Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

(Απάντηση στους κατηγόρους της Παλαιάς Διαθήκης)

Στο Γένεσις ιθ 4-11 οι κάτοικοι των Σοδόμων ζητούν από τον Λωτ να βγάλει έξω από το σπίτι του τους δύο ξένους (αγγέλους) που φιλοξενούσε για να ασελγήσουν σε αυτούς. Ο Λωτ τότε προτείνει να τους δώσει τις δύο παρθένες θυγατέρες του για να ασελγήσουν σε αυτές και όχι στους ξένους.
Από αυτήν την ενέργεια του Λωτ οι κατήγοροι της Παλαιάς Διαθήκης, άθεοι, νεοπαγανιστές κλπ ή και ακατατόπιστοι Χριστιανοί βρίσκουν αφορμή να επιτεθούν και πάλι στην Αγία Γραφή. Ας δούμε όμως τι μπορούμε να απαντήσουμε για αυτό το περιστατικό που όντως αρχικά μοιάζει «σκανδαλιστικό(;)» και «απαράδεκτο(;)».

1) Πρώτον, είναι απαράδεκτο να διαβάζουμε απλώς την Αγία Γραφή και ιδιαίτερα την Π.Δ. και να μην μπαίνουμε καν στον κόπο να την ερμηνεύσουμε και μάλιστα σωστά, χρησιμοποιώντας έγκυρες ερμηνείες έγκριτων και απροκατάληπτων ερμηνευτών που είναι ειδικοί επί του θέματος. Η ερμηνεία ενός κειμένου είναι απαραίτητη για την κατανόησή του ώστε να μη βγουν βεβιασμένα συμπεράσματα.

2) Δεύτερον, σε ένα κείμενο η ερμηνεία δεν πρέπει να είναι βιαστική, πρόχειρη και επιπόλαιη, αλλά προσεχτική και σοβαρή. Να μην είναι αποσπασματική και επιλεκτική κάποιων φράσεων μόνο αλλά συνολική και όλης της περικοπής, αλλιώς «σκοτώνουμε» στην κυριολεξία το κείμενο.

3) Τρίτον, η ερμηνεία ενός κειμένου δεν πρέπει να γίνεται με ιδεολογική, φιλοσοφική, θρησκευτική κλπ προκατάληψη εναντίον του κειμένου, αλλά να είναι δίκαιη, αντικειμενική, αμερόληπτη. Άρα, η ειρωνεία και ο χλευασμός ενός κειμένου χωρίς προσεχτική εξέταση και σωστή κριτική μόνο φανατισμό, εμπάθεια και επιπολαιότητα δείχνει και όχι καλοπροαίρετη κριτική.

4) Τέταρτον, η ερμηνεία δεν πρέπει να γίνεται με συναισθηματικά ή ψυχολογικά κριτήρια, δηλαδή πόσο μας εξοργίζει, σοκάρει, ξαφνιάζει κλπ ένα κείμενο, αλλά μια σωστή ερμηνεία πρέπει να είναι ψύχραιμη και συναισθηματικά αποστασιοποιημένη.

5) Πέμπτον, η Αγία Γραφή, οπότε και η Παλαιά Διαθήκη είναι συν τοις άλλοις και ιστορικό βιβλίο, δηλαδή περιγράφει και ιστορικά γεγονότα. Οι ιεροί συγγραφείς καταγράφουν τα γεγονότα χωρίς να εκφέρουν ηθικές κρίσεις, θετικές ή αρνητικές. Απλώς καταγράφουν αυτό που έγινε ή αυτό που ειπώθηκε. Δεν απορρίπτουμε τη μαρτυρία τους διότι δεν μας αρέσει αυτό που λένε ή περιγράφουν. Διαφορετικά θα πρέπει να απορρίψουμε ή να καταδικάσουμε όλα τα κείμενα της Αγίας Γραφής αλλά και όλα τα κείμενα της αρχαίας και σύγχρονης γραμματείας που περιγράφουν και εξιστορούν εγκλήματα, ανηθικότητες, ψευτιές, απάτες, ανθρώπινα πάθη κλπ. Το ότι ένα ιστορικό κείμενο περιγράφει ηθικά καταδικαστέες πράξεις δεν σημαίνει και ότι συμφωνεί με αυτές ή τις επιδοκιμάζει.

6) Έκτον, εξ’ αιτίας αυτού το Γένεσις ιθ 4-11 δεν λέει ότι ο Λωτ έκανε κάτι καλό. Δεν λέει ότι σωστά ενήργησε. Απλώς περιγράφει το γεγονός. Απουσιάζει κάθε κρίση του συγγραφέα αλλά και η γνώμη του Θεού! Δεν λέει ότι ο Θεός συμφώνησε με τη σκέψη του. Το ανάποδο έγινε όπως θα δούμε

7) Έβδομον, κατά συνέπειαν δεν επαινεί και δεν προβάλλει προς μίμηση την πράξη, ή πιο σωστά την σκέψη του Λωτ, διότι ουδέποτε έγινε πράξη η σκέψη του. Δεν μας προτρέπει να την μιμηθούμε όπως κάνει η Γραφή σε άλλα σημεία. Θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει την Π.Δ. αν επαινούσε ή αν πρόβαλλε ως παράδειγμα προς μίμηση κάτι κακό. Εδώ απλώς περιγράφει το γεγονός.

8) Όγδοον, η Αγία Γραφή δεν κρύβει τα λάθη, τα αμαρτήματα, τα ελαττώματα και τα πάθη των πρωταγωνιστών της ακόμη και των αγίων και αυτό αποδεικνύει πόσο αξιόπιστη και αντικειμενική είναι. Δεν εξιδανικεύει τα πρόσωπα όπως κάνουν άλλα κείμενα ιστορικά και μη που μεροληπτούν ξεκάθαρα για πρόσωπα και καταστάσεις. Το ότι λοιπόν ο ιερός συγγραφέας δεν αποσιωπά αυτήν την όντως «προβληματική» σκέψη του Λωτ που ήξερε καλά ότι θα προκαλέσει πιθανό «σκανδαλισμό» αλλά παρόλ’ αυτά δεν την αποκρύπτει, δείχνει ότι είναι δίκαιος, απροκατάληπτος και αντικειμενικός ιστορικός! Δεν τον ενδιαφέρει ο σκανδαλισμός μας, αλλά η αλήθεια!

