Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

1)   "Κάποιος μοναχός, Πέτρος στο όνομα, πήγε να ζήσει κοντά σε έναν ηλικιωμένο μοναχό σε κάποιον τόπο ερημικό και δασώδη που λεγόταν Εβασά.

Ο γέροντας αυτός του διηγήθηκε ότι πριν κατοικήσει στην ερημιά, είχε αρρωστήσει και πέθανε.

Σύντομα όμως ξαναγύρισε στο σώμα και έλεγε ότι είδε τα βασανιστήρια του άδη και αμέτρητους τόπους φωτιάς, διαβεβαίωνε μάλιστα ότι είδε και κάποιους ισχυρούς του κόσμου τούτου κρεμασμένους μέσα στις φλόγες. Καθώς λοιπόν τον πήγαν και αυτόν για να τον ρίξουν εκεί, παρουσιάστηκε ξαφνικά, όπως έλεγε, ένας ολόλαμπρος άγγελος, ο οποίος δεν άφησε να τον ρίξουν στην φωτιά, αλλά του είπε:

“Πήγαινε, και μετά από αυτά βλέπε πώς θα ζήσεις, προσέχοντας τον εαυτό σου”.
Με τα λόγια αυτά, τα μέλη του ξαναζεστάθηκαν σιγά σιγά, ξύπνησε από τον ύπνο του αιώνιου θανάτου και διηγήθηκε όλα όσα του συνέβησαν. Από εκεί και πέρα σε τόσες νηστείες και αγρυπνίες έδωσε τον εαυτό του, επειδή είδε και φοβήθηκε τα βασανιστήρια του άδη, ώστε και να σώπαινε η γλώσσα του, μιλούσε ο τρόπος της ζωής του. Έτσι λοιπόν ο θάνατος του πραγματοποιήθηκε με τη θαυμαστή πρόνοια του Θεού, για να μην πεθάνει αιώνια.
Επειδή η ανθρώπινη καρδιά έχει πάρα πολύ βαριά σκληρότητα, η παρουσίαση των βασανιστηρίων ίσως κάποτε να μπορέσει να τη φέρει σε μετάνοια.  κάποτε όμως αυτό σε μερικούς γίνεται αιτία για μεγαλύτερη καταδίκη, όταν αυτοί, αφού είδαν εκείνα τα φοβερά και γύρισαν στην εδώ ζωή, έμειναν πάλι ίδιοι και αδιόρθωτοι, και δεν έχουν πια καμιά δικαιολογία."
(Ευεργετινός, τόμος Α, εκδ. το περιβόλι της Παναγιας, σελ.84-85)

2)   "ΈΝΑΣ νέος πόθησε ν' αφιερώση τη ζωή του στο Θεό, ακολουθώντας τον ερημικό βίο. Η μητέρα του όμως δεν τον άφηνε κι έκανε ό,τι μπορούσε να τον εμποδίση.
-Αμαρτάνεις στον Θεό, της έλεγε συχνά εκείνος, βάζοντας στο δρόμο του τόσα προσκόμματα. Θέλω να φύγω, να σώσω την ψυχή μου.
Τέλος, με τα πολλά κατάφερε να την πείση. Έφυγε ευθύς στην έρημο, βρήκε μια καλύβα κι έμεινε εκεί ν' ασκητεύη μόνος. Ύστερα από λίγο καιρό πέθανε κι η μητέρα του που δεν ήταν καθόλου χριστιανή.
Στην αρχή ο νέος ερημίτης πήγαινε καλά, αγωνιζόταν. Με τον καιρό όμως άρχισε να χάνη τον πρώτο ζήλο του. Βαρέθηκε τη μοναξιά, παραμέλησε τα καθήκοντά του που είχε σαν μοναχός και στο τέλος κατάντησε να μή δίνη σημασία για τη σωτηρία του.
Κάποτε αρρώστησε βαρειά και λίγο έλειψε να πεθάνη. Ένας αδελφός, που από αγάπη τον φρόντιζε, τον είδε να πέφτη εξαντλημένος σε βαθιά λιποθυμία. Ο ίδιος, όπως διηγείτο αργότερα, ένοιωσε να χωρίζεται βίαια η ψυχή από το σώμα του και να βυθίζεται στη σκοτεινή άβυσσο της Κολάσεως. Εκεί, ανάμεσα στους άλλους κολασμένους, βρήκε τη μητέρα του. Τον είδε κι εκείνη η δυστυχισμένη και σάστισε.
-Κι εσύ, γυιέ μου, του είπε θρηνώντας, σε τούτο τον καταραμένο τόπο της απελπισίας καταδικάστηκες; Πού είναι λοιπόν τα λόγια που μου έλεγες, πως θέλεις να σώσης την ψυχή σου; Έγινες καλόγηρος, μα δεν την έσωσες.
Τόσο ντροπιάστηκε ο Μοναχός από τη δίκαιη εκείνη παρατήρησι, που δεν έβρισκε λόγια να δικαιολογηθή. Ευχόταν τη στιγμή εκείνη ν΄άνοιγε πιο βαθειά ο Άδης να τον κρύψη, παρά ν' ακούη τον έλεγχο της μάνας του. Στη δύσκολη θέσι που βρισκόταν, του φάνηκε πως άκουσε την προσταγή:
-Πάρτε τον πίσω. Του χαρίζεται λίγη προθεσμία να διορθωθή.
Ύστερα απ' αυτό ήρθε στις αισθήσεις του. Τρομαγμένος διηγήθηκε στον Αδελφό του όσα είχε ιδεί κι ακούσει. Σε λίγες μέρες έγινε καλά από την αρρώστια του, αλλά και ψυχικά αναγεννήθηκε. Κλείστηκε στην καλύβα του και φρόντιζε με φόβο και τρόμο για τη σωτηρία της ψυχής του. Κάθε μέρα έκλαιγε με δάκρυα πικρά, βαθειά μετανοημένος για την περασμένη του αμέλεια.
-Μην κάνης έτσι, Αδελφέ, του έλεγαν οι Γέροντες, θ' αρρωστήσης πάλι από την υπερβολική σου θλίψι.
-Αν δεν υπέφερα, Πατέρες μου, τους έλεγε εκείνος, το ντρόπιασμα της μήτερας μου, πώς θα υπομείνω τάχα την καταισχύνη που θα μου κάνη ο Κριτής μπροστά στους Αγγέλους, στους Δικαίους και σ' όλους τους συνανθρώπους μου τη φοβερή στιγμή που θα με κρίνη;
Με τη μελέτη αυτή ο πρώην αμελής Ερημίτης έφτασε σε αγιότητα."
(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 163)

3)   "Δεν θα παραλείψω να σου αναφέρω και την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτη. Αυτός ζούσε πάντοτε με πλήρη αμέλεια, χωρίς να φροντίζει καθόλου για την ψυχή του.

