Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Επιστολή 29. Στον ορφανοτρόφο Λέοντα.
Θέλαμε να παραβρεθούμε εμείς οι ίδιοι και να μοιραστούμε την συμφορά που σας βρήκε σχετικά με το μακάριο γιο σας, περιπόθητε κύριε μου, ώστε να μη θρηνήσουμε με γράμμα το πάθημά σας και να μοιραστούμε μαζί σας τη θλίψη.

Γιατί πώς δεν είναι αξιολύπητο και πώς δεν είναι εμβρόντητο να πάθετε στέρηση του παιδιού του παιδιού σας, και να χάσετε κατά κάποιο τρόπο τον έμψυχο θησαυρό, τον πλούτο της γονικής διαδοχής, τον πολυπόθητο καρπό της μητρικής θηλής, τον γεμάτο κάλλος οφθαλμό του σπιτιού, τη μεγάλη χαρά της γιαγιάς, το καμάρι όλων των συγγενών;

Ήρθε ο πρώτος καρπός, και άγουρος αρπάχθηκε από τα χέρια των γονιών του.

Βλάστησε ο δεύτερος, και τον αφάνισε ο πικρός θάνατος.

Άνθισε το τρίτο βλαστάρι, παρηγοριά των προηγουμένων, με πολλά και ωραία άνθη, πολύ ωραία, διανύοντας τον τρίτο χρόνο της ζωής του, στο οποίο κρέμονταν οι ψυχές των γονιών του, και αλλοίμονο για τη συμφορά! Γιατί ο θάνατος του έκοψε τη μιλιά, έφυγε κι αυτό από τα μάτια σας, και το πιο αξιολύπητο, χωρίς την παρουσία του προσώπου του πατέρα του.

Και πώς πρέπει να διατραγωδήσω τη συμφορά; Σχίστηκε η καρδιά σας, του πατέρα, της μητέρας, της κυρίας, της πατρικίας, και ξίφος δίκοπο πέρασε μέσα και από τις δύο.

Και το παράλογο αυτό δεν μπορεί να το γιατρέψει ούτε λόγος, ούτε παρηγοριά, ούτε άνθρωπος, ούτε άγγελος, αλλά μόνο ο Θεός, ο οποίος έτσι ρύθμισε τα όρια της ζωής μας. Γιατί αυτός είναι, δέσποτά μου, που πήρε το τριπόθητο παιδί σας, όπως πήρε και τα προηγούμενα.
Είναι λυπηρό, και μάλιστα πολύ, για σας, όχι όμως οπωσδήποτε και για εκείνα που πάρθηκαν από τον Θεό. Γιατί, έχοντας αναχωρήσει από τα εδώ καθαρά και ακηλίδωτα από αμαρτίες, ως νεογέννητα, προς την μακάρια και χωρίς πάθη ζωή, γιορτάζουν στους κόλπους του Αβραάμ συντροφιά με άγια νήπια, αναπέμποντας ύμνους μαζί με παιδιά που φέρουν μέσα τους τον Χριστό. Ώστε δεν χάθηκαν τα κάλλιστα παιδιά σας, αλλά σώθηκαν για σας και σας περιμένουν.

Και θα τα δείτε ύστερα από λίγο, όταν θα τελειώσει η χρονική αυτή ζωή, γεμάτα χαρά και αγαλλίαση, όχι σε μικρή ηλικία, αλλά άνδρες τέλειους κατά το μέτρο του τέλειου αναστήματος του Χριστού, όπως έχει γραφεί.

Γι αυτό παρακαλούμε και ικετεύουμε με τις σκέψεις αυτές να ψάλλετε μέσα σας αληθινά, εξουδετερώνοντας έτσι την αμέτρητη λύπη της ψυχής. Γιατί ο Κύριος μας έδωσε μέτρα, ώστε και τη φυσική αγάπη μας να εκδηλώνουμε, και τα όρια της αυτάρκειας να μη ξεπερνάμε. Γιατί το ένα κινεί το θείο σε συμπάθεια, ενώ το άλλο μας κάνει να αντιδρούμε στις εντολές της Πρόνοιας. Και το ένα ευχαριστεί εκείνους που έφυγαν, ενώ το άλλο στενοχωρεί συνήθως αυτούς που βρήκαν ανάπαυση.

Γιατί ο καθένας θέλει να χαίρεται με τη χαρά του, και όχι να προκαλεί λύπη σ’ αυτούς που ομολογούν ότι τους αγαπούν. Εμείς μάλιστα πιστεύουμε ότι θα μείνει και πάλι έγκυος η κυρία αρχειοφύλακας, και θα γεννήσει υιό που δεν θα είναι βραχύβιος, αλλά θα ζήσει πολλά χρόνια για τη διαδοχή του γένους, μόνον εάν μετριάσουμε το πάθος και αποδώσουμε στον δεσπότη Χριστό με έργα και με λόγια τις ευχαριστήριες προσφορές υπέρ του παιδιού.

(οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου Έργα, εκδ. ΕΠΕ, Φιλοκαλία τόμος 18Β σελ. 141-145)

Επιστολή 18. Στον σπαθάριο Σταυράκιο.
... Πώς όμως να αρχίσουμε; Ή ποιά δύναμη θα μπορούσε να βρεθεί για το πάθος που συνέβη στις τίμιες ψυχές σας;

Γιατί, όπως ένας γιατρός πηγαίνοντας σε μία δυσκολοθεράπευτη αρρώστια βρίσκεται σε αμηχανία, για το πως θα ενεργήσει την εγχείρηση, έτσι και εγώ αισθάνομαι ίλιγγο για το πως θα απευθύνω τον παρηγορητικό λόγο μου για το βαρύτατο πάθος σας.

Πόσο μεγάλη αλήθεια συμφορά! πόσο μεγάλο κακό! Σας έφυγε το καλό και ωραίο παιδί σας, αυτό που διάνοιξε πρώτο τις μητρικές ώδινες, αυτό με το οποίο αποκτήσατε το όνομα των γονέων, η αρχή της διαδοχής του γένους σας, η ρίζα της παιδοποιίας, το βλαστάρι της λογικής βλαστοφορίας, το, κατά κάποιο τρόπο, πρώτο άνθος της πατρικής καρποφορίας.

Και τί θα μπορούσα να πω περιγράφοντας την ομορφιά του γόνου σας, παρά ότι το παιδί μεγάλωνε και προόδευε στο ανάστημα και στη σύνεση και η χάρη του Θεού ήταν επάνω του, όσο το γνωρίζω και εγώ από μικρό; Πώς λοιπόν αυτό το τόσο νέο, που κόπηκε με το θανατηφόρο μαχαίρι από την ίδια, θα μπορούσα να πω, την λαγόνα σας, να μη προκαλέσει απαρηγόρητον πόνο στις καρδιές σας; Ή ποιός δεν θα θρηνήσει και δεν θα πονέσει ψυχικά μαζί σας, όταν του κόβεται με ξίφος κάποιος από τα μέλη του, όπως συνέβη σε σας;

Και θα στενάξουν δικαιολογημένα και οι πατέρες βλέποντας την απώλεια τέτοιου ωραιότατου παιδιού. Θα θρηνήσουν επίσης και οι μητέρες βλέποντας τη μεταφορά στον τάφο τόσο ωραίου σπλάχνου. Γιατί κόπηκε πραγματικά ένα μέλος σας. Κόπηκε σάρκα σας. Ο πόνος είναι πολύς, το φάρμακο της θεραπείας δυσεύρετο. Σκυθρωπότητα στο σπίτι, πόνος στους υπηρέτες, λύπη στους συγγενείς. Και περισσότερο από αυτούς στον παππού κύριο πατρίκιο και στη γιαγιά, την κυρία πρωτοσπαθαρίνα. Παντού δεινά και λύπη μεγάλη.

Εμπρός όμως, άνδρα γενναίε, συ με την πολλή σύνεση, ο σοφός σε φρόνηση, συ που από πολλά χρόνια έχεις αποκτήσει τη γνώση, θεράπευσε τον εαυτό σου, ίασε τον εαυτό σου.

