Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

“Ό,τι άν λέγη υμίν ποιήσατε (=να κάνετε ό,τι σας λέει ο Χριστός)” (Ιω. β' 5). 
Είναι ο μοναδικός λόγος της Θεοτόκου περί του Ιησού. Και ο λόγος αυτός είναι σύστασις υπακοής σ' Αυτόν.
Η Θεοτόκος πρεσβεύει υπέρ ημών στον Κύριο. Τον παρακαλεί να δείξη την παντοδύναμη αγάπη του και να καλύψη έτσι τις ανάγκες μας και να λύση τα προβλήματά μας.

Πέρα όμως από τη μεσιτεία της Θεοτόκου υπάρχει και κάτι άλλο που η Ίδια μας το υποδεικνύει: είναι η πρόθυμη υπακοή μας στις εντολές του Θεού: “ό,τι άν λέγη υμίν ποιήσατε”!
Συνήθως οι χρστιανοί αρκούνται στην υποβολή αιτημάτων στην Παναγία, τους Αγίους και τον Κύριο. Ζητούν το ένα, το άλλο και επαναπαύονται σ' αυτό.

Από το άλλο μέρος όμως αδιαφορούν για την τήρησι των εντολών του Θεού και η ζωή τους δεν έχει καμμία σχέσι με τον χριστιανικό τρόπο ζωής και γενικά δεν αποτελούν ζωντανά μέλη του σώματος της Εκκλησίας.
Η τακτική όμως αυτή αποδεικνύεται ελλιπής και ελαττωματική. Η μεσιτεία της Θεοτόκου προϋποθέτει τη συμμετοχή μας στη ζωή της Εκκλησίας. Ότι είμαστε δηλαδή ζωντανά μέλη της.

Διαφορετικά η μεσιτεία της Θεοτόκου αιωρείται στο κενό. Δεν υποβοηθείται από τη δική μας υπακοή στον Ιησού. Αντίθετα, η μεσιτεία της Θεοτόκου γίνεται δεκτή και ο Κύριος ικανοποιεί τα αιτήματα μας, όταν υπάρχη εκ μέρους μας η έμπρακτη υπακοή στο Ευαγγέλιο Του.

Η Θεοτόκος μεσιτεύει υπέρ ήμων και όχι αντί ημών. Οι πρεσβείες της προϋποθέτουν τη δίκη μας ολόψυχη αφοσίωσι στον Κύριο και το λόγο του και βασίζονται σ' αυτήν.

Δεν πρέπει δε να λησμονούμε ότι το ζήτημα της σωτηρίας μας εξαρτάται κυρίως από την ελεύθερη και υπεύθυνη συμμόρφωσί μας προς το θέλημα του Θεού.

Η μεσιτεία της Θεοτόκου, οι πρεσβείες των Αγίων και η χάρις του Χριστού έρχονται σαν ευλογία του Ουρανού στην ελεύθερη και εκούσια προσωπική μας απόφασι να ζήσωμε ολκληρωτικά και ισόβια “είς την υπακοήν του Χριστού” (Β' Κορ. Ι' 5).


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΥΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ, “Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ”, εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 181)

