Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Απόσπασμα από κήρυγμα του π. Ιωήλ Γιαννακοπούλου που έγινε τη Μ. Παρασκευή:
«…Αποτελεί παρηγοριά για μας να βλέπουμε άλλους να υποφέρουν περισσότερο. Παρηγορείται ο τυφλός από το ένα μάτι, όταν δει άλλον να είναι τυφλός και από τα δύο μάτια. Παρηγορείται ο ανάπηρος από το ένα χέρι ή πόδι, όταν δει άλλον που να του λείπουν και τα δύο. Παρηγορείται ο πεινασμένος όταν δει άλλον που να είναι πεινασμένος και κατάκοιτος… Αλλά να η υπέρτατη παρηγοριά, ο Εσταυρωμένος!
Είσαι άρρωστος; Έχεις όμως το κρεβάτι σου, ενώ Αυτός είναι καρφωμένος όρθιος, επάνω σ’ ένα ξύλο.
Είσαι φτωχός; Είσαι όμως ελεύθερος, ενώ Αυτός ούτε να κινηθεί δεν μπορεί. Είσαι συκοφαντημένος και κατατρεγμένος; Όχι όμως όσο Αυτός. Σε εγκατέλειψαν οι φίλοι σου; Αλλά Αυτόν τον πρόδωσε ο μαθητής Του και Τον οδήγησε σε θάνατο φρικαλέο.
Τα στερείσαι όλα; Αλλά τουλάχιστον κάποιο κουρέλι σκεπάζει το σώμα σου, ενώ Αυτός κρέμεται γυμνός στο Σταυρό. Καμμία συμφορά ανθρώπινη, καμμία δυστυχία, καμία στέρηση, καμμία οδύνη, δεν είναι δυνατόν να ξεπεράσει το μαρτύριο του Ιησού. Και επιτέλους ό,τι και αν πάσχεις εσύ, είσαι ένας άθλιος αμαρτωλός, ενώ Εκείνος είναι ο μοναδικός Αθώος…»

(Ανέκδοτα Ιωήλ Γιαννακοπούλου αρχιμανδρίτου,αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου, Αθήνα 1998, σελ.45-46)

Έτσι γινόταν πάντα, έτσι και σήμερα.

Αδελφός,  και σε φτύνει και ψεύδεται. Τη ζωή σου πουλάει αργύρια τριάκοντα, και δε σε γνωρίζει. 

Κι η αγάπη που ζητούσα; Που ζητούσαμε;

Σταυρός οι προδομένες μας αγάπες, κι Εσύ τον κουβάλησες. Σταυρός που πάνω του, Ακριβέ, σε καρφώσανε.

Έρημος τόπος, τόπος κρανίου η γη μας. Κι είναι τώρα σκοτάδι αποκαθήλωσης, κι είναι πόνος που μυστικά σφαδάζει μέσα και γύρω μας.

Είμαι εδώ κι εγώ: η πόρνη κι η άσωτη ψυχή, που με Αγάπη αληθινή Εσύ  με αγάπησες. Ψυχή που μετανιώνει, τυραννισμένη ψυχή, που με ελπίδα στηρίζεται στο Ξύλο το Τίμιο. 

Είμαστε εδώ: όσοι γύρισαν. Στη σειρά των αμαρτωλών που Σε διψούν. Χέρι-χέρι κρατιόμαστε, με αναμμένες λαμπάδες.

Αληθινή και Σταυρωμένη Αγάπη! Το ποτήρι περιμένουμε του γάμου Σου.

Τώρα και πάντα την Ανάστασή Σου, Χριστέ, περιμένουμε.

Ελένη Κ. 

Κυριακή της Οσίας Μαρίας 2016

(Υπόμνημα Π.Ν. Τρεμπέλα)

Ιω. 19,34 ἀλλ᾿ εἷς τῶν στρατιωτῶν(1) λόγχῃ(2) αὐτοῦ τὴν πλευρὰν(3) ἔνυξε(4), καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ(5).(=αλλά ένας στρατιώτης, δια κάθε ενδεχόμενον, του ετρύπησε την πλευράν με την λόγχην• και αμέσως έτρεξε από εκεί αίμα και νερό).
(1) «Επειδή λοιπόν για λίγο έδειξαν δυσπιστία για το αν είχε ήδη πεθάνει, τον χτυπούν με λόγχη στην πλευρά» (Κύριλλος Αλεξανδρείας). Η γλώσσα του κειμένου υπονοεί ότι ο στρατιώτης επιζητούσε να διαπιστώσει με βεβαιότητα ότι ο Ιησούς ήταν νεκρός (β). Αν και τα πεπειραμένα τους μάτια είδαν, ότι ήταν ήδη νεκρός, δεν προσπέρασαν, αλλά κατέστησαν το γεγονός του θανάτου του απολύτως βέβαιο με τον αναφερόμενο τρόπο (ο).
Ο Ωριγένης στο Ματθ. κζ 54 φαίνεται να λέει, ότι το τρύπημα με τη λόγχη δινόταν μερικές φορές αντί για τη δική μας χαριστική βολή, για να επισπεύσει το θάνατο των εσταυρωμένων.
(2) Λέγεται μία φορά. Δόρυ με σίδερο οπλισμένο (G). Μακρύ ελαφρύ ακόντιο όχι τόσο βαρύ όσο ο ύσσος (pilum), ο οποίος ήταν το συνηθισμένο όπλο των Ρωμαίων στρατιωτών (β). Τρύπησε με την αιχμή του όπλου δηλαδή με το τριγωνικό σιδερένιο κεφάλι της λόγχης (ο), η οποία δεν θα έθιγε τα οστά του Ιησού (b).
(3) Πιθανώς είχε σκοπό να πλήξει την καρδιά, διότι δεν μπορούμε να υποθέσουμε, ότι η θέση του τραύματος προήλθε από τυχαίο πλήγμα ή ότι τρύπησε την αριστερή πλευρά του Ιησού, διότι πλησίασε το σώμα από εκείνο το μέρος (ο). Η Αιθιοπική όμως μετάφραση (ΣΤ΄ αιώνας) λέει ότι τρυπήθηκε η δεξιά πλευρά, και αυτό ήταν ευρύτατα δεκτό κατά τους αρχαίους χρόνους (δες και Acta Pilati B XI).
Και στη λειτουργία του Χρυσοστόμου (στην Προσκομιδή) συναντιέται η διάταξη: νύττει αυτόν στο «δεξιό» μέρος με λόγχη (β). Μολονότι το δεξί του λειτουργού που νύττει αντιστοιχεί προς το αριστερό του νυττομένου αμνού. Τίποτα παρόλ’ αυτά δεν είναι βέβαιο ως προς το ποια πλευρά τρυπήθηκε.
(4) Λέγεται μία φορά. Συχνά λέγεται στον Όμηρο για βαρύτερα καθώς και για θανάσιμα τραύματα, τα οποία επιφέρονται εναντίον κάποιου (G). Γενικώς όμως χρησιμοποιείται για ελαφρά αγγίγματα. Δες Σοφία Σειράχ κβ 19 και Γ΄ Μακαβ. ε 14. Από το Ιω. κ 25 φαίνεται ότι το τραύμα υπήρξε ευρύ (β). Λιγότερο μαρτυρημένη γραφή, που συναντιέται και στη Βουλγάτα aperuit (=άνοιξε)=
«με την έννοια ότι η οδός της ζωής άνοιξε, από την οποία απέρρευσαν τα μυστήρια της εκκλησίας, χωρίς τα οποία δεν υπάρχει κάποια είσοδος στη ζωή, η οποία είναι η αληθινή ζωή» (Αυγουστίνος).
Η γραφή προήλθε από παραφθορά (ήνυξε, ένοιξε) της αυθεντικής.
(5) «Είναι υπερφυσικό το πράγμα, και ξεκάθαρα διδάσκει, ότι αυτός που τρυπήθηκε είναι κάτι ανώτερο από άνθρωπος. Διότι από νεκρό άνθρωπο, και αν ακόμη μύριες φορές τρυπήσει κάποιος δεν θα βγει αίμα» (Ζιγαβηνός).