Ρίξε, σε παρακαλώ, το μάτι της διάνοιάς σου και κοίταξε την κτίση. Κοίταξε τις παλιές γενεές, ξεκινώντας από τον ίδιο τον προπάτορά μας Αδάμ. Κοίταξε και σκέψου ποιός από αυτούς που ήρθαν στο φως έμεινε τον κόσμο αυτό, αλλά αντίθετα, σαν χορτάρι που φυτρώνει, δεν άνθισε γρήγορα και ξεράθηκε με τον θάνατο, ή σαν το ρεύμα του ποταμού, άλλος έφυγε και άλλος ήρθε, αφού το διαδοχικό γένος δεν σταματά, αλλά τρέχει και φεύγει κάθε μέρα; Έτσι και εκείνοι που γέννησαν εμάς, και οι πιο πάνω από εκείνους, και προχωρώντας ο λόγος πίσω φτάνει στην αρχή, ενώ αντίθετα, κατεβαίνοντας θα καταλήξει πάλι στη συντέλεια του σύμπαντος, «και δεν υπάρχει άνθρωπος που θα ζήσει», όπως είναι γραμμένο, «και δεν θα πεθάνει».

Και η παρούσα ζωή είναι μια λειτουργία καθορισμένη και εργασία ημερήσια, και επιστροφή αμέσως στα ίδια, εννοώ τη μετάβαση από τα εδώ προς εκείνα. Πατριάρχες, και έφυγαν˙ προφήτες, και αναχώρησαν˙ πατέρες και μητέρες, και χάθηκαν˙ αδελφοί και φίλοι και συγγενείς, και πέρασαν. Τι έγιναν επίσης οι βασιλείς, οι σατράπες, οι άρχοντες, και κάθε ηλικία και κάθε γένος ανθρώπου; Δεν κατέληξαν όλοι κάτω από τη γη, και θα επανέλθουν ύστερα από λίγο φυτρώνοντας από τη γη;

Αλλ’ αυτό είναι το ζητούμενο˙ Να διανύσουμε την εδώ ζωή μας καλά, και, αφού πολιτευθούμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού που μας έπλασε, να επιτύχουμε την παράστασή μας στο εκεί φοβερώτατο κριτήριο ακατάκριτο πράγμα που το δικό σας παιδί βρήκε και πέτυχε σίγουρα και αναμφίβολα. Γιατί λέγει, είναι μακάριος αυτός που, από όσους γεννήθηκαν από γυναίκες, έζησε λίγο, «και εκείνος τον οποίο διάλεξε και παρέλαβε ο Κύριος» στην πρώτη ηλικία, χωρίς να έχει δοκιμάσει τους πειρασμούς των πικρών αμαρτιών αυτής της ζωής.
Έφυγε και ο κύριος Σωτήριχος και πήγε στη συνώνυμή του σωτηρία, όπου απολαμβάνει μουσική εορταζόντων, αγαλλίαση απερίγραπτη, συναρίθμηση με τα βρέφη που αναπαύονται στους κόλπους του Αβραάμ, χωρίς να υπηρετεί τη φθορά και τη σάρκα, και ζώντας μέσα στην αιωνιότητα. Από αυτά θέλω να παίρνετε τις αφορμές της παρηγοριάς, από αυτά τις παρακλήσεις.

Γίνε δημιουργός ευφροσύνης και γιατρός όχι μόνο του εαυτού σου, αλλά και της κυρίας σπαθαρίας, η οποία έχει περισσότερη ανάγκη θεραπείας και παρηγοριάς, λόγω της μεγάλης αγάπης της για τον μικρό, κι έπειτα και των υπόλοιπων που σε ενδιαφέρουν, για να φανείς ότι είσαι εκπαιδευμένος στα θεία και κρατιέσαι από τον νόμο του Θεού, και γνωρίζεις που τελικά πηγαίνει αυτός που μετατίθεται, και ιδιαίτερα το δικό σου γλυκύτατο τέκνο.

Ότι δηλαδή δεν πηγαίνει στον θάνατο, ούτε στην ανυπαρξία, αλλά στην αιώνια ζωή και στον Θεό που δημιούργησε τα πάντα. Και έτσι να καταστείς στους πατέρες και σε όλους τους γνωστούς και συγκεντρωμένους στην κηδεία παράδειγμα καλό να αντιμετωπίζουν με ευχαριστία και σύνεση τους αποχωρισμούς των παιδιών και να μη εναντιώνονται στις προσταγές του Θεού.

(οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου Έργα, εκδ. ΕΠΕ, Φιλοκαλία τόμος 18Β σελ. 89-93)

Ο ηγούμενος Μισαήλ είχε προαναγγείλει τον θάνατό του σε πολλά πρόσωπα, καθώς και πολλά άλλα γεγονότα που κανένας δεν θα μπορούσε να προβλέψει, πράγμα που έδινε την εντύπωση ότι ο Θεός άκουγε και συνέπραττε με τον λόγο του.

Ο τρόπος με τον οποίο ενεργούσε ο Θεός δια του ηγουμένου Μισαήλ είχε συνέπειες που μπορεί να φαίνονταν απίστευτες. Να μια περίπτωση που μπορεί να μας καταπλήξει βαθιά. Ο ηγούμενος πήγε από τη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στη Σκήτη του Παλαιού Ρωσικού1, για να συναντήσει τον εκεί προεστώτα. Ο δεύτερος στη σειρά, γιατί ο πρώτος ήταν άρρωστος στο κρεβάτι, τον συνάντησε και του είπε:

«Φοβούμαστε ότι ο ηγούμενός μας θα πεθάνει διότι είναι σοβαρά άρρωστος».

Και τί απάντηση έδωσε σχεδόν αμέσως ο Μισαήλ;

«Όχι, πείτε του ότι δεν θα πεθάνει, θα ζήσει. Εσύ όμως, θα πεθάνεις πριν από αυτόν. Και τρία χρόνια μετά τον θάνατό σου, όταν θα σε ξεθάψουν, εκεί θα θάψουν το σώμα του».

Έτσι και έγινε. Πώς μπορεί κάποιος να προβλέψει κάτι παρόμοιο;
Κάποιος ιερέας ζούσε στο ισόγειο της Μονής όπου είχε μεγάλη κίνηση. Ήρθε στον ηγούμενο και του λέει:

«Κουράστηκα απ’ όλον αυτό τον θόρυβο να μένω σε αυτό το πέρασμα. Δώστε μου την ευλογία να πάρω ένα δωμάτιο στον διάδρομο των πατέρων, για να είμαι πιο ήσυχος».

Ο Μισαήλ του απάντησε: «Πάτερ μου, κάνετε υπομονή. Περάσατε τόσα χρόνια στο κελί αυτό, και δεν σας μένουν παρά μόνο δύο εβδομάδες να ζήσετε. Γιατί να μπείτε στον κόπο να άλλάξετε δωμάτιο;». Και αληθινά, πέθανε σε δύο εβδομάδες.
Κάποιος ιερέας, μέλος της Γεροντίας, έπασχε από καρκίνο. Κάποιος άλλος, πολύ πράος και ταπεινός, έρχεται προς τον ηγούμενο και του λέει:

«Ξέρω ότι ο π. Νέαρχος [αυτό ήταν το όνομα του αρρώστου] θα πεθάνει. Μπορείτε παρακαλώ να μου δώσετε το γούνινο ράσο του; Υποφέρω από ρευματισμούς και στον ναό κρυώνω με όλα αυτά τα μάρμαρα που υπάρχουν εκεί».

Ο ηγούμενος του απαντά: «Πώς ζητάτε να σας δώσω κάτι που άνήκει στον Νέαρχο...; Εσείς ο ίδιος θα πεθάνετε πριν από αυτόν!».

Δεν πέρασαν δύο ή τρεις εβδομάδες από τότε που ο πατέρας αυτός ζήτησε το γούνινο ράσο και αρρώστησε. Δεν θυμάμαι από ποιά αρρώστια, αλλά πάντως πέθανε πριν από τον άλλον. Βλέπετε πώς ο Θεός ενεργούσε με τον ηγούμενο Μισαήλ, και αυτό γινόταν, γιατί από την αρχή ήθελε πάντοτε να είναι σωστός απέναντι στον Θεό και να λέει μόνο αυτό που λάμβανε από την προσευχή. Η διορατικότητα αυτού του ανθρώπου ήταν πραγματικά εκπληκτική.
Κάποτε έπασχα από την καρδιά μου και για είκοσι ημέρες υπέφερα τρομερά, κυρίως τις νύχτες. Υπέφερα τόσο, που στην προσευχή μου έλεγα:

«Κύριε, ελάφρυνε τον θάνατό μου». Δεν μπορούσα να μείνω στο κρεβάτι, δεν μπορούσα να καθίσω, δεν μπορούσα να βαδίσω. Έμενα στο κρεβάτι 2 ή 3 λεπτά, έκανα 5 λεπτά περίπατο στο νοσοκομείο, καθόμουν κάποια λεπτά με απερίγραπτο πόνο, πνευματικό και φυσικό. Τότε -ήταν τον Ιανουάριο του 1935-, βλέποντάς με οι μοναχοί και ο πνευματικός μου στην κατάσταση που ήμουν μου είπαν: «Ζήτησε από τον ηγούμενο να λάβεις το μεγάλο Σχήμα, διότι θα πεθάνεις». Πήγα λοιπόν στον ηγούμενο και του είπα: «Θα ήθελα να λάβω το μεγάλο Σχήμα, ευλογήστε, Πάτερ».

