Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης


(γράφει γύρω στο 374-375 μ. Χ.).
Από τα δόγματα και τις αλήθειες που φυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχουμε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που κατά τρόπο μυστικό έφθασαν μέχρι σε εμάς από την παράδοση των αποστόλων, τα κάναμε δεκτά. Τα οποία ακριβώς και τα δύο, έχουν την ίδια ισχύ όσον αφορά την ευσέβεια.

Και κανείς από όσους έχουν και μικρή γνώση των εκκλησιαστικών  θεσμών δεν θα εγείρει αντίρρηση πάνω σε αυτά. Διότι αν επιχειρούσαμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα έθη είναι άγραφα, διότι δήθεν δεν έχουν μεγάλη δύναμη, χωρίς να το καταλάβουμε θα ζημιώναμε το Ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το κήρυγμα σε κενό νοήματος όνομα.
Λόγου χάριν (για να θυμηθώ το πρώτο και πιο συνηθισμένο απ’ όλα), ποιος δίδαξε γραπτά ότι αυτοί που ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτήν την πίστη τους με το να κάνουν το σημείο του Σταυρού; Το να στρεφόμαστε προς την ανατολή κατά την προσευχή ποιο γραπτό έργο μας το δίδαξε; Τα λόγια της επίκλησης κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας Ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος από τους αγίους μάς τα άφησε γραπτά; Δεν αρκούμαστε ασφαλώς σε αυτά που ο Απόστολος ή το Ευαγγέλιο μνημόνευσαν, αλλά πριν την Ευχαριστία και μετά από αυτήν λέμε και άλλα, διότι παραλάβαμε από την άγραφη διδασκαλία ότι έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του μυστηρίου.
Ευλογούμε επίσης και το νερό του βαπτίσματος και το λάδι του χρίσματος και ακόμα και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποια γραπτά κείμενα; Δεν τα γνωρίζουμε από την σιωπηρή και μυστική παράδοση; Τι άλλο επίσης; Αυτήν την ίδια τη χρίση με το λάδι, ποιος γραπτός λόγος τη δίδαξε; Από πού πήραμε το να βαπτίζουμε τρεις φορές στο νερό τον άνθρωπο; Και τα άλλα ακόμα τα σχετικά με το βάπτισμα, όπως η αποκήρυξη του Σατανά και των αγγέλων του, από ποια γραφή διδάσκονται; Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτήν την μη δημοσιευμένη και απόρρητη διδασκαλία, την οποία διατήρησαν οι Πατέρες μας εν σιγή χωρίς να την πολυερευνούν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθώς είχαν μάθει, ότι πρέπει με τη σιωπή να προστατεύουμε την σεμνότητα των μυστηρίων; Διότι πώς ήταν δυνατόν να διακηρυχτεί γραπτά το νόημα αυτών τα οποία ούτε να δουν επιτρέπεται όσοι είναι αμύητοι;
Τι επεδίωκε άραγε ο μέγας Μωϋσής με το να καθορίσει ότι δεν μπορούν όλοι να μπαίνουν στο ιερό; Τους βεβήλους δεν τους επέτρεψε ούτε εντός των περιβόλων να εισέρχονται· αφού δε άφησε τα προαύλια μόνο για τους καθαρότερους, τους Λευΐτες μόνο έκρινε ως άξιους να προσφέρουν λατρεία στο Θεό. Ενώ όμως ξεχώρισε ως έργο των ιερέων τα σφάγια και τα ολοκαυτώματα και όλη την άλλη ιερουργία, επέτρεψε σε έναν μόνο, τον αρχιερέα να εισέρχεται στα άδυτα. Και για αυτόν καθόρισε να εισέρχεται όχι πάντοτε, αλλά κατά μία μόνο ημέρα του χρόνου και κατά ορισμένη ώρα, ώστε να εποπτεύει τα άγια των αγίων με θάμβος, λόγω του ότι θα ήταν αυτό κάτι ασυνήθιστο και ξεχωριστό. Γνώριζε καλά ο σοφός Μωϋσής ότι εύκολα περιφρονεί κανείς το συνηθισμένο και ευκολοπλησίαστο, το απομακρυσμένο όμως και σπάνιο το θεωρεί κατά φυσική ακολουθία ως περισπούδαστο.
Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν και οι απόστολοι και πατέρες που έθεσαν εξ’ αρχής τους θεσμούς στην Εκκλησία επιδίωκαν να διαφυλάξουν με τη μυστικότητα και τη σιωπή τη σεμνότητα των μυστηρίων. Άλλωστε παύει να είναι μυστήριο αυτό που εύκολα το πληροφορείται ο οποιοσδήποτε. Αυτό είναι το νόημα της άγραφης παράδοσης, να μην αμεληθεί και περιφρονηθεί η γνώση των δογμάτων από τους πολλούς λόγω συνήθειας.
Διότι άλλο είναι το δόγμα και άλλο το κήρυγμα. Διότι το μεν δόγμα σιωπάται· τα κηρύγματα όμως δημοσιεύονται. Ένα είδος σιωπής είναι και η ασάφεια της Γραφής, με την οποία καθιστά αυτή δυσχερή την κατανόηση των δογμάτων για ωφέλεια των αναγνωστών.
Για αυτό το λόγο, ενώ όλοι στρεφόμαστε κατά την προσευχή προς την ανατολή, λίγοι γνωρίζουμε ότι επιζητούμε έτσι την παλαιά πατρίδα, τον παράδεισο, τον οποίο φύτεψε ο Θεός στην Εδέμ που βρίσκεται ανατολικά.

Όρθιοι προσφέρουμε τις ευχές κατά την ημέρα της Κυριακής· δεν γνωρίζουμε όμως όλοι τον λόγο. Όχι μόνο για να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας, με τη στάση μας κατά την αναστάσιμη ημέρα, την χάρη που μας δόθηκε, ότι δηλαδή αναστηθήκαμε μαζί με το Χριστό και εμείς και οφείλουμε να επιδιώκουμε τα άνω, αλλά και διότι φαίνεται ότι είναι αυτή και μία εικόνα της μέλλουσας ζωής. Για αυτό ενώ είναι η αρχή των ημερών της εβδομάδας, δεν ονομάστηκε από τον Μωϋσή πρώτη, αλλά μία. «Έγινε, λέει, βράδυ, ήλθε κατόπιν το πρωί, ημέρα μία». Και αυτό διότι η ίδια ημέρα κάνει τον ίδιο κύκλο πολλές φορές.

Είναι μία λοιπόν αυτή ημέρα, και συγχρόνως ογδόη και φανερώνει την μία πράγματι και αληθινή ογδόη ημέρα, στην οποία αναφέρεται και ο ψαλμωδός σε μερικές επιγραφές των ψαλμών, την κατάσταση που θα διαδεχτεί αυτόν το χρόνο, την ατέλειωτη ημέρα, την αβασίλευτη, που δεν την διαδέχεται η νύχτα, τον ατελείωτο εκείνο και αγέραστο αιώνα.
Αναγκαστικά λοιπόν η Εκκλησία διδάσκει στα τέκνα της να προσεύχονται σε αυτή την ημέρα όρθιοι, ώστε με την διαρκή υπενθύμιση της αιώνιας ζωής να μην παραμελούμε τα εφόδια για την εκεί μετάβασή μας.

Ολόκληρη πάλι η περίοδος της Πεντηκοστής είναι υπενθύμιση της στο μέλλον αναμενόμενης ανάστασης. Διότι εάν η μία εκείνη και πρώτη ημέρα επταπλασιαστεί επτά φορές, συμπληρώνει τις επτά εβδομάδες της ιερής περιόδου της Πεντηκοστής. Αρχίζει δηλαδή από Κυριακή και τελειώνει πάλι σε Κυριακή και επαναλαμβάνεται πάλι ενδιάμεσα πενήντα φορές ο ίδιος κύκλος της ημέρας. Μιμείται για αυτό την αιωνιότητα και είναι όμοια με αυτήν· όπως στην κυκλική κίνηση, αρχίζει από τα ίδια σημεία και τελειώνει πάλι στα ίδια.
Σε αυτήν λοιπόν την ημέρα οι θεσμοί της Εκκλησίας μάς δίδαξαν να προτιμούμε την όρθια στάση της προσευχής, σαν να μεταφέρουμε έτσι με την διαρκή υπενθύμιση το νου μας από τα παρόντα στα μέλλοντα. Και μετά από κάθε γονυκλισία επίσης σηκωνόμαστε, για να δείξουμε έτσι ότι λόγω της αμαρτίας πέσαμε στη γη, λόγω της φιλανθρωπίας όμως του κτίστη μας οδηγηθήκαμε στον ουρανό.
Δεν θα με φτάσει η ημέρα για να εκθέσω τα άγραφα μυστήρια της Εκκλησίας.

(Βασιλείου του Μεγάλου, Περί Αγίου Πνεύματος ΚΖ,66, εκδ. ΕΠΕ τόμος 10, σελ. 457-463 μετάφραση ελαφρώς παραλλαγμένη προς τα νέα ελληνικά)

Τι είναι η ιερά Παράδοση της Εκκλησίας;

    Όπως προειπώθηκε η Παράδοση είναι η δεύτερη πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Είναι δε η Παράδοση η δια ζώσης διδασκαλία του Κυρίου και των Αποστόλων, η κυκλοφορούσα και φυλασσόμενη στη ζωή και τη συνείδηση της Εκκλησίας. Ως γνωστόν ο Κύριος, ως ο μέγιστος των προφητών και διδάσκαλος, τίποτε το γραπτό δεν παρέδωσε στους Αποστόλους και την Εκκλησία, κηρύσσοντας προφορικά το περιεχόμενο της θείας του αποκαλύψεως. Το αυτό έκαναν στην αρχή και οι Απόστολοι ακολουθώντας το παράδειγμα του Διδασκάλου, κηρύσσοντας το λόγο του Θεού στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και προς αντιμετώπιση των αυξανόμενων ποιμαντικών αναγκών του κηρύγματος, άρχισαν να καταγράφουν το λόγο του Θεού στα γνωστά κείμενα της αγίας Γραφής.
    Το ίδιο έκανε στη συνέχεια και η Εκκλησία και με τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε σιγά σιγά και γραπτώς η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Αυτή μπορούμε να δούμε στα πολυειδή γραπτά μνημεία τα εκφράζοντα την πίστη της Εκκλησίας, όπως είναι οι δογματικοί όροι των οικουμενικών Συνόδων, οι αποφάσεις των τοπικών που κυρώθηκαν από σύνοδο οικουμενική, οι ιεροί Κανόνες, τα συγγράμματα των Πατέρων, τα κείμενα της θείας λατρείας και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι, το κήρυγμα του θείου λόγου κ.α.
    Την ανάγκη της ζωντανής παραδόσεως σε παράλληλη βάση προς το γραπτό λόγο εξαίρει ο απόστολος Παύλος, παραινών τους πιστούς: «Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών»(Β΄Θεσ. 2,15). (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 17-18)

Ποιο είναι το κριτήριο γνησιότητας της ιεράς Παραδόσεως;

    Το κριτήριο που διακρίνει τη γνήσια Παράδοση από κάθε άλλη ψευδή και κίβδηλη είναι η αποστολικότητα. Η Παράδοση για να είναι γνήσια και αληθινή πρέπει ν’ ανάγεται στην αποστολική εποχή, σε χρόνους δηλαδή που φανερώθηκε αγνή και ανόθευτη η λυτρωτική αλήθεια του ευαγγελίου. Με άλλα λόγια πρέπει να ανάγεται στους ίδιους τους Αποστόλους. Παράλληλα, άλλο κριτήριο γνησιότητας είναι και το κριτήριο της ομοφωνίας, ό,τι δηλαδή πιστεύει και παραδέχεται ομόφωνα το πλήρωμα της Εκκλησίας και διδάσκουν οι ιεροί Πατέρες και οι ποιμένες της. Την αλήθεια αυτή τονίζει χαρακτηριστικά ο Βιγκέντιος ο εκ Λειρίνου σε όσα σχετικά γράφει: «Quod ubique quod semper quod ab omnibus creditum est» (= Ό,τι πανταχού, πάντοτε και υπό πάντων επιστεύθη).
    Είναι φανερό ότι φορείς της αποστολικής παραδόσεως δεν μπορούν να είναι εκείνοι που αποκόπηκαν από το σώμα της Εκκλησίας, αιρετικοί και σχισματικοί. Περιττό δε να σημειωθεί, ότι γνήσιος φορέας της αποστολικής παραδόσεως είναι μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία παρέλαβε και διατήρησε ανόθευτη την διδασκαλία των Αποστόλων, όπως αυτή φέρεται αποθησαυρισμένη στα μνημεία τα εκφράζοντα τη ζωή της Εκκλησίας των οκτώ πρώτων χριστιανικών αιώνων.
    Τέλος, λέγοντας αποστολική παράδοση δεν εννοούμε αδιάκριτα κάθε παράδοση, αλλά εκείνη που αναφέρεται στη δογματική διδασκαλία και το ήθος της Εκκλησίας και όχι σε ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας. (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 18-19)


Τι φρονούν περί παραδόσεως οι ετερόδοξοι χριστιανοί;

Η Ρωμαϊκή Εκκλησία δέχεται, όπως και η Ορθόδοξη, την ιερά Παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Εντούτοις στην πράξη δε συμφωνεί με την ορθόδοξη αντίληψη, αλλά εκλαμβάνει την παράδοση με έννοια ελαστική, ως ταμείο πίστεως, στο οποίο μπορεί να προσφεύγει όταν θέλει να διατυπώσει κάποιο νέο δόγμα ή να ανυψώσει σε δόγματα μεταγενέστερες θεολογικές γνώμες και δοξασίες.

Τέτοια δόγματα υπάρχουν πολλά (άσπιλος σύλληψις κ.α.), ως και διάφορες άλλες καινοτομίες, κυρίως στην τέλεση και μετάδοση των μυστηρίων (στέρηση του λαού εκ του ποτηρίου της ευχαριστίας, απαγόρευση κοινωνίας των νηπίων κ.τ.ο.). Αν θέλαμε να κάνουμε συσχετισμό, θα λέγαμε ότι κατά την ορθόδοξη πίστη η Εκκλησία είναι ο πιστός τηρητής και φύλακας της παραδόσεως, ενώ κατά τη ρωμαιοκαθολική αυτή παρουσιάζεται μάλλον ως κυρίαρχος, μεταποιώντας αυτή κατά βούληση και προσπαθώντας να συμβιβάσει τα παλαιά με τα εκάστοτε νέα.
    Παράλληλα, οι Διαμαρτυρόμενοι δεν αναγνωρίζουν την παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως. Οι λόγοι είναι προφανείς. Κατ’ αυτούς η αγία Γραφή είναι η μόνη πηγή του λόγου του Θεού, ο πλήρης και αυτάρκης κώδικας της χριστιανικής πίστεως, ο περιέχων όλες τις αναγκαίες αλήθειες προς σωτηρία. Την παράδοση την απορρίπτουν ως αυθεντική πηγή της πίστεως, ανεχόμενοι αυτή στο μέτρο που δεν αντιφάσκει προς τη Γραφή, και ως ωφέλιμο πλην όχι και αλάθητο χειραγωγό στην ερμηνεία της αγίας Γραφής.

Εντούτοις παρά τη βασική τους αυτή τοποθέτηση, δε φαίνεται ν’ απομακρύνονται ολοσχερώς από το πνεύμα της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Ασχέτως προς τα πολλά που παρέλαβαν από την εκκλησιαστική παράδοση, ο Λούθηρος, τον οποίο αποκαλούν θείον (divinus) και τρίτον Ηλία, και τα συγγράμματα του οποίου μεγάλως εκτιμώνται στη συνείδηση των Διαμαρτυρομένων, ως αντικαταστήσαντα τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, έχει μεγάλο κύρος γι’ αυτούς, ενώ παράλληλα τα συμβολικά τους βιβλία έχουν αποκτήσει ένα είδος «κανόνος πίστεως» (regula fidei), ο οποίος αποτελεί συνεκτικό δεσμό της εκκλησιαστικής τους ταυτότητος και βάση του εκκλησιαστικού κηρύγματος και της ερμηνείας της αγίας Γραφής. Με άλλα λόγια ένα είδος εκκλησιαστικής παραδόσεως.  (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 19-20)

Η Αληθινή Εκκλησία.

    Αυτό το κείμενο είναι μια προσπάθεια γραψίματος σε μια νέα οικουμενική γλώσσα. Ίσως η προσπάθεια να μην είναι επιτυχημένη. Ίσως, ωρισμένοι να ανακαλύψουν σ’ αυτήν μια μεγάλη ομολογιακή διάθεσι, και άλλοι να διαμαρτυρηθούν για αοριστία. Γι’ αυτό δεν θα είναι ανεδαφικό να συνοψίσω τις κύριες θέσεις μου σε γλώσσα οικεία σε μένα.

Σαν μέλος και ιερεύς της Ορθοδόξου Εκκλησίας πιστεύω ότι η Εκκλησία, μέσα στην οποία βαπτίσθηκα και ανατράφηκα, είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία.

Και το πιστεύω για πολλούς λόγους: ένεκα προσωπικής πεποιθήσεως και ένεκα της εσώτατης βεβαιώσεως του Πνεύματος, που πνέει στα μυστήρια της Εκκλησίας, και ένεκα των όσων είναι δυνατό να γνωρίζω από τη Γραφή και από την καθολική παράδοσι της Εκκλησίας. Είμαι υποχρεωμένος, λοιπόν, να θεωρώ όλες τις υπόλοιπες χριστιανικές Εκκλησίες ως ελαττωματικές, και σε πολλές περιπτώσεις μπορώ να προσδιορίσω αυτές τις ελλείψεις των άλλων Εκκλησιών με απόλυτη ακρίβεια.

Γι’ αυτό, λοιπόν, η ένωσις των Χριστιανών, για μένα, σημαίνει ακριβώς την παγκόσμια επιστροφή στην Ορθοδοξία. Δεν έχω καμμία απολύτως ομολογιακή πεποίθησι, η πεποίθησίς μου ανήκει αποκλειστικά στην Una Sancta («Μία Αγία…»).
    Ξέρω καλά ότι η αξίωσίς μου θα αγνοηθή από πολλούς χριστιανούς. Θα θεωρηθή ότι είναι μια εγωιστική και μάταιη απαίτησις. Ξέρω, επίσης, καλά ότι πολλά πράγματα, που τα πιστεύω απόλυτα δεν είναι πιστευτά από άλλους. Όμως, δεν βλέπω κανένα λόγο, για τον οποίο πρέπει εγώ ν’ αμφιβάλλω γι’ αυτά ή να μην πιστεύω εγώ ο ίδιος. Το μόνο όμως που λογικά μου επιβάλλεται να κάνω είναι να διακηρύξω την πίστι μου και να την εκφράσω με τέτοιο τρόπο, ώστε οι φτωχές μου λέξεις να μην αμαυρώσουν την αλήθεια. Γιατί είμαι σίγουρος, ότι η αλήθεια του Θεού φέρνει βεβαιότητα.

Τούτο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κάθε τι μέσα στις πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά το παρελθόν ή το παρόν πρέπει να ταυτισθή με την αλήθεια του Θεού. Πολλά πράγματα προφανώς υπόκεινται σε αλλαγές. Και, φυσικά, πολλά πράγματα έχουν ανάγκη βελτιώσεως. Η αληθινή Εκκλησία δεν είναι ακόμη η τέλεια Εκκλησία.
    Η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να αναπτυχθή και να οικοδομηθή μέσα στην ιστορία. Κι όμως η όλη και η πλήρης αλήθεια έχει ήδη δοθή και ανατεθή στην Εκκλησία. Η αναθεώρησις και νέα διατύπωσις είναι πάντοτε δυνατή, και ωρισμένες φορές, μάλιστα, επιβεβλημένη. Όλη η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων του παρελθόντος το αποδεικνύει. Οι άγιοι Πατέρες μ’ αυτόν τον σκοπό συγκεντρώνονταν. Βέβαια, στο σύνολο, το ταμείο της Πίστεως φυλάχθηκε πιστά, και η μαρτυρία της πίστεως εκέρδισε σε ακρίβεια και ευστοχία διατυπώσεως. Πάνω απ’ όλα, η μυστηριακή δομή του Σώματος έχει διατηρηθή σώα και άθικτος.

Και στο σημείο τούτο πάλι γνωρίζω ότι η προσωπική μου αυτή πεποίθησις είναι δυνατό να απορριφθή σαν αυταπάτη. Αλλά για μένα αποτελεί ακράδαντη πεποίθησι. Αν αυτό ήθελε θεωρηθή πεισμονή, είναι η πεισμονή της αλήθειας και των τεκμηρίων. Μπορώ μόνο να δω αυτό, που πράγματι βλέπω. Δεν είμαι σε θέσι να κάνω τιποτ’ άλλο.

Αλλά με κανένα τρόπο δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω κανέναν «εκτός Εκκλησίας». Η «κρίσις» έχει δοθή στον Υιό. Κανείς δεν διωρίσθηκε για να προλαμβάνη την κρίσι Του. Η Εκκλησία, βέβαια, έχει τη δική της εξουσία μέσα στην ιστορία. Είναι, πρωτ’ όλα, η εξουσία να κηρύττη και να διαφυλάττη το λόγο της αληθείας. Υπάρχει κάποιος κανόνας πίστεως και τάξεως, που πρέπει να θεωρείται σαν κανόνας. Οτιδήποτε βρίσκεται πέραν τούτου είναι «ανωμαλία». Αλλά η «ανωμαλία» πρέπει να θεραπεύεται και όχι απλώς να καταδικάζεται.

Αυτή είναι η δικαίωσις για τη συμμετοχή ενός Ορθοδόξου στον οικουμενικό διάλογο με την ελπίδα ότι με τη μαρτυρία του η Αλήθεια του Θεού είναι δυνατό να κερδίση ανθρώπινες υπάρξεις.

(Μεταφρ. Αντώνης Κουμάντος)

(π.Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Άρτος ζωής, 1989 σελ.219-220 υπογραμμίσεις δικές μας)

161. Ποια έννοια έχει ο νηπιοβαπτισμός;

    Τα νήπια βαπτίζονται για να καθαρθούν από το μολυσμό του προπατορικού αμαρτήματος και να είναι εύθετα στη βασιλεία των ουρανών. Διότι η παρουσία του προπατορικού αμαρτήματος στα νήπια, έστω κι αν αυτά δεν έχουν προσωπικές αμαρτίες, τα εμποδίζει να γίνουν μέτοχα της αιώνιας ζωής. Για ν’ αποφευχθεί δε το θλιβερό ενδεχόμενο να πεθάνουν αβάπτιστα, εισήχθη πολύ νωρίς στην αρχαία Εκκλησία ο νηπιοβαπτισμός, που στην εποχή των αιρέσεων ήταν ισχυρό όπλο κατά του Πελαγιανισμού, που δίδασκε ότι δια της παραβάσεως του προπάτορα η φύση δεν έπαθε καμιά ουσιαστική ζημία από την αμαρτία. Στην αγ. Γραφή δεν υπάρχει βέβαια άμεση μαρτυρία περί του νηπιοβαπτισμού· υπάρχουν όμως έμμεσες μαρτυρίες και ενδείξεις σε όσα λέγονται περί βαπτίσματος ολόκληρων οίκων, στους οποίους είναι λογικό να υποτεθεί ότι υπήρχαν και μικρά παιδιά.
    Υπάρχει βέβαια η αιτίαση κατά του νηπιοβαπτισμού, ότι στα νήπια ελλείπει η πίστη που είναι ο απαραίτητος όρος λήψεως του βαπτίσματος, σύμφωνα με όσα είπε ο Κύριος: «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Αυτό είναι αλήθεια. Δεν υπάρχει δε καμία αμφιβολία ότι το τέλειο βάπτισμα είναι εκείνο στο οποίο ο άνθρωπος προσέρχεται με πίστη στο Σωτήρα και με συναίσθηση της σημασίας της μυστηριακής τελετής, δηλαδή το βάπτισμα των ενηλίκων. Εντούτοις η έλλειψη της πίστεως δεν παρακωλύει τη λυτρωτική ενέργεια της χάριτος στα τρυφερά νήπια, στα οποία δεν υπάρχει και το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας που αποτελεί το κύριο εμπόδιο επενεργείας της χάριτος του Θεού. (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 231-232)

81. Ποια είναι η έννοια του νηπιοβαπτισμού;

    Ο ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ είναι απτή απόδειξη της άμεσης ανάγκης του βαπτίσματος προς σωτηρία. Είναι θεσμός πανάρχαιος της Εκκλησίας. Αφού όμως ο Κύριος συνέδεσε άμεσα πίστη και βάπτισμα («ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται»), ποια έννοια έχει το βάπτισμα των νηπίων, τα οποία δεν μπορούν να πιστεύσουν λόγω της άωρης ηλικίας τους και της έλλειψης αυτοσυναίσθησης και αυτοσυνείδησης; Φυσικά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το τελειότερο βάπτισμα είναι το βάπτισμα των ενηλίκων, στους οποίους υπάρχουν ανεπτυγμένη η συνείδηση και λειτουργεί ο λόγος.
    Ο άνθρωπος, ως υπεύθυνο πρόσωπο, πρέπει να γνωρίσει την αλήθεια, να αγαπήσει το λυτρωτικό έργο, του Χριστού και να ποθήσει τη σωτηρία του. Μετά δε από μακρά ηθική δοκιμασία, έπειτα από μετάνοια και προσπάθεια εκτέλεσης του νόμου του Θεού, θα πρέπει να δεχτεί το λουτρό της παλιγγενεσίας, για να γίνει ένα καινούριο πλάσμα ντυμένο στο φως του Χριστού και την αλήθεια της τριαδικής θεότητας. Γι’ αυτό και στην αρχαία Εκκλησία, στην οποία βιωνόταν πληρέστερα και βαθύτερα η σωστική αλήθεια του Θεού, υπήρχε ο θεσμός των κατηχουμένων, των ανθρώπων που επιθυμούσαν να βαπτισθούν και να γίνουν χριστιανοί, οι οποίοι υποβάλλονταν σε μακράν ηθική προετοιμασία και διδάσκονταν τις βασικές αλήθειες της χριστιανικής πίστης. Στην κατάλληλη ώρα δέχονταν το «φώτισμα», όπως λεγόταν το βάπτισμα, επειδή χορηγούσε στις ψυχές των ανθρώπων το φως του Χριστού και της μακαρίας Τριάδος.
    Όλα αυτά βέβαια είναι σωστά και καλά. Γιατί όμως θεσπίστηκε στην Εκκλησία ο νηπιοβαπτισμός; Ποια ανάγκη τον επέβαλε; Γιατί το τέλειο βάπτισμα των ενηλίκων αντικαταστάθηκε με το βάπτισμα των νηπίων; Ο λόγος είναι ένας. Για να προστατεύονται τα βρέφη από αιφνίδιο θάνατο, ο οποίος θα τα εύρισκε αβάπτιστα και θα έχαναν τη δυνατότητα εισόδου τους στη βασιλεία των ουρανών, ως φέροντα στην φύση τους την αμαρτία του Αδάμ. Βαπτίζονται για ν’ αποφύγουν ένα τέτοιο θλιβερό ενδεχόμενο. Έτσι κρίθηκε συμφερότερο τα νήπια να δεχτούν το βάπτισμα στην πρώτη άωρη και ανώριμη ηλικία τους, με τη ρητή διαβεβαίωση ότι αυτό που δεν μπορούν να κάνουν τώρα, να διδαχτούν την πίστη και τις αρχές του Ευαγγελίου, θα το αναπληρώσουν εν καιρώ ο ανάδοχος και οι γονείς τους. Όπως βλέπουμε, έχει βαθύ νόημα ο νηπιοβαπτισμός. (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα σωτηριολογικά, σελ. 190-191)

Αφού ο Κύριος είπε «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται», γιατί εμείς βαπτίζουμε τα νήπια, τα οποία δεν μπορούν να πιστεύουν;

    Είναι αλήθεια ότι ο Κύριος προέταξε του βαπτίσματος την πίστη. Ο άνθρωπος προτού δεχθεί το βάπτισμα πρέπει να πιστέψει στο Χριστό, να γνωρίσει τη θεία αλήθεια, να ποθήσει τη σωτηρία του και ακολούθως να βαπτισθεί.
Αυτή είναι η κανονική σειρά και δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το βάπτισμα ενηλίκων, που γίνεται κατόπιν πίστεως στο Σωτήρα, είναι προτιμότερο. Έτσι γινόταν στην αρχαία Εκκλησία.
    Ο νηπιοβαπτισμός εισήχθη πολύ νωρίς στην πράξη της αρχαίας Εκκλησίας. Εισήχθη για ν’ αντιμετωπίσει μια επείγουσα ανάγκη στη ζωή του πληρώματος της Εκκλησίας, ένα σοβαρό κίνδυνο, το ενδεχόμενο να πεθάνει κανείς αβάπτιστος, οπότε κωλύεται να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών. Το κώλυμα, όπως είπαμε, είναι η παρουσία στην ψυχή του προπατορικού αμαρτήματος. Τα νήπια βέβαια δεν έχουν τη δυνατότητα να πιστέψουν. Αυτό όμως δεν αποτελεί αποχρώντα λόγο, ώστε να μη μπορούν να δεχθούν τη βαπτισματική χάρη. Είναι βασικό αξίωμα στη θεολογία ότι η θεία χάρη ενεργεί λυτρωτικά, εκεί όπου δεν υπάρχει η αμαρτία, η οποία είναι ο μόνος παράγων που αναστέλλει και ματαιώνει τη λυτρωτική της ενέργεια. Στα νήπια όμως το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας απουσιάζει. Συνεπώς η θεία χάρη μπορεί να επιδράσει ευεργετικά στην τρυφερή καρδιά τους, καταλύοντας από τη φύση τους το σώμα του προπατορικού αμαρτήματος. Άλλωστε την έλλειψη προσωπικής τοποθετήσεως των νηπίων έναντι της πίστεως και του λόγου του Θεού, αναλαμβάνει την υποχρέωση ν’ αναπληρώσει εν καιρώ σ’ αυτά ο ανάδοχος, βοηθούμενος από τους γονείς του παιδιού και την Εκκλησία.
    Μερικοί ρωτούν· γιατί με βάπτισαν, χωρίς κανένας να με ρωτήσει, αν ήθελα να βαπτισθώ και να γίνω χριστιανός; (αυτό είναι συνηθισμένο ερώτημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά). Το ερώτημα είναι σχήμα οξύμωρο. Πως μπορείς να ρωτηθείς, αφού δεν έχεις τη δυνατότητα να κατανοήσεις και να απαντήσεις; Το βάπτισμα το κάνουμε στα νήπια για το καλό τους, για να τα προφυλάξουμε από έναν μέγιστο κίνδυνο. Το ίδιο άλλωστε δεν κάνουμε στα μικρά παιδιά, όταν τα εμβολιάζουμε; Ζητάμε προηγουμένως τη συγκατάθεσή τους;

(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά, σελ. 158-159)


(Π.Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τόμος 3, σελ. 112-116, εκδ. ο Σωτήρ, μετάφραση στα νέα ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας).

«Εάν δεν είναι βέβαιο, είναι όμως πολύ πιθανό, ότι από αυτήν την αποστολική εποχή γίνονταν δεκτά στο βάπτισμα και νήπια άμοιρα λογικής, που ανήκαν σε σπίτια που προσχώρησαν όλοι μαζί στο Χριστιανισμό. Έτσι τόσο οι Πράξεις των Αποστόλων, όσο και ο Παύλος κάνουν λόγο για ολόκληρες οικογένειες που δέχτηκαν το βάπτισμα. Ο Κορνήλιος και «όλος ο οίκος του», η Λυδία «και ο οίκος της», ο δεσμοφύλακας των Φιλίππων «και όλοι όσοι ήταν στο σπίτι του», ο Κρίσπος στην Κόρινθο «μαζί με όλο το σπίτι του» όπως και «οίκος του Στεφανά» πίστεψαν και βαπτίστηκαν όλοι, και πιθανότατα περιλαμβάνονταν στα σπίτια αυτά και νήπια, που έγιναν και αυτά δεκτά στο βάπτισμα τόσο μάλλον, όσο αυτό ήταν «η περιτομή του Χριστού», που αντικατέστησε την σαρκική περιτομή των Ιουδαίων, η οποία παρεχόταν στα νήπια την όγδοη ημέρα από τη γέννησή τους (σημειωση 54. Πραξ. ια 14,ιστ 15,33,ιη 8, Α΄Κορ. α 16, Κολ. β 11.)

Ο Leeming τονίζει πολύ το επιχείρημα από την σύγκριση στην Κ.Δ. του βαπτίσματος και της περιτομής. Ο θείος Παύλος αντιθέτοντας το βάπτισμα στην περιτομή και θεωρώντας αυτό ως αντίστοιχο και ως τελείωσή της υπονοεί, ότι οι Χριστιανοί καταλέγονταν στη χριστιανική κοινότητα με τελετή, η οποία ήταν όμοια με αυτήν του Παλαιού νόμου, αλλά διαφορετική ως προς το εξωτερικό σημάδι και τα αποτελέσματά της. Η μία ήταν φυσικό κόψιμο ανθρωπίνου δέρματος, η άλλη ήταν πνευματική αποκοπή της αμαρτίας. Η μία έδινε δικαιώματα νομικά, η άλλη εσωτερική ένωση με το Θεό. Εφόσον όμως είναι γνωστό και από αλλού, ότι οι αρχαίοι χριστιανοί ακολουθούσαν σε πολλά σημεία τις ιουδαϊκές παραδόσεις, ιδιαίτερα μάλιστα στις λειτουργικές τελετές, η τελετή της εισόδου στο χριστιανικό σώμα διαμορφώθηκε σύμφωνα με τα κατά την περιτομή κρατούντα στους Ιουδαίους, έτσι λοιπόν και τα νήπια των Χριστιανών βαπτίζονταν νωρίς, όπως περιτέμνονταν και τα των Ιουδαίων. Όπως σημειώνει ο ίδιος Leeming το επιχείρημα αυτό χαρακτηρίστηκε ως αποφασιστικό από τον Καλβίνο και τον Chemnitz.
Άλλωστε ο Κύριος διακήρυξε την αναγκαιότητα του βαπτίσματος ανεξαιρέτως για όλους, «εάν κάποιος δεν γεννηθεί από νερό και πνεύμα» λέγοντας, εκδήλωσε από την άλλη ιδιαίτερη συμπάθεια και προς τα μικρά παιδιά λέγοντας στους μαθητές που εμπόδιζαν τις μητέρες τους που έφερναν αυτά στον Κύριο «για να βάλει πάνω τους τα χέρια του και να προσευχηθεί»: «Αφήστε τα παιδιά και μην τα εμποδίζετε να έλθουν σε μένα». Δεν στερείται επίσης σημασίας, ότι με την ευκαιρία αυτή «έβαλε πάνω τους τα χέρια» (Ιω. γ 5, Ματθ. ιθ 13-15).

