Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Έτσι μας χαρίζει την υγείαν. 
Ο εφευρέτης της πανικιλλίνης δόκτωρ Φλέμμιγκ είχε κληθή κάποτε να επισκεφθή μια πλούσια κυρία.

Αυτή καθόταν πάντα ακίνητη στην πολυθρόνα της, νομίζοντας ότι ήταν παράλυτη.
Ο Φλέμμιγκ, διέταξε να του φέρουν λάδι και μόλις του τόφεραν τόχυσε πάνω σ’ ένα πολύτιμο περσικό χαλί, που βρισκόταν μπροστά στην παράλυτη γυναίκα.
—  Ω τι κάνατε; γιατρέ! φώναξε εκείνη τρομαγμένη. 

Moυ καταστρέψατε το χαλί μου, που κοστίζει ολόκληρη περιουσία!
Αλλά, λέγοντας αυτά, είχε σηκωθή στα πόδια της θεραπευμένη από την αυθυποβολή της.
Το ίδιο κάνει και σ’ εμάς ο Θεός. 

Μας παίρνει τα υλικά, μας καταστρέφει το πολύτιμο χαλί, για να μας δώση την ανεκτίμητη υγεία της ψυχής μας.


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο696)

Μόνο με τα μάτια. 
Κάποτε ένας πλούσιος άνθρωπος κάλεσε στο μέγαρό του τον μεγάλο φιλόσοφο της αρχαίας Κίνας Λάο-Τσε και του έδειξε τη συλλογή των πανάκριβων κοσμημάτων που είχε.
— Ευχαριστώ, του είπε κατόπιν ο φιλόσοφος, που είχες την καλωσύνη να μοιραστής μαζί μου τα πολύτιμα αυτά αντικείμενα.
-Πώς; αναφώνησε ο πλούσιος. Αλλά εγώ δεν είπα ότι τα μοιράζομαι μαζί σου.
-Μα δεν μου επιτρέψατε να τα δω, αποκρίθηκε ο Λάο-Τσε. Και συ, φίλε μου, αυτό μονάχα δεν κάνεις;
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο322)

Μεταθανάτιοι ματαιότητες
Ο Διογένης έλεγεν εις ερωτώντας «Που θέλης να σε θάψωμεν» να με πετάξετε εις τον δρόμον.
— Μα θα σε φάνε τα σκυλιά.
—Τότε βάλτε μου ένα ραβδί στο πλάϊ, δια να τα διώχνω.
—Αλλ’ αφού θα είσαι νεκρός και δεν θα αισθάνεσαι πως θα τα διώχνης;
Αλλά αφού δεν θα αισθάνομαι, ω βέλτιστοι, τι σημασίαν θα έχη αν θα με θάψετε εις μεγαλοπρεπές μνημείον ή με πετάξετε στους δρόμους;
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο919)


Γέροντα, πού οφείλεται η γκρίνια και πώς μπορείς να την αποφύγης;

– Στην κακομοιριά οφείλεται και με την δοξολογία την κάνει κανείς πέρα. Η γκρίνια γεννά γκρίνια και η δοξολογία γεννά δοξολογία.

Όταν δεν γκρινιάζη κανείς για μια δυσκολία που τον βρίσκει, αλλά δοξάζη τον Θεό, τότε σκάζει ο διάβολος και πάει σε άλλον που γκρινιάζει , για να του τα φέρη όλα ανάποδα. Γιατί, όσο γκρινιάζει κανείς, τόσο ρημάζει. Μερικές φορές μας κλέβει το ταγκαλάκι και μας κάνει να μη μας ευχαριστή τίποτε, ενώ μπορεί κανείς όλα να τα γλεντάη πνευματικά με δοξολογία και να έχει την ευλογία του Θεού.

Να, ξέρω κάποιον εκεί στο Όρος που, αν βρέξη και του πεις « πάλι βρέχει », αρχίζει : «Ναι , όλο βρέχει, θα σαπίσουμε από την πολλή υγρασία ».

Αν μετά από λίγο σταματήση η βροχή και του πεις « ε, δεν έβρεξε και πολύ », λέει: «Ναι, βροχή ήταν αυτή; Θα ξεραθή ο τόπος …; » . Και δεν μπορεί να πει κανείς ότι δεν είναι καλά στο μυαλό, αλλά συνήθισε να γκρινιάζη. Να είναι λογικός και να σκέφτεται παράλογα!

Η γκρίνια έχει κατάρα. Είναι σαν να καταριέται ο ίδιος ο άνθρωπος τον εαυτό του, οπότε μετά έρχεται η οργή του Θεού. Στην Ήπειρο γνώριζα δύο γεωργούς . Ο ένας ήταν οικογενειάρχης και είχε ένα-δυό χωραφάκια και εμπιστευόταν τα πάντα στον Θεό. Εργαζόταν όσο μπορούσε, χωρίς άγχος. « Θα κάνω ό,τι προλάβω » , έλεγε. Μερικές φορές άλλα δεμάτια σάπιζαν από την βροχή, γιατί δεν προλάβαινε να τα μαζέψη, άλλα του τα σκόρπιζε ο αέρας, και όμως για όλα έλεγε « δόξα Σοι ο Θεός » και όλα του πήγαιναν καλά. Ο άλλος είχε πολλά κτήματα, αγελάδες κ.λ.π. ,δεν είχε και παιδιά. Αν τον ρωτούσες «πώς τα πας; » , «άστα, μην τα ρωτάς » , απαντούσε. Ποτέ δεν έλεγε «δόξα Σοι ο Θεός», όλο γκρίνια ήταν. Και να δήτε, άλλοτε του ψοφούσε η αγελάδα, άλλοτε του συνέβαινε το ένα, άλλοτε το άλλο. Όλα τα είχε, αλλά προκοπή δεν έκανε.