9) Ένατον, προς «υπεράσπιση» του Λωτ μπορούμε να πούμε ότι ενήργησε όντως εν βρασμώ ψυχής και με όχι καθαρό νου. Τα γεγονότα ήταν τόσο γρήγορα, ακραία και πρωτοφανή και έπρεπε να πάρει αποφάσεις τόσο δύσκολες σε ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτω από τέτοιες συνθήκες. Όσοι κρίνουν αυστηρά αυτήν την πράξη του, κρίνουν εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς και με άνεση χωρίς να μπαίνουν στη θέση του. Διαβάζοντας κανείς όλη την περικοπή νιώθει αμέσως συμπάθεια για την δεινή θέση στην οποία βρέθηκε ο Λωτ και κατανοεί εύκολα πόσο δύσκολο ήταν να πάρει σωστές αποφάσεις. Χρειάζεται λοιπόν εδώ και σωστή «ψυχολογική ερμηνεία». Χωρίς αυτήν αδικείται ο Λωτ ως προσωπικότητα. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί σοβαρά ότι ο Λωτ δεν αγαπούσε τις κόρες του ή ότι θα ήθελε να τις ατιμάσει; Ελαφρά τη καρδία ενήργησε όπως ενήργησε; Προφανώς όχι.

10) Δέκατον, προς «υπεράσπιση» πάλι του Λωτ, μπορούμε να πούμε ότι ίσως προτίμησε μία «λύση ανάγκης». Κατά τον Π.Ν. Τρεμπέλα και άλλους ερμηνευτές ίσως σκέφτηκε ότι «προκειμένου να γίνει μία αισχρότης βδελυρή και παρά φύσιν, ας γίνει μία αμαρτία, ακάθαρτη βέβαια και αισχρή, όχι όμως και τόσο πολύ αφύσικη»(1)(σελ. 34). Από δύο κακά δηλαδή προτίμησε το μικρότερο. Προτίμησε την φυσική σεξουαλική πράξη από την ομοφυλοφιλική. Αλλά ενώ ο ιερός Χρυσόστομος επαινεί γενικώς τον Λωτ, ο ιερός Αυγουστίνος αμφιβάλλει για την ορθότητα της θυσίας αυτής του Λωτ. «Εκ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον (αυτό εφάρμοζε εν προκειμένω ο Λωτ), αλλά μεταξύ δύο αμαρτιών δεν πρέπει να εκλέγουμε καμμία!...(2)(σελ. 157). Οπότε ο ιερός Αυγουστίνος δεν δικαιολογεί τον Λωτ. Άρα υπονοεί ότι ο Λωτ ενήργησε λάθος! Υπάρχει και αυτή η πατερική ερμηνεία.

11) Ενδέκατον, προς «υπεράσπιση» ξανά του Λωτ, όταν ερμηνεύουμε ένα κείμενο δεν πρέπει να το ερμηνεύουμε με τα κριτήρια της δικής μας εποχής. Όχι με τα σημερινά ηθικά, πολιτιστικά, κοινωνικά, επιστημονικά κριτήρια. Η ερμηνεία μας πρέπει να είναι συγχρονισμένη, δηλαδή να μεταφερθούμε σε εκείνην την εποχή, στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Εκείνη την εποχή λοιπόν η φιλοξενία ήταν ιερό καθήκον. «Η συμπεριφορά του Λωτ να θυσιάσει στην τιμή της φιλοξενίας την τιμή των θυγατέρων και της οικογενείας του έχει την εξήγησή της. Σύμφωνα με τα τότε ήθη της Ανατολής, όποιος φιλοξενούσε στο σπίτι του κάποιον ξένο εδεσμεύετο να προστατεύσει τη ζωή του με κάθε θυσία. Το καθήκον αυτό διατηρείται ακόμη και σήμερα σε μερικούς λαούς της Ανατολής». «Ο ιερός Χρυσόστομος μάλιστα επαινεί τη στάση του Λωτ λέγοντας: «Πόσο μεγάλη είναι η αρετή του δικαίου! Υπερέβη κάθε αρετή φιλοξενίας. Τι μπορεί να πει κανείς αντάξιο της φιλοφροσύνης του δικαίου αυτού, ο οποίος δεν ανέχτηκε να προφυλάξει ούτε τις θυγατέρες του, προκείμένου να τιμήσει τους φιλοξενουμένους και να τους γλυτώσει από την ασέλγεια των Σοδομιτών; (Εις Γένεσιν,Ομ. 43,4)»(1) σελ. 34). Άρα η πρόθεσή του ήταν αγαθή έστω και αν αυτό που πρότεινε ήταν ηθικά επιλήψιμο.

12) Δωδέκατον, προς «υπεράσπιση» επίσης του Λωτ «δεν είναι δυνατόν ούτε και λογικό να κρίνουμε με τα μέτρα του ιδικού μας αιώνα, ο οποίος έχει διαμορφωθεί πολιτιστικά κάτω από την ισχυρή, έντονη και επίμονη επίδραση της διδασκαλίας του Σωτήρα Χριστού, συμβάντα της ιστορίας που έλαβαν χώρα κατά την εποχή των Πατριαρχών (περίπου είκοσι αιώνες π.Χ.)… Πολύ περισσότερο, διότι ο κόσμος της Π.Δ. ζούσε υπό το κράτος του Μωσαϊκού νόμου. Ενός νόμου, ο οποίος επρόσταζε μεν το ορθό και το δίκαιο, εδίδασκε το «πρακτέον», δεν έδιδε όμως καμμία βοήθεια και ενίσχυση για την κατόρθωση του ορθού και του δικαίου» (1)(σελ. 25). Οπότε οι αδυναμίες και τα λάθη των δικαίων πρέπει να κρίνονται με το πρίσμα της ηθικής της Παλαιάς Διαθήκης η οποία ασφαλώς μειονεκτεί πολύ σε σχέση με αυτήν της Κ.Δ. Ο θεόπνευστος απόστολος Πέτρος μάλιστα κρίνοντας δίκαια και θεόπνευστα την όλη διαγωγή του Λωτ τον ονομάζει δίκαιο στο Β. Πέτρ. β 7-8. Οπότε ο Λωτ δεν χρειάζεται καν τη δική μας «υπεράσπιση». Την έχει από τον Απόστολο Πέτρο!

13) Δέκατον τρίτον και το σπουδαιότερο! Η Παλαιά Διαθήκη και κατ’ επέκτασιν ο ίδιος ο Θεός όχι μόνο δεν επαίνεσε ως σωστή και καλή τη σκέψη του Λωτ αλλά την αποδοκίμασε εν τοις πράγμασιν. Οι δύο άγγελοι δεν επέτρεψαν να γίνει αυτό που πρότεινε ο Λωτ αλλά έδωσαν δική τους λύση τιμωρώντας θαυματουργικά με τύφλωση τους Σοδομίτες. Άρα ο Θεός δίνει τη λύση που διώχνει κάθε προηγούμενο «σκανδαλισμό» ή «προβληματισμό» μας. Αντί να επικεντρώνουν οι κατήγοροι της Π.Δ. στην όντως «προβληματική» πρόταση του Λωτ για την οποία εξάλλου δεν ευθύνεται ο Θεός ούτε ο Λόγος Του, θα έπρεπε να επικεντρώσουν στο τι έγινε τελικά. Ο Θεός δεν επέτρεψε να εφαρμοστεί η πρόταση του Λωτ. Την αποδοκίμασε ξεκάθαρα παρεμβαίνοντας δραστικά με τους αγγέλους του. Η κατηγορία και ο σκανδαλισμός θα είχαν βάση αν όντως τελικά ατιμάζονταν οι κόρες το Λωτ! Αν όντως ο Θεός επέτρεπε κάτι τέτοιο. Αφού όμως τίποτα τέτοιο δεν έγινε, αλλά ο Θεός το απέτρεψε και μάλιστα με θαύμα, τότε σε τι μπορεί να κατηγορήσει κάποιος την Παλαιά Διαθήκη ή το Θεό;.

