Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Επιστολη 38.

Θεόδωρος, προς τις αδελφότητες τις διασκορπισμένες παντού. Χαίρετε, πολυπόθητοι μου αδελφοί και πατέρες, γιατί έχουμε ευχάριστα νέα. Αξιωθήκαμε και πάλι οι ανάξιοι να ομολογήσουμε την καλή ομολογία. Πάλι βασανιστήκαμε για το όνομα του Κυρίου και οι δύο, γιατί και ο αδελφός Νικόλαος αγωνίστηκε πάρα πολύ καλά και πιστά. Είδαμε οι ταπεινοί να χύνονται από τις σάρκες μας αίματα, είδαμε μελάνιασμα από χτυπήματα, είδαμε πύον, και όσα είναι επακόλουθα αυτών. Δεν είναι αυτά αφορμές χαράς, δεν είναι αφορμή ψυχικής αγαλλίασης;

Αλλά ποιος είμαι εγώ ο ταλαίπωρος, να συνταχθώ μαζί με σας τους άξιους ομολογητές του Χριστού, όντας ο πιο άχρηστος όλων των ανθρώπων; Και το αίτιο του γεγονότος αυτού ήταν η παλιά κατήχηση, την οποία παίρνοντάς την στα χέρια του ο βασιλιάς, την έστειλε στον διοικητή του στρατού, διατάζοντάς τον να έρθει ο κόμης της κόρτης σε μας, ο οποίος, αφού ήρθε μαζί με άρχοντες και στρατιώτες σε ώρα περασμένη, περικυκλώνοντας τον οικίσκο στον οποίο βρισκόμασταν ξαφνικά με κραυγές, σαν να επιτίθονταν σε εύρημα κυνηγιού, γκρέμισαν βιαστικά το ψηλό τείχος με σκαπάνες, και στη συνέχεια μας έβγαλε έξω, μας ανέκρινε, και μας έδειξε την κατήχηση. Ομολογήσαμε ότι εμείς την κάναμε, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Και αυτός βέβαια ζητούσε ένα πράγμα μονάχα, να συμμορφωθούμε με τη θέληση του βασιλιά. Είπαμε ό,τι απαιτούσε η αλήθεια.

Μη γένοιτο! Δεν αρνούμαστε τον Θεό μας, και όσα άλλα ήταν να απαντήσουμε ακούοντάς τον. Για όλα αυτά μας έδειρε βαρειά˙ και ο αδελφός βέβαια μετά την αμέσως φυλάκιση και μετά την καταγραφή στο βιβλίο, δεν έπαθε κανένα τέτοιο κακό με πόνους, εγώ όμως ο ταπεινός και αδύναμος καταλήφτηκα από δυνατό πυρετό και ανυπόφορους πόνους, και λίγο έλειψε να χάσω και τη ζωή μου. Ο αγαθός Θεός όμως σιγά-σιγά με λυπήθηκε, και με τη βοήθεια του αδελφού σ’ αυτά που έπρεπε, μολονότι οι πληγές παραμένουν ακόμα, και δεν έχουν θεραπευθεί τελείως.

Αυτά είναι τα όσα συνέβησαν, και σας έγραψα το πάθημά μας, γνωρίζοντας ότι επιθυμείτε να μάθετε και να συμπονέσετε μαζί μας. Τι λοιπόν που έγιναν αυτά; Και η απειλή είναι πιο φοβερή, και η ασφάλεια πιο σκληρή. Δαρμοί ακόμα και από τους φύλακες και τον προσωπικό φρουρό, για να μη βγάλουμε λέξη και να μη γράψουμε σε κανέναν.

Θα ζαρώσουμε άραγε και θα σωπάσουμε, πειθαρχώντας από φόβο στους ανθρώπους και όχι στον Θεό; Καθόλου. Αλλά για όσο καιρό θα μας ανοίγει πόρτα ο Κύριος, δεν θα παύσουμε να κάνουμε το καθήκον μας, όσο είναι δυνατό σε μας, φοβούμενοι και τρέμοντας την επικρεμαμένη αμαρτία της σιωπής. «Εάν υποχωρήσει», λέγει, «δεν ευαρεστείται η ψυχή μου σ’ αυτόν». Και πάλι ο Απόστολος λέγει˙ «Εμείς όμως δεν είμαστε από εκείνους που υποχωρούν και χάνονται, αλλά άνθρωποι με πίστη και φροντίδα για τη σωτηρία της ψυχής μας». Γι’ αυτό και η παρούσα υποστολή μου απευθύνεται σε όλους βέβαια τους διασκορπισμένους αδελφούς που αντιμετωπίζουν τον διωγμό με στενοχώρια, ιδιαιτέρως όμως σε σας τους ομολογητές του Χριστού.

Ας υπομείνουμε, αγαπητοί μου αδελφοί, με δύναμη ακόμα περισσότερη, και όχι ζαρωμένοι από φόβο για τα παθήματα. Σάρκες είναι, ας μη τις λυπηθούμε. Επειδή βασανιζόμαστε για τον Χριστό, ας δοκιμάζουμε αγαλλίαση. Αυτός που υφίσταται περισσότερους πόνους, ας χαίρεται περισσότερο, γιατί θα έχει μεγαλύτερο μερίδιο στις ανταμοιβές. Αυτός που φοβάται να υποστεί τους πόνους των μαστίγων, γι’ αυτό ας αποτινάξει τον φόβο, σκεπτόμενος τα αιώνια βασανιστήρια. Γιατί τα πλήγματα αυτών, σε σύγκριση με εκείνα, μοιάζουν με όνειρο, με βέλη νηπίων. Ναι, σας παρακαλώ, σας ικετεύω.

