Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης


Το δαχτυλίδι - «Κι αυτό θα περάσει».
Λένε πως μια φορά κι έναν καιρό ήταν λέει στα μέρη της Ανατολής ένας βασιλιάς. Κι ήτανε λέει άνθρωπος που ποτέ του δεν αδίκησε κανέναν, κι είχε πάντα να δώσει στον κόσμο συμβουλές από κείνες που διορθώνουνε τα λάθη, κι από αυτές που σε οδηγούνε στη ζωή.  
Μια μέρα έλαχε αυτός ο βασιλιάς να κάνει τη βόλτα του στους κήπους του παλατιού. Την ώρα που περπατούσε κοντά σε κάτι δέντρα άκουσε κουβέντες πίσω από μια αγκαλιά θάμνους. Στάθηκε για λίγο να ακούσει καλύτερα, μα τι το 'θελε; Οι κουβέντες που έφτασαν στα αυτιά του, καλύτερα, λένε, να μην έφταναν. Γιατί δεν ήταν μονάχα τα λόγια που κάποιος είχε ξεστομίσει. Ο βασιλιάς κατάλαβε απ' τη φωνή πως αυτός που μιλούσε ήταν ο καλύτερός του φίλος. Είχαν μεγαλώσει μαζί από μικροί, είχαν τους ίδιους δασκάλους, έπαιξαν παρέα τα ίδια παιχνίδια και τώρα τον είχε υπασπιστή και μπιστικά του. Μα οι κουβέντες που ακούστηκαν έκοβαν πιότερο κι από μαχαίρια. «Αν δεν ήμουνα εγώ, ο βασιλιάς δε θα είχε καταφέρει τίποτα μονάχος του, κι ό, τι έκαμε στη δική μου τη βοήθεια το χρωστάει...»
Ο βασιλιάς γύρισε στο παλάτι κι έπεσε οε συλλογισμό μεγάλο. Κάμποσες μέρες αργότερα στέλνει τους ανθρώπους του να φωνάξουν τον υπασπιστή του. Ο άντρας μπήκε στη μεγάλη σάλα που ήτανε ο θρόνος. Ο βασιλιάς κοίταξε κατάματα το φίλο του κι ύστερα του έκαμε νόημα να σιμώσει. Σήκωσε το χέρι του και του λέει: «Καλέ μου, φίλε! Σύντροφέ μου απ' τα μικρά μας χρόνια, στα γράμματα, στο παιχνίδι, στο κυνήγι και τους πολέμους. Όλοι ξέρουν, πως αν δεν είχα εσένα στο πλάι μου, μπιστικό και συμβουλάτορα, μπορεί να μην είχα καταφέρει πολλά απ' όσα δοξάζουν το όνομά μου! Μα τώρα θαρρώ πως ήρθε η ώρα να δείξεις την αξία σου για μια φορά ακόμα. Άκουσα πως κόπου σε τούτον τον τόπο, υπάρχει λένε, ένα δαχτυλίδι που σαν έχεις μεγάλες στενοχώριες, βάσανα και σκοτούρες να σου βαραίνουν το μυαλό, το κοιτάζεις κι ο νους σου αλαφραίνει. Κι άμα πάλι, λένε, έχεις πλημμυρίσει από χαρά κι ο νους σου ταξιδεύει στα ουράνια, κοιτάζεις το δαχτυλίδι κι έρχονται τα πόδια σου να πατήσουνε ξανά πάνω στη γη.

Ε, λοιπόν, θέλω από σένα να μου βρεις αυτό το δαχτυλίδι και να το φέρεις μπροστά μου. Σου δίνω έξι μήνες καιρό από σήμερα κι αν δεν τα καταφέρεις, να το ξέρεις θα σου πάρω το κεφάλι. Και τώρα τράβα και μη χάνεις ώρα!».
Νωρίς νωρίς κιόλας, πριν χαράξει ακόμα ο ήλιος την καινούργια μέρα, ο υπασπιστής πήρε τους δρόμους κι άρχισε να περπατάει και να διαβαίνει όλους τους δρόμους κείνης της πολιτείας, να ρωτάει τους περαστικούς: «Υπάρχει λένε, ένα δαχτυλίδι που σαν έχεις μεγάλες στενοχώριες, βάσανα και σκοτούρες να σου βαραίνουν το μυαλό, το κοιτάζεις κι ο νους σου αλαφραίνει. Κι άμα πάλι, λένε, έχεις πλημμυρίσει από χαρά κι ο νους σου πετάει στα ουράνια, κοιτάζεις το δαχτυλίδι κι έρχονται τα πόδια σου να πατήσουνε ξανά πάνω στη γη!» Μα κανένας δεν ήξερε να του δώσει την απόκριση που ζητούσε. Πέρασε ερήμους κι ανέβηκε βουνά, βρέθηκε σε πολιτείες και χωριά που τα έβρεχε η θάλασσα. Κάθε φορά ρωτούσε: «Υπάρχει λένε, ένα δαχτυλίδι που σαν έχεις μεγάλες στενοχώριες, βάσανα και σκοτούρες να σου βαραίνουν το μυαλό, το κοιτάζεις κι ο νους σου αλαφραίνει. Κι άμα πάλι, λένε, έχεις πλημμυρίσει από χαρά κι ο νους σου ταξιδεύει στα ουράνια, κοιτάζεις το δαχτυλίδι κι έρχονται τα πόδια σου να πατήσουνε ξανά πάνω στη γη. Μήπως ξέρετε πού μπορώ να το βρω; Μήπως έχετε ακούσει πουθενά για δαύτο;» Μα κανένας δεν ήξερε να του πει, κανένας δε γνώριζε να τον συμβουλέψει.
Κι ο καιρός περνούσε. Οι μέρες στην αρχή κύλαγαν αργά, μα ύστερα οι βδομάδες χάνονταν η μια μετά την άλλη. Και πέρασε ο πρώτος μήνας, κι ήρθε ο δεύτερος, και φάνηκε ο τρίτος και διάβηκε ο τέταρτος και να σου κι ο πέμπτος στη σειρά του. Κι όλο στεκόταν εδώ κι όλο ρωτούσε εκεί κι όλο τραβούσε παραπέρα. Μέχρι που λένε, πως κόντευε να γιομίσει κι ο έκτος μήνας, και σαν δεν βρήκε το δαχτυλίδι που ζητούσε ο βασιλιάς του, πήρε την απόφαση να γυρίσει στο παλάτι.
Είδε από μακριά την πολιτεία του να βάφεται στα χρώματα του σούρουπου.
Πέρασε τη μεγάλη καστρόπορτα και κίνησε για το παλάτι. Λένε όμως πως τούτη τη φορά πήρε ένα σοκάκι, που δεν είχε ματαδιαβεί και βρέθηκε μπροστά σε ένα μαγαζί. Στα σκαλοπάτια του καθόταν ένα παιδί που έπαιζε, Ο άντρας το σιμώνει και το ρωτά: «Μήπως εσύ, παιδί μου, έχεις ακούσει για ένα δαχτυλίδι που λένε πως… Πριν προλάβει καλό καλά το παιδί ν' αποκριθεί ακούστηκε μια φωνή μέσα απ' το μαγαζί. «Εγώ θα σου πω για το δαχτυλίδι που ζητάς!» Ο άντρας μπήκε στο μαγαζί κοιτάζει και τι να δει; Πίσω από έναν πάγκο στεκόταν ένας γέρος. Του έκανε νόημα να σιμώσει. Όταν ο υπασπιστής πλησίασε πιο κοντά, ο γέρος τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: «Ξέρω στ' αλήθεια τι είναι αυτό που ψάχνεις, περίμενε...» Τότε, λένε πως πήρε από ένα ράφι ένα κομμάτι χαλκό. Το μέτρησε κι έκοψε όσο έπρεπε. Το έβαλε στον πάγκο του και κόλλησε τις δυο του άκρες κι ύστερα πήρε ένα μικρό γλύφανο κι ένα σφυράκι κι άρχισε σιγά σιγά κάτι να χαράζει στην απάνω μεριά. Σαν τελείωσε, το έδωσε στον άνθρωπο που περίμενε. Ο υπασπιστής το πήρε και διάβασε τις κουβέντες που είχε χαράξει ο γέρας πάνω στο δαχτυλίδι. Ήταν όλες κι όλες τέσσερις λέξεις. Τα μάτια του φωτίστηκαν. «Αυτό είναι! Αυτό το δαχτυλίδι που ζητάω…» μουρμούρισε. Πλήρωσε του γέρου όσα του ζήτησε και τράβηξε γρήγορα στο παλάτι, για να προλάβει τη διορία που τέλειωνε σε λίγες ώρες.
Μπήκε μια βιάση στο παλάτι. Στην άκρη της κάμαρας βρισκόταν καθισμένος ο βασιλιάς και τριγύρω του κόσμος πολύς. Σαν γύρισε και είδε τον υπασπιστή του, έκαμε νόημα στους υπηρέτες να τον αφήσουν να περάσει. Ο άντρας έφτασε μπροστά του και προσκύνησε. Άπλωσε τα χέρια του και λέει: «Βασιλιά μου, βρήκα και σου έφερα αυτό που μου ζήτησες!» Στην άκρη του χεριού του ήταν ένα δαχτυλίδι. Ο βασιλιάς το πήρε μέσα στη χούφτα του, το κράτησε και το διάβασε στο φως των κεριών

«Κι αυτό θα περάσει».

