Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης


Ύστερα, υπάρχει μια άλλη πλευρά, πιο προσωπική. Πρόκειται για την εκτίμηση που κάποιος μπορεί να έχει, ή την αξιολόγηση που μπορεί να κάνει, για τον εαυτό του. Συνήθως, και αυτό περιλαμβάνεται στη διδασκαλία του Αγίου Σεραφείμ, χωρίζουμε τους εαυτούς μας σε δύο πολύ άνισα μέρη. Είναι το μέρος εκείνο του εαυτού μας που το βρίσκουμε ελκυστικό και αξιαγάπητο, η εικόνα δηλαδή που διαμορφώνουμε για το εαυτό μας – και που αυτή μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας, όμως η εικόνα αυτή είναι, τουλάχιστόν στα δικά μας μάτια, η ταυτότητά μας, όπως εμείς την αντιλαμβανόμαστε.
Κι έπειτα, είναι όλα τα υπόλοιπα: οι σκοτεινές γωνιές από τη μια μεριά, οι λεκέδες, τα άσχημα χαρακτηριστικά. Αυτά συνήθως δεν τα θεωρούμε μέρος του εαυτού μας. Τα θεωρούμε απλώς “ατυχήματα”: “Λερώθηκα γιατί ακούμπησα κάτι βρόμικο, έχω λεκέδες γιατί με ακούμπησε κάποιος με βρόμικα χέρια”. Το ίδιο και με τις σκιές: “Υπάρχουν σκιές ή σκοτεινά μέρη μέσα μου, γιατί κάτι έξω από μένα ρίχνει τη σκιά του”. Αυτό όμως δεν είναι η αλήθεια.

Ο άγιος Σεραφείμ το λέει ξεκάθαρα, ότι πρέπει να δεχτούμε τον εαυτό μας όπως είμαστε και να αναγνωρίσουμε πως όλα τα πράγματα, το καλό και το κακό, το σκοτάδι και το φως, το θαμπό και το διαυγές, είναι αληθινά μέρος του εαυτού μας, οπότε πρέπει να αναρωτηθούμε: “Τι κάνω με αυτή την κατάσταση;”. Το θέμα δεν είναι να ξεφορτωθώ τη θολούρα και το μισοσκόταδο, διότι αυτό θα ήταν χειρουργική επέμβαση, θα κόβαμε και θα πετούσαμε ένα κομμάτι του εαυτού μας και τότε θα ανακαλύπταμε ότι απόμεινε ένα πολυ μικρό υπόλοιπο, ίσως μόνο το ένδυμά μας.
Ενώ, αν θεωρήσουμε τον εαυτό μας ως μια ολότητα, αν δεχτούμε τα πάντα ανεξαιρέτως ως υλικό που ο Θεός προσδοκά να το χρησιμοποιήσουμε, τότε μπορεί να δράσουμε είτε σαν σοφοί είτε σαν άφρονες καλλιτέχνες. Αν ένας γλύπτης βρεθεί μπροστά σ' ένα υλικό, μπορεί να κάνει δύο πράγματα: Μπορεί να πει, “Σκόπευα να σκαλίσω ένα σταυρό από ελεφαντόδοτο, κι αυτό θα κάνω”, και να προσπαθήσει να σκαλίσει ένα σταυρό από γρανίτη, ξύλο, μάρμαρο ή πηλό, μιας και αυτό ήταν το υλικό που του δόθηκε. Ναι μεν θα φτιάξει ένα σταυρό, αλλά δεν θα είναι από ελεφαντόδοτο. Και, καθώς το κάθε ύλικο μπορεί να εκφράσει μόνο τη δική του φύση, το αποτέλεσμα θα είναι απλώς άσχημο και γελοίο. Από την άλλη μεριά, ο γλύπτης μπορεί να δράσει διαφορετικά και να πει: “ Αυτό το υλικό έχω” ή, αν θέλετε, “Από αυτό το υλικό είμαι φτιαγμένος. Τι μπορώ να κάνω μ' αυτό; Τι φτιάχνει κανείς με τον γρανίτη; Τι φτιάχνει με το μάρμαρο; Τι μπορεί να φτιάξει κανείς με τον πηλό; Πώς μπορεί να εκφραστεί η ομορφιά μέσα από το ελεφαντόδοτο;”.

Ή θα μπορούσαμε μερικές φορές να δράσουμε όπως ο καλλιτέχνης που βρίσκει ένα ροζιασμένο κλαδί σε ακανόνιστο σχήμα. Αν σκοπός σου είναι να βρεις ένα μπαστούνι για το περπάτημα, τότε πετάς το κλαδί με το ακανόνιστο σχήμα. Αν, όμως, κοιτάζοντάς το διακρίνεις την ομορφιά που μπορεί να εκφραστεί μέσα απ' αυτό, τότε δεν θα πεις “Οι ρόζοι είναι άχρηστοι” ή “Αυτή η καμπύλη δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί”. Δεν είναι αυτό το θέμα. Ό,τι και να σκεφτείς, ο ρόζος δεν θα εξαφανιστεί, ούτε η καμπύλη θα ισιώσει. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να το κοιτάξεις και να πεις, “Τι βλέπω;”. Κι αν δεν βλέπεις τίποτε, κοίτα το ξανά και ξανά μέχρι να δεις την ομορφιά να ξεπηδά από μέσα του και δώσε σχήμα, κίνηση, έκφραση στην ομορφιά που περιμένει να φανερωθεί και να εκφραστεί.
Αν έτσι αντιμετωπίζαμε και τον εαυτό μας, δεν θα είχαμε τόσα μπλεξίματα και εντάσεις, γιατί τις περισσότερες φορές η ένταση που νιώθουμε οφείλεται στο ότι δεν ταιριάζουμε με την εικόνα που έχουμε ήδη σχηματίσει για τον εαυτό μας. Επιθυμούμε να είμαστε κάπως, ανακαλύπτουμε ότι δεν φτάνουμε να είμαστε αυτό που θέλουμε, και παραιτούμαστε από την προσπάθεια και -πιο σημαντικό-  παραιτούμαστε από την πραγματική εικόνα. Και προσπαθούμε να κινηθούμε σε ένα μη πραγματικό κόσμο, όπου βλέπουμε μέσω ενός φανταστικού καθρέφτη τον εαυτό μας τόσο όμορφο, όσο θα θέλαμε να είναι. Αλλά αυτό δεν λειτουργεί, γιατί οι άλλοι μας βλέπουν όπως είμαστε, όμως εμείς το ξεχνούμε – μέχρι κάτι να συμβεί, μέχρι να βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο μ' έναν αληθινό καθρέφτη. Τότε κάνουμε ένα-δυο βήματα πίσω προσβεβλημένοι και θεωρούμε ότι φταίει ο καθρέφτης.

