Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

"πενομένων τροφή"
Η έλλειψις της τροφής είναι το βασικό χαρακτηριστικό του φτωχού. Ο λιμός για το καθημερινό ψωμί. Όσοι από εμάς ζήσαμε την Κατοχή 1941-44 ξέρομε τι θα πή πείνα για ψωμί. Για ένα κομμάτι ψωμί...

Το πρόβλημα του ψωμιού έχει ίσως ξεπερασθή σήμερα. Η αγωνία όμως για την επιβίωσι συνέχει ακόμα πολλούς ομοεθνείς μας και δισεκατομμύρια ανθρώπους σ' όλο τον κόσμο, τα 2/3 της ανθρωπότητας!
Οι πεινασμένοι, όσοι στερούνται το ψωμί βρίσκονται κάτω από τη σκέπη της Παναγίας . Άπειρα είναι τα θαύματά της που αναφέρονται στη διατροφή φτωχών και πεινασμένων ανθρώπων.
Όταν είμαστε παιδιά και ζητούσαμε ψωμί, ο πατέρας μου συνήθιζε να απαγγέλη το παλαιό μα ωραίο εκείνο ποιηματάκι:
"Χριστέ, δεν έχομε ψωμί στο σπίτι μας και κλαίμε
ιδές το καλαθάκι μας, άν ψέματα σου λέμε"!

Μικρό παιδί ο πατέρας μου είχε στερηθή το ψωμί και είχε γνωρίσει την πείνα και τη φτώχεια. Χάρις όμως στην προστασία της Παναγίας, το πατρικό μου σπίτι "επερίσσευεν άρτων" (πρβλ. Λουκ. ιε' 17). Όλες οι παλαιότερες γενεές που γνώρισαν την αγωνία για τον "επιούσιο" έχουν πολλά να διηγηθούν για τη θαυμαστή διατροφή τους από το Θεό Πατέρα.

Η σημερινή χορτασμένη γενεά δεν αποδεχέται εύκολα την μαρτυρία αυτή των παλαιοτέρων, όπως και οι νεώτερες γενεές των Ισραηλιτών δεν αποδέχονταν τις θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού στην ιστορία του έθνους των. Γι' αυτό ό,τι είπε ο Μωϋσής για τη γενεά εκείνη, ισχύει προφητικά και για τη σημερινή:

"Έφαγε...και ενεπλήσθη και απελάκτισε (κλώτσησε) ο ηγαπημένος (=η αγαπημένη νέα γενιά) - ελιπάνθη, επαχύνθη, επλατύνθη και εγκατέλειπε τον Θεόν" (Δευτ. λβ' 15).
Από το άλλο μέρος, έχει δίκιο ο λαός που λέει: "Ο χορτάτος δεν μπορεί να καταλάβη τον πεινασμένο"! Ευτυχώς όμως που για τους φτωχούς υπάρχει ο Θεός και η σκέπη της Παναγίας.

Και αν όλοι τους εγκαταλείψουν ο Ουράνιος Πατέρας δεν θα τους εγκαταλείψη, κατά την αδιάψευστη μαρτυρία της Γραφής: "σοι εγκαταλέλειπται (=στην προστασία σου έχει εγκαταλειφθή) ο πτωχός, ορφανώ συ ήσθα βοηθός" (Ψαλμ. 9,35)


(ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ-ΕΥΘΜΙΟΥ Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ. "Η ΠΡΩΤΗ-ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ". εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 286-287)

Τώρα, υπάρχει ένα άλλο στοιχείο σχετικά με την ποιότητα της ζωής που θεωρώ σημαντικό. Είναι ο “σκοπός”. Αυτό που προηγουμένως περιέγραψα είτε με δυο λέξεις για τον εαυτό μου είτε για τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν ξεκάθαρο: Ο σκοπός, εκείνη τη δεδομένη στιγμή, ήταν η επιβίωση. Η ποιότητα της ζωής βελτιωνόταν ή χειροτέρευε ανάλογα με το τι καθιστούσε την επιβίωση δυνατή ή αδύνατη, τι στήριζε ή εμπόδιζε την επιβίωση. Και μπορεί αυτό να αφορούσε πολύ μικρά πράγματα, π.χ., το να μπορέσεις να κρυφτείς όταν σε κυνηγά η Γκεστάπο, το να μπορέσεις να βρεις λίγη τροφή, κάτι το ελάχιστο, που για σένα όμως θα ήταν πολύ σημαντικό.
Να δώσω κι άλλο παράδειγμα: Στον πόλεμο ήμουν χειρούργος σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο στο Μέτωπο. Μια μέρα μας έφεραν ένα Γερμανό χτυπημένο στο χέρι. Είχε πάθει γάγγραινα και ο δείκτης του δεξιού του χεριού έπρεπε να ακρωτηριαστεί, και αυτό μου υπέδειξε ο αρχιάτρος με μια του κίνηση. Ο τραυματίας τότε κοίταξε γύρω του και είπε στα Γερμανικά: “Είμαι ωρολογοποιός”. Ξέρετε τι σημαίνει για έναν ωρολογοποιό να χάσει τον δείκτη του δεξιού του χεριού; Δεν θα μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμά του, δεν θα μπορούσε να ζήσει ούτε τον εαυτό του ούτε την οικογένειά του. Έτσι, πρότεινα να προσπαθήσω να σώσω το δάχτυλό του. Εργάστηκα τρεις εβδομάδες ενάντια σε κάθε λογική. Ο αρχίατρος μου έλεγε: “Είσαι τρελός. Έχουμε πόλεμο κι εσύ πασχίζεις για βδομάδες τώρα να σώσεις αυτό το δάχτυλο;”.

