Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

(Βλασίου Φειδά, Εκκλησιαστική Ισορία τόμος Γ, σελ. 203-216). 

Ο Ιερός χρόνος και το Ημερολογιακό ζήτημα

Οι ιεροί καιροί της θείας λατρείας και ο ενιαύσιος εορταστικός κύκλος καθορίσθηκαν στην εκκλησιαστική παράδοση με βάση το καθιερωμένο στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία Ιουλιανό ημερολόγιο, γι’ αυτό η εθιμική αυτή παράδοση των τριών πρώτων αιώνων συνδέθηκε αρρήκτως με τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Το Ιουλιανό ημερολόγιο, το οποίο αποδέχθηκε η Α' Οικουμενική σύνοδος (325) για τον καθορισμό της κοινής ήμερας εορτασμού του Πάσχα, αποτελούσε αναθεώρηση του παλαιού σεληνιακού ημερολογίου του Νουμά από τον ρωμαίο αυτοκράτορα Ιούλιο Καίσαρα (44 π.Χ.), συμφώνως προς τις εισηγήσεις του αλεξανδρινού αστρονόμου Σωσιπάτρου, για να θεραπευθή οριστικώς η προκύψασα καθυστέρηση των 80 ημερών, γι’ αυτο η διάρκεια του έτους 45 π.X. επεκτάθηκε σε 445 αντί των 365 ημερών.

Το Ιουλιανό ημερολόγιο ήταν ηλιακό και προέβλεπε μία περίοδο τεσσάρων ετών, από τα οποία τα μεν τρία πρώτα ήσαν κοινα (365 ημερών), ενώ το τέταρτο έτος ήταν δίσεκτο (366 ημερών), οπως και τα επαιώνια έτη των εκατονταετιών (100, 200, 300 κ.λπ.). Ωστόσο, οι χριστιανικές κοινότητες των «τεσσαρεσκαιδεκατιτών» της Ανατολής (Παλαιστίνης, Μ. Ασίας) ακολουθούσαν την ιουδαΐζουσα ιωάννεια παράδοση και όριζαν τον εορτασμό του Πάσχα με βάση το σεληνιακό Εβραϊκό ημερολόγιο, το οποίο, σε μία περίοδο 19 έτων, είχε δύο είδη ετών, ήτοι τα δώδεκα κοινά έτη των δώδεκα μηνών, με κυμαινόμενο αριθμό ημερών (353, 354, 355), και τα επτά εμβόλιμα των δεκατριών μηνών (3, 6, 8, 11, 14, 17 και 19), με επίσης κυμαινόμενο αριθμό ημερών (383, 384, 385). Το εβραϊκό έτος άρχιζε με τον μήνα Νισάν, η δε 14η ημέρα του μήνα, η οποία είναι και 14η ημέρα της σελήνης (κατά την οποία ετελείτο το εβραϊκό Πάσχα), έπρεπε να συμπίπτη τόσο με την πρώτη πανσέληνο του έαρος, όσο και με την εαρινή ισημερία ή αμέσως μετά από αυτή.
Συνεπώς, η Α' Οικουμενική σύνοδος με την απόφασή της αφ’ενός μεν απέκλεισε τη σύμπτωση του εορτασμού του χριστιανικού Πάσχα με το εβραϊκό στις 14 του μήνα Νισάν, ήτοι κατά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, η οποία συνέπιπτε με την 21η Μαρτίου του Ιουλιανού ημερολογίου, αφ’ετέρου δε καθόρισε οριστικώς και γενικώς ως ημέρα εορτασμού του χριστιανικού Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, αν όμως κατ’ αυτή δεν συνέπιπτε το εβραϊκό Πάσχα. Βεβαίως, το Ιουλιανό ημερολόγιο έγινε δεκτό από την Α' Οικουμενική σύνοδο (325) κυρίως για τον καθορισμό της κοινής ημέρας εορτασμού του Πάσχα από όλες τις ανά την οικουμένη χριστιανικές Εκκλησίες, γι’ αυτό επηρεάσθηκε ο ενιαύσιος κύκλος όχι μόνο των κινητών, αλλά και των ακινήτων εορτών του εκκλησιαατικού έτους, το οποίο είχε ήδη διαμορφωθή κατά την περίοδο των Οικουμενικών συνόδων (Β.I. Φειδά, Εκκλ. Ιστορία, I, 899-935), με βάση μάλιστα το καθιερωμένο από την Α' Οικουμενική σύνοδο (325) Ιουλιανό ημερολόγιο και διατηρήθηκε σε ολόκληρη τη βυζαντινή περίοδο παρά τις διαπιστωμένες υστερήσεις του.

Η μεγάλη όμως καθυστέρηση των οκτώ περίπου ημερών κατά τον ΙΔ' αιώνα είχε ήδη επισημανθή, γι’ αυτό ο Νικηφόρος Γρηγοράς υπέβαλε μία πρόταση στον βυζαντινο αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο για τη διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου (1324), κατά την οποία, όπως έγραφε, «προς τους τριακοσίους εξήκοντα πέντε νυχθημέρους τίθεμεν και ολόκληρον τέταρτον νυχθημέρου ενός, ουκ οφείλοντες ούτω» (Ιστορία, VII, 13). Ωστόσο, ο αυτοκράτορας δίστασε να αποδεχθή τη συγκροτημένη αυτή προταση, «δια τον φόβον συγχύσεως των αμαθών και μερισμού της Εκκλησίας».
Άλλωστε, η πρόταση αυτή αντιμετωπίσθηκε με εντονότερες, επιφυλάξεις, όπως συνάγεται από την μεταγενέστερη αντίθεση του Ματθαίου Βλάσταρι, ο οποίος, μετά την εκτενή ανάλυση του ημερολογιακού ζητήματος (Γ. Ράλλη- Μ. Ποτλή, Σύνταγμα, VI. 404- 428), απέρριψε οποιαδήποτε πρόταση για τη μεταρρύθμιση του Ιουλιανού ημερολογίου, καίτοι είχε πλήρη γνώση της υστερήσεως. Έτσι, τόνιζε με ιδιαίτερη έμφαση, ότι

«ου μην παρά τούτο μεταποιείν τον των Πατέρων προσήκει κανόνα, ούτε γαρ οιόν τε συνθήναι έτερον, ούτω σαφώς δεικνύντα τοις πάσι τους ειρημένους περί του Πάσχα διορισμούς. Αλλά και ην εθελήσαιμεν ως τίνες (=Νικηφόρος Γρηγοράς), μεταθείναι δυσίν αυτόν ημέραις υποβιβάσαντες... προς τω μηδέ πάντας δυνατόν είναι τους ανά πάσαν την οικουμένην τα χριστιανών πρεσβεύοντα πείσαι μεταμαθείν αυτόν, έτι και μετά τη (=308) πάλιν έτη, και αύθις μετά τοσαύτα, και αεί ούτως, η αυτή παρακολουθήσει αμαρτία, και δεήσει πολλάκις τούτον μεταποιείν, ώστε βέλτιον μη καινοτομείν. Η γαρ τοιαύτη καινοτομία, ου μόνον ου δυνήσεται μη τη αυτή πάλιν περιπεσείν αμαρτία, αλλά και στάσεως ου μετρίας τη Εκκλησία γενήσεται πρόξενος...» (Γ. Ράλλη- Μ. Ποτλή, Σύνταγμα, VI, 424).

Ανάλογη ήταν η αντιμετώπιση και της σχετικής προτάσεως του νεοπλατωνικού φιλοσόφου Γεωργίου Γεμιστού ή Πλήθωνα († 1450), αφού η κρισιμότητα των καιρών δεν επέτρεπε τέτοιες καινοτομίες.
Η άκριτη όμως υιοθέτηση από τον πάπα Γρηγοριο ΙΓ' (1572-85) της διορθώσεως του Ιουλιανού ημερολογίου (1582), όπως την εισηγήθηκε ο καλαβρός αστρονόμος Λουδοβίκος Λίλιος, προέτεινε αφ’ενός μεν να ονομασθή 15η Οκτωβρίου η επόμενη της 4ης Οκτωβρίου 1582 για να καλυφθή η υστέρηση των 10 ημερών, αφ’ετέρου δε να καθορισθή σε 365 και 97/400 ημέρες τη μέση διάρκεια του έτους σε κύκλο 400 ετών για να θεραπευθή η αιτία του σφάλματος του Ιουλιανού ημερολογίου. Έτσι, στον κύκλο των 400 ετών τα δίσεκτα έτη του Γρηγοριανού ημερολογίου ήσαν 97 αντί των 100 του Ιουλιανού ημερολογίου, ενώ ήσαν δίσεκτα και όλα τα πολλαπλάσια του 4 έτη στον κύκλο αυτό (1601-2000) εκτός από τα επαιώνια έτη (1600, 1700, 1800, 1900, 2000).

Ωστόσο, το «Γρηγοριανό ημερολόγιο» δεν έγινε δεκτό από τους Προτεστάντες για ευνοήτους λόγους και δεν ήταν δυνατόν να γίνη δεκτό από τους Ορθοδόξους, αφ’ενός μεν γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορούσε να αποσυνδεθή αζημίως από τη σχετική απόφαση της Α' Οικουμενικής συνοδου (325), αφ’ετέρου δε γιατί δεν μπορούσε να αποδεχθή απόφαση του αποσχισθέντος από την κοινωνία με τους ορθοδόξους πατριάρχες της Ανατολής πάπα Ρώμης. Βεβαίως, ο πάπας απέστειλε πρεσβεία και στον Οικουμενικό πατριάρχη Ιερεμία Β' τον Τρανο με την παράκληση να συναινέση στην προτεινόμενη διόρθωση, ενώ ο δόγης της Βενετίας Νικόλαος Δαπόντε ζήτησε από τον πατριάρχη την αποδοχή του νέου ημερολογίου τουλάχιστον για τους ορθοδόξους στις βενετοκρατούμενες περιοχές της δικαιοδοσίας του, την οποία υποστήριζε μάλιστα και ο εγκατεστημένος στη Βενετία μητροπολίτης Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρος. Ο Οικουμενικός πατριάρχης απέρριψε τόσο την παπική παράκληση, όσο και την πρόταση του δόγη, αφ'ενός μεν γιατί η χρονική ανωμαλία “τη ευσεβεία γε μην ουδ' οπωστιούν τούτο λυμαίνεται”, αφ'ετέρου δε γιατί οποιαδήποτε μεταβολή ή καινοτομία της κανονικής παραδόσεως εισάγει «αιτίαν στάσεως ταις Χριστού Εκκλησίαις».
Υπό την έννοια αυτή, η Μεγάλη σύνοδος της Κπολεως (1583), στην οποία έλαβε μέρος και ο πατριάρχης Αλεξανδρειάς Σίλβεστρος, καταδίκασε το Γρηγοριανό ημερολόγιο ως αντίθετο προς το γράμμα και το πνεύμα της σχετικής αποφάσεως της Α' Οικουμενικής συνόδου, ήτοι αφ'ενός μεν γιατί δεν απέκλειε τον συνεορτασμό με το ιουδαϊκό πάσχα, αφ'ετέρου δε γιατί είχε σοβαρές ελλείψεις, όπως τονίζεται σε κοινή επιστολή των δύο πατριαρχών (Α. Υψηλάντη, Τα μετά την άλωσιν, 111-112. Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος αγάπης, 538. Μ. Γεδεών, Καν. Διατάξεις, I. 34). Η κατάκριση ανανεώθηκε και σε νέα Μεγάλη σύνοδο της Κπολεως (1587), υπό την προεδρία του Οικουμενικού πατριάρχη Ιερεμία Β' με τη συμμετοχή των πατριαρχών Αλεξανδρείας Σιλβέστρου, σφοδρού πολεμίου της ημερολογιακής μεταρρυθμίσεως, και Ιεροσολύμων Σωφρονίου, η οποία χαρακτήρισε τη διόρθωση όχι μόνο επισφαλή, αλλά και πολύ επικίνδυνη. Επομένως, “άπέβαλον συνοδικώς την υπό του πάπα Γρηγορίου του ΙΓ' γενομένην διόρθωσιν του αγίου Πάσχα ως επισφαλή, ως μη αναγκαίαν, ως πρόξενον πολλών σκανδάλων εις πάντα τα χριστιανικά έθνη. Οι Εγγλέζοι, Σβέτζοι, Φιαμέγκοι, άλλα έθνη, τα τον πάπαν μη δεχόμενα, ουκ εδέχθησαν ταύτην την διόρθωσιν του Καλενδαρίου...” (Α. Υψηλάντη, Τα μετά την άλωσιν, 113. Δοσιθέου, Δωδεκάβιβλος, 1169), αφού μάλιστα το νέο ημερολόγιο είχε ήδη συμπεριληφθή με προκλητικό τρόπο και στην ουνιτική προπαγάνδα του παπικού θρόνου.

Συνεπώς, η Μεγάλη σύνοδος της Κπολεως (1593), υπό την προεδρία του Ιερεμία Β' και με τη συμμετοχή των πατριαρχών Αλεξανδρείας Μελετίου Πηγά, ως εκπροσώπου και του Αντιοχείας Ιωακείμ Γ', και Ιεροσολύμων Σωφρονίου Δ' απόφάσισε με τον κανονα 8 «ασάλευτον διαμένειν ...το τοις πατράσι διορισθέν περί του αγίου και σωτηρίου Πάσχα (=Α' Οικουμενικής συνοδου)... Ει δε τις των προεστώτων της Εκκλησίας, επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος, μετά τον Όρον τούτον τολμήσειεν, επί διαστροφή των λαών και ταραχή των Εκκλησιών, ιδιάζειν και μετά των Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα, τούτου η αγία Σύνοδος εντεύθεν ήδη αλλότριον έκρινε της Εκκλησίας (Κ. Δελικάνη, Πατρ. Έγγραφα. III. 19-20).
Οι εύλογες αυτές συνοδικές αποφάσεις εναντίον του Γρηγοριανού ημερολογίου δεν απέκλειαν βεβαίως μία ορθή διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου, η οποία όμως θα τηρούσε τα κριτήρια της Α' Οικουμενικής συνόδου (εαρινή ισημερία) και θα απέκλειε απολύτως τη σύμπτωση με το ιουδαϊκό Πάσχα, όπως έγινε με την ορθόδοξη διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου (1923), παρά τις παράλογες, όπως θα δούμε, αντιδράσεις των λεγομένων «παλαιοημερολογιτών». Η απόρριψις όμως του Γρηγοριανού ημερολογίου δεν ήταν άσχετη προς την προσηλυτιστική σκοπιμότητα της παπικής προτάσεως, αφού θα διευκόλυνε την προσέλευση των αφελών ορθοδόξων στην παπική Ούνία. Η προκλητική λοιπόν δράση της παπικής Ουνίας και του προτεσταντικού Μισσιοναρισμού στους εμπεριστάτους ορθοδόξους λαούς αποσκοπούσε σαφώς στην αποσύνδεση των πιστών από την παραδοσιακή λειτουργική ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας τόσο με την αθέμιτη χρησιμοποίηση των σχολείων για τον προσηλυτισμό των ορθοδόξων νέων, όσο και με τα εκβιαστικά μέσα για τον προσεταιρισμό αφελών αρχιερέων και κληρικών στις αθέμιτες επιδιώξεις τους.

Η προτεσταντική όμως απόρριψη όλων σχεδόν των παραδοσιακών στοιχείων της θ.λατρείας και της ασκητικής πνευματικότητας (ιερατείο, μυστήρια, εορτές, αγίους, εικόνες, μοναχισμό, νηστείες κ.λπ.) προβαλλόταν από τους λουθηρανούς και τους καλβινιστές μισσιοναρίους όχι μόνο ως μία συνεπής επιλογή προς την Αγία Γραφή και την αποστολική παράδοση, αλλά και ως μία αμφισβήτηση της ορθότητας των σχετικών στοιχείων της ορθοδόξου παραδόσεως. Οι τάσεις αυτές ενισχύθηκαν και από τις ανθρωποκεντρικές αρχές των νεωτέρων φιλοσοφικών συστημάτων, τα οποία αμφισβητούσαν ή απέρριπταν ό,τι δεν μπορούσε να βεβαιωθή από τον ορθό λόγο, ιδιαίτερα δε την ερμηνεία της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό και με τον κόσμο, γι' αυτό εμφανίσθηκαν και στην Ορθόδοξη Εκκλησία τάσεις κατά τον ΙΖ' ήδη αιώνα για τον περιορισμό τόσο του αριθμού των εορτών ή της διάρκειας των ακολουθιών, όσο και των μεγάλων περιόδων των νηστειών, ενώ αντιμετωπίσθηκαν με μεγαλύτερη κατανόηση τα αναπόφευκτα πλέον ζητήματα των κωλυμάτων γάμου και των μεικτών γάμων με ετεροδόξους.
Η προφανής λοιπόν σύνδεση του Γρηγοριανού ημερολογίου με τις αθέμιτες επιδιώξεις του παπικού θρονου όχι μονο στην Ανατολή, αλλά και στη Δύση εξηγεί την ομόφωνη, απερίφραστη και κατηγορηματική απόρριψή του από την Ορθόδοξη Εκκλησία μέχρι τα τέλη του ΙΘ' αιώνα, οπότε το ίδιο ζήτημα αντιμετωπίσθηκε υπό διαφορετική προσέγγιση, αφ' ενός μεν γιατί είχε ήδη εξουδετερωθή η προσηλυτιστική δράση της παπικής Ουνίας στους απελευθερωμένους πλέον από τον τουρκικό ζυγό ορθοδόξους λαούς, αφ’ ετέρου δε γιατί η πολιτική ηγεσία στα νεοσύστατα κράτη των ορθοδόξων λαών εμπνεόταν από την εκκοσμικευμένη ιδεολογία της Γαλλικής επαναστάσεως (1789), με ευνόητες προεκτάσεις και στο ζήτημα του ημερολογίου. Υπό την έννοια αυτή, ο Οικουμενικός πατριάρχης Άνθιμος Ζ' (1895-96) θεωρούσε εύλογο πλέον το αίτημα “υπέρ ενός ενιαίου ημερολογίου δι' άπαντας τους χριστιανικούς λαούς”, ενώ ο Οικουμενικός πατριάρχης Ιωακείμ Γ (1878-84, 1901-12) στην περίφημη Εγκύκλιό του προς τις αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες (1902) συμπεριέλαβε το ημερολογιακό ζήτημα μεταξύ των επειγόντων ζητημάτων και ζήτησε τις απόψεις τους.

Βεβαίως, η καθυστέρηση του Ιουλιανού ημερολογίου είχε ήδη φθάσει τις 13 ημέρες τόσο έναντι της φυσικής θέσεως της εαρινής ισημερίας, όσο και έναντι του καθιερωμένου στον λοιπό χριστιανικό κόσμο Γρηγοριανού ημερολογίου, γι’ αυτό μπορούσε να προκαλέση επικίνδυνες συγχύσεις στη λειτουργία όχι μόνο των διεθνών πολιτικών σχέσεων, αλλά και των διεθνών έμπορικών ή άλλων οικονομικών συναλλαγών των ορθοδόξων λαών.
Εν τούτοις, η αποδοχή του Γρηγοριανού ημερολογίου στην Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν πάντοτε ιδιαίτερα δυσχερής όχι μόνο γιατί είχε ήδη απορριφθή με αλλεπάλληλες ομόφωνες συνοδικές αποφάσεις του Οικουμενικού πατριαρχείου, αλλά και γιατί προσέκρουε στο γράμμα και στο πνεύμα της σχετικής αποφάσεως της Α' Οικουμενικής συνόδου, αφού δεν απέκλειε τη σύμπτωση του χριστιανικού με το ιουδαϊκό Πάσχα. Η παράδοση λοιπόν για τον εορτασμό του Πάσχα την πρώτη ή τη δεύτερη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας ήταν απαραβίαστη, ενώ η πρόταση για την άκριτη κατάργηση των 13 ημερών ήταν αβάσιμη, αφού η τυχόν προσαρμογή του Ιουλιανού προς το Γρηγοριανό ημερολόγιο θα διαρκούσε μόνο μέχρι το 2100, οπότε θα προέκυπτε πάλι μία νέα διαφορά μιας ημέρας.

Προφανώς, οι απαντήσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην πατριαρχική Εγκύκλιο απέρριπταν οποιαδήποτε πρόταση για την αλλαγή του παραδοσιακού Ιουλιανού ημερολογίου, γιατί θα προκαλούσε ανεξέλεγκτες εντάσεις όχι μόνο στις σχέσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών με την Πολιτεία, αλλά και στην εσωτερική λειτουργία του εκκλησιαστικού τους σώματος (Η περί των σχέσεων των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών... Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος του 1902, αι εις αυτήν Απαντήσεις των αγίων αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών και η Ανταπάντησις του Οικουμενικού πατριαρχείου, Κπολις 1904, 13 κέξ.).


Το Παλαιομερολογιτικό ζήτημα
Υπό το πνεύμα των δύο πατριαρχικών Εγκυκλίων (1902, 1904), αλλά και υπό την εντεινόμενη πίεση των πολιτικών ηγεσιών των ορθοδόξων λαών, μετά τις γνωστές τραγικές συνέπειες του Α' παγκοσμίου πολέμου (1914-18), η περίφημη πατριαρχική Εγκύκλιος του 1920 συμπεριέλαβε στις αναγκαίες προτάσεις της για την ενίσχυση της διαχριστιανικής συνεργασίας και το ζήτημα του «κοινού ημερολογίου», το οποίο θα επέτρεπε και τον κοινό εορτασμό των μεγάλων εορτών από όλες τις χριστιανικές Εκκλησίες. Η πίεση όμως των κυβερνήσεων των ορθοδόξων λαών αξίωνε την άμεση εφαρμογή του Γρηγοριανού ημερολογίου για τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας των διεθνών σχέσεων των ορθοδόξων κρατών, γι’ αυτό η κυβέρνηση της Ελλάδος λ.χ. συγκρότησε το 1919 μία πενταμελή επιτροπή προσωπικοτήτων (Γ. Κοφινά, Δ. Αιγινίτη, Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, Π. Τσιτσεκλή, Αμ. Αλιβιζάτο) για τη μελέτη του θέματος και την υποβολή σχετικής προτάσεως. Η πρόταση της Επιτροπής υποβλήθηκε στις 16 Ιαν. 1923 και τόνιζε ορθώς, αφ’ ενός μεν “οτι δεν δύναται μία επί μέρους Εκκλησία να χωρισθή και να αποδεχθή μονομερώς το νέον ημερολογιον, χωρίς να καταστή σχισματική απέναντι των άλλων”, αφ’ ετέρου δε ότι «η μεταβολή, μη προσκρούουσα εις δογματικούς και κανονικούς λόγους, ηδύνατο να γίνη μετά συνεννόησιν πασών των αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ιδία δε του Οικουμενικού πατριαρχείου».

Εν τούτοις, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε μονομερώς και επέβαλε επισήμως με Ν. Δ. (18 Ιαν. 1923) μία συμβιβαστική ρύθμιση, ήτοι η μεν Πολιτεία να αποδεχθή το Γρηγοριανό ημερολόγιο, η δε Εκκλησία να συνεχίση να ακολουθή το Ιουλιανό ημερολόγιο κατά τον εορτασμό των θρησκευτικών εορτών, η παράλληλη όμως συνύπαρξη δύο ημερολογίων (πολιτικού και θρησκευτικού) αποδείχθηκε συντόμως αδύνατη, όταν επιχειρήθηκε ο διαχωρισμός της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου από τη θρησκευτική εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
Η ανάγκη λοιπόν μιας άμεσης και συνετής εκκλησιαστικής αντιμετωπίσεως του ημερολογιακού ζητήματος σε πανορθόδοξη προοπτική ήταν πλέον επιτακτική, γι’ αυτό ο Οικουμενικός πατριάρχης Μελέτιος Δ’ Μεταξάκης (1922-23) αποφάσισε, όπως έγραφε στην επιστολή προσκλήσεως των Εκκλησιών, τη σύγκληση Διορθοδόξου Επιτροπής στην Κπολη (10 Μαίου - 8 Ιουνίου 1923), η οποία χαρακτηρίσθηκε Πανορθόδοξον Συνέδριον (18 Μαίου 1923), είχε δε ως αποστολή να «μελετήση μεν εμπεριστατωμένως το τε ημερολογιακόν και ει τι άλλο επειγούσης μορφής πανορθόδοξον ζήτημα, υποδείξη δε και τον τρόπον της τούτων κανονικής επιλύσεως...».

Βεβαίως, στο Πανορθόδοξο Συνέδριο δεν εκπροσωπήθηκαν για διαφορετικούς λόγους τα πρεσβυγενή πατριαρχεία της Ανατολής (Αλεξανδρείας, Αντιόχειας, Ιεροσολύμων), ενώ η εκπροσώπηση ορισμένων άλλων Εκκλησιών (Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας) καλύφθηκε από τους προσκληθέντες για το συγκεκριμένο θέμα ειδικούς. Άλλωστε, στην πρόσκληση τονιζόταν ότι η Ορθόδοξη Επιτροπή θα εργαζόταν «ως Επιτροπή της όλης Εκκλησίας, ής αι αποφάσεις θα λάβωσι κύρος προς εφαρμογήν είτε από Συνόδου πανορθοδόξου, είτε από της απόδοχής αυτών υπό των Συνόδων μιας εκάστης των επί μέρους αγίων Εκκλησιών» (Πρακτικά και αποφάσεις του εν Κπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου, Κπολις 1923, 6 κέξ.). Το Συνέδριο λοιπόν αποδέχθηκε ως νέο ημερολόγιο μία άριστα θεμελιωμένη διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου, την οποία παρουσίασε ο έγκριτος καθηγητής Μαθηματικών του πανεπιστημίου του Βελιγραδίου M. Milankovic, αφ' ένός μεν γιατί ο υπολογισμός ήταν κατά δεκατρείς φορές ακριβέστερος σε σύγκριση προς το Γρηγοριανό ημερολόγιο, αφ' έτέρου δε γιατί γεφύρωνε το χάσμα με αυτόν χωρίς να απορρίψη το Ιουλιανό ημερολόγιο.
Υπό την έννοια αυτή, το Συνέδριο προέτεινε στην Κοινωνία των Εθνών ή, σε περίπτωση αναρμοδιότητάς της, στο Οικουμενικό πατριαρχείο την προώθηση της ιδέας τόσο ενός κοινού ημερολογίου για όλους τους χριστιανικούς λαούς, όσο και του καθορισμού του κοινού εορτασμού του Πάσχα σε μία συγκεκριμενη Κυριακή. Η εφαρμογή λοιπόν της αποφάσεως του Πανορθοδόξου Συνεδρίου της Κπόλεως για την αποδοχή του διορθωμένου Ιουλιανού ημερολογίου ήταν πλέον υπόθεση των Συνόδων των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες όφειλαν να αξιολογήσουν, κάθε μία με τα δικά της ιδιαίτερα κριτήρια τον κατάλληλο χρονο ή τρόπο αποδοχής του για την αποτροπή απρόβλεπττων ή ανεξέλεγκτων αντιδράσεων.

Βεβαίως, η Σύνοδος του Οικουμενικού πατριαρχείου αποδέχθηκε και επικύρωσε αμέσως όλες τις αποφάσεις του Συνεδρίου, ιδιαίτερα δε την απόφαση για τη διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου, την οποία αποδέχθηκαν τελικώς και τα μη εκπροσωπηθέντα ή αντιδράσαντα στη σύγκληση του Συνεδρίου πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας. Ωστόσο, το μεν πατριαρχείο των Ιεροσολύμων επέμεινε στην αρνητική στάση του, γιατί θεωρούσε την αποδοχή του ως επικίνδυνη για το προνομιακό καθεστώς (status quo) των ι. προσκυνημάτων, ενώ τόσο η Εκκλησία της Ρωσίας, παρά τη θετική Εγκύκλιο του εμπεριστάτου πατριάρχη Τύχωνα (1 Οκτ. 1923), δεν μπόρεσε τελικώς να την εφαρμόση, λόγω των γνωστών για την Εκκλησία τραγικών συνθηκών, ιδιαίτερα δε μετά την αποδοχή του νέου ημερολογίου από τη σχισματική «Ζώσα Εκκλησία» (Zivaja Tserkov), όσο και η Εκκλησία της Σερβίας, παρά την αρχική αποδοχή της από τον πατριάρχη Δημήτριο, έστω και με ορισμένες επιφυλάξεις.
Είναι ομως προφανές ότι η σύγκληση του Πανορθόδοξου Συνεδρίου (10 Μαΐου-8 Ιουνίου 1923) δεν ήταν άσχετη προς τη μονομερή εισαγωγή από την ελληνική κυβέρνηση με Ν. Δ του νέου ημερολογίου για το κράτος (18 Ιαν. 1923), έστω και αν η Εκκλησία επέμενε στη διατήρηση του Ιουλιανού ημερολογίου. Υπό την έννοια αυτή, ο εκλεγείς Μητροπολίτης Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (10 Μαρτίου 1923), μέλος της πενταμελούς Επιτροπής για τη μελέτη του ημερολογιακού ζητήματος, επισήμανε με εισήγησή του στην Ι.Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (18 Απρ. 1923) «την ανάγκην ταυτίσεως του εκκλησιαστικού ημερολογίου προς το πολιτικόν».