Το αποτέλεσμα είναι ότι περνάμε όλη μας τη ζωή μέσα σε μια κατάσταση παραίσθησης, προσπαθώντας να γίνουμε κάτι που ποτέ δεν ήμασταν ούτε και ποτέ θα γίνουμε, κάτι πολύ λιγότερο από εκείνο που θα μπορούσαμε να είμαστε, διότι οι δυνατότητες που μας έχει δώσει ο Θεός είναι περισσότερες από όσο μπορούμε να διανοηθούμε.
Λοιπόν, τα παραπάνω είναι μια άλλη πλευρά της προετοιμασίας για την εξομολόγηση ή απλώς για τη διαχείριση της εσωτερικής μας ζωής. Ας μάθουμε από πριν να δεχόμαστε αυτό που ανακαλύπτουμε ότι είμαστε, να το αντιμετωπίζουμε με νοήμονα τρόπο, δημιουργικά. Να μην το αντιμετωπίζουμε επιφανειακά, αλλά προσπαθώντας να διακρίνουμε τις δυνατότητες, όχι μόνον αυτό που έχει ήδη μορφοποιηθεί αλλά και αυτό που μπορεί να μορφοποιηθεί από εδώ και στο εξής, που δεν το γνωρίζουμε ακόμη, που δεν μπορούμε ούτε να το φανταστούμε, αλλά που μπορεί πράγματι να γκρεμίσει και να καταστρέψει τις μορφές που είχαμε μέχρι τώρα σχηματοποιήσει.
Αυτή η διαδικασία, λοιπόν, μπορεί υπεύθυνα να απαντήσει στο ερώτημα: “Τί είμαι, τί μπορώ να γίνω, τί μπορώ να είμαι. Κι αυτό που μπορώ να είμαι απαντιέται από το σύνολο της Αγίας Γραφής. Αυτό που μπορώ να είμαι είναι η εικόνα του ζώντος Θεού, τίποτε λιγότερο. Και ο καθένας μας το μπορεί, αρκεί να μην επινοούμε διαρκώς είδωλα, να μην προσπαθούμε να προσαρμόσουμε τον εαυτό μας σε αυτό ή στο επόμενο σχέδιο. Αλλά, κοιτώντας μέσα μας και έξω μας, να βλέπουμε το σύνολο της ζωής και να μαθαίνουμε να είμαστε αληθινοί, έτσι ώστε η ζωή να μας δίνει μορφή κι εμείς να δίνουμε μορφή στη ζωή.
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 47-53)

(από το Βίο του Οσίου Αντωνίου του Μεγάλου).

Κατά τη διάρκεια  της νύχτας εκείνης, δημιουργούν οι δαίμονες τέτοιο χτύπο, ώστε να νομίζει κανείς, ότι όλος εκείνος ο τόπος σειόταν. Έδωσαν δε την εντύπωση οι δαίμονες ότι τρύπησαν τους τέσσερεις τοίχους του μικρού σπιτιού και φάνηκαν να μπαίνουν από τις οπές, αφού πρώτα μεταμορφώθηκαν σε φανταστικά θηρία και ερπετά.
Γέμισε τότε αμέσως όλος ο χώρος από  μορφές λιονταριών, αρκούδων, λεοπαρδάλεων, ταύρων και φιδιών ασπίδων και σκορπιών και λύκων. Και το καθένα από αυτά ενεργούσε κατά το δικό του τρόπο. Το λιοντάρι βρυχιόταν, θέλοντας να πέσει πάνω του· ο ταύρος φαινόταν ότι τον κερατίζει, το φίδι, ενώ συρόταν πάνω στο χώμα εναντίον του, δεν πλησίαζε κοντά του· ο λύκος, ενώ ορμούσε, συγκρατιόταν· και γενικώς όλων μαζί των θηρίων οι θόρυβοι ήταν φοβεροί και ο θυμός τους άγριος.
Ο Αντώνιος όμως την ώρα που κακοποιούνταν και δαγκωνόταν από τα ζώα, αισθανόταν μεν ισχυρότερο σωματικό πόνο, αλλά ατρόμητος και με εντονότερη νηφαλιότητα, ήταν μισοξαπλωμένος. Και βογκούσε μεν λόγω του σωματικού πόνου, με νηφάλια όμως τη σκέψη και σαν να τους ειρωνευόταν έλεγε·
Εάν είχατε δύναμη πραγματική, έφθανε και ένας μόνο από εσάς να έλθει. Αλλά επειδή σάς έχει αχρηστεύσει ο Κύριος, για αυτό, αν και προσπαθείτε να με φοβίσετε με το πλήθος σας, παρόλα αυτά το να μιμείστε τις μορφές των αλόγων θηρίων είναι γνώρισμα της αδυναμίας. Παίρνοντας δε και πάλι θάρρος, συνέχισε· Εάν μπορείτε και αν έχετε λάβει εξουσία εναντίον μου, μην αναβάλλετε, αλλά επιτεθείτε. Εάν όμως δεν μπορείτε, τι ταράζεστε άδικα; Διότι ασφάλεια και τείχος που μας προστατεύει είναι η πίστη στον Κύριο.
Αφού λοιπόν έκαναν πολλές προσπάθειες, έτριζαν εναντίον του τα δόντια τους, διότι μάλλον ενέπαιζαν τον εαυτό τους παρά εκείνον.
Αλλά ο Κύριος ούτε στη δοκιμασία αυτή λησμόνησε το ηρωικό κατόρθωμα του Αντωνίου, και έσπευσε σε βοήθειά του. Όταν λοιπόν ο Αντώνιος ύψωσε τα μάτια του προς τα πάνω, είδε τη στέγη να φαίνεται ότι ανοίγει λίγο-λίγο και να κατεβαίνει κάποια ακτίνα φωτός μέχρις αυτόν. Οι δαίμονες ξαφνικά έγιναν άφαντοι και ο πόνος του σώματος σταμάτησε αμέσως, και το σπίτι ήταν και πάλι ακέραιο. Ο δε Αντώνιος, όταν αντιλήφθηκε τη θεία βοήθεια, πήρε βαθειά αναπνοή και αφού ανακουφίστηκε από τους πόνους, απηύθυνε προσευχή προς την οπτασία που του παρουσιάστηκε, και είπε·
Πού ήσουν; Γιατί δεν εμφανίστηκες από την αρχή για να μου παύσεις τα βασανιστήρια;
Ακούστηκε τότε μία φωνή να του λέει:
Αντώνιε, εδώ ήμουν. Αλλά περίμενα να δω το αγώνισμά σου. Αφού λοιπόν άντεξες με υπομονή και δεν νικήθηκες, θα σου είμαι βοηθός και θα συντελέσω στο να γίνεις ξακουστός παντού.
Όταν άκουσε αυτά, σηκώθηκε και προσευχόταν. Και έλαβε τόσες δυνάμεις, ώστε να αντιλαμβάνεται ο ίδιος, ότι οπωσδήποτε είχε μεγαλύτερη δύναμη στο σώμα, από εκείνη που είχε προηγουμένως. Ήταν λοιπόν τότε τριάντα πέντε περίπου ετών.


