Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης


Διηγούνται, ότι στη Σουηδία υπήρχε μια πριγκήπισσα — Ευγενία το όνομά της — η οποία διακρινόταν για τα φιλάνθρωπα αισθήματά της.

Ίδρυσε κάποτε ένα νοσοκομείον˙ τα χρήματα όμως, που είχαν προϋπολογίσει, δεν έφτασαν˙ και τότε εκείνη, για να το αποτελειώση, πούλησε και τα διαμαντικά της.

Ολόχαρη μια μέρα γύριζε από θάλαμο σε θάλαμο στο νοσοκομείο, σκορπίζοντας παρηγορητικά λόγια, όταν τα κλάματα ενός αρρώστου την έκαναν να σταθή στοργικά στο προσκέφαλό του.

Τι είχε συμβή; Ο άρρωστος έκλαιγε από βαθειά ευγνωμοσύνη προς την πριγκήπισσαν, εξ αιτίας της οποίας έβρισκε αυτός τόση προστασία μέσ’ την αρρώστεια του.

Και τότε, βαθειά συγκινημένη και η Ευγενία, αντικρύζοντας τα δάκρυα του αρρώστου, είπε:

«Ω! Να τα διαμάντια μου˙ τα ξαναβρίσκω».


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο863)

Διπλή επαγγελία
« Η ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμός εστιν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. (Α' Τιμ. δ' 8)
Ένας Ιταλός δικηγόρος, ερώτησε τον Φίλιππο Νέρι: — Πάτερ μου, ξέρετε πως η οικογένειά μου είναι μεγάλη. Πρέπει να σκεφθώ εγκαίρως για το μέλλον των παιδιών μου. Ποιό νομίζετε καλύτερο επάγγελμα που πρέπει ν’ ακολουθήση το μικρότερο από τα παιδιά μου; Θα ήθελα ένα επάγγελμα με λίγες απώλειες αλλά πολλά κέρδη. — Αφού είναι έτσι, απαντά ο Φίλιππος, μη χάνεις καιρό˙ κάμε το άγιο.
Είναι λοιπόν βιοπορισμός η αγιότης; Γιατί όχι; Κανένα πράγμα δεν μπορεί να υποσχεθή ασφαλέστερη, ωραιότερη, επικερδέστερη ζωή από τη ζωή ενός αγίου ανθρώπου. Η αγιότης δίδει διπλή επαγγελία, «της νυν ζωής και της μελλούσης».
Από τόνα μέρος η χαρά και η ειρήνη σ’ αυτή τη γη και από τ’ άλλο η δόξα του ουρανού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο845)

Ευφημιανός και Αγλαΐα
«Τέκνα σοι έστι, παίδευσον αυτά...». (Σοφ. Σειρ. ζ' 23)
Το ανδρόγυνο αυτό ήταν ευλογημένο. Ήσαν τόσο πλούσιοι όσο και ελεήμονες. Αλλά η ελεημοσύνη τους δεν έμοιαζε με τις «δωρεές» τις δικές μας. Ήταν ελεημοσύνη με ψυχή. Δεν εβοηθούσαν απλά τους πτωχούς. Τους υπεχρέωναν να κάθονται στο δικό τους τραπέζι, παρεμέριζαν δε τους υπηρέτες και τους επεριποιούντο μόνοι, τρέχοντες από τον ένα στον άλλο.
Οι φίλοι τους εκορόιδευαν. Και αυτοί σε απάντησι έμαθαν και το μονάκριβο παιδί τους την τόσο δύσκολη αυτή υπηρεσία της αγάπης. Με το μικρό του χέρι εμοίραζαν τα αγαθά τους και στις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μάζευαν ορφανά στο σπίτι και έβαζαν το αγοράκι τους να τα υπηρετή.
Αυτό το παιδί, όταν μεγάλωσε, έγινε — μπορούσε να μη γίνη; — ο άγιος Αλέξιος. Ο Άνθρωπος του Θεού.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο939)

Το ξέχασε. 
Ο διάσημος Γάλλος συγγραφεύς και φιλόσοφος Φοντενέλ (1657—1757) είχε εξαιρετική προσήλωση στο ευαγγελικό ρητό: «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».
Μια μέρα τον βρήκε κάποιος γνωστός του και του είπε:
— Θυμάστε, που μου είχατε υποσχεθή να ενδιαφερθήτε για κάποιο ζήτημά μου;
Καλά λέτε, απάντησε ο Φοντενέλ, το είχα ξεχάσει.
— Μα δεν το ξεχάσατε. Κάνατε ό,τι σας ζήτησα κι ήρθα για να σας ευχαριστήσω.
— Πραγματικά, ωμολόγησε ο Φοντενέλ, δεν είχα ξεχάσει να σας βοηθήσω. Είχα ξεχάσει ότι σας βοήθησα. 
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο872)

Χαριτολόγημα αγίου
Ο όσιος Εύδηλος (8ος αιών) συνήθιζε να λέγη:
— Κάθε καλή πράξη, που έχω κάνει στη ζωή μου, δεν τη σκέφτομαι καθόλου.
Κι όταν τον ρωτούσαν το γιατί, απαντούσε:
—Τη σκέφτεται νύχτα και μέρα ο Διάβολος. Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμμιά ανάγκη να τη θυμόμαστε κι οι δυό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο784)

 

Ζητιάνος βασιλιάς. 
Ο Μέγας Πέτρος της Ρωσίας για να αντιληφθή αν ο λαός του ήταν φιλόξενος, ντύθηκε κάποτε ζητιάνος και επεσκέφθη ένα χωριό. Οι χωρικοί δεν του έδωσαν σημασία. Βράδυασε στο χωριό χωρίς κανείς να τον πλησιάση, οπότε ένας φτωχός χωρικός τον λυπήθηκε, τον πήρε στο σπίτι και του έδωσε από το φτωχό του φαγητό.
Το πρωί ο ζητιάνος ευχαρίστησε και έφυγε. Το άλλο πρωί στην πλατεία του χωριού στάθηκε ένα αμάξι αυτοκρατορικό. Ένας αυλικός εζήτησε το φιλόξενο χωρικό και με το λαμπρό αμάξι, τον ωδήγησε στα ανάκτορα της Πετρουπόλεως, όπου ο βασιλιάς, για να τον τιμήση, τον εγκατέστησε εκεί με όλη του την οικογένεια. Όταν αυτό το έμαθαν οι συγχωριανοί του, μετάνοιωσαν για τη διαγωγή τους.
Η φιλοξενία είναι πατριαρχική αρετή, που σαν επίγραμμα πρέπει να κοσμή την αυλόπορτα του φτωχού και του πλουσίου.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο346)

535 Ένα ποσόν ιερό!

