Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Μέχρις εσχάτων.

Θα μιλήσω γι'αυτούς τους ανθρώπους που εξέλαβαν τη Βίβλο τόσο σοβαρά, ώστε στα μάτια του κόσμου, στα μάτια των Χρστιανών -απόλυτα ειλικρινών Χριστιανών- ίσως φαίνονται τρελοί. Θα σας δώσω, λοιπόν, μια σειρά από παραδείγματα για να καταλάβετε τι εννοώ και για να σας δώσω την ευκαιρία να κατανοήσετε το μεγαλείο τους, την παθιασμένη πίστη τους.
Γνωρίζετε πως ο απόστολος Παύλος αναφέρεται στη “μωρία του σταυρού”. Μιλά για την τρόπον τινά “μωρία” του Θεού, λέγοντας ότι ο μέσος άνθρωπος δεν θα θυσιαζόταν ούτε για να σωθεί ο φίλος του, πόσο μάλλον ασύλληπτο του είναι το να θυσιαστεί για τους εχθρούς του. Έτσι, λοιπόν, οι δια Χριστόν σαλοί είναι άνθρωποι που πήραν πολύ στα σοβαρά το ότι η συμπεριφορά του Θεού φάνηκε μωρία στα μάτια των θεωρουμένων “φυσιολογικών”, εκείνων που σκέφτονται υπολογιστικά και που προσπαθούν να κάνουν το σωστό, αλλα σταματούν σε κάποιο σημείο της προσπάθειάς τους.
Ο πρώτος για τον οποίο θα ήθελα να μιλήσω, είναι ένας από τους πρώτους αγίους στην Αλεξάνδρεια, που λεγόταν Σεραπίων. Του έδωσαν το όνομα “Σεραπίων ο Σινδονίτης”, διότι φορούσε μόνο ένα σεντόνι, ζούσε στην ύπαιθρο, έτρωγε μόνο ό,τι του έδιναν από ελεημοσύνη και είχε μόνο ένα περιουσιακό στοιχείο στην κατοχή του, ένα βιβλιαράκι της Αγίας Γραφής. Ξέρετε, εκείνα τα χρόνια ένα βιβλίο ήταν εξαιρετικά σπάνιο, κάτι που κατείχαν μόνο οι πόλυ πλούσιοι.

Μια μέρα, λοιπόν, οι φίλοι του τον είδαν να τρέχει γυμνός, χωρίς ούτε καν το σεντόνι του, και τον ρώτησαν τι του συνέβη. Απάντησε ότι συνάντησε έναν άνθρωπο φτωχότερο από τον ίδιο και του έδωσε το σεντόνι του. Λίγες μέρες  αργότερα τον είδαν χωρίς την Αγία Γραφή του και τον ρώτησαν ξανά τι συνέβη. Απάντησε πως είδε κάποιον που τον τραβούσαν στη φυλακή επειδή χρωστούσε, και έδωσε το βιβλίο του για να εξοφλήσει ο άνθρωπος αυτός το χρέος του.

“Μα πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;”, τον ρώτησαν. “δεν ήταν το βιβλίο αυτό το πολυτιμότερο πράγμα που είχες;”. “Ναι”, είπε εκείνος, “αλλά η Αγία Γραφή με δίδαξε να προσφέρω τα πάντα στο όνομα της αγάπης και της ελεημοσύνης, και του το έδωσα γιατί ήταν το μόνο πράγμα που είχα να δώσω”.
Εδώ λοιπόν έχουμε έναν άνθρωπο που στεκόταν απογυμνωμένος μπροστά στον Θεό, έναν άνθρωπο που έκανε πράξη τη συμπόνια και την αγάπη ολοκληρωτικά, αληθινά, μέχρις εσχάτων.
Θα σας δώσω άλλο ένα παράδειγμα, κάποιον ονόματι Βιτάλιο, που ήταν κι αυτός ένας από τους μεγάλους ασκητές στην έρημο της Αιγύπτου. Ζούσε για σαράντα περίπου χρόνια στην έρημο και θεωρείτο άγιος. Μια μέρα πήγε στην Αλεξάνδρεια να πουλήσει τα καλάθια που έπλεκε, και είδε κάποιες πόρνες στους δρόμους κοντά στο λιμάνι. Τις συμπόνεσε ως τα βαθιά φυλλοκάρδια του και αποφάσισε κάπως να τις βοηθήσει.

Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος που είχε περάσει όλη του τη ζωή προσευχόμενος στην έρημο, αγωνιζόμενος για την ακεραιότητα ψυχής, νου και καρδιάς, ήρθε στην Αλεξάνδρεια προς μεγάλο σκανδαλισμό όσων τον γνώριζαν ως ερημίτη, βρήκε μια δουλειά λιμενεργάτη μ'ένα ελάχιστο μεροκάματο και κάθε βράδυ έπαιρνε μαζί του στο χώρο που έμενε μία από τις πόρνες. Εκεί της πρόσφερε το μεροκάματό του, λέγοντας: “Αυτό είναι για σένα. Τώρα έλα να προσευχηθούμε και να πάμε για ύπνο. Κέρδισα μια νύχτα αγνότητας για σένα.”. Και η γυναίκα κοιμόταν, παρέμενε αγνή για ένα βράδυ και μετά, βέβαια, επέστρεφε στο επάγγλεμά της. Μα εκείνος είχε κάνει ότι μπορούσε. Της είχε δώσει την ευκαιρία να γνωρίσει καποιον που τη σεβόταν, έναν άνδρα που την αντιμετώπιζε με τον απόλυτο σεβασμό που κάθε ανθρώπινο ον αξίζει, είτε ανήκει στην υψηλή κοινωνία είτε βρίσκεται στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της.

Όμως ο Βιτάλιος έθετε έναν όρο για την αγαθοεργία που παρείχε. Έλεγε στις γυναίκες αυτές: “Μην το πείτε σε κανέναν όσο ζω”. Και επομένως κυκλοφόρησε στην Αλεξάνδρεια η φήμη ότι ο Βιτάλιος, που όλοι τον ήξεραν για άγιο, είχε παραστρατήσει, ότι είχε αφήσει την έρημο και δούλευε την ημέρα για να μπορεί να περνά τα βράδια με τις πόρνες μέσα στην αμαρτία. Ο Βιτάλιος δεν έλεγε τίποτε. Το άντεξε για πολλά χρόνια μέχρι που πέθανε σε μεγάλη ηιλκία.

Όταν το σαρκίο του μεταφερόταν, χωρίς πολυ σεβασμό, από “ελεημοσύνη” στο νεκροταφείο, δεκάδες δεκάδων πόρνες ακολουθούσαν. Και τότε μίλησαν για το τι είχε κάνει εκείνος για αυτές. Τους είχε δώσει την αίσθηση του αυτοσεβασμού -έστω για μια στιγμή ίσως- αλλά τους την είχε δώσει, και μάλιστα με κόστος την προσωπική του τιμή, διότι το σημαντικό δεν ήταν η σκληρή ζωή του, αλλά η απώλεια του σεβασμού των άλλων.
Βλέπετε, λοιπόν, ο πρώτος άγιος έκανε όλα όσα μπορούσε πραγματικά να κάνει, πυροδοτούμενος από συμπόνια και αγάπη. Ο δεύτερος τα έκανε επίσης από συμπόνια, αλλά θυσίασε την τιμή του, τον σεβασμό των άλλων, για να μπορέσει να υπηρετήσει αυτές τις γυναίκες και να τους ξαναδώσει έστω και μια γεύση της αίσθησης ότι ήσαν ανθρώπινα όντα άξια σεβασμού...

