Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

(γράφει ο Φράνσις Κόλλινς, εξέχων Γενετιστής Επιστήμων)

Επιλογή Ι: Αθεϊσμός και Αγνωστικισμός. Όταν η επιστήμη παραμερίζει την Πίστη

ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ

Ο όρος αγνωστικιστής επινοήθηκε από τον γραφικό Βρετανό Thomas Henry Huxley, γνωστό και σαν το μπουλντόγκ του Δαρβίνου, το 1869. Αυτή είναι η περιγραφή του για το πως κατέληξε να επινοήσει τον όρο:

«Όταν έφθασα σε μια πνευματική ωριμότητα και άρχισα να αναρωτιέμαι αν ήμουν ένας άθεος, ένας θεϊστής ή ένας πανθεϊστής, ένας υλιστής ή ιδεαλιστής, ένας Χριστιανός ή ελεύθερος στοχαστής, βρήκα ότι όσο πιο πολύ μάθαινα και σκεπτόμουνα, τόσο λιγότερο εύκολη ήταν ή απάντηση, ώσπου τελικά έφθασα στο συμπέρασμα ότι δεν είχα θέση σε καμιά από αυτές τις ομάδες, εκτός της τελευταίας. Το μόνο πράγμα στο οποίο όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι ήταν σύμφωνοι, ήταν το μόνο στο οποίο διέφερα από αυτούς. Ήταν τελείως βέβαιοι ότι είχαν φθάσει σε μια κάποια “γνώση” είχαν λίγο ή πολύ λύσει το πρόβλημα τής ύπαρξής, ενώ εγώ ήμουν απόλυτα βέβαιος ότι δεν είχα, και ήμουν πολύ βέβαιος ότι το πρόβλημα είναι άλυτο. Έτσι σκέφτηκα και επινόησα ότι νόμισα ό,τι είναι ο κατάλληλος τίτλος του “αγνωστικιστή”. Ήρθε στο νου μου σαν ενδεδειγμένο αντιλεκτικό στους “γνωστικούς ” της Εκκλησιαστικής ιστορίας, που ισχυρίζονταν ότι ξέρουν τόσα πολλά για τα πράγματα ακριβώς που σε μένα ήσαν άγνωστα».8

Αγνωστικιστής λοιπόν είναι ένας που θα ΄λεγε απλά ότι η γνώση του Θεού δεν μπορεί να επιτευχθεί. Όπως και για την αθεΐα, υπάρχουν ισχυρές και ασθενείς μορφές αγνωστικισμού, με την ισχυρή μορφή να υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίσει ποτέ το ανθρώπινο γένος, και την ασθενή μορφή να λέει απλώς «όχι τώρα».

Οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στον ισχυρό αγνωστικισμό και τη μετριοπαθή αθεΐα είναι ασαφείς όπως αποκαλύπτει ένα ανέκδοτο για το Δαρβίνο. Σ΄ ένα δείπνο μαζί με δύο άθεους, το 1881, ο Δαρβίνος ρώτησε τους φιλοξενούμενούς του: «Γιατί ονομάζετε τους εαυτούς σας άθεους;» λέγοντας ότι αυτός προτιμούσε τον όσο του Huxley «αγνωστικιστής». Ένας από αυτούς απάντησε ότι ο αγνωστικιστής δεν είναι παρά ένας επιφυλακτικός άθεος, και ο άθεος είναι μόνο ένας επιθετικός αγνωστικιστής.9

Πολλοί αγνωστικιστές, εντούτοις, δεν είναι τόσο επιθετικοί και παίρνουν τη θέση ότι δεν είναι δυνατόν, τουλάχιστον γι΄αυτούς, να πάρουν αυτήν την εποχή θέση υπέρ ή κατά της ύπαρξης Θεού. Επιφανειακά αυτή είναι μια λογικά υποστηριζόμενη θέση (ενώ η αθεΐα δεν είναι). Ασφαλώς είναι τελείως συμβιβασμένη με τη θεωρία της εξέλιξης και πολλοί Βιολόγοι θα τοποθετούνταν σ΄ αυτό το στρατόπεδο. Αλλά ο αγνωστικισμός επίσης μπορεί να μην είναι παρά μια φυγή.

Για να υποστηριχθεί καλά θα πρέπει να φθάσει κανείς σ΄αυτόν μετά από μια πλήρη εξέταση όλων των ενδείξεων υπέρ ή κατά της ύπαρξης Θεού. Είναι σπάνιο ένας αγνωστικιστής να έχει κάνει την προσπάθεια να το κάνει αυτό (μερικοί που το έκαναν και αυτοί είναι μάλλον ένας αριθμός περιορισμένος, απρόοπτα μεταστράφηκαν σε πίστη στο Θεό). Επιπλέον, ενώ ο αγνωστικισμός είναι μια άνετη συνηθισμένη στάση για πολλούς, από μια πνευματική άποψη δείχνει μια αδυναμία. Θα θαυμάζαμε κάποιον που θα επέμενε ότι η ηλικία του σύμπαντος δεν μπορεί να γίνει γνωστή και που δεν διέθεσε χρόνο για να δει τις αποδείξεις;

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η επιστήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει την απόρριψη των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών του κόσμου, που στηρίζονται σε αιώνες ιστορίας, ηθικής φιλοσοφίας και στην ισχυρή ένδειξη που προκύπτει από τον ανθρώπινο αλτρουισμό. Είναι μεγάλη επιστημονική «ύβρις» ο αντίθετος ισχυρισμός και μας αφήνει με μια πρόκληση: αν η ύπαρξη του Θεού είναι πραγματική (όχι απλά παράδοση αλλά πραγματικά αληθινή) και αν ορισμένα συμπεράσματα για το φυσικό κόσμο είναι επίσης αληθινά (όχι ακριβώς της μόδας αλλά αντικειμενικά αληθινά), τότε δεν πρέπει να αντιλέγουν το ένα στο άλλο. Μια πλήρως αρμονική σύνθεση πρέπει να είναι δυνατή.

Παρατηρώντας το σημερινό κόσμο είναι, εντούτοις, δύσκολο να ξεφύγει κανείς από την αίσθηση ότι αυτές οι δύο όψεις της αλήθειας δεν επιζητούν την αρμονία αλλά είναι σε πόλεμο. Αυτό δεν είναι πουθενά πιο φανερό από τις διαμάχες γύρω από τη δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης. Εδώ είναι που οι μάχες είναι σήμερα πολύ μανιασμένες, εδώ είναι που η έλλειψη κατανόησης κι από τις δύο πλευρές είναι πολύ βαθιά, εδώ είναι που διακυβεύεται πιο πολύ το μέλλον του κόσμου μας, κι εδώ είναι όπου η αρμονία είναι απελπιστικά αναγκαία. Κι έτσι σ΄ αυτό το θέμα θα είναι καλό να στρέψουμε την προσοχή μας στη συνέχεια.

(Francis Collins, Η Γλώσσα του Θεού σελ.149-151, εκδ. Παπαζήση)

(γράφει ο Φράνσις Κόλλινς, εξέχων Γενετιστής Επιστήμων)

Επιλογή Ι: Αθεϊσμός και Αγνωστικισμός. Όταν η επιστήμη παραμερίζει την Πίστη.
Η χρονιά που ήμουν πρωτοετής στο κολλέγιο, το 1968, ήταν γεμάτη από συνταρακτικά γεγονότα. Τα σοβιετικά τανκς είχαν μπει στην Τσεχοσλοβακία, ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε κλιμακωθεί με την επίθεση των Τετ, και ο Ρόμπερτ Κέννεντυ και ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ είχαν δολοφονηθεί. Αλλά ακριβώς στο τέλος αυτού του έτους ένα άλλο πιο θετικό γεγονός συνέβη, που συγκίνησε τον κόσμο, και ήταν η εκτόξευση του «Απόλλων 8». Ήταν το πρώτο επανδρωμένο διαστημόπλοιο που θα βρισκόταν σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη. Ο Frank Borman, o James Lovell και ο William Anders ταξίδεψαν στο διάστημα για τρεις ημέρες αυτόν τον Δεκέμβριο, ενώ ο κόσμος κρατούσε την αναπνοή του. Κατόπιν άρχισαν να τριγυρίζουν τη Σελήνη, παίρνοντας τις πρώτες φωτογραφίες της Γης που ανέτειλε πάνω από την επιφάνεια της Σελήνης, που θύμισαν σε όλους εμάς πόσο μικρός και εύθραυστος φαίνεται ο πλανήτης μας από το κατάλληλο σημείο του διαστήματος. Την παραμονή των Χριστουγέννων οι τρεις αστροναύτες μετέδωσαν μια ζωντανή τηλεοπτική εκπομπή από το θαλαμίσκο τους. Αφού σχολίασαν τις εμπειρίες τους από την ερημιά του σεληνιακού τοπίου, διάβασαν όλοι μαζί στον κόσμο τους πέντε πρώτους στίχους του κεφαλαίου 1 της Γενέσεως. Σαν ένας αγνωστικιστής εξελισσόμενος σε άθεο την εποχή εκείνη, θυμάμαι ακόμη την ξαφνική αίσθηση δέους που με κυρίευσε, όταν αυτές οι αξέχαστες λέξεις «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον Ουρανόν και την Γ ην» έφθασαν στ΄αυτιά μου από 240.000 μίλια μακριά, ειπωμένες από ανθρώπους που ήταν επιστήμονες και μηχανικοί, αλλά για τους οποίους αυτές οι λέξεις είχαν φανερά μεγάλο νόημα.

Αμέσως μετά η γνωστή Αμερικανίδα αθεΐστρια Madalyn Murray O΄Hair μήνυσε τη ΝΑSΑ γιατί επέτρεψε αυτή την ανάγνωση της Βίβλου την παραμονή των Χριστουγέννων. Υποστήριξε ότι αφού οι Αμερικανοί αστροναύτες ήταν ομοσπονδιακοί υπάλληλοι πρέπει να τους απαγορεύεται η δημόσια προσευχή στο διάστημα. Μολονότι τα δικαστήρια τελικά απέρριψαν την αγωγή της, η ΝΑSA αποθάρρυνε τέτοιες αναφορές στην πίστη σε μελλοντικές πτήσεις· Έτσι ο Buzz Aldrin του «Απόλλωνα ΙΙ» κανόνισε να κοινωνήσει στην επιφάνεια της Σελήνης κατά την πρώτη προσσελήνωση, το 1969, αλλά αυτό το γεγονός δεν αναφέρθηκε ποτέ δημόσια.

Μια μαχητική αθεΐστρια να κινητοποιείται δικαστικά ενάντια στην ανάγνωση της Βίβλου από αστροναύτες που τριγύριζαν τη Σελήνη, την παραμονή των Χριστουγέννων. Τι σύμβολο κλιμακούμενης εχθρότητας ανάμεσα σε πιστούς και άπιστους στο σημερινό κόσμο! Κανένας δεν αντέδρασε, το 1844, όταν το πρώτο τηλεγραφικό μήνυμα του Samuel Morse ήταν; «Τι εποίησεν ο Θεός». Κι όμως με αυξανόμενο ρυθμό, τον 21ο αιώνα, εξτρεμιστές και των δύο πλευρών της αντίθεσης επιστήμης/πίστης επιμένουν ότι η άλλη πλευρά πρέπει να φιμωθεί.

Η αθεΐα εξελίχθηκε από τότε που η O΄ Hair ήταν η πιο ορατή συνήγορός της. Σήμερα δεν είναι οι κοσμικοί ακτιβιστές σαν την O΄ Hair που αποτελούν την πρωτοπορία της, είναι οι εξελικτικοί. Μεταξύ των διαφόρων θορυβωδών υποστηρικτών, οι Richard Dawkins και Daniel Denett διακρίνονται σαν εύγλωττοι σοφοί που ξοδεύουν σημαντική ενεργητικότητα για να εξηγήσουν και να διαδώσουν το Δαρβινισμό, ισχυριζόμενοι ότι μια αποδοχή της εξέλιξης στη Βιολογία απαιτεί μια αποδοχή της αθεΐας στη Θεολογία. Σ' ένα αξιοσημείωτο τέχνασμα μάρκετινγκ, αυτοί και οι συνάδελφοί τους στην αθεϊστική κοινότητα επιχείρησαν επίσης να προωθήσουν τον όρο «λαμπερός» αντί για «άθεος» (το υπονοούμενο συμπέρασμα, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι ίσως είναι «σκοτεινοί», ίσως είναι ένας λόγος γιατί ο όρος δεν επικράτησε ακόμη). Ασφαλώς η εχθρότητά τους για την πίστη είναι απροκάλυπτη. Πώς φθάσαμε εδώ

ΑΘΕΪΑ
Μερικοί έχουν ξεχωρίσει την αθεΐα σε «ελαφρές» και «σκληρές» μορφές.
Ασθενής αθεΐα είναι η απουσία πίστης στην ύπαρξη ενός Θεού ή Θεών, ενώ σκληρή αθεΐα είναι η στερεά πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν τέτοιες θεότητες. Στην καθημερινή συζήτηση η σκληρή αθεῖα είναι γενικά η θέση που παίρνει ένας που έχει αυτήν την άποψη, γι΄αυτό θα συζητήσουμε αυτήν την προοπτική εδώ.
Σε άλλο μέρος έχω υποστηρίξει ότι η αναζήτηση για Θεό είναι ένα πλατιά διαδεδομένο χαρακτηριστικό όλου του ανθρώπινου γένους, άσχετα από γεωγραφική περιοχή και σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Στο αξιοσημείωτο βιβλίο του Εξομολογήσεις (ουσιαστικά η πρώτη αυτοβιογραφία στη Δύση), ο Άγιος Αυγουστίνος περιγράφει αυτή τη νοσταλγία στην πρώτη ακριβώς παράγραφο: «Το να Σε δοξάζω είναι η επιθυμία του ανθρώπου, ενός μικρού κομματιού της δημιουργίας Σου. Εσύ παρακινείς τον άνθρωπο να ευχαριστιέται να Σε υμνεί, γιατί μας έφτιασες για Σένα και η ψυχή μας είναι ανήσυχη μέχρι που να βρει ανάπαυση σε Σένα ».1

Αν αυτή η παγκόσμια αναζήτηση Θεού είναι τόσο επιτακτική, τι θα κάνουμε μ΄ αυτές τις ανήσυχες καρδιές που αρνούνται την ύπαρξή του; Σε ποια βάση στηρίζονται να κάνουν τέτοιες διαβεβαιώσεις με τέτοια σιγουριά; Και ποιες είναι οι ιστορικές ρίζες αυτής της άποψης;

Η αθεΐα έπαιξε μικρό ρόλο στην ιστορία μέχρι το 18ο αιώνα οπότε εμφανίστηκε ο Διαφωτισμός και αναπτύχθηκε ο υλισμός. Στο κάτω-κάτω της γραφής ο sir Ισαάκ Νεύτων ήταν ένας σταθερός πιστός στο Θεό που έγραψε και δημοσίευσε περισσότερες εργασίες για την ερμηνεία της Βίβλου παρά για μαθηματικά και φυσική. Μια πιο δυνατή δύναμη που γέννησε την αθεΐα το 18ο αιώνα ήταν ο Διαφωτισμός, μια επανάσταση ενάντια στην καταπιεστική εξουσία της κυβέρνησης και της Εκκλησίας, που εκδηλώθηκε ιδιαίτερα στη Γαλλική Επανάσταση. Και οι δύο, η γαλλική βασιλική οικογένεια και η ηγεσία της Εκκλησίας, φάνηκαν εξίσου σκληροί, εγωκεντρικοί, υποκριτικοί και αναίσθητοι για τις ανάγκες του κοινού ανθρώπου. Ταυτίζοντας την οργανωμένη Εκκλησία με τον ίδιο το Θεό οι επαναστάτες αποφάσισαν ότι ήταν καλύτερα να απορρίψουν και τους δύο.

Πρόσθετη ενίσχυση για την αθεϊστική προοπτική προσφέρθηκε από τα γραπτά του Sigmund Freud, που ισχυρίσθηκε ότι η πίστη στο Θεό είναι απλά μια επιθυμητική νοοτροπία. Αλλά ακόμη δυνατότερη υποστήριξη για την αθεϊστική προοπτική τα τελευταία 150 χρόνια φάνηκε να προκύπτει από τη δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης. Με σκοπό να διαλύσει το «επιχείρημα σχεδίου» που ήταν ένα δυνατό βέλος στη φαρέτρα του θεϊστή, η εξελικτική θεωρία αρπάχθηκε από τους αθεϊστές σαν ένα δυνατό αντιόπλο κατά της πνευματικότητας.

Κοιτάξτε, για παράδειγμα, τον Eduard O. Wilson, έναν από τους εξέχοντες εξελικτικούς βιολόγους της εποχής μας. Στο βιβλίο του Για τη φύση του ανθρώπου (On Human Nature), ο Wilson με χαρά αναγγέλλει ότι η εξέλιξη θριάμβευσε πάνω στην κάθε είδους μεταφυσική, συμπεραίνοντας:
«Το τελικό αποφασιστικό πέρας που θα απολαύσει η φυσιοκρατία θα προέλθει από την ικανότητά της να εξηγήσει την παραδοσιακή θρησκεία, την κύρια αμφισβήτηση της, σαν ένα ολοκληρωτικά υλικό φαινόμενο. Η Θεολογία δεν είναι πιθανό να επιζήσει σαν ένας ανεξάρτητος πνευματικός κλάδος».2

Μεγάλες κουβέντες!
Ακόμα μεγαλύτερες κουβέντες προήλθαν από τον Richard Dawkins. Σε μια σειρά βιβλίων αρχίζοντας με το Το Εγωιστικό Γονίδιο (The Selfish Gene) και συνεχίζοντας με το Ο Τυφλός Ωρολογοποιός (The Blind Watch-Maker), Ανεβαίνοντας στο Βουνό (Climbing up Mountain) και Ένας Εφημέριος του Διαβόλου (A Devil΄ς Chaplain), περιγράφει με εντυπωσιακές αναλογίες και ρητορικές διακοσμήσεις τις συνέπειες της μεταβολής των ειδών και της φυσικής επιλογής. Βασιζόμενος πάνω σ' αυτή τη δαρβινική θεμελίωση, ο Dawkins κατόπιν επεκτείνει τα συμπεράσματά του για τη θρησκεία με πολύ επιθετικά λόγια: «Είναι της μόδας να χαρακτηρίζουμε ως απειλή από την Αποκάλυψη για την ανθρωπότητα τον ιό του AIDS, τη νόσο των τρελλών αγελάδων και πολλά άλλα, αλλά νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι η πίστη είναι ένα από τα μεγάλα κακά του κόσμου, εφάμιλλο με τον ιό της ευλογιάς αλλά δυσκολότερο να ξεριζωθει›.3

Στο τελευταίο του βιβλίο Ο Θεός του Dawkins" (Dawkins God), ο Μοριακός Βιολόγος και Θεολόγος Alister McGrath καταπιάνεται με αυτά τα θρησκευτικά συμπεράσματα και επισημαίνει τις λογικές πλάνες σ΄ αυτά. Τα επιχειρήματα του Dawkins έρχονται σε τρεις κύριες αποχρώσεις.

Πρώτον, υποστηρίζει ότι η εξέλιξη εξηγεί πλήρως τη βιολογική πολυπλοκότητα και την καταγωγή του ανθρώπινου γένους, κι έτσι δεν υπάρχει πια ανάγκη για Θεό. Μολονότι αυτό το επιχείρημα σωστά απαλλάσσει το Θεό από το να έχει κάνει πολλαπλές πράξεις χωριστής δημιουργίας του κάθε είδους στον πλανήτη, είναι βέβαιο ότι δεν αναιρεί την ιδέα ότι ο Θεός πραγματοποίησε το δημιουργικό του σχέδιο με την εξέλιξη. Το πρώτο επιχείρημα του Dawkins συνεπώς δεν εφαρμόζεται στο Θεό που λάτρευε ο Άγιος Αυγουστίνος ή αυτόν που λατρεύω εγώ. Αλλά ο Dawkins είναι δάσκαλος στο να στήνει έναν ψεύτικο άνθρωπο και κατόπιν να τον ξηλώνει με μεγάλη ευχαρίστηση. Στην πραγματικότητα τέτοιοι επαναλαμβανόμενοι βαρείς χαρακτηρισμοί για την πίστη προδίδουν μια φαρμακερή προσωπική διάθεση μάλλον, παρά μια συνέπεια στα λογικά επιχειρήματα τα οποία ο Dawkins τόσο εκτιμά στο επιστημονικό πεδίο.

Το δεύτερο επιχείρημα από αυτή τη σχολή εξελικτικής αθεΐας του Dawkins είναι ένας άλλος αχυράνθρωπος: ότι η θρησκεία είναι παράλογη. Φαίνεται να έχει δεχθεί τον ορισμό της θρησκείας που αποδίδεται στον απόκρυφο μαθητή του Mark Twain: «Πίστη είναι να πιστεύεις ότι ξέρεις ότι δεν είναι έτσι».4 Ο ορισμός της πίστης από τον Dawkins είναι «τυφλή εμπιστοσύνη με απουσία ενδείξεων ακόμα ενάντια στις ενδείξεις».5 Αυτό οπωσδήποτε δεν περιγράφει την πίστη πολλών πιστών στην ιστορία, ούτε αυτών που γνωρίζω εγώ. Ενώ λογικά επιχειρήματα δεν μπορούν ποτέ να αποδείξουν οριστικά την ύπαρξη του Θεού, σοβαροί στοχαστές από τον Αυγουστίνο και τον Ακινάτη έως τον C.S.Lewis, απέδειξαν ότι μια πίστη σε Θεό είναι έντονα αληθοφανής. Δεν είναι λιγότερο αληθοφανής σήμερα. Η καρικατούρα της πίστης που παρουσιάζει ο Dawkins είναι εύκολη γι΄ αυτόν να της επιτεθεί, αλλά δεν είναι το αληθινό πράγμα.