Ένα τυφλό κορίτσι έφερε στον εφημέριο της Εκκλησίας του μια δωρεά για το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας. Ο Εφημέριος άνοιξε το φάκελλο και βρήκε μέσα 500 δραχμές. Έκπληκτος για το μεγάλο ποσόν, είπε στο κορίτσι:

— Αυτά είναι πολλά για σένα. Είσαι ένα φτωχό και τυφλό κορίτσι και με κόπο κερδίζεις κάθε δραχμή. Δεν μπορείς να δώσης τόσα πολλά. Κράτησε λίγα από αυτά.
Αλλά το κορίτσι αρνήθηκε.
— Ακριβώς επειδή είμαι τυφλή, είπε, μπορώ να εξοικονομήσω αυτό το ποσόν. Πλέκω καλάθια. Άλλοι χρειάζονται φως το βράδυ για την δουλειά τους, ενώ εγώ δεν το χρειάζομαι. Έτσι βάζω κάθε βράδυ στον κουμπαρά μου τα λεπτά που θα χρειαζόμουν για φωτισμό, αν δεν ήμουν τυφλή. Είναι τα λεφτά των ματιών μου!
Συγκινημένος ο Εφημέριος δέχτηκε το ποσόν.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο535)

Το κιβώτιον της αγάπης
«Ένας πρακτικώτατος τρόπος είναι να κάνωμε ένα ειδικό κιβώτιο (κουμπαρά) για τους φτωχούς, που θα είναι τοποθετημένο στο μέρος όπου καθένας προσεύχεται. Έτσι κάθε φορά που θα μπης εκεί, για να προσευχηθής, πρώτα να καταθέτης την ελεημοσύνη σου στο «κιβώτιον πενήτων» και τότε ν’ απευθύνης την προσευχή σου στο Θεό. Και πρέπει να ξέρης πώς το να βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι σου όπου προσεύχεσαι, το κιβώτιο της ελεημοσύνης, δεν είναι κατώτερο από το να έχης κρεμάσει εκεί το ιερό Ευαγγέλιο. Γιατί αν σαν φυλαχτό, κρεμάσης το ιερό Ευαγγέλιο, χωρίς να κάνης τίποτε απ’ όσα λέγει (όπως είναι και η ελεημοσύνη) δεν θα ωφεληθής τόσο, όσο από το κιβώτιον πενήτων. Δίπλα σ’ αυτό το ιερό κιβώτιον να βρίσκεται και το κρεβάτι σου, και η νύχτα θα περνά χωρίς κακά όνειρα, αρκεί μόνον να μη μπή εκεί τίποτε που προέρχεται από αδικία.
(Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο255)

Το καροτσάκι με τον ανάπηρο. 

Ο τ. Σύμβουλος της Επικρατείας και πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Μ. Χ. Στασινόπουλος διηγείται το εξής χαρακτηριστικό γεγονός:
Ήταν στα φοβερά χρόνια της Κατοχής, γράφει. Είχα κατορθώσει από το Ηράκλειο της Αττικής όπου κατοικούσα, να φθάσω εν μέρει με ποδήλατο εν μέρει με τραμ, ως το Συμβούλιο της Επικρατείας εγκαίρως για την πρωινή συνεδρίασή μας. Έξω από τα Παλαιά Ανάκτορα, στη λεωφόρο Β. Σοφίας, διέκρινα στο απέναντι πεζοδρόμιο έναν γνωστό μου να κυλάει το καροτσάκι ενός αναπήρου πολέμου, για να το περάσει από τη μια μεριά του δρόμου στην άλλη. Ήταν ο συνάδελφός μου Δ.Μ. Δεν ήταν όμως και τόσο εύκολο να περάσει ανάμεσα στην κίνηση ιδίως στα στρατιωτικά αυτοκίνητα (σηματοδότες δεν υπήρχαν) και καθυστερούσε.
Όταν έφθασα στο γραφείο μου, ο συνάδελφός μου δεν είχε ακόμα φανεί. Η ώρα ενάρξεως της συνεδριάσεως είχε περάσει από αρκετά λεπτά κι ο τότε Πρόεδρος Π. Πουλίτσας δυσφορούσε πολύ. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η τήρηση της ώρας ενάρξεως ήταν παράδοση σταθερή… Η ώρα περνούσε, όταν κάποτε, φάνηκε ο συνάδελφος λαχανιασμένος.
-Με συγχωρείτε, κύριε Πρόεδρε, είπε.
Ο Πρόεδρος τον υπεδέχθη σχεδόν θυμωμένος, σχεδόν τον επέπληξε για την καθυστέρηση, με ύφος αυστηρό, οφειλόμενο στον εκνευρισμό του.
Λοιπόν, ο συνάδελφός μου δεν απάντησε τίποτα. Εψιθύρισε μόνο και πάλι ένα «με συγχωρείτε», φόρεσε σιωπηλός την τήβεννό του και μπήκαμε στο ακροατήριο.
Εγώ παρηκολούθησα τη σκηνή χωρίς να παρέμβω. Η στιγμή ήταν ακατάλληλη μπροστά σε τόσους ανθρώπους. Αλλά κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως, εκοίταζα επίμονα τον συνάδελφό μου και τον εκαμάρωνα.
-Να, σκεπτόμουνα, η πραγματική, η ειλικρινά καλή πράξη. Άλλοι κάνουν κάτι καλό, και το διαλαλούν δυνατά. Αυτός εδώ ο άνθρωπος, έκαμε το καλό, πέρασε τον άγνωστο ανάπηρο στο δρόμο, άργησε, επετιμήθη για την αργοπορία και δεν αποκαλύπτει τίποτα. Τιμωρείται, λοιπόν, για το καλό που έκανε, και πάλι το κρατάει κρυφό. Αυτή είναι η τέλεια καλή πράξη.