Όμως εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι είχα δίκιο. Διότι ίσως σήμερα, σε κάποια γερμανική κωμόπολη ή χωριό, υπάρχει ένας άνθρωπος που γύρισε σπίτι του, έθρεψε την οικογένειά του, επέζησε, και θυμάται έναν νεαρό τρελό χειρουργό που έδωσε το χρόνο του για να το καταφέρει. Σ' αυτή την περίπτωση η ποιότητα ζωής δεν ήταν άλλη από αυτό το δάχτυλο. Όσο για μένα, ο λόγος που το έκανα ήταν όχι μόνο για να σώσω ένα δάχτυλο. Δεν επρόκειτο για μια χειρουργική επέμβαση, επρόκειτο για μια ανθρώπινη επέμβαση που ξεπερνούσε αυτό το δάχτυλο και αυτό τον άνθρωπο. Έφτανε ως την οικογένειά του, δημιουργούσε μια νέα κατάσταση, μια νέα σχέση ανάμεσα σε έναν αιχμάλωτο και σ' εκείνον που τον αιχμαλώτισε. Μέσα στον πόλεμο αυτό ήταν μια όαση ανθρωπιάς και αγάπης.
Ένα άλλο στοιχείο της ποιότητας ζωής είναι το “νόημα” και αυτό δεν είναι ακριβώς το ίδιο με τον “σκοπό”. “Νόημα” σημαίνει ότι αποδίδεις σημασία σε αυτό που σου συμβαίνει – ζωή ή θάνατος. Και πάλι θα δώσω ένα-δύο παραδείγματα που θα το εξηγήσουν αυτό καλύτερα από οτιδήποτε θα μπορούσα να πω.  Το πρώτο παράδειγμα είναι μιας Ρωσίδας καλόγριας, της αδελφής Μαρίας, που συνελήφθη από τους Γερμανούς γιατί έσωζε Εβραίους κρύβοντάς τους στο σπίτι της. Κρατήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για μερικά χρόνια, και δυο πράγματα ξεχωρίζουν: το ένα ήταν ότι μοιραζόταν τη μισή από την τροφή της με τους πιο αδύναμους, αυτούς που ήταν κοντά στον θάνατο.

Αυτό ήταν νόημα, δεν ήταν σκοπός, γιατί σκοπός θα ήταν η δική της επιβίωση. Νόημα σημαίνει “δεν έχει σημασία αν ζήσω ή αν πεθάνω, σημασία έχει να ζήσει αυτή η άλλη γυναίκα”. Αργότερα τελείωσε τη ζωή της με τον ίδιο τρόπο. Οι Γερμανοί είχαν ξεχωρίσει μια ομάδα γυναικών για να τις στείλουν στους θαλάμους αερίων. Μια από αυτές, μια νέα 19 ετών, φώναζε και χτυπιόταν, έκλαιγε από τον τρόμο. Η αφελφή Μαρία πήγε κοντά της και της είπε:

“Μη φοβάσαι, η τελευταία λέξη δεν είναι θάνατος, είναι ζωή”. Και το κορίτσι είπε: “Το πιστεύεις αυτό; Μπορείς να μου το αποδείξεις;”.

Τότε η αδελφή απάντησε: “Ναι, μπορώ να σου το αποδείξω. Θα έρθω μαζί σου στο θάλαμο αερίων”.

Και ανάμεσα στις άλλες, πήγε στον θάλαμο αερίων και τελείωσε εκεί, καθιστώντας τον θάνατο της νέας κοπέλας γεγονός ελπίδας και όχι απελπισίας.
Κι άλλο παράδειγμα: Συνάντησα κοντά στη Ρίγα, στη Λετονία, πριν από μερικά χρόνια έναν άνδρα στην ηλικία μου. Είχε περάσει εικοσιπέντε χρόνια της ζωής του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και σε φυλακές. Καθόταν απέναντί μου και με μάτια που έλαμπαν από ευγνωμοσύνη και θαυμασμό μου είπε: “Καταλαβαίνεις πόσο υπέροχα καλός ήταν ο Θεός μαζί μου; Οι σοβιετικές αρχές δεν επέτρεπαν σε ιερείς να βρίσκονται μέσα σε φυλακές ή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, κι Αυτός επέλεξε εμένα, έναν άπειρο ιερέα, και με έβαλε πέντε χρόνια φυλακή και εικοσιένα χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για να υπηρετώ αυτούς τους ανθρώπους που με χρειάζονταν περισσότερο από ό,τι οι άλλοι που ήταν απέξω”. Ο Θεός ήταν ελεήμων, καλός, μαζί του. Του είχε δώσει σκοπό, και τούτος ο σκοπός ήταν πλήρης νοήματος γι' αυτόν.
Έτσι, λοιπόν, επιστρέφοντας πάλι σ' αυτό το θέμα της ποιότητας της ζωής, πρέπει να αναλογιστούμε με πολλή ειλικρίνεια τι είναι η ποιότητα της ζωής. Είναι η πολυτέλεια, τα πλούτη, η δυνατότητα να έχουμε όλα όσα ονειρευόμαστε; Ή είναι κάτι απείρως ουσιαστικότερο, είναι δηλαδή η αίσθηση της αξίας της ζωής αυτής καθεαυτήν και η αίσθηση ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε συγκρινόμενος με αυτή τη ζωή;
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 96-100)

“Το οικοδόμημα της ειρήνης”.

