ποτισμένος ως το κόκκαλο με  των προφητών τα κηρύγματα, με την ακρίβεια των εντολών, με τις παραδόσεις, καρτερούσε κι εκείνος το Σωτήρα, το βασιλιά του Ισραήλ. Μεγάλωσε σε χρόνια δύσκολα, κάτω από τον φόβο των Ρωμαίων, με αυτή την προσμονή, και να που ένα δειλινό, ότι πατούσε τα είκοσι χρόνια, φάνηκε ο «Δάσκαλος» στο χωριό του. Αλλιώτικος πολύ απ’ ό,τι φανταζόταν, για λίγο δίστασε μα όλοι οι άλλοι ήτανε πεισμένοι: αυτός ήταν ο Μεσσίας.

Όταν μάλιστα το βλέμμα τους διασταυρώθηκε για κάποια στιγμή, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στην ορμή της καρδιάς του. Ήταν η ώρα της απόφασης! Άφησε πίσω χωριό, σόι, χωράφια και ζώα, ακόλουθος Εκείνου. Εκείνου που προσδοκούσε να δει στο θρόνο του Δαυίδ, να ξεσηκώνει το λαό, να διώχνει τους Ρωμαίους, να επιβάλλει το Νόμο σ’ όλη την Οικουμένη, να δικαιώνει τις ελπίδες του περιούσιου Ισραήλ.

Να ρίξουν στη θάλασσα τους άπιστους, τους βέβηλους, να λιθοβολήσουν τον Ηρώδη και τους προδότες του, να σφάξουν τελώνες, πόρνες, μοιχούς, να καθαρίσει ο εκλεκτός λαός απ’ τους μαγαρισμένους! Και να σκύψουν όλοι οι βασιλιάδες της γης στην Ιερουσαλήμ να προσκυνήσουν!
Αλίμονο! Πικρά ποτήρια απογοήτευσης του καίγανε την καρδιά κι η αμφιβολία τον δάγκωνε όλο και πιο βαθιά, μέρα με τη μέρα. Ποιός Βασιλιάς, ποιός θρόνος του Δαυίδ, που ήταν το μεγαλείο και η δόξα; Ο Δάσκαλος γυρνούσε φτωχός, δεν είχε που να γείρει το κεφάλι. Ποιός θα επέβαλλε το Νόμο; Εκείνος φανερά, προκλητικά, παράβαινε το Σάββατο, κατάλυε τις παραδόσεις τα ‘βάζε με τους Φαρισαίους.

Κι όλο παρέες με αμαρτωλούς, με φορομπήχτες, με γυναίκες πουλημένες, του σκοινιού και του παλουκιού. Σεβασμός στους θεσμούς κανείς. Πήγανε μαζί σ’ ένα γάμο, στην Κανά, κι έκανε τον γαμπρό, τον αγαθό τον Σίμωνα, να παρατήσει τη νύφη και να τρέχει ξοπίσω τους. Κι αντί για δύναμη, για βία, για εκδίκηση, δίδασκε και συγγνώμη, αγάπη και ταπείνωση.

Σα να μην έφταναν αυτά, γιάτρευε όλους, πιστούς και απίστους, ακόμα και Ρωμαίους! Κι ο ταλαίπωρος έκανε υπομονή, περίμενε να δει, προσδοκούσε την ώρα να ξυπνήσει ο «Λέων ο εξ Ιούδα», να βρυχήσει, κι οι άπιστοι να σκορπίσουν, να πάρει τα όπλα ο λαός και τότε να δεις που πάνε η «ταπείνωση» κι η «αγάπη» κι η «συγγνώμη». Περίμενε, περίμενε… Κι ο Δάσκαλος ήταν πάντα ίδιος, πάντα πράος, έτοιμος να γιατρέψει, να παρηγορήσει, να καλοπιάσει.

Μιλούσε για τη Βασιλεία των Ουρανών, για την αγάπη - για την εξέγερση, για ξεσηκωμό, για το Βασίλειο των Ιουδαίων ούτε λέξη. Μία φορά του ζήτησαν να ρίξει φωτιά να κάψει τους αλλογενείς, κι Εκείνος αντί να χαρεί, τους μάλωσε. Κι όλο κάτι παράξενα τους έλεγε, για Σταυρό και για Ανάσταση… Όταν ο λαός τον έψαχνε να τον κάνει μπροστάρη, ηγέτη, βασιλιά, Εκείνος έφευγε, κρυβόταν, χανόταν στις ερημιές για να προσευχηθεί. Κι ο καημένος… όλο κι αμφέβαλλε, όλο και κλονιζόταν, όλο και βούλιαζε στην απογοήτευση…
Μα τούτο πια ήταν από τα απίστευτα! Αυτό ξεπερνούσε κάθε όριο! Που ακούστηκε άντρας Ιουδαίος -και μάλιστα Μεσσίας- να μιλά έτσι απλά, σχεδόν φιλικά, με μια αλλογενή γυναίκα, μια τιποτένια, μια βρωμερή αμαρτωλή, μια Σαμαρείτισσα! Στέκονταν κι οι δυό δίπλα στο πηγάδι και της έλεγε ότι, λέει, Εκείνος είχε το ζωντανό νερό που ξεδιψά για πάντα, της έλεγε πως Εκείνος ήταν ο Χριστός. Μα καλά θα ξέπεφτε ποτέ τόσο πολύ ο Χριστός; Δεν καταλάβαινε επιτέλους ότι πρόδιδε πατρίδα και ήθη, ότι σκανδάλιζε, ότι φερόταν ανάρμοστα. Κι έπειτα, τι ανοησίες ήταν αυτές περί «ζωντανού νερού» και τα υπόλοιπα, κρυφοθεολογίες μπερδεμένες και ύποπτες.