Από την άλλη τα λόγια του Παύλου στο Α΄Κορ. ζ 14, σύμφωνα με τα οποία τα παιδιά, τα προερχόμενα από ήδη υφιστάμενους μικτούς γάμους μεταξύ συζύγων, από τους οποίους ο ένας ή η μία προσχώρησαν ήδη στο Χριστιανισμό, «είναι άγια», όχι μόνο δεν μπορεί να προσαχθεί ως επιχείρημα εναντίον του νηπιοβαπτισμού, ότι μαρτυρούν ότι αυτά ως άγια ήδη δεν θα ήταν αναγκαίο να βαπτιστούν, αλλά αντιθέτως παρουσιάζουν αυτά επιδεκτικά και του αγιασμού από το βάπτισμα.
Και δεν αποδεικνύουν μεν τίποτα εναντίον του νηπιοβαπτισμού, διότι και για τον σύζυγο που δεν προσχώρησε στην πίστη βεβαιώνεται στα λόγια αυτά, ότι «έχει αγιαστεί ο άνδρας ο άπιστος μέσω της γυναίκας και έχει αγιαστεί η γυναίκα η άπιστη μέσω του άνδρα». Θα μπορούσε λοιπόν να λεχθεί για το άλλο μέλος που παρέμεινε στην απιστία, ότι δεν είχε ανάγκη του βαπτίσματος; Αποτελούν όμως τα λόγια αυτά επιχείρημα και υπέρ του νηπιοβαπτισμού, διότι υπαινίσσονται, ότι η πίστη και ο αγιασμός των γονέων δημιουργούν σε αυτά κατάσταση που κληρονομιέται σε κάποιο μέτρο και από τα παιδιά τους και που κάνει αυτά επιδεκτικά και μεγαλύτερου αγιασμού.
Στη μετέπειτα Χριστιανική γραμματεία διέκριναν τον πρώτο περί του νηπιοβαπτισμού υπαινιγμό σε κάποια λόγια του Ειρηναίου, σύμφωνα με τα οποία ο Χριστός ήλθε να σώσει όλους όσοι μέσω αυτού αναγεννιούνται σε Θεό, παιδιά, νήπια, νέους, γέροντες (56. ΙΙ 22,4 Μ. 7,784).
Σαφέστερα όμως για αυτόν μιλά ο Τερτυλλιανός, που κηρύσσεται εναντίον του και υποστηρίζει από τη μία μεν, ότι η αθωότητα των νηπίων κάνει περιττό το βάπτισμά τους, από την άλλη δε ότι αυτοί που λαμβάνουν το βάπτισμα πρέπει πρώτα να διδάσκονται τη χριστιανική αλήθεια. Διότι ναι μεν ο Κύριος είπε να μην εμποδίζουν τα παιδιά να έρχονται προς αυτόν, αλλά ας έρχονται αυτά, όταν γίνονται έφηβοι και όταν διδαχτούν. Ας γίνονται Χριστιανοί όταν θα μπορούν να γνωρίσουν το Χριστό (57. De Bapt. 18. M.L. 1, 1330).
Αντιθέτως όμως ο Κυπριανός λέει ότι δεν πρέπει να εμποδίζεται από το βάπτισμα το παιδί, το οποίο επειδή πρόσφατα γεννήθηκε δεν έχει καμία άλλη αμαρτία παρά το ότι αφού γεννήθηκε σαρκικά κατά τον Αδάμ κουβαλά τον μολυσμό του θανάτου της αρχαίας παράβασης, και το οποίο τόσο ευκολότερα πλησιάζει για να λάβει την άφεση των αμαρτιών, όσο σε αυτό όχι δικά του αλλά ξένα αμαρτήματα συγχωρούνται (58. Epist. 59,5 M.L. 3,1054).
Ο Ωριγένης επίσης έχοντας πριν από αυτόν να ισχύει ως καθεστώς τον νηπιοβαπτισμό παρατηρεί, ότι «τα παιδιά βαπτίζονται εις άφεσιν αμαρτημάτων». Θέτοντας όμως το ερώτημα «ποιων  αμαρτημάτων; Διότι πότε αμάρτησαν;» απαντά «μη τυχόν, επειδή κανείς δεν είναι καθαρός από ρύπο, αλλά τον ρύπο τον διώχνει κάποιος με το μυστήριο του βαπτίσματος, για αυτό και τα παιδιά βαπτίζονται»
Αλλά αυτός που περισσότερο ασχολήθηκε με τον νηπιοβαπτισμό υπήρξε ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός: «Έχεις νήπιο;» ρωτά. «Μη δίνεις καιρό στην κακία», απαντά. «Από βρέφος ας αγιαστεί, ας αφιερωθεί από την τρυφερή ηλικία στο Πνεύμα». Και υπενθυμίζει την Άννα η οποία «και πριν να γεννηθεί ο Σαμουήλ, τον υποσχέθηκε στο Θεό και όταν γεννήθηκε αμέσως τον αφιέρωσε και τον μεγάλωσε με ιερατική στολή». Στρεφόμενος πάλι εναντίον ειδωλολατρικών εθίμων που επικρατούσαν τότε προσθέτει: «Δεν σου χρειάζονται καθόλου τα φυλακτά και τα μαγικά ψιθυρίσματα, μαζί με τα οποία εισέρχεται ο πονηρός, κλέβοντας το σεβασμό από το Θεό για τον εαυτό του στα μηδαμινότερα πράγματα. Δώσε στο παιδί σου την Τριάδα, το μέγα και καλό φυλακτό». Προχωρώντας παραπέρα διαπραγματεύεται την ένσταση, η οποία θα προβαλλόταν από το ότι τα νήπια δεν αισθάνονται ούτε τη ζημιά την οποία υφίστανται στερούμενα του βαπτίσματος, ούτε την χάρη την οποία λαμβάνουν όταν βαπτίζονται. Και εκφέρει μεν τη γνώμη, ώστε να αναμένεται στο παιδί η συμπλήρωση τριετίας, «ή λίγο λιγότερο ή περισσότερο», ώστε «όταν θα είναι δυνατόν να ακούσουν κάτι το μυστηριακό και να απαντήσουν, έστω και αν δεν κατανοούν πλήρως, αλλά τυπώνονται» στη μνήμη του μικρού παιδιού, «και έτσι αγιάζουν και τις ψυχές και τα σώματα με το μέγα μυστήριο της τελείωσης». Τονίζει όμως συγχρόνως, ότι ενδείκνυται να βαπτίζονται και τα νήπια, «εάν επείγει κάποιος κίνδυνος. Διότι είναι προτιμότερο να αγιάζονται χωρίς να το αισθάνονται παρά να φύγουν ασφράγιστα και αμύητα». Για απόδειξη του τελευταίου αυτού αναφέρεται στην «οκταήμερη περιτομή που ήταν μία τυπική σφραγίδα και δινόταν σε αυτούς των οποίων δεν είχε αναπτυχθεί ακόμη το λογικό». Υπενθυμίζει επίσης «και την επάλειψη των πορτών» με το αίμα του πασχάλιου αμνού κατά τη νύχτα της από την Αίγυπτο εξόδου του Ισραήλ, η οποία επάλειψη «με τα αναίσθητα» διαφύλαξε τα πρωτότοκα των Ιουδαίων (59. Λόγος Μ, παραγρ. 17 και 28).
Όπως επίσης παρατηρεί ο Leeming το ζήτημα του νηπιοβαπτισμού πήρε σοβαρότητα νωρίς τον τέταρτο αιώνα κατά τη σύγκρουση μεταξύ Αυγουστίνου και Πελαγιανών. Ο Αυγουστίνος αναζητούσε από το νηπιοβαπτισμό επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης του προπατορικού αμαρτήματος, εφόσον το βάπτισμα παρέχεται εις άφεσιν αμαρτιών. Κατ’ ακολουθίαν οι Πελαγιανοί, οι οποίοι αρνούνταν την κληρονομικότητα αυτού του αμαρτήματος, είχαν συμφέρον να αρνηθούν, ότι ο νηπιοβαπτισμός αποτελούσε καθολική και αρχαία της Εκκλησίας συνήθεια. Δεν το έπραξαν όμως, αλλά κατέφυγαν στη διάκριση μεταξύ «αιώνιας ζωής» και «βασιλείας ουρανών», ισχυριζόμενοι ότι τα νήπια βαπτίζονταν, όχι για να γίνουν από κακά καλά, αλλά από αγαθά, που ήταν, να γίνουν καλύτερα. Έτσι ώστε εάν πέθαιναν αβάπτιστα, δεν θα πήγαιναν μεν στη βασιλεία των ουρανών, θα εισάγονταν όμως στην αιώνια ζωή. Κατά τον τέταρτο λοιπόν αιώνα δεν αμφισβητήθηκε, ότι ο νηπιοβαπτισμός επικρατούσε σε όλη την Εκκλησία. Ο Πελάγιος και ο Κελέστιος είχαν ταξιδέψει και στην Παλαιστίνη και στην Αφρική και στην Ιταλία· ειδικά μάλιστα ο Πελάγιος πιθανότατα γνώρισε και τη Γαλλία και τη Βρεττανία. Εάν σε κάποια από τις επαρχίες αυτές και χώρες δεν υφίστατο νηπιοβαπτισμός, ασφαλώς θα προβαλλόταν αυτό».
(Π.Ν. Τρεμπέλα ,Δογματική τόμος 3, σελ. 112-116, εκδ. ο Σωτήρ, μετάφραση στα νέα ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας)

Οι Προτεστάντες, ως άνθρωποι λογικοκρατούμενοι, απορρίπτουν ορισμένες πτυχές του θεομητορικού δόγματος. Και ενώ δέχονται την παρθενική σύλληψη του Χριστού, περί της οποίας ομιλεί σαφώς η Γραφή, αρνούνται την παρθενική γέννησή του, γιατί μια γέννηση καταστρέφει φυσιολογικά την παρθενία της όποιας μητέρας. Αυτό βέβαια είναι αληθινό στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Κάθε μάνα που γεννά δεν μπορεί να παραμένει παρθένος. Πέρα από τα στεγανά όρια της φύσεως και της λογικής οι άνθρωποι δεν έχουν αίσθηση της μυστηριακής πραγματικότητας, η οποία νικά «φύσεως τάξιν». Κατ’ αυτούς ο τρόπος γεννήσεως του Χριστού δεν έχει μεγάλη σημασία. Δεν προσδίδει μεγάλο αξίωμα στη Μητέρα. Δεν μπορούν να την εντοπίσουν στην υπερφυσική διάσταση του μυστηρίου της. Δεν μπορούν να δουν την καινότητα του τόκου του Υιού του Θεού, που γίνεται η άφθαρτη απαρχή μιας νέας πνευματικής ανακαίνισης και αναγέννησης των ανθρώπων. Μιας αναγέννησης που σπάει τα δεσμά της φθοράς που απορρέουν από την παλαιότητα της φύσεως του Αδάμ. Μένουν ασάλευτα δεμένοι με τη φύση. Η υπερφύση δεν τους ακουμπά.

Πολύ λιγότερο δεν μπορούν να δεχτούν το «αειπάρθενον» της Θεοτόκου. Κατά τους Προτεστάντες μετά τη γέννηση του Ιησού, η Μαρία ήλθε σε γαμική σχέση με τον Ιωσήφ, από την οποία απέκτησε τέκνα ,τους φερομένους ως αδελφούς του Χριστού⁸⁷. Τις αντιλήψεις τους αυτές, προσπαθούν να τις στηρίξουν στην αγία Γραφή. Έτσι προσάγουν τα χωρία, εις τα οποία μνημονεύονται οι αδελφοί του Κυρίου και το Ματθ.1,25: «ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον». Κακώς όμως, γιατί αδελφοί του Ιησού μπορούν να είναι στενοί συγγενείς του είτε από την πλευρά του Ιωσήφ (φυσικά τέκνα του από πρότερο γάμο) είτε από την πλευρά της Θεοτόκου. Την έννοια του αδελφού σημαίνοντος τον εξάδελφον ή ανεψιό, απαντούμε σε πολλά χωρία της Γραφής:Γεν.12,5. 13,8 .29,15.Η φράση «έως ου (έως ότου)» στην οποία στηρίζουν οι Διαμαρτυρόμενοι τη γνώμη τους, ότι δηλαδή ο Ιωσήφ δεν είχε σαρκική σχέση με τη Μαρία μέχρις ότου γέννησε τον Υιό της και μετά ταύτα ήλθε σε γαμική συνένωση με τη Μαρία, δεν μπορεί αναγκαίως να στηρίξει τις απόψεις τους.

Ο χρονικός προσδιορισμός αναφέρεται σε ένα ορισμένο χρονικό σημείο για το οποίο ενδιαφέρεται ο ομιλών, αφήνοντας τη χρονική συνέχεια ακαθόριστη. Στο Γεν. 8,7 γίνεται λόγος περί του κόρακος που βγήκε από την κιβωτό του Νώε, ο οποίος δεν επέστρεψε σ΄ αυτήν «έως του ξηρανθήναι το ύδωρ». Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο κόραξ γύρισε πίσω μετά την αποξήρανση των υδάτων (βλ.Ψαλμ.122,2). Ομοίως και η λέξη «πρωτότοκος» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην τον πρώτο μεταξύ πολλών αδελφών, αλλά τον πρώτο γεννηθέντα (βλ.Εξοδ.34,19εξ.), άσχετα αν ακολουθούν ή όχι άλλοι αδελφοί.
Άλλωστε δεν θα ήταν σοβαρό να πιστέψουμε, ότι η Θεοτόκος μετά την πείρα της ως Μητέρας του Θεού και την αίγλη του θαύματος στο οποίο τόσο επάξια λειτούργησε, θα είχε σκέψη και επιθυμία να έλθει σε γαμική σχέση με άντρα («Πώς δηλαδή θα καταδεχόταν την συνένωση με άνδρα ενώ γέννησε το Θεό και γνώρισε το θαύμα με την πείρα των σημείων που έχουν ακολουθήσει. Μη βλασφημείς· όχι μόνο δεν είναι γνώρισμα συνετής σκέψης να σκέφτεται τέτοια, πόσο μάλλον και να τα κάνει» Ιωάννης Δαμασκηνός. Χρ. Ανδρούτσου, Δογματική σελ. 173). Ο Ιωσήφ ήταν απλώς «μνήστωρ» (αρραβωνιαστικός της Θεοτόκου) και όχι σύζυγός της.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα συμβολικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ. 115-117)

Ο κ. Τσολάκης Βασίλειος, Αστυνομικός από την Αριδαία, διηγείται: Κάποιος γνωστός μου είχε πάει στο εξωτερικό. Δυστυχώς εκεί έμπλεξε με Προτεστάντες με αποτέλεσμα να αρνηθεί την Ορθοδοξία και να γίνει Προτεστάντης.
Μια μέρα με επισκέφτηκε στο γραφείο μου και βλέποντας τη φωτογραφία του π. Παϊσίου μου είπε έντρομος: Αυτόν τον ξέρω. Πριν 10 χρόνια πήγα στο Κελλί του με άλλους δύο. Μόλις φθάσαμε, μόνο εμένα δεν μου επέτρεψε να μπω. Διότι μου είπε ότι είμαι αιρετικός, γιατί δεν πιστεύω στην Παναγία και στους Αγίους

(ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου, σελ. 611)

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 470-482  εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970)  
Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις δικές μας.Δεν παρατίθενται οι παραπομπές  
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΚΑΤΟΝ ΟΓΔΟΟΝ: Ζ Β I Γ Γ Λ I Ο Σ  
Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΒΕΤΙΑΝ 1477-1531  

I. MULTUM IN PARVO  
Η επιτυχία των ελβετικών καντονίων εις την απόκρουσιν του Κορόλου του Τολμηρού (1477) ενίσχυσε την ομοσπονδίαν των, ανεζωογόνησε την εθνικήν των υπερηφάνειαν και τα ενίσχυσε δια να αντισταθούν κατά της απόπειρας του Μαξιμιλιανού να τα υποτάξη και θεωρητικώς και πραγματικώς υπό την Αγίαν Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορίαν. Διάφορο έριδες δια την διανομήν των λαφύρων μετά την ήτταν της Βουργουνδίας έφερον τα καντόνια εις τα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου˙ αλλά εις την δίαιταν της Στάνς (1481) ένας ερημίτης φιλόσοφος, ο Νικόλαος φον ντερ Φλούε, ο αδελφός Κλάους, όπως τον ενθυμούνται οι Ελβετοί, τους έπεισε να διατηρήσουν την ειρήνην.

Προσθέτουσα καντόνιον εις το καντόνιον, η πλήρης ζωτικότητος ομοσπονδία ηυξάνετο. Το Φρίμπουργκ και το Σόλοθουρν έγιναν δεκτά το 1481, η Βασιλεία και ο Σάφφχαουζεν το 1501, το Άππεντσελ το 1513˙ τώρα ήσαν δέκα τρία, όλα ομιλούντα γερμανικάς διαλέκτους με την διαφοράν ότι ωμιλείτο συγχρόνως και η γαλλική εις το Φρίμπουργκ και εις την Βέρνην. Εσχημάτισαν μίαν ομόσπονδον δημοκρατίαν: κάθε καντόνιον ερρύθμιζε τας εσωτερικάς του υποθέσεις αλλά εκυβερνάτο εις τας εξωτερικάς του σχέσεις από μίαν κοινήν νομοθεσίαν. Η μοναδική βουλή της ομοσπονδιακής αυτής διαίτης απελείτο από ίσον αριθμόν βουλευτών από κάθε καντόνιον. Η δημοκρατία δεν ήτο πλήρης. Πολλά καντόνια ιδιοποιήθησαν μικροτέρας κοινότητας ως υποτελείς άνευ ψήφου.

Ούτε ήτο έως τότε η Ελβετία υπόδειγμα φιλειρηνικότητος. Το 1500-12, τα καντόνια επωφελήθησαν της διασπάσεως της Ιταλίας δια να καταλάβουν την Μπελλιντζόνα, το Λοκάρνο, το Λουγκάνο και άλλας περιοχάς νοτίως των Άλπεων και εξηκολούθησαν να δανείζουν ελβετικάς λεγεώνας με την συγκατάθεσίν των  εις ξένας δυνάμεις. Αλλά μετά την ήτταν των Ελβετών λογχοφόρων εις το Μαρινιάνο (1515) η ομοσπανδία εγκατέλειψε την εδαφικήν επέκτασιν, υιοθέτησε μίαν πολιτικήν ουδετερότητος και κατηύθυνε τους ανδροπρεπείς χωρικούς της, τους επιδεξίους τεχνίτας της και τους επινοητικούς εμπόρους της εις την ανάπτυξιν ενός εκ των πλέον προηγμένων πολιτισμών της ιστορίας.

Η Εκκλησία ήτο εξ ίσου κοσμική και διεφθαρμένη εις την Ελβετίαν όπως και εις την Ιταλίαν. Έδωσεν υποστήριξιν και σημαντικήν ελευθερίαν εις τους ουμανιστάς, οι οποίοι συνεκεντρώθησαν περί τον Φρομπέν και τον Έρασμον εις την Βασιλείαν. Ήτο μερος της ηθικής ανοχής της εποχής το ότι οι πλείστοι των Ελβετών ιερέων είχον παλλακίδας.1 Ένας Ελβετός επίσκοπος εχρέωνε τους ιερείς του με τέσσαρα γκίλντερ δια κάθε τέκνον το οποίον απέκτων και εντός ενός έτους συνεκέντρωσε 1522 γκίλντερ εκ της πηγής αυτης.2 Παρεπονείτο ότι πολλοί ιερείς εχαρτόπαιζον, εσύχναζον εις καπηλεία και εμέθυον,3 προφανώς μη πληρώνοντες επισκοπικόν δικαίωμα. Πολλά καντόνια  και ιδιαιτέρως η Ζυρίχη  επέβαλον πολιτικήν επιστασίαν των κληρικών και εφορολόγησαν τας εκκλησιαστικάς περιουσίας. Ο επίσκοπος της Κωνσταντίας διεξεδίκει ολόκληρον την Ζυρίχην ως φέουδόν του και απήτει από αυτην υπακοήν και δεκάτας˙ αλλά ο παπισμός ήτο πολύ περιπεπλεγμένος εις την ιταλικήν πολιτικήν δια να υποστηρίξη αποτελεσματικώς τας διεκδικήσεις του. Το 1510, ο πάπας Ιούλιος Β', εις αντάλλαγμα δια μερικάς λεγεώνας της Γενεύης, εδέχθη όπως το δημοτικόν συμβούλιον της Γενεύης ρυθμίζη τα μοναστήρια ανδρών και γυναικών και την δημοσίαν ηθικήν εντός της περιοχής του.4 Τοιουτοτρόπως επτά έτη προ των θέσεων του Λουθήρου, η ουσία της Μεταρρυθμίσεως είχεν επιτευχθή εις την Ζυρίχην και την Γενεύην : η υπεροχή της κοσμικής επί της εκκλησιαστικής εξουσίας. Η οδός εχαράχθη δια τον Ζβίγγλιον και τον Καλβίνον δια να εγκαθιδρύσουν τας διαφόρους συγχωνεύσεις Εκκλησίας και κράτους.


ΙΙ. Ζ Β I Γ Γ Λ I Ο Σ
Μία επίσκεψις εις την γενέτειραν του Χουλντράιχ ή Ούλριχ Ζβιγγλίου, υπενθυμίζει τον κανόνα ο οποίος όμως έχει και τας εξαιρέσεις του, ότι οι μεγάλοι άνδρες γεννώνται εις μικράς οικίας. Ο πλέον λογικός και αποτυχημένος από τους Μεταρρυθμιστάς είδε το φως (1η Ιανουαρίου 1484) εις μίαν μικράν καλύβην του ορεινού χωρίου Βιλντχάους, πενήντα μίλλια νοτιοανατολικώς της Ζυρίχης εις το σημερινόν καντόνιον του Σαίντ - Γκάλ. Μία χαμηλή χορτάρινη στέγη, τοίχοι από χονδρά ξύλα, μικρά σιδηρόφρακτα παράθυρα, δάπεδα από ογκώδεις σανίδας, χαμηλαί οροφαί, σκοτεινά δωμάτια, τρίζουσαι κλίμακες, στερεαί δρύιναι κλίναι, μία τράπεζα, ένα κάθισμα, ένα ράφι δια βιβλία: η ιστορική αυτή κατοικία εκφράζει ένα περιβάλλον εις το οποίον η φυσική επιλογή ήτο αυστηρά και η υπερφυσική επιλογή εφαίνετο ότι ήτο μία απαραίτητος ελπίς. Ο πατήρ του Ούλριχ ήτο ανώτερος δικαστης εις τον χαμένον αυτόν συνοικισμόν και η μήτηρ του ήτο η υπερήφανος αδελφή ενός ιερέως. Ήτο ο τρίτος από οκτώ υιούς˙ από της παιδικής του ηλικίας προωρίζετο δια το ιερατικόν στάδιον.
Ο θείος του, ιερατικός προϊστάμενος της εκκλησίας της παρακείμενης Βέζεν, συνετέλεσε μαζί με τους γονείς του εις την εκπαίδευσίν του και έδωσε εις τον Ζβίγγλιον μίαν ουμανιστικήν κλίσιν και πνοήν, η οποία τον διέκρινε χαρακτηριστικώς από τον Λούθηρον και τον Καλβίνον. Εις ηλικίαν δέκα ετών, το παιδίον απεστάλη εις ένα λατινικόν σχολείον της Βασιλείας˙ δέκα τεσσάρων ετών εισήχθη εις ένα κολλέγιον της Βέρνης διευθυνόμενον από ένα διακεκριμένον εντόπιον κλασσικιστήν. Από δέκα εξ μέχρι δέκα οκτώ ετών εσπούδασεν εις το Πανεπιστήμιον της Βιέννης κατά τον ουμανιστικόν χρυσούν αιώνα τον υπό τον Κονράδoν Κέλτην. Ανεκουφίζετο από τους κόπους του παίζων λαγούτον, άρπαν, βιολί, πλαγίαυλον και σαντούρι. Δεκαοκταετής επέστρεψεν εις την βασιλείαν και εσπούδασε θεολογίαν πλησίον του Θωμά Βύττερμπαχ, ο οποίος ήδη από του 1508 επετίθετο κατά των συγχωροχαρτίων, της αγαμίας του κλήρου και της λειτουργίας. Είκοσι δύο ετών (1506) ο Ζβίγγλιος έλαβε το διδακτορικόν του δίπλωμα και εχειροτονήθη ιερεύς. Ετέλεσε την πρώτην του λειτουργίαν εις το Βίλντχαους εν μέσω περιχαρών συγγενών και με εκατό γκίλντερ, τα οποία συνελέγησαν προς χάριν του, ηγόρασε τον διορισμόν του5 ως εφημερίου εις Γκλάρους, το οποίον απείχε περί τα είκοσι μίλλια.
Εκεί, ενώ εξετέλει με ζήλον τα καθήκοντά του, εξηκολούθησε τας σπουδάς του. Εξέμαθε μόνος του ελληνικά δια να αναγιγνώσκη την Καινήν Διαθήκην εις το πρωτότυπον. Ανέγνωσε με ενθουσιασμόν τον Όμηρον, τον Πίνδαρον, τον Δημόκριτον, τον Πλούταρχον, τον Κικέρωνα, τον Καίσαρα, τον Λίβιον, τον Σενέκαν, τον Πλίνιον τον νεώτερον, τον Τάκιτον και έγραψεν ένα σχόλιον δια τον σκεπτικιστήν ευθυμογράφον Λουκιανόν. Είχεν αλληλογραφίαν με τον Πίκο ντέλλα Μιράντολα και τον Έρασμον, απεκάλει τον Έρασμον «τον μέγιστον φιλόσοφον και θεολόγον», τον επεσκέπτετο μετά σεβασμού (1515) και ανεγίγνωσκε έργα του κάθε βράδυ προ της κατακλίσεως. Όπως ο Έρασμος, τοιουτοτρόπως και αυτός ησθάνετο απέχθειαν δια την εκκλησιαστικήν διαφθοράν, εύθυμον περιφρόνησιν προς την δογματικήν θρησκοληψίαν και ηρνείτο εντόνως να παραδεχθή ότι οι κλασσικοί φιλόσοφοι και ποιηταί εκαίοντο εις την κόλασιν. Ωρκίζετο ότι «επροτίμα να συμμερισθή την αιωνίαν τύχην του Σωκράτους ή του Σενέκα παρά ενός πάπα».6 Δεν επέτρεπεν εις τους ιερατικούς του όρκους να τον αποκλείουν από τας απολαύσεις της σαρκός˙ είχε σχέσεις με γυναίκας και εξηκολούθησεν αυτήν την τακτικήν μεχρι του γάμου του (1524). Η ενορία του δεν εφαίνετο να δίδη πολλήν σημασίαν εις αυτό οι δε πάπαι του επλήρωνον μεχρι του 1520 μίαν ετησίαν σύνταξιν εκ πενήντα φλωρινίων δια να τους υποστηρίζη εναντίον του γαλλοφίλου κόμματος του Γκλάρους. Το 1513 και το 1515 συνώδευσε την εκ Γκλάρους ομάδα των Ελβετών μισθοφόρων εις την Ιταλίαν ως στρατιωτικός ιερεύς των και κατέβαλε πάσαν προσπάθεια δια να τους διατηρήση πιστούς εις την παπικήν υπόθεσιν. Αλλά η επαφή του με τον πόλεμον εις τας μάχας του Ναβάρρο και του Μαρινιάνο τον διέθεσεν ισχυρώς εναντίον πάσης μελλοντικής πωλήσεως της ελβετικής ανδρείας εις ξενικάς κυβερνήσεις.

Το 1516 το γαλλικόν κόμμα εις το Γκλάρους απέκτησε την υπεροχήν και ο Ζβίγγλιος απεδήμησεν εις μίαν ενορίαν εις το Αϊνζήντελν του καντονίου του Σβύτς. Το κήρυγμά του εκεί απέκτησεν ενα προτεσταντικόν χρώμα προ της επαναστάσεως του Λουθήρου. Το 1517 εκηρύχθη υπέρ μιας θρησκείας στηριζομένης αποκλειστικώς επί της Βίβλου και είπεν εις τον αρχιεπίσκοπόν του, καρδινάλιον Ματθαίον Σίννερ, ότι δεν υπήρχον πολλαί εγγυήσεις δια τον παπισμόν εις την Βίβλον. Τον Αύγουστον του 1518 επετέθη εναντίον διαφόρων καταχρήσεων κατά την πώλησιν των συγχωρήσεων και έπεισε μερικούς βενεδικτίνους μοναχούς να αφαιρέσουν από το προσοδοφόρον ιερόν της εκκλησίας των μίαν επιγραφήν υποσχομένην εις τους προσκυνητάς «πλήρη συγχώρησιν όλων των αμαρτιών εις ενοχήν και εις τιμωρίαν».7 Μερικοί προσκυνηταί από την Ζυρίχην μετέφερον εις τους πάστοράς των μίαν ενθουσιώδη αφήγησιν περί του κηρύγματός του. Την 10ην Δεκεμβρίου 1518, εδέχθη μίαν πρόσκλησιν να γίνη «λαϊκός ιερεύς» εις το Γκροσμύνστερ της Ζυρίχης, την πλέον επιχειρηματικήν πόλιν της Ελβετίας.

 Έπλησίαζε τώρα την ωριμότητα και εις το ήθος και εις το πνεύμα. Ήρχισε μίαν σειράν κηρυγμάτων, εκθέτων από το ελληνικόν κείμενον, όλην την Καινήν Διαθήκην πλην της Αποκαλύψεως δια την οποίαν ησθάνετο αντιπάθειαν. Δεν είχεν εντός αυτού τον μυστικισμόν εκείνον ο οποίος συνετέλεσεν εις την διαμόρφωσιν του Λουθήρου. Δεν έχομεν καμμίαν εικόνα του εκ του φυσικού, αλλά οι σύγχρονοί του τον περιέγραψαν ως ωραίον άνδρα με αδρά χαρακτηριστικά και με μελωδικήν φωνήν, η οποία κατέκτα το ακροατήριόν του. Δεν ηδύνατο να συγκριθή με τον Λούθηρον εις ευγλωττίαν ή εξήγησιν˙ εν τούτοις τα κηρύγματά του ήσαν τόσον πειστικά εις ειλικρίνειαν και σαφήνειαν ώστε εντός ολίγου, ολόκληρος η Ζυρίχη υφίστατο την επιρροήν του. Οι εκκλησιαστικοί προϊστάμενοί του τον υπεστήριξαν όταν επανέλαβε την εκστρατείαν εναντίον της πωλήσεως των συγχωροχαρτίων. Ο Βερναρδίνος Σαμψών, ένας Φραγκισκανός μοναχός από το Μιλάνον, είχε διέλθει τον αυχένα του Αγίου Γοτθάρδου τον Αύγουστον του 1518 δια να γίνη ο Τέτζελ της Ελβετίας. Προσέφερε την συγχώρησιν του πάπα Λέοντος εις τους πλουσίους επί περγαμηνής αντί μιας κορώνας εις δε τους πτωχούς επί χάρτου αντί ολίγων δεκάρων και με μίαν κίνησιν της χειρός του απήλλασσεν από τα βασανιστήρια του καθαρτηρίου όλας τας ψυχάς αι οποίαι είχον αποθάνει εις την Βέρνην. Ο Ζβίγγλιος διεμαρτυρήθη˙ ο επίσκοπος της Κωνσταντίας τον υπεστήριξε και ο Λέων Ι’, σωφρονισθείς κάπως από τα γεγονότα εις την Γερμανίαν, ανεκάλεσε τον γενναιόδωρον απόστολόν του.

Το 1519 ενεφανίσθη πανώλης εις την Ζυρίχην, αφαρπάσασα το εν τρίτον του πληθυσμού εις διάστημα εξ μηνών. Ο Ζβίγγλιος παρέμεινεν εις την θέσιν του, εμόχθει νυχθημερόν δια την περιποίησιν των ασθενών, εμολύνθη από την νόσον ο ίδιος και μόλις διέφυγε τον θάνατον. Όταν συνήλθεν ήτο το δημοφιλέστερον πρόσωπον εις την Ζυρίχην. Μακρινοί αξιωματούχοι, όπως ο Πιρκχάιμερ και ο Ντύρερ, του έστειλαν συγχαρητήρια. Το 1521 εγινε πρωθιερεύς του Γκροσμύνστερ. Ήτο τώρα αρκετά ισχυρός δια να κηρύξη την Μεταρρύθμισιν εις την Ελβετίαν.

ΙΙΙ. Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ ΤΟΥ ΖΒΙΓΓΛΙΟΥ
Σχεδόν ασυναισθήτως, αλλ' ως φυσικόν επακόλουθον της ασυνήθους μορφώσεώς του, είχε μεταβάλει τον χαρακτήρα της ιερωσύνης εις την εκκλησίαν του. Προ αυτού, το κήρυγμα δεν υπελογίζετο πολύ˙ η λειτουργία και η μετάληψις ήσαν σχεδόν όλη η ιεροτελεστία. Ο Ζβίγγλιος έκαμε το κήρυγμα να κυριαρχήση επί του τυπικού. Έγινε συγχρόνως διδάσκαλος και ιεροκήρυξ˙ και εφ' όσον ηύξανεν η εμπιστοσύνη προς αυτόν, μετέδιδεν όσον το δυνατόν περισσότερον την πεποίθησίν του ότι ο χριστιανισμός έπρεπε να επανέλθη εις την παλαιάν του απλότητα κατά την οργάνωσιν και την λατρείαν. Είχε συγκλονισθή βαθέως από την επανάστασιν και τα συγγράμματα του Λουθήρου και από την πραγματείαν του Χους «Περί της Εκκλησίας». Περί το 1520 επετίθετο δημοσία κατά του μοναχισμού, του καθαρτηρίου και της επικλήσεως των αγίων. Επί πλέον υπεστήριζεν ότι η πληρωμή της δεκάτης εις την Εκκλησίαν έπρεπε να είναι απολύτως προαιρετική, όπως εις την Γραφήν. Ο επίσκοπός του τον παρεκάλεσε να ανακαλέση τας απόψεις του αυτάς˙ αυτός επέμεινε το δε συμβούλιον του καντονίου τον υπεστήριξε διατάξαν όλους τους ιερείς της δικαιοδοσίας του να κηρύττουν μόνον ό,τι εύρισκον εις την Βίβλον. Το 1521 ο Ζβίγχλιος έπεισε το συμβούλιον να απαγορεύση την κατάταξιν Ελβετών στρατιωτών εις τους Γάλλους˙ μετά εν έτος η απαγόρευσις επεξετάθη εις όλας τας ξένας δυνάμεις και όταν ο καρδινάλιος Σίννερ εξηκολούθησε να στρατολογή Ελβετούς στρατιώτας δια τον πάπαν, ο Ζβίγγλιος είπεν εις τους ενορίτας του ότι ο καρδινάλιος δεν εφόρει χωρίς λόγον ερυθρόν πίλον διότι
«εάν θα τον έστυβε κανείς, θα εβλέπατε το αίμα των στενωτέρων συγγενών σας να ρέη από τας πτυχάς του».8

Μη ευρίσκων ένδειξιν εις τας Γραφάς να συνιστά την αποφυγήν του κρέατος κατά την Τεσσαρακοστήν, επέτρεψεν εις την ενορίαν του να αγνοήση τους κανόνας της Εκκλησίας σχετικώς με την νηστείαν της Τεσσαρακοστής. Ο επίσκοπος της Κωνσταντίας διεμαρτυρήθη˙ ο Ζβίγγλιος του απήντησε με ενα βιβλίον «Αρχιτέλης» (αρχή και τέλος), το οποίον προέβλεπε μίαν γενικήν ανταρσίαν εναντίον της Εκκλησίας και συνιστά εις τούς ιεράρχας να μιμηθούν τον Καίσαρα και να περιτυλιχθούν με τα ενδύματά των και να αποθάνουν με αξιοπρέπειαν και χάριν. Μαζί με δέκα άλλους ιερείς, απηύθυνεν αίτησιν προς τον επίσκοπον να σταματήση την ανηθικότητα των κληρικών, επιτρέπων τον γάμον εις τους ιερείς (1522). Κατά την εποχήν αυτήν διετήρει την Άνναν Ράινχαρτ ως ερωμένην ή μυστικήν σύζυγόν του. Το 1524 την ενυμφεύθη επισήμως, ένα έτος πριν ο Λούθηρος νυμφευθή την Αικατερίνην φον Μπόρα.

Της οριστικής αυτής ρήξεως με την Εκκλησίαν είχον προηγηθή δύο συζητήσεις αι οποίαι υπενθύμιζον την συζήτησιν του Λουθήρου και του Εκ εις την Λειψίαν και απήχουν ελαφρώς τας σχολαστικάς συζητήσεις των μεσαιωνικών Πανεπιστημίων. Ως μια ημιδημοκρατική πολιτεία η Ελβετία δεν εσκανδαλίσθη με την πρότασιν του Ζβιγγλίου όπως αι διαφοραί μεταξύ των ιδικών του απόψεων και των απόψεων των συντηρητικών αντιπάλων του, εκτεθούν δημοσία και χωρίς προκατάληψιν. Το Μέγα Συμβούλιον της Ζυρίχης, αναλαβόν ευχαρίστως θεολογικήν δικαιοδοσίαν, εκάλεσε τους επισκόπους να αποστείλουν αντιπροσώπους. Προσήλθον πράγματι εις μέγαν αριθμόν και συνεκεντρώθησαν εν συνόλω 600 πρόσωπα εις το δημαρχείον δια την ενδιαφέρουσαν συζήτησιν (25 Ιανουαρίου 1523).


