Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

“Το οικοδόμημα της ειρήνης”.

Ίσως να φαίνεται άσχετο με το θέμα μας, όμως δεν είναι: Αν δεν υπάρχει μέσα μας αρμονία, δεν μπορούμε να είμαστε εμείς πηγή αρμονίας. Δεν έχει νόημα να μιλάμε για ειρήνη, αν μέσα μας δεν υπάρχει ειρήνη. Και η εσωτερική ειρήνη αρχίζει με κάτι βασικό, απόλυτο, με το αν δηλαδή βρισκόμαστε σε σχέση ειρήνης με το Θεό. Αυτό προϋποθέτει ειρήνη με την ίδια μας τη συνείδηση. Σημαίνει ότι έχουμε διαχωρίσει το νου από την καρδιά, σημαίνει ότι οι αμφιταλαντεύσεις έχουν καταλαγιάσει. Όχι απλά καταλαγιάσει, ή καταλαγιάσει στο μέτρο του δυνατού, αλλά ότι έχουν καταλαγιάσει πέρα από αυτό, σε κλίμακα θεϊκή, κι όχι στο μέτρο του τι μπορούμε να πετύχουμε με την εμπειρία μας, με την οξύνοια, με τον συμβιβασμό κ.λ.π.
Έπειτα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τις αιτίες της απομάκρυνσης μας από τον Θεό εντός μας και από τον πλησίον μας. Τελικά, με βαθύτερη εξέταση, βρίσκουμε πως αιτίες είναι η απληστία, ο φόβος και το μίσος, με αυτήν ακριβώς τη σειρά. Η απληστία που γεννιέται από μια φαντασιακή αυταρέσκεια και επιθυμία του κατέχειν: να κάνω δικά μου όλα όσα μπορούν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες μου, να κάνω δικά μου όλα όσα μπορούν να βελτιώσουν την προσωπικότητά μου, την άνεση μου, την ασφάλειά μου.

Η απληστία του να κατέχω όχι μόνον υλικά αγαθά, όχι μόνον υψηλή διανόηση, αλλά ακόμη και πνευματικά αγαθά, να κατέχω τον Θεό όπως κάποιος κατέχει ένα αντικείμενο, να κατέχω την αλήθεια σαν να πρόκειται για προσωπική μου ιδιοκτησία. Η απληστία πάντοτε οδηγεί στο συναίσθημα ότι εκείνο που προσπαθούμε να κατέχουμε μπορεί να μας ξεφύγει και ότι εκείνο που ήδη κατέχουμε μπορεί να μας το πάρουν. Κι αυτό οδηγεί στον φόβο, όχι στον φόβο του Θεού, αλλά στον φόβο του πλησίον, διότι είναι ο πλησίον που αποτελεί τον κίνδυνο.
Από τη στιγμή που φοβόμαστε τον διπλανό μας, βρισκόμαστε απέναντί του, τον υποψιαζόμαστε, αποστασιοποιούμαστε, γινόμαστε επιθετικοί. Και τότε ξεκινά η εχθροπραξία. Πιθανώς όχι μεταξύ κρατών. Μπορεί να αρχίσει μέσα στην οικογένεια, ανάμεσα στο ανδρόγυνο, μεταξύ γονιών και παιδιών, μπορεί να αρχίσει στο χώρο της εργασίας, ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα ενός θεσμού.

Μπορεί να αρχίσει σε ένα οποιοδήποτε επίπεδο και να διαχυθεί σε όλα τα άλλα επίπεδα. Αν λοιπόν δεν είμαστε άνθρωποι που έχουμε εσωτερική ειρήνη με τη βαθύτερη και ουσιαστικότερη έννοια, δεν μπορούμε να έχουμε ούτε και εξωτερική ειρήνη. Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε ειρήνη γύρω μας, αν δεν την έχουμε μέσα μας, διότι δεν μπορούμε να μοιραστούμε την ειρήνη που δεν έχουμε.
Τώρα, αποτέλεσμα των παραπάνω είναι όλες εκείνες οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε μέσα κι έξω από την οικογένεια και οι οποίες καταλήγουν σ' έναν αέναο αγώνα ανάμεσα στους ανθρώπους. Η απάντηση είναι αυτό που είπε ο Χριστός: “Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, θα πρέπει να αποκυρήξει τον εαυτό του”. Αυτό  το “αποκυρήξει” είναι δύσκολη λέξη. Αν κοιτάξετε το ελληνικό κείμενο, σημαίνει “να αποστασιοποιηθεί”. Όλη μας τη ζωή, ζούμε με τρόπο εγωκεντρικό, ζούμε μεταξύ του εαυτού μας και όλου του γύρω κόσμου. Οι επιθυμίες, οι ελπίδες, οι φόβοι μας λειτουργούν σαν ένα διαχωριστικό παραπέτασμα ανάμεσα σ' εμάς και στους γύρω. Κι αυτό που λέει ο Χριστός είναι:

“Πρόσεχε, κοίτα γύρω σου. Όποτε ο εαυτός σου μπαίνει ανάμεσα σ'εσένα και σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ανάμεσα σ' εσένα και στον Θεό, ανάμεσα σ' εσένα και σε πράγματα μεγαλύτερα από εσένα, ανάμεσα σ' εσένα και στην ομορφιά του κόσμου, όποτε μπαίνει στη μέση το 'εγώ', πες απλά 'φύγε από μπροστά μου, μ' εμποδίζεις, παρεισφρέεις'”.
Ο αγώνας μας για εσωτερική ειρήνη ξεκινά μέσα μας, απελευθερώνοντάς μας από τον εαυτό μας και κοιτάζοντας προς τον έξω κόσμο. Τη στιγμή που θα κοιτάξουμε προς τα έξω, θα κατανοήσουμε ότι η απληστία, ο φόβος, το μίσος, δεν έχουν θέση στη δημιουργία μιας οικογένειας, μιας κοινωνίας, ενός έθνους, ή μιας κοινοπολιτείας εθνών . είναι καταστροφικά. Επιπλέον, ακόμη κι αν μπορούσαμε να χτίσουμε έναν κόσμο εντελώς αρμονικό εφευρίσκοντας έξυπνους συμβιβασμούς ώστε να μη βλάπτεται κανένας και να είναι όλοι αρκετά ικανοποιημένοι, ακόμη και τότε δεν θα είχαμε ούτε ειρήνη, ούτε και τις διαστάσεις ενός κόσμου αντάξιου του ανθρώπου. Διότι τα θεμέλια της πόλης των ανθρώπων που προσπαθούμε να χτίσουμε, της Νέας Ιερουσαλήμ, θα πρέπει να είναι τόσο βαθιά, τόσο πλατιά και τόσο ιερά, που να είναι αντάξια του πρώτου της Πολίτη, του Ιησού Χριστού, του Υιού του Ανθρώπου, αλλά και του Θεού. Τίποτα λιγότερο.
Τώρα, αν έχουμε κατά νου να χτίσουμε μια τέτοια ιδανική πολιτεία, μια ειρήνη αντάξια του ίδιου του Θεού, θεϊκής κλίμακας, τότε πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν θα το καταφέρουμε αυτό μέσα από μια συνηθισμένη απλή  πρόοδο, δηλαδή από το χειρότερο στο καλύτερο και από το καλύτερο στο ακόμα πιο καλό. Αναγκαστικά θα υπάρξει σύγκρουση. Πρέπει να είναι κάτι διαφορετικό και που ταυτόχρονα θα πρέπει να συγκρουστεί με άλλα, γιατί, όταν μίλησα για απληστία, φόβο και μίσος, σκεφτόμουν μεν τον εαυτό μου, το ίδιο όμως ισχυεί και για τον γείτονά μου. Έτσι, κι αν εγώ μέσα μου έχω λύσει αυτά τα προβλήματα, παραμένει το ότι ο γείτονάς μου ενδεχομένως να μην τα έχει λύσει. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, ο Κύριος είπε:

“Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν”. Όχι “μάχαιραν” όπως στο “οι λάβοντες μάχαιραν εν μαχαίρη απολούνται”, αλλά “μάχαιραν” όπως την περιγράφει ο απόστολος Παύλος, ως το ξίφος της αλήθειας, το ξίφος του θείου λόγου το οποίο διαχωρίζει το φως από το σκοτάδι, το οποίο τέμνει τόσο βαθιά που χωρίζει τα οστά από τις αρθρώσεις, ένα είδος ακτίνας λέιζερ που ανελέητα και θαυματουργά διαχωρίζει αυτά που πρέπει να διαχωριστούν. Και είναι ο ρόλος μας ως Χριστιανών να αποκτήσουμε τη δυνατότητα να διακρίνουμε, να είμαστε σε θέση να αξιολογούμε τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, τι αληθινό και τι ψεύτικο, τι του Θεού και τι του Σατανά, τι είναι καταστρεπτικό και τι εποικοδομητικό.
Πολύ συχνά ακούμε ανθρώπους να λένε ότι δεν πρέπει να κρίνουμε, με αποτέλεσμα ότι αρνούνται να αξιολογούν. Δεν μας ζητείται όμως να συγχέουμε, δεν μας ζητείται να μη διακρίνουμε ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Μας ζητείται να αξιολογούμε με ακρίβεια, να αξιολογούμε μέσα στο φως του Θεού, που είναι εντονότερο, δυνατότερο από το φως οποιουδήποτε ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό που μας ζητείται είναι να μη συγχέουμε αυτόν που έκανε την κακή πράξη με την ίδια την κακή πράξη, να μην ταυτίζουμε τα δύο σαν ο απέναντι μας να μην ήταν τίποτα άλλο παρά το ίδιο το κακό.
Ο Γάλλος συγγραφέας Ζαν Πωλ Σαρτρ λέει κάπου: “Ο Ιούδας δεν είναι προδότης επειδή πρόδωσε τον Χριστό, πρόδωσε τον Χριστό επειδή ήταν προδότης”. Όχι, δεν μπορείς να πεις ούτε και γι' αυτόν ακόμη τον Ιούδα πως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας προδότης, και ακόμα λιγότερο μπορούμε να πούμε για οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, οποιονδήποτε χωρίς εξαίρεση, ότι δεν έχει τίποτε καλό μέσα του και ότι όλος κι όλος είναι η πράξη που έκανε.