Ωστόσο, η Σύνοδος θεώρησε αναγκαία την προηγούμενη συνεννόηση τόσο με το Οικουμενικό πατριαρχείο, όσο και με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, γι’ αυτό στη νέα συνέλευση της Συνόδου της Ιεραρχίας για την επικύρωση του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας (27 Δεκ. 1923) υποβλήθηκαν προς έγκριση και οι σχετικές αποφάσεις του Πανορθοδόξου Συνεδρίου της Κπόλεως, οι οποίες έγιναν προθύμως δεκτές από τη μεγάλη πλειοψηφία των μελών της. Εν τούτοις, αποδείχθηκε επαχθής η για διαφορετικούς λόγους διαφωνία τεσσάρων σημαντικών αρχιερέων (Δημητριάδος Γερμανού, Πατρών Αντωνίου, Θήρας Αγαθαγγέλου και Χαλκίδος Γρηγορίου), οι οποίοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην όλη εξέλιξη του ημερολογιακού ζητήματος.

Η ανακοίνωση της αποφάσεως στο Οικουμενικό πατριαρχείο ήταν αναγκαία για την επιβεβαίωση της πανορθοδόξου συναινέσεως, γι’ αυτό ο Οικουμενικός πατριάρχης Γρηγοριος Ζ' (1923-24) με επείγον τηλεγράφημά του (23 Φεβρ. 1924) δηλώνε, ότι «Συνοδική αποφάσει ενεκρίθη οριστικώς προσαρμογή εορτολογίου και πολιτικού ημερολογίου από 10ης προσεχούς Μαρτίου». Συνεπώς, η Συνοδική Εγκύκλιος (430/1 Μαρτ. 1924) της Εκκλησίας της Ελλάδος γνωστοποιούσε στις έκκλησιαστικές και στις πολιτικές αρχές της Ελλάδος και του εξωτερικού, αφ' ενός μεν ότι η 10η Μαρτίου θα γινόταν πλέον 23η Μαρτίου του ίδιου μήνα, γι' αύτο αναγνώσθηκαν τα συναξάρια των αγίων των 13 ημερών για την κάλυψη του προκύπτοντος ελλείμματος στον ετήσιο εορταστικό κύκλο, άφ’ έτέρου δε ότι η αποφασισθείσα διόρθωση της καθυστερήσεως του παραδοσιακού Ιουλιανού ημερολογίου δηλώνει συγχρόνως τόσο την εμμονή στις σχετικές αποφάσεις της Α' Οικουμενικής συνόδου, όσο και την απόρριψη του Γρηγοριανού ημερολογίου.
Εν τούτοις, εκδηλώθηκαν κλιμακούμενες αντιδράσεις, οι οποίες είχαν ως πρόσχημα τόσο τις αρχικές ενστάσεις των πρεσβυγενών πατριαρχείων της Ανατολής (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων) για τις σχετικές αποφάσεις του Πανορθοδόξου Συνεδρίου (1923), καίτοι αυτές διατυπώθηκαν για άσχετους προς το ημερολογιακό ζήτημα λόγους, όσο και τη διαφωνία προς την απόφαση της Ι.Συνόδου της Ιεραρχίας των τεσσάρων αρχιερέων, καίτοι αυτή εξέφραζε προφανώς την ευνόητη αντίθεση του Δημητριάδος Γερμανού, συνυποψηφίου για τον θρόνο των Αθηνών, προς τον εκλεγέντα Χρυσόστομο Παπαδόπουλο.

Την ηγεσία των αντιδράσεων ανέλαβαν ορισμένοι συντηρητικοί κυρίως κληρικοί της αρχιεπισκοπής Αθηνών, οι οποίοι απέρριπταν τη διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου, ενώ συγκρότησαν ένα σύλλογο για την υπεράσπιση του («Σύλλογο Ορθοδόξων») και τελούσαν τη θ. λατρεία σε ιδιόκτητα παρεκκλήσια ή σε οικίες για να αποφύγουν τις πιθανές διώξεις της κυβερνήσεως. Ωστόσο, η αδυναμία ορισμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών να αποδεχθούν το διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο για σοβαρούς εσωτερικούς λόγους, όπως λ.χ. του πατριαρχείου Ιεροσολύμων, όπως επίσης και η διστακτικότητα άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών να αποφασίσουν την άμεση αποδοχή του διορθωμένου Ιουλιανού ημερολογίου για καθαρώς ποιμαντικούς λογους (Αντιοχείας, Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Κύπρου, Πολωνίας), ευνόησαν την ευρύτερη απήχηση των οργανωμένων αντιδράσεων των πολεμίων του και στην Ελλάδα. Οι αντιδρώντες οργανώθηκαν στην «Ελληνική Θρησκευτική Κοινότητα των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών» (Γ.ΟΛ.,1926) και ενισχύθηκαν με την υποστήριξη τόσο του πολυπράγμονα ρουμάνου αγιορείτη μοναχού Αρσενίου Cottea, όσο και άλλων αγιορείτων μοναχών οχι μόνο στην αντιπαράθεσή τους προς την εκκλησιαστική ιεραρχία, αλλά και στην ίδρυση πολλών «παραρτημάτων» (250 μεχρι το 1931) σε μεγάλες πόλεις της χώρας και δύο μονών (1927) στην Αττική (Κερατέας από τον Ματθαίο Καρπαθάκη και Πάρνηθας από τον κληρικό Ιερώνυμο).
Οι οργανωμένες λοιπόν αποδοκιμασίες και η απόπειρα βιαιοπραγίας εναντίον του αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου (αποκοπή γενειάδας) στον ναό του αγίου Κωνσταντίνου Πειραιώς (21 Μαίου 1927) κατέστησαν αισθητότερες τις πραγματικές διαστάσεις του ζητήματος, αφού οι υπέρμαχοι του λεγόμενου «παλαιού» ημερολογίου ενισχύοντο συνεχώς με την αθρόα προσέλευση στις τάξεις τους αγιορείτων μοναχών, ενώ οι παλινωδίες της κυβερνητικής πολιτικής έναντι των «παλαιοημερολογιτών» προκαλούσαν όχι μονο τη δυσφορία της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και ευνόητες συγχύσεις στον ευλαβή λαό. Η πρόταση όμως της συγκλήσεως Διορθοδόξου Επιτροπής, η οποία πραγματοποιήθηκε σκοπίμως στο Άγιον Όρος (8-23 Ιουνίου 1930), με την εκπροσώπηση των Εκκλησιών Κπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Σερβίας, Ρουμανίας, Κύπρου, Ελλάδος και Πολωνίας, για να ενταχθή το ημερολογιακό ζήτημα στο θεματολόγιο της μελλοντικής Προσυνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας εγκρίθηκε από το Οικουμενικό πατριαρχείο και κοινοποιήθηκε στις Ορθόδοξες Εκκλησίες (Πρακτικά της προκαταρκτικής Επιτροπής των αγίων Ορθοδόξων Εκκλησιών, της συνελθούσης εν τη εν Αγίω Όρει ιερά Μεγίστη Μονή του Βατοπεδίου, Κπολις 1930).

Υπό την έννοια αυτή, το όλο ζήτημα προσέλαβε πλέον διαφορετικές διαστάσεις, αφ’ενός μεν γιατί η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (Οκτ. 1931) συγκρότησε πενταμελή επιτροπή αρχιερέων (Κασσανδρείας, Μαρωνείας, Παροναξίας, Σάμου, Σισανίου) για τη μελέτη του ζητήματος, αφ’ετέρου δε γιατί η Εκτελεστική Επιτροπή των παλαιοημερολογιτικών κοινοτήτων (Γ.Ο.Χ.), υπό την πίεση των αγιορειτών ομοφρόνων τους, υπέβαλε στη Σύνοδο της Ιεραρχίας (27 Οκτ. 1931) αίτηση και εμπιστευτικό πρωτόκολλο με τη δήλωση οτι ήσαν έτοιμοι να δεχθούν το «μνημόσυνον» του αρχιεπισκόπου Αθηνών και όλες τις αποφάσεις της, εκτος από τη θέση της στο ημερολογιακό ζήτημα, γι’ αυτό απεστάλη προς τη Σύνοδο και σχετικό Υπόμνημα (30 Οκτ. 1931).
Βεβαίως, η θετική αυτή πρόταση δεν ευοδώθηκε όχι μόνο γιατί δεν δημοσιοποιήθηκε, αλλά και γιατί δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους ακραίους κύκλους των παλαιοημερολογιτικών κοινοτήτων, οι οποίοι ενισχύθηκαν μετά τους εναντίον τους βίαιους διωγμούς (1932) της κυβερνήσεως (κατεδαφίσεις ναών και μονών, εξορία των αγιορειτών μοναχών, διώξεις των ηγετών των κοινοτήτων κλπ.), η άκριτη λοιπόν γνώμη της συσταθείσας για το ζήτημα Επιτροπής (X. Ανδρούτσου, X. Γιδοπούλου, Α. Βαμβέτσου), ότι δηλαδή οι παλαιοημερολογίτες «δύνανται να απότελέσουν ιδίαν θρησκευτικήν κοινοτητα... με ιεραρχίαν, ναούς, κλπ.», περιόρισε μεν τους διωγμούς, αλλά πολλαπλασίασε τις αντιδράσεις τους εναντίον των βιαίων μέτρων της κυβερνήσεως, οι οποίες υποστηρίχθηκαν όχι μόνο από τους μειοψηφήσαντες στη σχετική απόφαση της Συνόδου της Ιεραρχίας (27 Δεκ. 1923) αρχιερείς (Δημιτριάδος, Χαλκίδος), αλλά και από άλλους αρχιερείς (Κασσανδρείας, Δρυϊνουπόλεως, Δράμας, Κυθήρων), με δημοσιεύματα μάλιστα και διαμαρτυρίες προς την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Οι αντιδράσεις οξύνθηκαν μετά τη γνωστοποίηση των διαλλακτικών προτάσεων της Εκτελεστικής Επιτροπής των Γ.Ο.Χ., οι οποίες αποδοκιμάσθηκαν από το εκλεγέν νέο Διοικητικο Συμβούλιο των «παραρτημάτων» των Γ.ΟΧ, ενώ το συνταχθέν νέο σχετικό Υπόμνημα (1 Αύγ. 1934) περιείχε την παράλληλη αποκήρυξη όχι μόνο της επίσημης Εκκλησίας της Ελλάδος για την απαράδεκτη προσχώρησή της στην Οικουμενική κίνηση, αλλά και της Βουλής των Ελλήνων ως ενός απαραδέκτου για τη νομοθετική ρύθμιση εκκλησιαστικών ζητημάτων ως «σώματος βαβυλωνιακού», γι' αυτό τονίσθηκε αφ' ένός μεν η ανάγκη χωρισμού της Εκκλησίας από την Πολιτεία, αφ' έτέρου δε η αξίωσή τους για την εκλογή ομοφρόνων αρχιερέων για τις κοινότητες των Γ.Ο.Χ..
Η άρνηση όμως του προέδρου της υπερόριας Συνόδου του Κάρλοβιτς Αντωνίου να ικανοποιήση το υποβληθέν με σχετική επιστολή (10 Οκτ. 1934) αίτημά τους για χειροτονία επισκόπου καλύφθηκε από την πρωτοβουλία του Δημητριάδος Γερμανού να ανατρέψη τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών τόσο με την προσφυγή του στο ΣτΕ για την αντικανονική δήθεν εκλογή ως βοηθού επισκόπου του Ιακώβου Βαβανάτσου, όσο και με την ανάληψη της ηγεσίας των παλαιοημερολογίτων, αφού προηγουμένως εξασφάλισε και τη συναίνεση των φίλων του αρχιερέων πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου και Ζακύνθου Χρυσοστόμου. Η τελική προσχώρησή τους στους Γ.Ο.Χ. (27 Μαίου 1935) επισφραγίσθηκε με την κοινοποίηση της διακοπής της κοινωνίας τους με τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και επιστέφθηκε με την αυθαίρετη χειροτονία τεσσάρων παλαιοημερολογιτών επισκόπων (Γερμανού Βαρυκοπούλου Κυκλάδων, Χριστοφόρου Χατζή Μεγαρίδος, Ματθαίου Καρπαθάκη Βρεσθένης και Πολυκάρπου Λιώση Διαυλείας) για τη συγκρότηση μιας επταμελούς Συνόδου διοικήσεως των 800 περίπου κοινοτήτων των Γ.Ο.Χ. (Ιούν. 1935).

Η οφειλετική λοιπόν ενημέρωση της Ιεραρχίας και της Πολιτείας από τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών για την απόσχισή τους καθιστούσε αναγκαία την άμεση κίνηση της κανονικής διαδικασίας για την καθαίρεση των τριών αποσχισθέντων, γι’ αυτό το μεν Πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο αποφάσισε τόσο την καθαίρεσή τους, όσο και τον πενταετή αυστηρό περιορισμό τους σε διαφορετικές μονές (14 Ιουν. 1935), ενώ οι χειροτονηθέντες από αυτούς τέσσαρες παλαιοημερολογίτες επίσκοποι καθαιρέθηκαν από το Συνοδικό Δικαστήριο ως δεχθέντες «απολελυμένην χειροτονίαν» (3 Ιουλ. 1935).
Η άμεση όμως εκτέλεση των αποφάσεων από την Πολιτεία δεν είχε προβλεφθή από τους καταδικασθέντες μητροπολίτες, γι’ αυτό ο μεν πρώην Ζακύνθου Χρυσόστομος ζήτησε την επιείκεια της Συνόδου και αποκαταστάθηκε, ενώ ο εμπνευστής της αντικανονικής πράξεως πρώην Δημητριάδος Γερμανός υπέβαλε γραπτώς αίτημα προς τον Υπουργό Παιδείας για την αποκατάσταση στην μητρόπολή του (2 Δεκ. 1935), το οποίο ερμήνευσε, ήτοι αργότερα μετά την άρση του περιορισμού, με επιστολή του (12 Ιαν. 1936), υπό την πίεση προφανώς των αδιαλλάκτων παλαιοημερολογιτών, ως μία αξίωση απονομής δικαιοσύνης και όχι ως μία δήλωση μεταμελείας, όπως έπραξε και ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος (13 Ιαν. 1936).

Από τους χειροτονηθέντες παλαιοημερολογίτες επισκόπους τέθηκαν σε περιορισμό οι ακραίοι Κυκλάδων Γερμανός και Βρεσθένης Ματθαίος, ενώ οι μετριοπαθέστεροι Μεγαρίδος Χριστόφορος και Διαυλείας Πολύκαρπος δεν εκτοπίσθηκαν, γι’ αυτό οι δύο τελευταίοι δεν έγιναν δεκτοί μετά την άρση του περιορισμού τους στην ανασυγκροτηθείσα Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. (11 Ιαν. 1936). Εν τούτοις, η διαφωνία τους στο ζήτημα του χαρακτηρισμού της επίσημης Εκκλησίας της Ελλάδος ως σχισματικής και των μυστηρίων της ως άκυρων προκάλεσε την αποχώρηση από τη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. (19.17) των ακραίων επισκόπων Κυκλάδων και Βρεσθένης, οι οποίοι αποφάσισαν την επίσημη διακοπή των σχέσεων τους με τους μετριοπαθείς επισκόπους Μεγαρίδος και Διαυλείας (1918), ενώ δεν δίστασαν να αποκηρύξουν και τον μετριοπαθή πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο και να αναγκάσουν τον πρώην Δημητριάδος Γερμανό σε αποχώρηση από τη Σύνοδο (1940).

Οι ανεπιτυχείς όμως προσπάθειες του πρώην Φλωρίνης να αποκαταστήση την ενότητα των παλαιοημερολογιτών επισκόπων επέτρεψαν στους επισκόπους Μεγαρίδος και Διαυλείας να του ανακοινώσουν την αποφασή τους τόσο για τη διακοπή των επαφών τους με τή Σύνοδο (1945), όσο και για την αναδιοργάνωση της «Εκκλησίας των Γ.ΟΧ.» (1947).
Η αποτυχία λοιπόν των συμβιβαστικών πρωτοβουλιών τροφοδοτούσε συνεχώς τις οξύτατες εσωτερικές αντιπαραθέσεις των δύο αντιπάλων παρατάξεων κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου (1945- 50) με εκατέρωθεν κατηγορίες όχι μόνο για σοβαρά οικονομικά ή ηθικά σκάνδαλα (όπως λ.χ. της Μονής Κερατέας κ.α.), αλλά και για τη διαφορετική προσέγγιση του κρίσιμου ζητήματος του κύρους των μυστηρίων (1950) και των σχέσεων τους με την επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία όμως αντέδρασε και ζήτησε από την κυβέρνηση με συνοδική απόφαση (20 Δεκ. 1950) την άμεση διάλυση των αντικανονικών και παρανόμως συναγομένων παλαιοημερολογιτικών κοινοτήτων σε 350 περίπου ιδιωτικούς ναούς.

Οι βίαιες διώξεις των ηγετών των Γ.Ο.Χ. (συλλήψεις αρχιερέων, απαγόρευση λατρευτικών συνάξεων κ.λπ.) αποσκοπούσαν βεβαίως στον πειθαναγκασμό τους να επιστρέψουν στους κόλπους της Εκκλησίας, αλλά δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αφού οι αντίπαλες παρατάξεις συνενώθηκαν σε κοινό αγώνα εναντίον τόσο της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, όσο και των σκληρών κυβερνητικών μέτρων. Τα μέτρα ίσχυσαν μέχρι την αναστολή τους από την κυβέρνηση Ν. Πλαστήρα, λόγω των προγραμματισμένων εθνικών εκλογών για το φθινοπωρο του 1952, ενώ η επιστροφή του εκτοπισμένου στην Μονή Υψηλού της Μυτιλήνης πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (18 Ιουλ. 1952) συνοδεύθηκε όχι μόνο με την ανασυγκρότηση της Συνόδου των Γ.ΟΧ. για την υπεράσπιση της ελευθερίας της λατρείας των κοινοτήτων τους, αλλά και με τις πολιτικές πιέσεις για συμβιβαστική αντιμετώπιση της σχέσεώς τους με την Εκκλησία της Ελλάδος. Υπό την έννοια αυτή, ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος και οι άλλοι μετριοπαθείς αρχιερείς των Γ.ΟΧ. αναγκάσθηκαν να υπογράψουν παραίτηση από την ηγεσία του αγώνα τους, “διά την καλυτέραν συνεννόησιν με την επίσημον Εκκλησίαν” (6 Νοεμ. 1952), αλλ’ οι προοπτικές αυτές αποδυναμώθηκαν τόσο με την ανάκληση της παραιτήσεώς του (27 Νοεμ. 1952), υπό την πίεση της ομάδας των «ζηλωτών» του επισκόπου Βρεσθένης Ματθαίου, όσο και με την αποκατάσταση ως βοηθών επισκόπων του Αρχιεπισκόπου Αθηνών (Μαρτ. 1953) των παραιτηθέντων από την ηγεσία της παρατάξεώς τους επισκόπων Μεγαρίδος Χριστόφορου (Καρυουπόλεως) και Διαυλείας Πολυκάρπου (Σταυροπόλεως). Άλλωστε, ο θάνατος τόσο των επισκόπων Βρεσθένης Ματθαίου (14 Μαίου 1950) και Κυκλάδων Γερμανού (24 Μαρτ. 1951), όσο και του αποδυναμωμένου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (20 Σεπι. 1955), κατέστησαν οξύτερο το πρόβλημα της ηγεσίας της μετριοπαθούς παρατάξεως των Γ.Ο.Χ., ενώ οι ακραίοι οπαδοί του Βρεσθένης Ματθαίου, με επικεφαλής τον πανίσχυρο και πολυπράγμονα σύμβουλο του κληρικο Ευγ. Τόμπρο, προέτρεψαν όλους τους προερχόμενους από το Άγιον Όρος ηγουμένους των παλαιοημερολογιτικών μονών της Αττικής να αναγνωρίσουν τους αντικανονικούς «ματθαιϊκούς» αρχιερείς και να δεχθούν από αυτούς την επισκοπική χειροτονία. Η απουσία όμως επισκόπων κατέστησε αναγκαία την ανάθεση της διοικήσεως της παρατάξεως των μετριοπαθών σε μία κληρικολαϊκή Εκκλησιαστική Επιτροπή (1956), υπό την προεδρία του ηγουμένου της μονής του Αγίου Νικολάου Παιανίας Ακακίου Παπά, η οποία απέρριψε οποιαδήποτε σχέση τόσο με τους «ματθαιϊκούς», όσο και με τους καθοδηγητές τους από το περιβάλλον της μονής Κερατέας, γι' αυτό αντάλλαξαν με αυτούς και βιαιοτάτους λιβέλλους με αμοιβαίες καταγγελίες για οικονομικά και ηθικά σκάνδαλα, ενώ συγχρόνως αναζήτησαν λύση για την άμεση κάλυψη της μετριοπαθούς παρατάξεως με τη χειροτονία ενός τουλάχιστον επισκόπου για την χειροτονία των αναγκαίων για τη θ. λατρεία κληρικών.

Υπό την πίεση αυτή, ο ηγούμενος της μονής του αγίου Νικολάου και πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Ακάκιος πέτυχε να χειροτονηθή αντικανονικώς και με αθέμιτα μέσα στο Ντιτροιτ (9 Δεκ. 1960) από έναν επίσκοπο (Σεραφείμ) μιας αντικανονικής ανεξάρτητης Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αμερικής και συγκρότησε ένα δωδεκαμελές Αρχιερατικό Συμβούλιο, το οποίο λειτουργούσε υπό την προεδρία του και είχε ως μέλη ομόφρονες ηγουμένους αρχιμανδρίτες και λαϊκούς θεολόγους. Συνεπώς, άνοιξε η οδός των αντικανονικών και ανεξελέγκτων χειροτονιών όχι μόνο για τις παλαιές, αλλά και για τις συνεχώς αποσχιζόμενες από αυτές νέες ομάδες παλαιοημερολογιτών, οι οποίες διασπάσθηκαν σε περισσότερες από 7 ανεξάρτητες και αντίπαλες αντικανονικές συνόδους με αθρόες χειροτονίες καθηρημένων ορθοδόξων κληρικών (Δ. Κόκορη, Ημερολόγιο- Εορτολόγιο, Διόρθωσις λάθος ή επιβεβλημένη; Αθήναι 1998).

Οι ομάδες αυτές των Γ.Ο.Χ. οργανώθηκαν με κέντρα τις ακμαιότερες κυρίως παλαωημερολογιτικές μονές της Αττικής, της Βοιωτίας, της Μεγαρίδος κλπ.. ήτοι τόσο ανδρώες (Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην περιοχή του Κουβαρά, παλαιά και νέα, Άξιον Εστί στην περιοχή του Βαρυμπόμπη, ΑγίαςΣκέπης στον Κουβαρά), όσο και γυναικείες (Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Πάρνηθα, Αγίου Νικολάου στην Παιανία, Αγίας Παρασκευής στην Πάρνηθα, Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου στη Λυκόβρυση και στην Παιανία, Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στον Ωρωπό, Είσοδίων της Θεοτόκου στον Κουβαρά, Ιωάννην του θεολόγου στην Πετρούπολη, Αγίου Αρτεμίου στον Πειραιά, Αγίου Δημητρίου στην Αμφιάλη, Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου στα μέγαρα, Γενεθλίου της Θεοτόκου στη Σαλαμίνα, Αγίας Τριάδος στο Λουτράκι κ.ά.).
Είναι λοιπόν προφανές ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως και οι παλαιοημερολογιτικές ομάδες των Γ.Ο.Χ., έχουν το ίδιο παραδοσιακό Ιουλιανό ημερολόγιο, αλλ’ η μεν Ορθόδοξη Εκκλησία αποδέχθηκε ομοφώνως την ορθότητα της ημερολογιακής διορθώσεως, έστω και αν ορισμενες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν προσαρμόσθηκαν σε αυτή για περιστασιακούς λόγους (Ιεροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας), ενώ οι παλαιοημερολογιτικές ομάδες αποσχίσθηκαν για ποικίλους προσωπικούς ή άλλους ιδιοτελείς λόγους με πρόσχημα τη διόρθωση, γι' αυτό δεν έγιναν δεκτοί σε κοινωνία ούτε από όσες Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν εφάρμοσαν τη διόρθωση. Υπό την έννοια αυτή, η Εκκλησία της Ελλάδος, πέρα από τις καταδίκες των ηγετών των αποσχιστικών τάσεων, απέφυγε ορθώς τη γενική κανονική καταδίκη των παλαιοημερολογιτών για την οριστική αποκοπή τους από το εκκλησιαστικό σώμα, γι’ αυτό αφ’ ενός μεν χαρακτηρίσθηκαν απλώς ως παρασυνάγοντα πλανώμενα μέλη της, αφού η διαφωνία στην ημερολογιακή διόρθωση δεν ήταν επαρκής λόγος για τη διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας των διαφωνούντων, αφ’ ετέρου δε αποκλείσθηκε για τον λόγο αυτό οποιοσδήποτε άλλος χαρακτηρισμός της εκκλησιαστικής τους ταυτότητας από θεσμικά όργανα της Πολιτείας, αφού μια τέτοια πράξη θα εισήγε αυθαιρέτως και αντισυνταγματικώς δύο παράλληλες και αντίπαλες “ιεραρχίες” της αυτής Ορθοδόξου Εκκλησίας, από τις οποίες μόνο η μία θα ήταν δεκτή σε κοινωνία από το Οικουμενικό πατριαρχείο και από τις άλλες Ορθοδοξες Εκκλησίες (άρθρο 3, παρ. 1 του Συντάγματος).
Συνεπώς, το ημερολογιακό ζήτημα συζητήθηκε στη Β' Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Σαμπεζύ- Γενεύης, 1982), υπό την προοπτική του κοινού εορτασμού του Πάσχα με τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες, γι’ αυτό και διακηρύχθηκαν αφ’ ενός μεν η κοινή διαπίστωση για την ορθότητα της ημερολογιακής διορθώσεως, αφ’ έτέρου δε οι αντικειμενικές δυσκολίες των υπό κομμουνιστικά καθεστώτα Ορθοδόξων Εκκλησιών να προετοιμάσουν τους λαούς τους για οποιαδήποτε νέα μεταβολή, γι’ αυτό και το όλο ζήτημα παραπέμφθηκε σε ευθετώτερο χρόνο.

Η ειδικότερη λοιπόν πτυχή του Ημερολογιακού ζητήματος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν είναι δυνατόν να αποσυνδεθή αφ' ένός μεν από την πανορθόδοξη αξιολόγηση του λόγου και των εκκλησιαστικών συνεπειών της διορθώσεως του Ιουλιανού ημερολογίου, αφ’ ετέρου δε από την επίσημη θέση της Ί. Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για την εκκλησιαστική ταυτότητα των παλαιοημερολογιτών, η οποία έχει την αποκλειστική κανονική αρμοδιότητα για τον καθορισμό του τύπου της σχέσεως των μελών της προς το εκκλησιαστικό της σώμα. Υπό την έννοια αυτή, οποιαδήποτε άλλη εκκλησιαστική ή πολιτική προσέγγιση είναι αντίθετη όχι μόνο προς την κανονική παράδοση, αλλά και προς το ελληνικό Σύνταγμα (1975), γι’ αυτό όχι μόνο δεν θα αποτελή εποικοδομητική πρόταση για μία συναινετική αντιμετώπιση του ζητήματος, αλλ' αντιθέτως θα πολλαπλασιάση τη σύγχυση, με επαχθείς πάντοτε συνέπειες για την Εκκλησία και για το κοινωνικο σύνολο.