Επίλογος.
Αναλογιζόμενοι λοιπόν όλα τα παραπάνω και με τέτοια κριτήρια υγιούς και καλόπιστης κριτικής και ερμηνείας ερμηνεύοντας τη συγκεκριμένη περικοπή δεν «δυσκολευόμαστε» ούτε «σκανδαλιζόμαστε» καθόλου από κανένα ιερό κείμενο ό,τι και αν λέει αυτό. Και οι πιο δύσκολες περικοπές της Π.Δ. και της Κ.Δ. ερμηνεύονται άνετα όταν γνωρίζουμε τους σωστούς κανόνες ερμηνευτικής!

Πατήρ Νικόλαος Πουλάδας

Πηγές-Βοηθήματα:
(1) Η Παλαιά Διαθήκη στην Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Νικ.Π. Βασιλειάδη, εκδ. Σωτήρ, 2003
(2) Η Παλαιά Διαθήκη, τόμος 1, εκδ. Σωτήρ, 1994
(3) Η Παλαιά Διαθήκη, τόμος 1, αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακοπούλου

 

Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, o Ορέστης και η Υπατία
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και οι σχέσεις του με τον έπαρχο Ορέστη και τη Φιλόσοφο Υπατία


Ειρήνης Αρτέμη
Πτ. Θεολογίας -Φιλολογία Πανεπιστημίου Αθηνών
Mphil Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
υπ. διδάκτορος Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών


Στην εργασία αυτή θα αναφερθούμε στις σχέσεις ενός σπουδαίου πατρός της αρχαίας Εκκλησίας του πατριάρχη Κυρίλλου Αλεξανδρείας με δύο εξέχοντα πρόσωπα της πόλεως της Αλεξάνδρειας, τον έπαρχο Ορέστη και τη φιλόσοφο Υπατία.
Ο ιερός Κύριλλος υπήρξε σημαντική μορφή για την εποχή του. Άσκησε πολύ μεγάλη επίδραση τόσο στον εκκλησιαστικό βίο όσο και στη διαμόφωση της χριστιανικής διδασκαλίας και κυρίως στη διατύπωση του χριστολογικού δόγματος τον 5 αι. Για τη ζωή του ιερού πατρός λίγα πράγματα είναι γνωστά. Γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε μεταξύ του 370 με 380 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια. Την ακριβή ημερομηνία της γεννήσεώς του δεν έχουμε τη δυνατότητα να τη γνωρίζουμε. Καταγόταν από εύπορη ελληνική οικογένεια της πόλεως της Αλεξάνδρειας, αν και συχνά ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος τον αποκαλεί «Αιγύπτιον», δηλαδή αυτόν που κατάγεται από την Αίγυπτο[1], με σκοπό να τον χλευάσει.
Θείος του υπήρξε ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, άνδρας δυναμικός και εύστροφος, τον οποίο ο Κύριλλος πάντοτε τον ανέφερε με ευγνωμοσύνη και αγάπη[2]. Μεγάλωσε λοιπόν, ο Κύριλλος μέσα σε ένα περιβάλλον, το οποίο του προσέφερε τη δυνατότητα να λάβει ευρεία και επιμελημένη εκπαίδευση αλλά και να συναναστραφεί με εξέχοντα πρόσωπα της αλεξανδρινής κοινωνίας, τόσο της πολιτικής όσο και της εκκλησιαστικής σκηνής.
Σπούδασε στη φημισμένη Σχολή της Αλεξάνδρειας με διδάσκαλο το Δίδυμο τον Τυφλό[3] και παρακολούθησε μαθήματα της περίφημου αλεξανδρινής φιλοσόφου - μαθηματικού Υπατίας[4]. Οι γνώσεις του επλουτίζονταν συνέχεια από τη μελέτη συγγραμμάτων σπουδαίων χριστιανών συγγραφέων, πατέρων της Εκκλησίας, όπως ήταν ο Μέγας Αθανάσιος[5], οι Καππαδόκες Πατέρες[6] κ.α., αλλά και συγγραμμάτων συγγραφέων της θύραθεν φιλολογίας. Παράλληλα γαλουχήθηκε θεολογικά στην έρημο κάτω από την απεριόριστη φροντίδα των ζηλωτών μοναχών της Νιτρίας, κοντά στους οποίους πέρασε πέντε ολόκληρα χρόνια. Αυτοί πιθανόν του ενέπνευσαν τον πύρινο και ανυπόμονο ζήλο, που χαρακτηρίζει τον Κύριλλο σε όλη τη διάρκεια του βίου του[7].
Μετά την κοίμηση του θείου του, αναμετράται με τον αρχιδιάκονο Τιμόθεο για τον πατριαρχικό θρόνο. Στην αναμέτρηση αυτή βγαίνει νικητής και ανέρχεται στον πατριαρχικό θώκο της Αλεξανδρείας στις 18 Οκτωβρίου του 412[8]. Ως νέος Αρχιεπίσκοπος, καυτηριάζει με δριμύτητα την κοινωνική ανισότητα και την αναλγησία των πλουσίων. Ψέγει την πολιτική εξουσία για την ανοχή της σε φαινόμενα αδικιών έναντι των φτωχών, σε απάτες, επιορκίες, σε φαινόμενα έκλυτου βίου[9]. Δε διστάζει να εναντιωθεί σε ένα πολιτικό κατεστημένο, το οποίο οδηγεί τους πολίτες της Αλεξάνδρειας και γενικότερα της Αιγύπτου σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης και που οξύνει την κοινωνική ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών.
Αρχικός στόχος του ήταν η καταπολέμηση όλων όσων αποτελούσαν κίνδυνο για την εδραιωμένη πια χριστιανική Εκκλησία[10]. Στο σημείο αυτό κατηγορήθηκε από πολλούς αντιπάλους τους ως αλαζόνας, σκληρός και ματαιόφρονος άνθρωπος, κάτι όμως που καταρρίπτεται αν μελετήσει κάποιος προσεκτικά την όλη δημόσια δράση του. Σκοπός του ήταν η θωράκιση της Εκκλησίας από οποιαδήποτε απειλή, η οποία θα κλώνιζε τους πιστούς και όχι τα θεμέλιά της, γιατί Εκείνη έχοντας ως κεφαλή τον ενσαρκωμένο θείο Λόγο είναι προορισμένη να ζήσει εις τους αιώνας και «Πύλαι άδου ου κατασχύνουσι»[11]. Πολέμησε με πάθος υπολείμματα παλαιοτέρων αιρέσεων όπως οι Νοβατιανοί[12], οι Αρειανοί[13], οι οπαδοί του Μαρκίωνα[14], του μοναρχιανού Παύλου Σαμοσατέα[15]. Σχετικά μάλιστα με τους Νοβατιανούς ένας εκπρόσωπός τους ο ιστορικός Σωκράτης γράφει: «Ευθέως ουν Κύριλλος τας εν Αλεξανδρεία Ναυατιανών εκκλησίας αποκλείσας, πάντα μεν τα ιερά κειμήλια έλαβε, το δε επίσκοπον αυτών Θεόπεμπτον, πάντων ων είχε αφείλετο»[16].
Χαρακτηριστικά σκληρή και αδυσώπητη υπήρξε η στάση του απέναντι στους Εθνικούς[17], οι οποίοι ασκούσαν μεγάλη επίδραση στο χριστιανικό λαό, με τη μαγεία, την αστρολογία, τη δεισιδαιμονία, «......» και με την ύπαρξη κάποιου μαντείου στο Μένουθις στο οποίο λατρευόταν μία ψεύτικη θεά «η Κυρά»[18]. Επίσης πολέμησε τους Ιουδαίους, οι οποίοι ήταν γύρω στους 40.000 στην Αλεξάνδρεια. Έκλεισε τις συναγωγές τους και εξόρισε πολλούς από αυτούς. Η πολεμική του έναντι των Ιουδαίων τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη μεροληπτική στάση του έπαρχου της πόλεως Ορέστη. Ο τελευταίος αν και δήλωνε χριστιανός, χαρακτηριζόταν συχνά από τους χριστιανούς της Αλεξάνδρειας «θύτης και έλληνας», δηλαδή ειδωλολάτρης, εξαιτίας της άδικης συμπεριφοράς του απέναντι στους χριστιανούς, η οποία γινόταν αιτία για συνεχείς προστριβές μεταξύ χριστιανών και Ιουδαίων.
Οι Ιουδαίοι έχοντας την απροκάλυπτη στήριξη του έπαρχου Ορέστη ασκούσαν στυγνή τοκογλυφία απέναντι στους χριστιανούς, οι οποίοι μη δυνάμενοι να ανταποκριθούν στην απόσβεση των δανείων τους η των γενικοτέρων οφειλών τους κατέληγαν δούλοι και δημεύονταν η περιουσία τους. Για το λόγο αυτό οι Ιουδαίοι ήταν περισσότερο επικίνδυνοι για τον Κύριλλο από τους ειδωλολάτρες, γιατί οι πρώτοι απειλούσαν ολόκληρη την κοινωνική υπόσταση των χριστιανών ενώ οι τελευταίοι επιτελούσαν το έργο του μισόκαλου εχθρού με σκοπό την απώλεια της ψυχής των πιστών εν Χριστώ και τη ρίψη της στο βάθρο της απωλείας.[19]
Βασική πηγή για τα τεκταινόμενα της εποχής αποτελεί ο ιστορικός Σωκράτης, ο οποίος μάλιστα αναφέρθηκε ότι άνηκε στις τάξεις των Νοβατιατών. Αυτό προσδίδει μεγαλύτερη εγκυρότητα στα γραφόμενά του σχετικά με τον Άγιο Κύριλλο, μιας και δε μεροληπτούσε υπέρ του πατριάρχη Αλεξανδρείας, ως φιλικά προσκείμενος σε αυτόν. Ο Σωκράτης τονίζει ότι ο Ορέστης, αν και δήλωνε χριστιανός μισούσε φανατικά τους επισκόπους και θεωρούσε ότι ασκούσαν εξουσία και είχαν αρμοδιότητες δοσμένες από το αυτοκράτορα, τις οποίες δεν έπρεπε να έχουν: «εμίσει την δυναστείαν των επισκόπων, ότι παρηρούντο πολύ της εξουσίας των εκ βασιλέως άρχειν τεταγμένων»[20]. Δεν έχανε λοιπόν ευκαιρία να προσπαθήσει να εκθέσει τον πατριάρχη Αλεξανδρείας στα μάτια του λαού της Αλεξάνδρειας και να δημιουργήσει προστριβές μαζί του.΄
Ο Κύριλλος ως έξυπνος άνθρωπος που ήταν γνώριζε ότι έπρεπε να έχει καλές σχέσεις με τον Ορέστη. Προσπάθησε επομένως πολλές φορές να συμφιλιωθεί μαζί του χωρίς αποτέλεσμα. Η ρήξη τους έγινε αγεφύρωτη, όταν ο Ορέστης στράφηκε εναντίον του Ιέρακος, ανθρώπου της εμπιστοσύσης του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και του επέβαλε σκληρά μέτρα: «Ην δε εν αυτοίς τις ανήρ ονόματι Ιέραξ͵ ος γραμμάτων μεν των πεζών διδάσκαλος ην͵ διάπυρος δε ακροατής του επισκόπου Κυρίλλου καθεστώς͵ και περί το κρότους εν ταις διδασκαλίαις αυτού εγείρειν ην σπουδαιότατος. Τούτον τοίνυν τον Ιέρακα το πλήθος των Ιουδαίων εν τω θεάτρω θεασάμενοι κατεβόων ευθύς͵ ως δι΄ ουδέν άλλο παραβάλλει τω θεάτρω͵ η ίνα στάσιν τω δήμω εμβάλοι. ... αρπάσας ουν τον Ιέρακα δημοσία εν τω θεάτρω βασάνοις υπέβαλλεν.»[21]. Το τελευταίο έδωσε την αφορμή να παραμεριστεί το παραπέτασμα της δήθεν καλής συνύπαρξης μεταξύ Ιουδαίων και χριστιανών και να εκδηλωθεί το απέραντο μίσος των Ιουδαίων για τους τελευταίους. Πολλοί από αυτούς φονεύτηκαν από τους Ιουδαίους με δόλιο τρόπο. Οι Ιουδαίοι μία νύκτα προκάλεσαν μεγάλες ταραχές διαδίδοντας τη φήμη ότι πυρπολούνταν ο ναός του Αγίου Αλεξάνδρου. Τρέχοντας οι χριστιανοί να σώσουν τον ναό έπεσαν σε ενέδρα των Ιουδαίων οι οποίοι και φόνευσαν πολλούς. Τότε ήταν που ο Κύριλλος στράφηκε εναντίον τους, έχοντας την άδεια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β[22]. Έκλεισε τις συναγωγές τους, όπως προαναφέρθηκε, πήρε αυστηρά μέτρα εναντίον τους και βοηθούμενος από τον λαό απέλασε τους Ιουδαίους από την Αλεξάνδρεια δημεύοντας και την περιουσία των πρωτουργών των δολοφονιών έναντι των χριστιανών.