(Σχόλια σε μικρά και μεγάλα γεγονότα, επιμέλεια Ι.Γ. Αλεξίου, Χριστιανική στέγη Καλαμάτας, σελ. 81-83)

‘Το αφεντικό μου οδηγούσε κάθε μέρα ένα πολυτελές αυτοκίνητο και εγώ είχα το καθήκον να του ανοίγω την πόρτα της βίλας του καθώς δούλευα σαν νυχτοφύλακας εκεί. Πάντα τον χαιρετούσα αλλά αυτός ποτέ δεν ανταπέδιδε τον χαιρετισμό μου.’

‘Μια μέρα με είδε που άνοιγα μια σακούλα με σκουπίδια για να βρω φαγητό. Αλλά και πάλι δεν είπε τίποτα. Ήταν σαν να μην υπήρχα.’

‘Την άλλη μέρα βρήκα στο ίδιο σημείο μια σακούλα με φρέσκο φαγητό, λες και κάποιος το είχε μόλις αγοράσει από το σούπερ μάρκετ Χαρούμενος το πήρα και δεν έδωσα μεγάλη σημασία για το πως βρέθηκε εκεί.’

‘Κάθε μέρα έβρισκα μια χάρτινη τσάντα με φρέσκο φαγητό και άλλα απαραίτητα για το σπίτι. Είχε γίνει πλέον ρουτίνα. Τρώγαμε στο σπίτι όλοι και αναρωτιόμουν ποιος ήταν αυτός ο ανόητος που ξεχνούσε την τσάντα με το φαγητό!

‘Μια μέρα πέθανε το αφεντικό και στην βίλα ήρθαν πολλοί άνθρωποι. Εκείνη την ημέρα δεν βρήκα την σακούλα με το φαγητό και υπέθεσα ότι κάποιος από τους ανθρώπους που είχαν έρθει θα την πήρε. Αλλά το ίδιο έγινε και την δεύτερη και την τρίτη και την τέταρτη μέρα.’

‘Αυτό συνεχίστηκε για κάμποσες εβδομάδες και υπήρχε πρόβλημα αφού δεν μπορούσα να συντηρήσω την οικογένεια μου. Αποφάσισα τότε να ζητήσω από την γυναίκα του αφεντικού μου αύξηση διαφορετικά έπρεπε να παραιτηθώ από νυχτοφύλακας και να βρω αλλού δουλειά.’

‘Της μίλησα αλλά αυτή έπαθε σοκ. Με ρώτησε πως και δεν ζήτησα εδώ και δυο χρόνια αύξηση και γιατί ζητάω τώρα. Της έδωσα πολλές εξηγήσεις αλλά δεν πείστηκε!’

‘Στο τέλος αναγκάστηκα να της πω την αλήθεια. Της είπα για τα ψώνια που έβρισκα κάθε μέρα. Τότε αυτή με ρώτησε πότε σταμάτησε αυτό και τότε κατάλαβα. Αυτό σταμάτησε την ημέρα που πέθανε το αφεντικό.’

‘Κατάλαβα ότι αυτός ήταν που μου τα άφηνε τα πράγματα αλλά το μυαλό μου δεν πήγε ποτέ σε αυτόν γιατί ποτέ δεν με χαιρετούσε. Πως μπορούσε να είναι τόσο γενναιόδωρος;’

‘Η γυναίκα του άρχισε να κλαίει και εγώ την παρακάλεσα να σταματήσει και ότι θα την υπηρετούσα και δεν ήθελα καμιά αύξηση.’

‘ Η γυναίκα είπε ότι κλαίει επειδή βρήκε το έβδομο πρόσωπο που έδινε την σακούλα ο άνδρας της. Αυτός μοίραζε φαγητό σε επτά ανθρώπους . Είχε βρει τους άλλους έξι και έψαχνε τον έβδομο.’

‘Από εκείνη την ημέρα άρχισα να παίρνω πάλι την σακούλα με τα φαγητά μόνο που τώρα την έφερνε στο σπίτι μου ο γιος του αφεντικού μου. Τον ευχαριστούσα κάθε φορά αλλά αυτός δεν απαντούσε ποτέ. Όπως ακριβώς και ο πατέρας του.’

‘Μια μέρα του είπα το ευχαριστώ πολύ δυνατά και τότε αυτός μου είπε να μην προσβάλλομαι γιατί έχει πρόβλημα με την ακοή όπως και ο πατέρας του!’

Αχ! Πόσες φορές κάναμε λάθος και κρίναμε κάποιον χωρίς να ξέρουμε την ιστορία που κρύβεται από πίσω. Πρέπει να είμαστε ευγενικοί με τους άλλους γιατί δεν ξέρουμε την μάχη που δίνουν. Προσέξτε! Δεν γυρίζουν όλα γύρω από εσάς. Πριν αρχίσετε να κάνετε υποθέσεις υπάρχει κάτι που λέγεται ‘ρώτησε’.

Μη βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα γιατί πραγματικά δεν είναι παιχνίδι. Μπορεί να σας βλάψει στο τέλος της μέρας. Πολλά από τα προβλήματα που έχουμε προκαλούνται από το πως εμείς επεξεργαζόμαστε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Μην κρίνετε μια κατάσταση στην θέση της οποίας δεν έχετε βρεθεί εσείς ποτέ. Να καταδέχεστε να μάθετε. Δεν τα γνωρίζετε όλα. Ας αλλάξουμε τον τρόπο που αισθανόμαστε για τον εαυτό μας και τους άλλους.

Υπάρχουν πάντα δυο πλευρές σε μια ιστορία. Μην πιστεύετε όλα όσα ακούτε.