Η τρίτη αντίρρηση του Dawkins είναι ότι πολύ κακό έχει γίνει στο όνομα της θρησκείας. Δεν υπάρχει αντίρρηση σ΄ αυτή την αλήθεια, μολονότι αναντίρρητα μεγάλες πράξεις φιλανθρωπίας έχουν κινητοποιηθεί από την πίστη. Αλλά οι κακές πράξεις που έγιναν στο όνομα της θρησκείας με κανένα τρόπο δεν ενοχοποιούν την αλήθεια της πίστης. Αντίθετα ενοχοποιούν τη φύση των ανθρωπίνων όντων, αυτών των σκουριασμένων δοχείων στα οποία τοποθετήθηκε το καθαρό νερό αυτής της αλήθειας.

Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ ο Dawkins υποστηρίζει ότι είναι το γονίδιο και ο ακατάπαυστος αγώνας του για επιβίωση που εξηγεί την ύπαρξη όλων των ζωντανών πλασμάτων, υποστηρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε τελικά τόσο πολύ προχωρημένοι ώστε να μπορούμε να επαναστατήσουμε ενάντια στις γενετικές επιταγές. «Μπορούμε ακόμα να συζητήσουμε τρόπους για να καλλιεργήσουμε προσεκτικά και να αναπτύξουμε καθαρά αφιλοκερδή αλτρουισμό, κάτι που δεν έχει θέση στη φύση, κάτι που δεν έχει υπάρξει πριν σε όλη την ιστορία του κόσμου».6

Εδώ είναι ένα παράδοξο: ο Dawkins είναι ένας υποστηρικτής του Ηθικού Νόμου. Από που μπορεί να έχει έλθει αυτή η ορμή για καλά αισθήματα; Αυτό ασφαλώς θα έπρεπε να κινήσει την υποψία του για την «τυφλή αδυσώπητη αδιαφορία», που υποστηρίζει ότι αναφέρεται σε όλη τη φύση, περιλαμβανομένου του ίδιου και της υπόλοιπης ανθρωπότητας, από τη άθεη εξέλιξη. Ποια αθεΐα τότε θα έπρεπε να αποδώσει στον αλτρουισμό;
Το μεγάλο και αναπόφευκτο λάθος του ισχυρισμού του Dawkins ότι η επιστήμη απαιτεί αθεΐα είναι ότι προχωρεί πιο πέρα από τις αποδείξεις. Εάν ο Θεός είναι έξω από τη φύση, τότε η επιστήμη δεν μπορεί ούτε να αποδείξει ούτε να αποκλείσει την ύπαρξή Του. Η ίδια η αθεΐα, επομένως, μπορεί να θεωρηθεί σαν μια μορφή τυφλής πίστης, αφού υιοθετεί ένα σύστημα που δεν μπορεί να υποστηριχθεί με βάση την καθαρή λογική.

Ίσως, η πιο γραφική περίληψη αυτής της άποψης προέρχεται από μια απίθανη πηγή: Τον Stephen Jay Gould, που, εκτός από τον Dawkins, είναι πιθανώς ο πιο ευρύτερα διαβασμένος εκπρόσωπος της εξέλιξης στην περασμένη γενιά. Γράφοντας μια, κατά τα άλλα λίγο διαβασμένη βιβλιοκρισία, ο Gould σφυροκόπησε την άποψη του Dawkins:
«Να το πω για όλους τους συναδέλφους μου για εκατομμυριοστή φορά: Η επιστήμη δεν μπορεί με τις νόμιμες μεθόδους της να κρίνει το θέμα της εποπτείας της φύσης από το Θεό. Δεν μπορούμε ούτε να το επιβεβαιώσουμε ούτε να το αρνηθούμε αυτό. Αν κάποιοι από το σινάφι μας (εννοεί και τον Richard Dawkins, αθεϊστή) κάνουν δηλώσεις ότι ο Δαρβινισμός καταργεί το Θεό θα βρω την κ. McInerney (δασκάλα του Gould) να τους δώσει με τη βέργα στα δάχτυλα.

Η επιστήμη μπορεί να δουλέψει μόνο με νατουραλιστικές εξηγήσεις. Δεν μπορεί ούτε να βεβαιώσει ούτε να αρνηθεί άλλου είδους ενεργούντες (όπως ο Θεός) σε άλλες σφαίρες (το βασίλειο της ηθικής, για παράδειγμα). Ξεχάστε τη φιλοσοφία για ένα λεπτό. Η απλή εμπειρία των τελευταίων 100 ετών θα αρκούσε. Ο Δαρβίνος ο ίδιος ήταν αγνωστικιστής (έχοντας χάσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις με τον τραγικό θάνατο της αγαπημένης του κόρης), αλλά η μεγάλη Αμερικανίδα Βοτανολόγος Asa Gray, που ευνοούσε τη φυσική επιλογή και έγραφε ένα βιβλίο με τον τίτλο Darwiniana, ήταν μία αφοσιωμένη Χριστιανή. Προχωρήστε 50 χρόνια μπροστά: ο Charles D. Walcott που ανακάλυψε τα απολιθώματα των Burges Shale ήταν ένας πεπεισμένος δαρβινιστής και εξίσου σταθερός Χριστιανός που πίστευε ότι ο Θεός είχε ορίσει τη φυσική επιλογή για να οικοδομήσει την ιστορία της ζωής σύμφωνα με τα σχέδια και τις προθέσεις Του. Προχωρήστε για άλλα 50 χρόνια στους δύο μεγαλύτερους εξελικτικούς της γενιάς μας: ο G.G. Simpson ήταν ένας ανθρωπιστής αγνωστικιστής, ο Theodosius Dobzhansky είναι ένας πιστός Ρώσος Ορθόδοξος. Ή οι μισοί από τους συναδέλφους μου είναι φοβερά βλάκες ή αλλιώς ο δαρβινισμός είναι πλήρως συμβατός με τις παραδοσιακές θρησκευτικές πίστεις- και εξίσου συμβατός με την αθεΐα».
Έτσι αυτοί που είναι άθεοι πρέπει να βρουν άλλη βάση για να παίρνουν αυτή τη θέση. Η εξέλιξη δεν είναι η κατάλληλη.

(Francis Collins, Η Γλώσσα του Θεού σελ.143-149, εκδ. Παπαζήση)

«Άλλο σύστημα ερμηνείας του πρώτου κεφαλαίου της Γένεσης είναι το ιστορικοθεολογικό, κατά το οποίο ο ιερός συγγραφέας του κεφαλαίου αυτού, χωρίς να ενδιαφέρεται για καθαρά επιστημονικούς σκοπούς και για την εξακρίβωση δευτερευουσών αιτιών, για τις οποίες ασχολείται η σύγχρονη επιστήμη, ζητά με μορφή καθαρά δημώδη (=λαϊκή), ώστε να καθίσταται αντιληπτός στους αναγνώστες του, να παρουσιάσει σε αυτούς την Πρώτη αιτία του παντός για σκοπούς καθαρά θρησκευτικούς, μη εκτρεπόμενος σε συλλήψεις της φαντασίας, αλλά εκθέτοντας γεγονότα της δημιουργίας πραγματικά και μη πλέκοντας μαζί με την έκθεση αυτών οποιουσδήποτε μύθους.

Ο συγγραφέας της Γενέσεως ποιεί έργο, όπως παρατηρούν οι Guibert και Chinchole, όχι επιστήμονα συγχρόνου, που συγγράφει Γεωλογία ή Αστρονομία και εκθέτει υπό το πρίσμα των επιστημών αυτών Κοσμογονία, αλλά το πολύ φιλοσόφου που αναζητά την πρώτη Αιτία του παντός, προ παντός όμως και μάλιστα έργο οικοδομητικό θεολόγου, που σπουδάζει να μας καταστήσει γνωστό, τι ο Θεός, ο αίτιος του παντός, είναι για μας, και τι οφείλουμε να είμαστε για Αυτόν. Μας παρουσιάζει τον Θεό Δημιουργό παντός ό,τι υπάρχει. Επειδή δε στην σύντομη και βραχεία έκθεση της Κοσμογονίας του δεν ήταν δυνατόν να απαριθμήσει όλα όσα δημιουργήθηκαν από αυτόν, εκλέγει μεταξύ τούτων τα σπουδαιότερα και θαυμαστότερα, όσα προκαλούσαν την βαθύτερη εντύπωση σε αυτόν και στους συγχρόνους του και τα οποία περισσότερο από τα υπόλοιπα εμφάνιζαν την παντοδυναμία, την πανσοφία και την άπειρη αγαθότητα του Δημιουργού τους.

Προ παντός η προτίμησή του δείχνεται σε εκείνα τα δημιουργήματα, τα οποία είχαν θεοποιηθεί από διάφορους λαούς, όπως το φως, ο ήλιος, η σελήνη, τα άστρα κλπ., και των οποίων τα είδωλα λατρεύονταν αντί του αληθινού Θεού. Η τάξη, την οποία ακολουθεί στην κατάταξη των επί μέρους έργων της δημιουργίας, είναι λογικότατη για τον ιερό συγγραφέα και τους συγχρόνους του, ενώ οι εκφράσεις, τις οποίες μεταχειρίζεται, και εν γένει η γλώσσα και το ύφος του έχει προσαρμοστεί εξ’ ολοκλήρου προς την γλώσσα και τις γνώσεις της εποχής, έτσι ώστε έχουμε ενώπιόν μας κείμενο θεόπνευστο μεν γενικώς, αλλά δημώδες (=λαϊκό), προσαρμοσμένο προς τις τότε περί φύσεως γνώσεις του λαού και συντεταγμένο έτσι, ώστε να κατανοείται κατά το δυνατόν από όλους.

2. Έτσι βεβαιώνοντας, ότι ο Θεός κατά την πρώτη ημέρα δημιούργησε τον ουρανό και τη γη, θέτει, όπως σωστά παρατηρούν οι δύο μνημονευθέντες συγγραφείς (30), το θεμέλιο κάθε αληθινής θρησκείας, αποδοκιμάζοντας και απαρνούμενος τους μύθους και τις φαντασιώδεις συλλήψεις του εθνικού κόσμου. Παρουσίαζει παρόλ’ αυτά τον Δημιουργό να εργάζεται όπως οι άνθρωποι και τον όρο «ημέρα» εκλαμβάνει με την συνηθισμένη έννοια, είτε με τη σημασία της φυσικής ημέρας, δηλαδή του χρόνου του φωτός σε αντίθεση με το διαδεχόμενο αυτό σκοτάδι, είτε με τη σημασία της πολιτικής ημέρας, δηλαδή του κύκλου των 24 ωρών, που περιλαμβάνει μαζί με την ημέρα και τη νύχτα και εκτείνεται από το ένα πρωί μέχρι τις αρχές του άλλου πρωινού.

Η αναφορά της εσπέρας και του πρωινού («και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωΐ ημέρα μία…») γίνεται, διότι ο συγγραφέας θέλει να εξάρει τον αριθμό των ημερών έξι, στην οποίες ολοκληρώνεται το έργο της δημιουργίας, η όλη δε περιγραφή αποσκοπεί στην διάκριση της εβδόμης ημέρας, ως ημέρας που ευλογήθηκε από το Θεό και ημέρας που καθαγιάστηκε από αυτόν για ανάπαυση και λατρεία του (31). Επακολουθεί δημιουργία του φωτός με την θεία προσταγή Γενηθήτω φως, και το επιφανέν ευθύς μεγαλοπρεπές και λαμπρό έργο, που διασκόρπισε το πάνω στο αρχέγονο χάος απλωμένο πυκνό σκοτάδι, δείχνει με τις δύο λέξεις «και εγένετο φως» την παντοδυναμία του Δημιουργού.

Κατ’ επανάληψιν σχεδόν μετά το πέρας του δημιουργικού έργου κάθε μέρας επαναλαμβάνεται σαν κάποια επωδός «Και είδεν ο Θεός ότι καλόν», και με αυτό κατακρίνεται η πλάνη που επικρατούσε σε κάποιους από τους εθνικούς για ύπαρξη δύο αρχών που ανταγωνίζονται μεταξύ τους, του αγαθού δηλαδή Θεού και του κακού δημιουργού. Για τον Μωϋσή δεν υπάρχει παρά ένας και μόνος δημιουργός και όλα όσα έκανε, είναι καλά λίαν.

3. Κάνει έπειτα λόγο για την κατά την δεύτερη ημέρα δημιουργία του στερεώματος. Χρησιμοποιεί και πάλι την γλώσσα αυτών που φαίνονται και των παρομοιώσεων. Όπως λοιπόν αλλού στον ρβ ψαλμό παρουσιάζεται ο Θεός «εκτείνων τον ουρανόν ωσεί δέρριν», δηλαδή σαν δερμάτινη σκηνή, έτσι και εδώ το υπεράνω ημων εκτεινόμενο διάστημα, όπου κινούνται ο ήλιος, η σελήνη και τα υπόλοιπα ουράνια σώματα, φαίνεται με κάποια οπτική πλάνη, ως ένας τεράστιος και απειρομεγέθης θόλος, πάνω στον οποίο φαίνονται σαν καρφωμένα τα άστρα. Έτσι κάπως φαντάζονταν οι σύγχρονοι του ιερού συγγραφέα τον ουρανό και με τις ατελείς τους αστρονομικές γνώσεις συμμορφούμενος και την οικεία με την ακίνδυνη αυτή άγνοια γλώσσα χρησιμοποιώντας ο ιερός συγγραφέας της βιβλικής κοσμογονίας μιλά για στερέωμα. Πώς αλλιώς θα γινόταν καταληπτός από αυτούς; Και εδώ πάλι ήθελε να πει σε αυτούς, ότι ο Θεός είναι ο δημιουργός του μεγαλοπρεπούς αυτού θεάματος, το οποίο εκτείνεται από πάνω μας. Άφηνε δε στους επιστήμονες του μέλλοντος την φροντίδα να ανακαλύψουν την πραγματικότητα του ενάστρου διαστήματος και να διακρίνουν αυτήν από την φαινομενική και επιπόλαιη εικόνα του.

4. Την τρίτη ημέρα της δημιουργίας έχουμε την συγκέντρωση των υδάτων σε θάλασσες και ωκεανούς και την εμφάνιση των ηπείρων. Ενδεικνυόταν ο ιερός συγγραφέας να παρουσιάσει τον μέγα Δημιουργό ποιητή και κύριο των δύο αυτών στοιχείων και τμημάτων του πλανήτη μας, εφόσον ο εθνικός κόσμος είχε θεοποιήσει την γη και τον ωκεανό και οι θεογονίες τόσο οι ασσυροβαβυλωνιακές, όσο και οι της Φοινίκης και αυτών των Ελλήνων, ακόμη και των Ορφικών, από αυτά θεωρούσαν ότι προήλθαν και γενεαλογούνταν οι θεοί τους. Τονίζει ακόμη ο ιερός συγγραφέας, ότι κατά το πρόσταγμα του Θεού η γη εξήγαγε βοτάνη χόρτου και δένδρον κάρπιμον, και κατά το ίδιο θείο πρόσταγμα τα διάφορα αυτά είδη της ποώδους και ξυλώδους βλάστησης παρήγαγαν το καθένα σπέρμα καθ’ ομοιότητα που είχε μέσα του την μυστηριώδη αυτή δύναμη της αναπαραγωγής και αναβλάστησης. Εάν στα διάφορα ειδωλολατρικά μυστήρια θεοποιήθηκε η αναπαραγωγική αυτή δύναμη, που κατά την άνοιξη αφύπνιζε σαν από κάποιο λήθαργο την κατά τον χειμώνα σε πλήρη μαρασμό περιελθούσα φυτική ζωή, και παρουσιάστηκε σαν θεότητα που συνήλθε από κάποιο πάθημα και θριάμβευσε, ο ιερός συγγραφέας παρουσιάζει με περισσή απλότητα, σαφήνεια και ζωηρότητα τον Θεό αίτιο και δημιουργό αυτής. Εάν η φυτική ζωή, και έπειτα και τα πλήθη των ιχθύων και των ερπετών και των πτηνών και των ζώων υφίστανται και διαρκώς ανανεώνονται, αυτό γίνεται, διότι ο Θεός το θέλησε και διότι το παντοδύναμο πρόσταγμα του Θεού διατηρεί ακατάβλητη και ανεξάντλητη την ισχύ του.

5. Έτσι κατά το πρώτο τριήμερο της δημιουργίας ο Θεός προχωρεί σε διαχωρισμούς, οι οποίοι καταλήγουν στη σύσταση μεγάλων τμημάτων του κόσμου, όπως λέει ο Hauret (32)· δηλαδή στο διαχωρισμό του φωτός από το σκότος, από τον οποίο προήλθε η διαδοχή της ημέρας και της νύχτας (Γενεσ. α 3-5), τον μέσω του στερεώματος διαχωρισμό των δύο ωκεανών, των υδάτων δηλαδή των υπεράνω της ατμόσφαιρας και των κάτωθεν αυτής (Γενεσ. α 6-8)· και τον τρίτο διαχωρισμό, χάρις στον οποίο τα ύδατα τα υποκάτω του ουρανού αφού μαζεύτηκαν απετέλεσαν τις θάλασσες, και εμφανίστηκε στη συνέχεια η ξηρά (Γενεσ. α 9-10).

Επακολουθεί ήδη το δεύτερο τριήμερο.

Η τέταρτη λοιπόν ημέρα είναι αντίστοιχη και παράλληλη με την πρώτη. Όπως λοιπόν σε εκείνην δημιούργησε ο Θεός το φως, έτσι και στην παράλληλη με αυτήν τοποθετεί ο Θεός στο στερέωμα τους φωστήρες του ουρανού, τον ήλιο εις εξουσία της ημέρας και την σελήνην εις εξουσίαν της νυκτός (Γενεσ. α 14-19).

Ομοίως και η πέμπτη ημέρα είναι στο δεύτερο τριήμερο της δημιουργίας παράλληλη με την δεύτερη ημέρα του πρώτου τριημέρου. Στα ύδατα της δεύτερης ημέρας και στο στερέωμα αυτής αντιστοιχούν τα ερπετά ψυχών ζωσών και τα κήτη τα μεγάλα και τα πετεινά του ουρανού της πέμπτης ημέρας (Γενεσ. α 20-23).

Τέλος η έκτη ημέρα, κατά την οποία συμπληρώνεται και η δημιουργία των στην ξηρά έμβιων όντων (Γενεσ. Α 24-31), είναι παράλληλη με την τρίτη ημέρα, κατά την οποία προετοιμάστηκαν οι κατάλληλοι όροι για διαβίωση και εύκολη συντήρηση των υπάρξεων που ζουν στην ξηρά.

Η κατάταξη αυτή, παρατηρεί ο Hauret, μαρτυρεί, ότι ο ιερός συγγραφέας διακρινόταν και ως πνεύμα μεθοδικό, ειθισμένο στο να καθορίζει, να διακρίνει και να κατατάσσει. Επιπλέον κάποιες περίεργες συμπτώσεις δηλώνουν προτίμηση στον συμβολισμό των αριθμών. Ο αριθμός ιδιαίτερα τρία επανέρχεται επιμόνως· 3 είδη φυτών (στίχοι 11-12) τρία είδη φωστήρων (στιχ. 16) τρία έργα καθορισμένα για τα άστρα (στιχ. 14-18) τρεις όμιλοι ζώντων όντων που δημιουργήθηκαν την πέμπτη ημέρα (στιχ 21) τρεις κλάσεις ζώων γήινων (στιχ. 24) τρεις ευλογίες (α 22, β 3).

6. Και κατά την πέμπτη και έκτη ημέρα, όπως είπαμε, το ίδιο πρόσταγμα του Δημιουργού δίνει την ύπαρξη στα κήτη τα μεγάλα και στους όφεις και στα κτήνη και στα θηρία. Έτσι η ζωολατρεία των Αιγυπτίων της οποίας οι Ιουδαίοι υπήρξαν μάρτυρες, και η προς τους όφεις θρησκευτική ευλάβεια άλλων ανατολικών λαών, που συναντάται μέχρι σήμερα σποραδικά, αποκηρύττεται ως ανόητη και μωρά ενώ διακηρύττεται, ότι όλων αυτών και των ζώων και των ερπετών και των πετεινών δημιουργός και κύριος υπήρξε και υπάρχει ο ένας και μόνος αληθινός Θεός.

Ως επισφράγιση όμως της δημιουργίας και ως το αριστούργημα αυτής, εικόνα όντως του δημιουργού, προικισμένος με εξαιρετικά πνευματικά προσόντα, που τον καθιστούν ικανό στο να επιγινώσκει μεν τον Δημιουργόν του και τα θαυμαστά έργα του, να άρχει επίσης ως αντιπρόσωπος αυτού σε όλη την ορατή κτίση και σε ολόκληρο το πλήρωμα της οικουμένης, θα δημιουργόνταν ο άνθρωπος.