“On fools for Christ's sake” Youth Camp. 1978

(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 20-24)

‹‹Υπάρχει μια παλαιά γιαπωνέζικη ιστορία, για ένα γεγονός το οποίο συνέβη με ένα παλιρροιακό κύμα πριν από πολλά χρόνια. Ένας γέροντας ζούσε πάνω στην κορυφή ενός λόφου κοντά στον απέραντο ωκεανό. Ένα βράδυ παρατήρησε ένα πανύψηλο τείχος νερού, βαθιά μέσα στη θάλασσα, που ερχόταν γρήγορα προς την ακτή.

Αμέσως η σκέψη του πήγε στους χωρικούς που βρίσκονταν αμέριμνοι κάτω στις καλύβες τους, στους πρόποδες του λόφου. Αν δεν μπορούσε να τους ειδοποιήσει σίγουρα θα χάνονταν – και δεν του απέμεινε καιρός να κατεβεί κάτω και να τους πει για τον κίνδυνο. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη. η ασθενική φωνή του δεν μπορούσε να τους φθάσει.

Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό τότε, έβαλε φωτιά στο σπίτι του, δηλαδή σε όλη την περιουσία του σε αυτό τον κόσμο, γνωρίζοντας πως όλοι θα έτρεχαν να σβήσουν τη φωτιά! Και πράγματι! Έτρεξαν όλοι και έτσι γλύτωσαν από εκείνο το ολέθριο τείχος του νερού που θα τους σκέπαζε. Ο γέρος αυτός "δεν ήρεσεν εις ευατόν (=δεν έγινε αρεστός στον εαυτό του[Ρωμαίους 15,3])" αλλά έκανε το καθήκον του προς τους άλλους.›› (Σ2. 98)
(αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 184-5)

Αναφέρει ο π. Στεφ. Αναγνωστόπουλος: «Πριν από χρόνια, όταν ήμουν εφημέριος στον ιερό Ναό του αγίου Βασιλείου Πειραιώς, με κάλεσαν να εξομολογήσω εκτάκτως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ένα νέο άνδρα, 42 ετών, του οποίου το όνομα, ήταν Ξενοφών.

Όταν πήγα, ήταν σε κακή κατάστασι. Ο καρκίνος με τις ραγδαίες μεταστάσεις τον είχε προσβάλει και στο κεφάλι. Οι μέρες του μετρημένες. Ήταν μόνος στο θάλαμο, το διπλανό κρεβάτι ήταν άδειο, κι έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας. Και μου είπε τα εξής, για το πώς πίστευσε, αφού υπήρξε, όπως το τόνισε, “σκληρός άθεος” και άπιστος.

Ήλθα εδώ πριν από 35 περίπου μέρες, σ’ αυτό το δωμάτιο των δύο κλινών. Δίπλα μου ήταν ήδη κάποιος άλλος άρρωστος, μεγάλος στην ηλικία, 80 περίπου ετών. Αυτός ο άρρωστος, πάτερ μου, παρά τους φοβερούς πόνους τους οποίους είχε στα κόκκαλα –εκεί τον είχε προσβάλει ο καρκίνος- συνεχώς αναφωνούσε ‘Δόξα Σοι, ο Θεός! Δόξα Σοι, ο Θεός!...’. Στη συνέχεια έλεγε και πολλές άλλες προσευχές, τις οποίες εγώ ο ανεκκλησίαστος και άθεος τις άκουγα για πρώτη φορά. Και όμως, πολλές φορές μετά απ’ τις προσευχές του ηρεμούσε –και εγώ δεν ξέρω με ποιο τρόπο- και τον έπαιρνε γλυκύτατος ύπνος. Ύστερα από δυο-τρεις ώρες ξυπνούσε απ’ τους αφόρητους πόνους, για να ξαναρχίση και πάλι ‘Ω Χριστέ μου, Σε ευχαριστώ! Δόξα στο όνομά Σου!... Δόξα Σοι, ο Θεός!... Δόξα Σοι, ο Θεός!...’.

Εγώ μούγκριζα απ’ τους πόνους, κι αυτός ο συνασθενής μου, με τους αφόρητους πόνους, δοξολογούσε το Θεό. Εγώ βλασφημούσα το Χριστό και την Παναγία, και αυτός μακάριζε το Θεό. Τον ευχαριστούσε για τον καρκίνο τον οποίο του έδωσε και τους πόνους τους οποίους είχε. Τότε εγώ αγανακτούσα όχι μόνο απ’ τους φρικτούς πόνους τους οποίους είχα, αλλά και γιατί έβλεπα αυτό, το συνασθενή μου, να δοξολογή συνεχώς το Θεό. Αυτός έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα ‘τη Θεία Μεταλαβιά’ κι εγώ ο άθλιος ξερνούσα από αηδία.

- Σκάσε, επιτέλους. Σκάσε επιτέλους να λες συνεχώς ‘Δόξα Σοι, ο Θεός! Δεν βλέπεις πως Αυτός ο Θεός, τον Οποίο εσύ δοξολογείς, Αυτός μας βασανίζει τόσο σκληρά; Θεός είναι αυτός; Δεν υπάρχει. Όχι! Δεν υπάρχει…

Κι αυτός με γλυκύτητα απαντούσε:

- Υπάρχει, παιδί μου, υπάρχει και είναι στοργικός Πατέρας, διότι με την αρρώστια και τους πόνους μας καθαρίζει απ’ τις πολλές μας αμαρτίες. Όπως αν ήσουν απασχολημένος με καμμιά σκληρή δουλειά, όπου τα ρούχα σου και το σώμα σου θα βρωμούσαν κυριολεκτικώς, θα χρειαζόσουν μια σκληρή βούρτσα για να καθαρισθής καλά, κι εσύ και το σώμα σου και τα ρούχα σου, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Θεός χρησιμοποιεί την αρρώστια σαν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, για να την προετοιμάση για τη Βασιλεία των ουρανών.

Οι απαντήσεις του με εκνεύριζαν ακόμη περισσότερο και βλασφημούσα θεούς και δαίμονες. Δυστυχώς οι αντιδράσεις μου ήταν αρνητικές, με το να φωνάζω:

- Δεν υπάρχει Θεός… Δεν πιστεύω σε τίποτε… Ούτε στο Θεό ούτε σ’ αυτά τα ‘κολοκύθια’ τα οποία μου λες περί Βασιλείας του Θεού σου…

Θυμάμαι τις τελευταίες του λέξεις:

- Περίμενε και θα δης με τα μάτια σου πως χωρίζεται η ψυχή απ’ το σώμα ενός χριστιανού που πιστεύει. Είμαι αμαρτωλός, αλλά το έλεός Του θα με σώση. Περίμενε, θα δης και θα πιστεύσης!!!

Και η μέρα αυτή έφθασε. Από το νοσοκομείο θέλησαν να βάλουν ένα ‘παραβάν’, όπως ήταν καθήκον τους, αλλά εγώ διαμαρτυρήθηκα. Τους είπα ‘όχι, γιατί θέλω να δω πως αυτός ο γέρος θα πεθάνη!!!’.

Τον έβλεπα, λοιπόν, να δοξολογή συνεχώς το Θεό. Πότε έλεγε κάποια ‘Χαίρε’ για την Παναγία, τα οποία αργότερα έμαθα ότι λέγονται ‘Χαιρετισμοί’. Κατόπιν σιγοέψαλλε το ‘Θεοτόκε Παρθένε’, το ‘Από των πολλών μου αμαρτιών…’, το ‘Άξιον εστι’, κάνοντας συγχρόνως και πολλές φορές το σημείο του σταυρού.

