Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Ο ΟΡΚΟΣ. (Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη, Ομοτίμου Καθηγητή Θεολογικής Αριστοτελείου Παν. Θεσσαλονίκης).

Ορισμός. 
Όρκος είναι η επίκληση του Θεού ή κάποιου ιερού προσώπου ή πράγματος για την επικύρωση της αλήθειας κάποιας διαβεβαιώσεως ή της ειλικρίνειας κάποιας υποσχέσεως. Ο ορκιζόμενος επικαλείται συχνά και κατάρες εναντίον του ή εναντίον προσφιλών προσώπων για την περίπτωση που η διαβεβαίωση του είναι ψευδής ή η υπόσχεσή του ανειλικρινής. Αλλά και όταν δεν γίνεται τέτοια επίκληση, εξυπακούεται ότι ο ορκιζόμενος παραδίδεται στην κρίση του Θεού και είναι έτοιμος να δεχθεί οποιαδήποτε τιμωρία σε περίπτωση αναλήθειας ή ανειλικρίνειας των λόγων του.

"Αληθείας" και "υποσχέσεως".
Ανάλογα με το περιεχόμενό του ο όρκος χαρακτηρίζεται είτε ως «όρκος αληθείας» είτε ως «όρκος υποσχέσεως». Ο όρκος αληθείας συνδέεται με το παρελθόν, ενώ ο όρκος υποσχέσεως με το μέλλον. Τέλος η παράβαση του όρκου αληθείας ονομάζεται ψευδορκία, ενώ η παράβαση του όρκου υποσχέσεως επιορκία.

Θρησκευτικός και πολιτικός
Ο όρκος αποτελεί παλαιότατο φαινόμενο του κοινωνικού βίου και προϋποθέτει την πίστη στη θεοκρισία, δηλαδή στο ότι ο Θεός ή κάποια ανώτερη δύναμη επεμβαίνει στα πράγματα του κόσμου και των ανθρώπων, για να υποκαταστήσει την αλήθεια ή τη δικαιοσύνη και να τιμωρήσει το ψεύδος ή την αδικία. Ο όρκος λοιπόν προϋποθέτει τη θρησκευτική πίστη, γι’ αυτό στον άθρησκο δεν έχει νόημα. Μέσα όμως στο πλαίσιο της ανεξιθρησκίας και της ελευθερίας της συνειδήσεως έχει εισαχθεί και ο λεγόμενος «πολιτικός όρκος» (1) . Αυτός γίνεται με επίκληση της τιμής και της συνειδήσεως του ορκιζόμενου και έχει σε περίπτωση ψευδορκίας ή επιορκίας τις ίδιες νομικές συνέπειες με τον θρησκευτικό όρκο.

Όρκος στην Π. Διαθήκη
Στην Παλαιά Διαθήκη, και ειδικότερα στον Μωσαϊκό Δεκάλογο, απαγορεύεται καταρχήν κάθε «επί ματαίω» χρήση του ονόματος του Θεού: «Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» (2). H θέση αύτη δεν αποκλείει τη χρήση του όρκου. Αντίθετα μάλιστα την προϋποθέτει, αλλά την περιορίζει σε σοβαρά πράγματα. Εκείνο που απαγορεύεται στον Ισραηλίτη είναι η ψευδορκία ή η ψευδομαρτυρία (3) . Επίσης απαγορεύεται να ορκιστεί στο όνομα εθνικών θεών. Ο όρκος του είδους αυτού, που υποδηλώνει και αναγνώριση των θεών αυτών από τον ορκιζόμενο, ταυτίζεται με την απιστία και την αποστασία.
Εξάλλου στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης εμφανί ζεται ο ίδιος ο Θεός να ορκίζεται μπροστά στους ανθρώπους. Έτσι έχουμε τον όρκο του Θεού στον Αβραάμ (4), στον Δαυίδ (5) και σε άλλους (6) . Όπως είναι γνωστό, στην Παλαία Διαθήκη ο Θεός παρουσιάζεται να μετανοεί για ενέργειες ή παραχωρήσεις προς τους ανθρώπους εξαιτίας της αχαριστίας τους (7). Ο όρκος λοιπόν του Θεού, που συνοδεύει τις υποσχέσεις και τις επαγγελίες του, υπογραμμίζει από τη μια πλευρά τον αμετάκλητο χαρακτήρα των αποφάσεων του και από την άλλη τη σπουδαιότητα του περιεχομένου τους (8). Βέβαια ο όρκος αυτός παρουσιάζει κάποια ιδιοτυπία.Οι άνθρωποι ορκίζονται σε κάποιον ανώτερο τους, ενώ ο Θεός μη έχοντας ανώτερο του, ορκίζεται στον εαυτό του (9) .
Γενικά λοιπόν στην Παλαιά Διαθήκη δεν υπάρχει απόλυτη απαγόρευση του όρκου, παρά μόνο αυτού που γίνεται στο όνομα ψεύτικων θεών. Ο όρκος χρησιμοποιείται από ανθρώπους ή και από τον ίδιο τον Θεό για τούς ανθρώπους, εξαιτίας του ψεύδους που επικρατεί στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και της απιστίας ή της σκληροκαρδίας που τούς διακρίνει στις σχέσεις τους με τον Θεό. Είναι μάλιστα γνωστό ότι κατά τούς μεταγενέστερους χρόνους, και κυρίως κατά την εποχή του Χρίστου, ο όρκος είχε πάρει τέτοια έκταση και η διατύπωσή του είχε αποκτήσει τέτοια ποικιλομορφία στην ισραηλιτική κοινωνία, ώστε να υπάρχει γύρω από αυτόν ασύλληπτη περιπτωσιολογία (10).

