Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικό στο κατά Ιωάννην). 

Για τη γνησιότητα της περικοπής αυτής προκλήθηκαν σοβαρές αντιρρήσεις. Το ότι αυτή παραλείπεται μεν από πολλούς από τους παλαιότερους μεγαλογράμματους κώδικες, ανάμεσα στους οποίους και οι κώδικες (Σιναϊτικός, Αλεξανδρινός και Βατικανός (ομοίως στους κώδικες C, L, Ν, Τ, Χ, Δ ,Θ, καθώς και σε 70 άλλους μικρογράμματους κώδικες), από κάποιους πάλι άλλους (Ε Μ S Λ Π και 45 μικρογράμματους κώδικες) σημειώνεται με αστερίσκο ή οβελίσκο, σημάδια που εκφράζουν αμφιβολίες για τη γνησιότητα, και από άλλους τοποθετείται αλλού (δηλ. ο υπ’ αριθμόν 225 κώδικας τοποθετεί αυτήν μετά το Ιω. ζ 36, 10 άλλοι στο τέλος του ευαγγελίου και 4 άλλοι στο ευαγγέλιο του Λουκά μετά το κεφ. κα) θεωρήθηκε ως αρκετά σοβαρό επιχείρημα εναντίον της γνησιότητάς της.
Η σοβαρότητα επίσης του επιχειρήματος αυτού ενισχύεται και από το ότι οι Τερτυλλιανός, Κυπριανός, Ωριγένης, Χρυσόστομος και Νόννος δεν μιλούν καθόλου για την περικοπή αυτή, η οποία δεν ερμηνεύεται ούτε στο κατά Ιωάννην υπόμνημα του Κυρίλλου, ούτε από τον Θεοφύλακτο, και μόλις κατά τον ιβ αιώνα παρουσιάζεται πρώτος να υπομνηματίζει αυτήν ο Ζιγαβηνός, ο οποίος όμως παρατηρεί για αυτήν, ότι «στα ακριβή αντίγραφα ή δεν βρίσκεται ή σημειώνεται με το σημάδι του οβελίσκου· για αυτό φαίνεται ότι είναι εμβόλιμα και προσθήκη και απόδειξη αυτού είναι ότι ούτε ο Χρυσόστομος τα αναφέρει καθόλου».
Επιπλέον η περικοπή λείπει και από τις παλαιές μεταφράσεις (Πεσιττώ, του Σινά, του Cureton, της Φιλοξενιανής) όπως και από τη Σαϊδική (μετάφραση), την Κοπτική, τη Γοτθική και την Αρμενική.
Αλλά και το πλήθος των διαφορετικών γραφών, οι οποίες σημειώθηκαν δυσανάλογα στους 12 στίχους της περικοπής αυτής, παρουσιάζει ελάχιστα πιθανό, ότι το κείμενο αυτό προήλθε από γραφίδα κάποιου αποστόλου, διότι ήταν αδύνατον κείμενο αποστολικό να υποστεί τέτοιες αλλοιώσεις. Υπολόγισαν σε 80 και πλέον τις διαφορετικές αυτές γραφές, ενώ ο Griesbach διέκρινε 3 διαφορετικά κείμενα αυτής της περικοπής.
Αντιθέτως άλλοι μεγαλογράμματοι κώδικες (Δ F G Η Κ U Γ) και πάνω από 300 μικρογράμματους περιλαμβάνουν την περικοπή χωρίς να σημειώνουν κάποιο σημάδι αμφιβολίας, ομοίως επίσης και κάποια χειρόγραφα της Ιτάλας (λατινική μετάφραση) όπως και η Βουλγάτα και η Συριακή μετάφραση της Ιερουσαλήμ. Επιπλέον μαρτυρείται αυτή από τις Αποστολικές Διαταγές (Ι,2,24), και η μαρτυρία αυτή, που μπορεί να φτάσει και μέχρι το τέλος του τρίτου αιώνα, θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως η παλαιότερη από όλες.

Κατά τον τέταρτο αιώνα οι Αμβρόσιος, Ιερώνυμος και Αυγουστίνος κηρύττονται υπέρ της αυθεντικότητας της περικοπής και εξηγούν την παράλειψή της από κάποιους κώδικες ότι οφείλεται στο φόβο κάποιων ασθενών στην πίστη χριστιανών μήπως οι γυναίκες τους βγάλουν από αυτήν συμπεράσματα χαλαρών ηθικών αντιλήψεων (August. De conj. Adult ΙΙ 6 δες και Hieron. Adv. Pelag. ΙΙ 17).
Αλλά και εσωτερικοί λόγοι, δηλαδή από την ανομοιότητα του ύφους σε σχέση με αυτό του υπόλοιπου ευαγγελίου του Ιωάννη, όπως και η απότομη παρεμβολή αυτού του ανεκδότου στη σειρά της διδασκαλίας του Κυρίου κατά την εορτή της σκηνοπηγίας, και η γενικότερη ομοιότητα και του περιεχομένου και της μορφής της περικοπής με την παράδοση και αφήγηση των συνοπτικών, συνηγορεί υπέρ της εκδοχής, ότι η περικοπή αυτή δεν έχει συγγραφεί από τον Ιωάννη.
Από την άλλη όμως η αφήγηση για τη μοιχαλίδα παρουσιάζεται ως αυθεντικό απόσπασμα πρωϊμότατης παράδοσης για τα λόγια και έργα του Κυρίου. Φαίνεται επίσης αν όχι βέβαιο, τουλάχιστον πιθανότατο, ότι σε αυτήν αναφέρεται ο Ευσέβιος (Εκκλ. Ιστ. γ 39) μιλώντας για τον Παπία (επίσκοπο Ιεραπόλεως) ότι έγραψε «και άλλη ιστορία για γυναίκα η οποία κατηγορήθηκε για πολλές αμαρτίες στον Κύριο, την οποία περιέχει το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο». Όπως όμως ήδη είπαμε, η όλη περικοπή παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις ιστορίες των συνοπτικών, και η επιείκεια και η σοβαρότητα συγχρόνως που αποδίδονται από αυτήν στον Ιησού εμφανίζονται εξ’ ολοκλήρου σύμφωνες με τα χαρακτηριστικά του Ιησού, όπως διέσωσαν σε εμάς αυτά οι συνοπτικοί.

Και δεν απομένει η παραμικρή αμφιβολία, ότι το τεμάχιο αυτό εξιστορεί γεγονός αυθεντικό και διασώζει πιστά τα λόγια και τη στάση του Ιησού απέναντι σε γυναίκα που παρεκτράπηκε. Η σοφία και η δραστική δύναμη, την οποία ο Ιησούς εκδηλώνει στην ιστορία της μοιχαλίδας είναι τόσο μεγάλα, ώστε να παρουσιάζεται παράδοξο, πώς το αξιόλογο αυτό τμήμα της ευαγγελικής ιστορίας θεωρείται από πολλούς συγχρόνους ως αβέβαιο (b). (Δες g,β).

Ιω. 8,1 Ἰησοῦς δὲ(1) ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν(2)·
Ιω. 8,1 Ο δε Ιησούς επήγεν στο όρος των ελαιών.
(1)   Αντιθετικός σύνδεσμος. Τα μεν μέλη του συνεδρίου γύρισαν στα σπίτια τους, ο δε Ιησούς μετέβη…
(2)   Πουθενά στον Ιωάννη δεν συναντιέται η ονομασία αυτή, την οποία βρίσκουμε στους συνοπτικούς (β). Ο Ιωάννης για τον ίδιο τόπο χρησιμοποιεί τη φράση «πέραν του χειμάρρου των κέδρων» (ιη 1)(ο). Η γενική τοποθεσία της αφήγησης μοιάζει με αυτήν που περιγράφεται στη συνοπτική παράδοση. Ενώ διαρκούσε η τελευταία εβδομάδα πριν το Πάσχα, κατά την οποία ο Ιησούς σταυρώθηκε, ο Κύριος περνούσε την ημέρα στην Ιερουσαλήμ και ειδικά στο ναό και το απόγευμα αποσυρόταν έξω από την πόλη στη Βηθανία (Μάρκ. ια 11,12,19,27,Ματθ. κα 17). Τόσο από τον Μάρκο όσο και από τον Λουκά το όρος των Ελαιών μνημονεύεται ειδικά σε σχέση με τη συνηθισμένη του αυτή αποχώρηση (Μάρκ. ιγ 1-3,Λουκ. κα 37,38,κβ 39)(χ).

Ιω. 8,2 ὄρθρου(1) δὲ πάλιν παρεγένετο εἰς τὸ ἱερόν, καὶ πᾶς ὁ λαὸς(2) ἤρχετο πρὸς αὐτόν· καὶ καθίσας(3) ἐδίδασκεν αὐτούς.
Ιω. 8,2 Ενώ δε ακόμη ήτο πρωϊ, ήλθεν πάλιν στον ναόν και όλος ο λαός ήρχετο προς αυτόν. Και αφού εκάθισε, τους εδίδασκε.
(1)   Λέξη που συνηθίζεται από τον Λουκά (Λουκ. κδ 1,Πράξ. ε 21) αντί για την οποία ο Ιωάννης χρησιμοποιεί τη λέξη πρωΐ (ιη 28,κ 1,κα 4)(β). Πολύ πρωί ο Κύριος επανέρχεται στο συνηθισμένο τόπο της διδασκαλίας του για συνέχιση του έργου του. Δες και Μάρκ. ια 20, όπου και πάλι πρωί παρουσιάζεται ο Κύριος να επιστρέφει στην πόλη (ο). Ο Κύριος δίδασκε «ευκαίρως, ακαίρως». Τρία πράγματα είναι αξιοσημείωτα εδώ σε σχέση με το κήρυγμα του Ιησού.
α) Ο χρόνος. «Όρθρου», πολύ πρωί. Παρόλο που διανυκτέρευσε έξω από την πόλη και πιθανότατα διέθεσε μεγάλο μέρος της νύχτας σε προσευχή, παρ’ όλα αυτά ήλθε εκεί πολύ νωρίς. Όταν το έργο κάποιας ημέρας πρόκειται να γίνει για το Θεό και τις ψυχές, καλό είναι να το αρχίζουμε νωρίς και να έχουμε ολόκληρη την ημέρα μπροστά μας και στη διάθεσή μας. β) Ο τόπος. Στο ιερό. Διότι εκεί συνέρρεε κατά τις ημέρες εκείνες λαός πολύς, για να λατρεύσει το Θεό, και ο Κύριος ήθελε να ενθαρρύνει το λαό σε τέτοιες συναθροίσεις, διότι δεν είχε ακόμα αφήσει τον τόπο εκείνο έρημο. γ) Η στάση του κατά την ώρα του κηρύγματος. Καθόταν και δίδασκε ως έχοντας εξουσία και ως έχοντας την πρόθεση να παρατείνει για πολύ το λόγο.
(2)   Ο λαός που είχε καλές διαθέσεις προς αυτόν και όχι οι άρχοντες που σχεδίαζαν σκευωρίες εναντίον του (ο). Ήλθαν προς αυτόν, παρόλο που ήταν πολύ πρωί. Όσοι ζητούν αυτόν νωρίς και από τον όρθρο, θα τον βρουν.
(3)   Σύμφωνα με τη συνήθεια αυτών που διδάσκουν δημόσια. Δες Ματθ. ε 1,Μάρκ. ιγ 3,Ιω. στ 3 (ο). Διαφορετικές γραφές στο στίχο: Παραγίνεται… ο όχλος. Αποσιωπάται από αρκετά χειρόγραφα το «προς αυτόν».