Ο Ζβίγγλιος προσεφέρθη να υποστηρίξη εξήντα επτά θέσεις.
1. Όλοι όσοι λέγουν ότι το Ευαγγέλιον δεν είναι τίποτε χωρίς την επικύρωσιν της Εκκλησίας, πλανώνται...
15. Εις το Ευαγγέλιον περιέχεται σαφώς όλη η αλήθεια...
17. Ο Χριστός είναι ο μοναδικός αιώνιος αρχιερεύς. Εκείνοι οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είναι αρχιερείς αντιτίθενται και μάλιστα παραμερίζουν την τιμήν και την αξίαν του Χριστού.
18. Ο Χριστός ο οποίος προσέφερε μίαν φοράν τον εαυτόν του επί του σταυρού, είναι η επαρκής και αιωνία θυσία δια τας αμαρτίας όλων των πιστών. Συνεπώς η λειτουργία δεν είναι θυσία αλλά μία ανάμνησις της μίας θυσίας επί του σταυρού...
24. Οι χριστιανοί δεν υποχρεούνται να εκτελούν έργα, τα οποία δεν διέταξεν ο Χριστός. Δύνανται να τρώγουν πάντοτε όλα τα είδη των φαγητών...
28. Παν ό,τι ο Θεός επιτρέπει και δεν απαγορεύει, είναι ορθόν. Δια τούτο ο γάμος αρμόζει εις όλους τους ανθρώπους...
34. Η λεγόμενη πνευματική δύναμις (η Εκκλησία) δεν έχει βάσιν εις την Αγίαν Γραφήν και την διδασκαλίαν του Χριστού.
35. Αλλά η κοσμική εξουσία έχει επικυρωθή με την διδασκαλίαν και το παράδειγμα του Χριστού (Κατά Λουκάν, ια', 5. Κατά Ματθαίον, κβ΄, 21)...
49. Δεν γνωρίζω μεγαλύτερον σκάνδαλον από την απαγόρευσιν του νομίμου γάμου εις τους ιερείς, ενώ τους επιτρέπεται, επί πληρωμή ενός προστίμου, να έχουν παλλακίδας. Αίσχος! (Pfui der Schande!)...
57. Η Αγία Γραφή δεν γνωρίζει τίποτε περί καθαρτηρίου...
66. Όλοι οι πνευματικοί ηγέται πρέπει να μετανοήσουν άνευ αναβολής και να υψώσουν μόνον τον σταυρόν του Χριστού, άλλως θα χαθούν. Το μαχαίρι έφθασε εις το κόκκαλον.9

Ο Ιωάννης Φάμπερ, γενικός βικάριος της εκκλησιαστικής περιοχής της Κωνσταντίας, ηρνήθη να συζητήση τας προτάσεις αυτάς λεπτομερώς, ισχυριζόμενος ότι έπρεπε να τεθούν υπ' όψει μεγάλων Πανεπιστημίων ή μιας γενικής συνόδου της Εκκλησίας. Ο Ζβίγγλιος έκρινεν ότι τούτο δεν ήτο αναγκαίον. Τώρα, ότε η Καινή Διαθήκη ήτο προσιτή εις τας τοπικάς γλώσσας, όλοι ηδύναντο να έχουν τον Λόγον του Θεου δια να αποφασίσουν επί των θεμάτων αυτών. Αυτό ήτο αρκετόν. Το Συμβούλιον συνεφώνησεν εκήρυξε τον Ζβίγγλιον αθώον από αίρεσιν και διέταξεν όλους τους κληρικούς της Ζυρίχης να κηρύττουν μόνον εκείνα, τα οποία θα ηδύναντο να στηρίξουν επί των Γραφών. Εδώ, όπως και εις την Λουθηρανήν Γερμανίαν, το κράτος αντικατέστησε την Εκκλησίαν.
Οι πλείστοι των ιερέων  οι μισθοί των τώρα ήσαν ηγγυημένοι από το κράτος  εδέχθησαν την διαταγήν του Συμβουλίου. Πολλοί εξ αυτών ενυμφεύθησαν, εβάπτιζον εις την τοπικήν γλώσσαν, παρημέλησαν την λειτουργίαν και εγκατέλειψαν την προσκύνησιν των εικόνων. Μία ομάς ενθουσιωδών ήρχισε να καταστρέφη άνευ διακρίσεως εικόνας και αγάλματα εις τας εκκλησίας της Ζυρίχης. Στενοχωρηθείς από την επέκτασιν της αταξίας, ο Ζβίγγλιος εκανόνισε μίαν δευτέραν συζήτησιν (26 Οκτωβρίου 1523) εις την οποίαν μετέσχον 550 λαϊκοί και 350 κληρικοί. Το αποτέλεσμα υπήρξεν ότι το Συμβούλιον διέταξε την συγκρότησιν μιας επιτροπής, εις την οποίαν μετείχε και ο Ζβίγγλιος και η οποία θα συνέτασσεν ένα βιβλίον δογματικής διδασκαλίας δια τον λαόν και ότι εν τω μεταξύ έπρεπε να παύση πάσα βιαιοπραγία. Ο Ζβίγγλιος συνέθεσε ταχέως το « Eine kurze Christliche Einleitung», το οποίον απεστάλη εις όλους τους κληρικούς του καντονίου. Η καθολική ιεραρχία διεμαρτυρήθη και η δίαιτα της ομοσπονδίας, συνελθούσα εις την Λουκέρνην (26 Ιανουαρίου 1524), υπεστήριξε την διαμαρτυρίαν ενώ συγχρόνως επρότεινεν η ιδία εκκλησιαστικήν μεταρρύθμισιν. Το Συμβούλιον ηγνόησε τας διαμαρτυρίας.

Ο Ζβίγγλιος διετύπωσεν ευρύτερον τας θεωρίας του εις δύο λατινικάς πραγματείας: De vera et falsa religione (1525) και Ratio fidei (1530). Εδέχετο την βασικήν θεολογίαν της Εκκλησίας: τον τρισυπόστατον Θεόν, την πτώσιν του Αδάμ και της Εύας, την ενσάρκωσιν, την εκ Παρθένου γέννησιν και την λύτρωσιν˙ αλλά ηρμήνευσε το «προπατορικόν αμάρτημα» όχι ως μίαν κηλίδα ενοχής, κληρονομηθείσαν από τους προπάτοράς μας, αλλά ως μίαν αντικοινωνικήν τάσιν, ενυπάρχουσαν εις την φύσιν του ανθρώπου.10 Συνεφώνει με τον Λούθηρον ότι ο άνθρωπος ουδέποτε θα κερδίση την σωτηρίαν με καλά έργα, αλλά πρέπει να πιστεύση εις την λυτρωτικήν αποτελεσματικότητα της θυσίας και του θανάτου του Χριστού. Συνεφώνει με τον Λούθηρον και τον Καλβίνον εις τον προορισμόν: παν γεγονός, και κατά συνέπειαν η αιώνια μοίρα παντός ατόμου, είχε προγνωσθή υπό του Θεού και πρέπει να συμβή όπως έχει προγνωσθή. Αλλά ο Θεός έχει καταδικάσει εις την κόλασιν μόυον εκείνους οι οποίοι απορρίπτουν το Ευαγγέλιον το οποίον τους κηρύττεται. Όλα τα παιδία (εκ χριστιανών γονέων) τα οποία αποθνήσκουν εις νηπιακήν ηλικίαν είναι σεσωσμένα, έστω και αβάπτιστα, διότι ήσαν πάρα πολύ μικρά δια να αμαρτήσουν. Η κόλασις είναι πραγματική αλλά το καθαρτήριον είναι «μία επινόησις... μία προσοδοφόρος επιχείρησις δια τους κατασκευαστάς της». Η Γραφή δεν γνώριζε τίποτε περί αυτού.11 Τα μυστήρια δεν είναι θαυματουργά μεταδοτικά μέσα, αλλά ωφέλιμα σύμβολα της θείας χάριτος. Η εξομολόγησις δεν, είναι αναγκαία˙ κανείς ιερεύς δεν δύναται να συγχωρήση την αμαρτίαν παρά μόνον ο Θεός. Αλλά πολλάκις είναι ευεργετικόν να εμπιστευώμεθα τας πνευματικάς μας ανησυχίας εις ένα ιερέα.12 Ο Μυστικός Δείπνος δεν είναι πραγματική κατάλυσις του σώματος του Χριστού αλλά ένα σύμβολον της ενώσεως της ψυχής με τον Θεόν και του ατόμου με την χριστιανικήν κοινότητα.

Ο Ζβίγγλιος διετήρησε την Ευχαριστίαν ως μέρος της μεταρρυθμισθείσης ιεροτελεστίας και την παρείχεν εις άρτον και οίνον αλλά μόνον τέσσαρας φοράς το έτος. Εις την ειδικήν αυτήν περίπτωσιν διετηρείτο το μεγαλύτερον μέρος της θείας λειτουργίας αλλ' απηγγέλλετο εις ελβετικήν γερμανικήν από το εκκλησίασμα και τον ιερέα. Κατά το υπόλοιπον του έτους, η λειτουργία αντικαθίστατο με το κήρυγμα, η επίδρασις του τυπικού επί των αισθήσεων ήτο υποτεταγμένη εις την επίδρασιν του λόγου επί του πνεύματος: ένα τολμηρόν παιγνίδιον επί της λαϊκής διανοητικότητος και της σταθερότητος των ιδεών. Εφ' όσον τώρα μία αλάνθαστος Βίβλος επρόκειτο να αντικαταστήση μίαν αλάνθαστον Εκκλησίαν ως οδηγός εις το δόγμα και την συμπεριφορά η γερμανική μετάφρασις του Λουθήρου της Καινής Διαθήκης προσηρμόσθη προς την ελβετικήν γερμανικήν διάλεκτον και ένα σώμα από λογίους και ιερωμένους, υπό την διεύθυνσιν του εναρέτου Λέοντος Γιούντ, επεφορτίσθη με την προπαρασκευήν μιας γερμανικής εκδόσεως ολοκλήρου της Βίβλου. Εξεδόθη από τον Χριστιανόν Φροσάουερ εις την Ζυρίχην,το 1534, τέσσαρα έτη πρίν εμφανισθή η βελτιωμένη έκδοσις του Λουθήρου.

Κατά πιστήν υπακοήν πρός την δευτέραν εντολήν και σημειώνον την επάνοδον του προτεσταντικού χριστιανισμού εις τας ιουδαϊκάς παραδόσεις, το Συμβούλιον της Ζυρίχης διέταξε την αφαίρεσιν από τας εκκλησίας της πόλεως όλων των θρησκευτικών εικόνων, λειψάνων και διακοσμήσεων ακόμη και τα όργανα απεμακρύνθησαν και το τεράστιον εσωτερικόν της εκκλησίας του Γκροσμύνστερ έμεινε θλιβερώς γυμνόν, όπως είναι σήμερον. Μερικαί από τας εικόνας ήσαν αρκετά παράλογοι, άλλαι προσεφέροντο εις δεισιδαιμονίαν ώστε να αξίζουν την καταστροφήν˙ αλλά μερικαί ήσαν αρκετά ωραίαι ώστε να κάμουν τον διάδοχον του Ζβιγγλίου, Ερρίκον Μπούλλινγκερ, να θρηνή δια την απώλειάν των. Ο ίδιος ο Ζβίγγλιος ετήρει μίαν ανεκτικήν στάσιν έναντι των εικόνων όταν δεν ελατρεύοντο ως θαυματουργά είδωλα,13 αλλά εδέχθη την καταστροφήν ως μίαν αντίδρασιν κατά της ειδωλολατρείας.14 Εις τας εκκλησίας των χωρίων του καντονίου επετράπη να διατηρήσουν τας εικόνας εάν η πλειοψηφία της ενορίας το επεθύμει. Οι ρωμαιοκαθολικοί διετήρησαν μερικά πολιτικά δικαιώματα αλλά δεν ηδύναντο να εκλεγούν εις δημόσια αξιώματα. Η συμμετοχή εις λειτουργίαν ετιμωρείτο δια προστίμου˙ επίσης απηγορεύθη δια νόμου να τρώγωνται ιχθύς την Παρασκευήν αντί κρέατος.15 Τα μοναστήρια ανδρών και γυναικών (με μίαν εξαίρεσιν) εκλείσθησαν ή μετετράπησαν εις νοσοκομεία ή σχολεία˙ οι μοναχοί και αι μοναχαί εξήλθον από τα μοναστήρια δια να νυμφευθούν. Αι εορταί των αγίων κατηργήθησαν καθώς επίσης και τα προσκυνήματα, τα αγιάσματα και αι λειτουργίαι δια τους νεκρούς. Αν και όλαι αυταί αι αλλαγαί δεν είχον πραγματοποιηθή μεχρι του 1524, εν τούτοις η Μεταρρύθμισις είχε κατά την εποχήν αυτήν προχωρήσει περισσότερον εις τον Ζβίγγλιον και την Ζυρίχην παρά εις τον Λούθηρον και την Βιττενβέργην. Ο Λούθηρος ήτο ακόμη άγαμος μοναχός και εξηκολούθει να τελή την λειτουργίαν.

Τον Νοέμβριον του 1524, η Ζυρίχη ίδρυσεν ένα μυστικοσυμβούλιον (Heimliche Rath) από εξ μέλη δια να προπαρασκευάζη την ρύθμισιν επειγόντων ή λεπτών κυβερνητικών ζητημάτων. Μεταξύ του Ζβιγγλίου και του συμβουλίου τούτου έγινεν ένας συμβιβασμός ως πρός την εργασίαν : ο Ζβίγγλιος παρεχώρησεν εις αυτό την ρύθμισιν των εκκλησιαστικών και κοσμικών υποθέσεων και εις τας δύο περιπτώσεις ηκολούθει την καθοδήγησίν του. Η Εκκλησία και το κράτος εις την Ζυρίχην έγιναν ένας οργανισμός, του οποίου ο Ζβίγγλιος ήτο ο ανεπίσημος αρχηγός και εις τον οποίον η Βίβλος είχε γίνει δεκτή (όπως το Κοράνιον εις το Ισλάμ) ως η πρώτη πηγή και το τελικόν κριτήριον του δικαίου. Εις τον Ζβίγγλιον, και βραδύτερον εις τον Καλβίνον, επραγματοποιήθη το ιδεώδες της Παλαιάς Διαθήκης, του προφήτου κατευθύνοντος το κράτος.
Επιτυχών τόσον, ταχέως και τόσον πλήρως εις την Ζυρίχην, ο Ζβίγγλιος έστρεψε κατακτητικόν βλέμμα επί των ρωμαιοκαθολικών καντονίων και διηρωτήθη εάν δεν θα ήτο δυνατόν ολόκληρος η Ελβετία να προσχωρήση εις την νέαν μορφήν της παλαιάς πίστεως.

IV. ΕΜΠΡΟΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ
Η Μεταρρύθμιση είχε κατατμήσει την ομοσπονδίαν και εφαίνετο προωρισμένη να την καταστέψη. Η Βέρνη, η Βασιλεία, το Σαφφχάουζεν, το Άππεντσελ και η Γκριζόν ηυνόουν την Ζυρίχην τα άλλα καντόνια διέκειντο εχθρικώς. Πέντε καντόνια – Λουκέρνη, Ούρι, Σβύτς, Ούντερβαλντεν και Τσούγκ- εσχημάτισαν μίαν ρωμαιοκαθολικήν ομοσπονδίαν δια να καταπνίξουν όλα τα χουσιτικά, λουθηρανικά και ζβιγγλιανικά κινήματα (1524). Ο αρχιδούξ Φερδινάνδος της Αυστρίας παρεκίνησεν όλα τα ρωμαιοκαθολικά κράτη εις από κοινού δράσιν, υπεσχέθη την βοήθειάν του και ήλπιζεν αναμφιβόλως να αποκαταστήση την κυριαρχίαν των Αψβούργων εις την Ελβετίαν. Την 16ην Ιουλίου, όλα τα καντόνια, εκτός του Σαφφχάουζεν και του Άππεντσελ, συνεφώνησαν να αποκλείσουν την Ζυρίχην από τας μελλοντικάς ομοσπονδιακάς διαίτας. Η Ζυρίχη και ο Ζβίγγλιος απήντησαν αποστείλαντες ιεραποστόλους εις την περιοχήν του Θοργκάου δια να κηρύξουν την Μεταρρύθμισιν. Ένας εξ αυτών συνελήφθη˙ διάφοροι φίλοι του τον απηλευθέρωσαν και ηγήθησαν ενός εξηγριωμένου όχλου, ο οποίος ελεηλάτησε και έκαυσεν ενα μοναστήριον και κατέστρεψε τας εικόνας εις πολλάς εκκλησίας (Ιούλιος 1524). Τρεις από τους αρχηγούς εξετελέσθησαν και το πολεμικόν πνεύμα ανεπτύχθη και εις τας δύο μερίδας. Ο Έρασμος, έντρομος εις, την Βασιλείαν, κατεπτοήθη βλέπων εύλαβείς πιστούς, ερεθισθέντας από τους ιεροκήρυκας, να εξέρχωνται από τας εκκλησίας «ως δαιμονιζόμενοι, με την οργήν και την μανίαν ζωγραφισμένην εις τα πρόσωπά των... ως πολεμισταί εμψυχούμενοι από τον στρατηγόν των δια κάποιαν ισχυράν επίθεσιν».16 Εξ καντόνια ηπείλησαν, ότι θα εγκαταλείψουν την ομοσπονδίαν αν δεν θα ετιμωρείτο η Ζυρίχη.

Ο Ζβίγγλιος, αναλαμβάνων τον νέον ρόλον του ως πολεμικού αρχηγού, συνέστησεν εις την Ζυρίχην να υξήση τον στρατόν της και τα εφόδιά της, να επιζητήση συμμαχίαν με την Γαλλίαν, να δημιουργήση αντιπερισπασμόν εις τα νώτα του Φερδινάνδου, προπαρασκευάζουσα εξέγερσιν εις το Τυρόλον και να υποσχεθή εις το Θοργκάου και το Σαίντ - Γκάλ τα κτήματα των μοναστηριών των ως αντάλλαγμα δια την υποστήριξίν των. Εις την ρωμαιοκαθολικήν ομοσπονδίαν προσέφερεν ειρήνην υπό τρεις όρους : να παραχωρήση εις την Ζυρίχην το περίφημον αββαείον του Αγίου Γάλλου˙ να απαρνηθή την συμμαχίαν με την Αυστρίαν και να παραδώση εις την Ζυρίχην τον εκ Λουκέρνης σατιρικόν Θωμάν Μούρνερ, ο οποίος είχε γράψει πολύ δηκτικώς δια τους Μεταρρυθμιστάς. Η ομοσπονδία περιεφρόνησεν αυτούς τους όρους. Η Ζυρίχη διέταξε τους αντιπροσώπους της εις Άγιον Γάλλον να καταλάβουν το αββαείον αυτοί υπήκουσαν (28 Ιανουαρίου 1529). Τον Φε-βρουάριον η έντασις ηυξήθη από γεγονότα τα οποία εσημειώθησαν εις την Βασιλείαν.

Ο ηγέτης των προτεσταντών εις τας «Αθήνας της Ελβετίας» ήτο ο Ιωάννης Χαουσσάιν, ο οποίος είχεν εξελληνίσει το όνομά του, το οποίον εσήμαινεν οικιακόν λύχνον, εις Οικολαμπάδιος. Είχε γράψει λατινικά ποιήματα εις ηλικίαν 12 ετών, εξέμαθε την ελληνικήν ολίγον κατόπιν και κατέληξε να θεωρήται ο καλύτερος εβραϊστής μετά τον Ρόυχλιν. Εις τον άμβωνα της εκκλησίας του αγιου Μαρτίνου και εις την έδραν της θεολογίας εις το Πανεπιστήμιον, απέκτησε φήμην ως μεταρρυθμιστής και ηθικολόγος, φιλάνθρωπος προς όλα εκτός της θρησκείας. Περί το 1521, επετέθη κατά των καταχρήσεων της εξομολογήσεως, του δόγματος της μετουσιώσεως και της υπερβολικής τιμής της Παρθένου. Το 1523, ο Λούθηρος τον επεδοκίμασε. Το 1525, υιοθέτησε το πρόγραμμα του Ζβιγγλίου, συμπεριλαμβανομένου και του διωγμού των Αναβαπτιστών. Απέρριπτεν όμως τον προορισμόν˙ salus nostra ex Deo, εδίδασκε, perditio nostra ex nobis : «η σωτηρία μας προέρχεται από τον θεόν, η απώλειά μας από ημάς τους ιδίους».17 Όταν το συμβούλιον της Βασιλείας, το οποίον τώρα ήτο κατά το πλείστον προτεσταντικόν, διεκήρυξε την ελευθερίαν της λατρείας (1528) ο Οικολαμπάδιος διεμαρτυρήθη και απήτησε την κατάργησιν της λειτουργίας.
Την 8ην Φεβρουαρίου 1529, 800 άνδρες, συγκεντρωθέντες εις την εκκλησίαν των Φραγκισκανών, απέστειλαν προς το συμβούλιον μίαν αίτησιν, όπως απαγορευθή η λειτουργία, όλοι οι ρωμαιοκαθολικοί απολυθούν από τας δημοσίας θέσεις και όπως τεθή εις ισχύν ένα δημοκρατικώτερον σύνταγμα. Το συμβούλιον συνεζήτησε το θέμα. Την επομένην οι αιτήσαντες συνεκεντρώθησαν ένοπλοι εις την αγοράν. Όταν περί την μεσημβρίαν το συμβούλιον δεν είχεν ακόμη λάβει απόφασιν, το πλήθος εισέβαλεν εις τας εκκλησίας με σφύρας και πελέκεις και κατέστρεψεν όλας τας θρησκευτικάς εικόνας τας οποίας κατώρθωσε να ανακαλύψη.18 Ο Έρασμος περιέγραψε το γεγονός εις μίαν επιστολήν του προς τον Πιρκχάιμερ :

«Οι σιδηρουργοί και οι εργάται αφήρεσαν τας εικόνας από τας εκκλησίας και καθύβρισαν τας εικόνας των αγίων και αυτόν τον Εσταυρωμένον κατά τοιούτον τρόπον, ώστε είναι απορίας άξιον πώς δεν εγινε κανένα θαύμα, δεδομένου ότι πάντοτε συνέβαινον τόσα πολλά όταν οι άγιοι προσεβάλλοντο έστω και ελαφρώς. Δεν έμεινε κανένα άγαλμα ούτε εις τους προθαλάμους ή τας εισόδους ή εις τα μοναστήρια. Αι νωπογραφίαι εκαλύφθησαν με επίχρισμα εξ ασβέστου. Ο,τιδήποτε ηδύνατο να καή, ερρίφθη εις την πυράν και τα υπόλοιπα κατετεμαχίσθησαν. Ουδενός εφείσθησαν είτε από αγάπην είτε δια χρήματα».19

Το συμβούλιον κατενόησε τον υπαινιγμόν και εψήφισε την κατάργησιν της λειτουργίας. Ο Έρασμος, ο Μπεάτος Ρενάνος και όλοι οι καθηγηταί του Πανεπιστημίου, εγκατέλειψαν την Βασιλείαν. Ο Οικολαμπάδιος, θριαμβευτής, επέζησε μόνον δύο έτη, αποθανών ολίγον μετά τον θάνατον του Ζβιγγλίου.

Τον Μάιον του 1529 ένας προτεστάντης ιεραπόστολος από την Ζυρίχην, επιχειρήσας να κηρύξη εις την πόλιν Σβύτς, εκάη εις την πυράν. Ο Ζβίγγλιος έπεισε το Συμβούλιον της Ζυρίχης να κηρύξη τον πόλεμον. Κατέστρωσε το σχέδιον της εκστρατείας και ωδήγησεν αυτοπροσώπως  τα στρατεύματα του καντονίου. Εις την Κάππελ, δέκα μίλλια νοτίως της Ζυρίχης, τους εσταμάτησεν ένας μόνος άνθρωπος, ο Λάντεμαν Αίμπλι από το Γκλάρους, ο οποίος εζήτησε μιας ώρας ανακωχήν δια να διαπραγματευθή με την ομοσπονδίαν. Ο Ζβίγγλιος υπωπτεύθη προδοσίαν και ήτο υπέρ της αμέσου προχωρήσεως˙ αλλά υπερίσχυσαν οι σύμμαχοί του από την Βέρνην και οι ίδιοι οι στρατιώται του, οι οποίοι αμέσως συναδελφώθησαν, υπεράνω των συνόρων των καντονιών και της θεολογίας, με τους στρατιώτας του εχθρού. Αι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν δέκα εξ ημέρας˙ τελικώς επεκράτησεν η ορθοφροσύνη των Ελβετών και υπεγράφη η πρώτη ειρήνη της Κάππελ (24 Ιουνίου 1529). Οι όροι της υπήρξαν νίκη δια τον Ζβίγγλιον : τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια συνεφώνησαν να πληρώσουν αποζημίωσιν εις την Ζυρίχην και να παύσουν την συμμαχίαν των με την Αυστρίαν˙ κανένα από τα μέρη δεν θα επετίθετο κατά του άλλου δια θρησκευτικάς διαφοράς, εις δε τα «κοινά εδάφη», υποκείμενα εις δύο ή περισσότερα καντόνια, ο λαός θα απεφάσιζε κατά πλειοψηφίαν κατά ποίον τρόπον θα ερρύθμιζον τον θρησκευτικόν των βίον. Ο Ζβίγγλιος, εν τούτοις, ήτο δυσηρεστημένος : είχε ζητήσει και δεν είχε λάβει, ελευθερίαν δια το προτεσταντικόν κήρυγμα εις τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια. Προείπε ταχείαν διάσπασιν της ειρήνης.

Αυτή διήρκεσεν είκοσι οκτώ μήνας. Εις το ενδιάμεσον κατεβλήθη προσπάθεια προς ένωσιν των προτεσταντών της Ελβετίας και της Γερμανίας. Ο Κάρολος Ε' είχε διευθετήσει την έριδά του με τον Κλήμεντα Ζ'˙ και οι δύο ήσαν τώρα ελεύθεροι να ενωθούν εναντίον των προτεσταντών. Αυτοί όμως ήσαν ήδη μία ισχυρά πολιτική δύναμις. Οι Γερμανοί κατά το ήμισυ ήσαν λουθηρανοί˙ πολλαί γερμανικαί πόλεις - η Ούλμη, το Άουγκσμπουργκ, η Βυρτεμβέργη, η Μάιντς, η Φραγκφούρτη επι του Μάιντς, το Στρασβούργον -  είχον ισχυράς συμπαθείας πρός τον Ζβίγγλιον εις δε την Ελβετίαν, παρ' όλον ότι αι αγροτικαί περιοχαί ήσαν ρωμαιοκαθολικαί, αι πλείσται των πόλεων ήσαν προτεσταντικοί. Προφανώς, η αυτοπροστασία εναντίον της αυτοκρατορίας και του παπισμού απήτει την προτεσταντικήν ένωσιν. Μόνον εμπόδιον ήτο η θεολογία.

Ο λαντγκράβος της Έσσης Φίλιππος ανέλαβε την πρωτοβουλίαν προσκαλέσας τον Λούθηρον, τον Μελάγχθονα και άλλους Γερμανούς προτεστάντας να συναντηθούν με τον Ζβίγγλιον, τον Οικολαμπάδιον καϊ άλλους Ελβετούς προτεστάντας εις τον πύργον του εις το Μάρμπουργκ, βορείως της Φραγκφούρτης.
Την 29ην Σεπτεμβρίου 1529 συνηντήθησαν αι αντίπαλοι μερίδες. Ο Ζβίγγλιος προέβη εις γενναίας παραχωρήσεις˙ διέλυσε την υποψίαν του Λουθήρου ότι αμφέβαλλε δια την θεότητα του Χριστού˙ παρεδέχθη την πίστιν της Νικαίας και το δόγμα του προπατορικού αμαρτήματος. Αλλά δεν ήθελε να αποσύει τας απόψεις του περί της Ευχαριστίας ως συμβόλου και αναμνήσεως μάλλον παρά ως θαύματος.
Ο Λούθηρος έγραψε με κιμωλίαν επί της τραπέζης της συσκέψεως τας λέξεις αι οποίαι αποδίδονται εις τον Χριστόν - «Τοῦτο ἐστί τό σῶμα μου» - και δεν εδέχετο άλλην ερμηνεία, από την κατά γράμμα.
Τα μερη υπέγραψαν μίαν συμφωνίαν εκ 14 άρθρων επί της ευχαριστίας εχωρίσθησαν και όχι φιλικως (3 Οκτώβριου). Ο Λούθηρος ηρνήθη να λάβη την τεινομένην χείρα του Ζβιγγλίου, ειπών: «το πνεύμα σας δεν είναι το πνεύμα μας»˙ συνέταξε μίαν θεαλογικήν ομολογίαν από δέκα επτά άρθρα, εις τα οποία περιελαμβάνετο και η «μετουσίωσις» (consubstantiation), έπεισε δε τους λουθηρανούς ηγεμόνας να απορρίψουν πάσαν συμμαχίαν με οιανδήποτε ομάδα η οποία δεν θα υπέγραφε και τα δέκα επτά.20 Ο Μελάγχθων συνεφώνησε με τον κύριόν του.
«Είπομεν εις τους ζβιγγλιανούς», έγραψεν, «ότι διερωτώμεθα πώς αι συνειδήσεις των θα τους επέτρεπον να μας αποκαλούν αδελφούς εφ' όσον θα επίστευον ότι η θεωρία μας ήτο πεπλανημένη».21
Εδώ, εις μίαν φράσιν, ευρίσκετο το πνεύμα της εποχής. Το 1532 ο Λούθηρος συνεβούλευσε τον δούκα Αλβέρτον της Πρωσσίας να μην επιτρέψη να εισέλθη ζβιγγλιανός εις τα εδάφη του, επί ποινή αιωνίας κολάσεως. Ήτο πάρα πολύ να ζητήση κανείς από τον Λούθηρον να περάση με ένα βήμα από τον Μεσαίωνα εις τους Νέους Χρόνους˙ είχε δεχθή πάρα πολύ βαθείαν επίδρασιν της μεσαιωνικής θρησκευτικότητος ώστε να ανεχθή υπομονητικώς οιανδήποτε απομάκρυνσιν των θεμελιωδών της στοιχείων. Ησθάνετο, ως καλός ρωμαιοκαθολικός, ότι ο κόσμος της σκέψεως θα κατέρρεεν, όλη η έννοια της ζωής θα εξαλείφετο, εάν θα έχανε οιονδήποτε εκ των βασικών στοιχείων της πίστεως, εις την οποίαν είχε διαμορφωθή. Ο Λούθηρος ήτο ο μεσαιωνικώτερος των νεωτέρων ανθρώπων.

Συντριβείς από την αποτυχίαν αυτήν, ο Ζβίγγλιος επανήλθεν εις την Ζυρίχην, η οποία ήρχισε να αναταράσσεται υπό την δικτατορίαν του. Οι αυστηροί νόμοι κατά της πολυτελείας είχον προκαλέσει αγανάκτησιν˙ το εμπόριον παρημποδίζετο από τας θρησκευτικάς διαφοράς μεταξύ των καντονίων˙ οι τεχνίται ήσαν δυσηρεστημένοι διότι εξηκολούθουν να έχουν πολύ μικράν αναλογίαν εις την κυβέρνησιν και οι λόγοι του Ζβιγγλίου, ανάμικτοι με πολιτικήν, είχον χάσει την έμπνευσιν και την γοητείαν των. Ησθάνετο τόσον ευτόνως την αλλαγήν ώστε εζήτησε την άδειαν του Συμβουλίου να αναζητήση μίαν ενορίαν κάπου άλλου. Επέμειναν να παραμείνη.
Τώρα αφιέρωνε πολύν χρόνον εις την συχγραφήν. Το 1530 απέ-στειλεν εις τον Κάρολον Ε' την «Ratio fidei», αλλ' αυτός δεν έδωσε σημείον ότι την έλαβε. Το 1531 απηύθυνε προς του Φραγκίσκου Α' μίαν Christianae fidei brevis et clara expositio.
Εις αυτήν την «βραχείαν και σαφή έκθεσιν της χριστιανικής πίστεως» εξέφραζε την ερασμιακήν του πεποίθησιν, ότι ένας χριστιανός, όταν θα έφθανεν εις τον παράδεισον, θα εύρισκεν εκεί πολλούς αγαθούς Εβραίους και ειδωλολάτρας : όχι μόνον τον Αδάμ, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Μωυσήν, τον Ησαίαν... αλλά και τον Ηρακλή, τον Θησέα, τον Σωκράτην, τον Αριστείδην, τον Νουμάν, τον Κάμιλλον, τους Κάτωνας, τους Σκιπίωνας. Γενικώς, δεν υπήρξεν αγαθός άνθρωπος, ούτε ιερόν πνεύμα, ούτε πιστή ψυχή, από καταβολής κόσμου μέχρι τέλους αυτού, τα οποία να μην εύρη εκεί μαζί με τον Θεόν. Τι άλλο πλέον χαρμόσυνον, ευχάριστον και ευγενές θα ηδύνατο κανείς να φαντασθή από αυτό το θέαμα ;»22
Το χωρίον αυτό εσκανδάλισεν εις τοιούτον βαθμόν τον Λούθηρον, ώστε κατέληξεν εις το συμπέρασμα, ότι ο Ζβίγγλιος θα έπρεπε να ήτο «άπιστος»,23 ο δε επίσκοπος Μποσσουέ, συμφωνών δια μίαν φοράν με τον Λούθηρον, ανέφερε τούτο δια να αποδείξη, ότι ο Ζβίγγλιος ήτο αθεραπεύτως άπιστος.24

Την 15ην Μαίου 1531 μία συνέλευσις της Ζυρίχης και των συμμάχων της εψήφισε να εξαναγκασθούν τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια να επιτρέψουν ελευθερίαν κηρύγματος εις το έδαφος των. Όταν τα καντόνια ηρνήθησαν, ο Ζβίγγλιος επρότεινε πόλεμου, αλλά οι σύμμαχοι του επροτίμησαν οικονομικόν αποκλεισμόν. Τα ρωμαιοκαθολικά καντόνια, εμποδισθέντα να κάμουν εισαγωγάς, εκήρυξαν τον πόλεμον. Και πάλιν οι αντίπαλοι στρατοί εβάδισαν, και πάλιν ο Ζβίγγλιος ηγήθη και εκράτει την σημαίαν˙ και πάλιν τα στρατεύματα συνηντήθησαν εις την Κάππελ (11 Οκτωβρίου 1531), οι ρωμαιοκαθολικοί με 8.000 άνδρας, οι προτεστάνται με 1500.
Την φοράν αυτήν επολέμησαν. Οι ρωμαιοκαθολικοί ενίκησαν και ο 47ετης Ζβίγγλιος ήτο μεταξύ των 500 ττεσόντων Ζυριχίων. Το σώμα του ετεμαχίσθη και κατόττιν εκάη επί πυράς εκ κόπρου.25
Ο Λούθηρος, πληροφορηθείς τον θάνατον του Ζβιγγλίου, τον εχαρακτήρισεν ως θείαν καταδίκην ενός απίστου,26 και «ένα θρίαμβον δι’ ημάς».27 «Εύχομαι από καρδίας», λέγεται οτι είπε, «να δυνηθή να σωθή ο Ζβίγγλιος αλλά φοβούμαι το αντίθετον, διότι ο Χριστός είπεν ότι όλοι όσοι τον απαρνούνται θα κολασθούν».28

Τον Ζβίγγλιον διεδέχθη εις την Ζυρίχην ο Ερρίκος Μπούλλινγκερ και εις την Βασιλείαν ο Οσβάλδος Μυκόνιος εξηκολούθησε μετά τον θάνατον του Οικολαμπαδίου. Ο Μπούλλινγκερ απέφευγε την πολιτικήν επέβλεπε τα σχολεία της πόλεως, παρείχεν άσυλον εις πρόσφυγας προτεστάντας και έδιδεν ελεημοσύνην εις τους ενδεείς πάσης πίστεως. Ενέκρινε την εκτέλεσιν του Σερβέτου, αλλά, αν αφαιρέσωμεν τούτο, επλησίαζεν εις μίαν θεωρίαν γενικής θρησκευτικής ελευθερίας. Ηνώθη με τον Μυκόνιον και τον Λέοντα Γιούντ εις την διατύπωσιν της Πρώτης Ελβετικής Ομολογίας (1536), η οποία επί μίαν γενεάν ήτο η επίσημος έκφρασις των ζβιγγλιανών απόψεων. Μαζί με τον Καλβίνον συνέταξε το «Consensus Tigurinus» (1549), το οποίον ήνωσε τους προτεστάντας της Ζυρίχης και της Γενεύης εις μίαν «Μεταρρυθμισμένην Εκκλησίαν».
Παρά την προστατευτικήν αυτήν συμφωνίαν ο καθολικισμός ανέκτησε μεταγενεστέρως πολύ από το έδαφος το οποίον είχε χάσει εις την Ελβετίαν, εν μέρει δια της νίκης του εις Κάππελ˙ αι θεολογίαι αποδεικνύονται ορθαί ή μη ορθαί εις την ιστορίαν δι' ανταχωνισμού σφαγής ή γονιμότητος. Επτά καντόνια παρέμειναν εις τον ρωμαιοκαθολικισμόν - η Λουκέρνη, το Ούρι, η Σβύτς, η Τσούγκ, το Ουντερβάλντεν, το Φρίμπουργκ και το Σόλοθουρν˙ τέσσαρα ήσαν οριστικώς προτεσταντικά - η Ζυρίχη, η Βασιλεία, η Βέρνη και το Σαφφχάουζεν τα υπόλοιπα παρέμειναν αιωρούμενα μεταξύ των δύο πίστεων, αβέβαια περί των πεποιθήσεών των. Ο διάδοχος του Ζβιγγλίου εις το Γκλάρους, Βαλεντίνος Τσούντι, έκαμεν ένα συμβιβασμόν ψάλλων την λειτουργίαν την πρωίαν δια τους ρωμαιοκαθολικούς και κηρύττων ένα ευαγγελικόν  καθαρώς σύμφωνον με τας Γραφάς  κύρυγμα την εσπέραν δια τους προτεστάντας˙ υπεστήριζε την αμοιβαίαν ανοχήν και πράγματι τον ηνέχθησαν έγραψεν ένα «Χρονικόν», τόσον αμερόληπτον ώστε κανείς δεν ηδύνατο να είπη ποίαν πίστιν ηυνόει. Ακόμη και εις εκείνην την εποχήν υπήρχον χριστιανοί.