Απαγόρευση όρκου στην Κ. Διαθήκη
Στην Καινή Διαθήκη όμως και την εκκλησιαστική παράδοση ο όρκος αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο. Ο Χριστός, σε αντιδιαστολή προς τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης και την πράξη των Ιουδαίων, απαγορεύει απόλυτα τη χρήση του όρκου: «Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως» (11) . Ακόμα διευκρινίζει ότι όρκος είναι όχι μόνο η επίκληση του ονόματος του Θεού, αλλά και η επίκληση οποιουδήποτε άλλου ιερού ονόματος ή πράγματος, επουράνιου ή επίγειου (12). Τα λόγια αυτά του Χριστού δεν έχουν μόνο αρνητικό άλλα και θετικό νόημα. Δεν απαγορεύουν μόνο τον όρκο, άλλα και απορρίπτουν το ψέμα. Ο όρκος είναι περιττός, όταν στα χείλη των ανθρώπων το ναι είναι ναι και το όχι όχι.

Η δυσκολία στην πράξη
Η καθημερινή όμως ζωή παρουσιάζεται προβληματική. Το ναι των ανθρώπων, ακόμα και των Χριστιανών, δεν δηλώνουν πάντοτε την αλήθεια για τα πράγματα. Γι’ αυτό θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν έπαυσε να έχει νόημα η χρήση του όρκου. Ο ισχυρισμός όμως αυτός προεξοφλεί ότι η ύπαρξη κάποιου κακού νομιμοποιεί τη θεσμοποίηση κάποιου άλλου. Έτσι παραγνωρίζεται η ελευθερία της συνειδήσεως του ανθρώπου και θεσμοποιείται η καταστρατήγηση μιας θρησκευτικής εντολής εν ονόματι της ψευτιάς και της απάτης που υπάρχει στην κοινωνική ζωή.

Και αν η καταστρατήγηση αυτή οδηγούσε πραγματικά στην καταπολέμηση του κοινωνικού κακού, θα μπορούσε ίσως να δικαιολογηθεί κοινωνικά, έστω και αν έπρεπε να καταδικαστεί θεολογικά. Αν όμως συμβαίνει και το κοινωνικό κακό να διατηρείται —ή και να μεγεθύνεται— και η θρησκευτική εντολή μαζί με την ελευθερία της συνειδήσεως του ανθρώπου να καταπατούνται εν ονόματι της δήθεν καταπολεμήσεως του κοινωνικού κακού, γίνεται φανερός ο παραλογισμός.

Περιπτώσεις όρκου στην Κ. Διαθήκη
Όσοι υποστηρίζουν τη χρήση του όρκου παρατηρούν διαθήκη ακόμα ότι και στην Καινή Διαθήκη η απαγόρευσή του δεν είναι απόλυτη. Σημειώνουν ότι υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις όποιες ορκίστηκε ο Απόστολος Παύλος ή και ο ίδιος ο Χριστός. Και πραγματικά, όταν ο Χριστός κλήθηκε από τον αρχιερέα να διαβεβαιώσει ενόρκως αν είναι ο Υιός του Θεού, απήντησε με τη φράση «συ είπας» (13), που μπορεί να ερμηνευθεί και ως κατάφαση στην πρόκληση για ένορκη διαβεβαίωση. Αλλά και ο Απόστολος Παύλος επικαλείται σε ορισμένα σημεία των επιστολών του τον Θεό ως μάρτυρα των λόγων του (14). Μήπως έχουμε λοιπόν εδώ αποκλίσεις από τον γενικό κανόνα τού Χριστού «μη ομόσαι όλως»;

Η βασική διαφορά
Οι όρκοι που αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη διαφέρουν βασικά από τούς συνηθισμένους. Γι’ αυτό δεν είναι σωστή η επίκλησή τους για τη δικαιολόγηση του όρκου στην καθημερινή ζωή. Οι όρκοι της Καινής Διαθήκης δεν αφορούν ανθρώπινες υποθέσεις, άλλα αλήθειες που αναφέρονται στον ίδιο τον Θεό. Ο Χριστός ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του αρχιερέα να διαβεβαιώσει αν είναι ο Υιός τού Θεού, δεν διαβεβαιώνει μια οποιαδήποτε αλήθεια, αλλά την αλήθεια για τη θεότητά του.

Το όνομα του αιώνιου Θεού δεν χρησιμοποιείται για να επικυρωθεί κάποια συμβατική αλήθεια, αλλά η αλήθεια τού Θεού. Το ίδιο σχεδόν παρατηρείται και στις περιπτώσεις των όρκων του Αποστόλου Παύλου. Ο Απόστολος του Θεού επικαλείται ως μάρτυρα τον Θεό, για να επικυρώσει την αλήθεια ή την αυθεντικότητα του κηρύγματος και γενικότερα της αποστολής του στον κόσμο. Και είναι χαρακτηριστικό ότι οι περιπτώσεις κατά τις όποιες ο Απόστολος Παύλος επικαλείται τη μαρτυρία του Θεού συνδέονται με τη μαρτυρία του θείου θελήματος στους ανθρώπους. Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο όρκος του Αποστόλου παρέχεται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της θεοπνευστίας του (15).