7. Τονίζοντας ο ιερός συγγραφέας της Γένεσης την υπεροχή του ανθρώπου σε σχέση με τα άλλα δημιουργήματα παρουσιάζει τον Θεό βουλευόμενον και με συμβούλιο να αποφασίζει όχι μόνο το να δημιουργήσει τον άνθρωπο, αλλά και πως θα δημιουργούσε αυτόν. «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόναν ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν». Ο Θεός όντας λογικός και ελέυθερος σε άπειρο και απολύτως τέλειο βαθμό θα προίκιζε και τον πεπερασμένο άνθρωπο με σχετική λογικότητα και ελευθερία. Ο Θεός γνωρίζει τον εαυτό του. Και ο άνθρωπος ο κατ εικόνα Θεού δημιουργούμενος θα γνώριζε τον εαυτό του. Ο Θεός είναι το ύψιστο αγαθό και το απολύτως Ωραίον και η άκρα μακαριότητα και ο απεριόριστος ωκεανός και η αστείρευτη πηγή της αγάπης. Και ο άνθρωπος προικιζόμενος με καρδιά ικανή να αγαπά και να φλέγεται από τον πόθο του αγαθού, του ωραίου και της ευτυχίας θα έλκεται, εφόσον δεν θα είναι διεστραμμένος από Εκείνον, ο Οποίος και μόνος μπορεί να εκπληρώσει τους πόθους του….

8. Όλα ατά έγιναν σε έξι και μόνο ημέρες. Επακολουθεί η εβδόμη ημέρα, την οποία ο Θεός ευλογεί, διότι σε αυτήν κατέπαυσε από όλα τα δημιουργικά του έργα. Η εβδομαδιαία ανάπαυση, παρατηρούν οι Guibert και Chinchole (33), ανάγεται στην αρχή του κόσμου. Για να εξάρει την σπουδαιότητα αυτής ο Μωϋσής δεν μπορούσε να πράξει κάτι καλύτερο παρά να δείξει τον Θεό τον ίδιο εργαζόμενο έξι ημέρες και αναπαυόμενο την εβδόμη. Χρησιμοποιεί προφανώς ανθρωπομορφισμό, αλλά καθιστά έτσι το περί Σαββάτου παράγγελμα σαφές και ανάγλυφο. Αυτό, εξακολουθούν οι αναφερθέντες συγγραφείς, μάς εξηγεί την διαίρεση της δημιουργίας σε έξι ημέρες.

Ο Μωϋσής δεν εννοεί διόλου, ότι ο Θεός διέθεσε έξι ημέρες 24ωρες για να δημιουργήσει τον κόσμο, αλλά μόνο, ότι δημιούργησε τα πάντα Αυτός και ότι είναι η Πρώτη αιτία των πάντων. Εάν λοιπόν κατένειμε το όλο δημιουργικό έργο σε 6 ημέρες, αποσκοπούσε να εντυπώσει ευκολότερα τη διδασκαλία αυτή στο πνεύμα των συγχρόνων του, καθιερώνοντας συγχρόνως ως ιερό και τον θεσμό του Σαββάτου.

9. «Εν ολίγοις το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως εμπεριέχει δημώδη ιστορική αφήγηση της δημιουργίας, σελίδα θεολογίας που εμπνεύστηκε από το Θεό, που αποσκοπεί να μας καταστήσει γνωστό τον Θεό, τη φύση του, τα ιδιώματά του, τις σχέσεις του και με τον κόσμο, τον οποίο δημιούργησε, και με τον άνθρωπο, τον οποίο έπλασε βασιλιά της δημιουργίας, καθώς και τα καθήκοντα του ανθρώπου προς τον Θεό. Τα πάντα εκτίθενται με μορφή κατανοητή για τους αναγνώστες κάθε εποχής, σε γλώσσα σύμμορφη προς τα φαινόμενα, προσαρμοσμένα στις αντιλήψεις και τις γνώσεις της εποχής, στο πλαίσιο των έξι ημερών της εβδομάδας, εν όψει της αναπαύσεως του σαββάτου, προορισμένου για τη θεία λατρεία…

Έτσι έχει η ερμηνεία του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως σύμφωνα με το ιστορικοθεολογικό συστημα και μορφή δημώδη κατά προσαρμογή προς τις σύγχρονες τότε αντιλήψεις για σκοπούς καθαρά οικοδομητικούς, το οποίο σύστημα ενσωματώνει ανμφίβολα πλείστα στοιχεία αλήθειας, όπως εκθέτουν αυτό άριστα οι  Guibert και Chinchole.

 

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Απολογητικαί Μελέται τόμος Β σελ. 26-33 εκδ. ο Σωτήρ. Έγινε μικρή αλλαγή της γλώσσας προς τα νέα Ελληνικά, υπογραμμίσεις δικές μας)

Πηγή: http://o-nekros.blogspot.gr/2010/11/blog-post_4513.html

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
Θεολόγος        

Αρκετή αναστάτωση προκάλεσε στη διεθνή διανόηση (φιλοσοφική και θεολογική) η πρόσφατη δήλωση του διάσημου αστροφυσικού St. Hawking ότι, κατά τη γνώμη του, το σύμπαν θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί χωρίς την παρέμβαση κάποιου δημιουργικού Νου.
Βέβαια, οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν πιστεύουμε στο Θεό για να μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε την προέλευση του σύμπαντος, αλλά ερμηνεύουμε το σύμπαν ως δημιούργημα ενός Θεού επειδή ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτό Του σε πάρα πολλούς ανθρώπους όλων των εποχών, στους ανθρώπους που βαδίζουν το δρόμο της κάθαρσης της καρδιάς, του φωτισμού του νου και της θέωσης (αγιότητας). Αυτοί συχνά είναι κοινοί άνθρωποι, έκπληκτοι και οι ίδιοι για τις αποκαλύψεις της θείας παρουσίας στη ζωή τους, και όχι κάποια «θεσμικά πρόσωπα», μέλη ενός ιερατείου, που «διαχειρίζονται» τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των λαών. Ωστόσο, με αφορμή τις πρόσφατες συζητήσεις, μπορούμε να σχολιάσουμε κάπως το θέμα…

Επιστήμη και ορθόδοξη πνευματικότητα

Η διάκριση επιστήμης και πίστης στον ορθόδοξο κόσμο.

Στην αρχαία χριστιανική παράδοση, δηλαδή τη σκέψη των αγίων των πρώτων χιλίων χρόνων και στη συνέχεια της ορθόδοξης Εκκλησίας, η Αγία Γραφή δεν αντιμετωπίστηκε ως πηγή πληροφόρησης για τη δημιουργία του κόσμου. Η γνώση σ’ αυτόν τον τομέα θεωρήθηκε πάντα αντικείμενο της φιλοσοφικής –δηλαδή της επιστημονικής– έρευνας.
Καθώς γίνονται χριστιανοί, οι λόγιοι του ελληνορωμαϊκού κόσμου –από τους οποίους προέρχονται το 2ο αι. μ.Χ. οι Απολογητές και, ήδη από τότε, οι Πατέρες της Εκκλησίας– αντιμετωπίζουν επιλεκτικά την αρχαία φιλοσοφία (1). Για την ακρίβεια, αποδέχονται σε μεγάλο βαθμό το τμήμα της που αφορά στην ανθρώπινη ηθική (2) και εξολοκλήρου ό,τι αφορά στη γνώση του κόσμου (της, κατά τους χριστιανούς, κτίσεως). Αντικαθιστούν όμως τα μεταφυσικά δόγματα (δηλ. απόψεις) των αρχαίων φιλοσόφων με την εμπειρική γνώση για το Θεό και τα συναφή θέματα που προκύπτει από την κάθαρση της καρδιάς, το φωτισμό και τη θέωση και επαληθεύεται με την επιστήμη της διάκρισης των πνευμάτων.


Αγία Ερμιόνη, γιατρός του 1ου αιώνα μ.Χ. Όπως όλοι οι άγιοι γιατροί, εικονίζεται να κρατάει και να προσφέρει φάρμακα. Βιογραφία εδώ. Φωτο από εδώ.


Ήδη στην κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα οι φιλόσοφοι και οι σχολές που προέκυπταν απ’ αυτούς απέρριπταν διδασκαλίες άλλων φιλοσόφων ή «αντίπαλων» σχολών: ο Ηράκλειτος τον Πυθαγόρα, ο Ξενοφάνης τον Εμπεδοκλή, ο Αριστοτέλης τον Πλάτωνα και τους κυνικούς, ο στωικός Διότιμος, ο σκεπτικός (πυρρωνιστής) Τίμων αλλά και ο Πλούταρχος τον Επίκουρο, ο Επίκουρος σχεδόν όλους τους άλλους κ.ο.κ. Συχνά μάλιστα οι κρίσεις του ενός για τον άλλο ήταν σκληρότατες, μερικές φορές και υβριστικές.
Η απόρριψη λοιπόν από τους χριστιανούς φιλοσόφους δογμάτων άλλων φιλοσοφικών σχολών (από μερικούς και της φιλοσοφίας εν γένει, πράγμα ακραίο που δεν επικράτησε ως κυρίαρχη θέση στην πατερική παράδοση), εκτός από εύλογη (ακόμη και σήμερα μεταξύ των επιστημόνων υπάρχουν «αντίπαλες» τάσεις), ήταν και κάτι σύνηθες στον ελληνικό κόσμο. Υπάρχει βέβαια μια διαφορά: τα μεταφυσικά δόγματα των εθνικών φιλοσόφων προέρχονταν από στοχασμό και ήταν αυθαίρετα (γι’ αυτό και ποίκιλλαν), ενώ των χριστιανών από την εμπειρία της θέωσης, ήταν δηλαδή γνώση προερχόμενη από την εμπειρία και στη συνέχεια επεξεργασμένη και εκφρασμένη με τα εργαλεία του ανθρώπινου νου, όπως αντίστοιχα η γνώση του κόσμου.
Γι’ αυτό και το Συνοδικό της Ορθοδοξίας (9ος αι. μ.Χ.), αναφερόμενο κυρίως στις νεοπλατωνικές ιδέες του Ιωάννη Ιταλού, απορρίπτει ως αιρετικούς εκείνους που σπουδάζουν την ελληνική φιλοσοφία πιστεύοντας τα μεταφυσικά της δόγματα, ενώ αποδέχεται ως χριστιανούς εκείνους που τη σπουδάζουν «διὰ παίδευσιν», δηλαδή ως μέρος της φιλοσοφικής κατάρτισής τους («τοῖς τὰ ῾Ελληνικὰ δεξιοῦσι μαθήματα, καὶ μὴ διὰ παίδευσιν μόνον ταῦτα παιδευομένοις, ἀλλὰ καὶ ταῖς δόξαις αὐτῶν ταῖς ματαίαις ἑπομένοις») (3).
Έτσι, οι Πατέρες της Εκκλησίας απέρριψαν αρχαίες φιλοσοφικές ιδέες που η θεοπτική εμπειρία των αγίων αποδεικνύει εσφαλμένες, όπως η αιωνιότητα του κόσμου, ο ρόλος του δημιουργού Θεού ως απλού διακοσμητή (και όχι δημιουργού εκ του μηδενός), ο απρόσωπος χαρακτήρας του θείου (ως δυνάμεως), η μετεμψύχωση, η προΰπαρξη των ψυχών, ο πλατωνικός κόσμος των ιδεών κ.λ.π. Αντίθετα, στον τομέα της γνώσης του κόσμου συνεχίζουν σαφώς τους προγενέστερους φιλοσόφους, ακολουθώντας, όπως και εκείνοι, τη μέθοδο της παρατήρησης και του στοχασμού. Αρχίζοντας, ούτως ειπείν, από το χριστιανό Γαληνό, το «διάδοχο του Ιπποκράτη», βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά σοβαρή παράδοση φιλοσοφικών (κοσμολογικών και ανθρωπολογικών) έργων που αποτελεί μέρος της πατερικής γραμματείας. «Τὸ μὲν ἐξεταστικόν τε καὶ θεωρητικὸν ἐδεξάμεθα, ὅσον δὲ εἰς δαίμονας φέρει καὶ πλάνην καὶ ἀπωλείας βυθὸν διεπτύσαμεν» τονίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Επιτάφιος εις τον Μέγαν Βασίλειον, 11, P.G. 36, 508-509). [Πολλά στοιχεία για την επιστήμη στο Βυζάντιο δες εδώ]
Αυτή είναι η διάκριση φιλοσοφίας και θεολογίας στον πατερικό χώρο, η διάκριση μεταξύ γνώσης του κόσμου και γνώσης του Θεού. Απορρίφθηκε η παρέμβαση του ενός χώρου στον άλλο, δηλαδή η απόπειρα κατοχής του Θεού με τα εργαλεία της φιλοσοφίας, ενώ η προσπάθεια της θεσμικής Εκκλησίας να ποδηγετήσει την επιστημονική έρευνα ήταν κάτι άγνωστο στον πατερικό χώρο. Συνέβη μόνο στη διαστρεβλωμένη χριστιανοσύνη του ευρωπαϊκού μεσαίωνα, στην οποία, σημειωτέον, η αρχαία πατερική παράδοση αγνοήθηκε, γι’ αυτό αγνοήθηκε και κατά την επιστημονική επανάσταση των νεώτερων χρόνων, με συνέπεια να απορριφθεί ο χριστιανισμός ως συνώνυμο της πνευματικής τρομοκρατίας και του σκοταδισμού.
 
 
imageoneΕικόνες αρχαίων φιλοσόφων στην ιστορική μονή Bachkovo της Βουλγαρίας (φωτο & άρθρο εδώ - δες ΚΙ ΑΛΛΕΣ εδώ)


Στο θέμα της δημιουργίας του κόσμου, ο Μέγας Βασίλειος (Εις την Εξαήμερον, Ομιλία Β΄, 3, P.G. 29, 33 [ολόκληρο εδώ]) θεωρεί ότι η Γένεση όχι μόνον δεν περιγράφει λεπτομερώς τη δημιουργία, αλλά και λειτουργεί ως προτροπή για επιστημονική (κατά την εποχή του, φιλοσοφική) έρευνα:
«Ειπών, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην, πολλά απεσιώπησεν, ύδωρ, αέρα, πυρ, τα εκ τούτων απογεννώμενα πάθη× … παρέλιπε δε η ιστορία, τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν, εξ ολίγων αφορμών παρεχομένη επιλογίζεσθαι τα λειπόμενα» (γράφοντας “Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη”, πολλά αποσιώπησε, το νερό, τον αέρα, τη φωτιά [τα στοιχεία της φύσεως κατά τους αρχαίους] και τις ενώσεις που προέρχονται απ’ αυτά…· τα παρέλειψε δε η διήγηση, για να γυμνάσει το δικό μας νου, κάνοντάς μας από μικρές αφορμές να ανακαλύψουμε τα υπόλοιπα).
Το βιβλίο λοιπόν της Γένεσης δεν είναι βιβλίο κοσμολογίας ούτε βιολογίας. Δε θέλει να δώσει γνώση του πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, αλλά να θέσει κάποιες θεολογικές αρχές, με βάση τις οποίες προτείνει την κατανόηση του κόσμου, του ανθρώπου και της σχέσης ανθρώπου-κόσμου και ανθρώπου-Θεού. Τέτοιες αρχές είναι π.χ. ότι δεν υπάρχουν πολλοί θεοί, αλλά ένας, ότι τα άστρα, η γη, τα ζώα, τα δέντρα κ.τ.λ. δεν είναι θεοί, αλλά δημιουργήματα, ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού, ως κωρωνίδα της κτίσεως, ότι ξεκίνησε από μια ζωή γνώσης του Θεού και σχέσης μ’ Αυτόν, αλλά κατόπιν Τον αποστράφηκε με ολέθριες συνέπειες, κ.τ.λ.
Εδώ ίσως είναι το κατάλληλο σημείο για να επισημάνουμε την τεράστια διαφορά των ανθρωπολογικών ιδεών της Βίβλου, τις οποίες προαναφέραμε, με τις αντίστοιχες των αρχαίων ανθρωπογονικών μύθων. Κατά τη βαβυλωνιακή μυθολογία π.χ., όπως εκφράζεται στο έπος Ενούμα Ελίς, ο Μαρδούκ έπλασε τους ανθρώπους από το κομμένο κεφάλι του Έα, για να υπηρετούν τους θεούς, και τους έκανε αδύναμους και προπαντός θνητούς, για να μη μπορούν να τους απειλήσουν• κατά την ελληνική μυθολογία, όπου ούτως ή άλλως οι θεοί δεν αγαπούν τους ανθρώπους, εκτός από τους ευνοούμενούς τους, ο Δίας τους αποκλείει ζηλότυπα από τη φωτιά και τιμωρεί τον Προμηθέα –το μόνο αληθινό φίλο, και κατά μία εκδοχή δημιουργό, των ανθρώπων– με τη γνωστή σαδιστική ποινή.
Αντίθετα, κατά τη Βίβλο, ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα του Θεού, προορισμένος όχι για να υπηρετεί το Θεό (που είναι ανενδεής, αντίθετα από τους θεούς του πολυθεϊσμού), αλλά για την αθανασία, την οποία έχασε από δική του ευθύνη, ενώ κατά τη χριστιανική ερμηνεία της βιβλικής αφήγησης, ο Θεός όχι μόνο δεν τιμώρησε τον άνθρωπο, αλλά έγινε ο Ίδιος άνθρωπος και αφέθηκε να γευτεί το ποτήρι της κακίας του πλάσματός Του για να το σώσει (πρβ. κατά Ιωάννην 3, 14-17, Γαλάτας 4, 1-7, Φιλιππησίους 2, 6-8, Α΄ Ιωάννου 4, 7-11, κ.λ.π. [Για τις παραπομπές στην Καινή Διαθήκη μπες εδώ]). Όλες οι εντολές του Θεού προς τον άνθρωπο και ο αγώνας του ανθρώπου για την τήρησή τους αποσκοπεί όχι σε κάποια «υπηρεσία προς το Θεό», αλλά στην κάθαρση της καρδιάς του ανθρώπου από τα πάθη και στην ύψιστη τιμή της ένωσής του με το Θεό, αφού ο Χριστός ήδη ανύψωσε την ανθρώπινη φύση με την ανάληψή Του και «την κάθισε στα δεξιά του Θεού».

Χριστιανικές ιδέες περί ανθρώπου

Κατά το σύγχρονο άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς:
«είναι ευαγγέλιο, παναληθινό ευαγγέλιο –όχι δικό μου, αλλά των αγίων του Θεού– ότι ο άνθρωπος είναι ένα μεγάλο μυστήριο, ιερό μυστήριο του Θεού. Τόσο μεγάλο και τόσο ιερό, ώστε ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μας ερμηνεύσει όλο το βάθος του ανθρώπινου μυστηρίου. Η αλήθεια του ευαγγελίου, η παναλήθεια, είναι ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάμει τον άνθρωπο θεό κατά χάριν. […] Κατ’ ουσίαν, ο αγώνας για το Θεάνθρωπο είναι αγώνας για τον άνθρωπο».
Η ιδέα αυτή συναντά την άποψη του π. Νικολάου Λουδοβίκου, που, μελετώντας τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή και τους λοιπούς αγίους Πατέρες, αναφέρει ότι μόνο στα έσχατα θα δούμε τι είδους ον είναι πραγματικά ο άνθρωπος. Και προσθέτει:
«Ο Θεός δηλαδή δημιουργεί ακριβώς αυτό που φαίνεται αδιανόητο και αδύνατο: μια πρόθεση απίστευτα και απόλυτα ανεξάρτητα από τη δική Του. Αυτό σημαίνει ότι δεν δημιουργεί έναν αναίσθητο κόσμο αλλά μια απολύτως θεοειδή εικόνα της δικής του ελευθερίας, έναν ίσο εταίρο για μια αιώνια, “επικίνδυνη” συζήτηση. […] (Οι λόγοι των όντων) είναι η θέληση του Θεού ως Λόγου να θέσει τον εαυτό Του σ’ έναν εσχατολογικό διάλογο μ’ έναν πραγματικά θεοειδή συνομιλητή. Όχι να εκπληρώσει την αϊδίως εκπληρωμένη (μέσα στην ενδο-Τριαδική κοινωνία) ουσία Του, αλλά να υπερβεί την ίδια Του την υπερβατικότητα, σε μια διπλή υπέρβαση η οποία Τον καθιστά πιθανώς ανύπαρκτο μέσα στην ελευθερία του Άλλου: αυτό είναι που ονομάζουμε θεία αγάπη» (4).
Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς έχει γράψει γι’ αυτό το περίεργο ον, τον άνθρωπο:
«Κοιτάζοντας από τον ουρανό, τι είναι εκείνο που διακρίνουμε περισσότερο πάνω στη γη; Όχι τα βουνά ούτε οι θάλασσες ούτε οι πόλεις ούτε οι ουρανοξύστες. Είναι ο άνθρωπος. Διότι η θεοειδής ψυχή του ανθρώπου είναι ένας ήλιος επί της γης. Όσοι είναι οι άνθρωποι, τόσοι είναι οι ήλιοι επί της γης. Και καθένας απ’ αυτούς τους ήλιους είναι ορατός από τον ουρανό.  Αγαπημένο θαύμα του Θεού! Η μικρούτσικη γη, ένα αστεράκι από τα πιο μικρά, να χωράει δισεκατομμύρια ήλιους! Μέσα από το χωματένιο σώμα του ανθρώπου λάμπει ο ήλιος! Ο άνθρωπος! Ένας μικρός θεός μέσα στη λάσπη».
Ταξιδεύοντας στη χριστιανική αρχαιότητα αξίζει να σταθούμε σ’ ένα ανθρωπολογικό κρεσέντο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου:
«[Ο Θεός] δημιουργεί τον άνθρωπο ως πλάσμα από δύο στοιχεία, δηλαδή από ορατή φύση και αόρατη. Και, ενώ πήρε το σώμα του από την ύλη που υπήρχε ήδη, έβαλε μέσα πνοή από τον εαυτό του (που η Αγία Γραφή το ξέρει ως «νοερά ψυχή» και «εικόνα Θεού»). Έτσι τον τοποθέτησε στη γη ως άλλον κόσμο [=άλλο από όλο το υπόλοιπο σύμπαν], μικρό και, μέσα στο μικρό, μεγάλο, άλλον άγγελο, προσκυνητή μικτό, επόπτη της ορατής κτίσης και μύστη της νοερής [=δηλ. γνώστη, μέτοχο της νοερής, της αγιότητας, των αγγέλων κ.τ.λ.], βασιλιά της γης, αλλά με βασιλιά δικό του από πάνω, επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό και νοερό, ανάμεσα στο μεγαλείο και την ταπεινότητα, τον ίδιο πνεύμα και σάρκα… Πλάσμα που τελειοποιείται εδώ και μεταφέρεται αλλού και –τέρμα του μυστηρίου– θεοποιούμενο με το να στρέφεται προς το Θεό» (5).