(Στυλιανού Παπαδοπούλου, στο: Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τόμος Β, εκδ. Αποστολική Διακονία,σελ. 60-65).
Το σχίσμα και η διαίρεση στην Εκκλησία
«... του εις αίρεσιν εμπεσείν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν (=από το να πέσει κάποιος σε αίρεση, το να σχίσει την Εκκλησία δεν είναι μικρότερο κακό)» (Εις Εφεσ., Ομιλ. ΙΑ' 5: PG 62, 87).
Συχνά προσάπτεται στον Χρυσόστομο ότι απέφυγε να μιλήσει για το αντιοχειανό σχίσμα, που συγκλόνισε όχι μόνο την τοπική εκείνη Εκκλησία αλλά και όλη την καθολική Εκκλησία. Είδαμε όμως και στην παράγραφο περί των χριστολογικών αντιλήψεών του, ότι δεν κατονόμασε τον δάσκαλό του Διόδωρο Ταρσού και τον συμμαθητή και φίλο του Θεόδωρο Μοψουεστίας, αλλά με κάθε ευκαιρία διατύπωνε τις θέσεις του, που σαφώς ανέτρεπαν ανάλογες θέσεις των παραπάνω επιφανών αντιοχέων.
Των αναλογιών τηρουμένων την τακτική αυτή εφαρμόζει ο Χρυσόστομος προκειμένου και περί του αντιοχειανού σχίσματος. Αν εξαιρέσει κανείς τις αποσχίσεις ένεκα τηρήσεως ιουδαϊκών εθίμων, δεν κατονόμαζε σχισματικούς και υπεύθυνους διαιρέσεων, αλλά επέμενε, από την εποχή του 386/387, ότι δεν υπάρχει φοβερότερη πράξη από την διάσπαση της Εκκλησίας, που ήδη ταλαιπωρείται από τις αιρέσεις. Το γεγονός αποτελεί σχίσιμο του χιτώνα του Κυρίου.
«...ουδέν χείρον φιλονεικίας και μάχης και του την Εκκλησίαν διασπάν και τον χιτώνα, ον ουκ ετόλμησαν οι λησταί διαρρήξαι, τούτον εις πολλά κατατεμείν μέρη. Ουκ αρκούσιν αι λοιπαί αιρέσεις, αλλά και ημείς εαυτούς κατατέμωμεν»; (=τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από φιλονεικία και μάχη και από το να διασπά κάποιος την Εκκλησία, και τον χιτώνα, τον οποίο δεν τόλμησαν οι ληστές να σχίσουν, αυτόν να τον κατακόβει σε πολλά μέρη. Δεν αρκούν οι υπόλοιπες αιρέσεις, αλλά και εμείς κατακόβουμε τους εαυτούς μας;)(Κατά Ιουδαίων Γ’ 1: PG 48, 863).
Το σχίσμα στην Εκκλησία αποτελεί σφαγή, ξέσκισμα, του ίδιου του Χριστού, γεγονός για το οποίο πρέπει ο υπεύθυνός του να φρίττει, γιατί θ’ αντιμετωπίσει φοβερότατη τιμωρία.
«... ο τον Χριστόν σφάττων και διαξαίνων κατά μέλος, ποίας γεέννης ουκ έσται άξιος; ...Τον Δεσπότην σου σπαράττεις και ου φρίττεις; τα μέλη τα δεσποτικά διαξαίνεις και ου τρέμεις; Οίκος εστιν η Εκκλησία πατρικός» (=εκείνος ο οποίος σφάζει και διαμελίζει το Χριστό, ποιάς κόλασης δεν θα είναι άξιος;… Τον Δεσπότη σου κατασπαράζεις και δεν φρίττεις; Τα μέλη τα δεσποτικά ξεσκίζεις και δεν τρέμεις; Σπίτι πατρικό είναι η Εκκλησία)(Εις Εφεσ., Ομιλ. ΙΑ' 5-6: PG 62, 87).
Οι όροι με τους οποίους ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει το σχίσμα είναι το ουσιαστικό διαίρεσις και το ρήμα σχίζω. Διαίρεση σημαίνει χωρισμό από το «εκκλησιαστικό σώμα» και αυτοαπομάκρυνση από το «πλήρωμα» της Εκκλησίας. Το ρήμα σχίζω σημαίνει πάλι διαίρεση και σχίσιμο σε πολλά μέρη της Εκκλησίας. Η αυτοαπομάκρυνση από το εκκλησιαστικό σώμα είναι δύο ειδών. Εκείνη που οφείλεται στην έλλειψη αγάπης, άρα στην αδιαφορία για την Εκκλησία, και εκείνη που οφείλεται σε πράξεις που πληγώνουν το σώμα της Εκκλησίας.
«Δύο γάρ εισί διαιρέσεις από του σώματος του εκκλησιαστικού. Μία μεν όταν ψύξωμεν την αγάπην˙ δευτέρα δε όταν ανάξια του τελείν εις εκείνο το σώμα τολμήσωμεν. Εκατέρως γαρ χωρίζομεν εαυτούς του πληρώματος» (=Διότι δύο διαιρέσεις υπάρχουν από το εκκλησιαστικό σώμα. Η μία μεν όταν παγώσουμε την αγάπη. Η άλλη πάλι όταν τολμήσουμε πράγματα που είναι ανάξια να γίνονται σε εκείνο το σώμα. Διότι και με τους δύο αυτούς τρόπους χωρίζουμε τους εαυτούς μας από το πλήρωμα της Εκκλησίας)(Στο ίδιο: PG 62, 85. Βλ. και PG 62, 322).
Αιτία όμως γενικότερη της διαιρέσεως της Εκκλησίας θεωρεί ο Χρυσόστομος την φιλαρχία, που είναι τόσο ταπεινή ώστε να οργίζει («παροξύνει») τον Θεό περισσότερο από κάθε τι.
«Ουδέν ούτως Εκκλησίαν δυνήσεται διαιρείν, ως φιλαρχία. Ουδέν ούτω παροξύνει τον Θεόν, ως το Εκκλησίαν διαιρεθήναι» (=Τίποτα δεν θα μπορέσει να διαιρεί τόσο την Εκκλησία όσο η φιλαρχία. Τίποτα δεν εξοργίζει τόσο πολύ το Θεό όσο το να διαιρεθεί η Εκκλησία) (Αυτόθι).
Και αναμφίβολα αιτία είναι η φιλαρχία και η αλαζονεία,
«φιλαρχίας εστίν η νόσος» (=η νόσος προέρχεται από φιλαρχία) (PG 62, 86)
«ουδέν ούτως αποσχίζει σώμα Εκκλησίας ως αλαζονεία» (=τίποτα δεν σχίζει τόσο πολύ το σώμα της Εκκλησίας όσο η αλαζονεία)(PG 60, 610)
εφόσον η διαφορά των σχιζομένων δεν οφείλεται στην δογματική διδασκαλία. Εάν είχαν «δόγματα εναντία», θα υπήρχε δικαιολογία της διαιρέσεως. Αλλά οι σχισματικοί «τα αυτά φρονούσι» προς το σώμα το εκκλησιαστικό (αυτόθι). Η μόνη δηλαδή νόμιμη θεολογικά αιτία για απόσχιση από την Εκκλησία είναι η αιρετική διδασκαλία κάποιων που προΐστανται της Εκκλησίας.
«Ει τα αυτά δόγματα, ει τα αυτά μυστήρια, τίνος ένεκεν έτερος άρχων ετέρα Εκκλησία επιπηδά;» (=αν υπάρχουν τα ίδια δόγματα, αν υπάρχουν τα ίδια μυστήρια, για ποιο λόγο να επιπηδά σε άλλη Εκκλησία άλλος επίσκοπος;) (PG 62, 86).
Οι σχισματικές μάλιστα καταστάσεις και οι διαιρέσεις αποβαίνουν αιτία να κατηγορούν οι εθνικοί τους χριστιανούς για κενοδοξία και φιλαρχία και να τους γελοιοποιούν ανάλογα.
«Οράτε, φησίν (= οι εθνικοί), ότι πάντα κενοδοξίας πεπλήρωται τα χριστιανών και φιλαρχία παρ’ αυτοίς και απάτη» (=Βλέπετε, λένε, ότι τα πάντα στους Χριστιανούς είναι γεμάτα από κενοδοξία και σε αυτούς υπάρχει φιλαρχία και απάτη;)(Αυτόθι).
Προσπαθώντας ο Χρυσόστομος να δείξει το μέγεθος του κακού που δημιουργεί το σχίσμα, καταφεύγει σε ρήση άγιου άνδρα, του οποίου όμως δεν αναφέρει το όνομα. Είναι τόσο βαρύ και σκληρό αυτό που θέλει ο Χρυσόστομος να πει για το σχίσμα, ώστε προτιμάει, για να γίνει ευκολότερα δεκτός ο βαρύς του λόγος, να προβάλλει ό,τι σεβάσμιος άγιος είχε σχετικά διατυπώσει˙ την αμαρτία του σχίσματος δεν εξαλείφει ούτε ο μαρτυρικός θάνατος.
«Ανήρ δε τις άγιος είπε τι δοκούν είναι τολμηρόν, πλην αλλ’ όμως εφθέγξατο. Τί δη τούτο εστιν; "Ουδέ μαρτυρίου αίμα ταύτην δύνασθαι εξαλείφειν την αμαρτίαν” έφησε» (=Κάποιος άγιος άνδρας είπε κάτι που φαίνεται τολμηρό, αλλά όμως το είπε. Ποιο είναι αυτό λοιπόν; Είπε ότι «ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν μπορεί να εξαλείψει αυτήν την αμαρτία»)(Στο ίδιο, PG 62, 85).
Η εξήγηση που δίνει για την απόλυτη και φρικτή καταδίκη του υπευθύνου σχίσματος, είναι ότι αυτός με τις διαιρετικές - σχισματικές του πράξεις πολεμάει την Εκκλησία, για την οποία σταυρώθηκε ο Χριστός. Τι νόημα έχει να μαρτυράει κανείς για του Χριστού την δόξα, εάν με τις πράξεις του αμαυρώνει την δόξα αυτή. Εφόσον άρα μένει κάποιος στο σχίσμα, η αξία του τυχόν μαρτυρίου του μηδενίζεται. Το σχίσμα δεν είναι κατώτερο του διωγμού της Εκκλησίας, αφού μάλιστα με τους διωγμούς η Εκκλησία έδειξε την λαμπρότητά της, ενώ με τις διαιρέσεις πάντα «καταισχύνεται» (Αυτόθι).
Η βλάβη του σχίσματος την Εκκλησίαν «παρά τοις εχθροίς καταισχύνει, όταν υπό των ιδίων τέκνων πολεμήται» (=την ντροπιάζει στους εχθρούς, όταν πολεμιέται από τα ίδια της τα παιδιά)(Αυτόθι).
Τέλος, παρατηρούμε ότι παρ’ όλα όσα σκληρά διατυπώνει ο Χρυσόστομος, δεν φαίνεται να θεωρεί μη Εκκλησία τους σχισματικούς, αυτούς που «χώρισαν εαυτούς του πληρώματος του εκκλησιαστικού». Γι’ αυτό άλλωστε συγκεκριμενοποιεί τις τιμωρίες που τους αναμένουν και τους ονομάζει «ίδια τέκνα» της Εκκλησίας, που όμως την πολεμούν. Επισημαίνει επίσης ότι ο Παύλος «αδελφούς ονομάζει» (PG 61, 23) και αυτούς που διήρεσαν την Εκκλησία της Κορίνθου (Α’ Κορ. 1,10). Και η απόλυτη φράση του, την όποια παραθέσαμε στην αρχή της παραγράφου (ότι το σχίσμα δεν είναι μικρότερο κακό από την αίρεση), αναφέρεται, νομίζουμε, στην τιμωρία των υπευθύνων του σχίσματος, ενώ θέλει και να καυτηριάσει και να προλάβει αυτούς που ελαφρά τη καρδία και χωρίς περίσκεψη ακολουθούν αυτούς που σχίζουν - διαιρούν την Εκκλησία.
«Ταύτα μοι ειρήσθω προς τους αδιαφόρως δίδοντας εαυτούς τοις σχίζουσι την Εκκλησίαν» (=αυτά τα λέω για αυτούς που χωρίς να νοιάζονται παραδίνουν τους εαυτούς τους σε αυτούς που σχίζουν την Εκκλησία)(PG 62, 86).
Δεν φαίνεται, λοιπόν, να θεωρεί τους σχισματικούς μη Εκκλησία, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι αδιαφορεί για ζητήματα ζωτικά των σχισματικών, όπως είναι η έγκυρη - αληθινή χειροτονία, που συνιστά Μυστήριο. Δεν αρκεί να ομολογεί κανείς ορθή πίστη. Οφείλει ο πιστός ν’ αγωνίζεται για την έγκυρη χειροτονία όσο και για τα δόγματα.
«Αρκείν τούτο ηγείσθε, ειπέ μοι, το λέγειν ότι ορθόδοξοι εισι, τα της χειροτονίας δε οίχεται και απόλωλε; Και τι το όφελος των άλλων, ταύτης ουκ ηκριβωμένης; (=πες μου, νομίζεις ότι αρκεί αυτό, το να λες ότι είναι ορθόδοξοι, τα σχετικά όμως με τη χειροτονία έφυγαν και χάθηκαν; Και ποιο το όφελος των άλλων αν αυτή δεν είναι εξακριβωμένη;)
Ώσπερ γαρ υπέρ της πίστεως, ούτω και υπέρ ταύτης μάχεσθαι χρή» (=διότι όπως ακριβώς πρέπει να μαχόμαστε για την πίστη, έτσι και για αυτήν)(Αυτόθι).
Πάντως, έμμεσα έστω, προϋποθέτει ο Χρυσόστομος τα σχίσματα και τις διαιρέσεις «ιάσιμα» φαινόμενα, όπως τα χαρακτήριζε ο Μέγας Βασίλειος (Κανόνας A' από την Επιστολή του 125, 1: ΒΕΠΕΣ 55, 151).
Στο ζήτημα τούτο επιχειρεί βαθύτερη τομή ο Χρυσόστομος κι εξηγεί ότι τα σχίσματα δεν οφείλονται σε διαφορά στην πίστη, αλλά σε διάσταση «γνώμης», διαθέσεως, ένεκα «φιλονεικίας» από ανθρώπινη αδυναμία.
«Ουδέ γαρ από του διεστάναι κατά την πίστιν τα σχίσματα εγίνετο, αλλά από του την γνώμην διηρήσθαι κατά ανθρωπίνην φιλονεικίαν» (=διότι τα σχίσματα δεν έγιναν από διαφορά στην πίστη, αλλά από διαίρεση της γνώμης λόγω ανθρώπινης φιλονεικίας) (Εις Α' Κορ., Ομιλ. Γ 1: PG 61, 23).
Και πρόκειται για ανθρώπινη αδυναμία, διότι διακρίνει την συμφωνία στα νοήματα από την «γνώμη».
«Έστι δε και τοις νοήμασι συμφωνούντα (= τον άνθρωπον), μηδέπω και τη γνώμη συμφωνείν» (Αυτόθι). Η θεωρητική συμφωνία στην διδασκαλία δεν εξασφαλίζει την ταυτότητα διαθέσεως ή ενεργειών και άρα την ομόνοια.
«Επειδή γαρ είπεν “ίνα το αυτό λέγητε” (Α' Κορ. 1, 10), μη νομίσητε, φησίν, ότι μέχρι ρημάτων είπον είναι την ομόνοιαν· την γαρ από διανοίας συμφωνίαν επιζητώ» (=επειδή δηλαδή είπε (ο Παύλος) ¨να λέτε το ίδιο¨, μη νομίσετε, λέει, ότι είπα ότι η ομόνοια πρέπει να είναι μέχρι τα λόγια· διότι επιζητώ τη συμφωνία από τη διάνοια) (Εις Α' Κορ., Ομιλ. Γ' 1: PG 61, 23).

Σχίσματα με αφορμή την νηστεία
Περισσότερο συγκεκριμένα συνδέει ο Χρυσόστομος τα σχίσματα και τις διαιρέσεις με θέματα πρακτικά, όπως η νηστεία, η διαφορά στην οποία οδηγούσε κάποιους αντιοχειανούς, που ακολουθούσαν ιουδαϊκά έθιμα, σε απόσχιση από το πλήρωμα της Εκκλησίας και σε ακοινωνησία. Ο χρόνος και ο τρόπος νηστείας δεν πρέπει να σχίζουν την Εκκλησία.
«Μη τοίνυν φιλονεικώμεν, μηδέ εκείνο λέγωμεν "τοσούτον ενήστευσα χρόνον και νυν μεταθήσομαι;” ...Αισχύνη γαρ εστιν ου το μεταβάλλεσθαι προς το βέλτιον, αλλά το μένειν επί της ακαίρου φιλονεικίας» (= Ας μη φιλονεικούμε λοιπόν, ούτε να λέμε εκείνο το «τόσο χρόνο νήστεψα και τώρα θα αλλάξω;» … Διότι ντροπή δεν είναι το να μεταβληθούμε προς το καλύτερο, αλλά το να επιμένουμε στην άκαιρη φιλονεικία) (Κατά ιουδαίων Γ 5: PG 48, 869).
Οι για τέτοιους λόγους φιλονεικίες και αποσχίσεις χαρακτήριζαν τους ιουδαίους και ουσιαστικά είναι σκιαμαχίες, που αποβαίνουν εις βάρος των όντως μεγάλων και σπουδαίων ζητημάτων της πίστεως. Και ενώ δεν είναι «έγκλημα» ο διαφορετικός χρόνος της νηστείας, γίνεται ασυγχώρητο σφάλμα το σχίσμα, που προκαλείται με τέτοια αφορμή. Το σχίσμα τούτο είναι ασυγχώρητο και πολύ τιμωρητέο, διότι οδηγεί σε ακοινωνησία, σε μη μετοχή στην λειτουργική ζωή της Καθολικής Εκκλησίας και άρα στην δημιουργία παρεκκλησιαστικής σχισματικής ομάδας.
«Μη τοίνυν σκιομαχώμεν, μηδέ των τυχόντων φιλονεικούντες, εν τοις μεγάλοις εαυτούς καταβλάπτωμεν. Το μεν γαρ τώδε ή τώδε χρόνω νηστεύσαι ουκ έγκλημα, το δε σχίσαι Εκκλησίαν και φιλονείκως διατεθήναι και διχοστασίας εμποιείν και της συνόδου διηνεκώς εαυτόν αποστερείν ασύγγνωστον και κατηγορίας άξιον και πολλήν έχει τιμωρίαν» (=Ας μη σκιαμαχούμε λοιπόν και ας μη βλάπτουμε τους εαυτούς μας στα μεγάλα πράγματα, φιλονεικώντας για τα ανάξια λόγου. Γιατί δεν αποτελεί έγκλημα το να νηστεύουμε αυτήν ή την άλλη περίοδο, αλλά έγκλημα, και μάλιστα ασυγχώρητο και άξιο καταδίκης και πρόξενο μεγάλης τιμωρίας, είναι η διαίρεση της Εκκλησίας, ο διαπληκτισμός, η σπορά της διχόνοιας, και η συνεχής αποστέρηση του εαυτού μας από τις συνάξεις των πιστών) (Κατά Ιουδαίων Γ' 5: PG 48, 872).
Η Εκκλησία, επιμένει ο Χρυσόστομος με αφορμή την από μέρους χριστιανών τήρηση εθίμων ιουδαϊκών, ποτέ δεν θεώρησε πρωτεύον και θεμελιώδες τον χρόνο της νηστείας. Ο ορισμός της νυν περιόδου νηστείας έγινε μόνο χάριν της ομόνοιας.
«Ουδέ γαρ η Εκκλησία χρόνων ακρίβειαν οίδεν. Αλλ ’ επειδή παρά την αρχήν πάσιν έδοξε τοις πατράσι διηρημένοις ομού συνελθείν και ταύτην ορίσαι την συμφωνίαν αγαπώσα, κατεδέξατο το επιταχθέν» (=ούτε και η Εκκλησία αναγνωρίζει την υποχρεωτική και ακριβή τήρηση των καιρών. Αλλά επειδή από την αρχή φάνηκε καλό στους πατέρες, που ήταν διασκορπισμένοι παντού, να μαζευτούν και να ορίσουν την ημέρα αυτή, η Εκκλησία αγαπώντας τη συμφωνία αποδέχτηκε την απόφαση) (Αυτόθι).
Θέματα μη δογματικά δεν πρέπει να οδηγούν σε σχίσμα, ακόμα και αν η Εκκλησία σφάλλει. Ακραία περίπτωση, βέβαια, συγγνωστή όμως για τον Χρυσόστομο.
«Ει γαρ και εσφάλλετο η Εκκλησία, ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ην, όσον έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος τούτου» (= Διότι και αν ακόμη η Εκκλησία έσφαλλε, δεν θα ήταν το κατόρθωμα από την ακριβή τήρηση των χρόνων τόσο μεγάλο, όσο είναι το έγκλημα που προέρχεται από τη διαίρεση και το σχίσμα αυτό) (Στο ίδιο: PG 48, 870).

«Δεν ήλθα να φέρω ειρήνη στη γη»(Ματθ. 10,34). Μα τότε πώς τους παρήγγειλε να αποδίδουν χαιρετισμό ειρήνης σε κάθε σπίτι που θα πήγαιναν (Ματθ. 10,12); Πώς τότε και οι άγγελοι έψαλλαν «Δοξασμένος ας είναι ο ύψιστος Θεός και σε όλη τη γη ας βασιλεύσει η ειρήνη»; Πώς επίσης και οι προφήτες ευαγγελίζονταν την ειρήνη; Διότι αυτό κατεξοχήν είναι η ειρήνη, όταν δηλαδή αποκόπτεται αυτό που έχει ασθενήσει, όταν αποχωρίζεται αυτός που στασιάζει. Διότι μόνο έτσι είναι δυνατόν να ενωθεί ο ουρανός με τη γη. Διότι και ο γιατρός έτσι διασώζει το υπόλοιπο σώμα, όταν αποκόψει δηλαδή το μέλος εκείνο που δεν είναι δυνατόν να θεραπευτεί. Ομοίως και ο στρατηγός όταν οδηγήσει σε διαχωρισμό αυτούς που ομονοούν κακά. Ακριβώς το ίδιο συνέβη και στον πύργο εκείνο (της Βαβέλ)· διότι την κακή ειρήνη την διέλυσε η καλή διαφωνία και έφερε την ειρήνη (Γένεση 18,1).

Αλλά και ο Παύλος έτσι απέσχισε εκείνους που συμφωνούσαν εναντίον του (Πράξ. 23,6-7). Και στον πόλεμο του Ναβουθέ η συμφωνία εκείνη ήταν χειρότερη από κάθε άλλο (Γ΄Βασ. 20,1). Διότι δεν είναι παντού καλό η ομόνοια, διότι και οι ληστές συμφωνούν μεταξύ τους. Επομένως ο πόλεμος δεν είναι έργο της πρόθεσης του Κυρίου, αλλά προέρχεται από τη γνώμη των ανθρώπων. Διότι ο Κύριος ήθελε όλοι οι άνθρωποι να συμφωνούν ως προς την ευσέβεια. Επειδή όμως εκείνη στασιάζουν, γίνεται πόλεμος»

(Ιωάννου Χρυσοστόμου Ομιλία ΛΕ στο κατά Ματθαίον, εκδ. ΕΠΕ τομος 10 σελ. 492-494 ελαφρώς αλλαγμένη μετάφραση)

«Και έγινε σχίσμα (=διχασμός) μεταξύ τους»(Iω. 9,16). Αυτός ο διχασμός άρχισε πρώτα να γίνεται στο λαό και μετά και μεταξύ των αρχόντων. «Και οι μεν έλεγαν ότι είναι αγαθός, άλλοι όμως· δεν είναι αλλά εξαπατά το πλήθος» (Ιω. 7,12). Βλέπεις πώς έλειπε περισσότερο η σύνεση από τους άρχοντες με αποτέλεσμα να διχαστούν αργότερα; Αλλά μετά τον διχασμό δεν επέδειξαν και πάλι τίποτα το γενναίο, βλέποντας μπροστά τους τους Φαρισαίους. Διότι, εάν είχαν αποσχιστεί πλήρως, γρήγορα θα γνώριζαν την αλήθεια·

διότι είναι δυνατόν να υπάρχει καλό σχίσμα. Για αυτό και αυτός έλεγε· «Δεν ήλθα να βάλω ειρήνη στη γη αλλά μαχαίρι»(Ματθ. 10,34). Υπάρχει βεβαίως και κακή ομόνοια και υπάρχει και καλή διαφωνία· διότι αυτοί που έχτιζαν τον πύργο (της Βαβέλ) είχαν ομόνοια μεταξύ τους για κακό του εαυτού τους, και αυτοί οι ίδιοι πάλι διχάστηκαν χωρίς να το θέλουν μεν, αλλά όμως προς το συμφέρον τους. Και οι γύρω από τον Κορέ ομονόησαν κακά, για αυτό καλά διχάστηκαν· και ο Ιούδας ομονόησε με τους Ιουδαίους κακά. Υπάρχει λοιπόν και καλό σχίσμα και υπάρχει και κακή ομόνοια. Για αυτό λέει «Εάν το μάτι σου σε σκανδαλίζει, βγάλε το· εάν το πόδι σου, κόψε το» (Ματθ. 5,29 και 8,9). Εάν όμως είναι ανάγκη να αποσχιζόμαστε από ένα μέλος μας που είναι με κακό τρόπο ενωμένο με μας, δεν είναι πολύ περισσότερο ανάγκη και από φίλους, που είναι με κακό τρόπο ενωμένοι με μας; Επομένως δεν είναι πάντοτε η ομόνοια καλή, όπως ακριβώς λοιπόν ούτε ο διχασμός είναι κακός πάντοτε.

Αυτά τα λέω για να αποφεύγουμε τους πονηρούς και να αναζητούμε τους αγαθούς· διότι εάν από τα μέλη αποκόπτουμε εκείνο που είναι σάπιο και αθεράπευτο, φοβούμενοι μήπως και το υπόλοιπο σώμα υποστεί την ίδια βλάβη, και το κάνουμε αυτό, όχι επειδή περιφρονούμε εκείνο, αλλά θέλοντας να διαφυλάξουμε το υπόλοιπο σώμα, πόσο μάλλον είναι ανάγκη να το κάνουμε αυτό για εκείνους που είναι μαζί μας για κακό; Βέβαια εάν μπορούσαμε και εκείνους να διορθώσουμε και οι ίδιοι να μην βλαφτούμε, όλα πρέπει να τα κάνουμε, εάν όμως και εκείνοι παραμένουν αδιόρθωτοι και εμάς βλάπτουν, είναι ανάγκη να τους αποκόπτουμε και να τους απορρίπτουμε· διότι πολλές φορές έτσι θα έχουν μεγαλύτερο κέρδος. Για αυτό και ο Παύλος έτσι συμβούλευε, λέγοντας· «Διώξτε το πονηρό από ανάμεσά σας» (Α΄ Κορ. 5,13) και «Για να εκλείψει από ανάμεσά σας εκείνος που έκανε αυτό το έργο» (Α΄Κορ. 5,2). Διότι είναι κακό, μεγάλο κακό η συναναστροφή με πονηρούς. Δεν προσβάλλει με τόση ταχύτητα η αρρώστια και ούτε η ψώρα καταστρέφει αυτούς που μολύνθηκαν και πάσχουν από τη νόσο, όσο η κακία των πονηρών ανδρών» 

(Ιωάννου Χρυσοστόμου Ομιλία ΝΖ στο κατά Ιωάννην, εκδ. ΕΠΕ τομος 14 σελ. 57-61 μετάφραση ελαφρώς αλλαγμένη)

Λέει ο παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης, άγιος Κληρικός:

«Κατέβαινα από τον άγιο Νικόλαο και συνάντησα μια παλαιοημερολογίτισσα και τη χαιρέτησα. Εκείνη όμως όχι μόνο δεν με χαιρέτησε, αλλά γύρισε πίσω και με μούτζωνε με τα δυο της χέρια… Μετά από καιρό κοιμήθηκε και ερχότανε στον ύπνο μου κάθε βράδυ σε άθλια κατάσταση, σαν ζητιάνα, και με ενοχλούσε και ζητούσε κάτι.