Ας αισθανόμαστε ευχαρίστηση με τους πόνους υπέρ του Χριστού, ακόμα κι αν είναι πολύ οδυνηροί για το σώμα. Ας φέρνουμε στη μνήμη μας τα μελλοντικά και τα μόνιμα, και όχι τα παρόντα και αυτά που περνούν και χάνονται. Ας ποθήσουμε να ενώσουμε το αίμα μας με το αίμα των μαρτύρων, το μέρος μας με τη μερίδα των ομολογητών, για να χορέψουμε μαζί μ’ αυτούς αιώνια.

Ποιος συνετός, ποιος σοφός, ποιος καλός έμπορος δεν θα δώσει αίμα για να λάβα πνεύμα, δεν θα περιφρονήσει τη σάρκα και να επιτύχει τη βασιλεία του Θεού; «Αυτός που αγαπά τη ζωή του, θα την χάσει», είπε ο Κύριος˙ «και αυτός που μισεί τη ζωή του στον κόσμο αυτόν, θα φυλάξει την ψυχή του για την αιώνια ζωή». Ας ακούσουμε τα λόγια του. Ας τον ακολουθήσουμε. «Όπου είμαι εγώ», λέγει, «εκεί θα είναι και ο υπηρέτης μου». Που είναι Εκείνος; Επάνω στον σταυρό. Και εμείς οι ταπεινοί, ως μαθητές του, εκεί. Σας παρακαλώ να ανέχεστε τα λόγια της παρηγοριάς. Άλλωστε η επιστολή είναι σύντομη.

Γνωρίζετε ότι εμείς οι αμαρτωλοί χαιρόμαστε και δεν κατεχόμαστε από αθυμία, όσο εσείς μένετε σταθερά προσκολλημένοι στον Κύριο. Σας ασπάζεται ο Νικόλαος, που είναι φυλακισμένος μαζί μου και υποφέρει μαζί μου και είναι συστρατιώτης μου, και δικός σας αδελφός πραγματικός. Ασπασθείτε ο ένας τον άλλο με φίλημα άγιο, οι αθλητές φιλείστε τους συναθλητές σας, οι διωγμένα τους διωγμένους, όλοι όσους σας αγαπούν ως προς την πίστη. Όποιος δεν ομολογεί ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ζωγραφίζεται σωματικά, ας είναι αναθεματισμένος από την αγία Τριάδα. «Η χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας. Αμήν.

(Θεοδωρου Στουδιτου,ΕΠΕ Φιλοκαλια τομος 18Β σελ. 439-443)

Οι τολμηροί. 
Αλλ’ όχι. Μέσα από τα σκοτάδια της γενικής εγκαταλείψεως (την ώρα της Σταύρωσης), χαράζει μια αχτίδα και μια ελπίδα λάμπει.
Είναι η απόφασις ενός ευσχήμονος βουλευτού, που στα στήθη του αντηχεί αδυσώπητη η φωνή του καθήκοντος. Και «τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού».
Γνωρίζει καλά τις συνέπειες του διαβήματός του. Ξέρει, πως ο λυσσών όχλος είναι έτοιμος να του απαγγείλη δεινή κατηγορία και να κραυγάση «και συ εκ των μαθητών ει του ανθρώπου τούτου».
Ένα θεόρατο φράγμα δυσκολιών, φόβων, κινδύνων, συνεπειών υψώνεται μπροστά του. Αλλ’ η φωνή του καθήκοντος, που βοά στα στήθη του, είναι χείμαρρος ορμητικός, που συνεπαίρνει όλα τα εμπόδια και τον οδηγεί ικέτη μπροστά στον Πιλάτο κι έπειτα από λίγο αποκαθηλωτή μπροστά στο Σταυρό.
Δεν αρνείται σαν τον Πέτρο ούτε καιροσκοπεί σαν τον Πιλάτο, αλλά βρίσκει την τόλμη και το θάρρος να ζητήση, αυτός ο βουλευτής, το σώμα ενός λαομίσητου κατάδικου, που απέθανε σαν τον έσχατο των κακούργων επάνω στο ξύλο της τιμωρίας.
«Τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού», για να προσφέρη στον Διδάσκαλο όλες τις νεκρικές τιμές και το «λελατομημένον εκ πέτρας» ακόμη οικογενειακό του μνημείο.
Θα χρειάζεται πάντα τόλμη για να πλησιάση ο άνθρωπος το Σταυρό του Χριστού. Την τόλμη της ανασταυρώσεως του κόσμου, που θα του δίνη τη δύναμι για να υψώνεται σε αποκαθηλωτή του Χριστού και να επαναλαμβάνη τους αιωνίους λόγους του μεγάλου Σταυροφόρου των Εθνών. «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ ζή δε εν εμοί Χριστός». «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντί με Χριστώ».
Από το βιβλίο «Σκηνές από το πάθος»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο691)

Η άξια της νηστείας. 
Ο Μ. Ναπολέων σε συμπόσιο που έκαμε, εκάλεσε και την κυρία Μοντεσκέ.

Αλλ’ η κυρία αυτή αν και καθόταν δίπλα στον Αυτοκράτορα, όμως δεν έτρωγε.

Οι ομοτράπεζοι το εθεώρησαν αυτό ως προσβολή και αγωνιούσαν για το τι θα κάμη ο Αυτοκράτωρ.
Ο Ναπολέων ερώτησε:

— «Γιατί δεν τρώτε κυρία μου;»
— «Διότι είναι Παρασκευή και νηστεύω», απάντησε η κυρία Μοντεσκιέ.
Την επομένη ο Ναπολέων την εκάλεσε στα ανάκτορα και της ανέθεσε την διαπαιδαγώγηση του διαδόχου.