Το μίσος του έπαρχου Ορέστη απέναντι στον Κύριλλο λέγεται ότι το κρατούσε άσβεστο και η Υπατία, θυγατέρα του φιλοσόφου Θέωνος, που προκαλούσε όλη την προσοχή της πόλεως με τη σοφία της. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να φέρουμε ως μαρτυρία τα λόγια του ιστορικού Σωκράτους «επειδή γαρ συνετύγχανε συχνότερον τω Ορέστη, διαβολήν τούτο εκίνησε κατ' αυτής παρά τω της Εκκλησίας λαώ, ως άρα είη αύτη μη συγχωρούσα τον Ορέστην εις φιλίαν τω Επισκόπω συμβήναι»[23]. Οι σχέσεις του Ορέστη με τον Κύριλλο είχαν κλυδωνιστεί στον ύψιστο βαθμό. Το τελικό χτύπημα για να γίνει το χάσμα αγεφύρωτο μεταξύ του Πατριάρχη και του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας υπήρξε ο βασανισμός και η καταδίκη σε θάνατο ενός μοναχού από τη Νιτρία του Αμμωνίου.
Αυτός γεμάτος από τυφλό ζήλο για να υπερασπιστεί τον Πατριάρχη του μαζί με άλλους μοναχούς επιτέθηκαν φραστικά στον Ορέστη. Δυστυχώς η επίθεση δεν έμεινε μόνο στα λόγια αλλά προέβηκε και στο χτύπημα της κεφαλής του Ορέστη από μία πέτρα. Το αποτέλεσμα ήταν η σύλληψη, ο βασανισμός και η θανάτωση του Αμμωνίου. Ο Κύριλλος πήρε το νεκρό σώμα του Αμμωνίου και το έθαψε με τιμές μάρτυρα. Κάτι που εξαγρίωσε περισσότερο τον Ορέστη: «του δε Αμμωνίου το σώμα αναλαβών και εν μια των εκκλησιών αποθέμενος͵ όνομα έτερον αυτώ επιθείς Θαυμάσιον επεκάλεσε͵ και μάρτυρα χρηματίζειν εκέλευσεν͵ εγκωμιάζων αυτού επ' εκκλησίας το φρόνημα͵ ως αγώνα υπέρ ευσεβείας ανελομένου»[24].
Δυστυχώς αυτή η διαμάχη μεταξύ Κυρίλλου και Έπαρχου είχε και άλλο θύμα εκτός του Αμμωνίου. Τυφλωμένος από την οργή ο όχλος από μερικούς χριστιανούς με πρωτοστάτη τον αναγνώστη Πέτρο κατά τη μαρτυρία του Σωκράτους του Σχολαστικού[25] επιτέθηκε και σκότωσε την Υπατία στις 15 Μαρτίου το 415. Λέγεται ότι ο όχλος είχε επηρεαστεί από ένα φλογερό κήρυγμα του Αγίου Κυρίλλου. Δεν κατηγορείται ποτέ από κανένα σύγχρoνό του ως ηθικός αυτουργός για το φόνο. Η κατηγορία αυτή του προσάφθηκε πολύ αργότερα από κάποιος ψευδοιστορικούς.
Σημαντικό μερίδιο ευθύνης στη δολοφονία της φιλοσόφου είχαν και οι «παραβαλανείς», οι οποίοι αποτελούσαν ιδιαίτερη οργάνωση, ασχολούμενοι με έργα φιλανθρωπίας και παρέμειναν κοντά στο εκκλησιαστικό βαλανείο, από όπου πήραν και το όνομά τους.[26] Ο ιστορικός Σωκράτης σημειώνει ότι ήταν επιρρεπείς σε κοινωνικές αναταραχές «ο των Αλεξανδρέων δήμος πλέον των άλλων δήμων χαίρει ταις στάσεσι· ει δε πότε και προφάσεως λάβηται εις αφόρητα καταστρέφει κακά· δίχα γαρ αίματος παύεται της ορμής»[27]. Η γενικότερη στάση τους δικαιολογεί το νόμο που εκδόθηκε περί των κληρικών και των «παραβαλάνων» της Αλεξάνδρειας στις 28 Σεπτεμβρίου 416 από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β'. Οι «παραβαλάνοι»[28], ήταν ένα ειδικό σώμα 500 ανδρών, το οποίο ήταν κάτω από τις εντολές του εκάστου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Υπήχθησαν όμως δια του αυτού νόμου υπό την δικαιοδοσία του έπαρχου Αλεξανδρείας. Ως δικαιολογία της μεταβολής αυτής υπήρξε ότι το σώμα αυτό ενέσπειρε τον τρόμο και την φρίκη στην Αλεξάνδρεια δια των αταξιών αυτού, εν αγνοία του Πατριάρχη. Ο λαός της Αλεξάνδρειας ζήτησε από τον αυτοκράτορα στέλνοντας του πρεσβεία να λάβει τα μέτρα του κατά των παραβαλάνων. Αντίθετα πουθενά δεν αναφέρεται ότι κατηγόρησαν τον Πατριάρχη τους για τις ταραχές που γίνονταν αλλά ούτε και για το φόνο της Υπατίας, ο οποίος απουσίαζε από την Αλεξάνδρεια την περίοδο του φόνου.
Ο Κύριλλος ήταν άξιος διάδοχος του πατριαρχικού θρόνου του Μεγάλου Αθανασίου. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να φέρει την ειρήνη ανάμεσα στο λαό της Αλεξάνδρειας. Αυτό όμως δεν τον έκανε δουλοπρεπή απέναντι στην πολιτική εξουσία, αντίθετα «δε δίστασε να υψώσει τη φωνή του όταν έβλεπε ότι απειλούνταν τα συμφέροντα της Εκκλησίας αλλά και των χριστιανών της Αλεξάνδρειας. Το έργο και η φήμη του γρήγορα απλώθηκαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Η αγάπη του για την Εκκλησία ήταν η ασπίδα του εναντίον οποιασδήποτε απειλής απ' όπου αυτή και αν προερχόταν. Στα μετέπειτα χρόνια δε δίστασε να εναντιωθεί με σθένος στη δογματική κακοδοξία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου[29]. Έφτασε στο σημείο να δεί ο ίδιος τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, παρόλα τα εμπόδια που είχε να αντιμετωπίσει[30] και να του εκθέσει τις πλάνες του Νεστορίου, που αποτελούσαν αγκάθι για τη χριστολογία της Εκκλησίας. Φυσικά δεν αρκέστηκε μόνο στο να συνατήσει το Θεόδόσιο. Με επιστολές του είχε πληροφορήσει τις βασίλισσες[31], οι οποίες ήταν δυναμικότερου χαρακτήρα από τον αυτοκράτορα. Τέλος οργάνωσε το 431 την Γ' Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο και πέτυχε την καταδίκη του Νεστοριανισμού. Η δικαίωσή του έρχεται με την Δ' Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα το 451, επτά χρόνια από την κοίμησή του.
Ποιμένες σαν τον Κύριλλο έδειξαν ότι οι άρχοντες της Εκκλησίας δεν πρέπει να έχουν ως αποκλειστική ενασχόλησή τους τα της Εκκλησίας, αλλά και να στέκονται άγρυπνοι θεματοφύλακες των εθνικών και των θρησκευτικών συμφερόντων της χώρας υψώνοντας τη φωνή τους ακόμη και στον ίδιο τον αυτοκράτορα, τον εκάστοτε άρχοντα κάθε εποχής, προκειμένου να τον προφυλάξουν από εκούσια η ακούσια σφάλματά του. Φυσικά δεν πρέπει να φτάνουν στο άλλο άκρο να ανακατεύονται σε όλα τα πολιτικά πράγματα και να θέλουν να επιβάλουν την άποψη τους στον εκάστοτε κυβερνήτη (παποκαισαρισμός), γιατί τότε τυφλώνονται από την εξουσία μεθάνε και γίνονται υπηρέτες του Μαμωνά και όχι λειτουργοί του Θεού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αρτέμη, Ε., «Το μυστήριο της ενανθρωπήσεως στους δύο διαλόγους, «Περί της Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς» και «Ότι εις ο Χριστός» του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας», Εκκλησιαστικός Φάρος ΟΕ, (Αθήνα 2004) 145- 277.
Χρήστου, Π.Κ., Ελληνική Πατρολογία Δ, Θεσσαλονίκη 1989.
Χριστοφιλοπούλου, Αικ., Βυζαντινή ΄Ιστορία Α, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 19964.
Cross F. L., The Study of St. Athanasius, Oxford 1945.
Φειδά, Βλ., Εκκλησιαστική Ιστορία A, Αθήναι 1992.
Gauche, W., Didymus the Blind; an Educator of the 4th century, Washington 1934.
Κρικώνη, Χρ., «Κύριλλος Αλεξανδρείας και η Χριστολογική διδασκαλία του»,Πρακτικά ΙΘ Θεολογικού Συνεδρίου με θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999.
Μουτσούλα, Ηλ., «Αλεξανδρινοί Συγγραφείς Δ αι. Α΄ Σεραπίων Θμούεως. Β΄ Δίδυμος ο Αλεξανδρεύς», ανάτυπο, Αθήνα 1971, σσ. 17-51.
Παπαδοπούλου, Σ., «Ο Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας, σταθμός μέγας εν τη θεολογία της Εκκλησίας», ανάτυπο εκ της Θεολογίας (1974), σσ. 102-128.
Του ιδίου, Πατρολογία Α, Β, Αθήνα 19912, 1990.
Του ιδίου, Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Αθήνα 2004.
Παπαδοπούλου, Χρ., Ιστορία της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1933.
Του ιδίου, Ιστορία της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1933.
Σκουτέρη, Κ., Ιστορία Δογμάτων 1, 2, Αθήνα 1998, 2004.
The international cyclopaedia - a compendium of human Knowledge, revised with large additions, vol. IV, Χ, New York 1899.
Θεοδώρου, Α., Η Χριστολογική Ορολογία και Διδασκαλία του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και Θεοδωρήτου Κύρου, Αθήνα 1955.

