Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Ιάσων Ιερομ.

Μια μέρα ήρθε στην Εκκλησία ένας φίλος Προτεστάντης. Μου ζήτησε να έρθει, δεδομένου ότι δεν είχε δει ποτέ απ' την αρχή ως το τέλος τη Θεία Λειτουργία των Ορθοδόξων. Ο, τι είδε λοιπόν κι ό, τι άκουσε ήταν εντελώς μακριά του. Όταν κάποιος έχει συνηθίσει να μαζεύεται σ' έναν ουδέτερο χώρο, όπως ένα προτεσταντικό ναό, ν' ακούει ένα κηρυγμα απ' τον πάστορα, να λέει έπειτα κάποια τραγουδάκια και φεύγοντας ν' αναπτύσσει μια κοινωνικότητα με τους άλλους ανθρώπους στην έξοδο, τότε, κάποια πράγματα, σίγουρα, του φαίνονται αδιανόητα, σε σημείο που και να προσπαθείς να εξηγήσεις, πάλι θα σε κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό.

Ο δυτικός άνθρωπος μπορεί να δει τη Λειτουργία μονάχα σα διαδικασία. Η διαδικασία αυτή δεν είναι άσχετη από την προσευχή ή την διδασκαλία... μα μια διαδικασία είναι πάντα διαδικασία και τη Θεία Λειτουργία των Ορθοδόξων δε μπορεί να τη δει κανείς ούτε σαν διαδικασία, ούτε σα μια φολκλορική επιτέλεση. Η Θεία Λειτουργία είναι Μετοχή (απ' το ρήμα μετέχω).

Θυμάμαι έναν παλιό παπά που προσπαθούσε να εξηγήσει τι είναι η Θ. Λειτουργία στο εκκλησίασμα του χωριού του: "η Θ. Λειτουργία είναι σα μια μπρίζα. Όταν λέμε το “Ευλογημένη η Βασιλεία”, τότε η μπρίζα αυτή συνδέεται με την παροχή ρεύματος που δεν είναι άλλη, απ' την Βασιλεία των Ουρανών”. Μέσα στη Θεία Λειτουργία υπάρχει πρώτα απ' όλα η “συμφωνία” της Αθανασίας.

Αυτοί που συμμετέχουν, οι Πιστοί, συμφωνούν στο ότι δεν θα πεθάνουν ποτέ γιατί τρέφονται -όχι από ιδέες ή σύμβολα- αλλά απ' τον ίδιο τον Θεό που βρίσκεται μες το Αγιοπότηρο. Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού ούτε συμβολίζει, ούτε εικονίζει, ούτε παραδειγματίζει. Το Σώμα του Χριστού που κοινωνάμε είναι το ίδιο που σταυρώθηκε πάνω στο ξύλο. Το Αίμα του Χριστού που κοινωνάμε είναι το ίδιο που πήγασε απ' την πλευρά Του.

Στη Θ. Λειτουργία οι Πιστοί διδάσκονται εξίσου: διδασκαλία λιβανισμένη κι απ' των Προτεσταντών διαφορετική. Γι' αυτό και το πρώτο της μέρος, απ' την αρχή ως το Χερουβικό, λέγεται Λειτουργία του Λόγου. Αν στο Λόγο όμως αυτό δεν μετέχουμε, τότε η Θ. Λειτουργία μοιάζει απλώς με σχολείο. Στο δεύτερο μέρος της Λειτουργίας, που λέγεται Λειτουργία του Μυστηρίου, μετέχουμε στο Λόγο που διδαχτήκαμε.

Ο Χριστός δεν είναι έννοια, ο Χριστός είναι εδώ, μπροστά μας, Υιός και Λόγος του Θεού, βρώση και πόση των ανθρώπων. Οι Προτεστάντες δε μπορούν να μας καταλάβουν γιατί δεν κοινωνάνε. Κι επειδή δε κοινωνάνε, γι' αυτούς ο Χριστός γίνεται έννοια και σύνολο κανόνων. Σ' αυτή την αρχή δομήθηκε όλη η Προτεσταντική Δύση. Κι έτσι, σήμερα, έφτασε στην Αθεΐα.


(γράφει γύρω στο 374-375 μ. Χ.).
Από τα δόγματα και τις αλήθειες που φυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχουμε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που κατά τρόπο μυστικό έφθασαν μέχρι σε εμάς από την παράδοση των αποστόλων, τα κάναμε δεκτά. Τα οποία ακριβώς και τα δύο, έχουν την ίδια ισχύ όσον αφορά την ευσέβεια.

Και κανείς από όσους έχουν και μικρή γνώση των εκκλησιαστικών  θεσμών δεν θα εγείρει αντίρρηση πάνω σε αυτά. Διότι αν επιχειρούσαμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα έθη είναι άγραφα, διότι δήθεν δεν έχουν μεγάλη δύναμη, χωρίς να το καταλάβουμε θα ζημιώναμε το Ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το κήρυγμα σε κενό νοήματος όνομα.
Λόγου χάριν (για να θυμηθώ το πρώτο και πιο συνηθισμένο απ’ όλα), ποιος δίδαξε γραπτά ότι αυτοί που ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτήν την πίστη τους με το να κάνουν το σημείο του Σταυρού; Το να στρεφόμαστε προς την ανατολή κατά την προσευχή ποιο γραπτό έργο μας το δίδαξε; Τα λόγια της επίκλησης κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας Ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος από τους αγίους μάς τα άφησε γραπτά; Δεν αρκούμαστε ασφαλώς σε αυτά που ο Απόστολος ή το Ευαγγέλιο μνημόνευσαν, αλλά πριν την Ευχαριστία και μετά από αυτήν λέμε και άλλα, διότι παραλάβαμε από την άγραφη διδασκαλία ότι έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του μυστηρίου.
Ευλογούμε επίσης και το νερό του βαπτίσματος και το λάδι του χρίσματος και ακόμα και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποια γραπτά κείμενα; Δεν τα γνωρίζουμε από την σιωπηρή και μυστική παράδοση; Τι άλλο επίσης; Αυτήν την ίδια τη χρίση με το λάδι, ποιος γραπτός λόγος τη δίδαξε; Από πού πήραμε το να βαπτίζουμε τρεις φορές στο νερό τον άνθρωπο; Και τα άλλα ακόμα τα σχετικά με το βάπτισμα, όπως η αποκήρυξη του Σατανά και των αγγέλων του, από ποια γραφή διδάσκονται; Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτήν την μη δημοσιευμένη και απόρρητη διδασκαλία, την οποία διατήρησαν οι Πατέρες μας εν σιγή χωρίς να την πολυερευνούν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθώς είχαν μάθει, ότι πρέπει με τη σιωπή να προστατεύουμε την σεμνότητα των μυστηρίων; Διότι πώς ήταν δυνατόν να διακηρυχτεί γραπτά το νόημα αυτών τα οποία ούτε να δουν επιτρέπεται όσοι είναι αμύητοι;
Τι επεδίωκε άραγε ο μέγας Μωϋσής με το να καθορίσει ότι δεν μπορούν όλοι να μπαίνουν στο ιερό; Τους βεβήλους δεν τους επέτρεψε ούτε εντός των περιβόλων να εισέρχονται· αφού δε άφησε τα προαύλια μόνο για τους καθαρότερους, τους Λευΐτες μόνο έκρινε ως άξιους να προσφέρουν λατρεία στο Θεό. Ενώ όμως ξεχώρισε ως έργο των ιερέων τα σφάγια και τα ολοκαυτώματα και όλη την άλλη ιερουργία, επέτρεψε σε έναν μόνο, τον αρχιερέα να εισέρχεται στα άδυτα. Και για αυτόν καθόρισε να εισέρχεται όχι πάντοτε, αλλά κατά μία μόνο ημέρα του χρόνου και κατά ορισμένη ώρα, ώστε να εποπτεύει τα άγια των αγίων με θάμβος, λόγω του ότι θα ήταν αυτό κάτι ασυνήθιστο και ξεχωριστό. Γνώριζε καλά ο σοφός Μωϋσής ότι εύκολα περιφρονεί κανείς το συνηθισμένο και ευκολοπλησίαστο, το απομακρυσμένο όμως και σπάνιο το θεωρεί κατά φυσική ακολουθία ως περισπούδαστο.
Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν και οι απόστολοι και πατέρες που έθεσαν εξ’ αρχής τους θεσμούς στην Εκκλησία επιδίωκαν να διαφυλάξουν με τη μυστικότητα και τη σιωπή τη σεμνότητα των μυστηρίων. Άλλωστε παύει να είναι μυστήριο αυτό που εύκολα το πληροφορείται ο οποιοσδήποτε. Αυτό είναι το νόημα της άγραφης παράδοσης, να μην αμεληθεί και περιφρονηθεί η γνώση των δογμάτων από τους πολλούς λόγω συνήθειας.
Διότι άλλο είναι το δόγμα και άλλο το κήρυγμα. Διότι το μεν δόγμα σιωπάται· τα κηρύγματα όμως δημοσιεύονται. Ένα είδος σιωπής είναι και η ασάφεια της Γραφής, με την οποία καθιστά αυτή δυσχερή την κατανόηση των δογμάτων για ωφέλεια των αναγνωστών.
Για αυτό το λόγο, ενώ όλοι στρεφόμαστε κατά την προσευχή προς την ανατολή, λίγοι γνωρίζουμε ότι επιζητούμε έτσι την παλαιά πατρίδα, τον παράδεισο, τον οποίο φύτεψε ο Θεός στην Εδέμ που βρίσκεται ανατολικά.

Όρθιοι προσφέρουμε τις ευχές κατά την ημέρα της Κυριακής· δεν γνωρίζουμε όμως όλοι τον λόγο. Όχι μόνο για να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας, με τη στάση μας κατά την αναστάσιμη ημέρα, την χάρη που μας δόθηκε, ότι δηλαδή αναστηθήκαμε μαζί με το Χριστό και εμείς και οφείλουμε να επιδιώκουμε τα άνω, αλλά και διότι φαίνεται ότι είναι αυτή και μία εικόνα της μέλλουσας ζωής. Για αυτό ενώ είναι η αρχή των ημερών της εβδομάδας, δεν ονομάστηκε από τον Μωϋσή πρώτη, αλλά μία. «Έγινε, λέει, βράδυ, ήλθε κατόπιν το πρωί, ημέρα μία». Και αυτό διότι η ίδια ημέρα κάνει τον ίδιο κύκλο πολλές φορές.

Είναι μία λοιπόν αυτή ημέρα, και συγχρόνως ογδόη και φανερώνει την μία πράγματι και αληθινή ογδόη ημέρα, στην οποία αναφέρεται και ο ψαλμωδός σε μερικές επιγραφές των ψαλμών, την κατάσταση που θα διαδεχτεί αυτόν το χρόνο, την ατέλειωτη ημέρα, την αβασίλευτη, που δεν την διαδέχεται η νύχτα, τον ατελείωτο εκείνο και αγέραστο αιώνα.
Αναγκαστικά λοιπόν η Εκκλησία διδάσκει στα τέκνα της να προσεύχονται σε αυτή την ημέρα όρθιοι, ώστε με την διαρκή υπενθύμιση της αιώνιας ζωής να μην παραμελούμε τα εφόδια για την εκεί μετάβασή μας.

Ολόκληρη πάλι η περίοδος της Πεντηκοστής είναι υπενθύμιση της στο μέλλον αναμενόμενης ανάστασης. Διότι εάν η μία εκείνη και πρώτη ημέρα επταπλασιαστεί επτά φορές, συμπληρώνει τις επτά εβδομάδες της ιερής περιόδου της Πεντηκοστής. Αρχίζει δηλαδή από Κυριακή και τελειώνει πάλι σε Κυριακή και επαναλαμβάνεται πάλι ενδιάμεσα πενήντα φορές ο ίδιος κύκλος της ημέρας. Μιμείται για αυτό την αιωνιότητα και είναι όμοια με αυτήν· όπως στην κυκλική κίνηση, αρχίζει από τα ίδια σημεία και τελειώνει πάλι στα ίδια.
Σε αυτήν λοιπόν την ημέρα οι θεσμοί της Εκκλησίας μάς δίδαξαν να προτιμούμε την όρθια στάση της προσευχής, σαν να μεταφέρουμε έτσι με την διαρκή υπενθύμιση το νου μας από τα παρόντα στα μέλλοντα. Και μετά από κάθε γονυκλισία επίσης σηκωνόμαστε, για να δείξουμε έτσι ότι λόγω της αμαρτίας πέσαμε στη γη, λόγω της φιλανθρωπίας όμως του κτίστη μας οδηγηθήκαμε στον ουρανό.
Δεν θα με φτάσει η ημέρα για να εκθέσω τα άγραφα μυστήρια της Εκκλησίας.