Για αυτό λέω, η δοξολογία είναι μεγάλη υπόθεση. Από μας εξαρτάται ,αν γευθούμε ή όχι τις ευλογίες που μας δίνει ο Θεός. Πώς όμως να τις γευθούμε, αφού ο Θεός μας δίνει λ.χ. μπανάνα και εμείς σκεφτόμαστε τι καλύτερο τρώει ο τάδε εφοπλιστής; Πόσοι άνθρωποι τρώνε μόνον ξερό παξιμάδι, αλλά μέρα-νύχτα δοξολογούν τον Θεό και τρέφονται με ουράνια γλυκύτητα ! Αυτοί οι άνθρωποι αποκτούν μια πνευματική ευαισθησία και γνωρίζουν τα χάδια του Θεού. Εμείς δεν τα καταλαβαίνουμε , γιατί η καρδιά μας έχει πιάσει γλίτσα και δεν ικανοποιούμαστε με τίποτε. Δεν καταλαβαίνουμε ότι η ευτυχία είναι στην αιωνιότητα και όχι στην ματαιότητα.


Από το βιβλίο «Οικογενειακή ζωή» – ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ.

Η Εκκλησία είναι θεραπευτήριο και όχι δικαστήριο των ψυχών.
Δεν καταδικάζει για τα αμαρτήματα, αλλά παρέχει συγχώρηση των αμαρτημάτων.

Τίποτα δεν κάνει τόσο χαρούμενη τη ζωή μας, όσο η ευχαρίστηση που νοιώθουμε στην Εκκλησία.
Στην Εκκλησία συντηρούν τη χαρά τους οι χαρούμενοι,

στην Εκκλησία αποκτούν την ευθυμία οι στεναχωρεμένοι και την ευφροσύνη οι λυπημένοι,

στην Εκκλησία βρίσκουν την ανακούφιση οι ταλαιπωρημένοι και την ανάπαυση οι κουρασμένοι.
" Ελάτε " λέει ο Κύριος, " κοντά μου όλοι, όσοι είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι (με θλίψεις και αμαρτίες), κι εγώ θα σας ξεκουράσω" (Ματθ.11:28).

Τι πιο ποθητό θα μπορούσε να υπάρξει απ'αυτή τη φωνή; Τι πιο γλυκό απ'αυτή τη πρόσκληση;

Ο Κύριος σε προσκαλεί στην Εκκλησία για πλούσιο γεύμα.
Σε μεταφέρει από τους κόπους στην ανάπαυση κι από τα βάσανα στην ανακούφιση.

Σε απαλλάσσει από το βάρος των αμαρτημάτων σου.

Γιατρεύει τη στεναχώρια με την ευχαρίστηση και τη λύπη με τη χαρά.
Κανένας δεν είναι πραγματικά ελεύθερος και χαρούμενος, παρά μόνο εκείνος που ζει για τον Χριστό.

Αυτός ξεπέρασε όλα τα κακά και δεν φοβάται τίποτα!

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Νεκροθάπτης έλεγε κάποτε σε ιεροκήρυκα:
- Κανένας δεν μπορεί να κηρύξει καλύτερα από εμένα.
- Τι θέμα μπορείς συ, αγράμματος, να αναπτύξεις; Τι λες; ρωτά με απορία ο ιεροκήρυξ.
- Όταν δω πολύ κόσμο στο κοιμητήριο λέω:
«Βλέπετε, χριστιανοί, εκείνα τα μνήματα; Τα άνοιξα για σας.

Δεν θα περάσουν πολλά χρόνια και θα σας φέρουν και εσάς εδώ.

Παρ’ όλα τα πλούτη σας, παρ’ όλη την ομορφιά σας, παρ’ όλη τη δύναμή σας εδώ θα καταλήξετε.

Θα έρθετε εδώ για να σας σκεπάσω εγώ με το χώμα και να κοιμηθείτε εν ειρήνη».
Κανείς δεν φεύγει ασυγκίνητος από τα λόγια μου, ενώ εσείς με την ευγλωττία σας και τα επιχειρήματά σας, πόσους πείθετε;


(Θησαυρός γνώσεων και ευσεβείας, Υακίνθου Γρατιανουπόλεως, σελ. 678)

Μια διαφορετική εμπειρία Χαράς!

(η προσωπική εξομολόγηση μίας αδελφής μας για το βίωμά της).