[1] Mansi, V, 725.
[2]Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 7, PG 67, 749C-762A. Θεοδωρήτου Κύρου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 5, 40 PG 83, 1277D. Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 15,14 PG 146, 1100A- 1104A. Mansi IV, 1464. Ed. Schwartz I, I, 3 σ. 75. Χρ. Παπαδοπούλου, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ. 264. Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ Χριστολογική Ὁρολογία καί Διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί Θεοδωρήτου Κύρου, Ἀθήνα 1955, σ. 37. Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 236.
[3] Βλ. Σχετικά Κ. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 2, Ἀθήνα 2004, σσ. 231 -258. Συναφῶς βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 666-682. Ἠλ. Μουτσούλα, «Ἀλεξανδρινοί Συγγραφεῖς Δ αἰ. Α΄ Σεραπίων Θμούεως. Β΄ Δίδυμος ὁ Ἀλεξανδρεύς», ἀνάτυπο, Ἀθήνα 1971, σσ. 17-51. W. Gauche, Didymus the Blind; an Educator of the 4th century, Washington 1934. [4]Ἡ ἐπιστολή τοῦ ἱεροῦ Κυρίλλου (λατινιστί), στόν τόμο 77 τῆς PG (389-390) ἡ ὁποία ἀπευθύνεται στήν Ὑπατία καί τῆς ἐκθέτει τά προβλήματα πού ἔχουν προκύψει ἀπό τή διένεξη τοῦ Νεστορίου μέ τόν Κύριλλο εἶναι νόθα. Ἐξάλλου ὁ Κύριλλος δέν θά μιλοῦσε ἀναλυτικά γιά ἕνα δογματικό θέμα, ὅπως τό Χριστολογικό, σέ κάποιον πού δέν ἦταν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ θά ἦταν ἀδύνατο νά κατανοήσει κάποιος θέματα δογματικῆς διδασκαλίας χωρίς νά ἔχει τό κατάλληλο θεολογικό ὑπόβαθρο. Πρβλ. Χρ. Παπαδοπούλου, Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ. 264 -266.
[5]Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 263-326. Τοῦ ἰδίου, «Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, σταθμός μέγας ἐν τῇ θεολογίᾳ τῆς Ἐκκλησίας», ἀνάτυπο ἐκ τῆς Θεολογίας (1974), σσ. 102-128. F. L. Cross, The Study of St. Athanasius, Oxford 1945. Κ. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 2, Ἀθήνα 2004, σσ. 179-222.
[6] Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 355-407, 475-529, 590-632, 637-642..
[7] The international cyclopaedia - a compendium of human Knowledge, revised with large additions, vol. IV, NewYork 1899, p. 256.
[8] Π.Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 340 κ.ἑ.
[9] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 240.
[10] Αἰκ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή ΄Ἱστορία Α, ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 19964, σ. 206.
[11] Ματθ. 16, 18.
[12]Πρβλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑορταστική Ὁμιλία 8, 9. PG 77, 565 - 577, 681 - 692, 1060- 1064. Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 1, Ἀθήνα 1998, σσ. 335-338. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 296-299. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α, Ἀθήνα 1991, σσ. 423-426. H. Weyer, Novatianus de Trinitate, Düsseldorf 1962.
[13]Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 2, Ἀθήνα 2004, σσ. 97-120. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 377-398. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 114-119.
[14]Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 1, Ἀθήνα 1998, σσ. 278, 324 κ.ἑ. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 159-162. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α, Ἀθήνα 19912, σσ. 142-143.
[15]Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 1, Ἀθήνα 1998, σσ. 470-472.. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α, Ἀθήνα 19912, σσ. 461-464. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 244-245..
[16] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7,7 PG 67, 752A.
[17] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 241.
[18] Πρβλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὁμιλία 3, PG 77, 1105Α. Συναφῶς βλ. Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, Τό ἐγκώμιον εἰς τούς ἁγίους Κῦρον καί Ἰωάννην, PG 87, 3, 3409-3412: «Δαίμων ἀκάθαρτος ἐπεφαίνετο ἐν εἴδει θηλείας ποιῶν φαντασίας πολλάς καί μαντείας δοκῶν λέγειν, μηδέν ἐχούσας ἀληθές καί ἐπιταγάς τινων φαρμάκων τερατευόμενος, μηδέ παντάπασιν ὠφελῶν, ἀλλά τούτοις εἰς ἀπώλειαν ἐφελκόμενος... πολλούς τό εἰδεχθές τοῦτο δαιμόνιον ταῖς ἀπάταις παρέσυρε καί προσκαλεῖσθαι αὐτοῦ τῷ βωμῷ ἐλπίδι ρήσεως ἤ προφητείας ἀνέπειθεν οὐ μόνον ἀπιστοῦσι καί πάντη τούς αὐτοῦ προσκειμένους κελεύσμασιν ἀλλά καί πιστούς τοῦ Χριστοῦ σύμβολα φέροντες».
[19] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑορταστική Ὁμιλία 1ε, PG 77, 417-424, 513, 516, 529, 853, 586, 860-873, 896-901, 1057-1060.
[20] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 7, 13, PG 67, 764A.
[21] Αὐτόθι, 7,13-34. PG 67, 761C-764C.
[22] Χρ. Παπαδοπούλου, Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ. 279.
[23]Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 15, PG 67, 768. Πρβλ. Νικηφόρου Καλλίστου,Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 14, 16. PG 146, 1105C-1108B.
[24] Αὐτόθι, 14, 24-28. PG 67, 773.
[25] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 15, PG 67, 761Α.
[26] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 244.
[27] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 15. PG 76, 761A.
[28] Βλ. Δεσπ. Μιχάλαγα, «Οἱ παραβαλανεῖς ὡς φορεῖς κοινωνικῆς ἀντίληψης τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων», ΕΕΘΣΠΑ 34 (1999) 523-554.
[29] Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἀθήνα 2004, σσ. 32-38, 144-142, 154-157, 166-172, 184-190, 339-351. The international cyclopaedia - a compendium of human knowledge revised with large additios, vol. X, New York 1899, p. 409- 410.
[30] Ἐπειδή τόν ἐμπόδιζαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Νεστορίυ νά συναντήσει τόν αὐτοκράτορα, ἐκεῖνος ντύθηκε ζητιάνος καί παρουσιάστηκε μπροστά στόν αὐτοκράτορα τή στιγμή πού δέν τό περίμενε κανεῖς.
[31] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Λόγος προσφωνητικός ταῖς εὐσεβεστάταις βασίλσσαις, περί ὀρθῆς πίστεως,PG 76, 1201- 1420.