«Αγαπάς με;» (Ιωάν. κα΄, 15). Η ερώτηση που ετέθη από τον Ιησού στον Σίμωνα Πέτρο ισχύει και για τον καθένα μας. Είναι η ουσιαστική ερώτηση. Η απάντηση που θα δώσω προσδιορίζει τη σχέση μου με το Σωτήρα.
Θα τολμήσω να πω με τον Πέτρο: «Κύριε, Συ πάντα οίδας, Συ γινώσκεις ότι φιλώ Σε» (Ιωάν. κα΄, 17). Μα τόσο συχνά η ζωή μου, τα έργα μου, αναιρούν μια παρόμοια βεβαίωση.
   Να ομολογήσω ταπεινά ότι δεν έχω αυτήν την αγάπη; Να πω με απλότητα, ίσως και με ειλικρίνεια: «Όχι, Κύριε, δεν Σ’ αγαπώ»; Μια τέτοια όμως ριζική άρνηση δεν είναι σωστή. Διότι, ακόμη και στις χειρότερες πτώσεις μου, η ανάμνηση του Λυτρωτού, η μορφή Του, δεν σβήνουν εντελώς από την ψυχή μου. Δεν παύουν να με τραβούν. Περίπλοκη κατάσταση του αμαρτωλού, που ακόμη και στο βάθος της αθλιότητός του, κι όταν δεν έχει τη δύναμη να σπάσει τα δεσμά του, στρέφει με πόθο το κεφάλι προς τον Ιησού πλημμυρισμένος από τη νοσταλγία της ενώσεως μαζί Του.
   Η μόνη απάντηση που θα μπορούσα να δώσω είναι: «Κύριε, γνωρίζεις τα πάντα. Γνωρίζεις ότι θα ήθελα να σ’ αγαπώ. Δος μου την αγάπη Σου»…
«Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάν. ιδ΄, 15). Τρομερή φράση. Με καταδικάζει. Το να τηρούμε το λόγο του Ιησού σημαίνει: να εφαρμόζουμε τα παραγγέλματά Του. Το νόημα της φράσεως, το νόημα το πιο φυσικό, θα ήταν: το δείγμα της αυθεντικής αγάπης για τον Ιησού είναι μια ζωή σύμφωνη με τα παραγγέλματά Του.
   Ένα άλλο νόημα (που δεν αποκλείει το προηγούμενο) είναι:Μόνο εκείνος που αγαπά τον Ιησού μπορεί να τηρήσει το λόγο του Ιησού. Η αγάπη που προηγείται της υπακοής, που είναι προϋπόθεση υπακοής. Η υπακοή διατηρεί και προφυλάσσει την αγάπη, της δίδει συνέχεια και ασφάλεια. Αλλά η πηγή της υπακοής, το νόημά της και η εσωτερική της δύναμη βρίσκεται στην αγάπη.
Κύριε Ιησού, πως μπορώ να Σε υπακούσω, αν δεν Σ’ αγαπώ; Μετάστρεψέ με πρώτα, φέρε με στην περιοχή της αγάπης Σου. Τότε θα μάθω να Σε υπακούω. Είμαι πολύ αδύνατος να τηρήσω το λόγο Σου, αν δεν με κρατήσει, αν δεν με βαστάξει η αγάπη Σου. Εάν η καρδιά μου δεν είναι γεμάτη από την αγάπη Σου, εύκολα θα μπορεί να μπει ο πειρασμός και να την κατακτήσει. Γι’ αυτό και Σε ικετεύω: Γέμισε την καρδιά μου όπως γεμίζουν ένα ποτήρι με νερό ως τα χείλη. Έτσι ώστε να είναι αδύνατο να χωρέσει έστω και μια ξένη σταγόνα. Μόνο η ελπίδα που έχω ότι θα μου δώσεις την αγάπη Σου με κάνει να μην απελπίζομαι. Να μη χάνω την ελπίδα μου ότι θα τηρήσω κάποια μέρα το λόγο Σου…
 … Στην αμαρτωλή γυναίκα συγχωρήθηκαν πολλά, διότι «ηγάπησεν πολύ»; Ή αγάπησε πολύ, διότι της συγχωρήθηκαν πολλά; Το ελληνικό κείμενο του Ευαγγελίου αφήνει περιθώρια και για τις δύο ερμηνείες. Και η μία και η άλλη εκφράζουν μια βαθιά αλήθεια. Η πρώτη τοποθετεί την άφεση σαν απάντηση στην αγάπη. (Φυσικά αποκρούομε μιαν έννοια αγάπης που θα ήταν πρόφαση, για να καλύψει κάθε παράβαση). Ακόμη και σ’ αυτή την πρώτη ερμηνεία η αγάπη που φέρνει την άφεση είναι ήδη μια χάρη, μια πρωτοβουλία του Χριστού. Στη δεύτερη ερμηνεία, όπου η συγχώρηση γεννά την αγάπη, η πρωτοβουλία του Κυρίου παραμένει απόλυτη: Προκαλεί την πρώτη κίνηση της μεταστροφής, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει συγχώρηση. Ακολουθεί η άφεση που καθιερώνει πια τη μεταστροφή. Και τέλος η αγάπη, απάντηση της ψυχής που δέχτηκε την άφεση. Αν αγαπούσα τον Ιησού στο μέτρο της αφέσεως που μου χάρισε, σίγουρα θα γινόμουν μια γιγάντια φωτιά αγάπης.
  «Μείνατε εν τη αγάπη τη εμή» (Ιωάν. ιε΄, 9). Το κείμενο δείχνει καθαρά ότι δεν πρόκειται για τη δική μας αγάπη προς τον Ιησού, αλλά για την αγάπη του ίδιου του Ιησού. «Μείνατε στην αγάπη που είναι δική μου, στην αγάπη που με κινεί, στην αγάπη που εκφράζει όλη τη φύση μου». Μα η αγάπη του Ιησού είναι η πηγή και η δύναμη και της δικής μας αγάπης προς τον Ιησού.