Η Βίβλος ως πηγή πληροφοριών προς τον αρχαίο άνθρωπο

Αν και η Γένεση είναι βιβλίο θεολογικού και όχι επιστημονικού ενδιαφέροντος, είναι η πιο κοντινή στη δική μας σκέψη κοσμογονία που μας έρχεται από τον αρχαίο κόσμο. Κατ’ αρχάς θεωρεί τον ουρανό, τη γη και όσα περιέχονται σ’ αυτά –ουράνια σώματα, όρη, θάλασσες και όλα τα όντα– ως απλά μέρη του σύμπαντος και όχι ως θεούς• αυτό και μόνο συνιστά ένα κολοσσιαίο άλμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Τα θεωρεί βέβαια δημιουργήματα του Θεού κι όχι προϊόντα χαοτικών συμπτώσεων, αλλά αυτό δεν είναι συνετό να μας κάνει να την απορρίψουμε εκ των προτέρων. Μάλλον το λογικό θα ήταν να θέσουμε το ερώτημα: πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ο συγγραφέας ότι υπάρχει Θεός;
Όπως κι αν κατέληξε σ’ αυτό το συμπέρασμα, ακόμη κι αν μας είναι αδιάφορο αν έχει δίκιο ή όχι, είναι βέβαιο πως η Γένεση δε γράφτηκε στο γόνατο.
 
imagetwoΟ άγιος και δίκαιος προφήτης Μωυσής -συγγραφέας της Γένεσης- προκαλεί το μίσος των εθνικιστών, που δεν ανέχονται να τιμά η Εκκλησία "Εβραίους προφήτες" κι όχι μόνο Έλληνες! Από την άλλη, κάποιοι κατηγορούν την Εκκλησία για "εθνικισμό" (ο οποίος έχει χαρακτηριστεί αίρεση από τη Σύνοδο του 1872). Ας αποφασίσουν επιτέλους οι αδελφοί... τι είμαστε!

Επιπλέον, μιλάει όχι για μάχες ή ενώσεις μεταξύ ανθρωπόμορφων θεών, που προκάλεσαν κοσμικές ανακατατάξεις, αλλά για έναν αόρατο, υπερβατικό Θεό, κοσμικών διαστάσεων, που με άυλα μέσα, με το λόγο Του, δημιουργεί κλιμακωτά το σύμπαν, τη γη και τελικά τον άνθρωπο. Κλιμακωτά• η πρώτη διατύπωση της θεωρίας της εξέλιξης βρίσκεται στη Βίβλο.
Έτσι, σε μας η Γένεση δεν έχει προφανώς να προσφέρει γνώση για τα γεγονότα της κοσμογονίας, στο κοινό όμως, στο οποίο αρχικά απευθύνθηκε, είχε να προσφέρει και τέτοια γνώση. Για να γίνει κατανοητή η διαφορά, ας θυμηθούμε ότι, στον ίδιο ιστορικό χώρο με τον ποιμενικό πολιτισμό της Βίβλου, η απείρως πλουσιότερη και ισχυρότερη αυτοκρατορία της Βαβυλώνας είχε ένα σύνθετο εξωτικό πολυθεϊσμό και μια τυπική μυθική κοσμογονία, με αποκορύφωμα το διαμελισμό της Τιαμάτ από το Μαρδούκ και το σχηματισμό του ουρανού και της γης από τα κομμάτια της.
Όμως, παραδόξως, οι αναφορές της Γένεσης στα ίδια τα γεγονότα της κοσμογονίας έχουν αναλογίες με τις προτάσεις τις σύγχρονης επιστήμης για το πώς έγιναν τα πράγματα. Οι αναλογίες αυτές είναι δευτερεύουσες και μπορεί να παραπλανήσουν κάποιους, κάνοντάς τους να νομίσουν πως αυτές είναι που πρέπει να τονιστούν, ενώ το ζητούμενο είναι η πρόσκληση του ανθρώπου για την αγιότητα. Έχουν ωστόσο σημασία, γιατί χτυπούν ένα καμπανάκι που λέει ότι θα ήταν καλό να προσέξουμε τη Γένεση.
Το αποκορύφωμα της αναλογίας ανάμεσα στη Γένεση και τη σημερινή επιστήμη είναι η περιγραφή της δημιουργίας των γήινων όντων (κεφ. 1), που ακολουθεί μια σειρά σχηματική βέβαια, αλλά επιστημονικά σωστή:
α) φυτά (χόρτα και δέντρα), β) από το νερό «βγαίνουν» τα ερπετά, τα κήτη και τα πουλιά, γ) από τη γη «βγαίνουν» θηλαστικά και ερπετά (ξανά, γιατί τα πρώτα ερπετά, οι δεινόσαυροι, έχουν χαθεί), δ) δημιουργείται ο άνθρωπος.
Υπάρχει βέβαια μια τερατώδης ανακρίβεια: ο ήλιος, η σελήνη και τα άλλα ουράνια σώματα φαίνεται να δημιουργούνται την τέταρτη μέρα κι όχι την πρώτη, όπως θα περίμενε ο αναγνώστης! Ο Μέγας Βασίλειος δίνει μια θεολογική εξήγηση: ο ήλιος δημιουργείται στο μέσον του δημιουργικού χρόνου, για να μη θεωρηθεί πρωταρχική πηγή του φωτός και δημιουργός της ζωής, δηλαδή θεός (ό.π., Ὁμιλία Στ΄, 2, P.G. 29, 120)..
Μια επιπλέον εξήγηση είναι ότι ο συγγραφέας της Γένεσης, ο Μωυσής, κατά την παράδοση, γράφει σαν παρατηρητής, που βλέπει να γίνονται «ο ουρανός, η Γη και πάντα τα εν αυτή». Ο ίδιος βλέπει τα ουράνια σώματα την τέταρτη μέρα, όταν ξεκαθαρίζει ο ουρανός από τα πυκνά νέφη της εξάτμισης των υδάτων. Γνωρίζει όμως ότι ημέρα και νύχτα υπάρχουν από την πρώτη μέρα (εννοείται ότι οι επτά «ημέρες» δεν είναι 24ωρα: «είτε ημέρα πεις, είτε αιώνας, το ίδιο πράγμα είναι», Μ. Βασίλειος).
Επίσης, η Γένεση και η χριστιανική παράδοση που την ακολουθεί γνωρίζει τη βιολογική συγγένεια του ανθρώπου με τα ζώα: τόσο ο άνθρωπος όσο και τα ζώα δημιουργήθηκαν «ἐκ τῆς γῆς» (από το χώμα, τα υλικά της γης), Γεν. 2, 19. «[Χωρίς το Άγιο Πνεύμα] προὔχει τῶν θηρίων ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὴν ἔναρθρον φωνὴν μόνον, τὰ δὲ λοιπὰ τῆς αὐτῆς ἐκείνοις διαίτης ἐστίν, οὐκ ὢν ὁμοίωσις τοῦ Θεοῦ» (Τατιανός ο Σύρος, 2ος αι. μ.Χ.). «Δύο τινῶν κατὰ τὸ ἀκρότατον πρὸς ἄλληλα διεστηκότων, μέσόν ἐστι τὸ ἀνθρώπινον, τῆς τε θείας καὶ ἀσωμάτου φύσεως καὶ τῆς ἀλόγου καὶ κτηνώδους ζωῆς» (άγ. Γρηγόριος Νύσσης). Η διαφορά είναι ότι, κατά τη Γένεση και τους χριστιανούς, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα (πνευματική) και καθ’ ομοίωσιν του Θεού.

Η διαμάχη επιστήμης και πίστης

Η διαμάχη επιστημόνων και θεολόγων ή εκπροσώπων της θεσμικής Εκκλησίας για την προέλευση του σύμπαντος και της γήινης ζωής ταλαιπώρησε την ευρωπαϊκή διανόηση σε όλο το διάστημα των νεώτερων χρόνων. Ήταν μια διαμάχη για την εξουσία της «πίστης» ή του «ορθού λόγου», που ξεκίνησε το μεσαίωνα με τη διεκδίκηση των επιστημόνων να ερευνούν χωρίς το φόβητρο της Ιεράς Εξέτασης.
Τα πρώτα βήματα στην κήρυξη του πολέμου είχαν γίνει από τη Καθολική (παπική) Εκκλησία, με την καταδίκη των προσπαθειών των πρωτοπόρων της νεώτερης αστρονομίας (απαγόρευση από τον πάπα του Περί των περιφορών των ουρανίων σφαιρών του Κοπέρνικου το 1593, καταδίκη του Γαλιλαίου το 1632), ενώ η επιστήμη εκδικήθηκε, αρχικά με τους διαφωτιστές, που συχνά στρατεύθηκαν με ένταση κατά της Εκκλησίας (όπως ο Βολταίρος), και, το 19ο αιώνα, με τη θεωρία του Δαρβίνου, που χρησιμοποιήθηκε ως όπλο στον αγώνα κατά της εκκλησιαστικής αυθεντίας.
Περιττεύει να επισημάνω ότι η «Εκκλησία», ενάντια στην οποία αγωνίστηκαν οι παραπάνω, από ορθόδοξη άποψη είναι μια αιρετική χριστιανική κοινότητα, που διεκδικεί τον τίτλο της Εκκλησίας απλώς λόγω της οικονομικής και πολιτικής ισχύος της και του πλήθους των λαών, στους οποίους απλώνεται η εξουσία της. Ο παπισμός δεν είναι Εκκλησία, πολύ δε περισσότερο δεν είναι η Εκκλησία.
Ωστόσο η θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης (Big Bang) για την προέλευση του σύμπαντος ήταν μια έκπληξη: θυμίζει τόσο πολύ την Αγία Γραφή (δημιουργία του κόσμου από το μηδέν), ώστε το 1951 ο πάπας τη χαιρέτισε με ενθουσιασμό! Οι επιστήμονες που την πρότειναν κατηγορήθηκαν ότι την επινόησαν για να «αποκαταστήσουν το χριστιανισμό», που η διεθνής επιστημονική κοινότητα καμάρωνε για την κατάργησή του στα μυαλά των «λογικών ανθρώπων» (6).
 
imagethree
Η θεωρία της εξέλιξης των ειδών θεωρήθηκε βόμβα πολλών μεγατόνων στα θεμέλια του δογματισμού και της δεισιδαιμονίας των χριστιανών, που «επέμεναν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξη μέρες», ότι τα πλάσματα της γης εμφανίστηκαν αυτόματα μ’ ένα πανηγυρικό θεϊκό θαύμα και φυσικά ότι «ο Θεός έπλασε από χώμα» ένα πρώτο ζευγάρι ανθρώπων, από το οποίο προέκυψαν όλοι οι υπόλοιποι.
Φυσικά, δέσμιοι των ιστορικών συνθηκών, οι νεώτεροι στοχαστές δεν υποπτεύονταν καν ότι, κατά την άποψη των αρχαίων χριστιανών διδασκάλων, τα ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά του Θεού στη βιβλική αφήγηση πρέπει να νοηθούν αλληγορικά. Όσα ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά αποδίδονται στο Θεό «συμβολικῶς ἐστι λεγεγμένα» (άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός) και η Βίβλος εκφράζεται έτσι «δι’ ἡμᾶς καὶ τὸ ἀσθενὲς τὸ ἡμέτερον», ώστε «ταύτης ἀξιωθέντες τῆς συγκαταβάσεως, ἀνελθεῖν πρὸς τὸ ὕψος ἐκεῖνο ἰσχύσωμεν» (άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος) (7). Τι είπα; Δεν υποπτεύονταν καν ότι υπήρχε στο χριστιανισμό η παράδοση αυτή – πολλώ μάλλον, αφού δεν υπήρχαν ίχνη της ούτε στην ακαδημαϊκή θεολογία του καιρού μας, πλην εξαιρέσεων.
Αυτονόητα και η ιστορία του προπατορικού αμαρτήματος θεωρήθηκε μύθος, που μάλιστα βύθισε την ανθρωπότητα σ’ έναν ωκεανό ανυπόστατων ενοχών. Η αλήθεια, όπως την ανακάλυψε η επιστήμη, είναι πολύ πιο απλή: ο άνθρωπος δεν είναι παρά η φυσική και «τυχαία» εξέλιξη ενός έμβιου όντος• ένα είδος του ζωικού βασιλείου, στο οποίο ο εγκέφαλος, εντελώς τυχαία, αναπτύχθηκε υπερβολικά, αυτό είναι όλο.
Βέβαια, αφού ο Θεός είναι «η αρχή του κόσμου» κι εμείς βρήκαμε πώς άρχισε ο κόσμος, «αποδείξαμε» ότι δεν υπάρχει Θεός. «Είμαστε απόγονοι των πιθήκων» στη σκέψη του δυτικού ανθρώπου ισοδυναμεί με το «δεν είμαστε κατ’ εικόνα Θεού» και, σε πιο ακραία περίπτωση, «δεν υπάρχει Θεός ή, κι αν υπάρχει, αποκλείεται να είναι ο χριστιανικός Θεός». Φυσικά, η ιδέα ότι η Μεγάλη Έκρηξη, ο σχηματισμός των γαλαξιών, η εμφάνιση και η εξέλιξη της ζωής έγιναν τυχαία και όχι με το σχεδιασμό ενός ανώτατου Νου, δεν είναι «επιστημονικό πόρισμα» αλλά μεταφυσική ερμηνεία, την οποία διδάσκουν αβασάνιστα πολλοί επιστήμονες επειδή στη σκέψη τους κυριαρχεί μια συγκεκριμένη φιλοσοφία.
Στην πραγματικότητα, η θεωρία της εξέλιξης δεν ήταν πλήγμα κατά του χριστιανισμού, αλλά εξελήφθη ως τέτοιο επειδή ο δυτικός επιστημονικός κόσμος, φέροντας τις αγιάτρευτες πληγές του μεσαίωνα, ένιωθε την ανάγκη να τη δει έτσι. Κατά την εύστοχη παρατήρηση του Μπέρναρντ Σω, «Ο Δαρβίνος είχε την τύχη να ικανοποιήσει κάθε ένα που ήθελε να εξυπηρετήσει τους ιδιοτελείς σκοπούς του» (8).
Από ορθόδοξη σκοπιά, το πρόβλημα έχει λυθεί ήδη από τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο μέγας Βασίλειος, ερμηνεύοντας την αρχή της Γένεσης στις περίφημες Ομιλίες εις την Εξαήμερον, με τη βοήθεια όλων των επιστημονικών γνώσεων της εποχής του, είπε:
«Ου γαρ ελαττούται η επί τοις μεγίστοις έκπληξις επειδάν ο τρόπος καθ’ ον γίνεται τι των παραδόξων εξευρεθή»,
ήτοι δεν ελαττώνεται ο θαυμασμός μας για τα μεγαλεία της δημιουργίας όταν ανακαλυφθεί ο τρόπος με τον οποίο έγινε κάποιο από αυτά (Εις την Εξαήμερον, Ομιλία Α΄, 10, P.G. 29, 25).
Συνεπώς, ο Βασίλειος, γιατρός, μαθηματικός και φιλόσοφος ο ίδιος, ανέμενε την εξεύρεση της φυσικής αιτίας όλων των «παραδόξων» της δημιουργίας, δηλαδή την επιστημονική εξέλιξη όπως την ξέρουμε σήμερα• δεν ανησυχούσε, γιατί η θεολογία και η φιλοσοφία στα χρόνια του –και σε όλους τους ορθόδοξους αγίους όλων των εποχών– ήταν δύο επιστήμες με διαφορετική μεθοδολογία, ενώ η νεώτερη δυτική θεολογία, που μεταφέρθηκε και στην Ελλάδα από το 19ο αιώνα και μετά, είναι στην πραγματικότητα φιλοσοφία θρησκευτικού ενδιαφέροντος, η δε προτεσταντική θεολογία δεν είναι παρά ένας κλάδος της φιλολογίας.
["Νεκρός": Για μια ορθόδοξη θεώρηση της επιστημονικής θεωρίας της εξέλιξης προτείνω το site Εξελικτική Δημιουργία].

Θεός και κβαντική φυσική
 
Αν οι ανακαλύψεις της κλασικής περιόδου της επιστημονικής αφύπνισης δεν καταρρίπτουν το χριστιανισμό, οι σύγχρονες εξελίξεις μάλλον τον ενισχύουν. Και τούτο, εκτός των άλλων, γιατί πρώτη φορά ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας –η πιο θεμελιώδης– απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία• το σύμπαν, τα δομικά στοιχεία της ύλης και οι νόμοι που τα διέπουν ανακαλύπτονται αλλά δεν κατανοούνται: «αν νομίζεις ότι κατανοείς την κβαντική φυσική» λέει κάποιος φυσικός, «τότε δεν την κατανοείς».


Ο άγιος Λουκάς ο Ιατρός, πρωτοπόρος Ρώσος χειρουργός, καθηγητής του παν/μίο της Τασκένδης, εξορισμένος από τον κομουνισμό. Blog γι' αυτόν εδώ. Άρθρο του περί επιστήμης και θρησκείας εδώ.


Αυτό κάνει τους επιστήμονες πιο ταπεινούς, ώστε τους βλέπουμε έκπληκτοι να πλησιάζουν την ταπείνωση των αγίων, οι οποίοι ποτέ δεν ισχυρίστηκαν ότι κατέχουν ή κατανοούν ή μπορούν να εκφράσουν την ουσία του Θεού. Το σύμπαν λοιπόν δεν είναι ορθολογικό και η πραγματικότητα χωράει πλέον ως ενδεχόμενα τα πάντα, όπως καμπύλες διαστάσεις και παράλληλα σύμπαντα.
Ίσως δεν είναι χωρίς σημασία ότι, υπό το πρίσμα της σύγχρονης επιστήμης, τα θαύματα (ακόμη και η ανάσταση των νεκρών, σε ό,τι αφορά στα σώματα) δεν αποτελούν αναίρεση των φυσικών νόμων, αλλά συνέπεια των δυνατοτήτων ενός Όντος με πλήρη έλεγχο της ύλης, την οποία Εκείνο έχει δημιουργήσει. Είναι το «ἡγεμονικὸν ἐπὶ τῆς κτίσεως», που, κατά τους αγίους Πατέρες, εκτός από ιδιότητα του Θεού, αποτελεί και αρχέγονη ιδιότητα του ανθρώπου απολεσθείσα λόγω του προπατορικού αμαρτήματος, που όμως αποκαθίσταται καθώς προοδεύει στην αγιότητα, δηλαδή προσεγγίζει τον Τριατικό Θεό εν Χριστώ.
Είναι αστείο ότι κάτι παρόμοιο με το Μ. Βασίλειο είπε ο Ρίτσαρντ Φέινμαν, Νόμπελ Φυσικής 1965: «Οι ποιητές λένε πως η επιστήμη διώχνει την ομορφιά των άστρων. […] Η αίσθηση του μυστηρίου δε μειώνεται όταν γνωρίζουμε κάτι περισσότερο• η αλήθεια είναι πολύ πιο όμορφη απ’ όσο τη φαντάζεται οποιοσδήποτε καλλιτέχνης» (9).

