Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Στεναγμούς αλαλήτους. 
Ο μέγας θεολόγος της αρχαίας Εκκλησίας Ωριγένης, ανέβηκε κάποτε στον άμβωνα για να κηρύξη.

Το πολυπληθές ακροατήριο, με συγκρατημένη την αναπνοή, περίμενε ν’ ακούση το διάσημο ομιλητή. Ο Ωριγένης άνοιξε, κατά τη συνήθειά του, την Αγία Γραφή, για να κηρύξη εντελώς αυτοσχέδια, επί του πρώτου γραφικού χωρίου, που θα συναντούσε.

Τα μάτια του έπεσαν στα λόγια του Προφήτου:

«Και είπεν ο Θεός τω αμαρτωλώ˙ ίνα τί συ εκδιηγεί τα δικαιώματά μου και αναλαμβάνεις την διαθήκην μου δια στόματός σου;» Πώς εσύ ο αμαρτωλός εξαγγέλλεις τα προστάγματά μου και πιάνεις τις εντολές μου στο στόμα σου;

Οι λόγοι αυτοί σαν βέλος ξέσχισαν την καρδιά του ομιλητού... Μέσα από τις γραμμές αυτές, αναδύθηκε έξαφνα ένα μεγάλο κάτοπτρο, στο οποίον κατοπτρίστηκε ο γίγας εκείνος της αρετής και είδε ολόκληρη την αμαρτωλότητά του.

Προσπάθησε ν’ αρχίση το λόγο. Μάταια όμως. Ένας κόμπος του έπνιγε το λαιμό. Ξέσπασε σε δάκρυα και κατέβηκε από τον άμβωνα, χωρίς να κηρύξη.

Το ακροατήριο παρακολουθούσε έκπληκτο τα συμβαίνοντα. Και επήρε το μεγάλο μάθημα του βωβού εκείνου κηρύγματος. Χωρίς λόγια και ρητορικά άνθη, το κήρυγμα εκείνο του Ωριγένους, που έγινε «στεναγμοίς αλαλήτοις», υπήρξε το πιο καρποφόρο κήρυγμα του μεγάλου Θεολόγου.

Η ίδια κατάνυξη, που κατέλαβε τον ομιλητή σαν άνοιξαν μπροστά του τον καθρέφτη της αγιότητος τα λόγια του Προφήτη, συνεκλόνισε και τις ψυχές των ακροατών μπροστά στην αγιότητα του Ομιλητού, που την απεκάλυπτε η ασυγκράτητη συγκίνησή του.


Από το βιβλίο «Ύδωρ εκ Πέτρας»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο 482)

Ὁ ἅγιος Παΐσιος πού ἦταν ἕνα διάστημα στήν Μονή τοῦ ἁγίου Φιλοθέου γράφει γιά τόν γερο-Αὐγουστῖνο:

«Ἡ μορφή τοῦ Γέροντα ἦταν φωτεινή, γιατί τόν εἶχε ἐπισκιάσει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Τήν ὥρα πού θά ἔφευγε ἡ ψυχή τοῦ Γερο-Αὐγουστίνου τό πρόσωπο του ἄστραψε τρεῖς φορές! ».

Ἦταν Ρῶσος στήν καταγωγή, μιλοῦσε σπαστά ἑλληνικά καί ἔλεγε:

«Καρδιά Πάσχα, νοῦς λάμπα, μάτια δάκρυα».

Εἶναι καταπληκτικό! ἐνθουσιάσθηκα, γιατί αὐτό εἶναι τό ἀπόσταγμα μιᾶς ζωῆς...

Ἄν τό ἀναστρέψουμε, «στά μάτια δάκρυα-μετάνοια, στόν νοῦ φῶς-λάμπα, καί στήν καρδιά Πάσχα», τότε καταλαβαίνουμε πῶς προχωρεῖ κανείς στήν πνευματική ζωή.

Ποιός δέν θέλει νά ζήση τό Πάσχα στήν καρδιά του; Ποιός δέν θέλει νά ἔχη φωτισμένο νοῦ καί νά μήν ἔχη σύγχυση; Ναί, αὐτό ἀρχίζει ἀπό τά δάκρυα τῆς μετανοίας...

Διαβάζοντας το Κατά Ιωάννη στέκομαι πάντα σε μια μικρή πρόταση, την μικρότερη του ιερού κειμένου: «Εδάκρυσεν ο Ιησούς» (Ιω. ΙΑ,35). Από την περικοπή του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου όπου περιγράφεται το θαυμαστό γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου. Σ' αυτή τη φράση πάντα στέκομαι αρκετή ώρα. Η πιο μικρή πρόταση του Ευαγγελίου. «Εδάκρυσεν ο Ιησούς». Εμπρός στο τρομερό και μέγα μυστήριο του θανάτου δακρύζει ο Θεάνθρωπος. Όταν οι οικείοι του Λαζάρου έδειξαν τον τόπο ταφής στο Χριστό, Εκείνος δάκρυσε. Παρόλο που μετά από λίγο Ανέστησε τον αγαπημένο του φίλο εκ νεκρών, προτυπώνοντας με δύναμη κι ενάργεια τη δική Του Αγία Ανάσταση, εκείνη τη χρονική στιγμή δάκρυσε.

Αυτός που έγινε πλήρης μέτοχος της ανθρώπινης τραγωδίας, του πόνου και του θανάτου στο μέγιστο βαθμό, δακρύζει.

Ο Θεάνθρωπος Κύριος της ζωής και του θανάτου, δεν αποδέχεται την εξαφάνιση και τον εκμηδενισμό του ανθρώπινου προσώπου, του πιο λαμπρού Του δημιουργήματος που το στόλισε με τη δυνατότητα και το προορισμό μια αθάνατης ζωής.

Μας διδάσκει το δάκρυ του Κυρίου, την ασυμβίβαστη στάση ημών των Χριστιανών, απέναντι στον όλεθρο του θανάτου και του φθοροποιού κυκλικού χρόνου. Κανένας συμβιβασμός με το θάνατο, τη φθορά, την αμαρτία και τα τέκνα τους.

Η Ανάσταση του Χριστού κατενίκησε το θάνατο και εσκύλευσε τον Άδη, εξασφαλίζοντας στο γένος μας, τη δυνατότητα της Αναστάσιμης ζωής του Χριστού κι έναν ολότελα Νέο τρόπο ύπαρξης.

Δε θέλω να κάνω εκτενέστερη θεολογική ανάλυση παρά μόνο μια ευχή: η Ανάσταση να γίνει σε όλους μας τρόπος κι ουσία ζωής. Μιάς ζωής με αυθεντικότητα κι αλήθεια, ενάντια στους μικρούς και μεγάλους θανάτους που μας καταδιώκουν. Ταυτόχρονα μου ρχεται στο μυαλό ο στίχος του Ν. Καββαδία «της θάλασσας κατανικώντας του θανάτους...»

Προσδοκούμε λοιπόν «Ανάστασιν Νεκρών»
όντες μάρτυρες της Ανάστασης του Χριστού.

Καλή Ανάσταση!

Φαίδων Χριστοδουλάκης, ΜΑ Θεολογίας

(έκδοση Ι. Μονή Παρακλήτου). ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΟΓΔΟΟΣ. Περί προσευχής.
(Διά την ιεράν προσευχήν, την μητέρα των αρετών, και διά το πώς πρέπει να παρίσταταί τις είς αυτήν νοερώς και σωματικώς). 