(Από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 71- 74)

Απάντησε "όχι"...
  Ένα κοριτσάκι προσευχόταν κάθε πρωί και κάθε βράδυ στον Θεό να της δώσει για τη γιορτή της, που πλησίαζε, μια μεγάλη κούκλα. Ο μεγάλος της αδερφός τής είπε μια μέρα:
   - Ο Θεός δεν πρόκειται ν’ απαντήσει στις προσευχές σου.
   Ήρθε η γιορτή της και η κούκλα δεν φάνηκε .
   - Είδες, της είπε την άλλη μέρα ο αδερφός της. Ο Θεός δεν σου απάντησε.
   Το κοριτσάκι, όμως, τον κύτταξε σοβαρά και του αποκρίθηκε:
  - Κάνεις μεγάλο λάθος. Ο Θεός μου έδωσε την απάντησή του. Πάντοτε απαντά στις προσευχές.
  - Και ποιά ήταν η απαντησή τούτη ρώτησε ο αδερφός της.
  - Η απάντησή του ήταν «όχι», αποκρίθηκε εκείνη.

  Παρόλο που μας γνωρίζει...
     Μια μέρα παρουσιάστηκε στον αρχαίο φιλόσοφο Αντισθένη κάποιος, που ήταν ονομαστός για τα δανεικά που έπαιρνε και δεν τα γύριζε ποτέ.
- Είμαι βέβαιος, πως θα σε κάνω να εκπλαγής, είπε στον φιλόσοφο. Δεν σε γνωρίζω καθόλου κι ‘ όμως ήρθα να σου ζητήσω δανεικές είκοσι δραχμές.
- Κι ΄εγω, αποκρίθηκε ο Αντισθένης, θα σε κάνω να εκπλαγής ακόμη περισσότερο. Σε γνωρίζω πολύ καλά κι’ όμως θα σου δώσω το ποσό, που μου ζήτησες.
      Το ίδιο κάνει και ο Θεός για μας.  Καίτοι μας γνωρίζει, εν τούτοις μας ικανοποιεί τα αιτηματά μας.

Το κιβώτιον της αγάπης
  «Ένας πρακτικώτατος τρόπος είναι να κάνωμε ένα ειδικό κιβώτιο (κουμπαρά) για τους φτωχούς, που θα είναι τοποθετημένο στο μέρος όπου καθένας προσεύχεται. Έτσι κάθε φορά που θα μπης εκεί, για να προσευχηθής, πρώτα να καταθέτης την ελεημοσύνη σου στο «κιβώτιον πενήτων» και τότε ν’ απευθύνης την προσευχή σου στο Θεό. Και πρέπει να ξέρεις πως το να βρίσκεται δίπλα στο κρεββάτι σου όπου προσεύχεσαι, το κιβώτιο της ελεημοσύνης , δεν είναι κατώτερο από το να έχης κρεμάσει εκεί το ιερό Ευαγγέλιο.

Γιατί αν σαν φυλαχτό, κρεμάσης  το ιερό Ευαγγέλιο, χωρίς να κάνης τίποτε απ’ όσα λέγει (όπως είναι και η ελεημοσύνη) δεν θα ωφεληθής τόσο, όσο από το κιβώτιον πενήτων. Δίπλα σ’ αυτό το ιερό κιβώτιον να βρίσκεται και το κρεβάτι σου, και η νύχτα θα περνά χωρίς κακά όνειρα, αρκεί μόνον να μη μπη εκεί τίποτε που προέρχεται από αδικία. (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

Οι προσευχές και ή νηστεία
Ένας από τους ιστορικούς της αρχαίας Εκκλησίας αναφέρει το εξής ανέκδοτο:
    Κάποτε είχε πέσει λιμός στην Αντιόχεια κι’ ο επίσκοπος της πόλεως Μελέτιος έκανε έκκλησι θερμή στους πλουσίους.
       Πολλοί πλούσιοι συμμορφώθηκαν σ ‘αυτή την παράκλησι. Ένας, όμως, που ήταν υποκριτής, απάντησε ότι δεν είχε τίποτε άλλο να προσφέρη παρά τις προσευχές του για τη σωτηρία της πόλεως. Ο έπαρχος τότε Ευτύχιος διέταξε να κατασχεθούν όλα τα τρόφιμα, που είχε στο υπόγειο του μεγάρου του ο πλούσιος αυτός. Και του διεμήνυσε τα εξής:
      - Οι προσευχές σου θα πιάσουν τόπο, τώρα που θα τις κάνης νηστεύοντας…..                                                                           