Όλοι όσους συναντάτε δίνουν τον δικό τους αγώνα μόνο που εσείς δεν το ξέρετε.

Κάποιος άνθρωπος ύπέστη οικονομική καταστροφή και κατάντησε άδοξος άπό ένδοξος και φτωχός άπό πλούσιος. Ό άνθρωπος αυτός σχέδιαζε όλες τις δυνατές λύσεις στήν περιπέτειά του, άφού είχε καταντήσει πάμφτωχος, επειδή τού έλειπαν ήδη και αύτά τά άπολύτως άναγκαία γιά τήν έπιβίωση τής οίκογένειάς του. ’Αλίμονο! μέχρι και ποιο σημείο ή άνέχεια βιάζεται νά προχωρεί! Στήν άπελπισία του, λοιπόν, επάνω πήρε τήν άπόφαση νά εκδίδει τις θυγατέρες του (είχε τρεις, πού διακρινονταν γιά τό υπέροχο κάλλος και τήν εξαιρετική ομορφιά τους) προς άκολασία σ’ αύτούς πού τό επιθυμούν, παίρνοντας χρήματα, και έτσι νά έξασφαλίζει τήν τροφή γιά τον έαυτό του και τά παιδιά του.

Και βέβαια λένε: τό να θέλει να βορβορολογεί κάποιος από τό βόρβορο και να εξασφαλίζει πόρους για τον έαυτό του ποιας άραγε φτώχειας δέν είναι περισσότερο χαλεπό;

Επιθυμούσε, λοιπόν, ό άνθρωπος νά τις παντρέψει δέν μπορούσε όμως έξαιτίας τής μεγάλης φτώχειας του. Έτσι αυτές θά άτιμάζονταν άπ’ όλους και ό σωματικός έρωτας άξίωνε εδώ τό δεύτερο άθλο γιά τον έρωτα των χρημάτων. Ό άνθρωπος, λοιπόν, αυτός βρισκόταν σ’ αύτή τη δυσάρεστη κατάσταση και ύπέφερε ψυχικά γιά την κακή αύτή σκέψη του όμως προχωρούσε ήδη νά κάμει πράξη τήν άπόφασή του. Λένε ότι, πραγματικά, δέν ύπάρχει τίποτε πιο φοβερό άπό τήν άνέχεια. Αλλά Συ ό φιλάνθρωπος, ό άγαθοποιός προς όλους τούς άνθρώπους Θεός, Συ πού κάμπτεσαι μέ φιλανθρωπία άπό τις άνάγκες μας, ποιόν τρόπο βρίσκεις, λοιπόν, καί ποιά θεραπεία γιά τό άκαταμάχητο αυτό κακό; Καί πράγματι, βρίσκεις τρόπο νά φτάσει στ’ αυτιά τού θεράποντά σου, τού άγιου Νικολάου, αυτό πού πρόκειται νά συμβεί μέ τά τρία κορίτσια καί τον στέλνεις μέ τρόπο άξιοθαύμαστο, ώς άγαθό άγγελο, στον πατέρα τους, πού πιέζεται σωματικά καί κινδυνεύει ή ψυχή του, νά τον συντρέξει στή φτώχεια του καί νά τον διασώσει άπό τήν άπώλεια στήν όποια αύτή τον οδηγεί.

Εκτός άπό τά άλλα, κοίτα καί τή μεγαλοψυχία τού Άγιου, πώς δηλαδή συνδυάζει τή σύνεση μέ τή συμπάθεια. Νά τι έκαμε: Δέ σκέφτηκε καθόλου νά προσέλθει στο δυστυχισμένο άνθρωπο, ούτε καί νά συζητήσει γιά λίγο τό θέμα, ούτε νά φανερώσει σ’ αυτόν καί μόνον τό ευεργετικό του χέρι, πράγμα πού συνηθίζουν όλοι οι μικρόψυχοι πού κάνουν κάποια μικροελεημοσύνη. Γιατί ήξερε ότι αυτά είναι ενοχλητικά γι’ αυτούς πού ξέπεσαν άπό τον πλούτο καί τή δόξα στήν άνέχεια καί στή δυστυχία, άφού καί τούς ντροπιάζουν καί τήν εύημερία πού είχαν πριν τούς ύπενθυ- μίζουν. ’Αλλά, νομίζω, σάν νά έπιθυμούσε έκείνος νά ξεπεράσει καί τήν ευαγγελική παραγγελία, δηλαδή τό νά μή γνωρίζει τό άριστερό χέρι τί κάνει τό δεξιό, δέν ή θέλησε νά έχει ώς μάρτυρα τής πράξεώς του ούτε τον ίδιο τον ευεργετούμενο. Έτσι απείχε πολύ από τού νά ζητεί τή δόξα των άνθρώπων, άφού και περισσότερο αύτός φρόντιζε νά κρύβει τις άγαθοεργίες του, παρά άλλοι πού έκαναν αισχρές πράξεις. Πήρε, λοιπόν, κομπόδεμα με χρυσάφι, πήγε τά μεσάνυχτα κοντά στο σπίτι τού φτωχού άνθρώπου, τό έριξε άπό ένα παραθυράκι μέσα και γύρισε άμέσως σπίτι του, σάν νά ντρεπόταν μήν τον ίδούν, όταν έκανε αύτή τήν άγαθοεργία.

