Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Ένας αδελφός πήγε στον Αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο και του λέει:
«Αββά, πες μου κάτι, πώς να σωθώ».
Και του λέει ο γέρων:
«Πήγαινε στο κοιμητήριο και βρίσε τους νεκρούς».
Πήγε λοιπόν ο αδελφός, ύβρισε και λιθοβόλησε. Και γυρίζοντας, το ανέφερε στο γέροντα. Και του λέει:
«Τίποτα δεν σου είπαν;».
Και αποκρίνεται:
«Τίποτα».
Και του λέει ο γέρων:
«Πήγαινε πάλι αύριο και εξύμνησέ τους».

Έφυγε ο αδελφός λοιπόν και πήγε και τους εξύμνησε, λέγοντας:
«Απόστολοι άγιοι και δίκαιοι».
Και ήλθε στο γέροντα και του είπε:
«Τους εξύμνησα».
Και του λέει:
«Τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν;».
Είπε ο αδελφός:
«Τίποτα».
Του λέει ο γέρων:
«Είδες πόσο τους εξευτέλισες και τίποτα δεν σου αποκρίθηκαν και πόσο τους εξύμνησες και καθόλου δεν σου μίλησαν;

Έτσι και εσύ γίνε νεκρός, αν θέλεις να σωθείς.

Μήτε την αδικία των ανθρώπων μήτε τους ύμνους τους να λογαριάζεις, όπως οι νεκροί. Και μπορείς να σωθείς»


(Είπε γέρων, εκδ. Αστήρ, Μακαρίου του Αιγυπτίου κγ, σελ. 155)

Ὕστερα, στὴν ἐφηβεία, ποὺ εἶναι ἡ πιὸ δύσκολη ἡλικία, ἡ ἀγωνία τῶν γονέων εἶναι μεγαλύτερη γιὰ τὰ παιδιά τους, μέχρι νὰ τὰ μορφώσουν καὶ νὰ τὰ ἀποκαταστήσουν.

Οἱ γονεῖς τότε ἂς κάνουν ὅ,τι μποροῦν, γιὰ νὰ τὰ βοηθήσουν, καὶ ὅ,τι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν, γιατὶ ξεπερνάει τὶς δυνάμεις τους, ἂς τὸ ἀναθέτουν στὸν Παντοδύναμο Θεό. Ὅταν ἐμπιστευθοῦν τὰ παιδιά τους στὸν Θεό, τότε ὁ Θεὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ βοηθήση γιὰ πράγματα ποὺ δὲν γίνονται ἀνθρωπίνως.

Ἂν λ.χ. τὰ παιδιὰ δὲν ἀκοῦν, νὰ τὰ ἐμπιστευθοῦν στὸν Θεό, καὶ ὄχι νὰ βρίσκουν διάφορους τρόπους νὰ τὰ ζορίζουν. Νὰ πῆ ἡ μητέρα στὸν Θεό:

«Θεέ μου, δὲν μ᾿ ἀκοῦν τὰ παιδιά μου. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε. Φρόντισέ τα Ἐσύ».

Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση προχθὲς στὴν ἀγρυπνία μιὰ μητέρα ποὺ τὴν γνώριζα ἀπὸ παλιά. Ἦρθε νὰ μὲ χαιρετήση. Βλέπω, εἶχε μαζί της μόνον τὰ μεγαλύτερα παιδιά.

«Ποῦ εἶναι τὰ μικρά;», τὴν ρωτάω.

«Στὸ σπίτι, Γέροντα, μοῦ λέει. Τέτοια μέρα θέλαμε νὰ ᾿ρθοῦμε στὴν ἀγρυπνία καὶ εἴπαμε μὲ τὸν σύζυγο: "Ἀφοῦ σὲ ἀγρυπνία πᾶμε, δὲν πᾶμε κάπου γιὰ διασκέδαση, ὁ Θεὸς θὰ διαθέση ἕναν Ἄγγελο νὰ φυλάξη τὰ μικρά μας"».

Σπάνια συναντᾶς σήμερα τέτοια ἐμπιστοσύνη, γιατὶ τώρα, ὅπως ἔλειψε ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν παιδιῶν στοὺς γονεῖς, ἔλειψε καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν γονέων στὸν Θεό. Καὶ ἀκοῦς συχνὰ πολλοὺς γονεῖς νὰ λένε: «Γιατί τὸ δικό μας παιδὶ νὰ πάρη κακὸ δρόμο; Ἐμεῖς ἐκκλησιαζόμαστε». Δὲν δίνουν τὸ κατσαβίδι στὸν Χριστὸ νὰ σφίξη στὰ παιδιὰ λίγο καμμιὰ ...βίδα· θέλουν νὰ τὰ κάνουν ὅλα μόνοι τους.

Καὶ ἐνῶ ὑπάρχει ὁ Θεός, ποὺ προστατεύει τὰ παιδιά, καὶ ὁ Φύλακας Ἄγγελος εἶναι συνέχεια κοντά τους καὶ τὰ προστατεύει καὶ αὐτός, αὐτοὶ ἀγωνιοῦν, μέχρι ποὺ ἀρρωσταίνουν. Καὶ παρόλο ποὺ εἶναι πιστοὶ ἄνθρωποι, φέρονται σὰν νὰ μὴν ὑπάρχη Θεός, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχη Φύλακας Ἄγγελος, ὁπότε ἐμποδίζουν τὴν θεία ἐπέμβαση. Ἐνῶ πρέπει νὰ ταπεινώνωνται καὶ νὰ ζητοῦν βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὁ Καλὸς Θεὸς θὰ προστατέψη τὰ παιδιά.

(Γέροντος Παϊσίου Λόγοι Δ, σελ. 92-93)

της Αικατερίνης Διαμαντοπούλου.
υπ. υλικού web Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

«Ο πόνος είναι η μοναδική αιτία για να αποκτήσει συνείδηση της ελευθερίας ο άνθρωπος», ισχυρίζεται ο Φ. Ντοστογιέφσκυ. Με απλά λόγια η ελευθερία αποκτιέται μέσω του πόνου.

Με τον πόνο αφυπνίζεται η συνείδηση και κατ΄ επέκταση η ιδέα της ελευθερίας αφομοιώνεται πλήρως.

Ο Ντοστογιέφσκυ αναγνωρίζει πως υπάρχει πολύς πόνος μέσα στη ζωή, όμως αυτός ο πόνος είναι λυτρωτικός.

Γράφει σχετικά:

«Ο άνθρωπος αγαπά να μετρά τις πίκρες του, μα δε λογαριάζει τις χαρές του. Αν τις λογάριαζε όμως. Θα έβλεπε πως ταιριάζουν το ίδιο».
Μέσω των ηρώων του έργου «Αδελφοί Καραμαζώφ», Ζωσιμά και Αλιόσα, καταθέτει:

«Η ζωή θα σου φέρει πολλές δυστυχίες και με αυτές ίσα ίσα θα γίνεις ευτυχισμένος και θα ευλογήσεις τη ζωή και θα αναγκάσεις και άλλους να την ευλογήσουν.

Η οδύνη είναι η οδός της μετάνοιας, αλλά και της χαράς. Της χαράς, που δίνει το ξεπέρασμα της αποτυχίας και της απελπισίας, που είναι η μεγαλύτερη αμαρτία και το μοναδικό αδιέξοδο». Αυτό συμπίπτει με την ευφρόσυνη απάντηση που έλαβε ο γέροντας Σιλουανός του Άθω από τον Κύριο: «Μείνε με επίγνωση στη Κόλαση και μην απελπίζεσαι».

Ο κορυφαίος συγγραφέας της παγκόσμιας λογοτεχνίας σε μέρος του εξαίσιου έργου του «Αδελφοί Καραμαζώφ» εξετάζει το ζήτημα της σχέσης της ελευθερίας με τον πόνο.

 Με αυτό το κύκνειο άσμα του λυτρώνεται και ψυχολογικά σαν άνθρωπος και ιδεολογικά ως μαχητής της χριστιανικής ιδέας. Εξωτερικεύει την πεποίθησή του ότι μόνο η αυτογνωσία και η αυταπάρνηση οδηγούν στην πλήρη εν Χριστώ ελευθερία.

Μέρος του έργου αυτού πραγματεύεται την επιστροφή του Χριστού στη γη, ο οποίος εμφανίζεται στη Σεβίλλη της Ισπανίας, την εποχή που η Ιερά Εξέταση βρισκόταν σε έξαρση.

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής διατάζει να Τον συλλάβουν και Τον επισκέπτεται στη φυλακή. Εκεί Του αποδίδει κατηγορίες ότι είναι ο χειρότερος αιρετικός και θα τιμωρηθεί με παράδοση στην πυρά, καθώς δεν υπέκυψε στους τρεις πειρασμούς.

Επιπλέον Του αναφέρει ότι ο άνθρωπος είναι υλιστής και δεν προτιμά την ελευθερία, όπως την ορίζει ο Χριστός στη διδασκαλία του. Επομένως ο Χριστός έχει λάθος εικόνα του ανθρώπου. Ο Μ. Ιεροεξεταστής αντανακλά με την τοποθέτηση αυτή την υλιστική νοοτροπία του συστήματος της Παπικής Εκκλησίας στη Δύση , όπου δεν υπάρχει χώρος για το Θεάνθρωπο.

Ο Χριστός δεν αποκρίνεται στο Μέγα Ιεροεξεταστή, όπως δεν αποκρίθηκε και στον Πόντιο Πιλάτο. Διότι κατά τη χριστιανική διδαχή, ο άνθρωπος μόνο όταν είναι ελεύθερος και αγαπάει ελεύθερα, μπορεί να σταθεί, να υπάρχει, να λειτουργεί, να δημιουργεί, να καθίσταται κοινωνός σε μια κοινωνία.