«Μυστήριο απόρρητο τελούνταν· διότι βγήκε νερό και αίμα» (Χρυσόστομος). «Των μεν άλλων λοιπόν νεκρών το αίμα πήζει και δεν τρέχει νερό καθαρό. Το παράδοξο όμως με το νεκρό σώμα του Ιησού ήταν ότι χύθηκε από τις πλευρές αίμα και νερό» (Ωριγένης).

Το αίμα εκείνο που έρευσε ήταν παράδοξο· αλλά και το νερό που βγήκε ακόμη περισσότερο παράδοξο. Ότι όμως και τα δύο βγήκαν κατά τον ίδιο χρόνο και όμως χωρισμένα μεταξύ τους υπήρξε το πιο καταπληκτικό από όλα. Από ποιό μέρος του σώματος το αίμα και το νερό βγήκε, από το στήθος ή από την καρδιά ή από κάποιο άλλο; Ποιός μπορεί να καθορίσει; Το νερό υπήρξε διαυγές και πραγματικό· όπως και το αίμα υπήρξε καθαρό και πραγματικό… Η διαβεβαίωση του ευαγγελιστή, ο οποίος υπήρξε συγχρόνως θεατής και μάρτυρας, δείχνει τόσο την αλήθεια, όσο και το μεγαλείο του θαύματος και του μυστηρίου (b).

Ότι το να εκρεύσει αίμα από νεκρό σώμα είναι αφύσικο αναγνωρίστηκε γενικά. Για αυτό το φαινόμενο προτάθηκαν διάφορες φυσικές εξηγήσεις από κάποιους από τους νεώτερους ερμηνευτές. Έτσι η λόγχη ίσως έπληξε διάφορα αιμοφόρα αγγεία, και ενδέχεται να ήλθε σε επαφή με σημεία, στα οποία από εσωτερική αιμορραγία είχε συσσωρευτεί αίμα, και όπου ο ορρός και ο πλακούντας ήταν σε κατάσταση χωρισμού· και κατ’ αρχάς μεν έρρευσε ο ορός μόνος, όταν όμως η λόγχη μπήκε βαθύτερα ίσως έθιξε και σημεία, όπου το αίμα ήταν ρευστό (Ebrard).
Αλλά όταν πληγεί ένα μεγάλο αιμοφόρο αγγείο κάποιου νεκρού, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να εκρεύσει από το τραύμα αίμα μελανωπό καλυμμένο από στρώμα ορρού. Είναι όμως ελάχιστα πιθανό ότι κάτι τέτοιο θα χαρακτηριζόταν από τον Ιωάννη ως αίμα και νερό (g).

Ο W. Stroud εισηγήθηκε ότι ο θάνατος του Ιησού προήλθε από διάρρηξη της καρδιάς, το οποίο εξηγεί γιατί επήλθε ο θάνατος τόσο σύντομα, και ότι το αίμα και νερό ήταν τα χωρισμένα μεταξύ τους θρόμβος και ορρός της ποσότητας του αίματος που διέφυγε στον περικάρδιο σάκκο, τον οποίο η λόγχη τρύπησε. Αλλά αυτό προϋποθέτει, ότι το τραύμα δόθηκε στην αριστερή πλευρά, για το οποίο όμως δεν έχουμε καμία βέβαιη ένδειξη, αλλά τελείως αντίθετα η παράδοση μιλά για τη δεξιά πλευρά.

Επιπλέον ο C. Creighton παρατήρησε, ότι το αίμα που διέφυγε σε κάποια κοιλότητα εσωτερική από ρήγμα ενός μεγάλου οργάνου δεν εκδηλώνει τάση χωρισμού σε θρόμβο και ορρό αλλά μένει παχύ σκοτεινό κόκκινο αίμα (β). Οι εξηγήσεις αυτές παραμένουν αρκετά απίθανες.

Η φράση αίμα και νερό δηλώνει με τρόπο φυσικό δύο ουσίες που έρρευσαν συγχρόνως, αλλά χωριστές, για τα μάτια του θεατή. Δεν απομένει μπροστά μας παρά μία εξήγηση· να δεχτούμε, ότι το γεγονός αυτό το μυστηριώδες συνέβη παρά τους νόμους της κοινής φυσιολογίας και ότι σχετίζεται με την εξαιρετική φύση σώματος, το οποίο η αμαρτία δεν αλλοίωσε ποτέ, και το οποίο βάδιζε προς την ανάσταση, χωρίς να πρόκειται να διέλθει πρώτα από την αποσύνθεση.
Από τη στιγμή του θανάτου αρχίζει γενικώς η πρόοδος της αποσύνθεσης. Το σώμα του Ιησού έπρεπε από τη στιγμή αυτή να πάρει διαφορετικό δρόμο. Μπήκε στην οδό της δόξας. Εκείνος ο οποίος υπήρξε ο άγιος του Θεού, με την απόλυτη έννοια της λέξης, εξαιρέθηκε επίσης από την διαφθορά (Ψαλμ. ιε 10). Αυτή είναι η έννοια την οποία ο ευαγγελιστής θέλησε να προσδώσει στο μοναδικό αυτό και χωρίς κάποιο προηγούμενο φαινόμενο (g).
Έτσι νέα διαθήκη επικυρώθηκε. Η προς Εβραίους επιστολή υπενθυμίζει στους αναγνώστες της, ότι η πρώτη διαθήκη βεβαιώθηκε με αίμα και νερό και ύσσωπο (Εβρ. θ 19) (χ).

Ο θάνατος του Κυρίου υπήρξε τελείως διαφορετικός από το θάνατο όλων των υπόλοιπων ανθρώπων και φανέρωσε την καλυπτόμενη από την ανθρώπινη φύση θεία προσωπικότητά του με το γεγονός, ότι η διαφθορά και η σήψη, η οποία για μας αρχίζει αμέσως από την πρώτη στιγμή του θανάτου μας, υπήρξε ξένη με το άχραντο σώμα του. Υπήρχε θεία ζωή στο ανθρώπινο σώμα του Ιησού Χριστού, πάνω στην οποία ο θάνατος δεν είχε κάποια εξουσία ή δύναμη. Η νίκη του θανάτου πάνω του υπήρξε προσωρινή και σύντομη, όμοια με τις καλοκαιρινές νύχτες των βορείων περιοχών της γης, στις οποίες το λυκόφως δεν παύει να φωτίζει μέχρι τη στιγμή κατά την οποία το λυκαυγές διαδέχεται αυτό.