Πρός κατηγόρους
  Μια Κυριακή, ο μέγας ποιητής της Χριστιανωσύνης Δάντης, εκεί που άκουε τη λειτουργία, δεν γονάτισε σ ‘ ένα ωρισμένο σημείο της, όπως έκαναν όλοι οι πιστοί. Μερικοί, που τον φθονούσαν, έσπευσαν και τον κατηγόρησαν για ασέβεια στον επίσκοπο.
  - Πραγματικά, είπε ο ποιητής στον επίσκοπο. Η ψυχή μου ήταν τόσο συγκεντρωμένη στην προσευχή, ώστε δεν σκεφτόμουν καθόλου τις κινήσεις του σώματος. Αυτοί, όμως, που ήρθαν να με κατηγορήσουν, δεν θάχαν ασφαλώς συγκεντρωθή στην προσευχή, γι’ αυτό είχαν τον καιρό να με παρατηρούν.

Μαθητής και διδάσκαλος
«Μετά οσίου όσιος  έση» (Ψαλμ.ιζ’ 26)
      Ο Φρειδερίκος Οζανάμ ένα βράδυ, καθώς μπήκε σε μια εκκλησία, βρέθηκε μπροστά στο εξής εκπληκτικό θέαμα. Σε μια γωνιά γονατιστός προσευχόταν ευλαβικά, ο πιο μεγάλος φυσικός της εποχής του, ο Αμπέρ. Το θέαμα τον συγκίνησε τόσο βαθειά, που αμέσως πήρε θέσι πίσω από το μεγάλο σοφό και γονατιστός τον εμιμήθηκε σε μια προσευχή γεμάτη πίστι.
  - «Η προσευχή του Αμπέρ -συνήθιζε να λεη αργότερα- επέδρασε πιο πολύ επάνω μου και απ’ αυτά τα σοφά του συγγράμματα».
     Τίποτε δεν είναι περισσότερο διδακτικό από ένα ανυπόκριτο και φωτεινό παράδειγμα.

(από το βιβλίο Ψιχία από της Τραπέζης, Κωσταντίνου Κούρκουλα)
                                                                                             

[Ο άγιος Γέρων παπα-Χαράλαμπος Διονυσιάτης (1910-2001) διηγείται…]

Μια μέρα είχαμε παγκοινιά (=κοινή εργασία όλων των μοναχών της μονής) και δουλέψαμε σκληρά όλη η συνοδεία σε οικοδομικές εργασίες. Μόλις τελειώσαμε και ήταν ώρα για την καθιερωμένη ανάπαυση, ξαφνικά ακούγεται ένα παρατεταμένο κορνάρισμα καϊκιού, από τον αρσανά. Μόλις το άκουσε ο Γέροντας, τον είδαμε να σκυθρωπάζει στο πρόσωπο.

-       Τι συμβαίνει, Γέροντα;

-       Βρε τον ευλογημένο, πέτυχε την ώρα. Είναι ο Γ. και μας έφερε ένα βαρέλι λάδι.

Οι πατέρες ήταν τόσο κουρασμένοι που ο Γέροντας δεν τολμούσε να προστάξει κανέναν. Η μόνη λύση αν υπήρχε κανένας εθελοντής. Δεν ξέρω πώς φωτίστηκα και μπήκα στο λογισμό του Γέροντά μου. Τον ρωτώ:

-       Γέροντα, έχει ευλογία να πάω εγώ να φέρω το βαρέλι;

-       Αφού το θέλεις με την ψυχή σου, πήγαινε και η ευχή μου θα σε βοηθήσει παιδί μου.

Τρέχω αμέσως κάτω μαζί με ένα σκοινί. Φθάνω στον αρσανά. Γονατίζω και δένω το βαρέλι στην πλάτη με το σκοινί. Όταν προσπάθησα να σηκωθώ τα γόνατα πήγαιναν να λυγίσουν. Δοκιμάζω να περπατήσω, σχεδόν αδύνατον, τα πόδια δε βαστάνε. Παρόλ’ αυτά δεν το βάζω και κάτω.

