Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

«Όταν αναζητήται η αιωνία αλήθεια, είναι εσφαλμένη η ερώτησις:

τι είναι Αλήθεια;

Τό ερώτημα πρέπει να τεθή ώς εξής:

Ποιός είναι η Αλήθεια;

Διότι η αλήθεια δύναται νά είναι μόνον πρόσωπον καί μάλιστα Θείον Πρόσωπον, και όχι πράγμα·

μόνον ο Δημιουργός Θεός και όχι δημιούργημα.

Ο Θεάνθρωπος απαντά: «Έγώ ειμί η Αλήθεια» (Ίωάνν.14,6),

αλλά μόνον είς εκείνον ο οποίος με όλην τήν καρδίαν, μέ όλην τήν ψυχήν, μέ όλον τό είναι του, διά προσευχής καί δακρύων, διά νηστείας καί αγρυπνίας, διά αναστεναγμών καί οδυρμών, ερωτά: ποιός είναι η Αλήθεια;

Μόνον οί ηγιασμένοι διά τής αιωνίου Αλήθειας είναι οί αληθώς φωτισμένοι, διότι η Αλήθεια διά Ιησού Χριστού εγένετο (’Ιωάν. 1, 17).

Άνευ Αυτού καί εκτός Αυτού δέν υπάρχει Αλήθεια καί ούτε δύναται νά υπάρχη.

Επ’ αυτού θέλετε ένα σχήμα; ’Ιδού: Χριστός - Αλήθεια - Αγιασμός= Φωτισμός.

Η Αλήθεια δημιουργεί είς την ψυχήν τήν αγίαν διάθεσιν, καί από τήν αγίαν ψυχήν πηγάζουν διαρκώς άγιαι σκέψεις, άγιαι επιθυμίαι, άγια αισθήματα, άγιαι πράξεις.

(οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδ. Παπαδημητρίου σελ.67)

(από το βιβλίο:Η Αρχή των Πάντων, του Hans Kung,Ομοτίμου Καθηγητού Οικουμενικής Θεολογίας Πανεπιστημίου Τυβίγγης).
β) Ουδεμία οριστική θεωρία για όλα
Στην καθημερινή μαθηματική πράξη, η σταθερή βεβαιότητα για την προβληματική των θεμελίων των Μαθηματικών παίζει βέβαια ένα μικρό ρόλο. Για τη δική μας θεματολογία είναι σπουδαίο το εξής: Ένας μαθηματικός ή φυσικός, ο οποίος σκοπεύει «να γνωρίσει το πνεύμα του Θεού», θα έπρεπε ίσως να έρχεται σε διαλογική σχέση με φιλοσοφικοθεολογικούς προβληματισμούς τόσο σοβαρά όσο με προβληματισμούς των Φυσικών Επιστημών.

Εάν τα θεμέλια των Μαθηματικών με πολλούς τρόπους είναι αναπόδεικτα, δεν θα έπρεπε άραγε τότε να διατυπώνει κάποιος παγκόσμιες αξιώσεις του μαθηματικο-φυσικοεπιστημονικού στοχασμού με μεγαλύτερη μετριοφροσύνη και επιφυλακτικότητα;
Σήμερα το κατανοεί αυτό ο Στέφεν Χόκινγκ:

«Εάν υπάρχουν μαθηματικά συμπεράσματα, που δεν είναι δυνατό να αποδειχθούν, τότε υπάρχουν προβλήματα των Φυσικών Επιστημών, που δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν. Δεν είμαστε άγγελοι, που βλέπουν το σύμπαν από έξω. Μάλλον εμείς και τα μοντέλα μας είμαστε τμήματα του σύμπαντος, το οποίο περιγράφουμε. Έτσι μια φυσικοεπιστημονική θεωρία σχετίζεται προς τον εαυτό της, όπως στο θεώρημα του Γκέντέλ. Τότε πρέπει να περιμένουμε, ότι αυτή είτε είναι αντιφατική, είτε είναι ατελής».
Αλλά ο Χόκινγκ αντιμετωπίζει το ναυάγιο της προσπάθειάς του για μια ενιαία θεωρία, που γνωρίζει το πνεύμα του Θεού, μόνο κατά έμμεσο τρόπο:

«Μερικοί θα απογοητευθούν πολύ, εάν δεν υπάρχει καμιά τελεσίδικη θεωρία (ultimate theory), η οποία μπορεί να διατυπωθεί ως ένας περιορισμένος αριθμός αρχών».

Έχει επίσης υποστηρίξει:

«Αλλά έχω αλλάξει αυτή τη γνώμη (mind) μου. Τώρα είμαι χαρούμενος, διότι η από μέρους μας αναζήτηση κατανόησης ποτέ δεν θα φθάσει σ' ένα τέλος και διότι πάντοτε θα βρισκόμαστε εκ νέου μπροστά στην πρόκληση για νέες ανακαλύψεις». Έτσι από την ανάγκη εκδηλώνει μιαν αρετή και προσθέτει: «Χωρίς αυτό θα είχαμε αποτελματωθεί. Το θεώρημα του Γκέντελ εγγυάται, ότι θα υπάρχει πάντοτε εργασία για τους μαθηματικούς». Και φυσικά επίσης για τους φυσικούς.


γ) Αφορμή για κριτικό αυτοστοχασμό
Έτσι η αλαζονική φιλοδοξία ενός φυσικού, ο οποίος ήθελε να υποβιβάσει ολόκληρο τον κόσμο σε μια φυσικοεπιστημονική θεωρία και δεν τρόμαζε μπροστά στον υποβιβασμό της Φιλοσοφίας, Θεολογίας και Ανθρωπολογίας, προσγειώθηκε στην πραγματικότητα. Και έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε το σχόλιο του John Cornwell, Διευθυντή του Προγράμματος Επιστήμη και Ανθρώπινη Διάσταση (Science and Humanity Dimension Projects) στο Κολέγιο του Ιησού στο Κέιμπριτζ:

«Η δόξα του Χόκινγκ»-, ο οποίος ανέβασε μια ανεξέταστη από την παρατήρηση θεωρία στο ύψος των Αϊνστάιν, Μπορ, Dirac ή του Χάιζενμπεργκ «θεμελιώνεται πάνω στην ιδέα ότι αυτός βρισκόταν σ' έναν αγώνα δρόμου με το χρόνο για ν’ ανακαλύψει προ του θανάτου του την αλήθεια της ύπαρξης. Ομολογώντας ότι “πάντοτε κάτι θα μένει για ν’ ανακαλύψουμε”, εντάσσει πάλι τον εαυτό του στη σειρά των θνητών με τις περιορισμένες διανοητικές δυνάμεις. Στην πράξη μπορεί να αναγνωρίσει ό,τι είπε ο εξαίρετος Βρετανός επιστήμονας J. Β. S. Haldane, τονίζοντας ότι δεν είναι μόνο θαυμάσιο να εξηγήσουμε και να παρουσιάσουμε το σύμπαν, αλλ’ ότι είναι ακόμη πιο θαυμάσιο, όταν μπορούμε να εξηγήσουμε και να παρουσιάσουμε εμάς τους ίδιους.
Ο Χόκινγκ μαζί με το φίλο και συνάδελφό του Roger Penrose έχει δείξει ότι «η γενική θεωρία του Αϊνστάιν για τη σχετικότητα περιλαμβάνει την ιδέα ότι ο χώρος και ο χρόνος αρχίζουν με το Big Bang και τελειώνουν σε μαύρες τρύπες». Αλλά επίσης έπρεπε ο Χόκινγκ να διορθώσει τις εμπειρικές αντιλήψεις του για τις μαύρες τρύπες. Οι μαύρες τρύπες είναι υπερμεγέθεις συγκεντρώσεις πολύ πυκνής ύλης, που βρίσκονται στο κέντρο του γαλαξία μας και ενδεχομένως στο κέντρο των περισσότερων γαλαξιών. Μια μαύρη τρύπα -που ήδη πολύ πιο πριν περιγράφηκε και υπολογίσθηκε από τον Γερμανό φυσικό Karl Schwarzschild (1873-1916)- εμφανίζεται όταν ένα ιδιαιτέρως πλούσιο σε μάζα άστρο εκρήγνυται καιόμενο και καταστρέφεται και υπό την πίεση της δικής του βαρύτητας συμπιέζεται σ’ ένα πολύ συμπυκνωμένο σωρό ύλης κατά τρόπον ώστε είναι δυνατό να εφαρμόζονται σ’ αυτόν οι νόμοι της βαρύτητας, όπως και της Φυσικής των Κβάντα. Η γη μας θα ήταν ακόμη μια σφαίρα με διάμετρο μικρότερη από ένα εκατοστόμετρο, ενώ ο ήλιος θα σχημάτιζε σφαίρα με διάμετρο μικρότερη από τρία χιλιόμετρα.