Τούτα τα λόγια ήταν γραμμένα, για να τα διαβάζεις σαν έχεις στενοχώρια μεγάλη και σκοτούρα και να φεύγουνε οι μαυρίλες μα και σαν έχεις χαρά μεγάλη που σε κάνει να πετάς μέχρι τα ουράνια, να διαβάζεις τα λόγια του δαχτυλιδιού και τα πόδια σου να έρχονται να πατήσουν ξανά πάνω στη γη.
Λένε πως από εκείνη τη μέρα ο βασιλιάς του τόπου έγινε ακόμα πιο σοφός κι ο λαός του πέρασε καλύτερα...

(από το βιβλίο:Η Αρχή των Πάντων, του Hans Kung,Ομοτίμου Καθηγητού Οικουμενικής Θεολογίας Πανεπιστημίου Τυβίγγης).
β) Ουδεμία οριστική θεωρία για όλα
Στην καθημερινή μαθηματική πράξη, η σταθερή βεβαιότητα για την προβληματική των θεμελίων των Μαθηματικών παίζει βέβαια ένα μικρό ρόλο. Για τη δική μας θεματολογία είναι σπουδαίο το εξής: Ένας μαθηματικός ή φυσικός, ο οποίος σκοπεύει «να γνωρίσει το πνεύμα του Θεού», θα έπρεπε ίσως να έρχεται σε διαλογική σχέση με φιλοσοφικοθεολογικούς προβληματισμούς τόσο σοβαρά όσο με προβληματισμούς των Φυσικών Επιστημών.

Εάν τα θεμέλια των Μαθηματικών με πολλούς τρόπους είναι αναπόδεικτα, δεν θα έπρεπε άραγε τότε να διατυπώνει κάποιος παγκόσμιες αξιώσεις του μαθηματικο-φυσικοεπιστημονικού στοχασμού με μεγαλύτερη μετριοφροσύνη και επιφυλακτικότητα;
Σήμερα το κατανοεί αυτό ο Στέφεν Χόκινγκ:

«Εάν υπάρχουν μαθηματικά συμπεράσματα, που δεν είναι δυνατό να αποδειχθούν, τότε υπάρχουν προβλήματα των Φυσικών Επιστημών, που δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν. Δεν είμαστε άγγελοι, που βλέπουν το σύμπαν από έξω. Μάλλον εμείς και τα μοντέλα μας είμαστε τμήματα του σύμπαντος, το οποίο περιγράφουμε. Έτσι μια φυσικοεπιστημονική θεωρία σχετίζεται προς τον εαυτό της, όπως στο θεώρημα του Γκέντέλ. Τότε πρέπει να περιμένουμε, ότι αυτή είτε είναι αντιφατική, είτε είναι ατελής».
Αλλά ο Χόκινγκ αντιμετωπίζει το ναυάγιο της προσπάθειάς του για μια ενιαία θεωρία, που γνωρίζει το πνεύμα του Θεού, μόνο κατά έμμεσο τρόπο:

«Μερικοί θα απογοητευθούν πολύ, εάν δεν υπάρχει καμιά τελεσίδικη θεωρία (ultimate theory), η οποία μπορεί να διατυπωθεί ως ένας περιορισμένος αριθμός αρχών».

Έχει επίσης υποστηρίξει:

«Αλλά έχω αλλάξει αυτή τη γνώμη (mind) μου. Τώρα είμαι χαρούμενος, διότι η από μέρους μας αναζήτηση κατανόησης ποτέ δεν θα φθάσει σ' ένα τέλος και διότι πάντοτε θα βρισκόμαστε εκ νέου μπροστά στην πρόκληση για νέες ανακαλύψεις». Έτσι από την ανάγκη εκδηλώνει μιαν αρετή και προσθέτει: «Χωρίς αυτό θα είχαμε αποτελματωθεί. Το θεώρημα του Γκέντελ εγγυάται, ότι θα υπάρχει πάντοτε εργασία για τους μαθηματικούς». Και φυσικά επίσης για τους φυσικούς.


γ) Αφορμή για κριτικό αυτοστοχασμό
Έτσι η αλαζονική φιλοδοξία ενός φυσικού, ο οποίος ήθελε να υποβιβάσει ολόκληρο τον κόσμο σε μια φυσικοεπιστημονική θεωρία και δεν τρόμαζε μπροστά στον υποβιβασμό της Φιλοσοφίας, Θεολογίας και Ανθρωπολογίας, προσγειώθηκε στην πραγματικότητα. Και έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε το σχόλιο του John Cornwell, Διευθυντή του Προγράμματος Επιστήμη και Ανθρώπινη Διάσταση (Science and Humanity Dimension Projects) στο Κολέγιο του Ιησού στο Κέιμπριτζ:

«Η δόξα του Χόκινγκ»-, ο οποίος ανέβασε μια ανεξέταστη από την παρατήρηση θεωρία στο ύψος των Αϊνστάιν, Μπορ, Dirac ή του Χάιζενμπεργκ «θεμελιώνεται πάνω στην ιδέα ότι αυτός βρισκόταν σ' έναν αγώνα δρόμου με το χρόνο για ν’ ανακαλύψει προ του θανάτου του την αλήθεια της ύπαρξης. Ομολογώντας ότι “πάντοτε κάτι θα μένει για ν’ ανακαλύψουμε”, εντάσσει πάλι τον εαυτό του στη σειρά των θνητών με τις περιορισμένες διανοητικές δυνάμεις. Στην πράξη μπορεί να αναγνωρίσει ό,τι είπε ο εξαίρετος Βρετανός επιστήμονας J. Β. S. Haldane, τονίζοντας ότι δεν είναι μόνο θαυμάσιο να εξηγήσουμε και να παρουσιάσουμε το σύμπαν, αλλ’ ότι είναι ακόμη πιο θαυμάσιο, όταν μπορούμε να εξηγήσουμε και να παρουσιάσουμε εμάς τους ίδιους.
Ο Χόκινγκ μαζί με το φίλο και συνάδελφό του Roger Penrose έχει δείξει ότι «η γενική θεωρία του Αϊνστάιν για τη σχετικότητα περιλαμβάνει την ιδέα ότι ο χώρος και ο χρόνος αρχίζουν με το Big Bang και τελειώνουν σε μαύρες τρύπες». Αλλά επίσης έπρεπε ο Χόκινγκ να διορθώσει τις εμπειρικές αντιλήψεις του για τις μαύρες τρύπες. Οι μαύρες τρύπες είναι υπερμεγέθεις συγκεντρώσεις πολύ πυκνής ύλης, που βρίσκονται στο κέντρο του γαλαξία μας και ενδεχομένως στο κέντρο των περισσότερων γαλαξιών. Μια μαύρη τρύπα -που ήδη πολύ πιο πριν περιγράφηκε και υπολογίσθηκε από τον Γερμανό φυσικό Karl Schwarzschild (1873-1916)- εμφανίζεται όταν ένα ιδιαιτέρως πλούσιο σε μάζα άστρο εκρήγνυται καιόμενο και καταστρέφεται και υπό την πίεση της δικής του βαρύτητας συμπιέζεται σ’ ένα πολύ συμπυκνωμένο σωρό ύλης κατά τρόπον ώστε είναι δυνατό να εφαρμόζονται σ’ αυτόν οι νόμοι της βαρύτητας, όπως και της Φυσικής των Κβάντα. Η γη μας θα ήταν ακόμη μια σφαίρα με διάμετρο μικρότερη από ένα εκατοστόμετρο, ενώ ο ήλιος θα σχημάτιζε σφαίρα με διάμετρο μικρότερη από τρία χιλιόμετρα.

Κατά την προηγούμενη θεωρία του Χόκινγκ του έτους 1976, καθετί που υπερβαίνει ορισμένα όρια, τον «ορίζοντα των γεγονότων» [« Ereignishorizont»], απορροφάται στη μαύρη τρύπα, σε μια τόσο πυκνή μάζα, ώστε το φως δεν μπορεί να φύγει από αυτήν. Ο Χόκινγκ απαιτούσε την ύπαρξη καθαρής ακτινοβολίας, η οποία δεν θα περιείχε κανενός είδους πληροφορία.

Μάλιστα το 1977 με τον Αμερικανό συνάδελφό του John Preskill (Ινστιτούτο Τεχνολογίας στην Καλιφόρνια) έβαλε το ευρέως γνωστό στοίχημα ότι η πληροφορία που καταβροχθίζεται από τη μαύρη τρύπα μένει για πάντα κρυμμένη και ποτέ δεν απελευθερώνεται.
Παρά τούτα τον Ιούλιο του 2004 ο Χόκινγκ στο 17ο Συνέδριο, που έγινε στο Δουβλίνο για τη γενική σχετικότητα και τη βαρύτητα, υποστηρίζει ότι με διακυμάνσεις στο χείλος μιας μαύρης τρύπας είναι δυνατό να εξέρχεται κάποια πληροφορία. Είχε χάσει το στοίχημα. Επιπλέον αναθεώρησε την επί τρεις δεκαετίες υποστηριζόμενη από αυτόν γνώμη, ότι η νομιζόμενη εξαφάνιση ύλης και ενέργειας στις μαύρες τρύπες σχετιζόταν με παράλληλα σύμπαντα δίπλα στο δικό μας σύμπαν.

Όχι, οι συμπαγείς δίνες, που σχηματίζονται με την αποσύνθεση άστρων, με κανέναν τρόπο δεν στέλνουν την από αυτές απορροφώμενη ενέργεια και ύλη σ’ ένα παράλληλο σύμπαν. Όλα μένουν στο δικό μας σύμπαν και διατηρούνται περισσότερο χρόνο με συμπαγή μορφή πριν διαλυθούν σε μαύρες τρύπες:

«Δεν υπάρχει κανένα νεογέννητο σύμπαν, όπως κάποτε νόμιζα».