Που ήταν λοιπόν η αξίνα, που το σπαθί, που το λιοντάρι του Ιούδα, που η δύναμη του βασιλιά του Ισραήλ; Αυτός ήταν ο Βασιλιάς; Αυτός ο αλαφροΐσκιωτος, ο πλάνος, ο αλλοπαρμένος, αυτός ο «Ναζωραίος», όπως τον έλεγαν; Μια Σαμαρείτισσα, το πηγάδι το «ζωντανό νερό»… Τα παράτησε όλα και γύρισε στο χωριό του, στους δικούς του, στην παλιά ζωή του.
Το έμαθε αργότερα ο «Δάσκαλος» σταυρώθηκε, δεν αντιστάθηκε. Τον έσφαξαν σαν πρόβατο.

Οι άλλοι μαθητές λέγανε πως αναστήθηκε –ανοησίες, πάει η ελπίδα, πάει το Βασίλειο, πάει η προσδοκία στο βρόντο… Ξανάγινε αγρότης, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, ζηλωτής πάντα του Νόμου, τα έμαθε κι αυτά στην προσμονή του Μεσσία. Όλα γίνανε όπως πρώτα, δεν ήταν τίποτε, μια κουταμάρα της νιότης του ήτανε, όλα ξανάγιναν όπως πριν. Όλα; Ποιος ξέρει; Να, παράξενο πράμα…
 Θυμάται τώρα πάλι το πηγάδι στη Σαμάρεια, τη γυναίκα, τον Δάσκαλο, το ζωντανό νερό. Η ζωή του έγινε όπως πρώτα. Μα από τη μέρα εκείνη δεν κατάφερε ποτέ πια να ξεδιψάσει… Γέμισε άλλο ένα ποτήρι. Το ήπιε αχόρταγα, όλο λαχτάρα, όλο δίψα καυτή. Και δεν κατάλαβε πως ήταν κερασμένο με δυό σταγόνες δάκρυ, από τα βουρκωμένα μάτια του..

Από το βιβλίο Ώρα 5 και 28, Εκδ. «ΧΦΕ»
(Βιβλίο: Ένα ποτήρι ακόμα, εκδ. Ακρίτας, σελ. 99-103)

Ανεκλάλητη χαρά!

Ο άνθρωπος κοντά στον Θεό έχει διαρκείς αφορμές χαράς.

Το πιο μεγάλο στη ζωή ως και το πιο μικρό μπορούν να βοηθούν μια απλή ψυχή να χαίρεται αληθινά και βαθιά.

 Από τον εκκλησιασμό, τη θεία Κοινωνία, μέχρι την πιο μικρή επαφή με τη φύση. Μια ματιά στον έναστρο ουρανό, το πέταγμα της πεταλούδας ή το κελάδημα ενός πτηνού, ένα μικρό λουλούδι με τα χρώματα και το άρωμά του, μπορούν να προκαλούν κύματα χαράς στο εσωτερικό μας.

Ο άνθρωπος που ζει την κοινωνία του Θεού, που όλα τα ζει θεοκεντρικά, αυτός όλα τα σέβεται, όλα τα χαίρεται, με όλα δοξολογεί. Καταλαβαίνει πολύ καλά πως η χαρά δεν είναι μια πολυτέλεια στη ζωή, που μπορεί να κάνει χωρίς αυτή, αλλά είναι μια ατμόσφαιρα έξω από την οποία δεν μπορεί να ζήσει.

Και δοξάζει τον Θεό, που ήλθε στον κόσμο για να μας δώσει τη δυνατότητα μιας ζωής ευλογημένης, ειρηνικής, διαρκώς χαρούμενης και ευτυχισμένης. Ευχαριστεί Αυτόν που δίνει τη δύναμη στην ψυχή να ξεπερνά τα λυπηρά της ζωής και να στρέφει το βλέμμα της «προς την θεωρίαν των όντως αγαθών», προς τη θέα των πραγματικών αγαθών, των πνευματικών και αιωνίων.

Η συνάντηση με τον αναστάντα Κύριο είναι η λύση στο πρόβλημα της χαράς.

Αυτός είναι  «η όντως αληθινή ευφροσύνη και αγαλλίασις» εκείνων που Τον πιστεύουν, Τον λατρεύουν και Τον προσκυνούν. Και προσφέρει μία χαρά που διαφέρει από τις ανθρώπινες χαρές όσο τα δώρα του Θεού από τις επιτυχίες του ανθρώπου. Μέσα στην Εκκλησία χαιρόμαστε όχι γι’ αυτό που είμαστε εμείς, αλλά γι’ αυτό που είναι ο Κύριος και Θεός μας!

Ο άνθρωπος που ποθεί τον Θεό και στρέφεται εξ όλης ψυχής προς Αυτόν «χαίρει τοις θείοις  αγαθοίς, ου καθόσον αν αυτός απολαύει, αλλά καθόσον ο Θεός εν τούτοις εστί και μακάριον εαυτόν ηγείται, ουχ ων έλαβεν αυτός, αλλά πάντων ων ο ποθούμενος έχει». Χαίρεται με τα αγαθά του Θεού, όχι καθόσον τα απολαμβάνει ο ίδιος, αλλά καθόσον ο Θεός είναι σ’ αυτά.

Και θεωρεί τον εαυτό του μακάριο, όχι εξ αιτίας αυτών που έλαβε ο ίδιος, αλλά εξαιτίας όλων εκείνων τα οποία ο ποθούμενος έχει. Διότι η δύναμη της αγάπης προς τον Θεό τον βοηθεί να μην αισθάνεται τη δική του πτωχεία, αλλά να αισθάνεται δικό του τον πλούτο του Θεού λόγω της πολλής προς Αυτόν αγάπης.

Η ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ  Αρχιμ. Αστέριος Χατζηνικολάου εκδ. Ο ΣΩΤΗΡ σελ.77-79.