Κάποτε λοιπόν ασθένησε πάρα πολύ βαρειά, ώστε  για μια ολόκληρη ώρα φαινόταν ότι είχε πεθάνει. Συνήλθε όμως πάλι, και μας παρακάλεσε να φύγομε αμέσως όλοι. Έκτισε τότε τη θύρα του κελλιού του, και έμεινε μέσα σ' αυτό δώδεκα χρόνια, χωρίς να μιλήσει καθόλου με κανένα.

Δεν γευόταν τίποτε άλλο, παρά μόνο ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο εκστατικός μπροστά σε όλα εκείνα που είχε δεί κατά την έκστασή του εκείνη. Τόσο πολύ είχε βυθισθεί στη σκέψη του, ώστε να μην αλλάξει ποτέ στο εξής η όλη έκφραση του. Φαινόταν πάντοτε σαν ηλίθιος, χύνοντας αθόρυβα πάντοτε δάκρυα θερμά.
Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνει, ξεφράξαμε τη θύρα, μπήκαμε μέσα, και παρά τα πολλά παρακάλια μας, αυτό μόνο ακούσαμε να μας λέγει.

“Συγχωρήστε με. κανένας, που συνειδητοποιήσε το νοήμα της μνήμης του θανάτου, δεν θα μπορέσει να αμαρτήσει ποτέ”.

Εμείς μείναμε κατάπληκτοι βλέποντας αυτόν που ήταν τόσο αμελής προηγουμένως, να έχει μεταμορφωθεί μέσα σε μιά στιγμή, σημειώνοντας αυτή τη μακάρια αλλοίωση και μεταμόρφωση. Αφού τον θάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο που βρίσκεται κοντά στο κάστρο, όταν ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιο λείψανό του, δεν το βρήκαμε.

Ο Κύριος δηλαδή με το θαύμα αυτό επιβεβαίωσε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, ώστε να διορθώσουν τον εαυτό τους και όλοι εκείνοι που θα θελήσουν και μετά την πολλή αμέλεια που έδειξαν στο παρελθόν."
(Κλίμαξ, Ιωάννου Σιναΐτου,εκδ ΕΠΕ σελ. 185-187)


4)   "Κάποιος αδελφος ρώτησε έναν Γέροντα: "Τι να κάνω;". Και του είπε ο Γέροντας:

"Οφείλουμε να χύνουμε δάκρυα πάντοτε". Συνέβη κάποτε κάποιος από τους πατέρες να πεθάνει και μετά από πολλή ώρα επανήλθε στον εαυτο του και τον ρωτήσαμε:

"Τι είδες εκεί αββά;"

Και μας είπε τότε κλαίοντας: "Άκουσα εκεί έναν ασταμάτητο θρήνο απ' αυτούς που έλεγαν αλίμονό μου. Το ίδιο και εμείς οφείλουμε να λέμε πάντοτε".
(Το Μέγα Γεροντικόν, τόμος Α, εκδ. "Το γενέσιο της Θεοτόκου", σελ. 351-353)

5)   Όταν ο άγ. Αθανάσιος των σπηλαίων του Κιέβου πέθανε και επανήλθε στη ζωή μετά από δύο ημέρες, οι άλλοι μοναχοί “τρομοκρατήθηκαν βλέποντας τον. άρχισαν τότε να τον ρωτούν πώς είχε γίνει κάτι τέτοιο, και τί είχε δεί και ακούσει ενόσω ήταν έξω από το σώμα του. Σε όλες τις ερωτήσεις απάντησε λέγοντας μόνο:

“Σώστε τον εαυτό σας!”

Και όταν οι αδελφοί επίμονα τον ρωτούσαν να τους πεί κάτι ψυχωφελές, εκείνος τους συνέστησε την υπακοή και την αδιάκοπτη μετάνοια.

Αμέσως μετά ο Αθανάσιος εγκλείστηκε σε ένα σπήλαιο, όπου παρέμεινε συνεχώς επί δώδεκα χρόνια, χύνοντας ακατάπαυστα δάκρυα μέρα και νύχτα, τρεφόμενος με λίγο ψωμί και νερό μέρα παρά μέρα, και μη συζητώντας με κανέναν για όλο εκείνο το διάστημα.

Όταν έφτασε η ώρα του θανάτου του, επανέλαβε στους συγκεντρωμένους αδελφούς τις εντολές του για υπακοή και μετάνοια, και απεβίωσε ειρηνικά έν Κυρίω”.
(Η ψυχή μετά τον θάνατο, Σεραφείμ Ρόουζ, εκδ. Μυριόβιβλος, σελ. 269)

Ο μακαριστός γέροντας Ιάκωβος αγρύπνησε αποβραδίς με προσευχή. Μα ο εξουθενωμένος δε λησμόνησε και τους πονεμένους. Διάβασε τα τελευταία γράμματα και απάντησε περίπου σε δεκαπέντε. Παρηγόρησε, συμβούλεψε κατά περίπτωση.
21 του Νοέμβρη. Ξημερώνοντας θα γιόρταζε τα Εισόδια της Θεοτόκου. Ετοιμαζόταν όλη τη νύχτα, θα κατέβαινε. Κανονικά δε θα ‘πρεπε, μα το ήθελε πολύ. Τόσο πολύ που τίποτα δεν μπορούσε να τον αποκλείσει από την τελευταία του θεία Κοινωνία. Με κόπο κατέβηκε, σκοτάδι ακόμα, στην Ακολουθία.
Μερικοί μοναχοί πρόσεξαν μιαν άλλη διάθεση στο πρόσωπο του Γέροντα. Ιλαρότητα υπέρμετρη, αγάπη ξεχείλιζε ολόκληρος, το αγγελικό του χαμόγελο ατέλειωτο. Έγινε η Ακολουθία. Έψαλε γονατιστός τόσο άνετα και αναστάσιμα, λες και δεν ήταν άρρωστος.

Η θεία φωνή του γέμιζε το ναό, εξαίσια μελωδία, λες και ψέλνανε πολλοί άγγελοι μαζί.
Στις 10 η ώρα εξομολόγησε τον αγιορείτη διάκονο Γεννάδιο, στον οποίο ευχάριστα μα σταθερά είπε μεταξύ άλλων:
- Καλά που ήρθες, να είσαι που θα με αλλάξετε, μη φεύγεις.
Ο διάκος διαμαρτυρήθηκε με διάφορα λόγια για τα περί θανάτου του Γέροντα, μα εκείνος επέμενε.
Τελειώνοντας την εξομολόγηση έδειχνε κουρασμένος, αλλά διατηρούσε χαρμόσυνη διάθεση. Σηκώθηκε, πήρε από το χέρι το διάκο και βγήκανε από το εκκλησάκι. Προχώρησαν, κατεβήκανε τα σκαλιά και μπήκανε στο ναό. Έκανε την προσευχή του, ασπάστηκε όλες τις εικόνες, ευχαρίστησε και δοξολόγησε. Μα πλέον ζούσε άλλες καταστάσεις. Μέσα του κι έξω του αυγαζόταν από θείο φως - γι' αυτό η ευφροσύνη και ιλαρότητα του προσώπου του.