Είχε εκτιμήσει την σταθερότητα του χαρακτήρος της.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο148)

Το καραβάκι κι οι πέτρες. 
Ένας μικρούλης έρριξε στην άκρη του γιαλού το όμορφο καραβάκι του, που του είχε αγοράσει ο πατέρας του. Δεν πρόσεξε, όμως, κι έτσι το καραβάκι απομακρύνθηκε, χωρίς να προλάβη να το πιάση.

Τότε ο πατέρας του πήρε πέτρες και τις πετούσε μπροστά από το καραβάκι. Ο μικρός στην αρχή δεν κατάλαβε κι απόρησε γι’ αυτό το πετροβόλημα. Αλλά δεν άργησε να εννοήση.

Και οι πέτρες έπεφταν πέρα από το καραβάκι, χωρίς να το χτυπούν. Και με τα κυματάκια, που προκαλούσαν, το έφεραν σιγά – σιγά πίσω στην ακρογιαλιά.

Κι έτσι ο μικρός με μεγάλη χαρά το πήρε πάλι στην αγκαλιά του.
… Οι θλίψεις που μας βρίσκουν, μοιάζουν μ’ αυτό το πετροβόλημα. Είναι οι πέτρες που ρίχνει ο Θεός, σαν απομακρυνθούμε από κοντά του, για να γυρίσουμε σ’ Αυτόν.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο130)

Μη φοβηθής
«Και τον σάλον των κυμάτων ου καταπραΰνεις…». (Ο ψαλμωδός)
Όταν το μικρό ιστιοφόρο που μετέφερε τον Καίσαρα κατελήφθη στην Αδριατική από τρικυμία, ο πλοίαρχος άρχισε ν’ ανησυχή για τη ζωή του Αυτοκράτορος. Εκείνος όμως του εφώναξε:

«Μη φοβείσαι! Μεταφέρεις τον Καίσαρα!!».
Και το δικό μας καράβι καταλαμβάνεται πολλές φορές από θαλασσοταραχή. Ευτυχείς όσοι αισθάνονται μέσα στο καράβι τους τον αιώνιον πηδαλιούχο της ζωής, το Χριστό.
Και στις σφοδρότερες τρικυμίες θα ακούνε τα λόγια του Παύλου

«Άνδρες ευθυμείτε!».

Μεταφέρατε τον μεγάλο Ναυαγοσώστη, τον Κύριον, όπως τον μετέφεραν και τον εδόξασαν — και εσώθηκαν — οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο225)

Αδελφική αγάπη!
Όποιος φροντίζει για τον αδελφό του, προνοεί για τον εαυτό του (Ξενοφων).
Η αγάπη μας κάνει πιο δυνατούς. Η αγάπη μας κάνει
περισσότερο ειρηνικούς. Η αγάπη μας προστατεύει από τη
λαίλαπα της βίας, της αχαριστίας και της απαξίωσης που
κουβαλάει μέσα της η σκληρή, απειλητική πραγματικότητα που
θέλει να λέγεται «παγκοσμιοποίηση».
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα νοσοκομείο ήταν ασθενής μια κοπελίτσα που την έλεγαν Μαρία και υπέφερε από μια σπάνια και σοβαρή ασθένεια.

Η μοναδική της ελπίδα να επανακάμψει φάνηκε να είναι η μετάγγιση αίματος από τον πεντάχρονο αδερφό της, ο οποίος ως εκ θαύματος είχε επιζήσει από την ίδια ασθένεια και είχε αναπτύξει τα απαραίτητα αντισώματα ενάντια στην αρρώστια.
Ο γιατρός εξήγησε την κατάσταση στον μικρό αδερφό της και ρώτησε το αγοράκι αν ήταν πρόθυμο να δώσει το αίμα του για την αδερφή του. Το παιδί δίστασε μόνο για μια στιγμή, προτού πάρει μια βαθιά ανάσα και πει:

«Ναι, θα το κάνω, αν είναι να σωθεί».
Καθώς προχωρούσε η μετάγγιση, ήταν ξαπλωμένος στο διπλανό απ' την αδερφή του κρεβάτι και χαμογελούσε, βλέποντας το χρώμα να επιστρέφει στο προσωπάκι της. Τότε το πρόσωπό του χλόμιασε και το χαμόγελό του έσβησε.

Κοίταξε τον γιατρό που ήταν από πάνω τον και τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε:

"Θα αρχίσω να πεθαίνω αμέσως;"

Έτσι μικρό που ήταν, το αγοράκι είχε παρεξηγήσει τον γιατρό. Νόμιζε ότι επρόκειτο να δώσει όλο τον το αίμα στην αδερφή τον για να την σώσει. Και ήταν πρόθυμος να το κάνει γι ’ αυτήν.
I would lie for you, cry for you,
I would even die for you.
Θα πω ψέματα για χάρη σου, θα κλάψω για χάρη σου,
Ακόμα μπορώ να πεθάνω για χάρη σου.
(Natasha's song)

(Άκης Αγγελάκης, Ιστορίες που αξίζει να τις λες!, εκδ. Πύρινος κόσμος, σελ. 55-56)


Λιώσαμε, ρέψαμε, μύριους θανάτους πεθάναμε˙ και αυτά είναι σε θέση να τα πουν πιο αναλυτικά εκείνοι που μεταφέρουν τα γράμματα, αν και λίγο έζησαν κοντά μας, προς τους οποίους ούτε λίγο να μιλήσουμε δεν μπορέσαμε, καταβεβλημένοι από τους συνεχείς πυρετούς, τους οποίους έχοντας νύχτα μέρα ήμουν αναγκασμένος να βαδίζω και επί πλέον να πολιορκούμαι από τη ζέστη, να λιώνω από την αγρυπνία, να χάνομαι από την έλλειψη των αναγκαίων και από εκείνους που θα με βοηθούσαν. Χειρότερα έχουμε πάθει και υποφέρουμε από αυτούς που δουλεύουν στα μεταλλεία και από αυτούς που κρατούνται στις φυλακές.
Όταν δε ύστερα από πολλά πάτησα στην Καισάρεια, ήλθα σαν από τρικυμία σε γαλήνη και σε λιμάνι. Αλλ’ ούτε αυτό το λιμάνι κατάφερε να γιατρέψη τη συμφορά˙ τόσο μεγάλο κακό πάθαμε τον περασμένο χρόνο.