Κατά την προηγούμενη θεωρία του Χόκινγκ του έτους 1976, καθετί που υπερβαίνει ορισμένα όρια, τον «ορίζοντα των γεγονότων» [« Ereignishorizont»], απορροφάται στη μαύρη τρύπα, σε μια τόσο πυκνή μάζα, ώστε το φως δεν μπορεί να φύγει από αυτήν. Ο Χόκινγκ απαιτούσε την ύπαρξη καθαρής ακτινοβολίας, η οποία δεν θα περιείχε κανενός είδους πληροφορία.

Μάλιστα το 1977 με τον Αμερικανό συνάδελφό του John Preskill (Ινστιτούτο Τεχνολογίας στην Καλιφόρνια) έβαλε το ευρέως γνωστό στοίχημα ότι η πληροφορία που καταβροχθίζεται από τη μαύρη τρύπα μένει για πάντα κρυμμένη και ποτέ δεν απελευθερώνεται.
Παρά τούτα τον Ιούλιο του 2004 ο Χόκινγκ στο 17ο Συνέδριο, που έγινε στο Δουβλίνο για τη γενική σχετικότητα και τη βαρύτητα, υποστηρίζει ότι με διακυμάνσεις στο χείλος μιας μαύρης τρύπας είναι δυνατό να εξέρχεται κάποια πληροφορία. Είχε χάσει το στοίχημα. Επιπλέον αναθεώρησε την επί τρεις δεκαετίες υποστηριζόμενη από αυτόν γνώμη, ότι η νομιζόμενη εξαφάνιση ύλης και ενέργειας στις μαύρες τρύπες σχετιζόταν με παράλληλα σύμπαντα δίπλα στο δικό μας σύμπαν.

Όχι, οι συμπαγείς δίνες, που σχηματίζονται με την αποσύνθεση άστρων, με κανέναν τρόπο δεν στέλνουν την από αυτές απορροφώμενη ενέργεια και ύλη σ’ ένα παράλληλο σύμπαν. Όλα μένουν στο δικό μας σύμπαν και διατηρούνται περισσότερο χρόνο με συμπαγή μορφή πριν διαλυθούν σε μαύρες τρύπες:

«Δεν υπάρχει κανένα νεογέννητο σύμπαν, όπως κάποτε νόμιζα».

Εξέφρασε τη μεγάλη λύπη του, διότι έπρεπε να απογοητεύσει τους ανήκοντες στην κοινότητα της επιστημονικής φαντασίας.
Εξάλλου για τους έχοντες γνώση και πείρα των υπολογιστών, από το πρώτο θεώρημα περί της Μη πληρότητας [Unvollstandigkeitssatz] του Γκέντελ προκύπτει εκείνο που παρατηρεί ο Βιενέζος Καθηγητής Rudolf Taschner για το «Scientific Computing» [«επιστημονική χρήση του υπολογιστή»]:

«Δεν υπάρχει από μια υπολογιστική μηχανή καμιά καθολική πραγματοποιήσιμη διαδικασία, η οποία για όλα τα προγράμματα των υπολογιστών να μπορεί να κρίνει, εάν θα σταματήσουν κάποτε ή εάν αδιακόπως θα συνεχίζουν χωρίς τέλος. Αυτό είναι το μήνυμα που μας λυτρώνει από τη σχεδόν θρησκευτική πίστη στην παντογνωσία και παντοδυναμία του υπολογιστή. Όσο εκλεπτυσμένα και αν είναι δυνατό να συναρμολογηθεί μία υπολογιστική μηχανή, πάντοτε υπάρχει γι’ αυτήν ένα άθραυστο καρύδι, με το οποίο όλες οι τεχνικές τελειότητες αρνούνται να έλθουν σε αντιπαράθεση».

Ήδη προ του Taschner ο Alan Turing είχε γνωρίσει και αποδείξει το άλυτο αυτού του «προβλήματος του σταματήματος».
Διερωτώμαι εάν δεν ήλθε η ώρα, ο Χόκινγκ και οι καθ’ όμοιον τρόπο σκεπτόμενοι επιστήμονες να ελέγξουν και να αναθεωρήσουν όχι μόνο γεμάτες από φαντασία θεωρίες και μερικές εμπειρικές αντιλήψεις, αλλά γενικώς τα από τον 19ο αιώνα προερχόμενα θετικιστικά θεμέλια της επιστημονικής σκέψης. Εννοείται ότι αυτό δεν είναι εύκολο εγχείρημα, διότι εγγίζει τα θεμέλια των Μαθηματικών και της Λογικής. Αλλά ο Θετικισμός είναι κάτι περισσότερο από μια θεωρία, είναι κοσμοθεωρία. Και μερικοί επιστήμονες δεν αντιλαμβάνονται ότι παρατηρούν τον κόσμο διαρκώς μέσα από θετικιστικά ματογυάλια.
(Η αρχή των Πάντων, εκδ. Ουρανός, σελ. 67-72 όπου οι παραπομπές, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

(από το βιβλίο: Η Αρχή των Πάντων, του Hans Kung,Ομοτίμου Καθηγητού Οικουμενικής Θεολογίας Πανεπιστημίου Τυβίγγης). 

Κανένας δεν έκανε τόσο φανερά τα κοσμοθεωρητικά βάθη όσο εκείνος ο φυσικός, που προσπάθησε στους πολύ πρόσφατους χρόνους να διατυπώσει μια Μεγάλη Ενοποιημένη Θεωρία (GUT = Grand Unified Theory), η οποία θα έκανε περιττό τον Δημιουργό Θεό (GOD).
γ) GUT αντί GOD; Χόκινγκ
Ο από πολλούς ανθρώπους δικαίως θαυμαζόμενος Άγγλος φυσικός Στέφεν Χόκινγκ (γεν. 1942) στο Κέιμπριτζ ως γνωστόν, ένεκα μιας αθεράπευτης βλάβης νεύρων του νωτιαίου μυελού, μπορεί να συνεννοείται με το περιβάλλον του μόνο με το κομπιούτερ.

Ο επιστήμονας αυτός είχε την ελπίδα ότι, με τις έρευνές του για την κατάσταση του σύμπαντος αμέσως μετά την έκρηξη, με συγχώνευση όλων των γνωστών αλληλεπιδράσεων, θα αναπτύξει μία «Μεγάλη Ενοποιημένη Θεωρία» (GUT). Αυτή θα έπρεπε να εξηγήσει τι «συγκρατεί τον κόσμο εσώτατα». Αλλ’ ενώ ο Χάιζενμπεργκ με τη Μηχανική των Κβάντα είχε παρουσιάσει μια εμπειρικά βεβαιωμένη μεγάλη θεωρία και κατά τα άλλα έδειχνε βαθύ σεβασμό στη θρησκευτική σφαίρα, ο Χόκινγκ στο μπεστ σέλερ του Μια σύντομη ιστορία του χρόνου, (που αν και δύσκολα κατανοητό και σ’ αυτούς τους θεράποντες των Φυσικών Επιστημών, εκδόθηκε σε 25 εκατομμύρια αντίτυπα), με τη μεγάλη αισιοδοξία του Διαφωτισμού υποσχέθηκε μια ενιαία μεγάλη θεωρία, η οποία δεν θα εξηγούσε μόνον ορισμένα εμπειρικά δεδομένα, αλλά θα μας έκανε «να γνωρίζουμε το νου [τη σκέψη] του Θεού» (the mind of God, γερμ. den Geist Gottes).
Αυτό διατυπώθηκε συνειδητά με ειρωνική διάθεση. Διότι η γνώμη του Χόκινγκ ήταν:

Με μια τέτοια ενοποιημένη θεωρία για τα πάντα (Theory of Everything= TOE) ο ίδιος ο κόσμος θα εξηγούσε τον εαυτό του και ο Θεός ως Δημιουργός δεν θα ήταν αναγκαίος. Εάν το σύμπαν ήταν πλήρως κλεισμένο στον εαυτό του, χωρίς ξεχωρισμένες μοναδικότητες και όρια, εάν θα ήταν δυνατό να περιγραφεί εξ ολοκλήρου με μια ενοποιημένη θεωρία, τότε η Φυσική θα έκανε τον Θεό περιττό.
Ήταν βέβαια ευκολότερο να βρεθεί μία εντυπωσιακή βραχυγραφία GUT ή ΤΟΕ παρά η ίδια η θεωρία, που θα συνένωνε όλες τις δυνάμεις του φυσικού κόσμου.
Στην περί κόσμου παράσταση του Χόκινγκ -για ένα κλεισμένο στον εαυτό του σύμπαν χωρίς όρια και χωρίς προϋποθέσεις αρχής- διαφορετικά από την παλαιότερη θεωρία της αρχικής έκρηξης δεν θα υπήρχε καμιά ξεχωριστή «μοναδικότητα», κατά την οποία ο Θεός θα είχε την πλήρη ελευθερία να καθορίσει προϋποθέσεις αρχής και νόμους του σύμπαντος.