Σήκωσε κάποια στιγμή τα χέρια του και είπε: ‘Καλώς τον Άγγελο μου! Σε ευχαριστώ, που ήρθες με τόση λαμπρή συνοδεία να παραλάβης την ψυχή μου. Σε ευχαριστώ!... Σε ευχαριστώ!...’. Ανασηκώθηκε λίγο, ξανασήκωσε τα χέρια του ψηλά, έκανε το σημείο του σταυρού, σταύρωσε τα χεράκια του στο στήθος του και κοιμήθηκε!!!

Ξαφνικά το δωμάτιο πλημμύρισε από φως, λες και μπήκαν μέσα δέκα ήλιοι και περισσότεροι, τόσο πολύ φωτίσθηκε το δωμάτιο! Ναι, εγώ ο άπιστος, ο άθεος, ο υλιστής, ο ‘ξιπασμένος’, ομολογώ ότι όχι μόνο έλαμψε το δωμάτιο αλλά και μια ωραιότατη μυρωδιά απλώθηκε σ’ αυτό, ακόμη και σε ολόκληρο το διάδρομο, και μάλιστα όσοι ήταν ξυπνητοί και μπορούσαν, έτρεχαν εδώ και εκεί, για να διαπιστώσουν από πού ερχόταν η παράξενη αυτή μυρωδιά.

Έτσι, πάτερ μου, πίστευσα, γι’ αυτό και φώναξα για Εξομολόγο ύστερα από τρεις μέρες. Την άλλη μέρα, όμως, τα ‘βαλα με τους δικούς μου, τη μάνα μου και τον πατέρα μου, ύστερα με τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, με τη γυναίκα μου, με τους συγγενείς και τους φίλους, και τους φώναζα και τους έλεγα:

- Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για το Θεό, την Παναγία και τους Αγίους; Γιατί δεν με οδηγήσατε ποτέ στην Εκκλησία; Γιατί δεν μου είπατε ότι υπάρχει Θεός και υπάρχει και θάνατος και κάποτε αυτή η ψυχή θα χωρισθή απ’ το σώμα για να δώση το λόγο της; Γιατί με σπρώξατε με τη συμπεριφορά σας στην αθεΐα και στο μαρξισμό; Εσείς με μάθατε να βλασφημώ, να κλέβω, να απατώ, να πορνεύω… Εσείς με μάθατε να είμαι πονηρός, καχύποπτος, ζηλιάρης, λαίμαργος, φιλάργυρος και κακός. Γιατί δεν μου διδάξατε την αρετή; Γιατί δεν μου διδάξατε την αγάπη; Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για το Χριστό; Γιατί;… Απ’ αυτή τη στιγμή μέχρι που να πεθάνω, θα μου μιλάτε μόνο για το Θεό, το Χριστό, την Παναγία, τους Αγγέλους, τους Αγίους. Για τίποτε άλλο.

Έρχονταν οι δικοί μου, οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, και τους ρωτούσα τον καθένα χωριστά ή όλους μαζί:

- Έχετε να μου πήτε κάτι σημαντικό για το Θεό; Διότι Αυτόν θα συναντήσω! Λέγετε. Αν δεν ξέρετε, να μάθετε. Οι μέρες περνάνε κι εγώ θα φύγω.

Και σ’ ένα-δυο επισκέπτες:

- Αν δεν ξέρης ή αν δεν πιστεύης, να φύγης!...

Τώρα πιστεύω με όλη μου την καρδιά, και θέλω να εξομολογηθώ όλες τις αμαρτίες μου από μικρό παιδί…”»(ΟΠ, 42). Έφυγε μετανοημένος.

(Αρχ. Ιωάννου Κωστώφ, Καλοί λιμένες, Σταμάτα 2016, σελ. 187-191)

«Το 1907, αρχίζει ο π. Λεβάσωφ, έτυχε να επισκεφτώ για πρώτη φορά το μοναστήρι της Όπτινα, αν κι είχα προγραμματίσει πολλές φορές να το κάνω. Είχα ακούσει νωρίτερα μερικά πράγματα για τους γέροντες, αλλά δεν τους είχα δει. Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις έφτασα στο μοναστήρι, ήταν να πάω να κοιμηθώ, αφού είχα περάσει μια νύχτα στο τραίνο χωρίς ύπνο. Με ξύπνησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι προσκυνητές πήγαν στην εκκλησία κι εγώ έτρεξα στη σκήτη, για να προλάβω να μιλήσω με το Γέροντα, την ώρα κείνη που ήταν λιγότεροι επισκέπτες. Ζήτησα να μου δείξουν το δρόμο για τη σκήτη και το κελλί του και σε λίγο βρισκόμουν στο δωμάτιο υποδοχής. Το δωμάτιο ήταν μικρό και η επίπλωσή του απλή. Στους τοίχους κρέμονταν κάδρα με μορφές αγίων ασκητών και ρητά των αγίων πατέρων. Όταν έφτασα εγώ υπήρχε μόνο ένας επισκέπτης, κάποιος επίσημος από την Πετρούπολη. Σύντομα ο υποτακτικός του Γέροντα κάλεσε τον επίσημο να περάσει μέσα και μου είπε: «Περιμένει πολύ ώρα». Ο επίσημος μπήκε μέσα για τρία λεπτά περίπου και μετά βγήκε. Γύρω από το κεφάλι του είδα ακτίνες από ‘να παράξενο φως. Δακρυσμένος και με συγκίνηση μου είπε πως αυτός μαζί με άλλους παραβρέθηκαν το πρωί στην άφιξη από τη σκήτη της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Καλούγκα. Ο γέροντας Ιωσήφ βγήκε από το κελλί του για να προσευχηθεί κι όλοι τους είδαν το πρόσωπό του να λάμπει και να βγάζει ακτίνες από θείο φως.

Σε λίγα λεπτά μου είπαν να περάσω στο Γέροντα. Μπήκα μέσα στο ταπεινό κελλί του που είχε φτηνά, ξύλινα έπιπλα και φωτιζόταν αμυδρά. Τότε είδα τον ηλικιωμένο Γέροντα, ταλαιπωρημένο από τους διαρκείς ασκητικούς αγώνες και τη νηστεία. Μόλις που μπορούσε να σηκωθεί από το κρεββάτι του. Ήταν άρρωστος εκείνη την εποχή. Χαιρετιστήκαμε. Μετά είδα ένα περίεργο φως γύρω από το κεφάλι του, όπως επίσης και μια φαρδιά ακτίνα να πέφτει πάνω του από ψηλά, σα να’ χε ανοίξει το ταβάνι του κελλιού του. Η ακτίνα έπεφτε από τον ουρανό κι ήταν ίδια με το φως που περιέβαλλε το πρόσωπό του. Η όψη του φωτίστηκε και φάνηκε ένα χαμόγελο. Ήμουν απροετοίμαστος να δω αυτό το θέαμα και τα ‘χασα. Ξέχασα όλες τις ερωτήσεις που τριγύριζαν στο κεφάλι μου και για τις οποίες γύρευα να βρω απαντήσεις από κάποιο γέροντα έμπειρο στην πνευματική ζωή. Με πολλή βαθιά χριστιανική ταπείνωση και πραότητα (τα χαρακτηριστικά του Γέροντα) στεκόταν και περίμενε υπομονητικά να μιλήσω. Εγώ έμενα σαστισμένος. Δεν μπορούσα να τραβήξω τα μάτια μου από το θέαμα αυτό, που μου ήταν τελείως πρωτόγνωρο. Τελικά κατάφερα να θυμηθώ αόριστα τι ήθελα να εξομολογηθώ κι άρχισα να ψελλίζω: «Μπάτιουσκα, είμαι πολύ αμαρτωλός». Μόλις μπόρεσα ν’ αρθρώσω τα λόγια αυτά, το πρόσωπό του έγινε σοβαρό και το φως που έπεφτε πάνω του, όπως κι εκείνο που τον περιέβαλλε, εξαφανίστηκε. Μπροστά μου στεκόταν πάλι ο οικείος γέροντας που είχα δει όταν μπήκα στο κελλί. Αλλά δεν έμεινε για πολύ έτσι. Σε μια στιγμή άρχισε πάλι να τον τυλίγει το φως και να πέφτει πάνω του η ακτίνα. Μερικές φορές το φως ήταν πιο λαμπρό και πιο εκτυφλωτικό. Επειδή ήταν άρρωστος, αρνήθηκε να μ’ εξομολογήσει. Ζήτησα τη συμβουλή του για τη δημιουργία μιας επιτροπής στην ενορία μου και τον παρακάλεσα να προσευχηθεί για μένα. Δεν μπορούσα ν’ αποχωριστώ εύκολα αυτό το ουράνιο θέαμα. Πρέπει να χαιρέτησα το Γέροντα τουλάχιστο δέκα φορές. Παρατηρούσα συνέχεια αυτό το χαριτόβρυτο πρόσωπο που είχε ένα αγγελικό χαμόγελο κι έλαμπε ολόκληρο μ’ αυτό το θείο φως, που εξακολουθούσε να τον φωτίζει καθώς έβγαινα από το κελλί του. Μετά από τρία χρόνια ξαναπήγα στο μοναστήρι της Όπτινα κι είδα τον μπάτιουσκα Ιωσήφ πολλές φορές. Ποτέ όμως δεν τον ξανά ‘δα σε τέτοια δόξα.