Εκτός από την εξήγηση αυτή υπάρχουν στους Πατέρες και συμβολικές εξηγήσεις του μυστηριώδους φαινομένου. Η επικρατούσα, την οποία κάποιοι από τους νεώτερους (χ,τ) θεωρούν ότι επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον ευαγγελιστή (Α΄ Ιωάννου ε 16) είναι: «Αυτές οι πηγές δεν βγήκαν από το σώμα του απλώς και ως έτυχε, αλλά επειδή από αυτά τα δύο συστάθηκε η Εκκλησία. Και το γνωρίζουν αυτοί που μυούνται στα μυστήρια, που αναγεννιούνται μεν με νερό, τρέφονται δε με αίμα και σάρκα. Από εδώ λαμβάνουν αρχή τα μυστήρια, ώστε, όταν προσέρχεσαι στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι έτσι, σαν να πίνεις από αυτήν την πλευρά» (Χρυσόστομος).

«Διότι το άγιο βάπτισμα είναι όντως του Χριστού και από το Χριστό και η δύναμη της μυστικής ευλογίας (=της Θείας Ευχαριστίας) γεννήθηκε ξανά σε εμάς από την αγία του σάρκα» (Κύριλλος).

«Εκείνο το αίμα χύθηκε για την άφεση των αμαρτιών· το νερό εκείνο… χορηγεί μία και μόνη φορά το λουτρό του βαπτίσματος» (Αυγουστίνος).
Άλλη αλληγορία λιγότερο διαδεδομένη: «Αναβλύζει αίμα και νερό εγκαινιάζοντας δύο βαπτίσματα, αυτό του αίματος, του μαρτυρίου, και αυτό του νερού, της αναγέννησης» (Ζιγαβηνός).

Ερμηνεύεται αλληγορικά επίσης και το τρύπημα της πλευράς: «Τρυπιέται με τη λόγχη στην πλευρά ο Σωτήρας λόγω της τρυπημένης από την αμαρτία πλευρά του Αδάμ, δηλαδή την Εύα, θεραπεύοντας με την πληγή της πλευράς την πληγή της πλευράς» (Ζιγαβηνός). 

«Ο δεύτερος αυτός Αδάμ έγυρε το κεφάλι και κοιμήθηκε πάνω στο σταυρό, έτσι ώστε μία σύζυγος [η εκκλησία] να φτιαχτεί για Αυτόν από εκείνο, το οποίο έρρευσε από την πλευρά αυτού που κοιμόταν. Ω θάνατε, μέσω του οποίου οι νεκροί αναστήθηκαν ξανά στη ζωή! Τι μπορεί να είναι καθαρότερο από το αίμα αυτό; Τι ιαματικότερο από το τραύμα αυτό;» (Αυγουστίνος).

(Υπόμνημα Π.Ν Τρεμπέλα στο κατά Ιωάννην, μετάφραση στα νέα ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας)

Ματθαίος 27,44 τὸ δ᾿ αὐτὸ(1) καὶ οἱ λῃσταὶ(2) οἱ συσταυρωθέντες αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν.(Κατά τον ίδιον τρόπον και οι λησταί, που είχαν σταυρωθή μαζί του, τον ύβριζαν).
(1) «Αντί να πει παρομοίως. Διότι ο διάβολος όχι μόνο τους Ιουδαίους άναψε (=διέγειρε το θυμό τους), αλλά και τους Ρωμαίους στρατιώτες τους έκανε να συμπεριφέρονται σαν μανιακοί, και τους ίδιους του ληστές, παρόλο που ήταν συσταυρωμένοι, τους εξαγρίωσε εναντίον του» (Ζ).
(2) «Πώς λοιπόν ο Λουκάς λέει, ότι ο ένας μάλωνε; Και τα δύο έγιναν. Διότι στην αρχή και οι δύο χλεύαζαν, ύστερα όμως όχι πια» (Χ). «Ίσως όμως το έκαναν αυτό και για χάρη των Ιουδαίων, ώστε εξ’ αιτίας αυτού να τους κατεβάσουν από το σταυρό· ύστερα όμως μετανόησε ο ένας» (Ζ).
Η μετάνοιά του αυτή και η ομολογία του παρουσιάζονται πράγματι αξιοθαύμαστες. «Διότι αν και τον έβλεπε να σταυρώνεται, τον αποκαλούσε βασιλιά· και προσδοκώντας ότι αυτός που ατιμαζόταν και έπασχε θα έρθει με δόξα που ταιριάζει σε Θεό, άρπαξε την πίστη, αν και δεν είχε ζήσει με ενάρετη διαγωγή» (Κ). Μπορεί όμως κάποιος να πει, ότι οι Ματθαίος και Μάρκος συντομεύοντας την αφήγηση γενικεύουν και στους δύο ληστές τους ονειδισμούς (F).

Μάρκος 15,32 ὁ Χριστὸς ὁ βασιλεὺς(1) τοῦ Ἰσραὴλ καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ(2), ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμεν αὐτῷ(3). καὶ οἱ συνεσταυρωμένοι αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν(4).(Ο Χριστός, ο βασιλεύς του Ισραήλ, ας κατεβή τώρα από τον σταυρόν, δια να ίδωμεν και ημείς το θαύμα και να πιστεύσωμεν εις αυτόν. Και οι δύο κακούργοι, που ήσαν σταυρωμένοι μαζί με αυτόν, τον ύβριζαν).
(4) Ως προς το ληστή που μετανόησε: «Ένας όμως από τους ευαγγελιστές λέει, ότι και οι δύο ληστές λοιδορούσαν τον Ιησού. Και αυτό λοιπόν είναι αληθές, το οποίο και κατεξοχήν αυξάνει την ευγνωμοσύνη αυτού του ληστή. Διότι ήταν λογικό μεν να λοιδορήσει αυτός στην αρχή, με τη μία όμως έδειξε τόσο μεγάλη τη μεταβολή» (Χ).