Εν τούτοις, όταν ήλθα στην Καισάρεια ανακουφίσθηκα λιγάκι, γιατί ήπια νερό καθαρό, γιατί δεν έφαγα ούτε βρώμικο ούτε κατάξερο ψωμί, γιατί δεν λουζόμουν ακόμη μέσα σε σπασμένα πιθάρια αλλά βρήκα οπωσδήποτε ένα λουτρό, γιατί έχω την άδεια, για την ώρα, να ξαπλώσω σε κρεβάτι.
Μπορούσα ακόμη περισσότερα από αυτά να πω, αλλά για να μη φέρω σύγχυση σ’ αυτά που έμαθες, σταματώ εδώ τον λόγο, προσθέτοντας εκείνο, ότι δηλαδή να μη σταματήσης να ελέγχης όσους μας «αγαπούν», γιατί αν και έχουμε τόσους πιστούς φίλους, με τόσο μεγάλη δύναμη, δεν καταφέραμε αυτό που καταφέρνουν οι κατάδικοι, να μείνουμε σε πιο καλό, σε πιο κοντινό τόπο˙ έτσι, αν και το σώμα μας είναι σε απελπιστική κατάσταση και ο φόβος των Ισαύρων πολιορκεί τα πάντα, δεν καταφέραμε αυτή τη μικρή και τιποτένια χάρη.
Δόξα τω Θεώ και γι' αυτό! Διότι δεν σταματούμε να τον δοξάζουμε για όλα. Είη το όνομα αυτού ευλογημένον εις τους αιώνας!
Πολύ όμως απόρησα και με το δικό σου, γιατί τέταρτη είναι ή και πέμπτη αυτή η επιστολή που έχω στείλει στην αγάπη σου και στην κοσμιότητά σου, και δέχθηκα μία μονάχα. Αν και τούτο δεν ήταν δύσκολο, να γράφης πιο συχνά. Και αυτά δεν σου τα λέγω κατηγορώντας σε˙ γιατί η αγάπη δεν βγαίνει από την πίεση, αλλά από την διάθεση.

Πάρα πολύ όμως στεναχωρούμαι, που τόσο γρήγορα μας έβγαλες από το μυαλό σου και μας έστειλες ύστερα από τόσο καιρό ένα γράμμα.
Αν λοιπόν δεν ζητούμε τίποτε το φορτικό ή το δύσκολο, να μας δίνης αυτό που εξουσιάζεις, που είναι στο χέρι σου. Γιατί για τα άλλα δεν ενοχλούμε, για να μην κουράζεσαι μάταια και σου φανούμε φορτικοί και βαρετοί. (120η επιστολή του. Προς Θεοδώρα, Migne 52,674-675)

(αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αyτοβιογραφικές σελίδες και απάνθισμα κειμένων, εκδ. Αποστολ. Διακονία, σελ. 103-104)

Μόλις έπρόκειτο οι στρατηγοί μέ τά στρατεύματά τους νά πάρουν τό δρόμο γιά τή Φρυγία, προσήλθαν στον Άγιο μερικοί κάτοικοι τής πόλεως καί μέ πολύ ψυχικό πόνο τού υπέβαλαν μιά θερμότατη παράκληση: τού ζήτησαν δηλαδή νά υπερασπίσει κάποιους άδικουμένους. Καί πραγματικά, πολύ σύντομα αύτοί θά έκτελούνταν άδικα. Συγκεκριμένα, έλεγαν στον Άγιο ότι ό Εύστάθιος, ό διοικητής τής πόλεως, άφού δωροδοκήθηκε μέ πολλά χρήματα άπό φθονερούς καί φοβερά κακούς ανθρώπους, καταδίκασε σέ θάνατο τρεις κατοίκους τής πόλεως, χωρίς νά έχουν κάμει καί τήν παραμικρή παράβαση, καί δέν τούς έπέβαλε κάποια μικρή τιμωρία, πού καί αυτό βέβαια θά ήταν δυσάρεστο γιά άθώους, αλλά ύποφερτό. Τού έλεγαν άκόμη ότι και ολόκληρη ή πόλη πενθεί πολύ και οδύρεται για την άδικη καταδίκη των αθώων σε θάνατο και επικαλείται με φωνές απελπισίας την παρουσία του καί, αν πάει εκεί, ό ήλιος δεν πρόκειται να δεί τέτοιο μίασμα σ’ αύτή.
Όταν τούς άκουσε ό άνθρωπος τού Θεού καί ακριβέστατος μιμητής τής φιλευσπλαχνίας τού ’Ιησού, δέ θεώρησε άδικαιολόγητη την ανάγκη για βοήθεια, ούτε καθυστέρησε καθόλου, άπό τη στιγμή πού άκουσε τό αίτημα, να σπεύσει να βοηθήσει. Έτσι, αφού ντύθηκε τό ζήλο για τό καλό, σαν κάποια λεοντή, αμέσως τινάχτηκε όρθιος καί γέμισε ή ψυχή του μέ άκατάβλητο θάρρος. Χωρίς καθυστέρηση συμπαρέλαβε τούς τρεις στρατηγούς, για τούς όποιους έγινε λόγος παραπάνω, καί πήρε τό δρόμο να προλάβει να σώσει τούς άδικουμένους άπό την εκτέλεση.