» Το φως που είδα πάνω στο Γέροντα δεν μπορεί να παρομοιαστεί με κανένα επίγειο φως, όπως για παράδειγμα το φως του ήλιου, ή του φωσφόρου ή το ηλεκτρικό, του φεγγαριού κ.λ.π. Δεν έχω ξαναδεί παρόμοιο φως.

» Πιστεύω πως το όραμα αυτό ήταν αποτέλεσμα της κατάστασης της έντασης και της προσευχής στην οποία βρισκόταν ο Γέροντας και προκάλεσε τη Χάρη του Θεού να επισκεφτεί τον εκλεκτό Του. Τώρα γιατί αξιώθηκα εγώ να δω τέτοιο όραμα, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Γνωρίζω πως είμαι αμαρτωλός κι ότι το μόνο για το οποίο μπορώ να καυχηθώ, είναι οι αδυναμίες μου. Ίσως ο Κύριος να κάλεσε κι εμένα τον αμαρτωλό στο δρόμο της μετάνοιας μ’ αυτό τον τρόπο, δείχνοντάς μου με ορατό τρόπο τι χάρη αξιώνονται οι εκλεκτοί του Θεού απ’ αυτήν ακόμα την κοιλάδα του κλαυθμώνος.

» Η ιστορία μου είναι αληθινή. Μετά το όραμα αυτό ένιωσα ανεκλάλητη χαρά κι ένα δυνατό θρησκευτικό ζήλο, παρά το γεγονός πως προτού επισκεφτώ το Γέροντα δεν αισθανόμουν τίποτα.

» Από τότε έχουν περάσει τέσσερα χρόνια. Και μόνο που το θυμάμαι απλά τώρα, ξαναζώ τη συντριβή και τη μαγεία εκείνη. Η ιστορία μου μπορεί να είναι «Ιουδαίοις μέν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία» (Α’ Κορ. α’ 23). Στους ολιγόπιστους και σε κείνους που αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στην αμφιβολία και την πίστη, μπορεί να φανεί μια αυτοσχέδια ιστορία, μια φαντασία ή παραίσθηση. Στους καιρούς της απιστίας και της θρησκευτικής παρακμής που ζούμε σήμερα, τέτοιες διηγήσεις προκαλούν ειρωνικά χαμόγελα. Τι πρέπει να κάνουμε εμείς οι υπηρέτες της αλήθειας; Να σιγήσουμε; Σίγουρα όχι. Ο αλησμόνητος γέροντας Ιωσήφ είναι πραγματικά ένα φωτεινό και λαμπρό αστέρι. Δεν πρέπει να κρύβουμε το λυχνάρι κάτω από το μόδιο, αλλά να το βάζουμε στο λυχνοστάτη, για να τους φωτίζει όλους μέσα στην αληθινή εκκλησία του Χριστού. Παρακαλώ όλους τους πιστούς χριστιανούς να προσεύχονται σ’ αυτόν, για να εύχεται κι αυτός για μας μπροστά στο θρόνο του Θεού.

» Όλα όσα ανάφερα παραπάνω είναι απόλυτα αληθινά. Δεν υπάρχει ίχνος υπερβολής. Και τα βεβαιώνω στο όνομα του Θεού, με την ιερατική μου συνείδηση».

(Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα, Πέτρου Μπότση, σελ. 174-178)

 


Στη Σκήτη των Ιβήρων, στην Καλύβη των Αγίων Αποστόλων, στην συνοδεία εκείνη ήταν και ο Γερο-Παχώμιος. Στο πρόσωπό του έβλεπε κανείς ολοφάνερα ζωγραφισμένη την αγιότητα. Το γεροντάκι αυτό ήταν πολύ απλό και τελείως αγράμματο, μα πολύ χαριτωμένο.

Όταν ερχόταν για να εκκλησιαστεί τις γιορτές στο Κυριακό της Σκήτης ποτέ του δεν καθόταν στο στασίδι, αλλά στεκόταν πάντα όρθιος (ακόμα και στις ολονυκτίες) και έλεγε την ευχή. Όταν τύχαινε να τον ρωτήσει κανείς “πού βρίσκεται η ακολουθία;” απαντούσε: “Ψαλτήρια! Ψαλτήρια λένε οι πατέρες”. Όλα τα έλεγε ψαλτήρια. Ούτε από ψαλτικά ήξερε εκτός απ’ το Χριστός Ανέστη που έψαλλε το Πάσχα.

Ήταν πάντα πρόθυμος να κάνει τα χατίρια των άλλων χωρίς να ’χει καθόλου δικό του θέλημα. Όση στεναχώρια και αν είχε κανείς, μόλις έβλεπε τον π. Παχώμιο του έφευγε και ειρήνευε. Όλοι τον αγαπούσαν. Ακόμη και τα φίδια που του ’χαν εμπιστοσύνη και δεν έφευγαν, όταν τον έβλεπαν. (Στην περιοχή της Καλύβης υπήρχαν πολλά φίδια, γιατί υπήρχαν πολλά νερά).

Οι άλλοι δύο πατέρες της συνοδείας πολύ φοβούνταν τα φίδια, μα ο γερο-Παχώμιος τα πλησίαζε χαμογελαστός, τα έπιανε και τα έβγαζε έξω από το φράχτη τους. Μια μέρα, ενώ πήγαινε βιαστικός σε μια άλλη Καλύβη, στο δρόμο βρήκε ένα μεγάλο φίδι, το οποίο τύλιξε στη μέση του σαν ζώνη για να τελειώσει πρώτα τη δουλειά του και μετά να το βγάλει έξω από την περιοχή τους!

O π. Ιάκωβος, τρόμαξε μόλις τον είδε και ο π. Παχώμιος πολύ παραξενεύτηκε απ’ αυτό. Μετά μου έλεγε: “Δεν ξέρω γιατί φοβάται τα φίδια. Εκείνος ο π. Ανδρέας φοβάται ακόμα και τους σκορπιούς” και συνέχισε: “Εγώ τους μαζεύω στη χούφτα μου τους σκορπιούς απ’ τα ντουβάρια και τους πετάω έξω απ’ την Καλύβα. Τώρα που τρέμουν τα χέρια μου από το Parkinson, τα μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τα βγάζω έξω”.