Σταυρός και Ανάσταση! Αχώριστα και στη ζωή του πιστού. Η πορεία μας στην οδό του Κυρίου είναι σταυροαναστάσιμη.

Μία διαρκής συμμετοχή στην οδύνη του Σταυρού και στη χαρά της Αναστάσεως του Κυρίου.

Η πνευματική ζωή είναι επίπονος δρόμος, «τεθλιμμένη οδός» [Ματθ. ζ΄14]. Είναι αγώνας και προσπάθεια, κακοπάθεια και θλίψη. Είναι πάλη με εχθρούς αοράτους και ορατούς, συνεχής αντιπαράθεση με τον κόσμο της αμαρτίας, διωγμός, ίσως και θάνατος. Είναι σταυρός και ενσυνείδητη συμμετοχή, κοινωνία στα παθήματα του Κυρίου. Ο πιστός βιώνει καθημερινά τον σταυρό και τον θάνατο. Συγχρόνως όμως απολαμβάνει την ανάσταση, τη χαρά, τη δόξα, τη ζωή. «Συσταυρώθητι, συννεκρώθητι, συντάφηθι προθύμως, ίνα και συναστής και συνδοξασθής και συμβασιλεύσης», προτρέπει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Οι υποσχέσεις αυτές δεν τοποθετούνται μόνο στο μέλλον. Και εδώ ακριβώς είναι η μεγάλη διαφορά των δικών μας σταυρών και του Σταυρού του Κυρίου. Για Εκείνον η Ανάσταση ήλθε μετά το Σταυρό. Εμείς μέσα στους σταυρούς μας ζούμε την ανάσταση.

Ο δικός Του μόνον ήταν ο απόλυτος Σταυρός. Οδύνη άφατη. Απαραμύθητος πόνος. Τέλεια εγκατάλειψη. Ούτε στη γη ούτε στον ουρανό μπορούσε να βρει παρηγοριά. Δεν υπήρξε γι’ Αυτόν ο «συλλυπούμενος». Δεν βρέθηκαν πουθενά οι «παρακαλούντες»[Ψαλμ. ξη΄21]. Τον εγκατέλειψαν οι πάντες. Τον εγκατέλειψε και ο Θεός. Βυθιζόταν στο πέλαγος του πόνου Του «και ούκ ήν υπόστασις». Δεν υπήρχε πυθμένας, δεν υπήρχε κάπου να σταματά η καταβύθισή Του στην απέραντη θάλασσα των παθημάτων Του, και κινδύνευε να καταποντισθεί και να χαθεί στα βάθη της. [Ψαλμ. ξη΄3]. Οδύνη πρωτόγνωρη για Εκείνον, κατάσταση ακατάληπτη σε μας. Ήταν ο άνθρωπος που σήκωνε πάνω του όλο τον πόνο του κόσμου.! Ο εσταυρωμένος Θεάνθρωπος, ο Κύριος και Λυτρωτής του κόσμου!

Οπωσδήποτε δεν είναι τέτοιοι οι δικοί μας σταυροί. Ούτε το βάρος Εκείνου σηκώνουμε, ούτε και μένουμε μόνοι ποτέ. Οι μικροί δικοί μας σταυροί στηρίζονται πάντοτε στην αγάπη Του, οφείλονται στη γεμάτη στοργή πατρική παιδαγωγία Του και φωτίζονται διαρκώς από την ελπίδα και το φως της Αναστάσεώς Του.

Ο σταυρωμένος πιστός έχει πάντοτε τη χαρά της θείας παρηγορίας, την αίσθηση της προστασίας του Θεού και της διαρκούς παρουσίας Του στον πόνο του, την ελπίδα της λυτρώσεως. Ο Θεός είναι πάντα παρών στη θλίψη, στον αγώνα, στη δοκιμασία μας. Στηρίζει, βοηθεί, παρηγορεί και ανασταίνει.

Η ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ αρχ. Αστέριος Χατζηνικολάου εκδ. «Ο Σωτήρ»  σελ. 45-47


Θυμάμαι κάποιο λαϊκό παραμυθάκι, πολύ διδακτικό!

Ένας ήταν πολύ πλούσιος και στο άκρο του κτήματός του, σε μια καλυβούλα μέσα, έμενε ένας φτωχός οικογενειάρχης. Με κόπο τάβγαζε πέρα. Μεροκαματιάρης, δουλευτής· και είχε και πολλά παιδιά. Αλλ’ η χαρά βασίλευε μέσα σ’ αυτό το σπίτι.
Κάποτε αποφάσισε ο πλούσιος να βοηθήση τον φτωχό. Παίρνει, λοιπόν, ένα πουγγί γεμάτο χρυσά φλουριά και του το πηγαίνει. Κάθε βράδυ στου φτωχού το σπίτι, μετά το φαγητό, τα παιδιά τραγουδούσαν, γελούσαν και έπαιζαν. Εκείνο το βράδυ άκρα σιγή. Σιγή νεκροταφείου στο σπίτι του φτωχού.

Ο πλούσιος συνηθισμένος ν’ ακούη τις φωνές των παιδιών και τα γέλια και τα τραγούδια, παραξενεύθηκε· δεν άκουγε τίποτε. Έβαλε αυτί, περίμενε, περίμενε, περίμενε…
    Μετά από λίγο, αντί ν’ ακουσθούν τραγούδια, ακούσθηκαν φωνές, μαλώματα. Άρχισαν να γκρινιάζουν. Ο πατέρας έλεγε: «Μ’ αυτά ν’ αγοράσουμε ένα σπίτι μεγάλο, ευρύχωρο, δικό μας». Η μητέρα έλεγε: «Να τα φυλάξουμε για να παντρέψουμε τις κόρες».