Ιω. 8,3 ἄγουσι δὲ οἱ γραμματεῖς(1) καὶ οἱ Φαρισαῖοι γυναῖκα(2) ἐπὶ μοιχείᾳ κατειλημμένην(3), καὶ στήσαντες αὐτὴν ἐν μέσῳ(4)
Ιω. 8,3 Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι φέρουν τότε μίαν γυναίκα, η οποία είχε συλληφθή επ' αυτοφώρω καταπατούσα την συζυγικήν πίστιν. Και αφού την έβαλαν ορθίαν στο μέσον του συγκεντρωμένου πλήθους,
Ιω. 8,4 λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε(5), αὕτη ἡ γυνὴ κατείληπται ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ(6) μοιχευομένη(7)·
Ιω. 8,4 του λέγουν• “Διδάσκαλε, αυτή η γυναίκα έχει συληφθή επ' αυτοφώρω να καταπατή την συζυγικήν πίστιν•
(1)   Πουθενά στον Ιωάννη δεν συναντιέται αυτός ο όρος, ενώ στους συνοπτικούς συχνότατα βρίσκεται η φράση οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι (β). Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, των οποίων ο υποκριτικός βίος θα αναγκάσει τον Κύριο να απευθύνει προς αυτούς τα καυστικά εκείνα Ουαί, αυτοί οδηγούν τη μοιχαλίδα μπροστά στον Ιησού. Είναι κάτι κοινό και συνηθισμένο σε εκείνους, οι οποίοι είναι παραδομένοι στην αμαρτία, να είναι αυστηροί στις αμαρτίες των άλλων.
(2)   Η γυναίκα οδηγείται προς τον Ιησού όχι για διεξαγωγή κανονικής δίκης, αλλά με σκοπό να προκαλέσουν τον Ιησού να εκφράσει γνώμη για ζήτημα που σχετιζόταν με τον μωσαϊκό νόμο, και να χρησιμοποιήσουν στον κατάλληλο καιρό την γνώμη αυτήν εναντίον του (δες σ. 6)(β). Ο οικτίρμων και φιλεύσπλαχνος διδάσκαλος, ο οποίος δειχνόταν τόσο χαλαρός στην τήρηση των παραδόσεων, θα εξέφραζε φανερά τώρα τη διαφωνία του με τον Μωϋσή, που ξεκάθαρα πρόσταζε εδώ ως ποινή το λιθοβολισμό; Εάν θα διαφωνούσε με τον Μωϋσή, θα πιανόταν στην παγίδα (τ).
(3)   Παρόμοιο με το συλλαμβάνω, και εκφράζει επιπλέον και την έννοια της σύλληψης στην ίδια την πράξη. Και στον Ιωάννη (α 5,ιβ 35)(β). Υπάρχει και η γραφή καταληφθεισαν. Ο κώδικας του Βέζα αντί για «επί μοιχεία» γράφει «επί αμαρτία».
(4)   Στο μέσο των παρισταμένων εκεί που άκουγαν τη διδασκαλία του, έτσι ώστε ενώπιον όλων να συντελεστεί η εξέταση του ζητήματος και η έκφραση της γνώμης του Ιησού (β).
(5)   Υπάρχει και η γραφή: λέγουσιν αυτω πειράζοντες. Βέβαιοι για το ότι ο Ιησούς θα συλλαμβανόταν στην παγίδα, μιλούν προς αυτόν ευγενικά αναγνωρίζοντας αυτόν διδάσκαλο (ο). Ονομάζοντας αυτόν διδάσκαλο, δήλωναν ταυτόχρονα και το λόγο για τον οποίο ζητούσαν από αυτόν να εκφέρει την απόφασή του (b).
(6)   Επάνω στην ίδια την πράξη. Συνεπώς η ενοχή της είναι αδιαμφισβήτητη (ο). «Επ’ αυτοφώρω σημαίνει: ελέγχεται από μόνο του, φαίνεται από μόνο του, είναι ολοφάνερο» (Ζ). Παρόλο που η μοιχεία είναι έργο σκοταδιού, για το οποίο οι ένοχοι παίρνουν όλα τα μέτρα, για να το συγκαλύψουν εκτελώντας αυτό κρυφά, όμως μερικές φορές αποκαλύπτεται δημόσια. Όσοι νομίζουν, ότι μπορούν να κρυφτούν όταν αμαρτάνουν, πλανώνται οικτρά. Διότι και εάν στην παρούσα ζωή πετύχουν να κρυφτούν, ασφαλώς θα έλθει ημέρα, κατά την οποία τα πάντα θα φανερωθούν.
(7)   Το ρήμα δεν συναντιέται στον Ιωάννη, ενώ βρίσκεται συχνά στους συνοπτικούς (β). Και η γραφή: Ταύτην εύρομεν… μοιχευομένην.

Ιω. 8,5 καὶ ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν Μωϋσῆς ἐνετείλατο τὰς τοιαύτας λιθοβολεισθαι(1)·
Ιω. 8,5 και στον νόμον μας ο Μωϋσής διέταξε να λιθοβολούνται αυταί αι γυναίκες.
(1)   Σύμφωνα με το Λευϊτ. κ 10 τόσο ο μοιχεύων όσο και η μοιχευομένη έπρεπε να θανατώνονται. Δεν καθορίζεται όμως ο τρόπος της θανάτωσης. Στο Δευτερ. κβ 21-24 από την άλλη, ορίζεται ο με λιθοβολισμό θάνατος για τη νεόνυμφη, η οποία δεν θα βρισκόταν να είναι παρθένα, όπως και για την αρραβωνιασμένη, η οποία θα συλλαμβανόταν να μοιχεύει. Ίσως η μοιχαλίδα για την οποία γίνεται λόγος στην περικοπή αυτή να ήταν κάποια αρραβωνιασμένη. Πάντως όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει από το ότι τίθεται ζήτημα, του οποίου και ζητείται η λύση, η νομική αυτή διάταξη δεν βρισκόταν σε ισχύ, αλλά είχε χαλαρωθεί υπερβολικά η τήρησή της (g,β). Και οι γραφές: λιθάζειν, λιθάζεσθαι.

Ιω. 8,6 σὺ οὖν τί λέγεις; τοῦτο δὲ εἶπον ἐκπειράζοντες αὐτόν(1), ἵνα σχῶσι κατηγορίαν κατ᾿ αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἰησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν(2) εἰς τὴν γῆν(3).
Ιω. 8,6 Συ, λοιπόν, τι λέγεις;” Αυτό δε είπαν, δια να τον θέσουν εις πειρασμόν και να έχουν εναντίον του κατηγορίαν. Ο δε Ιησούς έσκυψε κάτω και με το δάκτυλόν του έγραφεν στο έδαφος.
(1)   Με ποιό τρόπο εδώ τον πείραζαν; Όχι μόνο διότι «ξέροντας ότι είναι ελεήμων και συμπαθής, περίμεναν ότι θα την λυπηθεί και επομένως θα έχουν κατηγορία εναντίον του, ότι παράνομα λυπάται αυτήν που ο νόμος λιθοβολεί» (Ζ). Οι Φαρισαίοι έβαζαν τον Ιησού μπροστά σε δίλημμα όπως στο Ματθ. κβ 15-22, πάνω στο οποίο η οποιαδήποτε απάντηση εξέθετε αυτόν σε κίνδυνο. Εάν δειχνόταν επιεικής, θα κατηγορούνταν ως παραβάτης του νόμου. Εάν συνιστούσε τον λιθοβολισμό, θα κατηγορούνταν ότι παρορμούσε τα πλήθη να μην σεβαστούν το δικαίωμα, το οποίο επιφύλασσε στον εαυτό της η Ρωμαϊκή εξουσία στις κατακτόμενες χώρες, να αποφασίζει αυτή για τις περιπτώσεις της καταδίκης σε θάνατο (jus gladii=νόμος του ξίφους). Παρόλο όμως που μερικές φορές οι ρωμαϊκές αρχές δείχνονταν χαλαρές στη διεκδίκηση αυτού του δικαιώματός τους, όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει από την περίπτωση του Στεφάνου (Πράξ. ζ 58), όμως οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι θα εύρισκαν αφορμή κατηγορίας εναντίον του Ιησού και θα δικαιολογούνταν πλήρως για τη σύλληψή του (g,β).
(2)   Υπάρχει και η γραφή: κατέγραφε. Διάφορες ερμηνείες: Ή, σύμφωνα με γραφή σε κάποιους κώδικες η οποία μπήκε μέσα στο κείμενο «ενός εκάστου αυτών τας αμαρτίας»· Ή, όχι μόνο αυτών αλλά και όλων των θνητών τις αμαρτίες σύμφωνα με το Ιερεμ. ιζ 13 «όλοι όσοι σε εγκατέλειψαν… ας γραφτούν πάνω στη γη» (Ιερώνυμος adv. Pelag. ΙΙ 17). Ή, έγραφε αυτήν την ίδια την απάντηση που έδωσε «ο αναμάρτητος…» και μάλιστα το πρώτο μισό της, κατά την στο σ. 6 έναρξη του να γράφει και το άλλο μισό της κατά την στο σ. 8 εξακολούθηση του να γράφει (g). Ή, πρόκειται για συμβολική πράξη που δηλώνει, ότι μπορούσε να ορίσει νόμο που ήταν ανώτερος από τον αντίστοιχο Μωσαϊκό.

Η πιο πιθανή από όλες αυτές είναι η επόμενη: «Αυτό ακριβώς που συνηθίζουν πολλές φορές να κάνουν αυτοί που δεν θέλουν να απαντήσουν… Διότι γνωρίζοντας το τέχνασμά τους, προσποιούνταν ότι γράφει στη γη και δεν προσέχει αυτά που έλεγαν» (Ζ). Στο κείμενο της αφήγησης η έμφαση βρίσκεται όχι στο τι ο Κύριος έγραφε στο έδαφος, αλλά στην κίνηση του χεριού, την πράξη της γραφής (χ). Τελείως φυσικά, όπως θα έπραττε ο καθένας, όταν καθισμένος, ίσως και με ραβδί στα χέρια, θα απασχολούνταν από σκέψεις (μ) σε περίπτωση μάλιστα κατά την οποία αυτοί που ζητούσαν από αυτόν την απάντηση θα κινούνταν όχι από ευθέα ελατήρια.

Με το παράδειγμά του αυτό ο Κύριος μάς δίδαξε να είμαστε αργοί στο να μιλήσουμε, όταν μάλιστα δύσκολες περιπτώσεις προβάλλουν μπροστά μας. Και όταν βρισκόμαστε μπροστά σε προκλήσεις, πρέπει να συγκρατιόμαστε και διακόπτοντας να σκεφτόμαστε προηγουμένως και έπειτα να μιλάμε. Σκέψου δύο φορές πριν μιλήσεις μία.
(3)   Μετά από αυτό κάποιοι κώδικες προσθέτουν την από έξω προερχόμενη γραφή «μη προσποιούμενος»=προσποιούμενος ότι δεν είναι έτσι· προσποιούμενος ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα ή ότι δεν άκουσε τι του είπαν (β).

Ιω. 8,7 ὡς δὲ ἐπέμενον ἐρωτῶντες αὐτόν, ἀνέκυψε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν(1) πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾿ αὐτήν(2).
Ιω. 8,7 Επειδή δε εκείνοι επέμενον να τον ερωτούν, εσήκωσε την κεφαλήν και τους είπεν• “ο αναμάρτητος από σας ας ρίψη πρώτος λίθον επάνω της”.
(1)   Όχι ο αναμάρτητος ως προς την πράξη της μοιχείας ή ως προς τα αμαρτήματα της ακαθαρσίας, αλλά ο αναμάρτητος ως προς κάθε αμαρτία (β). Με την απάντηση αυτή ο Κύριος δεν εννοεί, ότι για να δικάσει κάποιος πρέπει να είναι αναμάρτητος, αλλά στρέφεται κυρίως εναντίον της αυστηρότητας, με την οποία άνθρωποι παραβλέποντας τις δικές τους αμαρτίες και παρεκτροπές, κρίνουν τους άλλους. Μεταφέρει έτσι το ζήτημα από το δικαστικό επίπεδο στο ηθικό. Βεβαίως ο δικαστής, ο εντεταλμένος να αποδίδει δικαιοσύνη, οφείλει να πράττει αυτό ανεξάρτητα της προσωπικής του ηθικής κατάστασης. Εδώ όμως ο Κύριος δεν προσκαλούνταν να εκδώσει απόφαση ως επίσημος δικαστής, αλλά να εκφέρει γνώμη ως διδάσκαλος (g).

Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε σφάλματα των άλλων, πρέπει να σκεφτόμαστε και τα δικά μας σφάλματα, για τα οποία πρέπει να γίνουμε αυστηρότεροι εναντίον του εαυτού μας παρά εναντίον των άλλων. Πρέπει να είμαστε ήπιοι και επιεικείς, όχι βέβαια προς τις αμαρτίες που διαπράχθηκαν, αλλά προς τα πρόσωπα που τις διέπραξαν, τα οποία πρέπει να διορθώνουμε «με πνεύμα πραότητας» αποβλέποντας στους εαυτούς μας και στη διεφθαρμένη μας φύση. Είτε είμαστε και εμείς τώρα, είτε υπήρξαμε στο παρελθόν, είτε ενδέχεται να υπάρξουμε στο μέλλον ό,τι είναι αυτός που τώρα κρίνεται από εμάς.
(2)   «Δες πώς ταυτόχρονα και το νόμο τήρησε και τη γυναίκα λυπήθηκε» (Ζ). Με τη φράση αυτή ο Κύριος δεν θέτει ζήτημα για το αν η διάταξη είναι ή δεν είναι σωστή ως αυστηρή, αλλά αναγνωρίζοντας την ισχύ του νόμου θέτει ζήτημα, για το ποιος έπρεπε να εκτελέσει αυτόν (g).
«Πώς απάντησε η Αλήθεια; Πώς αποκρίθηκε η Σοφία; Πώς αποκρίθηκε η Δικαιοσύνη; Δεν είπε· ας μη λιθοβοληθεί. Διότι θα παρουσιαζόταν να μιλά εναντίον του νόμου. Ούτε είπε· ας λιθοβοληθεί. Διότι ήλθε όχι για να χάσει εκείνο, το οποίο βρήκε, αλλά να ζητήσει το χαμένο. Αλλά τι απάντησε; Ο αναμάρτητος… Ω απόκριση Σοφίας! Παρατηρούσαν τη μοιχαλίδα και δεν έβλεπαν μέσα στον εαυτό τους. Ήταν παραβάτες του νόμου και επιθυμούσαν να εφαρμοστεί ο νόμος… Ας τιμωρηθεί ο αμαρτωλός, αλλά όχι από αμαρτωλούς· ας τηρηθεί ο νόμος, αλλά όχι από τους παραβάτες του νόμου» (Αυ).

Ιω. 8,8 καὶ πάλιν κάτω κύψας(1) ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν(2).
Ιω. 8,8 Και αφού έσκυψε πάλιν κάτω, δια να τους δώση καιρόν να συναισθανθούν την ιδικήν των αμαρτωλότητα έγραφεν εις την γην.
(1)   Με αυτό εκδηλώνει σαφώς ο Κύριος, ότι δεν είχε διάθεση να επεκταθεί σε περαιτέρω συζήτηση για το θέμα με τους Φαρισαίους (β).
(2)   «Έτσι ώστε, την ώρα που αυτός ασχολούνταν δήθεν με το να γράφει, να τους δώσει τη δυνατότητα να αναχωρήσουν πριν τους καταδικάσει πιο φανερά. Διότι και αυτούς λυπόταν από υπερβολική αγαθότητα» (Ζ). Κάποια χειρόγραφα προσθέτουν: ενός εκάστου τας αμαρτίας.

Ιω. 8,9 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐξήρχοντο(1) εἷς καθ᾿ εἷς, ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων(2), καὶ κατελείφθη ὁ Ἰησοῦς καὶ ἡ γυνὴ ἐν μέσῳ οὖσα(3).
Ιω. 8,9 Εκείνοι δε, όταν ήκουσαν το λόγια του, ήρχισαν ο ένας μετά τον άλλον να φεύγουν, αρχής γενομένης από τους γεροντοτέρους (διότι όλοι ήρχισαν να δοκιμάζουν ελέγχους της συνειδήσεως δια τα ιδικά των αμαρτήματα). Και απέμεινεν ο Ιησούς και η γυναίκα, η οποία εστέκετο ορθία στο μέσον των άλλων.
(1)   Υπάρχει και η γραφή: ακούσαντες και υπό της συνειδήσεως ελεγχόμενοι εξήρχοντο. Έβγαιναν φοβούμενοι ίσως να μην ελεγχθούν αυστηρότερα από τον Ιησού, αλλά κυρίως μη ενδιαφερόμενοι πλέον για κάτι άλλο αφού η προσπάθειά τους για παγίδευση του Ιησού απέτυχε. Άφησαν τη γυναίκα, διότι δεν ενδιαφέρονταν να τιμωρηθεί η παράβαση του νόμου, αλλά να παγιδευτεί ο Ιησούς. Εάν ενδιαφέρονταν για την τιμωρία του παραβάτη, θα οδηγούσαν αμέσως τη γυναίκα ενώπιον των επίσημα εγκατεστημένων δικαστών (g).
(2)   Στην ηλικία, οι οποίοι ως τέτοιοι ήταν και επί κεφαλής της όλης πομπής και βρίσκονταν στην πρώτη σειρά των κατηγόρων (g). Κάποιοι κώδικες προσθέτουν «έως των εσχάτων». =Όχι τους νεώτερους στην ηλικία, αλλά τους τελευταίους (Meyer). Έτσι όλοι οι κατήγοροι αποχώρησαν.
(3)   Από τη φράση αυτή συμπεραίνουμε ότι δεν αποχώρησε και ο λαός που ήταν μαζί με τον Ιησού, που άκουγε τη διδασκαλία του (ο). «Άφησαν τη γυναίκα μαζί με τη μεγάλη της αμαρτία σε Αυτόν, ο Οποίος ήταν χωρίς αμαρτία» (Αυ).

Ιω. 8,10 ἀνακύψας(1) δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· γύναι(2), ποῦ εἰσιν(3); οὐδείς σε κατέκρινεν;
Ιω. 8,10 Εσήκωσε τότε ο Ιησούς την κεφαλήν και της είπε• “γυναίκα, που είναι αυτοί που σε κατηγόρησαν; Κανείς δεν σε κατέκρινε αξίαν λιθοβολισμού;”
(1)   Υπάρχει και η γραφή αναβλέψας. Μέχρις ότου αποχωρήσουν όλοι οι κατήγοροι ο Ιησούς έχοντας το κεφάλι στραμμένο προς τα κάτω, εξακολουθούσε να γράφει με το δάχτυλο στο έδαφος. Όταν λοιπόν αποχώρησαν όλοι, τότε ο Ιησούς αφού σήκωσε το κεφάλι απηύθυνε το λόγο προς την γυναίκα (ο). Μετά το «ο Ιησούς» κάποιοι από τους μεγαλογράμματους κώδικες προσθέτουν «και μηδένα θεασάμενος πλην της γυναικός».
(2)   Φαίνεται, ότι και αυτή από ντροπή είχε προς τα κάτω το κεφάλι. «Ανέμενε να τιμωρηθεί από αυτόν, στον οποίο δεν μπορούσε να βρεθεί αμαρτία» (Αυ). Για αυτό και ο Κύριος αποκαλεί αυτήν με το «Γυναίκα». «Αυτός ο οποίος έτρεψε σε φυγή τους κατηγόρους της με τη γλώσσα της δικαιοσύνης, υψώνοντας μάτια επιείκειας προς αυτήν, τήν ρώτησε» (Αυ).
(3)   Προστίθεται από άλλους κώδικες: εκείνοι οι κατήγοροί σου; Με το ερώτημα αυτό ο Κύριος ζητά όχι να πληροφορηθεί για την αποχώρηση των κατηγόρων της γυναίκας, αλλά να επιστήσει την προσοχή της στο γεγονός της αυτοκαταδίκης εκείνων και σε εκείνο, το οποίο θα έλεγε σε αυτήν με την ευκαιρία της αποχώρησης (ο).

Ιω. 8,11 ἡ δὲ εἶπεν· οὐδείς, Κύριε. εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· οὐδὲ ἐγώ(1) σε κατακρίνω(2)· πορεύου(3) καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε(4).
Ιω. 8,11 Εκείνη δε είπε• “κανείς, Κυριε”. Είπε δε ο Ιησούς• “ούτε εγώ, που είμαι αναμάρτητος, σε κατακρίνω. Πηγαινε και από τώρα και πέρα μη αμαρτάνεις πλέον”.
(1)   «Ούτε εγώ σε κατακρίνω, από τον οποίο ίσως φοβάσαι ότι θα κατακριθείς, διότι σε εμένα δεν βρίσκεις αμαρτία» (Αυ). Με αυτό αφήνει ο Κύριος να εννοηθεί από τη γυναίκα, ότι αυτός είχε το δικαίωμα να ρίξει εναντίον της την πέτρα της καταδίκης (g).
(2)   Όχι δεν κατακρίνω την πράξη σου και την διαγωγή σου. Δεν προβαίνω στο έργο του κριτή και εκτελεστή της καταδικαστικής απόφασης (ο).
(3)   Δεν προσθέτει: εις ειρήνην· ούτε λέει: σου συγχωρούνται οι αμαρτίες, αλλά μην αμαρτάνεις πλέον (b). Δεν συγχωρεί τη γυναίκα για την αμαρτία της, διότι αυτή δεν είχε προσέλθει μόνη μετανιωμένη και ζητώντας την άφεση, όπως αυτή στο Λουκ. ζ 37. Ούτε απευθύνει προς αυτήν τα ίδια λόγια, τα οποία και προς εκείνην (ο.π. σ. 48,50). Απλώς μακροθυμεί και παρέχει σε αυτήν πίστωση χρόνου για διόρθωση (g).
(4)   Διακηρύσσεται το μέγεθος της παρεκτροπής της γυναίκας και καλείται αυτή να μην επαναλάβει αυτήν στο μέλλον (ο).

«Ο Κύριος κατέκρινε. Κατέκρινε όμως την αμαρτία, όχι τον άνθρωπο. Διότι εάν ήταν προστάτης της αμαρτίας θα έλεγε· Ούτε εγώ σε κατακρίνω. Πήγαινε, ζήσε όπως θες» (Αυ).

Πράγματι ευτυχείς είναι εκείνοι, τους οποίους ο Χριστός δεν κατακρίνει, αλλά συγχωρεί. Διότι όλων των άλλων οι κατακρίσεις και τα δυσμενή σχόλια λαμβάνουν αποστομωτική απάντηση από την φιλεύσπλαχνη απόλυση, την οποία παρέχει ο Κύριος, ο οποίος και μόνος είναι ο Ύψιστος Κριτής. Μη λησμονούμε όμως, ότι εκείνους δεν κατακρίνει ο Κύριος, οι οποίοι, αν και αμάρτησαν, πορεύονται με την απόφαση του να μην αμαρτάνουν στο εξής. Για τις προηγούμενες αποστασίες μας δεν θα ζητήσει λόγο από εμάς, εάν δειχτούμε διατεθειμένοι να ρίξουμε κάτω τα χέρια και να επιστρέψουμε στην υποταγή προς αυτόν.

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 284-290 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας,  Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος,  Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος,  Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας,  Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός,  Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης,  Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας,   Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός,   Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

(Π.Ν. Τρεμπέλα Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην). 

Ιωάννου 2,1 Καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ(1) γάμος(2) ἐγένετο(3) ἐν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας(4), καὶ ἦν ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ(5) ἐκεῖ·
Ιω. 2,1 Και την τρίτην ημέραν, έπειτα από τα γεγονότα αυτά, έγινε γάμος εις την Κανά της Γαλιλαίας και ήτο εκεί και η μητέρα του Ιησού (μετάφραση Κολιτσάρα Ι.).
(1)   Περίπου 50 μίλια χώριζαν τη Βηθαβαρά ή Βηθανία από τη Ναζαρέτ, όπου ο Ιησούς μετέβαινε πιθανώς. Το ταξίδι αυτό απαιτούσε λοιπόν πορεία 3 ημερών (g). Η τρίτη αυτή ημέρα «είναι έκτη από αυτές που απαριθμήσαμε από την αρχή» (Ω). Έκτη, εάν υπολογίσουμε ως πρώτη εκείνη, κατά την οποία ο Ιωάννης έδωσε μαρτυρία στους απεσταλμένους του συνεδρίου. Δες α 19. Πρώτη πρέπει να υπολογίσουμε την ημέρα, κατά την οποία ο Ιησούς θέλησε να βγει στη Γαλιλαία (α 44)(g).

