Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Κόλασις. (Χρυσοστομικό λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη)
μοναξιά αφόρητη  (Ε.Π.Ε. 8α,294)
Ο Αβραάμ δεν έστειλε με το Λάζαρο στον πλούσιο της κολάσεως τη δροσιά που ζήτησε, όχι διότι μια σταγόνα θα στοίχιζε σε τίποτε την αστείρευτη πηγή του παραδείσου, αλλά διότι η σταγόνα της ελεημοσύνης δεν ανακατεύεται με τη σκληρότητα. Επειδή, λοιπόν, ο Λάζαρος στον καιρό των αγώνων καταφρονήθηκε, γι’ αυτό κατά τον καιρό της αμοιβής κρίθηκε άξιος αιώνιας παρηγοριάς.

μετάνοια εκεί ανενέργητη (Ε.Π.Ε. 8α,294)

Τότε, τον καιρό της κολάσεως, θα θυμηθής τα λόγια μου (περί ελεημοσύνης) . Αλλά ποιό θα είναι το όφελος για σένα; Κανένα. Και εκείνος, ο πλούσιος της παραβολής, το θυμήθηκε εκεί και ζητούσε δυνατότητα μετανοίας, αλλά τίποτα δεν κέρδισε.

αποστροφή του προσώπου του Θεού (Ε.Π.Ε. 10,104)
Και μύριες κολάσεις να προσθέση κανείς, δεν μπορεί να δείξη πόσο τραγικό είναι να εκπέσουμε από την αιώνια δόξα του παραδείσου. Ανυπόφορο το «Δεν σας ξέρω» (Ματθ. κε' 12), το να κατηγορηθούμε ότι Τον είδαμε να πεινάη και δεν Του δώσαμε να φάη (Ματθ. κε' 42). Προτιμότερο να μας έρριχνε μύριους κεραυνούς, παρά να δούμε να αποστρέφη από μας εκείνο το ήμερο πρόσωπό Του, εκείνο το γαλήνιο βλέμμα Του.

άσβεστη φωτιά (Ε.Π.Ε. 10,622)
Τί χειρότερο υπάρχει απ' αυτή τη βάσανο; Τί χειρότερο από τα τραύματα, που έχουν μέσα τους; Τί χειρότερο από το καμίνι, που καίει αιώνια και από τη φλόγα που δεν σβήνει ποτέ;

να την αποφύγουμε  (Ε.Π.Ε. 11,170)
Να έχουμε πάντοτε ζωηρό στη μνήμη μας το φόβο των κολαστηρίων, ώστε να αποφύγουμε την κολαστική πραγματικότητα και να απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά.

για όποιον δεν πράττει το αγαθό (Ε.Π.Ε. 12,92)
Κατάλαβες; Όχι μόνο όποιος κλέβει και είναι πλεονέκτης, ούτε μόνο όποιος εργάζεται τα κακά, αλλά και όποιος δεν επιτελεί αγαθά έργα κολάζεται στη φρικτή κόλασι.

με τίποτε δεν βγαίνεις (Ε.Π.Ε. 12,662)
Εκείνος, που μια φορά θα πέση στην κόλασι, εκεί θα μείνη δια παντός. Και δεν υπάρχει κανένας να μας βγάλη από την κόλασι, ούτε πατέρας, ούτε μητέρα, ούτε αδελφός. Διότι μια μόνο προστασία υπάρχει, όταν ταξιδεύσουμε για την άλλη ζωή: τα καλά έργα. Μόνο αυτά θα μας συνοδεύσουν. Όποιος στερείται καλών έργων, δυνατότητα να σωθή με άλλο τρόπο δεν έχει.

για τους... ακόλαστους!  (Ε.Π.Ε. 16β,416-418)
Όποιο άλλο αμάρτημα κι αν αναφέρης, δεν είναι ισάξιο ισότιμο με τη διαστροφή. Αν οι δράστες της αισθάνονταν τί παθαίνουν, θα προτιμούσαν χίλιους θανάτους, παρά να πάθουν ό,τι θα πάθουν... Να όμως, που με λύσσα επιδιώκουν ακόμα βρωμερότερα. Μεταβάλλουν τη φύσι τους. Γίνονται γυναίκες, ενώ παραμένουν και άνδρες, ή μάλλον ούτε το ένα είναι ούτε το άλλο... Αν κοροϊδεύης τη φωτιά της κολάσεως, που σου παρουσιάζω, όμως θυμήσου τη φωτιά των Σοδόμων. Είδαμε και στην παρούσα ζωή τιμωρίες των διεστραμμένων, κόλασι πριν από την κόλασι.

καμμιά τιμωρία με τη συγχώρησι  (Ε.Π.Ε. 16β,582)
Όπου υπάρχει χάρις, εκεί υπάρχει και συγχώρησις των αμαρτιών μας. Όπου συγχώρησις, καμμία τιμωρία. Όταν έχη καταργηθή η τιμωρία και επέρχεται η δικαίωσις από την πίστι, τότε τίποτε δεν εμποδίζει να γίνουμε κληρονόμοι της υποσχέσεως του Θεού.

πριν από την κόλασι   (Ε.Π.Ε. 17,60)
Εξηγεί ο απόστολος Παύλος πόσο εύκολος είναι ο αγώνας, λέγοντας το εξής: Δεν ξέρετε, ότι σ' όποιον προσφέρετε τους εαυτούς σας δούλους, γίνεστε δούλοι σ' αυτόν που υπακούετε, δηλαδή οι δούλοι της αμαρτίας θα καταλήξουν στο θάνατο, οι δούλοι της υπακοής του Θεού θα καταλήξουν στη δικαίωσι; Δεν μιλάω ακόμα για τη γέεννα, λέει ο απόστολος Παύλος, ούτε για εκείνη τη μεγάλη κόλασι, αλλά για την εδώ ντροπή, όταν γίνεστε δούλοι της αμαρτίας, και μάλιστα με τη θέλησί σας, και μάλιστα με τέτοιο μισθό, που θα σας κάνη να πεθάνετε τον αιώνιο θάνατο.

αθάνατος  (Ε.Π.Ε. 17,62)
Αναφέρει και των δύο (και της αμαρτίας και της αρετής) τις αμοιβές: τη δικαίωσι και το θάνατο. Θάνατο όχι τέτοιον, αλλά πολύ φοβερότερο. Διότι, αν δεν πεθάνη ο Χριστός, ποιός θα εξαφανίση το θάνατο εκείνο; Κανένας. Επομένως κατ’ ανάγκη θα κολαζώμαστε και θα τιμωρούμαστε για πάντα. Τότε δεν συμβαίνει ο φυσικός θάνατος, που ξεκουράζει το σώμα και το χωρίζει από την ψυχή. Συμβαίνει κάτι απείρως φοβερότερο.

δεν ευθύνεται ο Θεός   (Ε.Π.Ε. 17,300)
Να μη ζητάς λοιπόν, ευθύνες από το Δημιουργό, ούτε να ρωτάς γιατί ο ένας στεφανώθηκε κι ο άλλος τιμωρήθηκε. Διότι γνωρίζει με ακρίβεια πώς να ενεργή.

την προκαλεί η κενοδοξία   (Ε.Π.Ε. 17,338)
Όχι μόνο χρήματα, αλλ’ η φωτιά τούτη, της κενοδοξίας, κατατρώει και ψυχές. Και προκαλεί όχι μόνο τον παρόντα, αλλά και τον μελλοντικό θάνατο. Διότι μητέρα της φρικτής γέεννας είναι η κενοδοξία, που ανάβει φοβερά τη φωτιά της κολάσεως και τρέφει το φαρμακερό σκουλήκι.

δεν υπάρχει;  (Ε.Π.Ε. 17,574)
Λέτε: Είναι φιλάνθρωπος ο Θεός, και γι' αυτό δεν τιμωρεί. Δηλαδή, αν κολάση τους ασεβείς, δεν θα είναι για σας φιλάνθρωπος; Βλέπετε σε τι βλάσφημα λόγια σας οδηγεί ο διάβολος; Λοιπόν, ρωτάω: Οι μοναχοί, που πήγαν στα βουνά και επέδειξαν πάρα πολύ μεγάλη άσκησι, θα φύγουν απ’ αυτό τον κόσμο αστεφάνωτοι; Αν δεν τιμωρούνται οι κακοί και δεν υπάρχη για κανέναν ανταπόδοσις, τότε θα πη κάποιος, ότι ούτε οι αγαθοί βραβεύονται. Ναι, λένε (απερίσκεπτα), διότι αυτό αρμόζει στον Θεό, να υπάρχη μόνο βασιλεία˙ να μην υπάρχη κόλασις! Δηλαδή, ο πόρνος και ο μοιχός και όποιος έκανε άπειρα κακά, θα απολαύση τα ίδια μ' εκείνον που αγωνίστηκε και επέδειξε σωφροσύνη και αγιότητα; Το ίδιο τέλος περιμένει ένα Παύλο κι ένα Νέρωνα; ’Η μάλλον, τον Παύλο και το διάβολο;

για τον αντίχριστο και το διάβολο   (Ε.Π.Ε. 17,712)
Τίποτε, λοιπόν, δεν θα πάθη ο Νέρωνας; Τίποτα δεν θα πάθη ο αντίχριστος; Τίποτε δεν θα πάθη ο διάβολος; Λοιπόν, πάντοτε θα υπάρχουν ο αντίχριστος και ο διάβολος; Και φυσικά δεν πρόκειται να σταματήσουν το κακό, αφού δεν κολάζονται!... Γιατί όμως παίζεις με πράγματα, που δεν επιτρέπεται να παίζη κανείς; Γιατί εξαπατάς τον εαυτό σου παραλογιζόμενος; Γιατί μάχεσαι εναντίον της φιλανθρωπίας του Θεού;

ατέλειωτη   (Ε.Π.Ε. 18,242έξ.)
Γνωρίζω, ότι τρέμετε και παραλύετε, σαν ακούτε στο κήρυγμα για την κόλα σι. Αλλά τι να κάνω; Για το ότι δεν έχει τέλος η φωτιά της κολάσεως, αποφάνθηκε και ο Χριστός. Και ο Παύλος επίσης τόνισε, ότι η κόλασις είναι αιώνιος και ότι οι αμαρτωλοί θα τιμωρηθούν με αιώνιο όλεθρο.

μόνο μία;  (Ε.Π.Ε. 18,614)
Όταν ο Θεός λέη, «δώσε ελεημοσύνη και θα σου δώσω τη βασιλεία των ουρανών», δεν ακούς. Για το Διάβολο όμως, που σου δείχνει (στο θέατρο) ένα καρφωμένο κεφάλι, είσαι γενναιόδωρος. Ρωτάς ακόμα, γιατί υπάρχει κόλασις; Μη ρωτάς, αν υπάρχη κόλασις. Να ρωτάς, πως υπάρχει μια μόνο κόλασις. Διότι πόσων κολάσεων άξιοι είναι όσοι συγκροτούν αυτό το άγριο και σκληρό θέατρο και γελάνε για πράγματα που θα έπρεπε να κλαίνε, και εκείνοι και σεις οι ίδιοι, και μάλιστα σεις που επιτρέπετε να γίνωνται τέτοιες ασχήμιες.

μέλλοντος και παρελθόντος  (Ε.Π.Ε. 18α,52) 
Επειδή πολλοί δεν πιστεύουν στα περί κολάσεως λόγια του Ευαγγελίου και ισχυρίζονται ότι δεν έχουν δει την κόλασι, αφού δεν είναι παρούσα, γι’ αυτό ο Θεός δείχνει από όσα ήδη έχουν γίνει, ότι τιμωρεί όσους αμετανόητα αμαρτάνουν, όσο κι αν τους είχε ευεργετήσει χιλιάδες φορές (τους Εβραίους στην έρημο). Σαν να λέη: Κι αν δεν πιστεύετε όσα αναφέρονται στα μέλλοντα, όμως δεν γίνεται να μη πιστεύετε όσα ήδη έχουν γίνει.

τιμωρία αιώνια  (Ε.Π.Ε. 18α,58-60)
Τότε δεν θα είναι τέτοιου είδους οι τιμωρίες, ώστε και να τελειώνουν και να εξαφανίζωνται. Οι τιμωρίες τότε θα είναι αιώνια κόλασις.

εισιτήριο γι’ αυτήν  (Ε.Π.Ε. 18α,702)
Βρώμικες πράξεις δεν επιτρέπουν την είσοδο στη βασιλεία των ουρανών.

με τίποτε δεν βγαίνεις  (Ε.Π.Ε. 18α,714)
Κι αν ακόμα έχης πατέρα ή γυιό ή φίλο ή οποιονδήποτε άλλον με παρρησία προς το Θεό, κανένας δεν μπορεί να σε απαλ λάξη από τα βάσανα της κολάσεως, αν τα έργα σου σε προδίδουν. Διότι τέτοιο είναι το αιώνιο δικαστήριο: Δικάζει μόνο από τις πράξεις μας, και διαφορετικά εκεί δεν γίνεται να σωθής. Κι αυτά τα λέω όχι για να σας λυπήσω, όχι για να σας οδηγήσω σε απόγνωσι, αλλά για να μην εξαπατάστε με μάταιες και κρύες ελπίδες. Μπορεί, δηλαδή, να ελπίζουμε στον τάδε και στον τάδε και να αμελούμε τη δική μας αρετή.

ατέλειωτη   (Ε.Π.Ε. 19,266)
Ο πλούσιος και ο Λάζαρος, δυο πρόσωπα, που βλέπουμε στη γνωστή παραβολή (Λουκ. ιστ' 19-31). Ο ένας απήλαυσε τα παρόντα, ο άλλος τα μέλλοντα. Νομίζεις, ότι είναι το ίδιο πράγμα, το να τιμωρήται κάποιος όλο το χρόνο, με το να πεινάη λίγη ώρα; Το να υποφέρη σωματικά από κάποια αρρώστια, με το να κατακαίεται ανελέητα το αθάνατο σώμα του; Τ ο να στεφανώνεται και ν' απολαμβάνη αθάνατα τη θεία ευφροσύνη, υστέρα από σύντομη εδώ αρρώστια, με το να βασανίζεται αιώνια, μετά από μια σύντομη εδώ απόλαυσι;

βοήθεια στην κόλασι δεν γίνεται  (Ε.Π.Ε. 19,270)
Κανένας δεν θα μπορέση να μας σώση κατ’ εκείνο τον καιρό, ούτε αδελφός, ούτε πατέρας, ούτε γυιός ούτε φίλος ούτε συγγενής, ούτε άλλος κανένας. Αν προδοθούμε οι ίδιοι από τα έργα μας, όλοι θα φύγουν, και θα χαθούμε κι εμείς οπωσδήποτε. Σε πόσους θρήνους ξέσπασε εκείνος ο πλούσιος της παραβολής; Πώς παρακάλεσε τον πατριάρχη Αβραάμ; Πώς ζήτησε να σταλή ο Λάζαρος; Και όμως! Τί είπε ο Αβραάμ; «Υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε σας και σε μας, ώστε και εκείνοι που θα ήθελαν, δεν μπορούν να περάσουν από κει εδώ κι από δω εκεί».

σε σύγκρισι με τον παράδεισο!  (Ε.Π.Ε. 19,272)
Όσους κόπους και πόνους κι αν αναφέ ρης και δοκιμασίες, τίποτε δεν είναι όλα αυτά μπροστά στα μελλοντικά αγαθά. Τί; Τα βασανιστήρια της φωτιάς και του σιδήρου και των θηρίων κι άλλων ακόμα πιο φοβερών; Όλα αυτά τα μαρτύρια είναι σκιά μπροστά στα βασανιστήρια της κολάσεως. Τα μαρτύρια για την πίστι, όταν μάλιστα πέσουν κατά πάνω μας με σφοδρότητα, τότε γίνονται πιο ελαφρά, αφού μας παρέχουν γρήγορα την απαλλαγή˙ το σώμα δεν αντέχει πολύ ούτε στη σφοδρότητα ούτε στην επιμήκυνσι της τιμωρίας. Στην αιωνιότητα όμως δεν συμβαίνει το ίδιο. Συνυπάρχουν και τα δυο. Συνυπάρχουν και η αιώνια παράτασις και η υπερβολή, τόσο στα αγαθά του παραδείσου, όσο και στα κακά της κολάσεως.