Λουκάς 23,39 Εἷς δὲ τῶν κρεμασθέντων κακούργων(1) ἐβλασφήμει(2) αὐτὸν λέγων· εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός(3), σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς. ( Ένας δε από τους σταυρωθέντας κακούργους τον εβλασφημούσε λέγων· «εάν συ είσαι πράγματι ο Χριστός, σώσε τον εαυτόν σου και ημάς»).
(1) «Πώς λοιπόν οι άλλοι ευαγγελιστές λένε ότι και οι δύο ληστές τον κατηγορούσαν; Στην αρχή μεν ήταν λογικό και οι δύο να τον κατηγορούν, έπειτα ο ένας από τους δύο, επειδή είχε ετοιμότητα πνεύματος και αντίληψης, κατάλαβε την αγαθότητα και τη θεότητα του Ιησού… και αναγνωρίζει τον Ιησού αληθινό βασιλιά, και αποστομώνει και τον άλλο ληστή» (Θφ). Αυτή είναι και η γνώμη του Ωριγένη, Χρυσοστόμου, Ιερωνύμου και Ζιγαβηνού.
Αλλά οι Κύριλλος Ιεροσολύμων, Αμβρόσιος και Αυγουστίνος περιορίζουν τη βλασφημία στον ένα ληστή, για τον οποίο στους άλλους συνοπτικούς γίνεται λόγος σε πληθυντικό κατά συνεκδοχή (= σχήμα λόγου κατά το οποίο το μέρος εκλαμβάνεται αντί του όλου και το αντίθετο, το ένα αντί για τα πολλά και το αντίθετο) (p).
Κατά τη γνώμη του Αυγουστίνου (de cons. ev. III, 16,53), η οποία φαίνεται και η ορθότερη, οι ληστές αποτελούσαν ξεχωριστή κατηγορία. Όπως λοιπόν ο Λουκάς στο στίχο 36 αποδίδει στους στρατιώτες την προσφορά του ξυδιού παρόλο που ένας από αυτούς έπραξε αυτό, έτσι γίνεται λόγος γενικά για τους ληστές ότι βλασφημούσαν αυτόν, παρόλο που ένας μόνος έπραξε αυτό (L).
Ο Χριστός σταυρώθηκε μεταξύ δύο ληστών και μέσω αυτών αντιπροσωπεύονταν οι διαφορετικές διαθέσεις των ανθρώπων και τα διαφορετικά αποτελέσματα, τα οποία ο σταυρός θα επέφερε στους υιούς των ανθρώπων, προς τους οποίους θα καταγγελλόταν το ευαγγέλιο. Είναι όλοι κακοποιοί, όλοι ένοχοι ενώπιον του Θεού. Από την αρχή και μέχρι σήμερα ο σταυρός είναι σε μερικούς μεν οσμή ζωής για ζωή, ενώ σε άλλους οσμή θανάτου για θάνατο. Για αυτούς που χάνονται είναι ανοησία, για αυτούς που σώζονται όμως είναι Θεού σοφία και δύναμη.
(2) Οι άλλοι δύο συνοπτικοί αντί για το πολύ εντονότερο «εβλασφήμει» γράφουν ωνείδιζον. Από εδώ προήλθε η ελάχιστα πιθανή εκδοχή, ότι και οι δύο μεν ληστές ωνείδισαν τον Ιησού, ίσως διότι δεν τους βοήθησε κατά την επανάστασή τους εναντίον της επικρατούσας κοινωνικής κατάστασης, αλλά μόνο ο ένας βλασφήμησε αυτόν………

(Υπομνήματα Π.Ν. Τρεμπέλα στα Ευαγγέλια, μετάφραση πατήρ Νικόλαος Πουλάδας)

Μάρκος 15,25 ἦν δὲ ὥρα τρίτη(1) καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν.(Ήτο δε η ώρα τρεις από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή εννέα το πρωΐ τότε, που τον εσταύρωσαν).
(1) Μόνος ο Μάρκος καθορίζει την ώρα της σταύρωσης, ως τρίτη δηλαδή 9 π.μ. Πολλές εξηγήσεις προτάθηκαν για συμβιβασμό της ώρας αυτής του Μάρκου με αυτήν που καθορίζει ο Ιωάννης.
«Τι μπορούμε λοιπόν να πούμε; Ότι το «ήταν ώρα τρίτη» δεν πηγαίνει στο «και τον σταύρωσαν», αλλά ανεβαίνει στην αρχή των παθών του Σωτήρα. Ήταν λοιπόν, λέει, ώρα τρίτη, όταν δηλαδή άρχισε να πάσχει από τους στρατιώτες του Πιλάτου… Επομένως η μεν αναφορά της τρίτης ώρας στον Μάρκο φανερώνει την αρχή των δεσποτικών παθημάτων· ενώ η αναφορά της έκτης στον Ιωάννη δείχνει το τέλος τους, το οποίο είναι η σταύρωση» (Ζ).
Αρκετά σοβαρή εκδοχή, όταν μάλιστα συνδυαστεί με το γεγονός, σύμφωνα με το οποίο η τότε μέτρηση των ωρών, πιθανώς με ηλιακά ρολόγια και κλεψύδρες, δεν ήταν ακριβής, και μπορούσαν στην παράδοση και διάφορες ώρες της σταύρωσης να καταγραφούν (δ). Άλλη εκδοχή προβλήθηκε, ότι οι δύο συγγραφείς εδώ ακολουθούν διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού και αρίθμησης του χρόνου. Έτσι ο Ιωάννης είχε υπ’ όψη αρίθμηση των ωρών παρόμοια με τη δική μας και συνεπώς λέγοντας, ότι ο Πιλάτος έβγαλε έξω τον Ιησού γύρω στην έκτη ώρα (Ιω. ιθ 14) εννοούσε την και σε εμάς έκτη πρωινή.
Η εκδοχή αυτή κλονίστηκε κάπως από πρόσφατες έρευνες και ιδιαίτερα από τον Ramsay. Και άλλοι δέχτηκαν σύμφωνα με τον Ιερώνυμο, ότι η ώρα σημειωνόταν στα χειρόγραφα με γράμμα του αλφαβήτου, το οποίο κατά την αντιγραφή αλλοιώθηκε (ο).