(Βίος και Πολιτεία του Οσίου Αντωνίου, Αθανασίου του Μεγάλου, εκδ. ΕΠΕ τόμος 11, σελ. 35-39)

Ένα καλάθι για τις καλές σκέψεις και ένα για τις κακές!

Ο αββάς Σιλουανός σηκώνεται και πάει στον αδελφό που προσποιούνταν το σαλό (=τρελλό). Χωρίς να χτυπήσει, ανοίγει σιγά σιγά το μάνδαλο και αιφνιδιάζει τον αδελφό.
Εκείνος καθισμένος έκανε την πνευματική του εργασία και είχε δύο καλαθάκια, το ένα από τα δεξιά και το άλλο από τα αριστερά. Σαν είδε το Γέροντα, άρχισε –όπως συνήθιζε- να γελάει. Κι ο Γέροντας του λέει:
«Άστα τώρα αυτά και πες μου ποια είναι η άσκησή σου».
Εκείνος πάλι γελούσε. Συνέχισε ο αββάς Σιλουανός:
«Το ξέρεις πολύ καλά ότι εκτός Σαββάτου και Κυριακής δεν βγαίνω από το κελί· αλλά τώρα ήρθα μεσοβδόμαδα, γιατί ο Θεός με έστειλε εδώ».
Φοβήθηκε ο αδελφός και βάζοντας μετάνοια στο Γέροντα τού λέει:
«Συγχώρεσέ με πάτερ. Κάθε πρωί αρχίζω την πνευματική μου εργασία έχοντας τα χαλίκια αυτά μπροστά μου. Εάν μου έρθει καλός λογισμός, ρίχνω ένα χαλίκι στο δεξιό ζεμπίλι, αν έρθει πονηρός λογισμός, ρίχνω στο αριστερό. Το απόγευμα μετρώ τα χαλίκια· και αν του δεξιού είναι περισσότερα, τρώγω· αν όμως του αριστερού είναι περισσότερα, δεν τρώγω.

Την επόμενη μέρα πάλι εάν μου έρθει πονηρός λογισμός, λέγω στον εαυτό μου: Πρόσεξε τι κάνεις, γιατί πάλι δεν θα φας».
Θαύμασε σαν τ’ άκουσε ο αββάς Σιλουανός και είπε:
«Πράγματι οι Πατέρες που ήλθαν σήμερα άγιοι άγγελοι ήταν, που ήθελαν να κάνουν γνωστή την αρετή του αδελφού…»


(Το Μέγα Γεροντικόν,τόμος Β΄,εκδ. Ι.Ησυχ. «Το Γενέσιον της Θεοτόκου» Πανόραμα Θεσσαλ. σελ. 459)

Η φτερούγα της θελήσεως.

Ο κόσμος εύκολα επηρεάζεται και προς το καλό και προς το κακό. Προς το κακό επηρεάζεται πιο εύκολα, γιατί εκεί κανοναρχεί και ο διάβολος. Πές σε έναν λ.χ. να κόψη το τσιγάρο, γιατί βλάπτει. Μόλις θα αποφασίση να το κόψη, θα πάη ο διάβολος και θα του πή: «Εκείνο το τσιγάρο έχει λιγώτερο φαρμάκι, το άλλο έχει φίλτρο και καθαρίζει... Κάπνισε από ᾿κείνα· δεν θα σε βλάψουν». Θα του βρη δηλαδή μια δικαιολογία, για να μην το κόψη· θα του βρή... μια λύση! Γιατί ο διάβολος μπορεί να μας βρη ένα σωρό δικαιολογίες. Και εκείνο το τσιγάρο που του προτείνει, μπορεί να τον βλάψη ακόμη περισσότερο. Γι' αυτό χρειάζεται να έχουμε θέληση. Και αν κανείς δεν κόψη τα κουσούρια του, όταν είναι ακόμη νέος, μετά είναι δύσκολο να τα κόψη, γιατί, όσο περνάει η ηλικία, εξασθενεί η θέληση.

Αν ο άνθρωπος δεν έχη θέληση, δεν μπορεί να κάνη τίποτε. Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει: «Εν τω θέλειν και τω μη θέλειν κείται το πάν». Δηλαδή όλα εξαρτώνται από το αν θέλη ή αν δεν θέλη ο άνθρωπος. Μεγάλη υπόθεση! Ο Θεός είναι φύσει αγαθός και θέλει πάντοτε το καλό μας. Χρειάζεται όμως να θέλουμε και εμείς. Γιατί ο άνθρωπος πετά πνευματικά με δυο φτερούγες· με την θέληση του Θεού και με την θέληση την δική του. Ο Θεός την μια φτερούγα – την δική Του θέληση – μας την έχει κολλήσει μόνιμα στον έναν ώμο μας. Αλλά για να πετάξουμε πνευματικά, πρέπει και εμείς να κολλήσουμε στον άλλο ώμο την δική μας φτερούγα, την ανθρώπινη θέληση. Άμα ο άνθρωπος έχη δυνατή θέληση, έχει την φτερούγα την ανθρώπινη, που ισορροπεί με την θεϊκή φτερούγα, οπότε πετάει. Ενώ, αν η θέλησή του είναι ατροφική, πάει να πετάξη λίγο και τουμπάρει. Ξαναπροσπαθεί λίγο, πάλι τούμπα!

       Γέροντα, καλλιεργείται η θέληση;  

– Δεν έχουμε πει ότι όλα καλλιεργούνται; Θέληση υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, σε άλλους λίγη και σε άλλους περισσότερη. Όταν ο άνθρωπος έχη διάθεση να αγωνισθή, προσεύχεται και ζητά από τον Θεό να του αυξήση την θέληση, και ο Θεός τον βοηθάει. Όταν δεν κάνη προκοπή ο άνθρωπος, τότε να ξέρη ότι ή δεν βάζει καθόλου θέληση ή θα βάζη λίγη και αυτή θα είναι εξασθενημένη, οπότε και αυτό πάλι δεν βοηθάει. Ένα πουλί, ας υποθέσουμε, έχει την μία φτερούγα του γερή, αλλά παραμελεί την άλλη· της πέφτουν μερικά φτερά και μετά δεν μπορεί να πετάξη σωστά. Η μία φτερούγα δουλεύει καλά, η άλλη όμως είναι σαν την σπασμένη τσατσάρα. Την κουνάει το πουλί, αλλά μπαίνει αέρας ενδιάμεσα και δεν μπορεί να πετάξη καλά. Πετάει λίγο και μετά κάνει τούμπες. Πρέπει να έχη ακέραιη και αυτήν την φτερούγα, για να μπορή να πετάη.