«Φυσικά θα ήταν πάντοτε στην κρίση του Θεού να εκλέξει τους νόμους, που προσδιορίζουν το σύμπαν. Υπάρχουν μόνο πολύ λίγες πλήρεις ενιαίες θεωρίες —ίσως μάλιστα μόνο μία, π.χ. η θεωρία των χορδών—, που είναι χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις και επιτρέπουν την ύπαρξη τόσο πολύπλοκων δημιουργημάτων όπως των ανθρώπων, οι οποίοι ερευνούν τους νόμους τον σύμπαντος και μπορούν να ερωτούν για την ουσία του Θεού».
Μία «πλήρης ενιαία θεωρία»; Όμως ο Χόκινγκ ήταν αρκετά νηφάλιος ώστε να διαπιστώσει ότι, ακόμη και με τόσον επινοητικές εξισώσεις για όλα, με κανέναν τρόπο δεν είναι δεδομένη η πραγματικότητα του παντός και εν πάση περιπτώσει παραμένει ανοικτό το ερώτημα γιατί γενικώς υπάρχει ένα σύμπαν:

«Επίσης εάν είναι δυνατή μόνο μία ενιαία θεωρία, αυτή θα ήταν ένα σύστημα κανόνων και εξισώσεων. Ποιος όμως εμπνέει ψιθυρίζοντας αποκαλυπτικά στις εξισώσεις την ωδή και δημιουργεί σ’ αυτές ένα σύμπαν, το οποίο αυτές μπορούν να περιγράφουν; Η συνηθισμένη μέθοδος, κατά την οποία η επιστήμη κατασκευάζει ένα μαθηματικό μοντέλο, δεν μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα γιατί πρέπει να υπάρχει ένα σύμπαν που περιγράφεται από το μοντέλο».
Παρά ταύτα ο Χόκινγκ εξέφρασε σαφώς την ελπίδα ότι μια μέρα μία «μεγάλη ενοποιημένη θεωρία» μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα γιατί γενικώς υπάρχει ένα σύμπαν.

«Όταν εμείς ανακαλύψουμε μια τέλεια θεωρία, θα έπρεπε αυτή μετά παρέλευση ορισμένου χρόνου να είναι κατανοητή για τον καθένα, όχι μόνο για μια φούχτα ειδικών. Τότε όλοι μας φιλόσοφοι, εκπρόσωποι των Φυσικών Επιστημών και μη ειδικοί θα μπορέσουμε ν' αντιμετωπίσουμε το ερώτημα, γιατί υπάρχουμε εμείς και το σύμπαν... Όταν θα βρίσκαμε την απάντηση σ αυτό το ερώτημα, τούτο θα σήμαινε τον τελικό θρίαμβο του ανθρώπινου λόγου, διότι τότε θα γνωρίζαμε το πνεύμα (Geist) του Θεού». Εντούτοις έπρεπε να έλθουν τελείως διαφορετικά τα πράγματα.
δ) Ο παγκόσμιος τύπος - μια μεγάλη απογοήτευση
Έτσι είχε σκεφθεί ο Χόκινγκ: Να βρεθεί ένας πλήρης τύπος των φυσικών νόμων, δηλαδή μία σειρά από κανόνες, που θα έπρεπε τουλάχιστον καταρχήν να μας καθιστούν ικανούς να προβλέπουμε το μέλλον με οποιαδήποτε ακρίβεια και έτσι να προσδιορίζουμε ακριβώς την κατάσταση του σύμπαντος σε κάποια ορισμένη χρονική περίοδο. Η κλασική Φυσική είχε ακόμα δεχθεί ότι, όταν σε μια ορισμένη χρονική περίοδο γνωρίζουμε τις θέσεις και τις ταχύτητες όλων των σωματιδίων, τότε θα μπορούσαμε επίσης να υπολογίσουμε τις θέσεις όπως και τις ταχύτητες για κάθε άλλη χρονική περίοδο. Αλλά η Φυσική των Κβάντα είχε δείξει, ότι καταρχήν υπάρχουν συμβάντα που δεν είναι δυνατό να υπολογισθούν. Όμως ο σκοπός του Χόκινγκ και των ομοφρόνων του είναι να βρουν -λαμβάνοντας υπόψη και τη Θεωρία των Κβάντα- μια περιεκτική θεωρία της πραγματικότητας με ή ακόμη και χωρίς τον Θεό.
Και τώρα η μεγάλη έκπληξη: το έτος 2004 ο Χόκινγκ σε μια από τις παραδόσεις του στο Κέιμπριτζ άφησε να νοηθεί, ότι καταρχήν εγκατέλειψε για πάντα την αναζήτησή του για μια μεγάλη ενοποιημένη θεωρία. Απέκτησε την πεποίθηση ότι διαψεύσθηκε η ελπίδα του να βρει μια πλήρη περιεκτική θεωρία, για να γνωρίσει εσώτατα τον κόσμο και να μπορεί έτσι επίσης να τον ελέγχει. Δεν φαίνεται σ' αυτόν δυνατό να διατυπώσει μια θεωρία του σύμπαντος με έναν περιορισμένο αριθμό εκφράσεων.
Ο Χόκινγκ επί του προκειμένου δημιούργησε έκπληξη επικαλούμενος την «αρχή [το θεώρημα] της Μη πληρότητας» του Τσεχοαυστριακού μαθηματικού Κουρτ Γκέντελ (1906-1978), ίσως του πλέον σημαντικού διδασκάλου της Λογικής κατά τον 20ό αιώνα. Η πρόταση αυτή στο έτος 1930 τονίζει ότι ένα περιορισμένο σύστημα αξιωμάτων περιέχει πάντοτε τύπους, οι οποίοι μέσα στο σύστημα αυτό ούτε να αποδειχθούν ούτε να αντικρουσθούν είναι δυνατόν. Αυτή η κατάσταση μοιάζει με το γνωστό παράδειγμα της αρχαιότητας όπου κάποιος κάνει τη δήλωση «Αυτή η έκφραση είναι εσφαλμένη». Όταν προϋποθέτουμε ότι όλες οι εκφράσεις είναι καταρχήν αληθείς ή εσφαλμένες (αυτό θα ήταν η πληρότητα [Vollstandigkeit] του συστήματος), τότε αυτή η μνημονευθείσα έκφραση θα ήταν ακριβώς αληθής, εάν ήταν εσφαλμένη. Επομένως υπάρχει μια αντίφαση.
Εάν τώρα ο Χόκινγκ χρησιμοποιεί και κατανοεί τον Γκέντελ ορθά ή εσφαλμένα: πρέπει να πούμε ότι αυτός με όλα αυτά συνεχίζει να αντιλαμβάνεται την εμπειρία, την οποία δεκαετίες πριν απ’ αυτόν είχαν παρουσιάσει διαπρεπείς μαθηματικοί και θεωρητικοί επιστήμονες. Διότι η ανάπτυξη των Μαθηματικών ήδη περί το 1910 είχε οδηγήσει σε μια φιλονικία για τα θεμέλια. Πρόκειται έως σήμερα για μια επίκαιρη αντιπαράθεση περί των θεμελίων των Μαθηματικών. Ιδίως για την κατάσταση της διδασκαλίας περί των ποσοτήτων και του αποκλεισμένου τρίτου.'Οταν κάποιος, όπως εγώ ήδη στα έτη της δεκαετίας του 1970, έχει ασχοληθεί με τα δεδομένα της Θεωρίας της Επιστήμης, δεν θα εκπλαγεί για τη στροφή του Χόκινγκ. Επομένως GOD αντί GUT;

(η συνέχεια στην επόμενη ανάρτηση)

(Η αρχή των Πάντων, εκδ. Ουρανός, σελ. 57-62 όπου οι παραπομπές, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

 

Ο περίπατος στο κοιμητήριο.
Η ζωή μας μοιάζει με πορεία. Τίποτε το μόνιμο δεν έχει. Όλα περνούν, όλα φεύγουν!

Το ίδιο προσπερνούμε και τα δυσάρεστα και τα ευχάριστα. Πουθενά δεν σταματούμε.
Να γιατί μου αρέσει αυτό εδώ το μέρος, το κοιμητήριο!

Από όλα τα μέρη μας αυτό εδώ το αγαπώ πιο πολύ.

Γι’ αυτό και το επισκέπτομαι συχνά. Όχι μόνο σαν έχουμε Θεία Λειτουργία. Όχι! Και άλλες ημέρες, μόνος, συχνάζω εδώ.
Πολλές φορές έρχομαι από την πόλη και σταματώ εδώ στο κοιμητήριο. Χωρίς κανέναν συντροφιά. Μέσα στην ερημιά, καταμεσής στους τάφους!

Κάθομαι μέσα στην ερημιά, έχω μπροστά μου τους τάφους και σκέπτομαι...
Πόσες φορές εδώ μέσα δέν θυμάμαι αυτά τα λόγια, που σας είπα στην αρχή! Η ζωή είναι πορεία... Όλα περνούν, και οι χαρές και οι λύπες...
Αφήνω τα μάτια μου ήσυχα να περιεργάζωνται τους τάφους. Από τον ένα τάφο να τρέχουν στον άλλο.