Ίσως να φαίνεται άσχετο με το θέμα μας, όμως δεν είναι: Αν δεν υπάρχει μέσα μας αρμονία, δεν μπορούμε να είμαστε εμείς πηγή αρμονίας. Δεν έχει νόημα να μιλάμε για ειρήνη, αν μέσα μας δεν υπάρχει ειρήνη. Και η εσωτερική ειρήνη αρχίζει με κάτι βασικό, απόλυτο, με το αν δηλαδή βρισκόμαστε σε σχέση ειρήνης με το Θεό. Αυτό προϋποθέτει ειρήνη με την ίδια μας τη συνείδηση. Σημαίνει ότι έχουμε διαχωρίσει το νου από την καρδιά, σημαίνει ότι οι αμφιταλαντεύσεις έχουν καταλαγιάσει. Όχι απλά καταλαγιάσει, ή καταλαγιάσει στο μέτρο του δυνατού, αλλά ότι έχουν καταλαγιάσει πέρα από αυτό, σε κλίμακα θεϊκή, κι όχι στο μέτρο του τι μπορούμε να πετύχουμε με την εμπειρία μας, με την οξύνοια, με τον συμβιβασμό κ.λ.π.
Έπειτα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις αιτίες της απομάκρυνσης μας από τον Θεό εντός μας και από τον πλησίον μας. Τελικά, με βαθύτερη εξέταση, βρίσκουμε πως αιτίες είναι η απληστία, ο φόβος και το μίσος, με αυτήν ακριβώς τη σειρά. Η απληστία που γεννιέται από μια φαντασιακή αυταρέσκεια και επιθυμία του κατέχειν: να κάνω δικά μου όλα όσα μπορούν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες μου, να κάνω δικά μου όλα όσα μπορούν να βελτιώσουν την προσωπικότητά μου, την άνεση μου, την ασφάλειά μου.

Η απληστία του να κατέχω όχι μόνον υλικά αγαθά, όχι μόνον υψηλή διανόηση, αλλά ακόμη και πνευματικά αγαθά, να κατέχω τον Θεό όπως κάποιος κατέχει ένα αντικείμενο, να κατέχω την αλήθεια σαν να πρόκειται για προσωπική μου ιδιοκτησία. Η απληστία πάντοτε οδηγεί στο συναίσθημα ότι εκείνο που προσπαθούμε να κατέχουμε μπορεί να μας ξεφύγει και ότι εκείνο που ήδη κατέχουμε μπορεί να μας το πάρουν. Κι αυτό οδηγεί στον φόβο, όχι στον φόβο του Θεού, αλλά στον φόβο του πλησίον, διότι είναι ο πλησίον που αποτελεί τον κίνδυνο.
Από τη στιγμή που φοβόμαστε τον διπλανό μας, βρισκόμαστε απέναντί του, τον υποψιαζόμαστε, αποστασιοποιούμαστε, γινόμαστε επιθετικοί. Και τότε ξεκινά η εχθροπραξία. Πιθανώς όχι μεταξύ κρατών. Μπορεί να αρχίσει μέσα στην οικογένεια, ανάμεσα στο ανδρόγυνο, μεταξύ γονιών και παιδιών, μπορεί να αρχίσει στο χώρο της εργασίας, ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα ενός θεσμού.

Μπορεί να αρχίσει σε ένα οποιοδήποτε επίπεδο και να διαχυθεί σε όλα τα άλλα επίπεδα. Αν λοιπόν δεν είμαστε άνθρωποι που έχουμε εσωτερική ειρήνη με τη βαθύτερη και ουσιαστικότερη έννοια, δεν μπορούμε να έχουμε ούτε και εξωτερική ειρήνη. Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε ειρήνη γύρω μας, αν δεν την έχουμε μέσα μας, διότι δεν μπορούμε να μοιραστούμε την ειρήνη που δεν έχουμε.
Τώρα, αποτέλεσμα των παραπάνω είναι όλες εκείνες οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε μέσα κι έξω από την οικογένεια και οι οποίες καταλήγουν σ' έναν αέναο αγώνα ανάμεσα στους ανθρώπους. Η απάντηση είναι αυτό που είπε ο Χριστός: “Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, θα πρέπει να αποκυρήξει τον εαυτό του”. Αυτό  το “αποκυρήξει” είναι δύσκολη λέξη. Αν κοιτάξετε το ελληνικό κείμενο, σημαίνει “να αποστασιοποιηθεί”. Όλη μας τη ζωή, ζούμε με τρόπο εγωκεντρικό, ζούμε μεταξύ του εαυτού μας και όλου του γύρω κόσμου. Οι επιθυμίες, οι ελπίδες, οι φόβοι μας λειτουργούν σαν ένα διαχωριστικό παραπέτασμα ανάμεσα σ' εμάς και στους γύρω. Κι αυτό που λέει ο Χριστός είναι:

“Πρόσεχε, κοίτα γύρω σου. Όποτε ο εαυτός σου μπαίνει ανάμεσα σ'εσένα και σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ανάμεσα σ' εσένα και στον Θεό, ανάμεσα σ' εσένα και σε πράγματα μεγαλύτερα από εσένα, ανάμεσα σ' εσένα και στην ομορφιά του κόσμου, όποτε μπαίνει στη μέση το 'εγώ', πες απλά 'φύγε από μπροστά μου, μ' εμποδίζεις, παρεισφρέεις'”.
Ο αγώνας μας για εσωτερική ειρήνη ξεκινά μέσα μας, απελευθερώνοντάς μας από τον εαυτό μας και κοιτάζοντας προς τον έξω κόσμο. Τη στιγμή που θα κοιτάξουμε προς τα έξω, θα κατανοήσουμε ότι η απληστία, ο φόβος, το μίσος, δεν έχουν θέση στη δημιουργία μιας οικογένειας, μιας κοινωνίας, ενός έθνους, ή μιας κοινοπολιτείας εθνών . είναι καταστροφικά. Επιπλέον, ακόμη κι αν μπορούσαμε να χτίσουμε έναν κόσμο εντελώς αρμονικό εφευρίσκοντας έξυπνους συμβιβασμούς ώστε να μη βλάπτεται κανένας και να είναι όλοι αρκετά ικανοποιημένοι, ακόμη και τότε δεν θα είχαμε ούτε ειρήνη, ούτε και τις διαστάσεις ενός κόσμου αντάξιου του ανθρώπου. Διότι τα θεμέλια της πόλης των ανθρώπων που προσπαθούμε να χτίσουμε, της Νέας Ιερουσαλήμ, θα πρέπει να είναι τόσο βαθιά, τόσο πλατιά και τόσο ιερά, που να είναι αντάξια του πρώτου της Πολίτη, του Ιησού Χριστού, του Υιού του Ανθρώπου, αλλά και του Θεού. Τίποτα λιγότερο.
Τώρα, αν έχουμε κατά νου να χτίσουμε μια τέτοια ιδανική πολιτεία, μια ειρήνη αντάξια του ίδιου του Θεού, θεϊκής κλίμακας, τότε πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν θα το καταφέρουμε αυτό μέσα από μια συνηθισμένη απλή  πρόοδο, δηλαδή από το χειρότερο στο καλύτερο και από το καλύτερο στο ακόμα πιο καλό. Αναγκαστικά θα υπάρξει σύγκρουση. Πρέπει να είναι κάτι διαφορετικό και που ταυτόχρονα θα πρέπει να συγκρουστεί με άλλα, γιατί, όταν μίλησα για απληστία, φόβο και μίσος, σκεφτόμουν μεν τον εαυτό μου, το ίδιο όμως ισχυεί και για τον γείτονά μου. Έτσι, κι αν εγώ μέσα μου έχω λύσει αυτά τα προβλήματα, παραμένει το ότι ο γείτονάς μου ενδεχομένως να μην τα έχει λύσει. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, ο Κύριος είπε:

“Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν”. Όχι “μάχαιραν” όπως στο “οι λάβοντες μάχαιραν εν μαχαίρη απολούνται”, αλλά “μάχαιραν” όπως την περιγράφει ο απόστολος Παύλος, ως το ξίφος της αλήθειας, το ξίφος του θείου λόγου το οποίο διαχωρίζει το φως από το σκοτάδι, το οποίο τέμνει τόσο βαθιά που χωρίζει τα οστά από τις αρθρώσεις, ένα είδος ακτίνας λέιζερ που ανελέητα και θαυματουργά διαχωρίζει αυτά που πρέπει να διαχωριστούν. Και είναι ο ρόλος μας ως Χριστιανών να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να διακρίνουμε, να είμαστε σε θέση να αξιολογούμε τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, τι αληθινό και τι ψεύτικο, τι του Θεού και τι του Σατανά, τι είναι καταστρεπτικό και τι εποικοδομητικό.
Πολύ συχνά ακούμε ανθρώπους να λένε ότι δεν πρέπει να κρίνουμε, με αποτέλεσμα ότι αρνούνται να αξιολογούν. Δεν μας ζητείται όμως να συγχέουμε, δεν μας ζητείται να μη διακρίνουμε ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Μας ζητείται να αξιολογούμε με ακρίβεια, να αξιολογούμε μέσα στο φως του Θεού, που είναι εντονότερο, δυνατότερο από το φως οποιουδήποτε ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό που μας ζητείται είναι να μη συγχέουμε αυτόν που έκανε την κακή πράξη με την ίδια την κακή πράξη, να μην ταυτίζουμε τα δύο σαν ο απέναντι μας να μην ήταν τίποτα άλλο παρά το ίδιο το κακό.
Ο Γάλλος συγγραφέας Ζαν Πωλ Σαρτρ λέει κάπου: “Ο Ιούδας δεν είναι προδότης επειδή πρόδωσε τον Χριστό, πρόδωσε τον Χριστό επειδή ήταν προδότης”. Όχι, δεν μπορείς να πεις ούτε και γι' αυτόν ακόμη τον Ιούδα πως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας προδότης, και ακόμα λιγότερο μπορούμε να πούμε για οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, οποιονδήποτε χωρίς εξαίρεση, ότι δεν έχει τίποτε καλό μέσα του και ότι όλος κι όλος είναι η πράξη που έκανε.

Ένας από τους χαρακτήρες του Ντοστογιέφσκι λέει: “Μη λες ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι κακοί. Καλοί είναι, αλλά η πράξη τους ήταν κακή”. Κι αυτό είναι η αλήθεια, διότι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιολογούμε τον εαυτό μας. Όταν έχουμε κάνει κάτι κατακριτέο ή άσχημο δεν διαγράφουμε τον εαυτό μας απλά σαν να είμαστε κακοί, μόνο λέμε, “Α, έκανα λάθος”. Ναι, και μπορούμε να διακρίνουμε το λάθος από το σωστό, γιατί υπάρχει σωστό και λάθος μέσα μας και γύρω μας.
“Illness – health; peace and war”, 1995
Metropolitan Anthony (after ab. 50 years of priesthood)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 77-82)

Το οικοδόμημα της ειρήνης
Όταν ήμουν νεαρός φοιτητής της ιατρικής, διδάχτηκα ότι η υγεία είναι μια πολύ ασταθής κατάσταση που καταλήγει στην ασθένεια. Κι όμως, η ασθένεια, όταν δεν καταλήγει στον θάνατο, είναι γεμάτη ελπίδα, γιατί θα καταλήξει στην επαναφορά της υγείας. Όμως αυτή η υγεία δεν είναι κάτι που μπορούμε να κατέχουμε με ασφάλεια. Είναι κάτι για το οποίο πρέπει συνεχώς να πασχίζουμε, να το κατακτούμε, να το συντηρούμε και να το διατηρούμε.

Νομίζω πως κάτι ανάλογο μπορεί να ειπωθεί και για την ειρήνη. Η ειρήνη δεν είναι μια σταθερή κατάσταση. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να κατέχουμε χωρίς να το προστατεύουμε, χωρίς να το ενδυναμώνουμε. Και δεν ξεκινά έτσι ξαφνικά.

Ο αγώνας υπέρ της ειρήνης δεν ξεκινά τη δεδομένη στιγμή που έχουμε πολιτικές εντάσεις μεταξύ κρατών, ή όταν επωάζονται εχθροπραξίες. Ξεκινά, πρώτα απ' όλα, μέσα μας.