Έτσι και ο άνθρωπος, θέλω να πώ, πρέπει να προσέχη και να μην παραμελή την ανθρώπινη θέληση, αν θέλη να πετάη συνέχεια σωστά, πνευματικά. Γιατί το ταγκαλάκι τί κάνει; Πάει σιγά-σιγά και τραβάει από την ανθρώπινη φτερούγα πρώτα κανένα μικρούτσικο φτερό, ύστερα κανένα λίγο μεγαλύτερο, και αν δεν προσέξη ο άνθρωπος, του βγάζει και ένα μεγάλο, οπότε πάει να πετάξη και δεν μπορεί. Και αν τυχόν του τραβήξη μερικά φτερά, τότε, όταν πάη να πετάξη, μπαίνει αέρας στην φτερούγα που της λείπουν φτερά και κάνει τούμπες.

Η θεϊκή φτερούγα είναι πάντα γεμάτη, συμπληρωμένη· δεν της λείπουν φτερά, γιατί ο διάβολος δεν μπορεί να τα τραβήξη και να τα βγάλη· είναι θεϊκή. Να προσέχη ο άνθρωπος να μην αμελήση και του βγάλη ο διάβολος κανένα φτερό από την δική του φτερούγα. Όταν αρχίζη σιγά-σιγά λίγο η τεμπελιά, λίγο η αδιαφορία, εξασθενεί η θέληση. Τί να κάνη ο Θεός, αν δεν θέλη ο άνθρωπος; Δεν θέλει να επέμβη, γιατί σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου. Αχρηστεύει έτσι ο άνθρωπος και την φτερούγα του Θεού. Όταν όμως έχη θέληση, έχη δηλαδή και την δική του φτερούγα ακέραιη, τότε θέλει ο Θεός, θέλει και ο άνθρωπος, και πετάει ο άνθρωπος.

 – Δηλαδή, Γέροντα, τί είναι ακριβώς αυτό το πέταγμα; Εννοείτε να θέλω να

προοδεύσω πνευματικά, να θέλω την σωτηρία μου;

 – Ναί, βρέ παιδί! Όταν λέω πέταγμα, εννοώ την άνοδο την πνευματική, δεν

εννοώ να πετάξω να ανέβω σε κανένα κυπαρίσσι!

(Γέροντος Παϊσίου Λόγοι, τόμος Β σελ.116-118)

"Πολλές φορές αμφιβάλλει κάποιος μέσα του λέγοντας· όταν στις συμφορές αμαρτάνει κανείς από θλίψη, πώς μπορεί να σκεφτεί ότι αυτές έρχονται για το συμφέρον μας;

Δεν αμαρτάνουμε στις συμφορές παρά μόνο διότι είμαστε ανυπομόνευτοι και δεν θέλουμε να βαστήξουμε μικρή θλίψη ή να πάθουμε κάτι το αντίθετο με τις επιδιώξεις μας, επειδή ο Θεός δεν επιτρέπει να μας επιβληθεί βάρος ανώτερο από τη δύναμή μας, καθώς είπε ο Απόστολος· «πιστός είναι ο Θεός, ο οποίος δεν θα επιτρέψει να πειραστείτε παραπάνω από όσο μπορείτε (Α΄Κορ. 10,13)».
Αλλά εμείς είμαστε που δεν έχουμε υπομονή, που δεν θέλουμε να κοπιάσουμε ούτε για λίγο, που δεν ανεχόμαστε να δεχτούμε ποτέ κάτι με ταπείνωση.

Για αυτό συντριβόμαστε και όσο προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τους πειρασμούς, τόσο επιβαρυνόμαστε από αυτούς και αποθαρρυνόμαστε και δεν μπορούμε να βγούμε από αυτούς.
Υπάρχουν άνθρωποι που κολυμπούν για ανάγκη στη θάλασσα· αυτοί, αν γνωρίζουν την τέχνη της κολύμβησης, όταν έρχεται το κύμα εναντίον τους, υποκύπτουν σε αυτό και αφήνονται από κάτω του έως ότου περάσει και έτσι στη συνέχεια κολυμπούν ακίνδυνα. Εάν όμως θελήσουν να εναντιωθούν στο κύμα, αυτό τους απωθεί και τους εξακοντίζει μακριά. Όταν αρχίζουν να κολυμπούν πάλι, έρχεται άλλο κύμα επάνω τους· εάν πάλι εναντιωθούν, πάλι τους απωθεί και τους ρίχνει προς τα έξω, και απλώς καταπονούνται χωρίς να προχωρούν. Εάν όμως, όπως είπα, υποκύψουν στο κύμα και ταπεινωθούν από κάτω του, περνά χωρίς να τους βλάπτει και συνεχίζουν κολυμπώντας όσο θέλουν και εκτελώντας το έργο τους.
Έτσι συμβαίνει και με τους πειρασμούς· εάν κανείς βαστάξει τον πειρασμό με υπομονή και ταπείνωση, τον ξεπερνά χωρίς βλάβη, εάν όμως επιμένει να θλίβεται, να ταράσσεται, να κατηγορεί τον καθένα, τιμωρεί τον εαυτό του, δυναμώνοντας τον πειρασμό εναντίον του εαυτού του, και από αυτά δεν ωφελείται, αλλά και βλάπτεται. Διότι οι πειρασμοί ωφελούν πολύ αυτόν που τους υπομένει ατάραχα".
(εκδόσεις ΕΠΕ,Φιλοκαλία τόμος 12, σελ 521-523)

Η διαφορά
Ένας ιεροκήρυξ ετελείωσε το υπαίθριον κήρυγμά του, και το ακροατήριον  ητοιμάζετο να διαλυθή, όταν αυτός τους φωνάζη:

«Μια στιγμή, κυττάξτε εκεί στο δρόμο! Περνούσαν δύο, με δεμένα τα χέρια με την αλυσίδα, και δύο αστυφύλακες τούς είχαν στη μέση!! Όλοι εγύρισαν να τους ιδούν.