1. Η προσευχή, ως προς την ποιότητά της, είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν[1], και ως προς την ενέργειά της, σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συμφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων, καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησις των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος πού μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική ευφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς πού κτυπά την απόγνωσι, απόδειξις της ελπίδος, διάλυσις της λύπης, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, μείωσις του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδου, φανέρωσις των μέτρων, δήλωσις της πνευματικής καταστάσεως, αποκάλυψις των μελλοντικών πραγμάτων, σημάδι της πνευματικής δόξης που έχει κανείς. Η προσευχή είναι γι΄ αυτόν που προσεύχεται πραγματικά δικαστήριο και κριτήριο και βήμα του Κυρίου, πρίν από το μελλοντικό βήμα.

2. Ας εγερθούμε και ας ακούσωμε την ιερή αυτή βασίλισσα των αρετών να φωνάζη με υψωμένη την φωνή και να μας λέγη: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν μου εφ΄ υμάς, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών -και ίασιν ταίς πληγαίς υμών- ο γάρ ζυγός μου χρηστός – και πταισμάτων μεγάλων ιαματικός – υπάρχει» (πρβλ. Ματθ. ια΄ 28-30).

3. Όσοι πηγαίνομε να παρασταθούμε ενώπιον του Βασιλέως και Θεού και να συνομιλήσωμε μαζί Του, ας μη προχωρούμε χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία. Διότι υπάρχει φόβος, εάν μας ιδή από μακρυά να μην έχωμε τα όπλα και την στολή που αρμόζουν για την παρουσίαση ενώπιον του Βασιλέως, να διατάξη τους υπηρέτας και λειτουργούς Του να μας δέσουν και να μας εξορίσουν μακρυά από το πρόσωπό Του, και τις δεήσεις μας να τις σχίσουν και να τις πετούν στο πρόσωπό μας.
4. Όταν ξεκινάς να σταθής ενώπιον του Κυρίου, ας είναι ο χιτών της ψυχής σου υφασμένος εξ ολοκλήρου με το νήμα ή μάλλον με το λήμμα της αμνησικακίας. Ειδεμή τίποτε δεν πρόκειται να ωφεληθής από τον προσευχή. Όλο το ύφος και το λεκτικό της προσευχής σου ας είναι ανεπιτήδευτο, διότι ο τελώνης και ο άσωτος με έναν μόνο λόγο συμφιλιώθηκαν με τον Θεόν.
5. Μία είναι εξωτερικώς η στάσις στην προσευχή, αλλά παρουσιάζει εσωτερικώς πολλές ποικιλίες και διαφορές. Άλλοι συνομιλούν μαζί Του σαν με φίλο και κύριό τους, και Του προσφέρουν τον ύμνο και την ικεσία χάριν των άλλων και όχι του εαυτού τους. Άλλοι ζητούν πλούτο και δόξα και περισσοτέρα παρρησία. Άλλοι παρακαλούν να απαλλαγούν τελείως από τον εχθρό τους. Μερικοί ικετεύουν να τους δοθή κάποια τιμή, και μερικοί για την τελεία εξάλειψι του χρέους τους. Άλλοι ζητούν απελευθέρωσι από τα δεσμά των παθών, και άλλοι συγχώρησι των ανομημάτων τους.
6. Πριν απ΄ όλα ας βάλωμε στον κατάλογο της δεήσεώς μας την ειλικρινή ευχαριστία. Στην δεύτερη σειρά, την εξομολόγησι των αμαρτιών μας και την συντριβή της ψυχής μας με συναίσθησι. Και εν συνεχεία ας αναφέρωμε τα αιτήματά μας προς τον Παμβασιλέα. Ο τρόπος αυτός της προσευχής είναι άριστος, όπως απεκαλύφθη σε κάποιον από τους αδελφούς από Άγγελον του Κυρίου.
7. Εάν κάποτε εστάθηκε ως υπόδικος εμπρός σε επίγειο δικαστή, δεν χρειάζεσαι άλλο υπόδειγμα για την παράστασι στην προσευχή σου. Εάν δε δεν εστάθηκες ακόμη, αλλά ούτε και άλλους είδες να δικάζωνται, τουλάχιστον ας το διδαχθής αυτό από τις ικεσίες των ασθενών προς τους ιατρούς, όταν πρόκειται να χειρουργηθούν ή να καυτηριασθούν.
8. Μην επιτηδεύεσαι τα λόγια της προσευχής σου. Διότι πολλές φορές τα απλά και ανεπιτήδευτα ψελλίσματα των μικρών παιδιών ευχαρίστησαν και ικανοποίησαν τον ουράνιο Πατέρα τους.
9. Μη ζητής να λέγης πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθή ο νους σου, αναζητώντας λόγια. Ένας λόγος πίστεως έσωσε τον ληστή. Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές εδημιούργησε στο νου φαντασίες και διάχυσι, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει τον νου.
10. Όταν αισθάνεσαι γλυκύτητα ή κατάνυξι σε κάποιο λόγο της προσευχής σου, σταμάτησε σ΄ αυτόν, διότι τότε συμπροσεύχεται μαζί μας ο φύλαξ Άγγελός μας.
11. Μή προσεύχεσαι με παρρησία, έστω και εάν διαθέτης καθαρότητα. Αντιθέτως πλησίασε με πολλή ταπεινοφροσύνη, και έτσι θα αποκτήσης περισσοτέρα παρρησία.
12. Και αν ακόμη έχης ανεβή όλη την κλίμακα των αρετών, και τότε πάλι να προσεύχεσαι υπέρ αφέσεως των αμαρτιών σου, ακούοντας τον Παύλο να βοά: «Αμαρτωλών πρώτος ειμί εγώ» (Α΄ Τιμοθ. α΄ 15).
13. Τα φαγητά τα αρτύουν με το λάδι και το αλάτι. Και στην προσευχή δίνουν φτερά η ζωή της σωφροσύνης και αγνότητος, και τα δάκρυα.
14. Αν ενδυθής καλά την πραότητα και την αοργησία, τότε δεν θα κοπιάσης πολύ να ελευθερώσης τον νου σου από την αιχμαλωσία.
15. Έως ότου αποκτήσωμε προσευχή εναργή, θα ομοιάζωμε με εκείνους που γυμνάζουν στις αρχές τα νήπια πώς να βαδίζουν.
16. Να πυκτεύης, ώστε να ανυψώνης ή μάλλον να περικλείης την σκέψι σου μέσα στα λόγια της προσευχής. Και εάν, λόγω της νηπιακής σου πνευματικής καταστάσεως, ατονήση και ξεφύγη, συμμάζεψέ την πάλι. Διότι ίδιον του νου είναι το άστατον, και ίδιον του Θεού το να μπορή όλα να τα σταθεροποιή.
17. Αν αγωνίζεσαι συνεχώς και αποφασιστικώς, τότε θα σε επισκεφθή και εσένα Εκείνος πού θέτει όρια στην θάλασσα του νου και κατά την ώρα της προσευχής σου θα της ειπή: «Μέχρι τούτου ελεύση, και ούχ υπερβήση» (Ιώβ λη΄ 11).
18. Είναι αδύνατο να δεσμεύση κάποιος ένα πνεύμα, (όπως τον νου). Όπου όμως παρουσιασθή ο Κτίστης του πνεύματος, τα πάντα υποτάσσονται.
19. Εάν κάποτε αντίκρυσες καθαρά τον Ήλιο, (δηλαδή τον Χριστόν), τότε θα κατορθώσης και να συνομιλήσης μαζί Του όπως πρέπει. Ειδεμή, πώς μπορείς να συνομιλής πραγματικά με κάποιον πού δεν τον έχεις ιδεί;
20. Αρχή της προσευχής είναι το να διώκωνται οι εχθρικές προσβολές στην αρχή τους, με ένα αποφασιστικό λόγο. Μέσον, το να παραμένη ο νους στα λόγια και στα νοήματα της προσευχής. Και τέλος, το να αρπαγή ο νους προς τον Κύριον.
21. Άλλη είναι η αγαλλίασις που δοκιμάζουν στην προσευχή τους οι κοινοβιάτες, και άλλη οι ησυχασταί. Διότι η πρώτη ίσως να επηρεάζεται κάπως από την κενοδοξία, ενώ η δευτέρα είναι γεμάτη από ταπεινοφροσύνη.
22. Εάν γυμνάζης πάντοτε τον νου σου να μη φεύγη μακρυά, τότε και κατά την ώρα της τραπέζης θα ευρίσκεται κοντά σου. Εάν όμως συνηθίζη να περιπλανάται ελεύθερα, ποτέ δεν θα κατορθωθή να παραμένη πλησίον σου.