Το μεγάλο απ’ τα παιδιά, που είχε μια βαρκούλα και ψάρευε, έλεγε: «Άστα να πάρω καΐκι, να βγάλω πολλά». Ο άλλος αδελφός, άλλα. Και μετά από λίγο ήλθαν στα χέρια. Οπότε λέγει ο πατέρας: «Σταθήτε … μια στιγμή και θα ησυχάσουμε».

Παίρνει το πουγγί, πηγαίνει στον πλούσιο και του λέγει: «Πάρτο, αδελφέ μου. Μούφερες τα λεφτά και έδιωξες την χαρά από το σπίτι μου. Μου αρκεί το μεροδούλι για να ζω την φαμίλια μου».

Και ξαναγύρισε ο φτωχός στο σπίτι του, και το άλλο βράδυ πάλι ακούσθηκαν οι χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα τραγούδια.
Πολλές φορές, ο πλούτος, με τις μέριμνες και την αγωνία, παίρνει και αυτή την χαρά της ζωής, την οποία νομίζουν ότι έχουν οι πλούσιοι.

(Αρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ, εκδόσεις Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΟΣ, σελ. 43-44)

Ο Γέροντας (ογέρων της Πάτμου π. Αμφιλόχιος Μακρής, 1889-1970) ήταν όντως δύσκολα στην υγεία του. Πολύ γρήγορα, όμως, κατάλαβα ότι δεν μεριμνούσε για το σαρκίο, ούτε τον ψυχοπλάκωναν τα άσχημα αποτελέσματα των εξετάσεων.

Ο σκοπός του στην Αθήνα ήταν άλλος: να αποχαιρετίση τα αγαπητά του πρόσωπα και να ζητήση απ’ όλους συγγνώμη. Όπου πηγαίναμε, στο τέλος έβαζε εδαφιαία μετάνοια, λέγοντας:
- Και αν σε κάτι σας λύπησα και δεν το κατάλαβα, να με συγχωρέσετε, γιατί εγώ πρέπει να ετοιμάζωμαι για το ουράνιο ταξίδι.
Επίμονα ζήτησε να πάμε στην Αίγινα την αγαπητή του. Σάββατο βράδυ μείναμε στον Άγιο Νεκτάριο και, μετά την θεία Λειτουργία της Κυριακής, ανεβήκαμε στον Άγιο Μηνά, το μοναστήρι του. Μπήκε μέσα σαν ξένος και σαν να εισήρχετο για πρώτη φορά. Ζήτησε την Γερόντισσα. Αφού πήραμε το συνηθισμένο κέρασμα, λέγει στην ηγουμένη:
- Εγώ, Γερόντισσα, ήλθα ωρισμένως να σας ιδώ ιδιαιτέρως· ήλθα με μια αποστολή.
Σηκώθηκαν και μπήκανε στο άλλο δωμάτιο.

Εγώ βγήκα προς τα έξω και από το παράθυρο, άθελά μου, είδα γονατιστό τον γέροντα Αμφιλόχιο να ζητά συγγνώμη.

Με πήρε το παράπονο: «Ώστε γι’ αυτό ζητούσες να έρθουμε στην Αίγινα, για να ζητήσης συγγνώμη από αυτήν που σου άρπαξε το μοναστήρι, σε πέταξε έξω, περιφρονητικά πάντοτε σου εφέρετο, ούτε ένα κομμάτι τοίχο δεν διέθεσε να αναρτήση την φωτογραφία την δική σου, που τόσο κοπίασες στο πρώτο ξεκίνημα αυτού του μοναστηριού;».

Γυρίσαμε στην πόλη του νησιού. Στην διαδρομή ήταν τόσο χαρούμενος σαν να γύριζε νικητής από Ολυμπιακούς αγώνες. Χάρηκε βαθιά μέσα του την νίκη που νιώθει αυτός που ζητά πρώτος συγγνώμη.

Η καλή διάθεση του Γέροντα μου διέλυσε κάθε θλίψη και είπα τελικά:

«Άγιος είναι αυτός, που, όχι μόνον δίνει άφεση, αλλά διασχίζει πελάγη και διανύει μακρούς δρόμους, για να ζητήση συγγνώμη και όταν μάλιστα δεν φταίει».


(από το βιβλίο: Πνευματική συμπόρευσις, Γρηγορίου μοναχού Κουβαρίτου,Ιερά Μονή Δοχειαρίου,Άγιον Όρος, 2014,  σελ. 77-78)

Το παράδοξο των καιρών μας είναι ότι:

Ενώ έχουμε οικοδομήσει ουρανοξύστες, η διάθεσή μας είναι χαμηλή, όσο ένα μονόροφο σπίτι.

Ενώ έχουμε κατασκευάσει δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, οι αντιλήψεις μας είναι

πιο στενές κι από ένα σοκάκι.

Ενώ καταναλώνουμε περισσότερα, διαθέτουμε λιγότερα.

Ενώ αγοράζουμε περισσότερα, τα’ απολαμβάνουμε λιγότερο.

Ενώ έχουμε μεγαλύτερα σπίτια, οι οικογένειές μας είναι μικρότερες.

Ενώ έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερες ευκολίες, ο ελεύθερος χρόνος μας είναι

ανύπαρκτος.

Ενώ υπάρχουν περισσότεροι ειδικοί, τα προβλήματά μας είναι περισσότερα.

Ξενυχτάμε για να χαλαρώσουμε, αλλά το πρωί ξυπνάμε πιο κουρασμένοι.

Δεν έχουμε χρόνο για διάβασμα, αλλά αρκετό για την τηλεόραση.

Έχουμε μάθει πώς να επιβιώνουμε, αλλά όχι να ζούμε.

Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή μας, αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.

Πήγαμε- ήρθαμε στο φεγγάρι, αλλά δεν μπορούμε να διασχίσουμε το δρόμο για να

συναντήσουμε το νέο γείτονά μας.