Στη ζωή μου από τα παιδικά μου χρόνια έμαθα να προσπαθώ και να επιδιώκω πάντα κάτι καλύτερο από αυτό που κάθε στιγμή είχα. Βιαζόμουν, έτρεχα, τελειοποιούσα, δημιουργούσα, διόρθωνα, αλλά αισθανόμουν μέσα μου κάτι ανικανοποίητο και μη ολοκληρωμένο. Αυτό με παρότρυνε για περαιτέρω δραστηριότητα και προσπάθεια αλλά ταυτόχρονα μεγάλωνε μέσα μου  η αγωνία και η αστάθεια της ψυχής μου. Πίστευα στις προσωπικές μου δυνάμεις και ζούσα μια πνευματικότητα καθοδηγούμενη από τη δική μου κοσμική «ηθική».
Ο Θεός υπήρξε ανέκαθεν στη ζωή μου ως «παντοδύναμος» και «πάνσοφος» αλλά όχι «πανταχού παρών» και «συνοδοιπόρος μου». Ο «Σταυρός Του» και ο «Σταυρός μου» ήταν δύο διακριτά και απομονωμένα μεταξύ τους «πράγματα». Τα προβλήματά μου έπρεπε να τα λύνω μόνη μου «γιατί ποιος θα μπορέσει να τα λύσει αφού είναι δικά μου προβλήματα και είναι μέρος των δικών μου επιλογών;», έτσι σκεφτόμουν.
Ώσπου με κάποιο ευλογημένο τρόπο οδηγήθηκα σε μία εκκλησία και συναντήθηκα με κάτι που δεν ήξερα πώς να το ονομάσω,  αλλά ασκούσε πάνω μου μια αδιόρατη και πρωτοφανή έλξη που με έκανε να αναθεωρήσω την μέχρι τώρα ζωή μου.
Τότε – ντρέπομαι που το λέω, γιατί ήμουν περασμένα σαράντα – άρχισα να εκκλησιάζομαι τακτικά και το σημαντικότερο άρχισα να συμμετέχω στα μυστήρια του Θεού, εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, είχα πνευματικό.
Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είναι «πνευματικός αγώνας»  - δεν είχα ξανακούσει την έκφραση αυτή,  άρχισα να αισθάνομαι βαθιά στην καρδιά μου την ύπαρξη ενός άλλου βαθύτερου επίπεδου, μέσα στο οποίο άρχισε να γεννιέται ένα αίσθημα παράξενης «καυτής» ευφορίας, που πλημμύριζε όλο μου το σώμα και μου γεννούσε μνήμη Θεού, αγάπης και γλυκύτητας. Αυτό συνέβαινε στιγμές χρονικά ασυσχέτιστες με την παρουσία μου στην εκκλησία, συνήθως στιγμές που ήμουν απορροφημένη με άλλες εργασίες.

Προσπαθούσα για παράδειγμα να βοηθήσω την κόρη μου για τις εξετάσεις του σχολείου και κάτι μέσα μου με διέκοπτε και με ξεσήκωνε να προσευχηθώ, να θυμηθώ το Θεό, να δοξολογήσω.  Το αίσθημα αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το εξηγήσω, ωστόσο ήταν κάτι συγκεκριμένο και υπαρκτό που δεν μπορούσα να αγνοήσω. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου να σκέφτομαι λογικά και να το προσπεράσω, γιατί «δεν γίνονται αυτά» αλλά η καρδιά μου επέμεινε να αισθάνεται τη ζεστή αύρα που πλημμύριζε όλη την ύπαρξη μου.

Αρχικά διαρκούσε κάποιες λίγες στιγμές μέσα στην ημέρα, έκτοτε με την πάροδο του χρόνου, με τη συχνή Θεία Κοινωνία και την παρουσία μου στην εκκλησία, διαρκούσε όλο και πιο πολύ και σταδιακά έγινε μια μόνιμη κατάσταση ευφορίας και «εσωτερικής χαράς».
Το συναίσθημα αυτό δεν ευθυγραμμιζόταν πάντα με το εξωτερικό μου συναίσθημα. Υπήρξαν στιγμές που εξωτερικά τσακιζόμουν ενώ ταυτόχρονα μέσα μου κάτι φτερούγιζε δυνατά. Έτσι αισθάνθηκα ότι ζω δύο ζωές, που αρχικά ήταν παράλληλες, αλλά ασυσχέτιστες μεταξύ τους. Στο βάθος της καρδιάς μου υπήρξε μια αδιόρατη χαρά και εξωτερικά ζούσα την κανονική μου ζωή με τα ποικίλα συναισθήματά της.
Μετά την πάροδο 3 ετών μέσα στην εκκλησία γνωρίζοντας αυτή τη διπλή μου «ιδιοσυγκρασία»,  προσπάθησα να ταυτίσω τις δύο ζωές μου. Να φέρω στην επιφάνεια την εσωτερική μου χαρά και να την κάνω οδηγό για κάθε εξωτερικό συναίσθημα. Ως μητέρα δύο παιδιών, σύζυγος, εργαζόμενη σε θέση καριέρας, μεσούσης της κρίσης, ζω μια ζωή χειμαρρώδη, σαρωτική, με μηδενικό ελεύθερο χρόνο και πολλές φορές «βίαιη».