23. Ο μεγάλος εργάτης της μεγάλης και τελείας προσευχής (δηλαδή ο Απόστολος Παύλος), λέγει: «Θέλω ειπείν πέντε λόγους τώ νοί μου» κ.τ.λ. (Α΄ Κορ. ιδ΄ 19), πράγμα που είναι ξένο για τους νηπίους και αρχαρίους. Γι΄αυτό εμείς σαν ατελείς, εκτός από την ποιότητα, έχομε ανάγκη και από την ποσότητα της προσευχής. Το δεύτερο άλλωστε είναι πρόξενο του πρώτου. «Ο Θεός -λέγει η Γραφή- δίνει προσευχή καθαρή σ΄εκείνον πού προσεύχεται, έστω και ρυπαρά, αλλά χωρίς να υπολογίζη κόπο και πόνο» (πρβλ. Α΄ Βασ. β΄ 9).
24. Άλλο πράγμα είναι ο ρύπος της προσευχής και άλλο ο αφανισμός και άλλο η κλοπή και άλλο ο μώμος. Ο ρύπος είναι το να ίστασαι ενώπιον του Θεού και να έχης αισχρές σκέψεις. Ο αφανισμός είναι το να αιχμαλωτίζεται ο νους σου από μάταιες φροντίδες και μέριμνες. Η κλοπή είναι το να πέφτη η σκέψις ανεπαίσθητα σε ρεμβασμούς. Και μώμος είναι ο οιοσδήποτε πειρασμός πού έρχεται να μας θίξη την ώρα της προσευχής.
25. Όταν δεν είμαστε μόνοι μας κατά την ώρα της προσευχής τότε ας λαμβάνωμε μόνο εσωτερικά την αρμόζουσα ικετευτική στάσι. Όταν όμως απουσιάζουν εκείνοι πού θα μας επαινούσαν, τότε ας συμμορφώσουμε αναλόγως και την εξωτερική μας στάσι. Διότι στους ατελείς πολλές φορές ο νους συμμορφώνεται προς την στάσι του σώματος.
26. Όλοι βέβαι, αλλά περισσότερο εκείνοι πού πηγαίνουν στον βασιλέα για να ζητήσουν άφεσι του χρέους των, έχουν ανάγκη από απερίγραπτη συντριβή.
27. Εάν ακόμη ευρισκώμαστε στο δεσμωτήριο, ας ακούσωμε τα λόγια του Αγγέλου προς τον Πέτρο: «Ζώσου την ποδιά της υπακοής, βγάλε από πάνω σου τα θελήματά σου, και έτσι γυμνός πλησίασε και προσευχήσου στον Κύριον, ζητώντας το ιδικό Του μόνο θέλημα» (πρβλ. Πράξ. ιβ΄ 8), και θα αποκτήσης τότε τον Θεόν, ο οποίος θα κρατά το τιμόνι της ψυχής σου και θα σε κυβερνά ακίνδυνα.
28. Αφού εγερθής από την φιλοκοσμία και την φιληδονία, πέταξε από πάνω σου τις μέριμνες, βγάλε από πάνω σου τις σκέψεις, απαρνήσου το σώμα, (και τότε προσευχήσου). Διότι η προσευχή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποξένωσις από όλον τον ορατό και αόρατο κόσμο.
Θεέ μου, «τι γάρ μοι υπάρχει έν τώ ουρανώ»; Τίποτε! «Και παρά σού τι ηθέλησα επί της γής»; (πρβλ. Ψαλμ. οβ΄ 25). Τίποτε! Παρά μόνο το να προσκολλώμαι πάντοτε σ΄ Εσένα απερίσπαστα μέσω της προσευχής. Μερικοί ζουν με την επιθυμία του πλούτου, άλλοι με της δόξης και άλλοι με κάποιου άλλου κτίσματος. «Εμοί δε το προσκολλάσθαι τώ Θεώ επιθυμητόν εστί, τίθεσθαι έν αυτώ την ελπίδα της απαθείας μου» (πρβλ. Ψαλμ. οβ΄ 28).
29. Η πίστις έδωσε φτερά στην προσευχή. Χωρίς αυτήν η προσευχή δεν μπορεί να πετάξη στον ουρανό.
30. Όσοι είμαστε εμπαθείς ας παρακαλέσωμε γι΄αυτό με επιμονή τον Κύριον, διότι όλοι οι απαθείς από την εμπάθεια προχώρησαν και έφθασαν στην απάθεια.
31. Παρ΄ όλον ότι σαν Θεός πού είναι δεν φοβείται τον Θεό ο «Κριτής» (πρβλ. Λουκ. ιη΄ 2), έν τούτοις όμως, επειδή τον ενοχλεί η χήρα, η ψυχή δηλαδή πού εχήρευσε από Αυτόν με τις αμαρτίες και τις πτώσεις της, θα εκδικηθή και θα την σώση από τον αντίδικό της, από το σώμα δηλαδή και από τους εχθρούς της δαίμονας.
32. Ο Θεός, ο καλός μας οικονόμος, τους ευγνώμονες τους εφελκύει στην αγάπη Του με την σύντομη εκπλήρωσι του αιτήματός των. Ενώ τις αχάριστες και όμοιες με τους σκύλους ψυχές τις αναγκάζει να κάθωνται πλησίον Του προσευχόμενες, πεινασμένες και διψασμένες για το αίτημά τους. Διότι ο αγνώμων σκύλος, μόλις πάρη το ψωμί, απομακρύνεται αμέσως από εκείνον πού του το έδωσε.
33. Να μη λέγης ότι, αν και προσευχήθηκες πολύν καιρό, δεν κατώρθωσες τίποτε, διότι ήδη κάτι σπουδαίο κατώρθωσες. Τι, αλήθεια, υπάρχει ανώτερο από την προσκόλλησι στον Κύριον και από την συνεχή παραμονή σ΄αυτήν την ένωσι;
34. Δεν φοβείται τόσο ο κατάδικος την απόφασι της τιμωρίας του, όσο φοβείται ο εργάτης της προσευχής την στάσι του στην ώρα της προσευχής. Γι΄αυτό, αν είναι σοφός και έξυπνος, με την ανάμνησι αυτής της ώρας θα μπορή να αποστρέφεται κάθε λοιδορία και οργή και μέριμνα και ασχολία και θλίψι και χορτασμό και λογισμό και πειρασμό.
35. Να προετοιμάζεσαι με την αδιάλειπτο εσωτερική προσευχή προκειμένου να σταθής να προσευχηθής, και έτσι σύντομα θα προοδεύσης (στην προσευχή).
36. Είδα μερικούς να λάμπουν στην υπακοή τους και να μην αμελούν, όσο τους ήταν δυνατό, την νοερά μνήμη του Θεού. Και μόλις εστάθηκαν στην προσευχή, εκυριάρχησαν σύντομα στον νου τους, αυτοσυγκεντρώθηκαν και έχυναν κρουνηδόν τα δάκρυα. Και τούτο, διότι ήταν προετοιμασμένοι από την οσία υπακοή.
37. Στην ψαλμωδία πού γίνεται με πολλούς ακολουθούν αιχμαλωσίες και ρεμβασμοί. Στην κατά μόνας όμως προσευχή δεν παρατηρούνται αυτά. Αλλά αυτήν την πολεμεί η ακηδία, ενώ την πρώτη την βοηθεί η προθυμία.
38. Την αγάπη του στρατιώτου προς τον βασιλέα την έδειξε η ώρα του πολέμου. Και την αγάπη του μοναχού προς τον Θεόν την εδοκίμασε ο καιρός και ο τρόπος της προσευχής. Την πνευματική σου κατάστασι θα σου την φανερώση η προσευχή σου. Οι θεολόγοι άλλωστε εχαρακτήρισαν την προσευχή καθρέπτη του μοναχού.
39. Εκείνος που ασχολείται με κάτι και το συνεχίζει, ενώ εσήμανε η ώρα της προσευχής, αυτός εμπαίζεται από τους δαίμονας. Διότι αυτό επιδιώκουν οι κλέπτες, ώρα με την ώρα να κλέβουν τον χρόνο της προσευχής μας.
40. Μην αρνήσαι να προσεύχεσαι για κάποια ψυχή (πού σου το εζήτησε), έστω και αν δεν διαθέτης καρποφόρο προσευχή. Διότι η πίστις εκείνου πού εζήτησε την προσευχή, έσωσε πολλές φορές κι εκείνον που προσευχήθηκε και μάλιστα με συντριβή καρδίας. Μην υπερηφανεύεσαι, εάν προσεύχεσαι για άλλους και εισακούεσαι, διότι η πίστις αυτών ενήργησε, ώστε να εισακουσθή η προσευχή σου.
41. Κάθε μαθητής θα εξετάζεται από τον διδάσκαλό του καθημερινά στα μαθήματά πού εδιδάχθη. Και από κάθε νού θα ζητηθή, και δικαίως, να παρουσιάση σε κάθε προσευχή του την δύναμι εκείνη πού έλαβε από τον Θεόν. Γι΄αυτό ας προσέχωμε.
42. Όταν προσευχηθής με προσοχή και επιμέλεια, τότε σύντομα θα πολεμηθής από το πάθος της οργής, διότι έτσι είναι το σχέδιο των δαιμόνων. Κάθε αρετή, πρό πάντων όμως την προσευχή, ας την εργαζώμεθα πάντοτε με πολλή συναίσθησι. Και η ψυχή τότε προσεύχεται με συναίσθησι, όταν υπερνικήση τον θυμό.
43. Όσα αποκτούμε με πολλές ικεσίες και σε πολύ χρόνο, αυτά είναι μόνιμα. Όποιος απέκτησε μέσα του τον Κύριον, δεν ρυθμίζει πλέον ο ίδιος τα λόγια και το σχέδιο της προσευχής, διότι τότε «το πνεύμα εντυγχάνει υπέρ αυτού στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. η΄ 26).
44. Να μη δεχθής στην προσευχή σου καμμία αισθητή εικόνα και φαντασία για να μη (πλανηθής και) παραφρονήσης.
45. Για κάθε αίτημα η πληροφορία εμφανίζεται στην προσευχή. Πληροφορία είναι η απαλλαγή από την αμφιβολία. Πληροφορία είναι η βεβαία και ασφαλής φανέρωσις ενός αγνώστου πράγματος.