Εξέφρασε τη μεγάλη λύπη του, διότι έπρεπε να απογοητεύσει τους ανήκοντες στην κοινότητα της επιστημονικής φαντασίας.
Εξάλλου για τους έχοντες γνώση και πείρα των υπολογιστών, από το πρώτο θεώρημα περί της Μη πληρότητας [Unvollstandigkeitssatz] του Γκέντελ προκύπτει εκείνο που παρατηρεί ο Βιενέζος Καθηγητής Rudolf Taschner για το «Scientific Computing» [«επιστημονική χρήση του υπολογιστή»]:

«Δεν υπάρχει από μια υπολογιστική μηχανή καμιά καθολική πραγματοποιήσιμη διαδικασία, η οποία για όλα τα προγράμματα των υπολογιστών να μπορεί να κρίνει, εάν θα σταματήσουν κάποτε ή εάν αδιακόπως θα συνεχίζουν χωρίς τέλος. Αυτό είναι το μήνυμα που μας λυτρώνει από τη σχεδόν θρησκευτική πίστη στην παντογνωσία και παντοδυναμία του υπολογιστή. Όσο εκλεπτυσμένα και αν είναι δυνατό να συναρμολογηθεί μία υπολογιστική μηχανή, πάντοτε υπάρχει γι’ αυτήν ένα άθραυστο καρύδι, με το οποίο όλες οι τεχνικές τελειότητες αρνούνται να έλθουν σε αντιπαράθεση».

Ήδη προ του Taschner ο Alan Turing είχε γνωρίσει και αποδείξει το άλυτο αυτού του «προβλήματος του σταματήματος».
Διερωτώμαι εάν δεν ήλθε η ώρα, ο Χόκινγκ και οι καθ’ όμοιον τρόπο σκεπτόμενοι επιστήμονες να ελέγξουν και να αναθεωρήσουν όχι μόνο γεμάτες από φαντασία θεωρίες και μερικές εμπειρικές αντιλήψεις, αλλά γενικώς τα από τον 19ο αιώνα προερχόμενα θετικιστικά θεμέλια της επιστημονικής σκέψης. Εννοείται ότι αυτό δεν είναι εύκολο εγχείρημα, διότι εγγίζει τα θεμέλια των Μαθηματικών και της Λογικής. Αλλά ο Θετικισμός είναι κάτι περισσότερο από μια θεωρία, είναι κοσμοθεωρία. Και μερικοί επιστήμονες δεν αντιλαμβάνονται ότι παρατηρούν τον κόσμο διαρκώς μέσα από θετικιστικά ματογυάλια.
(Η αρχή των Πάντων, εκδ. Ουρανός, σελ. 67-72 όπου οι παραπομπές, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

(από το βιβλίο: Η Αρχή των Πάντων, του Hans Kung,Ομοτίμου Καθηγητού Οικουμενικής Θεολογίας Πανεπιστημίου Τυβίγγης). 

Κανένας δεν έκανε τόσο φανερά τα κοσμοθεωρητικά βάθη όσο εκείνος ο φυσικός, που προσπάθησε στους πολύ πρόσφατους χρόνους να διατυπώσει μια Μεγάλη Ενοποιημένη Θεωρία (GUT = Grand Unified Theory), η οποία θα έκανε περιττό τον Δημιουργό Θεό (GOD).
γ) GUT αντί GOD; Χόκινγκ
Ο από πολλούς ανθρώπους δικαίως θαυμαζόμενος Άγγλος φυσικός Στέφεν Χόκινγκ (γεν. 1942) στο Κέιμπριτζ ως γνωστόν, ένεκα μιας αθεράπευτης βλάβης νεύρων του νωτιαίου μυελού, μπορεί να συνεννοείται με το περιβάλλον του μόνο με το κομπιούτερ.

Ο επιστήμονας αυτός είχε την ελπίδα ότι, με τις έρευνές του για την κατάσταση του σύμπαντος αμέσως μετά την έκρηξη, με συγχώνευση όλων των γνωστών αλληλεπιδράσεων, θα αναπτύξει μία «Μεγάλη Ενοποιημένη Θεωρία» (GUT). Αυτή θα έπρεπε να εξηγήσει τι «συγκρατεί τον κόσμο εσώτατα». Αλλ’ ενώ ο Χάιζενμπεργκ με τη Μηχανική των Κβάντα είχε παρουσιάσει μια εμπειρικά βεβαιωμένη μεγάλη θεωρία και κατά τα άλλα έδειχνε βαθύ σεβασμό στη θρησκευτική σφαίρα, ο Χόκινγκ στο μπεστ σέλερ του Μια σύντομη ιστορία του χρόνου, (που αν και δύσκολα κατανοητό και σ’ αυτούς τους θεράποντες των Φυσικών Επιστημών, εκδόθηκε σε 25 εκατομμύρια αντίτυπα), με τη μεγάλη αισιοδοξία του Διαφωτισμού υποσχέθηκε μια ενιαία μεγάλη θεωρία, η οποία δεν θα εξηγούσε μόνον ορισμένα εμπειρικά δεδομένα, αλλά θα μας έκανε «να γνωρίζουμε το νου [τη σκέψη] του Θεού» (the mind of God, γερμ. den Geist Gottes).
Αυτό διατυπώθηκε συνειδητά με ειρωνική διάθεση. Διότι η γνώμη του Χόκινγκ ήταν:

Με μια τέτοια ενοποιημένη θεωρία για τα πάντα (Theory of Everything= TOE) ο ίδιος ο κόσμος θα εξηγούσε τον εαυτό του και ο Θεός ως Δημιουργός δεν θα ήταν αναγκαίος. Εάν το σύμπαν ήταν πλήρως κλεισμένο στον εαυτό του, χωρίς ξεχωρισμένες μοναδικότητες και όρια, εάν θα ήταν δυνατό να περιγραφεί εξ ολοκλήρου με μια ενοποιημένη θεωρία, τότε η Φυσική θα έκανε τον Θεό περιττό.
Ήταν βέβαια ευκολότερο να βρεθεί μία εντυπωσιακή βραχυγραφία GUT ή ΤΟΕ παρά η ίδια η θεωρία, που θα συνένωνε όλες τις δυνάμεις του φυσικού κόσμου.
Στην περί κόσμου παράσταση του Χόκινγκ -για ένα κλεισμένο στον εαυτό του σύμπαν χωρίς όρια και χωρίς προϋποθέσεις αρχής- διαφορετικά από την παλαιότερη θεωρία της αρχικής έκρηξης δεν θα υπήρχε καμιά ξεχωριστή «μοναδικότητα», κατά την οποία ο Θεός θα είχε την πλήρη ελευθερία να καθορίσει προϋποθέσεις αρχής και νόμους του σύμπαντος.

«Φυσικά θα ήταν πάντοτε στην κρίση του Θεού να εκλέξει τους νόμους, που προσδιορίζουν το σύμπαν. Υπάρχουν μόνο πολύ λίγες πλήρεις ενιαίες θεωρίες —ίσως μάλιστα μόνο μία, π.χ. η θεωρία των χορδών—, που είναι χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις και επιτρέπουν την ύπαρξη τόσο πολύπλοκων δημιουργημάτων όπως των ανθρώπων, οι οποίοι ερευνούν τους νόμους τον σύμπαντος και μπορούν να ερωτούν για την ουσία του Θεού».
Μία «πλήρης ενιαία θεωρία»; Όμως ο Χόκινγκ ήταν αρκετά νηφάλιος ώστε να διαπιστώσει ότι, ακόμη και με τόσον επινοητικές εξισώσεις για όλα, με κανέναν τρόπο δεν είναι δεδομένη η πραγματικότητα του παντός και εν πάση περιπτώσει παραμένει ανοικτό το ερώτημα γιατί γενικώς υπάρχει ένα σύμπαν:

«Επίσης εάν είναι δυνατή μόνο μία ενιαία θεωρία, αυτή θα ήταν ένα σύστημα κανόνων και εξισώσεων. Ποιος όμως εμπνέει ψιθυρίζοντας αποκαλυπτικά στις εξισώσεις την ωδή και δημιουργεί σ’ αυτές ένα σύμπαν, το οποίο αυτές μπορούν να περιγράφουν; Η συνηθισμένη μέθοδος, κατά την οποία η επιστήμη κατασκευάζει ένα μαθηματικό μοντέλο, δεν μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα γιατί πρέπει να υπάρχει ένα σύμπαν που περιγράφεται από το μοντέλο».
Παρά ταύτα ο Χόκινγκ εξέφρασε σαφώς την ελπίδα ότι μια μέρα μία «μεγάλη ενοποιημένη θεωρία» μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα γιατί γενικώς υπάρχει ένα σύμπαν.