Κατακτήσαμε το διάστημα, αλλά δεν έχουμε καταφέρει να κατακτήσουμε τον εαυτό μας.

Προσπαθούμε να καθαρίσουμε την ατμόσφαιρα, αλλά δηλητηριάζουμε την ψυχή μας.

Βρισκόμαστε στην εποχή των γρήγορων τροφών, αλλά και της αργής χώνευσής τους.

Είμαστε μεγαλόσωμοι, αλλά μικρόσωμοι στην προσωπικότητα.

Ζούμε την εποχή των δύο μισθών, αλλά περισσοτέρων διαζυγίων.

Έχουμε πολυτελή σπίτια, αλλά διαλυμένα σπιτικά.

 

George Carlin αμερικανός κωμικός.   Αναζητώντας την αγιότητα  Σωτ. Κόλλια  σελ. 135- 136. εκδόσεις Γρηγόρη.

Ἕνα ἀπόγευμα ξεκινήσαμε μιὰ παρέα γιὰ τὰ Καλλίσια. Ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ Ὁσίου Πορφυρίου, στὴν αὐλή, συναντήσαμε πλῆθος προσκυνητῶν ποὺ περιμέναν. Ἤμασταν τελευταῖοι. Ὅταν ἦλθε ἡ σειρά μας, εἶχε νυχτώσει. 

Τὸν εἴδαμε ἕνας-ἕνας καὶ ὅταν τελειώσαμε, ὁ Γέροντας μᾶς ξεπροβόδισε ὣς ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Ἂν καὶ κατάκοπος, ἔδειχνε εὐδιάθετος. Ἦταν μιὰ ὄμορφη καλοκαιρινὴ νύχτα. Τὸ ἀεράκι φυσοῦσε ἀνάλαφρα καὶ ἡ πανσέληνος εἶχε ἀνατείλει ἀπό τοὺς ἀντικρινοὺς πευκόφυτους λόφους.

Μέσα σε αὐτὸ τὸ εἰδυλλιακὸ τοπίο, ποὺ τὸ ἀσήμωνε τὸ ὠχρὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ καὶ μεταμόρφωνε ἀπόκοσμα ὅλα τὰ γύρω, ἔμψυχα καὶ ἄψυχα, ὁ Γέροντας θεώρησε κατάλληλη τὴ στιγμὴ νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὴν προσευχή. Δὲν μᾶς μίλησε θεωρητικά, ἀλλὰ πρακτικά. Πάντοτε ὁ Γέροντας «πράττων ἐδίδασκε». Ἤμασταν τέσσερις τῆς παρέας, κι ὁ Γέροντας πέντε. Μᾶς τοποθέτησε, μὲ μέτωπο στὴν ἀνατολή, δυὸ στὰ δεξιὰ καὶ δυὸ στὰ ἀριστερά του, στὸ μέσον ἐκεῖνος.

«Τώρα θὰ κάνουμε νοερὰ προσευχή, τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», μᾶς εἶπε ὁ Ἅγιος Πορφύριος.
«Θὰ λέω ἐγὼ πρῶτα τὰ λόγια κι ὕστερα θὰ τὰ ἐπαναλαμβάνετε ἐσεῖς. Ἀλλὰ προσέξτε, χωρὶς βία καὶ ἄγχος. Θὰ τὰ λέτε ἤρεμα, ταπεινά, μὲ ἀγάπη, μὲ γλύκα».

Ἄρχισε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, με ἐκείνη τὴ λεπτή, τρυφερή, ἐκφραστικὴ φωνή του: «Κύριε, Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με». Τὸ ἔλεγε ἀργὰ-ἀργά, μία-μία λέξη, χωρὶς καθόλου βία, σὰν νὰ εἶχε μπροστά του τὸν Χριστὸ καὶ τὸν παρακαλοῦσε, κάνοντας μιὰ μεγαλύτερη παύση στὸ «Χριστὲ» καὶ χρωματίζοντας παρακαλεστικὰ τὸ «ἐλέησόν με». Κι ἐμεῖς, κάθε φορὰ ἐπαναλαμβάναμε, προσπαθώντας νὰ μιμηθοῦμε τὴ στάση του, τὸ χρῶμα τῆς φωνῆς του, κι ἂν ἦταν δυνατό, τὴν ψυχική του διάθεση. Κάποια στιγμὴ ὁ Γέροντας σταμάτησε νὰ λέει μεγαλόφωνα τὴν προσευχὴ καὶ συνέχισαν νὰ τὴν ψιθυρίζουν τὰ χείλη του. Κάναμε κι ἐμεῖς τὸ ἴδιο. Πόσο κράτησε αὐτὴ ἡ νυκτερινὴ προσευχή μας; Δὲν θυμᾶμαι. Τὸ μόνο ποὺ θυμᾶμαι εἶναι μιὰ συγκίνηση, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ἐκφράσω μὲ λόγια.

Κάποτε διέκοψε τὴ θεία ἐκείνη σιγή, λέγοντας: Ἂς σταματήσουμε ἐδῶ τὴν κοινὴ προσευχή. Συνεχίστε την μόνοι σας. Ἄντε τώρα νὰ πᾶτε μὲ τὸ καλὸ στὰ σπίτια σας.

Καθὼς ἀπομακρυνόμασταν, γύρισα πίσω τὸ κεφάλι καὶ διέκρινα κάτω ἀπὸ τὸ σεληνόφως, τὴ σεβάσμια σιλουέτα τοῦ Γέροντα, ποὺ στεκόταν ὄρθιος κοντὰ στὰ βράχια, μὲ τὸ χέρι ὑψωμένο, καὶ μᾶς εὐλογοῦσε.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο:"Ανθολόγιο Συμβουλών Γέροντος Πορφυρίου", σ. 371-372.