Όταν, λοιπόν, έφτασε σέ κάποιον τόπο, πού ονομαζόταν Λέων, ζητούσε να μάθει άπό τούς έκεί παρευρισκόμενους άν γνωρίζουν κάτι γιά τούς καταδίκους καί πού τούς έχουν άφήσει. Εκείνοι τού είπαν ότι τούς έχουν στην τοποθεσία πού ονομάζεται Διόσκουροι, στην πλατεία. Τότε ό Αγιος προχώρησε κατευθείαν προς τον τόπο τού μαρτυρίου των αγίων Κρίσκεντος καί Διοσκουρίδου. Προχωρώντας έμαθε ότι οί κατάδικοι λίγο πριν πέρασαν την πύλη καί οδηγούνταν κοντά στο Βηρά. Στον τόπο αύτό θά γινόταν ή έκτέλεσή τους. ’Αμέσως έπιτάχυνε τό βήμα καί, άναπληρώνοντας την άδυναμία των γηρατειών του μέ τη φλόγα τής καρδιάς του, έφτασε σέ σύντομο χρόνο στον καθορισμένο γιά την εκτέλεση τόπο. Έκεί είδε πολύν όχλο γύρω γύρω συγκεντρωμένον καί τούς καταδίκους — άλίμονο! — μέ τα χέρια δεμένα πίσω καί τα μάτια τους καλυμμένα να περιμένουν μέ γυμνό τον τράχηλο τό χτύπημα τού δημίου. Ό δήμιος είχε ήδη βγάλει τό ξίφος άπό τή θήκη του καί έβλεπε μέ φονική καί μανιακή διάθεση τούς καταδίκους, υποδηλώνοντας μέ τήν έκφραση τού προσώπου του τήν ορμή του προς τή σφαγή. Τό θέαμα ήταν φρικτό καί δέν ήταν δυνατόν νά τό άντικρίσει συνετός οφθαλμός.

Όταν ό "Αγιος είδε αυτό τό τραγικό θέαμα, αφού συνδύασε την αύστηρότητα με την πραότητα, δεν έβγαλε δυνατή και ταραγμένη φωνή, ούτε πλησίασε μέ άπρεπή συμπεριφορά και έξαλλοσύνη, άλλα άπλώς έτρεξε άμέσως προς τον δήμιο, τού άρπαξε τό ξίφος άπό τά χέρια, χωρίς καθόλου νά φοβηθεί ούτε νά τά χάσει, τό πέταξε στο έδαφος και ελευθέρωσε τούς καταδίκους άπό τις χειροπέδες.
’Αλλά έκείνο πού είναι τό πιο έκπληκτικό άπ’ όλα είναι τό γεγονός ότι αύτά τά έκανε ό Αγιος σάν νά είχε άπεριόριστη εξουσία στά χέρια του και, ένώ όλοι τά έβλεπαν, δέν ύπήρξε κάνεις πού νά τον έμποδίσει. Αύτό, κατά τή γνώμη μου, οφείλεται στο ότι ντρέπονταν τήν πλεονάζουσα άρετή του και τό ζήλο του γιά δικαιοσύνη.
Οι άνθρωποι, λοιπόν, πού σώθηκαν έχυναν θερμά δάκρυα χαράς και έβγαζαν φωνές άγαλλιάσεως γιά τήν άνέλπιστη μεταβολή τής τύχης τους, ένώ όλος ό τόπος έγινε ένα θέατρο άνθρώπων, πού επευφημούσαν τον "Αγιο και έπιδοκίμαζαν τήν πράξη του και ομιλούσαν μεταξύ τους γιά τό γεγονός, κατακυριευμένοι άπό τήν έκπληξη και τό θαύμα.
Εκεί έκαμε τήν εμφάνισή του και ό Εύστάθιος, ό διοικητής, ό όποιος άδικα είχε έτοιμάσει γι’ αύτούς τό ποτήρι τού θανάτου. Ό "Αγιος όμως δέν έδωσε καμιά σημασία στήν παρουσία του καί, όταν έκείνος πλησίασε κοντά του, δέν τον δέχτηκε καί, άκόμη, όταν προσπαθούσε νά πέσει στά πόδια του, τον άπώθησε. Επιπλέον, τον άπείλησε ότι θά τον καταγγείλει στο βασιλιά καί θά έπικαλεσθεί τό Θεό νά τον τιμωρήσει μέ τις βαρύτερες τιμωρίες, γιατί χρησιμοποιούσε μέ πολύ άδικο τρόπο τήν έξουσία του καί διέπραττε μεγάλα κακά καί άδικίες.
Ύστερα άπό αύτά, ό Εύστάθιος αισθανόταν φοβερό τό χτύπημα από τό κεντρί τής μεταμέλειας και ακόμη πιο φοβερούς τούς ελέγχους τής συνειδήσεώς του. Για τό λόγο αύτό έπιζητούσε με δάκρυα τήν ευσπλαχνία και έπεσε ικετευτικά στά πόδια τού Άγιου λέγοντας τι βεβαίως θά έπρεπε νά κάνει, ώστε ό μεγάλος Άγιος νά θέσει τέρμα στήν άγανάκτησή του και νά τον συγχωρήσει. Έπειτα μετέθετε τήν εύθύνη του, γιά τήν άδικία εις βάρος των τριών άνδρών, στο Σιμωνίδη και τον Εύδόξιο, τούς τοπικούς άρχοντες των Μυρέων. Ό Άγιος όμως ήξερε ότι αύτός έλεγε ψέματα. Πραγματικά, γνώριζε πολύ καλά ότι ό Εύστάθιος έβαλε σέ κατώτερη μοίρα τό δίκαιο άπό τό χρυσάφι, μέ τό όποιο τον δωροδόκησαν, και καταδίκασε αθώους άνθρώπους σέ θάνατο. Όλοι, λοιπόν, οι συγκεντρωμένοι έκει άνθρωποι έξέφραζαν προς τον Άγιο τις εύχαριστίες τους και τό όνομα τού Νικολάου έγινε στο στόμα τους κελάηδημα και λειτούργημα χωρίς τελειωμό.

ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ,ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ  ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ (Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα)

Συγκλονιστικό «ντοκουμέντο».
Καλοκαίρι του έτους 1974. Τα τουρκικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Κύπρο μας, σκορπώντας τον τρόμο και τον θάνατο. Στην Μόρφου, από πλευράς Κυπρίων χριστιανών, συνέβη κάτι, που σοκάρισε ακόμα και τους τούρκους!
Τούρκοι στρατιώτες έπιασαν αιχμαλώτους δεκαπέντε ελληνοκυπρίους, ανάμεσά τους και έναν δάσκαλο. Τους έφεραν στο σπίτι του δασκάλου, που είχε μια αυλή με κληματαριά, (που μόλις είχε ραντισθεί με φάρμακο-δηλητήριο) και ίσκιωνε την αυλή.
Τους έστησαν στον τοίχο, απέξω στην αυλή, κάτω από την κληματαριά, περιμένοντας εναγωνίως τον τούρκο αξιωματικό να έρθει και να διατάξει «πυρ».
Απερίγραπτες στιγμές! Θρήνος! Κλαυθμός! Οδυρμός!
Ο τούρκος αξιωματικός έμπαινε στην αυλή, έτοιμος να διατάξει «πυρ». Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε προς τα πάνω, προς την κληματαριά, (που υπενθυμίζομε μόλις είχε ραντισθεί με φάρμακο-δηλητήριο) και ζήλεψε τα σταφύλια. Άπλωσε το χέρι του, έκοψε ένα σταφύλι, παρατείνοντας έτσι την αγωνία των μελλοθανάτων.
Καθώς θα έτρωγε το σταφύλι, (γεμάτο από δηλητήριο!) πετάχθηκε ο δάσκαλος, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού και έβγαλε φωνή-κραυγή, (στον δήμιό του!):
- Αδελφέ μου! Μην το τρως! Προχθές το ράντισα με φάρμακα, που ήταν δηλητήριο! Θα πεθάνεις!! Μη, μην το τρως!
Ο Τούρκος αξιωματικός έμεινε άναυδος! Πέταξε το σταφύλι, και όλος απορία τον ρώτησε:
-Καλά, δεν βλέπεις, πως σε λίγο θα δώσω διαταγή να σας σκοτώσουν; Και συ, αντί να με εκδικηθείς, πας να μου σώσεις την ζωή μου; Τι σου ήρθε και με χιλιοπαρακαλάς να μην το φάω;
Και ο καλόκαρδος δάσκαλος του εξήγησε με αξιοθαύμαστη για τις στιγμές ειρήνη:
- Ο Χριστός, που πιστεύουμε, μας λέει να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να τους ευεργετούμε. Αν δεν το έκανα αυτό, θα καταφρονούσα την εντολή Του. Και δεν θέλω, τώρα που φεύγω από τον κόσμο αυτό και θα παρουσιασθώ μπροστά Του, να φέρω στην ψυχή μου μια τέτοια βαρειά αμαρτία.
Ο αξιωματικός συγκλονίζεται εκ νέου! Γυρίζει προς τους στρατιώτες, που περίμεναν το «πυρ» και τους λέει σοκαρισμένος:
- Αν έβρισκα έναν τέτοιο τούρκο, θα έδινα ακόμα και την ζωή μου! Μαζέψτε τα όπλα σας και αφήστε τους ελεύθερους! Όλους!
Και σώθηκαν άπαντες από βέβαιο θάνατο!
Ο ανεξίκακος Κύριος βλέποντας την ανεξικακία αυτού του Κύπριου δασκάλου, έκανε το θαύμα του!


(αρχ. Βασιλείου Μπακογιάννη, Τέρμα! δεν σε χωνεύω, εκδ. Θαβώρ, σελ. 19-21)

(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)

άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τα έτη 373-397 μ.Χ. αντιδρά στην απαίτηση της Ιουστίνας, μητέρας του αυτοκράτορα της Δύσεως Ουαλεντινιανού και του ιδίου του αυτοκράτορα, να παραδώσει τον ορθόδοξο ναό στους αιρετικούς αρειανούς).
Η Ιουστίνη τότε εζήτησεν εν ονόματι του δευτεροτόκου υιού της και ήδη βασιλέως Ουαλεντινιανού του Β’ να παραχωρήση ο Αμβρόσιος την έξω της πόλεως Πορτιανήν λεγόμενην εκκλησίαν, δια να πανηγυρίση εκεί ομού με τους ευαριθμοτάτους αρειανούς των Μεδιολάνων την εορτή του Πάσχα. Ο Αμβρόσιος απεποιήθη· ευλόγως δε. Παραχωρών τον ορθόδοξον ναόν προς σκοπόν τοιούτον, θα καθίστατο ένοχος επί αναγνωρίσει του αρειανισμού.