Μου λέει: «Θα γίνει σήμερα το βράδυ, ό,τι και να συμβεί. Αν δεν έχετε καινούργια ρούχα, πηγαίνετε ακόμη και με τα παλιά σας, αλλά η κουρά θα γίνει το δίχως άλλο, στο νοσοκομείο».

Λοιπόν, το ίδιο βράδυ, στις 31 Ιανουαρίου με το Παλαιό Ημερολόγιο, έλαβα το μεγάλο Σχήμα. Την επόμενη ημέρα πήγα στον ηγούμενο, γεμάτος ειρήνη και με μια χαρά πολύ τρυφερή στην καρδιά μου και του έξέφρασα την ευγνωμοσύνη μου για την ευλογία του. Ως απάντηση, μου κράτησε το χέρι και μου είπε: «Τώρα θα ζήσεις».

Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; Πενήντα έξι χρόνια. Αλλά αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι πως δεν θεραπεύτηκα την ίδια κιόλας μέρα η αρρώστια συνέχισε να με τυραννά με τα ίδια συμπτώματα για ακόμη δέκα νύχτες. Αλλά αυτός είπε με βεβαιότητα «Τώρα θα ζήσεις»; δεν είπε ότι θα γίνω άμέσως καλά. Και πράγματι μέχρι σήμερα ζω.
Γιατί σας μίλησα για όλα αυτά; Ο Θεός να με συγχωρά, αλλά θα σας πω ότι και εγώ ο ίδιος ακολούθησα αυτή την οδό της υπακοής.

1. Εκεί όπου κάποτε έζησε και ο Γέροντας Σιλουανός.

(Σωφρονίου Σαχάρωφ,Οικοδομώντας το ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 256-259)

 

Έχουμε ήδη τόσες πολλές μαρτυρίες για την πέραν του τάφου ζωή. 

Και με τον Σιλουανό υπήρξαν πολλές εμφανείς μαρτυρίες ότι μας βλέπει και ακούει τις προσευχές μας. Πολλοί εξεπλάγησαν στο Άγιον Όρος πόσο γρήγορα και με πόση ακρίβεια προβλέπει ακόμη και τη σκέψη μας. Είναι πολύ αυστηρότερος μαζί μου και επιεικέστερος με τους άλλους.
Η μητέρα μου πέθανε κατά την περίοδο του Β' Παγκοσμίου πολέμου, κατά τις αρχές του '40 Η αδελφή μου Αικατερίνη πέθανε κατά τη δεκαετία του '60 από καρκίνο. Η άλλη αδελφή μου, η Μαρία, βρισκόταν στο νοσοκομείο δίπλα της, όταν η Αικατερίνη ήταν σε κωματώδη κατάσταση από φοβερούς πόνους. Και ξαφνικά η Αικατερίνη σηκώνεται από το προσκέφαλο και εντελώς καθαρά λέει:

«Μόλις είδα τη μητέρα και μου είπε ότι θέλει να πεθάνουμε όλοι με πίστη».

Η Αικατερίνη δεν ήταν άνθρωπος της Εκκλησίας. Δεν γνωρίζω αν πίστευε ή δεν πίστευε, αλλά αυτό είναι γεγονός, είπε αυτά τα λόγια. Και μόλις το είπε, έπεσε πάλι στο προσκέφαλο ήδη νεκρή. Συνεπώς, η κοινωνία με τους κεκοιμημένους είναι δυνατή. Δεν είναι απλό πράγμα ούτε εύκολο, αλλά είναι οπωσδήποτε πραγματικό.
Και πόσες περιπτώσεις υπήρξαν, κατά τις οποίες η προσευχή για τους κεκοιμημένους άλλαξε τη μεταθανάτια κατάστασή τους!

Μου συνέβη κάποτε να τελέσω τρισάγιο στον τάφο κάποιας Ρουμάνας κυρίας, η οποία ήταν γνωστή στη βασιλική αυλή. Αυτό έγινε στην Ιταλία, όταν φιλοξενήθηκα από την οικογένειά της. Κατά τη διάρκεια της προσευχής ήταν παρούσα και η κυρία X. Αργότερα, όταν ήδη βρισκόμουν στην Αγγλία, επισκέφθηκε την κυρία X κάποια γνωστή της που γνώριζε την αποθανούσα Ρουμάνα και είπε:

«Είδα την κυρία αυτή για την οποία προσευχηθήκατε. Ήρθε χαρούμενη λέγοντας ότι όλα άλλαξαν τελείως».

Και ανέφερε την ημέρα και την ώρα της προσευχής μας. Σκεφτείτε, η νεκρή γυναίκα μπόρεσε να πληροφορήσει γι’αυτό τη φίλη της, την ίδια μάλιστα ώρα! Τόσο ακατάληπτα σχετίζονται όλοι αυτοί οι δεσμοί και η ζωή μας συνδέεται με τον Σιλουανό. 'Ω, τί πατέρα μας έδωσε ο θεός!
Όλα αυτά είναι τόσο ζωντανά! Εγώ πεθαίνω τώρα σιγά-σιγά -δεν γνωρίζω πότε θα γίνει αυτό-, όμως κουράστηκα πια να ζω. Και σας παρακαλώ, προσεύχεσθε ώστε να μου δώσει ο Κύριος ειρηνικό, χριστιανικό και ανώδυνο τέλος. Και τότε, ίσως θα είμαι ακόμη περισσότερο συνδεδεμένος μαζί σας παρά τώρα.


1. Βλ. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Γράμματα στή Ρωσία, εκδ.Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ 2009, σ. 16.

(αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού, τόμος Β, σελ. 129-131)

«Όταν έφτασε η ώρα του θανάτου του αββά Μακαρίου, ήρθε να πάρει την ψυχή του το Χερουβείμ που ήταν ο φύλακας άγγελός του, με τη συνοδεία πλήθους ουράνιων ταγμάτων.

Κατήλθαν επίσης χοροί αποστόλων, προφητών, μαρτύρων, ιεραρχών, μοναχών και δικαίων. Οι δαίμονες διετάχθησαν σε σειρές και πλήθη στα τελώνια με σκοπό να εμποδίσουν τη διέλευση της ένθεης ψυχής του.

Η ψυχή άρχισε να ανέρχεται. Στέκοντας πολύ μακριά της, στα τελώνια, τα πονηρά πνεύματα φώναζαν:

“ Ω Μακάριε, πόση δόξα αξιώθηκες να λάβεις!”

Ο ταπεινός άνδρας τους απάντησε:

“Όχι! Ακόμα φοβάμαι, αφού δε γνωρίζω εάν έχω πράξει κάτι αγαθό.”

Στο μεταξύ ανερχόταν ταχέως στον ουρανό. Από κάποια άλλα τελώνια που βρίσκονταν ψηλότερα οι εναέριες δυνάμεις κραύγαζαν και πάλι:

“Δεν είναι έτσι! Μάς ξέφυγες Μακάριε.”

“Όχι”, απάντησε εκείνος, “ακόμα χρειάζομαι να αναχωρήσω”.

Όταν είχε ήδη φτάσει στις πύλες του ουρανού, οι δαίμονες, θρηνώντας από μοχθηρία και φθόνο, κραύγασαν:

“Δεν είναι έτσι! Μας ξέφυγες Μακάριε!” και εκείνος απάντησε: Με φύλαξε η δύναμη του Χριστού μου και ξέφυγα απ’ τα δίχτυα σας!”»

(π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά τον θάνατο, εκδ. Μυριόβιβλος, σελ.139-140)


Για τους ποντοπόρους της ζωής, ανέκαθεν ο θάνατος ήταν κάτι το άκρως ανατριχιαστικό. Ήταν το μυστηριώδες, το ανεξερεύνητο ακρωτήρι, πέραν του οποίου κανείς δεν μπορούσε να δή τι συνέβαινε.