Πήγα στα Τρίκαλα στη Μητρόπολη και τα ανέφερα. Ρώτησα το Δεσπότη τι να κάνω και μου είπε, να πας νύκτα, αφού την ημέρα δεν αφήνουν τα παιδιά της, να κάνεις ένα τρισάγιο στον τάφο της για να συγχωρηθεί η ψυχή της. Αφού έκανα το τρισάγιο, κατόπιν δε με ενόχλησε άλλο»

(βιβλίο: Παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, 1975, στο «Αγιολογία», αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, σελ. 83-84)

ΙΩΗΛ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (+)ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ
Ε' ΕΚΔΟΣΙΣ-ΑΘΗΝΑΙ 2002
Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το «Ημερολογιακόν Ζήτημα» από ετών ταράσσει την Εκκλησίαν. Σημείον αντιλεγόμενον έχει καταστή.
Οι Παλαιοημερολογίται διακηρύττουν απεριφράστως ότι ακολουθούν το «σωστόν», το «γνήσιον», εξ ου και αυτοκαλούνται «Γνήσιοι - Ορθόδοξοι - Χριστιανοί», Γ.Ο.Χ., φθάσαντες εις το σημείον να πιστεύουν και να διακηρύττουν ότι ο Παράδεισος είναι μόνον δι' αυτούς. Δι' ημάς δε τους υπολοίπους, τους Νεοημερολογίτας, τους «Φράγκους», τους «Σχισματικούς», τους «αιρετικούς» ως μας αποκαλούν, παραμένει η Κόλασις.
Ακόμη διακηρύττουν απεριφράστως ότι τα Μυστήριά μας είναι άκυρα, καθ' ο «άχαρα», άνευ χάριτος.
Οι του Νέου δε Ημερολογίου, ως επί το πλείστον, αδιαφορούν δια τα προαναφερθέντα, ωρισμένοι αντιδρούν, άλλοι περνούν και εις την αντεπίθεσιν και ολίγοι προβληματίζονται προ των κατηγοριών των Παλαιοημερολογιτών μη γνωρίζοντες τι να πράξουν.
Υπάρχουν λοιπόν θέματα, κατά την γνώμην μας, εις αμφοτέρας τας παρατάξεις, που άλλοτε ολίγον άλλοτε πολύ κερδίζει εξ αυτών μόνον ο Διάβολος.
Το παρόν, έργον ανέκδοτον, απάντησις εις τινα Θεολόγον Μοναχόν, του αειμνήστου Πατρός Ιωήλ Γιαννακόπουλου, γνωστού απολογητού των Ορθοδόξων θέσεων, έρχεται να ρίξη άπλετον φως εις το εν προκειμένω αντιλεγόμενον ζήτημα του Ημερολογίου και να καταστήση αναπολογήτους όλους εκείνους, οίτινες καταδικάζουν την ενέργειαν της Εκκλησίας, (ενός ζωντανού Οργανισμού), ώστε να διορθώση το Ημερολόγιον, αλλά και να διαφωτίση τους θέλοντας, ίνα ούτω ειρηνεύσουν αι συνειδήσεις και μη κερδίζη πλέον ο Διάβολος.
Το παρόν εκδίδεται εκ χειρογράφου, ευρισκομένου εις χείρας πνευματικού τέκνου του αειμνήστου Κληρικού, εις το οποίον είχε κάμει διορθώσεις τινάς ο ίδιος ο συγγραφεύς ολίγον προ της εκδημίας του (Δεκέμβριος 1966).

ΠΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Οι Παλαιοημερολογίται μου είναι άνθρωποι συμπαθείς, διότι παρ' όλην την άγνοιαν που έχουν εις το Παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα, έχουν ζήλον και φόβον Θεού. Δια τον λόγον αυτόν δεν ηθέλησα να ασχοληθώ ούτε προφορικώς εις διάλεξίν μου τινά περί του Παλαιοημερολογιτικού ζητήματος, ούτε να γράψω και δημοσιεύσω τι περί αυτού. Εθεώρησα σκοπιμώτερον να ασχοληθώ συγγραφικώς περί τον υπομνηματισμόν της Παλ. Διαθήκης και γύρω από τους Ευαγγελικούς, Χιλιαστάς και λοιπά θέματα προς διαφωτισμόν τους ευσεβούς λαού μας και ουδόλως με τους Παλαιοημερολογίτας.
Εις όμως παλαιοημερολογίτης Θεολόγος Μοναχός, αντί να ασχοληθή και αυτός με τόσας αιρέσεις που κατακλύζουν την Πατρίδα μας, ήτοι Χιλιαστάς, Ευαγγελικούς κ.λ.π. και να γράψη τι κατ' αυτών, καταφέρεται καθ' ημών γραπτώς και προφορικώς, ονομάζων ημάς κακοδόξους, αιρετικούς, αβαπτίστους. Δεν αρκείται εις την γενικήν και ανώνυμον αυτήν καταφοράν καθ' ημών, αλλά κατ' επανάληψιν εις το παρελθόν έγραψε κατ' εμού προσωπικώς και εσχάτως εις το τελευταίον βιβλίον του: «Ποία η διαφορά μεταξύ Παλαιού και Νέου Ημερολογίου» με αποκαλεί εν σελίδι 19 νεωτεριστήν, πάντα δε νεωτεριστήν θεωρεί εν σελίδι 43 αβάπτιστον.
Έπειτα απ' όλα αυτά, νομίζω, ότι δεν έπρεπε να σιωπήσω, διότι η σιωπή μου δύναται να θεωρηθή ως αδυναμία μου ή ως σιωπηρά συγκατάθεσις μου εις το Παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα. Επειδή δε ο Μοναχός ούτος φέρει τον τίτλον του Θεολόγου, η σιωπή μου θα επηρεάση ακόμη περισσότερον τους αναγνώστας του βιβλίου του.
Απεφάσισα λοιπόν να απαντήσω. Και ιδού πως: Θα βασισθώ εις το τελευταίον βιβλίον του «Ποία η διαφορά μεταξύ Παλαιού και Νέου Ημερολογίου» και με την βοήθειαν του Πηδαλίου της Εκκλησίας μας και με τας γνώμας των Αγίων Πατέρων και τα δεδομένα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας θα φέρω εις φως όλους τους παραλογισμούς και τας πλάνας του εν λόγω Μοναχού.
Και συγκεκριμένως: Επειδή ούτος
α) συγχέει το νέον ημερολόγιον με το Γρηγοριανόν, το Παπικόν ημερολόγιον,
β) αγνοεί τον τρόπον του κανονισμού του Πάσχα υπό της Α' Οικουμενικής Συνόδου,
γ) αγνοεί τον τρόπον του εορτασμού της μεγάλης ακινήτου εορτής των Χριστουγέννων και των συναφών προς αυτήν εορτών και
δ) δεν έχει ιδέαν περί παραδόσεων, Εκκλησίας και σχίσματος, θα διαιρέσω την απάντησίν μου εις τέσσαρα μέρη:
α) Ιουλιανόν και Γρηγοριανόν Ημερολόγιον,
β) το Πάσχα και ο χρόνος εορτασμού του κύκλου των κινητών εορτών,
γ) τα Χριστούγεννα και αι συναφείς προς αυτά ακίνητοι εορταί και δ) αι παραδόσεις της Εκκλησίας, η Εκκλησία μας και το σχίσμα.

Α' ΙΟΥΛΙΑΝΟΝ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Ο εν λόγω Μοναχός συνταυτίζει το Νέον Ημερολόγιον, το οποίον ακολουθούμεν ημείς οι Νεοημερολογίται, με το Γρηγοριανόν ή Παπικόν ή Φραγκικόν Ημερολόγιον εν σελίδι ΙΙ του εν λόγω βιβλίου του, εν ω το υπ' αυτών ακολουθούμενον Παλαιόν (Ιουλιανόν) Ημερολόγιον θεωρεί εν την αυτή σελίδι ως πατροπαράδοτον γνήσιον Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον.
 Όχι, αγαπητέ Μοναχέ! Έχεις παχυλήν άγνοιαν του Ημερολογίου ή εν γνώσει σου σκοτίζεις και διαστρέφεις τα πράγματα. Το νέον Ημερολόγιον, το οποίον ακολουθούμεν ημείς, δεν είναι Γρηγοριανόν, Παπικόν, Φραγκικόν, όπως το ονομάζεις συ, αλλά Ιουλιανόν. Θέλεις απόδειξιν αυτού; Άκουσον:
Πρώτον:
Άνοιξε μίαν οιανδήποτε Κοσμογραφίαν που διδάσκεται εις τας ανωτέρας τάξεις του Γυμνασίου. Θα ίδης εις το κεφάλαιον περί του Ημερολογίου την διαφοράν Γρηγοριανού και Ιουλιανού Ημερολογίου από απόψεως καθαρώς ημερολογιακής. Ιδού τι λέγει η Κοσμογραφία της ΣΤ' τάξεως του Γυμνασίου εν σελ. 5: Γνωρίζομεν ότι το έτος αποτελείται ακριβώς από 365,242217 ηλιακάς ημέρας. Η διάρκεια του πολιτικού έτους του Ιουλιανού Ημερολογίου είναι 365 ημέρας και ¼ της ημέρας, διότι ανά τέσσερα χρόνια προστίθεται μία ημέρα η 29η Φεβρουαρίου. Επομένως το Ιουλιανόν Ημερολόγιον υπερέχει, είναι μεγαλύτερον του πραγματικού έτους κατά (365, 25-365, 242217) = 0,007783 ηλιακάς ημέρας. Η διαφορά αύτη εντός 400 ετών ανέρχεται εις 3,1132 ημέρας ανά 400 έτη. Ίνα διορθώση το σφάλμα τούτο ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ', βοηθούμενος υπό του αστρονόμου LILIO, διέταξεν όπως η μετά την 4ην Οκτωβρίου 1582 ημέρα κληθή 15η Οκτωβρίου και ουχί 5η Οκτωβρίου. Ίνα δε μη εις το μέλλον επαναληφθή το σφάλμα αυτό, ώρισεν όπως εντός 400 ετών μη λαμβάνωνται 100 δίσεκτα έτη, ως γίνεται κατά το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, αλλά μόνον 97. ούτω κατά το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, η χρονολογία υστερεί εντός 400 ετών, μόνον κατά 0,1132 ημέρας.
Πρέπει να παρέλθουν 4.000 έτη, όπως η χρονολογία υστερήση κατά 1,132 ημέρας.
Προς διόρθωσιν του Ιουλιανού Ημερολογίου ώρισεν ο Πάπας Γρηγόριος όπως τα έτη των αιώνων (λόγου χάριν 1600, 1700, 1800) μη είναι δίσεκτα, εκτός αν ο αριθμός των εκατοντάδων διαιρήται δια 4. Ούτω το έτος 1600 ήτο δίσεκτον κατά το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, διότι ο αριθμός των εκατοντάδων 16 είναι διαιρετός δια 4, δια το Ιουλιανόν Ημερολόγιον είναι ομοίως δίσεκτον, διότι ο αριθμός 1600 είναι διαιρετός δια 4. Τα έτη όμως 1700, 1800, 1900 είναι δίσεκτα κατά το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, διότι οι αριθμοί ούτοι 1700, 1800, 1900 είναι διαιρετοί δια 4, δια το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον δεν είναι δίσεκτα, διότι οι αριθμοί των εκατοντάδων 17, 18, 19 δεν είναι διαιρετοί δια 4.
Ούτω μετά πάροδον από σήμερον 1600 περίπου ετών, όσα περίπου παρήλθον από της Α' Οικουμενικής Συνόδου μέχρι σήμερον, ημείς, επειδή ακολουθούμεν το Ιουλιανόν Ημερολόγιον και θα έχωμεν δίσεκτα έτη τα διαιρετά δια 4, θα έχωμεν νέαν διαφοράν 13 ημερών, εν ω το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον δεν θα έχη, διότι ανά 400 έτη θα έχη 97 δίσεκτα έτη και ουχί 100.
Ιδού η διαφορά Νέου Ημερολογίου που ακολουθούμεν ημείς και του Γρηγοριανού, το οποίον ακολουθούν οι Δυτικοί από καθαρώς ημερολογιακής απόψεως! Εκείνοι θα έχουν 97 έτη δίσεκτα ανά 400 έτη, ημείς όμως θα έχωμεν 100. ο Πάπας Γρηγόριος δεν ηρκέσθη εις την ημερολογιακήν αυτήν μεταρρύθμισιν. Προσήρμοσε και το Πάσχα του προς το Ημερολόγιον του αγνοήσας το Πάσχα των Εβραίων και την απόφασιν της Α' Οικουμενικής Συνόδου σχετικήν με το Χριστιανικόν Πάσχα και το Εβραϊκόν.

Β' ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ
Εάν ανοίξωμεν το Πηδάλιον, θα ίδωμεν εις την σελίδα 9, ότι 4 σημεία είναι εκείνα τα οποία πρέπει να τηρώνται δια την εορτήν του Πάσχα!
α) Εαρινή ισημερία.
β) Πρώτη πανσέληνος μετά την ισημερίαν ταύτην.
γ) Μετά το Νομικόν Πάσχα και
δ) Η πρώτη Κυριακή μετά από όλα αυτά
Το Γρηγοριανόν ή Παπικόν Ημερολόγιον λαμβάνει υπ' όψιν του μόνον τα τρία: Εαρινήν ισημερίαν, πανσέληνον και Κυριακήν. Αγνοεί εντελώς το Νομικόν Πάσχα των Εβραίων. Ούτως οι Παπικοί συνεορτάζουν το Πάσχα των μετά των Εβραίων ή προηγούνται αυτού παρά τον 7ον Κανόνα των Αποστόλων και παρά την ιστορικήν ακρίβειαν, καθ' ην ο Κύριος ανέστη μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ημείς όμως οι Νεοημερολογίται λαμβάνομεν υπ' όψιν και τα 4 σημεία του Πάσχα και ούτω διαφέρομεν του Γρηγοριανού ή Παπικού Ημερολογίου και Εκκλησιαστικώς. Εορτάζομεν δηλαδή το Πάσχα μας μετά το Πάσχα των Εβραίων, συμφώνως με την διάταξιν της Α' Οικουμενικής Συνόδου.
Επομένως: Ημερολογιακώς και Εκκλησιαστικώς διαφέρομεν σεις και ημείς με το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον. Σεις και ημείς ακολουθούμεν Ημερολογιακώς και Εκκλησιαστικώς το Ιουλιανόν Ημερολόγιον!
Διατί συνταυτίζεις τελείως το Νέον Ημερολόγιον, αυτό που ακολουθούμεν ημείς, με το Παπικόν Γρηγοριανόν, αφού υπάρχη τόση μεγάλη διαφορά από Ημερολογιακής και Εκκλησιαστικής απόψεως μεταξύ των; Αλλοίμονον σου! Θα δώσης μεγάλον λόγον εις τον Θεόν. Μαντεύω την αντίρρησίν σου. Θα μου είπης: Διατί να γίνη η προώθησις των 13 ημερών; Σου απαντώ: Η προώθησις αύτη μόνη της δεν έθιξε το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, αλλά το μηνολόγιον του Ημερολογίου τούτου. το Ημερολόγιόν μας παρέμεινεν και θα παραμείνη Ιουλιανόν. Ιουλιανόν έχετε σεις. Ιουλιανόν έχομεν και ημείς. Χώνεψέ το καλά αυτό μέσα εις το μυαλό σου. Μόνον ότι το ιδικόν μας Ιουλιανόν είναι διορθωμένον.
Και πάλιν θα μου είπης:
Έστω. Διατί να μεταβληθή το μηνολόγιον του Ιουλιανού Ημερολογίου;
Σου απαντώ: Γνωρίζομεν από το Πηδάλιον της Εκκλησίας μας ότι οι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου, που εκανόνισαν το Πάσχα με βάσιν την εαρινήν ισημερίαν, είχον τότε εαρινήν ισημερίαν 21 Μαρτίου. Αυτό μας το λέγει το Πηδάλιον. Ιδέ σελίδα 9. Μετά την πάροδον όμως 1600 περίπου ετών από τότε μέχρι σήμερον, εξέπεσαμεν από την ημερομηνίαν εκείνην και εφθάσαμεν να έχωμεν εαρινήν ισημερίαν την 8ην Μαρτίου. Και αυτό αναφέρεται εις το Πηδάλιον. Ιδέ σελίδα 9.
Με ένα πήδημα λοιπόν 13 ημερών ημείς οι λεγόμενοι «Νεοημερολογίται» έχομεν εαρινήν ισημερίαν εκείνην που είχον οι Άγιοι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Ούτω έχομεν την παλαιάν ημερομηνίαν της εαρινής ισημερίας, 21 Μαρτίου, ενώ σεις έχετε την νέαν ημερομηνίαν της ισημερίας ταύτης, 8 Μαρτίου. Επομένως ημείς ακολουθούμεν την παλαιάν ημερομηνίαν, σεις την νέαν ημερομηνίαν. Ημείς πηγαίνομεν με το παλαιόν Ιουλιανόν Ημερολόγιον της Α' Οικουμενικής Συνόδου, σεις με το Νέον Ιουλιανόν Ημερολόγιον. Κατά συνέπειαν ημείς είμεθα όντως Παλαιοημερολογίται και σεις Νεοημερολογίται, διότι και πάλιν σου επαναλαμβάνω έχομεν την 21ην Μαρτίου ως εαρινήν ισημερίαν όπως είχον οι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου, ενώ σεις εξεπέσατε και έχετε την 8ην Μαρτίου.
Θα μου είπης: Διατί ο Άγιος Νικόδημος μαζί με τον Χρυσόστομον εις τα υποσημειώσεις του Πηδαλίου, σελ. 9, καταφέρεται κατά της προωθήσεως των 10 ημερών υπό του Γρηγοριανού Ημερολογίου;
Απαντώ: Ο Ιερός Χρυσόστομος ουδεμίαν σημασίαν δίδει εις τας ημερομηνίας των εορτών ως κόπτεσθε σεις δι' αυτάς. Μας το λέγει ρητώς:
«Ει τω δείνα μηνί ει τω δείνα μηνί εορτάσητε το Πάσχα ουδείς ποτέ εκολάσθη ουδέ ενεκλήθη».
Ήκουσες; Εάν εορτάσωμεν την τάδε του μηνός ή την τάδε του μηνός ημέραν το Πάσχα ή άλλην εορτήν ουδείς ποτέ εκολάσθη ούτε κατηγορήθη. Εκείνο το οποίον ενδιαφέρει τον Άγιον αυτόν Πατέρα είναι ο εορτασμός του Πάσχα κατά τους ορισμούς της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Ποίοι είναι οι όροι αυτοί; Μα τους αναλύει θαυμασίως ο Άγιος Νικόδημος εις τους υπομνηματισμούς του Πηδαλίου της Εκκλησίας μας. Ο Άγιος δηλαδή Νικόδημος καταφέρεται κατά του Γρηγοριανού Ημερολογίου εις τας υποσημειώσεις του Πηδαλίου του, διότι το Ημερολόγιον αυτό δεν λαμβάνει υπ' όψιν του το Πάσχα των Εβραίων και ούτω οι Δυτικοί εορτάζουν ενίοτε προ του Εβραϊκού Πάσχα ή μαζί με αυτό παρά τον 7ον Κανόνα των Αποστόλων και την ιστορικήν αλήθειαν, καθ΄ ότι ο Κύριος ανέστη μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ιδού τι λέγει ο Άγιος Νικόδημος εις την πρώτην υποσημείωσιν αυτού του Κανόνος:
«Το να κάνη τις το Πάσχα μετά την 21ην Μαρτίου ως κάμνομεν ημείς οι Γραικοί ή μετά την 11ην Μαρτίου ως κάμνουν οι Λατίνοι δεν είναι έγκλημα. Το να σχίση όμως την Εκκλησίαν είναι αμάρτημα ασυγχώρητον».
Πως σχίζουν οι Δυτικοί την Εκκλησίαν; Μας το λέγουν ευθύς αμέσως τα σχόλια του ιδίου Αγίου Πατρός Νικοδήμου:
«Η ακρίβεια αύτη (του Γρηγοριανού Ημερολογίου) προξενεί δύο μεγάλας ατοπίας εις τους Λατίνους το να εορτάζουν δηλαδή το Πάσχα ή μετά Ιουδαίων ή προ των Ιουδαίων».
Βλέπεις λοιπόν, αγαπητέ μου, τι λέγει το Πηδάλιον; Δεν είναι έγκλημα, δεν είναι σχίσμα, ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός του Πάσχα, αλλά κακόν είναι να γίνεται το ιδικόν μας Πάσχα προ του Πάσχα των Εβραίων ή μαζί με αυτό. Ιδού που ο Άγιος Νικόδημος εντοπίζει την κυρίαν διαφοράν Γρηγοριανού και Ιουλιανού Ημερολογίου. Να μη γίνεται το Πάσχα μας προ ή μαζί με το Πάσχα των Εβραίων. Αυτό όμως αποφεύγεται από ημάς. Διατί λοιπόν συ ταυτίζεις και συγχέεις το Νέον Ημερολόγιον με το Γρηγοριανόν;
Θα μου είπης: Δεν έπρεπε να ονομάσωμεν την 8ην Μαρτίου 21ην, ώστε να προωθήσωμεν το μηνολόγιόν μας κατά 13 ημέρας. Το Πηδάλιον μας είπεν, ως είδομεν άνω, ότι δεν είναι έγκλημα, όταν εορτάζωμεν το Πάσχα εις δύο διαφόρους χρόνους μετά την 8ην Μαρτίου ή μετά την 21ην Μαρτίου, αρκεί να γίνεται μετά το Πάσχα των Εβραίων. Πολύ περισσότερον δεν έχει ουδεμίαν σημασίαν αφού σεις και ημείς εορτάζομεν το Πάσχα την αυτήν ημέραν και η ημέρα αύτη είναι δι' ημάς η 22α Μαρτίου και ημείς την ονομάζομεν 1ην Απριλίου. Αφού δηλαδή κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον και το Πηδάλιον της Εκκλησίας, ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός του Πάσχα δεν είναι έγκλημα, ουδέ καταδίκη τις, πολύ περισσότερον δεν έχει σημασίαν ο παρ' ημίν κατά τον χρόνον μεθ' υμών, αλλά κατά διάφορον ημερομηνίαν εορτασμός του, αρκεί να γίνεται μετά το Πάσχα των Εβραίων. Είδες ποία η διπλή διαφορά από Ημερολογιακής και Εκκλησιαστικής απόψεως μεταξύ Ιουλιανού και Γρηγοριανού; Ας έλθωμεν όμως να εξετάσωμεν πλατύτερον το θέμα του εορτασμού του Πάσχα.
Δεύτερον:
Το Πάσχα: Εν σελίδι 14 του βιβλίου σου γράφεις δια το Πάσχα: «Οι Θεοφόροι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου ώρισαν το Πάσχα, κατ' έμπνευσιν του Παναγίου Πνεύματος, ίνα κυμαίνεται από 22 Μαρτίου μέχρι 25 Απριλίου». Ή αγνοείς τα πράγματα ή τα διαστρέφεις εν γνώσει σου!
Εις πρακτικά της Α' Οικουμενικής Συνόδου ουδαμού μνημονεύεται η ημερομηνία αύτη που γράφεις συ, αλλά 4 σταθερά, ως είπον και προηγουμένως, τα οποία αναφέρει το Πηδάλιον:
Πρώτον: ισημερία.
Δεύτερον: Πανσέληνος.
Τρίτον: Νομικόν Πάσχα.
Και τέταρτον: Ημέρα Κυριακή. Και επί λέξει:
«Τέσσαρα τινα αναγκαία ζητούνται δια το ιδικόν μας Πάσχα. Πρώτον, ότι το Πάσχα πρέπει να γίνεται πάντοτε ύστερα από την ισημερίαν της ανοίξεως. Δεύτερον, ότι δεν πρέπει να γίνεται εις την αυτήν ημέραν με το Νομικόν Πάσχα (τα οποία ταύτα και τα δύο διορίζονται από τον 7ον Αποστολικόν Κανόνα). Τρίτον, να μη γίνεται απλώς και αορίστως ύστερα από την εαρινήν ισημερίαν, αλλά ύστερα από την πρώτην πανσέληνον, όπου τύχη μετά την ισημερίαν. Και τέταρτον, να γίνεται την πρώτην Κυριακήν ύστερα από την πανσέληνον. (Ταύτα τα δύο εκ παραδόσεως έχομεν και όχι από Κανόνα)». Πηδάλιον σελ. 9-10.
Βλέπεις, ποία είναι τα «αναγκαία», ως ονομάζεις αυτά, χρονικά σημάδια, τα «απαραίτητα», δια τον εορτασμόν του Πάσχα; Διατί λοιπόν συ θέτεις ένα μόνον όρον, την ημερομηνίαν 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου που πρέπει να κυμαίνεται το Πάσχα; Διαστρέφεις το κείμενον του Πηδαλίου, αφού ουδόλως αναφέρεται ως αναγκαίον στοιχείον του υπολογισμού του Πάσχα η ημερομηνία 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου, αλλά τα τέσσαρα «χρονόμετρα» που αναφέρθησαν: Εαρινή Ισημερία, Πρώτη Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή.
Μαντεύω την απορίαν σου: Η ημερομηνία 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου που κυμαίνεται το Πάσχα με το Παλαιόν Ημερολόγιον ουδόλως θα ληθφή υπ' όψιν; Πως αναγράφεται αύτη εις το τέλος των Ευαγγελίων της Εκκλησίας και βάσει αυτών κανονίζονται τα Ευαγγελικά και Αποστολικά αναγνώσματα όλου του έτους;
Αγαπητέ μου, η ημερομηνία αύτη έχει την θέσιν της, όχι όμως εκείνην που της δίδεις συ. Η ημερομηνία 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου δεν είναι μοναδική χρονολογία υπολογισμού του Πάσχα, ως την παρουσιάζεις συ, αλλά Πέμπτη κατά σειράν και συμπτωματική, διότι κανονίζεται από τα τέσσερα «αναγκαία» στοιχεία: Εαρινή ισημερία. Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή. Συνέπεσε δηλαδή, κατά την Α' Οικουμενική Σύνοδον, η εαρινή ισημερία να είναι την 21ην Μαρτίου και το Πάσχα των Εβραίων να κυμαίνεται μέχρι 20 Απριλίου, ωρίσθη το Πάσχα μας την 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου.
Εάν όμως αύριον οι Εβραίοι διορθώσουν το ημερολόγιόν των κατά 13 ημέρας και ούτω το Πάσχα των γίνη ενωρίτερον του σημερινού, τότε προκειμένου να τηρηθή ένα από τα 2 απαραίτητα σημεία του 7ου Αποστολικού Κανόνος (ο ορισμός δηλαδή του Πάσχα μας μετά το Πάσχα των Εβραίων) θα πρέπει να αγνοήσωμεν την ημερομηνίαν του παλαιού 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου και να μεταφέρωμεν το Πάσχα μας ενωρίτερον. Αν θελήσωμεν να εμμείνωμεν εις την ημερομηνίαν του Παλαιού Ημερολογίου 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου, θα παραβώμεν τον 7ον Αποστολικόν Κανόνα, διότι η Εκκλησία μας ανέκαθεν την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων εώρταζε το ιδικόν μας Πάσχα. Θα παραβώμεν την ιστορικήν αλήθειαν, καθόσον ευθύς μετά το Πάσχα ο Κύριος ανέστη. Τούτο εξάγεται και εκ του Πηδαλίου το οποίον, ως είπομεν και ανωτέρω, λέγει τα εξής:
«Το να κάμη τις το Πάσχα μετά την 21ην Μαρτίου ως κάμνουν οι Γραικοί ή μετά την 11ην Μαρτίου, ως κάμνουν οι Λατίνοι δεν είναι έγκλημα... Ασυγχώρητον είναι το σχίσμα καθ' ο εορτάζουν οι Λατίνοι μετά των Ιουδαίων ή προ αυτών».
Ως βλέπεις η ημερομηνία της 21ης Μαρτίου δια την εορτήν του Πάσχα δεν έχει σημασίαν, αλλά μόνον το μετά Ιουδαίων ή προ αυτών εορτάζειν το Πάσχα. Βλέπεις λοιπόν, τι διώρισαν οι Άγιοι Πατέρες μας ως χρονολογικά σημεία του εορτασμού του Πάσχα; Έθεσαν εαρινήν ισημερίαν, πρώτην πανσέληνον, Πάσχα Εβραίων και Κυριακήν, και όχι ημερομηνίαν 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου, ως νομίζεις συ. Ιδού η πρώτη πλάνη σου. Αγνοείς τα τέσσερα αναγκαία σημεία, τα βασικά του Πάσχα: Εαρινή ισημερία, Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή και αναφέρεις πέμπτον και συμπτωματικόν ως μοναδικόν όρον: 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου!
Η πλάνη σου αύτη προέρχεται από άλλην άγνοιαν. Νομίζεις ότι η ισημερία δεν είναι σταθερά και ευρίσκεις ως σταθεράν βάσιν του υπολογισμού του Πάσχα την ημερομηνίαν 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου.
Δια τούτο γράφεις εν σελίδι 14: «Οι Πατέρες είχον πλήρην επίγνωσιν ότι η ισημερία δεν είναι σταθερά... Οι θείοι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου κατεβίβασαν την ισημερίαν εις την 21ην Μαρτίου...».
Ουδέποτε περίμενα από Θεολόγον να λέγη τόσον αμαθή πράγματα! Η ισημερία, αγαπητέ μου, είναι σταθερά. Δι' αυτό το Πηδάλιον την ονομάζει «μέτρον διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού». Ιδέ σελίδα 10. Μεταβλητή είναι η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας, διότι αύτη εις την εποχήν των Αποστόλων ήτο 22α Δρύστου, του Μαρτίου, κατά δε την εποχήν της Α' Οικουμενικής Συνόδου την 21ην Μαρτίου, και σήμερον την 8ην Μαρτίου με το παλαιόν. Τούτο αναφέρει το Πηδάλιον εις σελίδα 10. Άλλο πράγμα λοιπόν είναι η εαρινή ισημερία και άλλο η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας. Το πρώτον, η εαρινή ισημερία, είναι σταθερόν και ως τοιούτον είναι «διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού», το δε δεύτερον, η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας, είναι μεταβλητόν και μετέπεσεν από 23 Μαρτίου μέχρι 8 Μαΐου. Και έπειτα γράφεις:
«Οι Πατέρες κατεβίβασαν την ισημερίαν εις την 21ην μηνός Μαρτίου».
Καλέ μου άνθρωπε: Οι Πατέρες κατεβίβασαν την ισημερίαν; Η ισημερία είναι σταθερά. Η ημερομηνία της κυμαίνεται. Χώρισε τα πράγματα αυτά εις το μυαλό σου και μη εντροπιάζεις το όνομα του Θεολόγου. Άλλο πράγμα είναι η ισημερία, η οποία ως σταθερά και πάλιν λέγω, κατά το Πηδάλιον, σελίς 10, είναι «μέτρον διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού», άλλο δε η ημερομηνία της ισημερίας, ήτις κυμαίνεται.
Μετά τας δύο αυτάς πλάνας σου γύρω από το Πάσχα έρχεται και τρίτη πλάνη σου.
Εν σελίδι 15 γράφεις: «Τους Λατίνους ελέγχει ο θείος Χρυσόστομος ως σχισματικούς και ομολογεί ότι οι Θεόπνευστοι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου ώρισαν ως ημέραν ισημερίας την 21ην Μαρτίου».
Τόσον ανιστόρητος είσαι; Ο Χρυσόστομος έζησεν τον 4ον αιώνα. Πως είναι δυνατόν να ελέγχη ο Θείος αυτός Πατήρ το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, το οποίον έγινε έπειτα από 1100 χρόνια; Αναφέρει βέβαια το Πηδάλιον κάτι επ' αυτού. Τούτο όμως έχει ανάγκην διασαφήσεως. Δεν έπρεπε συ ως Θεολόγος να ανατρέξης εις την πηγήν, το ίδιον κείμενον του Ιερού Χρυσοστόμου, και να ίδης, τι ακριβώς λέγει ο Άγιος Πατήρ, δια να εννοήσης την συμπεπυκνωμένην αυτήν σημασία του εν τω Πηδαλίω;
Άκουσε λοιπόν να μάθης τι λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος επ' αυτού.
Επί της εποχής του Χρυσοστόμου έζων Χριστιανοί τινες, οι οποίοι, ακολουθούντες παλαιάν παράδοσιν του Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης, στηριζόμενοι και εις το του Αποστόλου Παύλου «Και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός» Α' Κορινθ. 5, 7, εώρταζον το Πάσχα κατά την 14ην του μηνός Νισάν, Μαρτίου, ότε ο Κύριος εσταυρώθη. Η Α' Οικουμενική Σύνοδος ώρισε να τελήται το Πάσχα την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων, διότι μετά το Πάσχα των Εβραίων ανέστη ο Κύριος. Ούτω οι Χριστιανοί οι εορτάζοντες το Πάσχα κατά την 14ην του Μαρτίου τεσσαρεσκαιδεκατίται ονομαζόμενοι (Στεφανίδης Ιστορία 1, 101), εώρταζον μετά των Ιουδαίων και είχον Πάσχα σταυρώσιμον. Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ώρισε να γίνεται Πάσχα αναστάσιμον, την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ο Ιερός αυτός Πατήρ θέλει να απομακρύνη τους Χριστιανούς από το σταυρώσιμον Πάσχα και να τους οδηγήση εις το αναστάσιμον Πάσχα. Εκείνοι επιμένουν και εορτάζουν Χριστιανικόν Πάσχα συγχρόνως με τους Εβραίους και ο Ιερός Πατήρ τους ελέγχει. Και ιδού τι λέγει: «Ιδού γουν κατά τον παρόντα ενιαυτόν η πρώτη των αζύμων εις Κυριακήν ημέραν εμπίπτει και η ανάγκη πάσαν νηστεύσαι την εβδομάδα....» (Τομ. ΙΙ, 398. BAREILLE).
Εκείνοι όμως δεν ήθελον και έλεγον: «Τοσούτον ενήστευσα χρόνον και νυν μεταθήσομαι;» Ενήστευσα τόσην τεσσαρακοστήν και να μεταθέσω τώρα την εορτήν του Πάσχα; Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ώρισε το Πάσχα ημέραν Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων.
Τότε ο Πατήρ τους ελέγχει: «Ει γαρ εσφάλλετο η Εκκλησία ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ην, όσον το έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος».
Επομένως ο Άγιος Πατήρ καταφέρεται κατά των Παλαιοημερολογιτών της εποχής του, διότι δεν θέλουν να τηρήσουν τον κανών της Α' Οικουμενικής Συνόδου περί του εορτασμού του Πάσχα την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων. Δια τον αυτόν περίπου λόγον λαμβάνει και το Πηδάλιον τον λόγιον του Αγίου Πατρός και καταφέρεται κατά των Δυτικών, διότι εορτάζουν το Πάσχα ούτοι προ των Ιουδαίων ή μαζί με αυτούς παρά τον Κανόνα και ούτοι της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Ουδαμού ο Ιερός Πατήρ αναφέρει ότι οι Πατέρες ώρισαν 21ην Μαρτίου την ισημερίαν. Δεν κάμνει λόγον ο Ιερός Πατήρ περί ημερομηνίας, αλλά περί εορτασμού του Πάσχα μας, μετά Πάσχα των Εβραίων εν ημέρα Κυριακή.
Πόσο λοιπόν πλανάσαι!
Τέταρτη πλάνη σου γύρω από το Πάσχα. Γράφεις εν σελίδι 39 κεφ. 51ον:
«Η κατά 13 ημέρας προώθησις του ημερολογίου φέρει την εορτήν του Αγίου Γεωργίου, ούτινος η ασματική ακολουθία είναι συνυφασμένη με χαρμόσυνα τροπάρια της Αναστάσεως του Κυρίου προ του Πάσχα, οπότε η προκύπτουσα αταξία εις την Εκκλησιαστικήν διάταξιν φθάνει εις ανίερον κωμικοποίησιν της θρησκευτικής πίστεως, προς παράκαμψιν της οποίας η σχισματική Εκκλησία της Ελλάδος μεταθέτει την εορτήν ταύτην εις άλλην ημέραν μετά το Πάσχα, αλλ' όμως αυθαιρέτως και αντικανονικώς. Σημειωτέον ότι η εορτή αύτη του Αγίου Γεωργίου κατά το Παλαιόν Ημερολόγιον συμπίπτει πάντοτε με το Πάσχα σπανιώτατα δε και κατ' αυτήν την ημέραν του Πάσχα».
Εδώ συλλαμβάνεσαι επ' αυτοφώρω ψευδόμενος ασυστόλως. Γράφεις, ότι η εορτή του Αγίου Γεωργίου κατά το Παλαιόν ημερολόγιον «συμπίπτει πάντοτε με το Πάσχα σπανιώτατα δε και κατ' αυτήν την ημέραν του Πάσχα»
Καλέ μου άνθρωπε! Αφού η εορτή του Πάσχα φθάνει το βραδύτερον την 25ην Απριλίου, ως γράφεις ο ίδιος εν σελίδι 25, και η εορτή του Αγίου Γεωργίου είναι 23 Απριλίου, δεν θα συμβή με το παλαιόν ημερολόγιον να συμπέση η εορτή του Αγ. Γεωργίου την Μ. Παρασκευήν, αν το Πάσχα φθάση το έσχατον όριον της 25ης Απριλίου, ή το Μέγα Σάββατον, αν το Πάσχα γίνη την 24ην Απριλίου; Όταν λοιπόν κατά το παλαιόν ημερολόγιον το Πάσχα έλθη τόσον αργά, 24 ή 25 Απριλίου, και η εορτή του Αγ. Γεωργίου Μ. Παρασκευήν ή το Μ. Σάββατον, τι θα κάμητε; Θα εορτάσητε την εορτήν του Αγίου Γεωργίου Μ. Παρασκευήν ή Μέγα Σάββατον; Δεν θα την μεταθέσητε και σεις την Δευτέραν του Πάσχα; «Η Εκκλησία της Ελλάδος μεταθέτει αυτήν», γράφεις, «όλως αυθαιρέτως και αντικανονικώς». Η ιδική σας μετάθεσις δεν είναι αυθαίρετος και αντικανονική;
Συνεχίζων τας ανοησίας σου λέγεις, ότι «όταν η εορτή του Αγ. Γεωργίου συμπέση προ του Πάσχα (1926-1936 κ.λ.π) έπρεπε να κάμωμεν προηγιασμένην Λειτουργίαν και να μη μεταθέσωμεν αυτήν την Δευτέραν του Πάσχα, διότι ουδείς έχει το δικαίωμα της τοιαύτης μεταθέσεως».
Σεις όμως, όταν συμπέση η 23 Απριλίου, εορτή Αγίου Γεωργίου, το Μέγα Σάββατον, διατί την μεταθέτετε; Σεις έχετε το δικαίωμα μεταθέσεως, ημείς δεν έχομεν; Δι' ημάς η μετάθεσις είναι αντικανονική, ανίερος κωμικοποίησις! Δια σας δεν είναι; Το ίδιον τυπικόν της Εκκλησίας διατάσσει την μετάθεσιν ταύτην! Διάβασέ το καλά!
Ναι, λέγεις, «Το Πάσχα τηρείται υπό των Νεοημερολογιτών σύμφωνα με τα ορισθέντα 4 αναγκαία σημεία που ώρισε η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος.
Η προώθησις όμως 13 ημερών του μηνολογίου ετάραξε τον κύκλον των ακινήτων εορτών (Χριστούγεννα και τας εξ αυτών εξαρτωμένας χρονικώς εορτάς) και εορτάζομεν αυτάς εις ημέρας διαφορετικάς εκείνων τας οποίας ώρισεν ο Θεός»!!!
Πρέπει λοιπόν να ίδωμεν βάσει της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, αν αι εορταί αυταί, δηλ. των Χριστουγέννων και αι εξ αυτών εξαρτώμεναι εορταί, είναι υπό του Θεού ωρισμένοι χρονικώς ή ο καθορισμός των έχει άλλην πηγήν.