Για το Θεό κάθε αναγκαστική απόδειξη βιάζει την ανθρώπινη συνείδηση και μεταβάλλει την πίστη σε απλή γνώση. Ο Χριστός μας καλεί με ελεύθερη προαίρεση:

«Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν».

Η ελεύθερη βούληση δεν προϋποθέτει κάποιο τίμημα. Ο Ντοστογιέφσκυ αρνείται κάθε σύστημα, που θα θυσίαζε την ελευθερία του ανθρώπου και θα μείωνε με οποιοδήποτε τρόπο τον άνθρωπο σαν κατ’ εικόνα του ζώντος Θεού.

Χωρίς ελευθερία και αλήθεια δεν υπάρχει ευτυχία: «Εάν ο Υιός ελευθερώση υμάς, όντως ελεύθεροι έσεσθε» (Ιωάν. 8,36). Η αμαρτία και το κακό δεν είναι μακριά από μας. Είναι θέμα της προσωπικής μας ελευθερίας και ελευθερία σημαίνει ευθύνη.

Ευθύνη επιλογής και βούλησης. Αυτό είναι η Αλήθεια, που ταυτίζεται με τον ενσαρκωμένο Σωτήρα. Γράφει σχετικά ο Ντοστογιέφσκυ σε μια επιστολή του: «Αν μπορούσε κάποιος να μου αποδείξει ότι ο Χριστός βρίσκεται έξω από την αλήθεια, εγώ θα προτιμούσα να μείνω με το Χριστό και όχι με την αλήθεια».

Όλα όσα χρειάζεται ο άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο και σε όλους τους άλλους πιθανούς κόσμους ο Ντοστογιέφσκυ με ειλικρινή αναζήτηση και πόνο τα βρήκε στο πρόσωπο του Θεανθρώπου.


Ο Χριστός είναι η λύση για όλα τα προβλήματα τόσο σε προσωπικό, όσο και σε κοινωνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Ο Μακαριστός π. Ιουστίνος Πόποβιτς σε μια μελέτη για τον Ντοστογιέφσκυ αναφέρει χαρακτηριστικά: «όπου είναι η μορφή του Χριστού εκεί για τον Ντοστογιέφσκυ βρίσκεται η αληθινή πρόοδος, η αληθινή παιδεία, η αληθινή χαρά, η αληθινή ζωή, η αληθινή σοφία, και κάθε αληθινή τελειότητα.

Και αν ρωτήσετε τον Ντοστογιέφσκυ πού βρίσκεται και πού φυλάσσεται η μορφή του Χριστού θα σας απαντήσει: «Στην Ορθοδοξία και μόνο στην Ορθοδοξία». Από αυτό καταδεικνύεται η έντονη θεολογική αναζήτηση του συγγραφέα.

Βασική σκέψη του συγγραφέα σε όλο του έργο «Αδελφοί Καραμαζώφ» είναι πως ο άνθρωπος για να πετύχει πλήρως την «εν Χριστώ ελευθερία», η οποία αποτελεί την τελειότερη μορφή ελευθερίας, δεν αρκεί μόνο να ταπεινωθεί, αλλά και να προσφέρει τον εαυτό του θυσία για τους άλλους, υποτάσσοντας και εξαφανίζοντας, με αυτογνωσία, το ίδιο θέλημα στην περιοχή της αγάπης.

Οι επισκέψεις του συγγραφέα σε Ορθόδοξες Ιερές Μονές και η μελέτη κειμένων πνευματικού περιεχομένου συνετέλεσαν στην πνευματική ανάταση του Ντοστογιέφσκυ και στην αγιογραφική περιγραφή της εν Χριστώ δυναμικής ελευθερίας, μέσω των ηρώων Ζωσιμά και Αλιόσα στο έργο «Αδελφοί Καραμαζώφ».

Μέσω του ήρωα Ζωσιμά καταθέτει: «Η ταπεινοφροσύνη, η γεμάτη αγάπη, είναι η πιο καταπληκτική δύναμη, πιο μεγάλη από κάθε άλλη. Για αυτό πρέπει να φιληθούν με αγάπη ο αφέντης και ο δούλος, για να συντελεσθεί ανάμεσά τους η μεγάλη ανθρώπινη αδελφοσύνη. Πρέπει να γίνει κανείς υπηρέτης του υπηρέτη του, όπως λέει και το Ευαγγέλιο, έτσι που να υπηρετεί ο ένας τον άλλο».

Σε άλλο σημείο του έργου του ο Ντοστογιέφσκυ μέσω του ήρωα Ζωσιμά, ο οποίος συμβουλεύει μια γυναίκα, που εξομολογείται τα κρίματά της, λέει:

«Τίποτα μη φοβάσαι, ποτέ μη φοβάσαι και μη θλίβεσαι. Μια και μετανοείς, όλα θα στα συγχωρέσει ο Θεός. Μα κι ούτε υπάρχει, ούτε μπορεί να γίνει στον κόσμο τέτοιο κρίμα, που να μην το συγχωρέσει ο Κύριος, σε κείνον, που μετανοεί αληθινά. Μα κι ούτε το μπορεί ο άνθρωπος να κάνει ένα τόσο μεγάλο αμάρτημα, που θα μπορούσε να εξαντλήσει την αστείρευτη αγάπη του Θεού.

Ή μήπως μπορεί να υπάρξει ένα τέτοιο μεγάλο αμάρτημα, που να ξεπεράσει την αγάπη του Θεού; Φρόντιζε μονάχα για τη μετάνοια, για την αδιάκοπη μετάνοια κι όσο για το φόβο, διώξε τον εντελώς από την καρδιά σου. Πίστευε πως ο Θεός σε αγαπάει τόσο, που εσύ ούτε και να το φανταστείς δεν μπορείς. Σε αγαπάει παρ’ όλο που αμάρτησες.

Σε αγαπάει μέσα στην αμαρτία σου. Για ένα μετανοούντα στον ουρανό χαίρονται περισσότερο, παρά για χίλιους αναμάρτητους, είπε ο Χριστός. Πήγαινε, λοιπόν και μη φοβάσαι. Μην πικραίνεσαι με τους ανθρώπους, μη θυμώνεις με τις προσβολές ...αφού μετανοείς, θα πει πως αγαπάς.

Κι όταν θα αγαπάς, θα είσαι κιόλας τέκνο του Θεού. Η αγάπη εξαγνίζει τα πάντα, σώζει τα πάντα, αφού εγώ που είμαι, όπως εσύ, ένας αμαρτωλός άνθρωπος συγκινήθηκα και σε συμπόνεσα, πόσο περισσότερο ο Θεός! Η αγάπη είναι κάτι ανεκτίμητο και με αυτή μπορείς όλο τον κόσμο να αποκτήσεις και όχι μόνο τις δικές σου, μα και τις ξένες αμαρτίες να εξαγοράσεις. Πήγαινε και μη φοβάσαι…».

Ο Ντοστογιέσκυ αγαπούσε τη ζωή γιατί και πίστευε ακράδαντα στην ανάσταση των νεκρών. Όταν κάποιος παρακινεί μια γυναίκα, υποδουλωμένη σε μια απαίσια όψη ζωής, να πέσει στο ποτάμι και να τελειώνει, αυτή του διαβάζει στο Ευαγγέλιο ένα μέρος από την ανάσταση του Λαζάρου.

«Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή και ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται». Να το μυστικό της ζωής. Με αυτήν την ελπίδα της αναστάσεως, υπάρχει η αγάπη για τη ζωή και η δημιουργία. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει νόημα.

Μάλιστα κάτω από τον τίτλο στο βιβλίο «Αδελφοί Καραμαζώφ» έχει βάλει τα λόγια του Χριστού για την ανάσταση: «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει» (Ιωάν. 12,24). Η θυσία και ο θάνατος έχουν αποτέλεσμα την ανάσταση. Με αυτή τη χαρμόσυνη είδηση της ανάστασης τελειώνει και ολόκληρο το βιβλίο.

Στο έργο του «Ο Ηλίθιος» ο συγγραφέας έχει ως κεντρικό ήρωα τον πρίγκιπα Μίσκιν, ο οποίος ως πραγματικά ελεύθερος και απολυτρωμένος επιλέγει το δρόμο του καλού και έχει αγγελική μορφή.

Θεωρείται ηλίθιος, ανόητος και παράλογος από τους άλλους, καθώς εκφράζει την πίστη του σε μια μεταφυσική υπερ-γήινη πραγματικότητα. Βλέπει ένα όραμα ομορφιάς, με θρησκευτική ταύτιση.

Αυτή η «υποκειμενική» ομορφιά είναι η εσωτερική ομορφιά, που κλείνει μέσα της τον ουρανό. Ο Μίσκιν εκφράζει το «άλογο στοιχείο στον άνθρωπο», με το να θεωρείται παράδοξος από τον περίγυρό του, όπως και η ομορφιά σαν εσωτερική αρμονία αντιδιαστέλλεται με τη ζωή και τις δαιμονικές δυνάμεις του κόσμου.

Ο Μίσκιν εκφράζει το απόφθεγμα «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Αυτή η λυτρωτική ομορφιά είναι η ενσάρκωση της «πνευματικής ομορφιάς». Η ομορφιά σαν ψυχική αρμονία και σαν ηθική δύναμη, που κατακτάται με την αγαθή προαίρεση και την ταπείνωση, δύο γνήσιες χριστιανικές αρετές.

Στο πρόσωπο του Μίσκιν ταυτίζεται η ταπείνωση με τη δύναμη και ενσαρκώνεται η σκέψη ότι το κακό καταρρίπτεται με την ταπείνωση του εαυτού μας, με την κένωση.