Μία άπό τις αδελφές παντρεύεται. Χρυσάφι καί για άλλη
Πρωί πρωί, πού ξύπνησε ό άνθρωπος, βρήκε τό χρυσάφι και, στή συνέχεια, άφού έλυσε τό κομπόδεμα, έξεπλάγη και νόμιζε ότι μπορεί νά είχε έξαπατηθεί, φοβούμενος μήπως δέν είναι χρυσάφι αύτό πού έβλεπε. ’Αναρωτιόταν, λοιπόν, γιά ποιο λόγο δέ θέλησε ό εύεργέτης νά έχει ώς μάρτυ ρα τής εύεργεσίας του αύτόν πού εύεργετή- θηκε. Τή στιγμή έκείνη, τρίβοντας τό μέταλλο μέ τά άκρα των δακτύλων του και παρατηρώντας το πιο προσεκτικά, διαπίστωσε ότι ήταν πράγματι χρυσάφι. Γιά τό άπροσδό- κητο αύτό γεγονός χαιρόταν πολύ, ένιωθε έκπληξη και άπορούσε, ένώ έχυνε θερμά α άπό τή μεγάλη του χαρά* δέν είχε και τι νά κάνει. Και επειδή, στριφογυρίζοντας πολλά στο νού του, δέν είχε κανέναν άπό τούς γνωστούς του στον όποιο νά άποδώσει τό γεγονός τής άγαθοεργίας αύτής, τό άπέδωσε στο Θεό και δέ σταματούσε νά εκφράζει μέ δάκρυα τις εύχαριστίες του. Τώρα βέβαια, πριν άπό τις άλλες άνάγκες, βιαζόταν νά άπαλλαγεί άπό τήν άμαρτία του προς τό Θεό και πάντρεψε μια άπό τις θυγατέρες του, τήν πρώτη, δίνοντάς της ώς προίκα τό χρυσάφι πού έρευσε μόνο του ή, καλύτερα, θά έλεγα τό θεόσταλτο, πού ήταν σημαντικό.

Τό γεγονός τού γάμου τό πληροφορήθηκε ό θαυμαστός Νικόλαος και διαπίστωσε ότι ό πατέρας έπραξε σύμφωνα μέ τή γνώμη του —αύτό πράγματι και έπιθυμούσε, δηλαδή νά τού λύσει μέ τό γάμο την πρόφαση τής αμαρτίας—, γι’ αυτό και ετοιμάστηκε νά προσφέρει βοήθεια και γιά τό δεύτερο κορίτσι. Και πραγματικά, και άλλο κομπόδεμα μέ χρυσάφι, ισόποσο προς τό προηγούμενο, προσέφερε σ’ αύτόν τή νύχτα, χωρίς νά τον πάρει κανείς είδηση. Τά χαράματα, λοιπόν, πού σηκώθηκε ό πατέρας των κοριτσιών, βρήκε οπό δάπεδο τό χρυσάφι. Και, άφού είδε πώς ό Θεός, χωρίς ό ίδιος νά κοπιάσει καθόλου, έριξε σάν βροχή τον πλούτο σ’ αύτόν και τού έδωσε, όπως λέει ό λόγος, σιτάρι άλεσμένο, διακατεχόταν και πάλι άπό τήν ίδια έκπληξη.

’Ακολούθως, άφού έσκυψε βαθιά και στήριξε στο έδαφος τό μέτωπό του, έχυνε θερμότερα δάκρυα λέγοντας: «Θεέ άγαθέ, Θεέ κηδεμόνα των πάντων και αίτιε κάθε άγαθού, οικονόμε τής σωτηρίας μας, Σύ πού έγινες άνθρωπος και γιά τις δικές μου αμαρτίες και τώρα σώζεις εμέ μαζί μέ τά παιδιά μου άπό τήν άναπόφευκτη παγίδα τού έχθρού, Σέ παρακαλώ γνώρισέ μου ποιος είναι ό υπηρέτης τού θελήματος σου, ό μιμητής σου, ό άγγελος άνάμεσα στούς άνθρώπους, αύτός πού έτσι πάλι μέ άναπλάθει, πού άποκαθιστά τήν εύη μέρια μου και μέ λυτρώνει άπό τήν ολέθρια άπόφασή μου. Και νά, μέ τό δικό σου έλεος δίνω και τή δεύτερη κόρη μου σέ νόμιμο άνδρα. Έτσι γλίτωσε πλέον και αύτή τή «μνηστεία» μέ τό διάβολο και εγώ είχα κέρδος, άφού δέν έκτέλεσα πράξη πού θά μού προκαλούσε ζημιά στήν ψυχή».

Ό γάμος τής δεύτερης κόρης. Ό Αγιος προσφέρει χρυσάφι καί γιά τήν τρίτη κόρη. Ό πατέρας ανακαλύπτει τον ευεργέτη του

Αύτά έλεγε, και πολύ γρήγορα πάντρεψε και τή δεύτερη κόρη του, έχοντας πλέον και τήν άγαθή έλπίδα ότι δέ θά καθυστερήσει νά παντρέψει και τήν τρίτη.

Πράγματι, πίστευε ότι είχε ήδη τήν προίκα στά χέρια του. Και τό πίστευε αυτό, στηριζόμενος, καθώς ήταν φυσικό, σέ ό,τι είχε συμβεϊ μέ τις δύο άλλες κόρες του. Ύστερα άπό αυτά, λοιπόν, παρακολουθούσε προσεκτικά και βρισκόταν σε ετοιμότητα μήπως έλθει ό ευεργέτης και πάλι δεν τον άντιληφτεί. Βέβαια θά εύφραινόταν μέ την παροχή, θά στενοχωριόταν όμως, αν δέν τον έβλεπε και, άκόμη, σν δέν ήθελε νά δεχτεί νά τού έκφράσει μέ λόγια τήν ευγνωμοσύνη του.

Έμενε, λοιπόν, άγρυπνος και έτσι περίμενε τήν έλευς τού φιλανθρώπου. Ό εύεργέτης πήγε και γιά τρίτη φορά Πήγε όμως πάρα πολύ προσεκτικά, αργά τή νύχτα, χωρίς νά άκούγεται καθόλου τό περπάτημά του, και, μόλις έφτασε στο συνηθισμένο τόπο, έριξε άπό τό ίδιο παραθυράκι μέσα στο σπίτι κομπόδεμα μέ ίση ποσότητα χρυσού. Αμέσως άπομακρύνθηκε τρέχοντας και γύρισε στο σπίτι του.