Τον ρωτάω: “Γιατί δε σε δαγκώνουν εσένα τα φίδια γερο-Παχώμιε;” για να μου απαντήσει: “Κάπου γράφει ο Ιησούς Χριστός σ’ ένα χαρτί “εάν έχεις πίστη πιάνεις και τα φίδια και τους σκορπιούς και δε σε πειράζουν”…

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Όταν σπούδαζα στον κόσμο, στην αρχή, κουραζόμουνα πάρα πολύ. Και όταν ερχόταν η ώρα να πιάσω το βιβλίο στα χέρια μου, ένιωθα σαν να πήγαινα να πιάσω άγριο θηρίο.

Καθώς όμως επέμενα, βιάζοντας τον εαυτό μου, βοήθησε ο Θεός και τόσο πολύ συνήθισα τη μελέτη, ώστε να μην καταλαβαίνω τι έτρωγα και τι έπινα ή πως κοιμόμουνα από την πολλή ευχαρίστηση που ένιωθα από την ανάγνωση. Και ποτέ δεν με τράβηξε η επιθυμία να πάω να φάω με έναν από τους φίλους μου, αλλά ούτε καν τους συναντούσα όταν είχα διάβασμα, παρόλο ότι ήμουν κοινωνικός και αγαπούσα τους φίλους μου.

Μόλις λοιπόν μας σχόλαγε ο δάσκαλος και λουζόμουνα -γιατί συνήθιζα να πλένομαι κάθε μέρα, επειδή στέγνωνα από το διάβασμα- γύριζα στο σπίτι μου μην ξέροντας ούτε τι θα φάω. Γιατί δεν μπορούσα να απασχοληθώ ούτε με το να παραγγείλω το φαγητό που θα έτρωγα, αλλά είχα κάποιον έμπιστο άνθρωπο και μου ετοίμαζε ό,τι εκείνος ήθελε. Έτρωγα λοιπόν ό,τι εύρισκα μαγειρεμένο από αυτόν, έχοντας και το βιβλίο δίπλα μου, ακουμπισμένο στο κρεβάτι και κάπου-κάπου έριχνα μια ματιά. Και όταν κοιμόμουνα, το είχα πάλι δίπλα μου, ακουμπισμένο στο κάθισμά μου και μόλις μ’ έπαιρνε λίγο ο ύπνος, αμέσως πεταγόμουνα να διαβάσω. Πάλι το βράδυ, μόλις γύριζα μετά από τον εσπερινό, άναβα το λυχνάρι και έμενα διαβάζοντας μέχρι τα μεσάνυχτα.

Και ζούσα έτσι, γιατί δεν ένιωθα τίποτα πιο γλυκό από την ευχαρίστηση που μου έδινε η μελέτη. Όταν λοιπόν ήρθα στο Μοναστήρι, έλεγα στον εαυτό μου:

«Αν για την κοσμική σοφία είχα τόσο πόθο και τέτοιο ζήλο, ώστε να ασχολούμαι με το διάβασμα και να μου γίνει αναφαίρετη συνήθεια, πόσο μάλλον για την αρετή»;

Και έπαιρνα πολλή δύναμη από αυτόν το λογισμό.
(Αββα Δωροθέου, Ι Διδασκαλία, εκδ. Ετοιμασία σελ. 271)

Πρίν από αρκετά χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρός φοιτητής. Μέ πολλή διστακτικότητα, αλλά καί μέ τήν ένταση τού απαιτητικού αναζητητή, μού δήλωσε ότι είναι άθεος, πού όμως θά ήθελε πολύ νά πιστέψει, αλλά δέν μπορούσε.


Χρόνια προσπαθούσε καί αναζητούσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνομίλησε μέ καθηγητές καί μορφωμένους. Αλλά δέν ικανοποιήθηκε η δίψα του γιά κάτι σοβαρό.
Άκουσε γιά μένα καί αποφάσισε νά μοιρασθεί μαζί μου τήν υπαρξιακή ανάγκη του. Μού ζήτησε μία επιστημονική απόδειξη περί υπάρξεως Θεού.

Ξέρεις ολοκληρώματα ή διαφορικές εξισώσεις; τόν ρώτησα. Δυστυχώς όχι, μού άπαντα. Είμαι τής Φιλοσοφικής. Κρίμα! διότι ήξερα μία τέτοια απόδειξη, είπα εμφανώς αστειευόμενος. Ένιωσε αμήχανα καί κάπου σιώπησε γιά λίγο. Κοίταξε, τού λέω. Συγγνώμη πού σέ πείραξα λιγάκι. Αλλά ο Θεός δέν είναι εξίσωση, ούτε μαθηματική απόδειξη.

Άν ήταν κάτι τέτοιο, τότε όλοι οι μορφωμένοι θά τόν πίστευαν. Νά ξέρεις, αλλιώς προσεγγίζεται ο Θεός. Έχεις πάει ποτέ στό Άγιον Όρος; Έχεις ποτέ συναντήσει κανέναν ασκητή; Όχι, πάτερ, αλλά σκέπτομαι νά πάω, έχω ακούσει τόσα πολλά… Άν μού πείτε, μπορώ νά πάω καί αύριο. Ξέρετε κανέναν μορφωμένο νά πάω νά τόν συναντήσω;

-Τί προτιμάς; Μορφωμένο πού μπορεί νά σέ ζαλίσει, ή άγιο πού μπορεί νά σέ ξυπνήσει;

-Προτιμώ τόν μορφωμένο. Τούς φοβάμαι τούς αγίους.

-Η πίστη είναι υπόθεση τής καρδιάς. Γιά δοκίμασε μέ κανέναν άγιο. Πώς σέ λένε; ρωτώ. Γαβριήλ, μού απαντά.

Τόν έστειλα σέ έναν ασκητή. Τού περιέγραψα τόν τρόπο προσβάσεως καί τού έδωσα τίς δέουσες οδηγίες. Κάναμε κι ένα σχεδιάγραμμα. Θά πάς, τού είπα, καί θά ρωτήσεις τό ίδιο πράγμα. Είμαι άθεος, θά τού πείς, καί θέλω νά πιστεύσω.

Θέλω μία απόδειξη περί υπάρξεως Θεού. Φοβάμαι, ντρέπομαι, μού απαντά. Γιατί ντρέπεσαι καί φοβάσαι τόν άγιο καί δέν ντρέπεσαι καί φοβάσαι εμένα; ρωτώ. Πήγαινε απλά καί ζήτα τό ίδιο πράγμα.

Σέ λίγες μέρες, πήγε καί βρήκε τόν ασκητή νά συζητάει μέ κάποιον νέο στήν αυλή του. Στήν απέναντι μεριά περίμεναν άλλοι τέσσερις καθισμένοι σέ κάτι κούτσουρα. Ανάμεσα σέ αυτούς καί ο Γαβριήλ βρήκε δειλά τήν θέση του. Δέν πέρασαν περισσότερα από δέκα λεπτά καί η συνομιλία τού Γέροντα μέ τόν νεαρό τελείωσε.

Τί γίνεστε, παιδία; ρωτάει. Έχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Έχετε πιεί λίγο νεράκι; Ευχαριστούμε, Γέροντα, απήντησαν, μέ συμβατική κοσμική ευγένεια. Έλα εδώ, λέει απευθυνόμενος στόν Γαβριήλ, ξεχωρίζοντάς τον από τούς υπόλοιπους. Θά φέρω εγώ τό νερό, πάρε εσύ τό κουτί αυτό μέ τά λουκούμια. Καί έλα πιό κοντά νά σού πώ ένα μυστικό: Καλά νά είναι κανείς άθεος, άλλα νά έχει όνομα αγγέλου καί νά είναι άθεος; Αυτό πρώτη φορά μού συμβαίνει.