Ιωάννης 19,14 ἦν δὲ(1) παρασκευὴ τοῦ πάσχα(2), ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη(3)· καὶ λέγει τοῖς Ἰουδαίοις· ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν(4) (Η ημέρα δε εκείνη ήτο παραμονή δια την προπαρασκευήν και προετοιμασίαν του πάσχα. Η ώρα ήτο εξ περίπου από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή μεσημέρι. Και λέγει ο Πιλάτος στους Ιουδαίους· «ιδού, πως κατήντησεν ο βασιλεύς σας»).
(3) Υπάρχουν και οι γραφές: Ώρα δε ην ωσεί έκτη· ώρα ην ωσεί έκτη· ώρα δε ως έκτη. Επιπλέον για συμβιβασμό με το Μάρκου ιε 25, όπου ως ώρα της σταύρωσης καθορίζεται η τρίτη «ο Ευσέβιος Καισαρείας… λέει ότι αυτό είναι αντιγραφικό σφάλμα… αφού το μεν γράμμα γάμμα (το κεφαλαίο Γ) σημαίνει την τρίτη ώρα» (Σβ). «Ο καλλιγράφος αντί για το γράμμα Γάμμα… έγραψε το επίσημο, αυτό που ονομάζουν οι Αλεξανδρινοί Γαβέξ, το οποίο δηλώνει την έκτη ώρα» (αμ), και έτσι το «γράμμα που δηλώνει την τρίτη ώρα, επειδή κυρτώθηκε η απλωμένη σε μήκος ευθεία, μεταβλήθηκε στη σημασία του επισήμου, το οποίο δηλώνει την έκτη ώρα» (Σβ).
Με άλλα λόγια ο αντιγραφέας εξέλαβε το Γ΄(=τρίτη ώρα) που υπήρχε αρχικά αντί για ς΄ (= έκτη ώρα). Αλλά η γραφή έκτη μαρτυρείται αυθεντικότατα.
Κάποιοι από τους νεώτερους (ανάμεσα στους οποίους και οι Tholuck, Wieseler, Keil, Westcott) υπέθεσαν ότι ο ευαγγελιστής αριθμεί εδώ από τα μεσάνυχτα και συνεπώς πρόκειται για τη δική μας έκτη πρωινή. Είναι απίθανο όμως η διαδικασία ενώπιον του Πιλάτου, η παραπομπή του Ιησού στον Ηρώδη η φραγγέλωση και η έκδοση της απόφασης να σημειώθηκαν σε όρθρο βαθύ και σε τόσο σύντομο χρόνο ώστε πριν την ανατολή του ηλίου να έχουν συντελεστεί τα πάντα.
Πιο σωστό είναι ότι διαιρούσαν χονδρικά την ημέρα και τη νύχτα, σε 4 τμήματα, από τρεις ώρες το καθένα, το οποίο εξηγεί, γιατί σχεδόν πάντοτε στην Κ.Δ. γίνεται αναφορά των ωρών τρίτης, έκτης και ενάτης, (Δες Ματθ. κ 1-5) και γιατί οι λέξεις «ωσεί (=περίπου)», «περί» συναντιούνται συχνά στον καθορισμό των ωρών (Ματθ. κζ 46,Λουκ. κγ 44,Ιω. δ 6,Πράξ. ι 3,9). Και εδώ ο Ιωάννης προσθέτει το «ωσεί».
Ενδείκνυται λοιπόν να πάρουμε κάποιο μέσο όρο τόσο για την αφήγηση του Μάρκου, όσο και για αυτήν του Ιωάννου, και τόσο περισσότερο όσο οι απόστολοι δεν είχαν το ρολόι στα χέρια. Και όπως η τρίτη ώρα του Μάρκου, η δική μας ενάτη πρωινή, μπορεί να συμπεριλάβει όλο το χρόνο από την ογδόη μέχρι τη δεκάτη πρωινή, έτσι και η έκτη του Ιωάννη μπορεί να συμπεριλάβει τον χρόνο από την ενδεκάτη μέχρι τη δωδεκάτη μεσημβρινή. Επιπλέον πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη και μια σπουδαία λεπτομέρεια, δηλαδή ότι ο Μάρκος, και κατά δεύτερο λόγο και ο Ματθαίος, προσέδωσαν στη φραγγέλωση την έννοια, την οποία σε παρόμοια περίπτωση είχε, θεωρώντας αυτήν ως την έναρξη της τιμωρίας (g).
Σχετική και η:
«Ο μεν Μάρκος εκθέτει σαφώς και αναμφίβολα την ώρα της απόφασης τού να σταυρωθεί ο Κύριος… Ενώ ο Ιωάννης μιας και είπε ο Μάρκος τον καιρό της απόφασης, αυτός λέει την ώρα, στην οποία σταύρωσε τον Κύριο· διότι πρόσεξε, πόσα έγιναν στο μεταξύ μέχρι αυτήν την ώρα, κατά την οποία ανέβηκε ο Κύριος στο σταυρό. Αφού ελευθέρωσε τον Βαραββά φραγγέλωσε τον Ιησού και τον παρέδωσε οπωσδήποτε στο να σταυρωθεί… όλα αυτά ήταν ικανά να καταναλώσουν το χρόνο από την τρίτη ώρα μέχρι την έκτη… Μαζί όμως με όλα αυτά, πρόσεξε και τον Ιωάννη πώς είπε Ήταν ώρα περίπου έκτη… σαν να διστάζει και να αμφιταλαντεύεται» (Θφ).


(Υπομνήματα Π.Ν. Τρεμπέλα στα Ευαγγέλια, μετάφραση πατήρ Νικόλαος Πουλάδας)

«Η θύελλα  λυσσομανούσε και το πλοίο φερόμενο  σαν κομμάτι άχυρο, πήγαινε να κομματιασθεί σ’ ένα βράχο κοντά στην ακτή. Έριξαν φωτοβολίδες απελπισίας, και αμέσως θαρραλέοι  άνδρες έβαλαν στη θάλασσα  μια σωστική λέμβο. Επιβιβάστηκαν πρώτα  οι γυναίκες και τα παιδιά. Η λέμβος έκανε  δεύτερο ταξίδι, αλλά το πλοίο βυθιζόταν αβοήθητο μέσα στα κύματα και το τρίτο ταξίδι θα ήταν σίγουρα και το τελευταίο.

«Κατάλαβα», λέει ένας επιβάτης, ότι ήμουν από  τον αριθμό εκείνων που δεν θα σωζόντουσαν.

Σε μια στιγμή οι αμαρτίες της ζωής μου παρουσιάστηκαν  μπροστά μου και επρόκειτο μ’ αυτές να συναντήσω τον Θεό.

Είχα ένα συνάδελφο ονομαζόμενο  Jacques που ήταν Χριστιανός εκ πεποιθήσεως  και μου είχε μιλήσει πολλές φορές για το θέμα της ψυχής μου. Ήταν εκεί κοντά μου και σιωπούσε».

Η λέμβος επέστρεψε  για το τελευταίο ίσως ταξίδι και δεν είχα οριστεί ν’ αναχωρήσω. Ο Jacques ήταν. Αντί να προχωρήσει με έσπρωξε μπροστά λέγοντάς μου:

«Πήγαινε στη θέση μου θα σε συναντήσω στον ουρανό. Εσύ δεν πρέπει να πεθάνεις, δεν είσαι έτοιμος».

Δεν ήθελα να δεχτώ, αλλά παρασύρθηκα από τους άλλους.

Μόλις και μετά βίας είχαμε αφήσει το πλοίο κι αυτό βυθίστηκε .Είπα στον εαυτό μου:

«Πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίσω το Θεό του Jacques».

Αγόρασα μια Γραφή την όποια διάβαζα σελίδα-σελίδα. Φθάνοντας στη σκηνή της Σταυρώσεως του Ιησού, σταμάτησα και φώναξα:

«Ο Jacques πέθανε για να μην πεθάνω εγώ τότε, αλλά ο Ιησούς πέθανε για να ζήσω αιώνια». (Ημερολ. ΟΚΣ 2007)

(στο: Θεός εφανερώθη, αρχιμ Ιωάννου Κωστώφ, σελ 374-375)

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος)

Μοῦ γράφεις ὅτι ἄκουσες ἀπό ἡλικιωμένες γυναῖκες κάποιο παραμύθι γιά τίς πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ, καί ρωτᾶς ποῦ βρέθηκε αὐτό τό παραμύθι;

Διαβάστε τήν Καινή Διαθήκη! Μήν ντροπιάζεστε μπροστά στόν οὐρανό καί τή γῆ μέ τή ἄγνοια τῆς πίστης σας! Ἀφῆστε στήν ἄκρη ὅλες τίς ἄλλες σπουδές καί ἀναγνώσματα μέχρι νά μάθετε πρῶτα αὐτό πού εἶναι τό πιό σημαντικό καί πιό σωτήριο. Πρῶτα ἔρχεται ἡ ἐπιστήμη περί πίστεως καί κατόπιν οἱ ὑπόλοιπες σπουδές…