αιώνιος   (Ε.Π.Ε. 19,272)
Οι εδώ τιμωρίες είναι πρόσκαιρες. Ενώ εκεί, το σκουλήκι δεν πεθαίνει, η φωτιά δεν σβήνει, γιατί το σώμα θα είναι άφθαρτο. Αλλ’ εύχομαι να μην αποκτήσουμε πείρα της κολάσεως... Πόσα τότε θα πούμε κατηγορώντας τους εαυτούς μας; Πόσο θα θρηνήσουμε; Πόσο θα κλάψου με; Αλλ’ όμως το όφελος μηδέν.

και φτωχός και πλούσιος  (Ε.Π.Ε. 19,376)
Και πολλοί φτωχοί θα πάνε στην κόλασι, αλλά και πολλοί πλούσιοι θ' απολαύσουν τα απερίγραπτα του παραδείσου αγαθά. Συνήθως βέβαια συμβαίνει το αντίθετο. Οι πλούσιοι, που σώζονται είναι λίγοι, ενώ οι φτωχοί πολλοί. Σκέψου καλά τα εμπόδια του πλούτου, αλλά και τα αρνητικά της φτώχειας. Ποιο το μειονέκτημα της φτώχειας; Το ψέμα. Ποιό του πλούτου; Η υπερηφάνεια, η μητέρα όλων των κακών.

από μας εξαρτάται  (Ε.Π.Ε. 19,568)
Θα έρθη καιρός, που δεν θα μπορούμε πια να παίζουμε (με την αμαρτία). Διότι οπωσδήποτε όλοι θα πεθάνουμε, οπωσδήποτε όλοι θα αναστηθούμε, οπωσδήποτε όλοι θα κριθούμε, και θα κολασθούμε. 'Η, μάλλον, αυτό το τελευταίο δεν είναι απαραίτητο να γίνη, αν βέβαια θέλουμε. Για τα τρία πρώτα, το θάνατο, την ανάστασι και την κρίσι, την εξουσία δεν την έχουμε εμείς, αλλ’ ο Κύριός μας. Το να κολαστούμε όμως ή όχι, αυτό είναι θέμα δικό μας. Αν θέλουμε, κάνουμε αδύνατη για μας την κόλασι. Και αν ακόμα πράξαμε μυριάδες αμαρτήματα, είναι δυνατόν να σωθούμε, όσο καιρό είμαστε ακόμα εδώ.

καρπός της αμετανοησίας μας  (Ε.Π.Ε. 19,574)
Αν φτάσουμε στην κόλασι, κουβαλώντας το βαρύ φορτίο των αμαρτημάτων μας, θα προσφέρουμε τροφή πολλή στη φωτιά και άφθονο φαΐ στα σκουλήκια.

η μνήμη της φάρμακο σωτηρίας  (Ε.Π.Ε. 23,34)
Αν πάντοτε σκεπτώμαστε τη γέεννα, δεν θα πέσουμε εύκολα σ' αυτήν. Γι’ αυτό και ο Θεός μας απείλησε με κόλασι. Αν η σκέψις γι’ αυτήν δεν είχε κάποιο κέρδος, δεν θα μας την παρουσίαζε ως απειλή ο Θεός. Επειδή όμως η μνήμη της μπορεί πολύ να ωφελήση, γι’ αυτό, σαν κάποιο σωτήριο φάρμακο, εγκατέστησε ο Θεός μέσα στις ψυχές μας την απειλή της.

φοβερή η λέξις  (Ε.Π.Ε. 23,36)
Φοβάσαι τη βαρύτητα των λέξεων; Και λοιπόν; Νομίζεις, ότι, αν σιωπήσης, θα έχη σβήσει η φωτιά της κολάσεως; ‘Η, αν συ μιλήσης, θα έχη ανάψει; Είτε μιλάς, είτε δεν μιλάς για την κόλασι, οπωσδήποτε το καζάνι βράζει. Μίλα συνεχώς για την κόλασι, για να μη πέσης σ’ αυτήν.

μη την καταφρονής!  (Ε.Π.Ε. 23,36)
Όποιος έχει συνεχώς μπροστά στα μάτια του την κόλασι, δεν θα βρεθή στην κόλασι. Όποιος όμως καταφρονεί την ύπαρξι της κολάσεως, αυτός δεν θα την αποφύγη.

φόβος της από την παιδική ηλικία  (Ε.Π.Ε. 23,40)
Παρακαλώ, από το χρόνο του θηλασμού τα παιδιά να μη τα συνηθίζουμε σε παραμύθια, που λένε οι γριές, αλλά να τα μαθαίνουμε ότι υπάρχει μέλλουσα κρίσις. Να ριζώσουμε μέσα τους την πεποίθησι, ότι υπάρχει κόλασις. Αν ριζωθή ο φόβος της κολάσεως μέσα τους, μεγάλη η ωφέλεια. Η ψυχή, που έμαθε από την πρώτη ηλικία να συνταράσσεται με την προσδοκία της κρίσεως, δεν θα αποβάλη εύκολα αυτό το φόβο. Και σαν κάποιο άλογο, πειθαρχικό στα χαλινάρια, θα βαδίζη σωστά και θα μιλάη πάντοτε τα χρήσιμα.

λόγος περί αυτής  (Ε.Π.Ε. 23,42)
Ας μην αποφεύγουμε να μιλάμε για την κόλασι, ώστε ν’ αποφύγουμε την ίδια την κόλασι. Ας μην αποφεύγουμε τη μνήμη της κολάσεως, για να μη κολαστούμε.

όχι πρόσκαιρη, αλλ’ αιώνια  (Ε.Π.Ε. 23,46)
Εξωραΐζουν μερικοί την κόλασι. Δεν είναι δα- λένε- και τόσο φοβερή! Είναι πιο ήμερη κατάστασις από ό,τι σαν απειλή παρουσιάζεται! Είναι πρόσκαιρη, δεν είναι αιώνια. Και πολλά τέτοια σκέπτονται.

αιώνιος  (Ε.Π.Ε. 24,62)
Οι παράλογοι μεν ηδονές της ζωής αυτής καθόλου δεν διαφέρουν από τις σκιές και τα όνειρα. Προτού να ολοκληρωθή η αμαρτία, σβήνει η ηδονή. Η τιμωρία όμως, που θα επιβληθή γι' αυτήν, δεν θα έχη ποτέ τέλος. Το μεν ευχάριστο της αμαρτίας είναι σύντομο, ενώ η φρικτή λύπη της είναι αιώνια.

θηρίο, που κατατρώει  (Ε.Π.Ε. 25,826)
Όπως ακριβώς ένα θηρίο που είναι εξαγριωμένο, δεν ησυχάζει μέχρι να συλλάβη κάποιον και να τον κατασπαράξη, έτσι και η φωτιά της κολάσεως.

πριν από την κόλασι  (Ε.Π.Ε. 25,436)
Πώς νοιώθει ο αμετανόητος; Τριγυρνά κουβαλώντας τον κατήγορό του, τη βαρειά του συνείδησι, όντας ο ίδιος αυτοκατάκριτος. Δεν μπορεί ούτε στιγμή να ηρεμήση. Ζη την τραγωδία του Κάϊν. Στενάζει και τρέμει πάνω στη γη. Κι ενώ κανένας δεν ξέρει κάτι, αυτός μέσα του έχει συγκεντρωμένη τη φωτιά που τον καίει πάντοτε.

θέσις χωρίς μετάθεσι  (Ε.Π.Ε. 25,520)
Όσο κι αν παρακαλέσουν και σπαρακτικά ικετεύσουν όσοι φύγουν απ’ τον κόσμο τούτο αμετανόητοι, μάταια και ανώφελα οπωσδήποτε θα μιλάνε.

για τους αναξίους της ιερωσύνης  (Ε.Π.Ε. 28,206)
Η κόλασις για όσους χειροτονούν αναξίους, έστω και από άγνοια, είναι αιώνια. Λοιπόν, θα δεχτούμε τον κίνδυνο αυτό χωρίς καμμιά αντίρρησι, καλυπτόμενοι από εξασκηθείσα από άλλους πίεσι; Δεν ανέχεται τέτοια ο Κριτής.

πολεμική εναντίον τους  (Ε.Π.Ε. 28,330)
Όχι χίλια ή δέκα χιλιάδες χρόνια μόνο, ούτε διπλάσια και τριπλάσια από αυτά, αλλά σε άπειρους αιώνες θα βασανίζωνται τα σώματα, αφού ενωθούν με τις ψυχές. Και θα υφίστανται τους ανέκφραστους εκείνους πόνους.

δεν σβήνει  (Ε.Π.Ε. 28,730-732)
Οι παράλογες ηδονές του βίου αυτού δεν διαφέρουν καθόλου από σκιές και όνειρα. Πριν καλά-καλά ολοκληρωθή η αμαρτία, η ηδονή της σβήνει. Η τιμωρία όμως γι’ αυτήν δεν έχει τέλος. Η αμαρτωλή ευχαρίστησις είναι σύντομη, ενώ το φρικτό της κολάσεως είναι αιώνιο.

όχι για τους ανθρώπους  (Ε.Π.Ε. 28,778-780)
Ας επιστρέψουμε και ας πράξουμε το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό άλλωστε μας έπλασε και μας έφερε στην ύπαρξι: Για να συμμετάσχουμε στα αιώνια αγαθά Του, για να μας προσφέρη τη βασιλεία των ουρανών, όχι για να μας ρίξη στη γέεννα και να μας παραδώση στην άσβεστη φωτιά. Το πυρ της κολάσεως δεν έγινε για μας, αλλά για το διάβολο. Για μας έχει ετοιμαστή και ευτρεπιστή από παλιά η βασιλεία.

οι δυο φωτιές  (Ε.Π.Ε. 28,786)
Να αντιπαραβάλης με το πυρ εκείνο, τη φωτιά της αμαρτίας, που σε κατέχει τώρα λόγω της φλογώσεως των κακών επιθυμιών. Να απαλλάξης τον εαυτό σου από το καμίνι. Όποιος σβήση καλά το εδώ καμίνι, δεν θα δοκιμάση εκεί το αιώνιο. Αν όμως δεν νικήση το πυρ του παρόντος, θα το δεχτή απείρως ορμητικώτερο τότε, όταν θα απέλθη απ’ αυτή τη ζωή.

φρικώδης μοναξιά!  (Ε.Π.Ε. 28,788)
Όταν ριχτούμε σ’ εκείνο το ποτάμι της φωτιάς, που διέρχεται μπροστά από το φοβερό βήμα του κριτού Ιησού Χριστού, σε ποιά κατάστασι θα είμαστε; Ασφαλώς θα τρίξουμε τα δόντια από τους αφόρητους πόνους, ενώ κανένας δεν θα υπάρχη για να μας συντρέξη. Θα θρηνούμε πολύ, όταν σε λίγο ισχυρότερη φλόγα θα μας αγγίζη. Τίποτε άλλο δεν θα βλέπουμε γύρω μας, παρά εκείνους που μαζί μας θα κολάζωνται και τη μεγάλη ερημιά.

αφθαρσία και τιμωρία  (Ε.Π.Ε. 28,790)
Εδώ δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν η σφοδρότητα των τιμωριών και η αιώνια διάρκεια. Το ένα ανατρέπει το άλλο, αφού η φύσις του σώματος είναι φθαρτή και δεν επιτρέπει τη συνύπαρξι. Όταν όμως επέλθη η αφθαρσία (μετά το θάνατο), με φρικτή δύναμι θα μας κυριεύουν και τα δυο, και η αιωνιότητα και η κόλασις.

για ένα όνειρο ατέλειωτη κόλασι;  (Ε.Π.Ε. 28,790)
Υπάρχει άραγε κάποιος, που προκειμένου να δη ένα όνειρο προτιμά να κολάζεται αιώνια;

αιώνιος   (Ε.Π.Ε. 28,790)
Πόσος είναι ο χρόνος τούτης της ζωής εν συγκρίσει προς την ατέλειωτη αιωνιότητα; Τι είναι το όνειρο μιας στιγμής μπροστά στην απόλαυσι όλης της πολυετούς εδώ ζωής; Υπάρχει, λοιπόν, κάποιος, που προτιμά να κολάζεται αιώνια, αρκεί να δη ένα καλό όνειρο;

πτώσις από τη βασιλεία των ουρανών  (Ε.Π.Ε. 28,800)
Εγώ λέω, ότι πολύ χειρότερο από την κόλασι είναι το να μην απολαύση κανείς τη δόξα του ουρανού, τη βασιλεία του Θεού. Όποιος την χάση, νομίζω, πως δεν θα κλαίη τόσο στην κόλασι για τα δεινά της, όσο για την απομάκρυνσί του από τη βασιλεία των ουρανών. Αυτό είναι το φρικτότερο. Αυτό λογίζεται ως η χειρότερη κόλασις.

το να μη βλέπης το Χριστό!  (Ε.Π.Ε. 28,800)
Πολλοί επιθυμούν μόνο να αποφύγουν τη φωτιά της κολάσεως. Εγώ όμως λέω, ότι από τη γέεννα πολύ φρικτότερη κόλασις είναι το να μην απολαύση κανείς την ουράνια και αιώνια δόξα με το Χριστό.

τιμωρία του νοητού όφεως  (Ε.Π.Ε. 30,388)
Αν το αισθητό φίδι (στην Εδέμ) το τιμώρησε όπως ξέρουμε, με ποιά τιμωρία θα τιμωρήση το νοητό φίδι; Αν με κάποια καταδίκη τιμώρησε το όργανο του κακού, είναι ολοφάνερο, ότι περιμένει πολύ χειρότερη τιμωρία τον δράστη του κακού.

χαλινάρι ο φόβος της  (Ε.Π.Ε. 30,688)
Λένε οι γιατροί, ότι η γενετήσια ορμή μετά το 15ο έτος της ηλικίας γίνεται πάρα πολύ δυνατή. Πώς, λοιπόν, θα δαμάσουμε αυτό το θηρίο; Τι μέτρα θα λάβουμε; Ποιό χαλινάρι θα του βάλουμε; Δεν βλέπω άλλο κανένα, εκτός από το φόβο της κολάσεως.

αξιοθρήνητος  (Ε.Π.Ε. 31,150)
Άκαιρος μετάνοια δεν σώζει. Τελείωσε το θέατρο αυτής της ζωής, πέρασαν οι αγώνες της, δεν υπάρχει πλέον χρόνος για παλαίσματα. Γι’ αυτό παρακαλώ και δέομαι και ικετεύω: Εδώ, σε τούτη τη ζωή πρέπει να θρηνούμε και να κλαίμε για τ’ αμαρτήματα. Ας μας λυπούν εδώ τα λόγια του κηρύγματος, παρά να μας φοβίζουν εκεί οι τραγικές πραγματικότητες. Ας μας δαγκώνη εδώ ο λόγος, κι ας μη μας δαγκώνη εκεί το σκουλήκι με το δηλητήριο. Ας μας καίη εδώ η επιτίμησις, παρά να μας καίη εκεί ή φωτιά της κολάσεως.

κανένας ο συμπαθών εκεί!  (Ε.Π.Ε. 31,350-354)
Πόσο μεγάλη τιμωρία είναι το ν’ απομακρυνθούμε από τόσο μεγάλη λαμπρότητα και να κείμεθα απόμερα περιφρονημένοι;... Όταν θα κλαίμε με στεναγμούς και κανένας δεν θα μας ακούη, όταν θ’ αναστενάζουμε και θα σπαράζουμε από τους πόνους και κανένας δεν θα μας προσέχη, όταν θα τριγυρνάμε το βλέμμα και καμμιά ελπίδα από πουθενά δεν θα μας παρηγορή, τι υπάρχει φρικτότερο; Τι αθλιώτερο;... Δεν θα υπάρχουν συνάνθρωποί μας, που θα μας συμπαραστέκωνται και με τους οποίους θα συνομιλούμε φιλικά. Θα υπάρχουν άγγελοι φοβεροί και ασυμπαθείς, που θα οργίζωνται πολύ για όσες προσβολές κάναμε στον Κύριο... Στην αιώνια ζωή, δεν θα ισχύη η εκ φύσεως συμπάθεια. Θα υπάρχουν πατέρες δίκαιοι (στον παράδεισο), και τα παιδιά τους, πονηρά και αμαρτωλά στην κόλασι. Και το αντίθετο: Παιδιά άγια στον παράδεισο, γονείς ασεβείς στην κόλασι. Η αγαλλίασις όμως του παραδείσου είναι καθαρή. Δεν θα θλίβωνται οι δικαιωμένοι, γιατί δεν θα υπάρχη το αίσθημα της συμπάθειας, ούτε θα αποσπάται η θεία ευφροσύνη από τυχόν κολασμό φίλων.