«Ο ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ» Εἰς τόν βίον τοῦ ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ

ἀπό τό βιβλίο «ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ» ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

Κάποιος μοναχός τῆς μονῆς τοῦ Σάρωφ κυριεύθηκε ἀπό μελαγχολία. Μιά φορά μάλιστα πού ἔνιωσε νά φθάνη στήν ἀπόγνωσι, ζήτησε τήν συμπαράστασι ἑνός ἀδελφοῦ.
Βγῆκαν καί οἱ δύο ἔξω ἀπό τήν μονή μετά τόν ἑσπερινό καί ἄρχισαν νά περιπατοῦν στόν κῆπο καί νά παρηγοροῦνται μέ τήν συζήτησι. Πλησίασαν στόν σταῦλο τῆς μονῆς. Ἐκεῖ κοντά ἄρχιζε τό δρομάκι πού ὡδηγοῦσε στήν πηγή τοῦ ὁσίου Σεραφείμ.
Ὁ ἄρρωστος ἀδελφός θέλησε ν᾿ ἀλλάξη κατεύθυνσι, γιά νά μή συναντηθῆ μέ τόν στάρετς σ᾿ αὐτήν τήν ψυχική κατάστασι. Πρίν ὅμως προφθάσουν ν᾿ ἀπομακρυνθοῦν, τόν βλέπουν νά ἔρχεται πρός τό μέρος τους.
Οἱ δύο μοναχοί ἔπεσαν μέ σεβασμό στά πόδια του. Ἐκεῖνος τούς εὐλόγησε καί τούς μίλησε μέ ἀσυνήθιστη καλωσύνη. Σάν στοργικός πατέρας! Κατόπιν ἄρχισε νά ψάλλη ἕνα τροπάριο τῆς ἐνάτης ὠδῆς τοῦ μικροῦ παρακλητικοῦ κανόνος τῆς Θεοτόκου, πού ψάλλεται σέ κάθε θλίψι καί δοκιμασία:

«Χαρᾶς μου τήν καρδίαν
πλήρωσον, Παρθένε,
ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη
τό πλήρωμα,
τῆς ἁμαρίας τήν λύπην
ἐξαφανίσασα».

Ὕστερα χτύπησε τό πόδι του στήν γῆ καί εἶπε:
- Δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά μελαγχολοῦμε. Ὁ Χριστός νίκησε τά πάντα! Ἀνάστησε τόν Ἀδάμ! Ἐλευθέρωσε τήν Εὔα! Θανάτωσε τόν θάνατο!
Ἡ ψυχική κατάστασις τοῦ στάρετς μεταδόθηκε στήν ψυχή τῶν ἀδελφῶν. Ζωογονημένοι τώρα μέ τήν χαρά του, ἐπέστρεψαν στήν μονή εἰρηνικοί!

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

πατηρ Δημητριος

Γράφει στό ἡμερολόγιό του, ὁ στάρετς Νίκων:
Χθές (15 Νοεμβρίου 1908), βρισκόμουνα στό κελλί τοῦ γέροντα καί τακτοποιοῦσα τήν ἀλληλογραφία του.
Ὁ π. Βαρσανούφιος διάβαζε τήν ἐπιστολή μιᾶς νεαρῆς κοπέλλας, γιά τήν ὁποία μοῦ εἶπε: -Ἡ κοπέλλα αὐτή, ξέρει πολύ καλή κλασσική μουσική.
Τήν ρωτάω:
-Ποιανοῦ μουσικοῦ σοῦ ἀρέσει καλλίτερα ἡ μουσική;
-Τοῦ Μπετόβεν καί τοῦ Χάϊντν, μοῦ λέει ἐκείνη.
-Μά ὑπάρχει καί καλλίτερη, τῆς εἶπα.
-Ποιανοῦ; τοῦ Μότσαρτ;
-Ἀκόμη καλλίτερη.
-Τοῦ Μπάχ μήπως;
-Ὄχι! Ὄχι!
-Ποιανοῦ τότε;
Καί τί εἴδους μουσική εἶναι αὐτή, πού λές ὅτι εἶναι καλλίτερη;
-Τῆς ψυχῆς, τῆς λέω.
-Τῆς ψυχῆς;
Καί ὑπάρχει τέτοια μουσική;
-Καί βέβαια ὑπάρχει.
-Πρώτη φορά τό ἀκούω.
Καί τί εἶναι αὐτή ἡ μουσική;
-Ἡ ψυχική γαλήνη. Γι᾿ αὐτήν μιλάει τό ἅγιο Εὐαγγέλιο: «Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷος εἰμί καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11,29). Σπούδασες μαθηματικά. Ξέρεις τί εἶναι τό σημεῖον «ἴσον» (=); Ἔ, λοιπόν νά! Ἡ ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς «ἰσοῦται» μέ μιά μακαριότητα· μιά μουσική· μιά ἁρμονία ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς... Αὐτή εἶναι ἡ καλλίτερη μουσική!

(Ἀπό τό βιβλίο-ἔκδοσή μας: Στάρετς Νίκωνος, Ρήματα Ζωῆς, Πρέβεζα 2006, σελ. 60-61)

Για πολλούς, αν όχι για τους περισσότερους από τους ορθόδοξους χριστιανούς, η Μεγάλη Σαρακοστή αποτελείται από έναν περιορισμένο αριθμό από τυπικούς κανόνες και διατάξεις όπου κυρίως επικρατεί το αρνητικό στοιχείο, όπως είναι : η αποχή από ορισμένα φαγητά, απαγόρευση της ψυχαγωγίας. Του χορού και ίσως κάθε θεάματος. Σε τέτοιο βαθμό δε είναι η αποξένωσή μας από το πραγματικό πνεύμα της Εκκλησίας ώστε μας είναι σχεδόν αδύνατον να καταλάβουμε ότι υπάρχει “κάτι άλλο” στη Μεγάλη Σαρακοστή κάτι χωρίς το οποίο όλες αυτές οι διατάξεις χάνουν πολύ από το νόημά τους. Αυτό το “κάτι άλλο” μπορούμε θαυμάσια να το περιγράψουμε σαν μια “ατμόσφαιρα” σαν ένα “κλίμα” μέσα στο οποίο μπαίνει κανείς, και πάνω απ΄ όλα σαν μια κατάσταση του νου, της ψυχής και του πνεύματος η οποία για επτά εβδομάδες διαπερνά ολόκληρη τη ζωή μας.