Να θωρούν με προσοχή όλους τους τάφους, των πλουσίων, των φτωχών, μικρών, μεγάλων...
Τα μάτια μου βλέπουν και ο νους μου θυμάται, σκέπτεται, συλλογίζεται.

Η ψυχή μου τρέχει και αυτή στους νεκρούς που είναι θαμμένοι μέσα στους τάφους...

Που να ’ναι άραγε; Που να βρίσκονται; Σε ποιά κατάσταση να ’ναι!

(Από το εγκώμιό του εις την αγίαν Δροσίδα, 689,Ε, Α.Α.Π. 26)

(Αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 47)

Του Καθηγητή κ Στυλιανού Παπαδιπούλου.

Η Εκκλησία χρησιμοποιεί, εκλεκτικά πάντοτε, τη γλώσσα του πνευματικού περιβάλλοντος και όχι το πνευματικό (φιλοσοφικό-ηθικιστικό-κοσμολογικό) περιεχόμενο της γλώσσας αυτής. Ακριβέστερα, δεν υπήρξε πραγματική διαλεκτική μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας, όπως αφελώς και ανέρειστα επαναλαμβάνεται.
Διαλεκτική θα ήταν η σχέση αν η θεολογία δεχότανε κάποιες, τουλάχιστον, από τις θεμελιώδεις αντιλήψεις ή λύσεις της φιλοσοφίας. Αυτό δεν συνέβη ποτέ.

Η θεολογία για την καίρια και αποκεκαλυμμένη θεία αλήθεια χρησιμοποιούσε μόνο γλωσσικούς όρους και δομές της φιλοσοφίας και σ’ αυτούς έδινε άλλο περιεχόμενο.

Όταν, π.χ., ο Παύλος απευθυνότανε στους Αθηναίους και χρησιμοποιούσε τον λόγο του φιλοσόφου Άρατου (Φαινόμενα 5) «του γαρ και γένος εσμέν» (Πράξ. 17: 28), δεν δανειζότανε και την αντίληψη του Άρατου για τον Θεό και τον άνθρωπο. Δεν λάμβανε από τον φιλόσοφο παρά μόνο μια ωραία φράση, που γνώριζαν οι Αθηναίοι και που αυτήν ακούγοντας τα ελκύονταν ν’ ακούσουν τη διδασκαλία του Παύλου για τον Θεό και τον άνθρωπο.

Το ίδιο και στην περίπτωση του Ευαγγελιστή Ιωάννη, που χρησιμοποίησε τον ήδη πολύ γνωστό όρο «λόγος». Άλλο με τον όρο αυτόν κατανοούσαν οι φιλόσοφοι και άλλο ο Ιωάννης. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για διαλεκτική σχέση.
Πρώτος που εξήγησε με σαφήνεια την ιερή αυτή τακτική της θεολογίας είναι ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (390). Ο ομώνυμος της θεολογίας ιερός αυτός άνδρας αφενός μεν συνιστούσε να παραβλέπουν και να περιφρονούν οι χριστιανοί τη θύραθεν σοφία,
«Σοφία πρώτη, τοιαύτης [=θύραθεν] σοφίας υπεροράν, της εν λόγω κείμενης και στροφαίς λέξεων και ταις κιβδήλοις και περιτταίς αντιθέσεσι»
(=η πρώτη σοφία είναι το να παραβλέπει κανείς αυτού του είδους τη σοφία [=τη θύραθεν], η οποία βρίσκεται στο λόγο και στα λεκτικά σχήματα και στις ψευδείς και περιττές αντιθέσεις. ΕΠΕ 5, 325). (Λόγος ΙΣΤ’, PG 35, 936C)
αφετέρου δε ως «παίδευσιν» τη θεωρούσε σπουδαίο αγαθό και κατηγορούσε ως «σκαιούς» εκείνους τους χριστιανούς που την απέρριπταν και τη βδελύσσονταν, γιατί δήθεν τους οδηγούσε μακριά από τον Θεό:
«Οίμαι δε πάσιν ανωμολογείσθαι τον νουν εχόντων παίδευσιν των παρ’ ημίν αγαθών είναι πρώτον. Ου ταύτην μόνην την ευγενεστέραν και ημετέραν [=τη χριστιανική] …  αλλά και την έξωθεν, ην οι πολλοί χριστιανών διαπτύουσιν ως επίβουλον και σφαλεράν και Θεού πόρρω βάλλουσαν, κακών ειδότες… Ούκουν ατιμαστέον την παίδευσιν … αλλά σκαιούς και απαιδεύτους, υποληπτέον τους ούτως έχοντας…».
(=Νομίζω ότι όλοι όσοι έχουν νου έχουν ομολογήσει, ότι η μόρφωση είναι το πρώτο αγαθό που έχουμε. Όχι μόνο αυτή η ευγενέστερη και δική μας [=η χριστιανική]… αλλά και η εξωτερική την οποία πολλοί χριστιανοί από κακή εκτίμηση απορρίπτουν, διότι τάχα είναι ύπουλη και απαητλή και απομακρύνει από το Θεό, σκεπτόμενοι κακώς… Δεν πρέπει λοιπόν να ατιμάσουμε την μόρφωση… αλλά να θεωρήσουμε αγροίκους και ακαλλιέργητους όσους είναι σε αυτήν την κατάσταση. ΕΠΕ,6,145-147) (Λόγος ΜΓ’, PG 35, 508Β-509A)
Και συμβιβάζονται οι δήθεν αντίθετες απόψεις του Γρηγορίου, διότι, πέραν της ανάγκης της «παιδεύσεως», ο παραμερισμός και η περιφρόνηση της θύραθεν σοφίας αφορά όχι στους όρους και στα σχήματά της, αλλά στο περιεχόμενο των φιλοσοφικών αυτών όρων.

Για να θεολογήσει ο Γρηγόριος περί Αγίας Τριάδας χρησιμοποιεί νεοπλατωνικούς όρους, τους οποίους γνώριζαν οι πεπαιδευμένοι της εποχής. Οι πλατωνικοί, π.χ., όροι «μονάς», «δυάς», «σύννεσις», «επιστροφή» και «υπόστασις», βρίσκονται στις Εννεάδες (V 1, 6 και 7· V 2, 1· VI 13. Βλ. π.χ. έκδ. P. Henri – R.Schwyzer, Plotini opera, II, Paris-Bruxelles 1959), αλλά βρίσκονται και στον Γρηγόριο (Λόγος ΚΘ’). Όμως ο Γρηγόριος απαιτεί, παρά την χρήση των γλωσσικών όρων του Πλωτίνου, να στέκεται ο θεολόγος στις δικές του, τις θεολογικές προϋποθέσεις, στην αλήθεια με την οποία αυτός φορτίζει τους πλωτινικούς όρους («…επί των ημετέρων όρων ιστάμενοι»). Προς αποφυγήν, μάλιστα, κάθε παρεξηγήσεως και συγχύσεως από τη χρήση φιλοσοφικών όρων στη θεολογία, επεξηγεί: όταν μιλάμε για την Αγία Τριάδα με φιλοσοφικούς όρους και λέμε, π.χ., ότι «κινήθηκε» από «μονάδα» σε «δυάδα» μέχρι την «Τριάδα», δεν εννοούμε -παρά την ταυτότητα των λέξεων- ό,τι και οι φιλόσοφοι, δηλαδή «υπέρχυσιν αγαθότητος»,, όπως ένας «των παρ’ έλλησι οι φιλοσοφησάντων ειπείν ετόλμησεν». Η φιλοσοφική έννοια της «υπερχύσεως» προϋποθέτει αναγκαιότητα και μειονεκτικότητα του όντος, πού προέρχεται αναγκαστικά ως υπερχείλιση, έναντι εκείνου από το οποίο προέρχεται.
«Ημίν [=στους χριστιανούς] δε μοναρχία το τιμώμενον· μοναρχία δε, ουχ ην εν περιγραφέν πρόσωπον…, αλλ’ ην φύσεως ομοτιμία συνίστησι και γνώμης σύμπνοια και ταυτότης κινήσεως και προς τον εν των εξ αυτού σύννευσις … τη γε ουσία μη τέμνεσθαι. Δια τούτο μονάς απ’ αρχής, εις δυάδα κινηθείσα, μέχρι Τριάδος έστη. Και τούτο εστιν ημίν ο Πατήρ και Υιός και το Άγιο Πνεύμα… Ου γαρ δη υπέρχυσιν αγαθότητος ειπείν θαρρήσομεν – ο των παρ’ έλλησι φιλοσοφησάντων ειπείν τις ετόλμησεν, οίον κρατήρ τις υπερερρύη… μη ποτέ ακούσιον την γέννησιν εισαγάγωμεν και οίον περίττωμα τι φυσικόν και δυσκάθεκτον… Δια τούτο, επί των ημετέρων όρων ιστάμενοι, το αγέννητον εισάγομεν και το γεννητόν και το εκ του Πατρός εκπορευόμενον».
(=Εμείς [οι Χριστιανοί] τιμούμε τη μοναρχία· και μάλιστα τη μοναρχία η οποία δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο…, αλλά μοναρχία την οποία πραγματοποιεί η ισοτιμία της φύσης, η σύμπνοια της γνώμης, η ταυτότητα της κίνησης και η συμφωνία με το ένα πρόσωπο… όμως η ουσία δεν τεμαζίζεται. Για αυτό ενώ είναι μονάδα στην αρχική ουσία, προχώρησε στη δυάδα και έμεινε στην Τριάδα. Και έτσι έχουμε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα… Διότι εμείς δεν θα τολμήσουμε να μιλήσουμε για ξεχείλισμα αγαθότητας, το οποίο κάποιος Έλληνας φιλόσοφος τόλμησε να πει επί λέξει «σαν κρατήρας ξεχείλισε»… για να μην εισαγάγουμε την ακούσια γέννηση σαν να είναι ένα περίττωμα φυσικό και ασυγκράτητο… Για αυτό παραμένουμε στους δικούς μας όρους και χρησιμοποιούμε το αγέννητο και το γεννητό και το «εκ τους Πατρός εκπορευόμενον» ΕΠΕ 4,107-109) (Λόγος ΚΘ’, PG 35, 76)
Ο Γρηγόριος, δηλαδή, όχι μόνο δηλώνει ότι άλλο είναι το νόημα που ως θεολόγος δίνει στους αποφορτισμένους όρους της φιλοσοφίας, αλλά καταβάλλει προσπάθεια να εξηγήσει, με πολλούς τρόπους και άλλες ακόμη λέξεις, ποιά είναι η αλήθεια περί Τριάδας, την οποία και αδυνατούν να δηλώσουν οι φιλοσοφικοί όροι που έχουν άλλο περιεχόμενο, εφόσον άλλες ήταν οι αντιλήψεις και το σκεπτικό των φιλοσόφων που τις χρησιμοποίησαν αρχικά.
Την τακτική, που εξήγησε ο  Γρηγόριος ο Θεολόγος το 380 στην Κωνσταντινούπολη, ακολούθησαν δημιουργικά και οι μεταγενέστεροι μεγάλοι θεολόγοι.