Ένας από τους χαρακτήρες του Ντοστογιέφσκι λέει: “Μη λες ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι κακοί. Καλοί είναι, αλλά η πράξη τους ήταν κακή”. Κι αυτό είναι η αλήθεια, διότι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιολογούμε τον εαυτό μας. Όταν έχουμε κάνει κάτι κατακριτέο ή άσχημο δεν διαγράφουμε τον εαυτό μας απλά σαν να είμαστε κακοί, μόνο λέμε, “Α, έκανα λάθος”. Ναι, και μπορούμε να διακρίνουμε το λάθος από το σωστό, γιατί υπάρχει σωστό και λάθος μέσα μας και γύρω μας.
“Illness – health; peace and war”, 1995
Metropolitan Anthony (after ab. 50 years of priesthood)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 77-82)

Ένας αδελφός πήγε στον Αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο και του λέει:
«Αββά, πες μου κάτι, πώς να σωθώ».
Και του λέει ο γέρων:
«Πήγαινε στο κοιμητήριο και βρίσε τους νεκρούς».
Πήγε λοιπόν ο αδελφός, ύβρισε και λιθοβόλησε. Και γυρίζοντας, το ανέφερε στο γέροντα. Και του λέει:
«Τίποτα δεν σου είπαν;».
Και αποκρίνεται:
«Τίποτα».
Και του λέει ο γέρων:
«Πήγαινε πάλι αύριο και εξύμνησέ τους».

Έφυγε ο αδελφός λοιπόν και πήγε και τους εξύμνησε, λέγοντας:
«Απόστολοι άγιοι και δίκαιοι».
Και ήλθε στο γέροντα και του είπε:
«Τους εξύμνησα».
Και του λέει:
«Τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν;».
Είπε ο αδελφός:
«Τίποτα».
Του λέει ο γέρων:
«Είδες πόσο τους εξευτέλισες και τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν και πόσο τους εξύμνησες και καθόλου δεν σου μίλησαν;

Έτσι και εσύ γίνε νεκρός, αν θέλεις να σωθείς.

Μήτε την αδικία των ανθρώπων μήτε τους ύμνους τους να λογαριάζεις, όπως οι νεκροί. Και μπορείς να σωθείς»


(Είπε γέρων, εκδ. Αστήρ, Μακαρίου του Αιγυπτίου κγ, σελ. 155)

«Αλλά και προς εσάς τους άνδρες εκείνο λέω: Ας μην υπάρχει κανένα τέτοιο αμάρτημα που να σας οδηγεί στο σημείο να χτυπάτε τη γυναίκα. Και τι λέω για τη γυναίκα; Ο ελεύθερος άνδρας δεν επιτρέπεται ούτε δούλη να χτυπά και να χειροδικεί σε βάρος της. Εάν, λοιπόν, είναι μεγάλη ντροπή στον άνδρα να χτυπήσει δούλη, πολύ περισσότερο είναι ντροπή το να σηκώσει χέρι εναντίον ελεύθερης γυναίκας. Και αυτό θα μπορούσε κανείς να το δει και στους ειδωλολάτρες νομοθέτες, οι οποίοι την γυναίκα που έπαθε τέτοια μεταχείριση, δεν την αναγκάζουν να κατοικεί με αυτόν που την χτύπησε, διότι είναι ανάξιος να κατοικεί μαζί της.
Διότι είναι έργο πάρα πολύ μεγάλης παρανομίας το να ατιμάζεις σαν δούλη αυτήν που μοιράζεται τη ζωή μαζί σου και σου είναι βοηθός στα πιο αναγκαία και σπουδαία ζητήματα της ζωής.

Για αυτό και τέτοιος άνδρας, αν βέβαια πρέπει να ονομάζω άνδρα αυτόν και όχι θηρίο, θα έλεγα ότι είναι κακούργος στον ίδιο βαθμό με εκείνον που σκοτώνει τον πατέρα του ή τη μητέρα του.