Γίνεται η ερώτηση ποια από τις ημέρες αυτές ήταν Σάββατο; Δεδομένου, ότι το Σάββατο δεν μπορούσε να είναι ημέρα πορείας, φαίνεται πιθανό, ότι το Σάββατο συνέπιπτε με την ημέρα της κλήσης του Ανδρέου και Ιωάννου, οι οποίοι «έμειναν σε αυτόν εκείνη την ημέρα» (α 40), το οποίο συμβιβάζεται πλήρως με την υποχρεωτική ανάπαυση της ημέρας του Σαββάτου. Κάποιοι από τους νεώτερους ερμηνευτές υπολογίζοντας ως πρώτη ημέρα του ταξιδιού όχι την ημέρα, κατά την οποία ο Ιησούς θέλησε και αποφάσισε τη μετάβαση στη Γαλιλαία, αλλά την επομένη, βρίσκουν, ότι η εδώ καθοριζομένη τρίτη ημέρα ήταν η τέταρτη της εβδομάδας, το οποίο παρουσιάζεται, σύμφωνα με αυτούς, να συμφωνεί με τη διάταξη στο Ταλμούδ, που λέει ο γάμος κάθε παρθένας να γίνεται κατά την τέταρτη ημέρα (β).
(2)   Ο Χριστός δεν καταργεί την ανθρώπινη κοινωνία, αλλά αγιάζει αυτήν (b). Λέγοντας γάμο ο ευαγγελιστής εννοεί το δείπνο για το γάμο.
(3)   Επειδή ο εορτασμός των γάμων παρατεινόταν στους Εβραίους για ολόκληρη εβδομάδα, υποτίθεται ότι με το «εγένετο» δηλώνεται η έναρξη του πανηγυρισμού του γάμου για τον οποίο γίνεται λόγος (κ).
(4)   Προστίθεται το Γαλιλαίας για διάκριση από την Κανά της κοίλης Συρίας, που βρισκόταν όχι μακριά από την Τύρο. Όμως και πάλι επικρατεί αβεβαιότητα για την τοποθεσία αυτής της πόλης. Δείχνονται σήμερα δύο Κανά. Μία 3,5 μίλια Β.Α. της Ναζαρέτ, η οποία ονομάζεται Κέφρ Κεννά, και άλλη 8 μίλια βόρεια της Ναζαρέτ, που ονομάζεται Khirbet Κεννά (g,β). Σύμφωνα με τους g, β η Κανά που τελέστηκε το θαύμα είναι η Κέφρ Κεννά, οι μ, χ όμως προτιμούν την άλλη. Ο Χριστός αρχίζει τα θαύματά του σε κάποια αφανή πόλη, μακριά από την Ιερουσαλήμ, δείχνοντας έτσι, ότι δεν ζήτησε δόξα από ανθρώπους (Ιω. ε 41), αλλά συγκατέβαινε προς τους ταπεινούς.
(5)   Ή, ο Ιωάννης ουδέποτε ονομάζει αυτήν με το όνομα Μαρία, αλλά θεωρεί το όνομα ως δεδομένο, επειδή είναι γνωστό από τους άλλους ευαγγελιστές (b). Ή, πιο σωστά, ο Ιωάννης εδώ τονίζει κυρίως το «μητέρα», διότι με την ιδιότητά της ως μητέρας του Ιησού πρόκειται να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στα περιστατικά του θαύματος (g).

Ιω. 2,2 ἐκλήθη δὲ(1) καὶ ὁ Ἰησοῦς(2) καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ(3) εἰς τὸν γάμον.
Ιω. 2,2 Προσεκλήθη και ο Ιησούς και οι μαθηταί του στον γάμον.
(1)   Υπάρχει αντίθεση μεταξύ του ἦν… ἐκεῖ και του ἐκλήθη. Ο Ιησούς κλήθηκε με το που έφτασε από την έρημο του Ιορδάνη, ενώ η Μαρία βρισκόταν ήδη εκεί. Τόσο από τους υπαινιγμούς αυτούς, όσο και από τις διαταγές, τις οποίες δίνει μετά από λίγο η Μαρία στους υπηρέτες του γάμου, συμπεραίνουμε ότι αυτοί που ήταν στο σπίτι, όπου τελούνταν ο γάμος, συνδέονταν στενά με αυτήν, πιθανότατα μάλιστα και με δεσμούς συγγένειας (g).
(2)   Από τον ενικό «κλήθηκε» φαίνεται ότι κυρίως ο Ιησούς προσκλήθηκε, ενώ οι μαθητές κλήθηκαν προς τιμήν του (g). Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ιησούς δεν αρνήθηκε.

«Αυτός που νομοθέτησε το γάμο, ήλθε για να τιμήσει το γάμο και να τον αγιάσει με την παρουσία του» (Ζ).

«Τίμησε με την παρουσία του το γάμο, αυτός που είναι η ευθυμία και η χαρά όλων» (Κ).

«Διότι πράγματι, αφού ο Ιησούς είναι ο δημιουργός του άνδρα και της γυναίκας, δεν αρνείται να κληθεί σε γάμο, αφού αυτός είναι εκείνος που αφού έπλασε την Εύα, την οδήγησε στον Αδάμ. Για αυτό και στο ευαγγέλιο για αυτήν τη σύνδεση λέει: «Αυτά που ο Θεός ένωσε, άνθρωπος να μην τα χωρίζει». Ας ντραπούν λοιπόν όσοι αιρετικοί απορρίπτουν το γάμο, τη στιγμή που ο Ιησούς καλείται σε γάμο και είναι και η μητέρα του εκεί» (Ω).
(3)   Οι γνωστοί από την προηγούμενη αφήγηση, έξι στον αριθμό. Σε όλα τα ευαγγέλια με τον όρο «οι μαθητές του», δηλώνονται άλλοτε μεν ο στενός κύκλος των 12, άλλοτε πάλι ο ευρύτερος κύκλος, που περιλάμβανε όλους όσους ακολουθούσαν τον Ιησού. Έτσι στα Ματθ. η 21, Μάρκ. β 15,γ 7,Λουκ. στ 13,Ιω. στ 60,61,66, η ονομασία μαθητές δεν περιορίζεται στους 12. Στον Ιωάννη ο όρος «οι μαθητές» χωρίς κάποια άλλη προσθήκη (το «αυτού» ή κάτι άλλο) μία μεν φορά αναφέρεται αποκλειστικά στους 12 (ιγ 5 και 22), ενώ συχνότατα αναφέρεται στους μαθητές που ήδη αναφέρθηκαν ή είναι παρόντες, όπως εδώ (δες και δ 31,33,ια 7,8,12,54,κ 4,10,18,19,20) και μία φορά (κ 30) με ευρύτερη έννοια (β).

Ιω. 2,3 καὶ(1) ὑστερήσαντος(2) οἴνου λέγει ἡ μήτηρ(3) τοῦ Ἰησοῦ πρὸς αὐτόν· οἶνον οὐκ ἔχουσι(4).
Ιω. 2,3 Επειδή δε έλειψεν ο οίνος, λέγει η μητέρα του Ιησού προς αυτόν• “οίνον δεν έχουν”.
(1)   Ο σιναϊτικός κώδικας έχει τη γραφή: Και οίνον ουκ είχον ότι συνετελέσθη ο οίνος του γάμου (=και δεν είχαν κρασί διότι τελείωσε το κρασί του γάμου).
(2)   Το ρήμα υστερώ, στη χρήση του από τους κλασσικούς συγγραφείς σημαίνει βραδύνω (=αργώ), ενώ στη μεταγενέστερη χρήση σημαίνει τελειώνω, εξαντλούμαι· κατέληξε στη χρήση αυτή από την πρώτη, επειδή σημαίνει «δεν έμεινε», δεν ήταν αρκετό για την ανάγκη αυτών που έτρωγαν (δ). «Υστέρησε, δηλαδή χρειάστηκε, έλλειψε» (Ζ). Ο γάμος, όπως ειπώθηκε, διαρκούσε μερικές φορές ολόκληρη εβδομάδα (Γεν. κθ 27,Τωβ. ια 18).

Πόσες ημέρες ο γάμος αυτός διήρκεσε και ποια ημέρα ο Κύριος ήλθε και το κρασί τελείωσε, δεν είναι γνωστό (b). Πάντως στην έλλειψη συντέλεσε και η απροσδόκητη έλευση του Ιησού με τους μαθητές του, οι οποίοι δεν είχαν προϋπολογιστεί στον αριθμό των καλεσμένων.
(3)   Όπως φαίνεται από την απάντηση του Ιησού «δεν έφτασε ακόμη η ώρα μου», η Μαρία ζητά την προμήθεια κρασιού με θαύμα. Αλλά γεννιέται το ερώτημα:

«Από πού ήλθε στη μητέρα το να φανταστεί κάτι τόσο μεγάλο για αυτόν; Άρχιζε να αποκαλύπτεται, και ο Ιωάννης τον είχε κάνει ολοφάνερο με όσα είχε πει στους μαθητές του· αλλά και πριν από όλα αυτά, η ίδια η σύλληψη και όσα έγιναν σχετικά με τη σύλληψη, δημιούργησαν μέσα της μεγάλη ιδέα για το παιδί, και λέει το ευαγγέλιο (Λουκ. 2,19) ότι τα σύγκρινε μέσα στην καρδιά της όλα αυτά. Όταν λοιπόν είδε ότι ο Ιωάννης ήλθε για αυτόν και έδινε μαρτυρία για αυτόν και ότι είχε μαθητές, τότε λοιπόν, παίρνοντας θάρρος, παρακαλούσε» (Θμ).

Πάντως η παρουσία των 6 μαθητών, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν πρόσωπα άγνωστα στην Παρθένο, αποτελούσε γεγονός αξιοπερίεργο, του οποίου την εξήγηση θα ζήτησε αυτή και θα πληροφορήθηκε. Οι μαθητές λοιπόν θα ανακοίνωσαν τα σχετικά με τη μαρτυρία του Ιωάννη, αλλά επίσης και όσα συνέβησαν κατά την πρώτη συνάντηση του Ιησού με το Ναθαναήλ, ανάμεσα στα οποία ήταν και η υπόσχεση για το ανέβασμα και το κατέβασμα των αγγέλων (g).
(4)   «Ήθελε και σε εκείνους να δείξει ευγνωμοσύνη» (Χ), και πολύ περισσότερο, από τη στιγμή που ήταν δυνατόν να σκεφτεί, ότι την εξάντληση του κρασιού επιτάχυνε η ευγενική πρόσκληση του Ιησού και των 6 μαθητών του (κ). Λιγότερο πιθανή ερμηνεία:

Ήθελε η Παρθένος «και τον εαυτό της να παρουσιάσει λαμπρότερο μέσω του γιου της. Και ίσως είχε πάθει και κάτι ανθρώπινο, όπως ακριβώς και οι αδελφοί του όταν έλεγαν: Δείξε τον εαυτό σου στον κόσμο (Ιω. ζ 4), επειδή ήθελαν να καρπωθούν τη δόξα από τα θαύματα» (Χ). Ο σιναϊτικός γράφει: οίνος ουκ έστι.

Ιω. 2,4 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· τί ἐμοὶ καὶ σοί(1), γύναι(2); οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου(3).
Ιω. 2,4 Της λέγει δε ο Ιησούς• “τι κοινόν υπάρχει, ω γύναι, μεταξύ εμού του Μεσσίου και σου, που με εγέννησες ως άνθρωπον; Δεν ήλθεν ακόμη η ώρα μου να κάμω θαύματα εμπρός στους ανθρώπους”.
(1)   Φράση που συναντιέται και στην Π.Δ. (δες Κριτ. ια 12,Β΄Βασ. ιστ 10, Γ΄ Βασ. ιζ 18,Δ Βασ. γ 13), σημαίνει διαφορά στις γνώμες ή τα ενδιαφέροντα (β), και θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε αυτήν: «Τι κοινό υπάρχει σε μένα και σε σένα;» (Ζ). Τι λογαριασμούς έχουμε μαζί; Η απάντηση αυτή του Κυρίου εξηγείται, εάν λάβουμε υπ’ όψη, ότι «επειδή τον γέννησε, είχε την αξίωση σύμφωνα με τη συνήθεια των άλλων μητέρων, να προστάζει σε αυτόν τα πάντα, ενώ έπρεπε να τον σέβεται και να τον προσκυνά ως δεσπότη» (Χ).