Ο φίλος μας κόντεψε νά πάθει έμφραγμα από τόν αποκαλυπτικό αιφνιδιασμό. Πού εγνώρισε τό όνομά του; Ποιός τού αποκάλυψε τό πρόβλημά του; Τί, τελικά, ήθελε νά τού πεί ο γέροντας;

– Πάτερ, μπορώ νά σάς μιλήσω λίγο; Μόλις πού μπόρεσε νά ψελλίσει. Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε τό λουκούμι, πιές καί λίγο νεράκι καί πήγαινε στό πιό κοντινό μοναστήρι νά διανυκτερεύσεις. Πάτερ μου, θέλω νά μιλήσουμε, δέν γίνεται; Τί νά πούμε, ρέ παλληκάρι; Γιά ποιόν λόγο ήλθες;

Στό ερώτημα αυτό ένιωσα αμέσως νά ανοίγει η αναπνοή μου, αφηγείται. Η καρδιά μου νά πλημμυρίζει από πίστη. Ο μέσα μου κόσμος νά θερμαίνεται. Οι απορίες νά λύνονται χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρίς τήν ύπαρξη μιάς ξεκάθαρης απάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αυτομάτως όλα τά άν, τά γιατί, τά μήπως καί έμεινε μόνον τό πώς καί τό τί από δώ κι εμπρός.

Ό,τι δέν τ ού έδωσε η σκέψη τών μορφωμένων, τού τό χάρισε ο ευγενικός υπαινιγμός ενός αγίου, αποφοίτου μόλις τής τέταρτης τάξης τού δημοτικού. Οι άγιοι είναι πολύ διακριτικοί. Σού κάνουν τήν εγχείρηση χωρίς αναισθησία καί δέν πονάς.

Σού κάνουν τήν μεταμόσχευση χωρίς νά σού ανοίξουν τήν κοιλιά. Σέ ανεβάζουν σέ δυσπρόσιτες κορυφές δίχως τίς σκάλες τής κοσμικής λογικής. Σού φυτεύουν τήν πίστη στήν καρδιά, χωρίς νά σού κουράσουν τό μυαλό.

«Φωνὴ αύρας λεπτής» – Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ἀπό το βιβλίο "ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ"

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Ὁ ἰαματικός μεγαλομάρτυς Παντελεήμων γεννήθηκε στήν Νικομήδεια. Πατέρας του ἦταν ὁ εἰδωλολάτρης Εὐστόργιος καί μητέρα του ἡ χριστιανή Εὐβούλη. Μαρτύρησε τό 305 ἐπί αὐτόκράτορος Μαξιμιανοῦ.
Εἶχε σπουδάσει τήν ἰατρική στόν διδάσκαλο τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς Εὐφρόσυνο. Τήν περίοδο τῶν σπουδῶν του γνώρισε τόν ἱερέα τῆς ἐκκλησίας τῆς Νικομηδείας ἅγιο Ἑρμόλαο. Αὐτός καλλιέργησε τά σπέρματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, πού εἶχε σπείρει στήν ψυχή του ἡ εὐσεβής Εὐβούλη, καί μετά τήν κανονική κατήχησι τόν βάπτισε.
Μιά μέρα κάποιοι ἔφεραν στό σπίτι τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος ἕναν τυφλό. Ὁ ἅγιος, μαζί μέ τόν πατέρα του, τόν δέχθηκε καί τόν ρώτησε τί θέλει.
- Τό φῶς μου ποθῶ, γιατρέ μου. Πῆγα σέ πολλούς γιατρούς, ἀλλά κανείς δέν μπόρεσε νά μέ θεραπεύση. Ξόδεψα ὅλη τήν περιουσία μου στά φάρμακα καί δέν βρῆκα κανένα ὄφελος. Σέ παρακαλῶ, λυπήσου τήν ταλαιπωρία μου καί θεράπευσέ με.
- Ἀφοῦ ξόδεψες ὅλη τήν περιουσία σου στούς ἄλλους γιατρούς, τοῦ εἶπε ὁ ἅγιος, ἐάν ἐγώ σέ θεραπεύσω, τί θά μοῦ δώσεις;
- Ὅ,τι μοῦ ἀπέμεινε μέ χαρά καί προθυμία θά στό χαρίσω. Μόνο νά μέ θεραπεύσῃς.
- Θά σέ θεραπεύσῃ ὁ ἀληθινός Θεός χρησιμοποιώντας γιά ὄργανο Του ἐμένα! Τόν μισθό ὅμως τῆς θεραπείας, πού μοῦ ὑποσχέθηκες, νά τόν μοιράσῃς στούς φτωχούς.
Ὁ εἰδωλολάτρης πατέρας τοῦ ἁγίου Εὐστόργιος, νομίζοντας ὅτι μέ τήν συνηθισμένη ἰατρική ἀναλαμβάνει νά τόν θεραπεύσῃ, προσπάθησε νά τόν ἐμποδίσῃ:
- Μήν ἀναλαμβάνῃς, παιδί μου, τέτοιο ἔργο, ἀφοῦ τόσοι ἄλλοι γιατροί δέν τό κατώρθωσαν. Πρόσεξε μήν τυχόν ντροπιαστῇς στό τέλος. Τί περισσότερο μπορεῖς νά κάνῃς ἐσύ ἀπό τούς ἄλλους γιατρούς;
Ὁ Εὐστόργιος, νομίζοντας ὅτι ἀναφέρεται στόν διδάσκαλο Εὐφρόσυνο, τοῦ είπε:
- Παιδί μου, δυστυχῶς καί ὁ ἴδιος ὁ διδάσκαλός σου ἐπεχείρησε νά τόν θεραπεύσῃ καί δέν πέτυχε τίποτε.
- Περίμενε, πατέρα, καί θά δῆς τί θά κάνω.
Ἅπλωσε τότε τό δεξί του χέρι, ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ στά μάτια τοῦ τυφλοῦ καί προσευχήθηκε πρός τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.
Ἀμέσως τά μάτια τοῦ τυφλοῦ ἄνοιξαν! Καί ὄχι μόνο τά μάτια τοῦ σώματος, ἀλλά καί τῆς ψυχῆς. Μόλις εἶδε ὁ τυφλός ὅτι μέ τήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ θεραπεύθηκε, πίστεψε σ᾿ Αὐτόν. Μέ τό θαῦμα αὐτό πίστεψε καί ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Εὐστόργιος. Σέ λίγο καιρό ὁ ἅγιος Ἑρμόλαος βάπτισε καί τούς δύο.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

«Ο ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ» Εἰς τόν βίον τοῦ ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ

ἀπό τό βιβλίο «ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ» ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