Έμοιαζε σαν το νοτιώτερο ακρωτήρι της Αφρικής, το γνωστό με το όνομα της Καλής Ελπίδος. Άλλοτε ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ναυτικών, οι δε ιθαγενείς εβεβαίωναν, πως κανένα πλοίο, απ’ όσα επεχείρησαν να διαβούν, δεν διέφυγε το ναυάγιο.

Αφ’ ότου όμως ο περίφημος θαλασσοπόρος Βάσκο ντε Γάμα κατώρθωσε, σώος και αβλαβής, να περάση, από τη στιγμή εκείνη η σκληρότης του ακρωτηρίου ηττήθη. Η τρομερότης του εξέλιπε. Το αδιάβατο ακρωτήρι έγινε πλέον διαβατό και έλαβε το συμπαθέστατο και ευοίωνο όνομα της Καλής Ελπίδος. Έγινε ο πλουτοφόρος διάδρομος, που οδηγεί στους αμύθητους θησαυρούς των Ινδιών.
Έτσι και ο ακραίος σταθμός της ανθρωπίνης ζωής, το ακρωτήρι του θανάτου, παρέμεινε για τον προχριστιανικό κόσμο αδιάβατο και μυστηριώδες. Ήτο αδύνατο να το παραπλεύσουν οι άνθρωποι χωρίς ναυάγιο. Αφ’ ότου όμως ο Ιησούς διεφώτισε το μυστήριο τούτο και απέδειξε, ότι ο θάνατος δεν είναι το ακρωτήρι του τραγικού ναυαγίου της ζωής, αλλά το ακρωτήρι της Καλής Ελπίδος, που φέρει προς νέους λαμπρούς κόσμους και ανοίγει μπροστά μας νέες σκηνογραφίες.
(Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο846)

Ο θάνατος νικήθηκε
«Με κάλεσαν κάποτε — διηγείται ένας διάσημος ιεροκήρυξ - να κηρύξω σε μια κηδεία.

Έψαξα την Αγία Γραφή μου να βρω κάποια σχετική ομιλία, που να κάνη για την περίπτωση αυτή. Μάταια όμως.

Διεπίστωσα ότι τέτοια ομιλία δεν υπήρχε στην Αγία Γραφή, γιατί όπου και αν συνάντησε νεκρό ο Κύριος τον ανέστησε. Έτσι διάλεξα για θέμα μου την ανάσταση».
Αληθινά, όπου ο θάνατος συναντήθηκε με την Ζωή υποχώρησε νικημένος. Ο Αναστημένος Χριστός έδωσε μια θριαμβευτική ελπίδα στο ανθρώπινο γένος!
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο926)

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας). 

«Μεγίστην όνησιν πιστεύοντες έσεσθαι…». 

Το λέει γενικά ο θείος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Βεβαιώνει δηλαδή ότι προσφέρουμε τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας για όλους τους προκεκοιμημένους, πιστεύοντας ότι πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια κερδίζουν οι ψυχές υπέρ των οποίων «η δέησις αναφέρεται της αγίας και φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας». Λοιπόν και των Αγίων και των Προφητών και των Αποστόλων και των Μαρτύρων οι ψυχές αποκομίζουν ωφέλεια από τη θυσία της Ευχαριστίας, αφού και υπέρ αυτών αυτή προσφέρεται;

Των αδελφών μου και των συγγενών μου και των φίλων μου οι ψυχές, με τους οποίους έζησα μαζί και οι οποίοι πέθαναν πριν από μένα, έχοντας όλοι τις ατέλειες και ελλείψεις τους και τα ψεγάδια από τα ακούσια και τα εκ συναρπαγής αμαρτήματα, το καταλαβαίνω να καρπώνονται οι ψυχές αυτές βοήθεια και έλεος από την ατίμητη θυσία που προσφέρεται γι’ αυτούς. Αλλά να ωφελούνται και οι ψυχές εκείνων οι οποίοι αναμφισβήτητα ευαρέστησαν στον Κύριο και τιμήθηκαν από αυτόν, όπως είναι οι Απόστολοι και οι Προφήτες και οι Μάρτυρες, των οποίων μάλιστα τις πρεσβείες επικαλούμαστε την ίδια στιγμή που τους μνημονεύουμε, αυτό παρουσιάζει ακατανόητο.
Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό. Γι’ αυτό λοιπόν αναφερόμαστε και πάλι στο ωραίο παράδειγμα που μας δίνει ο ιερός Χρυσόστομος, για το οποίο μιλήσαμε και άλλοτε. Όταν δηλαδή ένας βασιλιάς επανέρχεται θριαμβευτής από κάποιον πόλεμο τον οποίο διεξήγαγε νικηφόρα, στη λαμπρή υποδοχή που του γίνεται στην πρωτεύουσα του βασιλείου του από τον λαό που τον επευφημεί, μνημονεύονται τα ονόματα των στρατηγών και των αξιωματούχων που συναγωνίστηκαν μαζί του και συμμετείχαν στα ένδοξα κατορθώματά του. Αναφέρονται όμως και μερικά άλλα ονόματα, αιχμαλώτων αυτά και δεσμίων, που για ορισμένους λόγους προσείλκυσαν τη συμπάθεια και τον οίκτο των νικητών.

Για άλλο σκοπό, λέει ο ιερός Πατήρ, μνημονεύονται τα ονόματα εκείνων που συμπολέμησαν και συναγωνίσθηκαν με τον ένδοξο και νικητή βασιλιά· και με άλλο, τελείως διαφορετικό πνεύμα, μνημονεύονται οι δέσμιοι και οι αιχμάλωτοι. Οι πρώτοι, οι οποίοι διέπρεψαν στο πεδίο της μάχης, μνημονεύονται για να επευφημηθούν άλλη μια φορά και για να αποδοθεί και πάλι δίκαιος έπαινος και τιμή σ’ αυτούς. Οι δεύτεροι, οι οποίοι έχουν ανάγκη της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών του μεγάλου βασιλιά, μνημονεύονται για να κερδίσουν την εύνοια και τη χάρη του. Αξιώματα και τιμές ζητούνται από τους πρώτους, έλεος και χάρη για τους δεύτερους.
Μην ξεχνάς, αδελφέ μου, τη θεόπνευστη διαβεβαίωση της προς Εβραίους επιστολής, που μας πληροφορεί για το ότι οι άγιοι Πάντες, μολονότι μέχρι την τελευταία τους πνοή ομολόγησαν την αληθινή πίστη και έλαβαν εγκωμιαστική μαρτυρία γι’ αυτήν ότι ευαρέστησαν στο Θεό, παρ’ όλα αυτά, «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν» (Εβρ. ια’ 39). Δεν απόλαυσαν ακόμη πλήρη και ολοκληρωμένη την αμοιβή που τους ανήκει. Διότι ο Θεός προέβλεψε όλα μαζί τα μέλη της Εκκλησίας, στη συντέλεια του κόσμου και μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, στην κρίση και ανταπόδοση που θα κάνει ο ίδιος, να απολαύσουν το τέλειο και ολοκληρωμένο βραβείο της νίκης τους εναντίον της αμαρτίας. Όλα μαζί τα μέλη ως μια οικογένεια που τιμάται μαζί, και ως ένα αδιαίρετο όλοι Σώμα.

Και στο μεταξύ διάστημα; Έως ότου όλα τα μέλη της Εκκλησίας επισυναχθούν και η στρατευομένη Εκκλησία παύσει να υπάρχει, αφού θα έχει μετατεθεί ολόκληρη στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, τι γίνεται; Ο καθένας από τους δικαίους προαπολαμβάνει μόνο και προγεύεται τα μέλλοντα αγαθά. Και δεν παύει βέβαια η θριαμβεύουσα Εκκλησία να είναι «πανήγυρις πρωτοτόκων», πανηγυρική σύναξη των εκλεκτών παιδιών του Θεού. Ε λοιπόν! Στη χαρά την οποία προαπολαμβάνουν οι εκλεκτοί αυτοί στρατιώτες του Θεού, προστίθεται και άλλη χαρά, όταν προσφέρεται και υπέρ αυτών η Θεία Ευχαριστία. Και η πανηγυρική εκείνη σύναξη, παρά το ότι είναι εξολοκλήρου χαρμόσυνη, ανασκιρτά και συναγάλλεται χτυπώντας τα χέρια της. Και αναπέμπει μαζί με την στρατευομένη Εκκλησία τον επινίκιο ύμνο στο Αρνίο το «ως εσφαγμένον», που στέκεται πάνω στο θρόνο του Θεού. Στην ήδη προϋπάρχουσα χαρά προστίθενται και νέα σκιρτήματα αγαλλιάσεως. Και στις πολλές επευφημίες του ουρανίου κόσμου για τη στρατιά του Χριστού που θριαμβεύει στον ουρανό, ακολουθούν και νέα ενθουσιώδη χειροκροτήματα για τη νίκη που έχει συντελεσθεί.