Αξιοσημείωτη και η παρατήρηση: «Έπρεπε να τον παρακαλέσουν αυτοί που είχαν την ανάγκη και όχι η μητέρα του» (Χ). «Διότι εάν, λέει, δεν υπάρχει κρασί, έπρεπε οι ίδιοι εκείνοι που δεν έχουν να έλθουν και να ζητήσουν, και όχι εσύ η μητέρα» (Θφ).
(2)   Το «γυναίκα» με το οποίο ο Σωτήρας ονομάζει τη μητέρα του εδώ και στο ιθ 26 και τη Μαγδαληνή Μαρία (κ 15), είναι η συνηθισμένη ονομασία των γυναικών και των ίδιων των μητέρων στους Εβραίους, όπως και στους Έλληνες των γυναικών και των ίδιων των βασιλισσών (Ιλιάδ. Γ 204,Οδύσ. Ψ 221,Σοφοκλ. Οιδίπ. Τύραν. 189). Επομένως τίποτα το απότομο δεν έχει μέσα της η λέξη (δ). Η ονομασία «Γυναίκα» φανερώνει κάποιον που είτε αγανακτεί (Λουκ. κβ 57) είτε θαυμάζει (Ματθ. ιε 28) είτε τιμά (Λουκ. ιγ 12,Ιω. δ 21) είτε δείχνει σεβασμό (Ιω. β 4,ιθ 26)(G).

«Επομένως αυτά τα λόγια δεν σήμαιναν αυθάδεια προς τη μητέρα» (Χ).

Είναι μία ενδιάμεση ονομασία ανάμεσα στο «μητέρα», το οποίο θα δήλωνε άμεση εξάρτηση του Ιησού και ως Μεσσία από τη μητέρα του, και στο «Μαρία», το οποίο θα δήλωνε χαλάρωση του σεβασμού προς τη μητέρα. Με το «γυναίκα» δείχνει ο Χριστός ότι πέρασε πλέον ο καιρός του να ασκεί πάνω του η Μαρία οποιοδήποτε μητρικό κύρος.

«Δεν είπε λοιπόν «μητέρα», αλλά «γυναίκα», ως Θεός» (Ζ) ή μάλλον ως Μεσσίας.

«Ως Θεός δεν είχε μητέρα· ως άνθρωπος είχε. Ήταν λοιπόν η μητέρα της σάρκας του, της ανθρώπινης φύσης του… Αλλά το θαύμα το οποίο επρόκειτο να ενεργήσει, θα το ενεργούσε με τη θεία του φύση, όχι με την ασθένειά του ως άνθρωπος· επειδή ήταν Θεός και όχι επειδή είχε γεννηθεί ασθενής άνθρωπος» (Αυ).

«Η ενέργεια όμως του Υιού του Θεού εξαρτάται μόνο από τη θέληση του Πατέρα» (Ειρηναίου Κατά αιρέσ. ΙΙΙ,16.7).
(3)   Μπορούμε να πάρουμε τη φράση με στενή έννοια=«δεν είναι ο κατάλληλος καιρός» (Θφ), «δεν έχει έλθει ακόμα η ώρα μου, η ώρα να θαυματουργήσω, το οποίο ζητάς» (Ζ).

«Γιατί δεν έπρεπε να προχωρήσει στην πράξη τρέχοντας, ούτε να εμφανιστεί ότι από μόνος του προχωρεί στη θαυματουργία… αλλά να προσφέρει τη χάρη στην ανάγκη μάλλον, παρά σε εκείνους που τον βλέπουν» (Κ).

«Δεν είμαι ακόμα γνωστός στους παρόντες, ούτε ξέρουν ότι τελείωσε το κρασί· άφησέ τους να το αντιληφθούν πρώτα… έτσι ώστε να δεχτούν αυτοί το θαύμα με πολλή συμφωνία· διότι εκείνος μεν που γνωρίζει ότι έχει περιέλθει σε ανάγκη, όταν πετύχει αυτά που ζητά, έχει πολλή ευγνωμοσύνη. Εκείνος όμως που δεν έχει συναίσθηση της ανάγκης, δεν θα λάβει σαφή και μεγάλη αίσθηση της ευεργεσίας» (Χ).

Με άλλα λόγια· Δεν ήλθε ακόμη η κατάλληλη ώρα· όταν τελειώσει το κρασί και γίνει αισθητή η έλλειψή του, τότε θα φτάσει η κατάλληλη στιγμή για να πράξω ό,τι πρέπει. Κυρίως όμως στον Ιωάννη η φράση «η ώρα μου», αναφέρεται στην ώρα της Μεσσιανικής εμφάνισης του Κυρίου, και ειδικότερα στα ζ 30,η 20,ιβ 23,ιζ 1 στο θάνατό του και στη δόξα που ακολούθησε. Εδώ λοιπόν η φράση σημαίνει: Δεν είχε φτάσει ακόμη η στιγμή για τη δημόσια εμφάνιση του Ιησού ως Μεσσία, όπου το πρώτο σημάδι της εμφάνισης αυτής ήταν το θαύμα, στο οποίο το νερό μεταβλήθηκε σε κρασί (β)

Ιω. 2,5 λέγει ἡ μήτηρ αὐτοῦ(1) τοῖς διακόνοις· ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν(2), ποιήσατε.
Ιω. 2,5 Η μητέρα του από τον τόνον της φωνής του εκατάλαβε, ότι θα επραγματοποιούσε την παράκλησίν της και δι' αυτό είπεν στους υπηρέτας• “ο,τι σας πη κάμετέ το”
(1)   Στον τόνο της φωνής και γενικά στην έκφραση της απάντησης κρυβόταν κάτι, το οποίο έδωσε στη Μαρία να αντιληφθεί, ότι ο γιος της θα άκουγε την αίτησή της. «Αφού κατάλαβε το σκοπό του λόγου… και ότι δεν θα παραβλέψει την παράκλησή της, κάνει τους υπηρέτες του τραπεζιού έτοιμους στην υπηρεσία του» (Ζ).
(2)   Διαισθάνεται ότι κάτι έκτακτο πρόκειται να συμβεί και με την παραγγελία της αυτή στους υπηρέτες θέτει αυτούς στη διάθεση του υιού της, επιζητώντας να εξασφαλίσει σε αυτόν πλήρη ελευθερία ενέργειας (β). Όσοι περιμένουν χάρες από το Χριστό, οφείλουν να είναι πρόθυμοι σε ανεπιφύλακτη υπακοή των διαταγών του. Η οδός του καθήκοντος είναι και οδός του ελέους. Να είστε στην οδό του καθήκοντος και ο Θεός θα είναι μαζί σας.

Ιω. 2,6 ἦσαν δὲ ἐκεῖ(1) ὑδρίαι λίθιναι ἓξ(2) κείμεναι κατὰ τὸν καθαρισμὸν(3) τῶν Ἰουδαίων(4), χωροῦσαι ἀνὰ μετρητὰς δύο ἢ τρεῖς(5).
Ιω. 2,6 Υπήρχαν δε εκεί εξ λίθινες στάμνες, που σκοπόν είχαν να χρησιμοποιούνται δια να πλύνωνται, κατά την συνήθειάν των, οι Ιουδαίοι πριν φάγουν. Καθε μία δε από αυτάς εχωρούσε από δύο η τρεις μετρητάς, δηλαδή 35 έως 54 περίπου κιλά εκάστη.
(1)   Είτε στην αυλή του σπιτιού, είτε στην είσοδο και το διάδρομό του. Ο σ. 9 άλλωστε μαρτυρεί σαφώς, ότι οι προετοιμασίες για το θαύμα, που αναφέρονται στο γέμισμα των σταμνών, έγιναν μακριά από τα μάτια και του αρχιτρικλίνου και του γαμπρού (g).
(2)   Ίσως ο αριθμός αναφέρεται επειδή ανταποκρίνεται ακριβώς στον αριθμό των μαθητών που συνόδευαν τον Ιησού. Το θαύμα κατά κάποιο τρόπο αναπλήρωνε το δώρο, το οποίο ο καθένας από αυτούς έπρεπε να προσφέρει, εκδηλώνοντας την ευγνωμοσύνη του προς τον γαμπρό που τους φιλοξενούσε (g).
(3)   Ή «εξυπηρετούσαν στον καθαρισμό» (Ζ). Ή, πιο σωστά, σύμφωνα με τη συνήθεια του καθαρισμού, που ήταν σε χρήση στους Ιουδαίους. Για τον καθαρισμό αυτό είτε των προσώπων, είτε των σκευών, ο οποίος ήταν σε χρήση στους ευσεβείς Ιουδαίους, προ παντός πριν ή μετά το φαγητό, δες Μάρκ. ζ 1-4 και Ματθ. ιε 2,Λουκ. ια 38 (g).

«Δεν είπε χωρίς λόγο «σύμφωνα με το έθιμο του καθαρισμού των Ιουδαίων», αλλά για να μην υποψιαστούν μερικοί από τους άπιστους, ότι, επειδή είχαν απομείνει μέσα στις στάμνες υπολείμματα κρασιού, μόλις ρίχτηκε το νερό και αναμίχτηκε, μεταβλήθηκε σε κρασί πολύ αραιό. Για αυτό λέει, σύμφωνα με τον καθαρισμό των Ιουδαίων, για να δείξει ότι εκείνες οι στάμνες ποτέ δεν υπήρξαν δοχεία και σκεύη κρασιού» (Χ).
(4)   Ο συγγραφέας γράφοντας σε εθνικούς, θεωρεί χρήσιμο να διασαφηνίσει σε αυτούς την αφήγηση, δίνοντας πληροφορίες για τα έθιμα των Ιουδαίων (β).
(5)   Ο Εβραϊκός μετρητής ήταν ίσος με τον αττικό (Ιησήπ. Ιουδ. Αρχ. 8,2,9) και περιείχε 12 χόες [=από του χους (=παλαιό αττικό μέτρο ρευστών ίσο με 3,28 λίτρα)] ή 144 κοτύλες δηλαδή 26 και 2/3 οκκάδες (δ). Μέτρο των υγρών που περιλάμβανε 72 ξέστους (=μονάδα μέτρησης υγρών)(G), ή 8,5 γαλλόνια, έτσι ώστε κάθε στάμνα της αφήγησής μας περιείχε γύρω στα 20 γαλλόνια (β). Ποσότητα σημαντική! Ο Ιησούς εφόσον υποχώρησε στην επιθυμία της μητέρας του, ενεργεί με τρόπο, ώστε και το θαύμα να γίνει αισθητότερο, εφόσον μάλιστα αυτό ήταν το πρώτο θαύμα του, αλλά και η αγαθή διάθεση, που πλεόναζε στην καρδιά του για τη μητέρα και τους καλεσμένους στο σπίτι, να ξεχυθεί πλούσια. Για αυτό, δίκαια το θαύμα αυτό του Ιησού χαρακτηρίστηκε ως θαύμα αγάπης. Ο Ιησούς με αυτό ξεπλήρωνε διπλό χρέος· προς τον γαμπρό, στον οποίο η απροσδόκητη άφιξη του Κυρίου προκάλεσε αυτήν τη δυσκολία, που προκλήθηκε από την έλλειψη του κρασιού, και προς την Μαρία, προς την οποία ο Ιησούς απέδιδε, πριν ακόμα εγκαταλείψει αυτήν επιδιδόμενος στο Μεσσιακό του έργο, τον φόρο της ευγνωμοσύνης του (g). Δεν μπορεί όμως κάποιος να κατηγορήσει βάσιμα τον Κύριο, ότι με την άφθονη προμήθεια κρασιού υπέθαλπε τους καλεσμένους σε μεθύσι, διότι από το ότι τόσο πολύ κρασί τέθηκε στη διάθεση του γαμπρού, δεν έπεται ότι ολόκληρη η ποσότητα αυτή εξαντλήθηκε εκείνο το απόγευμα (ο).