Κάποιος μοναχός τῆς μονῆς τοῦ Σάρωφ κυριεύθηκε ἀπό μελαγχολία. Μιά φορά μάλιστα πού ἔνιωσε νά φθάνη στήν ἀπόγνωσι, ζήτησε τήν συμπαράστασι ἑνός ἀδελφοῦ.
Βγῆκαν καί οἱ δύο ἔξω ἀπό τήν μονή μετά τόν ἑσπερινό καί ἄρχισαν νά περιπατοῦν στόν κῆπο καί νά παρηγοροῦνται μέ τήν συζήτησι. Πλησίασαν στόν σταῦλο τῆς μονῆς. Ἐκεῖ κοντά ἄρχιζε τό δρομάκι πού ὡδηγοῦσε στήν πηγή τοῦ ὁσίου Σεραφείμ.
Ὁ ἄρρωστος ἀδελφός θέλησε ν᾿ ἀλλάξη κατεύθυνσι, γιά νά μή συναντηθῆ μέ τόν στάρετς σ᾿ αὐτήν τήν ψυχική κατάστασι. Πρίν ὅμως προφθάσουν ν᾿ ἀπομακρυνθοῦν, τόν βλέπουν νά ἔρχεται πρός τό μέρος τους.
Οἱ δύο μοναχοί ἔπεσαν μέ σεβασμό στά πόδια του. Ἐκεῖνος τούς εὐλόγησε καί τούς μίλησε μέ ἀσυνήθιστη καλωσύνη. Σάν στοργικός πατέρας! Κατόπιν ἄρχισε νά ψάλλη ἕνα τροπάριο τῆς ἐνάτης ὠδῆς τοῦ μικροῦ παρακλητικοῦ κανόνος τῆς Θεοτόκου, πού ψάλλεται σέ κάθε θλίψι καί δοκιμασία:

«Χαρᾶς μου τήν καρδίαν
πλήρωσον, Παρθένε,
ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη
τό πλήρωμα,
τῆς ἁμαρίας τήν λύπην
ἐξαφανίσασα».

Ὕστερα χτύπησε τό πόδι του στήν γῆ καί εἶπε:
- Δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά μελαγχολοῦμε. Ὁ Χριστός νίκησε τά πάντα! Ἀνάστησε τόν Ἀδάμ! Ἐλευθέρωσε τήν Εὔα! Θανάτωσε τόν θάνατο!
Ἡ ψυχική κατάστασις τοῦ στάρετς μεταδόθηκε στήν ψυχή τῶν ἀδελφῶν. Ζωογονημένοι τώρα μέ τήν χαρά του, ἐπέστρεψαν στήν μονή εἰρηνικοί!

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

«H ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΤΥΡΟΥ» ἀπό τό βιβλίο «ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ» ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

Σέ ὅλη του τή ζωή ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μ. Ἀθανάσιος (295-373) ἀγωνιζόταν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων. Γι᾿ αὐτό καί ὀνομάστηκε «Στύλος τῆς Ὀρθοδοξίας»!
Δέκα χρόνια μετά τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, οἱ ἀρχηγοί τῆς ἀρειανικῆς πλάνης συκοφάντησαν αἰσχρά τόν ἅγιο ἱεράρχη καί κατόρθωσαν νά πείσουν τόν αὐτοκράτορα νά συγκληθῆ σύνοδος ἐπισκόπων γιά τήν καθαίρεσή του.
Ἡ σύνοδος συνεκλήθη στήν Τύρο τό 335. Στή δεύτερη συνεδρίασή της συνέβη ἕνα καταπληκτικό ἐπεισόδιο, πού φανερώνει τήν εὐφυΐα καί τή σοφία τοῦ Μ. Ἀθανασίου.
Σέ κάποια στιγμή, πού ἐπικρατοῦσε ἡσυχία στήν αἴθουσα τῆς συνόδου, ἄνοιξε ξαφνικά ἡ πόρτα καί μιά γυναίκα ὅρμησε μέσα μέ κλάματα καί κοπετούς φοβερούς.
Μέ λυγμούς φώναζε ἀπελπισμένα ὅτι ἐνῶ εἶχε ὑποσχεθῆ νά ζήσῃ ζωή παρθενική, ὁ Μ. Ἀθανάσιος μπῆκε στό σπίτι της γιά νά φιλοξενιθῆ, καί τόλμησε νά τῆς ἐπιτεθῆ καί νά τή διαφθείρῃ!…
Κατάπληξη καί πόνος βαθύς γέμισε ὅλους τούς ἐπισκόπους μπροστά στή νεαρή αὐτή γυναίκα. Τά βλέμματά τους καρφώθηκαν στόν Μ. Ἀθανάσιο, πού κοιτοῦσε ἀδιάφορα κάτω, σάν νά μή συνέβαινε τίποτε. Τότε ὁ πρεσβύτερος Τιμόθεος, πού στεκόταν δίπλα του, γύρισε καί τή ρώτησε τή γυναίκα:
- Ἐγώ ἦρθα σέ σχέσεις μαζί σου; Ἐγώ μπῆκα στό σπίτι σου;
- Ναί, ἐσύ! φώναξε μέ ἀναίδεια ἐκείνη. Ἐσύ μοῦ ἔκλεψες τήν ἁγνότητά μου. Ἐσύ μέ γύμνωσες ἀπό τή σωφροσύνη μου!…
Κινοῦσε ἀπειλητικά τό δάκτυλο στόν πρεσβύτερο Τιμόθεο καί τόν ἔδειχνε σέ ὅλους, πιστεύοντας ὅτι αὐτός ἦταν ὁ Μ. Ἀθανάσιος!… Γιατί, φυσικά, τόν ἅγιο πατριάρχη δέν τόν εἶχε δεῖ ποτέ…
Τώρα πιά τά προπετάσματα εἶχαν κουρελιαστῆ, καί ὁ ὀχετός τῆς συκοφαντίας ἐμφανιζόταν ἀπαίσιος. Μέσα στήν αἴθουσα ἔγινε σάλος μεγάλος. Οἱ ἐχθροί τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἶχαν δωροδοκήσει μιά πόρνη γιά νά ψευδομαρτυρήσῃ ἐναντίον του. Μά ἡ ἀπέραντη σοφία του εἶχε ἐπινοήσει τήν πιό ὑπέροχη ἄμυνα. Πληροφορημένος ἀπό πρίν γιά τήν πλεκτάνη πού τοῦ ἑτοίμαζαν, ὀργάνωσε κι αὐτός μαζί μέ τόν πιστό του πρεσβύτερο Τιμόθεο τά ἀποκαλυπτήρια τοῦ δόλου καί τῆς συκοφαντίας!
Ὅταν ἡ γυναίκα κατάλαβε τό πάθημά της ἦταν ἀργά πιά… Ἄρχισε νά τά χάνῃ, νά τραυλίζῃ, νά μήν ξέρῃ τί νά πῇ. Οἱ ἀρειανοί, πού ξεσκεπάστηκαν τόσο ἀπρόοπτα, ἔσπευσαν νά τή βγάλουν ἔξω καί νά τήν ἐξαφανίσουν. Μάταια ὀρθώθηκε ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ἀπαιτώντας νά κρατηθῇ ἡ γυναίκα γιά νά ὑποβληθῇ σέ κανονική ἀνάκριση καί νά φανερωθοῦν οἱ συκοφάντες. Μέ κραυγές καί ὀχλοβοή κατόρθωσαν οἱ ἀρειανοί νά σκεπάσουν τίς διαμαρτυρίες του. Φωνάζαν ὅτι ὑπάρχουν ἄλλες κατηγορίες, ἀκόμη πιό βαριές, πού καμμιά τέχνη καί καμμιά ἐξυπνάδα δέν θά μποροῦσε νά τίς διαλύσῃ. Γιατί δέν θ᾿ ἀκούσουν πιά μέ τ᾿ αὐτιά, ἀλλά θά δοῦν μέ τά μάτια τά πειστήρια τῆς ἐνοχῆς, πού θά παρουσιαστοῦν στή σύνοδο.
Τό βράδυ τῆς ἴδιας μέρας κάποιος ἄγνωστος, κουρασμένος καί κατασκονισμένος ὁδοιπόρος, ἔφτασε στήν Τύρο. Κατευθύνθηκε ἀμέσως στό σπίτι τοῦ πατριάρχη τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ποιός ἦταν λοιπόν; Ἔνας ἄνθρωπος πού ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τόν ἔστελνε στήν κατάλληλη ὥρα. Μιά καινούργια νίκη ἑτοιμαζόταν γιά τόν Μ. Ἀθανάσιο. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀγρυπνοῦσε πάνω ἀπό τόν ἡρωϊκό ἀγωνιστή.
Τήν ἄλλη μέρα ἡ σύνοδος συγκεντρώθηκε πάλι γιά συνεδρίαση. Ὅταν ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι κατέλαβαν τίς θέσεις τους, ἕνα μυστηριῶδες κουτί μεταφέρθηκε στήν αἴθουσα καί τοποθετήθηκε κάτω ἀπό τά βλέμματα ὄλων. Σιγή βασίλευε στήν αἴθουσα… Τά μάτια ἦταν καρφωμένα στό κουτί. Οἱ ἀναπνοές σχεδόν συγκρατημένες.
Τό κουτί ἀνοίχτηκε τελετουργικά. Ἕνα ἀνθρώπινο χέρι, ταριχευμένο, πρόβαλε.
- Ἀθανάσιε, εἶπαν οἱ ἀρειανοί. Τό χέρι αὐτό σέ κατηγορεῖ συντριπτικά! Εἶναι τό χέρι τοῦ ἐπισκόπου Ἀρσενίου. Ἀπολογήσου καί πές μας καθαρά, γιατί τό ἔκοψες;
Ἕνα πανδαιμόνιο ἀποδοκιμασιῶν ἀκολούθησε:
Φράσεις βαριές ξεπηδοῦσαν ἀπό τά στόματα τῶν ἀρειανῶν μαζί μέ τούς ἀφρούς τῆς λύσσας τους. Ὁ ἅγιος καθόταν ἤρεμος καί σιωπηλός στό ἑδώλιο τοῦ κατηγορουμένου. Σέ λίγο σηκώθηκε ὀρθός, σήκωσε τό χέρι γιά νά ἐπιβάλῃ σιωπή, καί εἶπε:
- Ὑπάρχει κανείς ἀνάμεσά μας πού γνώρισε προσωπικά τόν ἐπίσκοπο Ἀρσένιο;
Πολλοί ἀπό τούς συνοδικούς βεβαίωσαν ὅτι τόν εἶχαν γνωρίσει.
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος κάλεσε ἀμέσως κάποιον ἀπό τή συνοδεία του καί ζήτησε νά ὁδηγήσουν ἀμέσως στή σύνοδο τόν ξένο πού χθές βράδυ εἶχε φτάσει στήν πόλη. Πέρασαν λίγες στιγμές φοβερῆς ἀναμονῆς. Καί νά, μπαίνει στήν αἴθουσα ἕνας ἄγνωστος ἄνθρωπος. Τό κεφάλι του εἶναι σκυμμένο μπροστά, τόσο πού δέν διακρίνεται κἄν τό πρόσωπό του. Τό σῶμα του εἶναι τυλιγμένο σ᾿ ἕνα μανδύα φαρδύ, πού τόν σκεπάζει ἐντελῶς. Ὁ ἄγνωστος στέκεται στή μέση τῆς συνόδου. Ἡ ἔνταση πού ὑπάρχει στήν ἀτμόσφαιρα εἶναι ἀπερίγραπτή. Λίγες στιγμές ἀκόμη… Ὁ πατριάρχης προχωρεῖ. Στέκεται δίπλα στόν ἄγνωστο, καί τοῦ σηκώνει τό μέτωπο. Μιά κραυγή καταπλήξεως δόνησε τήν αἴθουσα.
- Μήπως λοιπόν εἶναι αὐτό τό θῦμα μου; Μήπως εἶναι αὐτός ὁ ἐπίσκοπος πού ἐγώ σκότωσα; ρώτησε ὁ Μ. Ἀθανάσιος. Νἄτος λοιπόν, αὐτός πού ζητοῦν οἱ κατήγοροί μου! Αὐτός πού τοῦ φέρθηκα τόσο ὑβριστικά μετά τόν θάνατό του, κόβοντάς του τό χέρι!…
Ναί, ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν ὁ ἐπίσκοπος Ἀρσένιος! Δέν μποροῦσε νά τό ἀμφισβητήσῃ κανείς. Μιά φοβερή θύελλα ξέσπασε στήν αἴθουσα. Οἱ ἀρειανοί δέν μποροῦσαν πιά νά σταθοῦν ἐκεῖ οὔτε γιά ἕνα λεπτό. Μά ὁ πατριάρχης δέν βιαζόταν… Προχώρησε πάλι στόν ἐπίσκοπο Ἀρσένιο, σήκωσε σιγά-σιγά τίς πτυχές τοῦ μανδύα καί ἀποκάλυψε πρῶτα τό ἕνα καί ὕστερα τό ἄλλο χέρι. Ἔδειξε στούς ἐπισκόπους καί τά δυό χέρια, καί τό δεξί καί τό ἀριστερό, καί εἶπε:
- Φυσικά, δέν φαντάζομαι νά περιμένῃ κανείς ἀπό σᾶς νά δῇ καί τρίτο χέρι. Νομίζω πώς μᾶλλον ἀπό δύο μᾶς ἔδωσε σέ ὅλους ὁ Θεός!…
Ἡ ἀποκάλυψη ἦταν συντριπτική! Ἡ ἀλήθεια γι᾿ ἄλλη μιά φορά θριάμβευσε…
(βιβλίο: Ὁ στρατιώτης τῆς ἀλήθειας)