(Βασιλείου του Μεγάλου, Περί Αγίου Πνεύματος ΚΖ,66, εκδ. ΕΠΕ τόμος 10, σελ. 457-463 μετάφραση ελαφρώς παραλλαγμένη προς τα νέα ελληνικά)

Τι είναι η ιερά Παράδοση της Εκκλησίας;

    Όπως προειπώθηκε η Παράδοση είναι η δεύτερη πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Είναι δε η Παράδοση η δια ζώσης διδασκαλία του Κυρίου και των Αποστόλων, η κυκλοφορούσα και φυλασσόμενη στη ζωή και τη συνείδηση της Εκκλησίας. Ως γνωστόν ο Κύριος, ως ο μέγιστος των προφητών και διδάσκαλος, τίποτε το γραπτό δεν παρέδωσε στους Αποστόλους και την Εκκλησία, κηρύσσοντας προφορικά το περιεχόμενο της θείας του αποκαλύψεως. Το αυτό έκαναν στην αρχή και οι Απόστολοι ακολουθώντας το παράδειγμα του Διδασκάλου, κηρύσσοντας το λόγο του Θεού στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και προς αντιμετώπιση των αυξανόμενων ποιμαντικών αναγκών του κηρύγματος, άρχισαν να καταγράφουν το λόγο του Θεού στα γνωστά κείμενα της αγίας Γραφής.
    Το ίδιο έκανε στη συνέχεια και η Εκκλησία και με τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε σιγά σιγά και γραπτώς η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Αυτή μπορούμε να δούμε στα πολυειδή γραπτά μνημεία τα εκφράζοντα την πίστη της Εκκλησίας, όπως είναι οι δογματικοί όροι των οικουμενικών Συνόδων, οι αποφάσεις των τοπικών που κυρώθηκαν από σύνοδο οικουμενική, οι ιεροί Κανόνες, τα συγγράμματα των Πατέρων, τα κείμενα της θείας λατρείας και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι, το κήρυγμα του θείου λόγου κ.α.
    Την ανάγκη της ζωντανής παραδόσεως σε παράλληλη βάση προς το γραπτό λόγο εξαίρει ο απόστολος Παύλος, παραινών τους πιστούς: «Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών»(Β΄Θεσ. 2,15). (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 17-18)

Ποιο είναι το κριτήριο γνησιότητας της ιεράς Παραδόσεως;

    Το κριτήριο που διακρίνει τη γνήσια Παράδοση από κάθε άλλη ψευδή και κίβδηλη είναι η αποστολικότητα. Η Παράδοση για να είναι γνήσια και αληθινή πρέπει ν’ ανάγεται στην αποστολική εποχή, σε χρόνους δηλαδή που φανερώθηκε αγνή και ανόθευτη η λυτρωτική αλήθεια του ευαγγελίου. Με άλλα λόγια πρέπει να ανάγεται στους ίδιους τους Αποστόλους. Παράλληλα, άλλο κριτήριο γνησιότητας είναι και το κριτήριο της ομοφωνίας, ό,τι δηλαδή πιστεύει και παραδέχεται ομόφωνα το πλήρωμα της Εκκλησίας και διδάσκουν οι ιεροί Πατέρες και οι ποιμένες της. Την αλήθεια αυτή τονίζει χαρακτηριστικά ο Βιγκέντιος ο εκ Λειρίνου σε όσα σχετικά γράφει: «Quod ubique quod semper quod ab omnibus creditum est» (= Ό,τι πανταχού, πάντοτε και υπό πάντων επιστεύθη).
    Είναι φανερό ότι φορείς της αποστολικής παραδόσεως δεν μπορούν να είναι εκείνοι που αποκόπηκαν από το σώμα της Εκκλησίας, αιρετικοί και σχισματικοί. Περιττό δε να σημειωθεί, ότι γνήσιος φορέας της αποστολικής παραδόσεως είναι μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία παρέλαβε και διατήρησε ανόθευτη την διδασκαλία των Αποστόλων, όπως αυτή φέρεται αποθησαυρισμένη στα μνημεία τα εκφράζοντα τη ζωή της Εκκλησίας των οκτώ πρώτων χριστιανικών αιώνων.
    Τέλος, λέγοντας αποστολική παράδοση δεν εννοούμε αδιάκριτα κάθε παράδοση, αλλά εκείνη που αναφέρεται στη δογματική διδασκαλία και το ήθος της Εκκλησίας και όχι σε ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας. (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 18-19)


Τι φρονούν περί παραδόσεως οι ετερόδοξοι χριστιανοί;

Η Ρωμαϊκή Εκκλησία δέχεται, όπως και η Ορθόδοξη, την ιερά Παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Εντούτοις στην πράξη δε συμφωνεί με την ορθόδοξη αντίληψη, αλλά εκλαμβάνει την παράδοση με έννοια ελαστική, ως ταμείο πίστεως, στο οποίο μπορεί να προσφεύγει όταν θέλει να διατυπώσει κάποιο νέο δόγμα ή να ανυψώσει σε δόγματα μεταγενέστερες θεολογικές γνώμες και δοξασίες.

Τέτοια δόγματα υπάρχουν πολλά (άσπιλος σύλληψις κ.α.), ως και διάφορες άλλες καινοτομίες, κυρίως στην τέλεση και μετάδοση των μυστηρίων (στέρηση του λαού εκ του ποτηρίου της ευχαριστίας, απαγόρευση κοινωνίας των νηπίων κ.τ.ο.). Αν θέλαμε να κάνουμε συσχετισμό, θα λέγαμε ότι κατά την ορθόδοξη πίστη η Εκκλησία είναι ο πιστός τηρητής και φύλακας της παραδόσεως, ενώ κατά τη ρωμαιοκαθολική αυτή παρουσιάζεται μάλλον ως κυρίαρχος, μεταποιώντας αυτή κατά βούληση και προσπαθώντας να συμβιβάσει τα παλαιά με τα εκάστοτε νέα.
    Παράλληλα, οι Διαμαρτυρόμενοι δεν αναγνωρίζουν την παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως. Οι λόγοι είναι προφανείς. Κατ’ αυτούς η αγία Γραφή είναι η μόνη πηγή του λόγου του Θεού, ο πλήρης και αυτάρκης κώδικας της χριστιανικής πίστεως, ο περιέχων όλες τις αναγκαίες αλήθειες προς σωτηρία. Την παράδοση την απορρίπτουν ως αυθεντική πηγή της πίστεως, ανεχόμενοι αυτή στο μέτρο που δεν αντιφάσκει προς τη Γραφή, και ως ωφέλιμο πλην όχι και αλάθητο χειραγωγό στην ερμηνεία της αγίας Γραφής.

Εντούτοις παρά τη βασική τους αυτή τοποθέτηση, δε φαίνεται ν’ απομακρύνονται ολοσχερώς από το πνεύμα της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Ασχέτως προς τα πολλά που παρέλαβαν από την εκκλησιαστική παράδοση, ο Λούθηρος, τον οποίο αποκαλούν θείον (divinus) και τρίτον Ηλία, και τα συγγράμματα του οποίου μεγάλως εκτιμώνται στη συνείδηση των Διαμαρτυρομένων, ως αντικαταστήσαντα τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, έχει μεγάλο κύρος γι’ αυτούς, ενώ παράλληλα τα συμβολικά τους βιβλία έχουν αποκτήσει ένα είδος «κανόνος πίστεως» (regula fidei), ο οποίος αποτελεί συνεκτικό δεσμό της εκκλησιαστικής τους ταυτότητος και βάση του εκκλησιαστικού κηρύγματος και της ερμηνείας της αγίας Γραφής. Με άλλα λόγια ένα είδος εκκλησιαστικής παραδόσεως.  (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 19-20)

Η Αληθινή Εκκλησία.

    Αυτό το κείμενο είναι μια προσπάθεια γραψίματος σε μια νέα οικουμενική γλώσσα. Ίσως η προσπάθεια να μην είναι επιτυχημένη. Ίσως, ωρισμένοι να ανακαλύψουν σ’ αυτήν μια μεγάλη ομολογιακή διάθεσι, και άλλοι να διαμαρτυρηθούν για αοριστία. Γι’ αυτό δεν θα είναι ανεδαφικό να συνοψίσω τις κύριες θέσεις μου σε γλώσσα οικεία σε μένα.

Σαν μέλος και ιερεύς της Ορθοδόξου Εκκλησίας πιστεύω ότι η Εκκλησία, μέσα στην οποία βαπτίσθηκα και ανατράφηκα, είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία.

Και το πιστεύω για πολλούς λόγους: ένεκα προσωπικής πεποιθήσεως και ένεκα της εσώτατης βεβαιώσεως του Πνεύματος, που πνέει στα μυστήρια της Εκκλησίας, και ένεκα των όσων είναι δυνατό να γνωρίζω από τη Γραφή και από την καθολική παράδοσι της Εκκλησίας. Είμαι υποχρεωμένος, λοιπόν, να θεωρώ όλες τις υπόλοιπες χριστιανικές Εκκλησίες ως ελαττωματικές, και σε πολλές περιπτώσεις μπορώ να προσδιορίσω αυτές τις ελλείψεις των άλλων Εκκλησιών με απόλυτη ακρίβεια.

Γι’ αυτό, λοιπόν, η ένωσις των Χριστιανών, για μένα, σημαίνει ακριβώς την παγκόσμια επιστροφή στην Ορθοδοξία. Δεν έχω καμμία απολύτως ομολογιακή πεποίθησι, η πεποίθησίς μου ανήκει αποκλειστικά στην Una Sancta («Μία Αγία…»).
    Ξέρω καλά ότι η αξίωσίς μου θα αγνοηθή από πολλούς χριστιανούς. Θα θεωρηθή ότι είναι μια εγωιστική και μάταιη απαίτησις. Ξέρω, επίσης, καλά ότι πολλά πράγματα, που τα πιστεύω απόλυτα δεν είναι πιστευτά από άλλους. Όμως, δεν βλέπω κανένα λόγο, για τον οποίο πρέπει εγώ ν’ αμφιβάλλω γι’ αυτά ή να μην πιστεύω εγώ ο ίδιος. Το μόνο όμως που λογικά μου επιβάλλεται να κάνω είναι να διακηρύξω την πίστι μου και να την εκφράσω με τέτοιο τρόπο, ώστε οι φτωχές μου λέξεις να μην αμαυρώσουν την αλήθεια. Γιατί είμαι σίγουρος, ότι η αλήθεια του Θεού φέρνει βεβαιότητα.

Τούτο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κάθε τι μέσα στις πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά το παρελθόν ή το παρόν πρέπει να ταυτισθή με την αλήθεια του Θεού. Πολλά πράγματα προφανώς υπόκεινται σε αλλαγές. Και, φυσικά, πολλά πράγματα έχουν ανάγκη βελτιώσεως. Η αληθινή Εκκλησία δεν είναι ακόμη η τέλεια Εκκλησία.
    Η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να αναπτυχθή και να οικοδομηθή μέσα στην ιστορία. Κι όμως η όλη και η πλήρης αλήθεια έχει ήδη δοθή και ανατεθή στην Εκκλησία. Η αναθεώρησις και νέα διατύπωσις είναι πάντοτε δυνατή, και ωρισμένες φορές, μάλιστα, επιβεβλημένη. Όλη η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων του παρελθόντος το αποδεικνύει. Οι άγιοι Πατέρες μ’ αυτόν τον σκοπό συγκεντρώνονταν. Βέβαια, στο σύνολο, το ταμείο της Πίστεως φυλάχθηκε πιστά, και η μαρτυρία της πίστεως εκέρδισε σε ακρίβεια και ευστοχία διατυπώσεως. Πάνω απ’ όλα, η μυστηριακή δομή του Σώματος έχει διατηρηθή σώα και άθικτος.

Και στο σημείο τούτο πάλι γνωρίζω ότι η προσωπική μου αυτή πεποίθησις είναι δυνατό να απορριφθή σαν αυταπάτη. Αλλά για μένα αποτελεί ακράδαντη πεποίθησι. Αν αυτό ήθελε θεωρηθή πεισμονή, είναι η πεισμονή της αλήθειας και των τεκμηρίων. Μπορώ μόνο να δω αυτό, που πράγματι βλέπω. Δεν είμαι σε θέσι να κάνω τιποτ’ άλλο.

Αλλά με κανένα τρόπο δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω κανέναν «εκτός Εκκλησίας». Η «κρίσις» έχει δοθή στον Υιό. Κανείς δεν διωρίσθηκε για να προλαμβάνη την κρίσι Του. Η Εκκλησία, βέβαια, έχει τη δική της εξουσία μέσα στην ιστορία. Είναι, πρωτ’ όλα, η εξουσία να κηρύττη και να διαφυλάττη το λόγο της αληθείας. Υπάρχει κάποιος κανόνας πίστεως και τάξεως, που πρέπει να θεωρείται σαν κανόνας. Οτιδήποτε βρίσκεται πέραν τούτου είναι «ανωμαλία». Αλλά η «ανωμαλία» πρέπει να θεραπεύεται και όχι απλώς να καταδικάζεται.

Αυτή είναι η δικαίωσις για τη συμμετοχή ενός Ορθοδόξου στον οικουμενικό διάλογο με την ελπίδα ότι με τη μαρτυρία του η Αλήθεια του Θεού είναι δυνατό να κερδίση ανθρώπινες υπάρξεις.

(Μεταφρ. Αντώνης Κουμάντος)

(π.Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Άρτος ζωής, 1989 σελ.219-220 υπογραμμίσεις δικές μας)

161. Ποια έννοια έχει ο νηπιοβαπτισμός;

    Τα νήπια βαπτίζονται για να καθαρθούν από το μολυσμό του προπατορικού αμαρτήματος και να είναι εύθετα στη βασιλεία των ουρανών. Διότι η παρουσία του προπατορικού αμαρτήματος στα νήπια, έστω κι αν αυτά δεν έχουν προσωπικές αμαρτίες, τα εμποδίζει να γίνουν μέτοχα της αιώνιας ζωής. Για ν’ αποφευχθεί δε το θλιβερό ενδεχόμενο να πεθάνουν αβάπτιστα, εισήχθη πολύ νωρίς στην αρχαία Εκκλησία ο νηπιοβαπτισμός, που στην εποχή των αιρέσεων ήταν ισχυρό όπλο κατά του Πελαγιανισμού, που δίδασκε ότι δια της παραβάσεως του προπάτορα η φύση δεν έπαθε καμιά ουσιαστική ζημία από την αμαρτία. Στην αγ. Γραφή δεν υπάρχει βέβαια άμεση μαρτυρία περί του νηπιοβαπτισμού· υπάρχουν όμως έμμεσες μαρτυρίες και ενδείξεις σε όσα λέγονται περί βαπτίσματος ολόκληρων οίκων, στους οποίους είναι λογικό να υποτεθεί ότι υπήρχαν και μικρά παιδιά.
    Υπάρχει βέβαια η αιτίαση κατά του νηπιοβαπτισμού, ότι στα νήπια ελλείπει η πίστη που είναι ο απαραίτητος όρος λήψεως του βαπτίσματος, σύμφωνα με όσα είπε ο Κύριος: «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Αυτό είναι αλήθεια. Δεν υπάρχει δε καμία αμφιβολία ότι το τέλειο βάπτισμα είναι εκείνο στο οποίο ο άνθρωπος προσέρχεται με πίστη στο Σωτήρα και με συναίσθηση της σημασίας της μυστηριακής τελετής, δηλαδή το βάπτισμα των ενηλίκων. Εντούτοις η έλλειψη της πίστεως δεν παρακωλύει τη λυτρωτική ενέργεια της χάριτος στα τρυφερά νήπια, στα οποία δεν υπάρχει και το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας που αποτελεί το κύριο εμπόδιο επενεργείας της χάριτος του Θεού. (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 231-232)

81. Ποια είναι η έννοια του νηπιοβαπτισμού;