«Αφού, λέω, μ’ έστειλε ο Γέροντας, δεν το παρατάω, ώσπου να πέσω κάτω. Τότε μόνο είμαι ανεύθυνος».

Με πολλή δυσκολία σαν χελώνα προχώρησα λίγα μέτρα. Βάζω τον σταυρό μου και λέω: «Παναγία μου, δι’ ευχών του Γέροντά μου, βοήθησέ με».

Μετά από αυτήν την μικρή προσευχή αισθάνθηκα ότι το βαρέλι στην πλάτη ξαλάφρωσε λιγάκι. Προχωρώ ακόμη· αισθάνομαι ακόμη πιο ελαφρά. Αρχίζω πια να περπατώ κανονικά. Όμως σε λίγο αισθάνομαι ότι έφυγε όλο το βάρος. Μόλις δε άρχισα να ανεβαίνω τα απότομα σκαλιά πίστεψέ με, αισθανόμουν σαν κάποιος από πίσω να μ’ έσπρωχνε. Τότε ανέβαινα σχεδόν τρεχάτος τα σκαλιά λέγοντας συγχρόνως συνέχεια και την ευχή: «Κύριε, Ιησού Χριστέ…». Στην απόσταση από τον αρσανά μέχρι τα καλυβάκια μας, ένα φορτωμένο μουλάρι θέλει περίπου δύο ώρες. Σε διαβεβαιώ, λιγότερο από μία ώρα ανέβηκα φορτωμένος πενήντα οκάδες λάδι στην πλάτη.

Μόλις έφθασα συνάντησα μπροστά μου τον Γέροντα. Λέω:

-       Γέροντα, θαύμα μέγα· το και το…

Και πάλι δεν συγκρατήθηκε ο Γέροντας. Αφού με έσφιξε στην αγκαλιά του μού λέει:

-       Αυτό παιδί ου, είναι καρπός της τελείας υπακοής. Θέλεις όμως να σου πω και εγώ; Από την ώρα που κατέβηκες μέχρι και τώρα με ασταμάτητα δάκρυα σού τραβούσα κομποσχοίνι»

(Παπα-Χαράλαμπος Διουσυσιάτης, Ιωσήφ Μ.Δ. σελ. 85-87)

«Κάποτε επισκέφτηκε την Πάτμο ένας δημόσιος υπάλληλος. Αφού περάτωσε τις εργασίες του,  επισκέφτηκε τον Ευαγγελισμό προκειμένου να προσφέρει και εκεί τις υπηρεσίες του. Εδώ γνώρισε το Γέροντα Αμφιλόχιο και εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητά του.
Σε κάποια ευκαιρία ζήτησε  να εξομολογηθεί. Μετά την εξομολόγηση, ο Γέροντας τον συμβούλεψε να κάνει ορισμένο επιτίμιο και να κοινωνήσει το επόμενο Πάσχα.
Αυτά έγιναν το Σάββατο βράδυ. Το πρωί της Κυριακής, κατά τη Θεια Λειτουργία, ο αγαπητός  μας  εξομολογούμενος  περιέπεσε σε θλίψη και απελπισία. Ο Γέροντας  με τη διορατικότητά του αντιλήφθηκε την ψυχική του κατάσταση, τον πλησιάζει, τον χαϊδεύει απαλά στην πλάτη και του λέει:
-  Έχεις ευλογία να μεταλάβεις σήμερα.
Πράγμα το οποίο και έγινε. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας αυτός, πλήρης ευγνωμοσύνης και βαθειάς συγκινήσεως, πλησιάζει τον Γέροντα και του λέει:
-  Σ’ ευχαριστώ, Γέροντα, για το δώρο. Σκεπτόμουν να φύγω και να μην επανέλθω πλέον πίσω. Είχα αποφασίσει να θέσω  τέρμα στη ζωή μου. Τώρα είμαι πρόθυμος να κάμω όσα επιτίμια θέλετε.
Έκτοτε έγινε ο πιο πιστός υποτακτικός»
(Ιγνατίου Τριάντη, Ο Γέροντας της Πάτμου Αμφιλόχιος Μακρής, στο «Η Εξομολόγηση» αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, σελ. 250-251)

ΥΠΑΚΟΗ συνδυασμένη με εγκράτεια υποτάσσει και θηρία, έλεγε ο Μέγας Αντώνιος.