«Λοιπόν, λέγει ο ιεροκήρυξ, μεταξύ εμού και αυτών δεν υπάρχει καμμιά διαφορά!! Εάν εγώ είμαι εδώ και σας κηρύττω και αυτοί εκεί αλυσσοδεμένοι, την διαφοράν την κάνει η  χ ά ρ ι ς  τ ο υ  Θ ε ο ύ, πού εδέχθηκα εγώ στην καρδιά μου, ενώ εκείνοι ευρέθηκαν εις άλλο περιβάλλον, δεν άκουσαν περί Θεού, ή αδιαφόρησαν και περιφρόνησαν την αγάπην του Θεού, και βρίσκονται σήμερα στη λυπηρά αυτή θέση. Η φύσις μας είναι η ίδια, αμαρτωλή. Σ’ αυτούς  εξελίχθηκε  χωρίς το χαλινάρι του Θεού, από μια κακή σκέψη, σ΄ ένα κακό λόγο, και τέλος σε μια κακή πράξη, που τους έφερε στο λυπηρόν αυτό κατάντημα».

Η  χ  ά ρ ι ς  του  Θ ε ο ύ  ή  σ ω τ ή ρ ι ο ς, προσφέρεται σήμερον και στον καθένα από σας, δωρεάν, διά του Χριστού».

Τα μηδενικά
    Σε κάποιο μουσείο βρίσκεται ένας ωραίος ζωγραφικός  πίναξ, που παριστάνει ένα μικρό παιδί να γράφη σ’ ένα πίνακα στη σειρά μηδενικά. Πλάι στο παιδί στέκεται ένας άγγελος, που θέτει τον αριθμό 1 μπροστά στα μηδενικά.
     Ο πίναξ αυτός έχει τον τίτλο «Ανθρώπινη θέλησις και θεία Χάρις».

Το νοημά του είναι απλούστατο. Ό,τι  κάνουμε εμείς οι άνθρωποι δεν έχει αυτό  καθεαυτό αξία. Είναι σαν τα μηδενικά.  Η θεία  Χάρις είναι ο αριθμός που μπαίνει μπροστά στα μηδενικά και τους δίνει μεγάλη αξία. Τότε, όσο περισσότερα …μηδενικά υπάρχουν, δηλαδή καλά έργα μας, τόσο περισσότερο αξίζουμε.

 

(από το βιβλιο Ψιχία απότης τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

- Γέροντα, γιατί ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων λέει ότι οι Μάρτυρες των εσχάτων χρόνων θα είναι “υπέρ πάντας Μάρτυρας”;

- Γιατί παλιά είχαμε μεγάλα αναστήματα. Στην εποχή μας λείπουν τα παραδείγματα -μιλώ γενικά για την Εκκλησία και τον Μοναχισμό. Τώρα πλήθυναν τα λόγια και τα βιβλία και λιγόστεψαν τα βιώματα.Θαυμάζουμε μόνον τους Αγίους Αθλητές της Εκκλησίας μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε το πόσο κοπίασαν, γιατί δεν κοπιάσαμε, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τον κόπο τους, για να τους αγαπήσουμε και να αγωνισθούμε από φιλότιμο να τους μιμηθούμε. Ο Καλός Θεός βέβαια θα λάβη υπ' όψιν Του την εποχή και τις συνθήκες στις οποίες ζούμε και ανάλογα θα ζητήση. Άν λίγο αγωνισθούμε, θα στεφανωθούμε περισσότερα από τους παλαιούς.

Παλιά που υπήρχε το αγωνιστικό πνεύμα και ο καθένας προσπαθούσε να μιμηθή τον άλλο, δεν μπορούσε να σταθή ούτε το κακό ούτε η αμέλεια. Ήταν και το καλό πολύ και αγωνιστικό πνεύμα υπήρχε, γι' αυτό ένας αμελής δεν μπορούσε να σταθή. Τον έπαιρναν σβάρνα οι άλλοι. Θυμάμαι, μια φορά στην Θεσσαλονίκη περιμέναμε τα φανάρια, για να περάσουμε από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο. Σε μια στιγμή αισθάνθηκα ένα κύμα να με σπρώχνη προς τα εμπρός, γιατί όλοι πήγαιναν προς τα εκεί. Μόλις που σήκωνα το πόδι και προχωρούσα. Θέλω να πω δηλαδή ότι, όταν όλοι πάνε προς ένα μέρος, ένας, και να μη θέλη να πάη, δυσκολεύεται να μην πάη, γιατί τον πάνε οι άλλοι. Σήμερα, αν κάποιος θέλη να ζήση τίμια και πνευματικά, δεν χωράει στον κόσμο, δυσκολεύεται. Και αν δεν προσέξη, θα τον πάρη ο κατήφορος, το κοσμικό κανάλι. Παλιότερα, ήταν πολύ το καλό, πολλή η αρετή, πολύ το καλό παράδειγμα, και το κακό πνιγόταν στο πολύ καλό και η λίγη αταξία που υπήρχε στον κόσμο ή στα Μοναστήρια δεν φαινόταν και ούτε έβλαπτε. Τώρα τι γίνεται; Το κακό παράδειγμα είναι πολύ, και το λίγο καλό που υπάρχει, περιφρονείται. Φαίνεται δηλαδή το αντίθετο, πνίγεται το λίγο καλό στο πολύ κακό, και έτσι κυβερνάει το κακό.

Όταν ένας άνθρωπος ή ένα σύνολο ανθρώπων έχη αγωνιστικό πνεύμα, αυτό πολύ βοηθάει. Γιατί, όταν ένας προχωράη πνευματικά, δεν ωφελεί μόνον τον εαυτό του, αλλά βοηθάει και τον άλλον που τον βλέπει. Και ένας που είναι χαλαρός, πάλι το ίδιο, επιδρά και στους άλλους. Όταν ο ένας χαλαρώνη, ο άλλος χαλαρώνη, τελικά, χωρίς να το καταλαβαίνουν, δεν μένει τίποτε. Γι' αυτό το αγωνιστικό πνεύμα πολύ θα βοηθήση μέσα σ' αυτήν την χαλάρωση που υπάρχει. Αυτό θα πρέπη να το προσέξουμε πολύ, γιατί έφθασαν δυστυχώς σε τέτοιο σημείο οι σημερινοί άνθρωποι, που κάνουν και νόμους ακόμη χαλαρούς και τους επιβάλλουν και στους αγωνιζομένους να τους εφαρμόσουν. Γι' αυτό οι αγωνιζόμενοι όχι μόνο δεν πρέπει να επηρεάζονται από το κοσμικό πνεύμα, αλλά και να μη συγκρίνουν τον εαυτό τους με τους κοσμικούς και νομίζουν ότι είναι άγιοι και μετά χαλαρώνουν και γίνονται χειρότεροι και από τους πιο κοσμικούς.