«Όταν εμείς ανακαλύψουμε μια τέλεια θεωρία, θα έπρεπε αυτή μετά παρέλευση ορισμένου χρόνου να είναι κατανοητή για τον καθένα, όχι μόνο για μια φούχτα ειδικών. Τότε όλοι μας φιλόσοφοι, εκπρόσωποι των Φυσικών Επιστημών και μη ειδικοί θα μπορέσουμε ν' αντιμετωπίσουμε το ερώτημα, γιατί υπάρχουμε εμείς και το σύμπαν... Όταν θα βρίσκαμε την απάντηση σ αυτό το ερώτημα, τούτο θα σήμαινε τον τελικό θρίαμβο του ανθρώπινου λόγου, διότι τότε θα γνωρίζαμε το πνεύμα (Geist) του Θεού». Εντούτοις έπρεπε να έλθουν τελείως διαφορετικά τα πράγματα.
δ) Ο παγκόσμιος τύπος - μια μεγάλη απογοήτευση
Έτσι είχε σκεφθεί ο Χόκινγκ: Να βρεθεί ένας πλήρης τύπος των φυσικών νόμων, δηλαδή μία σειρά από κανόνες, που θα έπρεπε τουλάχιστον καταρχήν να μας καθιστούν ικανούς να προβλέπουμε το μέλλον με οποιαδήποτε ακρίβεια και έτσι να προσδιορίζουμε ακριβώς την κατάσταση του σύμπαντος σε κάποια ορισμένη χρονική περίοδο. Η κλασική Φυσική είχε ακόμα δεχθεί ότι, όταν σε μια ορισμένη χρονική περίοδο γνωρίζουμε τις θέσεις και τις ταχύτητες όλων των σωματιδίων, τότε θα μπορούσαμε επίσης να υπολογίσουμε τις θέσεις όπως και τις ταχύτητες για κάθε άλλη χρονική περίοδο. Αλλά η Φυσική των Κβάντα είχε δείξει, ότι καταρχήν υπάρχουν συμβάντα που δεν είναι δυνατό να υπολογισθούν. Όμως ο σκοπός του Χόκινγκ και των ομοφρόνων του είναι να βρουν -λαμβάνοντας υπόψη και τη Θεωρία των Κβάντα- μια περιεκτική θεωρία της πραγματικότητας με ή ακόμη και χωρίς τον Θεό.
Και τώρα η μεγάλη έκπληξη: το έτος 2004 ο Χόκινγκ σε μια από τις παραδόσεις του στο Κέιμπριτζ άφησε να νοηθεί, ότι καταρχήν εγκατέλειψε για πάντα την αναζήτησή του για μια μεγάλη ενοποιημένη θεωρία. Απέκτησε την πεποίθηση ότι διαψεύσθηκε η ελπίδα του να βρει μια πλήρη περιεκτική θεωρία, για να γνωρίσει εσώτατα τον κόσμο και να μπορεί έτσι επίσης να τον ελέγχει. Δεν φαίνεται σ' αυτόν δυνατό να διατυπώσει μια θεωρία του σύμπαντος με έναν περιορισμένο αριθμό εκφράσεων.
Ο Χόκινγκ επί του προκειμένου δημιούργησε έκπληξη επικαλούμενος την «αρχή [το θεώρημα] της Μη πληρότητας» του Τσεχοαυστριακού μαθηματικού Κουρτ Γκέντελ (1906-1978), ίσως του πλέον σημαντικού διδασκάλου της Λογικής κατά τον 20ό αιώνα. Η πρόταση αυτή στο έτος 1930 τονίζει ότι ένα περιορισμένο σύστημα αξιωμάτων περιέχει πάντοτε τύπους, οι οποίοι μέσα στο σύστημα αυτό ούτε να αποδειχθούν ούτε να αντικρουσθούν είναι δυνατόν. Αυτή η κατάσταση μοιάζει με το γνωστό παράδειγμα της αρχαιότητας όπου κάποιος κάνει τη δήλωση «Αυτή η έκφραση είναι εσφαλμένη». Όταν προϋποθέτουμε ότι όλες οι εκφράσεις είναι καταρχήν αληθείς ή εσφαλμένες (αυτό θα ήταν η πληρότητα [Vollstandigkeit] του συστήματος), τότε αυτή η μνημονευθείσα έκφραση θα ήταν ακριβώς αληθής, εάν ήταν εσφαλμένη. Επομένως υπάρχει μια αντίφαση.
Εάν τώρα ο Χόκινγκ χρησιμοποιεί και κατανοεί τον Γκέντελ ορθά ή εσφαλμένα: πρέπει να πούμε ότι αυτός με όλα αυτά συνεχίζει να αντιλαμβάνεται την εμπειρία, την οποία δεκαετίες πριν απ’ αυτόν είχαν παρουσιάσει διαπρεπείς μαθηματικοί και θεωρητικοί επιστήμονες. Διότι η ανάπτυξη των Μαθηματικών ήδη περί το 1910 είχε οδηγήσει σε μια φιλονικία για τα θεμέλια. Πρόκειται έως σήμερα για μια επίκαιρη αντιπαράθεση περί των θεμελίων των Μαθηματικών. Ιδίως για την κατάσταση της διδασκαλίας περί των ποσοτήτων και του αποκλεισμένου τρίτου.'Οταν κάποιος, όπως εγώ ήδη στα έτη της δεκαετίας του 1970, έχει ασχοληθεί με τα δεδομένα της Θεωρίας της Επιστήμης, δεν θα εκπλαγεί για τη στροφή του Χόκινγκ. Επομένως GOD αντί GUT;

(η συνέχεια στην επόμενη ανάρτηση)

(Η αρχή των Πάντων, εκδ. Ουρανός, σελ. 57-62 όπου οι παραπομπές, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

 

“Καλώς την κ. Θεώνη”,

είπε ο παπάς βλέποντάς την...
Την ήξερε καλά τη Θεώνη ο πνευματικός. Ήταν από τις περιπτώσεις που υποκλίνεσαι μπροστά τους. Άνθρωπος του Θεού, με γνήσια αγάπη απέναντί Του, με καλή και ευσεβή πολύτεκνη οικογένεια, με διάθεση ελεήμονα, τόσο που δεν υπήρχε άνθρωπος να κτυπήσει τη θύρα της και να μη βρεί μια ανοιχτή αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, την παρηγοριά και τη στοργή. Γι' αυτό και παραξενεύτηκε για την περασμένη ώρα, αλλά και από τη θέα του προσώπου της φαινόταν συντετριμμένη.
“Πάτερ, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Δεν ξέρω κάν αν είναι κανονική εξομολόγηση αυτό που θέλω. Νιώθω όμως την καρδιά μου πολύ βαριά από κάτι που συνέβη, και αισθάνομαι την ανάγκη να σας το πώ, για να με καθοδηγήσετε. Δεν ξέρω αν είναι αμαρτία αυτό που έκανα. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη ένταση στην οικογένεια”.
...
“Λοιπόν, πάτερ. Πριν λίγες ημέρες βρεθήκαμε στο εξοχικό που έχουμε στην Κόρινθο. Θα έχετε υπόψη σας – έχετε έλθει άλλωστε και το έχετε δεί – ότι πολύ κοντά στο σπίτι μας εκεί, υπάρχει ένα παλιό ξωκκλήσι. Αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο το μεγαλομάρτυρα – μεγάλη η χάρη Του! Κόντευε μεσημέρι, όταν φτάσαμε, κι ήμασταν όλοι μαζί. Ξέρετε την αγάπη που τρέφει όλη η οικογένεια για τον άγιο, και γι' αυτό θεώρησα υποχρέωση μου, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο στο σπίτι, να πάω να προσκυνήσω. Τα παιδιά βέβαια ήταν πεινασμένα κι έπρεπε να μαγειρέψω. Πετάχτηκα λοιπόν στον άγιο, προσκύνησα, μα σαν είδα τη σκόνη, τις αράχνες, την εγκατάλειψη..., θέλησα λίγο να συγυρίσω. Μου φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να αφήσω τον οίκο του Θεού και τον άγιο χωρίς φροντίδα. Πίστεψα ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Πρώτα δεν πάει η αγάπη στον Θεό και έπειτα στους ανθρώπους; Άρχισα λοιπόν το συγίρισμα και το καθάρισμα. Τα παιδιά ήλθαν να με βρούνε. Φωνάζανε γιατί πείναγαν. Τους εξήγησα ότι σε λίγο θα έλθω, αλλά προηγείται ο άγιος. Προηγείται ο Θεός. Συνέχισα να καθαρίζω, άναψα τα καντήλια, έκαψα και λίγο λιβάνι να μυρίσει ουρανό, και με ικανοποίηση στην καρδιά, έφτασα στο σπίτι”.
Ο ιερέας είχε σκύψει το κεφάλι και άκουγε. Ζούσε την όλη εικόνα που περιέγραφε η Θεώνη και είχε καταλάβει το τι είχε τελικά διαδραματιστεί.
“Κι όταν γυρίσατε, θα έγινε...χαμός, απ' ότι καταλαβαίνω, κ. Θεώνη”.
“Η λέξη χαμός δεν λέει τίποτε, πάτερ. Σαν να είχε έλθει ο εξαποδώ στο σπίτι μας. Φωνές, φασαρίες, χαλασμός. Πέσανε επάνω μου όλα τα παιδιά να με... φάνε. Με κατηγορούσαν ότι τους είχα παρατήσει, ότι δεν τους νοιάζομαι, ότι δεν τους αγαπώ. Ο σύζυγός μου προσπάθησε βέβαια να πάρει το μέρος μου, να καθησυχάσει τα παιδιά – κι είναι έφηβοι, πάτερ, τα ξέρετε – αλλά και αυτός φαινόταν ότι συμμερίζεται στο βάθος τις αντιδράσεις τους. Με πήρε κι εκείνος κάποια στιγμή παράμερα και τα 'κουσα κι από εκείνον. Ο πειρασμός με συνεπήρε. Αναψοκοκκίνησα, μάλωσα μαζί του, φώναξα έντονα και στα παιδιά.
-Ντροπή σας, τους είπα. Τον άγιο πήγα να καθαρίσω. Εκείνος είναι ο προστάτης μας. Έπρεπε κι εσείς κανονικά να έλθετε να βοηθήσετε.
Τελος πάντων, πάτερ, υπήρξε μεγάλη ένταση και πέρασε αρκετή ώρα μέχρις ότου τα πράγματα ησυχάσουν. Και το φαγητό που έφτιαξα, με πόνο και πίκρα το έφτιαξα. Και με μούτρα το έφαγαν. Φύγανε όλοι αμέσως μετά, ο καθένας στον χώρο του, και έμεινα μόνη, μ' ένα τεράστιο “γιατί;” στα χείλη, με καταχνιά και μ' ασήκωτο βάρος στο στήθος...”.
“Κι ήρθατε να με βρείτε”, είπε ο παπάς.
“Πάτερ, πείτε μου. Δεν είχα δίκιο που θέλησα να ετοιμάσω πρώτα τον άγιο; Δεν προηγείται ο ναός και έπειτα όλα τα άλλα;” Η Θεώνη έσκυψε το κεφάλι και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα νοερά στον Κύριο, στην Κυρία Θεοτόκο, και επικαλέστηκε τη βοήθειά τους. Έπρεπε να προσέξει πώς θα απαντήσει. Η κ. Θεώνη ήταν μια ευαίσθητη καρδιά.
“Κυρία Θεώνη”, είπε στο τέλος αργά. “Καταλαβαίνω την αγάπη σας στον Θεό και στους αγίους μας. Και πράγματι η πρώτη και μεγάλη εντολή του Θεού είναι να αγαπάμε Εκείνον με όλη την καρδιά μας, την ψυχή μας, τη διάνοιά μας, τη δύναμή μας. Αλλά, δεν θα συμφωνήσω μαζί σας”.
Η κ. Θεώνη ανασήκωσε το κεφάλι της.
“Δεν θα συμφωνήσω, κ. Θεώνη, γιατί δεν είναι τυχαίο πώς η σπουδαιότερη αρετή για  την Εκκλησία μας, εκείνη που δίνει τον τόνο σε όλες τις άλλες, είναι η διάκριση. Τη συγκεκριμένη ώρα δηλαδή, μεσημέρι, ώρα συνεπώς φαγητού, και έχοντας μάλιστα παιδιά μαζί σας, η προτεραιότητα είναι εκείνα. Το φαγητό έπρεπε πρώτα να ετοιμάσετε, να καθίσετε να φάτε, και έπειτα να πάτε να φροντίσετε το εκκλησάκι του αγίου. Έχω την εντύπωση ότι και τον άγιο να είχαμε τώρα μαζί μας, θα συμφωνούσε μ' αυτό που σας λέω. Και ξέρετε γιατί; Διότι ο Θεός και οι άγιοι ικανοποιούνται και χαίρονται, όταν βρισκόμαστε πρώτα από όλα στη διακονία και στην υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Και πρώτοι συνάνθρωποί μας είναι οι δικοί μας, η οικογένειά μας. Δεν θυμάσαστε, κ. Θεώνη μου, αυτό που λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ότι γνωρίζουμε πώς αγαπούμε τον Θεό από το πώς αγαπούμε τον συνάνθρωπό μας; Η αγάπη μας στον συνάνθρωπο φανερώνει την αγάπη μας στον Θεό. Αν ήσασταν μόνη σας, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Μα δεν ήσασταν... Λοιπόν κ. Θεώνη, στην προκειμένη περίπτωση πέσατε... “θύμα” της αγάπης σας στον Θεό, ας το πούμε έτσι. Που θα πεί: όταν θέλουμε να εκφράσουμε την αγάπη μας σ' Εκείνον, Εκείνος μας στρέφει στον συνάνθρωπό μας”.
Η κ. Θεώνη δεν μιλόυσε. Με σκυμμένο το κεφάλι τώρα άκουγε τον ιερέα. Μέσα της έκλαιγε για την αδιακρισία της.
“Πάτερ, αμάρτησα. Καταλαβαίνω ότι πρέπει αμέσως να σπεύσω και να ζητήσω συγγνώμη από όλους τους. Τους έκανα να εξοργιστούν και να βρεθούν σε πειρασμό. Τους έκανα να αμαρτήσουν...”
“Ναι, μα όλα τα σβήνει η μετάνοια, κ. Θεώνη. Η συγγνώμη που θα πείτε, στον Κύριο και στους δικούς σας, θα είναι το σφουγγάρι που θα σβήσει την όποια αμαρτία σας. Να πάτε στην ευχή του Θεού!”
π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ, …δι’εμού του αμαρτωλού…, εκδ. ακολουθείν, σελ. 85-92