Γ'. ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΑΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΟΣ ΑΥΤΑ ΑΚΙΝΗΤΟΙ ΕΟΡΤΑΙ
Φροντίζεις να αποδείξης τον ακριβή χρόνον των εορτών των Χριστουγέννων, Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Γεννήσεως του Προδρόμου, Υπαπαντής του Σωτήρος και Περιτομής εκ της εμφανίσεως του Αρχαγγέλου εις τον Ζαχαρίαν, τον πατέρα του Προδρόμου, κατά την 23ην Σεπτεμβρίου. Και γράφεις:
«Εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον Α' 8-24: «Εγένετο δεν εν τω ιερατεύειν αυτόν (τον Ζαχαρίαν) εν τη τάξει της εφημερίας αυτού έναντι του Θεού κατά το έθος της ιερατίας έλαχε του θυμιάσαι, εισελθών εις τον ναόν του Κυρίου...» Αι ημέραι αύται, καθ' ας έλαχεν ο Ζαχαρίας να ιερατεύη και είδε τον Γαβριήλ, είναι αι ημέραι της εορτής της Σκηνοπηγίας κατά την παράδοσιν. (Όρα μηνολόγιον μεγάλου Ωρολογίου 23 Σεπτεμβρίου και Χρυσοστόμου: Λόγος εις το γενέθλιον του Σωτήρος, Γαλανού β' σελίδα 917-925). Ότε λοιπόν ετελείωσεν η εορτή της Σκηνομηγίας, δηλαδή κατά την 23ην Σεπτεμβρίου, εγένετο η σύλληψις του τιμίου Προδρόμου κατά την 23ην Σεπτεμβρίου, κανονισθείσα όντως υπ' αυτού του Θεού δι' αγγελικής οπτασίας. Η 23η λοιπόν Σεπτεμβρίου είναι η εορτή της συλλήψεως του Αγίου Προδρόμου ορισθείσα από αυτόν τον Θεόν». (Κεφ. 8ον σελίς 19-20). Αφού δηλαδή η εμφάνισις του Αγγέλου έγινε κατά την 23ην Σεπτεμβρίου, «τω έκτω μηνί» (Λουκ. Ι, 26) εφάνη ο Αρχάγγελος εις την Θεοτόκον, άρα έχομεν τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου την 25ην Μαρτίου. Κατά συνέπειαν μετά 9 μήνας θα έχωμεν την Γέννησιν του Σωτήρος, ήτοι την 25ην Δεκεμβρίου και την Υπαπαντήν του Σωτήρος την 2αν Φεβρουαρίου, την Γέννησιν του Προδρόμου 23 Ιουνίου».
Ερωτάται όμως:
Είναι ακριβής ο χρονικός προσδιορισμός δια την εμφάνισιν του Αγγέλου εις τον Πατέρα του Προδρόμου την 23ην Σεπτεμβρίου; Κάμνεις χρήσιν της Γραφής, της Παραδόσεως και κυρίως του Ιερού Χρυσοστόμου. Εις αυτά θα στηριχθώ και εγώ.
Εν πρώτοις ο ιερός Χρυσόστομος δεν ορίζει ημέραν του μηνός, ημερομηνίαν, ως κάμετε σεις, αλλά μήνα Σεπτέμβριον εις την σχετικήν ομιλίαν του περί του Ευαγγελισμού του Ζαχαρίου. Πλην αυτού: Ο Ιερός Χρυσόστομος ομιλεί περί του Ζαχαρίου του πατρός του Ιωάννου (εν σελ. ΙΙΙ, 6000 BAREILLE), ότι ήτο Αρχιερεύς και ως τοιούτος εισήλθεν εις τα Άγια των Αγίων κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας. Τιμώμεν και σεβόμεθα απολύτως τον Άγιον Πατέρα. Η γνώμη ούτως αύτη δεν φαίνεται να έχη ισχυρά στηρίγματα.
Ας ίδωμεν τι περί του θαύματος τούτου μαρτυρεί η Γραφή και οι Πατέρες.
Και πρώτον η Αγία Γραφή:
Εις τα Άγια των Αγίων εισήρχετο ο Αρχιερεύς άπαξ του έτους κατά τον έβδομον μήνα. Ο Ζαχαρίας όμως δεν ήτο Αρχιερεύς, αλλά ιερεύς. Μας το λέγει ρητώς ο Λουκάς: «εν ταις ημέραις Ηρώδου του βασιλέως της Ιουδαίας, Ιερεύς τις ονόματι Ζαχαρίας εξ εφημερίας Αβιά» Λουκ. 1, 5. Βλέπεις ο Ζαχαρίας ονομάζεται Ιερεύς. Εκτός της ρητής αυτής δηλώσεως, ότι ο Ζαχαρίας ούτος ήτο Ιερεύς, ανήκεν εις την εφημερίαν Αβιά, Λουκ. 1, 5, 8, γνωρίζομεν ότι η εφημερία Αβιά είναι ιερατική τάξις του Αβιά, ήτις κατά το Α' Παραλ. ΚΔ, 10 ήτο όγδοη εν τη ιερατική τάξει. Πως λοιπόν ο ιερεύς Ζαχαρίας έγινε Αρχιερεύς, ώστε να εισέλθη εις τα Άγια των Αγίων, δεν δυνάμεθα να το εννοήσωμεν.
Αλλ' έστω. Ας δεχθώμεν, ότι η αναγγελία της γεννήσεως του Προδρόμου εις τον πατέρα του Ζαχαρίαν, έγινε τον έβδομον μήνα και ο ιερεύς Ζαχαρίας ήτο Αρχιερεύς! Πως θα ορισθή βάσει του υπολογισμού αυτού η 23η Σεπτεμβρίου ως ημέρα εμφανίσεως του Αγγέλου προς τον Ζαχαρίαν; Πως δηλαδή θα προσαρμοσθή το Ιουλιανόν ημερολόγιον, που ακολουθούμεν σήμερον και το οποίον ήρχισε το έτος 45 π.Χ., με το Εβραϊκόν ημερολόγιον το οποίον είχε σεληνιακούς μήνας και ηλιακά έτη;
Είναι γνωστόν, ότι έκαστον ηλιακόν έτος έχει δώδεκα σεληνιακούς μήνας και 11 ημέρας. Προς συμπλήρωσιν λοιπόν των 11 ημερών ανά 2 ή 3 έτη οι Εβραίοι προσέθετον ένα σεληνιακόν μήνα και είχον έτος με 13 μήνας. Ο 13ος μήνας ωνομάζετο ΒΕ - Αδάρ, δεύτερος Αδάρ. Ούτω τα έτη των Εβραίων διέφερον κατά 11 ημέρας το πρώτον του δευτέρου και κατά 20 ημέρας το πρώτον του τρίτου. Ανά 2 ή 3 έτη προσέθετον ένα ολόκληρον μήνα. Εκείνο δηλαδή το οποίον κάμνομεν ημείς με το Ιουλιανόν Ημερολόγιον προσθέσαντες 13 ημέρας έπειτα από 1600 περίπου έτη, το έκαμον οι Εβραίοι προσθέτοντες ένα μήνα ανά δύο ή τρία έτη. Μέσα λοιπόν εις αύτην την ανωμαλίαν σεληνιακών μηνών και ηλιακού έτους παρ' Εβραίοις, πως είναι δυνατόν να ευρεθή, βάσει του υπολογισμού, ώστε να συμπέση, η ημέρα του εξιλασμού παρ' Εβραίοις με την 23ην Σεπτεμβρίου με το Ιουλιανόν ημερολόγιον; Είναι αδύνατον! Τούτο καταφαίνεται και από τους πατέρας της Εκκλησίας και από αυτόν τον Ιερόν Χρυσόστομον, οι οποίοι ηγνοούν την ημέραν της Γεννήσεως του Χριστού! Και ιδού:
Δεύτερον. Η παράδοσις των Πατέρων
Α'. Εν Ιερουσαλήμ: Ο ασκητής Κοσμάς Ινδικοπλεύστης ζήσας το 500-550 μ.Χ. γράφει εν Ε' Χριστιανική τοπογραφία (Ε.Π. 88, 9-477): «Οι Ιεροσολυμίται τοις Επιφανίοις ποιούσιν την Γένναν». Οι Χριστιανοί δηλαδή των Ιεροσολύμων κατά τα Επιφάνια, ήτοι την 6ην Ιανουαρίου, εώρταζον την Γέννησιν του Χριστού. «Εκ στοχασμού πιθανού ουκ ακριβώς δε ποιούσι τοις Επιφανίοις». Εώρταζον, λέγει ο ίδιος, τα Επιφάνεια την 6ην Ιανουαρίου όχι από εξηκριβωμένα ιστορικά δεδομένα, αλλά από πιθανότητας. (Κοντογόνου Εκκλησιαστική Ιστορία σελίς 621). Το ίδιον συμβαίνει και δια την εορτήν των Χριστουγέννων, την οποίαν συνεώρταζον μετά των Θεοφανείων. Δεν είχον δηλαδή ιστορικάς μαρτυρίας ούτε περί της ημερομηνίας της Γεννήσεως του Χριστού. Η μετά της εορτής των Επιφανείων σύνδεσις της Γεννήσεως του Χριστού καταφαίνεται και εκ τούτου, ότι εν τη Εκκλησία των Ιεροσολύμων η σχετική Θεία Λειτουργία ετελείτο εν τω Σπηλαίω της Βηθλεέμ» (MIGNE 64, 44) (Στεφανίδου Τ.Α. 104). Ιδού μαρτυρία του Αγίου αυτού ασκητού μαρτυρούντος, ότι ηγνόουν οι Χριστιανοί της Ιερουσαλήμ την εορτήν των Χριστουγέννων, ως ιδιαιτέραν εορτήν.
Β'. Εν Αιγύπτω: Ο Μοναχός Ιωάννης Κασσιανός 365 μ.Χ. ιδρυτής πολλών Μονών εν Σικελία εν COLLATIONES PATRUM «διαλέξεις Πατέρων» Χ 2, γράφει: INRA AEGYPTI REGIONEM MOS ISTE ANTIQUA TRADITIONE SERVATUR, UT PERACTO EPIPHANIORUM DIE, QUAM PROVINCIAE ISTIUS SACERDOTES VEL DOMINICI BAPTISMI VEL SECUNDUM CARNEM NATIVITATIS ESSE DEFINIUNT, ET IDCIRCO UTRIYSQUE SACRAMENTI SOLEMNITATEM NON BIFARIE, UT IN OCCIDIUS PROVINCIIS SED SUB UNA HUIUS DIEI FESTIVITATE CONCELEBRANT (REAL ENCYKLOPADIE τομ. 16ος σελίς 690).
«Εν τη χώρα δηλ. της Αιγύπτου η αρχαία αύτη συνήθεια επεκράτησε, όπως κατά την ημέραν της τελετής των Θεοφανείων, ην της επαρχίας ταύτης οι ιερείς ορίζουν είτε ως ημέραν βαπτίσεως του Κυρίου είτε ως ημέραν γεννήσεως Αυτού και ούτω εκατέρας την ιεράν επισημότητα ουχί διττώς (εις δύο διαφόρους ημέρας ως εις τας επαρχίας της Δύσεως γίνεται), αλλά εν μια ημέρα δι' εορτής πανηγυρίζουν». Επομένως και εν Αιγύπτω τα Χριστούγεννα εωρτάζοντο το 365 μ.Χ. κατά την εορτήν των Θεοφανείων!
Γ'. Εν Αλεξανδρεία: Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς Στρωμ. Α' κεφαλ. κα', γράφει, ότι άλλοι μεν την κε' του μηνός Παχών (20 Μαΐου), άλλοι δε την κδ', ή κε' του Φαρμουθί (19 ή 20 Απριλίου) ετοποθέτουν την Γέννησιν του Χριστού. (Εκκλησ. Ιστορία Κοντογόνου σελίς 32-33).
Δ' Εν Κύπρω: Ο Άγιος Επιφάνιος αρχάς του 3ου αιώνος γράφει εις το κατά αιρέσεων ΝΑ, 29: «Ημέρα Επιφανίων, ότε εγεννήθη εν σαρκί ο Κύριος» (Ε.Π. τομ. 41-43). (Κοντογόνου Εκκλησιαστική Ιστορία σελίς 621). Επομένως και εν Κύπρω η Γέννησις του Χριστού εωρτάζετο την ημέραν των Θεοφανείων, την 6ην Ιανουαρίου.
Ε'. Εν Κωνσταντινοπόλει: Μη υπαρχούσης έτι εορτής ιδίας Χριστουγέννων, την 6ην Ιανουαρίου εορτήν των Θεοφανείων εωρτάζετο η Γέννησις του Σωτήρος», γράφει ο Μπαλάνος εν τη Πατρολογία του σελίς 312 εις τον βίον του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, όστις πρώτος εισήγαγε την ιδιαιτέραν εορτήν των Χριστουγέννων την 25ην Δεκεμβρίου το 379 μ.Χ. (Ε.Π. 36, 312-356).
ΣΤ'. Εν Αντιοχεία: Η εορτή των Χριστουγέννων εισήχθη την 25ην Δεκεμβρίου του έτους 386 μ.Χ. υπό του Χρυσοστόμου. Ο ίδιος Πατήρ γράφει: «Την Γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού άδηλον μεν έτι ούσαν, προ δε ολίγων ετών γνωρισθείσαν των από της Δύσεως ελθόντων και αναγγειλάντων, ούπω δέκατον έτος, εξ ου δήλη και γνώριμος ημίν αύτη η ημέρα γεγένηται». (BAREILLE τόμ. 3ος, 592).
Επομένως Αίγυπτος, Αλεξάνδρεια, Παλαιστίνη, Βυζάντιον, Αντιόχεια επί 300 και πλέον έτη ηγνόουν την ημέραν του Δεκεμβρίου ως ημέραν εορτής των Χριστουγέννων• ούτε ο Άγιος Κοσμάς, ούτε ο Άγιος Επιφάνιος, ούτε ο Άγιος Χρυσόστομος εγνώριζον προηγουμένως αυτήν. Μόνον εν Ρώμη ήτο γνωστή ως ημέρα εορτής των Χριστουγέννων η ημέρα αύτη, 25η Δεκεμβρίου. Ο Ιερώνυμος (345 μ.Χ.) γράφει:
«EPIPHANIORUM DIES NON, UT CUIDAM PUTAI, NATALIS IN CARNE, TUNC ENIM AL CONDITUS EST ET NON APPARUIT».
«Η ημέρα των Θεοφανείων δεν είναι ως νομίζουν τινές, η κατά σάρκα γέννησις (του Κυρίου), διότι τότε (κατά την γέννησιν) κεκρυμμένος ήτο και ουχί φανερός» (Κοντογόνου, Εκκλησιαστική Ιστορία 621). Εδώ ο Ιερώνυμος χωρίζει Χριστούγεννα και Θεοφάνεια. Αλλά και εκεί, εν Ρώμη, δεν εωρτάζετο η γέννησις του Κυρίου προ του 334-357 μ.Χ. Προ της χρονολογίας ταύτης δεν απαντά ουδεμία εορτή των Χριστουγέννων. Και αυτή η εορτή των Θεοφανείων εισήχθη το 300 μ.Χ. δια λόγους πολεμικούς - δογματικούς. (Ιδέ Στεφανίδου Ιστορίαν Τ. Α' 104).

Συμπέρασμα: Τριακόσια χρόνια από του Χριστού μέχρι του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου, Επιφανίου, ουδαμού φαίνεται η εορτή των Χριστουγέννων! Λέγεις, ότι αι εορταί Χριστούγεννα και λοιπαί έχουν ορισθή υπό του Θεού. Εάν η Γέννησις του Χριστού είχεν ορισθή υπό του Θεού, θα ήτο γνωστή εις την αρχαίαν Εκκλησίαν. Διατί προ του 300 μ.Χ. ουδαμού αναφαίνεται ως ιδιαιτέρα εορτή αγομένη την 25ην Δεκεμβρίου; Διατί μέχρι το 300 μ.Χ. την εώρταζον οι Χριστιανοί της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου, της Κύπρου την 6ην Ιανουαρίου κατά τα Θεοφάνεια;
Εάν η 25ην Δεκεμβρίου ήτο έκπαλαι γνωστή ως ημέρα Γεννήσεως του Χριστού και είχεν ορισθή υπό του Θεού, διατί ο Ιερός Χρυσόστομος να ομιλή περί εορτής νέας, ήτις εισήχθη μόλις προ δεκαετίας;
Και τώρα σε ερωτώ: Ποίος γνωρίζει καλλίτερα την εορτήν των Χριστουγέννων, συ που την ορίζεις εις την 25ην Δεκεμβρίου ακριβώς ή η αρχαία Εκκλησία η οποία την ηγνόει επί 300 έτη; Είσαι ανώτερος συ του Αγίου Επιφανίου, Επισκόπου Κύπρου, του ασκητού Κοσμά Ινδικοπλεύστου, του περιφήμου Μοναχού Κασσιανού, οι οποίοι μαρτυρούν, ότι αι Εκκλησίαι Κύπρου, Αιγύπτου, Παλαιστίνης, εώρταζον την 6ην Ιανουαρίου;
 Είσαι ανώτερος του Χρυσοστόμου, ο οποίος ρητώς έλεγεν, όταν εξεφώνει τον λόγον του εις τα Χριστούγεννα, ότι μόλις προ 10 ετών εισήλθεν η εορτή αύτη;
Πως λοιπόν καταφέρεσαι εναντίον μου και με ονομάζεις νεωτεριστήν εις το βιβλίον σου, διότι γράφω εις το βιβλίον μου «Ζωή Χριστού», ότι η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού κατά την 25ην Δεκεμβρίου δεν ωρίσθη ιστορικώς, αλλά δογματικώς; Αντικατέστησαν δηλαδή οι Πατέρες την εθνικήν ειδωλολατρικήν εορτήν του χειμερινού ηλιοστασίου με την Γέννησιν του νέου Ηλίου της Δικαιοσύνης του Χριστού.
Την γνώμην ταύτην τονίζουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο Άγιος Αμβρόσιος παραβάλλων την εορτήν της Γεννήσεως του Χριστού προς την ειδωλολατρικήν εορτήν του ηλίου του χειμερινού ηλιοστασίου γράφει: «BENE QUODAM MODO SANCTUM HUNC DIEM NATALIS DOMINI SOLEM NOVUM VULGUS APPELATI». Καλώς την ιεράν ταύτην ημέραν γενέθλιον του Κυρίου νέον Ήλιον ο λαός καλεί». (SERMONI IN APP. BENED. P. 393 REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος 690). Και ο Μάξιμος (επίσκοπος) Τουρίνου ρήτωρ του Ε' αιώνος (MIGNE P. L. 57, 221-832) λέγει ότι ο Χριστός εγεννήθη κατά τας εθνικάς εορτάς, ίνα αντικαταστήση ταύτας.
Ο ιερός Αυγουστίνος λέγει ότι: «Οι Χριστιανοί εορτάζουν την Γέννησιν του Χριστού, όχι ως άπιστοι ένεκα του ηλίου, αλλά ένεκα του Δημιουργού του ηλίου» (REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος σελίς 690). Ιδέ και Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν Στεφανίδου 1, 10. Ο Άγιος Προυδέντιος 348-405 μ.Χ. εν ύμνω αυτού εις την Γέννησιν του Κυρίου λέγει:
QUID EST QUOD ARCTUM CIRCULUM SOL JAM RECURRENS DESERIT? (REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος σελίς 690). «Τι είναι εκείνο, το οποίον τον κύκλον (αστερισμόν) της άρκτου ο ήλιος ήδη διατρέχων εγκαταλείπει; Ο Χριστός δεν γεννάται εν τη γη, όστις αυξάνει τον δρόμον του φωτός;». Ομοίως εκφράζεται ο ιερός Παυλίνος ο Επίσκοπος Νόλης ζήσας κατά το 400 μ.Χ. (Ποίημα XIV, 15.P. 382 ED. MURATORI) NAM POST SOLSTITUM GUO CHRISTUS CORPORE NATUS SOLE NOVO GELIDIAE MUTAVIT TEMPORA BRUMAE PROCEDENTE DIE SECUM DECRESCERE NOCTES JUSSIT. (REAL ENCYKLOPADIE τόμος 16ος σελίς 690). «Μετά την τροπήν του ηλίου, ότε Χριστός σωματικώς εγεννήθη, κατά τον νέον ήλιον μετέβαλε τας ψυχράς ημέρας του χειμερινού ηλιοστασίου και διέταξε τη επιούση ημέρα αι νύκτες να μειώνωνται μετ' αυτού».
Βλέπεις την ιστορίαν της Εκκλησίας;
Ναι, θα μου είπης. Επεκράτησεν όμως η ημερομηνία αύτη και έπρεπε ως παράδοσις της Εκκλησίας να τηρήται.
Έχεις μεγάλην σύγχυσιν περί παραδόσεως και Εκκλησίας. Ας έλθωμεν λοιπόν και εις το ζήτημα αυτό.