Ό πατέρας των κοριτσιών, πού δεχόταν τις ευεργεσίες τού φιλάνθρωπου, μόλις ακούσε τό θόρυβο τού χρυσού πού έπεσε στο δάπεδο —καί δέν είχε τήν παραμικρή αμφιβολία ότι τού συμπαρίσταται ό ίδιος πλουτοδότης —, έτρεξε πίσω του μέ όση ταχύτητα μπορούσε, γιά νά τον φτάσει. Αφού τον έφτασε καί γνώρισε ποιος είναι —γιατί ήιαν πασίγνωστος γιά τήν άρετή του — , ή χαρά του ήταν απερίγραπτη, επειδή κρατούσε άσφαλώς τό θήραμά του και είχε στά χέρια του τον εύεργέτη του. Έπεσε, λοιπόν, με εύχαρίστηση στά πόδια του καί τον άποκαλούσε λυτρωτή καί βοηθό καί σωτήρα ψυχών πού κινδύνευσαν νά φτάσουν στο έσχατο τής καταστροφής καί τής άμαρτίας. «Έάν πραγματικά, έλεγε, δέν ύποκινούσε τά σπλαχνικά σου αισθήματα ό πολυέλεος Κύριος, θά είχαμε άπό καιρό ψυχικώς» χαθεί έγώ ό άθλιος πατέρας μαζί μέ τις τρεις, άλίμονο, θυγατέρες μου. ’Αλλά τώρα μάς έσωσε μέσω τού προσώπου σου καί μάς διαφύλαξε άπό τήν πικρή πτώση στήν αμαρτία καί σήκωσε ό Κύριος φτωχούς άπό τήν κατάσταση της βρωμιάς καί άνέσυρε άπό τή γή δυστυχισμένους». Αυτά τα λόγια, λοιπόν, έλεγε στον "Αγιο εκείνος ό πατέρας, μέ δάκρυα χαράς καί θερμή πίστη, καί παρέμεινε πολύ» χρόνο πεσμένος μπροστά στά εύλογημένα πόδια του.

Ό Άγιος όμως, επειδή διαπίστωσε ότι έγινε γνωστός πλέον στον πατέρα των κοριτσιών, τον σήκωσε έπάνω και τον δέσμευσε μέ πολύ μεγάλους όρκους να μήν ανακοινώσει ποτέ σέ άλλους αυτά πού είχαν γίνει, ούτε νά γνωστοποιήσει τήν έλεημοσύνη γενικότερα στο λαό.

(ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝ ΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ, Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα)

Περπατούσα στην παραλία της Θεσσαλονίκης απόγευμα προς βράδυ, όταν ένας τοξικομανής με πλησίασε.

Δε μου ζήτησε λεφτά, αλλά με ρώτησε αν μπορούσα να του αγοράσω μια ρόκα (καλαμπόκι) που έψηνε κάποιος πιο κάτω σε ένα μικρό πάγκο που είχε στήσει.
Τον ρώτησα αν ήθελε και κάτι άλλο. Μου είπε ότι ήθελε να πάω να του την αγοράσω εγώ επειδή χρωστούσε στον καλαμποκιά και ίσως να μη του έδινε! Πήγα και αφού του την έφερα, με ρώτησε αν μπορώ να κάτσω λίγο μαζί του η αν ντρέπομαι! Του απάντησα ότι θα ντραπώ, αν δεν κάτσω.
Τότε μου είπε το εξής εκπληκτικό!
''Φίλε, μακριά από το Χριστό έτσι καταντάς!!! Όμως προσπαθώ εδώ και καιρό να κόψω τα ναρκωτικά για να μην Τον στεναχωρώ!!! Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, αλλά επειδή μάλλον δε θα ζήσω πολύ, θέλω όταν θα πάω μπροστά Του να έχω να του δείξω τον αγώνα μου μήπως και με λυπηθεί!''
Ήμασταν κάπου κοντά στο ύψος του Ι. Ναού Κυρίλλου και Μεθοδίου.
Μου λέει........ πάω κάθε πρωί απέναντι και με κοιτούν όλοι καλά καλά επειδή νομίζουν ότι θέλω λεφτά. Όμως εγώ πηγαίνω μπροστά στην εικόνα για να ζητήσω βοήθεια να κόψω τα ναρκωτικά. Δεν ανάβω κερί επειδή δεν έχω λεφτά να πάρω!!!!! (ΦΙΛΟΤΙΜΟ). Και κάθε βράδυ πάλι πηγαίνω και λέω...........δεν τα κατάφερα συγγνώμη! Ή λέω .......σήμερα κάπως το πάλεψα, ευχαριστώ!!!
Έζησα στα λόγια αυτού του ανθρώπου στιγμές από τα συναξάρια!!!
Του έδωσα κάτι λεφτά και του είπα από αύριο να πηγαίνει στην εκκλησία και να παίρνει κερί αλλά να προσεύχεται και για τη δικιά μου ψυχή. Με διαβεβαίωσε ότι τα λεφτά δε θα τα χαλάσει και ότι θα τα δώσει όλα μαζεμένα εκεί για να μην μπαίνει στον πειρασμό και τα ξοδέψει, και κάθε μέρα θα παίρνει 2 κεριά.
Του λέω με λένε Νίκο. Μου είπε ότι δεν είναι δύσκολο να με θυμάται αφού κανείς δεν κάθεται μαζί του και έτσι δεν έχει φίλους και γνωστούς.
Δε ρώτησα πολλά γι αυτόν. Δεν ήθελα να νιώσει ότι παραβιάζω την παράξενη ζωή του με την αδιακρισία μου. Την ώρα που έφευγα, μου είπε ότι χάρηκε που έκατσα μαζί του και ότι του έκανε καλό η παρέα.
Ευχαριστώ για όλα παράξενε φίλε.


Αρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος.