Τη θαυμαστή κατάσταση τούτη αξιώθηκε να δει μόνο ένας μοναχός, ο Εφραίμ. Καθάριζε τα μανουάλια του ναού και είδε το μακαριστό Γέροντα να μπαίνει μεταμορφωμένος. Έλαμπε ολόκληρος και ακτινοβολούσε χαρά και αγαλλίαση. Στάθηκε ακίνητος και τον παρατηρούσε πλημμυρισμένος και ο ίδιος ο Εφραίμ από αγαλλίαση και έκπληξη.

Βγήκε από το ναό και με το διάκο φέρανε γύρω γύρω τη Μονή εσωτερικά. Έβλεπε όλους τους χώρους, όλους τους μοναχούς, τους ευλογούσε ειρηνικά και τους μετέδιδε αγαλλίαση, που διαχυνόταν άφθονη από το αγγελικό του πρόσωπο. Αφού τελείωσε ο γύρος αυτός, ήθελε να βγουν έξω από τη Μονή. Βγήκανε από τη νότια πόρτα. Προχώρησε σιγά σιγά δεξιά. Σταμάτησε στο εργαστήριο κι ευλόγησε με άπειρη αγάπη τους εκεί μοναχούς. Πάλι προς τα δεξιά, ενώ σταματούσε στα εκκλησάκια και σταυροκοπιότανε πολλές φορές. Ανέβηκε ακόμα ψηλότερα, βορειοδυτικά. Ζήτησε να τον βοηθήσει ο διάκος ν’ ανεβούνε ακόμα λίγο. Από κει το μοναστήρι φαινότανε όλο. Σαν από αεροπλάνο. Ήταν ωραίο, ανακαινισμένο, φροντισμένο...και το 'χε βρει ερείπιο, διαλυμένο, ξεχαρβαλωμένο και πολύ μικρότερο. Τώρα και ανακαινισμένο και γεμάτο με καλούς μοναχούς.
Το κοίταζε από κει ψηλά και δεν το χόρταινε. Το βλέμμα του είχε τόση αγάπη για το μοναστήρι.
- Έλα, παιδί μου. πάμε.
Γυρίσανε από την άλλη μεριά. Σχεδόν μεσημέρι.

Κατάκοπος, μετά το μεσημέρι, αποσύρθηκε για λίγο στο κελί του. Έφτασε όμως ο π. Αλέξιος, που έπρεπε για πρώτη φορά να κάνει κηδεία. Νέος ιερέας και δεν ήξερε το τυπικό και πως ψάλλεται. Με υπομονή ο μακαριστός γέροντας του είπε πως θα κάνει τούτο, πως εκείνο. Κι έπιασε να του ψέλνει τροπάρια της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Έψελνε και ο Αλέξιος, μα ο Γέροντας έψελνε πολύ ωραία. Έκπαγλα και χαιρότανε όλο και περισσότερο. Σε κάποια στιγμή ο Αλέξιος νόμισε ότι έμαθε να ψέλνει τη νεκρώσιμη Ακολουθία και ήθελε να φύγει, ευχαριστώντας και παίρνοντας την ευχή του Γέροντα. Εκείνος όμως επέμενε να την ψάλουνε όλη από την αρχή. Έτσι κι έγινε. Την ψάλανε ολόκληρη, και ο γέροντας ήτανε όλο χαρά κι ευφροσύνη.
Έφυγε μετά τις 2 η ώρα ο π. Αλέξιος κι έμεινε μόνος ο γέροντας. Στις 3.15 του χτύπησαν την πόρτα για καφέ και του είπαν ότι ήρθε η Γερασιμία. Κι ενώ δύσκολα δεχότανε στο κελί. είπε μόνος του:
-Να έρθει. Αυτό το παιδί έχει ανάγκη, πρέπει να το δω!
Αργότερα δέχτηκε τη Γερασιμία, για εξομολόγηση. Έβαλε το πετραχήλι του, έκατσε στην άκρη του κρεβατιού, βλέποντας τον Εσταυρωμένο, και άρχισε. Την άκουσε προσεχτικά, τη συμβούλεψε, της έδωσε κουράγιο...και ξαφνικά με αλλοιωμένη όψη της λέει:
-Εδώ, παιδί μου, είναι ο όσιος Δαβίδ...Και ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος...ψάλε το Απολυτίκιο τους...

-Παιδί μου, άνοιξε την πόρτα, ήρθαν οι πατέρες.
Πράγματι, έφταναν στην πόρτα οι πατέρες. Τη στιγμή που στράφηκε στην πόρτα η Γερασιμία, δοκίμασε ο γέροντας να σηκωθεί, να σταθεί στα πόδια του...Μα την ίδια στιγμή είπε «ζαλίζομαι, ζαλίζομαι...» κι έγειρε, χάνοντας την ευστάθεια του. Πρόλαβε η κοπέλα κι έπιασε λίγο το γέροντα και τον βοήθησε να μη χτυπήσει πολύ, πέφτοντας στο πάτωμα. Η αναπνοή του ήτανε πολύ δύσκολη και προσπαθούσε. Συγχρόνως έμπαιναν και οι πατέρες με πρώτο τον π. Ιλαρίωνα. Αμέσως σύγχυση, φόβος, πανικός, κλάματα...Γονάτισε δίπλα του ο π. Κύριλλος, πήρε να του τρίψει τα χέρια...άλλοι μοναχοί τρέξανε στον Άγιο Χαράλαμπο και κλαίγοντας κάνανε Παράκληση. Άλλος έτρεξε να τηλεφωνήσει σε γιατρό. Ο σφυγμός του μεγάλου ασκητή φάνηκε νηματοειδής, ανεπαίσθητος...Το πρόσωπο του πήρε λίγο κοκκινωπό χρώμα...έμεινε ήρεμο, χωρίς αγωνία...και μια στιγμή έκανε με τα σεπτά χείλη του ένα μικρό φύσημα...
Αυτό ήταν, σαν πουλάκι παρέδωσε το πνεύμα. Στις 4.17 το απόγευμα, ο μακαριστός γέροντας άφησε το φθαρτό κόσμο του πόνου. Μπήκε σε μακάρια μονή του Τριαδικού Θεού.

(Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ Καθ. Στυλιανός Γ. Παπαδόπουλος ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ)

Το σύγχρονο θαύμα του Αγίου Παϊσίου συνέβη σε ένα μικρό χωριό των Σερρών.Το περιέγραψε στον υποδιάκονο Αμφιλόχιο, του Ιερού Καθεδρικού Ναού των Ταξιαρχών Σερρών, ο βιώσας το θαύμα Παντελής Κ.

Ο Παντελής ετών 18, νέος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, είχε ένα τρομερό ατύχημα με το μηχανάκι του λίγο πιο έξω από το χωριό του με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά στο κεφάλι και να πάθει εγκεφαλική διάσειση. Πιθανότατα ήταν υπό την επήρεια ουσιών γιατί παρόλο που ήταν σε προγράμματα αποτοξίνωσης, το δαιμόνιο αυτό της ηρωίνης δεν έλεγε να βγει από μέσα του.

Μπήκε εσπευσμένα στην μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Σερρών με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Οι γιατροί τον είχαν σε καταστολή και μετά και από ενδονοσοκομειακή μόλυνση ήταν σε κώμα με τελική γνωμάτευση ότι ήταν εγκεφαλικά νεκρός.

Οι γιατροί μην έχοντας άλλα μέσα στη διάθεσή τους, σήκωσαν τα χέρια ψηλά και είπαν στη μητέρα του ότι είναι στα χέρια του θεού.

Η ημερομηνία της τελικής γνωμάτευσης για εγκεφαλικό θάνατο ήταν η 13η Ιουλίου. Σε μία ημέρα ο γιος της θα έκλεινε τα 18 του χρόνια, και αντί να μπει στην ενήλικη ζωή, τον έβλεπε στο κρεβάτι να παλεύει, όχι για τον γνωστό αγώνα κατά της μάστιγας των ναρκωτικών, αλλά τελείως άμεσα για την επιβίωσή του .

Η αξιαγάπητη κυρία Αναστασία δε το έβαλε κάτω. Με την προτροπή του άγιου πνευματικού της , παππούλη Αθανάσιου, πήρε το ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη την επόμενη ημέρα και κατευθύνθηκε προς την ιερά μονή ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ – ΣΟΥΡΩΤΗ.

Γνώριζε για το μεγαλείο του Αγίου Παϊσίου, δε γνώριζε όμως ότι εκείνη την ημέρα 14 Ιουλίου συμπληρωνόντουσαν 18 χρόνια από την κοίμηση του γέροντα.

Όταν έφτασε και είδε τη λαοσύναξη απόρησε, αλλά όταν της είπαν ότι ο γέροντας πέθανε την ίδια μέρα που γέννησε τον μονάκριβο γιο της κόντεψε να λιποθυμήσει. Ένιωσε κάτι που δεν μπορεί ακόμα να περιγράψει. Μια ένωση με το θείο, την αύρα του γέροντα και γενικά ότι κάτι καλό θα βγει.

Παρόλη την κρισιμότητα της κατάστασης του γιού της , δε το χρησιμοποίησε σαν αιτία και περίμενε με ταπείνωση και γονατιστή πάνω από 4 ώρες μέχρι να έρθει η σειρά της να προσκυνήσει το μέρος, όπου κοιμάται ο Άγιος Παΐσιος.

Προσευχήθηκε για το σπλάχνο της και πήρε λίγο χώμα από το μνήμα, το οποίο χώμα το πήγε στον πνευματικό της, και ο οποίος αφού το διάβασε, έφτιαξε ένα αυτοσχέδιο φυλακτό. Η κυρία Αναστασία έτρεξε στο νοσοκομείο και το εναπόθεσε κάτω από το μαξιλάρι του παιδιού της.

Το ίδιο κιόλας βράδυ είδε στον ύπνο της τον Άγιο Παΐσιο να της λέει: «Μη φοβάσαι, θα γίνει καλά ο Παντελής».

Το επόμενο πρωί ο Παντελής συνήλθε υγιέστατος κάτι που οι γιατροί αδυνατούσαν να εξηγήσουν.

Μια έντονη ευωδία είχε κατακλύσει το δωμάτιο και αργότερα διαπίστωσαν ότι αυτή η μυρωδιά, προέρχονταν από το μαξιλάρι του Παντελή, στου οποίου η μητέρα του είχε τοποθετήσει κρυφά το φυλαχτό με το χώμα από τον τάφο του Αγίου.

Το μόνο που θυμάται ο Παντελής από το λήθαργο του, είναι η φιγούρα ενός μαυροφορεμένου γέροντα να του λέει: “άντε σήκω παλικάρι μου να πας στη μαμά σου. Τα κόλλυβα σου δεν τα έχεις στο ζωνάρι. Θα αργήσουμε να τα φάμε”.

Ο Παντελής από εκείνο το πρωινό έχει μια αποστροφή για τα ναρκωτικά και υγιέστατος διαβάζει και προσπαθεί να μπει στο πανεπιστήμιο.

Εξομολογείται στον πνευματικό της μητέρας του και θέλησε να μοιραστεί το θαύμα που βίωσε η οικογένεια του , με τον υποδιάκονο Αμφιλόχιο.

«ο Θεός μερικές φορές, όταν κάποιος δεν καταλαβαίνει με το καλό, του δίνει μια δοκιμασία, για να συνέρθει. Αν δεν υπήρχε λίγος πόνος, αρρώστιες κ.λπ., θα γίνονταν θηρία οι άνθρωποι· δεν θα πλησίαζαν καθόλου στον Θεό.»


Θέματα: άγιος, θαύμα, προσευχή, πίστη, επιστήμη, μετά θάνατον

 

Ήταν στην αυλή της Καλύβης του ο Γέροντας (Παΐσιος), όταν τον επισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Επανελάμβανε συνεχώς από την καρδιά του: «Δόξα σοι ο Θεός», πάλιν και πολλάκις.

 

Σε μια στιγμή ο Γέροντας του είπε: «Αχρηστεύεται κανείς με την καλή έννοια»;

-Ποιός, Γέροντα;

-Ήσυχα καθόμουν στο Κελλί μου, ήρθε και με παλάβωσε. Ωραία περνούν επάνω. 

-Τι συμβαίνει, Γέροντα; 

-Θα σου πω, αλλά μην το πεις σε κανέναν.

 

Του διηγήθηκε τότε το έξης:

«Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγει για ένα εκκλησιαστικό θέμα. (Με το μακαρίτη Τρίτση).

Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελί μου και έκανα τις Ώρες. Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέει: «Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». 

 

Σκέφθηκα:

«Πώς βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:

-Ποιος είναι;

-Η Ευφημία! (απαντά).

-Σκεφτόμουν, «ποια Ευφημία; Μήπως καμιά γυναίκα έκανε καμιά τρέλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τι να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω: «Ποιος είναι;». «Η Ευφημία», άπαντα και πάλι. Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά που χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, που είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνόδευε κάποιος, που έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε.