μη παράδεισος   (Ε.Π.Ε. 31,350-352)
Και αν ακόμα κόλασις δεν υπήρχε, πόσο μεγάλη τιμωρία είναι το να απομακρυνθούμε από τη λαμπρότητα του Θεού και να είμαστε περιφρονημένοι;... Μήπως θωρείτε ως μικρή τιμωρία (κόλασι) το να μη καταταγούμε στον όμιλο των δικαίων; Το να μην αξιωθούμε να απολαύσουμε την ανέκφραστη εκείνη και αιώνια δόξα; Το να στερηθούμε το πανηγύρι του παραδείσου με τα απερίγραπτα αγαθά;

φρικτή  (Ε.Π.Ε. 31,352)
Όταν το σκοτάδι εκεί θάναι αδιαπέραστο, όταν τα δόντια θα χτυπάνε ακατάπαυστα, όταν τα δεσμά θάναι άλυτα, όταν ασταμάτητα θα τρώη το σκουλήκι της συνειδήσεως, όταν η φωτιά θάναι άσβεστη και ασταμάτητες οι θλίψεις και η στενοχώρια, όταν οι γλώσσες θα τηγανίζωνται, όπως εκείνη του πλουσίου και θα κλαίνε και κανείς δεν θα τους ακούη, όταν θα υποφέρουν απ’ τα βάσανα και κανείς δεν θα τους προσέχη, όταν θα περιφέρουν ικετευτικά γύρω το βλέμμα και από πουθενά δεν θα βρίσκουν παρηγοριά, τότε που να κατατάξουμε όσους θα ζουν αυτή τη φρίκη; Και τι υπάρχει πιο άθλιο απ’ αυτές τις ψυχές; Και τι πιο ελεεινό;

ασυγχώρητοι, αβοήθητοι εκεί  (Ε.Π.Ε. 31,354)
Και αν μερικοί είναι δίκαιοι σαν τον Νώε, σαν τον Ιώβ, σαν τον Δανιήλ, και βλέπουν να κολάζωνται οι συγγενείς τους, δεν θα τολμούν να τους συμπαρασταθούν και να απλώσουν το χέρι για βοήθεια. Διότι συμβαίνει σε εκείνη την κατάστασι, να μην ισχύη η εκ φύσεως συμπάθεια.

δάσκαλος  (Ε.Π.Ε. 31,354)
Ας ακούσουμε και ας συνετιστούμε. Αν μέσα σου έχης τη φωτιά της αισχρής επιθυμίας, να θυμηθής τη φωτιά εκείνης της κολάσεως, και τότε θα σβηστή και θα εξαφανιστή η άλλη φωτιά. Αν με το στόμα σου λες απαράδεκτα πράγματα, θυμήσου τον τριγμό των οδόντων στην κόλασι, και θα γίνη ο φόβος αυτός φραγμός στο στόμα σου. Αν είσαι σκληρός και άσπλαχνος, θυμήσου τις παρθένες εκείνες τις μωρές (Ματθ. κε' 2-8), που δεν μπήκαν στο Νυμφώνα γιατί παρέμειναν σβησμένες οι λαμπάδες τους, και τότε θα γίνης φιλάνθρωπος.

το τέλος φοβερό   (Ε.Π.Ε. 31,356)
Να μη θεωρούμε καλότυχους όσους ζουν με απολαύσεις, αλλά το τέλος τους να σκεπτώμαστε. Διότι εδώ μεν βλέπουμε σ’ αυτούς κοπριά και παχυσαρκία, και εκεί τους βλέπουμε στα σκουλήκια και στη φωτιά. Ας μη καλοτυχίζουμε όσους αγαπούν τη δόξα, αλλά να σκεπτώμαστε το τέλος τους.

«κόλαξι, σκώληξι»   (Ε.Π.Ε. 31,396)
Αυτός, που πριν από λίγο βρισκόταν ανάμεσα στους κόλακες, τώρα βρίσκεται ανάμεσα στους σκώληκες.

ατέλειωτη η φρίκη της  (Ε.Π.Ε. 34,556)
Ποιά τιμωρία θα επιβληθή σ' αυτούς; Ποιά ανάλογη κόλασις θα επαρκέση για την κακία τους; Ποιός πύρινος ποταμός, ποιό αιώνιο σκουλήκι, ποιό σκοτάδι φρικτό, ποιά σκλαβιά, ποιός βασανισμός, ποιό ατέλειωτο κλάμα;

και παράσιτα  (Ε.Π.Ε. 34,590)
Όποιος εδώ ζη με απολαύσεις, φεύγει από δω πιο άθλιος από όλους τους ανθρώπους. Αν και συ έβλεπες κάποιον, που σε ξένο μεν τόπο απολαμβάνει μεγάλη τιμή και έχει κόλακες και παράσιτους, αλλά μόλις γυρίζει στην πατρίδα του είναι φουκαράς και ξεγυμνωμένος, δεν θα τον λυπόσουν; Αυτό να κάνης και με τους πλουσίους.

φρικτή   (Ε.Π.Ε. 37,392)
Κανένας δεν πρόκειται να μας παρασταθή στο κριτήριο ή να μας σώση από την κόλασι. Κανένας, ούτε πατέρας, ούτε γυιός, ούτε θυγατέρα, ούτε καταβολή χρημάτων, ούτε αφθονία πλούτου, ούτε λαμπρότητα κοσμικής δόξας. Όλα αυτά θα έχουν εξαφανιστή σαν σκόνη. Μόνος μου θα στέκω στο κριτήριο. Με περιμένει απόφασις επί τη βάσει των πράξεών μου, είτε αθωωτική είτε καταδικαστική.

(Χρυσοστομικό λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, σελ. 143-159)

«Όταν έφτασε η ώρα του θανάτου του αββά Μακαρίου, ήρθε να πάρει την ψυχή του το Χερουβείμ που ήταν ο φύλακας άγγελός του, με τη συνοδεία πλήθους ουράνιων ταγμάτων.

Κατήλθαν επίσης χοροί αποστόλων, προφητών, μαρτύρων, ιεραρχών, μοναχών και δικαίων. Οι δαίμονες διετάχθησαν σε σειρές και πλήθη στα τελώνια με σκοπό να εμποδίσουν τη διέλευση της ένθεης ψυχής του.

Η ψυχή άρχισε να ανέρχεται. Στέκοντας πολύ μακριά της, στα τελώνια, τα πονηρά πνεύματα φώναζαν:

“ Ω Μακάριε, πόση δόξα αξιώθηκες να λάβεις!”

Ο ταπεινός άνδρας τους απάντησε:

“Όχι! Ακόμα φοβάμαι, αφού δε γνωρίζω εάν έχω πράξει κάτι αγαθό.”

Στο μεταξύ ανερχόταν ταχέως στον ουρανό. Από κάποια άλλα τελώνια που βρίσκονταν ψηλότερα οι εναέριες δυνάμεις κραύγαζαν και πάλι:

“Δεν είναι έτσι! Μάς ξέφυγες Μακάριε.”

“Όχι”, απάντησε εκείνος, “ακόμα χρειάζομαι να αναχωρήσω”.

Όταν είχε ήδη φτάσει στις πύλες του ουρανού, οι δαίμονες, θρηνώντας από μοχθηρία και φθόνο, κραύγασαν:

“Δεν είναι έτσι! Μας ξέφυγες Μακάριε!” και εκείνος απάντησε: Με φύλαξε η δύναμη του Χριστού μου και ξέφυγα απ’ τα δίχτυα σας!”»

(π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά τον θάνατο, εκδ. Μυριόβιβλος, σελ.139-140)

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας). 

«Μεγίστην όνησιν πιστεύοντες έσεσθαι…». 

Το λέει γενικά ο θείος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Βεβαιώνει δηλαδή ότι προσφέρουμε τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας για όλους τους προκεκοιμημένους, πιστεύοντας ότι πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια κερδίζουν οι ψυχές υπέρ των οποίων «η δέησις αναφέρεται της αγίας και φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας». Λοιπόν και των Αγίων και των Προφητών και των Αποστόλων και των Μαρτύρων οι ψυχές αποκομίζουν ωφέλεια από τη θυσία της Ευχαριστίας, αφού και υπέρ αυτών αυτή προσφέρεται;

Των αδελφών μου και των συγγενών μου και των φίλων μου οι ψυχές, με τους οποίους έζησα μαζί και οι οποίοι πέθαναν πριν από μένα, έχοντας όλοι τις ατέλειες και ελλείψεις τους και τα ψεγάδια από τα ακούσια και τα εκ συναρπαγής αμαρτήματα, το καταλαβαίνω να καρπώνονται οι ψυχές αυτές βοήθεια και έλεος από την ατίμητη θυσία που προσφέρεται γι’ αυτούς. Αλλά να ωφελούνται και οι ψυχές εκείνων οι οποίοι αναμφισβήτητα ευαρέστησαν στον Κύριο και τιμήθηκαν από αυτόν, όπως είναι οι Απόστολοι και οι Προφήτες και οι Μάρτυρες, των οποίων μάλιστα τις πρεσβείες επικαλούμαστε την ίδια στιγμή που τους μνημονεύουμε, αυτό παρουσιάζει ακατανόητο.
Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό. Γι’ αυτό λοιπόν αναφερόμαστε και πάλι στο ωραίο παράδειγμα που μας δίνει ο ιερός Χρυσόστομος, για το οποίο μιλήσαμε και άλλοτε. Όταν δηλαδή ένας βασιλιάς επανέρχεται θριαμβευτής από κάποιον πόλεμο τον οποίο διεξήγαγε νικηφόρα, στη λαμπρή υποδοχή που του γίνεται στην πρωτεύουσα του βασιλείου του από τον λαό που τον επευφημεί, μνημονεύονται τα ονόματα των στρατηγών και των αξιωματούχων που συναγωνίστηκαν μαζί του και συμμετείχαν στα ένδοξα κατορθώματά του. Αναφέρονται όμως και μερικά άλλα ονόματα, αιχμαλώτων αυτά και δεσμίων, που για ορισμένους λόγους προσείλκυσαν τη συμπάθεια και τον οίκτο των νικητών.

Για άλλο σκοπό, λέει ο ιερός Πατήρ, μνημονεύονται τα ονόματα εκείνων που συμπολέμησαν και συναγωνίσθηκαν με τον ένδοξο και νικητή βασιλιά· και με άλλο, τελείως διαφορετικό πνεύμα, μνημονεύονται οι δέσμιοι και οι αιχμάλωτοι. Οι πρώτοι, οι οποίοι διέπρεψαν στο πεδίο της μάχης, μνημονεύονται για να επευφημηθούν άλλη μια φορά και για να αποδοθεί και πάλι δίκαιος έπαινος και τιμή σ’ αυτούς. Οι δεύτεροι, οι οποίοι έχουν ανάγκη της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών του μεγάλου βασιλιά, μνημονεύονται για να κερδίσουν την εύνοια και τη χάρη του. Αξιώματα και τιμές ζητούνται από τους πρώτους, έλεος και χάρη για τους δεύτερους.
Μην ξεχνάς, αδελφέ μου, τη θεόπνευστη διαβεβαίωση της προς Εβραίους επιστολής, που μας πληροφορεί για το ότι οι άγιοι Πάντες, μολονότι μέχρι την τελευταία τους πνοή ομολόγησαν την αληθινή πίστη και έλαβαν εγκωμιαστική μαρτυρία γι’ αυτήν ότι ευαρέστησαν στο Θεό, παρ’ όλα αυτά, «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν» (Εβρ. ια’ 39). Δεν απόλαυσαν ακόμη πλήρη και ολοκληρωμένη την αμοιβή που τους ανήκει. Διότι ο Θεός προέβλεψε όλα μαζί τα μέλη της Εκκλησίας, στη συντέλεια του κόσμου και μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, στην κρίση και ανταπόδοση που θα κάνει ο ίδιος, να απολαύσουν το τέλειο και ολοκληρωμένο βραβείο της νίκης τους εναντίον της αμαρτίας. Όλα μαζί τα μέλη ως μια οικογένεια που τιμάται μαζί, και ως ένα αδιαίρετο όλοι Σώμα.

Και στο μεταξύ διάστημα; Έως ότου όλα τα μέλη της Εκκλησίας επισυναχθούν και η στρατευομένη Εκκλησία παύσει να υπάρχει, αφού θα έχει μετατεθεί ολόκληρη στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, τι γίνεται; Ο καθένας από τους δικαίους προαπολαμβάνει μόνο και προγεύεται τα μέλλοντα αγαθά. Και δεν παύει βέβαια η θριαμβεύουσα Εκκλησία να είναι «πανήγυρις πρωτοτόκων», πανηγυρική σύναξη των εκλεκτών παιδιών του Θεού. Ε λοιπόν! Στη χαρά την οποία προαπολαμβάνουν οι εκλεκτοί αυτοί στρατιώτες του Θεού, προστίθεται και άλλη χαρά, όταν προσφέρεται και υπέρ αυτών η Θεία Ευχαριστία. Και η πανηγυρική εκείνη σύναξη, παρά το ότι είναι εξολοκλήρου χαρμόσυνη, ανασκιρτά και συναγάλλεται χτυπώντας τα χέρια της. Και αναπέμπει μαζί με την στρατευομένη Εκκλησία τον επινίκιο ύμνο στο Αρνίο το «ως εσφαγμένον», που στέκεται πάνω στο θρόνο του Θεού. Στην ήδη προϋπάρχουσα χαρά προστίθενται και νέα σκιρτήματα αγαλλιάσεως. Και στις πολλές επευφημίες του ουρανίου κόσμου για τη στρατιά του Χριστού που θριαμβεύει στον ουρανό, ακολουθούν και νέα ενθουσιώδη χειροκροτήματα για τη νίκη που έχει συντελεσθεί.

Σε ποιό βαθμό «μεγίστη»;

Πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια πιστεύουμε ότι θα αποκομίσουν οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας από τη θυσία της Ευχαριστίας που προσφέρουμε. «Μεγίστην όνησιν», λέει ο θεοφώτιστος Κύριλλος. Κάτι παρόμοιο διακηρύττει και ο ιερός Χρυσόστομος. Αλλά και η πράξη της Εκκλησίας από παλιά αυτό επιβεβαιώνει. Διότι ακόμη και στις πολύ παλιές Λειτουργίες, οι οποίες ανάγονται στις αρχές του τετάρτου χριστιανικού αιώνα, δεν παραλείπεται το μνημόσυνο αυτό των κεκοιμημένων.

Δημιουργείται όμως το ερώτημα: Σε ποιό βαθμό εκτείνεται η «όνησις» και ωφέλεια αυτή;
Θα έχουμε πάντοτε υπ’ όψιν μας τους θεόπνευστους λόγους του ευαγγελιστού Ιωάννου στους οποίους γίνεται διάκριση μεταξύ «αμαρτίας προς θάνατον» και «αμαρτίας μη προς θάνατον» (Α’ Ιω. ε’ 16) · μεταξύ αμαρτίας δηλαδή που οδηγεί στον πνευματικό θάνατο και αμαρτίας μη θανάσιμης. Κάνοντας τη διάκριση αυτή ο αγαπημένος μαθητής, συνιστά σε κάθε χριστιανό που είδε τον αδελφό του «αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον», να παρακαλεί τον Θεό για χάρη του, με την πεποίθηση ότι ο πανάγαθος Κύριος «δώσει αυτώ ζωήν». Τονίζει όμως στη συνέχεια ο άγιος Ιωάννης ότι «έστιν αμαρτίαν προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».