    Ο ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ είναι απτή απόδειξη της άμεσης ανάγκης του βαπτίσματος προς σωτηρία. Είναι θεσμός πανάρχαιος της Εκκλησίας. Αφού όμως ο Κύριος συνέδεσε άμεσα πίστη και βάπτισμα («ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται»), ποια έννοια έχει το βάπτισμα των νηπίων, τα οποία δεν μπορούν να πιστεύσουν λόγω της άωρης ηλικίας τους και της έλλειψης αυτοσυναίσθησης και αυτοσυνείδησης; Φυσικά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το τελειότερο βάπτισμα είναι το βάπτισμα των ενηλίκων, στους οποίους υπάρχουν ανεπτυγμένη η συνείδηση και λειτουργεί ο λόγος.
    Ο άνθρωπος, ως υπεύθυνο πρόσωπο, πρέπει να γνωρίσει την αλήθεια, να αγαπήσει το λυτρωτικό έργο, του Χριστού και να ποθήσει τη σωτηρία του. Μετά δε από μακρά ηθική δοκιμασία, έπειτα από μετάνοια και προσπάθεια εκτέλεσης του νόμου του Θεού, θα πρέπει να δεχτεί το λουτρό της παλιγγενεσίας, για να γίνει ένα καινούριο πλάσμα ντυμένο στο φως του Χριστού και την αλήθεια της τριαδικής θεότητας. Γι’ αυτό και στην αρχαία Εκκλησία, στην οποία βιωνόταν πληρέστερα και βαθύτερα η σωστική αλήθεια του Θεού, υπήρχε ο θεσμός των κατηχουμένων, των ανθρώπων που επιθυμούσαν να βαπτισθούν και να γίνουν χριστιανοί, οι οποίοι υποβάλλονταν σε μακράν ηθική προετοιμασία και διδάσκονταν τις βασικές αλήθειες της χριστιανικής πίστης. Στην κατάλληλη ώρα δέχονταν το «φώτισμα», όπως λεγόταν το βάπτισμα, επειδή χορηγούσε στις ψυχές των ανθρώπων το φως του Χριστού και της μακαρίας Τριάδος.
    Όλα αυτά βέβαια είναι σωστά και καλά. Γιατί όμως θεσπίστηκε στην Εκκλησία ο νηπιοβαπτισμός; Ποια ανάγκη τον επέβαλε; Γιατί το τέλειο βάπτισμα των ενηλίκων αντικαταστάθηκε με το βάπτισμα των νηπίων; Ο λόγος είναι ένας. Για να προστατεύονται τα βρέφη από αιφνίδιο θάνατο, ο οποίος θα τα εύρισκε αβάπτιστα και θα έχαναν τη δυνατότητα εισόδου τους στη βασιλεία των ουρανών, ως φέροντα στην φύση τους την αμαρτία του Αδάμ. Βαπτίζονται για ν’ αποφύγουν ένα τέτοιο θλιβερό ενδεχόμενο. Έτσι κρίθηκε συμφερότερο τα νήπια να δεχτούν το βάπτισμα στην πρώτη άωρη και ανώριμη ηλικία τους, με τη ρητή διαβεβαίωση ότι αυτό που δεν μπορούν να κάνουν τώρα, να διδαχτούν την πίστη και τις αρχές του Ευαγγελίου, θα το αναπληρώσουν εν καιρώ ο ανάδοχος και οι γονείς τους. Όπως βλέπουμε, έχει βαθύ νόημα ο νηπιοβαπτισμός. (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα σωτηριολογικά, σελ. 190-191)

Αφού ο Κύριος είπε «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται», γιατί εμείς βαπτίζουμε τα νήπια, τα οποία δεν μπορούν να πιστεύουν;

    Είναι αλήθεια ότι ο Κύριος προέταξε του βαπτίσματος την πίστη. Ο άνθρωπος προτού δεχθεί το βάπτισμα πρέπει να πιστέψει στο Χριστό, να γνωρίσει τη θεία αλήθεια, να ποθήσει τη σωτηρία του και ακολούθως να βαπτισθεί.
Αυτή είναι η κανονική σειρά και δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το βάπτισμα ενηλίκων, που γίνεται κατόπιν πίστεως στο Σωτήρα, είναι προτιμότερο. Έτσι γινόταν στην αρχαία Εκκλησία.
    Ο νηπιοβαπτισμός εισήχθη πολύ νωρίς στην πράξη της αρχαίας Εκκλησίας. Εισήχθη για ν’ αντιμετωπίσει μια επείγουσα ανάγκη στη ζωή του πληρώματος της Εκκλησίας, ένα σοβαρό κίνδυνο, το ενδεχόμενο να πεθάνει κανείς αβάπτιστος, οπότε κωλύεται να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών. Το κώλυμα, όπως είπαμε, είναι η παρουσία στην ψυχή του προπατορικού αμαρτήματος. Τα νήπια βέβαια δεν έχουν τη δυνατότητα να πιστέψουν. Αυτό όμως δεν αποτελεί αποχρώντα λόγο, ώστε να μη μπορούν να δεχθούν τη βαπτισματική χάρη. Είναι βασικό αξίωμα στη θεολογία ότι η θεία χάρη ενεργεί λυτρωτικά, εκεί όπου δεν υπάρχει η αμαρτία, η οποία είναι ο μόνος παράγων που αναστέλλει και ματαιώνει τη λυτρωτική της ενέργεια. Στα νήπια όμως το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας απουσιάζει. Συνεπώς η θεία χάρη μπορεί να επιδράσει ευεργετικά στην τρυφερή καρδιά τους, καταλύοντας από τη φύση τους το σώμα του προπατορικού αμαρτήματος. Άλλωστε την έλλειψη προσωπικής τοποθετήσεως των νηπίων έναντι της πίστεως και του λόγου του Θεού, αναλαμβάνει την υποχρέωση ν’ αναπληρώσει εν καιρώ σ’ αυτά ο ανάδοχος, βοηθούμενος από τους γονείς του παιδιού και την Εκκλησία.
    Μερικοί ρωτούν· γιατί με βάπτισαν, χωρίς κανένας να με ρωτήσει, αν ήθελα να βαπτισθώ και να γίνω χριστιανός; (αυτό είναι συνηθισμένο ερώτημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά). Το ερώτημα είναι σχήμα οξύμωρο. Πως μπορείς να ρωτηθείς, αφού δεν έχεις τη δυνατότητα να κατανοήσεις και να απαντήσεις; Το βάπτισμα το κάνουμε στα νήπια για το καλό τους, για να τα προφυλάξουμε από έναν μέγιστο κίνδυνο. Το ίδιο άλλωστε δεν κάνουμε στα μικρά παιδιά, όταν τα εμβολιάζουμε; Ζητάμε προηγουμένως τη συγκατάθεσή τους;

(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά, σελ. 158-159)


(Π.Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τόμος 3, σελ. 112-116, εκδ. ο Σωτήρ, μετάφραση στα νέα ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας).

«Εάν δεν είναι βέβαιο, είναι όμως πολύ πιθανό, ότι από αυτήν την αποστολική εποχή γίνονταν δεκτά στο βάπτισμα και νήπια άμοιρα λογικής, που ανήκαν σε σπίτια που προσχώρησαν όλοι μαζί στο Χριστιανισμό. Έτσι τόσο οι Πράξεις των Αποστόλων, όσο και ο Παύλος κάνουν λόγο για ολόκληρες οικογένειες που δέχτηκαν το βάπτισμα. Ο Κορνήλιος και «όλος ο οίκος του», η Λυδία «και ο οίκος της», ο δεσμοφύλακας των Φιλίππων «και όλοι όσοι ήταν στο σπίτι του», ο Κρίσπος στην Κόρινθο «μαζί με όλο το σπίτι του» όπως και «οίκος του Στεφανά» πίστεψαν και βαπτίστηκαν όλοι, και πιθανότατα περιλαμβάνονταν στα σπίτια αυτά και νήπια, που έγιναν και αυτά δεκτά στο βάπτισμα τόσο μάλλον, όσο αυτό ήταν «η περιτομή του Χριστού», που αντικατέστησε την σαρκική περιτομή των Ιουδαίων, η οποία παρεχόταν στα νήπια την όγδοη ημέρα από τη γέννησή τους (σημειωση 54. Πραξ. ια 14,ιστ 15,33,ιη 8, Α΄Κορ. α 16, Κολ. β 11.)

Ο Leeming τονίζει πολύ το επιχείρημα από την σύγκριση στην Κ.Δ. του βαπτίσματος και της περιτομής. Ο θείος Παύλος αντιθέτοντας το βάπτισμα στην περιτομή και θεωρώντας αυτό ως αντίστοιχο και ως τελείωσή της υπονοεί, ότι οι Χριστιανοί καταλέγονταν στη χριστιανική κοινότητα με τελετή, η οποία ήταν όμοια με αυτήν του Παλαιού νόμου, αλλά διαφορετική ως προς το εξωτερικό σημάδι και τα αποτελέσματά της. Η μία ήταν φυσικό κόψιμο ανθρωπίνου δέρματος, η άλλη ήταν πνευματική αποκοπή της αμαρτίας. Η μία έδινε δικαιώματα νομικά, η άλλη εσωτερική ένωση με το Θεό. Εφόσον όμως είναι γνωστό και από αλλού, ότι οι αρχαίοι χριστιανοί ακολουθούσαν σε πολλά σημεία τις ιουδαϊκές παραδόσεις, ιδιαίτερα μάλιστα στις λειτουργικές τελετές, η τελετή της εισόδου στο χριστιανικό σώμα διαμορφώθηκε σύμφωνα με τα κατά την περιτομή κρατούντα στους Ιουδαίους, έτσι λοιπόν και τα νήπια των Χριστιανών βαπτίζονταν νωρίς, όπως περιτέμνονταν και τα των Ιουδαίων. Όπως σημειώνει ο ίδιος Leeming το επιχείρημα αυτό χαρακτηρίστηκε ως αποφασιστικό από τον Καλβίνο και τον Chemnitz.
Άλλωστε ο Κύριος διακήρυξε την αναγκαιότητα του βαπτίσματος ανεξαιρέτως για όλους, «εάν κάποιος δεν γεννηθεί από νερό και πνεύμα» λέγοντας, εκδήλωσε από την άλλη ιδιαίτερη συμπάθεια και προς τα μικρά παιδιά λέγοντας στους μαθητές που εμπόδιζαν τις μητέρες τους που έφερναν αυτά στον Κύριο «για να βάλει πάνω τους τα χέρια του και να προσευχηθεί»: «Αφήστε τα παιδιά και μην τα εμποδίζετε να έλθουν σε μένα». Δεν στερείται επίσης σημασίας, ότι με την ευκαιρία αυτή «έβαλε πάνω τους τα χέρια» (Ιω. γ 5, Ματθ. ιθ 13-15).

Από την άλλη τα λόγια του Παύλου στο Α΄Κορ. ζ 14, σύμφωνα με τα οποία τα παιδιά, τα προερχόμενα από ήδη υφιστάμενους μικτούς γάμους μεταξύ συζύγων, από τους οποίους ο ένας ή η μία προσχώρησαν ήδη στο Χριστιανισμό, «είναι άγια», όχι μόνο δεν μπορεί να προσαχθεί ως επιχείρημα εναντίον του νηπιοβαπτισμού, ότι μαρτυρούν ότι αυτά ως άγια ήδη δεν θα ήταν αναγκαίο να βαπτιστούν, αλλά αντιθέτως παρουσιάζουν αυτά επιδεκτικά και του αγιασμού από το βάπτισμα.
Και δεν αποδεικνύουν μεν τίποτα εναντίον του νηπιοβαπτισμού, διότι και για τον σύζυγο που δεν προσχώρησε στην πίστη βεβαιώνεται στα λόγια αυτά, ότι «έχει αγιαστεί ο άνδρας ο άπιστος μέσω της γυναίκας και έχει αγιαστεί η γυναίκα η άπιστη μέσω του άνδρα». Θα μπορούσε λοιπόν να λεχθεί για το άλλο μέλος που παρέμεινε στην απιστία, ότι δεν είχε ανάγκη του βαπτίσματος; Αποτελούν όμως τα λόγια αυτά επιχείρημα και υπέρ του νηπιοβαπτισμού, διότι υπαινίσσονται, ότι η πίστη και ο αγιασμός των γονέων δημιουργούν σε αυτά κατάσταση που κληρονομιέται σε κάποιο μέτρο και από τα παιδιά τους και που κάνει αυτά επιδεκτικά και μεγαλύτερου αγιασμού.
Στη μετέπειτα Χριστιανική γραμματεία διέκριναν τον πρώτο περί του νηπιοβαπτισμού υπαινιγμό σε κάποια λόγια του Ειρηναίου, σύμφωνα με τα οποία ο Χριστός ήλθε να σώσει όλους όσοι μέσω αυτού αναγεννιούνται σε Θεό, παιδιά, νήπια, νέους, γέροντες (56. ΙΙ 22,4 Μ. 7,784).
Σαφέστερα όμως για αυτόν μιλά ο Τερτυλλιανός, που κηρύσσεται εναντίον του και υποστηρίζει από τη μία μεν, ότι η αθωότητα των νηπίων κάνει περιττό το βάπτισμά τους, από την άλλη δε ότι αυτοί που λαμβάνουν το βάπτισμα πρέπει πρώτα να διδάσκονται τη χριστιανική αλήθεια. Διότι ναι μεν ο Κύριος είπε να μην εμποδίζουν τα παιδιά να έρχονται προς αυτόν, αλλά ας έρχονται αυτά, όταν γίνονται έφηβοι και όταν διδαχτούν. Ας γίνονται Χριστιανοί όταν θα μπορούν να γνωρίσουν το Χριστό (57. De Bapt. 18. M.L. 1, 1330).
Αντιθέτως όμως ο Κυπριανός λέει ότι δεν πρέπει να εμποδίζεται από το βάπτισμα το παιδί, το οποίο επειδή πρόσφατα γεννήθηκε δεν έχει καμία άλλη αμαρτία παρά το ότι αφού γεννήθηκε σαρκικά κατά τον Αδάμ κουβαλά τον μολυσμό του θανάτου της αρχαίας παράβασης, και το οποίο τόσο ευκολότερα πλησιάζει για να λάβει την άφεση των αμαρτιών, όσο σε αυτό όχι δικά του αλλά ξένα αμαρτήματα συγχωρούνται (58. Epist. 59,5 M.L. 3,1054).
Ο Ωριγένης επίσης έχοντας πριν από αυτόν να ισχύει ως καθεστώς τον νηπιοβαπτισμό παρατηρεί, ότι «τα παιδιά βαπτίζονται εις άφεσιν αμαρτημάτων». Θέτοντας όμως το ερώτημα «ποιων  αμαρτημάτων; Διότι πότε αμάρτησαν;» απαντά «μη τυχόν, επειδή κανείς δεν είναι καθαρός από ρύπο, αλλά τον ρύπο τον διώχνει κάποιος με το μυστήριο του βαπτίσματος, για αυτό και τα παιδιά βαπτίζονται»
Αλλά αυτός που περισσότερο ασχολήθηκε με τον νηπιοβαπτισμό υπήρξε ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός: «Έχεις νήπιο;» ρωτά. «Μη δίνεις καιρό στην κακία», απαντά. «Από βρέφος ας αγιαστεί, ας αφιερωθεί από την τρυφερή ηλικία στο Πνεύμα». Και υπενθυμίζει την Άννα η οποία «και πριν να γεννηθεί ο Σαμουήλ, τον υποσχέθηκε στο Θεό και όταν γεννήθηκε αμέσως τον αφιέρωσε και τον μεγάλωσε με ιερατική στολή». Στρεφόμενος πάλι εναντίον ειδωλολατρικών εθίμων που επικρατούσαν τότε προσθέτει: «Δεν σου χρειάζονται καθόλου τα φυλακτά και τα μαγικά ψιθυρίσματα, μαζί με τα οποία εισέρχεται ο πονηρός, κλέβοντας το σεβασμό από το Θεό για τον εαυτό του στα μηδαμινότερα πράγματα. Δώσε στο παιδί σου την Τριάδα, το μέγα και καλό φυλακτό». Προχωρώντας παραπέρα διαπραγματεύεται την ένσταση, η οποία θα προβαλλόταν από το ότι τα νήπια δεν αισθάνονται ούτε τη ζημιά την οποία υφίστανται στερούμενα του βαπτίσματος, ούτε την χάρη την οποία λαμβάνουν όταν βαπτίζονται. Και εκφέρει μεν τη γνώμη, ώστε να αναμένεται στο παιδί η συμπλήρωση τριετίας, «ή λίγο λιγότερο ή περισσότερο», ώστε «όταν θα είναι δυνατόν να ακούσουν κάτι το μυστηριακό και να απαντήσουν, έστω και αν δεν κατανοούν πλήρως, αλλά τυπώνονται» στη μνήμη του μικρού παιδιού, «και έτσι αγιάζουν και τις ψυχές και τα σώματα με το μέγα μυστήριο της τελείωσης». Τονίζει όμως συγχρόνως, ότι ενδείκνυται να βαπτίζονται και τα νήπια, «εάν επείγει κάποιος κίνδυνος. Διότι είναι προτιμότερο να αγιάζονται χωρίς να το αισθάνονται παρά να φύγουν ασφράγιστα και αμύητα». Για απόδειξη του τελευταίου αυτού αναφέρεται στην «οκταήμερη περιτομή που ήταν μία τυπική σφραγίδα και δινόταν σε αυτούς των οποίων δεν είχε αναπτυχθεί ακόμη το λογικό». Υπενθυμίζει επίσης «και την επάλειψη των πορτών» με το αίμα του πασχάλιου αμνού κατά τη νύχτα της από την Αίγυπτο εξόδου του Ισραήλ, η οποία επάλειψη «με τα αναίσθητα» διαφύλαξε τα πρωτότοκα των Ιουδαίων (59. Λόγος Μ, παραγρ. 17 και 28).
Όπως επίσης παρατηρεί ο Leeming το ζήτημα του νηπιοβαπτισμού πήρε σοβαρότητα νωρίς τον τέταρτο αιώνα κατά τη σύγκρουση μεταξύ Αυγουστίνου και Πελαγιανών. Ο Αυγουστίνος αναζητούσε από το νηπιοβαπτισμό επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης του προπατορικού αμαρτήματος, εφόσον το βάπτισμα παρέχεται εις άφεσιν αμαρτιών. Κατ’ ακολουθίαν οι Πελαγιανοί, οι οποίοι αρνούνταν την κληρονομικότητα αυτού του αμαρτήματος, είχαν συμφέρον να αρνηθούν, ότι ο νηπιοβαπτισμός αποτελούσε καθολική και αρχαία της Εκκλησίας συνήθεια. Δεν το έπραξαν όμως, αλλά κατέφυγαν στη διάκριση μεταξύ «αιώνιας ζωής» και «βασιλείας ουρανών», ισχυριζόμενοι ότι τα νήπια βαπτίζονταν, όχι για να γίνουν από κακά καλά, αλλά από αγαθά, που ήταν, να γίνουν καλύτερα. Έτσι ώστε εάν πέθαιναν αβάπτιστα, δεν θα πήγαιναν μεν στη βασιλεία των ουρανών, θα εισάγονταν όμως στην αιώνια ζωή. Κατά τον τέταρτο λοιπόν αιώνα δεν αμφισβητήθηκε, ότι ο νηπιοβαπτισμός επικρατούσε σε όλη την Εκκλησία. Ο Πελάγιος και ο Κελέστιος είχαν ταξιδέψει και στην Παλαιστίνη και στην Αφρική και στην Ιταλία· ειδικά μάλιστα ο Πελάγιος πιθανότατα γνώρισε και τη Γαλλία και τη Βρεττανία. Εάν σε κάποια από τις επαρχίες αυτές και χώρες δεν υφίστατο νηπιοβαπτισμός, ασφαλώς θα προβαλλόταν αυτό».
(Π.Ν. Τρεμπέλα ,Δογματική τόμος 3, σελ. 112-116, εκδ. ο Σωτήρ, μετάφραση στα νέα ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας)