Και θα ήθελα να πω κάτι γι' αυτή την όψη της ειρήνης, γιατί χωρίς αυτό δεν νομίζω πως μπορεί να γίνει κατανοητή η Ορθόδοξη προσέγγιση στην ειρήνη, στον πόλεμο, στις αντιπαραθέσεις εν γένει.
Βιώνουμε εντάσεις μέσα μας, μιαν έλλειψη αρμονίας που οφείλεται στο ότι οι ρίζες μας στον Θεό δεν είναι αρκετά βαθιές. Μεταφορικά, μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός είναι ο κώδικας της αρμονίας, το κλειδί της αρμονίας, εκείνο που θα έκανε ένα κείμενο κατανοητό, θα του έδινε δομή.

Άμα δεν υπάρχει ο κώδικας, δεν μπορούμε να διαβάσουμε το κείμενο, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι εννοεί. Το ίδιο ισχύει και για τις ανθρώπινες σχέσεις. Θα θυμάστε το απόσπασμα του προφήτη που λέει:

“Μιλούν για ειρήνη, και ειρήνη δεν θα τους δοθεί”. Διότι δεν υπάρχει τρόπος να οικοδομήσουμε ειρήνη με βάση τα πλεονεκτήματα που περιμένουμε από αυτήν ή με βάση τους φόβους που προκαλεί η έλλειψή της.

Η ειρήνη, πρώτα απ' όλα, ξεκινά με το να είμαστε γερά αγκυροβολημένοι στον Θεό.
Θυμηθείτε ξανά τον χαιρετισμό των αγγέλων τη νύχτα των Χριστουγέννων: “Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”. Αυτή είναι η σειρά των πραγμάτων. Χωρίς αυτή δεν μπορεί να επιβιώσει η ειρήνη, γιατί τότε θα στηρίζεται στον φόβο, στη δειλία ή στα επιθυμητά οφέλη. Αλλά, από τη στιγμή που αρχίζουμε να μιλάμε για οφέλη και πλεονεκτήματα, δημιουργούμε αντικρουόμενες επιθυμίες, ελπίδες, ανάγκες.
“Illness – health; peace and war”, 1995
Metropolitan Anthony (after ab. 50 years of priesthood)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 75-76)

Κάποτε ο Κολοκοτρώνης φιλοξένησε εν γνώσει του το φονιά του αδελφού του, ο οποίος νόμιζε ότι δεν τον ξέρει ο «Γέρος».
- Παιδί μου! λέει η μάνα του, δίνεις να φάει ψωμί ο φονιάς του παιδιού μου;
- Σώπα, μάνα· είπε ο στρατηγός. Αυτό είναι το καλύτερο μνημόσυνο του σκοτωμένου.
(Βαγγέλη Μιλλεούνη, Ιστορικά Ανέκδοτα, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 273-274)

O Victor Frankl γράφει:

«Η θρησκεία δεν πεθαίνει, και στο βαθμό στον οποίο αυτό αληθεύει, ούτε ο Θεός είναι νεκρός, ούτε ακόμα και Μετά το Άουσβιτς (Auschwitz), για να αναφέρω τον τίτλο ενός βιβλίου.

Γιατί η θρησκευτική πίστη είτε υπάρχει χωρίς όρους είτε δεν είναι καθόλου θρησκευτική πεποίθηση.

Αν δεν υπόκηται σε όρους, θα σταθή και θα αντιμετωπίση το γεγονός, ότι έξι εκατομμύρια πέθαναν στο ολοκαύτωμα των Nazi· αν δεν είναι ανεπιφύλακτη, θα εξαφανίζεται κάθε φορά κατά την οποία ένα απλό κι αθώο παιδί βρίσκει βίαιο θάνατο – για να χρησιμοποιήσω το επιχείρημα το οποίο πρόβαλε κάποτε ο Dostoyevski.

Δεν έχει καμμιά έννοια να παζαρεύουμε με το Θεό, για παράδειγμα, με το επιχείρημα: "Ως τις έξι χιλιάδες ή ακόμα το ένα εκατομμύριο θύματα του ολοκαυτώματος διατηρώ την πίστη μου σε Σένα· αλλά πάνω από το εκατομμύριο τίποτε δεν γίνεται, και λυπούμαι, αλλά πρέπει να αποκηρύξω την πίστη μου σε Σένα".
    Η αλήθεια είναι πως ανάμεσα σ’ αυτούς που δοκίμασαν στην πράξι την εμπειρία του Auschwitz, ο αριθμός εκείνων που η θρησκευτική ζωή τους πήρε μεγαλύτερο βάθος –παρά την εμπειρία, για να μην πω, εξαιτίας της εμπειρίας, είναι πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό εκείνων που εγκατέλειψαν την πίστι τους.

Για να παραφράσω την παρατήρησι την οποία ο La Rochefoucauld έκανε κάποτε σχετικά με την αγάπη, μπορούμε να πούμε ότι ακριβώς όπως η μικρή φωτιά σβήνεται από την καταιγίδα ενώ η μεγάλη φωτιά δυναμώνει απ’ αυτήν – έτσι και μια αδύνατη πίστι αδυνατίζει από τις δυσχέρειες και τις καταστροφές, ενώ η δυνατή πίστι ενισχύεται απ’ αυτές» (F, 15).


(στο βιβλίο Πιστεύω στο Θεό, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Σταμάτα 2016 σελ. 116 όπου αναγράφεται η ακριβής παραπομπή)

«Αυτό το οποίο θα σας πω τώρα έγινε την πρώτη Κυριακή του Δεκέμβρη: Ήταν και η τελευταία μου μέρα στο μέτωπο, γιατί κατά το μεσημέρι τραυματίστηκα. Ξημερώνοντας, λοιπόν, η Κυριακή μάς βρήκε να κατεβαίνουμε μια πλαγιά, στην οποία είχαμε φτάσει απ’ την προηγούμενη μέρα.