 

Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποια είναι·

-Η μάρτυς Ευφημία, (απαντά).

-Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, έλα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνης και συ.

 

Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υιού». «-Και του Υιού», είπε με ψιλή φωνή.

-Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατότερα.

-Ενώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελί μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά.

-«Και του Αγίου Πνεύματος»

 

Μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.

-Ύστερα κάθισε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία που είχα (στο εκκλησιαστικό θέμα).

 

-Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πα, πα, πα!

 

-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.

-Αν ήξερα τι δόξα έχουν οι Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.

-Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».

 

Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστη μου και χωρίς να είχε καμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».

 

Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ένα θέμα που είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».

Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πεις ήταν καμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».

Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ηνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χριστού η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».

 

Και ένα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», που άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).

Παρά την συνήθειά του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθειά του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.

 

Ο Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη με την οποία έκανε πρεσσαριστά εικονάκια και τα μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές εις τιμήν της αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνη τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού.

Είπε: «Παιδεύτηκα να κάνω το χέρι της, αλλά μετά έβαλα έναν καλό λογισμό: «Ίσως επειδή και εγώ την παίδεψα την καημένη».

 

Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σελίδες: 224-228 Έκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα, Άγιον Όρος, 2004

 

Η Αγία Ευφημία εορτάζεται στις 16 Σεπτεμβρίου, και 11 Ιουλίου η ανάμνηση του θαύματος στην λύση που επέφερε στην εν Χαλκηδόνα Δ’ Οικουμενική σύνοδο.

Επί Θεοφίλου του μακάριου πάπα Αλεξανδρείας χρημάτισε επίσκοπος στην Κυρήνη ο Συνέσιος ο φιλόσοφος. Aυτός ,όταν ήρθε στην Κυρήνη, βρήκε εκεί κάποιο φιλόσοφο στο όνομα Ευάγριο, ο οποίος υπήρξε σύντροφος του στα μαθήματα και φίλος του γνήσιος , λάτρευε όμως, με μανία τα είδωλα. Αυτόν ο επίσκοπος Συνέσιος ήθελε να μετατρέψει και όχι μόνο ήθελε και πάσχιζε, αλλά και είχε και πολύ αγώνα και φροντίδα εξαιτίας της φιλίας την όποια είχε εξαρχής προς αυτόν. Αυτός όμως, δεν δεχόταν  ούτε παραδεχόταν  με κανένα τρόπο τη διδασκαλία του. Όμως ο επίσκοπος, από την πολλή φιλία προς αυτόν, ούτε δείλιασε ούτε σταμάτησε να τον διδάσκει και να τον παρακαλεί και να τον νουθετεί καθημερινά να πιστεύει στο Χριστό και να έρθει σε επίγνωση Του. Έτσι μια φορά είπε  και τούτο προς αυτόν το φιλόσοφο:¨ Ειλικρινά ,κύριε  επίσκοπε μαζί με όλα και τούτο δεν μου αρέσει που λέτε οι χριστιανοί ότι και γίνεται συντέλεια του κόσμου και μετά τη συντέλεια όλοι οι άνθρωποι, όσοι υπήρξαν από την αρχή ,θα αναστηθούν με τούτο το σώμα και θα ζήσουν αιώνια , έχοντας τη σάρκα τούτη άφθαρτη και ανώλεθρη, θα πάρουν τις αμοιβές κι ότι οποίος  ελεεί φτωχό, δανείζει το Θεό κι οποίος σκορπίζει  χρήματα στους φτωχούς και στους πένητες,  θησαυρίζει στον ουρανό και του δίνει ο Χριστός εκατονταπλάσια μαζί με την αιώνια ζωή κατά την ανάσταση. Αυτά μου φαίνονται απάτη και κοροϊδία και παραμύθια κι όταν τα λέτε, τέτοια αποδεικνύονται. Ο Συνέσιος, όμως, ο επίσκοπος τον διαβεβαίωνε ότι όλα τα δόγματα των χριστιανών είναι αληθινά και δεν έχουν τίποτε ψεύτικο ή ξένο προς την αλήθεια και με πολλές αποδείξεις προσπαθούσε να τον πείσει ότι αυτά έτσι είναι.

Κι έτσι, μετά πολύ καιρό, τον βαφτίζει κι αυτόν και τα παιδιά του κι όλους  όσους  ήταν  στο σπίτι του . Μετά από λίγο καιρό λοιπόν, από το βάπτισμα δίνει στον επίσκοπο τρία χρυσά δηνάρια για τους  φτωχούς λέγοντας:
- Δέξου τα τρία κεντήτρια (: νομίσματα) και δώστα στους φτωχούς και κάνε μου γραμμάτιο ότι θα μου τα εξοφλήσει ο Χριστός στο μέλλοντα αιώνα.
Αυτός δήχθηκε το χρυσάφι κι έκανε πρόθυμα το γραμμάτιο, όπως ήθελε.

Αφού έζησε λοιπόν, μερικά χρόνια μετά το άγιο βάπτισμα, ασθένησε θανάσιμα. Κι ενώ  ήταν  να πεθάνει, λέει στα παιδιά του:
- Καθώς θα με κηδεύετε, τούτο το χαρτί βάλτε στα χεριά μου κι έτσι, μαζί αυτό, να με  θάψετε. Αυτοί, όταν πέθανε αυτός, όπως τους παρήγγειλε, έτσι κι έκαναν. Κι όταν τον έθαβαν, τον σκέπασαν με το ιδιόχειρο  γραμμάτιο. 

Και την τρίτη μέρα από την ταφή φαίνεται στον επίσκοπο Συνέσιο  τη νύχτα, καθώς κοιμόταν , και του λέει:
- Έλα στον τάφο όπου είμαι θαμμένος και πάρε  το ιδιόχειρο σου γραμμάτιο, γιατί πήρα το χρέος και πληρώθηκα και δεν έχω κανένα λογαριασμό μαζί σου και για να σε βεβαιώσω ,το υπέγραψα με το χέρι μου.
Αγνοούσε τότε ο επίσκοπος ότι έθαψαν μαζί με το φιλόσοφο και το ιδιόχειρο του γραμμάτιο.

Και το πρωί έστειλε και κάλεσε τους γιους του και τους είπε:
- τι  θάψατε μαζί με το φιλόσοφο στον τάφο;
Αυτοί νόμιζαν ότι τους μιλεί για χρήματα και του είπαν:
- Τίποτε, δέσποτα, εκτός από τα σαβάνα του.
- Τι λοιπόν, λέει, ούτε κανένα χαρτί θάψατε μαζί του;
Αυτοί  τότε το θυμήθηκαν, επειδή  αγνοούσαν ότι για χαρτί το λέει, και του λένε:
- Ναι, δέσποτα, πεθαίνοντας μας έδωσε κάποιο χαρτί και είπε:
- Καθώς θα με θάβετε, τούτο το χαρτί  δώστε μου  να κρατώ στα χεριά , χωρίς κάνεις να ξέρει  τίποτε.