Στην πνευματική ζωή δεν θα βάλη κανείς για πρότυπο τους κοσμικούς αλλά τους Αγίους. Καλά είναι να παίρνη κάθε αρετή και να βρίσκη τον Άγιο που την είχε, να μελετά τον βίο του, και τότε θα βλέπη ότι δεν έχει κάνει τίποτε και να προχωρή με ταπείνωση. Στο στάδιο αυτοί που τρέχουν, δεν κοιτάζουν πίσω να δουν που βρίσκονται οι τελευταίοι, γιατί, αν το κάνουν, θα μείνουν αυτοί τελευταίοι. Όταν προσπαθώ να μιμηθώ τους προχωρημένους, η συνείδηση λεπτύνεται. Όταν όμως βλέπω τους πίσω, δικαιολογώ τον εαυτό μου και λέω ότι δεν είναι σπουδαία τα σφάλματά μου εν συγκρίσει με τα δικά τους. Επαναπαύομαι στον λογισμό μου ότι υπάρχει και ο κατώτερός μου. Έτσι πνίγω την συνείδησή μου ή καλύτερα, καταλήγω να έχω μια καρδιά σοβαντισμένη, αναίσθητη.

(*Από το βιβλίο Λόγοι Α΄)

- Γέροντα, τί βοηθάει νά διώχνω τούς λογισμούς υπόνοιας;

- Όλα είναι πάντα έτσι, όπως τά βλέπεις; Νά βάζης πάντα ένα ερωτηματικό σέ κάθε λογισμό σου, μιά πού όλα τά βλέπεις συνήθως αριστερά.
Άν βάζης δύο ερωτηματικά, είναι πιό καλά. Άν βάζης τρία, είναι ακόμη καλύτερα. Έτσι κι εσύ ειρηνεύεις καί ωφελείσαι, άλλα καί τόν άλλον ωφελείς. Αλλιώς, μέ τόν αριστερό λογισμό νευριάζεις, ταράζεσαι καί στενοχωριέσαι, οπότε βλάπτεσαι πνευματικά.

Όταν αντιμετωπίζης ό,τι βλέπεις μέ καλούς λογισμούς, μετά από λίγο καιρό θά δής ότι όλα ήταν πράγματι έτσι, όπως τά είδες μέ καλούς λογισμούς. Θά σού πώ ένα περιστατικό, γιά νά δής τί κάνει ο αριστερός λογισμός. Μιά μέρα ήρθε στό Καλύβι ένας μοναχός καί μού λέει: «Ο Γέρο- Χαράλαμπος είναι μάγος• έκανε μαγικά». «Τί λές, μωρέ χαμένε; Δέν ντρέπεσαι;», τού λέω. «Ναί, μού λέει, τόν είδα μιά νύχτα μέ φεγγάρι πού έκανε "μ, μ, μμμ..." καί έχυνε μέ μία νταμιτζάνα κάτι μέσα στά κλαδιά».

Πάω μία μέρα καί βρίσκω τόν Γέρο-Χαράλαμπο. «Τί γίνεται, Γέρο-Χαράλαμπε; τού λέω. Πώς τά περνάς; Τί κάνεις; Κάποιος σέ είδε πού έρριχνες εκεί μέσα στά βάτα κάτι μέ μία νταμιτζάνα καί έκανες "μ, μ, μμμ..."».

«Ήταν κάτι κρίνα μέσα στά ρουμάνια, μού λέει, καί πήγα νά τά ποτίσω. Έλεγα "Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε!" -καί έρριχνα λίγο νερό στό ένα κρίνο• "Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε!" καί έρριχνα λίγο νερό στό άλλο... Γέμιζα πάλι τήν νταμιτζάνα, ξαναέρριχνα».

Βλέπεις; Καί ο άλλος τόν πέρασε γιά μάγο! Βλέπω, μερικοί κοσμικοί τί καλούς λογισμούς πού έχουν! Ενώ άλλοι, οι καημένοι, πόσο βασανίζονται μέ πράγματα πού ούτε κάν υπάρχουν, άλλα ούτε καί ο πειρασμός θά μπορούσε νά τά σκεφθή! Μιά φορά, όταν έβρεξε μετά από μεγάλη ανομβρία, ένιωσα τέτοια ευγνωμοσύνη στόν Θεό, πού καθόμουν μέσα στό Καλύβι καί έλεγα συνέχεια: «Σ' ευχαριστώ εκατομμύρια-δισεκατομμύρια φορές, Θεέ μου».

Έξω, χωρίς νά τό ξέρω, ήταν ένας κοσμικός καί μέ άκουσε. Όταν μέ είδε μετά, μού είπε: «Πάτερ, σκανδαλίσθηκα. Άκουσα νά λές "εκατομμύρια-δισεκατομμύρια" καί είπα "τί είναι αυτά πού λέει ο πατήρ Παΐσιος;"». Τί νά τού έλεγα; Εγώ εννοούσα ευχαριστίες στόν Θεό γιά τήν βροχή, καί αυτός νόμιζε ότι μετρούσα χρήματα. Καί άν ήταν κανένας άλλος, θά μπορούσε νά έρθη νά μέ ληστέψη τό βράδυ, νά μού δώση καί ένα γερό ξύλο, καί τελικά δέν θά έβρισκε τίποτε.

Μιά άλλη φορά είχε έρθει κάποιος πού είχε άρρωστο παιδί. Τόν πήρα νά τόν δώ μέσα στό εκκλησάκι. Όταν άκουσα τό πρόβλημά του, τού είπα, γιά νά τόν βοηθήσω: «Κάτι πρέπει νά κάνης κι εσύ, γιά νά βοηθηθή τό παιδί σου. Μετάνοιες δέν κάνεις, νηστεία δέν κάνεις, χρήματα δέν έχεις, γιά νά κάνης ελεημοσύνες, πές στόν Θεό: "Θεέ μου, δέν έχω κανένα καλό νά θυσιάσω γιά τήν υγεία τού παιδιού μου, θά προσπαθήσω τουλάχιστον νά κόψω τό τσιγάρο"».

Ο καημένος συγκινήθηκε καί μού υποσχέθηκε πώς θά τό κάνη. Πήγα νά τού ανοίξω τήν πόρτα, γιά νά φύγη, καί εκείνος άφησε τό τσακμάκι καί τά τσιγάρα μέσα στό εκκλησάκι, κάτω από τήν εικόνα τού Χριστού. Εγώ δέν τό πρόσεξα. Μετά από αυτόν μπήκε ένας νεαρός στό εκκλησάκι, κάτι ήθελε νά μού πή, καί ύστερα βγήκε έξω καί κάπνιζε.