Μέ όσα σημειώθηκαν γίνεται, νομίζουμε, φανερό ότι οι περιπτώσεις όρκων πού αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη έχουν εντελώς ιδιαίτερο χαρακτήρα και δεν περιορίζουν την απόλυτη απαγόρευση του όρκου ούτε δικαιολογούν τη χρήση του στην καθημερινή ζωή. H επίκληση του ονόματος του Θεού για την επικύρωση των λόγων του ανθρώπου είναι θεμιτή, όταν γίνεται για θείες αλήθειες. Αυτό σημαίνει ότι ο ορκιζόμενος πρέπει ή να είναι θεόπνευστος ή να βεβαιώνει αλήθειες που φανέρωσε ο Θεός στον κόσμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση η χρήση του όρκου αποτελεί παράβάση της θείας εντολής.

Η θέση των Πατέρων
Την απόλυτη απαγόρευση του όρκου διδάσκουν ομόφωνα οι Πατέρες της Εκκλησίας (16). Ο Μ. Βασίλειος επισημαίνει ότι ο όρκος απαγορεύθηκε μια για πάντα (17). Στο ερώτημα, πώς μπορεί κάποιος να πείθει τούς άλλους, όταν αποφεύγει τον όρκο, ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος απαντά: με τον λόγο και τη συμπεριφορά που θα πιστοποιεί τον λόγο του (18). Η επιορκία, όπως και η ψευδορκία, είναι άρνηση του Θεού. Αυτή όμως προϋποθέτει τον όρκο, γιατί δεν μπορεί κάποιος να αθετήσει όρκο που δεν έδωσε(19).

Παράλληλα βέβαια αυτός που δεν ορκίζεται δεν πρέπει να απαιτεί όρκο από τους άλλους (20). Εξάλλου ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο όρκος στο Ευαγγέλιο που απαγορεύει τον όρκο αποτελεί ύβρη και καθαρή παραφροσύνη (21). Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απορρίπτει επίσης τελείως τη χρήση του όρκου. Σε όσους όμως δεσμεύτηκαν με όρκο προτείνει να τηρήσουν πιστά τις υποσχέσεις τους, αν αυτές είναι σύμφωνες με το θέλημα του Θεού, άλλα και να ζητήσουν ταυτόχρονα το έλεος του Θεού, γιατί ακόμα και σε περίπτωση ευορκίας δεν παύουν να είναι παραβάτες της εντολής του(22).

Οι νεώτερες εξελίξεις
Η χρήση λοιπόν του όρκου στην καθημερινή ζωή αποτελεί καταστρατήγηση της ρητής εντολής του Χριστού «μη ομόσαι όλως». Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι ο όρκος χρησιμοποιείται σήμερα επίσημα και στην εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Η απαράδεκτη αυτή κατάσταση εμφανίστηκε με την ανασύσταση του ελληνικού κράτους(23). Εξαιτίας της δημιουργήθηκε η έντονη διαμάχη ανάμεσα στον Οικονόμο τον εξ’ Οικονόμων και τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο πρώτος ακολουθώντας την ομόφωνη διδασκαλία, αλλά και την πράξη τής Εκκλησίας, υποστήριξε ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να ορκίζονται. Αντίθετα ο Φαρμακίδης θεώρησε τον όρκο επιτρεπτό, ιδίως όταν επιβάλλεται από την πολιτεία(24).

Αντιμετωπίζοντας το θέμα αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εξέδωσε το 1849 εγκύκλιο επιστολή «Προς τους απανταχού Ορθοδόξους», που υπογράφεται και από τους Προκαθημένους των τριών άλλων πρεσβυγενών Πατριαρχείων. Στην επιστολή καυτηριάζεται με δριμύτητα η άποψη ότι η χριστιανική πίστη δεν απαγορεύει τον όρκο και ότι οι πιστοί μπορούν να ορκίζονται στα δικαστήρια «απροκριματίστως και οσίως»(25).

Αμφισβητήσιμη χρησιμότητα
Ενώ όμως από θεολογική άποψη ο όρκος είναι απαράδεκτος, στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής υποστηρίζονται αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Άλλοι δέχονται τη χρησιμότητα και αναγκαιότητά του για την εξεύρεση της αλήθειας ή για την ηθική δέσμευση του ανθρώπου σε κάποιον σκοπό, ενώ άλλοι αποδοκιμάζουν τη χρήση του είτε για λόγους ελευθερίας της συνειδήσεως είτε για λόγους ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όταν ο άνθρωπος για θρησκευτικούς ή άλλους λόγους δεν θέλει να ορκιστεί, η επιβολή του όρκου δεν αποτελεί μόνο απαράδεκτη παραβίαση της ελευθερίας της συνειδήσεώς του αλλά και θεσμοποιημένη προσβολή (26) .