46. Να γίνεσαι υπερβολικά ελεήμων και συμπονετικός, σύ πού καλλιεργείς την προσευχή. Διότι με την ελεημοσύνη οι μοναχοί «εκατονταπλασίονα λήψονται» στην παρούσα ζωή. Και το επόμενο του ευαγγελικού λόγου, (δηλαδή το «ζωήν αιώνιον κληρονομήσουσι), (Ματθ. ιθ΄ 29), θα το απολαύσουν στον μέλλοντα αιώνα.
47. Ήλθε το πύρ (του θείου πόθου) μέσα στην καρδιά και ανέστησε την προσευχή. Αφού δε η προσευχή ανεστήθη και ανελήφθη στους ουρανούς, έγινε στο ανώγειο της ψυχής η κάθοδος του πυρός (του Αγίου Πνεύματος).
48. Μερικοί ισχυρίζονται ότι η προσευχή είναι ανωτέρα από την μνήμη του θανάτου. Εγώ όμως γνωρίζω να ανυμνώ εξ ίσου τις δύο ουσίες της μιας υποστάσεως.
49. Ο ικανός ίππος συνήθως, καθώς αρχίζει να τρέχη, θερμαίνεται και προχωρώντας αυξάνει την ταχύτητα του δρόμου του. Ως δρόμο εννοώ την υμνωδία και ως ίππο τον ανδρείο νου, ο οποίος «πόρρωθεν οσφραίνεται πολέμου» (Ιώβ λθ΄ 25) και προετοιμάζεται για την μάχη και πάντοτε δείχνεται ανίκητος.
50. Είναι βαρύ να αρπάξης το νερό από το στόμα του διψασμένου. Βαρύτερο όμως είναι να διακόψης μία ψυχή πού προσεύχεται με κατάνυξι από την πολυπόθητη αυτή προσευχή της πρίν την τελειώση.
51. Μην αναχωρήσης από την προσευχή σου, πρίν ιδής να σταματούν, σύμφωνα με την οικονομία του Θεού, το πύρ (της χάριτος) και το ύδωρ (των δακρύων). Διότι ίσως να μη σου δοθή πάλι σε ολόκληρη την ζωή σου τέτοια ευκαιρία για την συγχώρησι των αμαρτιών σου. Εκείνος πού εγεύθηκε την χάρι της προσευχής, συνέβη ώστε πολλές φορές από έναν (απρόσεκτο) λόγο πού είπε να μολύνη τον νου του, και έτσι μόλις στάθηκε στην προσευχή δεν ευρήκε το ποθούμενο όπως συνήθως.
52. Άλλο είναι να επισκοπής (να εποπτεύης δηλαδή) συχνά την καρδιά σου και άλλο το να επισκοπεύσης (να κάνης δηλαδή χρέος επισκόπου) σ΄ αυτήν. Στην πρώτη περίπτωσι ο νους ομοιάζει με άρχοντα, ενώ στην δευτέρα με αρχιερέα, ο οποίος προσφέρει στον Χριστόν λογικές θυσίες[2]. Και όπως λέγει κάποιος πού έλαβε την προσωνυμία του θεολόγου[3], το Άγιον και Υπερουράνιον πύρ, (δηλαδή το Άγιον Πνεύμα), τους πρώτους τους επισκέπτεται ως φλόγα και τους καταφλέγει, διότι έχουν ακόμη ανάγκη καθάρσεως, ενώ τους δευτέρους ως φως και τους φωτίζει, διότι έφθασαν στα μέτρα της τελειότητος.
Το ίδιο δηλαδή Άγιον Πνεύμα ονομάζεται και «πύρ καταναλίσκον» (Εβρ. ιβ΄ 29) και «φως φωτίζον» (πρβλ. Β΄ Κορ. δ΄ 6). Γι΄αυτό και μερικοί όταν εξέρχωνται από την προσευχή, είναι σαν να εξέρχωνται από φλογισμένο καμίνι, αισθανόμενοι συγχρόνως μία ελάφρωσι και ένα καθαρισμό από τον ρύπο και το βάρος της αμαρτίας. Και άλλοι πάλι αισθάνονται σαν να εφωτίσθηκαν με φως και σαν να εφόρεσαν την διπλοΐδα της ταπεινώσεως και της αγαλλιάσεως. Όσοι εξέρχονται από την προσευχή τους χωρίς να αισθάνονται καμμία από τις δύο αυτές ενέργειες, αυτοί προσεύχονται όχι πνευματικά, αλλά σωματικά, για να μην ειπώ ιουδαϊκά. Διότι, εάν ένα ανθρώπινο σώμα πού εγγίζει σε άλλο υφίσταται κάποια επίδρασι και αλλοίωσι, πώς δεν θα δοκιμάση επίδρασι και αλλοίωσι εκείνος πού με καθαρά χέρια εγγίζει (διά της προσευχής και της θεωρίας) το «σώμα» του Θεού;
53. Ο πανάγαθος Βασιλεύς μας, όπως ακριβώς και ο επίγειος βασιλεύς, προσφέρει τα δώρα του στους στρατιώτες του άλλοτε ο ίδιος, άλλοτε με έναν φίλο του, άλλοτε με ένα υπηρέτη του και άλλοτε με άγνωστο τρόπο. Αλλά και ανάλογα με τον χιτώνα της ταπεινώσεως πού ο καθένας φορεί.
54. Στον επίγειο βασιλέα είναι αποκρουστικός εκείνος πού παρίσταται ενώπιόν του και εν συνεχεία γυρίζει το πρόσωπό του και συζητεί με τους εχθρούς του βασιλέως. Παρόμοια είναι αποκρουστικός στον Κύριον αυτός πού, ενώ προσεύχεται, δέχεται ακάθαρτους λογισμούς.
55. Όταν βλέπης τον κύνα να έρχεται (για να σε αποσπάση με κάποια πρόφασι από την προσευχή), κυνήγα τον με το όπλο. Και κάθε φορά πού γαυγίζει με αναίδεια, μην υποχωρής.
56. Να αιτής με δάκρυα και πένθος. Να ζητής με υπακοή. Να κρούης με μακροθυμία. Διότι «ο ούτως αιτών λαμβάνει, και ο ζητών ευρίσκει, και τω κρούοντι ανοιγήσεται» (Λουκ. ια΄ 10). Πρόσεξε μήπως προσευχηθής χωρίς την απαιτούμενη προσοχή για κάποια γυναίκα, και σε κλέψη εκ δεξιών ο διάβολος.
57. (Όταν προσεύχεσαι), μη θέλης να εξομολογήσαι τις σαρκικές αμαρτίες σου λεπτομερώς και όπως ακριβώς έγιναν, για να μη γίνης σύ ο ίδιος επίβουλος και επικίνδυνος στον εαυτό σου.
58. Ο καιρός της προσευχής ας μη γίνη για σένα ώρα πού θα σκεφθής σπουδαία και αναγκαία θέματα, έστω και πνευματικά. Διαφορετικά άφησες και σου έκλεψαν το πολυτιμότερο.
59. Όποιος κρατά στα χέρια του το ραβδί της προσευχής, δε πρόκειται να σκοντάψη. Αλλά και αν ακόμη σκοντάψη, δε θα πέση εντελώς. Διότι η προσευχή είναι ένας ευσεβής τύραννος του Θεού. Την ωφέλεια εκ της προσευχής μπορούμε να την καταλάβουμε από τα εμπόδια πού μας φέρνουν οι δαίμονες κατά τις ώρες των Ακολουθιών. Τον δε καρπό της προσευχής, από την ήττα του εχθρού, καθώς το λέγει και ο Ψαλμωδός: «Εν τούτω έγνων ότι τεθέληκάς με, ότι ού μη επιχαρή ο εχθρός μου επ΄ εμέ» (Ψαλμ. μ΄ 12) τον καιρό του πολέμου. Λέγει δε επίσης: «Εκέκραξα έν όλη καρδία μου» (πρβλ. Ψαλμ. ριη΄ 145), δηλαδή και με το στόμα μου και με την ψυχή μου και με το πνεύμα μου, διότι όπου ευρίσκονται συγκεντρωμένοι οι δύο τελευταίοι, (η ψυχή και το πνεύμα), εκεί ανάμεσά τους ευρίσκεται και ο Θεός (πρβλ. Ματθ. ιη΄ 20).
60. Ούτε τα σωματικά ιδιώματα, αλλά ούτε και τα πνευματικά είναι σε όλους όμοια. Και γι΄ αυτό σε άλλους φαίνεται πιο κατάλληλος η σύντομος ψαλμωδία και σε άλλους η μακροτέρα. Και οι πρώτοι ισχυρίζονται ότι πολεμούν έτσι την αιχμαλωσία του νου τους, ενώ οι δεύτεροι την αμάθειά τους.
61. Εάν αδιάκοπα προσεύχεσαι στον Βασιλέα κατά των εχθρών σου, οσάκις έρχωνται να σε πειράξουν, έχε θάρρος και δεν πρόκειται να κοπιάσης πολύ. Διότι αυτοί οι ίδιοι θα απομακρυνθούν από κοντά σου σύντομα, επειδή δεν θέλουν οι ανόσιοι να σε βλέπουν να στεφανώνεσαι πολεμώντας εναντίον τους με την προσευχή. Επί πλέον, θα φύγουν και επειδή τους μαστιγώνει η προσευχή σαν φωτιά.
62. Δείξε όλη την ανδρεία σου και την προθυμία σου (όταν προσεύχεσαι), και θα έχης τον ίδιον τον Θεόν διδάσκαλο στην προσευχή σου.
63. Δεν μπορούμε να διδαχθούμε το πώς να βλέπωμε, διότι έκ φύσεως το γνωρίζομε μόνοι μας. Παρόμοια δεν μπορούμε να γνωρίσωμε με την διδασκαλία του άλλου το κάλλος της προσευχής. Διότι η προσευχή έχει ως διδάσκαλό της τον Θεόν, «τον διδάσκοντα άνθρωπον γνώσιν, και διδόντα ευχήν τώ ευχομένω και ευλογούντα έτη δικαίων» (Ψαλμ. ﻜ΄ γ΄ 10 - Α΄ Βασ. β΄ 9).
Αμήν.