[Για να βρεις τον σωστό δρόμο είναι καλό να το ζητήσεις και από τον ίδιο το Θεό στην προσευχή:]


«Κύριε, Συ ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα… Δώσε μου τη χαρά της γνώσεως του θελήματός Σου και των οδών Σου…

Δίδαξέ με να Σε αγαπώ αληθινά με όλο μου το είναι, όπως μας παρήγγειλες… Οικοδόμησε τη ζωή μου έτσι, όπως Εσύ ο ίδιος την συνέλαβες στην προαιώνια βουλή Σου.

Ναι, ακόμη και για μένα, γιατί Εσύ κανέναν δεν ξέχασες και κανέναν δεν έπλασες για απώλεια… Εγώ με αφροσύνη εκδαπάνησα τις δυνάμεις που μου έδωσες, αλλά τώρα […] διόρθωσέ τα όλα Εσύ ό ίδιος, και ο ίδιος δίδαξέ με τα πάντα… Αλλά έτσι, ώστε πραγματικά το θέλημά σου να πραγματοποιηθεί στη ζωή μου, είτε εγώ το καταλαβαίνω είτε δεν το καταλαβαίνω μέχρι καιρού…

Μην επιτρέπεις να πορευθώ σε ξένους δρόμους που οδηγούν στο σκοτάδι… αλλά πριν παραδοθώ στον ύπνο του θανάτου, δώσε σε μένα την ανάξια να δω το Φως Σου, ω Φως του κόσμου».
[…]

Το κάθε πάθημά μας, ακόμη και το άδικο, το γνωρίζει ο Θεός. Γνωρίζει και συμπάσχει μαζί μας. Είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε «προσωπικές» σχέσεις μαζί Του…

Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος του Έσσεξ
(Απόσπασμα από επιστολή στην αδελφή του Μαρία. Από το βιβλίο: Γράμματα στη Ρωσία, εκδόσεις Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας)

Γιατί καθένας ωφελείται ή βλάπτεται από την ίδια την κατάστασή του. Κανένας δεν βλάπτει τον άλλον. Αλλά, αν ζημιωθούμε, όπως είπα, ζημιωνόμαστε από την κατάστασή μας. Αν θέλουμε λοιπόν μπορούμε, όπως συνήθως σας λέω, από καθετί να ωφελούμαστε ή να ζημιωνόμαστε.

Και σας λέω ένα παράδειγμα, για να δείτε ότι έτσι είναι το πράγμα.
Συμβαίνει να στέκεται κανείς κάπου νύχτα -δεν εννοώ βέβαια μοναχός, αλλά κάποιος άλλος κοσμικός- και περνάνε από μπροστά του τρεις άνθρωποι. Και ο ένας βάζει στο νου του ότι στέκεται εκεί και περιμένει κάποιον, για να πάει να πορνεύσει. Ο άλλος τον θεωρεί κλέφτη. Και ο τρίτος σκέφτεται ότι έχει φωνάξει έναν φίλο του από το διπλανό σπίτι και τον περιμένει να κατέβει, για να πάνε να προσευχηθούν.

Να λοιπόν, και οι τρεις είδαν τον ίδιο άνθρωπο, στον ίδιο τόπο και όμως δεν έκαναν για αυτόν και οι τρεις την ίδια σκέψη, αλλά ο ένας έβαλε στο μυαλό του το ένα, ο άλλος το άλλο, ο τρίτος άλλο, ο καθένας -όπως φαίνεται- ανάλογα με την προσωπική του πνευματική κατάσταση.
Γιατί όπως υπάρχουν οργανισμοί αδύνατοι και φιλάσθενοι και κάθε τροφή που παίρνουν, και αν ακόμα είναι ωφέλιμη, τη μεταβάλλουν σε αρρώστια– και δεν βρίσκεται βέβαια η αιτία στην τροφή, αλλά στο ίδιο το σώμα που, όπως είπα, είναι φιλάσθενο και ανάλογα με την κράση του μεταβάλλει και αλλοιώνει τις τροφές -έτσι και η ψυχή, που υποφέρει από πνευματική καχεξία, βλάπτεται από καθετί. Και αν ακόμα πρόκειται για κάτι ωφέλιμο, αυτή βλάπτεται.
Ας υποθέσουμε ότι έχουμε ένα δοχείο με μέλι και του βάλουμε μέσα ένα κομμάτι αψιθιά (πικρό φυτό). Δεν καταστρέφει το μικρό εκείνο κομμάτι όλο το δοχείο με το μέλι; Δεν κάνει όλο το μέλι πικρό; Το ίδιο κάνουμε κι εμείς. Βγάζουμε λίγη από την πικράδα μας και εξαφανίζουμε το καλό του πλησίον, βλέποντάς το ανάλογα με την κατάστασή μας και αλλοιώνοντάς το ανάλογα με την πνευματική καχεξία μας.
Όσοι όμως είναι πνευματικά δυνατοί, μοιάζουν με εκείνον που έχει σώμα εύρωστο, που και αν ακόμη φάει κάτι βλαβερό το μεταβάλλει ανάλογα με την κράση του σε θρεπτικό συστατικό και δεν τον βλάπτει ούτε και αυτή η κακή τροφή, επειδή, όπως είπα, το σώμα του είναι δυνατό και ανάλογα με την κράση του μεταβάλλει και την τροφή. Και όπως ακριβώς είπαμε για τον πρώτο οργανισμό, που και την καλή τροφή την μεταβάλλει ανάλογα με την καχεξία του σε βλαβερό συστατικό, το ίδιο συμβαίνει και με αυτόν. Ανάλογα με το εύρωστο σώμα του, ακόμα και τη βλαβερή τροφή τη μεταβάλλει σε θρεπτικό συστατικό.
Και σας λέω ένα παράδειγμα για να το καταλάβετε καλύτερα. Ο χοίρος έχει σώμα γερό. Η δε τροφή του είναι τα ξυλοκέρατα, τα κουκούτσια από τα φοινίκια και η λάσπη. Και όμως επειδή έχει γερό σώμα και αυτού του είδους την τροφή τη μεταβάλλει σε θρεπτικά συστατικά.
Έτσι και εμείς, αν έχουμε καλές αρχές και καλή πνευματική κατάσταση, μπορούμε, όπως είπα πριν, από το καθετί, και αν ακόμη δεν είναι ωφέλιμο, να ωφελούμαστε. Και πολύ ωραία λέει ο σοφός Σολομών στις Παροιμίες: «Αυτός που βλέπει ήρεμα και γλυκά προκαλεί τη συμπάθεια των άλλων» (Παροιμ. 12,13) Και αλλού λέει: «Σ’ όποιον λείπει η φρόνηση όλα έρχονται αντίθετα και ανάποδα» (Παροιμ. 14,7)