Άλλωστε η χρησιμότητα του όρκου για την εξεύρεση της αλήθειας είναι πολύ αμφισβητήσιμη. Σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος λέει: «Αν πιστεύεις ότι ο άνθρωπος είναι φιλαλήθης, μην τον εξαναγκάσεις να ορκιστεί˙ αν πάλι γνωρίζεις ότι ψεύδεται, μην τον αναγκάσεις να επιορκίσει» (27) . Ο φιλαλήθης λέει την αλήθεια και όταν ακόμα δεν πιεστεί με τον όρκο, ενώ ο ψευδολόγος δεν διστάζει να καταφύγει στο ψεύδος και ενόρκως, οπότε προσθέτει στην ψευδολογία του και την ψευδορκία ή την επιορκία.

Πρακτικές προτάσεις
Ο Χρήστος Ανδρούτσος, αν και δεν θεωρούσε ως απόλυτη την απαγόρευση του όρκου στον Χριστιανισμό, δεχόταν ότι ο όρκος είναι επαχθής τύπος, που πρέπει να καταργηθεί. Ως μέτρα για τη σταδιακή κατάργησή του είχε προτείνει τα έξης:
α)Να καταργηθεί πριν από όλα ο όρκος της επαγγελίας και να αντικατασταθεί με απλές εκφράσεις, που να βεβαιώνουν ότι ο υπάλληλος θα εκτελεί τα καθήκοντά του τίμια και ευσυνείδητα.
β) Να περιορισθεί ο όρκος σε σοβαρότατα πράγματα, να μην επιβάλλεται για χρηματικά ζητήματα και να παρέχεται με όλη την απαιτούμενη σοβαρότητα.
γ) Να είναι οι άνθρωποι ελεύθεροι να ορκίζονται ή όχι (28).
Το τρίτο από τα μέτρα αυτά, που σε τελική ανάλυση κάνει περιττά και τα δύο προηγούμενα, είχε ήδη κατοχυρωθεί στην Ελλάδα με το Σύνταγμα του 1975. Σύμφωνα με αυτό κανένας 'Έλληνας πολίτης δεν πρέπει να υποχρεώνεται να ορκίζεται, όταν οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις απαγορεύουν τον όρκο (29). Και οι διατάξεις των άρθρων 220§ 2 του ΚΠοινΔ και 408 § 3 του ΚΠολΔ δίνουν το δικαίωμα σε όσους πρεσβεύουν θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο να μην ορκίζονται, αλλά να δίνουν τη διαβεβαίωσή τους επικαλούμενοι την τιμή και τη συνείδησή τους. Το ίδιο ισχύει και για όσους δεν πρεσβεύουν καμία θρησκεία. Κατά περίεργο όμως και αντισυνταγματικό τρόπο το δικαίωμα αυτό δεν αναγνωριζόταν στους Ορθοδόξους Χριστιανούς, όταν και αυτοί δήλωναν ότι πρεσβεύουν θρησκεία που απαγορεύει τον όρκο. Γι’ αυτό είχε τονισθεί από πολλούς η ανάγκη για προσαρμογή της σχετικής νομοθεσίας προς το Σύνταγμα (30), ενώ από το 1998 δημιουργήθηκε και σχετική νομολογία με απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας (Αριθμ. 2601/1998). Εδώ δεν μπορεί να μην επισημανθεί και η παράλειψη της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής να τακτοποιήσει το θέμα. Η απλή δήλωσή της ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία απαγορεύει τον όρκο θα ήταν αρκετή για την κατάργηση της επιβολής του.
Αλλά από τις 16.9.2001 το άρθρο 408 του ΚΠολΔ. αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2915.2001, το όποιο στην § 7 ορίζει ότι ο μάρτυρας που οφείλει να ορκισθεί ερωτάται, αν προτιμά να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο, χωρίς να δηλώσει το θρήσκευμά του. Έτσι και ο Ορθόδοξος Χριστιανός μπορεί να δηλώσει «στην τιμή και στη συνείδησή» του την αλήθεια της καταθέσεώς του.

Παραπομπές

1. Βλ. Β. Αντωνιάδου, Εγχειρίδιον κατά Χριστόν Ηθικής, τόμ. Β’, Κωνσταντινούπολις 1927, σ. 205.
2. Eξοδ.. 20,7. Πρβλ. Δευτ. 5,11.
3. «Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή». Εξοδ. 20,16. Δευτ. 5,11. «Ουκ ομείσθε τω ονόματί μου επ’ αδίκω και ου βεβηλώσετε το όνομα το άγιον του Θεού υμών». Λευιτ. 19,12. Πρβλ. καί Μαλ. 3,5.
4. «Κατ’ εμαυτού ώμοσα, λέγει Κύριος, ου είνεκεν εποίησας το ρήμα τούτο, και ουκ εφείσω του υιού σου του αγαπητού δι’ εμέ, ή μην ευλογών ευλογήσω σε, και πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου...». Γεν. 22,16 κ.έ.
5. «Ώμοσε Κύριος τω Δαυίδ αλήθειαν και ου μη αθετήσει αυτήν», Ψαλμ. 131,11.
6. Βλ. π.χ. Δευτ. 6,18. Αμ. 4,2.6,8. Ησ. 45,23 κ.ά.
7. Βλ. π.χ. Α' Βασ. 15,35. Α' Παρ. 21,15. Ψαλμ. 105,45.
8. Βλ. Ψαλμ. 109,4. Εβρ. 7,20-22 .
9. Βλ. Εβρ. 6,13-6.
10. Βλ. Ματθ. 5,33 κ.έ. 23,16 χ.έ.
11. Ματθ. 5,34.
12. Βλ. Ματθ. 5,34-7.
13. Ματθ. 26.64.
14. Βλ. Ρωμ. 1.9. Β' Κορ. 1.23. Γαλ. 1,20. Φίλοι. 1,8. Α Θεσ. 2,5.
15. Βλ. Β’ Κορ. 1,15 κ.έ. Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη ηθικά, PG 37,806.