Τότε τους είπε ο επίσκοπος το όνειρο το όποιο είδε εκείνη τη νύχτα. Και πήρε αυτούς μαζί με τους κληρικούς και τους προύχοντες και μερικούς κατοίκους  της πόλεως και πήγε στον τάφο του φιλοσόφου. Τον άνοιξαν και βρίσκουν το φιλόσοφο μέσα να κρατά με τα χεριά του ιδιόχειρο γραμμάτιο  του επισκόπου και, παίρνοντας από τα χεριά του το γράμμα, το άνοιξαν και το βρήκαν γραμμένο  πρόσφατα με το χέρι του φιλοσόφου ως εξής:
“εγώ ο Ευαγριος ο φιλόσοφος εσένα τον οσιότατο κύριο Συνέσιο επίσκοπο χαιρετώ. Πήρα ότι γραφεί τούτο το γράμμα σου και πληρώθηκα και δεν έχω καμία διαφορά μαζί σου για το χρυσάφι το όποιο σου έδωσα, δηλαδή δια σου στο Χριστό, το Θεό και Σωτήρα μας”.

Έμειναν τότε κατάπληκτοι όσοι το έβλεπαν και, φωνάζοντας για ώρες  πολλές το κύριε ελέησον, δόξαζαν το Θεό ο οποίος ενεργεί θαυμαστά και δίνει παντοτινά τέτοια πληροφορία στους δούλους  Του.

Μας διαβεβαίωνε  δε και τούτο  ο ίδιος κύριος  Λεόντειος [ο επίσκοπος Κυρήνης],ότι το χειρόγραφο που έχει την υπογραφή του φιλοσόφου σώζεται μέχρι σήμερα και βρίσκεται στο σκευοφυλάκιο της Εκκλησίας  της Κυρήνης κι όποιος αναλαμβάνει σκευοφύλακας  εκεί, παραλαμβάνει και αυτό μαζί με τα ιερά σκεύη, το φυλάει  επιμελώς και μαζί αυτά  το παραδίδει σώο και αβλαβές.
(Λειμωνάριον, Ιωάννου Μόσχου, εκδ. Σταυρονικήτα, Αγ. Όρος 1986)

Λέει ο παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης, άγιος Κληρικός:

«Κατέβαινα από τον άγιο Νικόλαο και συνάντησα μια παλαιοημερολογίτισσα και τη χαιρέτησα. Εκείνη όμως όχι μόνο δεν με χαιρέτησε, αλλά γύρισε πίσω και με μούτζωνε με τα δυο της χέρια… Μετά από καιρό κοιμήθηκε και ερχότανε στον ύπνο μου κάθε βράδυ σε άθλια κατάσταση, σαν ζητιάνα, και με ενοχλούσε και ζητούσε κάτι.

Πήγα στα Τρίκαλα στη Μητρόπολη και τα ανέφερα. Ρώτησα το Δεσπότη τι να κάνω και μου είπε, να πας νύκτα, αφού την ημέρα δεν αφήνουν τα παιδιά της, να κάνεις ένα τρισάγιο στον τάφο της για να συγχωρηθεί η ψυχή της. Αφού έκανα το τρισάγιο, κατόπιν δε με ενόχλησε άλλο»

(βιβλίο: Παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, 1975, στο «Αγιολογία», αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, σελ. 83-84)

(Ο αγιος Νεομάρτυς Φιλούμενος έμεινε στην αγία γη για 46 έτη διακονώντας την εκεί αδελφότητα του Πατριαρχείου, ως φύλακας αγίων τόπων, αλλά εξαιρέτως αγίων τρόπων. Τελευταίος σταθμός της διακονίας του ήταν το Φρέαρ του Ιακώβ, το οποίον έγινε τόπος του μαρτυρίου του. Στις 16 Νοεμβρίου 1979 μ.Χ. (29 Νοεμβρίου με το νέο ημερολόγιο), φανατικοί σιωνιστές, που διεκδικούσαν το προσκύνημα ως δικό τους, τον κατέκοψαν την ώρα του εσπερινού, Αγιοταφίτες πατέρες παρέλαβαν το τίμιο του λείψανο έπειτα από πέντε ημέρες και το ενταφίασαν στην αγία γη).

Γράφει ο Ανδρέας Κυριακού: «Όταν επιτέλους, οι Εβραίοι ειδοποίησαν το Πατριαρχείο ότι μπορούσαν να παραλάβουν το νεκρό [τον π. Φιλούμενο], τρεις αρχιμανδρίτες αναχώρησαν για τη Χάιφα. Φτάνοντας στο νοσοκομείο οι δύο απ’ αυτούς εισηγήθηκαν να τυλιχθή το λείψανο σ΄ ένα σεντόνι, διότι  μετά από τόσες μέρες θα είχε πάθη νεκρική ακαμψία. Ο τρίτος, ο κύπριος αγιοταφίτης  π. Σωφρόνιος δεν αποδέχτηκε την εισήγηση και θέλησε να ντύσει κανονικά το λείψανο του Νεομάρτυρος. Εισήλθε στο νεκροτομείο, στάθηκε μπροστά στο λείψανο και ψιθύρισε:

- Πάτερ Φιλούμενε, σύ ήσουν  άνθρωπος  υπακοής. Βοήθησέ με να σε ντύσω.
Τότε ο π. Φιλούμενος άπλωσε το ένα του χέρι και στη συνέχεια το άλλο και τον έντυσε!

Τελειώνοντας ο π. Σωφρόνιος φώναξε τους άλλους:
- Ελάτε να δείτε, άπιστοι, που τον έντυσα.
Όταν τον έφεραν στα Ιεροσόλυμα, η Γαλάτεια [η αδελφή του] δυσκολεύτηκε πολύ να τον αναγνωρίσει παρά τις πολλαπλές ραφές που έγιναν στο πρόσωπό του κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο. Πριν από τη νεκρώσιμη ακολουθία ο π. Σωφρόνιος πήρε το χέρι του πατρός και το ανεβοκατέβασε, δείχνοντας την ευλυγισία του μαρτυρικού σκηνώματος.

Η εξόδιος ακολουθία έλαβε χώρα στο ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 1979.