Αὐτή τή στιγμή μοῦ ἔρχεται στή μνήμη μου τό παράδειγμα μιᾶς πολύ ἁπλῆς γυναίκας τοῦ λαοῦ, πού εἶχα συναντήσει στό ἐξωμολογητάριο, πρίν ἀπό πολλά χρόνια. Δέν τήν γνώριζα, οὔτε τήν γνωρίζω· οὔτε ἄν τή δῶ στό δρόμο θά τή θυμηθῶ. Θά πλησίαζε τά 70. Ἲσως νά τήν ἔχει καλέσει ὁ Θεός τώρα.
Ἀφοῦ ἐξωμολογήθηκε, δέν θυμᾶμαι πῶς, ἦλθε τό θέμα γιατί αὐτό δέν εἶχε σχέση μέ ἁμαρτίες, τή ρώτησα ἄν ἐργάζεται.
- Ὄχι, πάτερ μου, σταμάτησα· δέν μπορῶ πιά ἄλλο νά ἐργάζομαι.
- Καί πῶς ζῆς; Ἔχεις σύνταξη;
- Ὄχι, οὔτε σύνταξη ἔχω.
Μέ κοίταξε λίγο ἔτσι καχύποπτα, ἀγράμματη ἡ καημένη καί μοῦ λέει:
- Πνευματικός εἶσαι, θά στό πῶ. Ἀλλά δέν θά τό πεῖς πουθενά! Ἡ ἐνορία μας ἔκτισε ἕνα νέο ναό, μεγάλο καί ὡραῖο. Ἔγιναν πάρα πολλά ἔργα μέσα στό ναό· εἶχε μείνει τό τέμπλο. Οἱ ἱερεῖς εἶπαν, καί μία καί δυό καί τρεῖς φορές, ὅτι τώρα θά ἀρχίσουμε τόν ἔρανο γιά νά φτιάξουμε τό τέμπλο ξυλόγλυπτο.
Ἐγώ ἀπό μικρή κοπέλα, ὅλη μου τή ζωή, ἐργαζόμουνα «ὑπηρέτρια» καί μέ τά χρήματα πού ἔπαιρνα ἐφτίαξα ἕνα σπίτι. Ἔμενα σ΄ ἕνα δωματιάκι καί τά ὑπόλοιπα τά νοίκιαζα καί ἔτσι ζοῦσα. Πάω, βρίσκω τόν προϊστάμενο τοῦ ναοῦ καί τοῦ λέω: «Πάτερ μου, πόσο θέλει νά γίνει τό τέμπλο;». Μοῦ εἶπε, ἑνάμισι ἑκατομμύριο - τῆς ἐποχῆς ἐκείνης βέβαια, (σημερινά χρήματα εἴκοσι - εἴκοσιπεντε ἑκατομμύρια).
- «Πάτερ μου, ἄκουσε, τοῦ λέω. Ἔχω ἕνα σπίτι· τά πιάνει αὐτά τά χρήματα, ἀλλά ἀναλαμβάνει τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο νά μοῦ δίνει ἑνάμισι χιλιάρικο τό μήνα πού παίρνω ἀπό τά ἐνοίκια γιά νά ζῶ; Ὅσο ζῶ. Μετά δέν θά δώσει τίποτα στούς κληρονόμους μου».
- «Τό ἀναλαμβάνει καί μέ τό παραπάνω καί περισσότερα».
- «Ἀλλά, ἄκουσε - τοῦ λέω -, δέν θά τό ξέρει κανείς. Ἐγώ καί σύ».
- «Δέν μπορεῖ νά γίνει κάτι τέτοιο, διότι γιά νά τό ἀποφασίσει τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο, πρέπει νά τό μάθει. Πῶς θά πάρει τέτοια ἀπόφαση; Ἑπομένως δέν μπορῶ νά τό κρατήσω τελείως μυστικό».
- «Καλά, θά πάρεις, ὅμως, τούς ἐκκλησιαστικούς συμβούλους ἕναν - ἕναν μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ νά σοῦ ὑποσχεθοῦν ὅτι δέν θά τό ποῦν σέ κανένα. Νά μή τό μάθει κανείς στήν ἐνορία!».
- «Ἐν τάξει, αὐτό στό ὑπόσχομαι».
Πράγματι, πουλήθηκε τό σπιτάκι, καί ἔγινε τό τέμπλο. Κι ἐγώ πνευματικέ μου, ζῶ μ΄ αὐτά πού μοῦ δίνει τό συμβούλιο. Ἂ, μοῦ εἶπαν μερικοί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου, πού τό ἤξεραν: «Αἲ, καημένη τώρα, τό ἐφτίαξες πού τό ἐφτίαξες, δέν ἀφήνεις νά βάλουμε καί τ΄ ὄνομά σου». «Ὄχι, ὄχι - τούς λέω - γιατί θά χάσω τό μισθό (!) μου, ἅμα θά κάνετε αὐτό τό πρᾶγμα».
Τώρα πάω στήν Ἐκκλησία καί τό βλέπω καί τό τέμπλο καί κλαίω ἀπό τή χαρά μου καί λέω: Σ΄ εὐχαριστῶ, Χριστέ μου, διότι ἀξίωσες ἐμένα, μιά φτωχή γυναίκα, μία ὑπηρέτρια, πού δέν ἀξίζω τίποτε, ἕνα σκουπίδι, νά κάνω ἕνα τέτοιο ὡραῖο πράγμα στό Ναό Σου. Καί τό βλέπω καί ἀγαλλιάζεται ἡ ψυχή μου. Ἄι, καί πιστεύω νά πάω στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ νά παρουσιάσω αὐτό, δέν ἔχω τίποτε ἄλλο στή ζωή μου· «Κύριέ μου, ἐγώ τούς κόπους μου τούς ἔδωσα νά φτιάξω ἕνα ἔργο στό Ναό Σου· δέν ἔχω τίποτε ἄλλο».
Τόσο πολύ μέ συγκλόνισε τό παράδειγμα αὐτῆς τῆς γυναίκας, πού εἶπα: Ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως πόσους θά κρίνει ἡ γριούλα αὐτή ἀπό ἐμᾶς τούς κληρικούς, πού πολλές φορές βάζουμε φαρδύ - πλατύ τό ὄνομά μας καί γράφουμε «τό τέμπλο ἤ ὁ Ναός ἐγένετο ἐπί τάδε, ἐπί τάδε, ἐπί τάδε» καί ἀπό κάτω ἀρχίζουν οἱ λίστες τῶν δωρητῶν. Αὐτή ἡ ἁπλή γυναίκα, χωρίς νά ἔχει προχωρήσει πολύ πνευματικά, ἔκανε μία τέτοια σκέψη, τήν ὁποία οὔτε ἐμεῖς οἱ τάχα προηγμένοι πνευματικῶς δέν κάνουμε. Κολακευόμεθα νά γίνεται γνωστό, ὅτι δώσαμε αὐτό ἤ ἐκεῖνο ἤ τό ἄλλο. Ἐπαναλαμβάνω, μερικές τέτοιες ψυχοῦλες, καθαρές ψυχές, «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος», τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θά μᾶς κρίνουν!