16. Βλ. π.χ, ’Ιουστίνου, Απολογία 1,16,5. Μ. Βασιλείου, Επιστολή 199 (Κανονική) 29, έκδ. Υ. Courtonne, τόμ. 2, σ. 160,PG32,725AB. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος είς τό άγιον Πάσχα 45,17, PG 36,648Β. Έπη ηθικά 24, PG 37,790. Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Επιστολή 1,155, PG 78,288Α.
17. Βλ. Μ. Βασιλείου, Κανών 29.
18. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη ηθικά, PG 37,940.
19. Βλ. Γρηγορίου Νυσσης, Είς Άσμα ασμάτων 13, έκδ. W. Jaeger, Gregorii Nysseni Opera, τόμ.. 8, σ, 371, PG44,1040A.
20. Βλ. ’Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Επιστολή 155, PG 78,288A.
21. «Σύ δέ, εί μηδέν έτερον, αυτό γουν το βιβλίον αίδέσθητι ο προτείνεις είς όρκον, και το Ευαγγέλιον, ό μετά χείρας λαμβάνων κελεύεις ομνύναι, ανάπτυξον, και ακούσας τί περί όρκων ό Χριστός εκεί διαλέγεται, φρίξον και απόστηθι. Τί ούν εκεί περί όρκων φησίν; Έγώ δέ λέγω υμίν, μή ομόσαι όλως· σύ δέ τον νόμον τον κωλύοντα ομνύναι, τούτον όρκον ποιείς; Ω της ύβρεως! Ω της παροινίας! Ταυτόν γάρ ποιείς, ώσπερ αν ει τις τον νομοθέτην τον κωλύοντα φονεύειν, αυτόν σύμμαχον κελεύοι γενέσθαι προς την σφαγήν». Ιω. Χρυσοστόμου, Εις ανδριάντας 15,5, PG 49,160.
22. Γρηγορίου Παλαμά, Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσιας 3, έκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τόμ. 5, σ, 254-5. Για απόψεις συγγραφέων τής περιόδου τής Τουρκοκρατίας σχετικά με τον όρκο βλ. Β. Καλλιακμάνη, Η χρήση του Δεκαλόγου στην Τουρκοκρατία, Θεσσαλο¬νίκη 1988, σ. 108-17.
23. Βλ. Τ. Γριτσοπούλου, «Περί όρκου», Αρχείον Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου 7(1952), Άθήναι 1952, σ. 115 κ.έ.
24. Βλ. (Θ. Φαρμακίδου), Περί όρκου, Άθηναι 1849. Νεκταρίου Κεφαλά, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, «Περί όρκου», Θεολογικαί μελέται (εκδ. Τίτου Ματθαιάκη, Μητροπολίτου πρ. Παραμυθίας), Άθηναι 1990, σ. 61 κ.ε.
25. Γ. Ράλλη - Μ. ΓΙοτλη, Σύνταγμα Θείων και Ιερών κανόνων, τόμ. 5, Αθηναι 1855, σ. 617 κ.ε.

26. Βλ. Χρ. Ανδρούτσου, Σύστημα Ηθικής, σ. 340, βλ. και σημ. σ. 341-3.
27. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις ανδριάντας 15,5, PG 49,161
28. Βλ. Χρ, Ανδρούτσου, σ. 341.
29. Βλ, Άρθρο 13 §1.
30. Για περισσότερα βλ. Γ. Αρβανίτη, Ποινικά Χρονικά 29(1979), σ. 179- 182. Γ. Μαντζαρίδη, «Το πρόβλημα της επιβολής του όρκου», Μελέτες, τεύχ. 5, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 116-22. Ευ, Μαντζουνέα, Το πρόβλημα του όρκου, Αθήναι 1979. Ευ, Κρουσταλάκη, «Η υποχρέωση ορκοδοσίας εκείνων που πρεσβεύουν τη χριστιανική θρησκεία ιδίως μετά το Σύνταγμα του 1975», Δίκη 11(1980), σ. 3-33, Γ. Πρίντζιπα, «Ο δικονομικός όρκος και η αντίθεσή του προς το Σύνταγμα», Δίκη 11(1980), σ. 33-43. Σ. Παπαθεμελή, Το ζήτημα του όρκου, Θεσσαλονίκη 1981. Δ. Αθανασοπούλου, Το απαράδεκτον του όρκου, Αθήνα 1994.