Δαρβίνος και Εκκλησία

Ως θεολόγος γνωρίζω κάτι που δε γνωρίζουν οι προκατειλημμένοι κατά του χριστιανισμού συνάνθρωποί μου, είτε είναι «μορφωμένοι» είτε όχι: ότι στα Θρησκευτικά της Β΄ Λυκείου (σελ. 91 του σχολικού βιβλίου) προβάλλεται η θεωρία της εξέλιξης των ειδών ως η τελευταία λέξη της επιστήμης στο ζήτημα της προέλευσης της ζωής. Αν λοιπόν το ελληνικό κράτος, μέχρι το 2010, δεν τη διδάσκει στο μάθημα της Βιολογίας, δε φταίμε εμείς οι θεολόγοι, διότι (πολύ απλά) οι ίδιοι τη διδάσκουμε.
Δεν είναι αλήθεια ότι η Εκκλησία ήταν ή είναι εναντίον της θεωρίας του Δαρβίνου (ή, πιο σωστά πλέον, της θεωρίας για την εξέλιξη των ειδών). Η αλήθεια, όσο παράξενο κι αν φανεί, είναι ακριβώς το αντίθετο: μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας επιτέθηκε στην Εκκλησία, χρησιμοποιώντας τη θεωρία του Δαρβίνου ως σκληρό ιδεολογικό όπλο.
Υποτίθεται ότι, με την επιβεβαίωση της καταγωγής του ανθρώπου από τα πρωτεύοντα θηλαστικά (πιθήκους) και γενικά του ενός είδους ζωής από το άλλο, αυτόματα «αποδεικνυόταν» ότι η Βίβλος λέει ανοησίες για τη Δημιουργία του κόσμου και, ακόμη παραπέρα, ότι «δεν υπάρχει Θεός».
Ήταν επόμενο η Εκκλησία να απαντήσει (μιλάμε βέβαια για τους ρωμαιοκαθολικούς και τους προτεστάντες, ενώ εμείς οι ορθόδοξοι μπήκαμε στο «παιχνίδι» αργότερα, όταν η ιδεολογική διαμάχη ήρθε στη Ρωσία και την Ελλάδα), δεδομένου ότι, όταν δημοσιεύτηκε, η δαρβινική άποψη δεν ήταν παρά μια εύλογη θεωρία, γεμάτη ασάφειες και υποθέσεις. Είναι αλήθεια ότι ήταν περισσότερο ιδεολόγημα παρά επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη – αυτό φάνηκε και από την υποχρεωτική επιβολή της στην αθεϊστική Σοβιετική Ένωση ως μόνης θεωρίας αποδεκτής από το καθεστώς!

Η πρώτη «μάχη»

Ως γνωστόν, από το 18ο αιώνα, ανάμεσα στους διανοούμενους από τις χώρες της δυτικής Ευρώπης αναπτύχθηκαν διάφορες μορφές αθεϊσμού. Για τις αιτίες που τον παρήγαγαν μιλήσαμε στο πρώτο δοκίμιο αυτού του τόμου. Όπως ήταν φυσικό, τον αθεϊσμό, ιδίως τις πιο επιθετικές εκδοχές του, ακολούθησε μια έξαρση της χριστιανικής απολογητικής.
Στη Μεγάλη Βρετανία, διάσημος χριστιανός απολογητής έγινε ο αγγλικανός Ουίλλιαμ Πάλει (1743-1805), που τα βιβλία του Μία άποψη για τη βασιμότητα του χριστιανισμού και Φυσική Θεολογία άσκησαν εξαιρετικά μεγάλη επίδραση το 19ο αιώνα και έγιναν αποδεκτά ακόμη και από τους καθηγητές Φυσικής του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ. Επιστρατεύοντας ένα τεράστιο όγκο παρατηρήσεων, ο Πάλει προσπάθησε να αποδείξει ότι η φύση είναι ένας τέλειος μηχανισμός, προσεχτικά σχεδιασμένος, όπου όλα τα τμήματα εξυπηρετούν κάποιο σκοπό. Αυτό «αποδείκνυε» ότι η φύση έχει δημιουργό, γιατί ένας μηχανισμός δε μπορεί να κατασκευάστηκε «από μόνος του».
Ο Κάρολος Δαρβίνος (1809-1882) ως σπουδαστής είχε γοητευτεί από τη θεολογία του Πάλει. Όμως, κατά τις θρυλικές έρευνές του στις Νότιες Θάλασσες παρατήρησε κάποια στοιχεία, που τον οδήγησαν σε αντίθετους προβληματισμούς: τέτοια στοιχεία ήταν π.χ. η άνιση κατανομή των ειδών στα διάφορα μέρη του κόσμου, καθώς και ότι, όπως έδειχναν τα απολιθώματα, κάποια είδη ζωής είχαν εξαφανιστεί. Επίσης, οι «υποτυπώδεις δομές», όπως οι θηλές των αρσενικών θηλαστικών, έδειχναν ότι ο κόσμος δεν είχε δημιουργηθεί σχεδιασμένος με τόσο προσεχτική λεπτομέρεια όσο ισχυρίζονταν ο Πάλει και οι υποστηρικτές του.
Επομένως, ο κόσμος δεν είναι μια «μηχανή», ούτε και δημιουργήθηκε ακριβώς όπως είναι τώρα. Η διδασκαλία του Πάλει κατέρρεε και, μαζί μ’ αυτήν, η πίστη που προσπαθούσε να υποστηρίξει. Αυτή είναι η μόνη πραγματική αντιπαράθεση του δαρβινισμού με κάποια μορφή χριστιανισμού. Στη συνέχεια, διάφοροι μαχητικοί αθεϊστές επιστήμονες και (προτεστάντες κυρίως) χριστιανοί πήραν τη σκυτάλη υψώνοντας τους τόνους και φτάνοντας σε απίθανα έκτροπα, ιδίως στις ΗΠΑ (10).
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πάντως ότι ήδη από το 19ο αι. υπήρξαν χριστιανοί που απέρριψαν τη διαμάχη και όχι μόνο είδαν ευνοϊκά τη θεωρία της εξέλιξης, από επιστημονική σκοπιά, αλλά και την αναγνώρισαν ως συμβατή με τη χριστιανική διδασκαλία για τη δημιουργία. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν, για παράδειγμα, ο Φρέντερικ Τεμπλ (1884), μετέπειτα αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, ή ο διακεκριμένος Αμερικανός βοτανολόγος Άσα Γκρε, 1810-1888 (11). Αυτό όμως αποσιωπάται –τυχαία;– από τους υπέρμαχους του αθεϊσμού. Γιατί; Δεν είναι Εκκλησία εκείνοι που αποδέχονται τη θεωρία της εξέλιξης, αλλά μόνο εκείνοι που την απορρίπτουν;
Σημειωτέον ότι δεν υπάρχει εκκλησιαστική σύνοδος (πολύ περισσότερο, ορθόδοξη σύνοδος), που να έχει αποφανθεί «θεσμικά» για την εξελικτική θεωρία, πράγμα που θα μας επέτρεπε να θεωρήσουμε ότι «η Εκκλησία» την απορρίπτει, ενώ από τους χριστιανούς που εκφράζονται ιδιωτικά, όπως θα δούμε παρακάτω για τον ορθόδοξο χώρο, εκείνοι που την αποδέχονται δεν είναι λίγοι.

Σήμερα;

Σήμερα η θεωρία της εξέλιξης έχει μάλλον τεκμηριωθεί επαρκώς, αν και εξακολουθεί να εμφανίζει κενά, όπως η απότομη έκρηξη της εξέλιξης σε ορισμένες χρονικές περιόδους και η απουσία απολιθωμάτων από πολλά ενδιάμεσα είδη ζωής. Τα κενά αυτά, καθώς φαίνεται, δεν επηρεάζουν την εγκυρότητά της και κάποια στιγμή θα καλυφθούν.
Δυστυχώς όμως πλήθος επιστημόνων διεθνώς συνεχίζει να νομίζει ότι η θεωρία αυτή αποδεικνύει κάτι σχετικά με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού. Η επαλήθευση των επιστημονικών θεωριών, κατά τους επιστήμονες, αποτελεί νίκη κατά της θρησκείας, ιδιαίτερα μάλιστα της χριστιανικής.
Από μια άποψη, οι επιστήμονες αυτοί είναι «δικαιολογημένοι», γιατί αγνοούν εντελώς την αρχαία και την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση για τη γνώση του κόσμου, τη γνώση του Θεού και τη σχέση μεταξύ «των δύο αυτών γνώσεων». Από την άλλη όμως, είναι απορίας άξιο που δεν βλέπουν τις εξόφθαλμες επιστημονικά σωστές πληροφορίες για τον κόσμο που είναι ενσωματωμένες στη Γένεση, αλλά απολυτοποιούν το συμβολικό στοιχείο και αυτό που οι ίδιοι θεωρούν λάθος χωρίς να ξέρουν πώς ερμηνεύεται και χωρίς να αναρωτιούνται γιατί είναι γραμμένο έτσι ή αλλιώς – στην απώτατη αρχαιότητα, στην οποία γράφτηκε η Γένεση.
Οι επιστήμονες αυτοί (πολλοί είναι σπουδαίοι στον τομέα τους) έχουν πέσει σε δυο μεγάλες πλάνες, που επιβλήθηκαν στη δυτική ανθρωπότητα τους τελευταίους αιώνες, από το Διαφωτισμό και μετά:
Α) ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι η κατάκτηση όσο το δυνατόν πληρέστερης γνώσης για το σύμπαν – επομένως αγνοούν ή αδιαφορούν για τη γνώση του Θεού, και φυσικά και για την απόκτηση της χάρης του Αγίου Πνεύματος (που νομίζουν ότι δεν υπάρχει),
Β) ότι οι μέθοδοι των δυτικών επιστημών είναι οι μόνες κατάλληλες για να αποκτήσουμε γνώσεις σε όλους τους τομείς – έτσι οι «επιστήμες του ανθρώπου», π.χ. η κοινωνιολογία, η ψυχολογία, η κοινωνική ανθρωπολογία, πάσχισαν με κόπο να αναγνωριστούν ως επιστήμες σε ένα επιστημονικό κατεστημένο που θεωρούσε επιστήμες μόνο τις θετικές επιστήμες.
Οι σχολαστικοί, οι φιλόσοφοι της δυτικής χριστιανοσύνης που έφεραν τον τίτλο του «θεολόγου» (ο οποίος με αυτούς πήρε ακαδημαϊκό περιεχόμενο αντί να σημαίνει τον άγιο), υποστήριξαν ότι η γνώση για το Θεό κατακτάται με τη φιλοσοφία. Εξαιτίας αυτού του σφάλματος, οι δυτικοί επιστήμονες και οι μαθητές τους αγνοούν την αρχαία και την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, στην οποία αναφερθήκαμε και αλλού, ότι η γνώση του Θεού αποκτάται με την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη και την εγκατάσταση σ’ αυτήν της ανιδιοτελούς αγάπης για όλους και για όλα τα όντα. Αυτή η κάθαρση της καρδιάς είναι το πρώτο στάδιο σε μια πορεία, που συνεχίζεται με στάδια όπως ο φωτισμός του νου (από το Άγιο Πνεύμα) και τελικά η θέωση (αγιότητα), η οποία συμβαίνει εδώ και τώρα (όχι μετά το θάνατο), διαρκεί αιώνια και ταυτίζεται με τον παράδεισο. Η τριπλή αυτή πορεία γνώσης του Θεού είναι δοκιμασμένη και επιβεβαιωμένη χιλιάδες φορές στο χώρο του αρχαίου και του ορθόδοξου χριστιανισμού, όσο και οι επιστημονικές απόψεις στους ακαδημαϊκούς κύκλους.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η θεωρία της εξέλιξης στο παρελθόν αντιμετωπίστηκε ως ιδεολόγημα από σοβαρούς ερευνητές, όπως ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ο οποίος την απέρριψε λόγω της επιβολής της από τα αθεϊστικά καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης, οι πατέρες Σεραφείμ Ρόουζ και Ιωάννης Κωστώφ και ο Νικόλαος Βασιλειάδης, οι οποίοι της άσκησαν κριτική σε καθαρά επιστημονική βάση, με τα δεδομένα των δεκαετιών του 1970 και 80. Ας μην ξεχνάμε όμως τα λόγια του π. Σ. Ρόουζ: "οφείλω να δηλώσω μια βασική αλήθεια: η μοντέρνα επιστήμη, όταν ασχολείται με επιστημονικά δεδομένα, όντως γνωρίζει περισσότερα από τους αγίους Πατέρες, και οι άγιοι Πατέρες θα μπορούσαν εύκολα να κάνουν λάθος πάνω σε επιστημονικά δεδομένα" [από εδώ].
Και τότε ακόμη όμως, πολύ περισσότερο σήμερα, συναντάμε πολλούς ορθόδοξους ερευνητές, ενίοτε και επισκόπους, που απορρίπτουν κάθε αντιπαλότητα ανάμεσα στη θεωρία της εξέλιξης και τη χριστιανική διδασκαλία για τη δημιουργία. Ανάμεσά τους ο επίσκοπος Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, ο επίσκοπος Αλέξανδρος (Mileant) του Μπουένος Άιρες και Νοτίου Αμερικής (ROCOR), ο δρ Ιωάννης Boojamra, ο Kevin Basil Fritts, ο Fr. Gregory Hallam, ο δρ Αλέξανδρος Καλόμοιρος, ο π. Ανδρέας Kuraev, ο π. Γεώργιος Nicozisin, οι Γεώργιος και Elizabeth Theokritoff κ.π.ά. (12), ενώ μια εξαντλητική μελέτη του θέματος, όπως ήδη είπαμε, θεωρώ πως περιέχεται στην αρθρογραφία που δημοσιεύεται στον ιστότοπο http://exeldim.site40.net/.

Επίλογος: ένας παπάς μιλάει

imagefourΟ π. Ιωάννης Ρωμανίδης, καθηγητής των παν/μίων Θεσσαλονίκης και Μπαλαμάντ, θέτει σε σωστές βάσεις το θέμα της "σχέσης" επιστήμης και ορθόδοξης πνευματικότητας. Ας τον ακούσουμε [από εδώ, κεφ. Δ΄ 2]:

Ο θεόπτης γνωρίζει τον Θεόν. Ο φιλόσοφος ή ο επιστήμων ερευνά τα κτίσματα. Ούτε ο φιλόσοφος, ούτε ο επιστήμων δύναται να έχη την περί Θεού γνώσιν του θεόπτου προφήτου, αποστόλου και αγίου, εφ' όσον ο Θεός δεν ομοιάζει με τίποτε από αυτά πού ερευνά μέσω της επιστημονικής του μεθόδου ή της φιλοσοφικής του φαντασίας. Αντιθέτως ο θεόπτης δύναται να είναι ή να γίνη επιστήμων, αλλά όχι όμως μέσω της θεοπτίας.
Ο θεόπης γνωρίζει πως να ετοιμάση τους ανθρώπους δια την θεοπτίαν. Ο επιστήμων γνωρίζει πώς να διδάξη την επιστημονικήν του μέθοδον εις τους μαθητάς του. Ο θεόπτης δύναται να γνωρίζη τον τρόπον ερεύνης των φυσικών φαινομένων, όχι όμως από την θεοπτίαν, αλλά από τον επιστήμονα. Και ο επιστήμων δύναται να γίνη θεόπτης, αλλά όχι μέσω της επιστήμης του, αλλά μόνον μέσω του θεόπτου. Ο θεόπτης δύναται να είναι κατά κόσμον εγγράμματος η αγράμματος. Ο επιστήμων δύναται να είναι κατά Θεόν εγγράμματος η αγράμματος.
Ο θεόπτης είναι θεόπνευστος και ομιλεί απλανώς περί Θεού και οδηγεί αλαθήτως προς τον Θεόν, αλλά δεν είναι αλάθητος εις τα αφορώντα τας θετικάς και αλλάς επιστήμας θέματα, περί των οποίων δύναται να γνωρίζη μόνον όσα γνωρίζουν οι σύγχρονοι του επιστήμονες. Ο επιστήμων όμως ημπορεί να συγχέη τα περί της φύσεως του κόσμου πορίσματά του με τας περί Θεού απόψεις του και να λέγη ανεύθυνα πράγματα, αλλά μόνον φιλοσοφών, εφ' όσον εκφεύγει της αυστηράς του επιστημονικής μεθόδου.
Παρομοίως και ο «θεολόγος» δύναται να ισχυρίζεται επιστημονικάς ανοησίας, αλλά μόνον φιλοσοφών, εφ' όσον εκφεύγει της αυστηράς θεολογικής μεθόδου των θεοπτών.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας είχον την ιδίαν περίπου περιφρόνησιν προς την φιλοσοφίαν, ήτις παρατηρείται σήμερον εις τας θετικάς επιστήμας. Ακριβώς, επειδή εγνώριζον ότι μεταξύ Θεού και κόσμου δεν υπάρχει καμμία ομοιότης, παρεδέχοντο ως την μόνην απλανή γέφυραν εις την περί Θεού γνώσιν τον θεόπτην προφήτην, απόστολον και άγιον, ουδέποτε την φαντασίαν του φιλοσόφου. Δηλαδή η θεολογία της Ρωμαιοσύνης βασίζεται αποκλειστικώς εις την εμπειρίαν της θεώσεως ή της θεοπτίας των θεουμένων. Εις τούτο ακριβώς συνίσταται η καταπληκτική ενότης και ταυτότης εις την θεολογίαν των Πατέρων της Ρωμαιοσύνης. Οι έχοντες την ιδίαν περί Θεού εμπειρίαν έχουν την ιδίαν θεολογίαν μη συγχέοντες αυτήν με τας φαντασιώσεις των φιλοσόφων και με τας περί της φύσεως του κόσμου γνώσεις.
Ούτως η Ρωμαιοσύνη ουδόλως θίγεται από την σύγχρονον επιστημονικήν πρόοδον, αλλά απεναντίας ενισχύεται, αφού αι σταθεραί ιστορικαί απόψεις της περί της ανυπαρξίας των φιλοσοφικών μεταφυσικών συστημάτων απεδείχθησαν πλέον ορθαί.
[...] Το τραγικόν είναι ότι οι μη γνωρίζοντες πλέον την Ρωμαιοσύνην και συγχέοντες την Ορθοδοξίαν με τας θρησκευτικάς παραδόσεις των Ευρωπαίων νομίζουν ότι, ό,τι ισχύει κατά ή υπέρ του ευρωπαϊκού Χριστιανισμού, ισχύει και κατά ή υπέρ της Ορθοδοξίας.
Παραπομπές

(1) Για μια συνολική αποτίμηση των σχέσεων του χριστιανισμού με τη φιλοσοφική, αλλά και τη θρησκευτική πραγματικότητα του ελληνορωμαϊκού κόσμου, βλ., μεταξύ πολλών άλλων, Jean Pépin, «Ελληνισμός και Χριστιανισμός», στο Francois Châtelet (επιμ.), Η Φιλοσοφία, τόμ. Α΄, Από τον Πλάτωνα ώς τον Θωμά Ακινάτη, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα 1999, και Γ. Ζωγραφίδη, «Βυζαντινή Φιλοσοφία» στο Κ. Ιεροδιακόνου-Σ. Βιρβιδάκης (επιμ.), Ελληνική Φιλοσοφία, Αθήνα, Ανοικτό Πανεπιστήμιο, 1999.
(2) Ως τεκμηρίωση του παρόντος αρκεί μια ανάγνωση των δύο Απολογιών του αγίου Ιουστίνου του Φιλοσόφου (P.G. τ. 6) και του λόγου (στην πραγματικότητα, επιστολής) του Μ. Βασιλείου Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων (P.G. 31, 564 εξ.). Ο Χρυσόστομος προβάλλει ως ηθικά παραδείγματα τον Πλάτωνα και το Σωκράτη, τον Αριστείδη, το Διογένη και τον Επαμεινώνδα (Πρὸς ἄπιστον πατέρα, P.G. 47, 332-348) και άλλοι άλλα.
(3) Βλ. σχετικά Αρχιμανδρίτου Ιεροθέου Σ. Βλάχου, Εκκλησία και εκκλησιαστικό φρόνημα, έκδ. Ι. Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), Λεβαδειά 1990, σελ. 249-279.
(4) π. Νικ. Λουδοβίκου, Θεοποιΐα – Η μετανεωτερική θεολογική απορία, Αρμός 2007, σελ. 14-15. 17.
(5) Λόγος ΜΕ΄, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, 7 (P.G. 36, 632). Βλ. και αγ. Γρηγορίου Νύσσης Περὶ κατασκευῆς του ἀνθρώπου και Εἰς τὰ τῆς Γραφῆς ρήματα• Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ ὁμοίωσιν, Λόγοι Α΄ και Β΄ (P.G. 44, 125-256 και 257-297). Από τη φράση «οἷόν τινα κόσμον δεύτερον, ἐν μικρῷ μέγαν» (βλ. και P.G. 37, 689) πιθανόν έχει εμπνευστεί ο Οδυσσέας Ελύτης τη γνωστή επωδό «Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας».
(6) Simon Singh, Big Bang, εκδ. Τραυλός 2005, σελ. 414-419.
(7) Αγ. Ιωάννη του Δαμασκηνού, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου, P.G. 53, 102-105. Τα παραθέματα από το επισκόπου Ιερόθεου Βλάχου Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 82004, σελ. 96, όπου και ενδιαφέροντα σχόλια.
(8) Το παράθεμα από το Νικ. Π. Βασιλειάδη Ο Δαρβίνος και η θεωρία της εξελίξεως, εκδ. Σωτήρ, Αθήνα, κεφ. 12, όπου αναλυτική παρουσίαση της ιδεολογικής χρησιμοποίησης της θεωρίας του Δαρβίνου κατά το 19ο και τον 20ό αιώνα. ["Νεκρός": Δες για το θέμα και εδώ].
(9) Jim Al-Khalili, Quantικά Παράδοξα, Τραυλός 2005, εισαγωγή, σελ. 6-7.
(10) Αναλυτική παρουσίαση βλ. στην εξαίρετη μελέτη του Άλιστερ ΜακΓκραθ, καθηγητή στην Οξφόρδη, Το λυκόφως του Αθεϊσμού, εκδ. «Ουρανός» (σειρά των εκδ. «Ψυχογιός») 2008, κεφ. 4, σελ. 116-157 [απόσπασμα εδώ].
(11) Άλιστερ ΜακΓκραθ, στο ίδιο, σελ. 150-151.
(12) Βλ. http://orthodoxwiki.org/Evolution.