Όλο το Σάββατο ο παππούλης [π. Αχίλλειος, στον πόλεμο του ‘40] εξομολογούσε και μας είπε, όσοι ήθελαν, μπορούσαν να κοινωνήσουν την άλλη μέρα. Το Σύνταγμά μας θα έμπαινε σε καινούργιες μάχες. Σαν ξημέρωσε, το χιόνι είχε πάψει να πέφτει. Μερικοί στρατιώτες είχαν στολίσει με ελάτια και αγριορύκια, τα οποία είχαν κόψει από ένα χωριό, το μέρος στο οποίο θα έμπαινε η Αγία Τράπεζα. Το μάτι κουραζόταν να βλέπει αυτήν την απέραντη λευκότητα. Ο διοικητής, οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες, όλοι συγκεντρωθήκαμε όσο μπορούσαμε ο ένας κοντά στον άλλον. Τα ψαλσίματα αντιλαλούσαν στα γύρω υψώματα.

Είχε προχωρήσει η Λειτουργία αρκετά, όταν ακούσαμε ξαφνικά τον βόμβο πολλών αεροπλάνων και φάνηκαν σε λίγο στο βάθος καμιά πενηνταριά. Δεκαεπτά από τα δεξιά μας, είκοσι από πίσω μας, δώδεκα κατ΄ ευθείαν πάνω μας. Ξαπλωθήκαμε όλοι αμέσως, σαν να ήμασταν ένας άνθρωπος, μέσα στο χιόνι. Οι αναπνοές μας σταμάτησαν. Έλεγες πως σταμάτησαν και οι καρδιές μας.

Η Λειτουργία φυσικά διεκόπη. Έσβησαν απότομα τα ψαλσίματα. Έσβυσε και το θυμιατό. Οι βόμβες όργωναν γύρω μας το παχύ στρώμα του χιονιού. Σφύριζαν και βογγούσαν από πάνω μας σαν μανιασμένα τεράστια φίδια του ουρανού κι έσκαζαν με τον συνηθισμένο φοβερό τους κρότο που ξεκούφαινε. Φαίνεται πως μας είχαν καταλάβει, γιατί πρώτη φορά επέμεναν τόσο πολύ να ξεφορτώσουν συγκεντρωμένες τις βόμβες.

Ξαφνικά ένα τρομερό βουητό, σα να σηκώθηκε απότομα δυνατός αέρας, σίφουνας σωστός, μας έκανε όλους να ανατριχιάσουμε, καθώς ήμασταν χωμένοι μέσα στο χιόνι. Μια τεράστια βόμβα στρίγγλισε πάνω από τα κεφάλια μας και σφηνώθηκε μέσα στο χιόνι μπροστά, μα ακριβώς μπροστά στην Αγία Τράπεζα, χωρίς να σκάσει. Αν έσκαζε θα μας έκανε κομμάτια. Θα σκότωνε ποιος ξέρει πόσους από εμάς, καθώς ήμασταν μαζεμένοι ο ένας κοντά στον άλλον. Αυτή ήταν και η τελευταία βόμβα την οποία έριξαν. Θα νόμισαν πως μας έκαναν σμπαράλια και σηκώθηκαν και έφυγαν…

Πήραμε μια βαθειά ανάσα όλοι μαζί που ακούστηκε σαν στεναγμός. Σηκώσαμε σιγά τα κεφάλια μας περιμένοντας να αντικρύσουμε νεκρούς και τραυματίες. Να δούμε το χιόνι κοκκινισμένο από αίμα συντρόφων μας, κορμιά λιωμένα και σκορπισμένα απ’ τις βόμβες που έσκασαν. Ο καθένας μας δεν πίστευε πώς και ο ίδιος ήταν γερός. Κουνούσαμε τα χέρια μας και τα ποδάρια μας για να νοιώσουμε αν ήταν κολλημένα στο κορμί μας. Δεν είχαμε το θάρρος να σηκωθούμε ακόμη εντελώς όρθιοι. Έβλεπες ένα γύρω να φυτρώνουν σαν μανιτάρια μονάχα κεφάλια κι άκουγες ερωτήματα γεμάτα απορία: Ζεις, ωρέ Θανάση; Ζεις, Σταμάτη, και συ ζεις; Είσαι καλά; Ολόκληρος; Και συ Δημητρό; Ο ένας δεν μπορούσε να πιστέψει για τον άλλον πως ζούσε.

Πρώτος σηκώθηκε ο ιερέας. Τον είδαμε πώς σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό κι έκανε το σταυρό του. Κύτταξε γύρω του ερευνητικά και φώναξε δυνατά:

-             Σηκωθείτε όλοι να ευχαριστήσουμε το Θεό. Ζούμε όλοι. Δόξα τω Θεώ.

Όπως ορμούσαμε στη μάχη, σαν μας έδιναν το σύνθημα, έτσι πεταχτήκαμε όλοι άνω με αλαλαγμούς χαράς. Ούτε μια μύτη δεν είχε ανοίξει κανενός. Το χιόνι ήταν λευκό, κατάλευκο, χωρίς μια σταγόνα αίμα. Ολόγυρά μας μόνο ήταν γεμάτο λάκκους, πιτσιλισμένο με χώματα και πέτρες. Όλοι γονατιστοί συνεχίσαμε τη Λειτουργία. Θαύμα, μεγάλο θαύμα, έλεγαν όλοι».

(Ελένη Κούκκου, στο: Δημακοπούλου Θεοδώρου, ο Πατήρ Αχίλλειος Παπαθανασόπουλος (1891-1975), στο «Η μητέρα μας Εκκλησία» αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 347-350)

Γράφει η Ελένη Κούκου: «Την άλλη μέρα, μετά τη στρατοπέδευση, ο ιερεύς [π. Αχίλλειος, στον πόλεμο του ‘40] προχώρησε μοναχός στο εσωτερικό του πυκνού δάσους. Με κόπο δρασκέλιζε τους θάμνους και τα χαμόδεντρα, για να βαδίζει. Είχε προχωρήσει αρκετά, όταν στάθηκε απότομα έκπληκτος, σαν τον εξερευνητή που ανακαλύπτει ξαφνικά στην έρημο χώρα ανθρώπους: Αρκετοί στρατιώτες φρουρούσαν την αρχή του δάσους απ’ την αντίθετη  πλευρά. Δυνατές κραυγές χαράς και εκπλήξεως βγήκαν απ’ τα στήθη τους κι έτρεξαν όλοι  με πηδήματα, να τον προϋπαντήσουν. Ήταν  120 Αιτωλοακαρνάνες  εύζωνοι  όλοι τους γεροδεμένα  παλληκάρια.