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 470-482 εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970)

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 534-569  εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970) 
Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις δικές μας.Δεν παρατίθενται οι παραπομπές  

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟΝ: ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΛΒΙΝΟΣ 1509-1564  

I. ΝΕΑΝΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ  
Eγεννήθη εις το Νουαγιόν της Γαλλίας την 10ην Ιουλίου 1509. 'Ητο μία εκκλησιαστική πόλις, κυριαρχούμενη από την μητρόπολιν και τον επίσκοπόν της. Εδώ, εις τα πρώτα του βήματα, είχεν ένα παράδειγμα θεοκρατίας, την κυβέρνησιν μιας κοινωνίας από κληρικούς εν ονόματι του Θεού. Ο πατήρ του Γεράρδος Σωβέν, ήτο γραμματεύς του επισκόπου, αντιπρόσωπος του εκκλησιαστικού συμβουλίου και δημοσιονομικός έφορος της χώρας. Η μήτηρ του Ιωάννου απέθανεν όταν αυτός ήτο ακόμη εις παιδικήν ηλικίαν ο ττατήρ του ενυμφεύθη εκ νέου και ίσως ο Καλβίνος να ώφειλεν εις την αυστηράν ανατροφήν της μητρυιάς του μέρος του ζοφερού του πνεύματος. Ο Γεράρδος προώριζε τρεις εκ των υιών του δια το ιερατείον, πεπεισμένος, ότι ηδύνατο να τους τοποθετήση καλώς. Εύρε προσοδοφόρους θέσεις δια τους δύο, αλλά ο ένας εξ αυτών έγινεν αιρετικός και απέθανεν αρνηθείς να λάβη την θείαν κοινωνίαν. Ο ίδιος ο Γεράρδος αφωρίσθη κατόπιν μιας φιλονεικίας με το εκκλησιαστικόν σαμβούλιον και συνήντησε κάποιαν δυσκολίαν διά να ταφή εις Ιερόν χώρον.
Ο Ιωάννης απεστάλη εις το κολλέγιον της Μαρς του Πανεπιστημίου των Παρισίων. Εγράφη ως Ιωάννης Καλβίνος και έμαθε να γράφη εξαίρετα λατινικά. Μετεγράφη βραδύτερον εις το κολλέγιον του Μονταγκιού, όπου πρέπει να ήκουσε μερικάς ιδέας του περίφημου μαθητού του κολλεγίου τούτου Έρασμου. Εκεί παρέμεινε μέχρι του 1528, όταν εισήλθεν εις αυτό ο καθολικός αντίστοιχός του, Ιγνάτιος Λοϋόλα. «Αἱ ἱστορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐλέγοντο κάποτε διά τήν ἂτακτον νεότητα τοῦ Καλβίνου», λέγει μία καθολική αυθεντία, «δεν ἒχουν βάσιν».1 Αντιθέτως, αι υπάρχουσαι μαρτυρίαι τον παρουσιάζουν ως επιμελή σπουδαστήν, συνεσταλμένον, σιωπηλόν, ευλαβή και ήδη «αἀστηρόν τιμητήν τῆς ηθικής τῶν συναδέλφων του».2 Εν τούτοις, ηγαπάτο από τους φίλους του και τώρα και βραδύτερον, με μίαν ακλόνητον πίστιν. Εις την ένθερμον επιδίωξιν της εσωτερικής γνώσεως ή της θελκτικής θεωρίας, ανεγίγνωσκε παραμένων άγρυπνος μέχρι βαθείας νυκτός. Ακόμη και κατά τα έτη αυτά των σπουδών του, παρουσιάσθησαν μερικαί αττό τας πολλάς ασθενείας, αι οποίαι εταλαιπώρησαν την ώριμον ηλικίαν του και συνετέλεσαν εις την διαμόρφωσιν της διαθέσεώς του.

Απροσδοκήτως, περι τα τέλη του 1528, έλαβε μίαν εντολήν εκ μέρους του πατρός του, να μεταβή εις την Ορλεάνην και να σπουδάση εκεί νομικά, προφανώς, λέγει ο υιός, «ἐπειδή ἒκρινεν, ὃτι ἡ επιστήμη τῶν νόμων ἐπλούτιζε συνήθως ἐκείνους οἱ ὁποίοι την ἠκολούθουν».3 Ο Καλβίνος επεδόθη με αρκετόν ζήλον εις την νέαν σπουδήν˙ το δίκαιον και όχι η φιλοσοφία ή η φιλολογία, εφαίνετο εις αυτόν ως το υπέρτατον πνευματικόν κατόρθωμα της ανθρωπότητας, η διάπλασις των αναρχικών παρορμήσεων του ανθρώπου εις τάξιν και ειρήνην. Μετέφερεν εις την θεολογίαν και την ηθικήν την λογικήν, την ακρίβεια» και την αυστηρότητα των «Εισηγήσεων» του Ιουστινιανού και έδωσεν εις το ιδικόν του αριστούργημα ένα παρόμοιον όνομα. Έγινε προ παντός ένας νομοθέτης, ο Νουμάς και ο Λυκούργος της Γενεύης.

Αποφοιτήσας, ως διπλωματούχος της νομικής (1531), επανήλθεν εις Παρισίους και επεδόθη εις μίαν άπληστον σπουδήν της κλασσικής φιλολογίας. Αισθανόμενος την κοινήν παρόρμησιν να ίδη το όνομά του τυπωμένον, εδημοσίευσε (1532) ένα λατινικόν δοκίμιον επί του «De cle mentia» του Σενέκα. Ο αυστηρότερος των θρησκευτικών νομοθετών ήρχισε την δημοσίαν σταδιοδρομίαν του με ένα χαιρετισμόν προς το έλεος. Απέστειλεν ένα αντίγραφον εις τον Έρασμον, χαιρετίζων αυτόν ως την «δευτέραν δόξαν» (μετά τον Κικέρωνα) και την «πρώτην απόλαυσιν των γραμμάτων». Εφαίνετο προωρισμένος διά τον ουμανισμόν, όταν έφθασαν μέχρις αυτού μερικά κηρύγματα του Λουθήρου και τον συνεκλόνισαν με την τολμηρότητά των. Μερικοί ζωηροί κύκλοι εις τους Παρισίους συνεζήτουν το νέον κίνημα και πρέπει να είχε γίνει πολύς λόγος διά τον παράτολμον μοναχόν, ο οποίος είχε καύσει την βούλλαν ενός πάπα και αδιαφορήσει διά τον αποκλεισμόν ενός αυτοκράτορος˙ πράγματι, ο προτεσταντισμός είχεν ήδη μάρτυρας εις την Γαλλίαν. Μερικοί εξ εκείνων οι οποίοι παρεκίνουν διά εκκλησιαστικήν αναμόρφωσιν ήσαν μεταξύ των φίλων του Καλβίνου. Ένας εξ αυτών, ο Γεράρδος Ρουσσέλ, ήτο ευνοούμενος της αδελφής του βασιλέως, Μαργαρίτας της Ναβάρρας˙ ένας άλλος, ο Νικόλαος Κόπ, είχεν εκλεγή πρύτανις του Πανεπιστημίου και πιθανώς ο Καλβίνος να είχε βοηθήσει εις την σύνταξιν του μοιραίου εναρκτήριου λόγου του Κόπ (1η Νοεμβρίου 1533). Ήρχιζε με ένα ερασμιακόν αίτημα διά μίαν κάθαρσιν του χριστιανισμού, επροχώρει εις μίαν λουθηρανικήν θεωρίαν περί σωτηρίας διά της πίστεως και της θείας χάριτος και ετελείωνε με μίαν έκκλησιν, όπως ακούωνται με ανεκτικότητα αι νέαι θρησκευτικαί ιδέαι. Ο λόγος επροκάλεσεν αναβρασμόν˙ η Σορβόννη εξέσπασεν εις οργήν˙ το κοινοβούλιον ήρχισε την λήψιν μέτρων εναντίον του Κόπ δι’ αίρεσιν. Ο Κόπ διέφυγε˙ προσεφέρθη αμοιβή 300 κορωνών διά την σύλληψίν του ζώντος ή νεκρού, αυτός όμως κατώρθωσε να φθάση εις την Βασιλείαν, η οποία ήτο ήδη προτεσταντική.

Ο Καλβίνος ειδοποιήθη από φίλους του ότι αυτός και ο Ρουσσέλ επρόκειτο να συλληφθούν. Φαίνεται ότι η Μαργαρίτα συνηγόρησεν υπέρ αυτού. Εγκατέλειψε τους Παρισίους (Ιανουάριος 1534) και εύρε καταφύγιον εις την Αγκουλέμην και εκεί, πιθανώς εις την πλούσιαν βιβλιοθήκην του Λουδοβίκου ντε Τιγιέ, ήρχισε να γράφη τας «Εισηγήσεις» του. Τον Μάιον διεκινδύνευσε να επανέλθη εις την Νουαγιόν και παρητήθη από την θέσιν, της οποίας το εισόδημα τον συνετήρει. Εκεί συνελήφθη, αφέθη ελεύθερος, συνελήφθη εκ νέου και πάλιν ηλευθερώθη. Επέστρεψε κρυφίως εις τους Παρισίους, συνωμίλησε με προτεστάντας ηγέτας και εγνωρίσθη με τον Σερβέτον, τον οποίον επρόκειτο να καύση. Όταν μερικοί προτεστάνται των άκρων ετοποθέτησαν υβριστικάς πινακίδας εις διάφορα σημεία των Παρισίων, ο Φραγκίσκος Α' προέβη εις αντίποινα με ένα μανιώδη διωγμόν. Ο Καλβίνος μόλις επρόφθασε να φύγη (Δεκέμβριος 1534) και συνήντησε τον Κόπ εις την Βασιλείαν. Εκεί, νέος 26 ετών, ετελείωσε το ευγλωττότερον, ενθερμότερον, σαφέστερον, λογικώτερον, με την μεγαλυτέραν επιρροήν και τρομερώτερον έργον εις όλην την φιλολογίαν της θρησκευτικής επαναστάσεως.

II. Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Εδημοσίευσε το βιβλίον εις την λατινικήν (1536) ως «Christianae religionis institutio» (Αι αρχαί της χριστιανικής θρησκείας). Εντός ενός έτους, η έκδοσις επωλήθη και εζητείτο νέα. Ο Καλβίνος ανταπεκρίθη με μίαν πολύ επηυξημένην έκδοσιν (1539) επίσης εις την λατινικήν το 1541 την μετέφρασεν εις την γαλλικήν και η μορφή αυτή του έργου είναι ένα από τα επιβλητικώτερα προϊόντα εις την κλίμακα της γαλλικής πεζογραφίας. Το κοινοβούλιον των Παρισίων απηγόρευσε το βιβλίον και εις τας δύο γλώσσας και μερικά αντίτυπα τούτου εκάησαν δημοσία εις την πρωτεύουσαν. Ο Καλβίνος εξηκολούθησε καθ' όλην την διάρκειαν της ζωής του να επεκτείνη και να αναδημοσιεύη το βιβλίον του˙ εις την τελικήν του μορφήν εξετείνετο εις 1118 σελίδας.

Η πρώτη έκδοσις ήρχιζε με ένα πλήρη πάθους αλλ' αξιοπρεπή «Πρόλογον προς τόν χριστιανικώτατον βασιλέα τῆς Γαλλίας». Δύο γεγονότα έδωσαν την ευκαιρίαν δια να απευθυνθή προς τον Φραγκίσκον : το βασιλικόν διάταγμα του Ιανουαρίου 1535 εναντίον των Γάλλων προτεσταντών και η σχεδόν ταυτόχρονος πρόσκλησις εκ μέρους του Φραγκίσκου προς τον Μελάγχθονα και τον Μπούσερ να έλθουν εις την Γαλλίαν διά να διαπραγματευθούν συμμαχίαν μεταξύ του Γάλλου μονάρχου και των λουθηρανών ηγεμόνων εναντίον του Καρόλου Ε'. Ο Καλβίνος ήλπισεν ότι θα ενίσχυε την πολιτικήν δεξιότητα με θεολογικά επιχειρήματα και ότι θα συνέτεινεν εις το να διαθέση ευνοϊκώς τον βασιλέα, όπως την αδελφήν του, υπέρ της προτεσταντικής υποθέσεως. Επεθύμει να απομακρύνη αυτήν από το αναβαπτιστικόν κίνημα, το οποίον τότε έκλινε προς τον κομμουνισμόν εις το Μύνστερ. Παρέστησε τους Γάλλους μεταρρυθμιστάς ως πατριώτας αφωσιωμένους εις τον βασιλέα και αντιτιθεμένους προς πάσαν οικονομικήν ή πολιτικήν αναταραχήν. Η αρχή και το τέλος του περιφήμου αυτού προλόγου αποκαλύπτουν το μεγαλείον της σκέψεως και του ύφους του Καλβίνου :

«Ὃταν ἤρχισα αὐτό το ἒργον, μεγαλειότατε, πᾶν ἂλλο ἦτο εἰς τήν σκέψιν μου ἀπό τοῦ νά γράψω ἓνα βιβλίον τό ὁποῖον θά ττροσεφέρετο κατόπιν εἰς τήν μεγαλειότητά σου. Ἡ πρόθεσίς μου ἦτο νά διατυπώσω μερικάς στοιχειώδεις ἀρχάς, διά τῶν ὁποίων οἱ ἐρευνηταί τοῦ ζητήματος τῆς θρησκείας θά ἠδύναντο νά διδαχθοῦν περί τῆς φύσεως τῆς πραγματικῆς εὑσεβείας... Ἀλλά ὃταν ἀντελήφθην ὃτι ἡ μανία μερικῶν κακῶν ἀνθρώπων εἰς τό βασίλειόν σου εἶχε λάβει τοιαύτας διαστάσεις ὣστε νά μήν ἀφήνη τόπον εἰς τήν χώραν διά ὑγιεῖς θεωρίας, ἐθεώρησα ὃτι ἦτο δυνατόν νά χρησιμοποιηθῶ ἐπωφελῶς ἐάν εἰς τό αὐτό ἓργον... ἐξέθετον τήν ὁμολογίαν μou πρός σέ, ὥστε νά δυνηθῆς νά μάθης τήν φύσιν αὐτῆς τῆς θεωρίας, ἡ ὁποία εἶναι τό ἀντικείμενον τοιαύτης ἀχαλινώτου λύσσης εἰς τάς καρδίας αὑτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τώρα ταράσσουν τήν χώραν μέ τό πῦρ καί μέ τό ξίφος. Διότι δέν θά διστάσω νά ἀναγνωρίσω ὃτι ἡ πραγματεία αὐτή περιλαμβάνει μίαν περίληψιν αὐτῆς τῆς θεωρίας, ἡ ὁποία, κατά τάς κραυγάς των, εἶναι ἀξία νά τιμωρηθῆ μέ φυλάκισιν, ἐξορίαν, προγραφήν καί πυράν καί νά ἐξα- Φανισθῆ ἁπό τοῦ προσώπου τῆς γῆς. Γνωρίζω καλῶς μέ ποίους ἀπαισίους ὑπαινιγμούς σοῦ ἐγέμισαν τά αὐτιά, πρός τόν σκοπόν νά καταστήσουν τήν ὑπόθεσίν μας ἀπεχθῆ εἰς τήν ἐκτίμησίν σου· ἀλλά ἡ ἐπιείκειά σου θά σέ ὁδηγήση εἰς τό νά σκεφθῆς ὃτι ἐάν ἡ κατηγορία δύναται νά λογισθῆ ὡς ἐπαρκής ἀπόδειξις ἐνοχῆς, θά τεθῆ τέρμα εἰς πᾶσαν ἀθωότητα εἰς λόγους καί εἰς ἔργα...
Σύ ὁ ἲδιος, μεγαλειότατε, δύνασαι νά μαρτυρήσης περί τῶν ψευδῶν συκοφαντιῶν μέ τάς ὁποίας ἀκούεις καθημερινῶς νά ἐρμηνεύεται ἡ ὑπόθεσίς μας : ὃτι ἡ μόνη της τἀσις εἶναι νά ἀποσπάση τά σκῆπτρα τῶν βασιλέων ἀπό τάς χεῖράς των, νά ἀνατρέψη ὃλα τά δικαστήρια... νά ὑποσκάψη πᾶσαν τάξιν καί κυβέρνησιν, νά διαταράξη τήν εἰρήνην καί τήν ήσυχίαν τοῦ λαοῦ, νά καταργήση ὃλους τοὐς νόμους, νά διασκορπίση ὃλας τάς ἰδιοκτησίας καί ὃλα τά ὑπάρχοντα καί, μέ μίαν λέξιν, νά περιβάλη τά πάντα μέ πλήρη σύγχυσιν...
Διά τοῦτο σέ ἱκετεύω, μεγαλειότατε — καί ἀσφαλῶς δεν εἶναι παράλογος αἲτησις — νά λάβης ὁ ἲδιος πλήρη γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ή ὁποία μέχρι τοῦδε ἔχει ἀνακινηθῆ ἀορίστως καί ἀμελῶς, χωρίς καμμίαν τάξιν τοῦ νόμου καί μέ ἀλόγιστον πάθος μᾶλλον παρά μέ λελογισμένην σοβαρότητα. Μή νομίσης ὃτι σκέπτομαι τώρα τήν ἀτομικήν μου ὑπεράσπισιν διά νά ἐπιτύχω μίαν ἀσφαλῆ ἐπάνοδον εἰς τήν πατρίδα μου· διότι παρ' ὃλον ὃτι αἰσθάνομαι τήν ἀγάπην, τήν οποίαν κάθε ἄνθρωπος πρέπει νά αἰσθάνεται διά τήν γενέτειράν του, ἐν τούτοις, ὑπό τάς ὑφισταμένας περιστάσεις, δέν λυποῦμαι διά τήν ἀπομάκρυνσίν μου ἐξ αὐτῆς. Ἀλλά ὑποστηρίζω τήν ὑπόθεσίν ὃλων τῶν εὐσεβών καί κατά συνέπειαν καί τοῦ ἰδίου τοῦ Χρίστοῶ...
Εἶναι δυνἀτόν νά σκεπτώμεθα τήν ἀνατροπήν τῶν βασιλείων, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἠκούσθημεν νά προφέρωμεν οὔτε μίαν ἀνατρεπτικήν λέξιν, τῶν ὁποιων ὁ βίος εἶναι γνωστόν ὃτι εἶναι φιλειρηνικός καί ἒντιμος ὃλον τό διάστημα τό ὁποῖον ζῶμεν ὑπό τήν κυβέρνησίν σου, καί οἱ ὁποῖοι, ἀκόμη καί τώρα εἰς τήν ἐξορίαν μας, δέν παύομεν νά προσευχώμεθα διά τήν εὐημερίαν σοῦ και τοῦ βασιλείου σου ;... Οὔτε ἒχομεν, μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἐπωφεληθῆ τόσον ὀλίγον ἀπό τό Εὑαγγέλιον, ἀλλά ὁ βίος μας θά ἠδύνατο νά 
είναι διά τούς συκοφάντας μας ὐπόδειγμα σεμνότητος, γενναιοφροσύνης, ελέους, ἐγκρατείας, ὐπομονῆς, ἁγνότητος και πάσης ἂλλης ἀρετῆς...
Ἂν και τώρα εἶσαι δυσμενής και ἀπομεμακρυσμένος ἀπό ἡμᾶς και μάλιστα ἐξωργισμένος ἐναντίον μας, δέν ἀπελπιζόμεθα ὅτι θά ἐπανακτήσωμεν τήν εὔνοιάν σου, ἐάν θά θελήσης νά ἀναγνώσης μέ ἠρεμίαν και ἡσυχίαν αὐτήν τήν ὁμολογίαν μας, τήν ὁποίαν θέτομεν ὡς ὑπεράσπισίν μας ἐνώπιον τῆς μεγαλειότητός σου. Ἀλλά, ἀντιθέτως, ἐάν τά αὐτιά σου εἶναι τόσον ἀπησχολημένα με τούς ψιθύρους τῶν κακοβούλων ὥστε νά μή παρέχουν εὐκαιρίαν εἱς τούς κατηγορουμένους νά ὀμιλήσουν διά τούς ἑαυτούς των καί ἐάν αὐταί αἱ ἀπαίσιαι μαινάδες, μέ τήν συνενοχήν σου, ἐξακολουθοῦν νά καταδιώκουν μέ φυλακίσεις, μαστιγώσεις, βασανιστήρια, δημεύσεις καί πυράς, θά ἐξαναγκασθῶμεν πράγματι, ὡς πρόβατα προωρισμένα διά τήν σφαγήν, νά φθάσωμεν εἰς τά ἒσχατα. Ἐν τούτοις θά διατηρήσωμεν μέ ὑπομονήν τάς ψυχάς μας καί θά ἀναμένωμεν τήν ἰσχυράν χεῖρα τοῦ Κυρίου... διά τήν ἀπελευθέρωσιν τῶν πτωχῶν ἀπό τά δεινά των καί διά τήν τιμωρίαν τῶν καταδυναστευόντων αὐτούς, οἱ ὁποῖοι τώρα χαίρουν εἰς πλήρη ἀσφάλειαν. Εἲθε ὁ Κύριος, ὁ βασιλεύς τῶν βασιλέων, νά στερεώση τόν θρόνον σου μέ δικαιοσύνην καί τό βασίλειόν σου μέ εὐθύτητα».4

Είναι δύσκολον δι’ ημάς, εις μίαν εποχήν όπου η θεολογία παρεχώρησε την θέσιν της εις την πολιτικήν ως το κέντρον του ανθρωπίνου ενδιαφέροντος και των ανθρωπίνων συγκρούσεων, να συλλάβωμεν την ψυχικήν κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκετο ο Καλβίνος όταν συνέταξε τας «Εισηγήσεις». Αυτός, περισσότερον από τον Σπινόζα, ήτο άνθρωπος στενώς συνδεδεμένος με τον Θεόν. Είχε καταπλαγη από την έννοιαν της σμικρότητας του ανθρώπου και της απεραντωσύνης του Θεού. Πόσον παράλογον θα ήτο να υποθέση ότι η ασθενής λογική ενός τόσον απειροστού μορίου, όπως ο άνθρωπος, θα ηδύνατο να κατανοήση το Πνεύμα όπισθεν αυτών των αναριθμήτων και υπακούων αστέρων; Από έλεος προς την λογικήν του ανθρώπου ο Θεός είχεν αποκαλυφθή εις ημάς εις την Βίβλον. Το ότι το άγιον αυτό Βιβλίον είναι ο λόγος Του (λέγει ο Καλβίνος) αποδεικνύεται από την απαράμιλλον εντύπωσιν την οποίαν προκαλεί εις το ανθρώπινον πνεύμα.

«Ἀναγνώσατε τόν Δημοσθένην καί τόν Κικέρωνα, ἀναγνώσατε τόν Πλάτωνα, τον Ἀριστοτέλην ἤ οιουσδήποτε ἄλλους ἀπό αὐτήν τήν τάξιν· παραδέχομαι ὅτι θά σᾶς προσελκύσουν, θά σᾶς εὐχαριστήσουν, θά σᾶς συγκινήσουν καί θά σᾶς θέλξουν κατά τρόπον ἐκπληκτικόν· ἀλλά ἐάν ἀφοῦ τούς αναγνώσετε, στραφῆτε εἰς τήν ἀνάγνωσιν τοῦ ἱεροῦ τόμου, εἲτε θέλετε εἲτε δέν θέλετε, θά σᾶς ἐπηρεάση τόσον ἐντόνως, θά εἰσδύση τόσον βαθέως εἰς τήν καρδίαν σας καί θά ἐντυπωθῆ τόσον ἰσχυρῶς εἰς τό πνεῦμα σας ὥστε, συγκρινόμεναι μέ τήν ἐνεργόν επίδρασίν του, αἱ ὡραιότητες τῶν ρητόρων καί τῶν φιλοσόφων θά ἐξαφανισθοῦν σχεδόν ἐξ ολοκλήρου· οὓτω πως εἶναι εὔκολον νά διακρίνη κανείς κάτι τό θεἲον εἰς τάς ἱεράς Γραφάς, τό ὁποιον ὑπερβαίνει πολύ τά ὑψηλότερα ἐπιτεύγματα τῆς ἀνθρωπίνης ἱκανότητος».5

Κατά συνέπειαν ο αποκαλυφθείς αυτός Λόγος ττρέπει να είναι η τελική μας αυθεντία, όχι μόνον εις ό,τι αφορά την θρησκείαν και την ηθικήν αλλά και την ιστορίαν, την πολιτικήν, τα πάντα. Πρέπει να παραδεχθώμεν την ιστορίαν του Αδάμ και της Εύας. Διότι διά της παρακοής των προς τον Θεόν εξηγούμεν την πονηράν φύσιν του ανθρώπου και την απώλειαν της ελευθέρας του θελήσεως.

«Τό πνεῦμα του ἀνθρώπου ἒχει τόσον πλήρως ἀποξενωθῆ ἀπό τήν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ ὥστε συλλαμβάνει, ἐπιθυμεῖ καί ἐπιχειρεῖ πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀσεβές, διεστραμμένον, χυδαῖον, ἀκάθαρτον καί ἐγκλη- ματικόν. Ἡ καρδία του ἒχει τόσον πλήρως μολυνθῆ ἀπό τό δηλη- τήριον τῆς ἁμαρτίας ὥστε δέν δύναται νά παραγάγη τίποτε, τό ὁποῖον νά μήν εἶναι διεφθαρμένον· καί ἐάν εἰς πᾶσαν ἐπαχήν οἰ ἄνθρωποι πράττουν κάτι ἐπιφανειακῶς ἀγαθόν, ἐν τούτοις τό πνεῦμα των παραμένει πάντοτε ἐμττεπλεγμένον εἰς την ὑποκρισίαν καί τήν ἀπάτην καί ἡ καρδία των ὑπόδουλος εἰς την ἐσωτερικήν της κακίαν».6

Πώς είναι δυνατόν ένα τόσον διεστραμμένον ον να είναι άξιον αιωνίας ευτυχίας εις τον παράδεισον; Κανείς από ημάς δεν θα ηδύνατο να την κερδίση ποτέ με οιονδήποτε αριθμόν καλών έργων. Τα καλά έργα είναι καλά, αλλά μόνον η θυσία και ο θάνατος του Yιoύ του Θεού θα ηδύνατο να επιτύχη την σωτηρίαν δια τους ανθρώπους. Όχι όλους τους ανθρώπους, διότι η δικαιοσύνη του Θεού απαιτεί την καταδίκην των πλείστων εκ των ανθρώπων. Αλλά το έλεός του εξέλεξε μερικούς από ημάς διά να σωθούν και εις αυτούς έδωσε μίαν σωτηρίαν πίστιν εις την λύτρωσίν των υπό του Χριστού. Διότι ο απόστολος Παύλος είπεν: «Ὁ Θεός Πατήρ... ἐξελέξατο ἡμᾶς ἐν αὐτῶ πρό καταβολῆς κόσμου, εἶναι ἡμᾶς ἁγίους καί ἀμώμους κατενώπιον αὐτοῦ, ἐν ἀγάπῃ προορίσας ἡμᾶς εἰς υἱοθεσίαν διά Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς αὐτόν, κατά την εὐδοκίαν τοῦ θελήματος αὐτοῦ».7 Ο Καλβίνος, όπως και ο Λούθηρος, ηρμήνευσε τούτο ότι ο Θεός, δι' ελευθέρας εκλογής, τελείως ανεξαρτήτου από τας αρετάς και τας κακίας μας, καθώρισε πολύ πριν της δημιουργίας, ποίοι ακριβώς πρόκειται να σωθούν και ποίοι να καταδικασθούν εις την αιωνίαν κόλασιν.8 Εις την ερώτησιν διατί ο Θεός θα εξέλεγεν ανθρώπους διά την σωτηρίαν ή την κόλασιν χωρίς να λάβη υπ' όψει του την αξίαν των, ο Καλβίνος απαντά και πάλιν με τας λέξεις του Παύλου: «Τῶ Μωυσεῖ γάρ λέγει, ἐλεήσω ὅν ἄν ἐλεῶ καί οἰκτειρήσω ὅν ἄν οἰκτείρω».9 Ο Καλβίνος καταλήγει:

«Συμφώνως λοιπόν πρός τό σαφές δόγμα τῶν Γραφῶν, ὑποστη- ρίζομεν ὅτι ὁ Θεός μέ μίαν αἰωνίαν καί ἀμετάβλητον ἀπόφασιν καθώρισεν ἅπαξ διά παντός ἐκείνους τούς ὁποίους θά δεχθῆ εἰς την σωτηρίαν καί ἐκείνους τούς ὁποίους θά καταδικάση εἰς την κατα- στροφήν. Βεβαιώνομεν ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτή, εἰς ὃ,τι ἀφορᾶ τούς ἐκλεκτούς, στηρίζεται εἰς τό ἐκ τῆς χάριτός του ἔλεος, τελείως ἂσχετον πρός τάς ἀρετάς τῶν ἀνθρώπων· ἀλλά εἰς εκείνους, τούς ὁποίους προορίζει διά τήν κόλασιν, ἡ πύλη τῆς ζωῆς εἶναι κλειστή ἀπό μίαν δικαίαν καί ἀνέκκλητον ἀλλά καί ἀκατάληπτον κρίσιν».10

Ακόμη και η πτώσις του Αδάμ και της Εύας, με όλας τάς συνεπείας της διά το ανθρώπινον γένος, κατά την θεωρίαν του Παύλου «εἶχε καθορισθῆ ἀπό τήν θαυμαστήν ἀπόφασιν τοῦ Θεοῦ».11
Ο Καλβίνος παραδέχεται ότι ο προορισμός είναι απεχθής εις την λογικήν, αλλ' απαντά, «εἶναι παράλογον ὁ ἄνθρωπος νά διερευνᾶ ἀτιμωρητί ἐκεῖνα τά πράγματα, τά ὁποῖα ὁ Κύριος καθώρισε νά παραμείνουν κρυπτά ἐν Ἑαυτῶ».12
Εν τούτοις ισχυρίζεται ότι αυτός γνωρίζει διατί ο Θεός καθορίζει τόσον αυθαιρέτως την αιωνίαν καταδίκην τόσων δισεκατομμυρίων ψυχών: είναι «διά νά αὐξηθῆ ὁ θαυμασμός μας διά τήν δόξαν Του», με την επίδειξιν της δυνάμεώς Του.13 Συμφωνεί ότι αυτό είναι τρομερόν θέσπισμα (decretum horrible) «ἀλλά κανείς δέν δύναται να ἀρνηθῆ ὅτι ἐγνώριζεν ἐκ τῶν προτέρων τήν μελλοντικήν τελικήν μοῖραν τοῦ ἀνθρώπου πρίν τον δημιουργήση καί τό ἐγνώριζεν ἐκ τῶν προτέρων διότι εἶχε καθορισθῆ διά τοῦ ἰδικοῦ Του θεσπίσματος».14

Πιθανόν άλλοι να υπεστήριζον, όπως ο Λούθηρος, ότι το μέλλον είναι καθωρισμένον διότι ο Θεός το προείδε και η πρόγνωσίς του δεν δύναται να τροποποιηθή· ο Καλβίνος αναστρέφει το ζήτημα και θεωρεί ότι ο Θεός προβλέπει το μέλλον διότι Αυτός το ηθέλησε και το καθώρισε. Και η απόφασις της καταδίκης είναι απόλυτος· δεν υπάρχει καθαρτήριον εις την θεολογίαν του Καλβίνου, δεν υπάρχει ενδιάμεσος οίκος όπου θα ηδύνατο κανείς, με μερικών εκατομμυρίων ετών ψήσιμον, να αποπλύνη την «αποδοκιμασίαν» του. Και κατά συνέπειαν δεν υπάρχει λόγος να γίνωνται προσευχαί διά τους νεκρούς.

Θα ηδυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι συμφώνως με τας προϋποθέσεις του Καλβίνου δεν θα είχον έννοιαν πάσης φύσεως προσευχαί· εφ' όσον όλα έχουν κοθορισθή διά Θείας αποφάσεως, ούτε ολόκληρος ωκεανός προσευχών δεν θα ηδύνατο να μεταβάλη ένα ιώτα της αμειλίκτου μοίρας. Εν τούτοις ο Καλβίνος είναι περισσότερον ανθρώπινος από την θεολογίαν του· ας προσευχώμεθα με ταπείνωσιν και με πίστιν, μας λέγει, και αι προσευχαί μας θα εισακουσθούν· η προσευχή και το ευπρόσδεκτον αυτής έχουν επίσης καθορισθή. Ας λατρεύωμεν τον Θεόν με ταπεινόφρονας ιεροτελεστίας αλλά πρέπει να απορρίψωμεν την λειτουργίαν ως μίαν ιερόσυλον αξίωσιν των ιερέων ότι μετατρέπουν γήινα υλικά εις σώμα και αίμα του Χριστού. Ο Χριστός παρίσταται κατά την Ευχαριστίαν μόνον πνευματικώς, όχι φυσικώς και η λατρεία της καθηγιασμένης οστίας ως πραγματικού Χριστού, είναι καθαρά ειδωλολατρεία. Η χρησιμοποίησις εικόνων της θεότητος είναι σαφής παράβασις της δευτέρας εντολής και ενθαρρύνει την ειδωλολατρείαν. Όλαι αι θρησκευτικαί εικόνες και τα αγάλματα, ακόμη και ο Εσταυρωμένος, έπρεπε να αφαιρεθούν από τας εκκλησίας.