Διότι αν έχουμε εντολή να εγκαταλείπουμε τον πατέρα και τη μητέρα για χάρη της συζύγου, όχι για να αδικήσουμε εκείνους, αλλά για να τηρήσουμε κάποιο θείο νόμο (…) πως δεν είναι απόδειξη της πιο μεγάλης παραφροσύνης το να κακομεταχειρίζεται κανείς αυτήν για την οποία ο Θεός διέταξε να εγκαταλείπουμε και τους γονείς μας;
Άραγε μόνο τρέλα είναι αυτό; Ποιος θα βαστάξει την ντροπή, πες μου; Ποιος λόγος θα μπορέσει να κάνει φανερή αυτή τη ντροπή, όταν οι κραυγές και οι θρήνοι ακούγονται στους στενούς δρόμους και το τρέξιμο των γειτόνων και αυτών που βρίσκονται εκεί την ώρα εκείνη που κάνει αυτές τις ασχήμιες, σαν κάποιο θηρίο που εξαφανίζει ό,τι υπάρχει μέσα; Καλύτερα να ανοίξει η γη για αυτόν που κακομεταχειρίζεται έτσι τη γυναίκα του, παρά μετά από αυτά τα γεγονότα να εμφανιστεί στην αγορά.
Αλλά θα πει, συμπεριφέρεται με θράσος η γυναίκα. Σκέψου, όμως ότι είναι γυναίκα, το ασθενές όργανο, ενώ εσύ είσαι άνδρας. Για αυτό και τοποθετήθηκες άρχοντας και τέθηκες στην τάξη του κεφαλιού, για να υποφέρεις την αδυναμία αυτής την οποία εξουσιάζεις. Κάνε, λοιπόν, ένδοξη την εξουσία σου· και θα γίνει ένδοξη, αν δεν ατιμάζεις αυτό που εξουσιάζεις.

Και όπως αυτός που βασιλεύει, τόσο σεβαστότερος φαίνεται, όσο περισσότερο σέβεται αυτόν που κυβερνά, ενώ αν ατιμάσει και καταντροπιάσει το μέγεθος και την αξία εκείνου, μειώνει πολύ και τη δική του δόξα, έτσι και συ, αν ατιμάσεις αυτήν που εξουσιάζεις, θα βλάψεις πολύ την τιμή της εξουσίας σου»
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία ΚΣΤ στην Α΄Κορινθ., εκδ. ΕΠΕ 18Α, σελ. 166-178. στο «Ο Γάμος, η οικογένεια και τα προβλήματά τους» Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, σελ. 99-100)

Ήταν δυστυχισμένη η Μαρία και άτυχη. Ο άντρας της, ο Μιχάλης, είχε γίνει ανυπόφορος πια μ’ αυτό το μεθύσι. Δεν περνούσε βραδιά που να μη γυρίσει στο σπίτι αμέθυστος. Η ταλαίπωρη η γυναίκα του τον παρακαλούσε να τους λυπηθεί και να πάψει να μεθά.
Τα παιδιά τους, τρία αγόρια και μια κορούδα, δεν τολμούσαν τα δύστυχα να παρουσιαστούν μπροστά του. Άμα τα έβλεπε, γινόταν θηρίο...
Ήταν δειλινό του Μ. Σαββάτου. Η Μαρία αγωνιζόταν να συμμαζέψει το σπίτι, να τακτοποιήσει τα παιδιά, να ετοιμάσει το φαγητό, ώστε όταν έρθουν από την Εκκλησία, να βρουν κάτι για να πάρουν και να νιώσουν τη χαρά της Ανάστασης.
Θα ήταν 6 η ώρα όταν ήρθε απ’ έξω ο Μιχάλης, πάλι μεθυσμένος. Άναψε το αίμα της Μαρίας. Δεν θα μπορούσε η ταλαίπωρη να νιώσει και αυτή χαρά μια μέρα;
Ο Μιχάλης ήταν χάλια. Βρομιάρης, λερωμένος, απαίσιος. Αφού έβρισε και απείλησε όλους, έπεσε στο κρεβάτι σαν πεθαμένος από το μεθύσι. Η Μαρία δεν μπόρεσε να κυριαρχήσει στον εαυτό της. Την κατέλαβε μια οργή ασυγκράτητη. Το βλέμμα της θόλωσε. Η σκέψη της παρέλυσε. Και πήρε στην κατάσταση αυτή μια τρομερή απόφαση.
Πήγε στην κουζίνα, κατέβασε το μπουκάλι με τη βενζίνη και πήγε στο κρεβάτι του συζύγου της. Έχυσε όλη τη βενζίνη πάνω στα ρούχα του και ήταν έτοιμη να ανάψει ένα σπίρτο και να τον… κάψει!!!
Ξαφνικά άκουσε μια φωνή από το δρόμο. Κάποιος έλεγε σε άλλον: «Καλή Ανάσταση! Χρόνια πολλά!...».
Τινάχτηκε η Μαρία. Θυμήθηκε ότι ήταν Πάσχα τη βραδιά εκείνη. Ο Χριστός νικητής του πόνου και του θανάτου. Ρίγησε… Τα μάτια της έσταζαν δάκρυα… «Θεέ μου, συγχώρεσέ με… Τι πήγα να κάνω!...».
Πήρε αμέσως καινούρια ρούχα και τα άλλαξε με εκείνα, που ήταν ποτισμένα με τη βενζίνη. Ο Μιχάλης δεν κατάλαβε τίποτε… Πέρασαν 5 ώρες… Να, χτυπούν οι καμπάνες… Ξυπνά όλος ο κόσμος για να πάει στην Εκκλησία…
Άνοιξε τα μάτια και ο Μιχάλης… Σηκώθηκε…
-Μαρία, θα πάμε στην Εκκλησία, είπε… Νιώθω ότι πρέπει να ζητήσω την προστασία του Θεού και το έλεος… Είναι καιρός πια να γίνω άνθρωπος…
Η Μαρία άρχισε να κλαίει. Σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό και είπε με λυγμούς: «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ».