Η χαρά στον πυρήνα της ψυχής μου, η γλύκα μιας απροσδιόριστης αγάπης, μια ζεστή αύρα που πλημμυρίζει όλο μου το σώμα, η προσευχή στα χείλη που έρχεται χωρίς να το επιλέξω είναι για μένα  «η χαρά του Χριστού μου».  Αισθάνομαι ότι είναι ένα δώρο από Εκείνον και όχι κάποια δική μου κατάκτηση γιατί πολύ απλά με τους ρυθμούς ζωής που ζω - έγνοιες, ευθύνες, τρεξίματα και φροντίδες και ποικίλες αδιέξοδες δυσκολίες – δεν προλαβαίνω να βάλω στη ζωή μου μνήμη Θεού.
Γνωρίζω ότι πρέπει να προσπαθήσω να ευθυγραμμίσω τις δύο ζωές μου, γιατί δύο παράλληλες ζωές  - όπως και δυο παράλληλες γραμμές – συμπορεύονται αλλά δεν συναντούνται γιατί τις χωρίζει μια απόσταση. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω. Εκείνο που έχω καταφέρει είναι να επικαλούμαι τη χαρά του Χριστού μου, σε κάθε δυσκολία της «επιδερμικής» ζωής και να λέω «δεν φοβάμαι, έχω το Χριστό μου και εκείνος μου έχει δώσει ένα δώρο, τι άλλο άραγε να θελήσω;».
Νομίζω ότι η πνευματική ζωή είναι μια πορεία ευθυγράμμισης της ζωής μας με την Αγάπη του Χριστού. Όταν οι δύο γραμμές της ζωής μας θα εφάπτονται, τότε θα πορευόμαστε πάνω στη γραμμή του Θεού.
Προσπαθώ να πλησιάσω όσο μπορώ περισσότερο, αλλά αυτό είναι ένας συνεχής αγώνας, μια διαδρομή δύσκολη, ένα μονοπάτι θυσίας, ένας δρόμος που οδηγεί την απόλυτη Αγάπη.
Θέλω να είμαι ευγνώμων για όλα τα καλά που μου έχει δώσει ο καλός Θεός. Με ευλόγησε να γίνω μητέρα, να έχω υγεία, να σπουδάσω να κάνω δημιουργικά πράγματα στη δουλειά μου. Δεν είναι όμως αυτά τα δώρα Του που επικαλούμαι όταν αισθάνομαι πληγωμένη και τσακισμένη.

Δε μου είναι αρκετό και δεν με αναπαύει τόσο αυτή η σκέψη. Ίσως να με αγχώνει λίγο γιατί με κάνει να αισθάνομαι αχάριστη. Εκείνο που με αναπαύει είναι να επικαλούμαι την εσωτερική μου «χαρά» το δώρο του Θεού μου, το εσωτερικό μου άδειασμα από τα κοσμικά και γέμισμα από τα Θεϊκά δώρα.
Αισθάνομαι κάποιες φορές ότι δεν χαίρομαι το Δώρο του Θεού όσο ίσως θα έπρεπε. Δεν τα καταφέρνω πάντα είναι προφανές.  Όμως αυτή η διαπίστωση της μικρότητά μου, με γεμίζει με την βεβαιότητα ότι είμαι ένας άνθρωπος που μέχρι «εκεί μπορώ να φτάσω», ίσως δεν μπορώ περισσότερο. Τότε έρχεται η στιγμή που ζητάω «συγνώμη» από το Θεό και τον παρακαλώ να μη μου πάρει το Δώρο Του.

Τις στιγμές αυτές αισθάνομαι αυτό το συναίσθημα στον πυρήνα της καρδιάς μου να γιγαντώνεται, και απορώ πως τη στιγμή των δακρύων, της θλίψης, της λύπης, της «πτώσης» Αυτός είναι εκεί. Η απάντηση  μέσα μου είναι: «η αγάπη του Χριστού  είναι αδιαμφισβήτητη  και δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τα πόσα μπορώ να καταλάβω ή πόσα μπορώ να καταφέρω». Αποδέχεται την μικρότητά μου γιατί «τόσο μπορώ».  Αυτό νομίζω σημαίνει Αγάπη Θεού, ανεξάρτητα της ασημαντότητας μου Εκείνος να είναι πάντα εκεί, και εγώ ευλογήθηκα να τον αισθάνομαι.
Αυτό το βίωμα μου αποτελεί για μένα την μεγαλύτερη απόδειξη ότι υπάρχει ο Θεός και ότι κατοικεί στην καρδιά μου, ακόμα και αν δεν το αξίζω. Αυτό με κάνει να θέλω συνεχώς να είμαι στη Θεία Λειτουργία, να θέλω να ρουφήξω Θεό όσο μπορώ περισσότερο στη ψυχή μου. Δεν χορταίνεται ο Θεός, δεν τελειώνει αυτή η δίψα, δεν μαθαίνεται ποτέ. Κάποια στιγμή νόμιζα ότι  πρέπει όλα αυτά να τα εξηγήσω να τα ερμηνεύσω και τα εκλογικεύσω. Τώρα ευτυχώς δεν θέλω καμιά εξήγηση. Θέλω μόνο να υπάρχουν.
Ακούω πολλές φορές ότι ο Θεός παίρνει τα δώρα Του και αφήνει πάλι μόνους τους ανθρώπους Του για να προσπαθήσουν  περισσότερο. Δεν νομίζω ότι θα το άντεχα αυτό, για αυτό τον παρακαλώ μέρα νύχτα να μη στερήσει από εμένα το Δώρο Του. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς το Χριστό «μου».