Είναι ένας φτωχός ιππότης, φτωχός τω πνεύματι, που με την τρομερή δύναμη της ταπείνωσης, δηλαδή με την ομορφιά της καλοσύνης του, θα σώσει τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό το ιδανικό της ομορφιά σχετίζεται με την ιδέα του Χριστού.

Ο Ντοστογιέφσκυ μέχρι το θάνατό του είχε ως αχώριστο σύντροφο το Ευαγγέλιο, το οποίο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τα βιβλία του. Μέσα από το Ευαγγέλιο αντλούσε τα θέματά του και τους χαρακτήρες των ηρώων του.

Μέσα στο Ευαγγέλιο βρήκε την αλήθεια, που δεν είναι άλλη από τον ίδιο το Χριστό. Τον Κύριο μας που είπε: «Εγώ ειμί η αλήθεια» (Ιωάν. 14,6) και
«Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8,32).

Κατά το συγγραφέα: «δεν υπάρχει πιο αγαθό, πιο βαθύ και πιο τέλειο από το Χριστό. Κι αν ο Χριστός είναι το πιο βαθύ και τέλειο αγαθό, τότε δεν μπορεί παρά να είναι και η πιο μεγάλη αλήθεια, η απόλυτη αλήθεια.

Γιατί στο Χριστό, ως Θεό, ταυτίζεται το απόλυτο αγαθό και η απόλυτη αλήθεια, όπως ταυτίζεται και η απόλυτη ομορφιά». Αυτή η ομορφιά του Χριστού είναι η σωτήρια θεία ομορφιά του σαρκωμένου Κυρίου, του προτύπου της τέλειας ηθικής ομορφιάς.

Πηγή υλικού Περιοδικό «Κοινωνία», Δελτίο της «Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων», Έτος ΜΔ΄, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2001, Τεύχος 3, σελ. 287-292

http://www.romiosini.org.gr

Η φτερούγα της θελήσεως.

Ο κόσμος εύκολα επηρεάζεται και προς το καλό και προς το κακό. Προς το κακό επηρεάζεται πιο εύκολα, γιατί εκεί κανοναρχεί και ο διάβολος. Πές σε έναν λ.χ. να κόψη το τσιγάρο, γιατί βλάπτει. Μόλις θα αποφασίση να το κόψη, θα πάη ο διάβολος και θα του πή: «Εκείνο το τσιγάρο έχει λιγώτερο φαρμάκι, το άλλο έχει φίλτρο και καθαρίζει... Κάπνισε από ᾿κείνα· δεν θα σε βλάψουν». Θα του βρη δηλαδή μια δικαιολογία, για να μην το κόψη· θα του βρή... μια λύση! Γιατί ο διάβολος μπορεί να μας βρη ένα σωρό δικαιολογίες. Και εκείνο το τσιγάρο που του προτείνει, μπορεί να τον βλάψη ακόμη περισσότερο. Γι' αυτό χρειάζεται να έχουμε θέληση. Και αν κανείς δεν κόψη τα κουσούρια του, όταν είναι ακόμη νέος, μετά είναι δύσκολο να τα κόψη, γιατί, όσο περνάει η ηλικία, εξασθενεί η θέληση.

Αν ο άνθρωπος δεν έχη θέληση, δεν μπορεί να κάνη τίποτε. Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει: «Εν τω θέλειν και τω μη θέλειν κείται το πάν». Δηλαδή όλα εξαρτώνται από το αν θέλη ή αν δεν θέλη ο άνθρωπος. Μεγάλη υπόθεση! Ο Θεός είναι φύσει αγαθός και θέλει πάντοτε το καλό μας. Χρειάζεται όμως να θέλουμε και εμείς. Γιατί ο άνθρωπος πετά πνευματικά με δυο φτερούγες· με την θέληση του Θεού και με την θέληση την δική του. Ο Θεός την μια φτερούγα – την δική Του θέληση – μας την έχει κολλήσει μόνιμα στον έναν ώμο μας. Αλλά για να πετάξουμε πνευματικά, πρέπει και εμείς να κολλήσουμε στον άλλο ώμο την δική μας φτερούγα, την ανθρώπινη θέληση. Άμα ο άνθρωπος έχη δυνατή θέληση, έχει την φτερούγα την ανθρώπινη, που ισορροπεί με την θεϊκή φτερούγα, οπότε πετάει. Ενώ, αν η θέλησή του είναι ατροφική, πάει να πετάξη λίγο και τουμπάρει. Ξαναπροσπαθεί λίγο, πάλι τούμπα!

       Γέροντα, καλλιεργείται η θέληση;  

– Δεν έχουμε πει ότι όλα καλλιεργούνται; Θέληση υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, σε άλλους λίγη και σε άλλους περισσότερη. Όταν ο άνθρωπος έχη διάθεση να αγωνισθή, προσεύχεται και ζητά από τον Θεό να του αυξήση την θέληση, και ο Θεός τον βοηθάει. Όταν δεν κάνη προκοπή ο άνθρωπος, τότε να ξέρη ότι ή δεν βάζει καθόλου θέληση ή θα βάζη λίγη και αυτή θα είναι εξασθενημένη, οπότε και αυτό πάλι δεν βοηθάει. Ένα πουλί, ας υποθέσουμε, έχει την μία φτερούγα του γερή, αλλά παραμελεί την άλλη· της πέφτουν μερικά φτερά και μετά δεν μπορεί να πετάξη σωστά. Η μία φτερούγα δουλεύει καλά, η άλλη όμως είναι σαν την σπασμένη τσατσάρα. Την κουνάει το πουλί, αλλά μπαίνει αέρας ενδιάμεσα και δεν μπορεί να πετάξη καλά. Πετάει λίγο και μετά κάνει τούμπες. Πρέπει να έχη ακέραιη και αυτήν την φτερούγα, για να μπορή να πετάη.

Έτσι και ο άνθρωπος, θέλω να πώ, πρέπει να προσέχη και να μην παραμελή την ανθρώπινη θέληση, αν θέλη να πετάη συνέχεια σωστά, πνευματικά. Γιατί το ταγκαλάκι τί κάνει; Πάει σιγά-σιγά και τραβάει από την ανθρώπινη φτερούγα πρώτα κανένα μικρούτσικο φτερό, ύστερα κανένα λίγο μεγαλύτερο, και αν δεν προσέξη ο άνθρωπος, του βγάζει και ένα μεγάλο, οπότε πάει να πετάξη και δεν μπορεί. Και αν τυχόν του τραβήξη μερικά φτερά, τότε, όταν πάη να πετάξη, μπαίνει αέρας στην φτερούγα που της λείπουν φτερά και κάνει τούμπες.

Η θεϊκή φτερούγα είναι πάντα γεμάτη, συμπληρωμένη· δεν της λείπουν φτερά, γιατί ο διάβολος δεν μπορεί να τα τραβήξη και να τα βγάλη· είναι θεϊκή. Να προσέχη ο άνθρωπος να μην αμελήση και του βγάλη ο διάβολος κανένα φτερό από την δική του φτερούγα. Όταν αρχίζη σιγά-σιγά λίγο η τεμπελιά, λίγο η αδιαφορία, εξασθενεί η θέληση. Τί να κάνη ο Θεός, αν δεν θέλη ο άνθρωπος; Δεν θέλει να επέμβη, γιατί σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου. Αχρηστεύει έτσι ο άνθρωπος και την φτερούγα του Θεού. Όταν όμως έχη θέληση, έχη δηλαδή και την δική του φτερούγα ακέραιη, τότε θέλει ο Θεός, θέλει και ο άνθρωπος, και πετάει ο άνθρωπος.

 – Δηλαδή, Γέροντα, τί είναι ακριβώς αυτό το πέταγμα; Εννοείτε να θέλω να

προοδεύσω πνευματικά, να θέλω την σωτηρία μου;

 – Ναί, βρέ παιδί! Όταν λέω πέταγμα, εννοώ την άνοδο την πνευματική, δεν

εννοώ να πετάξω να ανέβω σε κανένα κυπαρίσσι!

(Γέροντος Παϊσίου Λόγοι, τόμος Β σελ.116-118)


Μια μέρα ο μαθητής αποφάσισε να προκαλέσει τον δάσκαλό του. Έτσι σκέφτηκε να του στήσει μια παγίδα. Έπιασε μια πεταλούδα και την κράτησε στη χούφτα του...
Όταν θα πήγαινε στο δάσκαλο θα τον ρώταγε τι είχε στο χέρι του. Κι αν ο δάσκαλος το έβρισκε, τότε θα τον ρωτούσε εάν η πεταλούδα ήταν ζωντανή ή νεκρή. Στην περίπτωση που απαντούσε ότι η πεταλούδα ήταν ζωντανή, τότε θα έσφιγγε το χέρι του και θα τη σκότωνε και το αντίστροφο.
Όταν είχαν μάθημα λοιπόν, πλησίασε τον δάσκαλο, μπροστά σε όλους τους υπόλοιπους μαθητές, έτεινε το χέρι προς το μέρος του και τον ρώτησε:
"Δάσκαλε, τι έχω στο χέρι μου;"
"Την ψυχή σου έχεις παιδί μου", απάντησε ατάραχος ο δάσκαλος.
Ο μαθητής προβληματίστηκε για λίγο σκεπτόμενος την απάντηση. Κατέληξε ότι ο δάσκαλος είχε δίκιο. Η πεταλούδα ήταν μια ψυχή που θα μπορούσε να είναι και δική του. Ωστόσο, συνέχισε: "Και είναι ζωντανή η ψυχή μου δάσκαλε ή όχι;"
Ο δάσκαλος τον κοίταξε με καλοσύνη στα μάτια και του είπε χαμογελαστά "από το χέρι σου εξαρτάται"
Πολλά μπορεί να συμβαίνουν έξω, στον κόσμο μας και στην ζωή μας.. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν μπορεί να επηρεάσει την ψυχή μας παρά μόνο εάν το επιτρέψουμε οι ίδιοι!!