Η παρουσία άλλωστε του Ιησού υποβοηθούσε σε καλή χρήση του δώρου που πλούσια χορηγήθηκε. Εξάλλου από το ότι υπάρχουν μέθυσοι, ποιος θα κατηγορούσε το Θεό, όταν παρέχει την ευλογία του στα αμπέλια; Πάντως ο Κύριος εκδηλώνει με αυτό την αγαθή διάθεση και εύνοιά του προς τους νεονύμφους, όπως άλλοτε και με τον πολλαπλασιασμό του λαδιού έδειξε παρόμοια εύνοια στην πτωχή χήρα στην πόλη Σωμάν (Δ΄Βασ. δ 7). Ο Χριστός δίνει αντάξια του εαυτού του. Δίνει άφθονα σύμφωνα με τον πλούτο της δόξας του.

Ιω. 2,7 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· γεμίσατε τὰς ὑδρίας ὕδατος(1). καὶ ἐγέμισαν αὐτὰς ἕως ἄνω(2).
Ιω. 2,7 Λεγει εις αυτούς ο Ιησούς• “γεμίσατε τις στάμνες με νερό”. Και τας εγέμισαν έως επάνω.
(1)   «Για ποιο λόγο δεν έφτιαξε αυτός το νερό… αλλά διέταξε τους υπηρέτες;… για να έχει μάρτυρες του γεγονότος αυτούς τους ίδιους που άντλησαν το νερό και για να μην θεωρηθεί ότι ήταν απάτη αυτό που συντελέστηκε. Διότι εάν επρόκειτο να αρνηθούν αυτό κάποιοι αναιδείς, μπορούσαν να πουν σε αυτούς οι υπηρέτες: «εμείς αντλήσαμε το νερό»» (Χ). Επιπλέον «σε πολλές περιπτώσεις περικόπτει το μέγεθος των θαυμάτων, για να γίνουν πιο εύκολα παραδεκτά» (Θφ).
(2)   Έτσι ώστε τίποτα δεν έμεινε κενό, ώστε να υποθέσει κάποιος, ότι στο νερό έγινε προσθήκη κάποιας άλλης ουσίας, που μπορούσε να προσδώσει στο νερό το χρωματισμό και τη γεύση του κρασιού (β). Οι λεπτομέρειες αυτές της αφήγησης αποτελούν ενδείξεις, ότι ο συγγραφέας είναι αυτόπτης (F).

Η έναρξη των θαυμάτων του Μωϋσή έγινε με τη μεταβολή του νερού σε αίμα (Εξ. δ 9). Η έναρξη των θαυμάτων του Χριστού έγινε με τη μεταβολή του νερού σε κρασί. Αυτό λοιπόν υποδηλώνει τη διαφορά μεταξύ του μωσαϊκού νόμου και του ευαγγελίου του Χριστού. Η κατάρα του νόμου μεταβάλλει το νερό σε αίμα· τις συνηθισμένες ενισχύσεις της ζωής σε πικρία και τρόμο. Η ευλογία του ευαγγελίου όμως μετατρέπει το νερό σε κρασί.

Ιω. 2,8 καὶ λέγει αὐτοῖς· ἀντλήσατε(1) νῦν(2) καὶ φέρετε τῷ ἀρχιτρικλίνῳ(3). καὶ ἤνεγκαν(4).
Ιω. 2,8 Και έπειτα τους είπε• “βγάλτε τώρα και φέρτε στον αρχιτρίκλινον, εις αυτόν που επιβλέπει τα του συμποσίου”. Και έφεραν.
(1)   Ρήμα που χρησιμοποιείται κυρίως για τη λήψη νερού από πηγάδι. Χρησιμοποιείται και εδώ για να δηλώσει τη λήψη από άφθονο απόθεμα. Μέχρι πριν λίγο οι υπηρέτες με στέρηση και φειδώ προμηθεύονταν το κρασί από την αποθήκη του κρασιού που ολοένα εξαντλούνταν και άδειαζε. Τώρα μπορούν να αντλούν (ο). Όπως άλλοτε ο Μωϋσής, ο δούλος του Κυρίου, όταν ο Θεός διέταξε αυτόν, πλησίασε στον ξερό βράχο και άντλησε από εκεί νερό, έτσι και τώρα οι υπηρέτες στη διαταγή του Χριστού αντλούν από νερό κρασί. Αφού καμία δυσκολία ή εμπόδιο δεν μπορεί να ορθωθεί μπροστά στο χέρι του Θεού, ποιος θα αμφέβαλλε για το ότι η προσταγή του και εδώ θα γινόταν αμέσως έργο;
(2)   Η στιγμή του θαύματος πρέπει να τοποθετηθεί ανάμεσα στους σ. 7 και 8. Το «τώρα», το οποίο λέει ο Ιησούς, υπαινίσσεται, ότι το θαύμα είχε ήδη συντελεστεί. Ο Κύριος κάθεται στη θέση του· δεν λέει κάποιο λόγο για να συντελεστεί με αυτόν το θαύμα. Απλώς και μόνο θ έ λ ε ι. Και με την απλή αυτή συγκατάθεσή του συντελείται το θαύμα. Ο Χριστός κάνει μεγάλα έργα αθόρυβα και με σιγή. Και εάν σε κάποιες περιστάσεις έκανε τα θαύματά του χρησιμοποιώντας και σημάδια και λόγια, έκανε αυτό για τους παρόντες και την ωφέλειά τους.
(3)   Τρικλίνιο, εστιατόριο, που έχει αντί για καθίσματα 3 ανάκλιντρα, πάνω στα οποία σύμφωνα με την παλαιά συνήθεια ξαπλωμένοι έτρωγαν (κ). «Αρχιτρίκλινο ονομάζει τον αρχηγό του συμποσίου, αυτόν που φρόντιζε για όλα στο συμπόσιο· διότι τρίκλινα ονομάζονταν τα σπίτια των συμποσίων» (Ζ). Ο αλλιώς ονομαζόμενος τραπεζοποιός. Του αρχιτρικλίνου έργο ήταν να τοποθετεί τα τραπέζια και τα ανάκλιντρα, να διαθέτει τα εδέσματα και να δοκιμάζει από πριν τις τροφές και τα κρασιά (G).

Ο Σβ. λέει στη Σειρά «Ο αρχιτρίκλινος δεν ήταν ένας από αυτούς που ξάπλωναν στα ανάκλιντρα, αλλά ο επικεφαλής του λεγόμενου «τρίκλινου», δηλαδή της αίθουσας του συμποσίου, ο οποίος είχε ένα έργο, το να πηγαινοέρχεται στην αίθουσα, να καθοδηγεί τους οινοχόους, να εποπτεύει το ψήσιμο των εδεσμάτων και να κάνει τα πάντα για την καλή εξυπηρέτηση και την ευχαρίστηση όσων παρευρίσκονται στα τραπέζια». Εδώ λοιπόν (αρχιτρίκλινος) είναι ο επικεφαλής των υπηρετών, αυτός που φροντίζει για ό,τι χρειάζεται στο συμπόσιο (δ). Σε αυτήν την περίπτωση όμως, όπως φαίνεται από τα λόγια του αρχιτρικλίνου στο γαμπρό στο σ. 10, είναι αυτός φίλος που μιλά με οικειότητα με το γαμπρό, αλλά αγνοεί τις προμήθειες στο σπίτι του γαμπρού. Είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Κύριος εκδηλώνοντας απόλυτη βεβαιότητα, που αποκλείει κάθε δισταγμό ή αμφιβολία, δεν ζητά να δοκιμάσει αυτός πρώτος, για να πειστεί, εάν αυτό που έγινε συντελέστηκε σύμφωνα με τη θέλησή του, αλλά διατάζει να δοθεί κατ’ ευθείαν και αμέσως στον αρχιτρίκλινο.
(4)   Υπάρχει και η γραφή: Οι δε ήνεγκαν. Δηλαδή άντλησαν και έφεραν. Έδειξαν ωραία υπακοή (b). Έφεραν για άμεση δοκιμή και χρήση. Του Χριστού τα έργα είναι όλα για χρήση και ωφέλεια. Δίνει τα τάλαντά του όχι για να θάβονται, αλλά για να διατίθενται για ωφέλεια των άλλων.

Ιω. 2,9 ὡς δὲ ἐγεύσατο ὁ ἀρχιτρίκλινος(1) τὸ ὕδωρ οἶνον γεγενημένον(2) -καὶ οὐκ ᾔδει πόθεν ἐστίν· οἱ δὲ διάκονοι ᾔδεισαν οἱ ἠντληκότες τὸ ὕδωρ(3)- φωνεῖ τὸν νυμφίον ὁ ἀρχιτρίκλινος
Ιω. 2,9 Μολις δε εδοκίμασε ο αρχιτρίκλινος το νερό, που είχε γίνει κρασί-και δεν εγνώριζε αυτός από που προέρχεται• οι υπηρέται μόνον εγνώριζαν που είχαν βγάλει το νερό και γεμίσει τις στάμνες-φωνάζει τον γαμβρόν ο αρχιτρίκλινος
(1)   «Για το ότι λοιπόν ήταν μεν κρασί αυτό που έγινε και το καλύτερο κρασί, επρόκειτο να είναι μάρτυρες όχι μόνο οι υπηρέτες, αλλά και ο γαμπρός και ο αρχιτρίκλινος, για το ότι όμως έγινε αυτό από το Χριστό, μάρτυρες ήταν εκείνοι που άντλησαν το νερό. Επομένως, και αν τότε δεν αποκαλυπτόταν το θαύμα, όμως δεν μπορούσε να αποσιωπηθεί τελείως. Έτσι εξασφάλιζε για τον εαυτό του ο Χριστός πολλές και αναγκαίες μαρτυρίες για το μέλλον» (Χ).
(2)   Καμία άλλη εκδοχή δεν επιδέχεται η φράση παρά την μεταβολή με θαύμα (g).

«Αυτός που καλεί σε δημιουργία αυτά που δεν υπάρχουν, πώς θα δυσκολευόταν να μετατρέψει τα ήδη δημιουργημένα σε ό,τι τυχόν θα ήθελε» (Κ).

«Αυτός που μεταβάλλει στα αμπέλια το νερό και μετατρέπει τη βροχή σε κρασί μέσω της ρίζας, αυτό ακριβώς που στο φυτό γίνεται με την πάροδο πολλού χρόνου, το έκανε στο γάμο αυτοστιγμεί» (Χ).

«Αυτός που έκανε κρασί κατά την ημέρα του γαμήλιου συμποσίου… ο ίδιος κάνει αυτό κάθε χρόνο στα αμπέλια. Διότι όπως το από τους υπηρέτες τοποθετημένο στις στάμνες νερό μεταβλήθηκε, έτσι κατά παρόμοιο τρόπο το νερό που χύνεται από τα σύννεφα μεταβάλλεται σε κρασί με την ενέργεια του ιδίου Κυρίου. Αλλά για το τελευταίο αυτό δεν εκπλησσόμαστε, διότι γίνεται κάθε χρόνο. Και όμως εισηγείται μεγαλύτερη παρατήρηση από εκείνο, το οποίο έγινε στις στάμνες. Διότι ποιος παρατηρώντας τις ενέργειες του Θεού, με τις οποίες ολόκληρος ο κόσμος κυβερνιέται και ρυθμίζεται, δεν εκπλήσσεται εξαιτίας των θαυμάτων; Όταν παρατηρεί τη ζωτική δύναμη ενός απλού σπόρου οποιουδήποτε σπέρματος, διακρίνοντας, ότι είναι κάτι ισχυρό, εμπνέεται από φόβο. Αλλά από τη στιγμή που οι άνθρωποι παραμέλησαν τη θεωρία των έργων του Θεού, μέσω της οποίας κάθε ημέρα θα τον υμνούσαν ως δημιουργό, ο Θεός επιφύλαξε στον εαυτό του την εκδήλωση κάποιων έκτακτων ενεργειών, έτσι ώστε, προκαλώντας αυτές τον θαυμασμό των ανθρώπων να τους ξυπνούν σαν από ύπνο για λατρεία του. Ένας νεκρός ανασταίνεται· οι άνθρωποι θαυμάζουν· τόσοι γεννιούνται κάθε ημέρα και κανείς δεν θαυμάζει. Εάν σκεφτούμε βαθύτερα, αποτελεί υπόθεση μεγαλύτερου θαυμασμού το να έλθει κάποιος στην ύπαρξη από την ανυπαρξία, παρά το να επιστρέψει κάποιος στη ζωή» (Αυ).
(3)   Σε παρένθεση αυτά. Η σύνταξη είναι εξ’ ολοκλήρου ανάλογη με αυτήν στο α 10 και στ 21-23. Με την παρένθεση τονίζεται ιδιαιτέρως ότι πράγματι σημειώθηκε θαύμα (g).