(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

Σκυφτός, ανόρεχτος, πικραμένος ο Χαρίλαος γυρίζει στο σπίτι του. Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Μόλις τώρα η παρέα του τελείωσε το γλέντι της. Απόψε μάλιστα παρά λίγο και να έρθουν στα χέρια. Κάτι είπε ο Αντώνης, που έθιξε το Χαρίλαο. Άναψε. Τινάχτηκε. Θα γινόταν μεγάλη φασαρία, αν δεν μεσολαβούσαν οι άλλοι.
    Τώρα βαρύς και κουρασμένος σέρνει τα βήματά του.
    Ξαφνικά, στη στροφή του δρόμου, βλέπει  φαναράκια, λαμπάδες, κόσμο. Χαρούμενες φωνές παιδιών αντηχούν στη γειτονιά. «Χριστός Ανέστη», θεία! «Αληθώς Ανέστη», καλό μου παιδί! Ο Χαρίλαος σαν να ξύπνησε από ύπνο.
    -Τι; Πως; «Χριστός Ανέστη;» Αλήθεια· απόψε Ανάσταση… Λαμπρή! Όλος ο κόσμος χαίρεται. Εγώ μονάχα τριγυρνώ στους δρόμους έρημος και μοναχός!...
    Θυμήθηκε μεμιάς τα περασμένα. Τότε που ήταν και αυτός κοντά στο Θεό! Ξαφνικά να, μπροστά του η Εκκλησία. Ήταν ακόμα ανοιχτή. Ο κόσμος είχε φύγει… Ο Χαρίλαος μπήκε μέσα. Άναψε ένα κερί. Το μοσχολίβανο ακόμα ευωδίαζε. Συγκινήθηκε. Λύγισε η ψυχή του.
    -Θεέ μου, δε θέλω να είμαι τέτοιος. Με παρασέρνει το πάθος, η αμαρτία… Βοήθησέ με να μην ξαναπέσω. Να μη…
    Δεν πρόφτασε να συμπληρώσει τα λόγια του. Τον έπνιξαν οι λυγμοί. Ακούμπησε σ’ ένα στασίδι. Τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του ποτάμι.
    Πέρασε λίγη ώρα. Απ’ έξω έτυχε να περνούν κάποιοι. «Χριστός Ανέστη!», είπε η μια παρέα. «Αληθώς Ανέστη!», απάντησε η άλλη, που έπαιρνε διαφορετικό δρόμο…
    -Ναι! «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος», είπε ο Χαρίλαος. Είθε και η ψυχή μου να αναστηθεί!
    Σηκώθηκε. Βγήκε από την Εκκλησία και πήρε το δρόμο για το σπίτι του.
    Μια ξεχωριστή γαλήνη ένιωθε τώρα στην καρδιά του. Κάποιο φως γλυκό του φώτιζε το δρόμο. Λαμπάδα δεν κρατούσε στα χέρια του. Δεν έχει σημασία. Κρατούσε η ψυχή…
    Η λουσμένη στο δάκρυ της μετάνοιας ψυχή του, που απόψε πάλι αναστήθηκε…
    
(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)