- Παππούλη, απ’ το  Μεσολόγγι έχουμε να δούμε  παπά. Τι χαρά  μας έδωσες μεσ’ τη μοναξιά μας!... έλεγαν.

Κάθισε κοντά τους πάνω στα βρεγμένα χορτάρια και τους μίλησε με λόγια τονωτικά. Όλοι  ζήτησαν να εξομολογηθούν, να κοινωνήσουν.

- Πόλεμος είναι παππούλη. Τώρα ζούμε κι έπειτα από μια ώρα πεθαίνουμε.

Η ώρα, όμως ήταν περασμένη .Δεν μπορούσε να τους εξομολογήσει όλους έναν–έναν.  Έπρεπε να γυρίσει στο σύνταγμά του πριν πέσει το σκοτάδι. Ούτε πάλι ήθελε ν’ αφήσει  κανένα παραπονεμένο. Μπροστά στην ανάγκη συλλογίστηκε ένα άλλο τρόπο: Κάθισαν όλοι  γύρω του. Ο ιερεύς ρωτούσε για ένα αμάρτημα και, όσοι  ήσαν ένοχοι, απαντούσαν καταφατικά. Οι ανένοχοι σιωπούσαν. Μεσ’ στην  ερημιά του πυκνού δάσους, με υπόκρουση το μακρινό βουητό  των κανονιών, ήταν κάτι βαθειά συγκινητικό η δημόσια αυτή εξομολόγηση 120 στρατιωτών, που ποιος ξέρει για πόσους θα ήταν και η τελευταία  της ζωής τους. 

Ακόμη, όμως συγκινητικότερο  ήταν όταν πλησίασαν, έπειτα από σύντομη ακολουθία της Μεταλήψεως, να λάβουν απ΄το χέρι του ιερέως, εκεί κάτω απ’τα δένδρα, σαν τελευταίο εφόδιο, αφού  περίμεναν  το θάνατο, τον Άρτο της  ζωής . Όταν  τέλειωσε η απλή κι απέριττος εκείνη ακολουθία, η τόσο κατανυκτική,ένας αλαλαγμός χαράς  γέμισε την ατμόσφαιρα :

- Παππούλη, μας έσωσες. Παππούλη, σ’ ευχαριστούμε .

Αργότερα  στην τρομερή οπισθοχώρηση, έμαθε ο ιερέας απ’ το λοχία εκείνου του λόχου των ευζώνων, ότι απ’τους 120 μοναχά οι 40 γλύτωσαν απ’ τη θύελλα του πολέμου. Οι άλλοι 80 έμειναν ανάμεσα  εκείνους που δεν θα γυρίσουν ποτέ …. Και ο ιερεύς δάκρυσε  τότε στην ανάμνηση  εκείνων των 120 ευζώνων, που κάποιο αόρατο  χέρι τον οδήγησε  μεσ’ στο έρημο δάσος για να τους  δώσει το τελευταίο εφόδιο για την άλλη ζωή».

(βιβλίο: Ο Πατήρ Αχίλλειος, Θεοδώρου Δημακοπούλου σελ. 65, στο ΄΄Η Εξομολόγηση΄΄ αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 240-242)

Ο γιος της σκοτώθηκε πριν έξι μήνες
Τώρα κάθε πρωί που ανοίγει την πόρτα της,
είναι ένα πένθος. Νομίζεις πως βλέπεις,
έξω από χρόνο και χώρο: το πένθος.

Το βράδυ, το ίδιο:
Σπρώχνει την πόρτα
σα να σωριάζεται. Μπαίνει τρεκλίζοντας
ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια
είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται
ως κάτου στο πάτωμα. Στον τοίχο, αντίκρυ της
η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη βλέπει,
τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει θαρρείς,
θα της πέσει το βρέφος της.

Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη
μαντίλα της παίζει. Θέλει να την
βοηθήσει, αλλά – το σπίτι είναι έρημο.
Δεν έχει σε ποιον ν’ αφήσει σ’ αυτόν
τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της.


Νικηφόρος Βρεττάκος

Γράμμα από τη Μόροβα
 
Ο Τάσος Ρηγόπουλος, στρατευμένος στην Αλβανία το 1940, έστειλε από το μέτωπο το παρακάτω γράμμα στον αδελφό του.
«Αδελφέ μου Νίκο.
Σου γράφω από μια αετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη από την κορυφή της Πάρνηθας. Η φύση τριγύρω είναι πάλλευκη. Σκοπός μου όμως δεν είναι να σου περιγράφω τα θέλγητρα μιας χιονισμένης Μόροβας με όλο το άγριο μεγαλείο της. Σκοπός μου είναι να σου μεταδώσω αυτό πού έζησα, πού το είδα με τα μάτια μου και πού φοβάμαι μήπως, ακούγοντας το από άλλους, δεν το πιστέψεις.
Λίγες στιγμές πριν ορμήσουμε για τα οχυρά της Μόροβας, είδαμε σε απόσταση καμιά δεκαριά μέτρων μια ψηλή μαυροφόρα να στέκει ακίνητη.
- Τις ει;
Μιλιά...
Ο σκοπός θυμωμένος ξαναφώναξε:
- Τις ει;
Τότε, σαν να μάς πέρασε όλους ηλεκτρικό ρεύμα, ψιθυρίσαμε: Η ΠΑΝΑΓΙΑ!
Εκείνη όρμησε εμπρός σαν να είχε φτερά αετού. Εμείς από πίσω της. Συνεχώς την αισθανόμασταν να μας μεταγγίζει αντρειοσύνη. Ολόκληρη εβδομάδα παλέψαμε σκληρά, για να καταλάβουμε τα οχυρά Ιβαν-Μόροβας.
Υπογραμμίζω πως η επίθεση μας πέτυχε τους ιταλούς στην αλλαγή των μονάδων τους. Τα παλιά τμήματα είχαν τραβηχτεί πίσω και τα καινούργια …κοιμόνταν! Το τι έπαθαν δεν περιγράφεται. Εκείνη ορμούσε πάντα μπροστά. Κι όταν πια νικητές ροβολούσαμε προς την ανυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε η Υπέρμαχος έγινε ατμός, νέφος απαλό και χάθηκε ».
 