Αυτοπροορίζεσαι

«Λέμε ότι ο Θεός είναι παντογνώστης. Γνωρίζει τα πάντα. Τα παρελθόντα, τα παρόντα, και τα μέλλοντα. Επομένως ξέρει καλά και εκείνα που τα κάνη ο άνθρωπος στο μέλλον. Και η πρόγνωση του Θεού βγαίνει πάντοτε αληθινή. Αυτό δεν είναι δεσμευτικό της ελευθερίας του ανθρώπου; Μπορεί να κάνει διαφορετικά από εκείνα που γνωρίζει ο Θεός; “Ένα παράδειγμα, ο Θεός προείπε την προδοσία του Ιούδα. Και ο Ιούδας πράγματι πρόδωσε το Χριστό. Ήταν δυνατόν ο Ιούδας να κάνει διαφορετικά και να   διαψεύσει την προδοσία του θεού; Βεβαίως όχι. Τότε που είναι η ελευθερία του ανθρώπου;»

Είναι ερωτήματα που θέτουν πολλοί. ‘Αν πράγματι ο πρόγνωση του Θεού εξαναγκάζει τον άνθρωπο χωρίς να το θέλη, τότε ο άνθρωπος έχει ευθύνη; Ασφαλώς όχι. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι σωστό γιατί στηρίζεται σε λάθος συλλογισμό. Γιατί; Ο άνθρωπος δεν πράττει, δεν εξαναγκάζεται να πράξη, συμφώνα με την πρόγνωση του Θεού, αλλά ο Θεός προγνωρίζει σύμφωνα με τις πράξεις του ανθρώπου. Δηλαδή πράττει ο άνθρωπος όχι επειδή προγνωρίζει ο Θεός, αλλά προγνωρίζει ο Θεός, διότι θα πράξη ο άνθρωπος. Αν διαφορετικά έπραττε ο άνθρωπος, διαφορετική θα ήταν και η πρόγνωση του Θεού για αυτόν. Με άλλα λόγια αυτά που στο μέλλον εμείς ελεύθερα θα κάνουμε τα προγνωρίζει ο Θεός.

Ασφαλώς είναι δύσκολο να καταλάβουμε τη σχέση της προγνώσεως του Θεού και της ελευθερίας του ανθρώπου. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Ο αστρονόμος παρακολουθεί τις τροχιές και τις ταχύτητες των αστέρων. Κάνει διάφορους υπολογισμούς και μας λέει, πως την τάδε ώρα ακριβώς, θα γίνη έκλειψη σελήνης. Και πράγματι γίνεται. Και το ερώτημα: Η έκλειψη έγινε επειδή την προείπε ο αστρονόμος ή την προείπε ο αστρονόμος επειδή θα γινόταν;

Δεύτερο παράδειγμα. Ο γιατρός παρακολουθεί την κατάσταση του αρρώστου. Βλέπει ότι η αρρώστια επιδεινώνεται, η κατάσταση χειροτερεύει απελπιστικά και ο γιατρός με τα δεδομένα που εχει λεει: Ο ασθενής είναι ζήτημα αν θα έχει δυο ημέρες ζωή. Και γίνεται έτσι. Λοιπόν θα πούμε, πως η αιτία του θανάτου ήταν η πρόγνωση του γιατρού; Η θα πούμε, πως αιτία της προγνώσεως του γιατρού ήταν η κατάσταση του αρρώστου;

Αυτό λοιπόν που σε περιορισμένα γεγονότα και σε περιορισμένα χρονικά όρια κάνει ο άνθρωπος, το κάνει ο άπειρος Θεός στον τέλειο βαθμό. Ο άνθρωπος φυσικά εχει μικρή δυνατότητα προγνώσεως και δεν αποκλείεται σε μερικές περιπτώσεις να πέσει έξω. Ο Θεός έχει άπειρη πρόγνωση χωρίς ποτέ η πρόγνωση του να αποτελή την αναγκαστική αιτία των πράξεων του ανθρώπου. Ο Ιούδας, όπως αναφέρει Πατέρας της Εκκλησίας, «ούκ επειδή προώρισται παρέδωκεν, αλλ’ επειδή παρέδωκεν προώρισται». Δηλαδή δεν παρέδωσε τον Χριστό, επειδή είχε προοριστεί από το θεό, αλλά αυτός ελεύθερα θα παρέδινε το Χριστό, για αυτό και προορίστηκε για το απαίσιο αυτό έργο.

Ο διάσημος ιεροκήρυκας Ηλίας Μηνιάτης χρησιμοποιεί μια εικόνα πολύ εκφραστική: «Αληθινά ο Θεός σε προβλέπει ή εις τον παράδεισον ή εις την κόλασιν, ‘αλλά μάθε από τούτο τι ακολουθεί. Εμείς όταν είμαστε εμπρόσθεν εις τον καθρέφτην, καθώς είμαστε έτσι φαινόμαστε. Αν είμαστε εύμορφοι, φαινόμαστε εύμορφοι, αν άσχημοι, άσχημοι. Τέτοιας λογής εμπρόσθεν εις την καθαρότατην πρόγνωσιν του Θεού, καθώς είμαστε έτσι φαινόμαστε, ή γραμμένοι με λαμπρούς χαρακτήρες εις το βιβλίον της ζωής, ή σημαδεμένοι εις το δυστυχές βιβλίον του θανάτου. Αν είμαστε δίκαιοι, εις τον χορόν των σωζόμενων δικαίων, αν είμαστε αμαρτωλοί εις το κατάλογον των κατακρίτων αμαρτωλών. Ο καθρέπτης εξομοιώνεται με την όψιν μας  και την πρόγνωση του Θεού εξομοιώνεται με την προαίρεση μας. Είναι νόημα του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης: “ ‘Η δικαία τοῦ Θεοῦ κρίσις ταῖς ἡμετέραις διαθέσεσιν ἐξομοιοῦται͵ οἷά περ ἂν τὰ παρ΄ ἡμῶν ᾖ͵ τοιαῦτα ἡμῖν ἐκ τῶν ἰδίων παρέχουσα”.

»Και καθώς ο καθρέπτης, όπου δείχνει τον εύμορφον και τον άσχημον, δεν κάνει  τον εύμορφον και τον άσχημον, έτσι η πρόγνωσιν του Θεού, όπου φαίνεται ο προορισμένος δια τον παράδεισον και ο κατακεκριμένος δια την κόλασιν, ούτε ετούτον κάνει να σωθή, ούτε εκείνον να κολασθή. Η πρόγνωσις του Θεού, λέγουσιν οι θεολόγοι, είναι απλώς θεωρητική και όχι πραγματική· όπου θέλει να είπή: όχι διατί σε προβλέπει ο Θεός σωσμένον, σώζεσαι· ή διατί σε προβλέπει κολασμένον κολάζεσαι·  μα διατί με τα καλά σου έργα συνεργώντας εις την χάριν του Θεού έχεις να σωθής, ο Θεός σε προβλέπει σωσμένον· ή διατί με τα κακά σου έργα, αποφεύγοντας την χάριν του Θεού έχεις να κολασθής, ο Θεός σε προβλέπει κολασμένον. Καθώς όχι διατί επρόβλεπε την προδοσία του Ιούδα, ο Ιούδας επρόδωσε τον Χριστόν, μα διατί ο Ιούδας έμελλε να προδώσει τον Χριστόν, ο Χριστός επρόβλεπε την προδοσία του Ιούδα». Και προσθέτει: «Σήμερα κάνεις την αμαρτίαν; Ο Θεός σε προορίζει διά την κόλασιν. Αύριο επανόρθωσες με γνήσια μετάνοια; Ο Θεός σε προορίζει διά τον Παράδεισον. Κατ ουσίαν λοιπόν αύτοπροοριζεσαί».

Η πρόγνωση του Θεού

«Ο άνθρωπος μπορεί να κάνη διαφορετικά από αυτά που έχει ορίσει και προγνώσει ο Θεός; Ο απόστολος Παύλος γράφει ότι ο Θεός τον ξεχώρισε από τότε που ήταν στην κοιλιά της μάνας του. Για τον Ιούδα γνωρίζουμε πως ήταν προορισμένος να προδώσει τον Χριστό. Επομένως αν δεν υπάρχη ελευθερία εκλογής, γιατί υπάρχει καταλογισμός ευθύνης;»

Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ελεύθερος και είναι ελεύθερος για αυτό και φέρνει την ευθύνη των πράξεων του. Η πρόγνωση του Θεού δεν είναι δεσμευτική της ελευθερίας του ανθρώπου ούτε ποτέ εκμηδενίζει το αυτεξούσιο του. Το ότι ο Θεός προγνωρίζει ή ξεχωρίζει δεν σημαίνει ότι προδικάζει η εξαναγκάζει. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και μπορεί να δεχθή ή να απορρίψει το σχέδιο του Θεού. Η πρόγνωση δηλαδή δεν ταυτίζεται με τον προορισμό και ο προορισμός δεν είναι αναγκαστικός ούτε εξαναγκαστικός. Οι πονηρές πράξεις, π.χ., και τα εγκληματικά έργα που γίνονται, δεν πραγματοποιούνται επειδή τα προέβλεψε ο Θεός. Ο Θεός τα προέβλεψε επειδή θα γινόταν.