* * *

ΛΕΝΕ για τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό, πως προτού γίνει Ερημίτης, έζησε πολλά χρόνια στην υποταγή κάποιου Γέροντος στη Θηβαΐδα. Όταν πρωτοπήγε, για να τον δοκιμάση ο Αββάς του, τον πήρε μια μέρα κι αφού περπάτησαν δώδεκα ώρες δρόμο από την καλύβα τους, έφτασαν σ' ένα τόπο άνυδρο. Πήρε τότε ο Γέροντας το ραβδί του, το έμπηξε στη γή και πρόσταξε το νεαρό Ιωάννη να πηγαίνη κάθε μέρα μ' ένα κάδο νερό να το ποτίζη. Ο καλός υποτακτικός έκανε πρόθυμα τον ορισμό του Γέροντος. Ύστερα από τρία χρόνια το ξερό ξύλο βλάστησε κι' έκανε καρύδια. Τα πήρε τότε ο Γέροντας και τα πήγε την Κυριακή στην Εκκλησία. Μετά τη Λειτουργία τα μοίρασε στους Ερημίτας, λέγοντάς τους:

— Ελάτε, αδελφοί, να γευτήτε τους καρπούς της υπακοής.

* * *

ΔΩΔΕΚΑ χρόνια βασανίστηκε από την αρρώστια του ο Αββάς Αμμώης. Όλο αυτό το διάστημα στάθηκε δίπλα του, σαν αναμμένη λαμπάδα, ο Ιωάννης, ο καλός του υποτακτικός, και τον υπηρετούσε σ' όλα. Ο Γέροντας ήταν αυστηρός και ποτέ δεν είπε λόγο γλυκό στο μαθητή του, ούτε ένα «είθε να σωθής». Μα στις τελευταίες του στιγμές, ενώ τον είχαν περικυκλώσει όλοι οι συνασκηταί του, πήρε με συγκίνησι ο Γέροντας; στα τρεμάμενα χέρια του τα χέρια του υποτακτικού του, τα φίλησε και ψιθύρισε:

— Τέκνον μου, να είσαι βέβαιος πως σώθηκες για την καλή υπακοή σου.

Ύστερα γύρισε στους Πατέρας και, δείχνοντας τον Ιωάννη, τους είπε:

— Αυτός που βλέπετε, είναι Άγγελος και όχι άνθρωπος.

* * *

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ, ο μαθητής του Αββά Παύλου, ήταν παράδειγμα υπακοής. Οι πατέρες διηγούνται γι' αυτόν το ακόλουθο περιστατικό: Λίγο πιο πέρα από την καλύβα τους βρισκόταν μια σπηλιά, που είχε φωλιάσει μέσα μια ύαινα. Μια μέρα είδε ο Γέροντας εκεί γύρω φυτρωμένα αγριοκρεμμύδια κι έστειλε τον Ιωάννη να τα ξερριζώση, για να τα μαγειρέψουν.

— Τι να κάνω, Αββά, αν τύχη και βγή η ύαινα; ρώτησε ο νέος.

— Δέσε την και φέρε την εδώ, είπε στ' αστεία ο Γέροντας.

Πήγε ο καλός υποτακτικός να κάνη την προσταγή του Γέροντος του. Μα, καθώς το πρόβλεψε, του επετέθηκε ξαφνικά το φοβερό θηρίο. Ο νέος, όχι μόνο δε δείλιασε, αλλ' ώρμησε να το δέση. Τότε έγινε τούτο το παράδοξο: Αντί να φοβηθή ο υποτακτικός, φοβήθηκε το θηρίο κι έτρεχε στην έρημο να σωθή. Ο Ιωάννης το κυνήγησε ξωπίσω και φώναξε:

— Στάσου λοιπόν. Ο Αββάς μου πρόσταξε να σε δέσω.

Ύστερα από πολύ κόπο, έφτασε την ύαινα, την έδεσε και την έφερε στο Γέροντά του. Εκείνος στο μεταξύ ανήσυχος, που έβλεπε ν' αργή, είχε βγή πιο έξω να τον συναντήση. Τον είδε τότε να έρχεται, φέρνοντας πίσω του δεμένο το θηρίο, και θαύμασε τη δύναμι της υπακοής.

Στον Ιωάννη όμως δεν έδειξε καμμία εκπληξι. Αντίθετα μάλιστα, για να τον ταπείνωση, του φώναξε δήθεν αυστηρά:

— Ανόητε, γιατί έφερες εδώ τούτον τον λυσσασμένο σκύλο;

Έλυσαν έτσι το άγριο θηρίο και το άφησαν ελεύθερο να γυρίση στη φωλιά του.