Αναδημοσίευση από http://www.impantokratoros.gr/Ag_kyrillos-Ypatia.el.aspx

Φυλλάδιο Αποστολικής Διακονίας

ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ Η ΑΠΕΙΛΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Η ουσία, οι καταβολές και οι επιδιώξεις του νεοπαγανιστικού κινήματος

1. ΓΙΑΤΙ Η ΕΚΔΟΣΗ ΑΥΤΗ;

Η αναβίωση του παγανισμού αποτελεί αναμφίβολα μια δυναμική πρόκληση για την ποιμαντική της Εκκλησίας μας. Η ορμητική εισόρμηση του σύγχρονού δεισιδαίμονος, πολυπρόσωπου και πολυποίκιλου παγανιστικού κινήματος στη ζωή των ανθρώπων χρήζει ιδιαίτερης ποιμαντικής αντιμετώπισης. Πριν από κάθε άλλη ενέργεια χρειάζεται σωστή και υπεύθυνη ενημέρωση του λαού μας για το νεοφανές και επικίνδυνο αυτό κίνημα.

Το πόνημα αυτό έχει ως στόχο να ενημερώσει τον αναγνώστη για την φύση, τις καταβολές και τις επιδιώξεις του νεοπαγανιστικού κινήματος. Έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στη συστηματική παρουσίαση του νεοπαγανισμού στην χώρα μας. Σκοπός μας είναι η ενημέρωση του λαού μας για το επικίνδυνο αυτό, παράλογο και αλλοπρόσαλλο πνευματικό και θρησκευτικό πολυπρόσωπο κίνημα, το οποίο κρύβεται τεχνηέντως κάτω από τον μανδύα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε ότι οι «αρχαιολάτρες» δεν είναι κάποιοι ελάχιστοι ρομαντικοί, οι οποίοι έχουν στραφεί προς το αρχαιοελληνικό παρελθόν και θέλουν να «επανελληνίσουν» την Ελλάδα, όπως διατυμπανίζουν, αλλά (εκούσια ή ακούσια) όργανα των κύκλων της περιβόητης Νέας Εποχής, με απώτατο σκοπό να υποδουλώσουν το λαό μας, που στέκεται σοβαρό εμπόδιο στα σχέδια της Νέας Εποχής και της Νέας Τάξης Πραγμάτων!

2. Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΥ

Η εποχή μας διατελεί δυστυχώς σε μία σπάνια πνευματική σύγχυση. Στην αυγή του 21ου αιώνα, με την τεράστια τεχνολογική πρόοδο θα περίμενε κανείς η ανθρωπότητα να βρίσκεται σε ανώτερη και υγιή πνευματική κατάσταση, απαλλαγμένη από τα λάθη και τις προκαταλήψεις του παρελθόντος. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Πνευματικά μορφώματα του παρελθόντος, τα οποία η ιστορία είχε απορρίψει ως επικίνδυνα για το ανθρώπινο πρόσωπο και την κοινωνία, έχουν αναδυθεί και τείνουν να πάρουν τη θέση κυρίαρχων ιδεολογιών.