Έλεγαν για τον αββά Σεραπίωνα ότι στην Αλεξάνδρεια συνάντησε έναν φτωχό που έτρεμε από το κρύο· στάθηκε την ώρα εκείνη και συλλογίσθηκε:

«Πως εγώ που έχω την ιδέα ότι είμαι ασκητής φορώ χιτώνα, και αυτός ο φτωχός -καλύτερα ο Χριστός- πεθαίνει από το κρύο; Σίγουρα αν τον αφήσω και πεθάνει, θα κριθώ την ημέρα της Κρίσεως ως φονιάς».

Και ξεντύθηκε ως καλός αθλητής και έδωσε το ρούχο που φορούσε στον φτωχό και καθόταν έχοντας στη μασχάλη του το μικρό ευαγγέλιο, που το κρατούσε πάντοτε. Περνώντας από κει αυτός που αποκαλείται ο επί της τάξεως, σαν τον είδε γυμνό, του λέει:

«Αββά Σεραπίων, ποιος σε ξέντυσε;»

Βγάζει ο αββάς το μικρό ευαγγέλιο και του λέει:

«Αυτός με ξέντυσε».
Σηκώνεται κατόπιν από κει και ανταμώνει κάποιον που κρατούνταν για χρέος από άλλον, γιατί δεν είχε να του το εξοφλήσει. Πουλάει λοιπόν ο αθάνατος Σεραπίων το μικρό ευαγγέλιο και δίνει το χρέος του ανθρώπου που βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Και επέστρεψε στο κελί του γυμνός. Σαν τον είδε ο μαθητής του γυμνό, του λέει:

«Αββά, που είναι το κοντό σου κολόβιο;»

Και απαντά ο Γέροντας:

«Το’ στειλα, παιδί μου, εκεί όπου θα το χρειασθούμε».

«Και το μικρό ευαγγέλιο –ρωτά ο αδελφός- που είναι;»

Κι ο Γέροντας αποκρίνεται:

«Να, παιδί μου, αυτόν που μου ‘λεγε καθημερινά, πούλησε ό,τι έχεις και δώσε τα στους φτωχούς, αυτόν πούλησα και έδωσε σε φτωχούς, ώστε την ημέρα της Κρίσεως να βρούμε μεγαλύτερη παρρησία ενώπιόν του».


(Το Μέγα Γεροντικόν,τόμος Γ, εκδ. Ι. Ησυχ. «Το Γενέσιον της Θεοτόκου», σελ. 417-418)

Σελίδα 1 από 2

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (205) Αγάπη Θεού (55) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (44) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (57) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (9) άγιοι (21) άγιος (90) αγνότητα (7) άγχος (14) αγώνας (65) αγώνας πνευματικός (32) αθεΐα (100) αιρέσεις (74) αλήθεια (29) αμαρτία (70) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (72) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (152) άνθρωπος (20) αντίχριστος (7) αξιώματα (5) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (71) ασθένεια (21) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (59) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (7) βιοηθική (10) γάμος (46) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (32) γνώση (6) γονείς (50) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (9) δάκρυα (10) δάσκαλος (13) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (43) διάβολος (48) διάκριση (47) διάλογος (3) δικαιοσύνη (5) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (116) εικόνες (18) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (6) εκκλησία (67) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (19) ελευθερία (17) Ελλάδα (16) ελπίδα (16) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (72) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (7) επιστήμη (69) εργασία (32) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (39) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (62) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (10) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (26) ευχαριστία (9) ζήλεια (2) ζώα (14) ηθική (6) ησυχία (9) θάνατος (111) θάρρος (19) θαύμα (73) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (48) Θεία Λειτουργία (47) θεία Πρόνοια (3) θέληση (7) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (8) θεολογία (14) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (116) θρησκείες (8) θυμός (36) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (9) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (24) ιερέας (54) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (3) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (6) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (22) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (15) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (45) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (8) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (12) κοινωνία (96) κόλαση (13) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (7) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (53) λείψανα (4) λογισμοί (39) λύπη (1) μαγεία (6) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (8) μελέτη (11) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (35) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (76) μητέρα (12) μίσος (1) ΜΜΕ (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (11) μοναχισμός (12) μόρφωση (14) μουσική (3) Ναός (4) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (16) Νικόλαος Άγιος (2) νους (15) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (8) όνειρα (22) οράματα (2) Ορθοδοξία (54) όρκος (1) πάθη (41) πάθος (4) παιδεία (10) παιδιά (24) Παΐσιος Όσιος (13) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (60) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (12) Παράδεισος (46) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (5) πίστη (160) πλούτος (17) πνευματική ζωή (78) πνευματικός πατέρας (18) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (14) πολιτισμός (5) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (27) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (47) προορισμός (6) προσευχή (157) προσοχή (6) προτεσταντισμός (18) προφητείες (2) ραθυμία (4) Ρωμαιοκαθολικισμός (14) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (29) Σταύρωση (13) συγχώρηση (9) συνείδηση (2) σχίσμα (6) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (22) ταπεινοφροσύνη (76) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (5) υπακοή (10) υπαρξιακά (47) υποκρισία (7) υπομονή (41) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (12) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (24) φως (2) χαρά (32) χάρις θεία (14) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (7) χριστιανός (30) Χριστός (13) Χριστούγεννα (38) χρόνος (18) ψεύδος (12) ψυχαγωγία (2) ψυχή (80) ψυχολογία (15)