Οι Προτεστάντες, ως άνθρωποι λογικοκρατούμενοι, απορρίπτουν ορισμένες πτυχές του θεομητορικού δόγματος. Και ενώ δέχονται την παρθενική σύλληψη του Χριστού, περί της οποίας ομιλεί σαφώς η Γραφή, αρνούνται την παρθενική γέννησή του, γιατί μια γέννηση καταστρέφει φυσιολογικά την παρθενία της όποιας μητέρας. Αυτό βέβαια είναι αληθινό στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Κάθε μάνα που γεννά δεν μπορεί να παραμένει παρθένος. Πέρα από τα στεγανά όρια της φύσεως και της λογικής οι άνθρωποι δεν έχουν αίσθηση της μυστηριακής πραγματικότητας, η οποία νικά «φύσεως τάξιν». Κατ’ αυτούς ο τρόπος γεννήσεως του Χριστού δεν έχει μεγάλη σημασία. Δεν προσδίδει μεγάλο αξίωμα στη Μητέρα. Δεν μπορούν να την εντοπίσουν στην υπερφυσική διάσταση του μυστηρίου της. Δεν μπορούν να δουν την καινότητα του τόκου του Υιού του Θεού, που γίνεται η άφθαρτη απαρχή μιας νέας πνευματικής ανακαίνισης και αναγέννησης των ανθρώπων. Μιας αναγέννησης που σπάει τα δεσμά της φθοράς που απορρέουν από την παλαιότητα της φύσεως του Αδάμ. Μένουν ασάλευτα δεμένοι με τη φύση. Η υπερφύση δεν τους ακουμπά.

Πολύ λιγότερο δεν μπορούν να δεχτούν το «αειπάρθενον» της Θεοτόκου. Κατά τους Προτεστάντες μετά τη γέννηση του Ιησού, η Μαρία ήλθε σε γαμική σχέση με τον Ιωσήφ, από την οποία απέκτησε τέκνα ,τους φερομένους ως αδελφούς του Χριστού⁸⁷. Τις αντιλήψεις τους αυτές, προσπαθούν να τις στηρίξουν στην αγία Γραφή. Έτσι προσάγουν τα χωρία, εις τα οποία μνημονεύονται οι αδελφοί του Κυρίου και το Ματθ.1,25: «ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον». Κακώς όμως, γιατί αδελφοί του Ιησού μπορούν να είναι στενοί συγγενείς του είτε από την πλευρά του Ιωσήφ (φυσικά τέκνα του από πρότερο γάμο) είτε από την πλευρά της Θεοτόκου. Την έννοια του αδελφού σημαίνοντος τον εξάδελφον ή ανεψιό, απαντούμε σε πολλά χωρία της Γραφής:Γεν.12,5. 13,8 .29,15.Η φράση «έως ου (έως ότου)» στην οποία στηρίζουν οι Διαμαρτυρόμενοι τη γνώμη τους, ότι δηλαδή ο Ιωσήφ δεν είχε σαρκική σχέση με τη Μαρία μέχρις ότου γέννησε τον Υιό της και μετά ταύτα ήλθε σε γαμική συνένωση με τη Μαρία, δεν μπορεί αναγκαίως να στηρίξει τις απόψεις τους.

Ο χρονικός προσδιορισμός αναφέρεται σε ένα ορισμένο χρονικό σημείο για το οποίο ενδιαφέρεται ο ομιλών, αφήνοντας τη χρονική συνέχεια ακαθόριστη. Στο Γεν. 8,7 γίνεται λόγος περί του κόρακος που βγήκε από την κιβωτό του Νώε, ο οποίος δεν επέστρεψε σ΄ αυτήν «έως του ξηρανθήναι το ύδωρ». Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο κόραξ γύρισε πίσω μετά την αποξήρανση των υδάτων (βλ.Ψαλμ.122,2). Ομοίως και η λέξη «πρωτότοκος» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην τον πρώτο μεταξύ πολλών αδελφών, αλλά τον πρώτο γεννηθέντα (βλ.Εξοδ.34,19εξ.), άσχετα αν ακολουθούν ή όχι άλλοι αδελφοί.
Άλλωστε δεν θα ήταν σοβαρό να πιστέψουμε, ότι η Θεοτόκος μετά την πείρα της ως Μητέρας του Θεού και την αίγλη του θαύματος στο οποίο τόσο επάξια λειτούργησε, θα είχε σκέψη και επιθυμία να έλθει σε γαμική σχέση με άντρα («Πώς δηλαδή θα καταδεχόταν την συνένωση με άνδρα ενώ γέννησε το Θεό και γνώρισε το θαύμα με την πείρα των σημείων που έχουν ακολουθήσει. Μη βλασφημείς· όχι μόνο δεν είναι γνώρισμα συνετής σκέψης να σκέφτεται τέτοια, πόσο μάλλον και να τα κάνει» Ιωάννης Δαμασκηνός. Χρ. Ανδρούτσου, Δογματική σελ. 173). Ο Ιωσήφ ήταν απλώς «μνήστωρ» (αρραβωνιαστικός της Θεοτόκου) και όχι σύζυγός της.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ. 115-117)

Ο κ. Τσολάκης Βασίλειος, Αστυνομικός από την Αριδαία, διηγείται: Κάποιος γνωστός μου είχε πάει στο εξωτερικό. Δυστυχώς εκεί έμπλεξε με Προτεστάντες με αποτέλεσμα να αρνηθεί την Ορθοδοξία και να γίνει Προτεστάντης.
Μια μέρα με επισκέφτηκε στο γραφείο μου και βλέποντας τη φωτογραφία του π. Παϊσίου μου είπε έντρομος: Αυτόν τον ξέρω. Πριν 10 χρόνια πήγα στο Κελλί του με άλλους δύο. Μόλις φθάσαμε, μόνο εμένα δεν μου επέτρεψε να μπω. Διότι μου είπε ότι είμαι αιρετικός, γιατί δεν πιστεύω στην Παναγία και στους Αγίους

(ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου, σελ. 611)

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 470-482  εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970)  
Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις δικές μας.Δεν παρατίθενται οι παραπομπές  
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΚΑΤΟΝ ΟΓΔΟΟΝ: Ζ Β I Γ Γ Λ I Ο Σ  
Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΒΕΤΙΑΝ 1477-1531  

I. MULTUM IN PARVO  
Η επιτυχία των ελβετικών καντονίων εις την απόκρουσιν του Κορόλου του Τολμηρού (1477) ενίσχυσε την ομοσπονδίαν των, ανεζωογόνησε την εθνικήν των υπερηφάνειαν και τα ενίσχυσε δια να αντισταθούν κατά της απόπειρας του Μαξιμιλιανού να τα υποτάξη και θεωρητικώς και πραγματικώς υπό την Αγίαν Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν. Διάφορο έριδες δια την διανομήν των λαφύρων μετά την ήτταν της Βουργουνδίας έφερον τα καντόνια εις τα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου˙ αλλά εις την δίαιταν της Στάνς (1481) ένας ερημίτης φιλόσοφος, ο Νικόλαος φον ντερ Φλούε, ο αδελφός Κλάους, όπως τον ενθυμούνται οι Ελβετοί, τους έπεισε να διατηρήσουν την ειρήνην.

Προσθέτουσα καντόνιον εις το καντόνιον, η πλήρης ζωτικότητος ομοσπονδία ηυξάνετο. Το Φρίμπουργκ και το Σόλοθουρν έγιναν δεκτά το 1481, η Βασιλεία και ο Σάφφχαουζεν το 1501, το Άππεντσελ το 1513˙ τώρα ήσαν δέκα τρία, όλα ομιλούντα γερμανικάς διαλέκτους με την διαφοράν ότι ωμιλείτο συγχρόνως και η γαλλική εις το Φρίμπουργκ και εις την Βέρνην. Εσχημάτισαν μίαν ομόσπονδον δημοκρατίαν: κάθε καντόνιον ερρύθμιζε τας εσωτερικάς του υποθέσεις αλλά εκυβερνάτο εις τας εξωτερικάς του σχέσεις από μίαν κοινήν νομοθεσίαν. Η μοναδική βουλή της ομοσπονδιακής αυτής διαίτης απελείτο από ίσον αριθμόν βουλευτών από κάθε καντόνιον. Η δημοκρατία δεν ήτο πλήρης. Πολλά καντόνια ιδιοποιήθησαν μικροτέρας κοινότητας ως υποτελείς άνευ ψήφου.

Ούτε ήτο έως τότε η Ελβετία υπόδειγμα φιλειρηνικότητος. Το 1500-12, τα καντόνια επωφελήθησαν της διασπάσεως της Ιταλίας δια να καταλάβουν την Μπελλιντζόνα, το Λοκάρνο, το Λουγκάνο και άλλας περιοχάς νοτίως των Άλπεων και εξηκολούθησαν να δανείζουν ελβετικάς λεγεώνας με την συγκατάθεσίν των  εις ξένας δυνάμεις. Αλλά μετά την ήτταν των Ελβετών λογχοφόρων εις το Μαρινιάνο (1515) η ομοσπανδία εγκατέλειψε την εδαφικήν επέκτασιν, υιοθέτησε μίαν πολιτικήν ουδετερότητος και κατηύθυνε τους ανδροπρεπείς χωρικούς της, τους επιδεξίους τεχνίτας της και τους επινοητικούς εμπόρους της εις την ανάπτυξιν ενός εκ των πλέον προηγμένων πολιτισμών της ιστορίας.