Ένα σοβαρό δείγμα πνευματικού αποπροσανατολισμού του ανθρώπου τα τελευταία χρόνια είναι η εμφάνιση και ανάπτυξη του παγκόσμιου νεοπαγανιστικού κινήματος. Πρόκειται για πολυποίκιλο σύγχρονο θρησκευτικό μόρφωμα, το οποίο έχει τις ρίζες του σε αυτόχθονες πρωτόγονες θρησκείες και παραδόσεις του παρελθόντος. Εκδηλώνεται ως προσπάθεια αναβίωσης πανάρχαιων θρησκευτικών πίστεων και δρωμένων, έχοντας έντονο φυσιοκρατικό και πανθεϊστικό χαρακτήρα. Στη Δυτική Ευρώπη έχουμε αναβίωση των αρχαίων παγανιστικών θρησκειών των Ρωμαίων, των Ετρούσκων, των Κελτών, των Σαξόνων, των Τευτόνων και άλλων αρχαίων ευρωπαϊκών λαών. Στην Ανατολική Ευρώπη έχουμε αναβίωση των αρχαίων ειδωλολατρικών θρησκειών των Ρως και των άλλων αρχαίων λαών της περιοχής. Στην Αμερική έχουμε επίσης αναβίωση των παραδόσεων των προκολομβιανών κατοίκων της αμερικανικής ηπείρου. Στην Ελλάδα έχουμε προσπάθεια αναβίωσης των αρχαιοελληνικών παγανιστικών θρησκευτικών μορφωμάτων.

Το νεοπαγανιστικό κίνημα εμφανίζεται ως ένα ασύγχρονο επαναστατικό πνευματικό κίνημα με χαρακτήρα έντονης πολεμικής κατά του Μονοθεϊσμού (ιδιαίτερα κατά του Χριστιανισμού), και όλων των κυρίαρχων «πνευματικών κατεστημένων», τα οποία «καταπιέζουν», όπως ισχυρίζεται, το σύγχρονο άνθρωπο. Έχει δε σκοπό, να τον «απελευθερώσει» απ’ όλα αυτά τα δεσμά και να τον φέρει πιο κοντά στη «θεά φύση» και στις πνευματικές προγονικές του ρίζες.

Ο παγανισμός ανήκει στο μακρινό παρελθόν, όταν η θρησκευτική πίστη βρισκόταν στο έσχατο σημείο της παρακμής της, εξαιτίας της αμαρτίας και του κακού, το οποίο κυριαρχούσε στον κόσμο. Η εμφάνιση της Χριστιανικής διδασκαλίας έδειξε το παράλογο αυτής της πίστεως που τέθηκε στο περιθώριο της ιστορίας. Το φως της ορθόδοξης πίστης, διέλυσε τις σκοτεινές και παράλογες για τον άνθρωπο παγανιστικές δοξασίες. Κατήργησε τα απαράδεκτα δρώμενα, όπως είναι οι αιματηρές θυσίες προς ανύπαρκτες θεότητες και απάλλαξε τους ανθρώπους από τον φόβο, την ανασφάλεια, και τη θρησκομανία. Απάλλαξε ακόμα τον προχριστιανικό άνθρωπο από την τυραννία του παγανισμού, ο οποίος αναγκαζόταν να πράξει, εν ονόματι της νοσηρής αυτής θρησκευτικότητας, παντοειδή αίσχη που αναιρούσαν την ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια κανένας δε μιλούσε για τον παγανισμό παρά μόνο τα σχολικά βιβλία, ως διδασκαλία της μυθολογίας των προγόνων μας. Την τελευταία όμως δεκαετία άρχισαν να κυκλοφορούν στην χώρα μας πλήθος «αρχαιολατρικών» περιοδικών, με πολυτελή εμφάνιση και πληθώρα τίτλων βιβλίων, τα οποία, μαζί με την δήθεν προσπάθεια «αναγέννησης» του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, προπαγανδίζουν εμφαντικά τον παγανισμό, ως «επιστροφή στην πατρώα θρησκεία, στην ευγενέστερη θρησκεία που δημιουργήθηκε ποτέ»! Δεκάδες οργανώσεις με «αρχαιολατρικό» χαρακτήρα δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την χώρα και εργάζονται πυρετωδώς για την αναβίωση και τη διάδοση της αρχαιοελληνικής παγανιστικής θρησκείας, σε αντίθεση με τους προγόνους μας οι οποίοι, είτε είχαν αποκηρύξει την παχυλή ειδωλολατρία με βδελυγμία, είτε στάθηκαν κριτικά απέναντί της.

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (150) Αγάπη Θεού (35) αγάπη σε Θεό (9) αγάπη σε Χριστό (29) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (44) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (7) άγιοι (8) άγιος (65) αγνότητα (3) άγχος (9) αγώνας (51) αγώνας πνευματικός (8) αθεΐα (70) αιρέσεις (57) αλήθεια (16) αμαρτία (47) Ανάσταση (56) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (112) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (12) αρετή (42) ασθένεια (10) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (39) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (7) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (31) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γλώσσα (25) γνώση (4) γονείς (32) γυναίκα (6) δάκρυα (1) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (35) διάβολος (39) διάκριση (35) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (75) εικόνες (15) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (2) εκκλησία (47) Εκκλησιαστική Ιστορία (7) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (6) ελευθερία (11) Ελλάδα (10) ελπίδα (10) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (57) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (54) εργασία (23) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (34) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (47) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (15) ευχαριστία (4) ζώα (11) ηθική (2) ησυχία (3) θάνατος (66) θάρρος (7) θαύμα (54) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (32) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (1) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (81) θρησκείες (5) θυμός (25) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (12) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (1) Ιστορία Παγκόσμια (3) Ιωάννης Χρυσόστομος (6) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (14) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (7) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (7) κοινωνία (65) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (34) λείψανα (1) λογισμοί (19) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (4) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (15) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (56) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (8) μοναχισμός (8) μόρφωση (6) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (6) νεοπαγανισμός (3) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (5) όνειρα (20) οράματα (1) Ορθοδοξία (40) πάθη (23) πάθος (2) παιδεία (6) παιδιά (14) Παΐσιος Όσιος (2) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (45) παράδειγμα (3) Παράδεισος (32) Παράδοση Ιερά (1) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (124) πλούτος (5) πνευματική ζωή (35) πνευματικός πατέρας (10) πνευματισμός (7) ποίηση (11) πόλεμος (7) πολιτική (3) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (20) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (30) προορισμός (5) προσε (1) προσευχή (101) προσοχή (2) προτεσταντισμός (14) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (16) Σταυρός (19) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (40) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (4) υπαρξιακά (20) υποκρισία (1) υπομονή (28) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (3) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (31) χρόνος (9) ψεύδος (8) ψυχή (48) ψυχολογία (5)