Θεωρεί με άλλα λόγια όχι απλώς ανώφελο αλλά και από κάποια άποψη απαγορευμένο, για ανθρώπους που έχουν παρεκκλίνει σε αμαρτίες θανάσιμες και εμμένουν συστηματικά σε αυτές χωρίς να εκδηλώνουν κάποιες ενδείξεις μετάνοιας, να προσευχόμαστε να τους δοθεί άφεση γι’ αυτές.
Αυτά βέβαια λέγονται από τον θείο Ευαγγελιστή για αδελφούς που βρίσκονται στη ζωή, τους οποίους ακόμη δεν πήρε ο θάνατος και για τους οποίους συνεπώς υπάρχει η δυνατότητα να μετανοήσουν και επιστρέφοντας με συντριβή στον Κύριο να συγχωρηθούν από αυτόν. Για μια τέτοια επιστροφή αναμφίβολα επιβάλλεται να προσευχόμαστε και να ικετεύουμε τον Κύριο και για χάρη αυτών που αμαρτάνουν θανάσιμα. Την άφεση όμως αυτών των αμαρτιών τους δεν επιτρέπει ο άγιος Ιωάννης να ζητούμε στις προσευχές μας γι’ αυτούς.

Άλλωστε το να προσευχόμαστε και υπέρ των ειδωλολατρών ακόμη, παρακαλώντας τον Θεό να τους φωτίσει και να τους οδηγήσει σε επιστροφή, μας το ζητά ρητώς ο απόστολος Παύλος, όταν συνιστά στον Τιμόθεο να κάνουμε «δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις υπέρ πάντων ανθρώπων», ακόμη και υπέρ των τότε ειδωλολατρών «βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων», των βασιλιάδων και όλων των αρχόντων, οι οποίοι είχαν στάση δυσμενή και εχθρική απέναντι στο χριστιανισμό. Και το δικαιολογεί αυτό ο θεόπνευστος Απόστολος υπενθυμίζοντας ότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’ 1-4).
Από τους κεκοιμημένους βέβαια αποκλείεται η δυνατότητα επιστροφής και μετάνοιας. Ό,τι συναποκόμισαν μαζί τους φεύγοντας απ’ αυτή τη ζωή, θα τους ακολουθεί σε όλους τους αιώνες. Γι’ αυτό ακριβώς και η Θεία Ευχαριστία δεν προσφέρεται υπέρ αυτών που πέθαναν ενώ ήταν ειδωλολάτρες· αλλ’ ούτε και υπέρ χριστιανών οι οποίοι πέθαναν αποδεδειγμένα μένοντας προσκολλημένοι στην αμαρτία, και η τελευταία πράξη της ζωής τους, που επισφράγισε ολόκληρο τον βίο τους, υπήρξε ολοφάνερη παράβαση του νόμου του Θεού. Ανέκαθεν δηλαδή η Εκκλησία ούτε κήδευσε με εκκλησιαστικές δεήσεις και τιμές, ούτε τέλεσε μνημόσυνα, ούτε ανέγραψε στα δίπτυχα που διαβάζονται κατά τη Θεία Ευχαριστία, χριστιανούς που αυτοκτόνησαν. Ούτε επίσης αυτούς που πέθαναν σε μονομαχία ή ξιφομαχία ή αυτούς που παρεξέκλιναν σε κάποια αίρεση και ανάθεμα και δεν εκδήλωσαν στις τελευταίες τουλάχιστον στιγμές της ζωής τους κάποια διάθεση για μετάνοια. Παραμένει σ’ αυτό το σημείο πιστή στην αποστολική εντολή: «Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».
Ποιό συμπέρασμα λοιπόν συνάγεται απ’ όλα αυτά; Ότι η θυσία της Θείας Ευχαριστίας μόνο όταν προσφέρεται για ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα, παρέχει την ωφέλεια για την οποία κάνει λόγο ο θείος Κύριλλος. Για ανθρώπους όμως οι οποίοι αμάρτησαν θανάσιμα και πέθαναν χωρίς να μετανοήσουν και επομένως βρίσκονται στην κρίση και καταδίκη του Θεού, γι’ αυτούς ας μην περιμένουμε ποτέ ότι είναι δυνατόν με τη θυσία της Ευχαριστίας να τους μεταθέσουμε από τον Άδη, όπου βρίσκονται, στον Παράδεισο. Παράδεισος και Άδης χωρίζονται μεταξύ τους με χάσμα ανυπέρβλητο. Το βεβαίωσε ο Κύριος ρητώς στη γνωστή παραβολή του όπου παρουσιάζει τον Αβραάμ να λέει στον πλούσιο που βασανιζόταν φοβερά στον Άδη: «Μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσι» (Λουκ. ις’ 26). Ανάμεσά μας υπάρχει μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σε σας να μην μπορούν, αλλά ούτε κι όσοι βρίσκονται εκεί, να μπορούν να περάσουν απέναντι σε μας.

Πραγματικά πάρα πολύ μεγάλη η ωφέλεια

Υπάρχουν αμαρτήματα τα οποία διαπράττουμε από άγνοια ή από συναρπαγή, χωρίς δηλαδή να τα έχουμε προμελετήσει. Και ενώ είμαστε ένοχοι γι’ αυτά, άλλα από αυτά έχουν διαφύγει τελείως την προσοχή μας και ούτε καν έχουμε συνείδηση και καμία ιδέα γι’ αυτά, ενώ άλλα τα ξεχάσαμε εντελώς. Και υπάρχουν ακόμη και άλλα τα οποία αγνοούμε ολοκληρωτικά. Διαπράξαμε δηλαδή κάτι ή συνεργήσαμε άμεσα ή έμμεσα στο να γίνει, χωρίς να ξέρουμε ότι γι’ αυτό είμαστε ένοχοι και θα δώσουμε λόγο. Και οι κατηγορίες αυτών των αμαρτημάτων συναπαρτίζουν όλες μαζί βουνά ολόκληρα, κάτω από τα οποία κινδυνεύουμε να ταφούμε και να εξαφανισθούμε, χωρίς να φανεί ούτε ίχνος από εμάς. Είναι πολλά, πάρα πολλά τα αμαρτήματα αυτά. Κάθε ημέρα, κάθε ώρα της ζωής μας έχει τα δικά της, ώστε αν τα δούμε όλα μαζί, όλης της ζωής, να μην είναι εύκολο να αριθμηθούν. Ένα μόνο είναι το ελαφρυντικό για το πλήθος αυτό των αμαρτιών μας που δεν μπορούμε να το αριθμήσουμε. Το ότι οι αμαρτίες αυτές δεν γίνονται με πλήρη τη συμμετοχή της θελήσεώς μας, η οποία όταν πρόκειται για κάποια σοβαρή παράβαση, αντιστέκεται και αντιδρά. Αυτή η αντίδραση και αντίσταση που αντιτάσσει η θέλησή μας απέναντι στα θανάσιμα αμαρτήματα, αποτελεί απόδειξη ότι στο βάθος μας αποστέργουμε την αμαρτία και θα θέλαμε να ήμασταν ελεύθεροι και απαλλαγμένοι από αυτήν.
Αυτό όμως αποτελεί μόνο ελαφρυντικό, όχι όμως και κάτι που φθάνει και είναι αρκετό για να εξαλείψει την ενοχή μας. Είναι θετικό στοιχείο βέβαια για μας και ελκύει την επιείκεια και το έλεος του Θεού. Αλλά αν ο δίκαιος Θεός μας έκρινε σύμφωνα με το νόμο του, ποιος θα μπορούσε να σταθεί όρθιος ενώπιόν του; Αν εκδήλωνε γι’ αυτά τα αμαρτήματα αποστροφή και μίσος, ποιος δεν θα αποστελλόταν από αυτόν στον κατασκότεινο πυθμένα της αβύσσου; Ποιος; Διότι, αδελφέ μου, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει στη ράχη του βαρύ, βαρύτατο φορτίο τέτοιων αμαρτημάτων. Και αυτοί ακόμη που αναγεννήθηκαν και ανακαινίσθηκαν πλήρως από τον Χριστό μέχρι το σημείο να καταλήξουν σε σχετική αναμαρτησία, πέρασαν στην πρώτη περίοδο της ζωής τους από τον δρόμο αυτό των ατελειών και των μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Και τώρα, στην κατάσταση αυτή της τελειότητας που τους ανύψωσε η θεία χάρις, θυμούνται τις ατέλειες του παρελθόντος. Και γι’ αυτό ακριβώς και τους ακούμε να παραπονούνται και να ταλανίζουν τους εαυτούς τους· και ένας που αναμφισβήτητα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μεταξύ αυτών, ο απόστολος Παύλος δηλαδή, να φρονεί για τον εαυτό του ότι είναι ο «πρώτος των αμαρτωλών» (Α’ Τιμ. α’ 15).
Και αυτοί μεν που έφθασαν στην κατά το δυνατόν τέλεια αναγέννηση, αυτοί με την ταπείνωση και τη μετάνοιά τους προσείλκυσαν άφθονο το έλεος του Θεού ήδη από την παρούσα ζωή. Και φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να φέρουν μαζί τους καμιά κληρονομιά από τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας. Εμείς όμως; Τα τόσα πλήθη ακόμη των χριστιανών που πεθαίνουν κάθε μέρα; Πόσοι από αυτούς είναι ολοκληρωτικά αναγεννημένοι; Και για πόσους θα μπορούσε να παρασχεθεί η βεβαίωση ότι από τον όγκο αυτό των αμαρτημάτων που έγιναν από άγνοια και συναρπαγή και από το πλήθος των λησμονημένων αμαρτημάτων πέτυχαν να καθαρισθούν και να εξαγνισθούν ήδη απ’ αυτή τη ζωή και πριν να πεθάνουν;
Μεγάλο πλήθος από αυτούς, αγαπητέ μου αναγνώστη, μετενόησε βέβαια και επικαλέσθηκε με πίστη το έλεος του Θεού, δεν πρόφθασε όμως να παραγάγει «καρπούς αξίους της μετανοίας». Δεν πρόφθασε να αποβάλει τελείως τον παλαιό άνθρωπο. Όχι· δεν είναι κατόρθωμα της μιας στιγμής η νέκρωση και η αποβολή του ανθρώπου αυτού, που είναι ζυμωμένος με ολόκληρη την ύπαρξή μας, από τη σύλληψη ακόμη και τη γέννησή μας. Είναι έργο μεγάλο, που απαιτεί αγώνες και προσπάθειες συνεχείς και μακρές· και η μετάνοια αποτελεί μόνο τα πρώτα βήματα και τις πρώτες απόπειρες για την έναρξη του έργου αυτού, στο οποίο η θεία χάρις μας ενδυναμώνει και μας ενισχύει.
Ποιο λοιπόν συμπέρασμα συνάγεται από όλα αυτά; Ότι όλοι μας έχουμε ανάγκη του θείου ελέους και της θείας επιείκειας. Και όσο ετοιμασμένος κι αν φεύγει κανείς από τον κόσμο αυτό, δεν μπορεί να πει ότι δεν χρειάζεται την κάθαρση την οποία παρέχει η θυσία της Ευχαριστίας όταν προσφέρεται υπέρ αυτού. Λοιπόν αυτό ακριβώς είχε υπ’ όψιν του ο θεοφώτιστος Κύριλλος, όταν βεβαίωνε ότι πιστεύουμε «μεγίστην όνησιν έσεσθαι ταις ψυχαίς», ότι δηλαδή πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια θα έλθει στις ψυχές υπέρ των οποίων προσφέρεται η δέηση «της αγίας και φρικωδεστάτης προκείμενης θυσίας».

Ωφέλεια για αμαρτίες μη θανάσιμες

Μόνο λοιπόν σε ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα εξασφαλίζει η θυσία της Ευχαριστίας πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια. Από τον Άδη στον Παράδεισο, όπως ήδη είπαμε, δεν μετατίθενται ψυχές που βαρύνονται με αμαρτήματα θανάσιμα, ούτε επιτρέπεται γι’ αυτές να προσφέρεται η άμωμη, η αγνή και άχραντη θυσία του Κυρίου που σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας. Ποιες όμως είναι για τον καθένα μας θανάσιμες αμαρτίες, μόνο ο Θεός το γνωρίζει επακριβώς. Διότι μόνο αυτός εξετάζει και διερευνά τα βάθη των ανθρώπινων καρδιών, τα οποία είναι άγνωστα και καλυμμένα για μας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιες ολοφάνερες και χονδροειδείς παραβάσεις του θείου νόμου για τις οποίες εξανίσταται η συνείδηση κάθε μη πωρωμένου ανθρώπου και των οποίων το βάρος δεν δυσκολεύεται να αντιληφθεί και ο πλέον αδαής. Από την άλλη πλευρά πάλι, είναι εξίσου βέβαιο ότι εξαρτάται και από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντελέσθηκε μια παράβαση, αν θα αποβεί ανεπανόρθωτα θανάσιμη γι’ αυτόν που υπέπεσε σ’ αυτήν.
Δεν βεβαίωσε ο Κύριος σαφώς ότι σε όποιον «εδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αυτού»; Και δεν πρόσθεσε, για να το κάνει ζωηρότερο και παραστατικότερο, ότι ο δούλος «ο μη γνους το θέλημα του κυρίου εαυτού, ποιήσας δε άξια πληγών, δαρήσεται ολίγας»; (Λουκ. ιβ’ 48). Ότι δηλαδή ο δούλος που δεν γνώρισε το θέλημα του κυρίου του, αλλά οι πράξεις του είναι άξιες τιμωρίας, θα δεχθεί λίγες μαστιγώσεις; Εξαρτάται επομένως και από τη γνώση την οποία ο καθένας μας έλαβε, σύμφωνα με τις ευνοϊκές περιστάσεις τις οποίες για τον φωτισμό και την πνευματική του καλλιέργεια έφερε σ’ αυτόν ο Θεός. Εξαρτάται και από τις ευμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε και ανατράφηκε και εκπαιδεύτηκε ο καθένας μας. Εξαρτάται και από τον βαθμό της χάριτος ο οποίος του δόθηκε, και από τις θείες δωρεές τις οποίες γεύθηκε και από την πρόοδο στη χριστιανική ζωή την οποία τον αξίωσε η χάρις να πραγματοποιήσει και από την οποία ξέπεσε.
Με άλλα λόγια αλλιώς θα κριθεί ένας χριστιανός και διαφορετικά θα κριθεί ένας άγριος που δεν γνώρισε Χριστό ούτε διδάχθηκε ποτέ την αλήθεια την οποία ο Θεός αποκάλυψε σε μας. Και η ίδια παράβαση και αμαρτία η οποία για τον χριστιανό είναι θανάσιμη, για τον βάρβαρο ενδέχεται να κριθεί από τον Θεό συγγνωστή και άξια συγχωρήσεως. Σύμφωνα με τον ίδιο κανόνα, και ο Φαρισαίος που δεν είχε υποπέσει σε κάποια παράβαση του μωσαϊκού νόμου, κατακρίνεται, ενώ ο τελώνης που ήταν δακτυλοδεικτούμενος από αυτόν και τους ομοίους του ως ένοχος, δικαιώνεται.