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι λόγια ἀλλά φοβερή πραγματικότητα. Γί αὐτό εἶναι καλύτερα νά τίς γνωρίζουμε καί ἀπό τά λόγια. Δύο πληγές στά χέρια, δύο πληγές στά πόδια καί μία στά πλευρά. Ὅλες ἀπό μαῦρο σίδερο καί ἀκόμα περισσότερο ἀπό τήν κατάμαυρη ἀνθρώπινη ἁμαρτία. Τρυπημένα τά χέρια πού εὐλόγησαν. Τρυπημένα τά πόδια πού περπάτησαν καί ὁδήγησαν στή μόνη ὀρθή ὁδό. Τρυπημένο στό στῆθος, ἀπό τό ὁποῖο ξεχυνόταν πύρινη οὐράνια ἀγάπη στά παγωμένα ἀνθρώπινα στήθη.

Ἐπέτρεψε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, νά Τοῦ τρυπήσουν τά χέρια ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν πολλῶν χεριῶν – δάση χεριῶν – τά ὁποία φόνευσαν, ἔκλεψαν, ἔκαψαν, ἅρπαξαν, παγίδευσαν, βιαιοπράγησαν. Καί νά τοῦ τρυπήσουν τά πόδια γιά τίς ἁμαρτίες πολλῶν ποδιῶν – δάση ποδιῶν – πού περπάτησαν στό κακό, σύλησαν τήν ἀθωότητα, καταπάτησαν τό δίκαιο, μόλυναν τά ἱερά καί πάτησαν τήν καλοσύνη. Καί τοῦ τρύπησαν τό στῆθος ἐξαιτίας πολλῶν πετρωμένων καρδιῶν – νταμάρια καρδιῶν – στίς ὁποῖες γεννήθηκε κάθε μοχθηρία καί κάθε ἀσέβεια καί οἱ ἱερόσυλοι λογισμοί καί οἱ κτηνώδεις ἐπιθυμίες καί στίς ὁποῖες μέσα ἀπό ὅλους τοὺς αἰῶνες σφυρηλατήθηκαν κολασμένα σχέδια ἀδελφοῦ ἐναντίον ἀδελφοῦ, γείτονα ἐναντίον γείτονα, ἀνθρώπου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.

Τά χέρια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά θεραπευθοῦν τοῦ καθενός τά χέρια ἀπό τά ἁμαρτωλά ἔργα. Τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά ἐπιστρέψουν καθενός τά πόδια ἀπό τούς ἁμαρτωλούς δρόμους. Τό στῆθος τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκε γιά νά πλυθεῖ κάθε καρδιά ἀπό τίς ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες καί σκέψεις.

Ὅταν ὁ ἀπαίσιος Κρόμβελ, δικτάτορας τῆς Ἀγγλίας, ἄρχισε νά ἁρπάζει τήν περιουσία τῶν μονῶν καί ἔκλεινε τά μοναστήρια, ἔγινε σέ ὁλόκληρη τήν ἀγγλική χώρα μία θορυβώδης λιτανεία ἀπό μερικές χιλιάδες ἀνθρώπινες ψυχές σέ ἔνδειξη τῆς λαϊκῆς ἀποδοκιμασίας. Μπροστά πήγαιναν σημαιοφόροι μέ τήν ἐπιγραφή στίς σημαῖες : «Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ» καί ἔψελναν ὕμνους ἐκκλησιαστικούς καί τελοῦσαν λειτουργίες πρός τόν Θεό στούς ἀγρούς. Φοβήθηκε ὁ ἀπαίσιος δικτάτορας πολύ καί περισσότερο φοβήθηκε ἐκεῖνες τίς σημαῖες παρά ὁτιδήποτε ἄλλο καί μείωσε τή βιαιοπραγία του.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ ἄς σοῦ μάθουν, νά φροντίζεις τίς πέντε αἰσθήσεις σου γιά τόν ζῶντα Θεό.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ εἶναι πέντε πηγές πεντακάθαρου αἵματος, μέ τό ὁποῖο πλύθηκε τό ἀνθρώπινο γένος καί ἁγιάσθηκε ἡ γῆ. Ἀπ’ αὐτές τίς πέντε πληγές χύθηκε ὅλο τό αἷμα τοῦ Δικαίου, ὅλο μέχρι τήν τελευταία σταγόνα. Ὁ Θαυματουργός Κύριος, πού ἤξερε νά πολλαπλασιάσει τούς ἄρτους καί μέ πέντε ἄρτους νά χορτάσει πέντε χιλιάδες πεινασμένους, πολλαπλασιάζει ἐκεῖνο τό πεντακάθαρο αἷμα Του καί μ’ αὐτό τρέφει καί ἑνώνει σέ χιλιάδες ναούς πολλά ἑκατομμύρια πιστῶν. Αὐτό εἶναι ἡ Θεία Κοινωνία.

Τή Μ. Παρασκευή πλησίασε ψυχικά μαζί μέ τήν Παναγία Θεομήτορα κάτω ἀπό τό Σταυρό γιά νά σέ πλύνει ἐκεῖνο τό ζωοποιό αἷμα ἀπό τίς πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ. Γιά νά μπορεῖς μέ τήν καθαρισμένη καί ἀναζωογονημένη ψυχή νά φωνάξεις τήν Κυριακή μαζί μέ τίς Μυροφόρες: Χριστός Ἀνέστη!

Αναδημοσίευση από: anakalypsi

Η Φύσις του Χριστού στενάζει
στου σταυρού το ξύλο πλησιάζει
εκεί θυσία θα γενεί
όχι από αμαρτία αλλά από υπακοή
 
Το ξύλο στέκει ακλόνητο
το Σώμα θα σηκώσει
το σύμπαν στέκει εμβρόντητο
κατάνυξη θα νιώσει
 
Ο δαίμονας χαιρότανε
του δάγκωσε τη φτέρνα
σα λυσσασμένη σμέρνα.
Μα ο Κύριος δε διαμαρτυρόταν
γιατί για μας θυσιαζόταν  
 
Καρφιά, χολή και ξύδι
όνειδος,γύμνια, κοροϊδία,
αυτά του πρόσφερε με μανία το φίδι,
κι ας ένιωθε πως έτριζε το δικό του στασίδι.
 
Το Αίμα Του όπως έρεε
ο κόσμος κλονιζόταν
τέλος Κυρίου έβλεπαν  
πλησίον να ερχόταν
 
Τετέλεσται εφώναξε
το έργο εκπληρώθη
ο σατανάς εφρίαξε
μα η φύση ελυτρώθη
 
Στον τάφο τον εβάλανε
θρηνούσαν και πενθούσαν
τον δάσκαλο που αγάπαγαν
αυτόν αναζητούσαν.  
 
Η φύσις του ησύχασε
στον Άδη εκατέβη
στους πεθαμένους κήρυξε και
κάλεσε όποιον πίστευε
στον ουρανό ν' ανέβει.
 