 

Τού λέω: «Παλληκάρι, δέν κάνει νά καπνίζης εδώ. Πήγαινε λίγο πιό πέρα». «Μέσα στήν εκκλησία επιτρέπεται νά καπνίζης;», μού λέει. Αυτός είχε δεί τό πακέτο μέ τό τσακμάκι πού είχε αφήσει ο πατέρας τού άρρωστου παιδιού καί έβαλε λογισμό ότι καπνίζω. Τόν άφησα νά φύγη μέ τόν λογισμό του. Καλά, καί άν κάπνιζα, καί μέσα στήν εκκλησία θά κάπνιζα; Βλέπετε τί είναι ο λογισμός;

- Γέροντα, η υπόνοια, η καχυποψία, πόση ζημιά μπορεί νά κάνη στήν ψυχή;

- Ανάλογα μέ τήν υπόνοια είναι καί η ζημιά. Η καχυποψία φέρνει καχεξία.

- Πώς θεραπεύεται;

- Μέ καλούς λογισμούς.

- Γέροντα, άν δή ο άνθρωπος ότι πέφτει έξω μιά φορά, αυτό δέν τόν βοηθάει;

- Άν πέση μιά φορά έξω, τέλος πάντων• άν πέση όμως δυό φορές, θά σακατευθή. Θέλει προσοχή, γιατί καί ένα τοίς χιλίοις νά μήν είναι τά πράγματα έτσι όπως τά σκεφθήκαμε, κολαζόμαστε. Όταν ήμουν στό Κοινόβιο, μιά φορά τήν Μεγάλη Σαρακοστή ένα γεροντάκι, ο Γέρο-Δωρόθεος, τηγάνιζε κολοκυθάκια. Τόν είδε ένας αδελφός τήν ώρα πού τά έβαζε στό τηγάνι καί έρχεται καί μού λέει: «Νά δής, ο Γέρο-Δωρόθεος τηγανίζει κάτι μπαρμπούνια τόσο μεγάλα!». «Μά, τού λέω, ο Γέρο-Δωρόθεος, Μεγάλη Σαρακοστή, δέν είναι δυνατόν νά τηγανίζη μπαρμπούνια». «Ναί, μού λέει, τά είδα μέ τά μάτια μου, κάτι μπαρμπούνια τόσα!».

Ο Γέρο- Δωρόθεος είχε έρθει δεκαπέντε χρόνων στό Άγιον Όρος καί ήταν σάν μάνα. Άν έβλεπε κανένα καλογέρι λίγο φιλάσθενο, «έλα εδώ, τού έλεγε, έχω ένα μυστικό νά σού πώ», καί τού έδινε λίγο ταχίνι μέ κοπανισμένα καρύδια ή κάτι άλλο. Καί τά γεροντάκια τά οικονομούσε ανάλογα. Πάω μετά στόν Γέρο-Δωρόθεο καί τί νά δώ; Κολοκυθάκια τηγάνιζε γιά τό νοσοκομείο!

- Καί άν, Γέροντα, ένας λογισμός υπόνοιας γιά κάποιον βγή αληθινός;

- Καί άν μιά φορά βγή αληθινός ένας τέτοιος λογισμός, σημαίνει ότι κάθε φορά θά είναι αληθινοί τέτοιοι λογισμοί; Ύστερα πού ξέρεις άν ο Θεός επέτρεψε νά βγή αληθινός εκείνος ο λογισμός, γιά νά δώση πνευματικές εξετάσεις ο άλλος στήν ταπείνωση; Βέβαια χρειάζεται νά προσέχη κανείς νά μή δίνη καί ο ίδιος αφορμές, ώστε ο άλλος νά βγάζη λανθασμένα συμπεράσματα. Γιά νά βάλη λ.χ. κάποιος έναν αριστερό λογισμό γιά σένα, μπορεί ο ίδιος νά έχη εμπάθεια, άλλα κι εσύ μπορεί νά έδωσες αφορμή. Άν, παρόλο πού εσύ πρόσεξες, ο άλλος σκεφθή κάτι εις βάρος σου, τότε νά δοξάσης τόν Θεό καί νά ευχηθής γιά εκείνον.

«Συζήτηση μέ τούς λογισμούς»

- Γέροντα, όταν έρχεται ένας λογισμός υπερήφανος, υποφέρω.

- Τόν κρατάς μέσα σου;

- Ναί.

- Γιατί τόν κρατάς; Νά τού κλεινής τήν πόρτα. Άμα τόν κρατάς μέσα σου, ζημιά έχεις. Έρχεται ο λογισμός σάν τόν κλέφτη, τού ανοίγεις τήν πόρτα, τόν βάζεις μέσα, πιάνεις κουβέντα μαζί του, καί μετά εκείνος σέ κλέβει. Μέ τόν κλέφτη πιάνει κανείς κουβέντα; Όχι μόνον κουβέντα δέν πιάνει, αλλά κλειδώνει τήν πόρτα, γιά νά μήν μπή μέσα.

Μπορεί ακόμη καί νά μή συζήτησης μαζί του, αλλά γιατί νά τόν αφήσης νά περάση; Άς πούμε ένα παράδειγμα• δέν λέω ότι έχεις τέτοιους λογισμούς, αλλά άς υποθέσουμε ότι σού έρχεται ένας λογισμός ότι μπορούσες νά είσαι εσύ Γερόντισσα. Εντάξει, ήρθε ο λογισμός.

Μόλις έρθη, πές στόν εαυτό σου: «πολύ καλά• θέλεις νά είσαι Γερόντισσα; γίνε πρώτα στόν εαυτό σου Γερόντισσα», οπότε αμέσως κόβεις τήν συζήτηση. Τί, μέ τόν διάβολο θά συζητάμε; Βλέπεις, όταν ο διάβολος πήγε νά πειράξη τόν Χριστό, Εκείνος τού είπε: «-Ύπαγε οπίσω μου, σατανά»[1]. Αφού ο Χριστός είπε στόν διάβολο: «άντε πήγαινε...», εμείς τί νά συζητάμε;

- Γέροντα, είναι κακό νά συζητάω έναν αριστερό λογισμό, γιά νά δώ από πού προέρχεται;

- Τό κακό είναι ότι δέν συζητάς μέ τόν λογισμό, όπως νομίζεις, άλλα μέ τό ταγκαλάκι. Περνάς ευχάριστα εκείνη τήν ώρα, μετά όμως παιδεύεσαι. Νά μή συζητάς καθόλου τέτοιους λογισμούς. Νά πιάνης τήν χειροβομβίδα καί νά τήν πετάς στόν εχθρό, γιά νά τόν σκοτώσης. Η χειροβομβίδα έχει τήν ιδιότητα νά μή σκάη αμέσως, αλλά μετά δύο-τρία λεπτά. Έτσι καί ο αριστερός λογισμός, άν τόν δίωξης αμέσως, δέν μπορεί νά σέ βλάψη.