Πηγή: http://o-nekros.blogspot.gr/2010/11/blog-post_4513.html

Ο Κατακλυσμός του Νώε ήταν παγκόσμιος σε όλη τη γη ή τοπικός; Η Επιστήμη και η σωστή ερμηνεία της Αγίας Γραφής.

(αρχιμανδρίτου π. Ιωήλ Γιαννακοπούλου)

Η έκτασις του Κατακλυσμού.  Το ερώτημα επί της εκτάσεως του Κατακλυσμού δύναται ευκόλως να λυθή, εάν ορθώς τοποθετηθή.  Τοποθετείται δε ορθώς το ζήτημα ουχί εάν τεθή η ερώτησις εάν ο Κατακλυσμός ήτο γεωγραφικώς και ανθρωπολογικώς γενικός ή περιορισμένος, διότι είναι κατάδηλον, ότι πρόκειται περί αγιογραφικών εκφράσεων, αίτινες δηλούν γενικόν Κατακλυσμόν, αλλά εάν ερωτήσωμεν ποίαν γενικότητα έχει υπ’ όψιν της η Αγία Γραφή.  Απαντώντες εις το ερώτημα τούτο δυνάμεθα να είπωμεν βάσει των προ του Κατακλυσμού και μετά τούτον αναφερομένων Βιβλικών γενεαλογιών, ότι εκ των πολλών υιών και θυγατέρων του Αδάμ και της Εύας υπό της Αγίας Γραφής γενεαλογούνται οι απόγονοι δύο υιών του Αδάμ, του Κάιν και του Σηθ.  Εκ τούτων κατάγονται αι δύο σειραί Κανανιτών και Σηθιτών και εκ τούτων ο Νώε και οι υιοί αυτού, επί της εποχής των οποίων έγινε ο Κατακλυσμός.  Η Αγία Γραφή σιωπά δια τους απογόνους των άλλων υιών και θυγατέρων του Αδάμ των μνημονευομένων εν 5, 4.  Κάμνει λόγον μόνον περί των προγόνων του περιουσίου λαού του Θεού, των Κανανιτών και Σηθιτών.  Επομένως εναντίον τούτων και ουχί κατά παντός του ανθρωπίνου γένους στρέφεται ο Κατακλυσμός.  Άρα η έννοια της γενικότητος του Κατακλυσμού δεν αφορά εις ολόκληρον το ανθρώπινον γένος, αλλά γενικώς όλους τους απογόνους των Κάιν – Σηθ.  Αύτη είναι η ανθρωπότης εις τα όμματα του συγγραφέως η περιγραφομένη εν τοις κεφαλαίοις 4 – 9.  Πλην των συγχρόνων του Νώε και εν ωρισμένη και τη αυτή γεωγραφική περιοχή κατοικούντων ανθρώπων, δυνάμεθα να παραδεχθώμεν, ότι υπήρχον κι άλλοι λαοί μακράν της Αρμενίας κατοικούντες Μεσογειακοί, βορειοαφρικανικοί κ.λ.π.  Κατά συνέπειαν αι αγιογραφικαί εκφράσεις ‘πάσα σαρξ’, ‘πάσα γη’ πρέπει να εννοηθούν υπό το ανωτέρω πρίσμα.  Ητοι πάσα η γη, ην κατώκουν οι διεφθαρμένοι απόγονοι των Σηθ – Κάιν και πρόγονοι του Αβραάμ, του Πατριάρχου του περιούσιου λαού του Θεού.  Εις την αυτήν έννοιαν πρέπει να εννοηθούν και τα σχετικά αγιογραφικά χωρία: Σοφ. Σειράχ 44: 17 – 19, Εβρ. 11: 7, 11, Πέτρ. 2: 4 – 9,  3: 5.

Προς ενίσχυσιν της απόψεως ταύτης παρατηρούμεν τα εξής:  Η Αγία Γραφή πολλάκις χρησιμοποιεί εκφράσεις γενικάς προς έκφρασιν  σχετικής εννοίας.  Λ.χ. ‘Εν τη ημέρα ταύτη ενάρχου δούναι τον τρόμον σου και τον φόβον σου επί προσώπου πάντων των εθνών των υποκάτου του ουρανού οίτινες ακούσαντες το όνομά σου ταραχθήσονται’. (Δευτ. 2, 25).  ‘Και λοιμός ην επί προσώπου πάσης της γης…και πάσαι αι χώραι ήλθον…’ (Γενέσ. 41,56–57). ‘Ήσαν δε εν Ιερουσαλήμ κατοικούντες Ιουδαίοι…από παντός έθνους των υπό τον ουρανόν’. (Πράξ. 2, 5).  ‘Και εγένετο εκεί πόλεμος διεσπαρμένος επί προσώπου πάσης της γης’. (ΙΙ Βασιλ. 18, 8). Ενώ είναι γνωστόν, ότι ο πόλεμος ήτο μεταξύ Δαυίδ και Αβεσσαλώμ εις το όρος Εφραίμ.  ‘Πάντες βασιλείς της γης εζήτουν το πρόσωπον Σολομών του ακούσαι της φρονήσεως αυτού’ (ΙΙΙ Βασιλ. 10, 24).  Εν Ησαία (13, 5) ‘έρχεσθαι εκ γης πόρρωθεν απ’ άκρου θεμελίου του ουρανού Κύριος και οι οπλόμαχοι αυτού καταφθείραι πάσαν την οικουμένην’.  Παρόμοιαι εκφράσεις εις σχήμαν ρητορικόν  και υπερβολής υπάρχουν εις όλους τους λαούς, ως ‘alle Welt Weisst’ (όλος ο κόσμος γνωρίζει) ή ‘die ganze Stadt sprieht davon’ (όλη η πόλις ομιλεί περί αυτού) παρά τοις Γερμανοίς, ‘tout le monde’ (όλος ο κόσμος) παρά τοις Γάλλοις κ.λ.π.   

Πλην τούτου ο τρόπος της διηγήσεως του Κατακλυσμού υποδηλοί Κατακλυσμόν σχετικόν και ουχί γενικόν, διότι ο εκθέτων το γεγονός τούτο δεικνύεται τηρών ημερολόγιον  ακριβές των συμβαινόντων και αυτόπτης μάρτυς των εν τω σημειωματαρίω του σημειουμένων.  Ως αυτόπτης λοιπόν μάρτυς των συμβαινόντων του Κατακλυσμού δεικνύει ο συγγραφέας, ότι έχει υπ’ όψιν μερικόν και ουχί γενικόν Κατακλυσμόν.  Μερικά παραδείγματα:  Η περιστερά επιστρέφει, διότι υπήρχεν ακόμη ύδωρ επί της γης.  Ο Νώε βλέπει τας κορυφάς των ορέων υψουμένας υπέρ τα ύδατα και την γην καλυπτομένην υπό του ύδατος.  Ταύτα, εννοείται, είναι εκείνα, εις τα οποία φθάνει το βλέμμα του Νώε ως ανθρώπου.  Έπειτα το κήρυγμα της μετανοίας του Νώε δεν είναι δυνατόν να απευθύνεται εις ολόκληρον την γην, αλλά εις ωρισμένον μέρος ταύτης.  Τούτο είναι σπουδαίο επιχείρημα κατά των δεχομένων γενικόν ανθρωπολογικώς Κατακλυσμόν.  Τα χωρία της Γενέσεως 7: 3,  19 – 20  όπου γίνεται λόγος περί ολόκληρης της γης, όπου θα εξηπλούντο τα εις την κιβωτόν εισελθόντα ζώα μετά τον Κατακλυσμόν και ότι το ύδωρ του Κατακλυσμού εκάλυψεν όλα τα όρη τα υπό τον ουρανόν πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοιαν, την οποίαν εδώσαμεν ανωτέρω, ότι γενικότης είναι η εις το όμμα του Νώε προσπίπτουσα και ουχί η απόλυτος γενικότης ζώων και ορέων.

Ο μερικός ούτος Κατακλυσμός φαίνεται, ότι αντίκειται εις την παράδοσιν της εκκλησίας, ήτις είναι ομόφωνος, παραδεχομένη γενικόν Κατακλυσμόν.  Είναι όμως γνωστόν, ότι οι Πατέρες και θεολόγοι της Εκκλησίας έζησαν εις εποχήν, καθ’ ην δεν υπήρχον τόσαι γεωγραφικαί και επιστημονικαί γνώσεις, όσαι υπάρχουν σήμερον.  Συνεπώς ήτο επόμενον αι περιορισμέναι εκείναι γνώσεις των να επιδράσουν εις την τοιαύτην ερμηνείαν του αγιογραφικού Κατακλυσμού ως επέδρασαν και επί της πεποιθήσεώς των περί της κινήσεως του ηλίου πέριξ της γης και ουχί της γης πέριξ του ηλίου.  Η ερμηνεία όμως εκείνη των Πατέρων ως μη αναφερομένη εις δογματικά ή ηθικά ζητήματα, ουδόλως θίγει την αξιοπιστίαν της Παραδόσεως και επ’ ουδενί λόγω δεσμεύει ημάς να έχωμεν διάφορον γνώμην.

Επίσης πάλαι ποτέ επιστεύετο, ότι ο Κατακλυσμός ήτο γενικός και ουχί μερικός, διότι οι γνωστοί τότε μύθοι ωμίλουν περί γενικού Κατακλυσμού.  Αυξηθεισών  όμως των εθνολογικών επιστημονικών γνώσεων απεδείχθη, ότι τούτο είναι πεπλανημένον, διότι ευρέθη ολόκληρος σειρά γνωστών λαών, οίτινες ουδένα μύθον αναφερόμενον εις κατακλυσμόν έχουν ευθύς άμα τη αρχή της ιστορίας των.  (π.χ. Αιγύπτιοι, Άραβες, Κινέζοι, Αφρικανοί και τινες Ασιατικοί λαοί).  Εις τινας άλλους λαούς υπάρχουν μύθοι αναφέροντες κατακλυσμούς, αλλά οι κατακλυσμοί ούτοι είναι τοπικοί.  Άλλως τε η πληροφορία περί γενικού Κατακλυσμού μόνον εκ θείας Αποκαλύψεως ηδύνατο να προέλθη.  Μία τοιαύτη όμως εκδοχή δεν ευοδούται υπό του κειμένου, το οποίον ομιλεί περί γεγονότων Κατακλυσμού γενομένων ορατών.

Προβάλλεται η εξής αντίρρησις:  ‘Εάν ο Κατακλυσμός ήτο μερικός δεν υπήρχε λόγος κατασκευής της κιβωτού δια την σωτηρίαν του Νώε και της οικογενείας αυτού, διότι ο Θεός ηδύνατο να σώσει τούτους και δια της μεταβάσεώς των εις άλλον τόπον’.  Βεβαίως ηδύνατο να γίνει τούτο.  Αλλά η κιβωτός είχε και παιδαγωγικήν σημασίαν, διότι η επί μακρόν χρονικό διάστημα κατασκευή της ενώπιον των οφθαλμών των ανθρώπων της εποχής του Νώε υπεβοήθη το κήρυγμα μετανοίας τούτου προς εκείνους.

Αι επιστήμαι Φυσική και Ζωολογία εγείρουν πλείστας και σοβαροτάτας αντιρρήσεις κατά της εκδοχής γενικού, παγκοσμίου Κατακλυσμού, ώστε οι αντιπρόσωποι της θεωρίας ταύτης είναι υποχρεωμένοι - εάν δεν θελήσουν να συσσωρεύσωσι θαύματα επί θαυμάτων – να παραδεχθούν ότι προ του Κατακλυσμού υπήρχον φυσικαί συνθήκαι ουσιωδώς διάφοροι των κατά τον Κατακλυσμόν τοιούτων.  Όπερ αδύνατον.

Επομένως δεν είναι ορθόν να προσκολληθώμεν εις θεωρίαν αντικειμένην εις την επιστήμην και μη ευνοουμένην και υπό της Αγίας Γραφής ρητώς.

(αρχιμανδρίτου π. Ιωήλ Γιαννακοπούλου : «Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄» έκδ. «Λυδία», Θεσ/νίκη 1986, ο οποίος εις τον 1ο τόμο, Παραρτήματα Προβλημάτων, Πρόβλημα 14ο, σελ. 433–442)

Πηγη: http://oodegr.co/oode/genesis/katak1.htm (από όπου και οι υπογραμμίσεις)

Η μακροβιότητα των ανθρώπων πριν από τον Κατακλυσμό είναι καταπληκτική. Σχεδόν όλοι πέθαναν, αφού έζησαν από 365 έτη (ο Ενώχ) μέχρι 969 έτη (ο Μαθουσάλα. Αδάμ 930, Σηθ 912, Ενώς 905, Καϊνάν 910, Μαλελεήλ 895, Ιάρεδ 962, Λάμεχ 753, Νώε 950).

Μερικοί είπαν, ότι τα «έτη» αυτά δεν είναι έτη όπως τα εννοούμε σήμερα, αλλά μήνες· άλλοι είπαν, ότι τα «έτη» είναι τρίμηνα ή εξάμηνα. Εάν δεχτούμε ότι τα έτη είναι μήνες, τότε η ηλικία του Αδάμ υποβιβάζεται σε 78 περίπου έτη και του Νώε σε 79 έτη· είμαστε δηλαδή στα σημερινά φυσιολογικά όρια. Αλλά τι γίνεται με την ηλικία των άλλων Πατριαρχών; Αυτοί, σύμφωνα με έναν τέτοιο υπολογισμό, θα πρέπει να απέκτησαν τέκνα στην ηλικία 16,15, και 14 ετών. Εάν δε δεχτούμε ως ηλικία των πατριαρχών, κατά την οποία άρχισαν να αποκτούν παιδιά, εκείνη που σημειώνει η Εβραϊκή ή η Σαμαρειτική Πεντάτευχος, τότε οι πατριάρχες αυτοί θα πρέπει να απέκτησαν τέκνα στην ηλικία των 8,7,6 και 5 ετών!... Ούτε όμως ως τρίμηνα ή εξάμηνα δυνάμεθα να ερμηνεύσουμε τα «έτη» του κεφαλαίου τούτου. Διότι μετά τον κατακλυσμό, που η ηλικία των ανθρώπων φθάνει πλέον τα σημερινά όρια της ζωής, η Αγία γραφή χρησιμοποιεί και πάλι την ίδια λέξη, δηλαδή «έτη». Εξ’ άλλου ο Κατακλυσμός έγινε το 601ο έτος της ζωής του Νώε· το έτος όμως εκείνο η Αγία γραφή διαιρεί σαφώς σε 12 μήνες (Γεν. κεφ. 7 και 8). Έχουμε όμως και άλλο επιχείρημα· ο Πατριάρχης Ιακώβ, ο οποίος έζησε 130 έτη, όταν σύγκρινε την ηλικία του με εκείνη των πατέρων του, την βρήκε μικρή (Γεν. μζ 9).

Όλα αυτά πείθουν, ότι τα έτη της ηλικίας των Πατριαρχών πρέπει να τα εννοήσουμε με τη σύγχρονη διάρκεια των 12 μηνών.

Άλλωστε περί μακροζωΐας των προ του Κατακλυσμού ανθρώπων μιλούν και οι παραδόσεις των αρχαίων Αιγυπτίων, Βαβυλωνίων, Ινδών, Κινέζων και Ιαπώνων. Είναι όμως και τούτο άξιο προσοχής· ενώ οι αριθμοί των ετών στους λαούς αυτούς είναι καταπληκτικά εξογκωμένοι (ο Άλωρος ζει 36.000 έτη, ο Άλάπαρος, ο νεώτερος όλων, 10.800, ο Μεγάλαρος 64.800 έτη κλπ.) οι αριθμοί της Αγίας Γραφής συγκρινόμενοι με εκείνους είναι «νηφάλιοι, περιορισμένοι».

Η μακροζωΐα, η οποία παρατηρείται επίσης στα ζώα και στα φυτά των χρόνων εκείνων, έχει και τη φυσική εξήγησή της. Τότε η ζωή των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοπιαστική, αγχώδης, γεμάτη λύπες και πόνους, όσο θα γινόταν αργότερα· διότι η αμαρτία δεν είχε προφθάσει να διαβρώσει το ανθρώπινο γένος τόσο, όσο το διέβρωσε με την πάροδο των αιώνων. Ούτε οι ασθένειες είχαν λάβει την έκταση και την δύναμη, που έλαβαν με το πέρασμα των χρόνων. Η γη δεν είχε ακόμη προφθάσει να αγριεύσει πολύ και ήταν πλουσιότερη σε βλάστηση, η ατμόσφαιρα επίσης ήταν καθαρότερη, ο αέρας περισσότερο υγιεινός.

Εξ άλλου η μακροβιότητα εκείνη ήταν «λαμπρόν υπόλειμμα της Παραδεισίου δόξας» του ανθρώπου.

Ο σημαντικότερος όμως λόγος της μακροζωΐας των Πατριαρχών εκείνων είναι άλλος. Τούτο ήταν έργο της Πάνσοφης Πρόνοιας του Θεού.

Αφ’ ενός μεν για την ταχεία αύξηση και τον πολλαπλασιασμό του ανθρωπίνου γένους.

Αφ’ ετέρου δε για να διατηρείται η προφορική παράδοση της δημιουργίας του ανθρώπου, της πτώσης του, της ιστορίας του, των δωρεών του Θεού κ.τ.ο. Εφόσον ούτε βιβλία υπήρχαν ακόμη, αφού η γραφή ήταν άγνωστη, έπρεπε η μία γενιά να παραδίδει στην επόμενη όλη αυτή τη σπουδαία γνώση προφορικά. Για να παραδίδεται όμως αυτή η γνώση καθαρή, ακριβής και ανόθευτος, έπρεπε να λέγεται και να επαναλαμβάνεται. Έτσι οι άνθρωποι θα μάθαιναν πολύ καλά την ιστορία και τη θρησκεία τους και θα οργάνωναν τα της λατρείας τους.

Για αυτό ο Θεός προνόησε, ώστε όλοι οι Πατριάρχες, εκτός του Νώε, να γεννηθούν πριν πεθάνει ο πρωτόπλαστος άνθρωπος, ο Αδάμ. Με αυτόν τον τρόπο ελάμβαναν από αυτόν ζωντανή, πλήρη και λεπτομερή εξιστόρηση του πώς έγινε η δημιουργία, πώς ήταν ο Παράδεισος, πώς αμάρτησαν ο Αδάμ και η Εύα, τι συνέβη μετά την πτώση, ποιες υποσχέσεις τους έδωσε ο Θεός και ποιες οδηγίες για το πώς πρέπει να τον λατρεύουν. Εάν δε κανείς από τους Πατριάρχες αμφέβαλλε για κάτι από εκείνα που διδασκόταν, είχε την ευκολία να απευθυνθεί προς τον Αδάμ και να συζητήσει προσωπικά μαζί του· μετά δε τον θάνατο του Αδάμ μπορούσε να απευθυνθεί προς τον Μαθουσάλα και εν συνεχεία προς τους υπόλοιπους. Για αυτό ο Αδάμ έζησε και είδε όλους τους απογόνους του μέχρι και τον Λάμεχ, τον γιο του Σηθ. Ο Λάμεχ πάλι έζησε μέχρι τον Σημ, τον γιο του Νώε.

Τόσο μεγάλη και σοφή πρόνοια έλαβε ο αγαθός Θεός, ώστε να διαφυλαχτεί η ιστορία του ανθρώπου και του κόσμου, η γνώση του θείου θελήματος και η καθαρότητα της θείας λατρείας μέχρι την εποχή του Νώε, οπότε έγινε ο Κατακλυσμός. Άλλωστε ο κατακλυσμός, ο οποίος κατέστρεψε τον κόσμο (Λουκ. ιζ 17), άρχισε το ίδιο έτος, που πέθανε ο Μαθουσάλα. Αλλά ο Σημ, ο ένας από τους τρεις γιους του Νώε, έζησε μέχρι τον Αβραάμ και έτσι το ευλογημένο παιδί του δικαίου Νώε παρέδιδε στον άλλο μέγα Πατριάρχη, τον απόγονό του Αβραάμ, όσα παρέλαβε από τους Πατριάρχες, που έζησαν πριν από τον Κατακλυσμό.