Έτσι, πολύ χαρακτηριστικά, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359) δηλώνει με σαφήνεια ότι, αν και οι θεολόγοι Πατέρες χρησιμοποιούν τις, λέξεις τους όρους («τα ρήματα»), που χρησιμοποιούν και οι φιλόσοφοι, «τα νοήματα» στους μεν και στους δε είναι τελείως διαφορετικά. Και αυτό, διότι οι μεν θεολόγοι έχουνε την αλήθεια («νουν») του Χριστού, οι δε φιλόσοφοι μιλάνε από τη δική τους ανθρώπινη διάνοια:
«Καν τις των Πατέρων τα αυτά τοις έξω [=φιλοσόφοις] φθέγγηται, αλλ’ επί των ρημάτων μόνον, επί δε των νοημάτων πολύ το μεταξύ. Νουν γαρ ούτοι… έχουσι Χριστού, εκείνοι δε … εξ ανθρωπίνης διανοίας φθέγγονται. Καθόσον δε απέχει ο ουρανός από της γης, κατά τοσούτον απέχει η διάνοιά μου από των διανοιών ημών, λέγει Κύριος»
(=Και αν κάποιος από τους Πατέρες λέει τα ίδια με τους έξω [=φιλοσόφους], αλλά μόνο στα λόγια υπάρχει συμφωνία, στα νοήματα όμως είναι πολλή η μεταξύ τους απόσταση. Διότι αυτοί… έχουν νου Χριστού, ενώ εκείνοι… μιλούν από ανθρώπινη διάνοια. Όσο όμως απέχει ο ουρανός από τη γη, τόσο απέχει η διάνοιά μου από τις διάνοιές σας, λέει ο Κύριος)
 (Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων Α’, έκδ. Π. Χρήστου, Συγγράμματα, Α’, σ. 373)
Και τρίτο παράδειγμα θα παραθέσουμε, συνοδικού μάλιστα κύρους. Δείχνει και αυτό πόσο η τακτική της θεολογίας, το να χρησιμοποιεί δηλαδή άνετα τη θύραθεν παιδεία, τους φιλοσοφικούς γλωσσικούς όρους, χωρίς να λαμβάνει το εννοιολογικό-φιλοσοφικό τους περιεχόμενο, αποτελούσε γενικευμένο και παντού και πάντοτε ισχύοντα κανόνα, μολονότι εφαρμοζόταν ανάλογα με τα πρόσωπα, τις εποχές και τα προβλήματα. Όσο μάλιστα πιο μεγάλος ήταν ο εκάστοτε θεολόγος, τόσο μεγαλύτερη άνεση ένιωθε στη χρήση της φιλοσοφίας και γενικά του εξωχριστιανικού πνευματικού περιβάλλοντος. Οι ελάσσονες, αντίθετα, θεολόγοι ή απέφευγαν από φόβο την έξω σοφία, οπότε καταντούσαν παραδοσιοκράτες (όχι παραδοσιακοί), ή ταν χρησιμοποιούσαν άκριτα (χωρίς να διακρίνουν σ’ αυτήν μορφή γλωσσική, που θα μπορούσανε να δανεισθούν, και περιεχόμενο), οπότε απέβαιναν φιλελεύθεροι, νοθευτές  της αποκεκαλυμμένης αλήθειας.
Η συνοδική απόφαση που αναφέραμε οφείλεται σε Σύνοδο του 1082, η οποία καταδίκασε θέσεις και διδασκαλίες του τότε φιλοσόφου και θεολόγου Ιωάννη Ιταλού (βλ. Στυλ. Γ. Παπαδόπουλου, στο Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 7 [1965], 6-9). Η συγκεκριμένη απόφαση περιλήφθηκε αμέσως (13 Μαρτίου) στο περίφημο Συνοδικόν της Ορθοδοξίας κι έκτοτε διαβάζεται-ομολογείται κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας ως επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας:
«Τοις τα ελληνικά δεξιούσι μαθήματα και μη δια παίδευσιν μόνον παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις [=ακολουθούντες] και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτω αυταίς [=ταις δόξαις], ως το βέβαιον εχούσαις, εγκειμένοις, ώστε και ετέρους, ποτέ μεν λάθρα ποτέ δε φανερώς, ενάγειν αυταίς και διδάσκειν ανενδοιάστως. Ανάθεμα».