Και ο Δημάς, που σε μια περίοδο της ζωής του αξιώθηκε να είναι συνεργάτης του αποστόλου Παύλου, ξεπέφτει και κατακρίνεται μόνο και μόνο διότι σε ημέρες διωγμού δείλιασε και εγκατέλειψε τον Απόστολο για να μην κινδυνεύσει και η δική του ζωή. Και όπως διακηρύττει θεόπνευστα η προς Εβραίους επιστολή, εκείνους οι οποίοι προόδευσαν σε κάποιο βαθμό στην πνευματική ζωή και γεύθηκαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και φωτίσθηκαν από το κήρυγμα του θείου λόγου, είναι αδύνατον να τους επαναφέρει κανείς σε μετάνοια, αν παρεκτραπούν σε κάποια σοβαρή αμαρτία. Διότι αυτοί με την παρεκτροπή τους αυτή ξανασταυρώνουν και περιφρονούν τον Ιησού Χριστό, ο οποίος έχει μορφωθεί στό εσωτερικό τους από τη θεία χάρη· ήδη μάλιστα με την παρεκτροπή τους αυτή τον αποδιώχνουν από τις καρδιές τους και τον διαπομπεύουν. (Εβρ. ς’ 4-6).
Τι σημαίνουν όλα αυτά, αγαπητέ μου αναγνώστη; Ότι εκτός από ορισμένες σαφείς και ευδιάκριτες περιπτώσεις, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το ποιοι από τους αδελφούς μας που απέρχονται από τον κόσμο αυτό συναποκομίζουν μαζί τους αμαρτίες που έχουν ως συνέπεια τον πνευματικό θάνατο και ποιοι φέρουν το σχετικά ελαφρό φορτίο των οπωσδήποτε συγγνωστών και μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει λοιπόν η Εκκλησία που τελεί και αναφέρει τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας; Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει προκειμένου να δεηθεί για προκεκοιμημένα μέλη της για τα οποία δεν είναι μεν απόλυτα βέβαιη ότι έφυγαν από τον κόσμο αυτό με συντριβή και με συναισθήματα ειλικρινούς μετανοίας, δεν έχει όμως και ενδείξεις ότι με κάποια παράβαση θανάσιμη αποξένωσαν τους εαυτούς τους πλήρως από το θείο έλεος; Τη στάση της επιείκειας και της ελπίδας.

Προσφέρει λοιπόν και γι’ αυτούς τη θυσία της Ευχαριστίας, αρκούμενη στο ότι πέθαναν «εν πίστει» προς τον Χριστό και δεν απαρνήθηκαν το όνομα του χριστιανού που τους δόθηκε, το όνομα του μαθητή που εξάρτησε τη σωτηρία του από τον μεγάλο Θεό και Σωτήρα, τον Κύριο Ιησού. Παρακαλεί η Εκκλησία και δέεται και ικετεύει και υπέρ αυτών, προσφέροντας την ατίμητη θυσία της Θείας Ευχαριστίας, που έχει άπειρη ισχύ, «υπέρ πάντων των εν πίστει κεκοιμημένων». Και ρίχνοντας τους πάντες στους οικτιρμούς, στην ευσπλαχνία και στο έλεος του Θεού, αφήνει στην άπειρη φιλανθρωπία του να ενεργήσει για τον διαχωρισμό που από τη δικαιοσύνη και αγιότητά του επιβάλλεται να γίνει. Με αυτό το πνεύμα και με αυτή την ελπίδα δέχεται η Εκκλησία προσφορές και επιτελεί τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας «υπέρ πάντων των εν πίστει αποθανόντων». Με αυτό λοιπόν το πνεύμα· και ποτέ με το πλανεμένο φρόνημα ότι με τις προσφορές και τις Λειτουργίες αυτές επιτυγχάνεται μετάθεση ψυχών που βαρύνονται με θανάσιμα αμαρτήματα, από τον Άδη στους κόλπους του Αβραάμ.

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. ο Σωτήρ, 2016, σελ. 368-378)

(Ιωάννου Καραβιδόπουλου, Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, εκδόσεις Π.Πουρναρά, σελ. 398-417, οι παραπομπές παρατίθενται στο τέλος)

Αρχαίο κείμενο:

1 Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἱεροῦ λέγει αὐτῷ εἷς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ· διδάσκαλε, ἴδε ποταποὶ λίθοι καὶ ποταπαὶ οἰκοδομαί. 2 Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· βλέπεις ταύτας τὰς μεγάλας οἰκοδομάς; Οὐ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ μὴ καταλυθῇ. 3 Καὶ καθημένου αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ἱεροῦ, ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας· 4 εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ πάντα ταῦτα συντελεῖσθαι; 5 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς· βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ. 6 Πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν.7 Ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων, μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω τὸ τέλος. 8 Ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται σεισμοὶ κατὰ τόπους, καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ ταραχαί. 9 Ἀρχαὶ ὠδίνων ταῦτα. Βλέπετε δὲ ὑμεῖς ἑαυτούς. Παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν δαρήσεσθε, καὶ ἐπὶ ἡγεμόνων καὶ βασιλέων σταθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς. 10 Καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη δεῖ πρῶτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον. 11 Ὅταν δὲ ἀγάγωσιν ὑμᾶς παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε τί λαλήσητε, μηδὲ μελετᾶτε, ἀλλ᾿ ὃ ἐὰν δοθῇ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον. 12 Παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς. 13 Καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται. 14 Ὅταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ρηθὲν ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ - ὁ ἀναγινώσκων νοείτω - τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη, 15 ὁ δὲ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβάτω εἰς τὴν οἰκίαν μηδὲ εἰσελθέτω ἆραί τι ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, 16 καὶ ὁ εἰς τὸν ἀγρὸν ὢν μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω ἆραι τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ. 17 Οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις. 18 Προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος. 19 Ἔσονται γὰρ αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θλῖψις, οἵα οὐ γέγονε τοιαύτη ἀπ᾿ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ Θεὸς ἕως τοῦ νῦν καὶ οὐ μὴ γένηται. 20 Καὶ εἰ μὴ ἐκολόβωσε Κύριος τὰς ἡμέρας, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσε τὰς ἡμέρας. 21 Καὶ τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός, ἰδοὺ ἐκεῖ, μὴ πιστεύετε. 22 Ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα καὶ τέρατα πρὸς τὸ ἀποπλανᾶν, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. 23 Ὑμεῖς δὲ βλέπετε· ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν ἅπαντα. 24 Ἀλλ᾿ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις, μετὰ τὴν θλῖψιν ἐκείνην ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, 25 καὶ οἱ ἀστέρες ἔσονται ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πίπτοντες, καὶ αἱ δυνάμεις αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σαλευθήσονται. 26 Καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις μετὰ δυνάμεως πολλῆς καὶ δόξης. 27 Καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ' ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ. 28 ᾿Απὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. Ὅταν αὐτῆς ὁ κλάδος ἤδη γένηται ἁπαλὸς καὶ ἐκφύῃ τὰ φύλλα, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν· 29 οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις. 30 Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη μέχρις οὗ πάντα ταῦτα γένηται. 31 Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι οὐ μὴ παρελεύσονται. 32 Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ. 33 Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν. 34 Ὡς ἄνθρωπος ἀπόδημος, ἀφεὶς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ δοὺς τοῖς δούλοις αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑκάστῳ τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ τῷ θυρωρῷ ἐνετείλατο ἵνα γρηγορῇ. 35 Γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται, ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ· 36 μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑμᾶς καθεύδοντας. 37 Ἅ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω· γρηγορεῖτε.

Ερμηνεία-ανάλυση

Το κεφ. 13 του ευαγγελίου μας περιέχει λόγια του Ιησού σχετικά με την επικείμενη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, καταστροφή που προσφέρεται ως προεικόνιση του τέλους του κόσμου. Συνήθως ονομάζεται το κεφ. αυτό από τους ερμηνευτές « Εσχατολογικός λόγος» ή «Αποκαλυπτικός λόγος» ή «Συνοπτική αποκάλυψη» ή «Μικρή αποκάλυψη» και γίνεται πολλή συζήτηση στα υπομνήματα και στις ειδικές μονογραφίες (33 βλέπε υποσημειώσεις στο τέλος) για το χαρακτήρα, το στόχο, το αποκαλυπτικό υπόβαθρο, τη γνησιότητα και την ενότητα του λόγου αυτού του Ιησού που είναι ο μακροσκελέστερος σε όλο το ευαγγέλιο του Μάρκου.
Ότι οι χρησιμοποιούμενες εικόνες και παραστάσεις είναι γνωστές από τα ιουδαϊκά αποκαλυπτικά κείμενα είναι αναντίρρητο και θα φανεί ακόμη σαφέστερα κατά την ερμηνεία των επιμέρους στίχων με την προσαγωγή των αποκαλυπτικών παραλλήλων˙ τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η εκκλησία αναπαράγει ιουδαϊκά κείμενα προσαρμόζοντάς τα στο παρόν που ζει, ή ότι η ιουδαϊκή αποκαλυπτική είναι η μήτρα της χριστιανικής θεολογίας. Οι γνωστές στους αναγνώστες εικόνες βοηθούν στην κατανόηση του μηνύματος που απευθύνει ο Ιησούς και καταγράφει ο ευαγγελιστής. Από την ερμηνεία των επιμέρους θα γίνει φανερό ότι δεν πρόκειται για vaticinia ex eventu αλλά για προρρήσεις του Ιησού. Στην παράδοση αυτή των λόγων του Ιησού θα αναφερθεί δύο δεκαετίες αργότερα ο Απ. Παύλος (βλ. Α' Θεσ. 2, 3 ε.) πολύ πριν ακόμη αυτοί καταγραφούν τελικά από τον ευαγγελιστή.
Ορθώς παρατηρήθηκε από τον Lohmeyer ότι στο Μρ 13 απουσιάζουν τα βασικά ιουδαϊκά αποκαλυπτικά θέματα, όπως π.χ. ο χρονικός προσδιορισμός του τέλους του κόσμου, η εθνική μεσσιανική ιδέα, η ιουδαϊκή κυριαρχία επί των εθνών, εκφράσεις εκδίκασης κατά των άλλων λαών κλπ.˙ το στοιχείο που κυριαρχεί είναι η παραίνεση (ο Lane μάλιστα επισημαίνει την ύπαρξη 19 προστακτικών στο κεφ.) και η στήριξη των μαθητών και φυσικά όλης της εκκλησίας, ώστε να μη κλονιστούν από τα δεινά, γιατί κύριος της κατάστασης θα είναι ο ίδιος ο Χριστός που προλέγει τα «πάντα» (στίχ. 23), ώστε να μη «θροούνται», να μη «προμεριμνούν», να «υπομείνουν εις τέλος», και κυρίως να «γρηγορούν»˙ ο ίδιος ο Χριστός θα «επισυνάξει τους εκλεκτούς αυτού εκ των τεσσάρων άνεμων απ’ άκρου γης έως άκρου ουρανού» και το Άγιον Πνεύμα θα φωτίσει τους μαθητές να μιλήσουν με θάρρος όταν οδηγηθούν σε δικαστήρια. Παρόν και μέλλον, επικείμενη καταστροφή της Ιερουσαλήμ και προανάκρουσμα του τέλους του κόσμου συμπλέκονται σε μια γενική θεώρηση της ιστορίας, της οποίας ρυθμιστής είναι ο Θεός, όσο κι αν οι αντίθεες δυνάμεις δείχνουν να θριαμβεύουν προσωρινά.
Το επικείμενο τέλος, που αποτελεί θέμα και της ιουδαϊκής αποκαλυπτικής, απαμβλύνεται με την επισήμανση της ιστορικής προοπτικής της ευαγγελιστικής δραστηριότητας της εκκλησίας (βλ. στίχ. 7 «δει γενέσθαι αλλ’ ούπω το τέλος» στίχ. 10˙ «και εις πάντα τα έθνη πρώτον δει κηρυχθήναι το ευαγγέλιον»˙ στίχ. 13 «ο δε υπομείνας εις τέλος...»). Αυτή όμως η προοπτική ιστορικής διάρκειας δεν αίρει την εντολή: «βλέπετε αγρυπνείτε, ουκ οίδατε γαρ πότε ο καιρός έσται» (στίχ. 33) και «γρηγορείτε» (στίχ. 36).
Στο ερώτημα, εάν στο κεφ. 13 έχουμε μια συνεχή ομιλία του Ιησού ή συγκέντρωση λόγων του Ιησού που προέρχονται από διάφορες άλλες περιστάσεις της δραστηριότητας που αναφέρονται στο θέμα των εσχάτων, οι σύγχρονοι ερμηνευτές απαντούν αποδεχόμενοι το δεύτερο - άποψη που ενισχύεται και από το γεγονός ότι διάφορα λόγια του κεφ. 13 απαντούν και μεμονωμένα σε άλλες συνάφειες των Συνοπτικών ευαγγελίων.

Εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ για την ερμηνεία που θα ακολουθήσει είναι ότι ο ευαγγελιστής Μάρκος, όπως άλλωστε και οι άλλοι Συνοπτικοί, αποδίδει την παράδοση, κατά την οποία προ του πάθους του ο Ιησούς απηύθυνε προς τους μαθητές λόγους παραινετικούς (πρβλ. Μθ 24 και Λκ 21), αναφερόμενους στα έσχατα αλλά με έμφαση στο καθήκον που απορρέει γι’ αυτούς στο παρόν μέσα στο οποίον ζει η εκκλησία. Αυτή η στενή σύνδεση αναμονής των εσχάτων και δραστηριότητας μέσα στο ιστορικό παρόν διαπνέει τη λειτουργική ζωή, την ενεργητικότητα και τη ζωή γενικότερα της Ορθόδοξης εκκλησίας.
Τελικά παρατηρούμε ότι, όσο κι αν οι αποκαλυπτικές παραστάσεις που χρησιμοποιούνται εδώ είναι ξένες προς την εποχή μας — παρόλο που ορισμένα σημαδιακά σημερινά γεγονότα τις κάνουν εξαιρετικά επίκαιρες, εκείνο που προέχει για τον αναγνώστη του ευαγγελίου, και στην περίπτωση αυτή, του κεφ. 13, είναι το ενθαρρυντικό μήνυμα που αναδύεται από αυτό: Οι τύχες και το τέλος του κόσμου, παρά τα δεινά και τις καταστροφές, τις προσωρινές νίκες των πλάνων και αντιχρίστων, βρίσκεται στα χέρια του Θεού˙ όποιος ξεχνά αυτήν την αλήθεια, αιφνιδιάζεται από τα γεγονότα και «θροείται», ενώ όποιος ζει αυτήν την αλήθεια μέσα στο σώμα της εκκλησίας αισθάνεται χαρά για τον ερχόμενο Κύριο˙ και καθώς αναμένει, δραστηριοποιείται άγρυπνα για το κήρυγμα του ευαγγελίου «εις πάντα τα έθνη» (στίχ. 10).
Τα θέματα που θίγονται στο κεφ. 13 είναι: α) Πρόρρηση της καταστροφής της Ιερουσαλήμ (στίχ. 1—2 και 4 —20)˙ β) Κίνδυνοι των εσχάτων ημερών από πλάνους και αντίχριστους (στίχ. 36 και 2123)˙ γ) Ερχομός του Κυρίου (στίχ. 7—8 κσί 24—27)˙ δ) Διωγμοί και θλίψεις των μαθητών (στίχ. 9—13)˙ ε) Σημεία που προαναγγέλλουν το τέλος (στίχ. 28—31)˙ στ) Εγρήγορση εν όψει του τέλους (στίχ. 32—36). Από τη διαπίστωση ότι τα περισσότερα θέματα θίγονται σε δύο παράλληλες ενότητες είναι δυνατό να οδηγηθεί κανείς στο συμπέρασμα ότι συνενώνονται βασικά δύο ομάδες λόγων του Ιησού; Ανεξάρτητα από την απάντηση στο ερώτημα αυτό, η παρούσα μορφή του Εσχατολογικού λόγου του Ιησού παρουσιάζει, όπως ήδη σημειώσαμε, στενή αλληλουχία μεταξύ παρόντος και μέλλοντος, μεταξύ καταστροφής της Ιερουσαλήμ και τέλους του κόσμου.
Την αφορμή για τον Εσχατολογικό λόγο προσφέρει ο θαυμασμός ενός από τους μαθητές του Ιησού για τους τεράστιους λίθους και τα λαμπρά οικοδομήματα του Ναού (στίχ. 1), από τον οποίο εξέρχεται πλέον ο Ιησούς, αφού δίδαξε μέσα σ' αυτόν και προέβη σε πράξεις μεσσιανικής εξουσίας. Ενώ οι μαθητές εντυπωσιάζονται από τη λαμπρότητα του παρόντος, ο Ιησούς πίσω από τους μεγαλοπρεπείς λίθους βλέπει και προλέγει το οδυνηρό επικείμενο μέλλον, κατά το οποίο ο Ναός θα καταστραφεί μέχρι σημείου που να μη μείνει όρθιος ούτε ένας λίθος (στίχ. 2). Δεν πρόκειται βέβαια για vaticinium ex eventu, για προφητεία δηλ. που εκ των υστέρων αποδόθηκε στον Ιησού, γιατί, όπως σωστά παρατηρεί ο Schweizer, στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε στα λόγια του Ιησού να υπάρχει περιγραφή της καταστροφής του Ναού με εμπρησμό, πράγμα που συνέβη το 70 μ.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, σύμφωνα με την περιγραφή του ιστορικού Ιωσήπου (34).
Η μεγαλοπρέπεια του Ναού υπήρξε τέτοια, ώστε να λέγεται σε κάποιο ραββινικό κείμενο: «Όποιος δεν είδε την Ιερουσαλήμ στο μεγαλείο της, δεν είδε ποτέ στη ζωή του μια αξιέραστη πόλη˙ κι όποιος δεν είδε ποτέ το Ναό με όλες τις οικοδομές του, δεν είδε ποτέ στη ζωή του ένα λαμπρό οικοδόμημα» (35) . Ας ληφθεί υπόψη ότι ο Ναός με όλες τις σχετικές οικοδομές του κατείχε το 1/6 της Ιερουσαλήμ.
Τα κατά του Ναού λόγια του Ιησού βρίσκονται στη συνέχεια των απειλητικών κηρυγμάτων των προφητών της Π.Δ. (βλ. Μιχ 3,12. Ιερ 7,14. 26, 6∙18), τα υπερβαίνουν όμως με την εξαγγελία ενός ναού «αχειροποιήτου» και μιας νέας λατρείας στη θέση της παλαιάς. Αναφορά σε τέτοια λόγια του Ιησού γίνεται στη διήγηση του πάθους με το λόγιο των στίχ. 14, 58. 15, 29, που μπορεί να ανάγεται, τουλάχιστο ως προς το πρώτο μέρος του, σ’ αυτό του ερμηνευόμενου στίχ. 2.
Καθώς ο Ιησούς κάθεται στο όρος των Ελαιών, απέναντι από το Ναό, ερωτάται από τους τέσσερες πρωτόκλητους μαθητές του Πέτρο, Ιάκωβο, Ιωάννη και Ανδρέα για το χρόνο («πότε») που θα συμβούν τα διαλαμβανόμενα στο στίχ. 2 και για το «σημείο» που θα προηγηθεί και θα τα αναγγέλλει (στίχ. 34). Έτσι οι πρώτοι κληθέντες στο αποστολικό αξίωμα μαθητές γίνονται οι αποδέκτες της τελευταίας αποκάλυψης του Ιησού (Grundmann). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ιησούς δεν απαντά στο «πότε» των μαθητών, οι οποίοι με το ερώτημα αυτό θυμίζουν τους ιουδαίους αποκαλυπτικούς συγγραφείς που προσπαθούν να υπολογίσουν και να προσδιορίσουν το χρόνο των εσχάτων, αλλά με όσα λέγει στους στίχ. 5 ε. μεταφέρει τη σκέψη των μαθητών από την καταστροφή του Ναού στα «σημεία» που θα προηγηθούν του τέλους του κόσμου, αρχίζοντας με το αίτημα της εγρήγορσης («βλέπετε»), το οποίο θα επαναληφθεί και στους στίχ. 23,33,36.