(αββά Δωροθέου, εκδ. Ετοιμασία σελ.393-397)

Η ιστορία της Φάλαινας

    Αναρωτηθήκατε ποτέ πως οι εκπαιδευτές φαλαινών στο Πάρκο Θαλάσσιος Κόσμος καταφέρνουν να κάνουν τον Σαμού, τη φάλαινα των εννιάμισι τόνων, να πηδά εφτά μέτρα πάνω από το νερό και να κάνει κόλπα; Βάζουν τη φάλαινα να περάσει πάνω από ένα σκοινί, τόσο ψηλά τοποθετημένο που σου κόβεται η ανάσα. Είναι μια μεγάλη πρόκληση – το ίδιο μεγάλη με αυτές που αντιμετωπίζουμε καθημερινά ως γονείς, προπονητές και στελέχη επιχειρήσεων.
    Μπορείτε  να φανταστείτε την τυπική μέθοδο των επιχειρήσεων να εφαρμόζεται σ’ αυτή την περίπτωση; Το πρώτο πράγμα που θα κάναμε θα ήταν να βάλουμε το σκοινί κατευθείαν στα εφτά μέτρα – γιατί να καταφεύγουμε σε ημίμετρα; Αυτό ονομάζεται καθορισμός των στόχων ή σχεδιασμός στρατηγικής. Αφού έχουμε ξεκαθαρίσει το στόχο, έπειτα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο για να δώσουμε κίνητρο στη φάλαινα. Παίρνουμε λοιπόν ένα κουβά με ψάρια και τον βάζουμε ακριβώς επάνω από το σκοινί, στο ύψος των εφτά μέτρων – δεν πρέπει να αμείβουμε τη φάλαινα, αν δεν κάνει αυτό που της ζητάμε. Μετά πρέπει να της δώσουμε οδηγίες. Σκύβουμε λοιπόν από την ωραία μας, ψηλή και στεγνή εξέδρα και φωνάζουμε, «Πήδα, φάλαινα!»
    Και η φάλαινα κάθεται εκεί που είναι.
    Πως λοιπόν τα καταφέρνουν οι εκπαιδευτές στο Θαλάσσιο Κόσμο; Βασική τους προτεραιότητα είναι να ενισχύουν τη συμπεριφορά που θέλουν να επαναληφθεί – σ’ αυτή την περίπτωση, να περάσει η φάλαινα πάνω απ’ το σκοινί. Διαμορφώνουν το περιβάλλον, έτσι ώστε να είναι σίγουροι ότι δεν θα υπάρχει καμία περίπτωση να αποτύχει η φάλαινα. Αρχίζουν, τοποθετώντας το σκοινί κάτω από την επιφάνεια του νερού, σε ένα σημείο όπου η φάλαινα δεν μπορεί παρά να περάσει από πάνω του. Κάθε φορά που η φάλαινα περνάει πάνω απ’ το σκοινί, λαμβάνει θετική ενίσχυση. Την ταΐζουν ψάρια, τη χαϊδεύουν και παίζουν μαζί της.
    Τι συμβαίνει όμως, όταν η φάλαινα περνά κάτω από το σκοινί; Τίποτα – ούτε ηλεκτροσόκ ούτε εποικοδομητική κριτική ούτε επιπλέον οδηγίες ούτε “αρνητικός χαρακτηρισμός” της στα αρχεία  του προσωπικού. Οι φάλαινες μαθαίνουν ότι η μη επιθυμητή συμπεριφορά τους απλά δεν αμείβεται.
    Η θετική ενίσχυση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της απλής αρχής που παράγει τόσο θεαματικά αποτελέσματα. Καθώς η φάλαινα αρχίζει να περνάει πιο συχνά πάνω απ’ το σκοινί παρά από κάτω, οι εκπαιδευτές αρχίζουν να το υψώνουν. Πρέπει να υψώνεται σχετικά αργά, ώστε η φάλαινα να μην πεινάσει ούτε βιολογικά ούτε συναισθηματικά.
    Το πρώτο απλό μάθημα που μας διδάσκουν οι εκπαιδευτές φαλαινών είναι να γιορτάζουμε. Δώστε έμφαση στις μικρές, καθημερινές χαρές που συμβαίνουν πιο συχνά στη ζωή σας. Το δεύτερο μάθημα είναι να κάνουμε όσο δυνατόν λιγότερη κριτική. Οι άνθρωποι από μόνοι τους καταλαβαίνουν πότε κάνουν λάθη. Αυτό που χρειάζονται είναι βοήθεια. Αν κάνουμε λιγότερη κριτική και επιβάλλουμε μικρότερες τιμωρίες από τις αναμενόμενες, οι άνθρωποι δεν ξεχνούν το γεγονός και συνήθως δεν το επαναλαμβάνουν.
    Κατά τη γνώμη μου, οι περισσότερες επιτυχημένες επιχειρήσεις σήμερα έχουν ένα ποσοστό επιτυχίας σε ό,τι κάνουν μεγαλύτερο από ενενήντα πέντε τοις εκατό. Εμείς όμως τι κάνουμε; Την περισσότερη ώρα ασχολούμαστε με το να δίνουμε οδηγίες για όλα εκείνα τα πράγματα που δεν θέλουμε να επαναληφθούν ή που δεν θα έπρεπε να είχαν συμβεί καθόλου.
    Πρέπει να δημιουργήσουμε συνθήκες τέτοιες που δεν θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να αποτύχουν. Πρέπει να γιορτάζουμε, να κάνουμε λιγότερη κριτική… και να ξέρουμε μέχρι που να υψώσουμε το σκοινί.

    Τσαρλς Α. Κούνραντ

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την ψυχή στο χώρος της δουλειάς, σελ. 69-70, εκδ. Διόπτρα)

"Πολλές φορές αμφιβάλλει κάποιος μέσα του λέγοντας· όταν στις συμφορές αμαρτάνει κανείς από θλίψη, πώς μπορεί να σκεφτεί ότι αυτές έρχονται για το συμφέρον μας;

Δεν αμαρτάνουμε στις συμφορές παρά μόνο διότι είμαστε ανυπομόνευτοι και δεν θέλουμε να βαστήξουμε μικρή θλίψη ή να πάθουμε κάτι το αντίθετο με τις επιδιώξεις μας, επειδή ο Θεός δεν επιτρέπει να μας επιβληθεί βάρος ανώτερο από τη δύναμή μας, καθώς είπε ο Απόστολος· «πιστός είναι ο Θεός, ο οποίος δεν θα επιτρέψει να πειραστείτε παραπάνω από όσο μπορείτε (Α΄Κορ. 10,13)».
Αλλά εμείς είμαστε που δεν έχουμε υπομονή, που δεν θέλουμε να κοπιάσουμε ούτε για λίγο, που δεν ανεχόμαστε να δεχτούμε ποτέ κάτι με ταπείνωση.