(=Αυτοί που χαιρετίζουν τα ελληνικά μαθήματα και δεν εκπαιδεύονται σε αυτά μόνο για μόρφωση, αλλά ακολουθούν και τις μάταιες δοξασίες τους και τις πιστεύουν ως αληθινές και έτσι αφοσιώνονται σε αυτές [=τις δοξασίες], σαν να έχουν το σίγουρο, ώστε και άλλους, άλλοτε μεν κρυφά άλλοτε δε φανερά, να μυούν σε αυτές και να διδάσκουν χωρίς ενδοιασμούς, (αυτοί λοιπόν) ας είναι αναθεματισμένοι) (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, στο τμήμα κατά του Ιωάννη Ιταλού)
Και στην περίπτωση της Συνόδου το 1082, ενώ καταφάσκεται, φυσικά, η γνώση και η χρήση της θύραθεν «παιδεύσεως», θεωρείται σφάλμα η πρόσληψη «της δόξας», της οποιασδήποτε φιλοσοφικής αντιλήψεως στη θεολογία. Το σφάλμα γινόταν από τον Ιωάννη Ιταλό και η θεολογία της Εκκλησίας διέκρινε ότι η τακτική αυτή σήμαινε συσχηματισμό της Εκκλησίας προς τον κόσμο, νόθευση κυριολεκτικά της ταυτότητάς της, της διδασκαλίας της. Εάν η θεολογία της Εκκλησίας δεχθεί οποιαδήποτε θεμελιώδη φιλοσοφική ή κοσμολογική θεωρία, θα πρέπει αντίστοιχα να αρνηθεί κάποια δική της θεμελιώδη αλήθεια και διδασκαλία.
Τη σημασία της τελευταίας παρατήρησης θα κατανοήσουμε πολύ εύκολα, εάν αναφέρουμε δύο παραδείγματα. Το ένα από τον θεολογικό και φιλοσοφικό χώρο, το άλλο από την πρακτική ζωή και την ευσέβεια της Εκκλησίας.
Πρώτον: Κατά τον Δ’ αιώνα, όταν η θεολογία της Εκκλησίας όφειλε να εξηγήσει πειστικά την ενότητα και την τριαδικότητα του Θεού, πραγμάτωσε συγκλονιστική και αποφασιστική επανάσταση εναντίον θεμελιώδους φιλοσοφικής αντιλήψεως, κοινά πάντοτε αποδεκτής σχεδόν μέχρι και σήμερα. Για να εξηγήσει. Δηλαδή. η θεολογία -μετά την αθανασιανή θεολογία για την ομοουσιότητα του Υιού προς τον Πατέρα- πως ο Θεός είναι ένας και Τριαδικός, πρόβαλε τη δική της αλήθεια, τη διάκριση μεταξύ είναι και φύσεως. Η οποιαδήποτε φιλοσοφία, μιλώντας για το ον, δεν διέκρινε σ’ αυτό είναι και φύση. Ο Μέγας Βασίλειος (379), στον οποίο και οφείλεται η πολυσήμαντη αυτή θεολογική διάκριση (ο όρος διάκριση δεν σημαίνει στη θεολογία χωρισμό) έδειξε για πρώτη φορά θεολογικά-πειστικά ότι το είναι, δηλαδή η υπόσταση, μπορεί να είναι άλλο και άλλο και άλλο (Πατέρας, Υιός, Άγιο Πνεύμα), ενώ η φύση των τριών υποστάσεων να είναι κοινή, μια. Έτσι έχουμε ομοουσιότητα τριών διακεκριμένων θείων υποστάσεων, έχουμε τη θεολογία «μια φύσις εν τρισίν υοόστάσεσιν». Αλλά η θεολογία αυτή αντιβαίνει βασικά προς κάθε φιλοσοφική θεωρία. Εαν αντί γι’ αυτήν εισαχθεί στο τριαδολογικό θέμα κάποια φιλοσοφική θεωρία, θ’ ανατραπεί ριζικά η θεμελιωδέστερη θεολογική βάση της διδασκαλίας της Εκκλησίας και θα οδηγηθούμε σε ριζικότερες και περισσότερες αιρέσεις, από αυτές που ο Μ. Βασίλειος και οι άλλοι Καππαδόκες θεολόγοι αντιμετώπισαν με τη διάκριση στη θεότητα υποστάσεως και φύσεως.
Δεύτερον: Ο ελληνορωμαϊκός αλλά και γενικά ο ανατολικός κόσμος βδελυσσότανε τους νεκρούς και τα λείψανά τους. Η Εκκλησία, αντίθετα, όχι μόνο αναμένει την ανάσταση των νεκρών, αλλά τιμά τα λείψανα των αγίων και των μαρτύρων. Και το εντυπωσιακότερο (αποτροπιαστικό για τον ελληνορωμαϊκό κόσμο) τα φυλάσσει όχι καταχωνιασμένα σε τάφους και μαυσωλεία, αλλά σε ναούς και σε σπίτια, όπου μένουν εκτεθειμένα για τιμητική προσκύνηση. Αυτά που ο εθνικός κόσμος βδελυσσότανε και τα ενταφίαζε διαπαντός η τα έκαιγε, τώρα οι χριστιανοί τα ασπάζονται με τα ίδια τους τα χείλη. Οι χριστιανοί προσεύχονται ενώπιόν τους και -αν είναι δυνατόν- τα φέρουν ακόμα και μαζί τους, στο σώμα τους, επειδή μέσω των ιερών λειψάνων διοχετεύεται θεία χάρη.
(Στυλιανού Παπαδοπούλου, Ορθοδόξων Πορεία, εκδ. Γρηγόρη, σελ.93-101)

Υπάρχει ένα μέλλον για μας πέρα από τη γραμμή ενός ακαθόριστου ορίζοντα;

Μήπως δεν είμαστε παρά πακέττα, δείγματα χωρίς αξία που ο μαιευτήρας εξαποστέλλει στο νεκροθάφτη, όπως σιγοτραγουδούσε πικρά ο Petrolini;
Πέρα από τα μαιευτήρια και πέρα από το νεκροθάφτη, η ζωή είναι ανοιχτή σε δυο μυστήρια: στο μυστήριο που προηγείται τη γέννηση και στο μυστήριο που ακολουθεί το θάνατο.

Και από τις δυο πλευρές η ύπαρξή μας είναι βυθισμένη στο άγνωστο, στο αιώνιο. Αιώνιο, το μηδέν από το οποίο ίσως προερχόμαστε: Αιώνιο, το τίποτα στο οποίο ίσως θα καταβυθιστούμε;
Δε νομίζω να έχει άδικο εκείνος που παρομοίωσε την κατάστασή μας μ’ αυτή ενός ανθρώπου, ο οποίος ξυπνά ξαφνικά μέσα σ’ ένα τραίνο που ταξιδεύει τη νύχτα.

Δε ξέρομε ούτε από που ξεκίνησε το τραίνο αυτό, στο οποίο βρεθήκαμε τυχαία, ούτε πότε επιβιβαστήκαμε ούτε προς τα που κατευθυνόμαστε. Γιατί να βρισκόμαστε σ’ αυτό το τραίνο και όχι σ’ ένα άλλο;
Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι αρκούνται στην εξέταση του χώρου στον οποίο κάθονται. Μετρούν τις διαστάσεις των καθισμάτων και παρατηρούν το υλικό από το οποίο έχουν κατασκευαστεί. Και ύστερα κοιμούνται ήσυχα.
Γνώρισαν το περιβάλλον στο οποίο βρέθηκαν και αυτό τους αρκεί. Τα υπόλοιπα δεν τα θεωρούν δική τους δουλειά. Και όταν αργότερα δοκιμάσουν την αγωνία του αγνώστου, θα προσπαθήσουν να την αποφύγουν σκεπτόμενοι κάτι άλλο.

Όπως συμβουλεύει ο ποιητής: «Καλύτερα με τη δράση να ξεχνάς, παρά να ερευνάς το τεράστιο μυστήριο του σύμπαντος»

(Υπόθεση Ιησούς,Vittorio Messori, εκδ. Πορεία Πνευματική, Αθήνα 1980 σελ. 20)