Ιω. 2,10 καὶ λέγει αὐτῷ· πᾶς ἄνθρωπος(1) πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον τίθησι(2), καὶ ὅταν μεθυσθῶσι(3), τότε τὸν ἐλάσσω· σὺ τετήρηκας τὸν καλὸν(4) οἶνον ἕως ἄρτι(5).
Ιω. 2,10 και λέγει εις αυτόν• “κάθε άνθρωπος που κάμνει τραπέζι βάζει, σύμφωνα με την συνήθειαν που υπάρχει, πρώτα το καλό κρασί και όταν οι άνθρωποι πιουν μέχρι μέθης, τότε προσφέρει το κατώτερον. Συ όμως εφύλαξες το εκλεκτό κρασί έως αυτήν την στιγμήν”.
(1)   Ο οποίος παραθέτει τραπέζι. Μιλά για γενική συνήθεια (ο).
(2)   Για χρήση των καλεσμένων (ο).
(3)   Μάλλον με την έννοια, όταν μπουν στο κέφι. Ο αρχιτρίκλινος που διευθύνει το τραπέζι δεν αναφέρεται τώρα στους προσκεκλημένους στο δείπνο, αλλά μιλά γενικά. Ο λόγος του έχει έννοια μάλλον αποφθέγματος και καθορίζει αυτό που συμβαίνει γενικά (ο). Όταν ο Χριστός προμήθευσε μεγάλη ποσότητα καλού κρασιού σε αυτούς οι οποίοι είχαν ήδη πιει αρκετό, απέβλεπε στο να διδαχτούν και να περισσεύουν και να υστερούνται. Αναγκαστική εγκράτεια είναι αρετή χωρίς κάποια αξία. Αλλά εάν η θεία Πρόνοια παρέχει σε εμάς σε αφθονία ό,τι ευφραίνει το σώμα, από την άλλη όμως και η θεία χάρη μας κάνει ικανούς να χρησιμοποιούμε αυτά με σωφροσύνη και εγκράτεια, τότε πετυχαίνουμε την αυταπάρνηση που είναι άξια κάθε επαίνου.
(4)   «Δεν έκανε απλώς κρασί, αλλά εξαιρετικό κρασί. Διότι τέτοια είναι τα θαύματα του Χριστού· γίνονται πολύ ωραιότερα και καλύτερα από αυτά που επιτελεί η φύση» (Χ).
(5)   Από την μεταγενέστερη χρήση των Ελλήνων το «άρτι» λέγεται γενικά αντί για το «νυν (=τώρα)», σε αυτόν το χρόνο, σε αντίθεση με τον περασμένο χρόνο (Ιω. θ 19,25,ιγ 33), ή με τον μελλοντικό χρόνο (Ιω. ιγ 37,ιστ 12,31). Λέγεται για τον παρόντα χρόνο που καθορίζεται ακριβέστατα=σε αυτόν εδώ το χρόνο, ακριβώς σε αυτόν το χρόνο (Ιω. ιγ 7). Έως άρτι=μέχρι αυτή τη στιγμή (G). Για τη φράση δες Ιω. ε 17,ιστ 24 και Α΄Ιω. β 9 (β). Στην παρατήρηση αυτή του αρχιτρικλίνου «είναι πολύ λογικό να απάντησε και να είπε κάτι για αυτά ο γαμπρός, αλλ’ όμως ο ευαγγελιστής επειδή βιαζόταν να πει τα πιο αναγκαία από τα γεγονότα, αφού έθιξε απλώς μόνο αυτό το σημείο, προσπέρασε τα υπόλοιπα· διότι το αναγκαίο ήταν να μάθουμε ότι έκανε το νερό κρασί, και κρασί καλό» (Χ).

Ιω. 2,11 Ταύτην ἐποίησε τὴν ἀρχὴν(1) τῶν σημείων(2) ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας(3) καὶ ἐφανέρωσε τὴν δόξαν(4) αὐτοῦ(5), καὶ ἐπίστευσαν(6) εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ(7).
Ιω. 2,11 Αυτό το θαύμα έκαμε ως αρχήν των θαυμάτων του ο Ιησούς εις την Κανά της Γαλιλαίας και εφανέρωσε το μεγαλείον της θείας εξουσίας του και επίστευσαν εις αυτόν οι μαθηταί του.
(1)   Υπάρχει και η γραφή χωρίς άρθρο=Αυτό το θαύμα έκανε αρχή… από το θαύμα αυτό άρχισε. Πιο σωστή είναι η γραφή με το άρθρο, διότι με αυτό τονίζεται κυρίως η αρχή των θαυμάτων, ενώ χωρίς αυτό η φύση του θαύματος. Μαζί με το άρθρο θα ερμηνεύσουμε: Το γεγονός αυτό ήταν η πραγματική αρχή των θαυμάτων και κακώς νομίζεται, ότι προτήτερα είχε κάνει και άλλα θαύματα ο Ιησούς (g).

«Όχι μόνο κατέγραψε το θαύμα, αλλά και δίδαξε, ότι αυτό ήταν η αρχή των θαυμάτων… Εξιστόρησε αυτό το οποίο χρησίμευε στο να μη πιστεύουν στα λεγόμενα παιδικά θαύματα του Χριστού· διότι αυτό ήταν η αρχή των θαυμάτων» (Ζ).

Σωστά παρατηρήθηκε, ότι μέγιστο θαύμα υπήρξε το ότι ο Χριστός για 30 χρόνια, κατά τα οποία ασκούσε το επάγγελμα του μαραγκού, δεν έκανε κανένα θαύμα. Για 30 χρόνια δεν φανέρωσε τις δυνάμεις του ούτε στο στενότερο κύκλο των συγγενών του, αλλά αφανής, περιφρονημένος ασκούσε το ταπεινό του επάγγελμα σε απομακρυσμένο χωριό της Γαλιλαίας. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε με αφάνεια, πράγμα το οποίο κάθε φιλόδοξος θα αρνούνταν. Ήταν ζωή φαινομενικά αδρανής, την οποία κανείς άνθρωπος προικισμένος με χαρίσματα και ικανότητες δεν θα μπορούσε να ζει, εάν δεν βρισκόταν κάτω από την άμεση χάρη του Θεού. Έτσι ο Χριστός μάς διδάσκει με το παράδειγμά του, ότι η τελειοποίησή μας και το αληθινό μεγαλείο μας συνίσταται στο να συμμορφωνόμαστε με το θέλημα του Θεού, οποιοδήποτε και αν είναι αυτό, στη θέση και το επάγγελμα, στο οποίο αυτός με διάταξη της πρόνοιάς του, μάς τοποθετεί.
(2)   Ονομάζει έτσι τα θαύματα από το σκοπό, στον οποίο απέβλεπε ο Κύριος όταν τα έκανε. Ήταν αυτά τεκμήρια και αποδείξεις για τη θεία αποστολή του Ιησού (ο). Δεν ήταν αυτά απλά εντυπωσιακά υπερφυσικά συμβάντα, που προκαλούν την κατάπληξη, αλλά έδειχναν, ποιος ήταν ο Ιησούς (g).
(3)   Καθορίζει και πάλι τον τόπο, όπου έγινε το πρώτο αυτό θαύμα. Το κάνει αυτό, διότι ο Ιωάννης θέλει να ξεχωρίσει με σαφήνεια τις δύο επιστροφές του Ιησού στη Γαλιλαία (δες γ 24 και δ 54), για τις οποίες μιλά στο α 44 και δ 1-3, και τις οποίες η παράδοση είχε συνενώσει σε μία (g). Ο σιναϊτικός κώδικας μετά το «Γαλιλαίας» προσθέτει και το: πρώτην.
(4)   «Τη δύναμή του, το μεγαλείο της θεότητάς του» (Ζ). Ή, δόξα του Χριστού προ παντός είναι το αξίωμά του ως Υιού και η προς αυτόν αιώνια αγάπη του Πατέρα του, χάρις στα οποία «ο πατέρας αγαπά τον Υιό και όλα τα έδωσε στο χέρι του» (Ιω. γ 35) (g).
(5)   Αυτό ξεχωρίζει με εξαιρετικό τρόπο τον Ιησού από τους υπόλοιπους απεσταλμένους του Θεού, οι οποίοι ενεργούσαν θαύματα, για να κάνουν αισθητή στους άλλους όχι τη δόξα τη δική τους, αλλά τη δόξα του Κυρίου (Εξόδου ιστ 7)(g).
(6)   Δηλαδή «απέκτησαν πίστη σε αυτόν περισσότερη και σταθερότερη» (Θφ). Η μαρτυρία του Βαπτιστή, η συνομιλία με τον ίδιο τον Ιησού και η υπερφυσική όραση και η γνώση του είχαν ήδη διεγείρει την πίστη (α 51) των πρώτων μαθητών του Κυρίου προς τον Ιησού ως Μεσσία (α 42), ως υιό του Θεού και βασιλιά του Ισραήλ (α 50). Αλλά η πίστη δεν είναι κάτι ολοκληρωμένο ευθύς εξ’ αρχής, το οποίο δεν επιδέχεται αύξηση, εμβάθυνση (κ). Και η αληθινή και ορθή πίστη στις αρχές σε καθέναν που πιστεύει, είναι ασθενής. Όπως λοιπόν και οι πιο ρωμαλέοι μεταξύ των ανθρώπων υπήρξαν κάποτε μωρά, έτσι και οι ισχυρότατοι στην πίστη Χριστιανοί. Για αυτό και οι απόστολοι παρουσιάζονται στους συνοπτικούς να απευθύνουν προς τον Κύριο την επίκληση: «Κύριε, πρόσθεσέ μας πίστη».
(7)   «Και πριν από αυτό θαύμαζαν αυτόν» (Χ). Πράγμα το οποίο αποδεικνύει, ότι τα θαύματα απέβλεπαν προ παντός στο να στηρίξουν ακόμα περισσότερο στην πίστη τις καρδιές αυτών που ήδη πίστεψαν.

«Βλέπεις, ότι τότε ήταν πάρα πολύ αναγκαίο να κάνει τα θαύματα, όταν ήταν παρόντες άνθρωποι ευσεβείς και που πρόσεχαν καλά όσα γίνονταν; Διότι αυτοί επρόκειτο και να πιστέψουν ευκολότερα και να προσέξουν με ακρίβεια όσα γίνονταν» (Χ).

Για τους άλλους μάρτυρες του θαύματος, τον αρχιτρίκλινο δηλαδή, τους υπηρέτες και τους υπόλοιπους του σπιτιού και τους καλεσμένους, ο Ιωάννης δεν λέει τίποτα, διότι η εντύπωση που προκλήθηκε σε αυτούς υπήρξε παροδική (g).