Η Εκκλησία ήτο εξ ίσου κοσμική και διεφθαρμένη εις την Ελβετίαν όπως και εις την Ιταλίαν. Έδωσεν υποστήριξιν και σημαντικήν ελευθερίαν εις τους ουμανιστάς, οι οποίοι συνεκεντρώθησαν περί τον Φρομπέν και τον Έρασμον εις την Βασιλείαν. Ήτο μερος της ηθικής ανοχής της εποχής το ότι οι πλείστοι των Ελβετών ιερέων είχον παλλακίδας.1 Ένας Ελβετός επίσκοπος εχρέωνε τους ιερείς του με τέσσαρα γκίλντερ δια κάθε τέκνον το οποίον απέκτων και εντός ενός έτους συνεκέντρωσε 1522 γκίλντερ εκ της πηγής αυτης.2 Παρεπονείτο ότι πολλοί ιερείς εχαρτόπαιζον, εσύχναζον εις καπηλεία και εμέθυον,3 προφανώς μη πληρώνοντες επισκοπικόν δικαίωμα. Πολλά καντόνια  και ιδιαιτέρως η Ζυρίχη  επέβαλον πολιτικήν επιστασίαν των κληρικών και εφορολόγησαν τας εκκλησιαστικάς περιουσίας. Ο επίσκοπος της Κωνσταντίας διεξεδίκει ολόκληρον την Ζυρίχην ως φέουδόν του και απήτει από αυτην υπακοήν και δεκάτας˙ αλλά ο παπισμός ήτο πολύ περιπεπλεγμένος εις την ιταλικήν πολιτικήν δια να υποστηρίξη αποτελεσματικώς τας διεκδικήσεις του. Το 1510, ο πάπας Ιούλιος Β', εις αντάλλαγμα δια μερικάς λεγεώνας της Γενεύης, εδέχθη όπως το δημοτικόν συμβούλιον της Γενεύης ρυθμίζη τα μοναστήρια ανδρών και γυναικών και την δημοσίαν ηθικήν εντός της περιοχής του.4 Τοιουτοτρόπως επτά έτη προ των θέσεων του Λουθήρου, η ουσία της Μεταρρυθμίσεως είχεν επιτευχθή εις την Ζυρίχην και την Γενεύην : η υπεροχή της κοσμικής επί της εκκλησιαστικής εξουσίας. Η οδός εχαράχθη δια τον Ζβίγγλιον και τον Καλβίνον δια να εγκαθιδρύσουν τας διαφόρους συγχωνεύσεις Εκκλησίας και κράτους.


ΙΙ. Ζ Β I Γ Γ Λ I Ο Σ
Μία επίσκεψις εις την γενέτειραν του Χουλντράιχ ή Ούλριχ Ζβιγγλίου, υπενθυμίζει τον κανόνα ο οποίος όμως έχει και τας εξαιρέσεις του, ότι οι μεγάλοι άνδρες γεννώνται εις μικράς οικίας. Ο πλέον λογικός και αποτυχημένος από τους Μεταρρυθμιστάς είδε το φως (1η Ιανουαρίου 1484) εις μίαν μικράν καλύβην του ορεινού χωρίου Βιλντχάους, πενήντα μίλλια νοτιοανατολικώς της Ζυρίχης εις το σημερινόν καντόνιον του Σαίντ - Γκάλ. Μία χαμηλή χορτάρινη στέγη, τοίχοι από χονδρά ξύλα, μικρά σιδηρόφρακτα παράθυρα, δάπεδα από ογκώδεις σανίδας, χαμηλαί οροφαί, σκοτεινά δωμάτια, τρίζουσαι κλίμακες, στερεαί δρύιναι κλίναι, μία τράπεζα, ένα κάθισμα, ένα ράφι δια βιβλία: η ιστορική αυτή κατοικία εκφράζει ένα περιβάλλον εις το οποίον η φυσική επιλογή ήτο αυστηρά και η υπερφυσική επιλογή εφαίνετο ότι ήτο μία απαραίτητος ελπίς. Ο πατήρ του Ούλριχ ήτο ανώτερος δικαστης εις τον χαμένον αυτόν συνοικισμόν και η μήτηρ του ήτο η υπερήφανος αδελφή ενός ιερέως. Ήτο ο τρίτος από οκτώ υιούς˙ από της παιδικής του ηλικίας προωρίζετο δια το ιερατικόν στάδιον.
Ο θείος του, ιερατικός προϊστάμενος της εκκλησίας της παρακείμενης Βέζεν, συνετέλεσε μαζί με τους γονείς του εις την εκπαίδευσίν του και έδωσε εις τον Ζβίγγλιον μίαν ουμανιστικήν κλίσιν και πνοήν, η οποία τον διέκρινε χαρακτηριστικώς από τον Λούθηρον και τον Καλβίνον. Εις ηλικίαν δέκα ετών, το παιδίον απεστάλη εις ένα λατινικόν σχολείον της Βασιλείας˙ δέκα τεσσάρων ετών εισήχθη εις ένα κολλέγιον της Βέρνης διευθυνόμενον από ένα διακεκριμένον εντόπιον κλασσικιστήν. Από δέκα εξ μέχρι δέκα οκτώ ετών εσπούδασεν εις το Πανεπιστήμιον της Βιέννης κατά τον ουμανιστικόν χρυσούν αιώνα τον υπό τον Κονράδoν Κέλτην. Ανεκουφίζετο από τους κόπους του παίζων λαγούτον, άρπαν, βιολί, πλαγίαυλον και σαντούρι. Δεκαοκταετής επέστρεψεν εις την βασιλείαν και εσπούδασε θεολογίαν πλησίον του Θωμά Βύττερμπαχ, ο οποίος ήδη από του 1508 επετίθετο κατά των συγχωροχαρτίων, της αγαμίας του κλήρου και της λειτουργίας. Είκοσι δύο ετών (1506) ο Ζβίγγλιος έλαβε το διδακτορικόν του δίπλωμα και εχειροτονήθη ιερεύς. Ετέλεσε την πρώτην του λειτουργίαν εις το Βίλντχαους εν μέσω περιχαρών συγγενών και με εκατό γκίλντερ, τα οποία συνελέγησαν προς χάριν του, ηγόρασε τον διορισμόν του5 ως εφημερίου εις Γκλάρους, το οποίον απείχε περί τα είκοσι μίλλια.
Εκεί, ενώ εξετέλει με ζήλον τα καθήκοντά του, εξηκολούθησε τας σπουδάς του. Εξέμαθε μόνος του ελληνικά δια να αναγιγνώσκη την Καινήν Διαθήκην εις το πρωτότυπον. Ανέγνωσε με ενθουσιασμόν τον Όμηρον, τον Πίνδαρον, τον Δημόκριτον, τον Πλούταρχον, τον Κικέρωνα, τον Καίσαρα, τον Λίβιον, τον Σενέκαν, τον Πλίνιον τον νεώτερον, τον Τάκιτον και έγραψεν ένα σχόλιον δια τον σκεπτικιστήν ευθυμογράφον Λουκιανόν. Είχεν αλληλογραφίαν με τον Πίκο ντέλλα Μιράντολα και τον Έρασμον, απεκάλει τον Έρασμον «τον μέγιστον φιλόσοφον και θεολόγον», τον επεσκέπτετο μετά σεβασμού (1515) και ανεγίγνωσκε έργα του κάθε βράδυ προ της κατακλίσεως. Όπως ο Έρασμος, τοιουτοτρόπως και αυτός ησθάνετο απέχθειαν δια την εκκλησιαστικήν διαφθοράν, εύθυμον περιφρόνησιν προς την δογματικήν θρησκοληψίαν και ηρνείτο εντόνως να παραδεχθή ότι οι κλασσικοί φιλόσοφοι και ποιηταί εκαίοντο εις την κόλασιν. Ωρκίζετο ότι «επροτίμα να συμμερισθή την αιωνίαν τύχην του Σωκράτους ή του Σενέκα παρά ενός πάπα».6 Δεν επέτρεπεν εις τους ιερατικούς του όρκους να τον αποκλείουν από τας απολαύσεις της σαρκός˙ είχε σχέσεις με γυναίκας και εξηκολούθησεν αυτήν την τακτικήν μεχρι του γάμου του (1524). Η ενορία του δεν εφαίνετο να δίδη πολλήν σημασίαν εις αυτό οι δε πάπαι του επλήρωνον μεχρι του 1520 μίαν ετησίαν σύνταξιν εκ πενήντα φλωρινίων δια να τους υποστηρίζη εναντίον του γαλλοφίλου κόμματος του Γκλάρους. Το 1513 και το 1515 συνώδευσε την εκ Γκλάρους ομάδα των Ελβετών μισθοφόρων εις την Ιταλίαν ως στρατιωτικός ιερεύς των και κατέβαλε πάσαν προσπάθεια δια να τους διατηρήση πιστούς εις την παπικήν υπόθεσιν. Αλλά η επαφή του με τον πόλεμον εις τας μάχας του Ναβάρρο και του Μαρινιάνο τον διέθεσεν ισχυρώς εναντίον πάσης μελλοντικής πωλήσεως της ελβετικής ανδρείας εις ξενικάς κυβερνήσεις.

Το 1516 το γαλλικόν κόμμα εις το Γκλάρους απέκτησε την υπεροχήν και ο Ζβίγγλιος απεδήμησεν εις μίαν ενορίαν εις το Αϊνζήντελν του καντονίου του Σβύτς. Το κήρυγμά του εκεί απέκτησεν ενα προτεσταντικόν χρώμα προ της επαναστάσεως του Λουθήρου. Το 1517 εκηρύχθη υπέρ μιας θρησκείας στηριζομένης αποκλειστικώς επί της Βίβλου και είπεν εις τον αρχιεπίσκοπόν του, καρδινάλιον Ματθαίον Σίννερ, ότι δεν υπήρχον πολλαί εγγυήσεις δια τον παπισμόν εις την Βίβλον. Τον Αύγουστον του 1518 επετέθη εναντίον διαφόρων καταχρήσεων κατά την πώλησιν των συγχωρήσεων και έπεισε μερικούς βενεδικτίνους μοναχούς να αφαιρέσουν από το προσοδοφόρον ιερόν της εκκλησίας των μίαν επιγραφήν υποσχομένην εις τους προσκυνητάς «πλήρη συγχώρησιν όλων των αμαρτιών εις ενοχήν και εις τιμωρίαν».7 Μερικοί προσκυνηταί από την Ζυρίχην μετέφερον εις τους πάστοράς των μίαν ενθουσιώδη αφήγησιν περί του κηρύγματός του. Την 10ην Δεκεμβρίου 1518, εδέχθη μίαν πρόσκλησιν να γίνη «λαϊκός ιερεύς» εις το Γκροσμύνστερ της Ζυρίχης, την πλέον επιχειρηματικήν πόλιν της Ελβετίας.

 Έπλησίαζε τώρα την ωριμότητα και εις το ήθος και εις το πνεύμα. Ήρχισε μίαν σειράν κηρυγμάτων, εκθέτων από το ελληνικόν κείμενον, όλην την Καινήν Διαθήκην πλην της Αποκαλύψεως δια την οποίαν ησθάνετο αντιπάθειαν. Δεν είχεν εντός αυτού τον μυστικισμόν εκείνον ο οποίος συνετέλεσεν εις την διαμόρφωσιν του Λουθήρου. Δεν έχομεν καμμίαν εικόνα του εκ του φυσικού, αλλά οι σύγχρονοί του τον περιέγραψαν ως ωραίον άνδρα με αδρά χαρακτηριστικά και με μελωδικήν φωνήν, η οποία κατέκτα το ακροατήριόν του. Δεν ηδύνατο να συγκριθή με τον Λούθηρον εις ευγλωττίαν ή εξήγησιν˙ εν τούτοις τα κηρύγματά του ήσαν τόσον πειστικά εις ειλικρίνειαν και σαφήνειαν ώστε εντός ολίγου, ολόκληρος η Ζυρίχη υφίστατο την επιρροήν του. Οι εκκλησιαστικοί προϊστάμενοί του τον υπεστήριξαν όταν επανέλαβε την εκστρατείαν εναντίον της πωλήσεως των συγχωροχαρτίων. Ο Βερναρδίνος Σαμψών, ένας Φραγκισκανός μοναχός από το Μιλάνον, είχε διέλθει τον αυχένα του Αγίου Γοτθάρδου τον Αύγουστον του 1518 δια να γίνη ο Τέτζελ της Ελβετίας. Προσέφερε την συγχώρησιν του πάπα Λέοντος εις τους πλουσίους επί περγαμηνής αντί μιας κορώνας εις δε τους πτωχούς επί χάρτου αντί ολίγων δεκάρων και με μίαν κίνησιν της χειρός του απήλλασσεν από τα βασανιστήρια του καθαρτηρίου όλας τας ψυχάς αι οποίαι είχον αποθάνει εις την Βέρνην. Ο Ζβίγγλιος διεμαρτυρήθη˙ ο επίσκοπος της Κωνσταντίας τον υπεστήριξε και ο Λέων Ι’, σωφρονισθείς κάπως από τα γεγονότα εις την Γερμανίαν, ανεκάλεσε τον γενναιόδωρον απόστολόν του.

Το 1519 ενεφανίσθη πανώλης εις την Ζυρίχην, αφαρπάσασα το εν τρίτον του πληθυσμού εις διάστημα εξ μηνών. Ο Ζβίγγλιος παρέμεινεν εις την θέσιν του, εμόχθει νυχθημερόν δια την περιποίησιν των ασθενών, εμολύνθη από την νόσον ο ίδιος και μόλις διέφυγε τον θάνατον. Όταν συνήλθεν ήτο το δημοφιλέστερον πρόσωπον εις την Ζυρίχην. Μακρινοί αξιωματούχοι, όπως ο Πιρκχάιμερ και ο Ντύρερ, του έστειλαν συγχαρητήρια. Το 1521 εγινε πρωθιερεύς του Γκροσμύνστερ. Ήτο τώρα αρκετά ισχυρός δια να κηρύξη την Μεταρρύθμισιν εις την Ελβετίαν.