(Χριστιανική Ηθική, τόμος Β, εκδ. Πουρναρά, 2004, σελ. 483-492)

Μόλις έπρόκειτο οι στρατηγοί μέ τά στρατεύματά τους νά πάρουν τό δρόμο γιά τή Φρυγία, προσήλθαν στον Άγιο μερικοί κάτοικοι τής πόλεως καί μέ πολύ ψυχικό πόνο τού υπέβαλαν μιά θερμότατη παράκληση: τού ζήτησαν δηλαδή νά υπερασπίσει κάποιους άδικουμένους. Καί πραγματικά, πολύ σύντομα αύτοί θά έκτελούνταν άδικα. Συγκεκριμένα, έλεγαν στον Άγιο ότι ό Εύστάθιος, ό διοικητής τής πόλεως, άφού δωροδοκήθηκε μέ πολλά χρήματα άπό φθονερούς καί φοβερά κακούς ανθρώπους, καταδίκασε σέ θάνατο τρεις κατοίκους τής πόλεως, χωρίς νά έχουν κάμει καί τήν παραμικρή παράβαση, καί δέν τούς έπέβαλε κάποια μικρή τιμωρία, πού καί αυτό βέβαια θά ήταν δυσάρεστο γιά άθώους, αλλά ύποφερτό. Τού έλεγαν άκόμη ότι και ολόκληρη ή πόλη πενθεί πολύ και οδύρεται για την άδικη καταδίκη των αθώων σε θάνατο και επικαλείται με φωνές απελπισίας την παρουσία του καί, αν πάει εκεί, ό ήλιος δεν πρόκειται να δεί τέτοιο μίασμα σ’ αύτή.
Όταν τούς άκουσε ό άνθρωπος τού Θεού καί ακριβέστατος μιμητής τής φιλευσπλαχνίας τού ’Ιησού, δέ θεώρησε άδικαιολόγητη την ανάγκη για βοήθεια, ούτε καθυστέρησε καθόλου, άπό τη στιγμή πού άκουσε τό αίτημα, να σπεύσει να βοηθήσει. Έτσι, αφού ντύθηκε τό ζήλο για τό καλό, σαν κάποια λεοντή, αμέσως τινάχτηκε όρθιος καί γέμισε ή ψυχή του μέ άκατάβλητο θάρρος. Χωρίς καθυστέρηση συμπαρέλαβε τούς τρεις στρατηγούς, για τούς όποιους έγινε λόγος παραπάνω, καί πήρε τό δρόμο να προλάβει να σώσει τούς άδικουμένους άπό την εκτέλεση.

Όταν, λοιπόν, έφτασε σέ κάποιον τόπο, πού ονομαζόταν Λέων, ζητούσε να μάθει άπό τούς έκεί παρευρισκόμενους άν γνωρίζουν κάτι γιά τούς καταδίκους καί πού τούς έχουν άφήσει. Εκείνοι τού είπαν ότι τούς έχουν στην τοποθεσία πού ονομάζεται Διόσκουροι, στην πλατεία. Τότε ό Αγιος προχώρησε κατευθείαν προς τον τόπο τού μαρτυρίου των αγίων Κρίσκεντος καί Διοσκουρίδου. Προχωρώντας έμαθε ότι οί κατάδικοι λίγο πριν πέρασαν την πύλη καί οδηγούνταν κοντά στο Βηρά. Στον τόπο αύτό θά γινόταν ή έκτέλεσή τους. ’Αμέσως έπιτάχυνε τό βήμα καί, άναπληρώνοντας την άδυναμία των γηρατειών του μέ τη φλόγα τής καρδιάς του, έφτασε σέ σύντομο χρόνο στον καθορισμένο γιά την εκτέλεση τόπο. Έκεί είδε πολύν όχλο γύρω γύρω συγκεντρωμένον καί τούς καταδίκους — άλίμονο! — μέ τα χέρια δεμένα πίσω καί τα μάτια τους καλυμμένα να περιμένουν μέ γυμνό τον τράχηλο τό χτύπημα τού δημίου. Ό δήμιος είχε ήδη βγάλει τό ξίφος άπό τή θήκη του καί έβλεπε μέ φονική καί μανιακή διάθεση τούς καταδίκους, υποδηλώνοντας μέ τήν έκφραση τού προσώπου του τήν ορμή του προς τή σφαγή. Τό θέαμα ήταν φρικτό καί δέν ήταν δυνατόν νά τό άντικρίσει συνετός οφθαλμός.