Για αυτό συντριβόμαστε και όσο προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τους πειρασμούς, τόσο επιβαρυνόμαστε από αυτούς και αποθαρρυνόμαστε και δεν μπορούμε να βγούμε από αυτούς.
Υπάρχουν άνθρωποι που κολυμπούν για ανάγκη στη θάλασσα· αυτοί, αν γνωρίζουν την τέχνη της κολύμβησης, όταν έρχεται το κύμα εναντίον τους, υποκύπτουν σε αυτό και αφήνονται από κάτω του έως ότου περάσει και έτσι στη συνέχεια κολυμπούν ακίνδυνα. Εάν όμως θελήσουν να εναντιωθούν στο κύμα, αυτό τους απωθεί και τους εξακοντίζει μακριά. Όταν αρχίζουν να κολυμπούν πάλι, έρχεται άλλο κύμα επάνω τους· εάν πάλι εναντιωθούν, πάλι τους απωθεί και τους ρίχνει προς τα έξω, και απλώς καταπονούνται χωρίς να προχωρούν. Εάν όμως, όπως είπα, υποκύψουν στο κύμα και ταπεινωθούν από κάτω του, περνά χωρίς να τους βλάπτει και συνεχίζουν κολυμπώντας όσο θέλουν και εκτελώντας το έργο τους.
Έτσι συμβαίνει και με τους πειρασμούς· εάν κανείς βαστάξει τον πειρασμό με υπομονή και ταπείνωση, τον ξεπερνά χωρίς βλάβη, εάν όμως επιμένει να θλίβεται, να ταράσσεται, να κατηγορεί τον καθένα, τιμωρεί τον εαυτό του, δυναμώνοντας τον πειρασμό εναντίον του εαυτού του, και από αυτά δεν ωφελείται, αλλά και βλάπτεται. Διότι οι πειρασμοί ωφελούν πολύ αυτόν που τους υπομένει ατάραχα".
(εκδόσεις ΕΠΕ,Φιλοκαλία τόμος 12, σελ 521-523)


Ο σύντροφος του εξορίστου Ντοστογιέφσκυ

Ο Ντοστογιέφσκυ έσερνε τα βήματά του με την συνοδεία βαρβάρων, στον βαρβαρώτερο τόπο της εξορίας: Την Σιβηρία. Ήταν αντίπαλος του καθεστώτος. Σ’ έναν από τους σταθμούς του θλιβερού ταξιδιού του, μια γυναίκα τούβαλε στο χέρι 25 ρούβλια, αρκετά για να αγοράση λίγο ψωμί, σαπούνι, ρούχα, όχι όμως και τη γαλήνη του πνεύματός του. Αλλά μαζί με το χαρτονόμισμα τούδωσε και μια Αγία Γραφή. Αυτή η Βίβλος βοήθησε να μην πεθάνη το μεγάλο πνεύμα του Ντοστογιέφσκυ. Στις σελίδες της έσβησε τη δίψα της ψυχής του.
Και ενώ τα πόδια επλήγιαζαν στην γη της εξορίας, το πνεύμα του εξεκουραζόταν στην Πατρίδα της Πίστεως, της Ειρήνης, της Αγάπης…


Η φωνή του Πνεύματος

Διηγούνται, πως κάποτε μια συντροφιά ασεβών  βρήκε τρόπο διασκεδάσεως τη διακωμώδηση του ιερού Ευαγγελίου. Πήρε ο πρώτος της παρέας στα χέρια του την  αγία Γραφή και άρχισε να διαβάζη απομιμούμενος τη φωνή του ιερέως του. Το κομμάτι που διάβαζε, ήταν κατά τύχην η παραβολή του Ασώτου.
«Άνθρωπος τις είχε δύο υιούς», εδιάβαζε ο κωμωδός. «Και συναγαγών άπαντα ο νεώτερος απεδήμησεν εις χώραν μακράν…». «Σαν και σένα, Γιάννη», του φώναξε ο πιο έξυπνος και η παρέα άρχισε να καγχάζη.
«Και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού, ζων ασώτως». «Σαν και σένα, Γιάννη», του ξαναφώναξαν  αστεϊζόμενοι.  Αλλ’ εκείνος αυτή τη φορά δε μίλησε. Κάτι ένοιωθε μέσα του, καθώς έβλεπε μέσα στις γραμμές της παραβολής, που θέλησε να περιγελάση, να αναδύεται ο ίδιος ο εαυτός του. Ένας κόμπος  έδενε το λαιμό του. Και όταν έφθασε στο «Αναστάς, πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου», ξέσπασε σε δάκρυα. Οι άλλοι τον κύτταζαν κατάπληκτοι. Αλλ’ εκείνος «αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού». Το πνεύμα του Θεού του είχε μιλήσει σε μια αναπάντεχη στιγμή με ένα εντελώς ξεχωριστό τρόπο…
Και σε σένα κράζει το Πνεύμα, φίλε αναγνώστα. Προσπάθησε ν’ ακούσης τη φωνή του. «Εξαπέστειλεν ο Θεός το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών, κράζον, Αββά ο πατήρ». Ακούεις την  κραυγή του;  (Από το βιβλίο «Ύδωρ εκ Πέτρας» του κ. Κ. Κούρκουλα)

Απαραίτητη ώρα

Ο περίφημος πρόεδρος των Ηνωμένων πολιτειών Αβραάμ Λίνκολν, εκάλεσε κάποτε ένα συνεργάτη του εις ακρόασιν στις 5 το πρωί. Παρά τέταρτο ο προσκεκλημένος βρισκόταν στα γραφεία του προέδρου και ήκουε συζήτησιν.
- Ποιος είναι μέσα; Ηρώτησε τον θυρωρόν.
- Ο Πρόεδρος, κύριε.
- Συζητεί με κανέναν;
- Όχι, μελετά την Αγία Γραφήν.
- Τόσο πρωί;
- Μάλιστα, κύριε. Ο Πρόεδρος από τις 4 έως τις 5 κάθε πρωί μελετά την Αγίαν Γραφήν και προσεύχεται.
Άραγε στο δικό μας πρόγραμμα υπάρχει μια τέτοια ώρα;

Γιατί είναι γραμμένος ο λόγος του Θεού (Χρυσόστομος)
Θα ήταν βέβαια πιο καλά να μην έχουμε καθόλου ανάγκη από τα γράμματα, αλλά να παρουσιάζουμε βίο έτσι καθαρό, ώστε η χάρις του Θεού, αντί σε βιβλία, να είναι τυπωμένη στις ψυχές μας. Κι όπως το χαρτί είναι γραμμένο με μελάνι, έτσι κι η καρδιά μας να είναι γραμμένη με το Άγιο Πνεύμα. Αλλά μια και ξεπέσαμε από τέτοια χάρι, ας εκμεταλλευόμαστε τουλάχιστο αυτόν τον δεύτερο τρόπο.
Αφού είναι κακό να χρειαζώμαστε τα γράμματα και να μην μπορούμε να δεχθούμε απ’ ευθείας το Πνεύμα , σκέψου τι βαρειά ευθύνη πέφτει επάνω μας, όταν δεν επωφελούμαστε από τη βοήθεια των γραμμάτων. (Χρυσόστομος)

Η λυδία λίθος της ψυχής (Χρυσόστομος)
Οι χρυσοχόοι έχουν μίαν πέτραν πολύτιμον, που την ονομάζουν λυδίαν λίθον. Η πέτρα αυτή έχει την ιδιότητα να ξεχωρίζη το πραγματικό χρυσάφι από το κίβδηλο.
Αλλά μια τέτοια πέτρα, μια τέτοια λυδία λίθος, με την οποίαν ημπορούμεν να ξεχωρίσωμεν την αρετήν από την κακίαν, τους πραγματικούς χριστιανούς από τους ψεύτικους, είναι η Αγία Γραφή. Θέλεις να ιδής αν είσαι γνήσιος ή ψεύτικος χριστιανός; Σε συμβουλεύω ν’ αγοράσης αυτήν την λυδίαν λίθον, την Γραφήν, και ν’ αρχίσης να την μελετάς προσεκτικά. Κάθε φορά που θα διαβάζης έναν στίχον, να ελέγχης τον εαυτόν σου και να τον ερωτάς: αυτό που γράφεται εδώ, το εφήρμοσα; Από την στιγμήν αυτήν θ’ αρχίσης να μπαίνης εις το μεγάλο νόημα του Χριστιανισμού και να γίνεσαι συνειδητός χριστιανός.
(Χρυσόστομος)

Η μελέτη της Γραφής

«Επί πολύν καιρόν εζάλιζα τον εαυτόν μου – λέγει ένας γέρων – δια μερικά δυσνόητα μέρη της Αγίας Γραφής. Ήτο αδύνατον να τα καταλάβω, ή να έχω ικανοποιητικήν ερμηνείαν από άλλους πιο εντριβείς εις τας Γραφάς.

Τέλος, είπα, θα κάνω εις την μελέτην της Γραφής, ό,τι κάνω και όταν τρώγω ψάρι. Όταν συναντώ κάτι τι, που δεν το εννοώ, το αφήνω κατά μέρος και λέγω αυτό είναι «κόκκαλο». Γιατί να πνιγώ με το κόκκαλο, ενώ λέγω ίσως τα καταφέρω να βγάλω και από το κόκκαλο τροφήν. Μεγάλος είναι ο Θεός! Και προσεύχομαι πάντα, να μου ανοίγη ο Θεός τα μάτια, να βλέπω τα θαυμάσια Του, εν τω λόγω της αληθείας Του, τη Αγία Γραφή.
Δεν βιάζομαι και δεν εκβιάζω ερμηνείας. Ένα πράγμα που δεν εννοούσα άλλοτε, με εφώτισε ο Θεός και το κατάλαβα σήμερον. Όλα θέλουν καιρόν και υπομονήν. Η υπομονή είναι σοφία, και αποβαίνει πάντοτε, συν Θεώ σωτηρία».

(από το βιβλίο Ψιχία από της τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

(Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος: Λόγος προς τον ηγούμενο Λεόντιο, για τους αγίους Πατέρες της Σκήτης και για την διάκριση.Φιλοκαλία τόμος Α)

«Θυμάμαι ότι κάποτε, όταν ήμουν νέος, πήγα στα μέρη της Θηβαΐδας, όπου έμενε ο μακάριος Αντώνιος. Είχαν μαζευτεί γέροντες κοντά του και συζητούσαν για την τελειότητα της αρετής, ποια άραγε να είναι η μεγαλύτερη από τις αρετές που μπορεί να προφυλάξει το μοναχό από τα δίχτυα του διαβόλου και την απάτη του χωρίς να βλαφτεί. Ο καθένας λοιπόν όπως το σκεφτόταν ο νους του, έλεγε τη γνώμη του.
Και άλλοι έλεγαν, η νηστεία και η αγρυπνία, γιατί με τις αρετές αυτές ο νους γίνεται πιο λεπτός και έρχεται η αγνότητα και μπορεί έτσι κανείς να πλησιάζει ευκολότερα τον Θεό. Άλλοι έλεγαν, η ακτημοσύνη και η καταφρόνηση των πραγμάτων που έχει κανείς δικά του, γιατί έτσι η διάνοια ελευθερώνεται από τα πολύπλοκα σχοινιά της κοσμικής φροντίδας και μπορεί ευκολότερα να προσεγγίζει το Θεό.
Άλλοι προτίμησαν την αρετή της ελεημοσύνης, γιατί ο Κύριος λέει στα Ευαγγέλια: “Ελάτε οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, κληρονομήσετε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας από τον καιρό της δημιουργίας του κόσμου, γιατί πείνασα και μου δώσατε φαγητό κλπ.”(77). Και ο καθένας έλεγε με αυτό το τρόπο διάφορες αρετές, με τις οποίες κατά τη γνώμη του μπορούσε να προσεγγίσει ο άνθρωπος το Θεό, και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας με τη συζήτηση αυτή.