Θέλω να το φωνάξω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Εγώ ο ίδιος άνθρωπος μέσα στον ίδιο αγώνα, με τον ίδιο Σταυρό όταν κοινώνησα πήρα ένα Δώρο και το πήρα άμεσα. Αυτό το δώρο είναι απόδειξη ότι υπάρχει Θεός, και ότι είναι εδώ και με αγαπάει πολύ και δεν θέλω να Τον χάσω. Αυτό το δώρο ίσως να είναι η απόδειξη ότι έκανα ήδη και εγώ έναν αγώνα «συν Θεώ» χωρίς να το έχω αντιληφθεί.
Κανένα δώρο δεν δίνεται χωρίς λόγο, το αντιλαμβάνομαι αυτό Θεέ μου, γιαυτό υπόσχομαι να συνεχίσω να είμαι πάντα «εκεί». Εκεί που με συνάντησες εκεί θα μείνω, αυτό αισθάνομαι να μου ζητάς. Υπόσχομαι να το κάνω αυτό Θεέ μου, και αυτό  θα είναι  το δικό μου μικρό «δώρο» και με τη δική Σου βοήθεια θα τα «καταφέρουμε» Θεέ μου. Έτσι δεν είναι ;
Σε παρακαλώ καλέ μου Θεέ, λατρεμένε μου Χριστέ, μη μου στερήσεις  τα Δώρα Σου!

Μ.Ψ.

ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΑΚΟΜΑ…
Μανώλη Παντερή.
Σήκωσε το ποτήρι και ήπιε αχόρταγα, όλο λαχτάρα. Ξανάβαλε νερό και το άδειασε όλο δίψα μέσα του. Σα να ‘ταν ατμός, σα να ‘ταν σύννεφο, κινήθηκε εντός του και χάθηκε, κύλησε και ξεχύθηκε, κι ένιωσε πάλι δίψα καυτή να φλογίζει τα σωθικά του. Έκλεισε απελπισμένος τα μάτια και θυμήθηκε ξανά το Δάσκαλο… το Δάσκαλο, το πηγάδι στη Σαμάρεια, την καυτή περιπέτεια της νιότης του.
 Ζηλωτής του Νόμου, περίμενε κι εκείνος από νήπιο το Μεσσία. Από παιδάκι, ποτισμένος ως το κόκκαλο με  των προφητών τα κηρύγματα, με την ακρίβεια των εντολών, με τις παραδόσεις, καρτερούσε κι εκείνος το Σωτήρα, το βασιλιά του Ισραήλ. Μεγάλωσε σε χρόνια δύσκολα, κάτω από τον φόβο των Ρωμαίων, με αυτή την προσμονή, και να που ένα δειλινό, ότι πατούσε τα είκοσι χρόνια, φάνηκε ο «Δάσκαλος» στο χωριό του. Αλλιώτικος πολύ απ’ ό,τι φανταζόταν, για λίγο δίστασε μα όλοι οι άλλοι ήτανε πεισμένοι: αυτός ήταν ο Μεσσίας.

Όταν μάλιστα το βλέμμα τους διασταυρώθηκε για κάποια στιγμή, δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στην ορμή της καρδιάς του. Ήταν η ώρα της απόφασης! Άφησε πίσω χωριό, σόι, χωράφια και ζώα, ακόλουθος Εκείνου. Εκείνου που προσδοκούσε να δει στο θρόνο του Δαυίδ, να ξεσηκώνει το λαό, να διώχνει τους Ρωμαίους, να επιβάλλει το Νόμο σ’ όλη την Οικουμένη, να δικαιώνει τις ελπίδες του περιούσιου Ισραήλ.

Να ρίξουν στη θάλασσα τους άπιστους, τους βέβηλους, να λιθοβολήσουν τον Ηρώδη και τους προδότες του, να σφάξουν τελώνες, πόρνες, μοιχούς, να καθαρίσει ο εκλεκτός λαός απ’ τους μαγαρισμένους! Και να σκύψουν όλοι οι βασιλιάδες της γης στην Ιερουσαλήμ να προσκυνήσουν!
Αλίμονο! Πικρά ποτήρια απογοήτευσης του καίγανε την καρδιά κι η αμφιβολία τον δάγκωνε όλο και πιο βαθιά, μέρα με τη μέρα. Ποιός Βασιλιάς, ποιός θρόνος του Δαυίδ, που ήταν το μεγαλείο και η δόξα; Ο Δάσκαλος γυρνούσε φτωχός, δεν είχε που να γείρει το κεφάλι. Ποιός θα επέβαλλε το Νόμο; Εκείνος φανερά, προκλητικά, παράβαινε το Σάββατο, κατάλυε τις παραδόσεις τα ‘βάζε με τους Φαρισαίους.

Κι όλο παρέες με αμαρτωλούς, με φορομπήχτες, με γυναίκες πουλημένες, του σκοινιού και του παλουκιού. Σεβασμός στους θεσμούς κανείς. Πήγανε μαζί σ’ ένα γάμο, στην Κανά, κι έκανε τον γαμπρό, τον αγαθό τον Σίμωνα, να παρατήσει τη νύφη και να τρέχει ξοπίσω τους. Κι αντί για δύναμη, για βία, για εκδίκηση, δίδασκε και συγγνώμη, αγάπη και ταπείνωση.

Σα να μην έφταναν αυτά, γιάτρευε όλους, πιστούς και απίστους, ακόμα και Ρωμαίους! Κι ο ταλαίπωρος έκανε υπομονή, περίμενε να δει, προσδοκούσε την ώρα να ξυπνήσει ο «Λέων ο εξ Ιούδα», να βρυχήσει, κι οι άπιστοι να σκορπίσουν, να πάρει τα όπλα ο λαός και τότε να δεις που πάνε η «ταπείνωση» κι η «αγάπη» κι η «συγγνώμη». Περίμενε, περίμενε… Κι ο Δάσκαλος ήταν πάντα ίδιος, πάντα πράος, έτοιμος να γιατρέψει, να παρηγορήσει, να καλοπιάσει.