Ας τονίσουμε ακόμα μια φορά ότι ο σκοπός της Μεγάλης Σαρακοστής δεν είναι να μας επιβάλει πιεστικά μερικές τυπικές υποχρεώσεις, αλλά να “μαλακώσει” την καρδιά μας ώστε να μπορεί ν΄ ανοιχτεί στις πραγματικότητες του πνεύματος, ν΄ αποκτήσει την εμπειρία της κρυμμένης “δίψας και πείνας” για επικοινωνία με το Θεό.

Αυτή η «ατμόσφαιρα» της Μεγάλης Σαρακοστής, αυτή η ανεπανάληπτη «κατάσταση του νου» δημιουργείται βασικά με τη λατρεία, με τις ποικίλες εναλλαγές που παρουσιάζονται στη λειτουργική ζωή αυτής της περιόδου. Θεωρούμενες κάθε μια χωριστά αυτές οι εναλλαγές μπορεί να μας φανούν σαν ακατανόητες ρουμπρίκες (τυπικές διατάξεις), σαν επίσημοι κανονισμοί που εξωτερικά φαίνονται προσκολλημένοι στον τύπο αλλά αν τις εξετάσουμε σαν σύνολο μας αποκαλύπτουν και μας μεταδίδουν το πνεύμα της Μεγάλης Σαρακοστής : μας κάνουν να δούμε, να νιώσουμε και να βιώσουμε τη «χαρμολύπη» που είναι το πραγματικό μήνυμα και το δώρο της Μεγάλης Σαρακοστής. Μπορεί κανείς να πει, χωρίς να υπερβάλλει, ότι οι πνευματικοί πατέρες και οι ιεροί υμνογράφοι, που συνέθεσαν τους ύμνους του Τριωδίου και οι οποίοι λίγο λίγο οργάνωσαν τη γενική δομή για όλες τις ακολουθίες της Μεγάλης Σαρακοστής, οι οποίοι στόλισαν τη λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων με μια ειδική ομορφιά που τόσο της ταιριάζει, διαθέτουν μια θαυμαστή κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής. Αυτοί πραγματικά ήξεραν την τέχνη της μετάνοιας και, κάθε χρόνο στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, κάνουν αυτή την τέχνη προσιτή σε όποιον από μας έχει αυτιά για ν΄ ακούει και μάτια για να βλέπει.

Είπαμε ότι η γενική εντύπωση είναι αυτό που λέμε «χαρμολύπη«. Όταν κάποιος, έστω και αν έχει περιορισμένες γνώσεις για τη λατρεία, μπει στην Εκκλησία όσο διαρκούν οι ακολουθίες της Μεγάλης Σαρακοστής, σχεδόν αμέσως – είμαι βέβαιος – θα καταλάβει αυτή την κάπως αντιφατική έκφραση. Από τη μια μεριά, μια κάποια ήρεμη θλίψη διαποτίζει την ακολουθία : τα άμφια είναι σκούρα, οι ακολουθίες διαρκούν περισσότερο απ΄ ό,τι συνήθως και είναι πιο μονότονες, σχεδόν δεν υπάρχει κίνηση. Τα αναγνώσματα και οι ψαλμοί εναλλάσσονται, αλλά παρ΄ όλα αυτά φαίνεται σαν να μην «συμβαίνει» τίποτε: Σε τακτά διαστήματα ο Ιερέας βγαίνει από το ιερό και λέει πάντοτε την ίδια σύντομη ευχή και όλο το εκκλησίασμα συνοδεύει κάθε αίτηση αυτής της προσευχής με μετάνοιες. Έτσι για αρκετή ώρα στεκόμαστε σ΄ αυτή τη μονοτονία, σ΄ αυτή την ήρεμη θλίψη.