ΙΙΙ. Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ ΤΟΥ ΖΒΙΓΓΛΙΟΥ
Σχεδόν ασυναισθήτως, αλλ' ως φυσικόν επακόλουθον της ασυνήθους μορφώσεώς του, είχε μεταβάλει τον χαρακτήρα της ιερωσύνης εις την εκκλησίαν του. Προ αυτού, το κήρυγμα δεν υπελογίζετο πολύ˙ η λειτουργία και η μετάληψις ήσαν σχεδόν όλη η ιεροτελεστία. Ο Ζβίγγλιος έκαμε το κήρυγμα να κυριαρχήση επί του τυπικού. Έγινε συγχρόνως διδάσκαλος και ιεροκήρυξ˙ και εφ' όσον ηύξανεν η εμπιστοσύνη προς αυτόν, μετέδιδεν όσον το δυνατόν περισσότερον την πεποίθησίν του ότι ο χριστιανισμός έπρεπε να επανέλθη εις την παλαιάν του απλότητα κατά την οργάνωσιν και την λατρείαν. Είχε συγκλονισθή βαθέως από την επανάστασιν και τα συγγράμματα του Λουθήρου και από την πραγματείαν του Χους «Περί της Εκκλησίας». Περί το 1520 επετίθετο δημοσία κατά του μοναχισμού, του καθαρτηρίου και της επικλήσεως των αγίων. Επί πλέον υπεστήριζεν ότι η πληρωμή της δεκάτης εις την Εκκλησίαν έπρεπε να είναι απολύτως προαιρετική, όπως εις την Γραφήν. Ο επίσκοπός του τον παρεκάλεσε να ανακαλέση τας απόψεις του αυτάς˙ αυτός επέμεινε το δε συμβούλιον του καντονίου τον υπεστήριξε διατάξαν όλους τους ιερείς της δικαιοδοσίας του να κηρύττουν μόνον ό,τι εύρισκον εις την Βίβλον. Το 1521 ο Ζβίγχλιος έπεισε το συμβούλιον να απαγορεύση την κατάταξιν Ελβετών στρατιωτών εις τους Γάλλους˙ μετά εν έτος η απαγόρευσις επεξετάθη εις όλας τας ξένας δυνάμεις και όταν ο καρδινάλιος Σίννερ εξηκολούθησε να στρατολογή Ελβετούς στρατιώτας δια τον πάπαν, ο Ζβίγγλιος είπεν εις τους ενορίτας του ότι ο καρδινάλιος δεν εφόρει χωρίς λόγον ερυθρόν πίλον διότι
«εάν θα τον έστυβε κανείς, θα εβλέπατε το αίμα των στενωτέρων συγγενών σας να ρέη από τας πτυχάς του».8

Μη ευρίσκων ένδειξιν εις τας Γραφάς να συνιστά την αποφυγήν του κρέατος κατά την Τεσσαρακοστήν, επέτρεψεν εις την ενορίαν του να αγνοήση τους κανόνας της Εκκλησίας σχετικώς με την νηστείαν της Τεσσαρακοστής. Ο επίσκοπος της Κωνσταντίας διεμαρτυρήθη˙ ο Ζβίγγλιος του απήντησε με ενα βιβλίον «Αρχιτέλης» (αρχή και τέλος), το οποίον προέβλεπε μίαν γενικήν ανταρσίαν εναντίον της Εκκλησίας και συνιστά εις τούς ιεράρχας να μιμηθούν τον Καίσαρα και να περιτυλιχθούν με τα ενδύματά των και να αποθάνουν με αξιοπρέπειαν και χάριν. Μαζί με δέκα άλλους ιερείς, απηύθυνεν αίτησιν προς τον επίσκοπον να σταματήση την ανηθικότητα των κληρικών, επιτρέπων τον γάμον εις τους ιερείς (1522). Κατά την εποχήν αυτήν διετήρει την Άνναν Ράινχαρτ ως ερωμένην ή μυστικήν σύζυγόν του. Το 1524 την ενυμφεύθη επισήμως, ένα έτος πριν ο Λούθηρος νυμφευθή την Αικατερίνην φον Μπόρα.

Της οριστικής αυτής ρήξεως με την Εκκλησίαν είχον προηγηθή δύο συζητήσεις αι οποίαι υπενθύμιζον την συζήτησιν του Λουθήρου και του Εκ εις την Λειψίαν και απήχουν ελαφρώς τας σχολαστικάς συζητήσεις των μεσαιωνικών Πανεπιστημίων. Ως μια ημιδημοκρατική πολιτεία η Ελβετία δεν εσκανδαλίσθη με την πρότασιν του Ζβιγγλίου όπως αι διαφοραί μεταξύ των ιδικών του απόψεων και των απόψεων των συντηρητικών αντιπάλων του, εκτεθούν δημοσία και χωρίς προκατάληψιν. Το Μέγα Συμβούλιον της Ζυρίχης, αναλαβόν ευχαρίστως θεολογικήν δικαιοδοσίαν, εκάλεσε τους επισκόπους να αποστείλουν αντιπροσώπους. Προσήλθον πράγματι εις μέγαν αριθμόν και συνεκεντρώθησαν εν συνόλω 600 πρόσωπα εις το δημαρχείον δια την ενδιαφέρουσαν συζήτησιν (25 Ιανουαρίου 1523).


Ο Ζβίγγλιος προσεφέρθη να υποστηρίξη εξήντα επτά θέσεις.
1. Όλοι όσοι λέγουν ότι το Ευαγγέλιον δεν είναι τίποτε χωρίς την επικύρωσιν της Εκκλησίας, πλανώνται...
15. Εις το Ευαγγέλιον περιέχεται σαφώς όλη η αλήθεια...
17. Ο Χριστός είναι ο μοναδικός αιώνιος αρχιερεύς. Εκείνοι οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είναι αρχιερείς αντιτίθενται και μάλιστα παραμερίζουν την τιμήν και την αξίαν του Χριστού.
18. Ο Χριστός ο οποίος προσέφερε μίαν φοράν τον εαυτόν του επί του σταυρού, είναι η επαρκής και αιωνία θυσία δια τας αμαρτίας όλων των πιστών. Συνεπώς η λειτουργία δεν είναι θυσία αλλά μία ανάμνησις της μίας θυσίας επί του σταυρού...
24. Οι χριστιανοί δεν υποχρεούνται να εκτελούν έργα, τα οποία δεν διέταξεν ο Χριστός. Δύνανται να τρώγουν πάντοτε όλα τα είδη των φαγητών...
28. Παν ό,τι ο Θεός επιτρέπει και δεν απαγορεύει, είναι ορθόν. Δια τούτο ο γάμος αρμόζει εις όλους τους ανθρώπους...
34. Η λεγόμενη πνευματική δύναμις (η Εκκλησία) δεν έχει βάσιν εις την Αγίαν Γραφήν και την διδασκαλίαν του Χριστού.
35. Αλλά η κοσμική εξουσία έχει επικυρωθή με την διδασκαλίαν και το παράδειγμα του Χριστού (Κατά Λουκάν, ια', 5. Κατά Ματθαίον, κβ΄, 21)...
49. Δεν γνωρίζω μεγαλύτερον σκάνδαλον από την απαγόρευσιν του νομίμου γάμου εις τους ιερείς, ενώ τους επιτρέπεται, επί πληρωμή ενός προστίμου, να έχουν παλλακίδας. Αίσχος! (Pfui der Schande!)...
57. Η Αγία Γραφή δεν γνωρίζει τίποτε περί καθαρτηρίου...
66. Όλοι οι πνευματικοί ηγέται πρέπει να μετανοήσουν άνευ αναβολής και να υψώσουν μόνον τον σταυρόν του Χριστού, άλλως θα χαθούν. Το μαχαίρι έφθασε εις το κόκκαλον.9

Ο Ιωάννης Φάμπερ, γενικός βικάριος της εκκλησιαστικής περιοχής της Κωνσταντίας, ηρνήθη να συζητήση τας προτάσεις αυτάς λεπτομερώς, ισχυριζόμενος ότι έπρεπε να τεθούν υπ' όψει μεγάλων Πανεπιστημίων ή μιας γενικής συνόδου της Εκκλησίας. Ο Ζβίγγλιος έκρινεν ότι τούτο δεν ήτο αναγκαίον. Τώρα, ότε η Καινή Διαθήκη ήτο προσιτή εις τας τοπικάς γλώσσας, όλοι ηδύναντο να έχουν τον Λόγον του Θεου δια να αποφασίσουν επί των θεμάτων αυτών. Αυτό ήτο αρκετόν. Το Συμβούλιον συνεφώνησεν εκήρυξε τον Ζβίγγλιον αθώον από αίρεσιν και διέταξεν όλους τους κληρικούς της Ζυρίχης να κηρύττουν μόνον εκείνα, τα οποία θα ηδύναντο να στηρίξουν επί των Γραφών. Εδώ, όπως και εις την Λουθηρανήν Γερμανίαν, το κράτος αντικατέστησε την Εκκλησίαν.
Οι πλείστοι των ιερέων  οι μισθοί των τώρα ήσαν ηγγυημένοι από το κράτος  εδέχθησαν την διαταγήν του Συμβουλίου. Πολλοί εξ αυτών ενυμφεύθησαν, εβάπτιζον εις την τοπικήν γλώσσαν, παρημέλησαν την λειτουργίαν και εγκατέλειψαν την προσκύνησιν των εικόνων. Μία ομάς ενθουσιωδών ήρχισε να καταστρέφη άνευ διακρίσεως εικόνας και αγάλματα εις τας εκκλησίας της Ζυρίχης. Στενοχωρηθείς από την επέκτασιν της αταξίας, ο Ζβίγγλιος εκανόνισε μίαν δευτέραν συζήτησιν (26 Οκτωβρίου 1523) εις την οποίαν μετέσχον 550 λαϊκοί και 350 κληρικοί. Το αποτέλεσμα υπήρξεν ότι το Συμβούλιον διέταξε την συγκρότησιν μιας επιτροπής, εις την οποίαν μετείχε και ο Ζβίγγλιος και η οποία θα συνέτασσεν ένα βιβλίον δογματικής διδασκαλίας δια τον λαόν και ότι εν τω μεταξύ έπρεπε να παύση πάσα βιαιοπραγία. Ο Ζβίγγλιος συνέθεσε ταχέως το « Eine kurze Christliche Einleitung», το οποίον απεστάλη εις όλους τους κληρικούς του καντονίου. Η καθολική ιεραρχία διεμαρτυρήθη και η δίαιτα της ομοσπονδίας, συνελθούσα εις την Λουκέρνην (26 Ιανουαρίου 1524), υπεστήριξε την διαμαρτυρίαν ενώ συγχρόνως επρότεινεν η ιδία εκκλησιαστικήν μεταρρύθμισιν. Το Συμβούλιον ηγνόησε τας διαμαρτυρίας.

Ο Ζβίγγλιος διετύπωσεν ευρύτερον τας θεωρίας του εις δύο λατινικάς πραγματείας: De vera et falsa religione (1525) και Ratio fidei (1530). Εδέχετο την βασικήν θεολογίαν της Εκκλησίας: τον τρισυπόστατον Θεόν, την πτώσιν του Αδάμ και της Εύας, την ενσάρκωσιν, την εκ Παρθένου γέννησιν και την λύτρωσιν˙ αλλά ηρμήνευσε το «προπατορικόν αμάρτημα» όχι ως μίαν κηλίδα ενοχής, κληρονομηθείσαν από τους προπάτοράς μας, αλλά ως μίαν αντικοινωνικήν τάσιν, ενυπάρχουσαν εις την φύσιν του ανθρώπου.10 Συνεφώνει με τον Λούθηρον ότι ο άνθρωπος ουδέποτε θα κερδίση την σωτηρίαν με καλά έργα, αλλά πρέπει να πιστεύση εις την λυτρωτικήν αποτελεσματικότητα της θυσίας και του θανάτου του Χριστού. Συνεφώνει με τον Λούθηρον και τον Καλβίνον εις τον προορισμόν: παν γεγονός, και κατά συνέπειαν η αιώνια μοίρα παντός ατόμου, είχε προγνωσθή υπό του Θεού και πρέπει να συμβή όπως έχει προγνωσθή. Αλλά ο Θεός έχει καταδικάσει εις την κόλασιν μόυον εκείνους οι οποίοι απορρίπτουν το Ευαγγέλιον το οποίον τους κηρύττεται. Όλα τα παιδία (εκ χριστιανών γονέων) τα οποία αποθνήσκουν εις νηπιακήν ηλικίαν είναι σεσωσμένα, έστω και αβάπτιστα, διότι ήσαν πάρα πολύ μικρά δια να αμαρτήσουν. Η κόλασις είναι πραγματική αλλά το καθαρτήριον είναι «μία επινόησις... μία προσοδοφόρος επιχείρησις δια τους κατασκευαστάς της». Η Γραφή δεν γνώριζε τίποτε περί αυτού.11 Τα μυστήρια δεν είναι θαυματουργά μεταδοτικά μέσα, αλλά ωφέλιμα σύμβολα της θείας χάριτος. Η εξομολόγησις δεν, είναι αναγκαία˙ κανείς ιερεύς δεν δύναται να συγχωρήση την αμαρτίαν παρά μόνον ο Θεός. Αλλά πολλάκις είναι ευεργετικόν να εμπιστευώμεθα τας πνευματικάς μας ανησυχίας εις ένα ιερέα.12 Ο Μυστικός Δείπνος δεν είναι πραγματική κατάλυσις του σώματος του Χριστού αλλά ένα σύμβολον της ενώσεως της ψυχής με τον Θεόν και του ατόμου με την χριστιανικήν κοινότητα.

Ο Ζβίγγλιος διετήρησε την Ευχαριστίαν ως μέρος της μεταρρυθμισθείσης ιεροτελεστίας και την παρείχεν εις άρτον και οίνον αλλά μόνον τέσσαρας φοράς το έτος. Εις την ειδικήν αυτήν περίπτωσιν διετηρείτο το μεγαλύτερον μέρος της θείας λειτουργίας αλλ' απηγγέλλετο εις ελβετικήν γερμανικήν από το εκκλησίασμα και τον ιερέα. Κατά το υπόλοιπον του έτους, η λειτουργία αντικαθίστατο με το κήρυγμα, η επίδρασις του τυπικού επί των αισθήσεων ήτο υποτεταγμένη εις την επίδρασιν του λόγου επί του πνεύματος: ένα τολμηρόν παιγνίδιον επί της λαϊκής διανοητικότητος και της σταθερότητος των ιδεών. Εφ' όσον τώρα μία αλάνθαστος Βίβλος επρόκειτο να αντικαταστήση μίαν αλάνθαστον Εκκλησίαν ως οδηγός εις το δόγμα και την συμπεριφορά η γερμανική μετάφρασις του Λουθήρου της Καινής Διαθήκης προσηρμόσθη προς την ελβετικήν γερμανικήν διάλεκτον και ένα σώμα από λογίους και ιερωμένους, υπό την διεύθυνσιν του εναρέτου Λέοντος Γιούντ, επεφορτίσθη με την προπαρασκευήν μιας γερμανικής εκδόσεως ολοκλήρου της Βίβλου. Εξεδόθη από τον Χριστιανόν Φροσάουερ εις την Ζυρίχην,το 1534, τέσσαρα έτη πρίν εμφανισθή η βελτιωμένη έκδοσις του Λουθήρου.