Ι.Μ.Παρακλήτου
[1] Η έκφρασις «συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν», δηλώνει ότι διά της προσευχής επιτυγχάνεται πραγματική θεοκοινωνία, μέθεξις του θείου. Ο Θεός βέβαια είναι αμέθεκτος, ακοινώνητος, αναφής ως προς την άκτιστη φύσι Του, πλήν όμως είναι μεθεκτός, κοινωνητός, απτός ως προς τις άκτιστες ενέργειές Του, ως προς την άκτιστη χάρι και δόξα Του.
[2] Ο νους, όταν κυβερνά καλώς την καρδία και την προστατεύη από τους εχθρούς, επιτελεί χρέη άρχοντος (βασιλικόν ήθος). Και όταν διά της προσευχής προσφέρη στον Χριστόν καθαρά και άγια καρδιακά κινήματα και νοήματα, επιτελεί χρέη αρχιερέως, ο δε άνθρωπος μεταβάλλεται σε έμψυχο θυσιαστήριο (ιερατικόν ήθος). Εδώ πίσω από την βραχυλογία της Κλίμακος κρύπτεται μέγα βάθος και πλάτος θείων εννοιών και μυστικών καταστάσεων – «φρέαρ βαθύ»!
[3] Πρόκειται, όπως σημειώνουν και οι σχολιασταί, για τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο.