Άλλα εσύ μερικές φορές δέν έχεις εγρήγορση, δέν λές τήν ευχή, καί δέν μπορείς νά αμυνθής. Έρχεται τό τηλεγράφημα τού διαβόλου απ' έξω, τό παίρνεις, τό διαβάζεις, τό ξαναδιαβάζεις, τό πιστεύεις καί τό περνάς στό αρχείο. Αυτούς τούς φακέλους θά τούς παρουσίαση τό ταγκαλάκι τήν ημέρα τής Κρίσεως, γιά νά σέ κατηγορήση.

- Γέροντα, πότε η προσβολή ενός αριστερού λογισμού είναι πτώση;

- Έρχεται ο λογισμός καί τόν διώχνεις αμέσως. Αυτό δέν είναι πτώση. Έρχεται καί τόν συζητάς. Αυτό είναι πτώση. Έρχεται, τόν δέχεσαι λίγο καί μετά τόν διώχνεις. Αυτό είναι μισή πτώση, γιατί καί τότε έχεις πάθει ζημιά, επειδή μόλυνε ο διάβολος τόν νού σου. Δηλαδή είναι σάν νά ήρθε ο διάβολος καί τού είπες: «Καλημέρα, τί γίνεται; Καλά; Κάθησε νά σέ κεράσω. Ά, ο διάβολος είσαι; Φύγε τώρα». Αφού είδες ότι είναι ο διάβολος, γιατί τόν έβαλες μέσα; Τόν κέρασες καί θά ξανάρθη.

«Συγκατάθεση στόν λογισμό»

- Γιατί, Γέροντα, μού περνούν στό μοναστήρι διάφοροι κακοί λογισμοί, ενώ στόν κόσμο δέν γινόταν αυτό; Εγώ τούς επιτρέπω;

- Όχι, ευλογημένη! Άσ' τους νά έρχωνται καί νά φεύγουν. Μήπως τά αεροπλάνα πού περνούν πάνω από τό μοναστήρι καί σού χαλούν τήν ησυχία σέ ρωτούν; Έτσι καί αυτοί οι λογισμοί. Μήν απελπίζεσαι. Αυτοί οι λογισμοί είναι κανοναρχίσματα τού διαβόλου. Είναι σάν τά διαβατάρικα πουλιά πού, όταν πετούν στόν ουρανό, είναι πολύ όμορφα νά τά χαζεύης. Άν όμως κατεβούν καί κάνουν φωλιά στό σπίτι σου, μετά κάνουν πουλάκια, καί τά πουλάκια λερώνουν.

- Γιατί όμως, Γέροντα, νά μού ερχωνται τέτοιοι λογισμοί;

- Αυτήν τήν δουλειά τήν κάνει ο πειρασμός. Αλλά υπάρχει μέσα σου καί κατακάθι• δέν έγινε ακόμη η κάθαρση. Εφόσον όμως εσύ δέν τούς δέχεσαι, δέν έχεις ευθύνη. Άφησε τά σκυλιά νά γαυγίζουν. Μήν τούς ρίχνης πολλές πέτρες. Γιατί, όσο τούς ρίχνεις πέτρες, συνεχίζουν νά γαυγίζουν καί από τίς πολλές πέτρες θά χτίσουν μοναστήρι ή σπίτι, ανάλογα..., καί ύστερα δύσκολα νά τό γκρεμίσης.

- Δηλαδή, Γέροντα, πότε γίνεται συγκατάθεση στούς λογισμούς;

- Όταν τούς πιπιλίζης σάν καραμέλα. Νά προσπαθήσης νά μήν πιπιλίζης τούς λογισμούς αυτούς πού είναι απ' έξω ζαχαρωμένοι καί μέσα φαρμάκι, καί ύστερα απελπίζεσαι. Τό νά περνούν λογισμοί κακοί από τόν άνθρωπο δέν είναι ανησυχητικό, γιατί μόνο στούς Αγγέλους καί στούς τελείους δέν περνούν λογισμοί κακοί. Ανησυχητικό είναι, όταν ο άνθρωπος ισοπέδωση ένα κομμάτι τής καρδιάς του καί δέχεται τά λυκόφτερα - τά ταγκαλάκια. Εάν καμμιά φορά συμβή καί αυτό, αμέσως εξομολόγηση, καλλιέργεια τού αεροδρομίου καί φύτεμα καρποφόρων δένδρων, γιά νά γίνη η καρδιά πάλι Παράδεισος.

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (150) Αγάπη Θεού (35) αγάπη σε Θεό (9) αγάπη σε Χριστό (29) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (44) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (7) άγιοι (8) άγιος (65) αγνότητα (3) άγχος (9) αγώνας (51) αγώνας πνευματικός (8) αθεΐα (70) αιρέσεις (57) αλήθεια (16) αμαρτία (47) Ανάσταση (56) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (112) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (12) αρετή (42) ασθένεια (10) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (39) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (7) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (31) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γλώσσα (25) γνώση (4) γονείς (32) γυναίκα (6) δάκρυα (1) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (35) διάβολος (39) διάκριση (35) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (75) εικόνες (15) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (2) εκκλησία (47) Εκκλησιαστική Ιστορία (7) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (6) ελευθερία (11) Ελλάδα (10) ελπίδα (10) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (57) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (54) εργασία (23) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (34) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (47) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (15) ευχαριστία (4) ζώα (11) ηθική (2) ησυχία (3) θάνατος (66) θάρρος (7) θαύμα (54) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (32) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (1) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (81) θρησκείες (5) θυμός (25) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (12) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (1) Ιστορία Παγκόσμια (3) Ιωάννης Χρυσόστομος (6) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (14) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (7) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (7) κοινωνία (65) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (34) λείψανα (1) λογισμοί (19) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (4) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (15) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (56) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (8) μοναχισμός (8) μόρφωση (6) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (6) νεοπαγανισμός (3) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (5) όνειρα (20) οράματα (1) Ορθοδοξία (40) πάθη (23) πάθος (2) παιδεία (6) παιδιά (14) Παΐσιος Όσιος (2) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (45) παράδειγμα (3) Παράδεισος (32) Παράδοση Ιερά (1) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (124) πλούτος (5) πνευματική ζωή (35) πνευματικός πατέρας (10) πνευματισμός (7) ποίηση (11) πόλεμος (7) πολιτική (3) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (20) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (30) προορισμός (5) προσε (1) προσευχή (101) προσοχή (2) προτεσταντισμός (14) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (16) Σταυρός (19) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (40) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (4) υπαρξιακά (20) υποκρισία (1) υπομονή (28) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (3) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (31) χρόνος (9) ψεύδος (8) ψυχή (48) ψυχολογία (5)