Όπως σωστά παρατηρεί ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός όλα τα προγνωρίζει χωρίς τα πάντα να προορίζει. Προγνωρίζει βέβαια όλα όσα εξαρτώνται από μας και όσα θα γίνουν από μας, χωρίς να τα προορίζει. Διότι δεν θέλει να γίνεται η κακία, αλλά ούτε και για την αρετή μας αναγκάζει». Ο άνθρωπος ως ελεύθερη προσωπικότης ενεργεί το καλό η το κακό, κάνοντας καλή χρήση η κατάχρηση του αυτεξουσίου του, για αυτό ακριβώς υπάρχει και ο καταλογισμός της ευθύνης, η αμοιβή ή η τιμωρία.

Αυτό ακριβώς λέει ο Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και ο μάρτυρας: «Καὶ οὐκ ἔστιν ἡ πρόγνωσις αἰτία τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι, ἀλλὰ τὸ μέλλον ἔσεσθαι αἴτιον τῆς προγνώσεως· οὐ γὰρ τῇ προγνώσει ἕπεται τὸ μέλλον, ἀλλὰ τῷ μέλλοντι ἡ πρόγνωσις, καὶ οὐδαμῶς ὁ προγινώσκων αἴτιός ἐστι τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι. Ὥστε οὐχὶ ὁ Χριστὸς αἴτιός ἐστι τῆς προδοσίας, ἀλλ' ἡ προδοσία αἰτία τῆς τοῦ Κυρίου προγνώσεως». Η πρόγνωση λοιπόν δεν είναι η αιτία μελλοντικής πράξεως. Η πρόγνωση απλώς προλέγει την πράξη που θα γίνει. Η μελλοντική πράξη δεν πραγματοποιείται επειδή προβλέφθηκε.  Προβλέφθηκε επειδή θα γινόταν. Δεν ήταν ο Χριστός αίτιος της προδοσίας του Ιούδα. Η προδοσία ήταν η αιτία της προγνώσεως.

Ο ιεροκήρυκας Ηλίας Μανιάτης δε σχετική ομιλία του προχωρεί ακόμα πιο πέρα: αν εσύ ζήσης θεάρεστα σώζεσαι. αν εσύ ζήσεις διεστραμμένα κολάζεσαι. Ο θεός προβλέπει και το ένα και το άλλο. Μα ούτε το ένα ούτε το άλλο το κάνει η πρόγνωση του Θεού. Η σώζεσαι η κολάζεσαι, το ένα από τα δυο είναι βέβαιον, μα κανένα από τα δυο δεν είναι  αποφασισμένο.

»Μά εγώ θέλω να ειπώ: Πως είναι αποφασισμένον· έγινεν απόφασις ή να σωθής η να κολασθής. Δια τούτο δεν έχεις πλέον να έλθης εις την Εκκλησιαν; Δεν έχεις πλέον να δράμης είς τον πνευματικόν; Δεν έχεις πλέον να κατορθώσεις καμία χριστιανική αρετήν; Η να κάμης μετάνοιαν; Η χωρίς να ενεργήσεις πλέον από λόγου σου τίποτε, έχεις να αναμένεις την σωτηρία σου ή την κόλαση σου; Εσύ ήθελε ήσουν ο πλέον ασυλλόγιστος άνθρωπος. Κοιτάξου άλλη μια φορά εις τον καθρέπτην, σε παρακαλώ, Σήμερον είσαι υγιής και ο καθρέπτης δε δείχνει με καλών ‘όψιν, αύριο είσαι ασθενής και σε δείχνει με όψιν κακήν· παλιν ιατρευεσαι και παλι σε δειχνει με την προτεραν σου οψιν. Καθως αλλαζει εις το προσωπον η οψη σου, ετσι αλλαζει στον καθρεπτην η θεωρια σου. Ο καθρεπτης ομοιώνεται με την οψι σου. Ετσι λέγω εγώ, τωρα όπου ζής  καλά ο θεος σε προοριζει για τον παραδεισο, αυριον αμαρταινεις και ο θεος σε αποφασιζει για την κόλασιν· πάλιν μετανοείς και πάλιν γίνεσαι προωρισμένος· καθώς αλλάζεις ζωήν, έτσι ο θεός αλλάζει απόφασιν. Η κρίσης του θεού ομοιώνεται με την δική μας προαίρεσιν, «ταις ημετέραις διαθεσέσιν εξομοιούται».

» Δύο μικρά παραδείγματα από την θείαν Γραφήν. Μέσα εις το πλοίον Αλεξανδρινόν έπλεεν ο μακάριος Παύλος, όταν εσύρετο δέσμιος από την Ιταλίαν. Δια να παρασταθή έμπροθεν του Καίσαρος· και ιδού έξαιφνης χειμών μέγας, άνεμος σφοδρός… κίνδυνος θανάτου πολύς και καμία ελπίδα σωτηρίας. Μα ο θεός, όπου ήθελε να φυλάξει τον δούλον Του, πέμπει έναν άγγελον να του ειπή τέτοιας λογής: Παύλε, μη φοβάσαι, ο Θεός απεφάσισε να φυλάξει όλους, όπου πλέουσιν εις την συντροφίαν σου, διά χάριν σου δεν θέλει να χαθή τινάς… Είς τοιαύτην θείαν υπόσχεσιν επήραν θάρρος οι ναύται και, βέβαιοι πως δεν χάνονται, εβουλήθησαν να παρατήσουν το πλοίον και την σκάφην να περάσωσιν εις την γην· όχι –λέγει ο Παύλος- αν ετούτοι δεν μείνωσιν εις το πλοίον, τούτο τι κάνει; Όχι· ο Θεός απεφάσισε να τους λυτρώση, μα ο Θεός θέλει και αυτοί να συνεργήσωσιν. Αν δεν μείωσιν όλοι μέσα εις το πλοίον να κάμωσιν όλοι το έργο τους, είναι χαμένοι. Χαμένοι εκείνοι τους οποιούς αποφάσισε να λυτρώσει ο Θεός; Και αλλάσει του Θεού η απόφασις; Ναι, δεν είναι άλλο: «εάν ούτοι μη μείνωσιν εν τω πλοίω υμείς σωθήναι ού δύνασθε…»  

Αλλάζει γνώμη ο Θεός;

«Ξέρουμε ότι ο Θεός είναι αναλλοίωτος και αληθινός. Δεν αλλάζει. Ούτε μετανιώνει για κάτι, για να αλλάξει γνώμη. Τότε η Αγία Γραφή τον παρουσιάζει σε μερικές περιπτώσεις όπως με τους Νινευίτες και αλλού;»

Οι μεταβολές και αλλαγές είναι γνώρισμα του ανθρώπου και του υλικού κόσμου. Ο άνθρωπος αλλάζει, εξελίσσεται, διορθώνει, τροποποιεί τη σκέψη του, προοδεύει, μετανοεί για κάτι. Η συνεχής αλλαγή, η αδιάκοπη μεταβολή είναι το χαρακτηριστικό του γνώρισμα.

Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στο Θεό. Καμία μεταβολή και καμία αλλοίωση ποτέ δεν παρατηρείται. Είναι αιώνιος και αναλλοίωτος. Τέλειος ήταν πάντοτε, τέλειος θα είναι και στους αιώνας των αιώνων. Παντοδύναμος και παντογνώστης, πάνσοφος και πανάγαθος, ειρηνικός και μακάριος. Ούτε χάνει ούτε προσθέτει τίποτε στην άπειρη τελειότητα Του. Ο χρόνος που μεταβάλει τον υλικό κόσμο, δεν έχει καμία απόλυτος επίδραση στον άπειρο τέλειο Θεό. Το θείο θέλημα του και οι αποφάσεις του δεν αλλάζουν ποτέ.

Η Αγία Γραφή λέει ότι στον Θεό «οὐκ ἔνι παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα» (Ίακ. α’ 17). Δηλαδή στο Θεό δεν υπάρχει καμία αλλοίωση, καμία αλλαγή, ούτε σκιά ούτε υπόνοια της πιο μικρής και ασήμαντης μεταβολής. Και ο θεόπνευστος ψαλμωδός γράφει: «Κατ' αρχάς σύ, Κύριε, τήν γήν εθεµελίωσας, καί έργα τών χειρών σού εισιν οι αυτοί απολούνται, σύ δέ διαμένεις, και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται, και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς, και αλλαγήσονται. σύ δέ ο αυτός εί, και τα έτη σου ουκ εκλείψουσι.» (Ψαλμός ρα’ 26-28).

Παραστατικές εικόνες. Από το ένα μέρος ο υλικός κόσμος, που μεταβάλλεται αδιάκοπα και αλλάζει. Από το άλλο μέρος ο αναλλοίωτος Θεός. Εσύ, Κύριε, λέει ο Ψαλμωδός, στην αρχή της δημιουργίας στήριξες την γη σαν επάνω σε γερό θεμέλιο και έργα των χειρών σου είναι οι ουρανοί. Αυτοί θα χαλάσουν και θα αλλάξουν το σημερινό τους σχήμα. Σύ όμως μένεις και θα μένεις αναλλοίωτος και αμετάβλητος. Και όλος ο κόσμος σαν ρούχο θα παλιώση και σαν εξωτερική αλλαξιά, που την φορούν οι ανθρώποι, θα τον γυρίσης και θα τον αλλάξης, ώστε να γίνη καινούριος. Σύ όμως είσαι πάντοτε ο ίδιος και τα έτη σου θα είναι και ατελείωτα.