Σε ποιό βαθμό «μεγίστη»;

Πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια πιστεύουμε ότι θα αποκομίσουν οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας από τη θυσία της Ευχαριστίας που προσφέρουμε. «Μεγίστην όνησιν», λέει ο θεοφώτιστος Κύριλλος. Κάτι παρόμοιο διακηρύττει και ο ιερός Χρυσόστομος. Αλλά και η πράξη της Εκκλησίας από παλιά αυτό επιβεβαιώνει. Διότι ακόμη και στις πολύ παλιές Λειτουργίες, οι οποίες ανάγονται στις αρχές του τετάρτου χριστιανικού αιώνα, δεν παραλείπεται το μνημόσυνο αυτό των κεκοιμημένων.

Δημιουργείται όμως το ερώτημα: Σε ποιό βαθμό εκτείνεται η «όνησις» και ωφέλεια αυτή;
Θα έχουμε πάντοτε υπ’ όψιν μας τους θεόπνευστους λόγους του ευαγγελιστού Ιωάννου στους οποίους γίνεται διάκριση μεταξύ «αμαρτίας προς θάνατον» και «αμαρτίας μη προς θάνατον» (Α’ Ιω. ε’ 16) · μεταξύ αμαρτίας δηλαδή που οδηγεί στον πνευματικό θάνατο και αμαρτίας μη θανάσιμης. Κάνοντας τη διάκριση αυτή ο αγαπημένος μαθητής, συνιστά σε κάθε χριστιανό που είδε τον αδελφό του «αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον», να παρακαλεί τον Θεό για χάρη του, με την πεποίθηση ότι ο πανάγαθος Κύριος «δώσει αυτώ ζωήν». Τονίζει όμως στη συνέχεια ο άγιος Ιωάννης ότι «έστιν αμαρτίαν προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».

Θεωρεί με άλλα λόγια όχι απλώς ανώφελο αλλά και από κάποια άποψη απαγορευμένο, για ανθρώπους που έχουν παρεκκλίνει σε αμαρτίες θανάσιμες και εμμένουν συστηματικά σε αυτές χωρίς να εκδηλώνουν κάποιες ενδείξεις μετάνοιας, να προσευχόμαστε να τους δοθεί άφεση γι’ αυτές.
Αυτά βέβαια λέγονται από τον θείο Ευαγγελιστή για αδελφούς που βρίσκονται στη ζωή, τους οποίους ακόμη δεν πήρε ο θάνατος και για τους οποίους συνεπώς υπάρχει η δυνατότητα να μετανοήσουν και επιστρέφοντας με συντριβή στον Κύριο να συγχωρηθούν από αυτόν. Για μια τέτοια επιστροφή αναμφίβολα επιβάλλεται να προσευχόμαστε και να ικετεύουμε τον Κύριο και για χάρη αυτών που αμαρτάνουν θανάσιμα. Την άφεση όμως αυτών των αμαρτιών τους δεν επιτρέπει ο άγιος Ιωάννης να ζητούμε στις προσευχές μας γι’ αυτούς.

Άλλωστε το να προσευχόμαστε και υπέρ των ειδωλολατρών ακόμη, παρακαλώντας τον Θεό να τους φωτίσει και να τους οδηγήσει σε επιστροφή, μας το ζητά ρητώς ο απόστολος Παύλος, όταν συνιστά στον Τιμόθεο να κάνουμε «δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις υπέρ πάντων ανθρώπων», ακόμη και υπέρ των τότε ειδωλολατρών «βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων», των βασιλιάδων και όλων των αρχόντων, οι οποίοι είχαν στάση δυσμενή και εχθρική απέναντι στο χριστιανισμό. Και το δικαιολογεί αυτό ο θεόπνευστος Απόστολος υπενθυμίζοντας ότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’ 1-4).
Από τους κεκοιμημένους βέβαια αποκλείεται η δυνατότητα επιστροφής και μετάνοιας. Ό,τι συναποκόμισαν μαζί τους φεύγοντας απ’ αυτή τη ζωή, θα τους ακολουθεί σε όλους τους αιώνες. Γι’ αυτό ακριβώς και η Θεία Ευχαριστία δεν προσφέρεται υπέρ αυτών που πέθαναν ενώ ήταν ειδωλολάτρες· αλλ’ ούτε και υπέρ χριστιανών οι οποίοι πέθαναν αποδεδειγμένα μένοντας προσκολλημένοι στην αμαρτία, και η τελευταία πράξη της ζωής τους, που επισφράγισε ολόκληρο τον βίο τους, υπήρξε ολοφάνερη παράβαση του νόμου του Θεού. Ανέκαθεν δηλαδή η Εκκλησία ούτε κήδευσε με εκκλησιαστικές δεήσεις και τιμές, ούτε τέλεσε μνημόσυνα, ούτε ανέγραψε στα δίπτυχα που διαβάζονται κατά τη Θεία Ευχαριστία, χριστιανούς που αυτοκτόνησαν. Ούτε επίσης αυτούς που πέθαναν σε μονομαχία ή ξιφομαχία ή αυτούς που παρεξέκλιναν σε κάποια αίρεση και ανάθεμα και δεν εκδήλωσαν στις τελευταίες τουλάχιστον στιγμές της ζωής τους κάποια διάθεση για μετάνοια. Παραμένει σ’ αυτό το σημείο πιστή στην αποστολική εντολή: «Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».
Ποιό συμπέρασμα λοιπόν συνάγεται απ’ όλα αυτά; Ότι η θυσία της Θείας Ευχαριστίας μόνο όταν προσφέρεται για ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα, παρέχει την ωφέλεια για την οποία κάνει λόγο ο θείος Κύριλλος. Για ανθρώπους όμως οι οποίοι αμάρτησαν θανάσιμα και πέθαναν χωρίς να μετανοήσουν και επομένως βρίσκονται στην κρίση και καταδίκη του Θεού, γι’ αυτούς ας μην περιμένουμε ποτέ ότι είναι δυνατόν με τη θυσία της Ευχαριστίας να τους μεταθέσουμε από τον Άδη, όπου βρίσκονται, στον Παράδεισο. Παράδεισος και Άδης χωρίζονται μεταξύ τους με χάσμα ανυπέρβλητο. Το βεβαίωσε ο Κύριος ρητώς στη γνωστή παραβολή του όπου παρουσιάζει τον Αβραάμ να λέει στον πλούσιο που βασανιζόταν φοβερά στον Άδη: «Μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσι» (Λουκ. ις’ 26). Ανάμεσά μας υπάρχει μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σε σας να μην μπορούν, αλλά ούτε κι όσοι βρίσκονται εκεί, να μπορούν να περάσουν απέναντι σε μας.