Το αδέσποτο μουλάρι
Ο Ν. Ντραμουντιανός διηγείται μία θαυμαστή εμπειρία του από τον πόλεμο του ’40:
«Ό λόχος μας πήρε διαταγή να καταλάβει ένα προ­χωρημένο ύψωμα για προγεφύρωμα. Στήσαμε ταμ­πούρι μέσα στα βράχια. Μόλις τακτοποιηθήκαμε, άρχι­σε να πέφτει πυκνό χιόνι. Έπεφτε αδιάκοπα δύο μερό­νυχτα κι έφτασε σε πολλά μέρη τα δύο μέτρα. Απο­κλειστήκαμε από την επιμελητεία. Καθένας είχε τροφές στο σακίδιο του για μία ημέρα. Από την πείνα και το κρύο δεν λάβαμε πρόνοια «διά την αυριον» και τις κα­ταβροχθίσαμε.
Από κει και πέρα άρχισε το μαρτύριο. Τη δίψα μας τη σβήναμε με το χιόνι, αλλά η πείνα μας θέριζε. Περάσαμε έτσι πέντε μερόνυχτα. Σκελετωθήκαμε. Το ηθι­κό μας το διατηρούσαμε ακμαίο, αλλά η φύση έχει και τα όρια της. Μερικοί υπέκυψαν. Το ίδιο τέλος περιμέ­ναμε όλοι «υπέρ πίστεως και πατρίδος ».
Τότε μία έμπνευση του λοχαγού μας έκανε το θαύ­μα! Έβγαλε απ’ τον κόρφο του μία χάρτινη εικόνα της Παναγίας, την έστησε στο ψήλωμα και μάς κάλεσε γύ­ρω του:
— Παλληκάρια μου! είπε. Στην κρίσιμη αυτή περί­σταση ένα θαύμα μόνο μπορεί να μάς σώσει. Γονατι­στέ, παρακαλέστε την Παναγία, τη μητέρα του Θεανθρώπου, να μάς βοηθήσει!
Πέσαμε στα γόνατα, υψώσαμε τα χέρια, παρακαλέσαμε θερμά. Δεν προλάβαμε να σηκωθούμε κι ακούσαμε κουδούνια. Παραξενευτήκαμε και πιάσαμε τα όπλα. Πήραμε θέση «επί σκοπόν».
Δεν πέρασε ένα λεπτό και βλέπουμε ένα πελώριο μουλάρι να πλησιάζει κατάφορτο. Ανασκιρτήσαμε! Ζώο χωρίς οδηγό να περνά το βουνό, μ’ ένα μέτρο χιόνι - το λιγότερο - ήταν εντελώς αφύσικο. Καταλά­βαμε: Το οδηγούσε η Κυρία Θεοτόκος. Την ευχαρι­στήσαμε όλοι μαζί ψάλλοντας σιγανά, μα ολόκαρδα, το «Τη υπερμάχω» και άλλους ύμνους της. Το ζώο είχε πάνω του μία ολόκληρη επιμελητεία από τρόφιμα: κου­ραμάνες, τυριά, κονσέρβες, κονιάκ και άλλα.
Πολλές κι απίστευτες κακουχίες πέρασα στον πόλε­μο. Αλλ’ αυτή μου μένει αξέχαστη, γιατί δεν είχε διέ­ξοδο. Την έδωσε όμως η Παναγία».

(Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας σελ. 174 & 178 Ιεράς Μονής  Παρακλήτου)

Σελίδα 1 από 2

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (159) Αγάπη Θεού (41) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (34) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (7) άγιοι (8) άγιος (68) αγνότητα (3) άγχος (11) αγώνας (53) αγώνας πνευματικός (11) αθεΐα (76) αιρέσεις (59) αλήθεια (17) αμαρτία (50) Ανάσταση (60) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (118) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (45) ασθένεια (10) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (44) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (31) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (2) γλώσσα (25) γνώση (4) γονείς (34) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (6) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (36) διάβολος (40) διάκριση (37) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (77) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (4) εκκλησία (48) Εκκλησιαστική Ιστορία (9) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (7) ελευθερία (11) Ελλάδα (10) ελπίδα (12) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (61) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (56) εργασία (24) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (35) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (52) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (16) ευχαριστία (4) ζώα (12) ηθική (4) ησυχία (4) θάνατος (77) θάρρος (7) θαύμα (57) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (2) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (87) θρησκείες (6) θυμός (26) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (12) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (2) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (15) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (67) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (35) λείψανα (1) λογισμοί (21) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (17) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (59) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (7) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (4) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (6) όνειρα (20) οράματα (1) Ορθοδοξία (42) πάθη (24) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (15) Παΐσιος Όσιος (3) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (54) παράδειγμα (3) Παράδεισος (34) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (132) πλούτος (7) πνευματική ζωή (47) πνευματικός πατέρας (11) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (11) πολιτική (4) πολιτισμός (3) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (20) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (34) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (107) προσοχή (2) προτεσταντισμός (15) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (17) Σταυρός (21) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (42) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (6) υπαρξιακά (25) υποκρισία (1) υπομονή (30) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (6) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (31) χρόνος (11) ψεύδος (8) ψυχή (51) ψυχολογία (9)