Τέτοια σημεία είναι: Η εμφάνιση ψευδομεσσιών, οι οποίοι θα πλανήσουν τους ανθρώπους (36), οι πόλεμοι και οι φήμες για πολέμους, οι εξεγέρσεις εθνών εναντίον άλλων εθνών, οι σεισμοί και η πείνα. Κι όλα αυτά είναι «αρχή ωδίνων». Πρέπει οπωσδήποτε («δει») να συμβούν, «αλλ' ούπω) το τέλος» (στίχ. 5—8). Οι «ωδίνες» (ή «ωδίνες του Μεσσία») είναι τεχνικός όρος που στον ιουδαϊσμό δηλώνει τα δεινά πριν από τη μεσσιανική εποχή, δεινά και πόνοι που οδηγούν στον τοκετό, στον ερχομό του Μεσσία (37). Εδώ με τον όρο αυτό δηλώνονται οι θλίψεις των εσχάτων για τις οποίες γίνεται λόγος και στη συνέχεια του κεφ. 13 αλλά και σε άλλα χωρία της Κ.Δ.(38). Ορθώς ερμηνευόμενα τα λόγια του Ιησού, που θυμίζουν και πάλι το προφητικό κήρυγμα της Π.Δ.(39), προϋποθέτουν όχι αμέσως επικείμενο τέλος της ιστορίας αλλά προοπτική ιστορικής διάρκειας και δραστηριότητας της εκκλησίας προ του τέλους, το οποίον όμως βιώνει έντονα η εκκλησία ως ένα διαρκές παρόν.
Στους στίχ. 9-10 προλέγει ο Ιησούς τις θλίψεις των μαθητών του που θα οδηγηθούν, κατά το παράδειγμα του ιδίου (βλ. 8, 34), σε δικαστήρια, σε ηγεμόνες και βασιλείς για να δώσουν τη μαρτυρία για την πίστη τους. Οι στίχ. 11 — 13 παρουσιάζουν, κατά το γνωστό σύστημα του παραλληλισμού των μελών που συνηθίζει ο Ιησούς στη διδασκαλία του (40) , το ίδιο θέμα αλλά με προσθήκη νέων στοιχείων, όπως είναι ο φωτισμός τους από το άγιο Πνεύμα για το τι πρέπει να πουν και το μίσος του κόσμου προς αυτούς εξαιτίας του ονόματος του Χριστού (πρβλ. Ιω 15, 18˙ 19. 17,14). «Τριπλούς ουν έσται ο πόλεμος, σημειώνει ο Βίκτωρ Αντιοχέας, ο από των οικείων, ο από των πλάνων, ο από των πολεμίων. Αλλά μείζων η παράκλησις».

Και οι δύο ενότητες στίχων τελειώνουν με το ιεραποστολικό καθήκον των μαθητών και φυσικά της εκκλησίας παρά τα εμπόδια και τις θλίψεις: Η πρώτη ενότητα κατακλείεται με το «εις πάντα τα έθνη πρώτον δει κηρυχθήναι το ευαγγέλιον» (για το «δει» πρβλ. στίχ. 7 «δει γενέσθαι») και η δεύτερη με το «ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται». Άλλωστε το ιεραποστολικό καθήκον της εκκλησίας παρουσιάζεται ως βασική εντολή του Αναστάντος Χριστού στο τέλος του ευαγγελίου (16, 15˙ και Μθ 28, 19). Οι δυσμενείς εξωτερικές συνθήκες δεν σημαίνουν για την εκκλησία υποχώρηση προ του καθήκοντος αλλ’ εντατική δραστηριότητα για την προώθηση του χριστιανικού μηνύματος.

Η άποψη ορισμένων συγχρόνων προτεσταντών ερμηνευτών ότι ο Ιησούς ανέμενε ως επικείμενο το τέλος της Ιστορίας (βλ. σχόλια 9,1) είναι μονόπλευρη και παραθεωρεί σημαντικά χωρία της Κ. Δ. Βρίσκεται μάλιστα σε πλήρη αντίθεση με τα ερμηνευόμενα εδώ λόγια. Για να απαλλαγούν από το αδιέξοδο οι ερμηνευτές αυτοί αποδίδουν τα λόγια των στίχ. 13,7˙ 10∙13 στον ευαγγελιστή (τα θεωρούν δηλ. μεταγενέστερη προσθήκη της εκκλησίας) και όχι στον Ιησού. Είναι βέβαια αναμφισβήτητα γεγονός ότι ο Ιησούς κάνει λόγο συχνά για επικείμενη κρίση με στόχο την προτροπή σε συνεχή εγρήγορση (βλ. άλλωστε τους στίχ. 29, 33, 36 του κεφ.), παράλληλα όμως εντέλλεται και πριν και μετά από την Ανάσταση το κήρυγμα του ευαγγελίου «εις πάντα τα έθνη» («πάση τη κτίσει»), πράγμα για το οποίο απαιτούνται ευρέα χρονικά πλαίσια. Βλ. τις παραβολές του κεφ. 4. όπου οι εικόνες της σποράς, βλάστησης, αύξησης και καρποφορίας προϋποθέτουν ζωή, πρόοδο, πορεία˙ δεν εκφράζουν στατική σχέση μεταξύ παρούσας σποράς και μελλοντικής καρποφορίας αλλά δυναμική πορεία ζωής μέσα στην ιστορία.
Η πρόρρηση της καταστροφής του Ναού (στίχ. 1-2) συνεχίζεται στους στίχ. 14-20 με την πρόρρηση της μεγάλης δοκιμασίας που συνδέεται με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Η φράση «βδέλυγμα της ερημώσεως» (στιχ. 14) με την οποία εισάγεται η δραματική περιγραφή προέρχεται από το βιβλίο του Δανιήλ (9, 27. 11, 31. 12,11), όπου αναφέρεται στη βεβήλωση του Ναού που έκανε το 168 π.Χ. ο Αντίοχος Δ’ ο Επιφανής με το να τοποθετήσει μέσα σ’ αυτόν άγαλμα του Δία και να θυσιάσει χοίρο (βλ. και Α’ Μακ 1, 54 έ.). Με βεβήλωση Ναού θα αρχίσει και η προαγγελόμενη καταστροφή.

Στο ερώτημα, τι εννοεί ο Ιησούς με την αινιγματική για μας φράση, δόθηκαν διάφορες απαντήσεις από τους ερμηνευτές. Προκαταβολικά πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ιησούς θεωρεί το γεγονός επικείμενο, γι αυτό και συνιστά την άμεση φυγή από την πόλη, και ότι για τον ευαγγελιστή που παραδίδει τους λόγους του Ιησού το γεγονός είναι ήδη γνωστό. Το τελευταίο αυτό ενισχύεται από την άποψη ότι το «ο αναγινώσκων νοείτω» αποτελεί σημείωση του ευαγγελιστή, ο οποίος συνηθίζει τέτοιες παρενθετικές ή επεξηγηματικές προτάσεις στο ευαγγέλιό του (βλ. 2, 10˙ 28. 3, 30. 7,3-4˙ 11β˙ 19β. 16, 4β κ.ά.).
Ως προς το γεγονός που υπαινίσσεται ο Ιησούς δεν επικρατεί ομόφωνη άποψη μεταξύ των ερμηνευτών. Ήδη ο Θεοδώρητος Κύρου με τη σημείωσή του ότι «το ρητόν τούτο πολλαχώς εννοείται παρά τοις θείοις πατράσιν» μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι υπήρχε ποικιλία απόψεων˙ ο ίδιος αφού πρώτα αναφέρεται στη βεβήλωση του Ναού από τον Αντίοχο και κατόπιν από τον Πιλάτο ερμηνεύει το λόγιο του Ιησού ως αναφερόμενο στον Αντίχριστο, στηριζόμενος και στα περί «ανθρώπου της ανομίας» του Β' Θεσ 2,3 έ. Ο Βίκτωρ πρεσβύτερος Αντιοχείας αναφέρει απόψεις άλλων, ίσως αρχαιοτέρων του, από τους οποίους οι μεν εννοούν με το βδέλυγμα τους στρατιώτες που μπήκαν στο Ναό (τους ρωμαίους μάλλον) και οι δε «τον αδριάντα του τότε την πόλιν ελόντος» (προφανώς του Τίτου)˙ ο ίδιος δέχεται το δεύτερο («ο και μάλιστα μοι δοκεί λόγον έχειν»). Την άποψη ότι με το «βδέλυγμα της ερημώσεως» νοείται όχι ο αδριάντας του αλλά ο ίδιος ο ρωμαίος στρατηγός Τίτος (άλλωστε το «εστηκότα» είναι αρσενικό — constuctio ad sensum)(41) δέχονται αρχαιότεροι και νεώτεροι ερμηνευτές (42) .

Από τους δεύτερους ο Haenchen ομιλεί για τις ρωμαϊκές δυνάμεις γενικώς που επιβάλλουν με τη βία τη λατρεία του αυτοκράτορα. Την άποψη περί ρωμαϊκών στρατευμάτων απηχεί και η παράλληλη διήγηση του Λουκά (21,20 «όταν δε ίδητε κυκλουμένην υπό στρατοπέδων την Ιερουσαλήμ, τότε γνώτε ότι ήγγικεν η ερήμωσις αυτής»).
Την πρόρρηση του Ιησού βλέπουν άλλοι ερμηνευτές να πραγματοποιείται με την εγκατάσταση των ιουδαίων Ζηλωτών μέσα στο Ναό κατά την εξέγερση τους εναντίον των Ρωμαίων (43). Οι ερμηνευτές αυτοί επικαλούνται τη μαρτυρία του Iώσηπου, ο οποίος περιγράφει τη βεβήλωση του Ναού από τους Ζηλωτές (44). Πολλοί, επικαλούμενοι το αρσενικό γένος του «εστηκότα», εννοούν τον Αντίχριστο για τον οποίο ομιλεί και ο Απ. Παύλος στη Β' Θεσ 2,3 έ. (45). Βέβαια μερικοί εκ των ερμηνευτών της ομάδας αυτής πιστεύουν ότι οι λόγοι των στίχ. 14-20 αναφέρονται όχι στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ αλλά στη δοκιμασία των εσχάτων ημερών.

Αλλά και όσοι αναφέρονται σε κάποιο ιστορικό πρόσωπο ή γεγονός δεν παραλείπουν να σημειώσουν ότι γίνεται παράλληλα και κάποιος υπαινιγμός στην πρόθεση του Καλιγούλα το 40 μ.Χ. να εγκαταστήσει το άγαλμά του μέσα στο Ναό του Σολομώντα, πράγμα που τελικά ματαίωσε ο θάνατός του το 41 μ.Χ. Άλλοι, τέλος, από τους αρχαίους ιδίως ερμηνευτές, αναγνωρίζοντας την ερμηνευτική δυσχέρεια, καταφεύγουν στην αλληγορική ερμηνεία˙ γράφει π.χ. ο Θεοφύλακτος: «Βδέλυγμα της ερημώσεως εστιν παν νόημα σατανικόν, εστώς εν τόπω αγίω τω ημετέρω νοΐ. Τότε... ο εξομολογησάμενος ανατρεχέτω εις τα όρη των αρετών» (46).
Η παρενθετική πρόταση «ο αναγινώσκων νοείτω» δηλώνει ότι για τον αναγνώστη της εποχής του ευαγγελίου η έννοια της έκφρασης «το βδέλυγμα της ερημώσεως» ήταν σαφέστερη απ' ό,τι για το σημερινό αναγνώστη. Πάντως όποιο πρόσωπο κι αν εννοείται στο στίχο αυτό, που σχετίζεται βέβαια με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, το πρόσωπο αυτό είναι προάγγελος του Αντιχρίστου και ενσάρκωση της δύναμης του κακού που αρχίζει το καταστροφικό της έργο από το Ναό του Θεού.

Η ζωηρότητα των εκφράσεων και η αμεσότητα των προτροπών (φυγή εσπευσμένη στα όρη, ευχή να μη συμβεί αυτό κατά το χειμώνα κλπ.) καθιστούν σαφές ότι πρόκειται για την επικείμενη καταστροφή της άγιας πόλης˙ για το ότι η προλεγόμενη εδώ καταστροφή δεν έχει στοιχεία υπερβολής πείθεται κανείς διαβάζοντας την περιγραφή της πολιορκίας και καταστροφής της Ιερουσαλήμ που δίνει ο Ιώσηπος (47). Θα είναι τόσο τρομακτική η καταστροφή, ώστε να προσφέρεται ως εικόνα και προανάκρουσμα της συντέλειας του κόσμου.