Αλλ’ η Ιουστίνη πληγείσα εις τον εγωϊσμό της, προέβαλε νέαν ακόμη θρασυτέραν αξίωσιν. Απήτησε δηλαδή να τη παραχωρηθή μεγαλύτερος ναός, ο της Νέας Βασιλικής, ο οποίος εκείνο εντός αυτής της πόλεως. Ο Αμβρόσιος ηρνήθη και πάλιν. Τότε η βασιλομήτωρ την Κυριακή των Βαΐων, ενώ ο επίσκοπος ελειτούργει εν τη νέα Βασιλική, έστειλε κρυφά στρατιώτας με εντολήν να καταλάβουν την Πορτιανήν και εγκαταστήσουν εν αυτή τον αρειανόν ιερέα Κάστουλον.

Η είδησις διεδόθη αμέσως, εν τη πόλει, πλήθος δε δραμόν εξεδίωξε τον αρειανόν λειτουργόν. Αλλ’ ο γενικός κοχλασμός ηρκείτο εις τούτο μόνον. Η έξαψις των ορθοδόξων υπήρχε τόση κατά της Ιουστίνης, ώστε ηπειλείτο στάσις. Και μόλις προελήφθη η έκρηξίς της δια των παρακλήσεων και των συμβούλων ιερέων και διακόνων, τους οποίους απέστειλεν ο Αμβρόσιος.
Η αγία και μεγάλη Τετάρτη εφώτισε σκηνήν δραματικωτάτην. Ήδη αυτός ο βασιλεύς Ουαλεντινιανός ο Β’, παρακινούμενος υπό της μητρός του, διέταξε στρατιώτας να κυκλώσουν την Νεάν Βασιλικήν. Οι Ορθόδοξοι εξηγέρθησαν· αλλ’ ο μέγας επίσκοπός των έβλεπεν ότι ηδύνατο να συμβή αιματοχυσία, την οποίαν απετροπιάζετο η ευγενής και φιλάνθρωπος ψυχή του. Διέταξε λοιπόν να μη γείνη καμμία αντίστασις ουδ’ επίθεσις κατά των στρατιωτών, απειλήσας δι’ αφορισμού εκείνους, οίτινες ήθελαν τυχόν παρακούσει.

Και συνέβη τότε παράδοξόν τι, το οποίον εμαρτύρει την μεγάλην και ακαταμάχητον επιρροήν του Αμβροσίου. Εξ’ αυτών των στρατιωτών,των σταλέντων να καταλάβουν την Νεάν Βασιλικήν, πολλοί αφήσαντες αυτήν, έσπευσαν εις την Παλαιάν Βασιλικήν, ένθα επληροφορήθησαν ότι ευρίσκετο ο επίσκοπός των. Τον εύρον δε εκφωνούντα λόγον εξ αφορμής περικοπής τινός εκ του βιβλίου του Ιώβ. Και ομιλών περί πειρασμών, μεταφέρων δε την ομιλίαν εις τον εαυτόν του και εις τα τότε συμβαίνοντα, είπε με την χαρακτηρίζουσαν την ψυχήν του δύναμιν και ελευθερίαν

«Με προστάττουσι να παραδώσω την Βασιλικήν· εγώ αποκρίνομαι:

Ούτε εις εμέ είνε θεμιτόν να παραδώσω, ούτε είς σε, αυτοκράτωρ, συμφέρον να παραλάβης αυτήν· τον οίκον του ιδιώτου ανθρώπου δεν έχεις εξουσίαν να αφαρπάσης, και νομίζεις, ότι θέλεις τολμήσει να αφαιρέσης τον οίκον του Θεού ;

-Εις τον αυτοκράτορα, λέγουν, πάντα είνε θεμιτά, πάντα ανήκουν εις αυτόν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

μη ματαίως νόμιζε ότι ως αυτοκράτωρ έχεις και δίκαιόν τι επί των θείων πραγμάτων· μη επαίρου, αλλ’ εάν θέλης ίνα ο Θεός προστατεύη την ζωήν και την βασιλείαν σου, υποτάγηθι εις αυτόν. Η Γραφή λέγει: τα του  Θεού τω Θεώ, και τα Καίσαρος Καίσαρι. Εις τον Καίσαρα τα παλάτια εις τον ιερέα η Εκκλησία.

- Αλλά λέγουν, ως από μέρους του αυτοκράτορος: «και εγώ πρέπει να έχω εκκλησίαν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

«τι κοινόν έχεις συ προς την μοιχαλίδα, τουτέστι προς την εκκλησίαν των αρειανών;»
Έμεινε δε όλην την ημέραν και την νύκτα εκείνην εντός του ναού ο Αμβρόσιος, και ομού μ’ αυτόν πλήθος λαού, εν ύμνοις και ψαλμοίς. Εν τω μεταξύ ο Ουαλεντινιανός ο Β’ συνήλθεν. Αναμετρήσας τα συμβάντα, εννοήσας δε ότι άνευ της συνέσεως του επισκόπου η στάσις θα εξερρηγνύετο, διέταξε τους στρατιώτας να αποχωρήσουν εκ της Νέας Βασιλικής. Η είδησις έφερε μεγάλην χαράν εις όλον τον λαόν, και οι στρατιώται δε, προστρέχοντες εις τα ορθόδοξα θυσιαστήρια, τα κατησπάζοντο.
Αλλά το επόμενον έτος, 386, νέος ενέσκηψε αγών. Η Ιουστίνη ηννόει να εκδικηθή τον Αμβρόσιον και να ικανοποιήση τας αρειανάς της συμπαθείας. Έπεισε λοιπόν τον αυτοκράτορα υιόν της να εκδώση νόμον επιτρέποντα εις τους Αρειανούς να εκκλησιάζωνται, τιμωρούντα δε δια θανάτου τους Ορθόδοξους, οίτινες θ’ ανθίσταντο εις τούτο. Και τότε εζητήθη από τον Αμβρόσιον και πάλιν να παραδώση εις τους Αρειανούς την Εκκλησίαν της Πορτιανής. Αλλ’ η βασιλική αυθαιρεσία εύρεν αντιμέτωπιν την αυτήν επισκοπικήν άρνησιν. Και ο σθεναρός ποιμενάρχης αναφώνησε:

«Ο Ναβουθαί δεν ηθέλησε να παραδώση εις τον βασιλέα Αχαάβ, τον αμπελώνα, τον οποίον είχε παρά των πατέρων αυτού κληρονομίαν· και πρέπει εγώ να παραδώσω την κληρονομίαν του Χριστού; Ο Θεός φυλάξοι με του να παραδώσω την κληρονομιά των πατέρων μου, την κληρονομίαν του Αγίου Διονυσίου, του αποθανόντος εν τη εξορία υπέρ της πίστεως, την κληρονομίαν του ομολογητού Ευστοργίου, την κληρονομίαν του Αγίου Μυροκλέους, και τοσούτων άλλων αγίων επισκόπων προκατόχων μου».
Ο αυτοκράτωρ, μη αναμένων την τόσην τόλμην, παρωξύνθη δεινώς· μη αναμετρών δε τας συνεπείας, απεφάσισε να συλλάβη και να εξορίση τον Αμβρόσιον.

Αλλ’ ούτος μετά του περί αυτόν κλήρου έμεινεν αρκετάς ήμερας και νύκτας εντός του ναού, ενώ ο λαός των Μεδιολάνων εφρούρει έσω και έξω, έτοιμος να θυσιασθή υπέρ του επισκόπου.

Ο αυτοκράτωρ μη θεωρών ακίνδυνον την βίαν, απεπειράθη να επιτύχη δια δόλου. Δια του δημάρχου δηλαδή Δαλματίου εκάλεσε τον Αμβρόσιον, να προσέλθη εις τα ανάκτορα δια να συζητήση επί παρουσία διακεκριμένων αρχόντων μετά του επισκόπου των Αρειανών Αυξεντίου. Αλλ’ η επιβουλή δεν ετελεσφόρησεν.

Ο Αμβρόσιος απήντησεν, ότι εις τα ζητήματα της πίστεως και της εκκλησιαστικής διδασκαλίας κριταί δύνανται να γείνουν επίσκοποι μόνον. Βασιλεύς τότε και βασιλομήτωρ κατείδον ότι ενυπήρχε πολύς κίνδυνος εις το πολεμείν προς τοιούτον ήρωα της Εκκλησίας και τον αφήκαν ήσυχον.
(Ο  Βίοι των αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,τόμος 4, σελ.42-44 στο μήνα Δεκέμβριο)

Σελίδα 1 από 2

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (205) Αγάπη Θεού (55) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (44) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (57) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (9) άγιοι (21) άγιος (89) αγνότητα (7) άγχος (14) αγώνας (65) αγώνας πνευματικός (32) αθεΐα (100) αιρέσεις (74) αλήθεια (29) αμαρτία (70) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (72) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (152) άνθρωπος (20) αντίχριστος (7) αξιώματα (5) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (70) ασθένεια (21) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (59) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (7) βιοηθική (10) γάμος (46) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (32) γνώση (6) γονείς (50) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (9) δάκρυα (10) δάσκαλος (13) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (43) διάβολος (48) διάκριση (47) διάλογος (3) δικαιοσύνη (5) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (116) εικόνες (18) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (6) εκκλησία (66) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (19) ελευθερία (17) Ελλάδα (16) ελπίδα (16) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (72) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (7) επιστήμη (69) εργασία (32) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (39) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (62) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (10) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (26) ευχαριστία (9) ζήλεια (2) ζώα (14) ηθική (6) ησυχία (9) θάνατος (111) θάρρος (19) θαύμα (73) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (48) Θεία Λειτουργία (47) θεία Πρόνοια (3) θέληση (7) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (8) θεολογία (14) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (116) θρησκείες (8) θυμός (36) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (9) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (24) ιερέας (54) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (2) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (6) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (22) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (15) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (45) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (8) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (12) κοινωνία (96) κόλαση (13) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (7) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (52) λείψανα (4) λογισμοί (39) λύπη (1) μαγεία (6) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (8) μελέτη (11) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (35) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (76) μητέρα (12) μίσος (1) ΜΜΕ (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (11) μοναχισμός (12) μόρφωση (14) μουσική (3) Ναός (3) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (16) Νικόλαος Άγιος (2) νους (15) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (8) όνειρα (22) οράματα (2) Ορθοδοξία (54) όρκος (1) πάθη (41) πάθος (4) παιδεία (10) παιδιά (24) Παΐσιος Όσιος (13) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (60) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (12) Παράδεισος (46) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (5) πίστη (160) πλούτος (16) πνευματική ζωή (78) πνευματικός πατέρας (18) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (14) πολιτισμός (5) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (27) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (47) προορισμός (6) προσευχή (157) προσοχή (6) προτεσταντισμός (18) προφητείες (2) ραθυμία (4) Ρωμαιοκαθολικισμός (14) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (29) Σταύρωση (13) συγχώρηση (9) συνείδηση (2) σχίσμα (6) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (22) ταπεινοφροσύνη (76) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (5) υπακοή (10) υπαρξιακά (47) υποκρισία (7) υπομονή (41) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (12) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (24) φως (2) χαρά (32) χάρις θεία (14) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (6) χριστιανός (30) Χριστός (13) Χριστούγεννα (38) χρόνος (18) ψεύδος (12) ψυχαγωγία (2) ψυχή (80) ψυχολογία (15)