Η φύσις Του αναστήθηκε
η δόξα Του αιωνία
η στενοχώρια χάθηκε
βρήκε παρηγορία  
 
Και εμείς εκεί ατενίζουμε
στο έργο του Κυρίου
γι αγάπη και συγχώρηση και
ιλασμό Αρνίου.

"το αίμα αυτού (του Χριστού) ας έλθει πάνω μας και πάνω στα παιδιά μας!" (Ματθ. 27,25)
 
(Ευσεβίου Καισαρείας,Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδόσεις ΕΠΕ τόμος 1 σελ.257-273,
το κείμενο της απόδοσης είναι μεταγλωττισμένο και οι υπογραμμίσεις δικές μας)
 
«Περί του λιμού ο οποίος κατεπίεσε τους Ιουδαίους»

Γι’αυτό, παραλείποντας τις λεπτομέρειες όσων συνέβησαν σ’αυτούς, όσων επιχειρήθηκαν δηλαδή δια του ξίφους ή κατ’ άλλον τρόπο, θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω μόνο τις δια του λιμού συμφορές, έτσι ώστε οι αναγιγνώσκοντες το παρόν σύγγραμμα να έχουν μερική γνώση περί του πώς η εκ Θεού τιμωρία για την παρανομία τους προς τον Χριστό του Θεού δεν άργησε να πέσει εναντίον τους.
Πάρε λοιπόν στα χέρια σου το πέμπτο βιβλίο των ιστοριών του Ιώσηπου και ανάγνωσε την τραγωδία των γεγονότων.
«Πράγματι για τους εύπορους», λέει, «και μόνο το γεγονός της παραμονής ισούταν  με θάνατο – διότι ο καθένας απ’ αυτούς  φονευόταν για την περιουσία του με την πρόφαση μελετουμένης αυτομολήσεως τους.
Συναυξανόταν δε με την πείνα η μανία των συμμοριτών και καθημερινά εξάπτονταν και τα δύο δεινά. Πουθενά πλέον δεν φαινόταν σίτος, εισορμώντες δε ερευνούσαν τις οικίες – έπειτα, εάν εύρισκαν κακοποιούσαν τους ενοίκους επειδή αρνήθηκαν την ύπαρξη του, εάν δεν εύρισκαν τούς βασάνιζαν επειδή τον απέκρυπταν πιο προσεκτικά. Απόδειξη δε της κατοχής ή μη σίτου ήταν η κατάσταση των σωμάτων των αθλίων – οι μεν εύρωστοι ακόμη απ’ αυτούς έδειχναν ότι διαθέτουν τρόφιμα, οι δε ήδη αφανισμένοι αφήνονταν ήσυχοι, γιατί τους φαινόταν παράλογο να φονεύσουν αυτούς οι οποίοι εντός ολίγου θα πέθαιναν από στέρηση.
Πολλοί δε αντάλλασαν κρυφά τα περιουσιακά τους στοιχεία με ένα μετρητή σίτου αν ήταν πλούσιοι, κριθαριού δε αν ήταν φτωχότεροι. Έπειτα αυτοεγκλειόμενοι στα εσώτερα των οικιών τους, μερικοί έτρωγαν ακατέργαστο το σίτο από την άκρα στέρηση, άλλοι τον έψηναν όπως υπαγόρευε η ανάγκη και ο φόβος. Πουθενά δεν παρατιθόταν τράπεζα, κατακομμάτιαζαν τις τροφές ανασύροντας αυτές ωμές ακόμα από τη φωτιά. Ήταν δε ελεεινή η τροφή και αξιοδάκρυτη η θέα, αφού οι μεν δυνατοί πλεονεκτούσαν, οι δε ασθενείς οδύρονταν.
Όλα μεν τα κακά υπερβάλλει η πείνα, αλλά δεν καταστρέφει τίποτα τόσο πολύ όσο την αιδώ. Διότι το άλλως άξιο σεβασμού, σε κατάσταση πείνας καταφρονείται. Άρπαζαν λοιπόν τις τροφές μέσα από τα στόματα οι γυναίκες των ανδρών, τα παιδιά των πατέρων και, το ελεεινότερο, οι μητέρες των νηπίων – ενώ δε τα φίλτατα πρόσωπα μαραίνονταν ενώπιον τους, δε δίσταζαν να τους αφαιρέσουν τους τελευταίους σταλαγμούς της ζωής. Και έτσι όμως τρώγοντας, δεν διέφευγαν της προσοχής, παντού δε επιτίθονταν οι συμμορίτες για να αρπάξουν και αυτά. Πράγματι όποτε αντιλαμβάνονταν οικία κατάκλειστη, αυτό ήταν σημείο ότι οι ένοικοι λάμβαναν τροφή, αμέσως δε, σπάζοντας τις πόρτες, εισορμούσαν και σχεδόν έβγαζαν τα κομμάτια τροφής από τους φάρυγγες. Γέροντες χτυπιόντουσαν επειδή συγκρατούσαν τις τροφές, γυναίκες συνταράζονταν από την κόμη επειδή τα απέκρυπταν στα χέρια τους, και δεν υπήρχε οίκτος για γηρατειά ή νήπια, αλλά οι συμμορίτες έσερναν τα παιδιά τα κρεμασμένα από τα ψωμιά και τα κατέρριπταν στο έδαφος. Σ’ αυτούς που πρόφθασαν να καταπιούν τα μέλλοντα να αρπαγούν  προ της εισβολής αυτών ήταν ωμότεροι σαν να είχαν αδικηθεί από αυτούς. Επινοούσαν δε τρομερούς τρόπους βασάνων για ανακάλυψη τροφής – έφρασσαν τους πόρους των αιδοίων των δύστυχων ανθρώπων με ορόβιο και διατρυπούσαν τα οπίσθια τους με μυτερές ράβδους.