Μιλούσε για τη Βασιλεία των Ουρανών, για την αγάπη - για την εξέγερση, για ξεσηκωμό, για το Βασίλειο των Ιουδαίων ούτε λέξη. Μία φορά του ζήτησαν να ρίξει φωτιά να κάψει τους αλλογενείς, κι Εκείνος αντί να χαρεί, τους μάλωσε. Κι όλο κάτι παράξενα τους έλεγε, για Σταυρό και για Ανάσταση… Όταν ο λαός τον έψαχνε να τον κάνει μπροστάρη, ηγέτη, βασιλιά, Εκείνος έφευγε, κρυβόταν, χανόταν στις ερημιές για να προσευχηθεί. Κι ο καημένος… όλο κι αμφέβαλλε, όλο και κλονιζόταν, όλο και βούλιαζε στην απογοήτευση…
Μα τούτο πια ήταν από τα απίστευτα! Αυτό ξεπερνούσε κάθε όριο! Που ακούστηκε άντρας Ιουδαίος -και μάλιστα Μεσσίας- να μιλά έτσι απλά, σχεδόν φιλικά, με μια αλλογενή γυναίκα, μια τιποτένια, μια βρωμερή αμαρτωλή, μια Σαμαρείτισσα! Στέκονταν κι οι δυό δίπλα στο πηγάδι και της έλεγε ότι, λέει, Εκείνος είχε το ζωντανό νερό που ξεδιψά για πάντα, της έλεγε πως Εκείνος ήταν ο Χριστός. Μα καλά θα ξέπεφτε ποτέ τόσο πολύ ο Χριστός; Δεν καταλάβαινε επιτέλους ότι πρόδιδε πατρίδα και ήθη, ότι σκανδάλιζε, ότι φερόταν ανάρμοστα. Κι έπειτα, τι ανοησίες ήταν αυτές περί «ζωντανού νερού» και τα υπόλοιπα, κρυφοθεολογίες μπερδεμένες και ύποπτες.

Που ήταν λοιπόν η αξίνα, που το σπαθί, που το λιοντάρι του Ιούδα, που η δύναμη του βασιλιά του Ισραήλ; Αυτός ήταν ο Βασιλιάς; Αυτός ο αλαφροΐσκιωτος, ο πλάνος, ο αλλοπαρμένος, αυτός ο «Ναζωραίος», όπως τον έλεγαν; Μια Σαμαρείτισσα, το πηγάδι το «ζωντανό νερό»… Τα παράτησε όλα και γύρισε στο χωριό του, στους δικούς του, στην παλιά ζωή του.
Το έμαθε αργότερα ο «Δάσκαλος» σταυρώθηκε, δεν αντιστάθηκε. Τον έσφαξαν σαν πρόβατο.

Οι άλλοι μαθητές λέγανε πως αναστήθηκε –ανοησίες, πάει η ελπίδα, πάει το Βασίλειο, πάει η προσδοκία στο βρόντο… Ξανάγινε αγρότης, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, ζηλωτής πάντα του Νόμου, τα έμαθε κι αυτά στην προσμονή του Μεσσία. Όλα γίνανε όπως πρώτα, δεν ήταν τίποτε, μια κουταμάρα της νιότης του ήτανε, όλα ξανάγιναν όπως πριν. Όλα; Ποιος ξέρει; Να, παράξενο πράμα…
 Θυμάται τώρα πάλι το πηγάδι στη Σαμάρεια, τη γυναίκα, τον Δάσκαλο, το ζωντανό νερό. Η ζωή του έγινε όπως πρώτα. Μα από τη μέρα εκείνη δεν κατάφερε ποτέ πια να ξεδιψάσει… Γέμισε άλλο ένα ποτήρι. Το ήπιε αχόρταγα, όλο λαχτάρα, όλο δίψα καυτή. Και δεν κατάλαβε πως ήταν κερασμένο με δυό σταγόνες δάκρυ, από τα βουρκωμένα μάτια του..

Από το βιβλίο Ώρα 5 και 28, Εκδ. «ΧΦΕ»
(Βιβλίο: Ένα ποτήρι ακόμα, εκδ. Ακρίτας, σελ. 99-103)

Ανεκλάλητη χαρά!

Ο άνθρωπος κοντά στον Θεό έχει διαρκείς αφορμές χαράς.

Το πιο μεγάλο στη ζωή ως και το πιο μικρό μπορούν να βοηθούν μια απλή ψυχή να χαίρεται αληθινά και βαθιά.

 Από τον εκκλησιασμό, τη θεία Κοινωνία, μέχρι την πιο μικρή επαφή με τη φύση. Μια ματιά στον έναστρο ουρανό, το πέταγμα της πεταλούδας ή το κελάδημα ενός πτηνού, ένα μικρό λουλούδι με τα χρώματα και το άρωμά του, μπορούν να προκαλούν κύματα χαράς στο εσωτερικό μας.

Ο άνθρωπος που ζει την κοινωνία του Θεού, που όλα τα ζει θεοκεντρικά, αυτός όλα τα σέβεται, όλα τα χαίρεται, με όλα δοξολογεί. Καταλαβαίνει πολύ καλά πως η χαρά δεν είναι μια πολυτέλεια στη ζωή, που μπορεί να κάνει χωρίς αυτή, αλλά είναι μια ατμόσφαιρα έξω από την οποία δεν μπορεί να ζήσει.