Τελευταίος από όλους αποκρίθηκε ο μακάριος Αντώνιος:
«”Όλα αυτά που είπατε, και αναγκαία είναι και συμφέροντα για εκείνους που ζητούν τον Θεό και επιθυμούν να έρθουν σ’ Αυτόν. Αλλά δεν μας επιτρέπεται να δώσομε σ’ αυτές τις αρετές τα πρωτεία, επειδή έχομε δει πολλούς που έκαναν μεγάλες νηστείες και αγρυπνίες και αποτραβήχτηκαν στην έρημο, και είχαν τέλεια ακτημοσύνη, ώστε μηδέ την καθημερινή τροφή τους να κρατούν για τον εαυτό τους, και την ελεημοσύνη κατόρθωσαν τόσο πολύ, ώστε να μην φτάνουν τα υπάρχοντά τους για να δώσουν. Και ύστερα ξέπεσαν αξιολύπητα από την αρετή και γλύστρησαν στην κακία.
Ποιο λοιπόν είναι εκείνο που τους έκανε να πλανηθούν από τον ίσιο δρόμο; Όχι τίποτε άλλο, κατά το δικό μου συμπέρασμα και τη γνώμη μου, παρά το ότι δεν είχαν το χάρισμα της διακρίσεως. Γιατί η διάκριση διδάσκει τον άνθρωπο ν’ αφήνει τις υπερβολές κι από τα δύο μέρη και να βαδίζει το βασιλικό δρόμο. Και ούτε επιτρέπει με την άμετρη εγκράτεια να εξαπατάται κανείς από τα δεξιά, ούτε πάλι να σέρνεται στην αδιαφορία και χαλαρότητα από τ’ αριστερά. Και είναι η διάκριση ένα μάτι της ψυχής και λυχνάρι, κατά το Ευαγγέλιο που λέει: “Το λυχνάρι του σώματος είναι το μάτι. Αν λοιπόν το μάτι σου γίνει απλό, θα είναι φωτεινό όλο το σώμα σου. Αν όμως το μάτι σου είναι σκοτεινό, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό”(78).
Έτσι έχει το πράγμα. Επειδή η διάκριση, αφού εξετάσει όλες τις σκέψεις και τις πράξεις του ανθρώπου, διακρίνει και ξεχωρίζει κάθε τι κακό και μη αρεστό στο Θεό και απομακρύνει την πλάνη. Κι αυτό μπορεί να το μάθει κανείς και από τα εξιστορούμενα στις ιερές Γραφές. Ο Σαούλ που σ’ αυτον πρώτο εμπιστεύτηκε ο Θεός τη βασιλεία του Ισραήλ(79), επειδή δεν είχε αυτό το μάτι της διακρίσεως, σκοτίσθηκε η διάνοιά του και δεν μπόρεσε να διακρίνει ότι από το να προσφέρει θυσία, ήταν πιο αρεστό στο Θεό να υπακούσει στην παραγγελία του Αγίου Σαμουήλ. Και από εκείνο που νόμιζε ότι λατρεύει το Θεό, από αυτό έσφαλλε και διώχτηκε από τη βασιλεία. Αυτό δεν θα το πάθαινε αν είχε το φως της διακρίσεως μέσα του. Αυτή την αρετή και ο Απόστολος την ονομάζει ήλιο, λέγοντας: «”Ας μη βασιλεύει ο ήλιος και σας αφήνει οργισμένους”(80). Αυτή λέγεται και κυβέρνηση της ζωής μας, σύμφωνα με το γραμμένο: “Όσοι δεν έχουν κυβέρνηση, πέφτουν όπως τα φύλλα”(81). Αυτή ονομάζεται και προσεκτική σκέψη από τη Γραφή, και χωρίς αυτήν, διδασκόμαστε από την Γραφή να μην κάνομε τίποτε, έτσι ώστε και το πνευματικό κρασί το οποίο ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου(82) δεν επιτρέπεται να το πίνει κανείς χωρίς διάκριση, σύμφωνα με το ρητό: “Να πίνεις το κρασί με προσοχή”(83), και “Πόλη κατασκαμμένη και ατείχιστη είναι ο άνθρωπος που δεν ενεργεί σε όλα με προσεκτική σκέψη”(84).
Με τη διάκριση συγκροτείται η σοφία, η νόηση και η εσωτερική αίσθηση, χωρίς τα οποία ούτε το εσωτερικό μας σπίτι μπορεί να χτιστεί, ούτε ο πνευματικός πλούτος να μαζευτεί, σύμφωνα με το ρητό: “Με τη σοφία χτίζεται το σπίτι, με τη σύνεση ψηλώνει και με τη φρόνηση γεμίζουν πλούτη οι αποθήκες”(85). Αυτή λέγεται και στέρεη τροφή εκείνων που από την άσκηση και συνήθεια έχουν γυμνασμένα τα πνευματικά αισθητήρια και διακρίνουν εύκολα μεταξύ του καλού και του κακού(86).
Από αυτά αποδεικνύεται φανερά ότι χωρίς το χάρισμα της διακρίσεως δεν συγκροτείται αρετή ή δε μένει σταθερή μέχρι το τέλος, επειδή η διάκριση είναι μητέρα και φύλακας όλων των αρετών.
Αυτή ήταν η γνώμη του Αντωνίου, με την οποία συμφώνησαν οι λοιποί πατέρες»

77. Ματθ. 25, 35.
78. Ματθ. 6, 22.
79. Α΄ Βασιλ. 5, 17-23.
80. Εφ. 4, 26.
81. Παροιμ. 11, 14.
82. Ψαλμ. 103, 15.
83. Παροιμ. 24, 33.
84. Παροιμ. 25, 28.
85. Παροιμ. 24, 4.
86. Εβρ. 5, 14.

Σελίδα 1 από 3

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (205) Αγάπη Θεού (55) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (44) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (57) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (9) άγιοι (21) άγιος (90) αγνότητα (7) άγχος (14) αγώνας (65) αγώνας πνευματικός (32) αθεΐα (100) αιρέσεις (74) αλήθεια (29) αμαρτία (70) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (72) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (152) άνθρωπος (20) αντίχριστος (7) αξιώματα (5) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (71) ασθένεια (21) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (59) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (7) βιοηθική (10) γάμος (46) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (32) γνώση (6) γονείς (50) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (9) δάκρυα (10) δάσκαλος (13) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (43) διάβολος (48) διάκριση (47) διάλογος (3) δικαιοσύνη (5) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (116) εικόνες (18) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (6) εκκλησία (67) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (19) ελευθερία (17) Ελλάδα (16) ελπίδα (16) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (72) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (7) επιστήμη (69) εργασία (32) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (39) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (62) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (10) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (26) ευχαριστία (9) ζήλεια (2) ζώα (14) ηθική (6) ησυχία (9) θάνατος (111) θάρρος (19) θαύμα (73) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (48) Θεία Λειτουργία (47) θεία Πρόνοια (3) θέληση (7) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (8) θεολογία (14) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (116) θρησκείες (8) θυμός (36) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (9) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (24) ιερέας (54) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (3) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (6) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (22) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (15) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (45) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (8) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (12) κοινωνία (96) κόλαση (13) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (7) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (53) λείψανα (4) λογισμοί (39) λύπη (1) μαγεία (6) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (8) μελέτη (11) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (35) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (76) μητέρα (12) μίσος (1) ΜΜΕ (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (11) μοναχισμός (12) μόρφωση (14) μουσική (3) Ναός (4) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (16) Νικόλαος Άγιος (2) νους (15) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (8) όνειρα (22) οράματα (2) Ορθοδοξία (54) όρκος (1) πάθη (41) πάθος (4) παιδεία (10) παιδιά (24) Παΐσιος Όσιος (13) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (60) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (12) Παράδεισος (46) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (5) πίστη (160) πλούτος (17) πνευματική ζωή (78) πνευματικός πατέρας (18) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (14) πολιτισμός (5) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (27) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (47) προορισμός (6) προσευχή (157) προσοχή (6) προτεσταντισμός (18) προφητείες (2) ραθυμία (4) Ρωμαιοκαθολικισμός (14) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (29) Σταύρωση (13) συγχώρηση (9) συνείδηση (2) σχίσμα (6) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (22) ταπεινοφροσύνη (76) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (5) υπακοή (10) υπαρξιακά (47) υποκρισία (7) υπομονή (41) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (12) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (24) φως (2) χαρά (32) χάρις θεία (14) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (7) χριστιανός (30) Χριστός (13) Χριστούγεννα (38) χρόνος (18) ψεύδος (12) ψυχαγωγία (2) ψυχή (80) ψυχολογία (15)