Οι δύο πραγματικότητες συμπλέκονται στα λόγια του Ιησού και στον κάλαμο του Μάρκου, ώστε από τη μια να πηγαίνει η σκέψη του αναγνώστη στην άλλη. Γι' αυτό, νομίζουμε πως όποιο πρόσωπο κι αν είναι αυτό που αποτελεί το βδέλυγμα στα μάτια Θεού και ανθρώπων, το πρόσωπο αυτό προανακρούστηκε με τον Αντίοχο τον Επιφανή και προανακρούει με τη σειρά του αυτόν ο οποίος είναι «ο άνθρωπος της ανομίας, ο υιός της απωλείας, ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα, ώστε αυτόν εις τον ναόν του Θεού καθίσαι, αποδεικνύντα εαυτόν ότι εστίν Θεός» (Β’ Θεσ 2, 3—4).
Η προτροπή του Ιησού «οι εν τη Ιουδαία φευγέτωσαν εις τα όρη» ακολουθήθηκε από τους χριστιανούς της μητέρας των εκκλησιών που, όπως διηγείται ο Ευσέβιος (48), εγκατέλειψαν την Ιερουσαλήμ κατά την έναρξη του Ιουδαϊκού πολέμου και κατέφυγαν στην Πέλλα της Δεκάπολης.
Η κρισιμότητα των ημερών της φυγής δηλώνεται και με τις προτροπές των στίχ. 15 έ.: Αυτός που βρίσκεται στο «δώμα» (49) να σπεύσει να φύγει χωρίς να μπει μέσα στο σπίτι για να πάρει κάτι μαζί του˙ όποιος εργάζεται στο χωράφι να μη γυρίσει πίσω στο σπίτι του για να πάρει το πανωφόρι του˙ ιδιαίτερα οδυνηρή θα είναι η φυγή για τις έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες˙ γι' αυτό και η προσευχή όλων προς το Θεό πρέπει να συνίστασται στο να μη λάβει χώρα το γεγονός κατά το χειμώνα˙ τέτοια «θλίψις» δεν συνέβη από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, ούτε θα συμβεί στο μέλλον. Η φροντίδα του Θεού όμως για τους «εκλεκτούς» θα έχει ως συνέπεια τη συντόμευση του χρόνου της δοκιμασίας. Οι λόγοι του Ιησού για την κρισιμότητα της κατάστασης θυμίζουν ανάλογες φράσεις των προφητών της Π.Δ. (50). Όσο κι αν παρέχουν την εντύπωση «σημιτικής υπερβολής» (Lane), καθόλου δεν αφίστανται της πραγματικότητας που περιγράφει ο Ιώσηπος σχετικά με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ.
Στους στίχ. 21—23 επανέρχεται ο Ιησούς στο θέμα της πλάνης των ανθρώπων από ψευδοχρίστους και ψευδοπροφήτες (βλ. ήδη στίχ. 3—6), αλλά τώρα το θέμα τοποθετείται στη συνάφεια της σύγχυσης που επικρατεί σε δυσχερείς ιστορικές καταστάσεις όπως αυτή του στίχ. 14 έ. Το βάρος της προτροπής βρίσκεται στη φροντίδα του Θεού για τους «εκλεκτούς», οι οποίοι δεν πρέπει να αιφνιδιαστούν, εφόσον ο Ιησούς «προείρηκε πάντα».
Ότι η ερήμωση της Ιερουσαλήμ αποτελεί εικόνα και προανάκρουσμα της τελικής κρίσης τονίσθηκε ήδη προηγουμένως˙ εδώ φαίνεται σαφέστερα και με όσα ακολουθούν στους στίχ. 24—27 για την έλευση του Υιού του ανθρώπου, η οποία περιγράφεται με γνωστές από την Π.Δ. προφητικές παραστάσεις (51). Τρία είναι τα βασικά σημεία της περιγραφής: Η μεταβολή του τωρινού σχήματος του κόσμου (πρβλ και στίχ. 31), η ένδοξη και δυναμική παρουσία του Υιού του ανθρώπου και η επισύναξη των «εκλεκτών» από τα πέρατα της γης. Το τρίτο στοιχείο πρέπει να συμπληρωθεί με όσα λέγονται σε άλλα κείμενα της Κ.Δ. για τη γενική ανάσταση και κρίση (π.χ. Μθ 25, 31-46. Α’ Κορ 15. Α' Θεσ 4. 13-18 κ.ά.)˙ εδώ, καθώς και στο κεφ. 13 γενικότερα, κυριαρχεί το θέμα της φροντίδα του Θεού για τους «εκλεκτούς».
Στο «πότε ταύτα έσται» και «τί το σημείον» που ρωτούν οι μαθητές στο στίχ. 4 απαντά ο Ιησούς κοντά στα άλλα και με την παραβολή της συκιάς (στίχ. 28-31)(52): Όπως από τα κλαδιά της, που κατά την άνοιξη γίνονται απαλά και αρχίζουν να εκφύουν φύλλα, καταλαβαίνει κανείς ότι πλησιάζει το καλοκαίρι, έτσι έχει την αίσθηση του εγγίζοντος τέλους όταν βλέπει να πραγματοποιούνται αυτά που αναγγέλλονται στον εσχατολογικό λόγο του κεφ. 13. Η διαβεβαίωση του στίχ. 30 ότι θα υπάρχει ακόμη αυτή η γενεά «μέχρις ου ταύτα πάντα γένηται» εγείρει το ερώτημα, εάν το «ταύτα πάντα» αναφέρεται στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ ή στα σημεία που προανακρούουν το τέλος.

Ο Θεοφύλακτος παραμερίζει τη δυσκολία, δεχόμενος ότι με το «η γενεά αύτη» νοείται το γένος των χριστιανών, το οποίο δεν πρόκειται να εκλείψει από την ιστορία μέχρι το τέλος του κόσμου. Σωστότερη είναι η ερμηνεία κατά την οποία, όπως ήδη σημειώσαμε, η εικόνα της καταστροφής ,της Ιερουσαλήμ και της τελικής κρίσης συνάπτονται σε μια ενότητα, ώστε να μεταβαίνει κανείς αμέσως από τη μια στην άλλη. Η επικείμενη ιστορική καταστροφή προανακρούει τα έσχατα, τα οποία βιώνει η εκκλησία ως παρούσα πραγματικότητα που η ολοκλήρωσή της είναι πάντα «επί θύρας». Η αυθεντία και το αναλλοίωτο των λόγων του Ιησού τονίζονται στο στίχ. 31 (πρβλ. Μθ 5, 18).
Ο Εσχατολογικός λόγος τελειώνει με τη διδασκαλία περί του αγνώστου της «ημέρας εκείνης ή της ώρας» (53) του αγνώστου χρόνου δηλ. της τελικής κρίσης (στίχ. 3 — 36). Έτσι στο «πότε» των μαθητών δίδεται οριστικά η απάντηση ότι «ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ ουδέ ο υιός, ει μη ο πατήρ» (στίχ. 32)(54). Το «ουδέ ο υιός», κατά την επικρατούσα στους πατέρες της εκκλησίας ερμηνεία, αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση του Χριστού. Γράφει π.χ. ο Κύριλλος Αλεξανδρειάς: «Ουκ άρα του Θεού Λόγου η άγνοια, αλλά της του δούλου μορφής, της τοσαύτα κατ’ εκείνο καιρού γινωσκούσης όσα η ενοικούσα θεότης απεκάλυψε». Και ο Μ. Βασίλειος: «Έστιν ουν ο νους ο παρά Μάρκω τοιούτος˙ Περί δε της ημέρας εκείνης ή ώρας ουδείς οίδεν, ούτε οι άγγελοι του Θεού, αλλ’ ουδ' αν ο Υιός έγνω, ει μη ο Πατήρ˙ εκ γάρ του Πατρός αυτώ υπήρχε δεδομένη η γνώσις». Ο Θεοφύλακτος, τέλος, σημειώνει ότι ο Ιησούς λέγει τη φράση αυτή για λόγους παιδαγωγικούς, για να αποφύγει δηλ. περισσότερες ερωτήσεις των μαθητών για την ημέρα εκείνη.
Οι νεώτεροι υπομνηματιστές, αποφεύγοντας Χριστολογικές διατυπώσεις, δέχονται ότι το βάρος της φράσης του Ιησού βρίσκεται στον τονισμό της ανάγκης για εγρήγορση της εκκλησίας εν όψει της ώρας της κρίσης, την οποία έκτος από τον Πατέρα «ουδείς οίδεν» (πρβλ. και στίχ. 33: «ουκ οίδατε γάρ πότε ο καιρός εστίν» και στίχ. 35: «ουκ οίδατε γαρ πότε ο κύριος της οικίας έρχεται»˙ βλ. και Πρ 1, 8). Άλλωστε στη συνέχεια του Εσχατολογικού λόγου προβάλλεται για άλλη μια φορά και μάλιστα με επαναλαμβανόμενες όμοιες εκφράσεις το αίτημα της εγρήγορσης με την παραβολή του θυρωρού (στίχ. 33-36), η οποία εισάγεται με το «βλέπετε αγρυπνείτε» που αποτελεί το Leitmotiv του κεφ. 13.

Ο άνθρωπος της παραβολής πριν από την αποδημία του, αναθέτει διάφορες εξουσίες στους δούλους, «εκάστω το έργον αυτού», και στο θυρωρό εντέλλεται να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση, γιατί δεν είναι γνωστό πότε θα επιστρέψει: «ή οψέ ή μεσονύκτιον ή αλεκτοροφωνίας ή πρωί». Είναι πολύ ενδιαφέρουσα και αξιοπρόσεκτη η εξατομικευμένη και υπαρξιακή ερμηνεία του Θεοφυλάκτου, κατά την οποία «οψέ μεν εφίσταται το τέλος, όταν τις γηράσας αποθάνη. Μεσονύκτιον δε, όταν τις μέσης ηλικίας ειη. Αλεκτοροφωνίας δε, όταν ο λόγος εν ημίν συμπληρωθή. Πρωία δε η παντελώς παιδική ηλικία. Δει ουν πάντας προνοείσθαι του τέλους». Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι το αίτημα της εγρήγορσης απευθύνεται όχι μόνο στους μαθητές αλλά μέσω αυτών σε όλα τα μέλη της εκκλησίας: «ο δε υμίν λέγω, πάσιν λέγω, γρηγορείτε» (στίχ. 37).
**
Τα κεντρικά θεολογικά νοήματα του Εσχατολογικού λόγου μπορούν να συνοψισθούν ακολούθως:
α) Παρά τα δεινά, τους πολέμους και τις καταστροφές που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ιστορία, «κύριος της οικίας» είναι ο Θεός, ο οποίος την κατευθύνει «εις τέλος».
β) Έργο των πιστών δεν είναι ο χρονικός υπολογισμός του τέλους («πότε») αλλ' η συνεχής εγρήγορση εν όψει του τέλους, πράγμα που τονίζουν οι ύμνοι της εκκλησίας μας και ιδιαίτερα οι της Μ. Τεσσαρακοστής.
γ) Παρόν και μέλλον, δηλ. Εκκλησιολογία και Εσχατολογία, είναι τόσο συνυφασμένα στα λόγια του Ιησού που παραδίδει ο Μάρκος στο κεφ. 13, ώστε κάθε στιγμή της ιστορικής ζωής της εκκλησίας να είναι μεν κατάλληλη ευκαιρία ιεραποστολικής δραστηριότητας «εις πάντα τα έθνη», συγχρόνως όμως και «καιρός», κατά τον οποίο είναι δυνατή και πιθανή η αιφνίδια έλευση του Υιού του ανθρώπου για την κρίση του κόσμου.

Υποσημειώσεις

(33). Από την πλούσια σύγχρονη σχετική βιβλιογραφία βλ. G. R. Beaslay-Murray, Jesus and the Future. An Examination of the Criticism of the Eschatological Discourse, Mark 13 with special reference to the Little Apocalypse Theory, 1954∙ του ίδιου, A Commentary on Mark Thirteen. 1957, G. Conzelmann, «Geschichte und Eschaton nach Mc 13», ZNW 50(1959), 210-221 (= Theologie aIs Schriftauslegung, 1974, 62-73). Ch. Perrot, «Essais sur le discours eschatologique», RSR 47(1959), 481-514. L. Hartma,. Prophecy Interpreted. The Formulation of some jewish Apocalyptic Texts and the Eschatological Discourse Mark 13 Par, 1966. R. Pesch, Naherwartungen. Tradition und Redaktion in Mark 13, 1968. L. Gaston, No Stone on Another. Studies in the Significance of the Fall of Jerusalem in the Synoptic Gospels, 1970. F. Rousseau, «La structure de Marc 13», Biblica 56(1975), 157-172.
(34). Ιουδ. Πόλεμος 6, 250 ε.. Ιδιαίτερα βλ. 6, 271: «Καιομένου δε του ναού των μεν προσπιπτόντων ην αρπαγή, φόνος δε των καταλαμβανομένων μυρίος και ούτε ηλικίας ην έλεος ούτ’ εντροπή σεμνότητος, αλλά και παιδία και γέροντες και βέβηλοι και ιερείς ομοίως ανηρούντο…»˙ και 7, 3: « Τον δ’ άλλον άπαντα της πόλεως περίβολον ούτως εξωμάλισαν οι κατασκάπτοντες, ως μηδεπώποτ’ οικησθήναι πίστιν αν έτι παρασχείν τοις προσελθούσι».
(35). TB Sukka 41b. Baba Bathra 4a, παράθεση στου Lane. Πρβλ. και περιγραφή του Ναού από τον Ιώσηπο, Ιουδ. Αρχαιολογία 15, 11, 3.
(36). Ψευδομεσσίες εμφανίσθηκαν και στον ιουδαϊκό κόσμο (βλ. Πρ. 5, 36 ε. 21, 38. Ιωσήπου, Ιουδ. Αρχαιολογία 18, 1, 1. 3, 5) αλλ’ η σκέψη του Ιησού στρέφεται μάλλον στους αντίχριστους του χριστιανικού κόσμου (βλ. π.χ. Πρ 20, 29 ε. Α’ Ιω 2, 18) ή ακόμη και στον αντίχριστο (βλ. Β’ Θεσ 2, 3), για τον οποίον βλ. λ. «Αντίσχριστος», ΛΒΘ, 100-102.
(37). Billerbeck I, 905. 4, 977.
(38). Κολ. 1, 24. Μθ 24, 21∙ 29. Πρ 14, 22. Πρβλ. και Ησ 13, 8. 26, 17. Μιχ 4, 9ε. Ως 13, 13 κ.ά. π.
(39). Τα περί Ψευδομεσσιών φέρουν στη νου μας την περιγραφή των ψευδοπροφητών (βλ. Ιερ. 23. 13∙ 32. 29, 8έ.)˙ τα περί πολέμων και φημών για πολέμους μας θυμίζουν τα χωρία Ησ 13. 6 έ. 17, 14. Ιερ 4. 19 έ. 6, 29 έ. Ιωηλ 2, I έ. Ναούμ 2, 11 κ.α.
(40). Βλ. σχετικώς C. F. Burney, The Poetry of Our Lord, 1925, 16, 20 έ. M. Black, An Aramaic Approach to the Gospels and Acts, 105, 117.
(41). Blass-Debrunner, § 143, 3.
(42). Ζιγαβηνός, Pesch, Haenchen κ.ά.
(43). Τρεμπέλας. Lane, κ.α.
(44). Ιουδ. Πόλεμος 4, 162 έ. 388.
(45) Θεοδώρητος, Lohmeyer, Branscomb, Schniewind, Schmid, και W. Bauer στο λ. «βδέλυγμα».
(46). Βλ. και Θαλασσίου μοναχού: «Σαφώς αποδέδεικται, ότι τόπος άγιος και ναός υπάρχει ο νους του ανθρώπου, εν ω οι δαίμονες δια των εμπαθών λογισμών την ψυχήν ερημώσαντες, το είδωλον της αμαρτίας έστησαν» (Cramer, 1, 197).
(47). Ιουδ. Πόλεμος, βιβλ. 5.
(48). Εκκλ. Ιστορία Γ’ 5, 3. ΒΕΠ 19, 253˙ βλ. και Επιφανίου, Κατά αιρέσεων 29, 7. PG 41, 401.
(49). «Δώμα» είναι ο άνω όροφος του παλαιστινού σπιτιού, ένα είδος ταράτσας ή σοφίτας στην οποίαν ανέβαινε κανείς με εξωτερική σκάλα˙ ο χώρος αυτός προσφερόταν για ανάπαυση ή για προσευχή (βλ. Πρ 10, 9).
(50). Βλ. π.χ. Ιερ 30, 7. Ιωήλ 2, 2. Βαρ 2, 2 κ.ά.
(51) Βλ. Ιδιαιτέρως Δαν 7, 13 Ησ 13, 10. 34, 4. Ιεζ 32, 7∙8. Αμ 8, 9. Ιωήλ 2, 30. Ζαχ 2, 10. Δευτ 30, 4. Από την ιουδαϊκή αποκαλυπτική γραμματεία βλ. Δ 'Έσδρας 9, 3. 13, 30. Συρ. Αποκάλυψις Βαρούχ 27. 2-13. 48, 32. 70. 8-9 κ.ά.
(52) Περισσότερα για την παραβολή βλ. στο άρθρο του J. Dupont, «La parabole du figuier qui bourgeonne», RB 75(1968), 526-48.
(53). Με την «ημέρα», ή «ημέρα του Κυρίου», νοείται τόσο στην Π.Δ. ( Αμ 8, 3. 9, 11. Μιχ. 4, 6. 5, 9. 7, 11. Ιωήλ 3, 18. Ζαχ 9, 16) όσο και στην Κ.Δ. (Φιλ 1, 6˙ 10. Α’ Κορ 1, 8. 5, 15. Α' Θεσ 5, 2. Β Θεσ 2, 2 κ.ά.) η ήμερα της τελικής κρίσης. Βλ. Δ. Καϊμάκη, «Η ημέρα Κυρίου στους προφήτες της Π.Δ.», ΕΕΘΣΘ (1986).
(54). Για το πρόβλημα κριτικής του κειμένου που υπάρχει στο παράλληλο χωρίο Μθ 24, 36, στο οποίο πολλά χειρόγραφα παραλείπουν το «ουδέ ο υιός». βλ. Μ. Σιώτη, «Το απόρρητον της ημέρας και της ώρας της Δευτέρας Παρουσίας», Θεολογία 58(1987), 7-35.