Αναλλοίωτος, λοιπόν, ο Θεός. Γί αυτό και ότι υπόσχεται, ότι προαναγγέλλει, ότι απειλεί θα το πραγματοποιήση. Καμμία δύναμη, καμμία δυσκολία δεν μπορεί ποτέ να εμποδίση τον Θεό από την πραγματοποίηση των υποσχέσεων Του. Υποσχέθηκε την προστασία στους δικαίους, την υπεράσπιση στους αδικουμένους, την αποκατάσταση της δικαιοσύνης, τη σωτηρία για τους καλοπροαιρέτους ανθρώπους. Υποσχέθηκε τα ατίμητα αγαθά της βασιλείας των ουρανών, την αιώνια δόξα και μακαριότητα. Όλες αυτές τις υποσχέσεις Του θα τις εκπλήρωση. Γί αυτό και στην προς Εβραίους επιστολή του ο απόστολος Παύλος τονίζει: «το αμετάθετον της βουλής» του Θεού ('ς, 17). Δηλαδή οι υποσχέσεις του Θεού είναι αξιόπιστες και αμετακίνητες. Έτσι έχουμε ακλόνητη την ελπίδα, γιατί αυτή στηρίζεται στην πιστότητα του Θεού.

Για τους πιστούς σωστά όλα αυτά. Το ερώτημα όμως μένει: Δεν υπήρξαν περιστάσεις που ο Θεός άλλαξε γνώμη και απόφαση; Πώς συμβιβάζεται αυτό το αναλλοίωτο του Θεού;

Πράγματι βλέπουμε στην Αγία Γραφή, πώς υπήρξαν περιστάσεις, που ο Θεός άλλαξε γνώμη και απόφαση. Στη Νινευί, επί παραδείγματι, έστειλε τον προφήτη Ίωνά να κηρύξη την καταστροφή της πόλεως. Αλλά οι κάτοικοι μετανοούν. Αλλάξουν ζωή και ζητούν το έλεος του Θεού. Και η καταστροφή, παρά την απειλή του Θεού, δεν γίνεται. Μάταια περιμένει ό Ίωνάς να δή τον μεγάλο αφανισμό. Στενοχωρείται πού βγήκε ψεύτης και παραπονείται εναντίον του Θεού για την αλλαγή γνώμης. Και πραγματικά φαίνεται σαν να είχε αλλάξει γνώμη και απόφαση ο Θεός.

Το ερώτημα παραμένει και μια πιο προσεκτική εξέταση μας δείχνει πως στην ουσία οι άνθρωποι άλλαξαν γνώμη και ζωή. Γιατί ο Θεός θα κατέστρεφε του Νινευίτες; Θα τους κατέστρεφε για τις αμαρτίες και την αμετανοησία τους. Γιατί κατόπιν δεν τους κατέστρεψε; Διότι απλούστατα μετανοήσαν και άλλαξαν ζωή. Η δικαιοσύνη, δηλαδή, του Θεού που επέβαλε πρώτα τον αφανισμό τους, η ίδια δικαιοσύνη και ευσπλαχνία επέβαλε μετά τη συγχώρηση τους, επειδή άλλαξαν εκείνοι γνώμη και ζωή. Άρα δεν άλλαξε ο Θεός. Οι άνθρωποι άλλαξαν.

Και σε άλλες περιστάσεις η Αγία Γραφή παρουσιάζει τον Θεό να μεταμελήται, να οργίζεται κ.λ.π. Πρόκειται όμως για ανθρωποπαθείς εκφράσεις. Ανθρώπινες, δηλαδή, εκφράσεις, για να μπορέσουμε εμείς να καταλάβουμε ορισμένες ενέργειες του Θεού. Πάντως ο Θεός «ούχ άνθρωπος έστι του μετανοήσαι» (Α΄ Βασιλ. ιε΄ 29). Δεν είναι άνθρωπος να μετανοή και να αλλάξη γνώμη. «Αρνησασθαι εαυτον ου δυναται» (Β' Τιμ. β΄13). Δεν μπορεί να αρνηθή τον εαυτόν Του και τις υποσχέσεις Του. Είναι αναλλοίωτος. Αναλλοίωτος ο Θεός. Μεταβαλλόμενοι οι άνθρωποι. Τουλάχιστον η δική μας αλλαγή και μεταβολή να είναι προς το καλύτερο και προς το τελειότερο. Σ΄ αυτήν την απόφαση πρέπει να στρέφεται ο πνευματικός μας αγώνας με σταθερότητα.


(Ερωτήματα στον Ιησού Χριστό τόμος Β, Γεωργίου Μελέτη, εκδόσεις Ζωή)

Η ύπαρξη της κολάσεως δεν αναιρεί την αγαθότητα του Θεού;

Πολλοί συλλογίζονται: αφού ο Θεός είναι αγαθός, πως θα ανεχθεί να βασανίζονται τα πλάσματα του επ’ άπειρον; Συμβιβάζεται η άπειρη αγαθότητα του με την πραγματικότητα της κολάσεως; Εκ πρώτης όψεως το ερώτημα είναι βάσιμο· εξετάζει όμως τα πράγματα από μια περιορισμένη οπτική και μονομερώς.

Ο Θεός είναι βέβαια αγαθός. Είναι αγάπη, στοργή, φιλανθρωπία. Από αγάπη έπλασε τα όντα, τους παρέχει στα αγαθά και τις δωρεές του, προνοεί για την συντήρηση τους και τα κατευθύνει, ώστε να πετύχουν τον στόχο της υπάρξεως τους. Και όταν το λογικό πλάσμα έπεσε στην αμαρτία, ο Θεός έγινε άνθρωπος και πέθανε για τη σωτηρία του. Αυτό είναι βασικό και αναμφισβήτητο άρθρο της πίστεως μας. « Ο Θεός αγάπη εστί», λέγει ο θεόπνευστος Ευαγγελιστής. Είναι όμως μόνο αγάπη; Και φυσικά είναι, όταν πρόκειται για την εσωτερική ζωή της θεότητας. Τα θεία πρόσωπα της Τριάδος κοινωνούν μεταξύ τους και εμπεριχωρεί το ένα το άλλο, εν αγάπη. Ο πλούτος όμως της θείας αγάπης, ξεχειλίζοντας από την άπειρη φύση της θεότητας, δημιουργεί και άλλα όντα έξω από αυτή, για να είναι μέτοχα της δικής της μακαριότητας και ζωής. Στο σημείο ακριβώς αυτό, στη σχέση δηλαδή της θεότητας με τα εξωτερικά όντα, και κυρίως τα λογικά, κάνουν την εμφάνιση τους άλλες ιδιότητες που χαρακτηρίζουν το Θεό ως πρόσωπο τέλειο και απόλυτο. Για το ζήτημα που συζητάμε, οι ιδιότητες αυτές είναι κυρίως δύο, η αγιότητα και η δικαιοσύνη. Είναι φανερό ότι οι ιδιότητες αυτές αφορούν στην πραγματικότητα της αμαρτίας, που είναι πλάσμα της ελευθέρας βουλήσεως των λογικών όντων. Ως προς την αμαρτία, ο Θεός είναι άγιος και δίκαιος. Είναι άγιος γιατί είναι καθαρός και αμέτοχος από κάθε ιδέα αμαρτίας και κακού, απ’ αυτόν εξ άλλου προέρχεται ο ηθικός νόμος, ο οποίος είναι διάχυτος στη λογική κτίση. Όσες όμως φορές ο νόμος αυτός παραβαίνεται και καταπατείται από τον άνθρωπο, ο άγιος Θεός τιμωρεί τον παραβάτη, ως δίκαιος πλέον κριτής.

Η αγιότητα και η δικαιοσύνη (κυρίως η δεύτερη), αν και ιδιότητες που έχουν εφαρμογή στο κτιστό πεδίο των λογικών όντων, δεν είναι ιδιότητες επουσιώδεις και δευτερεύουσες, οι οποίες μπορούν να ανασταλούν στη θεότητα και να μείνουν ανενέργητες. Αυτό θα ανέτρεπε την ισόρροπη έννοια του Θεού, στη ουσία του οποίου οι ιδιότητες αποτελούν σύνολο ενιαίο και αδιαχώριστο, χωρίς η μια να παρεμβαίνει στο έργο και την εκδήλωση της άλλης, η μια να καταργεί ή να αναστέλλει την άλλη. Ο Θεός είναι στο αυτό μέτρο και αγαθός και άγιος και δίκαιος. Αυτό δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε, αν θέλουμε να έχουμε σωστή πρόσβαση στο ζήτημα που μας απασχολεί.

Και αυτά από τη μεριά του θεού. Ας πάρουμε τώρα και τη μεριά του ανθρώπου. Όπως επανειλημμένα τονίσαμε, ο άνθρωπος είναι ον λογικό και ελεύθερο. Τον έπλασε ο Θεός « κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» αυτού. Αυτό σημαίνει, ότι παράλληλα με τη σωματική φύση του, έχει και ουσία πνευματική, όπως πνευματική είναι και η ουσία του Θεού. Την πνευματική ουσία του ανθρώπου συνιστά η νοερά και αθάνατη ψυχή, η οποία είναι λογική, θελητική και ελεύθερη. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να θέλει και να ενεργεί και να κάνει τις οποιεσδήποτε επιλογές του. Η λογική ελευθερία είναι το πολύτιμο δώρο που χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο, που τον ανεβάζει πολύ πιο πάνω από όλη την υπόλοιπη άλογη ζωική κτίση. Το προνόμιο αυτό του δημιουργεί την υποχρέωση να δουλεύει την προσωπικότητα και την ζωή του, σύμφωνα με το θέλημα εκείνου που τον έπλασε και του έδωσε τόσα χαρίσματα και τόσες δωρεές. Αυτό αποτελεί το νομοτελειακό στόχο της υπάρξεως του και το νόημα γενικά της ζωής του.