Η απαίτηση της Κριτικής για να αναγνωρίσει την εκ νεκρών Ανάσταση του Ιησού ως αναντίρρητο ιστορικό γεγονός είναι, καθώς ήδη είπαμε, η εξής:
«Να θυσίαζαν οι πρώτοι κήρυκες της Ανάστασης κι αυτή τη ζωή τους, υποστηρίζοντας με το αίμα τους τη μαρτυρία τους».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Εδώ πρέπει τώρα να μελετήσουμε διάφορες περιπτώσεις θανάτου για να ξεχωρίσουμε τη μοναδική κι αξιοθαύμαστη περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού.
1.Θάνατος για ιδεολογία
Μπορεί να θανατωθεί ένας άνθρωπος για τις αρχές και την ιδεολογία του, χωρίς με τούτο να συμβαίνει ώστε, κατ’ ανάγκη, οι αρχές κι ιδέες του να είναι αγαθές κι αληθινές. Η ιστορία μας το διδάσκει αυτό, φέρνοντας αρκετά παραδείγματα μαρτύρων, για πολλαπλές αρχές και ιδέες – πολιτειακές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές, - που δεν ήσαν ούτε αγαθές ούτε και αληθινές.
Στην περίπτωση μάλιστα που η θανάτωση είναι αναγκαστική – κατόπιν δικαστικής απόφασης ανέκκλητης – το να δεχθεί ένας το θάνατο, για τις αρχές και τις ιδέες του, δεν προσθέτει με το θάνατό του αυτόν κανένα κύρος σ’ αυτές· γιατί, εφόσον ο θάνατος είναι υποχρεωτικός και με το να τις αρνιόταν δεν θα ξέφευγε τη θανάτωσή του, είναι φυσικό – καθιερωμένο από τον ανθρώπινο εγωισμό – να τις κρατήσει μέχρι θανάτου.
Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση όταν ανοίγεται στον μελλοθάνατο η πόρτα να ξεφύγει τον θάνατο εάν θα αρνιόταν τις αρχές αυτές και τις ιδέες του. Εδώ, με το να προτιμήσει αυτός το θάνατο, αποδείχνει ότι σοβαρά τις πιστεύει και μάλιστα τις εκτιμάει περισσότερο απ’ τη ζωή του: Αλλά, και πάλι, εδώ δεν αποδείχνεται με τούτο ότι οι αρχές κι ιδέες του είναι αντικειμενικά αγαθές κι αληθινές. Έχουμε παραδείγματα ανθρώπων ενθουσιαστών ή φανατικών. Έχει κι η πλάνη τους μάρτυρές της, καθώς τους έχει κι η αλήθεια, μας διδάσκει πάλι η Ιστορία· η Βίβλος, μάλιστα, προχωρεί ακόμα πιο πέρα, και μας λέει ότι κι ο σατάν έχει τα θαυματουργά όργανά του, καθώς τα έχει κι ο Θεός (Έξοδος 7/10-12, 20-22, 8/5-7, 17-18. Δευτερονόμιο 13/1-3. 2 Θεσσαλονικείς 2/9-10).
2.Θάνατος για εξωτερικό γεγονός
Προχωρώντας τώρα πιο πέρα, πρέπει να κάνουμε και μια άλλη ακόμα διάκριση· πρέπει να ξεχωρίσουμε μεταξύ «Ιδέας» (φρονήματος) και «Γεγονότος» (εξωτερικού). Διαφέρει η Ιδέα από το Γεγονός· η Ιδέα γεννιέται μες στη Διάνοια, ενώ το γεγονός γεννιέται έξω απ’ τη Διάνοια, κι έρχεται μέσα από τα αισθητήρια του σώματος. Η πρώτη είναι κυρίως υποκειμενική, το δεύτερο είναι κυρίως αντικειμενικό.
Έτσι, ας θεωρήσουμε την περίπτωση ενός μάρτυρα, που προτιμάει να πεθάνει βεβαιώνοντας ένα Γεγονός (όχι Ιδέα), παρά να ξεφύγει το θάνατο με το να το αρνηθεί. Ο θάνατος αυτός έχει αποδεικτική δύναμη για το μαρτυρούμενο γεγονός, μεγαλύτερη από όση θα είχε με ίσους όρους για υποστήριξη μιας Ιδέας· γιατί, καθώς είπαμε, η Ιδέα έχει μέσα της πολλά υποκειμενικά στοιχεία, που μπορεί να γεννήσουν την προκατάληψη, ενώ το εξωτερικό Γεγονός, - όταν αποκλειστεί η περίπτωση ψευδαίσθησης – είναι αντικειμενικό.
Και, αν πολλοί, περισσότεροι από έναν μάρτυρες, προτιμήσουν ελεύθερα το θάνατο για να βεβαιώσουν το ίδιο Γεγονός – όχι όλοι μαζί, αλλά χωριστά σε διάφορους τόπους και διάφορες χρονικές στιγμές – οι θάνατοι αυτοί στο σύνολό τους έχουν πολύ περισσότερη αποδεικτική δύναμη από όση ένας απ’ αυτούς.
Και, εάν επί πλέον ακόμα βεβαιωθεί ότι, όλοι αυτοί προτού χύσουν το αίμα τους ζούσαν επί χρόνια σταθερά κάτω από την επίδραση του Γεγονότος εκείνου, μια καινούρια ζωή που είχε αλλάξει ριζικά την προηγούμενη ζωή τους, μια ζωή αφιερωμένη εξολοκλήρου στο να σώσουν τους συνανθρώπους τους από την πλάνη και την κακία, ανακοινώνοντας σ’ αυτούς για να πιστέψουν το μέγα και σωτήριο Γεγονός, που αυτοί είδαν, άκουσαν και ψηλάφησαν, και γι’ αυτό δούλεψαν αδιάκοπα με ζήλο κι αυταπάρνηση απόλυτη, με σταθερότητα και θάρρος, με μια γαλήνη ενωμένη με δύναμη που ξετύλιξαν μέσα στους ακατάπαυστους και τρομερούς κινδύνους, μ’ ένα ανώτερο και απόλυτα ισορροπημένο πνεύμα, που διαλάμπει από τις λίγες σελίδες που μας άφησαν, απαλλαγμένοι από μυστική έξαρση και φανατισμό, αφιερώνοντας ακόμα και την τελευταία στιγμή προτού χυθεί το αίμα τους για να βεβαιώσουν το Γεγονός· κατόπι από μια τέτοια μεταβολή ζωής, ο εκούσιος θάνατος των μαρτύρων τούτων έχει, για την αμερόληπτη Κριτική – έστω και μόνος του χωρίς άλλες συνοδευτικές αποδείξεις – ένα άπειρο βάρος που δικιολογεί την πλήρη πίστη στο μαρτυρούμενο γεγονός.
3.Μοναδικότητα της μαρτυρίας των αποστόλων
Λοιπόν, τέτοια περίπτωση εκουσίων θανάτων, ανθρώπων μοναδικής ηθικής τελειότητας, για να βεβαιώσουν ένα Γεγονός παγκόσμιας σημασίας, είναι μοναδική στην Παγκόσμια Ιστορία, κι είναι η περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού που βεβαιώνουν την Ανάστασή του από τους νεκρούς.

(βιβλίο: Οι αρνητές του υπερφυσικού, Κ. Μεταλληνός, εκδ. Πέργαμος 1987, σελ.104-107)

Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που δεν γνωρίζουν, αλλά πιστεύουν ότι είναι αλήθεια. Κανείς δεν πέθανε για κάτι που και γνωρίζει και πιστεύει ότι δεν είναι αλήθεια!
Ως επιχείρημα για την Ανάσταση του Χριστού λέμε οι Χριστιανοί ότι κανείς δεν θα έδινε τη ζωή του για ένα ψέμα. Οι Απόστολοι όμως έδωσαν τη ζωή τους για το Χριστό.

Πολλοί άπιστοι απαντούν ότι και άλλοι έδωσαν και δίνουν τη ζωή τους για μία πίστη, ιδεολογία, ιδανικό κλπ. Οπότε το επιχείρημα της αυτοθυσίας, μας λένε, δεν έχει δύναμη. Μπορούν να το επικαλεστούν οι πάντες!
Υπάρχει όμως μία τεράστια διαφορά. Ένας μουσουλμάνος κλπ, πεθαίνει για το Ισλάμ διότι πιστεύει ότι το Ισλάμ είναι η αλήθεια. Δεν το ξέρει ως αυτόπτης και αυτήκοος με αποδείξεις διότι δεν ήταν εκεί στη σπηλιά που ο Μωάμεθ είδε το πρώτο «όραμα» όπως είπε εκ των υστέρων ο ίδιος. Απλώς το πιστεύει. Του το κήρυξαν και αυτός το πιστεύει. Και για αυτήν την αλήθεια που πιστεύει πεθαίνει.

Αλλά μπορεί κάποιος να αυταπατάται ή να έχει παραπλανηθεί ή εξαπατηθεί κλπ. Άρα η αυτοθυσία του όντως δεν αποδεικνύει τίποτα. Το ίδιο για όλες τις θρησκείες και ιδεολογίες.

Άλλο οι ιδρυτές, άλλο οι οπαδοί! Οι πρώτοι ερευνώνται ιστορικά, όχι οι δεύτεροι!
Οι Απόστολοι όμως είναι τελείως διαφορετική περίπτωση. Δεν πέθαναν για κάτι που πίστεψαν ως αλήθεια. Αλλά για κάτι που ήξεραν! Για ένα γεγονός!
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που «πιστεύουν» ότι είναι αλήθεια. Κανείς όμως δεν πεθαίνει για κάτι που «γνωρίζει», όχι πιστεύει, γνωρίζει ότι δεν είναι αλήθεια.
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που είναι ψέμα αλλά το πιστεύουν ως αλήθεια. Κανείς δεν πεθαίνει για κάτι που είναι ψέμα και το γνωρίζει καλά ότι είναι ψέμα!
Αν η Ανάσταση δεν είχε γίνει τότε οι μαθητές θα πέθαιναν για κάτι που ήξεραν καλά ότι είναι ψέμα. Αυτό είναι η ύψιστη ανοησία και δεν συνέβη ποτέ εκτός αν κάποιος είναι παράφρων ή πλανήθηκε. Αν οι Απόστολοι ήταν παράφρονες ή πλανήθηκαν είναι βεβαίως ένα επόμενο θέμα προς διερεύνηση.
Άρα δεν μας ενδιαφέρει η αυτοθυσία των οπαδών μιας θρησκείας μέσα στους αιώνες, ούτε καν των πρώτων μαθητών της, συμπεριλαμβανομένου και του Χριστιανισμού. Αυτοί μπορεί κάλλιστα να παραπλανήθηκαν και παρασύρθηκαν από τους ιδρυτές μιας θρησκείας και να την πίστεψαν ως αληθινή έστω και αν δεν είναι.
Μας ενδιαφέρει ο θάνατος των πρώτων αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων μιας θρησκείας, των ιδρυτών της! Αυτοί οι πρώτοι πέθαναν για την πίστη τους; Και εννοούμε θάνατο που θα μπορούσαν να αποφύγουν, όχι θάνατο αναγκαστικό! Αν επέλεξαν οι ίδιοι και μάλιστα με χαρά να υποστούν φρικτά βασανιστήρια ενώ είχαν την επιλογή να τα γλιτώσουν, για τέτοιο θάνατο μιλάμε! Πέθαναν για αυτά τα υπερφυσικά γεγονότα που βεβαίωναν; Διότι μόνο αυτοί γνώριζαν την αλήθεια από πρώτο χέρι. Όχι οι μαθητές τους. Αλλά αυτοί οι δάσκαλοι!
Άρα ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία εκατομμυρίων μαρτύρων Χριστιανών, κατ’ ουσίαν και αντικειμενικά, όντως δεν είναι αποδεικτικό επιχείρημα της Ανάστασης του Χριστού!
Αντιθέτως, ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία των αυτοπτών Αποστόλων για το γεγονός της Ανάστασης είναι αποδεικτικό επιχείρημα, διότι μόνο αυτοί ήξεραν ακριβώς αυτό για το οποίο πέθαιναν. Όχι πίστευαν, αλλά ήξεραν από πρώτο χέρι. Δεν θα πέθαιναν, αυτοί και μόνο αυτοί, για κάτι που, αυτοί και μόνο αυτοί, ήξεραν καλά ότι είναι μύθος, ότι είναι ψέμα, ότι δεν έγινε ποτέ!