(Στο βιβλίο: Τα θαυμάσια του Θεού, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, σελ.26-7)

Όταν είχε κοιμηθεί ο Γέροντας Πορφύριος, ήλθε μια κοπέλα απ’ την Αυστραλία για να τον επισκεφτεί. Δεν ήξερε ότι είχε πεθάνει. Όταν ήλθε στο μοναστήρι, είδε ότι έξω δεν υπήρχε κόσμος, βρήκε την πόρτα ανοικτή και ανέβηκε τροχάδην επάνω στο κελλάκι του. Είδε, παραδόξως, το Γέροντα να κάθεται στο κρεβάτι, μίλησε μαζί του αρκετή ώρα, είπε ότι ήθελε να πη, πήρε τις απαντήσεις και, πολύ χαρούμενη, κατέβαινε τη σκάλα .

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε μια αδελφή. Εντωμεταξύ η πόρτα ήταν κλειστή. Της λέει:

- Εσύ πως βρέθηκες μέσα; Πως μπήκες;

Λέει:

- Να. Δεν είχε κόσμο έξω, βρήκα την πόρτα ανοιχτή και ανέβηκα επάνω και μίλησα του Γέροντα. Δεν είχε κανένα. Της λέει:

- Μα πώς; Μίλησες στο Γέροντα;. Λέει - Ναι.

- Μα ο Γέροντας, της λέει, έχει πεθάνει.

- Τι λες;  Αφού ο Γέροντας είναι επάνω! 

Και γυρίζει απότομα πάλι επάνω τροχάδην, να δη το Γέροντα. Ανεβαίνει επάνω, άδειο το κελί, στρωμένο το κρεβατάκι του…. Και τότε  ξέσπασε σε λυγμούς, που αυτή είχε δη το Γέροντα  και μίλησε, ενώ ήδη ο Γέροντας είχε κοιμηθεί.

(βιβλίο: Μαθητεύοντας στο Γέροντα Πορφύριο, Μήλεσι 2011)

(διηγείται ο άγιος Γέρων παπα-Χαράλαμπος Διονυσιάτης…απαντώντας σε ερώτηση αν ωφελούν οι προσευχές μας τους άλλους…)

- Αφού παιδί μου ενδιαφέρεσαι, να σου πω και κάτι για το κομποσχοίνι πιο φοβερό, γύρω από την ζωή του Γέροντά μου (Ιωσήφ). Ο Γέροντάς μου, είχε στον κόσμο μια ξαδέλφη. Αν και η ζωή της δεν ήταν τόσο καλή, ο Γέροντας όμως την αγαπούσε πολύ. Κάποτε τον ειδοποίησαν ότι η ξαδέλφη του πέθανε και μάλιστα όχι καλά. Έκαμνε διάφορους μορφασμούς, θεατρινισμούς∙ μιλούσε άσχημα κ.λπ. και σ’ αυτά τα χάλια πάνω ξεψύχησε. Μόλις το μαθαίνει ο Γέροντας, άρχισε τα κλάματα. Εγώ παραξενεύτηκα· τόση ευαισθησία· να κλαίει τόσον πολύ. Όμως κατάλαβε ο ίδιος τον λογισμό μου και με προλαβαίνει:

- «Εγώ δεν κλαίω παιδί μου που πέθανε αλλά κλαίω γιατί κολάστηκε».

Ωστόσο απ’ εκείνην  την  ημέρα ο Γέροντας δώστου συνέχεια νηστεία και προσευχή για την ξαδέλφη του. Ύστερα από αρκετές ημέρες,  βλέπω τον Γέροντα πολύ χαρούμενο.

- «Τι συμβαίνει Γέροντα;» .

- «Να σου πω παιδί μου. Αφού όλες τις μέρες δεν ησύχασα να προσεύχομαι και να αγρυπνώ με νηστεία και δάκρυα για την ξαδερφούλα μου, σήμερα είδα το εξής ευχάριστο και θαυμαστό όραμα. Ενώ προσευχόμουν βλέπω ζωντανά την ξαδερφούλα μπροστά μου και μου φωνάζει με πολλή αγαλλίαση:

- «Σήμερα είναι η μέρα της σωτηρίας μου. Σήμερα γλύτωσα από την κόλαση. Σήμερα πηγαίνω στον Παράδεισο».

Ξαφνικά την ίδια στιγμή βλέπω τον μακαρίτη τον παπά–Γιώργη μπροστά μου. Αυτός είναι ένας σύγχρονος άγιος. Όταν ήμουν στον κόσμο τον πρόλαβα. Έβαλε στο μυαλό του, ει δυνατόν, να βγάλει όλους τους αμαρτωλούς από την κόλαση. Κάθε μέρα λειτουργούσε  και μνημόνευε χιλιάδες ονόματα. Κατόπιν γυρνούσε τα μνήματα και όλη μέρα διάβαζε τρισάγια και μνημόσυνα στους πεθαμένους. Αφού λοιπόν εν οράματι τον είδα μπροστά μου, τον ακούω και με μεγάλο θαυμασμό μού λέγει:

- «Βρε-βρε ….εγώ μέχρι τώρα νόμιζα ότι οι πεθαμένοι σώζονται μόνο με λειτουργίες και μνημόσυνα. Τώρα όμως είδα και κατάλαβα ότι και με τα κομποσχοίνια σώζονται οι κολασμένοι».

Και ξανά με θαυμασμό:

«Και με τα κομποσκοίνια σώζεται ο κόσμος ….!».

Μ’ αυτό το όραμα  πληροφορήθηκα ότι η ξαδερφούλα μου σώθηκε, αλλά μου δείξε  ο Θεός  και την δύναμιν του κομποσκοινιού ώστε και από την κόλαση να βγάζει ψυχή».

Λέγοντας στον αδελφό  συγκινημένος ο Γέροντας αυτά, του έδωσε την ευλογία  του και του ευχήθηκε:

- «Άντε στην ευχή μου και κοίταξε να βιαστής όσο μπορείς στην υπακοή και στην ευχή, αν θέλεις και τον εαυτό σου και τους άλλους να βοηθήσεις».

(βιβλίο: Παπαχαράλαμπος Διονυσιάτης. Ιωσήφ Μ.Δ. σελ. 157-158)

Ξέρω ότι είναι δύσκολο. Πριν μερικά χρόνια πέθανε o άνδρας σου. Στενοχωριόσουν το ξεπέρασες. Πάντρεψες τον μοναχογιό σου· η χαρά επέστρεψε. Έπειτα σε χαροποιούσε πάρα πολύ το εγγόνι. Όμως εκείνο που αγαπούσες εσύ αγαπούσε και ο Θεός και το πήρε. Μόλις το εγγόνι σου πέταξε στον αόρατο κόσμο, αρρώστησε και η νύφη σου. Τη στέγνωσε η στενοχώρια και η λύπη κι εκείνη ακολούθησε τον γιό.

Τελικά πίσω τ ους έφυγε κι ο μοναχογιός σου. Κι εσύ έμεινες μόνη κι έρημη.