Και δοξάζει τον Θεό, που ήλθε στον κόσμο για να μας δώσει τη δυνατότητα μιας ζωής ευλογημένης, ειρηνικής, διαρκώς χαρούμενης και ευτυχισμένης. Ευχαριστεί Αυτόν που δίνει τη δύναμη στην ψυχή να ξεπερνά τα λυπηρά της ζωής και να στρέφει το βλέμμα της «προς την θεωρίαν των όντως αγαθών», προς τη θέα των πραγματικών αγαθών, των πνευματικών και αιωνίων.

Η συνάντηση με τον αναστάντα Κύριο είναι η λύση στο πρόβλημα της χαράς.

Αυτός είναι  «η όντως αληθινή ευφροσύνη και αγαλλίασις» εκείνων που Τον πιστεύουν, Τον λατρεύουν και Τον προσκυνούν. Και προσφέρει μία χαρά που διαφέρει από τις ανθρώπινες χαρές όσο τα δώρα του Θεού από τις επιτυχίες του ανθρώπου. Μέσα στην Εκκλησία χαιρόμαστε όχι γι’ αυτό που είμαστε εμείς, αλλά γι’ αυτό που είναι ο Κύριος και Θεός μας!

Ο άνθρωπος που ποθεί τον Θεό και στρέφεται εξ όλης ψυχής προς Αυτόν «χαίρει τοις θείοις  αγαθοίς, ου καθόσον αν αυτός απολαύει, αλλά καθόσον ο Θεός εν τούτοις εστί και μακάριον εαυτόν ηγείται, ουχ ων έλαβεν αυτός, αλλά πάντων ων ο ποθούμενος έχει». Χαίρεται με τα αγαθά του Θεού, όχι καθόσον τα απολαμβάνει ο ίδιος, αλλά καθόσον ο Θεός είναι σ’ αυτά.

Και θεωρεί τον εαυτό του μακάριο, όχι εξ αιτίας αυτών που έλαβε ο ίδιος, αλλά εξαιτίας όλων εκείνων τα οποία ο ποθούμενος έχει. Διότι η δύναμη της αγάπης προς τον Θεό τον βοηθεί να μην αισθάνεται τη δική του πτωχεία, αλλά να αισθάνεται δικό του τον πλούτο του Θεού λόγω της πολλής προς Αυτόν αγάπης.

Η ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ  Αρχιμ. Αστέριος Χατζηνικολάου εκδ. Ο ΣΩΤΗΡ σελ.77-79.


Θυμάμαι κάποιο λαϊκό παραμυθάκι, πολύ διδακτικό!

Ένας ήταν πολύ πλούσιος και στο άκρο του κτήματός του, σε μια καλυβούλα μέσα, έμενε ένας φτωχός οικογενειάρχης. Με κόπο τάβγαζε πέρα. Μεροκαματιάρης, δουλευτής· και είχε και πολλά παιδιά. Αλλ’ η χαρά βασίλευε μέσα σ’ αυτό το σπίτι.
Κάποτε αποφάσισε ο πλούσιος να βοηθήση τον φτωχό. Παίρνει, λοιπόν, ένα πουγγί γεμάτο χρυσά φλουριά και του το πηγαίνει. Κάθε βράδυ στου φτωχού το σπίτι, μετά το φαγητό, τα παιδιά τραγουδούσαν, γελούσαν και έπαιζαν. Εκείνο το βράδυ άκρα σιγή. Σιγή νεκροταφείου στο σπίτι του φτωχού.

Ο πλούσιος συνηθισμένος ν’ ακούη τις φωνές των παιδιών και τα γέλια και τα τραγούδια, παραξενεύθηκε· δεν άκουγε τίποτε. Έβαλε αυτί, περίμενε, περίμενε, περίμενε…
    Μετά από λίγο, αντί ν’ ακουσθούν τραγούδια, ακούσθηκαν φωνές, μαλώματα. Άρχισαν να γκρινιάζουν. Ο πατέρας έλεγε: «Μ’ αυτά ν’ αγοράσουμε ένα σπίτι μεγάλο, ευρύχωρο, δικό μας». Η μητέρα έλεγε: «Να τα φυλάξουμε για να παντρέψουμε τις κόρες».

Το μεγάλο απ’ τα παιδιά, που είχε μια βαρκούλα και ψάρευε, έλεγε: «Άστα να πάρω καΐκι, να βγάλω πολλά». Ο άλλος αδελφός, άλλα. Και μετά από λίγο ήλθαν στα χέρια. Οπότε λέγει ο πατέρας: «Σταθήτε … μια στιγμή και θα ησυχάσουμε».

Παίρνει το πουγγί, πηγαίνει στον πλούσιο και του λέγει: «Πάρτο, αδελφέ μου. Μούφερες τα λεφτά και έδιωξες την χαρά από το σπίτι μου. Μου αρκεί το μεροδούλι για να ζω την φαμίλια μου».

Και ξαναγύρισε ο φτωχός στο σπίτι του, και το άλλο βράδυ πάλι ακούσθηκαν οι χαρούμενες φωνές των παιδιών και τα τραγούδια.
Πολλές φορές, ο πλούτος, με τις μέριμνες και την αγωνία, παίρνει και αυτή την χαρά της ζωής, την οποία νομίζουν ότι έχουν οι πλούσιοι.

(Αρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ, εκδόσεις Ι. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΡΟΙΖΗΝΟΣ, σελ. 43-44)

Το παράδοξο των καιρών μας είναι ότι:

Ενώ έχουμε οικοδομήσει ουρανοξύστες, η διάθεσή μας είναι χαμηλή, όσο ένα μονόροφο σπίτι.

Ενώ έχουμε κατασκευάσει δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, οι αντιλήψεις μας είναι

πιο στενές κι από ένα σοκάκι.

Ενώ καταναλώνουμε περισσότερα, διαθέτουμε λιγότερα.

Ενώ αγοράζουμε περισσότερα, τα’ απολαμβάνουμε λιγότερο.

Ενώ έχουμε μεγαλύτερα σπίτια, οι οικογένειές μας είναι μικρότερες.

Ενώ έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερες ευκολίες, ο ελεύθερος χρόνος μας είναι

ανύπαρκτος.

Ενώ υπάρχουν περισσότεροι ειδικοί, τα προβλήματά μας είναι περισσότερα.

Ξενυχτάμε για να χαλαρώσουμε, αλλά το πρωί ξυπνάμε πιο κουρασμένοι.

Δεν έχουμε χρόνο για διάβασμα, αλλά αρκετό για την τηλεόραση.

Έχουμε μάθει πώς να επιβιώνουμε, αλλά όχι να ζούμε.

Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή μας, αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας.

Πήγαμε- ήρθαμε στο φεγγάρι, αλλά δεν μπορούμε να διασχίσουμε το δρόμο για να

συναντήσουμε το νέο γείτονά μας.

Κατακτήσαμε το διάστημα, αλλά δεν έχουμε καταφέρει να κατακτήσουμε τον εαυτό μας.

Προσπαθούμε να καθαρίσουμε την ατμόσφαιρα, αλλά δηλητηριάζουμε την ψυχή μας.

Βρισκόμαστε στην εποχή των γρήγορων τροφών, αλλά και της αργής χώνευσής τους.

Είμαστε μεγαλόσωμοι, αλλά μικρόσωμοι στην προσωπικότητα.

Ζούμε την εποχή των δύο μισθών, αλλά περισσοτέρων διαζυγίων.

Έχουμε πολυτελή σπίτια, αλλά διαλυμένα σπιτικά.

 

George Carlin αμερικανός κωμικός.   Αναζητώντας την αγιότητα  Σωτ. Κόλλια  σελ. 135- 136. εκδόσεις Γρηγόρη.

Σελίδα 1 από 3

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (205) Αγάπη Θεού (55) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (44) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (57) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (9) άγιοι (21) άγιος (90) αγνότητα (7) άγχος (14) αγώνας (65) αγώνας πνευματικός (32) αθεΐα (100) αιρέσεις (74) αλήθεια (29) αμαρτία (70) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (72) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (152) άνθρωπος (20) αντίχριστος (7) αξιώματα (5) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (71) ασθένεια (21) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (59) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (7) βιοηθική (10) γάμος (46) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (32) γνώση (6) γονείς (50) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (9) δάκρυα (10) δάσκαλος (13) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (43) διάβολος (48) διάκριση (47) διάλογος (3) δικαιοσύνη (5) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (116) εικόνες (18) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (6) εκκλησία (67) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (19) ελευθερία (17) Ελλάδα (16) ελπίδα (16) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (72) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (7) επιστήμη (69) εργασία (32) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (39) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (62) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (10) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (26) ευχαριστία (9) ζήλεια (2) ζώα (14) ηθική (6) ησυχία (9) θάνατος (111) θάρρος (19) θαύμα (73) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (48) Θεία Λειτουργία (47) θεία Πρόνοια (3) θέληση (7) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (8) θεολογία (14) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (116) θρησκείες (8) θυμός (36) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (9) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (24) ιερέας (54) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (3) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (6) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (22) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (15) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (45) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (8) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (12) κοινωνία (96) κόλαση (13) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (7) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (53) λείψανα (4) λογισμοί (39) λύπη (1) μαγεία (6) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (8) μελέτη (11) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (35) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (76) μητέρα (12) μίσος (1) ΜΜΕ (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (11) μοναχισμός (12) μόρφωση (14) μουσική (3) Ναός (4) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (16) Νικόλαος Άγιος (2) νους (15) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (8) όνειρα (22) οράματα (2) Ορθοδοξία (54) όρκος (1) πάθη (41) πάθος (4) παιδεία (10) παιδιά (24) Παΐσιος Όσιος (13) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (60) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (12) Παράδεισος (46) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (5) πίστη (160) πλούτος (17) πνευματική ζωή (78) πνευματικός πατέρας (18) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (14) πολιτισμός (5) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (27) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (47) προορισμός (6) προσευχή (157) προσοχή (6) προτεσταντισμός (18) προφητείες (2) ραθυμία (4) Ρωμαιοκαθολικισμός (14) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (29) Σταύρωση (13) συγχώρηση (9) συνείδηση (2) σχίσμα (6) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (22) ταπεινοφροσύνη (76) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (5) υπακοή (10) υπαρξιακά (47) υποκρισία (7) υπομονή (41) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (12) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (24) φως (2) χαρά (32) χάρις θεία (14) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (7) χριστιανός (30) Χριστός (13) Χριστούγεννα (38) χρόνος (18) ψεύδος (12) ψυχαγωγία (2) ψυχή (80) ψυχολογία (15)