Ροήν μου των δακρύων...

Τα δάκρυα! Από την εποχή του Αδάμ και της Εύας τρέχουν και δεν έχουν στερέψει από τα μάτια των ανθρώπων τα δάκρυα…Δάκρυα αποτυχίας, απογοητεύσεως, πικρίας, εγκαταλείψεως, συκοφαντίας, αδικίας, εκμεταλλεύσεως, εξορίας, φτώχειας, πόνου, θανάτου… Η υδρόγειος σφαίρα είναι μία φιάλη γεμάτη από τα αλμυρά, ανθρώπινα δάκρυα….

Η πηγή των δακρύων ξεχειλίζει κάθε τόσο στη ζωή του ανθρώπου και κανείς δεν θα μπορέσει να την κλείσει οριστικά μέχρι τη συντέλεια των αιώνων. Το μόνο θετικό στην περίπτωση των δακρύων είναι ότι υπάρχει ο τρόπος αξιοποιήσεώς των: τουλάχιστον, να μη πάνε χαμένα και τα δάκρυα της λύπης να μετασχηματίζονται σε δάκρυα χαράς…

…Όταν τα δάκρυα μας πέφτουν στην αγκαλιά της Παναγίας, Εκείνη τα μετασχηματίζει σε μαργαριτάρια και διαμάντια χαράς! Διότι τα δάκρυα του ανθρώπου, ιδίως όταν αυτά είναι δάκρυα μετανοίας, έχουν τεράστια αξία και αποκτούν εξαίσια ομορφιά μπροστά στα μάτια του Θεού!

Η πηγή της φθαρτής και θνητής υπάρξεώς μας δεν θα παύσει να βγάζει δάκρυα, για πολλούς και ποικίλους λόγους. Ας φροντίζουμε τουλάχιστον τα δάκρυα αυτά να μην  πηγαίνουν χαμένα, να μην χάνονται απλώς στον ωκεανό της ανθρώπινης δυστυχίας.

Ας προσφέρουμε τα δάκρυά μας θυσία στον Θεό των οικτιρμών.

Η Παναγία είναι πάντα στο πλευρό μας, για να σφογγίσει από τα μάτια μας τα δάκρυα και να τα προσφέρει στον Κύριο. Στα ιερά προσκυνήματα υπάρχει συνήθεια να σφογγίζουν την εικόνα της Παναγίας και κατόπιν να μοιράζουν το αρωματισμένο βαμβάκι για ευλογία των πιστών. Κι’ όμως, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίστροφο: η Παναγία σφογγίζει τα δάκρυά μας με το βαμβάκι της πρεσβευτικής αγάπης και παρουσίας της και τα προσφέρει σαν ‘θυμίαμα εύοσμον’ στον Θεό.

 ‘Η ΠΡΩΤΗ’ μητρ. Ευθυμίου Στύλιου σελ. 283-284 εκδόσεις Γρηγόρη.