Η αληθής Εκκλησία είναι η αόρατος συνένωσις όλων των εκλεκτών, αποθανόντων, ζώντων και μελλόντων να γεννηθούν. Η ορατή Εκκλησία συνίσταται από «ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διά μιᾶς ὁμολογίας πίστεως, μιᾶς ὑποδειγματικῆς ζωῆς καί συμμετοχῆς εἰς τά μυστήρια τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ Δείπνου τοῦ Κυρίου» (ο Καλβίνος απορρίπτει τα άλλα μυστήρια) «πιστεύουν τόν ἲδιον Θεόν καί Χριστόν μέ ἡμᾶς».15 Εκτός της Εκκλησίας αυτής δεν υπάρχει σωτηρία.16 Η Εκκλησία και το κράτος είναι και τα δύο θεία και έχουν προορισθή από τον Θεόν να ιργάζωνται με αρμονίαν ως η ψυχή και το σώμα μιάς χριστιανικής κοινωνίας : η Εκκλησία θα πρέπει να κανονίζη όλας τας λεπτομερείας της πίστεως, της λατρείας και της ηθικής· το κράτος, ως ο φυσικός βραχίων της Εκκλησίας, θα πρέπει να επιβάλλη τας διατάξεις αυτάς.17 Αι κοσμικαί εξουσίαι πρέττει επίσης να φροντίζουν όπως «ἡ εἰδωλολατρεία» (ευρέως συνώνυμος με τον ρωμαιοκαθολικισμόν εις την προτεσταντικήν γλώσσαν) και «ἄλλα σκάνδαλα εἰς βάρος τῆς θρησκείας μή προβάλλωνται δημοσία καί μή διαδίδωνται εἰς τόν λαόν» και ότι μόνον ο κα-θαρός λόγος του Θεού έπρεπε να διδάσκεται και να λαμβάνεται.18 Η ιδεώδης κυβέρνησις θα είναι μία θεοκρατία και η μεταρρυθμισθείσα Εκκλησία θα έπρεπε να αναγνωρισθή ως η φωνή του θεού. Όλαι αι διεκδικήσεις των παπών διά την υπεροχήν της Εκκλησίας επί του κράτους, ανενεώθησαν υπό του Καλβίνου υπέρ της ιδικής του εκκλησίας.

Είναι άξιον παρατηρήσεως πόσον μέγα ποσοστόν ρωμαιοκαθολικής παραδόσεως και θεωρίας επέζησεν εις την θεολογίαν του Καλβίνου. Ώφειλε μερικά πράγματα εις τον στωικισμόν και ιδιαιτέρως εις τον Σενέκαν και άλλα πάλιν εις τας νομικάς του σπουδάς. Αλλά η κυριωτέρα βάσις του ήτο ο Άγιος Αυγουστίνος, ο οποίος συνήγαγε τον προορισμόν από τον απόστολον Παύλον, ο οποίος δεν είχε γνωρίσει προσωπικώς τον Χριστόν. Ο Καλβίνος ηγνόησε παντελώς την αντίληψιν του Χριστού περί του Θεού ως αγαπώντος και οικτίρμονος πατρός και αντιπαρήλθε ψυχραίμως πλήθος βιβλικών χωρίων, τα οποία προϋποθέτουν την ελευθερίαν του ανθρώπου δια να διαμορφώση το πεπρωμένον του (Β' Πέτρου γ', 9· Α' Τιμοθ. β', 4· Α' Ιωάν. β', 2· δ', 14 κ.λ.π.). Η ιδιοφυία του Καλβίνου δεν έγκειται εις την σύλληψιν νέων ιδεών αλλά εις την ανάπτυξιν της σκέψεως των προκατόχων του εις καταστρε-πτικώς λογικά συμπεράσματα, τα οποία εξέφρασε με μίαν ευφράδειαν ανάλογον με την του Αυγουστίνου και διετύπωσε τας πρακτικάς των ιδέας εις ένα σύστημα εκκλησιαστικής νομοθεσίας. Παρέλαβεν από τον Λούθηρον το δόγμα της δικαιώσεως ή εκλογής δια της πίστεως· από τον Ζβίγγλιον την πνευματικήν ερμηνείαν της ευχαριστίας και από τον Μπούσερ τας αντιφατικάς εννοίας της θείας θελήσεως ως της αιτίας όλων των γεγονότων και της ανάγκης μιας εντέχνου πρακτικής ευλαβείας ως δοκιμασίας και μαρτυρίας της εκλογής. Αι πλείσται εκ των προτεσταντικών αυτών θεωριών είχον διατυπωθή υπό ηπιωτέραν μορφήν εις την ρωμαιοκαθολικήν παράδοσιν. Ο Καλβίνος έδωσεν εις αυτάς έντονον έμφασιν και παρημέλησε τα αντισταθμίζοντα κατευναστικά στοιχεία της μεσαιωνικής πίστεως. Ήτο περισσότερον μεσαιωνικός από οιονδήποτε άλλον στοχαστήν μεταξύ του Αυγουστίνου και του Δάντη. Απέρριψε πλήρως το ουμανιστικόν ενδιαφέρον δια την επίγειον τελειοποίησιν και έστρεψε πάλιν την σκέψιν των ανθρώπων, κατά ζοφερώτερον τρόπον, προς τον άλλον κόσμον. Εις τον καλβινισμόν, η Μεταρρύθμισις απηρνήθη την Αναγέννησιν.

Το ότι μίαν τόσον άχαρις θεολογία εκέρδισε την συγκατάθεσιν εκατομμυρίων ανθρώπων εις την Ελβετίαν, την Γαλλίαν, την Σκωτίαν, την Αγγλίαν και την Βόρειον Αμερικήν, είναι εκ πρώτης όψεως μυστήριον, έπειτα μία φώτισις. Δια ποίον λόγον επολέμησαν γενναίως προς υπεράσπισιν της ιδίας των απελπισίας οι Καλβινισταί, οι Ουγενότοι και οι Πουριτανοί; Και διατί η θεωρία αυτή της ανθρώπινης αδυναμίας συνετέλεσεν εις την δημιουργίαν μερικών εκ των ισχυροτέρων χαρακτήρων της ιστορίας; Να συμβαίνη ίσως διότι οι πιστοί αυτοί απέκτων μεγαλυτέραν δύναμιν διότι επίστευον τους εαυτούς των ως τους ολίγους εκλεκτούς από εκείνην την οποίαν έχανον παραδεχόμενοι ότι ή διαγωγή των δεν συνέβαλλε κατ' ουδέν εις την μοίραν των; Ο ίδιος ο Καλβίνος συνεσταλμένος και αποφασιστικός συγχρόνως είχε την πεποίθησιν ότι ανήκεν εις τους εκλεκτούς και τούτο τον ενίσχυσε τόσον ττολύ ώστε εύρισκε «τήν φρικτήν ἀπόφασιν» του προορισμού «παραγωγικήν τῆς πλέον ἀπολαυστικῆς ὠφελείας».19 Μήπως μερικοί από τους θεωρούντας τους εαυτούς των εκλεκτούς εύρισκον ευχαρίστησιν αναλογιζόμενοι πόσον ολίγοι επρόκειτο να σωθούν και πόσον πολλοί να κολασθούν; Η πίστις ότι είχον εκλεγή υπό του Θεού έδιδεν εις πολλάς ψυχάς το θάρρος να αντιμετωπίζουν τας αντιξοότητας και το φαινομενικώς άσκοπον της ζωής όπως μία παρομοία πίστις επέτρεψεν εις τον ιουδαϊκόν λαόν να διασωθή εν μέσω δυσχερειών, αι οποίαι άλλως θα είχον υπονομεύσει την θέλησιν προς ζωήν. Πράγματι, η καλβινιστική ιδέα περί θείας εκλογής πιθανόν να ωφείλετο εις την εβραϊκήν μορφήν της πίστεως καθόσον ο προτεσταντισμός ώφειλε γενικώς πολλά εις την Παλαιάν Διαθήκην. Η εμπιστοσύνη εις την θείαν εκλογήν πρέπει να υπήρξε πύργος θάρρους δια τους Ουγενότους όταν υπέφερον τους πολέμους και τας σφαγάς και δια τους αποδήμους οι οποίοι εξερριζώνοντο επικινδύνως δια να αναζητήσουν νέαν πατρίδα εις εχθρικάς ακτάς. Εάν ένας, μετανοήσας αμαρτωλός ηδύνατο να αποκτήση αυτήν την εμπιστοσύνην και ηδύνατο να πιστεύση ότι η μετάνοιά του είχε διαταχθή από τον Θεόν, ηδύνατο να παραμείνη ακλόνητος μέχρι τέλους. Ο Καλβίνος επέτεινε το αίσθημα αυτό της υπερηφανείας διά την εκλογήν, καταστήσας τους εκλεκτούς, πένητας ή όχι, μίαν κληρονομικήν αριστοκρατίαν. Τα τέκνα των εκλεκτών εγίνοντο αυτομάτως εκλεκτοί διά της θελήσεως του Θεού.20 Τοιουτοτρόπως διά μιας απλής πράξεως πίστεως εις τον εαυτόν του, ηδύνατο κανείς, έστω και εις την φαντασίαν του, να αποκτήση και να μεταβιβάση τον παράδεισον. Χάριν τοιούτων αθανάτων αγαθών, μία ομολογία αδυναμίας ήτο τιμή ευκαιρίας.
Οι οπαδοί του Καλβίνου εχρειάζοντο τοιαύτην παρηγορίαν, διότι τους εδίδασκε την μεσαιωνικήν άποψιν ότι ο επίγειος βίος είναι μία κοιλάς θλίψεων και δακρύων. Προθύμως παρεδέχετο
«τήν ὀρθότητα τῆς γνώμης ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν ὅτι τό μεγαλύτερον ἀγαθόν ἦτο νά μήν εἶχε κανείς γεννηθῆ καί τό ἀμέσως ἐπόμενον, νά ἀποθάνη ἀμέσως. Δέν ὑπῆρχε τίποτε τό παράλογον εἰς τήν συμπεριφοράν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐλυποῦντο καί ἔκλαιον κατά τήν γέννησιν τῶν συγγενῶν των καί ἔχαιρον ἐπισήμως κατά τήν κηδείαν των».
Απλώς ελυπείτο ότι οι σοφοί αυτοί απαισιόδοξοι, επειδή ήσαν ειδωλολάτραι αγνοούντες τον Χριστόν, ήσαν καταδικασμένοι εις την αιωνίαν κόλασιν.21 Μόνον ένα πράγμα θα ηδύνατο να κάμη την ζωήν υποφερτήν, η ελπίς της αδιακόπου ευτυχίας μετά θάνατον.

«Ἐάν ὁ οὐρανός εἶναι ἡ πατρίς μας, τί ἄλλο εἶναι ἡ γῆ παρά τόπος ἐξορίας; καί ἐάν ἡ ἀναχώρησις ἀπό τόν παρόντα κόσμον εἶναι μία εἲσοδος εἰς τήν ζωήν, τί ἄλλο εἶναι ὁ κόσμος παρά ἔνας τάφος;».22

Αντιθέτως προς τον αντίστοιχόν του ποιητήν ο Καλβίνος αφιερώνει τας πλέον ευγλώττους σελίδας του όχι εις την φαντασμαγορίαν της κολάσεως αλλά εις το κάλλος του ουρανού. Οι ευλαβείς εκλεκτοί θα υποφέρουν χωρίς γογγυσμόν όλους τούς πόνους και τας θλίψεις της ζωής.

«Διότι θά ἔχουν ὑπ' ὂψει των τήν ἡμέραν ἐκείνην κατά τήν ὁποίαν ὁ Κύριος θά ὑποδεχθῆ τούς πιστούς δούλους του εἰς τό εἰρηνικόν του βασίλειον, θά σπογγίση τά δάκρυα ἀπό τούς ὀφθαλμούς των, θά τούς ἐνδύση μέ χαρμοσύνους ἐσθῆτας, θά τούς κοσμήση μέ στεφάνους δόξης, θά τούς ττεριττοιηθῆ μέ ἀρρήτους ἀπολαύσεις και θά τους ἀνυψώση εἰς την συμμετοχήν εἰς τό μεγαλεῖον του καί τήν εὐτυχίαν του».23

Διά τους πτωχούς ή τους δυστυχείς, οι οποίοι καλύπτουν την γην, ήτο δυνατόν τα ανωτέρω να είναι απαραίτητος πίστις.

III. Η ΓΕΝΕΥΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟΝ: 1536-41
Καθ' ον χρόνον αι «Εἰσηγήσεις» ευρίσκοντο υπό εκτύπωσιν (Μάρτιος 1536), ο Καλβίνος, συμφώνως προς μίαν παράδοσιν γενικώς αλλ' όχι και ομοφώνως παραδεκτήν,24 έκαμε ένα εσπευσμένον ταξείδιον δια μέσου των Άλπεων εις την Φερράραν, πιθανόν δια να ζητήση βοήθειαν δια τους καταδιωκομένους προτεστάντας της Γαλλίας από την προτεστάντιδα δούκισσαν Ρενέ, σύζυγον του δουκός Έρκολε Β' και θυγατρός του αποθανόντος Λουδοβίκου ΙΒ'. Συγκινηθείσα από την θέρμην των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, τον έκαμε πνευματικόν της οδηγόν δια ευλαβούς αλληλογραφίας μέχρι του θανάτου του. Επανελθών εις την Βασιλείαν τον Μάιον, ο Καλβίνος διεκινδύνευσεν ένα ταξείδιον εις Νουαγιόν δια να πωλήση μέρος της περιουσίας του· κατόπιν, μαζί με ένα αδελφόν και μίαν αδελφήν του, κατηυθύνθη προς το Στρασβούργον. Επειδή ο πόλεμος έφρασσε τον δρόμον των, εσταμάτησαν δι' ένα διάστημα εις την Γενεύην (Ιούλιος 1536).
Η πρωτεύουσα της γαλλικής Ελβετίας ήτο αρχαιοτέρα από την ιστορίαν. Κατά τους προϊστορικούς χρόνους ήτο ένα μίγμα από κατοικίας επί της λίμνης, κτισμένας επί πασσάλων, μερικοί εκ των οποίων φαίνονται ακόμη. Εις την εποχήν του Καίσαρος ήτο ένα πολυσύχναστον σταυροδρόμιον εμπορικών οδών εις την γέφυραν όπου ο Ροδανός εξορμά από την λίμνην της Γενεύης δια να πλανηθή δια μέσου της Γαλλίας εις αναζήτησιν της Μεσογείου. Κατά τον Μεσαίωνα, η Γενεύη περιήλθεν υπό την κοσμικήν και πνευματικήν εξουσίαν του επισκόπου της. Κανονικώς ο επίσκοπος εξελέγετο από το συμβούλιον της μητροπόλεως, το οποίον κατ' αυτόν τον τρόπον απέκτησεν ισχύν εις την πόλιν. Αυτή ήτο ουσιαστικώς η διακυβέρνησις, την οποίαν αποκατέστησε βραδύτερον ο Καλβίνος υπό προτεσταντικήν μορφήν. Κατά τον δέκατον πέμπον αιώνα, οι δούκες της Σαβοΐας, η οποία κείται ακριβώς πέραν των Άλπεων, επέτυχον να επιβάλουν τον έλεγχόν των επί του συμβουλίου και ανεβίβαζον εις τον επισκοπικόν θρόνον ανθρώπους προσκειμένους προς την Σαβοΐαν και επιδιδομένους εις τας απολαύσεις του παρόντος κόσμου εκ φόβου μήπως δε υπήρχεν άλλος. Η άλλοτε εξαίρετος επισκοπική κυβέρνησις και τα ήθη του κλήρου υπ' αυτήν, υπέστησαν αλλοίωσιν. Ένας ιερεύς, διαταχθείς να αποπέμψη την παλλακίδα του, συνεφώνησε να το πράξη ευθύς ως οι συνάδελφοί του κληρικοί θα έπραττον το ίδιον. Ο ιπποτισμός προς την γυναίκα επεκράτησεν.25
Εντός της εκκλησιαστικό - δουκικής αυτής κυβερνήσεως αι εξέχοσαι οικογένειαι της Γενεύης ωργάνωσαν ένα συμβούλιον από εξήντα μέλη δια τας δημοτικάς διατάξεις και το συμβούλιον εξέλεγε τέσσαρας συνδίκους ως εκτελεστικούς άρχοντας. Συνήθως το συμβούλιον συνήρχετο εις τον μητροπολιτικόν ναόν του Αγίου Πέτρου η δε εκκλησιαστική και αστική δικαιοδοσία ήτο τόσον αναμεμιγμένη ώστε, ενώ ο επίσκοπος έκοπτε το νόμισμα κα ηγείτο του στρατού, το συμβούλιον εκανόνιζε την ηθικήν, εξέδιδεν αφορισμούς και έδιδεν άδειαν ασκήσεως επαγγέλματος εις πόρνας. Όπως εις την Τρίερ, την Μάιντς και την Κολωνίαν, ο επίσκοπος ήτο επίσης και πρίγκιψ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και φυσικά ήσκει καθήκοντα, από τα οποία σήμερον οι επίσκοποι είναι απηλλαγμένοι. Μερικοί πολιτικοί ηγέται, με αρχηγόν τον Φραγκίσκον ντέ Μποννιβάρ, επεζήτησαν να απαλλάξουν την πόλιν και από τας δύο εξουσίας, του επισκόπου και του δουκός. Δια να ενι- σχύσουν αυτήν την κίνησιν, οι πατριώται ούτοι επραγματοποίησαν μίαν συμμαχίαν με το καθολικόν Φριβούργον και την προτεσταντικήν Βέρνην. Οι μετέχοντες της συμμαχίας ωνομάσθησαν με το γερμανικόν όνομα των ομοσπόνδων Eidgenossen, σύντροφοι του όρκου. Οι Γάλλοι το παρέφθειραν εις Hugenots. Περί το 1520 οι ηγέται της Γενεύης ήσαν κατά το πλείστον επαγγελματίαι, διότι η Γενεύη, αντιθέτως προς την Βιττενβέργην, ήτο εμπορική πόλις, μεσολαβούσα εις το εμπόριον μεταξύ της Ελβετίας προς βορράν, της Ιταλίας προς νότον και της Γαλλίας προς δυσμάς. Οι πολίται της Γενεύης ίδρυσαν (1526) ένα μέγα συμβούλιον εκ διακοσίων και τούτο εξέλεξεν ένα μικρόν συμβούλιον εξ είκοσι πέντε, το οποίον κατέστη ο πραγματικός κυρίαρχος της κοινότητος, περιφρονών συχνάκις την εξουσίαν του επισκόπου και του δουκός. Ο επίσκοπος εκήρυξε την πόλιν εις επανάστασιν και εκάλεσε δουκικά στρατεύματα εις βοήθειάν του. Αυτά συνέλαβον τον Μποννιβάρ και τον εφυλάκισαν εις τον πύργον του Σιγγόν. Ο στρατός της Βέρνης έσπευσεν εις βοήθειαν της πολιορκημένης Γενεύης· αι δυνάμεις του δουκός ηττήθησαν και διεσκορπίσθησαν· ο επίσκοπος κατέφυγεν εις το Αννεσύ· ο ήρως του Βύρωνος απηλευθερώθη από την φυλακήν του. Το μέγα συμβούλιον, εξοργισθέν από την βοήθειαν του κλήρου προς την Σαβοΐαν, εκηρύχθη υπέρ της μεταρρυθμιστικής πίστεως και ανέλαβε την πολιτικήν και εκκλησιαστικήν εξουσίαν εις ολόκληρον την πόλιν (1536), δύο μήνας προ της αφίξεως του Καλβίνου.
Ο δογματικός ήρως της επαναστάσεως αυτής ήτο ο Γουλιέλμος Φαρέλ. Όπως ο Λούθηρος, ήτο και αυτός ευσεβής μετά πάθους κατά την νεότητά του. Εις τους Παρισίους υπέστη την επίδρασιν του Ιακώβου Λεφέβρ ντ' Ετάπλ, του οποίου η μετάφρασις και εξήγησις της Βίβλου, ανέτρεψε την ορθοδοξίαν του Φαρέλ. Διότι εις τας Γραφάς δεν ηδυνήθη να εύρη κανένα ίχνος παπών, επισκόπων, συγχωροχαρτίων, καθαρτηρίου, επτά μυστηρίων, λειτουργίας, αγαμίας του κλήρου, υπερβολικής τιμής της Θεοτόκου και των αγίων. Περιφρονών την χειροτονίαν, ήρχισε να περιέρχεται από πόλεως εις πόλιν της Γαλλίας και της Ελβετίας ως ανεξάρτητος ιεροκήρυξ. Μικρός το ανάστημα, ασθενικός κατά το σώμα, με ισχυράν φωνήν και ισχυρόν πνεύμα, με το ωχρόν του πρόσωπον φωτιζόμενον από φλογερούς οφθαλμούς και μίαν γενειάδα πυρρού χρώματος, κατήγγελλε τον πάπαν ως αντίχριστον, την λειτουργίαν ως ιεροσυλίαν, τας εικόνας των εκκλησιών ως είδωλα τα οποία πρέπει να καταστραφούν. Το 1532 ήρχισε να κηρύττη εις την Γενεύην. Συνελήφθη από τους πράκτορας του επισκόπου, οι οποίοι επρότειναν να ρίψουν «τόν λουθηρανόν σκύλον» εις τον Ροδανόν· οι σύνδικοι επενέβησαν και ο Φαρέλ διέφυγε με μερικούς μώλωπας εις την κεφαλήν του και μερικά πτύελα επί του ενδύματός του. Εκέρδισε το συμβούλιον τών είκοσι πέντε εις τας απόψεις του και, με την βοήθειαν του Πέτρου Βιρέ και του Αντωνίου Φρομάν, επέτυχε τοιαύτην λαϊκήν υποστήριξιν, ώστε όλοι σχεδόν οι καθολικοί κληρικοί ανεχώρησαν. Την 21ην Μαΐου 1536, το μικρόν συμβούλιον εθέσπισε την κατάργησιν της λειτουργίας και την αφαίρεσιν των εικόνων και των λειψάνων από τας εκκλησίας. Αι εκκλησιαστικαί περιουσίαι εχρησιμοποιούντο κατά τον προτεσταντικόν τρόπον δια σκοπούς θρησκευτικούς, εκπαιδευτικούς και φιλανθρωπικούς. Η εκπαίδευσις έγινεν ελευθέρα διδάκτρων και υποχρεωτική και η αυστηρά ηθική πειθαρχία έγινε νόμος. Οι πολίται εκλήθησαν να ορκισθούν υπακοήν εις το Ευαγγέλιον και όσοι ηρνήθησαν να παρακολουθήσουν μεταρρυθμιστικάς ιεροτελεστίας εξωρίσθησαν.26 Αυτή ήτο η Γενεύη, εις την οποίαν ήλθεν ο Καλβίνος.

Ο Φαρέλ ήτο τώρα 47 ετών και παρ' όλον ότι ήτο προωρισμένος να επιζήση του Καλβίνου κατά εν έτος, είδεν εις τον αυστηρόν και εύγλωττον νέον, κατά είκοσι έτη νεώτερόν του, τον άνθρωπον ακριβώς ο οποίος εχρειάζετο δια την εδραίωσιν και προαγωγήν της Μεταρρυθμίσεως. Ο Καλβίνος εδείκνυεν απροθυμίαν. Είχε σχεδιάσει να ζήση βίον μελέτης και συγγραφής· ησθάνετο περισσοτέραν άνεσιν με τον Θεόν παρά με τους ανθρώπους. Αλλά ο Φαρέλ, με την όψιν κάποιου κεραυνοβόλου βιβλικού προφήτου, ηπείλησε να απαγγείλη ιεράν κατάραν εναντίον του εάν θα επροτίμα τας ιδιωτικάς του μελέτας από το τραχύ και επικίνδυνον κήρυγμα του ακαταλύτου Λόγου. Ο Καλβίνος ενέδωσε· το συμβούλιον και το πρεσβυτέριον ενέκριναν και — χωρίς καμμίαν άλλην χειροτονίαν — ήρχισε τα ιερατικά του καθήκοντα (5 Σεπτεμ. 1536) εκφωνήσας εις την εκκλησίαν του Αγίου Πέτρου το πρώτον από μίαν σειράν κηρυγμάτων του επί των επιστολών του αποστόλου Παύλου. Παντού εις τον προτεσταντισμόν, εκτός των κοινωνικώς ριζοσπαστικών μερίδων, η επιρροή του Παύλου επεσκίαζε την του Πέτρου, του φερομένου ως ιδρυτού της Ρωμαϊκής Έδρας.

Τον Οκτώβριον, ο Καλβίνος συνώδευσε τον Φαρέλ και τον Βιρέ εις την Λωζάννην και έλαβε δευτερεύον μέρος εις την περίφημον συζήτησιν, η οποία εκέρδισε την πόλιν αυτήν δια το προτεσταντικόν στρατόπεδον. Επανελθόντες εις την Γενεύην, ο πρεσβύτερος και ο νεώτερος, πάστορες του αγίου Πέτρου απεφάσισαν να αφιερώσουν εκ νέου τους κατοίκους της Γενεύης εις τον Θεόν. Δεχόμενοι ειλικρινώς την Βίβλον ως τον κατά γράμμα λόγον του Θεού, ησθάνθησαν μίαν αναπόφευκτον υποχρέωσιν να επιβάλουν τον ηθικόν της κώδικα. Εσκανδαλίσθησαν ευρόντες πολλούς εκ του λαού επιδιδομένους εις τα άσματα, τους χορούς και παρομοίας εκδηλώσεις ευθυμία· επί πλέον, μερικοί εχαρτόπαιζον ή επινον μέχρι μέθης ή διέπραττον μοιχείαν. Ολόκληρος συνοικία της πόλεως κατείχετο από πόρνας υπό την διοίκησιν της ιδικής των Reine du bordel. Δια τον φλογερόν Φαρέλ και τον ευσυνείδητον Καλβίνον μια παραδοχή της καταστάσεως αυτής ήτο προδοσία έναντι του Θεού.

Δια να αποκαταστήσουν την θρησκευτικήν βάσιν μιας ουσιαστικής ηθικής, ο μεν Φαρέλ εξέδωσε μίαν «Ὁμολογίάν πίστεως καί πειθαρχίας», ο δε Καλβίνος μίαν λαϊκήν «Κατήχησιν», την οποίαν το μέγα Συμβούλιον ενέκρινε (Νοέμβριος 1536). Πολίται οι οποίοι θα παρέβαινον εις το εξής τον ηθικόν κώδικα, θα αφωρίζοντο ή θα εξωρίζοντο. Τον Ιούλιον του 1537, το συμβούλιον διέταξεν όλους τους πολίτας να μεταβούν εις την εκκλησίαν του Αγίου Πέτρου και να ορκισθούν υπακοήν εις την «Ὁμολογίαν» του Φαρέλ. Οιαδήποτε εκδήλωσις καθολικισμού — ως π.χ. το να φέρη κανείς κομβολόγιον, να φυλάττη ιερά λείψανα, ή να τηρή ως ιεράν, ημέραν εορτής αγίου τινός — υπέκειτο εις τιμωρίαν. Γυναίκες εφυλακίσθησαν διότι έφερον απρεπείς πίλους. Ο Μποννιβάρ, πολύ εύχαρις εις την ελευθερίαν του, ειδοποιήθη να παύση τους ακολάστους τρόπους του. Χαρτοπαίκται ετιμωρήθησαν με βασανιστήρια. Μοιχοί εσύρθησαν δια των οδών και απεστάλησαν εις εξορίαν.

Συνηθισμένοι εις την εκκλησιαστικήν διακυβέρνησιν αλλά εις την επιεική ηθικήν πειθαρχίαν ενός καθολικισμού, τον οποίον είχον μαλακώσει τα νότια κλίματα, οι κάτοικοι της Γενεύης, αντέστησαν εις την νέαν επιβολήν. Οι Πατριώται, οι οποίοι είχον απελευθερώσει την πόλιν από τον επίσκοπον και τον δούκα, αναδιωργανώθησαν δια να την απελευθερώσουν από τους ζηλωτάς πάστοράς της. Ένα άλλο κόμμα, απαιτούν ελευθερίαν συνειδήσεως και λατρείας και δια τον λόγον τούτον καλούμενον φιλελεύθερον (Libertins)* ηνώθη με τους Πατριώτας και τους μυστικούς καθολικούς και η συμμαχία αυτή, κατά τας εκλογάς της 3ης Φεβρουαρίου 1538, επέτυχε την πλειοψηφίαν εις το μέγα συμβούλιον. Το νέον συμβούλιον είπεν εις τους πάστορας να παραμείνουν μακράν της πολιτικής. Ο Φαρέλ και ο Καλβίνος κατήγγειλαν το συμβούλιον και ηρνήθησαν να δώσουν την θείαν κοινωνίαν μέχρις ότου η ανυπότακτος πόλις συμμορφωθή με την πειθαρχίαν, εις την οποίαν είχεν ορκισθή. Το συμβούλιον έπαυσε τους δύο ιερείς (23 Απριλίου) και τους διέταξε να εγκαταλείψουν την πόλιν εντός τριών ημερών. Ο λαός επανηγύρισε την αποπομπήν των με δημοσίας εκδηλώσεις χαράς. Ο Φαρέλ εδέχθη μίαν πρόσκλησιν δια το Neuchatel· εκεί εκήρυξε μέχρι τέλους της ζωής του (1565) και εκεί ένα δημόσιον μνημείον τιμά την μνήμην του.

Ο Καλβίνος μετέβη εις το Στρασβούργον, το οποίον ήτο τότε ελευθέρα πόλις, υποκείμενη μόνον εις τον αυτοκράτορα και έγινεν ιερεύς εις την «Ἐκκλησίαν τῶν Ξένων», μιαν ενορίαν προτεσταντών, κυρίως εκ Γαλλίας. Δια να προσθέση εις τα 52 γκίλντερ (1300 δολλάρια;) τα οποία επλήρωνεν ετησίως η εκκλησία, επώλησε την βιβλιοθήκην του και εδέχθη σπουδαστάς ως οικοτρόφους. Ευρίσκων την αγαμίαν δυσχερή εις την κατάστασιν αυτήν εζήτησεν από τον Φαρέλ και τον Μπουσέρ να του εύρουν μίαν σύζυγον και κατέγραψε τα προσόντα της:

«Δέν εἶμαι κανείς ἀπό τούς τρελλούς ἐκείνους ἐραστάς, οἱ ὁποῖοι ὂταν κτυπηθοῦν ἀπό τήν ὡραίαν μορφήν μιας γυναικός, ἐναγκαλίζονται ἐπίσης καί τά ἐλαττώματά της. Αὐτή ἡ καλλονή εἶναι ἡ μόνη ἡ ὁποία με ἐλκύει: νά εἶναι σεμνή, ὑποχρεωτική, νά μή μέ ἐνοχλῆ, νά εἶναι οἰκονόμος, ὑττομονητική καί νά προσέχη τήν ὑγείαν μου».28

Μετά δύο ανεπιτυχείς προσπαθείας ενυμφεύθη (1540) την Ιντελέτ ντε Μπούρ, μιαν πτωχήν χήραν με πολλά τέκνα. Απέκτησαν ένα τέκνον, το οποίον απέθανεν εις βρεφικήν ηλικίαν. Όταν απέθανεν (1549) έγραψε δι' αυτήν με την τρυφερότητα της ψυχής του, η οποία εκρύπτετο υπό την δημοσίαν αυστηρότητά του. Έζησεν εις οικογενειακήν μόνωσιν τα υπόλοιπα δέκα πέντε έτη της ζωής του.

Καθ' ον χρόνον εμόχθει εις το Στρασβούργον, τα γεγονότα εξελίσσοντο εις την Γενεύην. Ενθαρρυνθείς από την εξορίαν του Φαρέλ και του Καλβίνου, ο εξόριστος επίσκοπος εσχεδίασε μιαν θριαμβευτικήν επάνοδον εις την μητρόπολίν του. Ως προκαταρκτικόν βήμα, έπεισε τον Ιάκοπο Σαντολέτο να γράψη μίαν «Ἐπιστολήν πρός τούς κατοίκους τῆς Γενεύης» προτρέπων αυτούς να επανέλθουν εις την καθολικήν λατρείαν και πίστιν των (1539). Ο Σαντολέτο ήτο ένας ευπατρίδης εξαιρετικής αρετής δι' ένα καρδινάλιον και ουμανιστήν. Είχεν ήδη συμβουλεύσει τον παπισμόν να χειρισθή με ηπιότητα την προτεσταντικήν ανταρσίαν και βραδύτερον έθεσεν υπό την προστασίαν του εις Καρπαντράς αιρετικούς Βαλδίους, φεύγοντας προ των σφαγών (1545). Εις μίαν εξαίρετον λατινικήν, την οποίαν έμαθεν από τον άψογον Μπέμπο, απηύθυνε «πρός τούς λίαν ἀγαπητούς του ἀδελφούς, τούς ἄρχοντας, τήν γερουσίαν καί τούς πολίτας τῆς Γενεύης», τριάντα σελίδας διπλωματικών φιλοφρονήσεων και θεολογικών παρακινήσεων. Εσημείωσε την ταχείαν διαίρεσιν του προτεσταντισμού εις αντιμαχομένας μερίδας, διευθυνομένας κατά την γνώμην του, από ισχυρούς ανθρώπους, απλήστους δι' εξουσίαν συνέκρινε τούτο με την επί ολοκλήρους αιώνας ενότητα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και διηρωτάτο εάν ήτο πιθανώτερον να ευρίσκεται η αλήθεια μεταξύ των αντιτιθεμένων αυτών μερίδων ή εις το καθολικόν δόγμα το οποίον είχε διαμορφωθή από την πείραν αιώνων και την συγκεντρωμένην σοφίαν των εκκλησιαστικών συνόδων. Κατέληγε με την προσφοράν εις την Γενεύην οιασδήποτε υπηρεσίας την οποίαν θα ήτο εις θέσιν να της παράσχη.

Το συμβούλιον τον ηυχαρίστησε δια τας φιλοφρονήσεις του και του υπεσχέθη να του απαντήση βραδύτερον. Αλλά δεν θα ευρίσκετο κανείς εις την Γενεύην ο οποίος θα ηδύνατο να διασταυρώση το ξίφος και τα λατινικά με τον εξελιγμένον ουμανιστήν. Εν τω μεταξύ, μερικοί πολίται εζήτησαν νά απαλλαγούν από τον όρκον των να υποστηρίζουν την «Ὁμολογίαν τῆς πίστεως καί τῆς πειθαρχίας» και επί ένα διάστημα, εφαίνετο ότι η πόλις θα επανήρχετο εις τον καθολικισμόν. Ο Καλβίνος έμαθε την κατάστασιν και εις μίαν απάντησιν προς τον καρδινάλιον, ηγέρθη με όλην την δύναμίν του πνεύματος και του καλάμου του δια να υπερασπίση την Μεταρρύθμισιν. Απήντησεν εις την ευγένειαν με ευγένειαν, εις την ευγλωττίαν με ευγλωττίαν αλλά δεν ηδύνατο να υποχωρήση ούτε κατά χιλιοστόν εις την θεολογίαν του. Διεμαρτυρήθη εναντίον της μομφής ότι είχεν επαναστατήσει δια λόγους προσωπικής φιλοδοξίας· θα ηδύνατο να ανέλθη εις πολύ ανωτέραν θέσιν εάν θα είχε παραμείνει ρωμαιοκαθολικός. Παρεδέχθη την θείαν ίδρυσιν της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αλλά κατηγορεί ότι αι κακίαι των παπών της Αναγεννήσεως απέδειξαν την κατάκτησιν του παπισμού από τον αντίχριστον. Εις την σοφίαν των εκκλησιαστικών συνόδων αντέταξε την σοφίαν της Βίβλου, την οποίαν ο Σαντολέτο είχε σχεδόν αγνοήσει. Ελυπείτο διότι η διαφθορά της Εκκλησίας κατέστησε αναγκαίαν την διαίρεσιν και τον χωρισμόν, αλλά μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον ηδύναντο να θεραπευθούν τα δεινά. Εάν καθολικοί και προτεστάνται συνειργάζοντο τώρα δια να αποκαθάρουν τα δόγματα, το τυπικόν και το προσωπικόν όλων των χριστιανικών εκκλησιών, θα αντημείβοντο με μίαν τελικήν ενότητα εις τους ουρανούς με τον Χριστόν. Ήτο μία σημαντική επιστολή, παραβλέπουσα ίσως τας παρεμπίπτουσας αρετάς των παπών της Αναγεννήσεως αλλά κατά τα άλλα διατυπωμένη με μίαν ευπρέπειαν και αξιοπρέπειαν, σπανίαν εις τας έριδας της εποχής.