Δ' ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΣΧΙΣΜΑ.
Εκείνο εις το οποίον έχεις πάθει μεγάλην σύγχυσιν είναι εις τας παραδόσεις, την Εκκλησίαν και το σχίσμα. Συμπνίγεις την Εκκλησίαν μέσα εις τας παραδόσεις και νομίζεις ότι η Εκκλησία διευθύνεται μόνον με τας παραδόσεις της και πάσα παρέκκλισις απ' αυτών αποτελεί σχίσμα. Εν τοιαύτη περιπτώσει πρώτος σχισματικός είσαι συ, διότι παραβαίνεις Αποστολικάς, Πατερικάς και Συνοδικάς παραδόσεις και Κανόνας ουκ ολίγους.
Πρώτον: Παραδόσεις και Εκκλησία.
Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Εάν ανήρ τις κομά ατιμία αυτώ εστι» Α' Κορινθ. 11, 14. Άνδρας ο οποίος φέρει κόμην είναι άτιμος. Αι Αποστολικαί διαταγαί Α'. 3 MIGNE 1564-5 διατάσουν να κόπτωμεν την κόμην: «την τρίχα της κόμης συγκόπτειν και καθαίρειν αυτήν... ουκ έξεστί σοι τρέφειν τας τρίχας της κεφαλής σου». Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς καταφέρεται κατά της κόμης ονομάζων το τρόπον αυτόν πορνικόν. «Πορνικός ο τρόπος και άθεος...». Κλήμης Αλεξ. Παιδ. Γ' 3 MIGNE 8, 577.
Ο Άγιος Επιτάφιος MIGNE 42, 765-8. «Αλλότριόν εστι της καθολικής Εκκλησίας κόμη εκτεινομένη... ανήρ ουκ οφείλει κομάν».
Ο Ιερώνυμος συνιστά να αφήνωμεν την κόμην τόσον μόνον, ώστε να καλύπτεται το δέρμα της κεφαλής, την δε άλλην να αποκόπτωμεν. MIGNE P. L. 25, 437.
Κατά τον 11ον αιώνα ο περίφημος Αρχιεπίσκοπος Θεσ/νίκης Ευστάθιος κανονίζει τους Μοναχούς φέροντας κόμην λέγων: «Οι πλείους παρανομείτε κανταύθα τρέφοντες κόμην...» Την κόμην μας καταδικάζουν όχι μόνον αι φωναί των αγίων ανδρών, αλλά και οι κανόνες και δη ο 22ος, 42ος και 96ος της 6ης Οικουμενικής Συνόδου. Και τα διάφορα χειροτονικά αυτό διακελεύσουσι: «Προσαγόμενος τω αρχιερεί (ο αναγνώστης) κείρεται σταυροειδώς, είτα τέλειον υπό τινος κληρικού κείρεται».
Αφού θέλεις να είσαι πιστός τηρητής όλων των αρχαίων παραδόσεων, διατί τρέφεις κόμην και δεν κουρεύεσαι; Που είναι η τήρησις των παραδόσεων και των Κανόνων της Εκκλησίας; Διατί τους παραβαίνεις; Είσαι σχισματικός! Πρέπει να κουρευθής, αν θέλης να τηρήσης πιστώς τους Κανόνας και τας παλαιάς παραδόσεις και μάλιστα την Αποστολικήν διαταγήν του Παύλου Α' Κορινθ. 11, 14.
Δεύτερον: Σχετική με την κουράν της κόμης είναι η αρχαιοτάτη παπαλήθρα, την οποίαν είχεν η παλαιά Εκκλησία, αλλά σήμερον δεν υπάρχει. Και συγκεκριμένως: Εις το Πηδάλιον της Εκκλησίας μας ο Άγιος Νικόδημος ερμηνεύων τον ΚΑ' Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ομιλεί περί παπαλήθρας των Κληρικών. «Η παπαλήθρα αύτη ήτο μία στρογγυλοειδής κουρά των εν τη κορυφή τριχών της κεφαλής παρομοία με στέφανον. Τούτο ήτο έθος, παράδοσις όλης της Εκκλησίας, ως βεβαιούται από τον 21ον Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και από τους Αγίους Πατέρας. Ο Άγιος Ιερώνυμος γράφων προς τον Αυγουστίνον λέγει: «Παρακαλώ την στεφάνην σου». Ομοίως και ο Αυγουστίνος έγραφε προς τον Επίσκοπον Προκουλιανόν: «Μα την υμετέραν στεφάνην». Η στεφάνη αύτη ήτο το διακριτικόν γνώρισμα των Κληρικών». Και τέλος ο Άγιος Νικόδημος σημειώνει: «Πρέπει να ποιούσι και οι καθ' ημάς Κληρικοί εν τη κορυφή την τοιαύτην στεφάνην. Ου γαρ δίκαιον όρια αιώνια μεταίρειν, α έθεντο οι Πατέρες ημών».
Οι Κληρικοί σας με το «Παλαιόν Ημερολόγιον» φέρουν εις την κεφαλήν των την παπαλήθραν αυτήν, την στεφάνην ταύτην; Όχι! Διατί παραβαίνετε τον ΚΑ' Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ο οποίος ομιλεί ρητώς περί αυτής; Διατί παραβαίνετε την αρχαίαν ταύτην παράδοσιν της Εκκλησίας; Διατί δεν ακολουθείτε τους παλαιούς Αγίους Κληρικούς, οι οποίοι έφερον την στεφάνην ταύτην;
Διατί «αίρετε όρια αιώνια» α έθεντο οι Πατέρες ημών, ως ομολογεί ο Άγ. Νικόδημος; Αφού παραβαίνετε τον ΚΑ' Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και όλην την εν προκειμένω παράδοσιν της αρχαίας Εκκλησία, είσθε παραβάται, είσθε σχισματικοί!
Τρίτον: Ο Ε' Κανών των Αγίων Αποστόλων λέγει «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος την εαυτού γυναίκα μη εκβαλέτω προφάσει ευλαβείας. Εάν δε εκβάλη αφοριζέσθω, επιμένων δε καθαιρέσθω».
Ο Κανών εδώ ομιλεί περί Επισκόπου και λέγει ότι δεν πρέπει ούτος να απομακρύνη την γυναίκα του προφάσει ευλαβείας. Βλέπεις; Οι Επίσκοποι παλαιά ηδύναντο να είναι έγγαμοι. Δια το αυτό, περί εγγάμου Επισκόπου, ομιλεί και ο 18ος Αποστολ. Κανών. Έρχεται όμως ο 12ος Κανών της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και τροποποιεί τον Αποστολικόν αυτόν Κανόνα και απαγορεύει να έχουν γυναίκα οι Επίσκοποι!
Η τροποποίησις αύτη προήλθεν εκ του ότι ο Αρχιερεύς έπρεπε να είναι ο τελειότερος και δια τούτο έπρεπε να είναι άγαμος, διότι η παρθενία είναι ανωτέρα του γάμου κατά το Α' Κορινθ. 7, 38. Δεν παύει όμως η τροποποίησις αύτη να είναι αναίρεσις του Ε' Αποστολικού Κανόνος και μεταβολή παραδόσεως της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων, η οποία εδέχετο τον γάμον των Επισκόπων.
Δυνάμεθα να κατηγορήσωμεν ως παραβάτην την 6ην Οικουμενικήν Σύνοδον, διότι κατήργησε το έγγαμον των Αρχιερέων, ήτοι παλαιάν και μάλιστα αποστολικήν παράδοσιν;
Τέταρτον: Ο ΡΑ' Κανών της 6ης Οικουμενικής Συνόδου απαγορεύει να δίδεται η Θεία Κοινωνία εις τους λαϊκούς δια τινος αντικειμένου, ως γίνεται σήμερον δια της λαβίδος, αλλά απ' ευθείας να τίθεται ο Άγιος Άρτος εις τας χείρας των λαϊκών και το Αίμα του Κυρίου δια του αγίου Ποτηρίου να προσφέρεται δια των Διακόνων εις το στόμα των πιστών, όπως, δηλαδή μεταλαμβάνουν σήμερον οι Κληρικοί.
Ο Κανών ούτος διατάσσει να αφορίζεται ο Ιερεύς ο οποίος δεν θα δώση το Άγιον Άρτον εις αυτάς ταύτας τας είρας των πιστών.
Αφωρισμένον θέλει και το λαϊκόν ο οποίος κοινωνεί κατ' άλλον τρόπον και όχι δεχόμενος επί των χειρών του το Σώμα του Κυρίου: Και επί λέξει: «Ει δε τις αλώ της αχράντου κοινωνίας μεταδιδούς τοις τοιαύτα δοχεία προσφέρουσι αφοριζέσθω και αυτός και ο τοιαύτα επιφερόμενος».
Ο Άγιος Κυρίλλος Ιεροσολύμων (Κατηχ. Μυσταγ. Ε') ορίζει σαφέστερον την παλαιάν παράδοσιν λέγων «Όταν πλησιάζης εις τα μυστήρια άπλωνε τας παλάμας σου... το μεν αριστερόν χέρι υποκάτω το δε δεξιόν επάνω και βαθουλώντας την παλάμην σου έτσι δέχου το Σώμα του Χριστού». Πηδάλιον σελίς 310. ήκουσες τι διατάσσει ο 101ος Κανών ούτος της 6ης Οικουμενικής Συνόδου; Ήκουσες τι ορίζει η παλαιά παράδοσις; Να κοινωνής με τα ίδια σου τα χέρια και όχι με άλλα αντικείμενα, ως π.χ. είναι η λαβίς. Είναι δε υπό αφορισμόν και ο λαϊκός ο οποίος κοινωνεί με άλλον τρόπον και ο Κληρικός ο οποίος δίδει το Σώμα του Χριστού ούτω.
Συ ο οποίος κοινωνείς όχι δια των χειρών σου, αλλά με λαβίδα και θεωρείς ότι μόνον Κανόνες και παραδόσεις υπάρχουν και τίποτε άλλο, πως θα δικαιολογήσης την παράβασιν αυτήν;
Που θα στηριχθής; Μία υποσημείωσις του Πηδαλίου φέρει πιθανήν ερμηνείαν της καταργήσεως του Κανόνος την έλλειψιν των Διακόνων εις την αρχαίαν Εκκλησίαν και ότι ο Ιερεύς δεν ηδύνατο μόνος του να μεταδίδη χωριστά το Σώμα του Χριστού από το Αίμα. Ήνωσεν αυτά εις το Άγιον Ποτήριον και τα μεταδίδει ομού με την λαβίδα ή δια να διευκολύνωνται τα νήπια.
Αυτή η πιθανή κατά το Πηδάλιον ερμηνεία δεν είναι ικανοποιητική, διότι Διακόνοι υπάρχουν σήμερον εις πολλάς Εκκλησίας. Θα έπρεπε, τουλάχιστον όπου λειτουργεί Ιερεύς και Διάκονος, να τηρήται ο Κανών ούτος και να μη παραβαίνεται. Αν πάλιν έγινε δια την διευκόλυνσιν των νηπίων, έπρεπε να περιορισθή μόνον εις αυτά και να μη γενικευθή εις όλους. Μέχρι της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ότε ετέθη ο νόμος, πως εκοινώνουν τα νήπια; Έτσι να κοινωνούν και μετά ταύτα.
Αλλά και μία άλλη δικαιολογία δια την εισαγωγήν της λαβίδος, την οποίαν αναφέρει ο Άγιος Νικόδημος εις το Πηδάλιον, δεν είναι καθόλου ικανοποιητική: «Το αίτιον δε οπού επενοήθη η λαβίδα ήτο, διατί μερικοί, ή υποκρινόμενοι πως είναι Χριστιανοί, ή αιρετικοί ή δεισιδαίμονες, λαμβάνοντες εις χείρας τον Άγιον Άρτον ή τον έρριπτον ή τον έκρυπτον ή εις μαγείας ή πονηρίας άλλας τον εμεταχειρίζοντο. Όθεν δια της επινοήσεως της λαβίδος, διδομένης της Αγίας Κοινωνίας εις το στόμα, εσηκώθη από το μέσον κάθε αιτία και πρόφασις της Μυστηρίου τοιαύτης καταφρονήσεως».
Αλλ' είναι προφανές ότι και με την χρήσιν της λαβίδος ουδέ κατ' ελάχιστον εμειώθη ο κίνδυνος οιασδήποτε τοιαύτης καταφρονήσεως του Μυστηρίου. Ο λαμβάνων εις το στόμα την Αγίαν Κοινωνίαν ημπορεί ευκολώτατα και ανετώτατα να μη την καταπίη, αλλά να την κρατήση και ρίπτοντάς την αμέσως εις ένα κουτάκι που θα έχη εις την τσέπην του, να την χρησιμοποιήση εις οιανδήποτε πονηρίαν ή μαγείαν ή να την καταφρονήση και να την βεβηλώση, με όποιον τρόπον του υπαγορεύσει ο Διάβολος... Δεν προστατεύει λοιπόν η λαβίς το Μυστήριο από καταφρόνησιν ή βεβήλωσιν.
Βλέπεις, ότι φέρομεν μέχρι σήμερα όχι μόνο ημείς, αλλά και σεις την παράβασιν του Κανόνος τούτου; αφού όλοι οι Κανόνες, όλαι αι παραδόσεις της Εκκλησίας, είναι απαράβατοι και η παράβασίς των σημαίνει σχίσμα, πως καταργήσατε τον 101ον αυτόν Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου;
Θα ηδυνάμην να φέρω και άλλα παρόμοια τοιαύτα παραδείγματα καταργήσεως παλαιών Κανόνων δια νεωτέρων, όχι μόνο από ημάς τους νεοημερολογίτας αλλά και από σας τους παλαιοημερολογίτας.
Τα τέσσερα όμως ως άνω παραδείγματα είναι αρκετά, δια να μη μακρηγορώ. Και σε ερωτώ: Που στηρίζεσθε σεις οι παλαιοημερολογίται και καταργήσατε τους ανωτέρω Κανόνας, Αποστ. Διαταγάς, παλαιά έθη, αρχαίας συνηθείας και παραδόσεις της Εκκλησίας άνευ νεωτέρας Οικουμενικής Συνόδου;
Ασφαλώς δεν δύνασαι να απαντήσης και να δικαιολογήσης τας παραβάσεις σας αυτάς, διότι συγχέεις παραδόσεις και Εκκλησίαν. Νομίζεις ότι η Εκκλησία είναι μόνον αι αρχαίαι παραδόσεις και οι παλαιοί Κανόνες. Ουδεμίαν σημασίαν δίδεις εις την σημερινήν Εκκλησίαν ως όλον, ως Σώμα, με τα Πατριαρχεία και τας αυτοκεφάλους Εκκλησίας. Θεωρείς αυτάς σχισματικάς, διότι τινές ακολουθούν το νέον ημερολόγιον και αι άλλαι, αι ακολουθούσαι το παλαιόν, έχουν πνευματικήν επικοινωνίαν με νεοημερολογίτας. Είσαι Θεολόγος και δεν πρέπει να αγνοής την διαφοράν παραδόσεων και Εκκλησίας.
Άκουσον λοιπόν την διαφοράν:
Η Εκκλησία διαιρείται, ως γνωρίζεις, εις δύο μέρη: θριαμβεύουσαν και στρατευομένην.
Θριαμβεύουσα είναι η εν τω ουρανώ Εκκλησία, οι Άγιοι Απόστολοι και Μάρτυρες και Πατέρες και Όσιοι και Δίκαιοι, οι οποίοι απέθανον.
Στρατευομένη είναι η εν τη γη ζήσα Εκκλησία.
Η ήδη εν ουρανώ θριαμβεύουσα Εκκλησία αφήκεν ωρισμένους Νόμους, Κανόνας, συνηθείας. Αυτά λέγονται παραδόσεις.
Η στρατευομένη Εκκλησία δύναται και αυτή να θέτη νόμους, να νομοθετή δια τον εξής λόγον:
 Ο Κύριος όταν είπεν ότι «μεθ' υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20), δεν απηυθύνετο εις την θριαμβεύουσαν εν τω ουρανώ Εκκλησίαν, αλλά εις την εν τη γη στρατευομένην, διότι μετά της στρατευομένης θα είναι μέχρι το τέλος του κόσμου, μέχρι «της συντελείας του αιώνος», ενώ μετά της θριαμβευούσης θα είναι και πέραν της «συντελείας του αιώνος» και του κόσμου τούτου, εις αιώνας αιώνων. Τούτο βεβαιοί και η ιστορία της Εκκλησίας μας. Θα σου φέρω μερικά παραδείγματα:
Όταν έγιναν η 6η Οικουμενική Σύνοδος το έτος 690 μ.Χ. είχον οι τότε Πατέρες προ αυτών τας παραδόσεις και τους Κανόνας των προ αυτής Αποστόλων και Αγίων Πατέρων, οίτινες απετέλουν ήδη την θριαμβεύουσαν εν ουρανώ Εκκλησίαν.
Ως Εκκλησία ζώσα η στρατευομένη τότε Εκκλησία, το 690, είχε το δικαίωμα να τροποποιήση τους δύο Αποστολικούς Κανόνας, οι οποίοι ομιλούν υπέρ του γάμου των Επισκόπων. Κατήργησε την παλαιάν συνήθειαν και παράδοσιν του γάμου των Επισκόπων, καίτοι αύτη είχε Αποστολικήν καταγωγήν, και εθέσπισεν νέαν κατάστασιν: Την υποχρεωτικήν αγαμίαν των Επισκόπων.
Οι Πατέρες της 6ης Οικουμενικής Συνόδου ώρισαν επίσης δια του ΡΑ' Κανόνος ότι δεν πρέπει να κοινωνώμεν δ' οιουδήποτε αντικειμένου (ως είναι και η λαβίς), αλλά δια των ιδίων μας χειρών, όχι μόνον οι Κληρικοί, αλλά και οι λαϊκοί. Οι Πατέρες της 6ης Οικουμενικής Συνόδου απέθανον και μετεφέρθησαν εις την θριαμβεύουσαν Εκκλησίαν. Έμεινεν ο Κανών αυτός ως παράδοσις.
Ήλθεν η έπειτα Εκκλησία τον 10ον ή 11ον αιώνα μέχρι σήμερον και ως Εκκλησία ζώσα καταργεί εν τη πράξει τον Κανόνα αυτόν. Η κουρά των Μοναχών και Κληρικών μετά της παπαλήθρας απετέλεσε παράδοσιν της Εκκλησίας μέχρι του 15ου αιώνος. Έφυγον όλοι οι Πατέρες εκείνοι, μετέβησαν εις τον ουρανόν και αφήκαν την παράδοσιν της κουράς. Η μετά τον 16ον αιώνα Εκκλησία κατήργησε την παράδοσιν αυτήν και σήμερον όλοι οι Κληρικοί, ιδικοί μας, και ιδικοί σας, φέρουν κόμην και ουδεμίαν παπαλήθραν.
Τι διδασκόμεθα από τα παραδείγματα, που σου ανέφερα; Άλλο πράγμα είναι αι παραδόσεις και άλλο η Εκκλησία.
Παραδόσεις είναι τα κατάλοιπα εν γη της θριαμβευούσης εν ουρανώ Εκκλησίας. Αυτά είναι αρχαίαι συνήθειαι, διάφοροι Κανόνες Συνόδων Οικουμενικών και Τοπικών και γνώμαι Αγίων Πατέρων ευρισκομένων σήμερον εν τω ουρανώ.
Εκκλησίαν δε λέγοντας εννοούμεν την εκάστοτε ζώσαν εν γη Εκκλησίαν, την στρατευομένην, ήτις έχει παρά Θεού την εξουσίαν είτε να νομοθετή ρητώς, ως έκαμεν η 6η Οικουμενική Σύνοδος, καταργήσασα Αποστολικούς Κανόνας και αρχαιοτάτην παράδοσιν περί εγγάμων Επισκόπων, ή και να ζη σιωπηρώς καταστάσεις διαφόρους των καταλοίπων της θριαμβευούσης εν ουρανώ Εκκλησίας, ως έκαμε και κάμνει η μετά την 6ην Οικουμενικήν Σύνοδον Εκκλησία μέχρι σήμερον με την εισαγωγήν της αγίας λαβίδος και η μετά τον 16ον αιώνα Εκκλησία μέχρι σήμερον δια την κουράν των Κληρικών.
Εκκλησία λοιπόν και παραδόσεις αποτελούν ένα ζώντα οργανισμόν. Όπως εις πάντα οργανισμόν υπάρχουν δύο πράγματα, ένα αμετάβλητον και ένα μεταβλητόν, κατά παρόμοιον τρόπον παραδόσεις και Εκκλησία, ήτοι παλαιά και νέα Εκκλησία, αποτελουμένη από Θείον και ανθρώπινον στοιχείον, έχει τι το αμετάβλητον, απολύτως με το δόγμα και την ηθικήν, σχετικώς δε παν ό,τι ολόκληρος η Εκκλησία σιωπηρώς ή ρητώς θεσπίση. Ουδείς δηλαδή έχει το δικαίωμα μόνος του, έστω και αν είναι Ιερεύς η Αρχιερεύς, να παραβή παράδοσίν τινα των Πατέρων. Ούτε μία Εκκλησία δικαιούται εις γενικής φύσεως ζητήματα να αγνοή την συγκατάθεσιν των άλλων τοπικών Εκκλησιών. Επομένως σχίσμα δεν λέγεται η παράβασις μιας αρχαίας παραδόσεως (τοιαύται ως είδομεν ανωτέρω έγιναν πολλαί χωρίς να γίνη σχίσμα), αλλά όταν παράβασις της αρχαίας παραδόσεως σχίση την μίαν Εκκλησίαν από της άλλης, όταν διακοπή η κοινωνία των Εκκλησιών.
Μόνον λοιπόν «η παράδοσις της Πίστεως», ήτοι η ηθική, είναι πράγματα αιωνίως αμετάβλητα και αναλλοίωτα και δεν επιδέχονται ουδεμίαν τροποποίησιν.
Αι άλλαι όμως παραδόσεις, αι αναφερόμεναι εις θέματα λατρείας, διοικήσεως, εκκλησιαστικής ευταξίας κ.λ.π. δύνανται να τροποποιούνται και να μεταβάλλωνται, υπό τον όρον βεβαίως ότι τούτο γίνεται όχι υπό του α' ή β' ατόμου, έστω και αν είναι Ιερεύς ή Αρχιερεύς (εν τη περιπτώσει ταύτη έχομεν παράβασιν και ανταρσίαν), αλλ' υπό της ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ!