(στο:Η Παλαιά Διαθήκη,τόμος Α΄,Γένεσις, Ν.Π. Βασιλειάδη, εκδ. ο Σωτήρ, Σελ. 48-50)

«καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία» (Γένεσις 1,5)

«Ημέρα μία». Ο όρος yom στην εβραϊκή δηλώνει την ημέρα, νοούμενη ως ημερονύκτιο ή νυχθήμερο, το έτος, τον καιρό, μια χρονική περίοδο της ζωής και επιρρηματικά το σήμερα. Στη βιβλική του χρήση η έννοιά του ως «ημέρα», με την οποία προσδιορίζεται συνήθως στους Ο΄(μετάφραση των 70), προσδιορίζει μια χρονική περίοδο άλλοτε περιορισμένης και άλλοτε ακαθόριστης ή μακράς διάρκειας.

Στον παρόντα στίχο, ειδικά, η χρονική διάρκεια της yom-ημέρας υπολογίζεται, όπως ήδη ελέχθη, από πρωί σε πρωί και όχι από βράδυ σε βράδυ, όπως είχε καθιερωθεί στη θρησκευτική παράδοση των ιουδαϊκών εορτών και του Σαββάτου και θεσμοθετηθεί στο μωσαϊκό νόμο. Αυτός ο υπολογισμός δεν έχει βέβαια σχέση με ό,τι ακριβώς ισχύει σήμερα επιστημονικώς, δηλ. με το χρόνο των 24 ωρών, που απαιτείται για μια πλήρη περιστροφή της γης περί τον άξονά της. Σχετίζεται όμως με τη χρονική περίοδο μεταξύ φωτός-σκότους (πρωί) και σκότους-φωτός (εσπέρα), η οποία κατά τον ιερό συγγραφέα ορίζεται από την διαδοχική εναλλαγή των δύο αυτών φαινομένων. Ως εκ τούτου η ημέρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αορίστου, αλλά ορισμένης διάρκειας χρονική περίοδος.

Σ’ αυτήν την πραγματικότητα, της οποίας εμπειρία μάς επιτρέπει να αποκτήσουμε η φυσική παρατήρηση και οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις που έχουμε από αυτήν, προσκρούει κάθε αντίθετη άποψη, η οποία επεκτείνει το όριο της δημιουργικής ημέρας σε μακρά χρονική περίοδο, ετών ή αιώνων, ή την εκλαμβάνει ως ισοδύναμη με γεωλογικές περιόδους (146) (Δες και D.Gowan, «From Eden to Babel.A commentary on the book of Genesis 1-11», σ.22.Το θέμα της δημιουργικής ημέρας διαπραγματεύεται ο J.E. Young στη μελέτη του «the days of Genesis», WTS 25 (1962), 1-24).

Προσκρούει δε επειδή εισηγείται αμέσως την εξέλιξη των διαφόρων στρωμάτων της δημιουργίας μέχρι τον άνθρωπο και οδηγεί κατ’ επέκταση στη θεωρία της εξέλιξης των ειδών, εισάγοντας έτσι ξένα κοσμολογικά στοιχεία στη βιβλική διήγηση της Γενέσεως και νοθεύοντας το θρησκευτικό της νόημα. Βεβαίως δια μέσου των αιώνων υφίσταται κάποια φυσική εξέλιξη στην κτίση, αλλά αυτή –πρέπει να διευκρινήσουμε- έχει άμεση σχέση με την επισυμβάσα στο μεταξύ πτώση του ανθρώπου και την ως εκ τούτου διατάραξη της ισορροπίας και της τάξης σε αυτήν. Για αυτό δεν επιτρέπεται, για λόγους απολογητικούς, η μετατροπή των έξι ημερών σε έξι μακρές χρονικές περιόδους, κατά τη διάρκεια των οποίων συντελέστηκε η δημιουργία. Γιατί μια τέτοια αντίληψη καταστρέφει την αναλογία πάνω στην οποία βασίζεται η καθιέρωση του Σαββάτου ως της εβδόμης ημέρας με τη θεολογική της βαρύτητα, και η διαδοχή των έξι ημερών, που καταλήγουν στο Σάββατο, χάνουν τη σημασία τους. Συνάμα δε αντιστρατεύεται και στην απλή έννοια του στίχου, ο οποίος, όπως ελέχθη, χρησιμοποιεί εδώ την ημέρα, όπως χρησιμοποιείται και στη λαϊκή γλώσσα, ως περίοδο δηλ. φωτός και σκότους, που αργότερα θα προσδιοριστεί ως εικοσιτετράωρη.

Συνεπώς, ό,τι πρέπει να γνωρίζουμε εν αναφορά γενικά με τις ημέρες της δημιουργίας είναι ότι ο ιερός συγγραφέας περιγράφοντας το δημιουργικό έργο του Θεού κινείται σε σχηματικά πλαίσια. Εντάσσει δηλ. την έκφραση της δημιουργικής ενέργειας του Θεού σε δικά του χρονικά καλούπια. Το κατανέμει έτσι σε έξι εργάσιμες ημέρες, που καταλήγουν στην εβδόμη, την ημέρα της ανάπαυσης, για να συμμορφωθεί με τη διαίρεση του χρόνου, που ήδη ίσχυε για τους Εβραίους. Με άλλα λόγια η αποκάλυψη του θείου έργου γίνεται με αυτόν τον τρόπο των έξι ημερών κατά συγκατάβαση προς το «ατελές» της αντιληπτικής ικανότητας του ανθρώπου, προκειμένου να τον βοηθήσει να στοχαστεί το υπέροχο και θαυμαστό έργο της δημιουργίας (147)(«ινα μαθης ότι δια το ατελές της ημετερας διανοίας ταύτη εχρήσατο τη συγκαταβάσει της διηγήσεως»(Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, ομιλ Γ΄, σ. 34).

Στην πραγματικότητα βέβαια ο κόσμος δημιουργήθηκε αμέσως και στο σύνολό του χωρίς χρονικές διακοπές, όπως εύστοχα ερμηνεύει ο Μ. Βασίλειος· «εν κεφαλαίω (στο σύνολό τους) εποίησεν ο Θεός, τουτέστιν αθρόως (με τη μία) και εν ολίγω (χωρίς διακοπή)»(148)(Εις την Εξαήμερον, Α΄,6,σ. 17Α).

Ή, όπως εξηγεί ο Γρηγόριος Νύσσης, «συλλήβδην και εν ακαρεί»(149)(Περί της Εξαημέρου, σ. 72Β), δηλαδή στο σύνολό του και σε βραχύτατο χρόνο. Αυτό κατανοείται κατά τη διδασκαλία του Νύσσης ως εξής: Στην αρχή δημιουργήθηκαν τα πάντα με τη θεία βούληση αμέσως και στο σύνολό τους ως καταβολές. Στη συνέχεια επέρχεται στα πλαίσια της αναγκαίας τάξης και αλληλουχίας η δια της θείας δυνάμεως και σοφίας τελείωση των επί μέρους κτισμάτων. Ομοίως και ο Μ. Αθανάσιος αποφαίνεται ότι τα κτίσματα δεν δημιουργήθηκαν σε διαδοχικές περιόδους, αλλά «σε μία ημέρα και με το ίδιο πρόσταγμα κλήθηκαν στο είναι»(150)(Κατά Αρειανών, 2,48,PG 26,249B).

Επ’ αυτού είναι σαφής η Π. Διαθήκη, όταν στη Γένεση (2,5), μετά την απαρίθμηση των έξι δημιουργικών ημερών, μιλά για μια ημέρα κατά την οποία δημιουργήθηκε ολόκληρο το σύμπαν. Όταν επίσης δια στόματος του σοφού Σειράχ βεβαιώνει· «ο ζων εις τον αιώνα έκτισεν τα πάντα κοινή (αμέσως)» (Σοφ. Σειρ. 18,1). Περαιτέρω η Αγ. Γραφή προσδιορίζει στα πλαίσια των σχέσεων του Θεού με το χρόνο, τη διάρκεια και την έννοια της δημιουργικής ημέρας, η οποία δεν έχει ανθρώπινες αναλογίες, όπως υποστηρίζουν οι Ωριγένης (151)(Περί Αρρχών, 4,7,PG 11,353B) και Αυγουστίνος(152)(De Civitate Dei,11,6,PL 11,278), καθόσον «χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου ως η ημέρα η εχθές, ήτις διήλθεν»(153)(Ψαλμ. 89,4, δες «μία ημέρα παρά Κυρίω ως χίλια έτη και χίλια έτη ως ημέρα μία»(Β΄Πέτρ. 3,8)). Διευκρινίζει ότι το άμεσο και ακαριαίο της δημιουργίας εννοείται μόνο σε σχέση με το δημιουργό Θεό, ο οποίος, ως κείμενος πέραν του χρόνου, αχρόνως δημιούργησε τον κόσμο. Σε σχέση όμως με τα δημιουργήματα απαιτείται χρόνος για τη μορφοποίησή τους. Άρα, ενώ ο Θεός υπέρκειται του χρόνου, ο χρόνος εξαρτάται από αυτόν.

Η πατερική θεολογία ερμηνεύει εσχατολογικά τη δημιουργική ημέρα. Σύμφωνα με αυτήν οι έξι ημέρες αντιστοιχούν σε ισάριθμες φάσεις εντός των οποίων πραγματώνεται η δημιουργία. Αυτές οι φάσεις-ημέρες της δημιουργίας είναι σύμβολα. Διότι δεν εξαντλούνται στον αριθμό έξι, αλλά στον αριθμό οκτώ. Η εβδόμη ημέρα, το Σάββατο, συμβολίζει το διάστημα από την πραγματοποίηση της δημιουργίας μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Η ογδόη ημέρα, η Κυριακή, «ημέρα Κυρίου ανέσπερος, αδιάδοχος και ατελεύτητος», συμβολίζει τη Δευτέρα παρουσία, τη μέλλουσα κρίση, τη βασιλεία του Θεού και την αιωνιότητα. Τα σύμβολα αυτά, επομένως, δεν σημαίνουν ούτε ελάχιστο χρόνο, ούτε εκατομμύρια χρόνια· είναι απλώς συμβολικές παραστάσεις των οκτώ φάσεων.(155)(N. Ματσούκα,Δογματική και Συμβολική Θεολογία,Γ,σ.177)

Λόγω της συμβολικότητάς της η δημιουργική ημέρα αποκτά επίσης την έννοια της περιόδου ή ορθότερα του αιώνα. Ο αιώνας στην Π. Διαθήκη δηλώνει χρονικό διάστημα ακαθόριστης διάρκειας, εκτεινόμενο από το παρελθόν στο μέλλον. Το διάστημα αυτό σε σχέση με το Θεό εκφράζει την αιωνιότητα, η οποία δεν έχει αρχή και τέλος και δε σχετίζεται με τη μεταβολή και διαδοχή των γεγονότων και φαινομένων. Σε σχέση με την κτίση νοείται ως προς τα όντα φαινόμενα, που διαδέχονται το ένα το άλλο και έχουν αρχή και τέλος, και συνδέεται πάντοτε με αυτά.

Εν προκειμένω λοιπόν η ημέρα ταυτίζεται κατά την πατερική θεολογική σκέψη με τον αιώνα· «ώστε καν ημέραν είπης, καν αιώνα, την αυτήν ερείς έννοιαν»(158)(Μ.Βασιλείου, ο.π. Β΄,8,σ. 52Α.). Ταυτίζεται δε υπό την έννοια ότι, αν και τα πάντα δημιουργούνται μέσα στο χρόνο, εντούτοις κατατείνουν στην αιωνιότητα του Θεού. Ενώ η δημιουργία όλη κινείται σε χρονικά όρια, κατά τις ανθρώπινες αναλογίες, η χρονική κίνησή της εκτείνεται στον άπειρο χρόνο του Θεού, κατά τους θείους όρους. Έτσι κατανοείται θεολογικά και η σύμπτωση του αιώνα με την ογδόη ημέρα.

(στο: Εν αρχή εποίησεν ο Θεός, Σταύρου Καλαντζάκη, Δρ. Θ. Καθηγητού Πανεπιστημίου, εκδ. Πουρναρα,2001, σελ. 123-128)

1)   Αν ρίξουμε ένα βλέμμα στον τρόπο της έκθεσης της εξαημέρου θα δούμε, ότι δεν πρόκειται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, για γεωλογικές περιόδους, όπως νόμισαν κάποιοι, διότι το κείμενο μιλά ρητά «και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί». Άρα μιλά για ημερονύκτιο. Ούτε όμως και για πραγματικά εικοσιτετράωρα ημερονύκτια πρόκειται, διότι ο ήλιος ο οποίος καθορίζει τα ημερονύκτια έγινε την τέταρτη ημέρα. Επομένως ο τόνος δεν πρέπει να δοθεί στη σειρά των δημιουργημάτων, αλλά στον αριθμό έξι. Η Βιβλική δηλαδή διήγηση της εξαημέρου είναι έξι οράματα, με τα οποία ο Θεός αποκάλυψε στους πρωτοπλάστους την δημιουργία του κόσμου.

Για καμία άλλη εποχή η αποκάλυψη υπήρξε αναγκαιότερη όσο για την αρχή της ανθρωπότητας. Η αποκάλυψη θα γινόταν με έκσταση όπως έγινε στον Αδάμ η αποκάλυψη της δημιουργίας της γυναίκας όπως ρητά αναφέρει η Αγία Γραφή (2,21). Επομένως η εξαήμερη δημιουργία είναι έξι οράματα εγκλειόμενα σε εικοσιτετράωρα χρονικά διαστήματα, με τα οποία ο Αδάμ είδε την εν χρόνω ενέργεια του Θεού. Η πρωταρχική αυτή παράδοση υπήρξε εν πρώτοις υποκείμενο προφορικής παράδοσης, η οποία καταγράφηκε ίσως πολύ πριν τον Μωϋσή.

2)   Εάν ρίξουμε προσεκτικότερο βλέμμα στο περιεχόμενο της εξαημέρου θα παρατηρήσουμε, ότι αυτή διαιρείται σε δύο αντίστοιχες τριάδες (στιχ. 3-13 και στιχ. 14-25) και έπειτα έρχεται η δημιουργία του ανθρώπου (στιχ. 26-29). Οι αντίστοιχες αυτές τριάδες έχουν σχέση μεταξύ τους και προς αλλήλας. Έχουν σχέση μεταξύ τους, διότι οι ημέρες της πρώτης τριάδος είναι χωρίσματα, ενώ οι μέρες της δεύτερης τριάδος είναι συμπληρώματα.

Και συγκεκριμένα: κατά την πρώτη ημέρα χωρίζεται το φως από το σκότος, την δεύτερη ημέρα χωρίζεται ο ουρανός από την θάλασσα, την τρίτη ημέρα χωρίζεται η θάλασσα από την ξηρά.

Στην δεύτερη τριάδα έχουμε τα συμπληρώματα ως εξής: Κατά την τέταρτη ημέρα έχουμε τον ήλιο για συμπλήρωση του φωτός της πρώτης ημέρας. Κατά την πέμπτη ημέρα έχουμε τα συμπληρώματα ουρανού και θάλασσας, δηλαδή τα πτηνά του ουρανού και τα ψάρια της θάλασσας. Κατά την έκτη ημέρα έχουμε τα χερσαία ζώα και τον άνθρωπο το συμπλήρωμα της ξηράς και των φυτών της τρίτης ημέρας, διότι πάνω στην ξηρά και δια των φυτών θα ζήσουν άνθρωποι και ζώα.

3)   Ο σκοπός: Αυτός είναι θρησκευτικός και παιδαγωγικός. Επομένως τα κοσμικά γεγονότα θίγει εν παρόδω και μιλά για την δημιουργία όπως εμφανίζεται αυτή στα μάτια μας. Αφήνει την επιστημονική έρευνα αυτών στην ανθρώπινη οξυδέρκεια όπως βεβαιώνουν Βασίλειος, Χρυσόστομος, Αυγουστίνος. Σύμφωνα με τον σκοπό αυτόν η αποκάλυψη κατέρχεται στην αντιληπτική ικανότητα κάθε ηλικίας και όλων των αιώνων, έτσι ώστε το αόρατο και πνευματικό να είναι ευκρινές και σαφές στους αδύνατους. Για αυτό η δημιουργική ενέργεια του Θεού εκθέτει αυτά με εικόνες ανθρώπινης ενέργειας (ομιλία του Θεού, έργο εξαήμερο, ανάπαυση κλπ.) τονίζει δε στα θεία αυτά έργα εκείνο το οποίο υποπίπτει στην άμεση αντίληψη και είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τους απλούς ανθρώπους.

4)   Το κείμενο: Είναι απλό, φωτεινό και στα παιδιά αντιληπτό και η ερμηνεία δεν έχει κανένα δικαίωμα να απομακρυνθεί από την κυριολεξία, εφ’ όσον δεν παρίσταται επιτακτική ανάγκη για αυτό. Οι λέξεις «ημέρα, φως, πρωΐ, εσπέρα κλπ.» πρέπει να ληφθούν στη συνηθισμένη κυριολεξία τους. Η δε ομιλία του Θεού ως ανθρώπινη είναι ανθρωποπαθής Βιβλική έκφραση, η οποία δηλώνει, ότι στη δημιουργία πραγματοποιήθηκαν οι θείες σκέψεις και ότι τα δημιουργήματα είναι η φυσική αποκάλυψη της δύναμης, της σοφίας και της αγαθότητας του Θεού. Για αυτό η δημιουργία εκτίθεται ως έργο που έγινε σε έξι ημέρες μαζί με την ημέρα της ανάπαυσης της εβδόμης που ακολούθησε αυτές για συμβολισμό των έξι εργάσιμων ημερών, κατά τις οποίες ο άνθρωπος οφείλει να εργάζεται, και της έβδομης, του Σαββάτου, κατά την οποία υποχρεούται να αναπαύεται.

Συμπέρασμα: Από αυτά συνάγεται ότι η Βιβλική κοσμογονία δεν είναι επιστημονική, αστρονομική έκθεση της δημιουργίας, αλλά σχηματική ταξινόμηση των δημιουργημάτων για σκοπό θρησκευτικό ότι αυτά έγιναν από το Θεό, και έχουν σκοπό παιδαγωγικό, για να μας διδάξει, ότι πρέπει τις 6 ημέρες να εργαζόμαστε και την έβδομη να αναπαυόμαστε.

Κατά συνέπεια σε καμία αντίφαση δεν μπορεί να έλθει η βιβλική κοσμογονία με τις επιστημονικές παρούσες ή μεταγενέστερες αντιλήψεις, περί δημιουργίας του κόσμου.

(Η Παλαιά Διαθήκη, αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακόπουλου, τόμος Α, έκδοσις «Λυδία» 1986, σελ. 408-410)

Ερ.: Ως άνθρωπος που πιστεύει στον Θεό, πως θα ακούγατε ότι κάποιος θέλει να ασχοληθεί με τη σύγχρονη έρευνα, μάλιστα αυτήν που τελικά αμφισβητεί τον Θεό, όπως η γενετική μηχανική , η κοσμολογία, η νευρολογία;
Απ.: Μια έρευνα που γίνεται για να αμφισβητήσει τον Θεό, έχει την αρρώστια της προκατάληψης. Η έρευνα γίνεται για να ανακαλυφθεί μία επιστημονική αλήθεια. Ποιο το πρόβλημα κάποιος να διευρύνει τους ορίζοντες της σκέψης και της γνώσης του; Έτσι και ο Θεός προσεγγίζεται καλύτερα. Ο Θεός δεν αποτελεί ένα ιδεολόγημα που πρέπει με κάθε τρόπο να υπερασπιστούμε, αλλά Τον πιστεύουμε επειδή είναι η Αλήθεια. Υπό την έννοια αυτήν, και η επιστημονική αλήθεια Αυτόν φανερώνει. Αν πάλι Τον αμφισβητεί, καιρός να το μάθουμε. Ένας πιστός που φοβάται την επιστημονική έρευνα, φοβάται την αλήθεια. Μάλλον είναι πιστός που…δεν πιστεύει.

Ερ.: Τι θα λέγατε για τη θεωρία της εξέλιξης; Αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διδασκαλία της Εκκλησίας;
Απ.: Για το συγκεκριμένο θέμα, η διδασκαλία της Εκκλησίας βασίζεται στο θεόπνευστο βιβλίο της Γενήσεως. Αυτό δεν είναι βιβλίο Φυσικής ή Βιολογίας. Το σημαντικό δε για το οποίο μιλάει δεν είναι αν ο Θεός πλάθοντας τον άνθρωπο πήρε χώμα και που το βρήκε, αλλά το ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού. Όλα τα άλλα είναι λεπτομέρειες. Αυτό πώς να το ανατρέψει η επιστήμη; Από κει και πέρα, αν η επιστήμη βελτιώνει την ερμηνεία αυτού του κόσμου και την εικόνα μας γι’ αυτόν, αυτό γιατί να το αμφισβητήσουμε; Το πολύ πολύ να πούμε ότι μερικά πράγματα τα κατανοούμε καλύτερα.
Τη θεοείδεια όμως του ανθρώπου, ότι δηλαδή είναι πλασμένος με θεϊκή πνοή και χαραγμένος με προορισμό θεϊκής ομοιώσεως, αυτό δεν θα μπορέσει ποτέ να το αλλάξει η επιστήμη. Απλά μπορούν να το αμφισβητούν αλαζονικά κάποιοι επιστήμονες.