Στην ελευθερία το λογικού πλάσματος έγκειται όμως και η δυνατότητα μιας άλλης επιλογής, που είναι αντίθετη προς τη φυσική του νομοτέλεια· να λέγει όχι στο θέλημα του Πλάστη του, να τραβά το δικό του δρόμο, να ξεστρατίζει από το αγαθό στη βάση του οποίου είναι κτισμένη η φύση του. Τότε ο άνθρωπος αμαρτάνει. Αυτό συνέβη σε μέρος των πρώτων λογικών κτισμάτων, των αγγέλων, οι οποίοι αποστάτησαν ελεύθερα από τη φυσική τάξη τους, έπεσαν στο κακό και αμαυρώθηκε η φύση τους μέχρι σημείου ώστε να παγιωθούν στο κακό, να νεκρωθούν πνευματικά και να παραμείνουν ξένοι προς κάθε ιδέα αγαθού. Το αυτό, με παραλλαγές φυσικά, συνέβη και στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο που έπλασε ο Θεός. Και αυτός, παρασυρόμενος όμως από το διάβολο, έπεσε στην αμαρτία αποστατήσας από το δημιουργό και πλάστη του. Ο Θεός φυσικά δεν αδιαφόρησε για το πεσμένο πλάσμα του. Η αλόγιστη συμπεριφορά του ανθρώπου του κόστισε μια σάρκωση και ένα επονείδιστο θάνατο. Με αυτά συνέτριψε τα έργα του διαβόλου και την αμαρτία, για να ελευθερώσει τον πεσμένο άνθρωπο από τη φθορά και την πνευματική νέκρωση. Η αμαρτία, λοιπόν, αν και ουσιαστικά είναι κάτι ανύπαρκτο, έχει όμως ένα τεράστιο και αιώνιο βάρος ηθικής δυνάμεως, ώστε γι’ αυτή να πεθάνει ο Θεός, ο δε άνθρωπος, που πεισματικά αρνείται το λυτρωτικό έργο του Χριστού να εξακοντίζεται στην κόλαση, στον αιώνιο πνευματικό θάνατο.

Την κόλαση ουσιαστικά τη δημιουργεί ο ίδιος ο άνθρωπος. Όταν αρνείται το σωτήριο έργο του Χριστού, αγνοεί τη σωτήρια κλήση της χάριτος του Θεού και διαπράττει πεισμόνως την αμαρτία, θα φθάσει στο όριο της πνευματικής νεκρώσεως και σαν κλαδί ξερό θα κοπεί από το δέντρο της ζωής και θα παραδοθεί στη φωτιά να καεί. Οι αλήθειες αυτές είναι ξεκάθαρες. Ο Θεός δεν υποτιμά την αμαρτία όμως εμείς οι ασυλλόγιστοι και επιπόλαιοι άνθρωποι. Η αγιότητα και η δικαιοσύνη του δεν είναι ιδιότητες χαλαρές, αλλά φέρουν στο απόλυτο μέτρο το άπειρο βάρος της θείας ενέργειας. Ο Θεός δεν γνωρίζει μεταπτώσεις και χλιαρότητες. Πεθαίνει μεν για τον αμαρτωλό άνθρωπο, εκφράζοντας την απειρία της αγαθότητας και της αγάπης του· όταν όμως το πλάσμα δειχθεί ανάξιο της υπέρτατης δωρεάς· όταν ποδοπατεί την ευλογία του Θεού· όταν εξαντληθεί όλη η προσπάθεια του Θεού να το συνετίσει και να το οδηγήσει σε μετάνοια, τότε η δικαιοσύνη του Θεού πέφτει σαν αστροπελέκι στην κεφαλή του υβριστή και αποστάτη. «Φοβερόν το εμπέσειν εις χείρας Θεού ζώντος», λέγει η Γραφή. Όντως φοβερό που εξαργυρώνεται με φωτιά στην αιώνια κόλαση! Ανάγλυφο παράδειγμα έχουμε τον Ιούδα, το δούλο του διαβόλου και δόλιο.     
Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ.

Η κόλαση θα είναι και αδιεξόδευτη;

Ναι, είναι και το ένα και το άλλο.

Είναι κατάσταση αιώνια, χωρίς πέρας και σταματημό.

Εμείς από τη γη αυτή, στην οποία η ζωή εξελίσσεται στο ροώδη εβδοματικό χρόνο με τις πολλές εναλλαγές και εξελίξεις του, δεν έχουμε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε μια ζωή που να εξελίσσεται επ’ άπειρον. Έτσι έχουμε την αξίωση – μια και δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώτικα – να κρίνουμε τις καταστάσεις της αιωνιότητος με τα δικά μας χρονικά και πεπερασμένα κριτήρια. Θέλουμε να κρίνουμε τον αιώνα του Θεού, την άφθιτη ογδοατική ημέρα, στην οποία η κίνηση είναι ευθύγραμμη (όχι κυκλική, ώστε να γίνονται και να απογίνονται τα πράγματα, επαναλαμβανόμενα ομοιοτρόπως) χωρίς ανασχέσεις και πέρατα, με τις δικές μας χρονικές εμπειρίες, στις οποίες κάθε πράγμα έχει τέλος και αρχή. Και σκανδαλιζόμαστε, όχι βέβαια για την κατάσταση της Βασιλείας των ουρανών, που είναι τερπνή και ευχάριστη, αλλά για την κατάσταση της κολάσεως, που είναι κατάσταση οδύνης και βασάνων. Γιατί όμως να κάνουμε τη διάκριση αυτή; Γιατί η αιωνιότητα στη Βασιλεία των ουρανών να μη μας ενοχλεί – τουναντίον να μας αρέσει και να την επιδοκιμάζουμε – η δε αιωνιότητα της κολάσεως να μας ενοχλεί και να μας σκανδαλίζει; Και γιατί η Βασιλεία του Θεού πρέπει να είναι αδιεξόδευτη, να μην έχει πέρας και σταματημό, η δε κόλαση να έχει τέλος, να μπορεί κανείς να τη διεξέλθει και να λυτρωθεί απ’ αυτή; Που στηρίζεται η συλλογιστική αυτή, στη μεν Βασιλεία του Θεού να μην εφαρμόζουμε το δικό μας επίκηρο χρόνο (ο οποίος ούτως ή άλλως θα καταργηθεί), στη δε κόλαση να μετράμε με τις χρονικές κατηγορίες της γης; Στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου ο πλούσιος, στην άγρια και απελπιστική μόνωση του στον τόπο της βασάνου, νόμισε ότι μπορούσε να έχει κάποια εξέλιξη η κατάσταση του. Γι’ αυτό ζήτησε να τον επισκεφθεί ο Λάζαρος σε μια φιλική χειρονομία συμπαθείας. Και μετά ζήτησε να μετακινηθεί ο άγιος από τη μακάρια του κατάσταση στους κόλπους του Αβραάμ, όπου ζούσε τον αιώνα του Θεού, και να κατέβει στη γη να νουθετήσει τους αδελφούς του. Για να ακούσει αποστομωτική την απάντηση του Αβραάμ, ότι υπάρχει χάσμα αγεφύρωτο και αιώνιο στις δύο διαμετρικά αντίθετες καταστάσεις, στις οποίες ελλείπουν πλήρως όποιας φύσεως μετακινήσεις, εξελίξεις και προσδιορισμοί.
Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ.  227

Μπορούν κάποτε ν’ αποκατασταθούν όλα τα όντα πλησίον του αγαθού Θεού;

 Η θεωρία της αποκαταστάσεως των πάντων απαντά θετικά στο ερώτημα. Κατ’ αυτήν η αμαρτία δεν έχει ουσία, η οποία βγήκε από τα χέρια του Θεού. Δεν έχει ρίζες οντολογικές. Είναι άρριζη, μοιάζοντας με το χορτάρι που φυτρώνει στα δώματα, το οποίο μη έχοντας ρίζες βαθιές φυτρώνει μεν, ξηραίνεται όμως πολύ γρήγορα (Γρηγόριος Νύσσης). Υπάρχουν μόνο αμαρτωλοί άνθρωποι, στη φύση των οποίων η αμαρτία κάθεται όχι σαν ουσία, αλλά ως ποιότητα, συμβεβηκός. Όταν αφανισθεί η ποιότητα αυτή, ο άνθρωπος γίνεται και πάλι καλός και αποκαθίσταται σαν παιδί αγαπητό στους κόλπους του ουράνιου Πατέρα. Η θεωρία επίσης συλλογίζεται ως εξής· το τέλος των όντως πρέπει να είναι όμοιο με την αρχή τους (ιδέα πλατωνική). Αφού τα όντα ξεκίνησαν από το Θεό, πρέπει στο τέλος να γυρίσουν και πάλι σ’αυτόν. Το κακό δεν μπορεί να νικήσει το αγαθό. Έτσι θα αφανισθεί και ο ηθικός δυισμός των όντων (δίκαιοι – αμαρτωλοί) και θα επικρατήσει η θεία παναρχία.

Η θεωρία της αποκαταστάσεως προσπαθεί να εξισορροπήσει στο Θεό τις ιδιότητες της αγαθότητας και της δικαιοσύνης, που φαινομενικά είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Η αγαθότητα δεν θέλει την αιώνια τιμωρία του πλάσματος, ενώ η δικαιοσύνη τη θέλει. Ακολουθεί όμως μέση οδό. Θα τιμωρηθεί μεν το πλάσμα για τις αμαρτίες του (ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης), προσωρινά όμως και όχι αιώνια (ικανοποίηση της θείας αγαθότητας). Ο Θεός, λέγουν οι υποστηρικτές της θεωρίας, δεν είναι Θεός εκδικητικός. Θα τιμωρήσει βέβαια το αμαρτωλό πλάσμα του, όχι για να το εκδικηθεί, αλλά για να το ευεργετήσει. Θα του επιβάλλει ποινές για τις αμαρτίες που διέπραξε. Οι ποινές όμως αυτές θα είναι παιδαγωγίες, φάρμακα πνευματικά, δια των οποίων θα επιδιώκεται η κάθαρση των αμαρτωλών από το στοιχείο της αμαρτίας, που κάθεται στη φύση τους. Η κάθαρση δεν θα είναι για όλα τα καθαιρόμενα πνεύματα η ίδια. Σε άλλα θα διαρκέσει λίγο και σε άλλα περισσότερο, σε διαδρομή μακρών αιώνων, και ανάλογα με την ποσότητα της αμαρτίας που πρέπει να καθαρθεί, όπως και η διάρκεια του πυρετού των σωμάτων εξαρτάται από την ποσότητα των δηλητηρίων, που υπάρχουν στο σωματικό οργανισμό. Όταν δε η κάθαρση αυτή φθάσει αργά ή γρήγορα στο τέλος της, όλα τα όντα – συμπεριλαμβανομένου και του Σατανά – καθαρά πλέον θα επιστρέψουν στους κόλπους της θείας παναρχίας, ώστε ο Θεός να είναι «τα πάντα εν πάσιν».