 Ενσυναίσθηση: κοιτάζοντας μέσα απ’ το παράθυρο του ασθενούς

ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟ πως κάποιες φράσεις ή κάποια γεγονότα εγκαθίστανται στο μυαλό μας και μας προσφέρουν συνεχή καθοδήγηση και ανακούφιση. Πριν από μερικές δεκαετίες έβλεπα μια ασθενή με καρκίνο του μαστού, που είχε περάσει ολόκληρη την εφηβεία της παγιδευμένη σε μια μακρόχρονη και πικρή πάλη με τον αρνητικό πατέρα της. Λαχταρώντας κάποια μορφή συμφιλίωσης, μια καινούρια αρχή για τη σχέση τους, περίμενε πώς και πώς να την πάει ο πατέρας της με τ’ αυτοκίνητο στο κολέγιο- μια ευκαιρία να είναι μόνη μαζί του για πολλές ώρες. Αλλά το ταξίδι που περίμενε από καιρό με ανυπομονησία αποδείχτηκε καταστροφή. Η συμπεριφορά του πατέρα της ήταν απολύτως συνεπής με την αρνητικότητά του. Σ’όλη τη διαδρομή δεν σταμάτησε να γκρινιάζει για το άθλιο, γεμάτο σκουπίδια ρυάκι που έτρεχε στο πλάι του δρόμου. Εκείνη, απ’ την άλλη μεριά, δεν έβλεπε καμιά βρομιά στο πανέμορφο, γραφικό, καθαρό ποταμάκι. Μη βρίσκοντας τρόπο ν’ ανταποκριθεί στη στάση του πατέρα της, κατέληξαν να βυθιστούν κι οι δύο στη σιωπή και πέρασαν το υπόλοιπο της διαδρομής χωρίς να κοιτάζονται.
       Αργότερα η κοπέλα έκανε το ίδιο ταξίδι μόνη της και προς μεγάλη της έκπληξη είδε πως τα ρυάκια ήταν δυο- ένα σε κάθε μεριά του δρόμου. «Αυτή τη φορά οδηγούσα εγώ», είπε λυπημένη, «και το ρυάκι που έβλεπα απ’το παράθυρο του οδηγού ήταν ακριβώς όπως το είχε περιγράψει ο πατέρας μου, άθλιο και μολυσμένο». Ώσπου να μάθει όμως να βλέπει τα πράγματα μέσα απ’ το παράθυρο του πατέρα της, ήταν αργά- ο πατέρας της είχε πεθάνει.
       Αυτή η ιστορία μου έχει μείνει από τότε, και σε πολλές περιπτώσεις έχω υπενθυμίσει στον εαυτό μου και στους φοιτητές μου:

«Κοιτάξτε μέσα απ’ το παράθυρο του άλλου. Προσπαθήστε να δείτε τον κόσμο όπως τον βλέπει ο ασθενής  σας».

Η γυναίκα που μου είπε αυτή την ιστορία πέθανε λίγο αργότερα από καρκίνο του μαστού, και λυπάμαι που δεν μπορώ να της πω πόσο με ωφέλησε η ιστορία της ολ’αυτά τα χρόνια, κι εμένα, και τους φοιτητές μου και πολλούς θεραπευομενούς μου.

(από το βιβλίο: Το δώρο της ψυχοθεραπείας, Irvin D. Yalom, εκδ. Άγρα, σελ. 44-45

Άκουσα πρόσφατα από τον Στίβεν Γκλεν μια ιστορία σχετική με έναν διάσημο ερευνητή επιστήμονα που είχε κάνει πολλές σημαντικές ανακαλύψεις στο χώρο της ιατρικής.

Του έπαιρνε συνέντευξη ένας δημοσιογράφος που τον ρώτησε γιατί, κατά τη γνώμη του, ήταν εξόχως πιο δημιουργικός από άλλους. Τι ήταν αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει σε αυτόν τον τομέα;
Απάντησε πως αυτό οφειλόταν σε μια εμπειρία με τη μητέρα του όταν ήταν μόλις δύο ετών.

Προσπαθούσε να βγάλει ένα μπουκάλι γάλα από το ψυγείο όταν του γλίστρησε και έπεσε στο πάτωμα. Το γάλα χύθηκε δημιουργώντας μία ολόλευκη λίμνη πάνω στα πλακάκια!
Όταν η μητέρα του μπήκε στην κουζίνα και είδε τι είχε συμβεί, αντί να του βάλει τις φωνές, να τον μαλώσει ή να τον τιμωρήσει, είπε,
«Ρόμπερτ, πόσο υπέροχα τα μούσκεψες όλα! Πρώτη φορά βλέπω μια τόσο πελώρια λίμνη από γάλα. Τέλος πάντων, τώρα η ζημιά έγινε. Θες να παίξεις λίγο με το γάλα πριν το καθαρίσουμε;»
Το έκανε με απόλαυση. Μετά από λίγο η μητέρα του τού είπε,
«Ξέρεις, Ρόμπερτ, όποτε λερώνεις έτσι, κάποια στιγμή πρέπει να καθαρίζεις για να γίνουν όλα όπως πριν. Για πες μου, λοιπόν, πώς θέλεις να το κάνεις; Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ένα σφουγγάρι, μια πετσέτα ή ένα σφουγγαρόπανο. Ποιο προτιμάς από τα τρία;»
Αυτός διάλεξε το σφουγγάρι και μαζί καθάρισαν το χυμένο γάλα.
Όταν τελείωσαν, η μητέρα του είπε,