Το Νέον Ημερολόγιον αποτελεί σχίσμα;
Αφού εξεκαθαρίσαμεν το έδαφος περί παραδόσεων Εκκλησίας, Σχίσματος, ας ίδωμεν εάν το Νέον Ημερολόγιον αποτελή σχίσμα. Δια να αποδείξης ότι το Νέον Ημερολόγιον είναι σχισματικόν, επικαλείσαι διάφορα επιχειρήματα, τα οποία θα εξετάσωμεν ένα προς ένα:
Και πρώτον: Επικαλείσαι τας Πανορθοδόξους Συνόδους 1582, 1587, 1593, 1848 εν σελ. 26-29 και αλλαχού, αι οποίαι κατεδίκασαν το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον. Σου απαντώ: Επειδή ταυτίζεις το Γρηγοριανόν και Νέον Ημερολόγιον, ισχυρίζεσαι ότι είναι καταδικασμένον και αυτό που έχομεν ημείς. Εις την αρχήν της πραγματείας μου σου απέδειξα ότι το Νέον λεγόμενον Ημερολόγιον δεν είναι Γρηγοριανόν, αλλά διωρθωμένον Ιουλιανόν, όχι μόνον από καθαρώς ημερολογιακής απόψεως, αλλά και από Εκκλησιαστικής, καθ' όσον το Γρηγοριανόν δεν λαμβάνει υπ' όψιν του το Πάσχα των Εβραίων και εορτάζουν οι Δυτικοί προ αυτού ή μαζί με αυτό.
Αι Πανορθόδοξοι Σύνοδοι κατεδίκασαν το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, το Πασχάλιον τούτου και το Καλανδάριον, το εορτολόγιον δηλ. των κινητών εορτών Μεσοπεντηκοστής, Αναλήψεως, Πεντηκοστής, Αγίας Τριάδος κ.λ.π., διότι ξεφεύγει από τας πραγματικάς οροθεσίας της Α' Οικουμενικής Συνόδου, καθ' ην το Πάσχα μας πρέπει να γίνεται μετά το Εβραϊκόν Πάσχα. Το Νέον Ημερολόγιον τηρεί την διάταξιν ταύτην. Άρα δεν υπάγεται εις την καταδίκην αυτήν. Μόνη η προώθησις των 13 ημερών, εφ' όσον δεν έθιξε το Πασχάλιον ούτε το Καλανδάριον του Πασχαλίου, δεν υπόκειται εις την καταδίκην εκείνην των Πανορθοδόξων Συνόδων των ετών 1582, 1587, 1593, 1848.
Δεύτερον: «Με την προώθησιν των 13 ημερών και την διατήρησιν του Πασχαλίου κύκλου περιωρίσθη, ενίοτε δε καταργείται η νηστεία των Αγίων Αποστόλων», γράφει εν σελ. 13.
Η νηστεία των Αγίων Αποστόλων αν και δεν έχει νομοθετηθή υπό Οικουμενικής ή τοπικής Συνόδου, ως αρχαίον έθος έχει νόμου ισχύν και δεν δύναται να καταργηθή ή τροποποιηθή. Ναι, δεν δύναται να τροποποιηθή η νηστεία αύτη υπό τινος Χριστιανού, έστω και Αρχιερέως. Δεν δύναται ακόμη να μην καταργήση μία Εκκλησία εν αγνοία της άλλης. Εφ' όσον όμως και αι τηρούσαι το Παλαιόν και διατηρούσαι το Νέον Ημερολόγιον Εκκλησίαι, αι μεν δέχονται και αι άλλαι ανέχονται τον περιορισμόν αυτόν, δεν έγινε Σχίσμα. Σχίσμα θα ήτο, εάν διεφώνουν επί του προκειμένου αι Αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι και τα Πατριαρχεία και διέκοπτον τας σχέσεις των μετά των Νεοημερολογιτικών Εκκλησιών. Τούτο όμως δεν έγινε. Άρα δεν υπάρχει Σχίσμα!
Τρίτον: Θεωρείς ως Σχίσμα εν τη Εκκλησία το ότι αι Εκκλησίαι Νεοημερολογιτών και Παλαιοημερολογιτών έχουν τας εορτάς Χριστουγέννων και τας άλλας ακινήτους εορτάς και νηστεύουν κατά διάφορον χρόνον. Ούτω, όταν η μία Εκκλησία νηστεύη, η άλλη δεν νηστεύει. Όταν η μία Εκκλησία νηστεύη η άλλη έχει τα Φώτα κ.λ.π.
Βεβαίως ωραιότερον είναι να συνεορτάζουν όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και να νηστεύουν ομού κατά τον αυτόν χρόνον. Ουδεμία αντίρρησις υπάρχει επ' αυτού. Η διαφορά όμως του χρόνου της εορτής και της νηστείας Χριστουγέννων και Αγίων Αποστόλων, δεν αποτελεί Σχίσμα, διότι η αρχαία μας Εκκλησία μέχρι της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου Ούτε τα Χριστούγεννα ούτε το Πάσχα συνεώρταζεν ούτε και η νηστεία της ήτο η αυτή πανταχού. Εν τούτοις δεν υπήρχε Σχίσμα εις τας επιμέρους Εκκλησίας. Το ότι δεν εώρταζον ουδέ συνεώρταζον οι προ του 300 μ.Χ. Χριστιανοί τας ακινήτους εορτάς, έδειξα δι' ων είπον προηγουμένως. Όχι μόνον τα Χριστούγεννα και τας συναφείς προς αυτά εορτάς δεν συνεώρταζον οι παλαιοί Χριστιανοί, αλλά ουδέ το Πάσχα.
Αυτό μας λέγει η ιστορία: Ο Άγιος Πολύκαρπος (150 μ.Χ.) Επίσκοπος Σμύρνης μετέβη εις την Ρώμην και συνηντήθη με τον Επίσκοπον Ανίκητον. Συνέπεσε το Πάσχα. Ο πρώτος ήθελε να τελέση αυτό την 14ην του μηνός Νισάν. Ο Πάπας Ανίκητος ήθελε να κάμη το Πάσχα την Κυριακήν. Συνεζήτησαν επ' αυτού. Ούτε ο Πολύκαρπος έπεισε τον Ανίκητον ούτε ο Ανίκητος τον Πολύκαρπον. Συνελειτούργησαν και απεχωρίσθησαν ειρηνικώς (Ευσεβίου εκκλης. Ιστορ. Ε' 24, 14).
Δεν απετέλεσε Σχίσμα μεταξύ των ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός του Πάσχα (ιδέ Εκκλης. Ιστορ. Στεφανίδου σελίδα 99). Ούτε και η κατά διάφορον χρόνον γινομένη νηστεία αποτελεί Σχίσμα.
Ιδού τι λέγει επ' αυτού η Εκκλησιαστική ιστορία του Ευσεβίου Ε' 24, 12-13. «Ου μόνον περί της ημέρας εστίν η αμφισβήτησις, αλλά και περί του είδους αυτού της νηστείας. Οι μεν οίονται μίαν ημέραν δεις αυτούς νηστεύειν, οι δε δύο, οι δε και πλείονας. Οι δε τεσσαράκοντας ώρας ημερινάς τε και νυκτερινάς.... Πάντες ούτοι ειρήνευσάν τε και ειρηνεύομεν προς αλλήλους και η διαφωνία της νηστείας την ομόνοιαν της πίστεως συνίστησιν».
Βλέπεις• τι εγίνετο εις την πρώτην Εκκλησίαν; Είχον διαφοράς εις την νηστείαν και όμως ειρήνευον μεταξύ των και η διαφορά αύτη όχι μόνον δεν ετάρασσεν αυτούς, αλλά «η διαφωνία της νηστείας την ομόνοιαν της πίστεως συνίστησιν»! Διατί λοιπόν συ θέτεις τόση βαρύτητα εις την διαφοράν της νηστείας των Αγίων Αποστόλων, αφού εις την αρχαίαν Εκκλησίαν «η διαφωνία της νηστείας την ομόνοιαν της πίστεως συνίστησιν»;
Θα μου είπης ότι πριν κανονισθούν αι εορταί και αι νηστείαι, είχε το δικαίωμα εκάστη Εκκλησία να τηρή την παράδοσίν της. Όταν όμως εκανονίσθησαν, δεν δικαιούμεθα να εκφεύγωμεν της οροθεσίας αυτής. Ναι, δεν δύναται, επαναλαμβάνω, έκαστον άτομον, έστω και Αρχιερεύς, παρά την γνώμην της Εκκλησίας του ή και εκάστη Εκκλησία εν αγνοία των άλλων, να παραβαίνη χρόνους εορτών και διάρκειαν νηστειών. Όταν όμως η Εκκλησία ως όλον, ως Σώμα, με τας αυτοκεφάλους Εκκλησίας και τα Πατριαρχεία, δέχεται ή ανέχεται το Παλαιόν και Νέον Ημερολόγιον και τον διάφορον χρόνον των εορτών και της νηστείας, ουδείς δύναται να ομιλή περί Σχίσματος. Μήπως και αι Πανορθόδοξοι Σύνοδοι που κατεδίκασαν το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον δεν παρέβαινον τον ρητώς ομιλούντα περί του τρόπου της θείας Κοινωνίας 101 Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και εκοινώνουν τους λαϊκούς με λαβίδα, ή δεν έφερον κόμην και παρέβαινον τους σχετικούς Κανόνας; Και όμως δεν ήσαν Σχισματικοί!
Τέταρτον: Θα μου είπης: Διατί λοιπόν γίνεται τόσος λόγος περί τηρήσεως της Παραδόσεως; Ο Απόστολος Παύλος, οι Πατέρες της Εκκλησίας, αι Σύνοδοι φωνάζουν: «Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις».
Επί του σημείου αυτού αναφέρεις πλήθος παραπομπών εις ωρισμένους Κανόνας που ρητώς καταφέρονται κατά νεωτερισμών. Πως, θα μου είπης, τόσαι φωναί περί παραδόσεως ελέχθησαν εις μάτην;
Όχι, αγαπητέ μου. Αι αφωναί αύται ισχύουν και πρέπει να ισχύουν. Πρέπει να προσέξης όμως, εις ποίον απευθύνονται αι φωναί και οι αφορισμοί ούτοι. Αι φωναί αύται απευθύνονται υπό της Εκκλησίας δια των αντιπροσώπων της, Πατέρων και Συνόδων Οικουμενικών και Τοπικών, εις τους πιστούς και όχι από τους πιστούς προς τας Εκκλησίας των! Τα μέλη της Εκκλησίας δηλαδή είναι υποχρεωμένα να τηρούν τας γραπτάς και αγράφους Παραδόσεις. Δεν δικαιούται τις να παραβή αυτάς, έστω και αν είναι Ιερεύς ή Αρχιερεύς.
Διότι τούτοι όλοι οι Κανόνες έχουν την φράσιν: «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος....», απευθύνονται προς επί μέρους άτομα. Η Εκκλησία όμως ως όλον, ως Σώμα, έχει διαφορετικήν θέσιν από τα μέλη της. Αύτη είναι ο Ύπατος Κριτής της Παραδόσεως. Τι είδομεν προηγουμένως εις το θέμα του γάμου των Αρχιερέων; Ενώ ούτος επετρέπετο κατά τους Αποστολικούς Κανόνας και την αρχαίαν παράδοσιν, η Εκκλησία τον κατήργησε ρητώς δια της 6ης Οικουμενικής Συνόδου. Τι είδομεν εις το θέμα της λαβίδος; Ότι η Εκκλησία σιωπηρώς έθεσεν εις αχρηστίαν τον 101ον Κανόνα της 6ης Οικουμενικής Συνόδου εισαγαγούσα εν τη κοινωνία των λαϊκών την χρήσιν λαβίδος. Η ίδια πάλιν Εκκλησία έθεσεν εις αχρησίαν νόμους και παραδόσεις περί κουράς, θεσπίσασα σιωπηρώς την κόμην των Κληρικών.
Μάθε λοιπόν ότι ημείς μεν ως άτομα δεν δυνάμεθα να καταργώμεν ή να τροποποιώμεν τας παραδόσεις. Η Εκκλησία όμως έχει άλλην δύναμιν• δεν είμεθα ίσοι με αυτήν. Αυτό μας διακηρύσσει η ιστορία της Εκκλησίας, η Παράδοσις!
Πέμπτον: Εν κεφ. 1 και 2 γράφεις ότι «το Νέον Ημερολόγιον εισήχθη μονομερώς αντικανονικώς άνευ της συναινέσεως απασών των ορθοδόξων Εκκλησιών και διέσπασεν την ενότητα της καθ' όλου ορθοδόξου Εκκλησίας».
Απαντώ: Ούτε το Ημερολόγιον ήλλαξεν, όπως σου είπα εις την αρχήν (Ιουλιανόν - διορθωμένον - έχομεν και ημείς) ούτε αντικανονική υπήρξεν η προώθησις του μηνολογίου κατά 13 ημέρας, διότι αύτη εγένετο κατόπιν συνεννοήσεως των Εκκλησιών και ούτω δεν διεσπάσθη η ενότης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τούτο άλλωστε απέδειξε και το εν Ρόδω συνελθόν Πανορθόδοξον Συνέδριον του 1961 και 1964 όπου Εκκλησίαι Παλαιού και Νέου Ημερολογίου συνελειτούργησαν και έδωσαν τον ασπασμόν της αγάπης. Μόνον σείς ως σχισματικοί απεκλείσθητε του Διορθοδόξου αυτού Συνεδρίου, διότι ουδείς εξ υμών των αυτοτιτλοφορουμένων «γνησίων ορθοδόξων Χριστιανών» εγένετο δεκτός εις το Πανορθόδοξον αυτό Συνέδριον 1961 και 1964.
Έκτον: Εν κεφ. 5ω γράφεις ότι η τήρησις υφ' υμών των Νεοημερολιγιτών αθίκτου του Πασχαλίου Κανόνος επέδρασεν επί του εορτολογίου του ενιαυσίου κύκλου των εορτών, μεθ' ου αναποσπάστως συνδέεται ο υπό της Α' Οικουμενικής Συνόδου καθιερωθείς Πασχάλιος Κανών και επέφερε διαταραχήν.
Απαντώ:
Η σημερινή διαταραχή εορτολογίου κινητών και ακινήτων εορτών, είναι επάνοδος εις τας ημερομηνίας της Α' Οικουμενικής Συνόδου, διότι επανήλθον εις την 21ην Μαρτίου ως εαρινήν ισημερίαν που είχον οι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Εν άτομον, έστω και Αρχιερεύς, μία επί μέρους Εκκλησία, δεν δύναται, εν αγνοία των άλλων, να κάμη τας αναπροσαρμογάς αυτάς, έστω και αν αύται μας επαναφέρουν εις τας αρχαίας ημερομηνίας.
Η ηνωμένη όμως Εκκλησία Νεοημερολογιτών και Παλαιοημερολογιτών, ως όλον, ως Σώμα, δεχομένη η πρώτη, ανεχομένη η δευτέρα, το Νέον Ημερολόγιον έχει δικαίωμα να κάμνη τοιαύτας μεταβολάς, τοσούτω μάλλον καθ' όσον δια της προωθήσεως 13 ημερών φθάνομεν, ως είπομεν, εις τας πραγματικάς ημερομηνίας των Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίοι είχον εαρινήν ισημερίαν, επαναλαμβάνω, την 21ην Μαρτίου ως έχομεν ημείς με την προώθησιν αυτήν και όχι την 8ην Μαρτίου που έχετε σεις.
Έβδομον: Εις το κεφ. 16 γράφεις ότι, αι ακολουθούσαι το Παλαιόν Ημερολόγιον Εκκλησίαι έχουν 200 εκατομμύρια πιστών αι ακολουθούσαι το Νέον έχουν 25 εκατομμύρια. Ιδού λοιπόν ότι έγινε Σχίσμα.
Σχίσμα, αγαπητέ μου, έχομεν όταν διακοπή η πνευματική κοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών και όχι όταν εορτάζουν κατά διάφορον χρόνον τας εορτάς. Αυτό λέγει η ιστορία της Εκκλησίας, ως ίδωμεν προηγουμένως εις τον διάφορον εορτασμόν του Πάσχα προ της Α' Οικουμενικής Συνόδου.
Εφ' όσον λοιπόν αι ακολουθούσαι το Παλαιόν Ημερολόγιον Εκκλησίαι δεν διέκοψαν τας σχέσεις των μετά των Νεοημερολογιτών, Σχίσμα δεν υπάρχει. Διάβασε καλά την Ιστορίαν της Εκκλησίας μας.
Μου αναφέρεις τον αριθμόν των ακολουθούντων το Παλαιόν Ημερολόγιον, 200.000.000 με τα 25.000.000 που ακολουθούν το Νέον δια να δείξης ότι η πλειονότης είναι με το Παλαιόν. Σου απαντώ: Τα 200 εκ. των Παλαιοημερολογιτών εφ' όσον είναι ηνωμένα με τας Εκκλησίας των «σχισματικών Νεοημερολογιτών», κατά την γνώμην σας, είναι σχισματικοί! Διατί λοιπόν τους επικαλείσαι; Εν σελ. 47 καταδικάζεις συ ο ίδιος όλας τας αυτοκεφάλους Εκκλησίας όχι μόνον των Νεοημερολογιτών αλλά και των Παλαιοημερολογιτών και λέγεις: «Δεν είναι εν τάξει, διότι όταν εκαινοτόμησεν η Εκκλησία της Ελλάδος έπρεπε να κόψουν πάσαν επικοινωνίαν». Δεν έκοψαν όμως. Άρα είναι και αυτοί Σχισματικοί! Αφ' ου και τα 200 αυτά εκ. είναι Σχισματικοί, πως παρουσιάζεις τους αριθμούς των ως απόδειξιν υπέρ του Παλαιού Ημερολογίου;
Βλέπεις, πως αντιφάσκεις;
Όγδοον: Εις το κεφ. 83 φροντίζεις να αποδείξης ότι είναι μυθώδες και από αστρονομικής απόψεως η μετατόπισις των εποχών του Χειμώνος και του Θέρους, εάν συνεχίζετο η διαφορά του Ημερολογίου. Και λέγεις: «Αφού Μάρτιον είχομεν την έξοδον των Ισραηλιτών εκ της Αιγύπτου το 1500 μ.Χ., Μάρτιον έχομεν και σήμερον 2000 μ.Χ., πως δεν επήλθε μεταβολή τις;
Απλούστατα το προ του Ιουλιανού Ημερολογίου 45 π.Χ. ακολουθούμενον ημερολόγιον των Εβραίων είχε σεληνιακούς μήνας και ηλιακά έτη. Επειδή το ηλιακόν έτος έχει 12 σεληνιακούς μήνας και 11 ημέρας οι Εβραίοι προσέθετον ως είπομεν ανωτέρω ανά 3 ή 2 έτη τον 13ον μήνα τον οποίον ωνόμαζαν βε - Αδάρ και ούτω εκάλυπτον την διαφοράν.
Εκείνο δηλ. το οποίον κάνομεν ημείς με την προσθήκην των 13 ημερών εις 1600 έτη δια να καλύψωμεν την διαφοράν του Ιουλιανού ημερολογίου από της Α' Οικουμενικής Συνόδου μέχρι σήμερον, το έκαμνον οι Εβραίοι ανά δύο ή τρία έτη προ του Ιουλιανού Ημερολογίου, ήτοι προ του 45 π.Χ., προσθέτοντες ολόκληρον, σεληνιακόν μήνα ανά δύο ή τρία έτη και ούτω διετηρήθη το Πάσχα των τον Μάρτιον μήνα.
Την διαφοράν αυτήν των 13 ημερών από της Α' Οικουμενικής Συνόδου την δέχεται και το ίδιον το Πηδάλιον. Ιδέ σελίδα 9, ερμηνείαν του 7ου Αποστολικού Κανόνος. Πως συ την αρνείσαι; Πλην αυτού γνωρίζομεν εκ της Κοσμογραφίας της 6ης τάξεως των Γυμνασίων σελ. 57, ότι το π.Χ. ακολουθούμενον ημερολόγιον υπό των Ρωμαίων από το 700 μέχρι το 45 π.Χ. ήτο το ημερολόγιον του Νουμά, το οποίον, είχεν 354 ημέρας. Ήτο δηλαδή όμοιον με το ημερολόγιον των Εβραίων, είχε σεληνιακούς μήνας και ηλιακά έτη. Καθ' έκαστον έτος υπελείποντο 11 ημέραι. Προσέθετον οι Ρωμαίοι εις έκαστον 2ον έτος συμπληρωματικόν μήνα, 22 ημέρας. Ενόμιζον ότι ούτω θα καλυφθή η διαφορά του πολιτικού έτους και του ηλιακού, του τροπικού, έτους. Πράγματι όμως με τον συμπληρωματικόν μήνα το έτος ήτο μικρότερον του πραγματικού κατά 0,242217 μέσης ηλιακής ημέρας. Μέχρι δε του Ιουλίου Καίσαρος είχον προχωρήσει τοσούτον, ώστε αι εορταί του θερισμού εωρτάζοντο εις το τέλος του χειμώνος!
Ο Ιούλιος Καίσαρ επεχείρησε το 45 π.Χ. να άρη την ασυμφωνίαν ταύτην καλέσας τον αστρονόμον Σωσιγένην εκ της Αλεξανδρείας. Και εν πρώτοις επεξέτεινε την διάρκειαν του έτους της μεταρρυθμίσεως (του 45 π.Χ.) εις 445 ημέρας. Ήτοι προσέθεσαν εις το ημερολόγιον του Νουμά 91 ημέρας, ούτως ώστε αι διάφοροι εορταί να εορτάζωνται εις τας καταλλήλους ημέρας του έτους. Το έτος τούτο ωνομάσθη έτος συγχύσεως. Έπειτα από αυτό ο Ιούλιος Καίσαρ ώρισε το Ιουλιανόν ημερολόγιον, 365 ημέρας, και εν δίσεκτον έτος ανά 4 έτη. Βλέπεις ότι ο Ιούλιος Καίσαρ προσέθεσεν 91 ημέρας εις το έτος 45 π.Χ. δια να καλύψη την διαφοράν των προηγουμένων ετών;
Επομένως προ Χριστού Εβραίοι και Ρωμαίοι έκαμον προσθήκας προς κάλυψιν ημερολογιακών διαφορών. Πως αγνοείς τα πράγματα αυτά;
Ένατον: «Πρέπει να υπακούωμεν», γράφεις εν κεφ. 86 σελ. 74, «εις τους Θεοφόρους και Αγίους εκείνους Πατέρας και όχι εις τους σημερινούς».
Εκείνοι όμως οι Πατέρες εδέχοντο τον γάμον των Επισκόπων, δεν είχον κόμην, έφερον παπαλήθραν, εκοινώνουν τους λαϊκούς ουχί δι' αγίας λαβίδος και κατεδίκαζον τους έχοντας κόμην, μη φέροντας παπαλήθραν και μη δίδοντας την θείαν Κοινωνίαν στους λαϊκούς επί των χειρών αυτών. Διατί και αυτά δεν τα τηρείς; Διατί δεν υπακούεις εις αυτούς;
Δέκατον: Λέγεις εν σελίδι 85: Η Εκκλησία της Ελλάδος προτίθεται να προβή εις μεταρρυθμίσεις, ώστε να υπάρχη γάμος Μοναχών, κατάργησις Εικόνων, μεταβολή του Βαπτίσματος και άλλα. Εδώ είσαι συκοφάντης!
Διάφορα σπερμολογήματα ανευθύνων τα παρουσιάζεις ως γνώμας της Εκκλησίας!
Ενδέκατον: Λέγεις όλως αφελώς: «Με ποίους εορτάζουν τα επουράνια, όταν τα επίγεια έχουν διαφόρους ημέρας εορτών; Όταν δηλ. οι Νεοημερολογίται ψάλλουν «Σήμερον γεννάται ο Χριστός....» 13 ημέρας προ των Παλαιοημερολογιτικών Εκκλησιών, με ποίους θα εορτάσουν τα επουράνια την Γέννησιν του Χριστού, αφού υπάρχη διαφορά χρόνου;
Όταν πάλιν μετά την Γέννησιν του Σωτήρος λέγομεν εις την σχετικήν ευχήν «Σήμερον τα άνω εορτάζουν...» με ποίους εορτάζουν τα επουράνια; Με το Παλαιόν ή το Νέον;
Σε ερωτώ και εγώ: Όταν επί 300 έτη εώρταζον αι μεν Εκκλησίαι της Δύσεως Πάσχα την Κυριακήν μετά το Νομικόν Πάσχα, αι δε Εκκλησίαι της Μ. Ασίας την 14ην Νισάν, με ποίους εώρταζον το Πάσχα τα ουράνια; Την 14ην Νισάν με τον Άγιον Πολύκαρπον Σμύρνης ή την Κυριακήν με τον Άγιον Ανίκητον Πάπαν Ρώμης; Ασφαλώς και με τους δύο. Όταν η Αίγυπτος, η Παλαιστίνη, η Κύπρος εώρταζον την Γέννησιν του Χριστού την 6ην Ιανουαρίου μετά των Θεοφανείων, ως είδομεν, η δε Ρώμη την 25ην Δεκεμβρίου, με ποίους εώρταζον τα επουράνια; Και με τους δύο! Το ίδιον συμβαίνει και σήμερον, αφού η Εκκλησία η επί γης είναι ηνωμένη. Τα ουράνια εορτάζουν και με τους δύο. Τα ουράνια έχουν πάσαν ημέραν εορτήν, διότι εκεί δεν υπάρχουν εργασίαι ως εν τη γη και ημέραι ιδιαίτεραι εορτών. Τα ουράνια πανηγυρίζουν πάντοτε, διότι πάσα ημέρα εορτή εστι δια τους εκεί.

Συμπέρασμα:
Πρώτον: Συγχέεις το Νέον Ημερολόγιον με το Γρηγοριανόν. Ιδού η εσφαλμένη σου βάσις. Σου απέδειξα ότι το Νέον Ημερολόγιον δεν είναι το Γρηγοριανόν από ημερολογιακής και εκκλησιαστικής απόψεως, αλλά διορθωμένον Ιουλιανόν με τας ημερομηνίας της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Άρα το Ημερολόγιον που ακολουθούμεν είναι πράγματι το Παλαιόν Ιουλιανόν Ημερολόγιον.
Δεύτερον: Δια το Πασχάλιον Κανόνα δεν λαμβάνεις ως κύρια χαρακτηριστικά τα ορισθέντα υπό της Α' Οικουμενικής Συνόδου (εαρινήν ισημερίαν, Πανσέληνον, Πάσχα Εβραίων και Κυριακήν), αλλά την ημερομηνίαν 22αν Μαρτίου - 25ην Απριλίου, ήτις ουδόλως μνημονεύεται εις τα πρακτικά της Α' Οικουμενικής Συνόδου.
Την συμπληρωματικήν οροθεσίαν ταύτην 22 Μαρτίου - 25 Απριλίου έλαβε ως μοναδικόν και κύριον χαρακτηριστικόν παρά του ρητούς Κανόνας.
Τρίτον: Θεωρείς τας ακινήτους εορτάς Χριστουγέννων και τας συναφείς προς αυτάς ορισθείσας υπό του Θεού, και επομένως ουδείς δύναται να τας μετακινήση!
Σου απέδειξα δια των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας ότι αύται επί 300 έτη μ.Χ. ηγνοούντο. Κατόπιν η των Χριστουγέννων συνεωρτάζετο μετά των Θεοφανείων και έπειτα εχωρίσθησαν τα Χριστούγεννα από τα Θεοφάνεια. Αυτά λέγουν οι Πατέρες. Αν αι εορταί αύται ήσαν, ως λέγεις συ, υπό Θεού ορισθείσαι, ηγνόουν αυτάς οι Πατέρες και τας εγνώριζες συ;
Τέταρτον: Συγχέεις παραδόσεις και Εκκλησίαν και νομίζεις ότι δεν δύναται η Εκκλησία ως όλον να κάμη μεταβολήν εις τας παραδόσεις. Και όμως σου απέδειξα πως εκάστοτε Εκκλησία, ζώσα ούσα, μετέβαλε ρητώς ή σιωπηρώς ουκ ολίγα έθιμα, προγενεστέρας συνηθείας και παραδόσεις. Πως και σεις σήμερον παραβαίνετε παραδόσεις αρχαίας της Εκκλησίας; Αφού λοιπόν δεν ημπόρεσες να διακρίνης διαφοράν παραδόσεων και Εκκλησίας και δεν εννοείς τι θα είπη Σχίσμα, θεωρείς Σχισματικήν την Εκκλησίαν των Νεοημερολογιτών, διότι ακολουθεί το Νέον Ημερολόγιον! Και όμως σου απέδειξα δια της Ιστορίας της Εκκλησίας ότι Σχίσμα δεν συνιστά ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός, αλλά η μη πνευματική κοινωνία των αυτοκεφάλων Εκκλησιών και Πατριαρχείων.
Σεις λοιπόν που έχετε αποκοπή από την ολομέλειαν αυτήν της Ορθοδοξίας είσθε σχισματικοί και προς υμάς ως τοιούτους απευθύνονται όλοι οι αφορισμοί των Πατέρων και τα ουαί.
Είχον υποχρέωσιν να σου απαντήσω, διότι γραπτώς και προφορικώς δια γνωστών σου προσώπων με προεκάλεσας εις τούτο. Έκαμα το καθήκον μου προς σε και πάντα άλλον, ο οποίος θέλει να μάθη την αλήθειαν περί Παλαιού και Νέου Ημερολογίου.
Τα περαιτέρω ανήκουν εις σε, τους αναγνώστας μου και τον Θεόν! Υγίαινε!

Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον

(Σημείωση:οι υπογραμμίσεις και η διαμόρφωση του κειμένου δικά μας)

ΠΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη
Από το βιβλίο: Ο Χριστός ήταν Ορθόδοξος Εκδόσεις «ΤΕΡΤΙΟΣ» ΚΑΤΕΡΙΝΗ

Το ξεκίνημα
Την 16.2.1924 εισήχθη εις την Εκκλησία της Ελλάδος το Νέο Ημερολόγιο. Και η 16.2.1924 έγινε 1.3.1924. Μέχρι τότε ήταν εν χρήσει το Ιουλιανό Ημερολόγιο.

Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν ενήργησε επιπόλαια στην αλλαγή του Ημερολογίου, αλλά κατόπιν πολλών συσκέ­ψεων μετά αρμοδίων επιτρόπων και ειδικών πανεπιστημιακών καθηγητών, όπως εμπεριστατωμένα αποδεικνύει στην διδακτο­ρική διατριβή του ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ.κ. Χριστόδουλος (Ιστορική και Κανονική θεώρησις του Παλαιοημερολογητικού ζητήματος κατά τε την Γένεσιν και την εξέλιξιν αυτού εν Ελλάδι, Αθήναι, 1982). Η δε απόφαση της τότε Ιεραρχίας προς αλλαγή του Ημερολογίου ήταν ομόφωνη.

Με την εισαγωγή του Ν. Ημερολογίου φανατικοί παλαιοημερολογίτες μοναχοί εξ Αγίου Όρους όρμησαν στον κόσμο και τον ξεσήκωσαν, λέγοντας του πως προδόθηκε η πίστη των πατέρων μας. Ο αγράμματος λαός φανατίσθηκε, αγρίεψε. Προκαλούσε και επεισόδια. Δεν σεβάσθηκε ούτε και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ.κ. Χρυσόστομο ! Ενώ πήγαινε να ιερουργήσει, του επετέθησαν και με μια ψαλίδα - που κούρευαν τα ... πρόβατα (!) - του έκοψαν τα γένεια ! Και θα τον σκότωναν, αν δεν μεσολαβούσε ο γιγαντόσωμος αείμνηστος Μητροπολίτης Γρεβενών κ.κ. Θεόκλητος Σφήνας, ο οποίος, και διηγήθηκε το τραγικό συμβάν στον Μητροπολίτη Φλωρίνης κ.κ. Αυγουστίνο. (Ορθόδοξος Τύπος», φ. 27.1.1995, σελ. 3) Ο αγριεμένος όχλος επληθύνετο! Ο ένας παρέσυμι τον άλλο. Ήθελαν τώρα δική τους Εκκλησία, που να ακολουθούσε το «πάτριο» ημερολόγιο. Έψαχνε για αρχηγό Επί σκοπό. Κανένας Έλληνας Επίσκοπος δεν δεχόταν να τους ακολουθήσει. Πήγαν ακόμα και στους Σέρβους, αλλά κι αυτοί αρνήθηκαν.