Όταν ό "Αγιος είδε αυτό τό τραγικό θέαμα, αφού συνδύασε την αύστηρότητα με την πραότητα, δεν έβγαλε δυνατή και ταραγμένη φωνή, ούτε πλησίασε μέ άπρεπή συμπεριφορά και έξαλλοσύνη, άλλα άπλώς έτρεξε άμέσως προς τον δήμιο, τού άρπαξε τό ξίφος άπό τά χέρια, χωρίς καθόλου νά φοβηθεί ούτε νά τά χάσει, τό πέταξε στο έδαφος και ελευθέρωσε τούς καταδίκους άπό τις χειροπέδες.
’Αλλά έκείνο πού είναι τό πιο έκπληκτικό άπ’ όλα είναι τό γεγονός ότι αύτά τά έκανε ό Αγιος σάν νά είχε άπεριόριστη εξουσία στά χέρια του και, ένώ όλοι τά έβλεπαν, δέν ύπήρξε κάνεις πού νά τον έμποδίσει. Αύτό, κατά τή γνώμη μου, οφείλεται στο ότι ντρέπονταν τήν πλεονάζουσα άρετή του και τό ζήλο του γιά δικαιοσύνη.
Οι άνθρωποι, λοιπόν, πού σώθηκαν έχυναν θερμά δάκρυα χαράς και έβγαζαν φωνές άγαλλιάσεως γιά τήν άνέλπιστη μεταβολή τής τύχης τους, ένώ όλος ό τόπος έγινε ένα θέατρο άνθρώπων, πού επευφημούσαν τον "Αγιο και έπιδοκίμαζαν τήν πράξη του και ομιλούσαν μεταξύ τους γιά τό γεγονός, κατακυριευμένοι άπό τήν έκπληξη και τό θαύμα.
Εκεί έκαμε τήν εμφάνισή του και ό Εύστάθιος, ό διοικητής, ό όποιος άδικα είχε έτοιμάσει γι’ αύτούς τό ποτήρι τού θανάτου. Ό "Αγιος όμως δέν έδωσε καμιά σημασία στήν παρουσία του καί, όταν έκείνος πλησίασε κοντά του, δέν τον δέχτηκε καί, άκόμη, όταν προσπαθούσε νά πέσει στά πόδια του, τον άπώθησε. Επιπλέον, τον άπείλησε ότι θά τον καταγγείλει στο βασιλιά καί θά έπικαλεσθεί τό Θεό νά τον τιμωρήσει μέ τις βαρύτερες τιμωρίες, γιατί χρησιμοποιούσε μέ πολύ άδικο τρόπο τήν έξουσία του καί διέπραττε μεγάλα κακά καί άδικίες.
Ύστερα άπό αύτά, ό Εύστάθιος αισθανόταν φοβερό τό χτύπημα από τό κεντρί τής μεταμέλειας και ακόμη πιο φοβερούς τούς ελέγχους τής συνειδήσεώς του. Για τό λόγο αύτό έπιζητούσε με δάκρυα τήν ευσπλαχνία και έπεσε ικετευτικά στά πόδια τού Άγιου λέγοντας τι βεβαίως θά έπρεπε νά κάνει, ώστε ό μεγάλος Άγιος νά θέσει τέρμα στήν άγανάκτησή του και νά τον συγχωρήσει. Έπειτα μετέθετε τήν εύθύνη του, γιά τήν άδικία εις βάρος των τριών άνδρών, στο Σιμωνίδη και τον Εύδόξιο, τούς τοπικούς άρχοντες των Μυρέων. Ό Άγιος όμως ήξερε ότι αύτός έλεγε ψέματα. Πραγματικά, γνώριζε πολύ καλά ότι ό Εύστάθιος έβαλε σέ κατώτερη μοίρα τό δίκαιο άπό τό χρυσάφι, μέ τό όποιο τον δωροδόκησαν, και καταδίκασε αθώους άνθρώπους σέ θάνατο. Όλοι, λοιπόν, οι συγκεντρωμένοι έκει άνθρωποι έξέφραζαν προς τον Άγιο τις εύχαριστίες τους και τό όνομα τού Νικολάου έγινε στο στόμα τους κελάηδημα και λειτούργημα χωρίς τελειωμό.

ΣΥΜΕΩΝ, ΛΟΓΟΘΕΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ,ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΝΘΑΥΜΑΣΙ ΠΕΡΙΩΝΥΜΟΥ  ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ (Απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα)