«Ξέρεις, αυτό που συνέβη είναι ένα αποτυχημένο πείραμα να μεταφέρεις ένα μεγάλο μπουκάλι γάλα με δύο μικροσκοπικά χεράκια. Πάμε έξω, στην πίσω αυλή, να γεμίσουμε το μπουκάλι με νερό και να δούμε αν μπορείς να βρεις έναν τρόπο να το μεταφέρεις χωρίς να σου πέσει».
Το μικρό αγόρι έμαθε έτσι πως, αν έπιανε το μπουκάλι από το λαιμό με τα δυο του χέρια, μπορούσε να το μεταφέρει χωρίς να το ρίξει. Τι θαυμάσιο μάθημα!
Τότε, αυτός ο διάσημος επιστήμονας, παρατήρησε ότι εκείνη τη στιγμή έμαθε πως δεν έπρεπε να φοβάται τα λάθη του. Αντίθετα, έμαθε πως τα λάθη σού δίνουν συχνά την ευκαιρία να μάθεις κάτι καινούργιο, κι αυτή είναι τελικά η χρησιμότητα των επιστημονικών πειραμάτων. Ακόμα κι όταν αποτύχει το πείραμα, συνήθως μαθαίνουμε κάτι άκρως σημαντικό από αυτό.
Δεν θα ήταν υπέροχο αν όλοι οι γονείς αντιδρούσαν όπως η μητέρα του Ρόμπερτ;


(από το βιβλίο «Βάλσαμο για την ψυχή» εκδ. Διόπτρα σελ. 94-95)

«Μιά για πάντα, σας δίνεται ένας συνοπτικός κανόνας:

Αγαπάτε και κάντε ό,τι θέλετε·

εάν σιωπάτε, να σιωπάτε από αγάπη·

εάν φωνάζετε, φωνάξτε από αγάπη·

εάν ελέγχετε, να ελέγξετε από αγάπη·

εάν δείχνετε έλεος, να δείχνετε έλεος από αγάπη·

ας είναι η αγάπη, η εσωτερική ρίζα,

γιατί από αυτήν την ρίζα τίποτα άλλο δεν μπορεί να βλαστήσει,

παρά μόνο το καλό»

(Αγίου Αυγουστίνου, In Epistolam Joannis ad Parthos, 7,8. PL 35,2033 στο «Θεραπεία της Ψυχής» Αλεξίου ιερομονάχου, εκδ. Αρμός σελ.285-286)

 

Άλλη φορά ο πατήρ Νικόλαος Πλανάς, βάδιζε προς τον ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας, δίπλα στη λαχαναγορά. Καθ’ οδόν συνάντησε ένα αμάξι, του οποίου το άλογο είχε πέσει κατά γης ημιθανές, ο δε αμαξηλάτης -άνθρωπος τραχύς- είχε αγριέψει και δέρνοντας αλύπητα το ατυχές ζώο, βλασφημούσε ασύστολα τα θεία.

Ο παπά-Νικόλας πλησίασε τον… αποθηριωμένο άνθρωπο και με το ήπιο και καλλιεργημένο χριστιανικό ύφος του, θέλησε να τον καθησυχάσει λέγοντας:

- «Το ζώο δεν έχει τίποτα και θα γίνει καλά, αλλά μη βλαστημάς, παιδάκι μου, το όνομα του Θεού».
Ο αμαξηλάτης στην κατάσταση του θυμού που βρισκόταν, γύρισε τα «πύρινα» μάτια του προς τον σεβάσμιο και νηφάλιο γέροντα και του είπε:
- «Ωρέ γέρο δεν με ξεφορτώνεσαι και συ, μη σε διαβάσω τώρα και σένα;».
Ο παπά-Νικόλας δεν απογοητεύτηκε, ούτε θεώρησε τον εαυτό του προσβεβλημένο, διότι του έλειπε ο εγωισμός, η μεγάλη ιδέα, το ψυχικό αυτό σαράκι που «κουφώνει» τα σπλάγχνα πολλών εξ ημών των κληρικών, ιδιαίτερα μάλιστα εκείνων, που έμαθαν και «πέντε γράμματα».
Πλησίασε το άλογο, το σταύρωσε, έκανε μία προσευχή, το χάιδεψε, και, αμέσως, το άλογο σηκώθηκε στα πόδια του θαλερώτατο!

Έκτοτε ο αμαξηλάτης μεταβλήθηκε σε έναν καλό χριστιανό, συνδέθηκε στενότατα με τον παπα-Νικόλα, στην διάθεση του οποίου έθεσε το αμάξι του και τον «πηγαινοέφερνε» από το σπίτι του στον Προφήτη Ελισσαίο»

(ο Άγιος παπά-Νικόλας Πλανάς, εκδόσεις Αστήρ, σελ. 103-104)

“Βασίλισσα των Φράγκωνήταν η Αγ. Κλοτίλδη. Τότε, (450-600 μ.Χ.), οι Φράγκοι ήταν Ορθόδοξοι. Ο σύζυγος της, βασιλιάς Κλοδοβίκος (481-511), ήταν ένα αληθινό αγρίμι, και πνευματικά νεκρός. Και όποτε νευρίαζε, ξεσπούσε στη γυναίκα του με τόσο βάρβαρο τρόπο, που ακόμη και οι αξιωματούχοι του, που τον έτρεμαν, αγανακτούσαν!
Και μια ημέρα τόλμησαν και της το είπαν:
-Δεν κάνεις καλά, που τον ανέχεσαι! Δεν έχεις γνώμη; Δεν έχεις θέλησι; Βασίλισσα είσαι! Μίλα, κακομοίρα! Θα σε φάη το θηρίο! Δεν έχεις γνώμη; Δεν έχεις θέλησι;
Απάντησε εκείνη με απλότητα:
-Προσπαθώ να μην έχω δικό μου θέλημα!