(παρακάτω ένας διάλογος του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου με άπιστο νέο)
- (π. Επιφάνιος) Μείζων δέ πάντων των γεγονότων τούτων, ή Ανάστασίς Του. Όλο τό οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στό γεγονός τής Αναστάσεως. Αυτό δεν τό λέω εγώ. Τό λέγει ό Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία ή πίστις ημών». Άν ό Χριστός δέν αναστήθηκε, Όλα καταρρέουν. Ό Χριστός όμως ανέστη, που σημαίνει ότι είναι Κύριος τής Ζωής καί του Θανάτου, άρα Θεός.
- Εσείς τά είδατε όλα αυτά; Πώς τά πιστεύτετε;
- Όχι, εγώ δέν τά είδα. Αλλ’ αυτοί που τά είδαν, δηλ. οι Απόστολοι, τά εβεβαίωσαν καί προσυπέγραψαν αυτήν τήν μαρτυρία τους μέ τό αίμα τους. Ή μαρτυρία της θυσίας της ζωής είναι ή ύψιστη μαρτυρία.
Φέρε μου και σύ κάποιον, πού νά μου πή ότι ό Μαρξ πέθανε και ανέστη και νά πεθάνη γι’ αυτό πού λέει και εγώ θά τόν πιστέψω, ως τίμιος άνθρωπος.
-  Νά σάς πω. Χιλιάδες μαρξιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Γιατί δέν ασπάζεσθε και σεις τόν μαρξισμό;
-  Τό είπες και μόνος σου. Οι μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σέ μιά ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο νά υπεισέλθη πλάνη. Επειδή δέ είναι ίδιον τής ανθρώπινης ψυχής νά θυσιάζεται γιά κάτι πού πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Αυτό δέν μάς υποχρεώνει νά τήν δεχθούμε σάν σωστή. Άλλο νά πεθαίνης γιά ιδέες και άλλο νά πεθαίνης γιά γεγονότα.
Οι Απόστολοι όμως δέν πέθαναν γιά ιδέες. Ούτε γιά τό «αγαπάτε αλλήλους», ούτε γιά τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα.

Και όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό απ’ αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν «δι’ ά ακηκόασι και εθεάσαντο και αί χείρες αυτών εψηλάφησαν». Και ό Ευαγγελιστής Ιωάννης αυτό ακριβώς λέγει: «ό εωρακώς μεμαρτύρηκε», δηλ. εγώ ό ίδιος πού γράφω αυτά, εγώ ό ίδιος είδα τόν εκατόνταρχο νά λογχίζη τήν πλευράν Του και νά εξέρχεται αίμα και νερό από αυτήν.
Ό Πασκάλ κάμνει έναν πολύ ωραίο συλλογισμό. Λέγει, λοιπόν, ότι μέ τους Αποστόλους συνέβη εν εκ τών τριών: Ή ηπατήθησαν ή μάς εξηπάτησαν ή μάς είπαν τήν αλήθεια….  (βιβλίο: Υποθήκες Ζωής, σελ. 203-206)

Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας. Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.

Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε. Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από κει. Μα αυτός… Αυτός ήταν διαφορετικός.
 
Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή. Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει…
– Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.
Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να έρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:
– Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:
– Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του έφυγε όλη η αντάρα του μυαλού του.
Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.
– Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
– Κόπιασε, γιε μου, να ξαποστάσεις.
Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού.
Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.
 
– Πάλι λιβάνι γιαγιά;
– Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
– Και σαν τι λες;
– Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
– Και τα εννοείς;
– Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
– Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.
– Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της.
Μέρα – νύχτα το διάβαζε. Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:
– Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας.
 
 Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.
– Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;
– Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.
Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιον Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον. Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε… και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόσαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:
 
– Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
– Ορίστε;
– Εκκλησία πας;
– Δεν καταλαβαίνω …
– Την προσευχή σου την κάμεις;
– Τι εννοείς, γιαγιά;
– Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
– Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.
– Αχ παιδάκι μου, εσύ εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε… την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές.
Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.
Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη. Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα.
Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ’ ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του ‘ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».
– Λες να ‘ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

«Είναι δυνατόν ένα βιβλίο τόσο μεγαλειώδες και τόσο απλό, συνάμα, να είναι έργο ανθρώπων;

Είναι δυνατόν εκείνος του οποίου η ιστορία διαλαμβάνεται σε αυτό να μην είναι τίποτα περισσότερο παρά άνθρωπος;…

Οποία ευγένεια και αγνότητα στις πράξεις του, οποία συγκινητική χάρις στην διδασκαλία του!

Πόσο υψηλοί είναι οι λόγοι του, πόσο βαθύτατα σοφές οι ομιλίες του,

πόσο δίκαιες και διακριτικές οι απαντήσεις του!

Ποιος άνθρωπος, ποιος σοφός δύναται να ζήσει, να υποφέρει και να πεθάνει χωρίς να εκδηλώσει αδυναμίες ή να κάνει επίδειξη;…

Αν η ζωή και ο θάνατος του Σωκράτη υπήρξαν η ζωή και ο θάνατος ενός φιλοσόφου,

η ζωή και ο θάνατος του Χριστού υπήρξαν η ζωή και ο θάνατος ενός Θεού»

(Ζαν Ζακ Ρουσσω (1712-1778) στο έργο του «Αιμίλιος» 271-72 στο: Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant τομος Ι1 σελ. 263)

Σελίδα 1 από 2

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (183) Αγάπη Θεού (48) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (42) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (49) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (15) άγιος (75) αγνότητα (7) άγχος (11) αγώνας (60) αγώνας πνευματικός (22) αθεΐα (90) αιρέσεις (67) αλήθεια (26) αμαρτία (61) Αμβρόσιος άγιος (1) Ανάσταση (65) ανασταση νεκρών (5) ανθρώπινες σχέσεις (131) άνθρωπος (17) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (54) ασθένεια (17) άσκηση (3) αστρολογία (2) αυτογνωσία (47) Β Παρουσία (9) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (4) βιοηθική (9) γάμος (36) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (29) γνώση (5) γονείς (41) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (10) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (41) διάβολος (44) διάκριση (41) διάλογος (2) δικαιοσύνη (3) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (94) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (56) Εκκλησιαστική Ιστορία (11) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (13) ελευθερία (15) Ελλάδα (15) ελπίδα (14) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (66) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (5) επιστήμη (65) εργασία (27) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (38) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (58) ευγένεια (4) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (23) ευχαριστία (7) ζήλεια (1) ζώα (13) ηθική (5) ησυχία (5) θάνατος (95) θάρρος (15) θαύμα (65) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (46) Θεία Λειτουργία (43) θεία Πρόνοια (2) θέληση (4) θεολογία (10) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (103) θρησκείες (7) θυμός (30) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (4) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (16) ιερέας (45) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (5) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (14) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (19) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (36) καταναλωτισμός (1) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (4) Κλίμακα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (80) κόλαση (11) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (3) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (44) λείψανα (2) λογισμοί (25) λύπη (1) μαγεία (5) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (6) μελέτη (6) μετά θάνατον (26) μετά θάνατον ζωή (27) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (62) μητέρα (9) μίσος (1) μνημόσυνα (4) μοναξιά (11) μοναχισμός (9) μόρφωση (9) μουσική (2) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (13) Νικόλαος Άγιος (2) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (50) όρκος (1) πάθη (31) πάθος (2) παιδεία (8) παιδιά (21) Παΐσιος Όσιος (9) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) Παπαδόπουλος Στυλιανός (1) παράδειγμα (6) Παράδεισος (43) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πεντηκοστή (4) πίστη (148) πλούτος (12) πνευματική ζωή (61) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (11) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (24) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (41) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (125) προσοχή (3) προτεσταντισμός (17) προφητείες (1) ραθυμία (3) Ρωμαιοκαθολικισμός (12) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (25) Σταύρωση (11) συγχώρηση (5) σχίσμα (1) σώμα (4) ταπεινοφροσύνη (61) ταπείνωση (2) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (7) υπαρξιακά (36) υποκρισία (2) υπομονή (39) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (10) φιλοσοφία (11) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (19) φως (1) χαρά (26) χάρις θεία (10) χαρίσματα (1) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (20) Χριστός (9) Χριστούγεννα (38) χρόνος (15) ψεύδος (10) ψυχαγωγία (1) ψυχή (62) ψυχολογία (13)