Όλα τα δάκρυα δεν είναι καθαρά…
Έπεσες, αμάρτησες, αστόχησες, δηλαδή δεν υπάρχεις σε πληρότητα ζωής όπως ο Χριστός μας αποκάλυψε. Τώρα πλέον έχεις χάσει τη χαρά σου. Ναι, γιατί η χαρά σου ήταν τα κατορθώματά σου. Τα επιτεύγματά σου και όχι ο Θεός. Δεν έπαιρνες τη χαρά από τη σχέση, αλλά από τον νόμο. Η τήρηση ενός νόμου, ενός κανόνα, ήταν που σου έδινε ειρήνη και όχι η σχέση σου με τον Θεό.
Ξέρεις για τι διψάει ο εγωισμός; Για έλεγχο. Θέλει να ελέγχει τα πάντα. Δώσε του νόμους, κανόνες και διατάξεις. Να μπορεί να κυριαρχεί εφαρμόζοντάς τις. Να ικανοποιείται και να αυτοδοξάζεται. Μην του δώσεις όμως σχέση. Μην του δώσεις αβεβαιότητα, ρίσκο, δόσιμο. Εκεί ασφυκτιά. Οι περισσότεροι θρησκευόμενοι αναπαύονται στην τήρηση κανόνων, ώστε να ελέγχουν τη σωτηρία τους. Να την καθορίζουν. Να μετράνε τις αποτυχίες τους, να ξέρουν τι θα αφαιρέσουν και τι θα προσθέσουν στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν και να κερδίσουν τον παράδεισο. Για την δική τους αντίληψη ο παράδεισος είναι επίτευγμα μιας συγκεκριμένης προσπάθειας. Τον κερδίζουν με την αξία τους, γιατί αγωνίστηκαν. Βλέπεις ο εγωισμός μας δεν δέχεται τα δώρα του Θεού. Κι όμως κανείς ποτέ δεν θα είναι άξιος για τον παράδεισο. Σε όλους θα δωριστεί από αγάπη και έλεος.
Αυτή η αίσθηση ότι ο Θεός κατακτιέται, ότι ο παράδεισος ανοίγεται με το έτσι θέλω των δικών μας ατομικών κατορθωμάτων, απέχει πάρα πολύ από την Βασιλεία του Θεού. Γιατί εκεί δεν κυριαρχεί το μέτρημα, αλλά το δόσιμο.
Οι περισσότεροι από εμάς, ακόμη κι όταν εντός του πνευματικού μας αγώνα μιλάμε για αμαρτία, πτώση στα πάθη και μετάνοια, έχουμε μια ψυχολογικού τύπου κατανόηση. Όταν λέει κάποιος πιστός «νιώθω ανάξιος», δεν το λέει σε σχέση με τον Θεό, αλλά κυρίως σε σχέση με τον εαυτό του. Νιώθει ανάξιος, γιατί δεν είναι πλέον αυτό που περίμενε ή θα ήθελε να είναι. Δεν έκανε αυτό που πίστευε ότι μπορεί. Έχει κατατριφθεί εντός του η ειδωλική εικόνα του. Αισθανόταν άξιος όχι χάριν της αγάπης, της αποδοχής και της θυσίας του Χριστού, αλλά χάριν των φαντασιακών αρετών του.
Τώρα αισθάνεται ενοχές. Γιατί άραγε; Μα γιατί δεν πίστεψε ποτέ στην δικαιοσύνη του Θεού που είναι έλεος και αγάπη, αλλά στην δική του δικαιοσύνη, στο νόμο του Εγώ του.
Τώρα νιώθει αποτυχημένος, γιατί δόμησε την επιτυχία του στην έξωθεν καλή μαρτυρία και όχι στην έσωθεν ειρήνη με τον Θεό. Νιώθει ντροπή, γιατί έμαθε να κρίνεται στο βλέμμα του άλλου, στη γνώμη του άλλου, και όχι στο ιλαρό βλέμμα του Χριστού.
Αισθάνεται ότι πλέον δεν τον αγαπάει ο Θεός, αλλά ξεχνά ότι ο Θεός που μας απεκάλυψε ο Ιησούς Χριστός, βρέχει επί δικαίους και αδίκους, και κατά τους Πατέρες της εκκλησίας είναι αμετάβλητος και απαθής. Δεν μεταβάλλεται, δεν έχει συναισθήματα, δεν μας αγαπάει σήμερα περισσότερο , γιατί είμαστε «καλά παιδιά», και αύριο λιγότερο, γιατί είμαστε «κακά παιδιά». Μόνο μας αγαπάει. Πάντα το ίδιο παράφορα, ως μανικός εραστής, κατά τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή. Εμείς πρέπει να προσπαθήσουμε να συνδεθούμε μαζί Του και να αισθανθούμε την αγάπη Του. Δεν άλλαξε Εκείνος, εμείς δεν μπορούμε να αλλάξουμε για να αισθανθούμε την αγαπητική παρουσία Του.
Τώρα θρηνούμε και κλαίμε. Γιατί; Γιατί χάσαμε τη σχέση με τον Θεό; Μας ενδιαφέρει πραγματικά το πρόσωπό Του; Θέλουμε την παρουσία Του στη ζωή μας;
Μήπως να κοιτάξουμε πιο βαθιά μέσα μας; Να δούμε, είναι άραγε τα δάκρυά μας για τον Χριστό που χάνουμε; Μήπως κλαίμε θρηνώντας την ιδεατή εικόνα μας; Η παντοκρατορία του Εγώ μας τρέμει. Γιατί πάνω κι από τον Θεό πιστεύουμε στα ατομικά μας κατορθώματα. Άλλωστε όλα τα δάκρυα δεν είναι καθαρά. Υπάρχουν και θολά δάκρυα.


(π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Κάθε τέλος μια αρχή, εκδ. Αρμός, σελ.85-88)

Η Αγία Μόνικα ( 332-388 ) γεννήθηκε στην Ταγάστη της Νουμιδίας από χριστιανούς γονείς. Ήταν μητέρα του μεγάλου θεολόγου και φιλοσόφου αγίου Αυγουστίνου. Οι γονείς της την πάντρεψαν το 350 μʼ έναν ειδωλολάτρη , τον Πατρίκιο, άνθρωπο καλοπροαίρετο, αλλά πολύ οξύθυμο και άστατο. Η Μόνικα με την υποταγή και την υπομονή της αγωνίστηκε να τον οδηγήση στον Χριστό. Στις ώρες ηρεμίας έριχνε στην καρδία του συζύγου της τα σπέρματα του θείου λόγου, κι όταν εκείνος κοιμόταν, αυτή τα πότιζε με τα δάκρυά της προσευχής της.

Πολλές φίλες της έρχονταν στο σπίτι της με έκδηλα στο πρόσωπό τους τα χτυπήματα των συζύγων τους και απορούσαν πώς η Μόνικα , που είχε σκληρό άνδρα, κατάφερνε να ζη μαζί του ειρηνικά και χωρίς ξυλοδαρμούς. Η χαρά της αγίας ήταν απερίγραπτη όταν ο Πατρίκιος έγινε με τον καιρό ένας αληθινός χριστιανός. Με την ίδια υπομονή και μακροθυμία αντιμετώπιζε και την πεθερά της , η οποία ήταν ιδιότροπη και διαρκώς την έβριζε και την ταπείνωνε μπροστά στους ξένους. Τελικά με την αρετή της, της προσείλκυσε την συμπάθεια και την εκτίμησή της.

Όταν ο ιερός Αυγουστίνος ήταν μικρός, αρρώστησε και κινδύνεψε να πεθάνη. Σκέφθηκαν τότε να τον βαφτίσουν. Η μητέρα του όμως προέβλεπε τους δυνατούς πειρασμούς που θʼ αντιμετώπιζε στη νεότητά του και γιʼ αυτό ανέβαλε τη βάφτισή του. Μαζί με το γάλα της η ευσεβής μητέρα φρόντισε να μεταδώση στο παιδί της και την ευσέβεια. Διέκρινε όμως σʼ αυτό τον χαρακτήρα του πατέρα του και διαισθανόταν τον κίνδυνο που θα διέτρεχε η ψυχή του μέσα στη διεφθαρμένη κοινωνία εκείνης της εποχής.
Όσο μεγάλωνε ο γιος της , μεγάλωναν τα πάθη του και τα όργιά του. Η προσευχή της μητέρας ανέβαινε πύρινη στον θρόνο του Θεού, αλλά φαινόταν πως δεν εισακούεται. Ο Αυγουστίνος πηγαίνει στην Καρχηδόνα για να σπουδάση. Εκεί ψήνεται στο σεξουαλικό καμίνι της διεφθαρμένης πόλεως. Η μητέρα μαθαίνει ότι ο γιος της παραστράτησε , και τρέχει ταραγμένη νομίζοντας ότι η παρουσία της θα τον συγκρατήση. Δυστυχώς τα λόγια και τα δάκρυά της δεν συγκινούν πια την καρδιά του Αυγουστίνου. Δεν χάνει όμως το θάρρος της. Προσπαθεί υπομονετικά να διεγείρη στην ψυχή του την αποστροφή για την αμαρτία. Το αποτέλεσμα είναι πάλι αρνητικό, αλλά η πιστή μητέρα δεν απελπίζεται. « Προσεύχεται εκτενέστερον » και χύνει δάκρυα περισσότερα απʼ αυτά που χύνουν οι μητέρες για τον θάνατο των παιδιών τους. Πόση πικρία δοκιμάζει όταν μαθαίνη ότι ο γιος της έχει σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εταίρα και εξώγαμο παιδί! Ελπίζει όμως στη μετάνοιά του. Η ελπίδα αυτή μαζί με τη δυνατή πίστη τη συγκρατούν.
– Μια μέρα παιδί μου, του λέει, θα έρθης εκεί που είμαι εγώ.