Τη ρώτησαν:
-Και πώς τα καταφέρνεις; Εμείς, δούλοι του, σε τέτοιες βάρβαρες ενέργειες του επαναστατούμε! Εσύ βασίλισσα, τί λες τότε στον εαυτό σου;
Τους απάντησε σταθερά:
-Όταν παντρεύθηκα, το θέλημά μου το άφησα στο σπίτι του πατέρα μου. Και πήρα την απόφασι, θέλημά μου να έχω το θέλημα του συζύγου μου. Ότι κι αν είναι!
-Και πώς τα ξεπερνάς κάτι τέτοια;
-Με τη Χάρι του Θεού.
Και, λοιπόν; Ποιό ήταν το αποτέλεσμα;
Μία φώναξε ο Κλοδοβίκος, δύο φώναξε, δέκα φώναξε, και τα έκανε όλα γυαλιά-καρφιά. Μα μπροστά στην πραότητα, στην ηρεμία και στην υπομονή της γυναίκας του, έσπασε. Και μαλάκωσε. Και πίστεψε. Και έγινε καλός Χριστιανός.
Και από τότε, δεν έκανε ποτέ πιά τίποτε χωρίς τη γνώμη της. Όχι μόνο σε θέματα οικογενειακά, αλλά και στα κρατικά και στα θέματα πολέμου ακόμη!...
Και όλοι βλέποντας την αλλαγή, απορούσαν, και διερωτώντο:
-Πώς άλλαξαν τα πράγματα; Πώς ήλθαν τα άνω κάτω;
Την απάντησι την έδωκε ο Κλοδοβίκος:

-Με κατάκτησε η αγάπη και η υπομονή της γυναίκας μου. Αυτή δεν είναι απλή γυναίκα, είναι αγία.
Και πράγματι ήταν αγία η Κλοτίλδη.
Και όσο κι αν τη θαύμαζε ο σύζυγός της, εκείνη δεν άλλαξε απέναντί του συμπεριφορά. Τον σεβόταν και τον υπάκουε σε όλα. Και ο Κλοδοβίκος αισθανόταν κοντά της πιο πολύ άνδρας και πιο πολύ βασιλιάς από ό,τι τότε που έκανε τις τρέλλες του. Και την αγαπούσε όλο και πιο βαθειά.
Η μνήμη της εορτάζεται στις 3 Ιουνίου (+ 545)” (ΝΜ, 29)

(Στο: Ο Γάμος, αρχιμ Ιωάννου Κωστώφ, σελ. 89-91)

Σελίδα 1 από 3

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (159) Αγάπη Θεού (41) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (34) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (7) άγιοι (8) άγιος (68) αγνότητα (3) άγχος (11) αγώνας (53) αγώνας πνευματικός (11) αθεΐα (76) αιρέσεις (59) αλήθεια (17) αμαρτία (50) Ανάσταση (60) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (118) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (44) ασθένεια (10) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (44) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (31) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (2) γλώσσα (25) γνώση (4) γονείς (34) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (6) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (36) διάβολος (40) διάκριση (37) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (77) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (4) εκκλησία (48) Εκκλησιαστική Ιστορία (9) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (7) ελευθερία (11) Ελλάδα (10) ελπίδα (12) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (61) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (56) εργασία (24) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (35) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (52) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (16) ευχαριστία (4) ζώα (12) ηθική (4) ησυχία (4) θάνατος (77) θάρρος (7) θαύμα (57) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (2) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (87) θρησκείες (6) θυμός (26) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (12) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (2) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (15) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (67) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (35) λείψανα (1) λογισμοί (21) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (17) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (59) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (7) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (4) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (6) όνειρα (20) οράματα (1) Ορθοδοξία (42) πάθη (24) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (15) Παΐσιος Όσιος (3) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (53) παράδειγμα (3) Παράδεισος (34) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (132) πλούτος (7) πνευματική ζωή (46) πνευματικός πατέρας (11) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (11) πολιτική (4) πολιτισμός (3) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (20) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (34) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (106) προσοχή (2) προτεσταντισμός (15) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (17) Σταυρός (21) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (42) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (5) υπαρξιακά (25) υποκρισία (1) υπομονή (30) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (6) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (31) χρόνος (11) ψεύδος (8) ψυχή (51) ψυχολογία (9)