Ερ.: Δηλαδή δεν έχει σημασία το αν ο άνθρωπος κατάγεται από τα ζώα;
Απ.: Αυτό που έχει σημασία είναι η θεϊκή καταγωγή του ανθρώπου και η συγγένειά του με τον Θεό, το ότι δηλαδή ο Θεός μας έπλασε, όχι το πώς μας έπλασε. Και επίσης ο κίνδυνος είναι ο άνθρωπος όχι να κατάγεται από τα ζώα, αλλά να καταντήσει σαν αυτά, «άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοι κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. μη΄13). Ενώ ο προορισμός μας είναι να ομοιάσουμε στον Θεό, εμείς να προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι είμαστε ζώα.
Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι η επιστημονική επιβεβαίωση της εξέλιξης, αλλά η προσήλωση στην αρρωστημένη ερμηνεία της. Αυτό το τελευταίο δεν αποδεικνύει την ανυπαρξία του Θεού, αλλά επιβεβαιώνει την εμπαθή μυωπία του ανθρώπου. Να ανταλλάσσεται η θεϊκή προοπτική με έναν ασύνετο εκφυλισμό σε ζώο! Αυτό ούτε τα ζώα δεν θα το ήθελαν.

Ερ.: Πάντως έχουμε σημαντικές ομοιότητες με τα ζώα και πρέπει να βρούμε τη σημασία τους.
Απ.: Με εκπλήσσει το ενδιαφέρον για την ομοιότητα με τα ζώα. Αν υπήρχε ανάλογο ενδιαφέρον και για την συγγένεια με τον Θεό, πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα! Τη σημασία αυτής της συγγένειας θα έπρεπε να ανακαλύψουμε. Όσο για τα ζώα, ασφαλώς και υπάρχουν ομοιότητες. Το σώμα μας ούτε ή άλλως μοιάζει με ταυτό των ανώτερων θηλαστικών. Ακόμη και μαθητεύουμε στα ζώα και στις ενστικτώδεις αρετές τους. Τόσα και τόσα παραδείγματα υπάρχουν στην Αγία Γραφή. Ο ίδιος ο Χριστός στην επί του Όρους ομιλία Του μας καλεί να «εμβλέψουμε στα πετεινά του ουρανού» και κατά κάποιον τρόπο να τα μιμηθούμε.
Αυτό όμως που έχει σημασία είναι οι διαφορές μας από τα ζώα. Ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματικός. Και αυτό αποτελεί την πηγή της αξίας του. καιρός να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας από την ομοιότητα με τα ζώα στην δυνατότητα ομοίωσης προς τον Θεό.

Από το βιβλίο: "Αν υπάρχει ζωή, θέλω να ζήσω/πηγή

 

Η Μεμετριασμένη Εξελιξιαρχία & η Δημιουργία του ανθρώπου.
Ζητείται ήδη ποια θα μπορούσε να είναι η προς δημιουργία του ανθρώπου ειδική παρέμβαση του Θεού; Και ερωτάται: Εάν η άκρα εξελιξιαρχία δεν μπορεί να εξηγήσει την επί γης εμφάνιση του ανθρώπου, άραγε η μεμετριασμένη ή πνευματοκρατική τοιαύτη (evolutionisme modere ou spiritualiste) δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί με την περί δημιουργίας του ανθρώπου εκδοχή που επιβάλλεται από τα πράγματα και εκζητείται από την Αγία Γραφή;
Κάποιοι από τους ρωμαιοκαθολικούς συγγραφείς υιοθέτησαν εξηγήσεις που βασίζονται πάνω στις προϋποθέσεις της μεμετριασμένης εξελιξιαρχίας και όσον αφορά στη διαμόρφωση μόνο του ανθρωπίνου σώματος που απομακρύνου περισσότερο η λιγότερο την άμεση επέμβαση του δημιουργού.
Μεταξύ των πρώτων ο Γεώργιος Mivart, ευσεβής φιλόσοφος και βιολόγος στην Αγγλία, σε κάποιο μικρό τόμο τιτλοφορούμενο «η Γένεσις του είδους» που δημοσιεύτηκε το 1870 υποστήριξε, ότι «δεν είναι καθόλου αναγκαίο να παραδεχτεί κάποιος στην παραγωγή του ανθρωπίνου σώματος κάποια ενέργεια διαφορετική στη φύση από εκείνην, η οποία συνετέλεσε την παραγωγή του σώματος των άλλων ζώων και του υλικού σύμπαντος ολοκλήρου» (στη σελίδα 282 στο Zahm, L’ evolution et le dogme τόμ. ΙΙ σελ. 228). Σύμφωνα με την από τον
Mivart υποστηριχθείσα εκδοχή σε ζώο άλογο που βρισκόταν στην ύψιστη βαθμίδα της ζωικής εξέλιξης, και που προήλθε από μακραίωνη προοδευτική εξέλιξη με την ενέργεια των εξελικτικών δυνάμεων πάνω στις κατώτερες μορφές της ζωής, ενέπνευσε ο Θεός το πνεύμα της ζωής και προήλθε από αυτό ο άνθρωπος που έγινε εις ψυχήν ζώσαν. Συνεπώς κατά την υπόθεση αυτή ο Θεός δημιούργησε άμεσα μόνο την ψυχή του ανθρώπου, το σώμα του όμως, αν και έμμεσα και αυτό από το Θεό έχει την προέλευση, άμεσα όμως οφείλει την διαμόρφωση του στους υπό του Θεού τεθέντας νόμους, τους κατευθύνοντας την εξέλιξη (Στο Zahm στο ίδιο σελ. 232) .
Κατά της θεωρίας αυτής του Mivart εκδηλώθηκε ολόκληρος σχεδόν ο καθολικός τύπος, ο οποίος και στον παλαιό και στο νέο κόσμο επέκρινε δριμύτατα αυτήν, σε πλείστες δε περιπτώσεις ο Mivart χαρακτηρίστηκε απερίφραστα ως αιρετικός. Στην Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία η θεωρία αυτή αποκηρύχτηκε σφοδρότατα, εξεφράσθη δε επανειλημμένως η ευχή, όπως το βιβλίο του Mivart καταριθμηθεί στον πίνακα των απαγορευμένων βιβλίων. Τοσούτω δε μάλλον, όσο η εν Κολωνία επαρχιακή σύνοδος, που συνήλθε το 1860 είχε αποκηρύξει την από εξέλιξη παραγωγή του σωματικού οργανισμού των πρωτοπλάστων, διακηρύξασα σαφώς και ρητώς, ότι «οι πρωτόπλαστοι δημιουργήθηκαν άμεσα από το Θεό» (Primi parentes a Deo immediate conditi sunt»)(Tit. IV C. XIV,Στο de Sinety,Transformisme D’ Ales οπου παραπάνω τόμ. 4 στήλη 1844) . Παραδόξως όμως όταν το βιβλίο απεστάλη στη Ρώμη, όχι μόνο δεν αποκηρύχτηκε, αλλά ούτε καν ζητήθηκε για αυτό κάποια εξήγηση, τελείως μάλιστα αντιθέτως ο Πάπας Πίος ο Θ΄ανεκήρυξε τον Mivart διδάκτορα της φιλοσοφίας και ο τίτλος του διδάκτορος επιδόθηκε σε αυτόν επίσημα από τον καρδινάλιο του Westminster (Zahm όπου πριν σελ. 229-230).
Την θεωρία αυτή του Mivart διατύπωσε επί το μετριότερον και ο καρδινάλιος Gonzalez (Στο εν έτει 1892 δημοσιευθέν σύγραμμά του La Biblia y la scientia). Κατά την διατύπωση αυτή αντί να υποστηρίξει κάποιος, ότι το ανθρώπινο σώμα εξελίχθηκε πλήρως από τον πίθηκο, ενδείκνυται να βεβαιώνει, ότι υπήρξε αυτό εν μέρει μόνο προϊόν εξέλιξης αυτόματης, συμπληρώθηκε όμως έπειτα η πλήρης διαμόρφωσή του με ά μ ε σ η του Θεού επέμβαση. Η εξέλιξη προήγαγε τον κτηνώδη οργανισμό μέχρι κάποιου σημείου, αλλά δεν ήταν δυνατόν να καταστήσει αυτόν κατάλληλο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορεί να εισδεχτεί την ανθρώπινη ψυχή. Αυτό έγινε με τελειοποίηση, την οποία άμεση δημιουργική επέμβαση του Θεού προσέδωσε.
Με άλλα λόγια, ενώ ο Mivart παραδεχόταν, ότι το σώμα του Αδάμ πήρε μορφή έ μ μ ε σ α από το Θεό, που ενήργησε αποκλειστικά και μόνο με αιτίες δευτερεύουσες και τελείως φυσικές, σύμφωνα με τον Gonzalez η διαμόρφωση αυτή έγινε κατ’ αρχάς μεν ενεργήσαντος του Θεού ε μ μ έ σ ω ς με τη χρησιμοποίηση δευτερευόντων αιτίων, έπειτα όμως και με ά μ ε σ η επέμβαση κατά την τελική και οριστική διαμόρφωση του ανθρώπινου οργανισμού (στο Zahm όπου πριν σελ. 237-239) .
Κατά τον ίδιο περίπου χρόνο στο καθολικό συνέδριο των Παρισίων το 1891 ο Hulst, διευθυντής του καθολικού Ινστιτούτου των Παρισίων διακήρυττε, ότι «η αυστηρή ορθοδοξία δεν επιβάλλει άλλα όρια στις υποθέσεις για την μετάμειψη παρά μόνο το δόγμα της άμεσης δημιουργίας της ανθρώπινης ψυχής από το Θεό. Πέραν τούτου, εάν υπάρχουν παραλογισμοί στις υποθέσεις αυτές, πρέπει να καταπολεμιούνται με επιστημονικά επιχειρήματα» ( Στο Guibert et Chinchole όπου παραπάνω σελ. 391…).
Λίγο όμως πιο πριν η συμπεριφορά της Ρώμης υπήρξε τελείως διαφορετική απέναντι στον δομινικανό Leroy, ο οποίος σε σύγγραμμά του, με τον τίτλο «L’ evolution restreinte aux especes organiques» που δημοσιεύτηκε το 1887, με πολλή επιφύλαξη εξέφρασε τη γνώμη, ότι μπορεί να γίνει δεκτή ως υπόθεση, ότι το ανθρώπινο σώμα προήλθε από εξέλιξη. Είναι δηλαδή πιθανόν, ότι ο Θεός δημιουργώντας τον Αδάμ δεν χρησιμοποίησε άμεσα χώμα από τη γη, αλλά με μόνη την εμφύσηση λογικής ψυχής μεταμόρφωσε σε άνθρωπο κάποιο ζώο ανθρωπόμορφο, το οποίο διαμορφώθηκε με εξέλιξη που κατευθύνθηκε από τη θεια Πρόνοια σε σημείο, ώστε να πλησιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο προς τον άνθρωπο. Παρά τις επιδοκιμασίες όμως, των οποίων παρ’ ορισμένων επιστημόνων έτυχε ο Leroy, δεν αποκηρύχτηκε μεν επισήμως το σύγγραμμά του, εκλήθη όμως αυτός να αποσύρει μεν αυτό από το εμπόριο, να αποκηρύξει δε δημόσια την σε αυτό διατυπωθείσα γνώμη του ταύτην (Guibert et Chinchole όπου πριν και…). Ομοίως και οι Zahm και Bonomelli, αποδεχθέντες την υπόθεση αυτή του Leroy, υποχρεώθηκαν να δώσουν επισήμως παρόμοιες εξηγήσεις (De Sinety στο ίδιο στηλη 1845).
Από την άλλη η Βιβλική επιτροπή του Βατικανού στην από 30 Ιουνίου 1909 απόκρισή της, που επικυρώθηκε από τον Πάπα, απαγόρευσε να απομακρύνεται κάποιος από την γραμματική ερμηνεία του κειμένου της Γένεσης, καθ’ όσον αφορά στην ειδική δημιουργία του ανθρώπου και τον από τον άνδρα σχηματισμό της πρώτης γυναίκας (Στο ίδιο και Guibert et Chinchole όπου παραπάνω σελ. 86).
Στην κατά το έτος 1950 όμως εκδοθείσα εγκύκλιο Humani corporis από τον Πίο ΙΒ΄ διακηρύττεται, ότι «το ζήτημα της αρχής του ανθρωπίνου σώματος είναι αντικείμενο ελεύθερης έρευνας για τις φυσικές επιστήμες και τη θεολογία», υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι «θα εξετάζονται επιμελώς οι λόγοι που προβάλλονται υπέρ και κατά της προέλευσης αυτού από ύλη ήδη ζωντανή».
Αυτά ως προς την στάση, την οποία έλαβε έναντι των σύμφωνα με την μεμετριασμένη εξελιξιαρχία διατυπωθεισών περί παραγωγής του πρώτου ανθρωπίνου οργανισμού γνωμών η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, η μόνη μεταξύ των εκκλησιών που αποφάνθηκε επίσημα εν προκειμένω.
Ρωμαιοκαθολικοί συγγραφείς μετέπειτα διατύπωσαν επί το συντηριτικότερον τις περί της καταγωγής του ανθρωπίνου σώματος εξελικτικές εκδοχές. Έτσι τονίστηκε ιδιαιτέρως, ότι η ψυχή, την οποία ο Θεός εμφύσησε στον Αδάμ μεταδίδοντας σε αυτόν συγχρόνως πνοή ζωής, δεν μπορεί κατ’ ουδένα λόγο να προέρχεται από εξέλιξη, αλλά οφείλεται σε άμεση δημιουργική ενέργεια του Θεού. Όσον δε αφορά στο σωματικό οργανισμό, η ιδέα, κατά την οποία πλάστηκε πρώτα ένα χοϊκό άγαλμα με όλα τα όργανα και αιμοφόρα αγγεία και μέρη, το οποίο έπειτα με την εμφύσηση σε αυτό ψυχής μεταβλήθηκε σε ζωντανό ανθρώπινο σώμα, δεν έχει σήμερα οπαδούς. Σύμφωνα με τον de Sinety μάλιστα ήδη αυτός ο Αυγουστίνος εξ αφορμής της παχυλής κατά γράμμα ερμηνείας του κειμένου της Γένεσης, όπου οι συμβολικές εκφράσεις πλεονάζουν, παρήγγελε στους συγχρόνους του χριστιανούς να προσέχουν, για να μην υιοθετούν εκδοχές που προκαλούν το γέλωτα των απίστων (όπου πριν στήλη 1846).
Από την άλλη το να παραδεχτούμε, ότι το χώμα αυτό, για το οποίο μιλά η Γραφή, υπήρξε κάποιος οργανισμός από ζωντανή και όχι νεκρή ύλη, καταλήγει στο ίδιο. Διότι όχι μόνο για το σώμα του ανθρώπου, αλλά και για κάθε εν γένει ζωντανό οργανισμό θα μπορούσε εξίσου να λεχθεί, ότι προέρχεται από τη γη και στη γη θα επανέλθει. Κάθε ζωντανός οργανισμός είναι ύλη ζωντανή, χώμα κατεργασμένο, και συνεπώς, και αν ακόμη πούμε, ότι ο Θεός κατά τη δημιουργία του Αδάμ χρησιμοποίησε όχι χώμα αναίσθητο και χωρίς ζωή, αλλά ύλη ζωντανή, η διαφορά δεν είναι ουσιώδης.
Στην τοιαύτη όμως από τη ζωντανή ύλη διαμόρφωση του πρώτου ανθρώπινου οργανισμού, για να είμαστε σε συμφωνία και με το γράμμα και με το πνεύμα της Γραφής, πρέπει να παραδεχτούμε άμεση την επιστασία της θείας Πρόνοιας, διότι μόνο με άμεση επέμβαση του Θεού θα μπορούσε κατά την τοιαύτη πορεία της εξέλιξης να προσλάβει τέλεια διαμόρφωση και να τελειοποιηθεί σε άνθρωπο αποκλειστικά και μόνο ένα ζευγάρι, από το οποίο προήλθαν ακολούθως όλοι οι άνθρωποι. Χωρίς την επέμβαση αυτή δεν εξηγείται, πώς με την εξέλιξη δεν προήλθαν περισσότερα ζεύγη και πώς από τα εξελιχθέντα μέχρι την ανθρώπινη βαθμίδα ανθρωποειδή κτήνη περισώθηκε μόνο ένα ζεύγος, ενώ τα υπόλοιπα πέθαναν. Είναι επίσης απαραίτητο κατά το χριστιανικό δόγμα να αποκλειστεί από την καταγωγή μας ο π ο λ υ γ ε ν ι σ μ ό ς, διότι χωρίς την από ένα πρωτόπλαστο ζεύγος κοινή όλων καταγωγή το περί προπατορικού αμαρτήματος δόγμα πλήττεται σε αυτήν τη βάση του (Δες de Sinety στο ίδιο στήλη 1845-1846).
Από την άλλη η άμεση του Θεού επέμβαση για δημιουργία του πρώτου ανθρώπινου οργανισμού εκζητείται και από όσα η Βίβλος λέει για τη δημιουργία της γυναίκας. Κατά την αφήγηση της Βίβλου το σώμα της γυναίκας προήλθε από άμεση δημιουργική ενέργεια του Θεού. Θα δεχόμασταν λοιπόν για τη γυναίκα καταγωγή ευγενέστερη από την καταγωγή του άνδρα, ο οποίος σε αυτήν την πρώτη σελίδα της Γένεσης κηρύττεται κεφαλή και υπεροχότερος αυτής; Και θα υποστηρίζαμε, ότι ο μεν οργανισμός της γυναίκας προήλθε από τα χέρια του Δημιουργού, ενώ του άνδρα προήλθε από κάποιο άλογο κτήνος;
Η όλη άλλωστε αφήγηση της Γένεσης επιβάλλει να δεχτούμε, ότι ναι μεν ο πρώτος ανθρώπινος οργανισμός δεν έγινε από το μηδέν, αλλά από προϋπάρχουσα ύλη, πλην όμως τονίζεται από την αφήγηση αυτή σαφώς, ότι η προς διαμόρφωση του οργανισμού αυτού ενέργεια του Θεού δεν υπήρξε μία απλή φυσική συνδρομή της θείας Πρόνοιας που κατεύθυνε τις δευτερεύουσες αιτίες στην κανονική λειτουργία τους, αλλά έ κ τ α κ τ η θ ε ί α ε ν έ ρ γ ε ι α που υπερβαίνει τη φυσική δύναμη όλων των δευτερευουσών αιτιών (A. Farges, La vie et l’ evolution σελ. 328).
Σύμφωνα με αυτά και ο Farges τονίζει ιδιαιτέρως, ότι η εξέλιξη από την οποία θα μπορούσε να προέλθει ο ανθρώπινος οργανισμός, πρέπει να χαρακτηριστεί όχι ως φυσική εξέλιξη, αλλά ως εξέλιξη υπερφυσική, που βρίσκεται πάνω από όλες τις δυνάμεις της φύσης και αποδίδεται σε μόνο το Θεό. Αυτού του είδους η εξέλιξη θα επεφύλασσε στο Θεό όχι μόνο την εμφύσηση της ανθρώπινης ψυχής στο ήδη διαμορφωμένο σε ανθρώπινο οργανισμό ανώτερο κτήνος, αλλά και αυτήν την ίδια τη διαμόρφωση και διάπλαση του οργανισμού αυτού, δεχόμενη αυτήν ως έργο θείο.
(Π.Ν. Τρεμπέλα, Απολογητικαί Μελέται τόμος Γ σελ. 401-406, γλώσσα ελαφρώς παραλλαγμένη προς την νεοελληνική, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

 

 αλλά  έ κ τ α κ τ η   θ ε ί α   ε ν έ ρ γ ε ι α
Σελίδα 1 από 2

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (161) Αγάπη Θεού (43) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (36) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (11) άγιος (70) αγνότητα (5) άγχος (11) αγώνας (56) αγώνας πνευματικός (15) αθεΐα (80) αιρέσεις (60) αλήθεια (18) αμαρτία (52) Ανάσταση (63) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (122) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (49) ασθένεια (13) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (44) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (34) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (2) γλώσσα (26) γνώση (5) γονείς (35) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (36) διάβολος (41) διάκριση (39) διάλογος (2) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (81) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (49) Εκκλησιαστική Ιστορία (9) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (8) ελευθερία (11) Ελλάδα (11) ελπίδα (12) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (63) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (4) επιστήμη (57) εργασία (25) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (37) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (56) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (20) ευχαριστία (5) ζώα (12) ηθική (5) ησυχία (4) θάνατος (80) θάρρος (9) θαύμα (59) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (3) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (92) θρησκείες (6) θυμός (27) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (13) ιερέας (38) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (3) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (18) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (70) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (37) λείψανα (1) λογισμοί (21) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (19) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (60) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (8) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (4) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (44) πάθη (24) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (15) Παΐσιος Όσιος (5) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) παράδειγμα (3) Παράδεισος (35) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (139) πλούτος (10) πνευματική ζωή (50) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (12) πολιτική (5) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (21) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (37) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (115) προσοχή (2) προτεσταντισμός (16) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (18) Σταυρός (24) Σταύρωση (11) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) σώμα (1) ταπεινοφροσύνη (44) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (6) υπαρξιακά (30) υποκρισία (1) υπομονή (33) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (6) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (15) χαρά (22) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (32) χρόνος (12) ψεύδος (8) ψυχή (52) ψυχολογία (9)