 

Ο π. Βασίλειος Γοντικάκης έπισημαίνει: «Ο πατέρας μειλίχια προσκαλεί τον πρεσβύτερο υιό, της Παραβολής του Άσωτου, στη χαρά, στο ευχαριστιακό τραπέζι.

Και είναι σαν να του ζητά να μπή στην κόλασι. Φουντώνει μέσα του το μίσος˙ και ακούει τη στοργική πρόσκλησι του πατέρα σαν οργισμένη αποπομπή.
Μήπως όλα αυτά λένε κάτι για το πώς θα γίνη η τελική κρίσι στη Β' Παρουσία;
Μήπως η οργή ("ώργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν") κάνει τη μοχθηρή καρδιά να βλέπη οργισμένο και βλοσυρό το ιλαρό πρόσωπο του ελεήμονος Θεού;

Και το μίσος, που δεν αφήνει τον άνθρωπο που το έχει, να μπή στο κοινό πανηγύρι της χαράς, παραποιεί γι’ αυτό τον ίδιο την πρόσκλησι για τον παράδεισο σε αποπομπή προς το πυρ το εξώτερο;

Μήπως το μίσος είναι κόλασι που κατατρώει τα σωθικά μας; Και η θεία αγάπη παράδεισος που μας αναζωογονεί;

Μήπως η ίδια η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος για τους σωσμένους υγιείς, που αγαπούν, που μετανοούν κι έχουν νου Χριστού;

Και η ίδια η αγάπη είναι κόλασι για τους αρρώστους, δηλ. για κείνους που δεν αγαπούν, δεν μετανοούν, δεν έχουν νου Χριστού;
Μήπως η μία κλήσι της αγάπης του Θεού, ο οποίος “θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν", θ’ ακουσθή απ όσους δεν αγαπούν, λόγω της διαστροφής και της αμετανοησίας τους. “Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον"˙ και απ’ αυτούς που αγαπούν: “Δεύτε οι ευλογημένοι τού Πατρός μου...”;
Μήπως από σήμερα δεν κρινόμασθε; Μήπως από σήμερα δεν ετοιμαζόμασθε για το ποιά θέσι θα πάρουμε τότε μόνοι μας;

Δεν ετοιμαζόμασθε για την κρίσι της αγάπης; Δήλ. για το αν δεχώμασθε, αν ζούμε την αγάπη ως παράδεισο η ως κόλασι;»(ΑΒ, 27).

(στο: αρχιμ Ιωάννου Κωστώφ,Η Δευτέρα Παρουσία, Σταμάτα 2016, σελ. 84-85)

            Είπεν ένας ερημίτης:

- Αν όσα χρωστάς σ’ αυτή τη ζωή τα ξεπληρώσης, τότε σώζεσαι. Αν φας όμως και καμμιά παραπάνω, παίρνεις και κανένα φράγκο παραπάνω. Αν φάη κάποιος ξύλο άδικα, τότε έχει καθαρό μισθό. Πολλές φορές δηλαδή, ανθρώπους με πολύ καλή ζωή συμβαίνει να τους βρίσκουν τα χειρότερα. Εάν ο Θεός επιτρέπει, γιατί επιτρέπει;

Ας φέρω ένα παράδειγμα: Είναι μια καλή οικογένεια. Και ο άνδρας πολύ καλός και η γυναίκα πολύ καλή και τα παιδάκια πολύ καλά. Όλοι εκκλησιάζονται, κοινωνούν κ.λ.π. Για μια στιγμή περνάει ένας μεθυσμένος ή ένας τρελλός, χτυπάει τον οικογενειάρχη και τον σκοτώνει. Στα καλά καθούμενα. Μετά, όσοι άνθρωποι είναι απομακρυσμένοι από τον Θεόν, λένε: «Για δες τον. Βλέπετε; Πηγαίνει με το σταυρό στο χέρι γι’ αυτό τα ‘παθε».

Αυτό είναι αναίδεια. Επιτρέπει ο Θεός να παθαίνουν και άνθρωποι χωρίς να φταίνε καθόλου, για να δίνη την ευκαιρία στους τελείως αναιδείς να λένε ό,τι είπε και ο καλός ληστής. Τι βλέπουμε στους δυο ληστές; Ο ένας έβριζε τον Χριστό: «Αν είσαι Θεός, κατέβα κάτω» κ.λ.π. Λέει ο άλλος: «Δεν φοβάσαι τον Θεό; Εμείς δικαίως ταλαιπωρούμαστε. Ο άνθρωπος αυτός δεν έκανε τίποτα. Δεν φοβάσαι τον Θεό»; (Βλ. Λουκ. 23,39-41)

Δηλαδή, δια να δώση ο Θεός την ευκαιρία στους αναιδείς να συνέλθουν, επιτρέπει να πάθουν μερικοί, χωρίς να φταίνε. Ενώ αυτοί που παθαίνουν, μπορεί να είναι τα πιο αγαπημένα παιδιά του Θεού. Στον Παράδεισο ο Θεός πιστεύω δεν θα τους πη: Καθήστε σ’ αυτή τη θέσι. Αλλά: Διαλέξτε τον καλύτερο τόπο. Καταλάβατε; Έτσι είναι. Με το να ζητάμε το δίκαιό μας τα χάνουμε όλα. Χάνομε και την ειρήνη μας, χάνομε και τον μισθό μας.

(Αθωνικό Γεροντικό, αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, σελ.152-153)

Ένας άθεος σύζυγος έλεγε πειραχτικά στη σύζυγο του.
- Εσύ έζησες όλη σου τη ζωή με την πίστη στην αθανασία. Αλίμονο σου, όμως, εάν δεν υπάρχει παρά μόνο θάνατος.
- Όχι, αγαπητέ μου, απάντησε εκείνη, αλίμονο σε σένα εάν υπάρχει αθανασία, γιατί εσύ στήριξες τη ζωή σου στο θάνατο. Εγώ, στο κάτω-κάτω και με τη δική σου εκδοχή, δεν θα ζήσω να δω τη διάψευση. Εάν όμως υπάρχει όντως αθανασία, τι γίνεται με σένα; Εγώ τουλάχιστον πέρασα τη ζωή μου σε ένα όμορφο όνειρο. Της αθανασίας. Δεν είναι καλύτερα έτσι;
*****
«Ω ξέρω – γράφει προς τη νεκρή κόρη της μια συγγραφέας – ξέρω πως μπορούσες να χαρείς ακόμα τόσα και τόσα πράγματα σε τούτη τη ζωή. Θα χαιρόσουν εκείνα, που απάνω τους άφησαν οι άνθρωποι το καλύτερο μέρος της ψυχής τους: τα βιβλία, τους ζωγραφικούς πίνακες, τους καθεδρικούς ναούς, τις μουσικές συμφωνίες και προ πάντων εκείνα, που επάνω τους ο Θεός έχει βάλει το χαμόγελο Του, τα βουνά με το βυσσινί χρώμα, μέσα στην ομίχλη που τη ξεσκίζει ο ήλιος, τα μεγάλα ορμητικά ή ήσυχα ποτάμια μέσα στις πράσινες όχθες τους, τη θάλασσα που δεν πρόφτασες ακόμα να δεις…
Αλλά αν ο Θεός, αγαπητό μου παιδί, έχει στολίσει με τέτοια χρώματα τους τοίχους της φυλακής μας, τι θαύματα λοιπόν έχει φυλάξει για το παλάτι των εκλεκτών του; Λυπάμαι, γιατί με άφησες μόνη σ’ αυτή τη τερπνή φυλακή. Χαίρω για ότι απολαμβάνεις στο αιώνιο Παλάτι της Ζωής!»
*****
Ξέρω τις δυσκολίες του ανθρώπου να πιστέψει στην αθανασία. Αλλά ξέρω την αδυναμία του πιστού να πιστέψει στον θάνατο. Μου είναι πολύ δύσκολο να πιστέψω στην αθανασία. Μου είναι αδύνατο να πιστέψω στο θάνατο. (Αλέξανδρος Τσιριντάνης)
*****
Υπάρχουν Άγιοι και Αγίες, που είναι άγνωστοι και κανείς δεν τους καίει κερί και λιβάνι. Υπάρχουν και παλιάνθρωποι διακεκριμένοι, που πολλοί τους προσφέρουν άνθη και δώρα και σαν πεθάνουν τους καταθέτουν στεφάνια. Πώς να το κάνουμε; Υπάρχουν. Να γιατί χρειάζεται να υπάρχει – όπως είπε και ο Κάντ – μια άλλη ζωή, όπου η ανεστραμμένη πυραμίδα θα αποκατασταθεί. Και το στεφάνι, «τον στέφανον της ζωής», θα τον πάρουν εκείνοι που τους αξίζει.
*****
Οι δύο λέξεις «Μέλλουσα Κρίσις» υπενθυμίζουν την επιγραφή με δύο άλλες λέξεις, που συναντάμε στη διαδρομή μας «Κίνδυνος – Θάνατος».
Πολλούς δεν τους ευχαριστούν αυτές οι λέξεις. Τις θεωρούν.. γρουσούζικες στο ταξίδι τους. Και μάλιστα τη δεύτερη. Όσο όμως κι αν τις αποφεύγουν, αυτές δεν παύουν να αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα και να παρέχουν μια σωτήρια υπόμνηση.
Όπως και οι άλλες δύο «Μέλλουσα Κρίσις». Πολλοί τις αποστρέφονται. Άλλοι τις περιγελούν. Αυτές όμως στέκουν εκεί, σε κάθε δύσκολη στροφή του ταξιδιού στη ζωή μας, επιμένοντας: «Μέλλουσα Κρίσις».
*****
Εκλήθηκα κάποτε να κηρύξω σε μια κηδεία. Άνοιξα την Αγία Γραφή για να βρω κάτι σχετικό με επικήδειο. Μα δεν βρήκα. Όπου συνάντησε νεκρό ο Κύριος τον ανάστησε. Στην Γραφή δεν υπάρχει επικήδειος. Υπάρχει μόνο κήρυγμα αναστάσεως και διακήρυξη αθανασίας. «Ο πιστεύων εις εμέ θάνατον ου μη θεωρήσει εις τον αιώνα», διαβεβαίωσε ο Κύριος.
*****
Λίγο πριν πεθάνει ο Βενιαμίν Φραγκλίνος ετοίμασε το εξής επίγραμμα για τον τάφο του:
«Ενθάδε κείται ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, πρώην τυπογράφος. Το σώμα του είναι σαν το εξώφυλλο ενός βιβλίου, που οι σελίδες του δεν βρίσκονται εδώ μέσα. Το εξώφυλλο αυτό θα φαγωθεί από τα σκουλήκια. Αλλά το βιβλίο δεν θα χαθεί. Θα ξαναεκδοθεί με άφθαρτες σελίδες κι ωραιότερο εξώφυλλο, κατά την ημέρα της Κρίσεως, απ’ τον Εκδοτικό Οίκο του Ουρανού».
*****
Πολλοί δεν θέλουν να ακούν καν περί Κρίσεως και ανταποδόσεως και μιμούνται έτσι την στρουθοκάμηλο, που, κρύβοντας το κεφάλι της στην άμμο, για να μη βλέπει τους κυνηγούς, που την σκοπεύουν, φαντάζεται πως απομακρύνει έτσι και κρύβει τον κίνδυνο. Παρ’ όλον όμως τούτο, η Μέλλουσα Κρίσις δεν παύει να είναι μια αλήθεια και μια ανάγκη. Που την απαιτεί η ανθρώπινη λογική. Που την ποθεί και την διαισθάνεται η ανθρώπινη καρδιά. Που την εκζητεί η φιλοσοφούσα διάνοια. Που την αποκαλύπτει ο Χριστός.
****
(Από το βιβλίο: Στάχυα ,Τόμος Α ,Κωνσταντίνος Κούρκουλας)

 

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (202) Αγάπη Θεού (52) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (42) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (55) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (9) άγιοι (20) άγιος (83) αγνότητα (7) άγχος (13) αγώνας (60) αγώνας πνευματικός (30) αθεΐα (99) αιρέσεις (72) αλήθεια (27) αμαρτία (67) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (72) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (147) άνθρωπος (20) αντίχριστος (7) αξιώματα (4) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (65) ασθένεια (20) άσκηση (3) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (54) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (6) βιοηθική (10) γάμος (41) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (32) γνώση (6) γονείς (47) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (8) δάκρυα (8) δάσκαλος (12) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (42) διάβολος (47) διάκριση (46) διάλογος (3) δικαιοσύνη (5) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (109) εικόνες (17) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (61) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (19) ελευθερία (17) Ελλάδα (16) ελπίδα (15) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (71) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (7) επιστήμη (69) εργασία (30) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (39) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (61) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (23) ευχαριστία (8) ζήλεια (1) ζώα (14) ηθική (5) ησυχία (5) θάνατος (104) θάρρος (16) θαύμα (68) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (47) Θεία Λειτουργία (47) θεία Πρόνοια (3) θέληση (6) θεολογία (13) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (113) θρησκείες (8) θυμός (35) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (8) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (22) ιερέας (52) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (6) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (18) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (21) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (12) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (41) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (7) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (91) κόλαση (13) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (7) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (48) λείψανα (4) λογισμοί (32) λύπη (1) μαγεία (5) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (7) μελέτη (9) μετά θάνατον (27) μετά θάνατον ζωή (32) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (69) μητέρα (12) μίσος (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (11) μοναχισμός (9) μόρφωση (12) μουσική (3) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (15) Νικόλαος Άγιος (2) νους (12) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (53) όρκος (1) πάθη (39) πάθος (4) παιδεία (9) παιδιά (24) Παΐσιος Όσιος (12) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (58) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (11) Παράδεισος (45) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (5) πίστη (155) πλούτος (14) πνευματική ζωή (69) πνευματικός πατέρας (15) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (13) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (25) Πρόνοια (4) Πρόνοια Θεία (45) προορισμός (6) προσευχή (143) προσοχή (4) προτεσταντισμός (18) προφητείες (1) ραθυμία (4) Ρωμαιοκαθολικισμός (13) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (27) Σταύρωση (12) συγχώρηση (9) συνείδηση (1) σχίσμα (4) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (5) ταπεινοφροσύνη (72) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (4) υπακοή (8) υπαρξιακά (43) υποκρισία (6) υπομονή (40) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (11) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (22) φως (2) χαρά (27) χάρις θεία (14) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (4) χριστιανός (26) Χριστός (9) Χριστούγεννα (38) χρόνος (16) ψεύδος (11) ψυχαγωγία (1) ψυχή (73) ψυχολογία (15)