Πάθαινε κανείς τα φρικτά και στο άκουσμα, για να ομολογήσει έναν άρτο, για να φανερώσει μια δράκα κρυμμένου κριθαριού. Οι βασανιστές όμως δεν έκαναν αυτά από πείνα – διότι αυτό που γινόταν  από ανάγκη θα ήταν λιγότερο σκληρό - , αλλά για να ασκούν τη μανία τους και να προμηθεύουν στους εαυτούς τους εφόδια για τις επόμενες μέρες. Συναντώντας δε όσους διολίσθαιναν προς τη ρωμαϊκή φρουρά τη νύχτα για συλλογή άγριων λάχανων και χόρτων, όταν αυτοί νόμιζαν ότι είχαν διαφύγει ήδη των εχθρών, τους άρπαζαν τα μεταφερόμενα και όταν αυτοί πολλάκις ικέτευαν, επικαλούμενοι το φρικτότατο όνομα του Θεού, να τους δώσουν μέρος από αυτά τα οποία  είχαν με κίνδυνο της ζωής τους, δεν έδιναν τίποτα, ήταν δε τυχερός ο ληστευμένος  αν δεν έχανε και τη ζωή του».
Έπειτα από άλλα προσθέτει σε αυτά  τα εξής.
«Για τους Ιουδαίους με τον αποκλεισμό των εξόδων της πόλης αποκόπηκε κάθε ελπίδα σωτηρίας, και ο λιμός επεκτεινόμενος από οίκο σε οίκο και από οικογένεια σε οικογένεια κατάτρωγε το λαό – οι οικίες ήταν γεμάτες νεκρές γυναίκες και βρέφη, τα στενά γεμάτα νεκρούς γέροντες, παιδιά δε και νέοι πρησμένοι περιφέρονταν στις αγορές σαν είδωλα και κατέπεφταν όπου τους κατελάμβανε το πάθος. Οι ασθενείς δεν είχαν δύναμη να θάβουν τους συγγενείς τους και οι υγιείς δίσταζαν εξαιτίας του πλήθους των νεκρών και για την αβεβαιότητα της δικής τους τύχης. Πράγματι πολλοί πέθαιναν πάνω σ’ εκείνους  τους οποίους έθαβαν, πολλοί δε έρχονταν στους τάφους πριν το επιβάλλει η ανάγκη. Δεν υπήρχε ούτε θρήνος στις συμφορές ούτε ολοφυρμός, αλλά ο λιμός κυριαρχούσε των συγκινήσεων – οι ψυχομαχούντες παρατηρούσαν με ξηρούς οφθαλμούς αυτούς που πρόφθασαν να αναπαυθούν, βαθειά δε σιγή συνείχε την πόλη και νύχτα γεμάτη θάνατο. Και οι ληστές ήταν χειρότεροι από αυτά. Πράγματι διαρρηγνύοντας τις οικίες σαν τάφους, απογύμνωναν τους νεκρούς και, αφού αποσπούσαν τα καλύμματα των πτωμάτων, έβγαιναν έξω με γέλια – δοκίμαζαν επίσης τις αιχμές των ξιφών στα πτώματα και τρυπούσαν μερικούς, πεσμένους μεν ζωντανούς δε ακόμη, για δοκιμή του σιδήρου, ενώ εκείνους, οι οποίοι τους ικέτευαν να χρησιμοποιήσουν το χέρι και το ξίφος τους, εγκατέλειπαν υπερήφανα  στο λιμό – και καθένας από αυτούς που εξέπνεε κοίταζε ατενώς προς το ναό, χωρίς να ασχολείται με τους ζωντανούς συμμορίτες. Αυτοί δε κατά πρώτον όρισαν να θάβονται οι νεκροί με έξοδα του δημόσιου ταμείου, μην υποφέροντας την οσμή – έπειτα, καθώς δεν επαρκούσαν, τους έριχναν από τα τείχη στα φαράγγια.
Περιερχόμενος δε αυτά ο Τίτος, όταν τα είδε γεμάτα νεκρούς και βαθύ ιχώρα  να ρέει από τα αποσυντιθέμενα πτώματα, στέναξε και αφού ύψωσε τα χέρια κάλεσε μάρτυρα το Θεό, ότι το έργο αυτό δεν ήταν δικό του».
Έπειτα από μερικά άλλα ενδιάμεσα προσθέτει.
«Δεν θα δίσταζα να πω όσα μου επιβάλλει ο πόνος – νομίζω ότι, εάν οι Ρωμαίοι καθυστερούσαν την επίθεση τους κατά των αλιτήριων η πόλη ή θα καταπινόταν από χάσμα της γης ή θα κατακλυζόταν από ύδατα ή θα δεχόταν τους κεραυνούς των Σοδόμων – διότι γέννησε γενεά πολύ πιο άθεη από αυτούς που έπαθαν εκείνα. Πράγματι λόγω της μανίας αυτών συγκαταστράφηκε όλος ο λαός».

ΠΙΣΤΗ

Στο δρόμο που το σώμα μου βαδίζει,

μια σκέψη το μυαλό μου βασανίζει.

Η αμφιβολία που το Είναι μου αγγίζει

Πόσα αργύρια η Πίστη μου αξίζει;

Του Ιούδα έμαθα πως ήτανε τριάντα

Σφιχτή θηλιά όμως τον έπνιξε για πάντα

Μια πίστη κρεμασμένη από ιμάντα

Εικόνας τραγικής, λεζάντα.

Του Άννα, η ύβρις κι η απληστία

Μιας πίστης λύκου με προβάτου ενδυμασία

Το είδωλο της επαινεί μ’ αλαζονεία

Ντυμένη με ιερή και φαύλη υποκρισία.

Του νεανίσκου που ερωτά, τι αγαθόν ποιήσει

Τον πλούτο και τα κτήματα πως δύναται ν’ αφήσει

Μια πίστη που στον ουρανό είναι αδυνάτου φύση

Πως σκέφτηκες φιλάργυρε εκεί να σ’ οδηγήσει;

Του εκ δεξιών Σου στο Σταυρό το δάκρυ που κυλάει

Μια πίστη μέσα σε λυγμούς, συγχώρεση ζητάει

Η ευσπλαχνία ενός Θεού που ξέρει ν’ αγαπάει

Και θέση στον Παράδεισο για το ληστή φυλάει.

Πόσα αργύρια η Πίστη μου αξίζει;

Η λόγχη που Σε κέντησε τώρα κι εμένα αγγίζει

Ο θάνατος κι ας πέθανε ακόμα με βασανίζει

Μα έχω πνεύμα αθάνατο και προς Εσέ βαδίζει.

 

Βαγγέλης Γεροντάκης

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (159) Αγάπη Θεού (41) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (34) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (7) άγιοι (8) άγιος (68) αγνότητα (3) άγχος (11) αγώνας (53) αγώνας πνευματικός (11) αθεΐα (76) αιρέσεις (59) αλήθεια (17) αμαρτία (50) Ανάσταση (60) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (118) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (44) ασθένεια (10) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (44) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (31) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (2) γλώσσα (25) γνώση (4) γονείς (34) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (6) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (36) διάβολος (40) διάκριση (37) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (77) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (4) εκκλησία (48) Εκκλησιαστική Ιστορία (9) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (7) ελευθερία (11) Ελλάδα (10) ελπίδα (12) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (61) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (56) εργασία (24) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (35) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (52) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (16) ευχαριστία (4) ζώα (12) ηθική (4) ησυχία (4) θάνατος (77) θάρρος (7) θαύμα (57) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (33) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (2) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (87) θρησκείες (6) θυμός (26) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (12) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (2) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (15) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (67) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (35) λείψανα (1) λογισμοί (21) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (17) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (59) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (7) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (4) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (6) όνειρα (20) οράματα (1) Ορθοδοξία (42) πάθη (24) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (15) Παΐσιος Όσιος (3) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (53) παράδειγμα (3) Παράδεισος (34) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (132) πλούτος (7) πνευματική ζωή (46) πνευματικός πατέρας (11) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (11) πολιτική (4) πολιτισμός (3) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (20) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (34) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (106) προσοχή (2) προτεσταντισμός (15) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (17) Σταυρός (21) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (42) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (5) υπαρξιακά (25) υποκρισία (1) υπομονή (30) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (6) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (31) χρόνος (11) ψεύδος (8) ψυχή (51) ψυχολογία (9)