* * *

ΑΒΒΑΣ Σιλουανός ήταν Ηγούμενος σ' ένα μικρό Μοναστήρι πάνω στο όρος Σινά, που είχε όλους-όλους δώδεκα μοναχούς. Απ' αυτούς ξεχώριζε, για την αδιάκριτη υπακοή του, ένας νέος από αρχοντική γενιά, που τα είχε θυσιάσει όλα για την αγάπη του Χριστού. Με τις αρετές του ο νέος είχε γίνει πολύ αγαπητός στον Αββά Σιλουανό. Οι άλλοι μοναχοί όμως φθόνησαν τον Μάρκο - έτσι έλεγαν τον καλό νέο - και παραπονέθηκαν στους Πατέρες του Σινά πως τάχα ο Γέροντάς του έκανε άδικες διακρίσεις.

Εκείνοι τότε πήγαν να ελέγξουν τον Αββά Σιλουανό.

— Ελάτε, τους είπε ταπεινά ο Άγιος Γέροντας, να βεβαιωθήτε μόνοι σας, τι είναι εκείνο που κάνει τον Μάρκο να ξεχωρίζη από τους άλλους.

Τους πήρε κι έκαναν ένα γύρο σ' όλο το Μοναστήρι. Ο Αββάς στεκόταν έξω από κάθε κελλί, χτυπούσε την πόρτα και φώναζε τον αδελφό με τ' όνομά του. Από μέσα ακουγόταν η φωνή εκείνου:

— Τώρα αμέσως, Αββά. Αλλά κανείς δεν παρουσιαζότανε.

Και λίγο πιο πέρα:

— Αυτή τη στιγμή δε μπορώ, είμαι απασχολημένος.

Σε άλλο κελλί πάλι:

— Σε λίγο, Αββά, μόλις τελειώση η σειρά που πλέκω.   

Έφτασαν τέλος και στο κελλί του Μάρκου. Μόλις άκουσε τη φωνή του Γέροντά του, ο καλός υποτακτικός πετάχτηκε ευθύς έξω. Ο Αββάς Σιλουανός βρήκε μια πρόφασι να τον απομακρύνη κι υστέρα είπε στους Πατέρας:

— Που είναι οι άλλοι μοναχοί που φώναξα; Ούτε ένας δεν ήλθε, εκτός από το ευλογημένο τούτο τέκνο της υπακοής.

Μπήκαν στο κελλί του Μάρκου. Ζωγράφιζε και είχε αφήσει ατελείωτη μια μικρή καμπύλη, για να υπακούση στο κάλεσμα του Γέροντος του.

— Αξίζει πραγματικά την αγάπη σου, είπαν οι Πατέρες στον Αββά Σιλουανό. Από σήμερα θα έχη ξέχωρη και τη δική μας εκτίμησι, γιατί κι ο Θεός τον άγαπα και τον έχει χαριτώσει.

Άλλη φορά πάλι περπατούσαν στην έρημο οι Πατέρες μαζί με τον Αββά Σιλουανό. Πιο πίσω ερχόταν ο Μάρκος με άλλους αδελφούς. ο Γέροντας, για να δείξη στους Πατέρας την αδιάκριτη υποταγή του υποτακτικού του, φώναξε κοντά το Μάρκο και, δείχνοντάς του ένα σάλιαγκο, πού σερνόταν λίγο πιο εμπρός, του είπε:

— Βλέπεις, παιδί μου, αυτό το βουβάλι;

— Ναι, Αββά, αποκρίθηκε εκείνος.

— Βλέπεις και τα κέρατά του, που είναι σχεδόν δυό πιθαμές;

— Ναι, Αββά, έκανε ο Μάρκος, που έβλεπε μόνο με τα μάτια του Γέροντος του. Και έτσι άλλη μια φορά οι Πατέρες του Σινά βρήκαν αφορμή να θαυμάσουν τον αφωσιωμένο υποτακτικό.

* * *

ΈΝΑΣ από τους μεγάλους Πατέρας της ερήμου συλλογίστηκε κάποτε:

— Άραγε σε ποιού άγιου μέτρα έχω φτάσει;

Μα ο αγαθός Θεός, για να τον προλάβη από την υψηλοφροσύνη, του φανέρωσε πως στο γειτονικό Κοινόβιο ζούσε κάποιος μοναχός πολύ ανώτερος του στην αρετή, που θεωρούσε εν τούτοις τον εαυτό του πολύ αμαρτωλό και τελευταίο από όλους.