Πραγματικά πάρα πολύ μεγάλη η ωφέλεια

Υπάρχουν αμαρτήματα τα οποία διαπράττουμε από άγνοια ή από συναρπαγή, χωρίς δηλαδή να τα έχουμε προμελετήσει. Και ενώ είμαστε ένοχοι γι’ αυτά, άλλα από αυτά έχουν διαφύγει τελείως την προσοχή μας και ούτε καν έχουμε συνείδηση και καμία ιδέα γι’ αυτά, ενώ άλλα τα ξεχάσαμε εντελώς. Και υπάρχουν ακόμη και άλλα τα οποία αγνοούμε ολοκληρωτικά. Διαπράξαμε δηλαδή κάτι ή συνεργήσαμε άμεσα ή έμμεσα στο να γίνει, χωρίς να ξέρουμε ότι γι’ αυτό είμαστε ένοχοι και θα δώσουμε λόγο. Και οι κατηγορίες αυτών των αμαρτημάτων συναπαρτίζουν όλες μαζί βουνά ολόκληρα, κάτω από τα οποία κινδυνεύουμε να ταφούμε και να εξαφανισθούμε, χωρίς να φανεί ούτε ίχνος από εμάς. Είναι πολλά, πάρα πολλά τα αμαρτήματα αυτά. Κάθε ημέρα, κάθε ώρα της ζωής μας έχει τα δικά της, ώστε αν τα δούμε όλα μαζί, όλης της ζωής, να μην είναι εύκολο να αριθμηθούν. Ένα μόνο είναι το ελαφρυντικό για το πλήθος αυτό των αμαρτιών μας που δεν μπορούμε να το αριθμήσουμε. Το ότι οι αμαρτίες αυτές δεν γίνονται με πλήρη τη συμμετοχή της θελήσεώς μας, η οποία όταν πρόκειται για κάποια σοβαρή παράβαση, αντιστέκεται και αντιδρά. Αυτή η αντίδραση και αντίσταση που αντιτάσσει η θέλησή μας απέναντι στα θανάσιμα αμαρτήματα, αποτελεί απόδειξη ότι στο βάθος μας αποστέργουμε την αμαρτία και θα θέλαμε να ήμασταν ελεύθεροι και απαλλαγμένοι από αυτήν.
Αυτό όμως αποτελεί μόνο ελαφρυντικό, όχι όμως και κάτι που φθάνει και είναι αρκετό για να εξαλείψει την ενοχή μας. Είναι θετικό στοιχείο βέβαια για μας και ελκύει την επιείκεια και το έλεος του Θεού. Αλλά αν ο δίκαιος Θεός μας έκρινε σύμφωνα με το νόμο του, ποιος θα μπορούσε να σταθεί όρθιος ενώπιόν του; Αν εκδήλωνε γι’ αυτά τα αμαρτήματα αποστροφή και μίσος, ποιος δεν θα αποστελλόταν από αυτόν στον κατασκότεινο πυθμένα της αβύσσου; Ποιος; Διότι, αδελφέ μου, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει στη ράχη του βαρύ, βαρύτατο φορτίο τέτοιων αμαρτημάτων. Και αυτοί ακόμη που αναγεννήθηκαν και ανακαινίσθηκαν πλήρως από τον Χριστό μέχρι το σημείο να καταλήξουν σε σχετική αναμαρτησία, πέρασαν στην πρώτη περίοδο της ζωής τους από τον δρόμο αυτό των ατελειών και των μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Και τώρα, στην κατάσταση αυτή της τελειότητας που τους ανύψωσε η θεία χάρις, θυμούνται τις ατέλειες του παρελθόντος. Και γι’ αυτό ακριβώς και τους ακούμε να παραπονούνται και να ταλανίζουν τους εαυτούς τους· και ένας που αναμφισβήτητα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μεταξύ αυτών, ο απόστολος Παύλος δηλαδή, να φρονεί για τον εαυτό του ότι είναι ο «πρώτος των αμαρτωλών» (Α’ Τιμ. α’ 15).
Και αυτοί μεν που έφθασαν στην κατά το δυνατόν τέλεια αναγέννηση, αυτοί με την ταπείνωση και τη μετάνοιά τους προσείλκυσαν άφθονο το έλεος του Θεού ήδη από την παρούσα ζωή. Και φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να φέρουν μαζί τους καμιά κληρονομιά από τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας. Εμείς όμως; Τα τόσα πλήθη ακόμη των χριστιανών που πεθαίνουν κάθε μέρα; Πόσοι από αυτούς είναι ολοκληρωτικά αναγεννημένοι; Και για πόσους θα μπορούσε να παρασχεθεί η βεβαίωση ότι από τον όγκο αυτό των αμαρτημάτων που έγιναν από άγνοια και συναρπαγή και από το πλήθος των λησμονημένων αμαρτημάτων πέτυχαν να καθαρισθούν και να εξαγνισθούν ήδη απ’ αυτή τη ζωή και πριν να πεθάνουν;
Μεγάλο πλήθος από αυτούς, αγαπητέ μου αναγνώστη, μετενόησε βέβαια και επικαλέσθηκε με πίστη το έλεος του Θεού, δεν πρόφθασε όμως να παραγάγει «καρπούς αξίους της μετανοίας». Δεν πρόφθασε να αποβάλει τελείως τον παλαιό άνθρωπο. Όχι· δεν είναι κατόρθωμα της μιας στιγμής η νέκρωση και η αποβολή του ανθρώπου αυτού, που είναι ζυμωμένος με ολόκληρη την ύπαρξή μας, από τη σύλληψη ακόμη και τη γέννησή μας. Είναι έργο μεγάλο, που απαιτεί αγώνες και προσπάθειες συνεχείς και μακρές· και η μετάνοια αποτελεί μόνο τα πρώτα βήματα και τις πρώτες απόπειρες για την έναρξη του έργου αυτού, στο οποίο η θεία χάρις μας ενδυναμώνει και μας ενισχύει.
Ποιο λοιπόν συμπέρασμα συνάγεται από όλα αυτά; Ότι όλοι μας έχουμε ανάγκη του θείου ελέους και της θείας επιείκειας. Και όσο ετοιμασμένος κι αν φεύγει κανείς από τον κόσμο αυτό, δεν μπορεί να πει ότι δεν χρειάζεται την κάθαρση την οποία παρέχει η θυσία της Ευχαριστίας όταν προσφέρεται υπέρ αυτού. Λοιπόν αυτό ακριβώς είχε υπ’ όψιν του ο θεοφώτιστος Κύριλλος, όταν βεβαίωνε ότι πιστεύουμε «μεγίστην όνησιν έσεσθαι ταις ψυχαίς», ότι δηλαδή πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια θα έλθει στις ψυχές υπέρ των οποίων προσφέρεται η δέηση «της αγίας και φρικωδεστάτης προκείμενης θυσίας».

Ωφέλεια για αμαρτίες μη θανάσιμες

Μόνο λοιπόν σε ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα εξασφαλίζει η θυσία της Ευχαριστίας πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια. Από τον Άδη στον Παράδεισο, όπως ήδη είπαμε, δεν μετατίθενται ψυχές που βαρύνονται με αμαρτήματα θανάσιμα, ούτε επιτρέπεται γι’ αυτές να προσφέρεται η άμωμη, η αγνή και άχραντη θυσία του Κυρίου που σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας. Ποιες όμως είναι για τον καθένα μας θανάσιμες αμαρτίες, μόνο ο Θεός το γνωρίζει επακριβώς. Διότι μόνο αυτός εξετάζει και διερευνά τα βάθη των ανθρώπινων καρδιών, τα οποία είναι άγνωστα και καλυμμένα για μας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιες ολοφάνερες και χονδροειδείς παραβάσεις του θείου νόμου για τις οποίες εξανίσταται η συνείδηση κάθε μη πωρωμένου ανθρώπου και των οποίων το βάρος δεν δυσκολεύεται να αντιληφθεί και ο πλέον αδαής. Από την άλλη πλευρά πάλι, είναι εξίσου βέβαιο ότι εξαρτάται και από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντελέσθηκε μια παράβαση, αν θα αποβεί ανεπανόρθωτα θανάσιμη γι’ αυτόν που υπέπεσε σ’ αυτήν.
Δεν βεβαίωσε ο Κύριος σαφώς ότι σε όποιον «εδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αυτού»; Και δεν πρόσθεσε, για να το κάνει ζωηρότερο και παραστατικότερο, ότι ο δούλος «ο μη γνους το θέλημα του κυρίου εαυτού, ποιήσας δε άξια πληγών, δαρήσεται ολίγας»; (Λουκ. ιβ’ 48). Ότι δηλαδή ο δούλος που δεν γνώρισε το θέλημα του κυρίου του, αλλά οι πράξεις του είναι άξιες τιμωρίας, θα δεχθεί λίγες μαστιγώσεις; Εξαρτάται επομένως και από τη γνώση την οποία ο καθένας μας έλαβε, σύμφωνα με τις ευνοϊκές περιστάσεις τις οποίες για τον φωτισμό και την πνευματική του καλλιέργεια έφερε σ’ αυτόν ο Θεός. Εξαρτάται και από τις ευμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε και ανατράφηκε και εκπαιδεύτηκε ο καθένας μας. Εξαρτάται και από τον βαθμό της χάριτος ο οποίος του δόθηκε, και από τις θείες δωρεές τις οποίες γεύθηκε και από την πρόοδο στη χριστιανική ζωή την οποία τον αξίωσε η χάρις να πραγματοποιήσει και από την οποία ξέπεσε.
Με άλλα λόγια αλλιώς θα κριθεί ένας χριστιανός και διαφορετικά θα κριθεί ένας άγριος που δεν γνώρισε Χριστό ούτε διδάχθηκε ποτέ την αλήθεια την οποία ο Θεός αποκάλυψε σε μας. Και η ίδια παράβαση και αμαρτία η οποία για τον χριστιανό είναι θανάσιμη, για τον βάρβαρο ενδέχεται να κριθεί από τον Θεό συγγνωστή και άξια συγχωρήσεως. Σύμφωνα με τον ίδιο κανόνα, και ο Φαρισαίος που δεν είχε υποπέσει σε κάποια παράβαση του μωσαϊκού νόμου, κατακρίνεται, ενώ ο τελώνης που ήταν δακτυλοδεικτούμενος από αυτόν και τους ομοίους του ως ένοχος, δικαιώνεται.