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Σελίδα 1 από 7

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (150) Αγάπη Θεού (35) αγάπη σε Θεό (9) αγάπη σε Χριστό (29) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (44) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (7) άγιοι (8) άγιος (65) αγνότητα (3) άγχος (9) αγώνας (51) αγώνας πνευματικός (8) αθεΐα (70) αιρέσεις (57) αλήθεια (16) αμαρτία (47) Ανάσταση (56) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (112) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (12) αρετή (42) ασθένεια (10) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (39) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (7) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (31) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γλώσσα (25) γνώση (4) γονείς (32) γυναίκα (6) δάκρυα (1) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (35) διάβολος (39) διάκριση (35) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (75) εικόνες (15) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (2) εκκλησία (47) Εκκλησιαστική Ιστορία (7) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (6) ελευθερία (11) Ελλάδα (10) ελπίδα (10) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (57) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (54) εργασία (23) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (34) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (47) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (15) ευχαριστία (4) ζώα (11) ηθική (2) ησυχία (3) θάνατος (66) θάρρος (7) θαύμα (54) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (32) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (1) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (81) θρησκείες (5) θυμός (25) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (12) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (1) Ιστορία Παγκόσμια (3) Ιωάννης Χρυσόστομος (6) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (14) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (7) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (7) κοινωνία (65) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (34) λείψανα (1) λογισμοί (19) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (4) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (15) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (56) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (8) μοναχισμός (8) μόρφωση (6) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (6) νεοπαγανισμός (3) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (5) όνειρα (20) οράματα (1) Ορθοδοξία (40) πάθη (23) πάθος (2) παιδεία (6) παιδιά (14) Παΐσιος Όσιος (2) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (45) παράδειγμα (3) Παράδεισος (32) Παράδοση Ιερά (1) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (124) πλούτος (5) πνευματική ζωή (35) πνευματικός πατέρας (10) πνευματισμός (7) ποίηση (11) πόλεμος (7) πολιτική (3) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (20) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (30) προορισμός (5) προσε (1) προσευχή (101) προσοχή (2) προτεσταντισμός (14) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (16) Σταυρός (19) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (40) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (4) υπαρξιακά (20) υποκρισία (1) υπομονή (28) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (3) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (31) χρόνος (9) ψεύδος (8) ψυχή (48) ψυχολογία (5)