Αλλά κατόπιν αρχίζουμε να νιώθουμε ότι ακριβώς αυτή η παράταση και η μονοτονία μας χρειάζεται αν θέλουμε ν΄ αποκτήσουμε εμπειρία από την κρυμμένη, και κατ΄ αρχήν απαρατήρητη «επίδραση» της ακολουθίας. Σιγά σιγά αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ή μάλλον να αισθανόμαστε ότι αυτή η θλίψη στην πραγματικότητα είναι «ευθυμία» ότι μια μυστηριώδης μεταμόρφωση πρόκειται να συμβεί μέσα μας. Είναι σαν να φτάνουμε σ΄ ένα μέρος όπου οι θόρυβοι και οι αναστατώσεις της ζωής του δρόμου και όλων όσων συνήθως γεμίζουν τις μέρες ακόμα και τις νύκτες μας, δεν έχουν δικαίωμα εισόδου, σ΄ ένα μέρος όπου αυτά δεν έχουν καμιά δύναμη. Όλα όσα μας φαίνονται υπερβολικά σημαντικά ώστε να γεμίζουν το μυαλό μας, όλη αυτή η κατάσταση αγωνίας που μας έγινε ουσιαστικά δεύτερη φύση, εξαφανίζονται και αρχίζουμε να νιώθουμε ελεύθεροι, ανάλαφροι και ευτυχισμένοι. Δεν είναι η θορυβώδης και επιφανειακή ευτυχία που πηγαινοέρχεται είκοσι φορές τη μέρα και είναι πολύ εύθραυστη και φευγαλέα, αλλά
είναι η βαθιά ευτυχία που έρχεται όχι από μια συγκεκριμένη και ειδική αιτία αλλά από την ψυχή μας που έχει, σύμφωνα με τα λόγια το Dostoyevsky, «αγγίξει έναν άλλο κόσμο». Και αυτό που άγγιξε είναι καμωμένο από φως, ειρήνη και χαρά, από μια ανέκφραστη εμπιστοσύνη.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί οι ακολουθίες πρέπει να έχουν μεγάλη χρονική διάρκεια και να είναι κάπως μονότονες. Καταλαβαίνουμε ότι. απλούστατα, είναι αδύνατο να περάσουμε από μια συνηθισμένη κατάσταση του νου, καμωμένη σχεδόν αποκλειστικά από αναστατώσεις, συνωστισμό και φροντίδες, και να φτάσουμε σ΄ αυτή τη νέα κατάσταση χωρίς να ηρεμήσουμε και χωρίς να αποκαταστήσουμε μέσα μας ένα βαθμό εσωτερικής σταθερότητας. Να γιατί εκείνοι που βλέπουν τις ακολουθίες της Εκκλησίας μόνο στα πλαίσια των «υποχρεώσεων» και που πάντοτε ρωτούν για το λιγότερο δυνατό («πόσο συχνά πρέπει να πάμε στην Εκκλησία ; Κάθε πότε πρέπει να προσευχόμαστε;») δεν μπορούν ποτέ να καταλάβουν την αληθινή φύση της λατρείας, η οποία έχει σκοπό να μας μεταφέρει σ΄ ένα διαφορετικό κόσμο – στον κόσμο της Παρουσίας του Θεού! – Εκεί όμως μας μεταφέρει σιγά σιγά γιατί η πεσμένη μας φύση έχει χάσει την ικανότητα να μπαίνει στον κόσμο αυτό φυσικά.

Έτσι, όσο βιώνουμε αυτή τη μυστηριώδη ελευθερία, όσο γινόμαστε «ανάλαφροι και ειρηνικοί», η μονοτονία και η θλίψη των ακολουθιών αποκτούν μια καινούργια σημασία, μεταμορφώνονται. Μια εσωτερική ομορφιά τις φωτίζει σαν τη πρωινή ηλιαχτίδα που, ενώ ακόμα στην κοιλάδα είναι σκοτάδι, στις βουνοκορφές αρχίζει να φωτίζει. Αυτό το «φως» και η κρυφή χαρά έρχονται από τα επαναλαμβανόμενα «αλληλούια», από ολόκληρη τη μουσική απόχρωση της λατρείας της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτό που στην αρχή παρουσιάστηκε σαν μονοτονία τώρα αποκαλύπτεται σαν ειρήνη. ό,τι ακουγόταν σαν θλίψη βιώνεται τώρα σαν εντελώς πρώτη κίνηση της ψυχής να ξαναβρεί το χαμένο βάθος της. Γι΄ αυτό και ο πρώτος στίχος του «αλληλούια» διακηρύττει κάθε πρωί στη διάρκεια της Σαρακοστής : «εκ νυκτός ορθρίζει το πνεύμα μου προς σε, ο Θεός, διότι φως τα προστάγματά σου επί της γης».
«Χαρμολύπη» λοιπόν είναι η θλίψη για την εξορία μου, για την καταστροφή που έχω κάνει στη ζωή μου. είναι η χαρά για τη παρουσία του Θεού και τη συγνώμη Του, η χαρά για την ξαναγεννημένη επιθυμία για το Θεό, η ειρήνη από την επιστροφή στο σπίτι. Αυτή ακριβώς είναι η ατμόσφαιρα της λατρείας στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής. Τέτοια είναι η πρώτη και γενική επίδρασή της στην ψυχή μας.


ALEXANDER SCHMEMANN, ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ, εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, ΑΘΗΝΑ 1999, σ. 22 κ.ε

Σελίδα 1 από 3

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (161) Αγάπη Θεού (43) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (36) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (11) άγιος (70) αγνότητα (5) άγχος (11) αγώνας (56) αγώνας πνευματικός (15) αθεΐα (80) αιρέσεις (60) αλήθεια (18) αμαρτία (52) Ανάσταση (63) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (123) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (49) ασθένεια (13) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (44) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (34) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (2) γλώσσα (27) γνώση (5) γονείς (35) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (36) διάβολος (41) διάκριση (39) διάλογος (2) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (82) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (49) Εκκλησιαστική Ιστορία (9) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (8) ελευθερία (11) Ελλάδα (11) ελπίδα (12) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (63) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (4) επιστήμη (57) εργασία (25) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (37) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (56) ευγένεια (3) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (20) ευχαριστία (5) ζώα (12) ηθική (5) ησυχία (4) θάνατος (80) θάρρος (9) θαύμα (59) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (3) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (92) θρησκείες (6) θυμός (28) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (14) ιερέας (38) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (3) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (18) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (70) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (37) λείψανα (1) λογισμοί (21) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (19) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (60) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (8) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (4) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (44) πάθη (24) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (15) Παΐσιος Όσιος (5) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) παράδειγμα (4) Παράδεισος (35) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (139) πλούτος (10) πνευματική ζωή (50) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (12) πολιτική (5) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (21) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (37) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (115) προσοχή (2) προτεσταντισμός (16) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (18) Σταυρός (24) Σταύρωση (11) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) σώμα (1) ταπεινοφροσύνη (45) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (6) υπαρξιακά (30) υποκρισία (1) υπομονή (33) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (6) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (15) χαρά (22) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (32) χρόνος (12) ψεύδος (8) ψυχή (52) ψυχολογία (9)