Ο Λούθηρος αναγνώσας αυτήν εις την Βιττενβέργην, την εχαιρέτησεν ως εκμηδενίσασαν τον καρδινάλιον «Χαίρω», ανέκραξε, «διότι ὁ Θεός ὑψώνει ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι θἀ... τελειώσουν τόν πόλεμον, τόν ὁποῖον ἐγώ ἤρχισα κατά τοῦ ἀντιχρίστου».29 Το συμβούλιον της Γενεύης κατεπλάγη τόσον πολύ ώστε διέταξε να τυπωθούν αι δύο επιστολαί με έξοδα της πόλεως (1540). Ήρχισε να διερωτάται μήπως, με την εξορίαν του Καλβίνου, είχε χάσει τον ικανώτερον άνδρα της ελβετικής Μεταρρυθμίσεως.

Και άλλοι παράγοντες ενίσχυον την αμφιβολίαν. Οι πάστορες, οι οποίοι είχον αντικαταστήσει τον Φαρέλ και τον Καλβίνον, απεδείχθησαν ανίκανοι και εις το κήρυγμα και εις την πειθαρχίαν. Το κοινόν έχασε τον σεβασμόν προς αυτούς και επανήλθεν εις την εύκολον ηθικήν των προμεταρρυθμιστικών ημερών. Η χαρτοπαιξία, η μέθη, αι αταξίαι και αι συμπλοκαί εις τους δρόμους, η μοιχεία, ήνθουν. Άσεμνα άσματα εψάλλοντο δημοσία, διάφορα πρόσωπα περιήρχοντο γυμνά εις τας οδούς.30 Εκ των τεσσάρων συνδίκων, οι οποίοι ηγήθησαν του κινήματος δια την έξωσιν του Φαρέλ και του Καλβίνου, ο ένας κατεδικάσθη εις θάνατον δια φόνον, ένας άλλος κατεδικάσθη δια πλαστογραφίαν, ο τρίτος δια προδοσίαν, ο τέταρτος απέθανεν ενώ επεχείρει να διαφύγη την σύλληψιν. Οι επιχειρηματίαι, οι οποίοι ήλεγχον το συμβούλιον, πρέπει να έβλεπον δυσμενώς την αταξίαν αυτήν ως παραβλάπτουσαν το εμπόριον. Το ίδιον το συμβούλιον δεν είχε καμμίαν διάθεσιν να αντικατασταθή και ίσως να αφορισθή από ένα επανερχόμενον εις την εξουσίαν επίσκοπον. Βαθμηδόν, η πλειοψηφία των μελών κατέληξεν εις την ιδέαν να ανακαλέσουν τον Καλβίνον. Την 1ην Μαΐου 1541, το συμβούλιον ηκύρωσε την καταδίκην εις εξορίαν και εκήρυξε τον Φαρέλ και τον Καλβίνον έντιμους ανθρώπους. Η μία αντιπροσωπία μετά την άλλην μετέβαινεν εις το Στρασβούργον δια να πείση τον Καλβίνον να αναλάβη εκ νέου την θέσιν του ως πάστορος εις την Γενεύην. Ο Φαρέλ εσυγχώρησε την πόλιν διότι δεν του έστειλε παρομοίαν πρόσκλησιν και με ευγενή καλωσύνην ήνωσε τας προσπαθείας του με τας των αντιπροσωπιών, παρακινών τον Καλβίνον να επανέλθη. Αλλά ο Καλβίνος είχεν αποκτήσει πολλούς φίλους εις το Στρασβούργον, ησθάνετο ότι είχεν υποχρεώσεις εκεί και δεν έβλεπε να τον εναμένουν εις την Γενεύην παρά μόνον έριδες και αγώνες· «δέν ὑπάρχει μέρος εἰς τόν κόσμον, τὁ ὁποῖον νά φοβοῦμαι περισσότερον». Συνεφώνησε μόνον να επισκεφθή την πόλιν. Όταν έφθασεν εκεί (13 Σεπτεμβίου 1541), έγινε δεκτός με τόσας τιμάς, με τόσας αιτήσεις συγγνώμης και τόσας υποσχέσεις δια συνεργασίαν προς αποκατάστασιν της τάξεως και του Ευαγγελίου, ώστε του ήτο δύσκολον να αρνηθή. Την 16ην Σεπτεμβρίου, έγραψεν εις τον Φαρέλ:
«Ἡ ἐπιθυμία σου ἰκανοποιεῖται. Κρατοῦμαι στερεῶς ἐδῶ. Εἴθε ὁ Θεός νά δώση τήν εὐλογίαν του».31

IV. Η ΠΟΛΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ο Καλβίνος συμπεριεφέρθη κατά τα πρώτα έτη της ανακλήσεώς του με μίαν μετριοπάθειαν και μετριοφροσύνην, αι οποίαι εκέρδισαν όλους σχεδόν, πλην μιας μικράς μειοψηφίας, υπέρ αυτού. Διωρίσθησαν οκτώ βοηθοί πάστορες, υπ' αυτόν, δια να εξυπηρετήσουν την εκκλησίαν του Αγίου Πέτρου και τας άλλας εκκλησίας της πόλεως. Ειργάζετο από 12 έως 18 ώρας καθ' εκάστην ως ιεροκήρυξ, διευθυντής, καθηγητής της θεολογίας, επιθεωρητής των εκκλησιών και των σχολείων, σύμβουλος των κοινοτικών συμβουλίων και ρυθμιστής της δημοσίας ηθικής και της εκκλησιαστικής λειτουργικής. Εν τω μεταξύ εξηκολούθει να επεκτείνη τας «Εἰσηγήσεις»· έγραφε σχόλια εις την Βίβλον και διετήρει μίαν αλληλογραφίαν, ερχομένην εις έκτασιν αμέσως μετά την του Εράσμου αλλά υπερβαίνουσαν αυτήν εις επιρροήν. Εκοιμάτο ολίγον, έτρωγε ολίγον, ενήστευε συχνά. Ο διάδοχος και βιογράφος του Θεόδωρος ντε Μπέζ εθαύμαζε πώς ένας μικρός άνθρωπος (unicus hommunculus) ηδύνατο να φέρη ένα τόσον βαρύ και ποικίλον φορτίον.
Το πρώτον του έργον υπήρξεν η αναδιοργάνωσις της μεταρρυ- θμισθείσης Εκκλησίας. Κατόπιν αιτήσεώς του, το μικρόν συμβούλιον, ολίγον μετά την επάνοδόν του, διώρισε μίαν επιτροπήν εκ πέντε κληρικών και εξ συμβούλων με τον Καλβίνον επί κεφαλής, δια να συντάξη ένα νέον εκκλησιαστικόν κώδικα. Την 2αν Ιανουαρίου 1542 το μέγα συμβούλιον επεκύρωσε τας προκυψάσας «Ἐκκλησιαστικάς Διατάξεις» των οποίων τα κύρια χαρακτηριστικά εξακολουθούν να είναι παραδεκτά από τας Μεταρρυθμιστικάς και Πρεσβυτεριανάς εκκλησίας της Ευρώπης και της Αμερικής.

Το ιερατείον διηρέθη εις πάστορας, διδασκάλους, λαϊκούς πρεσβυτέρους και διακόνους. Οι πάστορες της Γενεύης απετέλουν την «Σεβασμίαν Ἐταιρείαν» η οποία εκυβέρνα την Εκκλησίαν και εξετταίδευε τους υποψηφίους δια το ιερατείον. Του λοιπού ουδείς ηδύνατο να κηρύξη εις την Γενεύην άνευ αδείας της Εταιρείας. Απητείτο επίσης η συγκατάθεσις του συμβουλίου της πόλεως και των ενοριτών αλλά αι επισκοπικαί διαταγαί — και οι επίσκοποι — ήσαν ταμπού. Ο νέος κλήρος, ενώ ουδέποτε διεξεδίκησε τας θαυμαστάς δυνάμεις των καθολικών ιερέων και ενώ εθέσπιζε την κατάστασίν του ασυμβίβαστον δι' εκλογήν εις πολιτικά αξιώματα, κατέστη υπό τον Καλβίνον πολύ ισχυρότερος από οιονδήποτε άλλο ιερατείον μετά το αρχαίον Ισραήλ. Ο πραγματικός νόμος ενός χριστιανικού κράτους, έλεγεν ο Καλβίνος, πρέπει να είναι η Βίβλος. Οι κληρικοί είναι οι αρμόδιοι ερμηνευταί αυτού του νόμου· αι πολιτικαί κυβερνήσεις είναι υποκείμεναι εις αυτόν τον νόμον και πρέπει να τον επιβάλλουν κατ' αυτόν τον τρόπον ερμηνευόμενον. Οι πρακτικοί άνθρωποι εις τα συμβούλια πιθανόν να είχον αμφιβολίας εις τα σημεία αυτά αλλά φαίνεται ότι ησθάνοντο ότι η κοινωνική τάξις ήτο τόσον επωφελής εις την οικονομίαν ώστε μερικαί εκκλησιαστικαί προϋποθέσεις ήτο προς το παρόν δυνατόν να υφίστανται άνευ αντιδράσεως. Επί ένα εκπληκτικόν τέταρτον αιώνος μια θεοκρατία κληρικών εφαίνετο κυριαρχούσα επί μιας ολιγαρχίας εμπόρων και επιχειρηματιών.

Η εξουσία του κλήρου επί της ζωής εις την Γενεύην, ησκείτο δι' ενός κονσιστορίου ή ποεσβυτερίου συνισταμένου από πέντε πάστορας και δώδεκα λαϊκούς πρεσβυτέρους, άπαντας εκλεγομένους υπό του συμβουλίου. Επειδή οι πάστορες διετήρουν την θέσιν των καθ' όλην την διάρκειαν της ιερωσύνης των ενώ οι πρεσβύτεροι μόνον επί εν έτος, κονσιστόριον, δια τα ζητήματα τα οποία δεν αφεώρουν κυρίας υποθέσεις, εκυβερνάτο από τα εκκλησιαστικά του μέλη. Απέκτησε το δικαίωμα να κανονίζη την Θρησκευτικήν λατρείαν και την ηθικήν συμπεριφοράν παντός κατοίκου· απέστελλεν ένα ιερέα και ένα λαϊκόν πρεσβύτερον να επισκέπτωνται εκάστην οικίαν και οικογένειαν μίαν φοράν το έτος· ηδύνατο να καλή ενώπιόν του οιονδήποτε προς εξέτασιν. Ηδύνατο να επιπλήττη και να αφορίζη διαφόρους παραβάτας και ηδύνατο να υπολογίζη επί του συμβουλίου ότι θα έξώριζεν από την πόλιν εκείνους τους οποίους το κονσιστόριον θα απέπεμπεν από την Εκκλησίαν. Ο Καλβίνος είχεν εξουσίαν ως πρόεδρος του κονσιστορίου· από του 1541 μέχρι του θανάτου του το 1564, η φωνή του είχε την μεγαλυτέραν επιρροήν εις την Γενεύην. Η δικτατορία του δεν ήτο δικτατορία νόμου ή ισχύος αλλά θελήσεως και χαρακτήρος. Η έντασις της πίστεώς του εις την αποστολήν του και η πληρότης της αφοσιώσεώς του εις τα καθηκοντά του, του έδιδον μίαν δύναμιν εις την οποίαν ουδείς ηδύνατο να αντισταθή επιτυχώς. Εάν ανέζη ο Ιλδεβράνδης θα ηδύνατο να χαρή δια τον προφανή θρίαμβον της Εκκλησίας επί του κράτους.
Ενισχυμένος με αυτάς τας εξουσίας, ο κλήρος ερρύθμισε πρώτον την θρησκευτικήν λατρείαν. «Ὁλόκληρον τό προσωπικόν τοῦ οἴκου, πρέπει νά παρευρίσκεται τήν Κυριακήν εἰς τό κήρυγμα, ἐκτός ἄν ἀφεθῆ κανείς εἰς τήν οἰκίαν νά προσέχη τά παιδία ἤ τά ζῶα. Ἐάν ὑπάρχη κήρυγμα κατά τάς ἡμέρας τῆς ἐβδομάδος, ὃλοι ὃσοι δύνανται πρέπει νά προσέρχωνται». (Ο Καλβίνος εκήρυττε τρις ή τετράκις της εβδομάδος).

«Ἐάν κανείς προσέλθη ὃταν τό κήρυγμα θά ἔχει ἀρχίσει, ἄς τοῦ γίνει προειδοποίησις· ἐάν δέν συμμορφωθῆ, νά πληρώνη πρόστιμον τριῶν σολδίων».32

Ουδείς απηλλάσσετο από τας προτεσταντικάς ιερουργίας με την δικαιολογίαν, ότι είχε διάφορον ή ιδικήν του θρησκευτικήν πίστιν. Ο Καλβίνος ήτο τόσον απόλυτος εις την απόρριψιν της ατομικότητος της πίστεως, όσον θα ήτο οιοσδήποτε πάπας. Ο μεγαλύτερος νομοθέτης του προτεσταντισμού απέκρουεν απολύτως την αρχήν εκείνην της ατομικής κρίσεως, με την οποίαν η νέα θρησκεία είχεν αρχίσει. Είχεν ίδει τον κατατεμαχισμόν της Μεταρρυθμίσεως εις πλείστας αιρέσεις και προείδε περισσοτέρας· εις την Γενεύην δεν ήθελε καμμίαν από αυτάς. Εκεί ένα σώμα από μορφωμένους ιερείς θα διετύπωνε μίαν έγκυρον πίστιν, Όσοι εκ των κατοίκων της Γενεύης δεν ηδύναντο να την αποδεχθούν, θα έπρεπε να αναζητήσουν αλλού κατοικίαν. Συνεχιζομένη απουσία από τα προτεσταντικά κηρύγματα η συνεχής άρνησις να λάβουν την Ευχαριστίαν, ήσαν παραπτώματα τιμωρητέα.
Η αίρεσις έγινε πάλιν προσβολή κατά του Θεού και προδοσία κατά του κράτους και έπρεπε να τιμωρήται με θάνατον. Ο καθολικισμός, ο οποίος είχε κηρύξει αυτήν την άποψιν περί των αιρέσεων, έγινε και αυτός αίρεσις με την σειράν του. Μεταξύ του 1542 και του 1564, πενήντα οκτώ πρόσωπα εθανατώθησαν και 76 εξωρίσθησαν, διότι παρέβησαν τον νέον κώδικα. Εδώ, όπως και παντού αλλού, η μαγεία ήτο κεφαλαιώδες έγκλημα· εντός ενός έτους και κατά συμβουλήν του κονσιστορίου, δέκα τέσσαρες υποτιθέμεναι μάγισσαι εστάλησαν εις την πυράν με την κατηγορίαν, ότι είχον πείσει τον σατανάν να προσβάλη την Γενεύην με την πανώλην.33

Το κονσιστόριον δεν έκαμνε διάκρισιν μεταξύ θρησκείας και ηθικής. Η διαγωγή έπρεπε να κατευθύνεται με την ιδίαν επιμέλειαν όπως και η πίστις διότι η καλή διαγωγή ήτο ο σκοπός της ορθής πίστεως. Ο ίδιος ο Καλβίνος, εγκρατής και αυστηρός, ωνειρεύετο μίαν κοινότητα τόσον καλώς ρυθμισμένην ώστε η αρετή της να απεδείκνυε την θεολογίαν της και να κατήσχυνε τον ρωμαιοκαθολικισμόν ο οποίος είχε δημιουργήσει και ανεχθή την πολυτέλειαν και την έκλυσιν των ηθών της Ρώμης. Η πειθαρχία έπρεπε να είναι η σπονδυλική στήλη της προσωπικότητος, επιτρέπουσα εις αυτήν να ανυψωθή από την ευτέλειαν της ανθρωπίνης φύσεως εις το ανάστημα του ανθρώπου ο οποίος ενίκησε τον εαυτόν του. Ο κλήρος πρέπει να οδηγή με το παράδειγμα όπως και με την διδασκαλίαν οι κληρικοί δύνανται να νυμφεύωνται και να αποκτούν τέκνα, αλλά πρέπει να απέχουν από τα κυνήγια, την χαρτοπαιξίαν, τα συμπόσια, το εμπόριον και τας κοσμικάς διασκεδάσεις και να δέχωνται κατ' έτος την επίσκεψιν και την έρευναν δια την διαπίστωσιν της ηθικότητος από τους εκκλησιαστικούς προϊσταμένους των.

Δια την ρύθμισιν της διαγωγής των λαϊκών, είχε καθορισθή ένα σύστημα επισκέψεων κατ' οίκον: ένας από τους πρεσβυτέρους επεσκέπτετο κατ' έτος όλας τας οικίας ενός διαμερίσματος της πόλεως, το οποίον του καθωρίζετο και εξήταζε τους κατοίκους εφ' όλων των φάσεων της ζωής των. Το κονσιστόριον και το συμβούλιον απηγόρευσαν από κοινού τα τυχερά παιγνίδια, την χαρτοπαιξίαν, την βλασφημίαν, την μέθην, το να συχνάζουν εις καπηλεία, τον χορόν (ο οποίος τότε εποίκιλλε με εναγκαλισμούς και με φιλήματα), τα άσεμνα ή αντιθρησκευτικά άσματα, τας υπερβολάς εις τας διασκεδάσεις, την πολυτέλειαν της διαβιώσεως και την άσεμνον ενδυμασίαν. Το επιτρεπόμενον χρώμα, η ποσότης των ενδυμάτων και ο αριθμός των φαγητών τα οποία επετρέποντο εις έκαστον γεύμα, καθωρίζοντο διά νόμου. Τα κοσμήματα και αι δαντέλλαι έπέσυρον δυσμενείς έπικρίσεις. Μια γυνή εφυλακίσθη διότι είχε κτενίσει την κόμην της εις ανήθικον ύψος.34 Αι θεατρικαί παραστάσεις περιωρίσθησαν εις θρησκευτικά δράματα και έπειτα απηγορεύθησαν και αυτά ακόμη. Τα παιδία έπρεπε να βαπτίζωνται όχι με ονόματα του καθολικού ημερολογίου, αλλά κατά προτίμησιν να λαμβάνουν ονόματα προσώπων της Παλαιάς Διαθήκης. Ένας ισχυρογνώμων πατήρ εφυλακίσθη επί τετραήμερον διότι επέμενε να ονομασθή ο υιός του Κλαύδιος αντί Αβραάμ.35 Η λογοκρισία επί των δημοσιευμάτων παρελήφθη από τα ρωμαιοκαθολικά και κοσμικά προηγούμενα και επεξετάθη (1560): βιβλία πεπλανημένων θρησκευτικών δογμάτων ή ανηθίκων τάσεων, απηγορεύοντο· βραδύτερον επρόκειτο να υπαχθούν εις αυτήν την απαγόρευσιν τα «Δοκίμια» του Μονταίν και ο «Αἰμίλιος» του Ρουσσώ. Το να εκφρασθή κανείς ανευλαβώς περί του Καλβίνου ή περί του κλήρου ήτο έγκλημα.36 Μία πρώτη παράβασις των διατάξεων αυτών ετιμωρείτο με επίπληξιν, περαιτέρω παράβασις με πρόστιμον, εμμονή εις την παράβασιν, με φυλάκισιν ή εξορίαν. Η εξώγαμος συνουσία ετιμωρείτο με εξορίαν ή πνιγμόν η μοιχεία, η βλασφημία και η ειδωλολατρεία, με θάνατον. Εις μίαν εξαιρετικήν περίπτωσιν ένα παιδίον απεκεφαλίσθη διότι εκτύπησε τους γονείς του.37 Κατά τα έτη 1558 — 59 υπήρξαν 414 υττοθέσεις διώξεως αδικημάτων κατά της ηθικής. Μεταξύ των ετών 1542 και 1546 εσημειώθησαν 76 εξορίαι και 58 εκτελέσεις· ο συνολικός πληθυσμός της Γενεύης ήτο τότε περί τας 20.000.38 Όπως παντού κατά τον δέκατον έκτον αιώνα, τα βασανιστήρια εχρησιμοποιούντο συχνά διά την απόσπασιν ομολογιών ή μαρτυρικών καταθέσεων.

Ο διακανονισμός επεξετείνετο εις την εκπαίδευσιν, την κοινωνίαν και την οικονομικήν ζωήν. Ο Καλβίνος ίδρυσε σχολεία και μίαν ακαδημίαν, ανεζήτησεν εις ολόκληρον την Ευρώπην καλούς διδασκάλους της λατινικής, της ελληνικής, της εβραϊκής και της θεολογίας και εξεπαίδευσε νέους ιερείς οι οποίοι μετέδωσαν το ευαγγέλιόν του εις την Γαλλίαν, την Ολλανδίαν, την Σκωτίαν και την Αγγλίαν με όλην την ζέσιν και την αφοσίωσιν των Ιησουϊτών ιεραποστόλων εις την Ασίαν. Εντός ένδεκα ετών (1555—1566), η Γενεύη απέστειλε τοιούτους ιεραποστόλους εις την Γαλλίαν, πολλοί εκ των οποίων έψαλλον ουγενοτικούς ύμνους καθ' ον χρόνον υφίσταντο μαρτύρια. Ο Καλβίνος εθεώρει την διαίρεσιν των τάξεων φυσικήν και η νομοθεσία του επροστάτευσε τους βαθμούς και τα αξιώματα, καθιερώσασα το είδος του ενδύματος και τα όρια της δραστηριότητος δι' εκάστην τάξιν.39 Ανεμένετο από τον καθένα να δέχεται την Θέσιν του εντός της κοινωνίας και να εκτελή τα κα-θήκοντα αυτής χωρίς να ζηλεύη τους καλυτέρους του ή να παραπονήται διά την μοίραν του. Η επαιτεία απηγορεύετο και η άνευ διακρίσεως ελεημοσύνη αντικατεστάθη με μίαν επιμελή κοινοτικήν διεύθυνσιν της ανακουφίσεως τών πτωχών.

Ο καλβινισμός έδωσεν εις την σκληράν εργασίαν, την εγκράτειαν, την εργατικότητα, την λιτότητα και την οικονομίαν, μίαν θρησκευτικήν επικύρωσιν και επιβράβευσιν, η οποία πρέπει να συνετέλεσεν εις την επαύξησιν της φιλέργου διαθέσεως των νεωτέρων προτεσταντών επαγγελματιών. Αλλ' αυτή η σχέσις είχε τονισθή εις υπερβολικόν βαθμόν.40 Ο κεφαλαιοκρατισμός είχεν αναπτυχθή πολύ περισσότερον εις την καθολικήν Φλωρεντίαν και Φλάνδραν προ της Μεταρρυθμίσεως παρά εις την Γενεύην του Καλβίνου. Ο Καλβίνος απέκρουε τον ατομισμόν εις την οικονομίαν όπως και εις την θρησκείαν και την ηθικήν. Η κοινωνική μονάς, κατά την άποψίν του, δεν ήτο το ελεύθερον άτομον (με το οποίον ο Λούθηρος είχεν αρχίσει την επανάστασίν του) αλλά η κοινότης της πόλεως - κράτους, της οποίας τα μέλη ήσαν συνδεδεμένα με αυτήν με αυστηρούς νόμους και πειθαρχίαν.

«Κανένα μέλος τῆς χριστιανικῆς κοινότητος», έγραφε, «δέν κρατεῖ τά χαρίσματά του διά τόν ἐαυτόν του ἤ διά τήν ἀτομικήν του χρῆσιν, ἀλλά τά μοιράζει μέ τά ἄλλα μέλη· οὔτε ἀπολαμβάνει κέρδη ἐκτος μόνον ἀπό ἐκεῖνα τά πράγματα, τά ὁποῖα προκύπτουν ἀπό τό κοινόν κέρδος τοῦ σώματος ώς συνόλου».41

Δεν συνεπάθει την κερδοσκοπίαν και τον αδίστακτον πλουτισμόν.42 Όπως μερικοί καθολικοί θεωρητικοί του τέλους του Μεσαίωνος, επέτρεπε τον τόκον εις τα δάνεια αλλά θεωρητικώς τον περιώριζεν εις το 5% και παρεκίνει να δίδωνται άτοκα δάνεια εις ενδεή άτομα ή εις το κράτος.43 Με την έγκρισίν του, το κονσιστόριον ετιμώρει τους ασκούντας μονοπώλιον και τους δανειστάς οι οποίοι εζήτουν υπερβολικόν τόκον τούτο καθώριζε τας τιμάς των τροφίμων και των ειδών ενδυμασίας και τας αμοιβάς δια χειρουργικάς επεμβάσεις, ήλεγχεν ή επέβαλλε πρόστιμα εις εμπόρους οι οποίοι εξηπάτουν τους πελάτας των, εις πωλητάς χρησιμοποιούντος ηλλοιωμένα σταθμά, υφασματοπώλας οι οποίοι έκοπτον τα υφάσματα πολύ κοντά.44 Μερικάς φοράς το καθεστώς εκινείτο προς κρατικόν σοσιαλισμόν· η «Σεβασμία Ἑταιρεία» ίδρυσε μίαν τράπεζαν και διηύθυνε μερικάς βιομηχανίας.45

Εάν λάβωμεν υπ' όψει τους περιωρισμένους τούτους παράγοντας, δυνάμεθα να δεχθώμεν μίαν ήρεμον και αύξουσαν συνεννόησιν μεταξύ του καλβινισμού και των επιχειρήσεων. Ο Kαλβίνος δεν θα ηδύνατο να διατηρήση επί μακρόν την ηγεσίαν του εάν θα είχε παρεμποδίσει την εμπορικήν ανάπτυξιν μιας πόλεως, της οποίας η ζωή ήτο το εμπόριον. Προσηρμόσθη προς την κατάστασιν, επέτρεψε τόκον 10 % και συνίστα κρατικά δάνεια προς χρηματοδότησιν της εισαγωγής ή επεκτάσεως ιδιωτικής βιομηχανίας, όπως της κατασκευής υφασμάτων ή της παραγωγής μετάξης. Εμπορικά κέντρα, όπως η Αμβέρσα, το Άμστερνταμ και το Λονδίνον, προσεχώρησαν προθύμως εις την πρώτην νέαν ομολογίαν η οποία παρεδέχετο την νέαν οικονομίαν. Ο καλβινισμός παρέλαβε τας μεσαίας τάξεις εις τους κόλπους του και ανεπτύχθη μαζί με την ιδικήν των ανάπτυξιν.
Ποία υπήρξαν τα αποτελέσματα της διακυβερνήσεως του Καλβίνου; Αι δυσκολίαι της επιβολής πρέπει να ήσαν εξαιρετικώς μεγάλαι διότι ουδέποτε εις την ιστορίαν απητήθη τόσον αυστηρά ηθική από μίαν πόλιν. Μία σημαντική μερίς αντετάχθη προς το καθεστώς μέχρι του σημείου φανεράς ανταρσίας αλλά αρκετός αριθμός πολιτών με επιρροήν πρέπει να το υπεστήριξεν, έστω και βάσει της γενικής θεωρίας της ηθικής, ότι οι άλλοι είχον ανάγκην αυτής. Η εισροή Γάλλων Ουγενότων και άλλων προτεσταντών πρέπει να ενίσχυσε τον Καλβίνον ο δε περιορισμός του πειράματος εις την Γενεύην και την ενδοχώραν της, ηύξησε τας πιθανότητας της επιτυχίας του. Ο υφιστάμενος φόβος εισβολής και απορροφήσεως από εχθρικά κράτη (Σαβοΐα, Ιταλία, Γαλλία, Αυτοκρατορία) επέβαλε πολιτικήν σταθερότητα και πολιτικήν υπακοήν. Ο εξωτερικός κίνδυνος προήγαγε την εσωτερικήν πειθαρχίαν. Εν πάση περιπτώσει, έχομεν μίαν ενθουσιώδη περιγραφήν από τον κάλαμον ενός αυτόπτου, του Μπερναρντίνο Οκίνο, ενός Ιταλού προτεστάντου, ο οποίος είχεν εύρει καταφύγιον εις την Γενεύην:

«Αι βλασφημίαι και αι κατάραι, η ασέλγεια, η μοιχεία και ο άσεμνος βίος, πράγματα τα οποία επικρατούν εις άλλας πόλεις όπου είχον ζήσει, εδώ είναι άγνωστα. Δεν υπάρχουν προαγωγοί και πόρναι. Ο λαός δεν γνωρίζει τι είναι τα κοσμήματα και όλοι ενδύονται κατά ευπρεπή τρόπον. Τα τυχερά παιγνίδια δεν συνηθίζονται. Η φιλανθρωπία είναι τόσον μεγάλη ώστε οι πτωχοί δεν έχουν ανάγκην να επαιτήσουν. Οι άνθρωποι νουθετούν αλλήλους κατά τρόπον αδελφικόν, όπως καθορίζει ο Χριστός. Αι δίκαι έχουν εκλείψει από την πόλιν, ούτε υπάρχει σιμωνία, φόνοι ή φατριαστικόν πνεύμα αλλά μόνον ειρήνη και φιλανθρωπία. Εξ άλλου δεν υπάρχουν εδώ όργανα ούτε ήχοι κοδώνων ούτε επεδεικτικαί ψαλμωδίαι ούτε καύσις λαμπάδων ή κανδηλίων (εις τας εκκλησίας) ούτε λείψανα ούτε εικόνες, αγάλματα, λαμπρά άμφια, ούτε φάρσαι ή ψυχραί τελεταί. Αι εκλησίαι είναι εντελώς απηλλαγμέναι από ειδωλολατρείαν».46

Τα υπάρχοντα πρακτικά του Συμβουλίου δια την περίοδον αυτήν δεν συμφωνούν πλήρως με αυτήν την έκθεσιν: αποκαλύπτουν μέγα ττοσοστόν νόθων τέκνων, εγκαταλελειμμένων βρεφών, αναγκαστικών γάμων και καταδικών εις θάνατον.47 Ο γαμβρός του Καλβίνου και η θυγάτηρ της συζύγου του ήσαν μεταξύ των καταδικασθέντων δια μοιχείαν.48 Αλλά καΙ πάλιν βραδύτερον, περί το 1610, ευρίσκομεν τον Βαλεντίνον Ανδρέου, ένα λουθηρανόν ιερέα από την Βυρτεμβέργην, ο οποίος επαινεί την Γενεύην ζηλοφθόνως:

«Όταν ήμουν εις την Γενεύην παρετήρησα κάτι το μέγα, το οποίον θα ενθυμούμαι και θα ποθώ εφ' όσον ζω. Υπάρχει εις αυτήν την πόλιν όχι μόνον ο τέλειος θεσμός μιας τελείας δημοκρατίας αλλά, ως ειδικώτερον στόλισμα, μία ηθική πειθαρχία, η οποία προβαίνει κάθε εβδομάδα εις έρευναν της διαγωγής, ακόμη και των ελαχίστων παρεκτροπών των πολιτών... Αι ύβρεις, αι βλασφημίαι, η χαρτοπαιξία, η πολυτέλεια, η διαμάχη, το μίσος, η απάτη κ.λ.π. απαγορεύονται· ενώ σπανίως αναφέρονται μεγαλύτερα αμαρτήματα. Οποίον ένδοξον κόσμημα της χριστιανικής θρησκείας είναι μία τοιαύτη αγνότης ηθών ! Θα πρέπει να θρηνώμεν με δάκρυα διότι ελλείπει από ημάς (τους Γερμανούς) και έχει σχεδόν παντελώς παραμεληθή. Εάν δεν υπήρχεν η θρησκευτική διαφορά, θα παρέμενον προσκεκολλημένος εις την Γενεύην αιωνίως».49

V.    ΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΛΒΙΝΟΥ
Ο χαρακτήρ του Καλβίνου ενηρμονίζετο με την Θεολογίαν του. Η ελαιογραφία εις την πανεπιστημιακήν βιβλιοθήκην της Γενεύης τον εικονίζει ως ένα αυστηρόν και σκυθρωπόν μυστικιστήν· μελαχροινόν αλλ' αναιμικόν χρώμα, αραιόν μαύρον γένειον, υψηλόν μέτωπον, διαπεραστικοί, αδίστακτοι οφθαλμοί. Ήτο κοντός και λεπτός και φυσικώς αδύνατος, κάθε άλλο παρά κατάλληλος δια να κρατή μίαν πόλιν εις τας χείρας του. Όπισθεν όμως του ασθενούς πλαισίου εφλέγετο ένα πνεύμα οξύ, στενόν, αφωσιεομένον και έντονον και μία σταθερά, αδάμαστος θέλησις, ίσως μία θέλησις προς εξουσίαν. Η διάνοιά του ήτο φρούριον τάξεως, καθιστώσα αυτόν σχεδόν τον Ακινάτον της προτεσταντικής θεολογίας. Η μνήμη του ήτο φορτωμένη και εν τούτοις ακριβής. Προηγείτο της εποχής του εις την αμφιβολίαν του περί της αστρολογίας, ευρίσκετο εις το επίπεδόν της απορρίπτων τον Κοπέρνικον και ολίγον οπίσω αυτής (όπως ο Λούθηρος) αποδίδων πολλά γήινα συμβεβηκότα εις τον διάβολον. Η συστολή του έκρυπτε το θάρρος του, η διστακτικότης του μετεμόρφωνε μίαν εσωτερικήν υπερηφάνειαν, η ταπεινότης του ενώπιον του Θεού εγίνετο κατά καιρούς επιβλητική αλαζονεία έναντι των ανθρώπων. Ήτο οδυνηρώς ευαίσθητος εις τας επικρίσεις και δεν ηδύνατο να ανεχθή την αντίδρασιν με την υπομονήν ενός ο οποίος δύναται να συλλάβη την δυνατότητα ότι πιθανόν να σφάλλη. Ταλαιπωρημένος από τας ασθενείας, κύπτων υπό την συνεχή εργασίαν, εξήπτετο συχνάκις και εξέσπα εις οργίλην ευγλωττίαν. Ωμολόγησεν εις τον Μπούσερ ότι εύρισκε δυσκολίας εις το να δαμάση «τό ἄγριον θηρίον τῆς ὁργῆς».50
Αι αρεταί του δεν περιελάμβανον το χιούμορ, το οποίον θα εμαλάκωνεν ίσως τας βεβαιότητάς του ούτε ένα αίσθημα του ωραίου το οποίον θα ηδύνατο να περισώση έργα εκκλησιαστικής τέχνης. Εν τούτοις δεν ήτο αμείλικτος εχθρός της χαράς· προέτρεπε τους οπαδούς του να είναι εύθυμοι, να παίζουν αθώα παιγνίδια, όπως σφαίρας και κύκλους και να απολαμβάνουν τον οίνου με μέτρον. Ηδύνατο να είναι ευγενικός και τρυφερός φίλος και αμείλικτος εχθρός, ικανός δια σκληράς κρίσεις και αυστηράν εκδίκησιν. Εκείνοι οι οποίοι τον υπηρέτουν τον εφοβούντο,51 αλλά εκείνοι τον ηγάπων περισσότερον, όσοι τον εγνώριζον καλύτερον. Σεξουαλικώς, ο βίος του δεν παρουσίασε σφάλμα. Έζη με απλότητα, έτρωγε ελάχιστα, ενήστευεν άνευ επιδείξεως, εκοιμάτο μόνον εξ ώρας ημερησίως, ουδέποτε έλαβεν άδειαν, προσέφερεν αδιστάκτως τον εαυτόν του εις ό,τι ενόμιζεν ότι ήτο υπηρεσία του Θεού. Απέρριπτεν αιτήσεις δι’ αύξησιν μισθών αλλά εμόχθει δια την εξεύρεσιν χρημάτων προς ανακούφισιν των πτωχών.