Κατά πιστήν υπακοήν πρός την δευτέραν εντολήν και σημειώνον την επάνοδον του προτεσταντικού χριστιανισμού εις τας ιουδαϊκάς παραδόσεις, το Συμβούλιον της Ζυρίχης διέταξε την αφαίρεσιν από τας εκκλησίας της πόλεως όλων των θρησκευτικών εικόνων, λειψάνων και διακοσμήσεων ακόμη και τα όργανα απεμακρύνθησαν και το τεράστιον εσωτερικόν της εκκλησίας του Γκροσμύνστερ έμεινε θλιβερώς γυμνόν, όπως είναι σήμερον. Μερικαί από τας εικόνας ήσαν αρκετά παράλογοι, άλλαι προσεφέροντο εις δεισιδαιμονίαν ώστε να αξίζουν την καταστροφήν˙ αλλά μερικαί ήσαν αρκετά ωραίαι ώστε να κάμουν τον διάδοχον του Ζβιγγλίου, Ερρίκον Μπούλλινγκερ, να θρηνή δια την απώλειάν των. Ο ίδιος ο Ζβίγγλιος ετήρει μίαν ανεκτικήν στάσιν έναντι των εικόνων όταν δεν ελατρεύοντο ως θαυματουργά είδωλα,13 αλλά εδέχθη την καταστροφήν ως μίαν αντίδρασιν κατά της ειδωλολατρείας.14 Εις τας εκκλησίας των χωρίων του καντονίου επετράπη να διατηρήσουν τας εικόνας εάν η πλειοψηφία της ενορίας το επεθύμει. Οι ρωμαιοκαθολικοί διετήρησαν μερικά πολιτικά δικαιώματα αλλά δεν ηδύναντο να εκλεγούν εις δημόσια αξιώματα. Η συμμετοχή εις λειτουργίαν ετιμωρείτο δια προστίμου˙ επίσης απηγορεύθη δια νόμου να τρώγωνται ιχθύς την Παρασκευήν αντί κρέατος.15 Τα μοναστήρια ανδρών και γυναικών (με μίαν εξαίρεσιν) εκλείσθησαν ή μετετράπησαν εις νοσοκομεία ή σχολεία˙ οι μοναχοί και αι μοναχαί εξήλθον από τα μοναστήρια δια να νυμφευθούν. Αι εορταί των αγίων κατηργήθησαν καθώς επίσης και τα προσκυνήματα, τα αγιάσματα και αι λειτουργίαι δια τους νεκρούς. Αν και όλαι αυταί αι αλλαγαί δεν είχον πραγματοποιηθή μεχρι του 1524, εν τούτοις η Μεταρρύθμισις είχε κατά την εποχήν αυτήν προχωρήσει περισσότερον εις τον Ζβίγγλιον και την Ζυρίχην παρά εις τον Λούθηρον και την Βιττενβέργην. Ο Λούθηρος ήτο ακόμη άγαμος μοναχός και εξηκολούθει να τελή την λειτουργίαν.

Τον Νοέμβριον του 1524, η Ζυρίχη ίδρυσεν ένα μυστικοσυμβούλιον (Heimliche Rath) από εξ μέλη δια να προπαρασκευάζη την ρύθμισιν επειγόντων ή λεπτών κυβερνητικών ζητημάτων. Μεταξύ του Ζβιγγλίου και του συμβουλίου τούτου έγινεν ένας συμβιβασμός ως πρός την εργασίαν : ο Ζβίγγλιος παρεχώρησεν εις αυτό την ρύθμισιν των εκκλησιαστικών και κοσμικών υποθέσεων και εις τας δύο περιπτώσεις ηκολούθει την καθοδήγησίν του. Η Εκκλησία και το κράτος εις την Ζυρίχην έγιναν ένας οργανισμός, του οποίου ο Ζβίγγλιος ήτο ο ανεπίσημος αρχηγός και εις τον οποίον η Βίβλος είχε γίνει δεκτή (όπως το Κοράνιον εις το Ισλάμ) ως η πρώτη πηγή και το τελικόν κριτήριον του δικαίου. Εις τον Ζβίγγλιον, και βραδύτερον εις τον Καλβίνον, επραγματοποιήθη το ιδεώδες της Παλαιάς Διαθήκης, του προφήτου κατευθύνοντος το κράτος.
Επιτυχών τόσον, ταχέως και τόσον πλήρως εις την Ζυρίχην, ο Ζβίγγλιος έστρεψε κατακτητικόν βλέμμα επί των ρωμαιοκαθολικών καντονίων και διηρωτήθη εάν δεν θα ήτο δυνατόν ολόκληρος η Ελβετία να προσχωρήση εις την νέαν μορφήν της παλαιάς πίστεως.

IV. ΕΜΠΡΟΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ
Η Μεταρρύθμιση είχε κατατμήσει την ομοσπονδίαν και εφαίνετο προωρισμένη να την καταστέψη. Η Βέρνη, η Βασιλεία, το Σαφφχάουζεν, το Άππεντσελ και η Γκριζόν ηυνόουν την Ζυρίχην τα άλλα καντόνια διέκειντο εχθρικώς. Πέντε καντόνια – Λουκέρνη, Ούρι, Σβύτς, Ούντερβαλντεν και Τσούγκ- εσχημάτισαν μίαν ρωμαιοκαθολικήν ομοσπονδίαν δια να καταπνίξουν όλα τα χουσιτικά, λουθηρανικά και ζβιγγλιανικά κινήματα (1524). Ο αρχιδούξ Φερδινάνδος της Αυστρίας παρεκίνησεν όλα τα ρωμαιοκαθολικά κράτη εις από κοινού δράσιν, υπεσχέθη την βοήθειάν του και ήλπιζεν αναμφιβόλως να αποκαταστήση την κυριαρχίαν των Αψβούργων εις την Ελβετίαν. Την 16ην Ιουλίου, όλα τα καντόνια, εκτός του Σαφφχάουζεν και του Άππεντσελ, συνεφώνησαν να αποκλείσουν την Ζυρίχην από τας μελλοντικάς ομοσπονδιακάς διαίτας. Η Ζυρίχη και ο Ζβίγγλιος απήντησαν αποστείλαντες ιεραποστόλους εις την περιοχήν του Θοργκάου δια να κηρύξουν την Μεταρρύθμισιν. Ένας εξ αυτών συνελήφθη˙ διάφοροι φίλοι του τον απηλευθέρωσαν και ηγήθησαν ενός εξηγριωμένου όχλου, ο οποίος ελεηλάτησε και έκαυσεν ενα μοναστήριον και κατέστρεψε τας εικόνας εις πολλάς εκκλησίας (Ιούλιος 1524). Τρεις από τους αρχηγούς εξετελέσθησαν και το πολεμικόν πνεύμα ανεπτύχθη και εις τας δύο μερίδας. Ο Έρασμος, έντρομος εις, την Βασιλείαν, κατεπτοήθη βλέπων εύλαβείς πιστούς, ερεθισθέντας από τους ιεροκήρυκας, να εξέρχωνται από τας εκκλησίας «ως δαιμονιζόμενοι, με την οργήν και την μανίαν ζωγραφισμένην εις τα πρόσωπά των... ως πολεμισταί εμψυχούμενοι από τον στρατηγόν των δια κάποιαν ισχυράν επίθεσιν».16 Εξ καντόνια ηπείλησαν, ότι θα εγκαταλείψουν την ομοσπονδίαν αν δεν θα ετιμωρείτο η Ζυρίχη.

Ο Ζβίγγλιος, αναλαμβάνων τον νέον ρόλον του ως πολεμικού αρχηγού, συνέστησεν εις την Ζυρίχην να υξήση τον στρατόν της και τα εφόδιά της, να επιζητήση συμμαχίαν με την Γαλλίαν, να δημιουργήση αντιπερισπασμόν εις τα νώτα του Φερδινάνδου, προπαρασκευάζουσα εξέγερσιν εις το Τυρόλον και να υποσχεθή εις το Θοργκάου και το Σαίντ - Γκάλ τα κτήματα των μοναστηριών των ως αντάλλαγμα δια την υποστήριξίν των. Εις την ρωμαιοκαθολικήν ομοσπονδίαν προσέφερεν ειρήνην υπό τρεις όρους : να παραχωρήση εις την Ζυρίχην το περίφημον αββαείον του Αγίου Γάλλου˙ να απαρνηθή την συμμαχίαν με την Αυστρίαν και να παραδώση εις την Ζυρίχην τον εκ Λουκέρνης σατιρικόν Θωμάν Μούρνερ, ο οποίος είχε γράψει πολύ δηκτικώς δια τους Μεταρρυθμιστάς. Η ομοσπονδία περιεφρόνησεν αυτούς τους όρους. Η Ζυρίχη διέταξε τους αντιπροσώπους της εις Άγιον Γάλλον να καταλάβουν το αββαείον αυτοί υπήκουσαν (28 Ιανουαρίου 1529). Τον Φε-βρουάριον η έντασις ηυξήθη από γεγονότα τα οποία εσημειώθησαν εις την Βασιλείαν.

Ο ηγέτης των προτεσταντών εις τας «Αθήνας της Ελβετίας» ήτο ο Ιωάννης Χαουσσάιν, ο οποίος είχεν εξελληνίσει το όνομά του, το οποίον εσήμαινεν οικιακόν λύχνον, εις Οικολαμπάδιος. Είχε γράψει λατινικά ποιήματα εις ηλικίαν 12 ετών, εξέμαθε την ελληνικήν ολίγον κατόπιν και κατέληξε να θεωρήται ο καλύτερος εβραϊστής μετά τον Ρόυχλιν. Εις τον άμβωνα της εκκλησίας του αγιου Μαρτίνου και εις την έδραν της θεολογίας εις το Πανεπιστήμιον, απέκτησε φήμην ως μεταρρυθμιστής και ηθικολόγος, φιλάνθρωπος προς όλα εκτός της θρησκείας. Περί το 1521, επετέθη κατά των καταχρήσεων της εξομολογήσεως, του δόγματος της μετουσιώσεως και της υπερβολικής τιμής της Παρθένου. Το 1523, ο Λούθηρος τον επεδοκίμασε. Το 1525, υιοθέτησε το πρόγραμμα του Ζβιγγλίου, συμπεριλαμβανομένου και του διωγμού των Αναβαπτιστών. Απέρριπτεν όμως τον προορισμόν˙ salus nostra ex Deo, εδίδασκε, perditio nostra ex nobis : «η σωτηρία μας προέρχεται από τον θεόν, η απώλειά μας από ημάς τους ιδίους».17 Όταν το συμβούλιον της Βασιλείας, το οποίον τώρα ήτο κατά το πλείστον προτεσταντικόν, διεκήρυξε την ελευθερίαν της λατρείας (1528) ο Οικολαμπάδιος διεμαρτυρήθη και απήτησε την κατάργησιν της λειτουργίας.
Την 8ην Φεβρουαρίου 1529, 800 άνδρες, συγκεντρωθέντες εις την εκκλησίαν των Φραγκισκανών, απέστειλαν προς το συμβούλιον μίαν αίτησιν, όπως απαγορευθή η λειτουργία, όλοι οι ρωμαιοκαθολικοί απολυθούν από τας δημοσίας θέσεις και όπως τεθή εις ισχύν ένα δημοκρατικώτερον σύνταγμα. Το συμβούλιον συνεζήτησε το θέμα. Την επομένην οι αιτήσαντες συνεκεντρώθησαν ένοπλοι εις την αγοράν. Όταν περί την μεσημβρίαν το συμβούλιον δεν είχεν ακόμη λάβει απόφασιν, το πλήθος εισέβαλεν εις τας εκκλησίας με σφύρας και πελέκεις και κατέστρεψεν όλας τας θρησκευτικάς εικόνας τας οποίας κατώρθωσε να ανακαλύψη.18 Ο Έρασμος περιέγραψε το γεγονός εις μίαν επιστολήν του προς τον Πιρκχάιμερ :

«Οι σιδηρουργοί και οι εργάται αφήρεσαν τας εικόνας από τας εκκλησίας και καθύβρισαν τας εικόνας των αγίων και αυτόν τον Εσταυρωμένον κατά τοιούτον τρόπον, ώστε είναι απορίας άξιον πώς δεν εγινε κανένα θαύμα, δεδομένου ότι πάντοτε συνέβαινον τόσα πολλά όταν οι άγιοι προσεβάλλοντο έστω και ελαφρώς. Δεν έμεινε κανένα άγαλμα ούτε εις τους προθαλάμους ή τας εισόδους ή εις τα μοναστήρια. Αι νωπογραφίαι εκαλύφθησαν με επίχρισμα εξ ασβέστου. Ο,τιδήποτε ηδύνατο να καή, ερρίφθη εις την πυράν και τα υπόλοιπα κατετεμαχίσθησαν. Ουδενός εφείσθησαν είτε από αγάπην είτε δια χρήματα».19

Το συμβούλιον κατενόησε τον υπαινιγμόν και εψήφισε την κατάργησιν της λειτουργίας. Ο Έρασμος, ο Μπεάτος Ρενάνος και όλοι οι καθηγηταί του Πανεπιστημίου, εγκατέλειψαν την Βασιλείαν. Ο Οικολαμπάδιος, θριαμβευτής, επέζησε μόνον δύο έτη, αποθανών ολίγον μετά τον θάνατον του Ζβιγγλίου.

Τον Μάιον του 1529 ένας προτεστάντης ιεραπόστολος από την Ζυρίχην, επιχειρήσας να κηρύξη εις την πόλιν Σβύτς, εκάη εις την πυράν. Ο Ζβίγγλιος έπεισε το Συμβούλιον της Ζυρίχης να κηρύξη τον πόλεμον. Κατέστρωσε το σχέδιον της εκστρατείας και ωδήγησεν αυτοπροσώπως  τα στρατεύματα του καντονίου. Εις την Κάππελ, δέκα μίλλια νοτίως της Ζυρίχης, τους εσταμάτησεν ένας μόνος άνθρωπος, ο Λάντεμαν Αίμπλι από το Γκλάρους, ο οποίος εζήτησε μιας ώρας ανακωχήν δια να διαπραγματευθή με την ομοσπονδίαν. Ο Ζβίγγλιος υπωπτεύθη προδοσίαν και ήτο υπέρ της αμέσου προχωρήσεως˙ αλλά υπερίσχυσαν οι σύμμαχοί του από την Βέρνην και οι ίδιοι οι στρατιώται του, οι οποίοι αμέσως συναδελφώθησαν, υπεράνω των συνόρων των καντονιών και της θεολογίας, με τους στρατιώτας του εχθρού. Αι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν δέκα εξ ημέρας˙ τελικώς επεκράτησεν η ορθοφροσύνη των Ελβετών και υπεγράφη η πρώτη ειρήνη της Κάππελ (24 Ιουνίου 1529). Οι όροι της υπήρξαν νίκη δια τον Ζβίγγλιον : τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια συνεφώνησαν να πληρώσουν αποζημίωσιν εις την Ζυρίχην και να παύσουν την συμμαχίαν των με την Αυστρίαν˙ κανένα από τα μέρη δεν θα επετίθετο κατά του άλλου δια θρησκευτικάς διαφοράς, εις δε τα «κοινά εδάφη», υποκείμενα εις δύο ή περισσότερα καντόνια, ο λαός θα απεφάσιζε κατά πλειοψηφίαν κατά ποίον τρόπον θα ερρύθμιζον τον θρησκευτικόν των βίον. Ο Ζβίγγλιος, εν τούτοις, ήτο δυσηρεστημένος : είχε ζητήσει και δεν είχε λάβει, ελευθερίαν δια το προτεσταντικόν κήρυγμα εις τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια. Προείπε ταχείαν διάσπασιν της ειρήνης.