Η εμπάθεια γέννησε το σχίσμα.

Ενώ αρχικά σύσσωμος η τότε Ιεραρχία μας αποδέχτηκε την αλλαγή του ημερολογίου, μετά από ... ένδεκα (!) ολόκληρα χρόνια, τρεις Αρχιερείς άλλαξαν γνώμη !

Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος.
Ο Δημητριάδος Γερμανός.
Ο Ζακύνθου Χρυσόστομος.

Κινούμενοι από ιδιοτελείς σκοπούς, κινήθηκαν κατά του τότε Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου. Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος σκόπευε να αναρριχηθεί στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο. Ο πρ. Φλωρίνης να αναλάβει την προεδρία της Αποστολικής Διακονίας. Και ο Μητροπολίτης Ζακύνθου να μετάτεθεί στην Μητρόπολη Πειραιώς.

Την Κυριακή 26 Μαΐου 1935 οι ανωτέρω Μητροπολίτες λειτούργησαν στον παλαιό Ι. Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κολοκυνθούς, ενώπιον του κοχλάζοντος λαού. Και διεκήρυξαν ότι:

Αναλαμβάνουν την αρχηγία του αγώνος προς επανα­φορά του παλαιού Ημερολογίου. Συντόμως δε προέβησαν σε χειροτονίες τεσσάρων Επισκόπων:

Την 5.6.1935, τον Γερμανό, Επίσκοπο Κυκλάδων
Την 6.6.1935 τον Χριστόφορο, Επίσκοπο Μεγαρίδος
Την 7.6.1935 τον Ματθαίο, Επίσκοπο Βρεσθένης78
Την 7.6.1935 τον Πολύκαρπο, Επίσκοπο Διαυλείας. Και έτσι έγινε το σχίσμα.

Η αντίδραση της Επισήμου Εκκλησίας

Για την σατανική αυτή ανταρσία η Ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία, ως ήταν φυσικό, αντέδρασε σθεναρώς. Έτσι:
α. Την 14η Ιουνίου 1935 συνήλθε το πρωτοβάθμιο Συνοδικό Δικαστήριο και καθήρεσε τους τρεις Μητροπολίτες.
Αργότερα ο Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος μεταμελήθη. Ακυρώθηκε η καθαίρεση του και του υπεβλήθη, εξάμηνος αργία. Και
β. Την 3.7.1935 (δια της ύπ' αριθμ. 3/3.7.1935) καθήρεσε τους τέσσερις επισκόπους, που χειροτόνησαν οι τρεις Μητροπολίτες.

Το Νέο Ημερολόγιο είναι παπικό;
Οι ακολουθούντες το παλαιό Ημερολόγιο κατηγο¬ρούν τους νεοημερολογίτες ότι το ημερολόγιο τους είναι Παπικό. Έχουν δίκιο ;
Μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνος Ανατολή και Δύση είχαν το ίδιο το Ιουλιανό ημερολόγιο. Κατόπιν η Δυτική Εκκλησία άλλαξε το ημερολόγιό της.

Αναλυτικότερα:

Το έτος έχει 365,242217 ηλιακές ήμερες. Το έτος στο Ιουλιανό ημερολόγιο είναι κατά τι μεγαλύτερο του πραγματικού. Ήτοι, υπερέχει κατά 0,007783 ηλιακές ημέρες. Η διαφορά αυτή ανά 400 έτη γίνεται 3,1132 ημέρες. Ο πάπας Γρηγόριος ο ΙΓ' θέλησε να διορθώσει την διαφορά αυτή. Σε συνεργασία με τον αστρονόμο Lilio απεφάσισε όπως η 4η Οκτωβρίου 1582 γίνει 15 Οκτωβρίου. Το διορθωμένο αυτό Ιουλιανό ημερολόγιο ονομάσθηκε «Γρηγοριανό». Η Ανατολή διετήρησε το Ιουλιανό ημερολόγιο, χωρίς την αλλαγή που έκανε ο πάπας. Έτσι τώρα έχομε εν χρήσει δύο ημερολόγια. Η διαφορά ανάμεσα σ' αυτά είναι καθαρά αστρονομική. Το Ιουλιανό χάνει μία ημέρα ανά 128 χρόνια, το Γρηγοριανό μία ημέρα ανά 3.320 έτη. Από άποψη αστρονομική και τα δύο ημερολόγια είναι ατελή.
Επί πλέον: Ενώ με το παπικό ημερολόγιο έχομε 97 δίσεκτα έτη ανά 400 χρόνια, με το Ιουλιανό έχομε 100 δίσεκτα χρόνια ανά 400 έτη. Άλλο το Ιουλιανό ημερολόγιο και άλλο το παπικό.

Και το σπουδαιότερο:
Η αγία πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ορίζει πότε πρέπει να γιορτάζεται το Πάσχα:
Κατά την εαρινή ισημερία.
Την πρώτη Πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία.
Μετά το Νομικό (Εβραϊκό) Πάσχα.
Την πρώτη Κυριακή μετά άπ' αυτά.

Ενώ η αγία Σύνοδος ορίζει ότι το χριστιανικό Πάσχα πρέπει να γιορτάζεται μετά το Εβραϊκό Πάσχα, γιατί τότε ανέστη ο Κύριος (πρβλ. 7ο Κανόνα Αγ. Αποστόλων), ο πάπας Γρηγόριος ο ΙΓ' κατά την αλλαγή του ημερολογίου αυτό δεν το έλαβε ύπ' όψη του. Με αποτέλεσμα, οι Λατίνοι να γιορτάζουν το Πάσχα ή πριν από το Πάσχα των Εβραίων ή ταυτόχρονα! Κάτι που αντιτίθεται ρητώς με τις διατάξεις της Αγίας πρώτης Οικουμενικής Συνόδου.
Αντίστροφα, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία κατά την αλλαγή του ημερολογίου μερίμνησε ώστε να τηρηθούν απολύτως οι διατάξεις της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου.
Και εξ απόψεως Εκκλησιολογικής το Νέο Ημερολό¬γιο διαφέρει από το παπικό Γρηγοριανό ημερολόγιο.

Άρα ο ισχυρισμός των παλαιοημερολογιτών ότι το Νέο Ημερολόγιο είναι Παπικό είναι αστήρικτος.

Επιτρεπόταν η αλλαγή του Ημερολογίου;
Στην Π. Διαθήκη το Πάσχα γιορταζόταν δύο φορές.
Στην Π. Διαθήκη, όσοι άγγιζαν νεκρό, θεωρούνταν «ακάθαρτοι». Και δεν μπορούσαν να γιορτάσουν την γιορτή του Πάσχα, που γινόταν την 14η του μηνός Νισσάν (Μαρτίου). Και ο Θεός έδωσε εντολή στον Μωυσή, οι ακάθαρτοι να γιορτάζουν το Πάσχα ένα μήνα αργότερα! Το ίδιο ίσχυε και για όσους ένεκα ταξειδίου δεν προλάμβαναν να το γιορτάσουν. (Αριθμ. 9: 6-12 και 12: 47-50).
Μάλιστα δε ολόκληρος ο Εβραϊκός λαός γιόρτασε το Πάσχα ένα μήνα αργότερα ! (Β' Παραλ. 30: 2-3).

Ο Χριστός ακολούθησε το Ν. Ημερολόγιο.

Οι Εβραίοι γιόρταζαν το Πάσχα ημέρα Σάββατο, όπως διέταξε ο Θεός. Και όμως ο Χριστός πρωτοτύπησε ! Γιόρτασε το Πάσχα με τους μαθητές Του ημέρα Πέμπτη. Άλλαξε την θεόσδοτη Παράδοση !...
Υπάρχει και συνέχεια. Ο Θεός καθιέρωσε δια του Μωυσέως ορισμένες γιορτές (Πάσχα, Σκηνοπηγία, Πεντηκο¬στή κ.α.). Τότε οι Εβραίοι είχαν δικό τους ημερολόγιο το «Σεληνιακό». Και γιόρταζαν τις Εορτές βάσει του ημερολο¬γίου τους. Ο Καίσαρας Ιούλιος το 50 π.Χ. περίπου με την συνεργασία του αστρονόμου Σωσιγένη διόρθωσε το Ρωμαϊκό ημερολόγιο και έκανε το «Ιουλιανό». Το Ισραήλ ήταν τότε μέλος του Ρωμαϊκού κράτους. Και δέχθηκε το νέο Ιουλιανό ημερολόγιο. Από τότε οι Εβραίοι προσάρμοσαν τις θεόσδοτες γιορτές τους σ' αυτό το ημερολόγιο. Ενώ ο Θεός τις προσάρμοσε στο Σεληνιακό ημερολόγιο, τώρα οι Εβραίοι τις προσαρμόζουν στο νέο Ιουλιανό ημερολόγιο !
Όταν ήρθε ο Χριστός, δεν επανέφερε τις γιορτές στο παλαιό Σεληνιακό ημερολόγιο. Ακολούθησε το νέο Ημερολόγιο. Σεβάσθηκε την αλλαγή, προσαρμογή αυτή ! Και γιόρτασε τις γιορτές σύμφωνα με το νέο Ημερολόγιο (Μεσοπεντηκοστή κ.α.). Το ίδιο έκαναν οι Απόστολοι. Γιόρτασαν την Πεντηκοστή βάσει του νέου Ημερολογίου!

Η αλλαγή του Ημερολογίου.
Οι άγιοι Πατέρες έχοντες ύπ' όψη τους τα ανωτέρω, μετέθεταν εορτές στην Εκκλησία. Έτσι, ενώ μέχρι τον 4ο αιώνα τα Χριστούγενα γιορταζόταν την ίδια μέρα με τα Θεοφάνεια (6 Ιανουαρίου), από τότε μετέφεραν την Εορτή των Χριστουγέννων στην 25η Δεκεμβρίου. Ενώ ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκοιμήθη την 14η Σεπτεμβρίου, εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, οι άγιοι Πατέρες μετέφεραν την μνήμην του στις 13 Νοεμβρίου κ.α.
Και η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία στηριζόμενη σ' αυτά εισήγαγε το 1924 το Νέο Ημερολόγιο. Στην ουσία δεν εισήχθη ένα νέο ημερολόγιο, απλώς διορθώθη το παλαιό, Ιουλιανό ημερολόγιο. Και το άκρως σημαντικό: Η διόρθωση έγινε, ως ήδη είπαμε, σύμφωνα με την διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, η εισαγωγή του Ν. Ημερολογίου, δεν αλλοίωσε ούτε στο ελάχιστο την παρά¬δοση μας. Τουναντίον σε μερικά σημεία ήρθε πιο κοντά ! Και να. Όταν οι άγιοι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου ρύθμιζαν τον εορτασμό του Πάσχα, είχαν ως εαρινή ισημερία την 21η Μαρτίου. Από τότε μέχρι σήμερα η εαρινή αυτή ισημερία, εξέπεσε στην 8η Μαρτίου. Κι' αυτήν την ισημερία, ημερομηνία ακολουθούν σήμερα οι παλαιοημερολογίτες. Οι νεοημερολογίτες, όμως, με το «πήδημα» των δεκατριών ημερών, έχουν ως ισημερία την 21η Μαρτίου. Την ισημερία που είχαν οι άγιοι Πατέρες που συγκρότησαν την Α' Οικουμενική Σύνοδο ! Άρα με το νέο ημερολόγιο ήρθαμε πιο κοντά στην Παράδοση ! (βλ. Αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακοπούλου, Παλαιόν και Νέον Ημερολόγιον, σελ. 10-11).

Πότε γιορτάζουν τα επουράνια ;

Ισχυρίζονται οι Παλαιοημερολογίτες: «Όταν γιορτά­ζουν τα επουράνια, γιορτάζουν και τα επίγεια !». Πότε, λοιπόν, γιορτάζουν τα επουράνια, με τους παλαιοημερολογίτες ή τους νεοημερολογίτες;

Η τελετή της Αναστάσεως γίνεται στις 12 τα μεσά­νυκτα. Και εν συνεχεία η πανηγυρική Θ. Λειτουργία, που λήγει κατά τις 2 π.μ. ξημερώνοντας Κυριακή. Στην Αμερική, όμως, η ελληνική ώρα 2 π.μ. είναι 7η απογευματινή του Μ. Σαββάτου. Άρα οι εκεί παλαιοημερολογίτες ακόμα δεν γιόρ­τασαν την Ανάσταση. Θα την γιορτάσουν επτά ώρες αργό­τερα! Λοιπόν, τα επουράνια τι θα κάνουν τώρα; Θα ξαναγιορτάσουν την Ανάσταση; Και τι θα κάνουν με τους χρι­στιανούς της Αυστραλίας, που θα γιορτάσουν την Ανάσταση ακόμα πιο αργά;

Στα επουράνια δεν υπάρχουν ώρες, ημέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια ! Εκεί υπάρχει ένα διαρκές σήμερα ! Έκεϊ πάντοτε γιορτάζουν τα επουράνια ! Όταν και όσες φορές γιορτάζουν τα επίγεια, γιορτάζουν και τα επουράνια. Αρα και σ' αυτό σφάλλουν οι παλαιομερολογΐτες.

Η Θεόθεν (;) επιβεβαίωση

Οι παλαιοημερολογίτες προς στερέωσιν της πίστεώς τους προβάλλουν στα έντυπα τους το ακόλουθο θαύμα: (βλ. εξώφυλλο «Ημεροδείκτη 1994», Εκκλησίας Γ.Ο.Χ., Ελλάδας). Στις 14.9.1925 Εορτή του Τιμίου Σταυρού (Παλαιό ημερολόγιο) φανερώθηκε ουρανόθεν ο Τίμιος Σταυρός. Η λάμψη του επισκίασε το φως της ημέρας. Και το θαύμα αυτό είναι για τους παλαιοημερολογίτες σημείο ότι ο Θεός εξέφρασε την ευαρέσκεια Του προς το πάτριο ημερολόγιο. Μήπως έχουν δίκιο; Θαύματα γίνονται και από τον Θεό και από τον διάβολο. Επομένως, θα πρέπει να διερωτηθούν: Μήπως το θαύμα αυτό είναι εκ του διαβόλου; Οπότε είναι πλάνη. Μα είναι δυνατόν ο διάβολος να φανερώσει το σημείο του Σταυρού; Ο διάβολος είναι τέτοιος απατεώνας, τέτοιος ταχυ­δακτυλουργός, που και το σημείο του Σταυρού μπορεί να παρουσιάσει και Αυτόν τον Ίδιο τον Χριστό να υποκριθεί.

Έστω ότι το θαύμα ήταν εκ Θεού. Και το θαύμα έγινε στις 14.9.1925, ήτοι πριν το 1935• πριν το σχίσμα ! Τότε, που δεν υπήρχε Εκκλησία των Παλαιοημερολογιτών. Τότε που όλοι ήταν ενσωματωμένοι στην Μία Εκκλησία ! Θα εκαυχώντο δικαίως, αν το θαύμα γινόταν μετά το 1935!!!

Και η συνέχεια :

Στο Μαρκόπουλο της Κεφαλλονιάς υπάρχει ο γνωστός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Στον ναό αυτό, κάθε χρόνο από τις 6 μέχρι στις 15 Αυγούστου, βγαίνουν από τους τοίχους και την σκέπη του ναού ακίνδυνα φιδάκια με ένα κόκκινο σταυρό στο κεφάλι τους. Κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες τα άλογα αυτά ζωάκια δίνουν το ραντεβού τους.

«Όταν εισήχθη το Ν. Ημερολόγιο οι πιστοί είχαν αγωνία να δουν τα φιδάκια πότε θα βγουν. Με το νέο ημερολόγιο ή με το παλαιό; Ιδιαίτερα τα μικρά παιδάκια εκείνο το βράδυ της 6.8.1924 (ν. ημερολ.) με κεράκια αναμ­μένα έψαχναν στους τοίχους και στο καμπαναριό μήπως τυχόν δουν τα φίδια. Και φώναξαν πανηγυρίζοντας «Να ! Τα φίδια βγήκαν ! Με το νέο ημερολόγιο...» (Αρχιμ. Δανιήλ Γούβαλη, Το θαύμα της Πίστεως, σελ. 119-120). Από τότε κάθε χρόνο τα φίδια βγαίνουν στο ναό με το νέο ημερολόγιο, φυσικά κατ' εντολή του Θεού.

«Έχουμε δύο θαύματα. «Ένα με το παλαιό ημερολόγιο και ένα με το νέο. Ποιο ημερολόγιο εγκρίνει ο Θεός;

Ο Θεός υπογράφει και τα δύο ημερολόγια. Εκείνο, όμως, που δεν υπογράφει, που καταδικάζει, είναι το σχίσμα, η διαίρεση, που προκάλεσαν οι εν Ελλάδι Παλαιοημερο­λογίτες.

Συμπέρασμα:

Το πότε γιορτάζονται οι γιορτές είναι θέμα δευτε­ρεύον. Σημασία έχει να γιορτάζονται. «Κανείς δεν κολάσθηκε ούτε κατηγορήθηκε, λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, επειδή γιόρτασε το Πάσχα ένα μήνα νωρίτερα ή αργότερα». Το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο. «Ας μην ασχολούμαστε, λοιπόν, με χρονολογίες και ημερομηνίες (Γαλ. 4:10).

Τα τρία μεγάλα λάθη των Παλαιοημερολογιτών.

Το πρώτο:

«Έκαναν πρωτεύον ένα δευτερεύον θέμα. «Έδωσαν αξία στην... τρίχα (!) Το πότε δηλαδή γιορτάζονται οι γιορτές. (Κάτι που δεν έκανε ούτε ο Χριστός !). Και έμειναν έτσι με την τρίχα στο χέρι τους!

Το δεύτερο:

Το πρώτο λάθος τους έχει κάποιο ελαφρυντικό. «Ήθελαν έστω το «πάτριον» ημερολόγιο. Καλό και άγιο. Αυτό, όμως, τους έσπρωξε σ' ένα δεύτερο, βαρύτερο λάθος. Προέκυψε το πρόβλημα. Να αλλάξει ή όχι το ημερολόγιο. Τον λόγο τον είχε η επίσημος Ελληνική Εκκλησία. Και αυτή αποφάσισε την αλλαγή του ημερολογίου. Κάτι που δεν ήταν αντίθετο ούτε με το πνεύμα της Αγίας Γραφής ούτε με το πνεύμα της Ιεράς Παραδόσεως. Και στην απόφαση αυτή ώφειλαν ΟΛΟΙ υπακοή ! Υπακοή στην Εκκλησία. Και το έγκλημα τους: Έδειξαν απείθεια στην Εκκλησία. Κατά τον Μ. Βασίλειο όποιος αντιστέκεται σε ό,τι γίνεται από τους εκλεκτούς του Θεού είναι σαν να αντιστέκεται στις διαταγές του Θεού. (Επιστολή 227 πρβλ. Λουκ. 10:16)

Το τρίτο:

Και χειρότερο. Απεκόπησαν από την Εκκλησία ! «Έκαναν δική τους Εκκλησία ! «Έκαναν το σχίσμα ! Κατέπεσαν στο βάθος του γκρεμού και κατατσακίσθηκαν !

Την Εκκλησία, την οποία ο Θεός μας υπεσχέθη και μας εδώρησε, ούτε την «πουλάμε», ούτε την «εγκαταλείπομεν», γράφεται στα πρακτικά της Ε' Οικουμενικής Συνόδου (Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, αυτόθι, σελ. 345). Βάσει αυτού οι Παλαιοημερολογίτες, που αυτοδιαφημίζονται ως φύλακες των παραδόσεων και υπέρμαχοι των Οικουμενικών Συνόδων, πως δικαιολογούν την αποκοπή τους από την Μία Εκκλησία;

Ο διαμελισμός τους.

Όταν το 1924 εισήχθη το νέο Ημερολόγιο, ένας δαιμονισμένος στην Κεφαλλονιά έλεγε ωρυόμενος: «Τώρα που άλλαξε το ημερολόγιο θα πάω ατό «Άγιο Όρος ! Και κάθε σκήτη και καλύβα θα την κάνω και Πατριαρχείο !!!». Οι «ζηλωτές» του Αγ. «Όρους είναι δικό του κατασκεύασμα. Ο σατανάς εργάσθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Χώρισε τους παλαιοημερολογίτες από την Μία Εκκλησία ! Τους χώρισε και μεταξύ τους. Τους έκανε (προς το παρόν...) έξι κομμάτια !

Τα ακόλουθα: α. Του «Αρχιεπισκόπου» Ανδρέα, β. Του «Αρχιεπισκόπου» Μαξίμου, γ. Του «Αρχιεπισκόπου» Χρυσοστόμου, δ. Του «Μητροπολίτη» Κυπριανού, ε. Του «Μητροπολίτη» Γρηγορίου και στ. Του «Μητροπολίτη» Καλλινίκου.

Και ο καθένας άπ' αυτούς έχει και τους «επισκό­πους» του.

Έχουν ιερωσύνη;

«Οι δε απορραγέντες λαϊκοί γενόμενοι...» (Κανών Α' Μ. Βασιλείου). Ήτοι, όσοι κληρικοί απεκόπησαν από την Μία Εκκλησία, καθίστανται αυτόματα λαϊκοί. Και οι παλαιομερολογίτες κληρικοί απεκόπησαν από την Μία Εκκλησία˙ άρα είναι λαϊκοί. «Αν δεν πείθεσαι μ' αυτό, τότε πρέπει να σε πείσει η καθαίρεσή τους. «Όταν, δηλαδή, έκαναν το σχίσμα, η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία τους καθήρεσε ! Με άλλα λόγια, οι παλαιομερολογίτες κληρικοί και απεκόπησαν από την Μία Εκκλησία και καθαιρέθηκαν. «Έγιναν δυο φορές λαϊκοί. Και σαν λαϊκοί, «ούτε το βαπτίζειν, ούτε το χειροτονείν είχον εξουσίαν» (Κανών Α' Μεγάλου Βασιλείου), τα μυστήρια τους είναι τελείως άκυρα. Γι' αυτό πάλι τους βαπτίζομε (ενώ τους αιρετικούς τους δεχόμαστε με Χρίσμα...), πάλι τους παντρεύομε και πάλι τους χειροτονούμε. Δηλαδή, όσοι έχουν βαπτισθεί ή παντρευθεϊ σε παλαιοημερολογίτικη «Ελληνική Εκκλησία είναι σαν να μην έχουν βαπτισθεί ή παντρευθεί !

Ένα ευφυέστατο επιχείρημα.

Ο αείμνηστος αρχιμ. π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος προβάλλει εδώ το ακόλουθο επιχείρημα.

Οι παλαιοημερολογίτες κατηγορούν τους νεοημερολογίτες, ότι με την θέσπιση του Ν. Ημερολογίου απεκόπη­σαν από την παράδοση, και άρα έγιναν σχισματικοί. Άρα (κατ' αυτούς) τα μυστήρια (των νεομερολογιτών) είναι άκυρα. Μέχρι, όμως, το 1935 οι τρεις Μητροπολίτες, που ηγήθησαν του όχλου, ήταν εντεταγμένοι με τους νεοημερολογίτες, δηλαδή τους σχισματικούς. Άρα και αυτοί οι τρεις ήταν σχισματικοί! Και συνεπώς δεν είχαν ιερωσύνη. Οι παλαιοημερολογίτες, όμως, ισχυρίζονται ότι έχουν την ιερωσύνη! Που την βρήκαν; Από τους νεοημερολογίτες; Μα αυτοί κατηγορούνται ως σχισματικοί !... Υποστηρίζουν, ότι η Σύνοδος έχει τη δύναμη να αποκαταστήσει τους σχισματικούς. Σωστά. Ποια Σύνοδος; Αυτή η Σύνοδος δεν θα είναι Σύνοδος σχισματικών; Είναι δυνατόν τέτοια Σύνοδος να αποκαταστήσει σχισματικούς; (Άρθρα, Μελέται, σελ. 184).
Παραφράζομε εδώ τα λόγια του άγ. Αυγουστίνου, (που λέει για τους άπιστους): Ω ! Παλαιοημερολογίτες ! Είστε πρόθυμοι να πιστέψετε την οποιαδήποτε ανοησία αρκεί να μην δεχθείτε την Αλήθεια ! Ίδια τραγική περίπτωση με τους αιρετικούς.

Η «απομόνωση» τους

Έχομε λ.χ. δύο Εκκλησίες, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος και την Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας, που ακολουθεί το παλαιό ημερολόγιο. Τα μέλη των δύο αυτών Εκκλησιών μπορούν να λειτουργηθούν, να εξομολογηθούν και προπαντός να κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων, σ' όποια από τις δύο Εκκλησίες θέλουν. Οι ιερείς τους μπορούν και να συλλειτουργήσουν. Και αυτό γίνεται γιατί ακριβώς ανάμεσα στις δύο αυτές Εκκλησίες, δεν υπάρχει καμμία απολύτως διαφορά, ούτε σε δογματικά ζητήματα, ούτε σε Εκκλησιολογικά.

Η επικοινωνία αυτή των δύο Εκκλησιών, ιδιαίτερα το κοινό ποτήριο, λέγεται στην εκκλησιαστική γλώσσα «Κοινω­νία».

Όταν, λοιπόν, οι παλαιοημερολογίτες απεκόπησαν από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, επιδίωξαν να αποκτή­σουν «κοινωνία» με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες του εξωτερικού, που ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο. Αλλά καμμία άπ' αυτές δεν καταδέχθηκε να «κοινωνήσει» με την εν Ελλάδι Εκκλησία Παλαιοημερολογιτών ! Διετήρησαν την «κοινωνία» τους με την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, που ακολούθησε το Ν. Ημερολόγιο ! Πήραν έτσι ένα μεγάλο μάθημα, ότι βρίσκονται σε πλάνη.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ www.egolpion.com
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com
30/6/2010

 

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (205) Αγάπη Θεού (55) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (44) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (57) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (9) άγιοι (21) άγιος (90) αγνότητα (7) άγχος (14) αγώνας (66) αγώνας πνευματικός (32) αθεΐα (100) αιρέσεις (74) αλήθεια (29) αμαρτία (70) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (72) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (152) άνθρωπος (20) αντίχριστος (7) αξιώματα (5) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (71) ασθένεια (21) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (59) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (7) βιοηθική (10) γάμος (46) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (32) γνώση (6) γονείς (50) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (9) δάκρυα (10) δάσκαλος (13) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (43) διάβολος (48) διάκριση (48) διάλογος (3) δικαιοσύνη (5) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (116) εικόνες (18) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (6) εκκλησία (67) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (19) ελευθερία (17) Ελλάδα (16) ελπίδα (16) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (72) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (7) επιστήμη (69) εργασία (32) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (39) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (62) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (10) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (26) ευχαριστία (9) ζήλεια (2) ζώα (14) ηθική (6) ησυχία (9) θάνατος (111) θάρρος (20) θαύμα (73) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (48) Θεία Λειτουργία (47) θεία Πρόνοια (3) θέληση (7) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (9) θεολογία (14) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (116) θρησκείες (8) θυμός (36) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (9) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (25) ιερέας (54) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (3) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (6) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (22) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (15) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (45) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (8) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (12) κοινωνία (97) κόλαση (13) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (7) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (53) λείψανα (4) λογισμοί (39) λύπη (1) μαγεία (6) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (8) μελέτη (11) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (35) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (76) μητέρα (12) μίσος (1) ΜΜΕ (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (11) μοναχισμός (12) μόρφωση (14) μουσική (3) Ναός (4) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (16) Νικόλαος Άγιος (2) νους (15) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (8) όνειρα (22) οράματα (2) Ορθοδοξία (54) όρκος (1) πάθη (42) πάθος (4) παιδεία (10) παιδιά (24) Παΐσιος Όσιος (13) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (60) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (13) Παράδεισος (46) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (5) πίστη (161) πλούτος (17) πνευματική ζωή (79) πνευματικός πατέρας (18) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (14) πολιτισμός (5) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (27) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (47) προορισμός (6) προσευχή (158) προσοχή (6) προτεσταντισμός (18) προφητείες (2) ραθυμία (4) Ρωμαιοκαθολικισμός (14) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (29) Σταύρωση (13) συγχώρηση (9) συνείδηση (2) σχίσμα (6) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (23) ταπεινοφροσύνη (76) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (5) υπακοή (10) υπαρξιακά (47) υποκρισία (7) υπομονή (41) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (12) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (24) φως (2) χαρά (32) χάρις θεία (14) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (7) χριστιανός (31) Χριστός (13) Χριστούγεννα (38) χρόνος (18) ψεύδος (12) ψυχαγωγία (2) ψυχή (80) ψυχολογία (15)