Η θεωρία αυτή που διατυπώθηκε στην αρχαιότητα (Ωριγένης, Γρηγόριος Νύσσης, τελευταίος με πολλές διαφοροποιήσεις από τον πρώτο), είναι θεωρία ευφυής και πολύ ελκυστική, διότι ικανοποιεί το πρακτικό θρησκευτικό συναίσθημα του ανθρώπου, για το λόγο δε αυτό γίνεται αποδεκτή από πολλούς ανθρώπους.

Δεν είναι όμως δογματικώς ορθή. Προσκρούει αδυσώπητα στο δόγμα περί αιωνίου κολάσεως, που δίδαξε ο Κύριος, και το οποίο βρίσκεται στην καρδιά του ορθόδοξου δόγματος, της λατρείας και της πνευματικότητας της Ορθοδοξίας. Γι’ αυτό και καταδικάστηκε από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία.        

Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ.  22

«Να διδάσκεις χωρίς να το δείχνεις,
να πείθεις χωρίς να πιέζεις,
και να οδηγείς χωρίς να σπρώχνεις».
Μ. Παλλαντιος
 
«Οι σχέσεις -όλων των ειδών- είναι σαν την άμμο που κρατάς στην παλάμη του χεριού σου. Αν την κρατάς χαλαρά, με την παλάμη σου ανοιχτή, η άμμος παραμένει στο σημείο που είναι. Τη στιγμή που κλείνεις το χέρι σου και το σφίγγεις, η άμμος γλιστρά μέσα από τα δάχτυλά σου. Μπορεί να μείνει λίγη, αλλά η περισσότερη θα σου σκορπίσει. Έτσι είναι και μία σχέση. Αν την κρατάς χαλαρά, με σεβασμό για τον άλλο άνθρωπο και με πνεύμα ελευθερίας, κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει ανέπαφη. Αν, όμως, την κρατάς πολύ σφιχτά, με κτητική διάθεση, τότε η σχέση αυτή, σαν την άμμο θα γλιστρήσει και θα χαθεί»
(Βάλσαμο για την ψυχή του Εφήβου σελ. 15)

«Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα, λέγοντας:
«Αδελφοί κατοικούν μαζί μου. Εγκρίνεις να τους προστάζω;». Του λέει ο γέρων:
«Όχι. Αλλά κάμε πρώτα το έργο και αν θέλουν έτσι να ζουν, ας το σκεφτούν μόνοι τους». Του λέει ο αδελφός:
«Θέλουν και οι ίδιοι, πάτερ, να τους προστάζω». Του απαντά ο γέρων:
«Όχι. Αλλά γίνε τους υπόδειγμα και όχι νομοθέτης».
(Γεροντικόν, αββάς Ποιμήν ροβ)

«Όσοι είναι κοντά μου θέλω να αισθάνονται ευρυχωρία και όχι στενοχωρία. Κανέναν δεν καλώ. Κανέναν δεν κρατώ. Κανέναν δεν διώχνω. Όποιος θέλει έρχεται, όποιος θέλει μένει, όποιος θέλει φεύγει. Εγώ δεν θεωρώ κανέναν οπαδό ή ακόλουθο…
Η καρδιά μου έχει μόνο εισόδους. Εξόδους δεν έχει .Όποιος μπει μέσα, παραμένει εκεί. Ό,τι κι αν κάνει, εγώ τον αγαπώ το ίδιο, όπως τον αγάπησα τότε που πρωτομπήκε στην καρδιά μου. Προσεύχομαι για αυτόν και ζητώ την σωτηρία του»
(π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος στο βιβλ.Υποθήκες Ζωής σελ. 68,82)

«Είναι ένα είδος προβολής του εαυτού μας να επιμένουμε να γίνουν οι άλλοι καλοί. Στην πραγματικότητα, θέλουμε εμείς να γίνουμε καλοί κι επειδή δεν μπορούμε, το απαιτούμε από τους άλλους κι επιμένουμε σ’ αυτό. Κι ενώ όλα διορθώνονται με την προσευχή, εμείς πολλές φορές στενοχωρούμεθα κι αγανακτούμε και κατακρίνουμε»
(γέρων Πορφύριος, Βίος και Λόγοι σελ. 392-393)

Στις ζούγκλες της Αφρικής έχουν βρει έναν πολύ ενδιαφέροντα και πολύ «ζωόφιλο» τρόπο για να πιάνουν ζωντανές τις μαϊμούδες χωρίς να τις βασανίζουν, ή να τις κυνηγούν, και να τις στέλνουν γερές και αλώβητες για τους ζωολογικούς κήπους και το τσίρκο.
Οι κυνηγοί χρησιμοποιούν βαριές μποτίλιες με στενόμακρο λαιμό, μέσα στις οποίες βάζουν μια χούφτα ζαχαρωμένα και μυρωδάτα καρύδια. Τις μποτίλιες τις αφήνουν στο χώμα, ή μερικές φορές τις δένουν, και την άλλη μέρα το πρωί βρίσκουν σε κάθε μια τους έναν παγιδευμένο πίθηκο.
Ο πίθηκος έλκεται από το άρωμα των καρυδιών, πλησιάζει να δει τι συμβαίνει, βάζει μέσα το χέρι του, πιάνει με τη χούφτα του μερικά καρύδια και αυτό ήταν, παγιδεύτηκε. Δεν καταλαβαίνει ο δυστυχής ότι για να ελευθερώσει το χέρι του πρέπει να παρατήσει τα γλυκά καρύδια και αρνείται να τα αφήσει. Και η μποτίλια είναι πολύ βαριά, ή ακόμη και δεμένη, ώστε να μην μπορεί να την πάρει μαζί του και να φύγει.
(Άκης Αγγελάκης, Ιστορίες που θα θυμάσαι για πάντα σελ. 69-70)
«Αν παρατηρήσεις με προσοχή, θα ανακαλύψεις τις παγίδες του Εχθρού να είναι αλειμμένες με μέλι και με γλυκύτητα· ώστε αυτός που θέλει να γευθεί το μέλι να πιαστεί από την παγίδα.
Μην επιθυμείς ένα τέτοιο μέλι, και τότε δεν θα πιαστείς από την παγίδα· διότι η γλυκύτητά του γεμίζει στο τέλος με χολή και με πίκρα εκείνους που την ποθούν» (Οσίου Εφραίμ του Σύρου Εργα, τομ. Γ σελ. 12) «ω γαρ τις ήττηται, τούτω και δεδούλωται» (Β΄ Πέτρου β 19) «διότι σε εκείνο το πάθος, από το οποίο κανείς έχει νικηθεί, σε αυτό και έχει υποδουλωθεί»

Την ευτυχία τη γνώρισα στο δόσιμο χωρίς μιστό,
τη λευτεριά στο σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικό.
(Κώστας Βάρναλης)
«Αν ένας άνθρωπος δεν ανακαλύψει κάτι, για το οποίο θα άξιζε να πεθάνει, δεν είναι ικανός να ζήσει» (Λούθερ Κίνγκ)

«Μακάριον εστί διδόναι μάλλον ή λαμβάνειν» (Ο Κύριος)

Σελίδα 1 από 2

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (161) Αγάπη Θεού (43) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (36) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (11) άγιος (70) αγνότητα (5) άγχος (11) αγώνας (56) αγώνας πνευματικός (15) αθεΐα (80) αιρέσεις (60) αλήθεια (18) αμαρτία (52) Ανάσταση (63) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (123) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (49) ασθένεια (13) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (44) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (34) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (2) γλώσσα (27) γνώση (5) γονείς (35) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (36) διάβολος (41) διάκριση (39) διάλογος (2) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (82) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (49) Εκκλησιαστική Ιστορία (9) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (8) ελευθερία (11) Ελλάδα (11) ελπίδα (12) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (63) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (4) επιστήμη (57) εργασία (25) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (37) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (56) ευγένεια (3) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (20) ευχαριστία (5) ζώα (12) ηθική (5) ησυχία (4) θάνατος (80) θάρρος (9) θαύμα (59) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (3) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (92) θρησκείες (6) θυμός (28) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (14) ιερέας (38) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (3) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (18) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (70) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (37) λείψανα (1) λογισμοί (21) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (19) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (60) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (8) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (4) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (44) πάθη (24) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (15) Παΐσιος Όσιος (5) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) παράδειγμα (4) Παράδεισος (35) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (139) πλούτος (10) πνευματική ζωή (50) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (12) πολιτική (5) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (21) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (37) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (115) προσοχή (2) προτεσταντισμός (16) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (18) Σταυρός (24) Σταύρωση (11) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) σώμα (1) ταπεινοφροσύνη (45) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (6) υπαρξιακά (30) υποκρισία (1) υπομονή (33) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (6) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (15) χαρά (22) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (32) χρόνος (12) ψεύδος (8) ψυχή (52) ψυχολογία (9)