Εκίνησε έτσι ένα πρωί ο Γέροντας να επισκεφθή το Μοναστήρι και ζήτησε από τον Ηγούμενο να ιδή όλους τους μοναχούς. Εκείνος έδωσε ευθύς διαταγή να παρουσιαστούν στον Άγιο όλοι οι μοναχοί. Ο Γέροντας παρατηρούσε έναν-έναν με προσοχή, μα δεν έμεινε ικανοποιημένος. δεν είδε ανάμεσά τους εκείνον που του είχε αποκαλύψει ο Θεός.

— Πρέπει να υπάρχη κι άλλος αδελφός στο Κοινόβιο, είπε στον Ηγούμενο.

— Ναι, αποκρίθηκε εκείνος, είναι ακόμη ένας, λιγάκι βλαμμένος στο μυαλό, που δουλεύει στο χωράφι.

— Φέρετε κι' αυτόν, παρακάλεσε ο Όσιος.

Ωδήγησαν με τη βία τον αδελφό στον Γέροντα. Εκείνος μόλις τον είδε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε, γιατί γνώρισε στο πρόσωπο του εκείνον, που του είχε φανερώσει ο Θεός. Ύστερα τον πήρε παράμερα και τον παρακαλούσε να του ειπή ποιά ήτο η κρυφή του εργασία.

— Δεν κάνω τίποτε, Αββά, έλεγε εκείνος. Εγώ είμαι άνθρωπος ανόητος, καθώς βλέπεις.

Μα ο Γέροντας δεν εννοούσε να τον αφήση, αν δεν του φανέρωνε την αρετή του. Τότε ο αδελφός αναγκάστηε να του εμπιστευθή:

— Ο Γέροντάς μου, Αββά, αφ' ότου ήλθα στο Κοινόβιο, πριv πολλά χρόνια, έβαλε το βόδι της Μονής στο κελλί που δουλεύω και κοιμάμαι. Αυτό μου σπάζει κάθε μέρα το σχοινί που πλέκω. Τριάντα χρόνια υπομένω αυτή τη δοκιμασία κι ούτε μια φορά δεν άφησα τον εαυτό του να βάλη κακό λογισμό εναντίον του Αββά μου. Ούτε το ζώο έδειρα ποτέ. Πλέκω διαρκώς από την αρχή το σχοινί μου, ευχαριστώντας το Θεό για τον μικρό τούτο πειρασμό.

Θαύμασε ο Άγιος την υπομονή του καλού εκείνου υποτακτικού κι απ' αυτή κατάλαβε και τις υπόλοιπες αρετές του.

* * *

(Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία)

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (161) Αγάπη Θεού (43) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (36) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (11) άγιος (70) αγνότητα (5) άγχος (11) αγώνας (56) αγώνας πνευματικός (15) αθεΐα (80) αιρέσεις (60) αλήθεια (18) αμαρτία (52) Ανάσταση (63) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (123) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (49) ασθένεια (13) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (44) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (34) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (2) γλώσσα (27) γνώση (5) γονείς (35) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (36) διάβολος (41) διάκριση (39) διάλογος (2) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (82) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (49) Εκκλησιαστική Ιστορία (9) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (8) ελευθερία (11) Ελλάδα (11) ελπίδα (12) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (63) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (4) επιστήμη (57) εργασία (25) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (37) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (56) ευγένεια (3) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (20) ευχαριστία (5) ζώα (12) ηθική (5) ησυχία (4) θάνατος (80) θάρρος (9) θαύμα (59) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (3) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (92) θρησκείες (6) θυμός (28) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (14) ιερέας (38) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (3) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (18) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (70) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (37) λείψανα (1) λογισμοί (21) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (19) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (60) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (8) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (4) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (44) πάθη (24) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (15) Παΐσιος Όσιος (5) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) παράδειγμα (4) Παράδεισος (35) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (139) πλούτος (10) πνευματική ζωή (50) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (12) πολιτική (5) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (21) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (37) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (115) προσοχή (2) προτεσταντισμός (16) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (18) Σταυρός (24) Σταύρωση (11) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) σώμα (1) ταπεινοφροσύνη (45) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (6) υπαρξιακά (30) υποκρισία (1) υπομονή (33) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (6) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (15) χαρά (22) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (32) χρόνος (12) ψεύδος (8) ψυχή (52) ψυχολογία (9)