«Ἡ δύναμις τοῦ αἱρετικοῦ αὐτοῦ», έλεγεν ο πάπας Πίος Δ' «συνίστατο εἰς τοῦτο, ὃτι τό χρῆμα δέν εἶχεν οὐδέν θέλγητρον δι' αὐτόν. Ἐάν εἶχον τοιούτους ὑπηρέτας, ἡ κυριαρχία μου θά ἐξετείνετο ἀπό τῆς μιᾶς θαλάσσης εἰς τήν ἄλλην».52

Άνθρωπος με τοιούτον χαρακτήρα πρέπει να έκαμε πολλούς εχθρούς. Τους επολέμησε με δύναμιν και με την εριστικήν γλώσσαν της εποχής. Απεκάλει τους αντιπάλους του σκουπίδια, ηλιθίους, σκύλους, γαϊδάρους, γουρούνια και βρωμερά κτήνη,53 επίθετα τα οποία θα ήρμοζον μάλλον εις το πυγμαχικόν στυλ του Λουθήρου παρά εις τα ιδικά του κομψά λατινικά. Αλλά τον επροκάλουν. Μίαν ημέραν, ο Ιερώνυμος Μπολσέκ, ένας πρώην μοναχός από την Γαλλίαν, διέκοψε το κήρυγμα του Καλβίνου εντός της εκκλησίας του Αγίου Πέτρου δια να καταγγείλη το δόγμα του προορισμού ως μίαν ύβριν κατά του Θεού. Ο Καλβίνος του απήντησεν αναφέρων αποσπάσματα από την Αγίαν Γραφήν η αστυνομία συνέλαβε τον Μπολσέκ· το κονσιστόριον του απήγγειλε κατηγορίαν ότι ήτο αιρετικός. Το συμβούλιον είχε την διάθεσιν να τον καταδικάση εις θάνατον. Αλλά όταν εζητήθησαν αι γνώμαι των θεολόγων της Ζυρίχης, της Βασιλείας και της Βέρνης, αυταί απεδείχθησαν αντιφατικαί: η Βέρνη συνέστησεν επιφύλαξιν κατά τον χειρισμόν προβλημάτων πέραν της ανθρωπίνης γνώσεως — ένας νέος τόνος εις την φιλολογίαν της εποχής — ο δε Μπούλλινγκερ προειδοποίησε τον Καλβίνον ότι «πολλοί εἶναι δυσηρεστημένοι μέ ὃσα λέγεις εἰς τάς «Εἰσηγήσεις» σχετικῶς μέ τόν προορισμόν καί συνάγουν τά ἴδια συμπεράσματα μέ τόν Μπολσέκ».54 Το Συμβούλιον κατέληξεν εις τον συμβιβασμόν να τον εξορίση (1551). Ο Μπολσέκ επανήλθεν εις την Γαλλίαν και εις τον ρωμαιοκαθολικισμόν.

Σημαντικωτέρα εις αποτελέσματα ήτο η έρις του Καλβίνου με τον Ιωακείμ Βέστφαλ. Ο λουθηρανός αυτός ιερεύς του Αμβούργου κατήγγειλεν ως «σατανικάς βλασφημίας», τας απόψεις του Ζβιγγλίου και του Καλβίνου ότι ο Χριστός παρίστατο μόνον πνευματικώς κατά την Ευχαριστίαν και είχε την γνώμην ότι οι Ελβετοί μεταρρυθμισταί θα έπρεπε να αντικρούωνται όχι με τον κάλαμον των θεολόγων αλλά με την ράβδον των δικαστών (1552). Ο Καλβίνος του απήντησε με τόσον αυστηράς εκφράσεις ώστε οι συνάδελφοί του Μεταρρυθμισταί εις την Ζυρίχην, την Βασιλείαν και την Βέρνην, ηρνήθησαν να υπογράψουν την απάντησίν του. Παρ' όλα ταύτα την εξέδωσεν· ο Βέστφαλ και άλλοι λουθηρανοί επανήλθον εις την επίθεσιν· ο Καλβίνος τους εχαρακτήρισεν ως «πιθηκίζοντας τόν Λούθηρον» και μετεχειρίσθη τόσον αποτελεσματικά επιχειρήματα, ώστε πολλαί περιοχαί, έως τότε λουθηρανικοί — το Βραδεμβούργον, το Παλατινάτον και τμήματα της Έσσης, της Βρέμης, της Ανχάλτης και του Μπάντεν — προσεχώρησαν προς την ελβετικήν άποψιν και την Μεταρρυθμιστικήν Εκκλησίαν· μόνον η σιωπή του Μελάγχθονος (ο οποίος κρυφίως συνεφώνει με τον Καλβίνον) και η μεταθανάτιος ηχώ των κεραυνών του Λουθήρου, έσωσαν το υπόλοιπον της Βορείου Γερμανίας χάριν της λουθηρανικής πίστεως.

Στρεφόμενος από τας επιθέσεις αυτός προς τα δεξιά, ο Καλβίνος αντεμετώπισε μίαν ομάδα ριζοσπαστών, εσχάτως αφιχθέντων εις την Ελβετίαν από την αντιμεταρρυθμιστικήν Ιταλίαν. Ο Καίλιος Σεκούνδος Κούριο, διδάσκων εις την Λωζάννην και την Βασιλείαν, εσκανδάλισε τον Καλβίνον διακηρύξας ότι οί σεσωσμένοι — συμπεριλαμβανομένων και πολλών εθνικών — θα υπερέβαινον κατά πολύ τους κολασμένους. Ο Λαίλιος Σοκίνος, υιός ενός επιφανούς Ιταλού νομικού, εγκατεστάθη εις την Ζυρίχην, εσπούδασεν ελληνικά, αραβικά και εβραϊκά δια να κατανοήση καλύτερον την Βίβλον, έμαθε πάρα πολλά και απώλεσε την πίστιν του εις την Αγίαν Τριάδα, τον προορισμόν, το προπατορικόν αμάρτημα και την λύτρωσιν. Εξέφρασε τον σκεπτικισμόν του εις τον Καλβίνον, ο οποίος απήντησεν όσον ηδύνατο καλύτερον. Ο Σοκίνος συνεφώνησεν όπως αποφύγη την δημοσία έκφρασιν των αμφιβολιών του, βραδύτερον όμως εξεφράσθη εναντίον της εκτελέσεως του Σερβέτου και ήτο εκ των ολίγων εκείνων οι οποίοι εις την πυρετώδη αυτήν εποχήν, ετάχθησαν υπέρ της θρησκευτικής ανοχής.

Εις ένα κράτος όπου η θρησκεία και η κυβέρνησις είχον αναμιχθή εις ένα μεθυστικόν μίγμα, ήτο φυσικόν ότι αι διαρκέστεροι έριδες του Καλβίνου θα ήσαν με τους Πατριώτας και τους Λιμπερτίνους, οι οποίοι τον είχον κάποτε εκδιώξει και τώρα εθλίβοντο δια την επάνοδόν του. Οι Πατριώται ηγανάκτουν δια την γαλλικήν του καταγωγήν και τους Γάλλους υποστηρικτάς του, απεστρέφοντο την θεολογίαν του, τον απεκάλουν περιπαικτικώς Κάιν και ωνόμαζον τους σκύλους των Καλβίνους· τον εξύβριζον εις τας οδούς και πιθανώς να ήσαν αυτοί οι οποίοι μίαν νύκτα έρριψαν πενήντα πυροβολισμούς έξω της οικίας του. Οι Λιμπερτίνοι εκήρυττον μίαν πανθεϊστικήν πίστιν χωρίς διαβόλους, αγγέλους, παράδεισον, λύτρωσιν, Βίβλον και πάπαν. Η βασίλισσα Μαργαρίτα της Ναβάρρας τους εδέχθη και τους υπεστήριξεν εις την αυλήν της εις το Νεράκ και επετίμησε τον Καλβίνον δια την αυστηρότητά του έναντι αυτών.
Την 27ην Ιουνίου 1547, ο Καλβίνος εύρε καρφωμένην επί της έδρας του μίαν πινακίδα, επί της οποίας ήσαν γεγραμμένα :

«Μεγάλε υποκριτά ! Συ και οι σύντροφοί σου δεν πρόκειται να κερδίσετε μεγάλα πράγματα δια τους κόπους σας. Εάν δεν σωθήτε δια της φυγής, κανείς δεν θα δυνηθή να προλάβη την ανατροπήν σας και θα καταρασθήτε την ώραν κατά την οποίαν εγκατελείψατε το μοναστήριόν σας... Όταν οι άνθρωποι έχουν υποφέρει επί μακρόν, εκδικούνται μόνοι των... Προσέξατε μήπως έχετε την ιδίαν τύχην με τον κ. Βέρλ (ο οποίος είχε φονευθή)... Δεν θέλομεν να έχωμεν τόσους πολλούς κυρίους...»55

Ο Ιάκωβος Γκρυέ, ένας επιφανής Λιμπερτίνος συνελήφθη ως ύποπτος δια την σύνταξιν της ως άνω πινακίδος· καμμία απόδειξις δεν προσεκομίσθη. Μερικοί ισχυρίσθησαν, ότι μερικάς ημέρας προηγουμένως είχεν εκστομίσει απειλάς κατά του Καλβίνου. Εις το δωμάτιόν του ευρέθησαν έγγραφα δήθεν συντεταγμένα δια της χειρός του, αποκαλούντα τον Καλβίνον αλαζόνα και φιλόδοξον υποκριτήν και διακωμωδούντα την έμπνευσιν των Γραφών και την αθανασίαν της ψυχής. Εβασανίζετο δις της ημέρας επί τριάντα ημέρας μέχρις ότου ωμολόγησε — δεν γνωρίζομεν κατά πόσον αληθώς — ότι αυτός είχε τοποθετήσει την πινακίδα και συνωμότει με Γάλλους πράκτορας εναντίον του Καλβίνου και της Γενεύης. Την 26ην Ιουλίου, ημιθανής, εδέθη εις ένα πάσσαλον, οι πόδες του εκαρφώθησαν επ' αυτού και απεκόπη η κεφαλή του.56
Η έντασις ηυξήθη όταν, την 16ην Δεκεμβρίου 1547, οι Πατριώται και οι Λιμπερτίνοι προσήλθον ένοπλοι εις μίαν συγκέντρωσιν του μεγάλου συμβουλίου και απήτησαν να τεθή τέρμα εις την εξουσίαν του κονσιστορίου επί των πολιτών. Εις το ανώτερον σημείον μιας βιαίας ταραχής, ο Καλβίνος εισήλθεν εις την αίθουσαν, αντεμετώπισε τους εχθρικούς ηγέτας και είπε, κτυπών το στήθος του:
«Ἐάν θέλετε αἶμα, ὑπάρχουν ἀκόμη ἐδῶ μερικαί σταγόνες, κτυπήσατε λοιπόν!»
Ξίφη ανεσύρθησαν αλλά κανείς δεν διεκινδύνευσε να είναι ο πρώτος δολοφόνος. Ο Καλβίνος απηυθύνθη προς την ομήγυριν με σπανίαν μετριοπάθειαν και τελικώς έπεισεν όλας τας μερίδας να συνάψουν ανακωχήν. Εντούτοις η εμπιστοσύνη του προς τον εαυτόν του είχε κλονισθή. Την 17ην Δεκεμβρίου έγραφε προς τον Βιρέ:
«Δέν πιστεύω ὃτι ἡ Ἐκκλησία δύναται νά διατηρηθῆ ἐπί μακρόν, τουλάχιστον ὑπό τήν ἱερατείαν μου. Πίστευσέ με, ἡ δύναμίς μου συνετρίβη, ἐκτός ἐάν ὁ Θεός ἐκτείνη τήν χεῖρα του».
Αλλά η αντίδρασις διηρέθη εις μερίδας και εξησθένησε μέχρις ότου η δίκη του Σερβέτου παρουσίασε μίαν νέαν ευκαιρίαν.

VI. ΜΙΧΑΗΛ ΣΕΡΒΕΤΟΣ : 1511-53
Ο Μιγκουέλ Σερβέτο εγεννήθη εις την Βιλλανόβα (περί τα 60 μίλλια βορείως της Σαραγόσσας) και ήτο υιός συμβολαιογράφου από καλήν οικογένειαν. Εμεγάλωσεν εις μίαν εποχήν κατά την οποίαν τα συγγράμματα του Εράσμου απελάμβανον μιας προσωρινής ανοχής εις την Ισπανίαν. Είχεν επηρεασθή ολίγον από την φιλολογίαν των Εβραίων και των Μωαμεθανών. Ανέγνωσε το Κοράνιον, διεξήλθε διάφορα ραββινικά σχόλια και του είχε κάμει εντύπωσιν η σημιτική κριτική του χριστιανισμού (με τας προσευχάς του προς μίαν Τριάδα, την Παρθένον και τους αγίους) ως πολυθεϊστικού. Ο Λούθηρος τον απεκάλει «ο Μαυριτανός». Εις την Τουλούζην, όπου εσπούδασε νομικά, είδε δια πρώτην φοράν μίαν πλήρη Βίβλον, ωρκίσθη να την αναγνώση «χιλίας φοράς» και συνεκινήθη βαθέως από τα οράματα της Αποκαλύψεως. Επέτυχε την υποστήριξιν του Χουάν ντε Κουϊντάνα, εξομολογητού του Καρόλου Ε' και συνεταξείδευσε με αυτόν εις την Βολωνίαν και το Αουγκσμπουργκ (1530). Ο Μιχαήλ ανεκάλυψε τον προτεσταντισμόν, ο οποίος του ήρεσεν. Επεσκέφθη τον Οικολαμπάδιον εις την Βασιλείαν και τόν Καπίτο και τον Μπούσερ εις το Στρασβούργον. Εντός ολίγου ήτο πολύ αιρετικός δια τας απόψεις των και παρεκλήθη να τραπή προς άλλην κατεύθυνσιν.

Το 1531 και 1532 εδημοσίευσε την πρώτην και την δευτέραν έκδοσιν του βασικού του έργου, «De Trinitatis erroribus». Ήτο μάλλον συγκεχυμένον και εις μίαν τραχείαν λατινικήν η οποία θα έπρεπε να κάμη τον Καλβίνον να γελάση, αν ήτο ποτέ δυνατόν τούτο. Αλλά ο πλούτος της βιβλικής σοφίας ήτο καταπληκτικόν έργον δι' ένα εικοσαετή νεανίαν. Ο Ιησούς, κατά την άποψιν του Σερβέτου, ήτο άνθρωπος εις τον οποίον ο Θεός Πατήρ ενεφύσησε τον Λόγον, την Θείαν Σοφίαν. Κατά την έννοιαν αυτήν, ο Ιησούς έγινεν ο Υιός του Θεού· αλλά δεν ήτο ίσος καί συνάναρχος με τον Πατέρα, ο οποίος ηδύνατο να μεταδώση το ίδιον πνεύμα και εις άλλους ανθρώπους. «Ὁ Υἱός ἀπεστάλη ἀπό τόν Πατέρα κατά κανένα ἄλλον τρόπον παρά ὡς ἔνας ἀπό τούς προφήτας».57 Τούτο ευρίσκετο πολύ πλησίον με την περί Χριστού αντίληψιν του Μωάμεθ. Ο Σερβέτος επροχώρησεν εις το να δεχθή την σημιτικήν άποψιν περί τριάδος. «Ὅλοι ὃσοι πιστεύουν εἰς μίαν Τριάδα μέ οὐσίαν θεοῦ εἶναι τριθεϊσταί»· και προσέθετε, «εἶναι πραγματικοί ἄθεοι» ως αρνούμενοι τον ένα Θεόν.58 Τούτο ήτο νεανική ακρότης αλλά ο Σερβέτος επεχείρησε να μαλακώση την αίρεσίν του συνθέσας ραψωδίας περί του Χριστού ως του φωτός του κόσμου. Εν τούτοις, οι πλείστοι εκ των αναγνωστών του ησθάνοντο ότι αυτός είχε σβύσει το φως. Ως εάν ήθελε να μην αφήση κανένα λίθον χωρίς να τον ρίψη, συνετάχθη με τους Αναβαπτιστάς κατά το ότι το βάπτισμα έπρεπε να δίδεται μόνον εις τους ενηλίκους. Ο Οικολαμπάδιος και ο Μπούσερ τον απέπεμψαν και ο Σερβέτος, ακολουθήσας αντιθέτως το δρομολόγιον του Καλβίνου, έφυγεν εκ της Ελβετίας εις την Γαλλίαν (1532).

Την 17ην Ιουλίου, η Ιερά Εξέτασις εις την Τουλούζην, εξέδωσεν ένταλμα συλλήψεως εναντίον του. Εσκέφθη να μεταβή εις την Αμερικήν αλλ' εύρε τους Παρισίους πλέον ευχάριστους. Εκεί, αλλάξας το όνομά του εις Michel de Villeneuve (το όνομα της οικογενείας), εσπούδασε μαθηματικά, γεωγραφίαν, αστρονομίαν και ιατρικήν και ερωτρόπησε με την αστρολογίαν. Ο μέγας Βεσάλιος υπήρξε συσπουδαστής του εις την ανατομίαν οι δε διδάσκαλοί των τους επήνεσαν εξ ίσου. Εφιλονείκησε με τον πρύτανιν της ιατρικής σχολής και φαίνεται γενικώς, ότι προσέβαλλε με την ορμητικότητα, το πάθος και την υπερηφάνειάν του. Επροκάλεσε τον Καλβίνον εις συζήτησιν, αλλά δεν παρουσιάσθη εις τον καθορισθέντα τόπον και χρόνον (1534). Κατά την αναταραχήν, μετά τον λόγον του Κοπ και τας αιρετικάς του πινακίδας, ο Σερβέτος, όπως ο Καλβίνος, εγκατέλειψε τους Παρισίους. Εις την Λυών εδημοσίευσε μίαν επιμελημένην έκδοσιν της «Γεωγραφίας» του Πτολεμαίου. Το 1540 μετέβη εις την Βιέννην (16 μίλια νοτίως της Λυών), και εκεί έζησε μέχρι του τελευταίου του έτους ασκών την ιατρικήν και επιδιδόμενος εις την σπουδήν. Από τόσους λογίους οι οποίοι υπήρχον εις την Λυών μεταξύ των εκδοτών — τυπογράφων, εξελέγη αυτός δια να εκδώση μίαν λατινικήν μετάφρασιν της Βίβλου υπό του Σάντες Πανίνι. Το έργον τον απησχόλησεν επί τρία έτη και εξετάθη εις εξ τόμους. Εις μίαν σημείωσιν επί του χωρίου του Ησαίου ζ', 14, το οποίον ο Ιερώνυμος είχεν αποδώσει «μία παρθένος θά συλλάβη», ο Σερβέτος εξήγησεν, ότι η εβραϊκή λέξις δεν εσήμαινε παρθένος αλλά νεαρά γυνή και εξέφρασε την γνώμην του, ότι τούτο δεν ανεφέρετο προφητικώς εις την Μαρίαν αλλ' απλώς εις την σύζυγον του Εζεκίου. Υπό το αυτό πνευμα υπέδειξεν, ότι και άλλα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία εφαίνοντο προφητικά, ανεφέροντο μόνον εις σύγχρονα πρόσωπα και γεγονότα. Τούτο απεδείχθη ενοχλητικόν και εις τους προτεστάντας και εις τους ρωμαιοκαθολικούς.

Δεν γνωρίζομεν πότε ο Σερβέτος ανεκάλυψε την πνευμονικήν κυκλοφορίαν του αίματος, την μετάβασιν του αίματος από τον δεξιόν θάλαμον της καρδίας δια της πνευμονικής αρτηρίας προς τους πνεύμονας και εντός αυτών, την κάθαρσίν του εκεί δι' αερισμού και την επάνοδόv του δια της πνευμονικής φλεβός εις τον αριστερόν θάλαμον της καρδίας. Καθ' όσον είναι γνωστόν, δεν εδημοσίευσε τας ερεύνας του μέχρι του 1553, οπότε τας περιέλαβεν εις το τελικόν του έργον «Ἡ ἁποκατάστασης τῦ χριστιανισμοῦ». Εισήγαγε την θεωρίαν αυτήν εντός μιας θεολογικής πραγματείας, διότι εθεώρει το αίμα ως το ουσιώδες πνεύμα εις τον άνθρωπον και ως εκ τούτου — πολύ πιθανώτερον από την καρδίαν ἢ τόν εγκέφαλον — ήτο η πραγματική έδρα της ψυχής. Αναβάλλοντες επ’ ολίγον το πρόβλημα της προτεραιότητας του Σερβέτου εις αυτήν τήν ανακάλυψιν, σημειώνομεν απλώς, ότι είχε προφανώς συμπληρώσει την «Christianismi Restitutio» κατά τα 1546, διότι κατά το έτος τούτο ἀπέστειλε το χειρόγραφον εις τον Καλβίνον.

Αυτός ο ίδιος ο τίτλος ήτο μία πρόκλησις δια τον άνθρωπον ο οποίος είχε γράψει την «Christianae religionis institutio»· αλλά περαιτέρω, το βιβλίον απέρριπτε με οξύτητα και ως βλασφημίαν, την έννοιαν ότι ο Θεός έχει προορίσει ψυχάς δια την κόλασιν ανεξαρτήτως των προσόντων ή των αμαρτιών των. Ο Θεός, έλεγεν ο Σερβέτος, δεν καταδικάζει κανένα, ο οποίος να μην έχη καταδικάσει τον εαυτόν του. Η πίστης είναι καλή αλλά η αγάπη είναι καλυτέρα και ο ίδιος ο Θεός είναι πίστη. Ο Καλβίνος εθεώρησεν ότι ήτο αρκετή αντίκρουσις όλων αυτών η αποστολή εις τον Σερβέτον ενός αντιτύπου των «Εἰσηγήσεων». Ο Σερβέτος επέστρεψε με προσβλητικάς σημειώσεις,59 και κατόπιν έστειλε σειράν επιστολών τόσον περιφρονητικών ώστε ο Καλβίνος έγραψεν εις τον Φαρέλ (13 Φεβρουαρίου 1546):
«Ὁ Σερβέτος μοῦ ἔστειλε πρό ὀλίγου ἔνα μακροσκελῆ τόμον τῶν ἀσυναρτησιῶν του. Ἐάν συγκατατεθῶ, θα ἔλθη  ἐδῶ ἀλλά δέν θά δώσω τόν λόγον μου, διότι ἄν ἤρχετο καί ἄν ἡ ἐξουσία μου ἔχει κάποιαν ἰσχύν, δέν θά τόν ἄφημα νά φύγη ζωντανός».60
Ο Σερβέτος, οργισθείς διότι ο Καλβίνος ηρνήθη να συνέχιση την αλληλογραφίαν, έγραψεν εις τον Άβελ Πουπέν, ένα εκ των ιερέων της Γενεύης (1547):

«Τό εὐαγγέλιόν σας εἶναι ἄνευ Θεοῦ, ἄνευ πραγματικῆς πίστεως, ἄνευ καλῶν ἔργων. Ἀντί ἑνός Θεοῦ ἔχετε ἔνα τρικέφαλον κέρβερον (τήν Τριάδα μέ τόν προορισμόν ;). Ὡς πίστιν ἔχετε ἔνα ντετερμινιστικόν ὄνειρον... Ὁ ἄνθρωπος εἶναι διά σᾶς ἔνα ἀδρανές ξύλον ὁ δέ Θεός μία χίμαιρα τῆς δουλωμένης θελήσεως... Ἀποκλείετε τήν βασιλείαν τῶν οὑρανῶν ἀπό τούς ἀνθρώπους... Αἶσχος ! αἶσχος ! αἶσχος !  Αὐτή εἶναι ἡ τρίτη ἐπιστολή, τήν ὁποίαν ἔγραψα διά νά σᾶς προειδοποιήσω, διά νά μάθετε καλύτερον. Δέν θά σᾶς προειδοποιήσω πλέον. Εἱς αὐτήν τήν πάλην τοῦ Μιχαήλ γνωρίζω ὃτι ἀσφαλῶς θά ἀποθάνω... ἀλλά δέν κάμπτομαι... Ὁ Χριστός θά ἔλθη. Δέν θά βραδύνη».61

Προφανώς ο Σερβέτος ήτο κάπως περισσότερον τρελλός από ό,τι ήτο ο μέσος όρος τών ανθρώπων εις την εποχήν του. Ανήγγειλεν ότι το τέλος του κόσμου επέκειτο και ότι ο αρχάγγελος Μιχαήλ θα διεξήγεν ένα ιερόν πόλεμον εναντίον και των δύο αντίχριστων, των παπικών και των της Γενεύης και ότι αυτός, ο οποίος είχε το όνομα του αρχαγγέλου, θα επολέμα και θα έπιπτεν εις αυτόν τον πόλεμον.62 Η «Restitutio» ήτο μια πρόσκλησις εις αυτόν τον πόλεμον. Δεν είναι παράδοξον ότι συνήντησεν δυσκολίαν εις το να εύρη εκδότην. Οι τυπογράφοι της Βασιλείας την απέφυγον. Τελικώς (3 Ιανουαρίου 1553) ετυπώθη εις την Βιέννην υπό των Βαλτάσαρ Αρνουϊγιέ και Γουλιέλμου Γκιερού. Τα ονόματά των παρελείφθησαν από την θέσιν του εκδότου και ο συγγραφεύς υπέγραψε μόνον ως Μ. S. V. Επλήρωσεν όλα τα έξοδα, διώρ- θωσε τα δοκίμια και κατόπιν κατέστρεψε το χειρόγραφον. Ο τόμος είχε 734 σελίδας, διότι περιελάμβανε μίαν αναθεωρημένην μορφήν του «De Trinitatis erroribus» και τας τριάντα επιστολάς του Σερβέτου προς τον Καλβίνον.

Εκ των χιλίων αντιτύπων, εις τα οποία εξετυπώθη, μερικά απε- στάλησαν εις ένα βιβλιοπώλην της Γενεύης. Εκεί ένα εξ αυτών περιήλθεν εις τας χείρας του Γουλιέλμου Τρή, φίλου του Καλβίνου. Αι τριάντα επιστολαί κατέστησαν φανερόν εις τον Καλβίνον ότι το MSV εσήμαινε Μιχαήλ Σερβέτος εκ Βιλλανόβας. Την 26ην Φεβρουαρίου 1553, ο Τρή έγραψεν εις τον εξάδελφόν του Αντώνιον Αρνεύς, καθολικόν, διαμένοντα εις Λυών και εξέφραζε την έκπληξίν του πως ο καρδινάλιος Φραγκίσκος ντε Τουρνόν επέτρεψε την εκτύπωσιν ενός τοιούτου βιβλίου εις την διοίκησίν του. Πώς ο Τρή εγνώριζε τον τόπον της εκτυπώσεως; Ο Καλβίνος εγνώριζεν ότι ο Σερβέτος διέμενεν εις την Λυών ή την Βιέννην.
Ο Αρνεΰς παρουσίασε τήν υπόθεσιν εις τον Ματθίαν Ορύ, ιεροε- ξεταστήν εις την Λυών. Ο Ορύ ανέφερεν εις τον καρδινάλιον, ο οποίος διέταξε τον Μωζιρόν, υποκυβερνήτην της Βιέννης, να εξετάση. Την 16ην Μαρτίου ο Σερβέτος εκλήθη εις την οικίαν του Μωζιρόν. Πριν συμμορφωθή, κατέστρεψεν όλα τα έγγραφα, τα οποία θα ηδύναντο να τον ενοχοποιήσουν. Ηρνήθη ότι είχε γράψει το βιβλίον. Ο Αρνεΰς απέστειλεν εις τον Τρή μίαν αίτησιν δια περαιτέρω αποδείξεις περί της συγγραφής του βιβλίου υπό του Σερβέτου. Ο Τρή έλαβε από τον Καλβίνον μερικάς απιστολάς του Σερβέτου και τας απέστειλεν εις την Λυών. Ωμοίαζον με πολλάς επιστολάς περιεχομένας εις το βιβλίον. Την 4ην Απριλίου ο Σερβέτος συνελήφθη. Μετά τρεις ημέρας εδραπέτευσε, πηδήσας τον φράκτην ενός κήπου. Την 17ην Ιουνίου, το πολιτικόν δικαστήριον της Βιέννης τον κατεδίκασεν, εις περίπτωσιν καθ' ην θα ανευρίσκετο, να καή ζων εις βραδείαν πυράν.

Ο Σερβέτος περιεπλανήθη ανά την Γαλλίαν επί τρεις μήνας. Απεφάσισε να ζητήση καταφύγιον εις την Νεάπολιν και να υπάγη εκεί μέσω Γενεύης. Δι' αγνώστους λόγους παρέμεινε εις την Γενεύην επί ένα μήνα υπό ψευδώνυμον. Εν τω μεταξύ εκανόνιζε την μετάβασίν του εις την Ζυρίχην. Την Κυριακήν, 13ην Αυγούστου, μετέβη εις την εκκλησίαν, δια να αποφύνη ίσως εξέτασιν εκ μέρους των αρχών. Ανεγνωρίσθη. Ο Καλβίνος επληροφορήθη τούτο και διέταξε την σύλληψίν του. Ο Καλβίνος εξήγησε την ενέργειάν του αυτήν εις μίαν μεταγενεστέραν επιστολήν του (9 Σεπτεμβρίου 1553): «Ὅταν οἱ παπισταί εἶναι τόσον τραχεῖς καί βίαιοι εἱς τήν ὑπεράσπισιν τῶν δεισιδαιμονιῶν των ὤστε νά μαίνωνται ἀπανθρώπως διά νά χύσουν ἀθώον αἶμα, δέν ἐντρέπονται οἱ χριστιανοί δικασταί νά δειχθοῦν ὀλιγώτερον ἔνθερμοι εἱς τήν ὑπεράσπισιν τῆς ασφαλοῦς πίστεως;» Το μικρόν συμβούλιον ηκολούθησε την υπόδειξιν του Καλβίνου και εξουδετέρωσε την αγριότητά του. Εφ' όσον ο Σερβέτος ήτο μόνον διερχόμενος και όχι πολίτης υποκείμενος εις τους νόμους της Γενεύης, το συμβούλιον δεν ηδύνατο νομίμως να κάμη άλλο τι παρά να τον εξορίση.
Ενεκλείσθη εις το πρώην επισκοπικόν ανάκτορον, το οποίον τώρα ήτο φυλακή. Δεν υπεβλήθη εις βασανιστήρια εκτός εκείνων, τα οποία έφερεν από τας φθείρας, αι οποίαι έβριθον εις το κελλίον του. Του επετράπη να έχη χάρτην και μελάνην και ο,τιδήποτε βιβλία ήθελε να αγοράση, ο δε Καλβίνος του εδάνεισε μερικούς τόμους των αρχαίων πατέρων. Η δίκη διεξήχθη με προσοχήν και διήρκεσεν πλέον των δύο μηνών. Το κατηγορητήριον συνετάχθη από τον Καλβίνον εις 38 άρθρα, υποστηριζόμενον από παραπομπάς εις τα έργα του Σερβέτου. Μία κατηγορία ήτο, ότι είχε δεχθή την περιγραφήν της Ιουδαίας υπό του Στράβωνος ως ερήμου χώρας, ενώ η Βίβλος την απεκάλει χώραν εις την οποίαν έρρεε μέλι καί γάλα.63 Αι βασικαί κατηγορίαι ήσαν, ότι ο Σερβέτος είχεν αποκηρύξει την Τριάδα και το βάπτισμα των βρεφών· κατηγορήθη επίσης, ότι είχεν «εἰς τό πρόσωπον τοῦ Καλβίνου δυσφημήσει τά δόγματα τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γενεύης».64 Την 17ην και την 21ην Αυγούστου, ο Καλβίνος ενεφανίσθη αυτοπροσώπως ως κατήγορος. Ο Σερβέτος υπερήσπισε τας απόψεις του με θράσος, ακόμη και τον πανθεϊσμόν. Κατά μίαν παράδοξον συνεργασίαν εχθρικών ομολογιών, το προτεσταντικόν συμβούλιον της Γενεύης ηρώτησε τους ρωμαιοκαθολικούς δικαστάς της Βιέννης δια λεπτομερείας των κατηγορών, αι οποίαι είχον απαγγελθή εκεί κατά του Σερβέτου. Μία νέα κατηγορία ήτο σεξουαλική ανηθικότης· ο Σερβέτος απήντησεν, ότι η κήλη τον είχε καταστήσει από μακρού χρόνου ανίκανον και ως εκ τούτου δεν είχε νυμφευθή.65 Κατηγορήθη περαιτέρω, ότι εις την Βιέννην παρέστη εις καθολικήν λειτουργίαν επρόβαλεν ως δικαιολογίαν τον φόβον της καταδίκης εις θάνατον. Ημφεσβήτησε την αρμοδιότητα ενός πολιτικού δικαστηρίου να δικάση υποθέσεις περί αιρέσεως· διεβεβαίωσε το δικαστήριον, ότι δεν είχε μετάσχει εις στασιαστικάς πράξεις και δεν είχε παραβή τους νόμους της Γενεύης και εζήτησεν ένα δικηγόρον, γνωρίζοντα καλύτερον από αυτόν τους νόμους τούτους, δια να τον βοηθήση εις την υπεράσπισίν του. Αι αιτήσεις αυταί απερρίφθησαν. Η γαλλική ιερά Εξέτασις έστειλεν ένα πράκτορά της εις την Γενεύην και εζήτησε να αποσταλή ο Σερβέτος εις την Γαλλίαν δια την εκτέλεσιν της εναντίον αυτού εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως. Ο Σερβέτος, με δάκρυα εις τους οφθαλμούς, παρεκάλεσε το συμβούλιον να απορρίψη την αίτησιν αυτήν. Τούτο και έγινεν· αλλά η αίτησις ίσως να παρεκίνησε το συμβούλιον, όπως φθάση την Ιεράν Εξέτασιν εις αυστηρότητα.

Την 1ην Σεπτεμβρίου, δύο εχθροί του Καλβίνου, ο Αμί Περρέν και ο Φιλιμπέρ Μπερτελιέ, επέτυχον να συγκαταλεχθούν εις τους δικαστάς της υποθέσεως αυτής. Ενέπλεξαν τον Καλβίνον εις συζητήσεις άνευ αποτελέσματος· αλλά έπεισαν το συμβούλιον να συμβουλευθή τας άλλας εκκλησίας της προτεσταντικής Ελβετίας περί του τρόπου καθ' ον έπρεπε να μεταχειρισθή τον Σερβέτον. Την 2αν Σεπτεμβρίου η ηγεσία του Καλβίνου επί της πόλεως υπέστη νέαν πρόκληση  ενώπιον του συμβουλίου εκ μέρους των Πατριωτών και των Λιμπερτίνων. Ο Καλβίνος επέζησε της καταιγίδος αλλά η προφανής επιθυμία της αντιπολιτεύσεως να σώση τον Σερβέτον, πιθανόν να εσκλήρυνε τον Καλβίνον εις την δίωξιν του αιρετικού μέχρι θανάτου. Εν τούτοις, πρέπει να σημειώσωμεν ότι ο κύριος κατήγορος κατά την δίκην ήτο ο Λιμπερτίνος Κλαύδιος Ριγκώ.66

Την 3ην Σεπτεμβρίου, ο Σερβέτος παρουσίασεν εις το συμβούλιον μίαν έγγραφον απάντησιν εις τας 38 κατηγορίας, τας οποίας του απήγγειλεν ο Καλβίνος. Αντέκρουσεν έκαστον σημείον με εύστροφα επιχειρήματα και με παραπομπάς εις την Βίβλον ή εις τους πατέρας. Ημφεσβήτησε το δικαίωμα του Καλβίνου να παρεμβαίνη εις την δίκην και τον απεκάλεσε μαθητήν του Σίμωνος Μάγου, εγκληματίαν και φονέα.67 Ο Καλβίνος απήντησεν εις 23 σελίδας· ετέθησαν υπ' όψει του Σερβέτου, ο οποίος τας επέστρεψεν εις το συμβούλιον με διάφορα σχόλια εις τα περιθώρια, ως π.χ. «ψεύστης», «ἀπατεών», «ὐποκριτής», «ἄθλιον κάθαρμα».68 Πιθανώς η καταπόνησις από μίαν φυλάκισιν επί ένα μήνα και από το πνευματικόν μαρτύριον να είχε κάμψει την αυτοκυριαρχίαν του Σερβέτου. Αι εκθέσεις του Καλβίνου επί της δίκης, είναι και αυταί συντεταγμένοι κατά τον τρόπον της εποχής· γράφει περί του Σερβέτου ότι «ὁ βρωμερός σκύλος ἐσκούπισε τό ρὐγχος του»· «ὁ δόλιος κακοήθης» μολύνει εκάστην σελίδα με «ἀσεβεῖς ἀνοησίας».69 Ο Σερβέτος εζή- τησεν από το συμβούλιον να εναγάγη τον Καλβίνον ως «παραποιοῦντα τήν ἀλήθειαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», να «τον ἐξολοθρεύση», να δημεύση τα υπάρχοντά του και με αυτά να αποζημιώση τον Σερβέτον δια τας ζημίας, τας οποίας υπέστη εκ των ενεργειών του Καλβίνου. Η πρότασις αυτή δεν έγινεν ευμενώς δεκτή.