Και ο Δημάς, που σε μια περίοδο της ζωής του αξιώθηκε να είναι συνεργάτης του αποστόλου Παύλου, ξεπέφτει και κατακρίνεται μόνο και μόνο διότι σε ημέρες διωγμού δείλιασε και εγκατέλειψε τον Απόστολο για να μην κινδυνεύσει και η δική του ζωή. Και όπως διακηρύττει θεόπνευστα η προς Εβραίους επιστολή, εκείνους οι οποίοι προόδευσαν σε κάποιο βαθμό στην πνευματική ζωή και γεύθηκαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και φωτίσθηκαν από το κήρυγμα του θείου λόγου, είναι αδύνατον να τους επαναφέρει κανείς σε μετάνοια, αν παρεκτραπούν σε κάποια σοβαρή αμαρτία. Διότι αυτοί με την παρεκτροπή τους αυτή ξανασταυρώνουν και περιφρονούν τον Ιησού Χριστό, ο οποίος έχει μορφωθεί στό εσωτερικό τους από τη θεία χάρη· ήδη μάλιστα με την παρεκτροπή τους αυτή τον αποδιώχνουν από τις καρδιές τους και τον διαπομπεύουν. (Εβρ. ς’ 4-6).
Τι σημαίνουν όλα αυτά, αγαπητέ μου αναγνώστη; Ότι εκτός από ορισμένες σαφείς και ευδιάκριτες περιπτώσεις, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το ποιοι από τους αδελφούς μας που απέρχονται από τον κόσμο αυτό συναποκομίζουν μαζί τους αμαρτίες που έχουν ως συνέπεια τον πνευματικό θάνατο και ποιοι φέρουν το σχετικά ελαφρό φορτίο των οπωσδήποτε συγγνωστών και μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει λοιπόν η Εκκλησία που τελεί και αναφέρει τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας; Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει προκειμένου να δεηθεί για προκεκοιμημένα μέλη της για τα οποία δεν είναι μεν απόλυτα βέβαιη ότι έφυγαν από τον κόσμο αυτό με συντριβή και με συναισθήματα ειλικρινούς μετανοίας, δεν έχει όμως και ενδείξεις ότι με κάποια παράβαση θανάσιμη αποξένωσαν τους εαυτούς τους πλήρως από το θείο έλεος; Τη στάση της επιείκειας και της ελπίδας.

Προσφέρει λοιπόν και γι’ αυτούς τη θυσία της Ευχαριστίας, αρκούμενη στο ότι πέθαναν «εν πίστει» προς τον Χριστό και δεν απαρνήθηκαν το όνομα του χριστιανού που τους δόθηκε, το όνομα του μαθητή που εξάρτησε τη σωτηρία του από τον μεγάλο Θεό και Σωτήρα, τον Κύριο Ιησού. Παρακαλεί η Εκκλησία και δέεται και ικετεύει και υπέρ αυτών, προσφέροντας την ατίμητη θυσία της Θείας Ευχαριστίας, που έχει άπειρη ισχύ, «υπέρ πάντων των εν πίστει κεκοιμημένων». Και ρίχνοντας τους πάντες στους οικτιρμούς, στην ευσπλαχνία και στο έλεος του Θεού, αφήνει στην άπειρη φιλανθρωπία του να ενεργήσει για τον διαχωρισμό που από τη δικαιοσύνη και αγιότητά του επιβάλλεται να γίνει. Με αυτό το πνεύμα και με αυτή την ελπίδα δέχεται η Εκκλησία προσφορές και επιτελεί τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας «υπέρ πάντων των εν πίστει αποθανόντων». Με αυτό λοιπόν το πνεύμα· και ποτέ με το πλανεμένο φρόνημα ότι με τις προσφορές και τις Λειτουργίες αυτές επιτυγχάνεται μετάθεση ψυχών που βαρύνονται με θανάσιμα αμαρτήματα, από τον Άδη στους κόλπους του Αβραάμ.

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. ο Σωτήρ, 2016, σελ. 368-378)

Το βάλσαμον. 
Ανέκαθεν το ανθρώπινον πνεύμα στάθηκε με έκσταση μπροστά στην παγερή σιωπή του τάφου.

Διερεύνησε με αγωνία το μυστήριο του θανάτου και ρώτησε με επιμονή:

«Από που έρχομαι και που πηγαίνω;».
Αλλά στην αγωνιώδη αυτή ερώτηση, του δόθηκαν οι πιο αντίθετες απαντήσεις:
«Από το Μηδέν στο Πουθενά», απάντησε αποκαρδιωτικά η αυτάρεσκη Απιστία.
«Εκ του θανάτου εις την Ζωήν», απέδειξε ο Ιησούς «παρά τη πύλη» της Ναΐν.

Και ο μεν σκεπτικιστής αποσβολωμένος μπροστά στο αίνιγμα του θανάτου, αναφωνεί μελαγχολικά μαζί με τον Ιούλιο Σιμόν:

« Γεννήθηκα με την άγνοια. Έζησα με την αμφιβολία. Πεθαίνω με την αβεβαιότητα. Ω! υπέρτατον Ον, λυπήσου με !».
Ο Χριστιανός όμως αντιμετωπίζει το θάνατο με τις γαλήνιες επιθανάτιες λέξεις του Λακορνταίρ:

«Θεέ μου, Θεέ μου, άνοιξέ μου, άνοιξέ μου ! και τον χαιρετίζει όπως ο περίφημος αστρονόμος Βιγουρδάν στον επικήδειο του μεγάλου μαθηματικού Πουανκαρέ:

«Δεν σου απευθύνω τελευταίον αποχαιρετισμόν — είπε προς τον νεκρό — αλλά καλήν συνάντησιν εις τα πέραν του τάφου, τα οποία το λογικόν βλέπει εν εσόπτρω, τα οποία η καρδία μαντεύει και όπου ο Θεός επαγγέλλεται αθάνατον ειρήνην εις όλους τους εργάτας του αγαθού».
Το «Μη κλαίε» λοιπόν, της Ναΐν, δεν στάθηκε βάλσαμο για την τραυματισμένη καρδιά μιας μονάχα μητέρας. Υπήρξε δύναμις και παραμυθία για μυριάδες ψυχές.

Και πάντα, όταν σέρνουμε βαρύ το βήμα πάνω στον τάφο αγαπημένων νεκρών, όταν ο πόνος σπαθίζη την ψυχή μας και το δάκρυ ρέη καφτό από τα μάτια μας, τίποτε άλλο δεν μπορεί τότε να παύση τους λυγμούς, να στειρεύση το δάκρυ, να εμπνεύση την ελπίδα, παρά η μυστική, η αιωνία κι αθάνατη φωνή της Ναΐν: «Μη κλαίε».


Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο536)

Totaliter aliter. 
«Δυο καλόγηροι τον μεσαίωνα —υποστηρίζει ένας μύθος— διερωτώντο σαν τι πράγμα να 'ταν ο ουρανός.

Ο πρώτος υποστήριζε ότι ήταν taliter, δηλ. όμοιος με αυτό τον κόσμο.

Ο δεύτερος επέμενε ότι είναι aliter, δηλ. διαφορετικός απ' αυτό τον κόσμο.

Στο τέλος, μη βρίσκοντας κάποια λύσι, αποφάσισαν να περιμένουν, ώσπου κάποιος από τούς δύο να πεθάνη, οπότε και θα έλεγε στον άλλο τι θα έβλεπε.
Μετά καιρό πέθανε ο ένας και τάφηκε.
Συνεπής στην υπόσχεσί του επισκέφθηκε τον άλλο στον ύπνο του και του είπε τα έξης, για το θέμα που τους απασχολούσε:

Nec taliter,

nec aliter,

sed

totaliter aliter.