Σ’ έναν μπακάλη για το σωστό ζύγισμα

...... Σ’ έκλεψαν οι νεαροί υπάλληλοι σου, ο ένας μετά τον άλλον, και όλοι με τη σειρά. Και απέλυες τον έναν μετά τον άλλον, με τη σειρά, και τους άλλαζες με άλλους και αυτούς με επόμενους. Προσελάμβανες τους νέους με τις καλύτερες συστάσεις ως έντιμους και σωστούς, και όλοι απεδείχθησαν κλέφτες. Αυτό μερικές φορές σε εξόργιζε και άλλες σε έθλιβε. Ασταμάτητα παραπονιόσουν στους φίλους σου στην αγορά και κανείς δεν μπορούσε να σε συμβουλεύσει κάτι. Συνήθως σου απαντούσαν: «Τι τα θες, έτσι είναι ο κόσμος σήμερα!». Ώσπου ο Θεός σου έστειλε τον σωστό σύμβουλο. Έφθασαν στην πόλη σας κάποιοι Ρώσοι καλόγεροι ζητώντας ελεημοσύνη για το μοναστήρι τους. Ένα πρωί μπήκαν στο κατάστημα σου. Συζήτησες αρκετά μαζί τους. Τελικά παραπονέθηκες για τους νεαρούς βοηθούς σου και ο γέροντας καλόγερος διαρκώς κοιτούσε το πρόσωπο σου και σιωπούσε. Όταν ολοκλήρωσες τον παραπονετικό λόγο σου, είπε ο γέρων: « Υπάρχει φάρμακο γι’ αυτό!».
« Πώς; Πού;»
«Το φάρμακο βρίσκεται μέσα σου», απάντησε ο γέροντας. «Πρόσεχε από εδώ και μπρος, πως ζυγίζεις εσύ ο ίδιος τα προϊόντα. Βάζε περισσότερο στο ζύγισμα, πάντα γέμιζε το! Και οι κλέφτες θα πάψουν να σε κλέβουν».
Κεραυνοβολημένος σάστισες! Αυτό ούτε καν το υπαινίχθηκε ποτέ κανείς, δηλαδή ότι σε κλέβουν επειδή εσύ κλέβεις τους άλλους. Έκλεβες τους πελάτες σου στο ζύγισμα, γι’ αυτό οι νεαροί έκλεβαν εσένα. Αμέσως ξεκίνησες διαφορετικά. Έβαζες περισσότερο στο ζύγισμα. Λίγη ζάχαρη παραπάνω, λίγους κόκκους καφέ περισσότερους, ή ρύζι ή όποιο άλλο προϊόν. Έτσι ακριβώς όπως έκαναν οι παλιοί έμποροι. Και από τότε ποτέ πια δεν αντελήφθης ότι κάποιος σε έκλεψε. Οι ίδιοι εκείνοι νεαροί βοηθοί σου, που κάποτε σε έκλεβαν, εδώ και πολλά χρόνια είναι μαζί σου. Όλοι εργάζονται έντιμα, και κανείς δεν κλέβει. Και το κατάστημα σου πηγαίνει καλύτερα. Απλά από εκείνη τη μέρα αισθάνεσαι την ευλογία του Θεού, όταν ο πνευματικός γέροντας σου άνοιξε τα μάτια και είδες την αλήθεια.
Έτσι και εσύ τώρα ως κάποιος κήρυκας του Ευαγγελίου, δίνεις μάθημα σε όλη την αγορά και αντί να παίρνεις συμβουλές, δίνεις εσύ. Ακόμα τοποθέτησες πινακίδα στον τοίχο του μαγαζιού σου με φαρδιά γράμματα: « Εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν».
Ο Θεός να σου χαρίζει ζωή και να σε ευλογεί.

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,
«Δεν φτάνει μόνο η πίστη… Ιεραποστολικές Επιστολές Β’» σελ 33.

 

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (184) Αγάπη Θεού (48) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (42) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (49) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (15) άγιος (75) αγνότητα (7) άγχος (11) αγώνας (60) αγώνας πνευματικός (22) αθεΐα (90) αιρέσεις (67) αλήθεια (26) αμαρτία (61) Αμβρόσιος άγιος (1) Ανάσταση (65) ανασταση νεκρών (5) ανθρώπινες σχέσεις (132) άνθρωπος (17) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (55) ασθένεια (17) άσκηση (3) αστρολογία (2) αυτογνωσία (47) Β Παρουσία (9) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (4) βιοηθική (9) γάμος (36) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (29) γνώση (5) γονείς (41) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (4) δάσκαλος (10) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (41) διάβολος (44) διάκριση (41) διάλογος (2) δικαιοσύνη (3) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (94) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (56) Εκκλησιαστική Ιστορία (11) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (14) ελευθερία (15) Ελλάδα (15) ελπίδα (14) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (66) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (5) επιστήμη (65) εργασία (27) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (38) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (58) ευγένεια (4) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (23) ευχαριστία (7) ζήλεια (1) ζώα (13) ηθική (5) ησυχία (5) θάνατος (95) θάρρος (15) θαύμα (65) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (46) Θεία Λειτουργία (43) θεία Πρόνοια (2) θέληση (4) θεολογία (10) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (103) θρησκείες (7) θυμός (30) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (4) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (16) ιερέας (45) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (5) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (14) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (19) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (37) καταναλωτισμός (1) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (4) Κλίμακα (2) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (80) κόλαση (11) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (3) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (44) λείψανα (2) λογισμοί (26) λύπη (1) μαγεία (5) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (6) μελέτη (6) μετά θάνατον (26) μετά θάνατον ζωή (27) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (62) μητέρα (9) μίσος (1) μνημόσυνα (4) μοναξιά (11) μοναχισμός (9) μόρφωση (9) μουσική (2) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (13) Νικόλαος Άγιος (2) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (50) όρκος (1) πάθη (31) πάθος (2) παιδεία (8) παιδιά (21) Παΐσιος Όσιος (9) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) Παπαδόπουλος Στυλιανός (1) παράδειγμα (6) Παράδεισος (43) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πεντηκοστή (4) πίστη (148) πλούτος (12) πνευματική ζωή (62) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (11) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (24) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (41) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (126) προσοχή (3) προτεσταντισμός (17) προφητείες (1) ραθυμία (3) Ρωμαιοκαθολικισμός (12) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (25) Σταύρωση (11) συγχώρηση (5) σχίσμα (1) σώμα (4) ταπεινοφροσύνη (61) ταπείνωση (2) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (7) υπαρξιακά (36) υποκρισία (2) υπομονή (39) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (10) φιλοσοφία (11) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (19) φως (1) χαρά (26) χάρις θεία (10) χαρίσματα (1) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (20) Χριστός (9) Χριστούγεννα (38) χρόνος (15) ψεύδος (10) ψυχαγωγία (1) ψυχή (62) ψυχολογία (13)