Την 18ην Οκτωβρίου έφθασαν αι απαντήσεις από τας ελβετικάς εκκλησίας, των οποίων είχε ζητηθή η γνώμη· όλαι συνέστησαν την καταδίκην του Σερβέτου, καμμία την εκτέλεσίν του. Την 25ην Οκτωβρίου, ο Περρέν κατέβαλε την τελευταίαν προσπάθειαν να τον σώση, εισηγηθείς την επανάληψιν της δίκης ενώπιον του συμβουλίου των διακοσίων. Η πρότασίς του απερρίφθη. Την 26ην το μικρόν συμβούλιον, χωρίς να μειοψηφίση κανένα μέλος του, εξέδωσεν απόφασιν καταδίκης εις θάνατον δια δύο σημεία αιρέσεως: θεϊσμόν  και απόρριψιν του βαπτίσματος των βρεφών. Όταν ο Σερβέτος ήκουσε την απόφασιν, λέγει ο Καλβίνος, «ἐστέναξεν ὡς τρελλός καί... ἐκτύπα τό στήθος του καί ἐφώναζεν ἱσπανιστί Misericordia! Misericordia!» Εζήτησε να ομιλήση με τον Καλβίνον· τον παρεκάλεσε να του δοθή χάρις· ο Καλβίνος δεν του προσέφερε παρά να του δώση την τελικήν παρηγορίαν της αληθούς θρησκείας εάν θα απεκήρυττε τας αιρέσεις του. Ο Σερβέτος δεν ηθέλησεν. Εζήτησε να αποκεφαλισθή αντί να καή. Ο Καλβίνος ήτο διατεθειμένος να υποστηρίξη αυτήν την αίτησιν αλλά ο γέρων Φαρέλ, με τον ενα πόδα εις τον τάφου, τον επέπληξε δια την τόσην του ανεκτικότητα· και το συμβούλιον εψήφισεν όπως ο Σερβέτος καή ζών.70

Η απόφασις εξετελέσθη την επομένην πρωΐαν, 27 Οκτωβρίου 1553, εττί του λόφου Σαμττέλ, ακριβώς προς νότον της Γενεύης. Καθ' οδόν ο Φαρέλ προέτρεπε τον Σερβέτον να επιτύχη το θείον έλεος εξομολογούμενος το έγκλημα της αιρέσεως· κατά τον Φαρέλ, ο κατάδικος απήντησε: «Δέν εἶμαι ἔνοχος· δέν εἶμαι ἄξιος θανάτου», καί ικέτευσε τον Θεόν να συγχωρήση τους κατηγόρους του.71 Προσεδέθη επί ενός πασσάλου με σιδηράς αλύσεις και το τελευταίον του βιβλίον εδέθη εις το πλευρόν του. Όταν αι φλόγες έφθασαν εις το πρόσωπόν του εξέβαλε κραυγάς αγωνίας. Μετά μισής ώρας καύσιν απέθανε.
 
VII. ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ
Ρωμαιοκαθολικοί και προτεστάνται ηνώθησαν εις την έγκρισιν της καταδίκης. Η Ιερά Εξέτασις της Βιέννης, από την οποίαν είχεν αφαιρεθή η ζωντανή λεία της, έκαυσεν ένα ομοίωμα του Σερβέτου. Ο Μελάγχθων, εις μίαν επιστολήν του προς τον Καλβίνον και τον Μπούλλινγκερ, εξέφρασεν «εὐχαριστίας πρός τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ», δια «τήν τιμωρίαν αὐτοῦ τοῦ βλασφήμου ἀνθρώπου» και απεκάλεσε την καύσιν «ἔνα εὐλαβές καί ἀξιομνημόνευτον παράδειγμα διά τάς ἐπερχομένας γενεάς».73 Ο Μπούσερ διεκήρυξεν από της έδρας του εις το Στρασβούργου, ότι ο Σερβέτος ήξιζε να «ξεκοιλιασθῆ» και να κοπή εις τεμάχια.74 Ο Μπούλλινγκερ, κατά γενικόν κανόνα φιλάνθρωπος, συνεφώνησεν, ότι οι πολιτικοί δικασταί πρέπει να τιμωρούν την βλασφημίαν με θάνατον. 75
Εν τούτοις, ακόμη και εις τας ημέρας του Καλβίνου, μερικαί φωναί ωμίλησαν υπέρ του Σερβέτου. Ένας Σικελός έγραψεν ένα μακρόν ποίημα «De injusto Serveti incendio». Ο αναβαπτιστής Δαυίδ Ζορίς εκ Βασιλείας, εδημοσίευσε μίαν διαμαρτυρίαν κατά της εκτελέσεως, αλλά υπό ψευδώνυμου· μετά τον θάνατόν του ανεκαλύφθη, ότι αυτός την είχε γράψει· το σώμα του εξετάφη και εκάη δημοσία (1566). Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Καλβίνου κατεδίκασαν, φυσικά, την εκ μέρους του μεταχείρισιν του Σερβέτου και μερικοί από τους φίλους του κατέκριναν την αυστηρότητα της καταδίκης ως ενθαρρύνουσαυ τους καθολικούς της Γαλλίας να εφαρμόζουν την θανατικήν ποινήν ευαντίον των Ουγενότων. Φαίνεται, ότι αι τοιαύται επικρίσεις είχον λάβει ευρείαν έκτασιν, διότι τον Φεβρουάριον του 1554, ο Καλβίνος εξέδωσε μίαν «Defensio Orthodoxae fidei de sacra Trinitate contra prodigiosos errores Michaelis Serveti». Εάν, υπεστήριζε, πιστεύωμεν εις την θεοπνευστίαν της Βίβλου, τότε γνωρίζομεν την αλήθειαν και όλοι όσοι αντιτίθενται εις αυτήν είναι εχθροί και βλάσφημοι του Θεού. Επειδή το αδίκημά των είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερον από οιονδήποτε άλλο έγκλημα, η πολιτική εξουσία πρέπει να τιμωρή τους αιρετικούς ως χειροτέρους από τους δολοφόνους· διότι ο δολοφόνος φονεύει απλώς το σώμα, ενώ η αίρεσις, όταν γίνη αποδεκτή, καταδικάζει την ψυχήν εις την αιωνίαν κόλασιν. (Αυτή ήτο ακριβώς και η ρωμαιοκαθολική θέσις). Επί πλέον, ο ίδιος ο Θεός μας έδωσε ρητήν εντολήν να φονεύωμεν τους αιρετικούς, να πατάσσωμεν δια του ξίφους πάσαν πόλιν, η οποία εγκαταλείπει την λατρείαν της αληθούς πίστεως, η οποία απεκαλύφθη υπ' Αυτού. Ο Καλβίνος ανέφερε τα απάνθρωπα διατάγματα του Δευτερονομίου ιγ', 5-15· ιζ', 2-5· της Εξόδου κβ', 20 και του Λευϊτικού κδ', 16 και στηριζόμενος εις αυτά υπεστήριζε με πράγματι φλογεράν ευγλωττίαν:

«Οιοσδήποτε θα ίσχυρισθῆ ὃτι ἔγινεν ἀδικία εἰς τούς αἱρετικούς καί τούς βλασφήμους μέ τήν τιμωρίαν των, γίνεται ὁ ἴδιος συνένοχος τοῦ εγκλήματός των... Δέν πρόκειται ἐδῶ περί ἀνθρωπίνης ἐξουσίας· εἶναι ὁ Θεός ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ καί εἶναι φανερόν ποῖον νόμον θά ἐτήρει εἰς τήν Ἐκκλησίαν μέχρις ἀκόμη τῆς συντελείας τοῦ κόσμου. Διά ποῖον λοιπόν λόγον ἀπαιτεῖ ἀπό ἡμᾶς τόσον ἄκραν αὐστηρότητα, ἐάν δέν εἶναι διά νά μας δείξη ὅτι δέν ἀπονέμεται ἡ πρέπουσα τιμή εἰς Αὐτόν ἐφ' ὅσον δέν θέτωμεν τήν ὑπηρεσίαν Του ὑπεράνω πάσης ἀνθρωπίνης σκέψεως, ὡστε νά μή φειδώμεθα οὔτε συγγενῶν πάσης φύσεως καί νά λησμονῶμεν πάντα ἀνθρωπισμόν, ὅταν θά πρόκειται νά πολεμήσωμεν διά τήν δόξαν Του»; 76

Ο Καλβίνος κατέληξεν εις ηπιώτερα συμπεράσματα, συμβουλεύσας έλεος προς εκείνους, των οποίων αι αιρέσεις δεν είναι βασικαί ή ωφείλοντο σαφώς εις αμάθειαν ή αδυναμίαν του πνεύματος. Αλλ' ενώ κατά γενικόν κανόνα παρεδέχετο τον απόστολον Παύλον ως οδηγόν του, ηρνείτο να χρησιμοποιήση το σύστημα του Παύλου να κηρύττη τον παλαιόν νόμον ακυρούμενον από τον νέον. Πράγματι, η θεοκρατία, την οποίαν εφαίνετο ότι είχεν ιδρύσει, θα είχε καταρρεύσει εις αταξίαν, εάν επετρέπετο η δημοσία ανάπτυξις των διαφορών ως προς την πίστιν.
Τι είχεν απογίνει, εν τω μεταξύ, το ερασμιακόν πνεύμα της ανε- κτικότητος ; Ο Έρασμος υπήρξεν ανεκτικός, διότι δεν ήτο βέβαιος. Ο Λούθηρος και ο Μελάγχθων εγκατέλειπον την ανεκτικότητα εφ' όσον επροχώρουν προς την βεβαιότητα· ο Καλβίνος, μ μοιραίαν πρωιμότητα, υπήρξε βέβαιος σχεδόν από του εικοστού έτους της ηλικίας του. Ολίγοι ουμανισταί, οι οποίοι είχον σπουδάσει την κλασσικήν σκέψιν και δεν είχον επιστρέψει έντρομοι εις τους κόλπους της καθολικής εκκλησίας, από αηδίαν προς την βιαιότητα των θεολογικών ερίδων, εξηκολούθουν να συνιστούν διστακτικώς ότι η βεβαιότης εις την θρησκείαν και την φιλοσοφίαν είναι ανεπίτευκτος και ότι κατά συνέπειαν οι θεολόγοι και οι φιλόσοφοι δεν θα έπρεπε να φονεύουν.

Ο ουμανιστής, ο οποίος ωμίλησε σαφέστερον περί ανεκτικότητος εν μέσω της συρράξεως των βεβαιοτήτων υπήρξεν επί ένα διάστημα ένας εκ των στενωτέρων φίλων του Καλβίνου. Ο Σεβαστιανός Καστέλλιο, γεννηθείς εις τον γαλλικόν Ιούραν το 1515, εσπούδασε λατινικά, ελληνικά και εβραϊκά, εδίδαξεν ελληνικά εις την Λυών, έζησε μαζί με τον Καλβίνον εις το Στρασβούργον, διωρίσθη υπ' αυτού πρύτανις της λατινικής σχολής εις την Γενεύην (1541) και ήρχισεν εκεί την μετάφρασιν ολοκλήρου της Βίβλου εις κικερώνεια λατινικά. Ενώ εθαύμαζε τον Καλβίνον ως άνθρωπον, απηχθάνετο το δόγμα του προορισμού και ηγανάκτει υπό την νέαν πειθαρχίαν του σώματος και του πνεύματος. Το 1544, κατηγόρησε τους ιερείς της Γενεύης δι' αδιαλλαξίαν, ακολασίαν και μέθην. Ο Καλβίνος παρεπονέθη εις το συμβούλιον. Ο Καστέλλιο ευρέθη ένοχος συκοφαντίας και εξωρίσθη (1544). Επί εννέα έτη έζησεν εις μεγάλην πενίαν, προστατεύων πολυμελή οικογένειαν και εργαζόμενος την νύκτα δια την έκδοσιν των Γραφών. Την ετελείωσε το 1551. Κατόπιν, κινούμενος από τον πόθον δια τον ήρεμον μόχθον της λογιότητος, ήρχισε πάλιν από τό α', 1 της Γενέσεως και μετέφρασε την Βίβλον εις την γαλλικήν. Τελικώς (1553) επέτυχε μίαν καθηγεσίαν της ελληνικής εις το Πανεπιστήμιον της Βασιλείας. Συνεπάθει τους θεϊστάς, επόθει να βοηθήση τον Σερβέτον και εσκανδαλίσθη δια την εκ μέρους του Καλβίvou υποστήριξιν της εκτελέσεως. Υπό ψευδώνυμα, αυτός και ο Καίλιος Κούριο εδημοσίευσαν (Μάρτιος 1554) το πρώτον νεώτερον κλασσικόν έργον περί της ανεκτικότητος: «De haereticis an sint persequendi» (Εάν οι αιρετικοί πρέπει να διώκωνται).

Το κύριον σώμα του βιβλίου ήτο μια ανθολογία, συλλεγείσα από τον Κούριο, χριστιανικών εκκλήσεων προς ανεκτικότητα, από του Λακταντίου και του Ιερωνύμου μέχρι του Εράσμου, του Λουθήρου εις τα πρώτα του έργα και αυτύ του Καλβίνου. Ο Καστέλλιο συνεισέφερε τα επιχειρήματα εις τον πρόλογον και τον επίλογον. Επί εκατοντάδας ετών, ετόνιζεν, οι άνθρωποι συνεζήτουν την ελευθέραν βούλησιν, τον προορισμόν, τον παράδεισον και την κόλασιν, τον Χριστόν και την Τριάδα και άλλα δύσκολα θέματα· εις ουδεμίαν συμφωνίαν κατέληξαν πιθανόν να μη καταλήξουν ποτέ. Αλλά και δεν είναι αναγκαία τοιαύτη συμφωνία, είπεν ο Καστέλλιο. Αι συζητήσεις αυταί δεν κάμνουν τους ανθρώπους καλυτέρους· εκείνο το οποίον χρειαζόμεθα είναι να μεταφέρωμεν το πνεύμα του Χριστού εις την καθημερινήν ζωήν μας, να τρέφωμεν τους πτωχούς, να βοηθώμεν τους ασθενείς και να αγαπώμεν ακόμη και τους εχθρούς μας. Του εφαίνετο γελοίον ότι όλαι αι νέαι αιρέσεις, όπως και η παλαιά Εκκλησία, ισχυρίζονται ότι κατέχουν την απόλυτον αλήθειαν και καθιστούν τας πίστεις των υποχρεωτικάς εις εκείνους, επί των οποίων διαθέτουν φυσικήν ισχύν. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι ένας άνθρωπος θεωρείται ως έχων ορθήν πίστιν όταν ευρίσκεται εις μίαν πόλιν και γίνεται αιρετικός μόλις εισέλθη εις μίαν άλλην θα πρέπει να αλλάζη την θρησκείαν του εις τα σύνορα, όπως κάμνει με τα χρήματά του. Είναι δυνατόν να φαντασθώμεν τον Χριστόν να διατάσση να καή ένας άνθρωπος ζων διότι υποστηρίζει το βάπτισμα των ενηλίκων ; Οι μωσαϊκοί νόμοι, οι οποίοι απήτουν τον θάνατον των αιρετικών, αντικατεστάθησαν από τον νόμον του Χριστού, ο οποίος είναι νόμος ελέους και όχι δεσποτισμού και τρομοκρατίας. Εάν ένας άνθρωπος αρνήται την μετά θάνατον ζωήν και απορρίπτη πάντα νόμον, δύναται (λέγει ο Καστέλλιο) να εξαναγκασθή δικαίως εις σιωπήν από τον δικαστήν, όχι όμως και να φονευθή. Επί πλέον (εσκέπτετο) η καταδίωξις των πεποιθήσεων είναι ματαία: το μαρτύριον δια μίαν ιδέαν διαδίδει την ιδέαν πολύ ταχύτερον από ό,τι θα έπραπεν ο μάρτυς εάν του επετρέπετο να ζήση. Οποία τραγωδία (κατέληγεν), ότι εκείνοι οι οποίοι μόλις εσχάτως είχον απελευθερωθή από την τρομεράν Ιεράν Εξέτασιν, επρόκειτο τόσον συντόμως να μιμηθούν την τυραννίαν της, επρόκειτο τόσον συντόμως να ωθήσουν τούς ανθρώπους εις κιμμέριον σκότος μετά μίαν τάσον ευχάριστον αυγήν ! 77

Γνωρίζων τα αισθήματα του Καστέλλιο, ο Καλβίνος ανεγνώρισεν αμέσως την χείρα του εις το «De haereticis». Ανέθεσε το έργον της απαντήσεως προς αυτό, εις τον λαμπρότερον εκ των μαθητών του, τον Θεόδωρον ντε Μπέσζ ή Μπέζ ή Μπέζα. Γεννηθείς εις το Βεζελαί από αρι- στοκρατικήν οικογένειαν, ο Θεόδωρος εσπούδασε νομικά εις την Ορλεάνην και την Μπούρζ, ήσκησε το νομικόν επάγγελμα επιτυχώς εις τους Παρισίους, έγραψε λατινικά ποιήματα, έθελξε πολλάς γυναίκας με το πυεύμα του, ακόμη περισσοτέρας με την ευπορίαν του, έζησεν ένα εύθυμον βίον, ενυμφεύθη, ησθένησεν επικινδύνως, υπέστη ένα προσηλυτισμόν εις την κλίνην της ασθενείας του αντίθετον προς τον του Λοϋόλα, ησπάσθη τον προτεσταντισμόν, έφυγεν εις Γενεύην, παρουσιάσθη εις τον Καλβίνον και έγινε καθηγητής της ελληνικής εις το Πανεπιστήμιον της Λωζάννης. Είναι άξιον προσοχής το ότι ένας προτεστάντης πρόσφυξ από την καταδιώκουσαν τους Ουγενότους Γαλλίαν, ανέλαβε να υποστηρίξη την καταδίωξιν. Το έπραξε με την δεξιοτεχνίαν ενός δικηγόρου και την αφοσίωσιν ενός φίλου. Τον Σεπτέμβριον του 1554 εξέδωσε το έργον του «De haereticis a civili magistratu puniendis libellus» (Βιβλιάριον περί του καθήκοντος των πολιτικών δικαστών να τιμωρούν τους αιρετικούς). Ετόνισε πάλιν ότι η θρησκευτική ανεκτικότης είναι αδύνατος δι' εκείνον ο οποίος παραδέχεται την θείαν έμπνευσιν των Γραφών. Αλλά εάν απορρίψωμεν την Βίβλον ως λόγον του Θεού, επί ποίας βάσεως θα οικοδομήσωμεν την θρησκευτικήν πίστιν, η οποία είναι τόσον φανερώς απαραίτητος— αν λάβωμεν υπ'όψει την φυσικήν κακίαν των ανθρώπων— δια την ηθικήν συγκράτησιν, την κοινωνικήν τάξιν και τον πολιτισμόν; Τίποτε δεν θα απέμενε τότε παρά χαώδης αμφιβολία η οποία θα αποσυνέθετε τον χριστιανισμόν. Δι' ένα ειλικρινώς πιστεύοντα εις την Βίβλον δύναται να υπάρχη μόνον μια θρησκεία. Όλαι αι άλλαι πρέπει να είναι ψευδείς ή ατελείς. Ναι, η Καινή Διαθήκη κηρύττει ένα νόμον αγάπης αλλά δεν μας απαλλάσσει από την τιμωρίαν των κλεπτών και των φονέων κατά ποίον λοιπόν τρόπον μας εξουσιοδοτεί να οικτίρωμεν τους αιρετικούς;

Ο Καστέλλιο επανήλθεν εις τον αγώνα με μίαν πραγματείαν «Contra libellum Calvini» αλλ' αυτή παρέμεινεν αδημοσίευτος επί μισόν αιώνα. Εις ένα άλλο χειρόγραφον «De arte dubitandi» επρόλαβε τον Καρτέσιον καταστήσας την «τέχνην τῆς ἀμφιβολίας» το πρώτον βήμα προς αναζήτησιν της αληθείας. Εις «Τέσσαρας διάλογους» (1578) υπερήσπισε την ελευθέραν βούλησιν και την δυνατότητα της οικουμενικής σωτηρίας. Το 1562 εις το έργον του «Conseil a la France desolee» απηυθύνθη ματαίως προς ρωμαιοκαθολικούς και προτεστάντας να σταματήσουν τους εμφυλίους πολέμους, οι οποίοι ηρήμωνον την Γαλλίαν και να επιτρέψουν εις πάντα πιστεύοντα εις τον Χριστόν «νά ὑπηρετῆ τόν Θεόν ὄχι συμφώνως πρός τήν πίστιν ἄλλων ἀνθρώπων ἀλλά πρός τήν ἰδικήν του».78 Κανείς σχεδόν δεν έδωσε σημασίαν εις μίαν φωνήν τόσον παράτονον πρός την εποχήν. Ο Καστέλλιο απέθανε πτωχός εις ηλικίαν 48 ετών (1563). Ο Καλβίνος εκήρυξε τον πρόωρον θάνατον του ως δικαίαν κρίσιν ενός δικαίου Θεού. 

VIII. Ο ΚΑΛΒΙΝΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ: 1554 - 64
Ισως ο Καλβίνος να εγνώριζε την μυστικήν κλίσιν του Καστέλλιο προς τον θεϊσμόν (πίστιν εις Θεόν όχι τρισυπόστατον και κατά συνέπειαν απάρνησιν της θεότητος του Χριστού) και δύναται να συγχωρηθή ότι είδεν εις την βασικήν αυτήν αμφιβολίαν την αρχήν του τέλους του χριστιανισμού. Εφοβείτο αυτήν την αίρεσιν ακόμη περισσότερον διότι την εύρεν εντός αυτής ταύτης της Γενεύης και προ παντός μεταξύ των προτεσταντών· φυγάδων εξ Ιταλίας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έβλεπον να υπάρχη νόημα εις την αντικατάστασιν της ακατανοήτου μετουσιώσεως δια του ακατανοήτου προορισμού· η ανταρσία των προσέβαλλε την βασικήν προϋπόθεσιν του χριστιανισμού, ότι ο Χριστός ήτο ο Υιός του Θεού. Ο Ματθαίος Γκριμπάλντι, καθηγητής της νομικής εις την Πάδουαν, είχε μίαν θερινήν οικίαν πλησίον της Γενεύης. Κατά την διάρκειαν της δίκης του Σερβέτου ωμίλησε τολμηρώς εναντίον της πολιτικής τιμωρίας δια θρησκευτικάς γνώμας και υπεστήριξεν ελευθερίαν λατρείας δι' όλους. Κληθείς ενώπιον του συμβουλίου, εξωρίσθη ως ύποπτος δια θεϊσμόν (1559). Επέτυχε τον διορισμόν του ως καθηγητού του δικαίου εις το Πανεπιστήμιον της Τυβίγγης. Ο Καλβίνος έστειλεν εκεί πληροφορίας περί των αμφιβολιών του Γκριμπάλντι· το Πανεπιστήμιον τον επίεσε να υπογράψη μίαν ομολογίαν πίστεως εις την Τριάδα· αντί τούτου, ο Γκριμπάλντι κατέφυγεν εις την Βέρνην, όπου απέθανεν από την πανώλην το 1564. Ο Γεώργιος Μπλαντράτα, Ιταλός ιατρός εγκατεστημένος εις την Γενεύην, εκλήθη ενώπιον του συμβουλίου κατηγορούμενος ότι ημφεσβήτει την θεότητα του Χριστού. Κατέφυγεν εις την Πολωνίαν όπου εύρε κάποιαν ανοχήν δια την αίρεσίν του. Ο Βαλεντίνος Τζεντίλε εκ Καλαβρίας, εξέφρασεν απροκαλύπτως θεϊστικάς ιδέας εις την Γενεύην, ερρίφθη εις τας φυλακάς, κατεδικάσθη εις θάνατον (1557), απηρνήθη, αφέθη ελεύθερος, μετέβη εις την Λυών, συνελήφθη από τας ρωμαιοκαθολικάς αρχάς αλλ' απελύθη κατόπιν της διαβεβαιώσεώς του ότι το κυριώτερον ενδιαφέρον του ήτο να αντικρούση τον Καλβίνον. Συνήντησε τον Μπλαντράτα εις την Πολωνίαν, επέστρεψεν εις την Ελβετίαν, συνελήφθη από τας αρχάς της Βέρνης, κατεδικάσθη δι' επιορκίαν και αίρεσιν και απεκεφαλίσθη (1566).

Εν μέσω των αγώνων τούτων δια τον Κύριον, ο Καλβίνος εξηκολούθει να ζη με απλότητα και να κυβερνά την Γενεύην με την δύναμιν μιας προσωπικότητος ωπλισμένης με τας πλάνας των οπαδών του. Η θέσις του καθίστατο ισχυροτέρα εφ’ όσον τα έτη της επέτρεπον να σταθεροποιήται. Η μόνη του αδυναμία ήτο φυσική. Πονοκέφαλοι, άσθμα, δυσπεψία, λίθοι, αρθρίτις και πυρετός εταλαιπώρουν και αδυνάτιζον το σώμα του και έκαμαν το πρόσωπόν του να εκφράζη μονίμως αυστηρότητα και ζοφερότητα. Μία μακρά ασθένεια 1558-59 τον άφησε χωλόν και εξησθενημένον με επανειλημμένας αιμορραγίας των πνευμόνων. Από τότε ήτο ηναγκασμένος να παραμένη κλινήρης το μεγαλύτερον μέρος του χρόνου του· εν τούτοις εξηκολούθει να μελετά, να διευθύνη και να κηρύττη έστω και εάν έπρεπε να μεταφερθή εις την εκκλησίαν επί φορείου. Την 24ην Απριλίου 1564 έκαμε την διαθήκην του, πλήρης εμπιστοσύνης δια την εκλογήν του εις την αιωνίαν δόξαν. Την 26ην οι σύνδικοι και το συμβουλίον ήλθον παρά την κλίνην του· τους εζήτησε συγγνώμην δια τας εκρήξεις της οργής του και τους παρεκάλεσε να παραμείνουν σταθερώς εις το καθαρόν δόγμα της Μεταρρυθμισθείσης Εκκλησίας. Ο Φαρέλ, ογδοηκοντούτης ήδη, ήλθεν από το Neucbatel να του ευχηθή εις το επανιδείν. Μετά πολλάς ημέρας προσευχών και πόνων, ο Καλβίνος εύρε την ειρήνην (27 Μαΐου 1564).

Η επιρροή του υπήρξεν ακόμη μεγαλυτέρα της του Λουθήρου, αλλ' αυτός εβάδισεν εις ένα δρόμον, τον οποίον είχεν ανοίξει ο Λούθηρος. Ο Λούθηρος είχε προστατεύσει την νέαν του εκκλησίαν καλέσας τον γερμανικόν εθνικισμόν εις βοήθειάν του. Η ενέργεια αυτή ήτο αναγκαία αλλά συνέδεσε τον λουθηρανισμόν με την τευτονικήν φυλήν. Ο Καλβίνος ηγάπα την Γαλλίαν και εμόχθει δια να προαγάγη την ουγενοτικήν υπόθεσιν αλλά δεν ήτο εθνικιστής· η θρησκεία ήτο η πατρίς του. Και τοιουτοτρόπως η θεωρία του, έστω και τροποποιημένη, ενέπνευσε τον προτεσταντισμόν της Ελβετίας, της Γαλλίας, της Σκωτίας και της Αμερικής και κατέκτησεν ευρείς τομείς προτεσταντισμού εις την Ουγγαρίαν, την Πολωνίαν, την Γερμανίαν, την Ολλανδίαν και την Αγγλίαν. Ο Καλβίνος έδωσεν εις τον προτεσταντισμόν εις πολλάς χώρας μίαν οργάνωσιν, εμπιστοσύνην και υπερηφάνειαν, τα οποία του επέτρεψαν να επιζήση πολλών δοκιμασιών.

Ένα έτος προ του θανάτου του, ο μαθητής του Ολεβιάνος συνειργάσθη με τον μαθητήν του Μελάγχθονος Ουρσίνον δια την σύνταξιν της Κατηχήσεως της Χαϊδελβέργης, η οποία κατέστη η παραδεδεγμένη έκφρασις της Μεταρρυθμισμένης πίστεως εις την Γερμανίαν και την Ολλανδίαν. Ο Μπέζ και ο Μπούλλινγκερ συνεβίβασαν τας ομολογίας του Καλβίνου και του Ζβιγγλίου εις την Δευτέραν Ελβετικήν Ομολογίαν (1566) η οποία κατέστη αυθεντική δια τας μεταρρυθμισμένας εκκλησίας εις την Ελβετίαν και την Γαλλίαν. Εις αυτήν την Γενεύην, το έργον του Καλβίνου συνεχίσθη με ικανότητα από τον Μπεζ. Αλλά με τον καιρόν, οι αρχηγοί των επιχειρήσεων, οι οποίοι ήλεγχον τα συμβούλια, αντέστησαν διαρκώς επιτυχέστερον εις τας προσπαθείας του κονσιστορίου και της Σεβασμίας Εταιρείας να επιβάλουν ηθικούς περιορισμούς εις τας οικονομικάς επιχειρήσεις. Μετά τον θάνατον του Μπέζ (1608) οι πρίγκιπες του εμπορίου εσταθεροποίησαν την υπεροχήν των και η Εκκλησία της Γενεύης έχασε τα ηγετικά της προνόμια επί μη θρησκευτικών υποθέσεων, τα οποία είχεν επιτύχει ο Καλβίνος υπέρ αυτής. Κατά τον δέκατον όγδοον αιώνα η επίδρασις του Βολταίρου εμετρίασε την καλβινιστικήν παράδοσιν και έθεσε τέρμα εις την επικράτησιν μιας πουριτανικής ηθικής εις τον λαόν. Ο ρωμαιοκαθολικισμός ηγωνίσθη με υπομονήν να ανακτήση μίαν θέσιν εις την πόλιν. Προσέφερεν ένα χριστιανισμόν χωρίς ζοφερότητα και μίαν ηθικήν χωρίς αυστηρότητα. Το 1954 ο λαός ήτο κατά τα 42% καθολικός και κατά 47% προτεσταντικός.78 Αλλά ο πλέον επιβλητικόν κατασκεύασμα των ανθρώπων εις την Γενεύην είναι το ευγενές «Μνημείον της Μεταρρυθμίσεως» το οποίον εκτεινόμενον κατά μήκος του τοίχου ενός πάρκου, εξυμνεί τας νίκας του προτεσταντισμού και υψώνει εις το κέντρον του τας ισχυράς μορφάς του Φαρέλ, του Καλβίνου, του Μπέζ και του Κνόξ.

Εν τω μεταξύ η τραχεία θεοκρατία του Καλβίνου παρήγαγε δημοκρατικά άνθη. Η προσπάθεια των καλβινιστών ηγετών να παράσχουν σχολικήν εκπαίδευσιν εις όλους και να τους εγχαράξουν πειθαρχημένους χαρακτήρας, εβοήθησε τους ρωμαλέους αστούς της Ολλανδίας εις το να εκδιώξουν την ξενικήν δικτατορίαν της Ισπανίας και ενίσχυσε την επανάστασιν των ευγενών και του κλήρου εις την Σκωτίαν εναντίον μιας θελκτικής αλλ' αυταρχικής βασιλίσσης. Ο στωικισμός μιας τραχείας πίστεως διεμόρφωσε τας ισχυράς ψυχάς των Σκώτων Κοβενάντερ, των Άγγλων και των Ολλανδών πουριτανών, των προσφύγων της Νέας Αγγλίας. Εστερέωσε την καρδίαν του Κρόμγουελ, ωδήγησε τον κάλαμον του τυφλού Μίλτωνος και συνέτριψε την ισχύν των οπισθοδρομικών Στούαρτ. Ενεθάρρυνε γενναίους και αδιστάκτους άνδρας να κερδίσουν μίαν ήπειρον και να διαδώσουν την βάσιν της εκπαιδεύσεως και της αυτοκυβερνήσεως έως ότου όλοι δυνηθούν να είναι ελεύθεροι. Άνθρωποι, οι οποίοι εξέλεγον τους πάστοράς των εντός ολίγου απήτησαν να εκλέξουν τους κυβερνήτας των και αι αυτοδιοικούμεναι ενορίαι κατέστησαν αυτοδιοικούμεναι κοινότητες. Η ιδέα της θείας επιλογής εδικαιώθη εις την ανακάλυψιν της Αμερικής.

Όταν το καθήκον της αυτό ετελείωσεν, η θεωρία του προορισμού επέρασεν εις τα μετόπισθεν της προτεσταντικής πίστεως. Εφ' όσον η κοινωνική τάξις επανήρχετο εις την Ευρώπην μετά τον Τριακονταετή Πόλεμον, εις τήν Αγγλίαν μετά τας επαναστάσεις του 1642 και του 1689, εις την Αμερικήν μετά το 1793, η υπερηφάνεια της θείας επιλογής μετεβλήθη εις την υπερηφάνειαν της εργασίας και της τελειοποιήσεως· οι άνθρωποι ησθάνοντο τους εαυτούς των ισχυροτέρους και ασφαλεστέρους· ο φόβος εμειώθη και η τρομοκρατημένη σκληρότης, η οποία εγέννησε τον Θεόν του Καλβίνου παρεχώρησε την θέσιν της εις μίαν πλέον ανθρωπιστικήν άποψιν, η οποία επέβαλε μίαν αναθεώρησιν της αντιλήψεως περί θεότητος. Την μίαν δεκαετηρίδα μετά την άλλην, αι εκκλησίαι αι οποίαι είχον λάβει την κατεύθυνσίν των από τον Καλβίνον, απέρριψαν τα τραχύτερα στοιχεία της πίστεώς του. Θεολόγοι ετόλμησαν να πιστεύσουν ότι όσοι απέθνησκον εις βρεφικήν ηλικίαν ηδύναντο να σωθούν και ένας σεβάσμιος ιερωμένος διεκήρυξε, χωρίς να προκαλέση αναταραχήν, ότι «ο αριθμός εκείνων οι οποίοι τελικώς θα χαθούν θα είναι ασήμαντος».80 Είμεθα ευγνώμονες διότι καθησυχάζομεν κατ' αυτόν τον τρόπον και θα συμφωνήσωμεν ότι ακόμη και η πλάνη ζη διότι εξυπηρετεί κάποιαν ζωτικήν ανάγκην. Αλλά θα δυσκολευθώμεν πάντοτε να αγαπήσωμεν τον άνθρωπον, ο οποίος εσκότισε την ανθρωπίνην ψυχήν με την πλέον παράλογον και βλάσφημον αντίληψιν περί Θεού, εις όλην την μακράν και έντιμον ιστορίαν της ανοησίας.

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 534-569 εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970)

Σελίδα 1 από 2

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (159) Αγάπη Θεού (41) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (34) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (7) άγιοι (8) άγιος (68) αγνότητα (3) άγχος (11) αγώνας (53) αγώνας πνευματικός (11) αθεΐα (76) αιρέσεις (59) αλήθεια (17) αμαρτία (50) Ανάσταση (60) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (118) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (44) ασθένεια (10) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (44) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (31) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (2) γλώσσα (25) γνώση (4) γονείς (34) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (6) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (36) διάβολος (40) διάκριση (37) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (77) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (4) εκκλησία (48) Εκκλησιαστική Ιστορία (9) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (7) ελευθερία (11) Ελλάδα (10) ελπίδα (12) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (61) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (56) εργασία (24) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (35) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (52) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (16) ευχαριστία (4) ζώα (12) ηθική (4) ησυχία (4) θάνατος (77) θάρρος (7) θαύμα (57) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (2) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (87) θρησκείες (6) θυμός (26) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (12) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (2) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (15) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (67) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (35) λείψανα (1) λογισμοί (21) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (17) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (59) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (7) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (4) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (6) όνειρα (20) οράματα (1) Ορθοδοξία (42) πάθη (24) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (15) Παΐσιος Όσιος (3) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (53) παράδειγμα (3) Παράδεισος (34) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (132) πλούτος (7) πνευματική ζωή (46) πνευματικός πατέρας (11) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (11) πολιτική (4) πολιτισμός (3) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (20) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (34) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (106) προσοχή (2) προτεσταντισμός (15) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (17) Σταυρός (21) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (42) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (5) υπαρξιακά (25) υποκρισία (1) υπομονή (30) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (6) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (31) χρόνος (11) ψεύδος (8) ψυχή (51) ψυχολογία (9)