Αυτή διήρκεσεν είκοσι οκτώ μήνας. Εις το ενδιάμεσον κατεβλήθη προσπάθεια προς ένωσιν των προτεσταντών της Ελβετίας και της Γερμανίας. Ο Κάρολος Ε' είχε διευθετήσει την έριδά του με τον Κλήμεντα Ζ'˙ και οι δύο ήσαν τώρα ελεύθεροι να ενωθούν εναντίον των προτεσταντών. Αυτοί όμως ήσαν ήδη μία ισχυρά πολιτική δύναμις. Οι Γερμανοί κατά το ήμισυ ήσαν λουθηρανοί˙ πολλαί γερμανικαί πόλεις - η Ούλμη, το Άουγκσμπουργκ, η Βυρτεμβέργη, η Μάιντς, η Φραγκφούρτη επι του Μάιντς, το Στρασβούργον -  είχον ισχυράς συμπαθείας πρός τον Ζβίγγλιον εις δε την Ελβετίαν, παρ' όλον ότι αι αγροτικαί περιοχαί ήσαν ρωμαιοκαθολικαί, αι πλείσται των πόλεων ήσαν προτεσταντικοί. Προφανώς, η αυτοπροστασία εναντίον της αυτοκρατορίας και του παπισμού απήτει την προτεσταντικήν ένωσιν. Μόνον εμπόδιον ήτο η θεολογία.

Ο λαντγκράβος της Έσσης Φίλιππος ανέλαβε την πρωτοβουλίαν προσκαλέσας τον Λούθηρον, τον Μελάγχθονα και άλλους Γερμανούς προτεστάντας να συναντηθούν με τον Ζβίγγλιον, τον Οικολαμπάδιον καϊ άλλους Ελβετούς προτεστάντας εις τον πύργον του εις το Μάρμπουργκ, βορείως της Φραγκφούρτης.
Την 29ην Σεπτεμβρίου 1529 συνηντήθησαν αι αντίπαλοι μερίδες. Ο Ζβίγγλιος προέβη εις γενναίας παραχωρήσεις˙ διέλυσε την υποψίαν του Λουθήρου ότι αμφέβαλλε δια την θεότητα του Χριστού˙ παρεδέχθη την πίστιν της Νικαίας και το δόγμα του προπατορικού αμαρτήματος. Αλλά δεν ήθελε να αποσύει τας απόψεις του περί της Ευχαριστίας ως συμβόλου και αναμνήσεως μάλλον παρά ως θαύματος.
Ο Λούθηρος έγραψε με κιμωλίαν επί της τραπέζης της συσκέψεως τας λέξεις αι οποίαι αποδίδονται εις τον Χριστόν - «Τοῦτο ἐστί τό σῶμα μου» - και δεν εδέχετο άλλην ερμηνεία, από την κατά γράμμα.
Τα μερη υπέγραψαν μίαν συμφωνίαν εκ 14 άρθρων επί της ευχαριστίας εχωρίσθησαν και όχι φιλικως (3 Οκτώβριου). Ο Λούθηρος ηρνήθη να λάβη την τεινομένην χείρα του Ζβιγγλίου, ειπών: «το πνεύμα σας δεν είναι το πνεύμα μας»˙ συνέταξε μίαν θεαλογικήν ομολογίαν από δέκα επτά άρθρα, εις τα οποία περιελαμβάνετο και η «μετουσίωσις» (consubstantiation), έπεισε δε τους λουθηρανούς ηγεμόνας να απορρίψουν πάσαν συμμαχίαν με οιανδήποτε ομάδα η οποία δεν θα υπέγραφε και τα δέκα επτά.20 Ο Μελάγχθων συνεφώνησε με τον κύριόν του.
«Είπομεν εις τους ζβιγγλιανούς», έγραψεν, «ότι διερωτώμεθα πώς αι συνειδήσεις των θα τους επέτρεπον να μας αποκαλούν αδελφούς εφ' όσον θα επίστευον ότι η θεωρία μας ήτο πεπλανημένη».21
Εδώ, εις μίαν φράσιν, ευρίσκετο το πνεύμα της εποχής. Το 1532 ο Λούθηρος συνεβούλευσε τον δούκα Αλβέρτον της Πρωσσίας να μην επιτρέψη να εισέλθη ζβιγγλιανός εις τα εδάφη του, επί ποινή αιωνίας κολάσεως. Ήτο πάρα πολύ να ζητήση κανείς από τον Λούθηρον να περάση με ένα βήμα από τον Μεσαίωνα εις τους Νέους Χρόνους˙ είχε δεχθή πάρα πολύ βαθείαν επίδρασιν της μεσαιωνικής θρησκευτικότητος ώστε να ανεχθή υπομονητικώς οιανδήποτε απομάκρυνσιν των θεμελιωδών της στοιχείων. Ησθάνετο, ως καλός ρωμαιοκαθολικός, ότι ο κόσμος της σκέψεως θα κατέρρεεν, όλη η έννοια της ζωής θα εξαλείφετο, εάν θα έχανε οιονδήποτε εκ των βασικών στοιχείων της πίστεως, εις την οποίαν είχε διαμορφωθή. Ο Λούθηρος ήτο ο μεσαιωνικώτερος των νεωτέρων ανθρώπων.

Συντριβείς από την αποτυχίαν αυτήν, ο Ζβίγγλιος επανήλθεν εις την Ζυρίχην, η οποία ήρχισε να αναταράσσεται υπό την δικτατορίαν του. Οι αυστηροί νόμοι κατά της πολυτελείας είχον προκαλέσει αγανάκτησιν˙ το εμπόριον παρημποδίζετο από τας θρησκευτικάς διαφοράς μεταξύ των καντονίων˙ οι τεχνίται ήσαν δυσηρεστημένοι διότι εξηκολούθουν να έχουν πολύ μικράν αναλογίαν εις την κυβέρνησιν και οι λόγοι του Ζβιγγλίου, ανάμικτοι με πολιτικήν, είχον χάσει την έμπνευσιν και την γοητείαν των. Ησθάνετο τόσον ευτόνως την αλλαγήν ώστε εζήτησε την άδειαν του Συμβουλίου να αναζητήση μίαν ενορίαν κάπου άλλου. Επέμειναν να παραμείνη.
Τώρα αφιέρωνε πολύν χρόνον εις την συχγραφήν. Το 1530 απέ-στειλεν εις τον Κάρολον Ε' την «Ratio fidei», αλλ' αυτός δεν έδωσε σημείον ότι την έλαβε. Το 1531 απηύθυνε προς του Φραγκίσκου Α' μίαν Christianae fidei brevis et clara expositio.
Εις αυτήν την «βραχείαν και σαφή έκθεσιν της χριστιανικής πίστεως» εξέφραζε την ερασμιακήν του πεποίθησιν, ότι ένας χριστιανός, όταν θα έφθανεν εις τον παράδεισον, θα εύρισκεν εκεί πολλούς αγαθούς Εβραίους και ειδωλολάτρας : όχι μόνον τον Αδάμ, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Μωυσήν, τον Ησαίαν... αλλά και τον Ηρακλή, τον Θησέα, τον Σωκράτην, τον Αριστείδην, τον Νουμάν, τον Κάμιλλον, τους Κάτωνας, τους Σκιπίωνας. Γενικώς, δεν υπήρξεν αγαθός άνθρωπος, ούτε ιερόν πνεύμα, ούτε πιστή ψυχή, από καταβολής κόσμου μέχρι τέλους αυτού, τα οποία να μην εύρη εκεί μαζί με τον Θεόν. Τι άλλο πλέον χαρμόσυνον, ευχάριστον και ευγενές θα ηδύνατο κανείς να φαντασθή από αυτό το θέαμα ;»22
Το χωρίον αυτό εσκανδάλισεν εις τοιούτον βαθμόν τον Λούθηρον, ώστε κατέληξεν εις το συμπέρασμα, ότι ο Ζβίγγλιος θα έπρεπε να ήτο «άπιστος»,23 ο δε επίσκοπος Μποσσουέ, συμφωνών δια μίαν φοράν με τον Λούθηρον, ανέφερε τούτο δια να αποδείξη, ότι ο Ζβίγγλιος ήτο αθεραπεύτως άπιστος.24

Την 15ην Μαίου 1531 μία συνέλευσις της Ζυρίχης και των συμμάχων της εψήφισε να εξαναγκασθούν τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια να επιτρέψουν ελευθερίαν κηρύγματος εις το έδαφος των. Όταν τα καντόνια ηρνήθησαν, ο Ζβίγγλιος επρότεινε πόλεμου, αλλά οι σύμμαχοι του επροτίμησαν οικονομικόν αποκλεισμόν. Τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια, εμποδισθέντα να κάμουν εισαγωγάς, εκήρυξαν τον πόλεμον. Και πάλιν οι αντίπαλοι στρατοί εβάδισαν, και πάλιν ο Ζβίγγλιος ηγήθη και εκράτει την σημαίαν˙ και πάλιν τα στρατεύματα συνηντήθησαν εις την Κάππελ (11 Οκτωβρίου 1531), οι ρωμαιοκαθολικοί με 8.000 άνδρας, οι προτεστάνται με 1500.
Την φοράν αυτήν επολέμησαν. Οι ρωμαιοκαθολικοί ενίκησαν και ο 47ετης Ζβίγγλιος ήτο μεταξύ των 500 ττεσόντων Ζυριχίων. Το σώμα του ετεμαχίσθη και κατόττιν εκάη επί πυράς εκ κόπρου.25
Ο Λούθηρος, πληροφορηθείς τον θάνατον του Ζβιγγλίου, τον εχαρακτήρισεν ως θείαν καταδίκην ενός απίστου,26 και «ένα θρίαμβον δι’ ημάς».27 «Εύχομαι από καρδίας», λέγεται οτι είπε, «να δυνηθή να σωθή ο Ζβίγγλιος αλλά φοβούμαι το αντίθετον, διότι ο Χριστός είπεν ότι όλοι όσοι τον απαρνούνται θα κολασθούν».28

Τον Ζβίγγλιον διεδέχθη εις την Ζυρίχην ο Ερρίκος Μπούλλινγκερ και εις την Βασιλείαν ο Οσβάλδος Μυκόνιος εξηκολούθησε μετά τον θάνατον του Οικολαμπαδίου. Ο Μπούλλινγκερ απέφευγε την πολιτικήν επέβλεπε τα σχολεία της πόλεως, παρείχεν άσυλον εις πρόσφυγας προτεστάντας και έδιδεν ελεημοσύνην εις τους ενδεείς πάσης πίστεως. Ενέκρινε την εκτέλεσιν του Σερβέτου, αλλά, αν αφαιρέσωμεν τούτο, επλησίαζεν εις μίαν θεωρίαν γενικής θρησκευτικής ελευθερίας. Ηνώθη με τον Μυκόνιον και τον Λέοντα Γιούντ εις την διατύπωσιν της Πρώτης Ελβετικής Ομολογίας (1536), η οποία επί μίαν γενεάν ήτο η επίσημος έκφρασις των ζβιγγλιανών απόψεων. Μαζί με τον Καλβίνον συνέταξε το «Consensus Tigurinus» (1549), το οποίον ήνωσε τους προτεστάντας της Ζυρίχης και της Γενεύης εις μίαν «Μεταρρυθμισμένην Εκκλησίαν».
Παρά την προστατευτικήν αυτήν συμφωνίαν ο καθολικισμός ανέκτησε μεταγενεστέρως πολύ από το έδαφος το οποίον είχε χάσει εις την Ελβετίαν, εν μέρει δια της νίκης του εις Κάππελ˙ αι θεολογίαι αποδεικνύονται ορθαί ή μη ορθαί εις την ιστορίαν δι' ανταχωνισμού σφαγής ή γονιμότητος. Επτά καντόνια παρέμειναν εις τον ρωμαιοκαθολικισμόν - η Λουκέρνη, το Ούρι, η Σβύτς, η Τσούγκ, το Ουντερβάλντεν, το Φρίμπουργκ και το Σόλοθουρν˙ τέσσαρα ήσαν οριστικώς προτεσταντικά - η Ζυρίχη, η Βασιλεία, η Βέρνη και το Σαφφχάουζεν τα υπόλοιπα παρέμειναν αιωρούμενα μεταξύ των δύο πίστεων, αβέβαια περί των πεποιθήσεών των. Ο διάδοχος του Ζβιγγλίου εις το Γκλάρους, Βαλεντίνος Τσούντι, έκαμεν ένα συμβιβασμόν ψάλλων την λειτουργίαν την πρωίαν δια τους ρωμαιοκαθολικούς και κηρύττων ένα ευαγγελικόν  καθαρώς σύμφωνον με τας Γραφάς  κύρυγμα την εσπέραν δια τους προτεστάντας˙ υπεστήριζε την αμοιβαίαν ανοχήν και πράγματι τον ηνέχθησαν έγραψεν ένα «Χρονικόν», τόσον αμερόληπτον ώστε κανείς δεν ηδύνατο να είπη ποίαν πίστιν ηυνόει. Ακόμη και εις εκείνην την εποχήν υπήρχον χριστιανοί.

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 470-482 εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970)

Σελίδα 1 από 2

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (161) Αγάπη Θεού (43) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (36) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (11) άγιος (70) αγνότητα (5) άγχος (11) αγώνας (56) αγώνας πνευματικός (15) αθεΐα (80) αιρέσεις (60) αλήθεια (18) αμαρτία (52) Ανάσταση (63) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (123) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (49) ασθένεια (13) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (44) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (34) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (2) γλώσσα (27) γνώση (5) γονείς (35) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (36) διάβολος (41) διάκριση (39) διάλογος (2) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (82) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (49) Εκκλησιαστική Ιστορία (9) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (8) ελευθερία (11) Ελλάδα (11) ελπίδα (12) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (63) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (4) επιστήμη (57) εργασία (25) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (37) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (56) ευγένεια (3) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (20) ευχαριστία (5) ζώα (12) ηθική (5) ησυχία (4) θάνατος (80) θάρρος (9) θαύμα (59) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (3) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (92) θρησκείες (6) θυμός (28) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (14) ιερέας (38) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (3) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (18) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (70) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (37) λείψανα (1) λογισμοί (21) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (19) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (60) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (8) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (4) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (44) πάθη (24) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (15) Παΐσιος Όσιος (5) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) παράδειγμα (4) Παράδεισος (35) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (139) πλούτος (10) πνευματική ζωή (50) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (12) πολιτική (5) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (21) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (37) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (115) προσοχή (2) προτεσταντισμός (16) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (18) Σταυρός (24) Σταύρωση (11) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) σώμα (1) ταπεινοφροσύνη (45) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (6) υπαρξιακά (30) υποκρισία (1) υπομονή (33) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (6) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (15) χαρά (22) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (32) χρόνος (12) ψεύδος (8) ψυχή (52) ψυχολογία (9)