Νέα θλιβερή είδηση καταφθάνει από την Καρχηδόνα. Ο Αυγουστίνος έγινε αιρετικός – μανιχαίος ! Φίδι φαρμακερό δάγκωσε τη Μόνικα, η οποία αυτή τη φορά λυγίζει. Πηγαίνει ξανά μόνη της στην Καρχηδόνα , κλαίει, θρηνεί, ικετεύει. Όλα όμως πάνε χαμένα. Μοναδική παρηγοριά κι ελπίδα της είναι η προσευχή. Μέρα- νύχτα παλεύει με τον Θεό. Καταφεύγει σε κάποιον επίσκοπο, ο οποίος τη συμβουλεύει και την παρηγορεί. Τέλος της λέει:
– Πήγαινε στην ευχή του Θεού , παιδί μου. Ποτέ δεν θα χαθή ο γιός τόσων δακρύων!
Ο Θεός όμως θέλει να δοκιμάση περισσότερο την ιώβεια υπομονή της . Ο Αυγουστίνος της είπε ότι θα πάη στην Ιταλία. Η Μόνικα , αφού δεν μπορεί να τον μεταπείση, αποφασίζει να πάη μαζί του. Κατεβαίνουν στο λιμάνι, αλλά εκείνος την ξεγελά και εξαφανίζεται . Ταξιδεύει μόνος. Η μητέρα ξημερώνεται στην προσευχή , πνιγμένη στα δάκρυα. Με ραγισμένη καρδία , αλλά με γενναίο φρόνημα, υψώνει τα μάτια στον ουρανό , κι ύστερα αγναντεύει το πέλαγος.
– Κύριε ! φωνάζει. Αφήνω το παιδί μου στον ωκεανό της ευσπλαχνίας Σου. Τα κύματα της χάριτός Σου ας το οδηγήσουν στο λιμάνι Σου.

Γέρασε η Μόνικα στη σχολή της υπομονής και της ελπίδος. Αντί να επιμένη την επιστροφή του ασώτου υιού, βάλθηκε η ίδια να τον κυνηγά σε στεριές και θάλασσες. Εγκαταλείπει την Αφρική και έρχεται στα Μεδιόλανα ( Μιλάνο) για την τελική επίθεση. Στα Μεδιόλανα ζει το γλυκοχάραμα της επιστροφής του ασώτου. Η μία χαρά διαδέχεται την άλλη : ο Αυγουστίνος αηδίασε τους μανιχαίους και τους εγκατέλειψε. Με βαθιά συγκίνηση τον βλέπει να συχνάζη στα κηρύγματα του αγίου επισκόπου Αμβροσίου και να μιλά γιʼ αυτόν με σεβασμό και εκτίμηση. Ο Αυγουστίνος παλεύει. Τα δεσμά της αμαρτίας χαλάρωσαν , αλλά ακόμη δεν έσπασαν. Γιʼ αυτό τελικά μνηστεύεται.

Τέσσερις γυναίκες τον πολιορκούν εκείνη την εποχή. Δύο ερωμένες , η μνηστή και η μητέρα του. Παλεύουν κι οι τέσσερις να τον κατακτήσουν. Τέλος νικά η μητέρα του , ο άνθρωπος της προσευχής και των δακρύων, της υπομονής και της ελπίδος. Εκείνη που νίκησε τον ατίθασο σύζυγο και τη δύστροπη πεθερά, νίκησε τώρα τον γιό της ύστερα από τριάντα χρόνια αγώνος και προσευχής. Ο Αυγουστίνος παίρνει σταθερή απόφαση να επιστρέψη στον Χριστό και νʼ αφοσιωθή στο έργο της Εκκλησίας Του. Ποιος μπορεί να νιώση τη χαρά της Μόνικας την ώρα που βαπτιζόταν ο γιός της ; Εδώ τελείωσε η αποστολή της. Είδε πια το παιδί της στην αγκαλιά του Κυρίου.
– Νυν απολύεις την δούλην Σου, Δέσποτα, εν ειρήνη, ψελλίζει συγκινημένη. Μητέρα και γιός επιστρέφουν στην Αφρική. Στην Όστια, στις εκβολές σταθμεύουν σε μια φιλική έπαυλη για να ξεκουραστούν. Εκεί η Μόνικα αρρωσταίνει και σε λίγες μέρες, σε ηλικία 56 ετών, παραδίδει το πνεύμα της « εν ειρήνη » στον Δέσποτα Χριστό. Ο Κύριος είχε εκπληρώσει και την τελευταία επιθυμία της. ]

Από το βιβλίο « Χαρίσματα και χαρισματούχοι » Τόμος τρίτος Ιερά μονή Παρακλήτου Ωρωπός Αττικής 2002

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (192) Αγάπη Θεού (50) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (42) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (51) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (16) άγιος (79) αγνότητα (7) άγχος (11) αγώνας (60) αγώνας πνευματικός (27) αθεΐα (96) αιρέσεις (69) αλήθεια (26) αμαρτία (64) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (69) ανασταση νεκρών (5) ανθρώπινες σχέσεις (140) άνθρωπος (19) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (61) ασθένεια (17) άσκηση (3) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (52) Β Παρουσία (9) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (5) βιοηθική (10) γάμος (40) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (31) γνώση (5) γονείς (43) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (8) δάκρυα (7) δάσκαλος (11) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (42) διάβολος (44) διάκριση (43) διάλογος (2) δικαιοσύνη (4) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (103) εικόνες (17) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (60) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (15) ελευθερία (16) Ελλάδα (15) ελπίδα (14) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (70) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (6) επιστήμη (67) εργασία (29) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (38) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (59) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (23) ευχαριστία (7) ζήλεια (1) ζώα (13) ηθική (5) ησυχία (5) θάνατος (99) θάρρος (15) θαύμα (65) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (47) Θεία Λειτουργία (45) θεία Πρόνοια (2) θέληση (4) θεολογία (12) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (107) θρησκείες (7) θυμός (33) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (6) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (21) ιερέας (51) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (5) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (16) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (20) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (11) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (40) καταναλωτισμός (1) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (7) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (87) κόλαση (11) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (3) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (47) λείψανα (2) λογισμοί (29) λύπη (1) μαγεία (5) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (6) μελέτη (7) μετά θάνατον (26) μετά θάνατον ζωή (27) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (66) μητέρα (11) μίσος (1) μνημόσυνα (4) μοναξιά (11) μοναχισμός (9) μόρφωση (11) μουσική (3) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (13) Νικόλαος Άγιος (2) νους (10) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (52) όρκος (1) πάθη (37) πάθος (2) παιδεία (8) παιδιά (22) Παΐσιος Όσιος (11) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (6) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (58) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (10) Παράδεισος (44) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (4) πίστη (151) πλούτος (12) πνευματική ζωή (66) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (11) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (25) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (42) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (135) προσοχή (3) προτεσταντισμός (17) προφητείες (1) ραθυμία (3) Ρωμαιοκαθολικισμός (13) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (27) Σταύρωση (12) συγχώρηση (7) συνείδηση (1) σχίσμα (4) σώμα (5) ταπεινοφροσύνη (67) ταπείνωση (2) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (7) υπαρξιακά (38) υποκρισία (3) υπομονή (39) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (10) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (20) φως (2) χαρά (26) χάρις θεία (12) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (22) Χριστός (9) Χριστούγεννα (38) χρόνος (15) ψεύδος (11) ψυχαγωγία (1) ψυχή (66) ψυχολογία (15)