Δηλαδή, ούτε όπως το σκεφτόσουν, ούτε όπως το σκεφτόμουν, αλλά τελείως διαφορετικά.
Πράγματι ο Ουρανός, η σφαίρα, δηλαδή, στην οποία η παρουσία του Θεού σ' όλη της τη μεγαλοπρέπεια αποκαλύπτεται, δεν είναι κάτι που μοιάζει ή που δεν μοιάζει με τον κόσμο τον όποιο βλέπουμε.

Η ακτινοβολία της αγιότητος του Θεού κυριαρχεί εκεί και πράγματα "που ανθρώπινο μάτι δεν είδε κι αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά δεν ανέβηκαν" για να τα επιθυμήση, έχει εκεί ετοιμασμένα ο Θεός για εκείνους ττου σ' αυτή τη ζωή Τον αγάπησαν και τον υπηρέτησαν (Α' Κορ 2, 9).
Εκεί είναι “η σκηνή του Θεού, μετά των ανθρώπων", των λυτρωμένων του Χριστού (Απκ 22, 3)»(Β2, 200).

(Στο: αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η Δευτέρα παρουσία, σελ.230-231)

Γράμμα του ιδίου του π. Ιακώβου.

Εν Ιερά Μονή Γέροντος, τη 10η Μαρτίου 1958. 
Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού;
Σεβαστέ μου και πολύ αγαπητέ μου Πατέρα Θεόδωρε σε προσκυνώ. Ασπάζομαι την δεξιάν σου μετά πολλής ευλαβείας και σεβασμού.

Έλαβον την σεπτήν σου και αγίαν επιστολήν, ευχαριστώ θερμότατα δι’ όλα τα παρήγορα λόγια σου, που χύνουν βάλσαμο στην πονεμένη ψυχή μου, ευχαριστώ δια τας προσευχάς σου δια την αδελφήν μου, ομοίως και εγώ, σεβαστέ μου πάτερ, αναπέμπω δεήσεις, δι’ όλους που έφυγαν από την πρόσκαιρη αυτή ζωή, ιδιαιτέρως για τον αξέχαστον Παπαδημήτρη (=παπα-Δημήτρη) που τόσο αγαπούσα από παιδιόθεν.

Πατέρα Θεόδωρε ελυπήθην ως άνθρωπος για την αδελφήν μου, αλλά το χαρμόσυνον είναι ότι ηξιώθη η ταπεινή Τασία, να ευφραίνετε εις τα σκηνώματα τα αγαπητά του οσίου Ιωάννου του Ρώσσου. Πάτερ μου, εν αποκαλύψει και εν οπτασία είδον την αδελφήν μου εις ουρανίαν Μονήν Ιωάννου του Ρώσσου. Πάτερ μου, τρέμω όλως μ’ αυτά που σου γράφω, δεν είδε δυσκολίαν εις την άνοδον, ούτε και εις το κριτήριον, παραστάται ήτο ο όσιος Δαβίδ και ο Ιωάννης ο Ρώσσος, ζη κύριος ο Θεός.

Τώρα δεν λυπούμε διότι παρήγγηλεν εις εμένα να μη κλαίω πλέον αλλά να χαίρωμαι δι’ αυτήν, όπου ηξιώθη ουρανίων θαλάμων, οι άγιοι πατέρες υποβάλλουν τα σέβη των, η χάρις του οσίου Δαβίδ πάντα να σε επισκιάζη, και να σε ενισχύη.

Τα σέβη μου εις την Πρεσβυτέραν και Δημητράκη, ιδιαιτέρως εις την Γερόντισσαν. Πατέρα Θεόδωρε ο Χριστιανός φεύγει από την ματαιότητα της παρούσης ζωής και εισέρχεται εις τον ουράνιον λιμένα, όπου κανείς κλυδωνισμός δεν τον ενοχλεί και κανέν ναυάγιον δεν λαμβάνει χώραν. Εχθροί εκεί και διωγμοί δεν υπάρχουν, θλίψεις, πόνοι, και περιπέτειαι δεν εισχωρούν, συναντώμενος εκεί με πρόσωπα προσφιλή και εξαίρετα, απολαμβάνει εκ του πλησίον το πρόσωπον του Λυτρωτού, και συγκατοικεί εις την αιωνίαν πατρίδα του και εις τον πανένδοξον οίκον του πατρός του.

Σαν άνθρωποι βέβαια θα λυπηθούμε, διότι από κοντά μας έφυγε ένα προσφιλές πρόσωπον. Εφ’ όσον και ο Κύριος εδάκρυσε όταν αντίκρυσε τον Λάζαρο, θα κάμω υπομονήν δια την αγάπην του Κυρίου μου και του οσίου Δαβίδ.
Να με συγχωρέσης δια τα αστειχίωτα γραφόμενά μου, αλλά γνωρίζω τον Σεβαστόν μου πατέρα Θεόδωρον, πόσον με αγαπά και δεν θα με παραξιγήση, σας κούρασα πάτερ μου, αλλά είναι ζωντανή η πίστις και όλα είναι άγια. Μετά πολλής της αγάπης, ευλαβείας και σεβασμού ασπάζωμαι την αγίαν σου κορυφήν εν φιλίματι αγίω,
ο ταπεινός δούλος του Κυρίου Ιάκωβος


(Ο μακαριστός Ιάκωβος Τσαλίκης,Στυλιανού Παπαδοπουλου, σελ. 85-86)

Σελίδα 1 από 4

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (205) Αγάπη Θεού (55) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (44) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (57) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (9) άγιοι (21) άγιος (90) αγνότητα (7) άγχος (14) αγώνας (65) αγώνας πνευματικός (32) αθεΐα (100) αιρέσεις (74) αλήθεια (29) αμαρτία (70) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (72) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (152) άνθρωπος (20) αντίχριστος (7) αξιώματα (5) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (71) ασθένεια (21) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (59) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (7) βιοηθική (10) γάμος (46) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (32) γνώση (6) γονείς (50) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (9) δάκρυα (10) δάσκαλος (13) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (43) διάβολος (48) διάκριση (47) διάλογος (3) δικαιοσύνη (5) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (116) εικόνες (18) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (6) εκκλησία (67) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (19) ελευθερία (17) Ελλάδα (16) ελπίδα (16) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (72) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (7) επιστήμη (69) εργασία (32) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (39) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (62) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (10) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (26) ευχαριστία (9) ζήλεια (2) ζώα (14) ηθική (6) ησυχία (9) θάνατος (111) θάρρος (19) θαύμα (73) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (48) Θεία Λειτουργία (47) θεία Πρόνοια (3) θέληση (7) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (8) θεολογία (14) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (116) θρησκείες (8) θυμός (36) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (9) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (24) ιερέας (54) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (3) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (6) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (22) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (15) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (45) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (8) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (12) κοινωνία (96) κόλαση (13) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (7) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (53) λείψανα (4) λογισμοί (39) λύπη (1) μαγεία (6) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (8) μελέτη (11) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (35) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (76) μητέρα (12) μίσος (1) ΜΜΕ (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (11) μοναχισμός (12) μόρφωση (14) μουσική (3) Ναός (4) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (16) Νικόλαος Άγιος (2) νους (15) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (8) όνειρα (22) οράματα (2) Ορθοδοξία (54) όρκος (1) πάθη (41) πάθος (4) παιδεία (10) παιδιά (24) Παΐσιος Όσιος (13) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (60) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (12) Παράδεισος (46) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (5) πίστη (160) πλούτος (17) πνευματική ζωή (78) πνευματικός πατέρας (18) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (14) πολιτισμός (5) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (27) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (47) προορισμός (6) προσευχή (157) προσοχή (6) προτεσταντισμός (18) προφητείες (2) ραθυμία (4) Ρωμαιοκαθολικισμός (14) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (29) Σταύρωση (13) συγχώρηση (9) συνείδηση (2) σχίσμα (6) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (22) ταπεινοφροσύνη (76) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (5) υπακοή (10) υπαρξιακά (47) υποκρισία (7) υπομονή (41) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (12) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (24) φως (2) χαρά (32) χάρις θεία (14) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (7) χριστιανός (30) Χριστός (13) Χριστούγεννα (38) χρόνος (18) ψεύδος (12) ψυχαγωγία (2) ψυχή (80) ψυχολογία (15)