Προσπάθησες μία φορά να δηλητηριαστείς. Έμεινες ζωντανή. Ετοίμασες έπειτα το σχοινί για να κρεμαστείς. Όμως σε ξάφνιασε η κοπέλα από τη γειτονιά. Βλέποντάς σε κάτω από το ετοιμασμένο σχοινί εκείνη σου είπε, πως άκουσε από τους γέρους, ότι η αυτοκτονία είναι αμαρτία χωρίς συγχώρεση και στους δυο κόσμους.

Καλά σου είπε. Τούτη η κοπέλα σού έσωσε την ψυχή. Όντως, εκείνη είναι η μέγιστη ευεργέτριά σου στον κόσμο. Μόνο χάρη εκείνης μπορείς να ελπίζεις να ιδωθείς στον άλλο κόσμο με τον γιό, τη νύφη, το εγγόνι και τον άνδρα σου. Η Εκκλησία τού Χριστού από την αρχή αντιστάθηκε αποφασιστικά ενάντια στην αυτοκτονία ως υπέρβαρο αμάρτημα. Ο δυτικός διδάσκαλος της Εκκλησίας ο Αυγουστίνος είπε: «Όποιος αυτοκτονήσει, τούτος σκότωσε έναν άνθρωπο».

Ο αυτόχειρας μ’ αυτό, λοιπόν, τοποθετείται ίσα με τον δολοφόνο. Αλλά στη δική μας ανατολική Εκκλησία η αυτοκτονία κρίνεται ακόμα πιο αυστηρά. Κατά τον δέκατο τέταρτο κανόνα του πατριάρχη Τιμοθέου ο αυτόχειρας στερείται της νεκρώσιμης ακολουθίας και του εκκλησιαστικού ενταφιασμού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία όρισε αυστηρή τιμωρία ακόμα και για την προσπά θεια αυτοκτονίας. Σ’ εκείνον ο οποίος προσπαθήσει να αυτοκτονήσει η Εκκλησία επιβάλλει κανόνα δώδεκα χρόνια. Ξέρω πως εσύ θα σκαφθείς ότι αυτό είναι υπερβολικά αυστηρό. Όμως αυτή η αυστηρότητα κατάγεται από το έλεος. Σου λέω την αλήθεια: η Εκκλησία είναι τόσο αυστηρή στο θέμα τής αυτοκτονίας από καθαρό έλεος απέναντι στους ανθρώπους.

Αφού η Εκκλησία έχει στο πνευματικό της θησαυροφυλάκιο την προορατική εμπειρία, ότι οι αυτόχειρες δεν μπαίνουν στο βασίλειο της αθάνατης ζωής και του αιώνιου ελέους. Και με την αυστηρότητά της η Εκκλησία θέλει να προλάβει τους ανθρώπους από την αιώνια καταστροφή. Στην Αγία Γραφή μόνο δυο άνθρωποι αναφέρονται που πήραν τη ζωή τους από τον εαυτό τους. Ο ένας είναι ο Αχιτόφελ, ο προδότης τού βασιλιά Δαβίδ, και ο δεύτερος είναι ο Ιούδας, ο προδό­της τού Κυρίου Ιησού Χριστού. Ας είναι μακριά από σένα και μόνο η σκέψη να βρεθείς σ’ αυτήν την παρέα σ’ εκείνη την πλευρά τού τάφου. «Ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ. 10, 22), είπε ο Κύριος. Είναι πολυάριθμες και διαφορετικές δυσκολίες που ο Θεός επιτρέπει στους ανθρώπους, αλλά ο σκοπός όλων αυτών είναι ο εξής: με την πίκρα να θεραπεύσει τις ανθρώπινες ψυχές από την αμαρτία και να τις προετοιμάσει έτσι για την αιώνια σωτηρία. Όσο και να είναι καμιά φορά δύσκολο για σένα, θυμήσου δυο πράγματα, πρώτο ότι ο ίδιος ο ουράνιος Πατέρας σου ορίζει το μέτρο των παθών, και το δεύτερο ότι Αυτός γνωρίζει τη δύναμή σου. Εάν ποτέ σου έρθει η σκέψη για αυτοκτονία, διώξε την σαν ψιθύρισμα του σατανά. Το έλεος του Θεού να σε δυναμώσει.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, “Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…”, Ιεραποστολικές Επιστολές Α’, Εκδ. “Εν Πλω”, σ. 181)

Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com

Σελίδα 1 από 3

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (172) Αγάπη Θεού (46) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (39) άγγελοι (8) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (13) άγιος (74) αγνότητα (7) άγχος (11) αγώνας (57) αγώνας πνευματικός (19) αθεΐα (81) αιρέσεις (63) αλήθεια (19) αμαρτία (55) Αμβρόσιος άγιος (1) Ανάσταση (63) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (129) άνθρωπος (17) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (53) ασθένεια (14) άσκηση (2) αστρολογία (1) αυτογνωσία (45) Β Παρουσία (9) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (35) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (27) γνώση (5) γονείς (36) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (37) διάβολος (43) διάκριση (40) διάλογος (2) δικαιοσύνη (2) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (5) εγωισμός (87) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (52) Εκκλησιαστική Ιστορία (11) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (13) ελευθερία (11) Ελλάδα (14) ελπίδα (13) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (64) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (4) επιστήμη (58) εργασία (26) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (37) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (56) ευγένεια (4) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (21) ευχαριστία (5) ζώα (13) ηθική (5) ησυχία (4) θάνατος (87) θάρρος (13) θαύμα (61) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (40) Θεία Λειτουργία (37) θεία Πρόνοια (2) θέληση (4) θεολογία (6) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (96) θρησκείες (6) θυμός (30) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (1) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (15) ιερέας (41) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (4) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (18) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (34) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (2) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (76) κόλαση (8) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (41) λείψανα (2) λογισμοί (22) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (26) μετά θάνατον ζωή (24) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (60) μητέρα (8) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (9) μουσική (2) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (10) Νικόλαος Άγιος (2) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (48) πάθη (25) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (16) Παΐσιος Όσιος (8) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) Παπαδόπουλος Στυλιανός (1) παράδειγμα (5) Παράδεισος (38) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (144) πλούτος (11) πνευματική ζωή (53) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (13) πολιτική (9) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (22) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (38) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (121) προσοχή (2) προτεσταντισμός (17) προφητείες (1) ραθυμία (2) Ρωμαιοκαθολικισμός (12) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (18) Σταυρός (25) Σταύρωση (11) συγχώρηση (4) σχίσμα (1) σώμα (2) ταπεινοφροσύνη (54) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (7) υπαρξιακά (31) υποκρισία (1) υπομονή (36) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (9) φιλοσοφία (7) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (16) χαρά (23) χάρις θεία (9) χαρίσματα (1) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (19) Χριστός (9) Χριστούγεννα (32) χρόνος (13) ψεύδος (8) ψυχή (57) ψυχολογία (12)