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 86-93 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

(Ιωάννου Καραβιδόπουλου, Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, εκδόσεις Π.Πουρναρά, σελ. 398-417, οι παραπομπές παρατίθενται στο τέλος)

Αρχαίο κείμενο:

1 Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἱεροῦ λέγει αὐτῷ εἷς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ· διδάσκαλε, ἴδε ποταποὶ λίθοι καὶ ποταπαὶ οἰκοδομαί. 2 Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· βλέπεις ταύτας τὰς μεγάλας οἰκοδομάς; Οὐ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ μὴ καταλυθῇ. 3 Καὶ καθημένου αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ἱεροῦ, ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας· 4 εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ πάντα ταῦτα συντελεῖσθαι; 5 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς· βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ. 6 Πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν.7 Ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων, μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω τὸ τέλος. 8 Ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται σεισμοὶ κατὰ τόπους, καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ ταραχαί. 9 Ἀρχαὶ ὠδίνων ταῦτα. Βλέπετε δὲ ὑμεῖς ἑαυτούς. Παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν δαρήσεσθε, καὶ ἐπὶ ἡγεμόνων καὶ βασιλέων σταθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς. 10 Καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη δεῖ πρῶτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον. 11 Ὅταν δὲ ἀγάγωσιν ὑμᾶς παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε τί λαλήσητε, μηδὲ μελετᾶτε, ἀλλ᾿ ὃ ἐὰν δοθῇ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον. 12 Παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς. 13 Καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται. 14 Ὅταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ρηθὲν ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ - ὁ ἀναγινώσκων νοείτω - τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη, 15 ὁ δὲ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβάτω εἰς τὴν οἰκίαν μηδὲ εἰσελθέτω ἆραί τι ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, 16 καὶ ὁ εἰς τὸν ἀγρὸν ὢν μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω ἆραι τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ. 17 Οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις. 18 Προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος. 19 Ἔσονται γὰρ αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θλῖψις, οἵα οὐ γέγονε τοιαύτη ἀπ᾿ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ Θεὸς ἕως τοῦ νῦν καὶ οὐ μὴ γένηται. 20 Καὶ εἰ μὴ ἐκολόβωσε Κύριος τὰς ἡμέρας, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσε τὰς ἡμέρας. 21 Καὶ τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός, ἰδοὺ ἐκεῖ, μὴ πιστεύετε. 22 Ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα καὶ τέρατα πρὸς τὸ ἀποπλανᾶν, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. 23 Ὑμεῖς δὲ βλέπετε· ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν ἅπαντα. 24 Ἀλλ᾿ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις, μετὰ τὴν θλῖψιν ἐκείνην ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, 25 καὶ οἱ ἀστέρες ἔσονται ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πίπτοντες, καὶ αἱ δυνάμεις αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σαλευθήσονται. 26 Καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις μετὰ δυνάμεως πολλῆς καὶ δόξης. 27 Καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ' ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ. 28 ᾿Απὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. Ὅταν αὐτῆς ὁ κλάδος ἤδη γένηται ἁπαλὸς καὶ ἐκφύῃ τὰ φύλλα, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν· 29 οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις. 30 Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη μέχρις οὗ πάντα ταῦτα γένηται. 31 Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι οὐ μὴ παρελεύσονται. 32 Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ. 33 Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν. 34 Ὡς ἄνθρωπος ἀπόδημος, ἀφεὶς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ δοὺς τοῖς δούλοις αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑκάστῳ τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ τῷ θυρωρῷ ἐνετείλατο ἵνα γρηγορῇ. 35 Γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται, ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ· 36 μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑμᾶς καθεύδοντας. 37 Ἅ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω· γρηγορεῖτε.

Ερμηνεία-ανάλυση

Το κεφ. 13 του ευαγγελίου μας περιέχει λόγια του Ιησού σχετικά με την επικείμενη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, καταστροφή που προσφέρεται ως προεικόνιση του τέλους του κόσμου. Συνήθως ονομάζεται το κεφ. αυτό από τους ερμηνευτές « Εσχατολογικός λόγος» ή «Αποκαλυπτικός λόγος» ή «Συνοπτική αποκάλυψη» ή «Μικρή αποκάλυψη» και γίνεται πολλή συζήτηση στα υπομνήματα και στις ειδικές μονογραφίες (33 βλέπε υποσημειώσεις στο τέλος) για το χαρακτήρα, το στόχο, το αποκαλυπτικό υπόβαθρο, τη γνησιότητα και την ενότητα του λόγου αυτού του Ιησού που είναι ο μακροσκελέστερος σε όλο το ευαγγέλιο του Μάρκου.
Ότι οι χρησιμοποιούμενες εικόνες και παραστάσεις είναι γνωστές από τα ιουδαϊκά αποκαλυπτικά κείμενα είναι αναντίρρητο και θα φανεί ακόμη σαφέστερα κατά την ερμηνεία των επιμέρους στίχων με την προσαγωγή των αποκαλυπτικών παραλλήλων˙ τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η εκκλησία αναπαράγει ιουδαϊκά κείμενα προσαρμόζοντάς τα στο παρόν που ζει, ή ότι η ιουδαϊκή αποκαλυπτική είναι η μήτρα της χριστιανικής θεολογίας. Οι γνωστές στους αναγνώστες εικόνες βοηθούν στην κατανόηση του μηνύματος που απευθύνει ο Ιησούς και καταγράφει ο ευαγγελιστής. Από την ερμηνεία των επιμέρους θα γίνει φανερό ότι δεν πρόκειται για vaticinia ex eventu αλλά για προρρήσεις του Ιησού. Στην παράδοση αυτή των λόγων του Ιησού θα αναφερθεί δύο δεκαετίες αργότερα ο Απ. Παύλος (βλ. Α' Θεσ. 2, 3 ε.) πολύ πριν ακόμη αυτοί καταγραφούν τελικά από τον ευαγγελιστή.
Ορθώς παρατηρήθηκε από τον Lohmeyer ότι στο Μρ 13 απουσιάζουν τα βασικά ιουδαϊκά αποκαλυπτικά θέματα, όπως π.χ. ο χρονικός προσδιορισμός του τέλους του κόσμου, η εθνική μεσσιανική ιδέα, η ιουδαϊκή κυριαρχία επί των εθνών, εκφράσεις εκδίκασης κατά των άλλων λαών κλπ.˙ το στοιχείο που κυριαρχεί είναι η παραίνεση (ο Lane μάλιστα επισημαίνει την ύπαρξη 19 προστακτικών στο κεφ.) και η στήριξη των μαθητών και φυσικά όλης της εκκλησίας, ώστε να μη κλονιστούν από τα δεινά, γιατί κύριος της κατάστασης θα είναι ο ίδιος ο Χριστός που προλέγει τα «πάντα» (στίχ. 23), ώστε να μη «θροούνται», να μη «προμεριμνούν», να «υπομείνουν εις τέλος», και κυρίως να «γρηγορούν»˙ ο ίδιος ο Χριστός θα «επισυνάξει τους εκλεκτούς αυτού εκ των τεσσάρων άνεμων απ’ άκρου γης έως άκρου ουρανού» και το Άγιον Πνεύμα θα φωτίσει τους μαθητές να μιλήσουν με θάρρος όταν οδηγηθούν σε δικαστήρια. Παρόν και μέλλον, επικείμενη καταστροφή της Ιερουσαλήμ και προανάκρουσμα του τέλους του κόσμου συμπλέκονται σε μια γενική θεώρηση της ιστορίας, της οποίας ρυθμιστής είναι ο Θεός, όσο κι αν οι αντίθεες δυνάμεις δείχνουν να θριαμβεύουν προσωρινά.
Το επικείμενο τέλος, που αποτελεί θέμα και της ιουδαϊκής αποκαλυπτικής, απαμβλύνεται με την επισήμανση της ιστορικής προοπτικής της ευαγγελιστικής δραστηριότητας της εκκλησίας (βλ. στίχ. 7 «δει γενέσθαι αλλ’ ούπω το τέλος» στίχ. 10˙ «και εις πάντα τα έθνη πρώτον δει κηρυχθήναι το ευαγγέλιον»˙ στίχ. 13 «ο δε υπομείνας εις τέλος...»). Αυτή όμως η προοπτική ιστορικής διάρκειας δεν αίρει την εντολή: «βλέπετε αγρυπνείτε, ουκ οίδατε γαρ πότε ο καιρός έσται» (στίχ. 33) και «γρηγορείτε» (στίχ. 36).
Στο ερώτημα, εάν στο κεφ. 13 έχουμε μια συνεχή ομιλία του Ιησού ή συγκέντρωση λόγων του Ιησού που προέρχονται από διάφορες άλλες περιστάσεις της δραστηριότητας που αναφέρονται στο θέμα των εσχάτων, οι σύγχρονοι ερμηνευτές απαντούν αποδεχόμενοι το δεύτερο - άποψη που ενισχύεται και από το γεγονός ότι διάφορα λόγια του κεφ. 13 απαντούν και μεμονωμένα σε άλλες συνάφειες των Συνοπτικών ευαγγελίων.

Εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ για την ερμηνεία που θα ακολουθήσει είναι ότι ο ευαγγελιστής Μάρκος, όπως άλλωστε και οι άλλοι Συνοπτικοί, αποδίδει την παράδοση, κατά την οποία προ του πάθους του ο Ιησούς απηύθυνε προς τους μαθητές λόγους παραινετικούς (πρβλ. Μθ 24 και Λκ 21), αναφερόμενους στα έσχατα αλλά με έμφαση στο καθήκον που απορρέει γι’ αυτούς στο παρόν μέσα στο οποίον ζει η εκκλησία. Αυτή η στενή σύνδεση αναμονής των εσχάτων και δραστηριότητας μέσα στο ιστορικό παρόν διαπνέει τη λειτουργική ζωή, την ενεργητικότητα και τη ζωή γενικότερα της Ορθόδοξης εκκλησίας.
Τελικά παρατηρούμε ότι, όσο κι αν οι αποκαλυπτικές παραστάσεις που χρησιμοποιούνται εδώ είναι ξένες προς την εποχή μας — παρόλο που ορισμένα σημαδιακά σημερινά γεγονότα τις κάνουν εξαιρετικά επίκαιρες, εκείνο που προέχει για τον αναγνώστη του ευαγγελίου, και στην περίπτωση αυτή, του κεφ. 13, είναι το ενθαρρυντικό μήνυμα που αναδύεται από αυτό: Οι τύχες και το τέλος του κόσμου, παρά τα δεινά και τις καταστροφές, τις προσωρινές νίκες των πλάνων και αντιχρίστων, βρίσκεται στα χέρια του Θεού˙ όποιος ξεχνά αυτήν την αλήθεια, αιφνιδιάζεται από τα γεγονότα και «θροείται», ενώ όποιος ζει αυτήν την αλήθεια μέσα στο σώμα της εκκλησίας αισθάνεται χαρά για τον ερχόμενο Κύριο˙ και καθώς αναμένει, δραστηριοποιείται άγρυπνα για το κήρυγμα του ευαγγελίου «εις πάντα τα έθνη» (στίχ. 10).
Τα θέματα που θίγονται στο κεφ. 13 είναι: α) Πρόρρηση της καταστροφής της Ιερουσαλήμ (στίχ. 1—2 και 4 —20)˙ β) Κίνδυνοι των εσχάτων ημερών από πλάνους και αντίχριστους (στίχ. 36 και 2123)˙ γ) Ερχομός του Κυρίου (στίχ. 7—8 κσί 24—27)˙ δ) Διωγμοί και θλίψεις των μαθητών (στίχ. 9—13)˙ ε) Σημεία που προαναγγέλλουν το τέλος (στίχ. 28—31)˙ στ) Εγρήγορση εν όψει του τέλους (στίχ. 32—36). Από τη διαπίστωση ότι τα περισσότερα θέματα θίγονται σε δύο παράλληλες ενότητες είναι δυνατό να οδηγηθεί κανείς στο συμπέρασμα ότι συνενώνονται βασικά δύο ομάδες λόγων του Ιησού; Ανεξάρτητα από την απάντηση στο ερώτημα αυτό, η παρούσα μορφή του Εσχατολογικού λόγου του Ιησού παρουσιάζει, όπως ήδη σημειώσαμε, στενή αλληλουχία μεταξύ παρόντος και μέλλοντος, μεταξύ καταστροφής της Ιερουσαλήμ και τέλους του κόσμου.
Την αφορμή για τον Εσχατολογικό λόγο προσφέρει ο θαυμασμός ενός από τους μαθητές του Ιησού για τους τεράστιους λίθους και τα λαμπρά οικοδομήματα του Ναού (στίχ. 1), από τον οποίο εξέρχεται πλέον ο Ιησούς, αφού δίδαξε μέσα σ' αυτόν και προέβη σε πράξεις μεσσιανικής εξουσίας. Ενώ οι μαθητές εντυπωσιάζονται από τη λαμπρότητα του παρόντος, ο Ιησούς πίσω από τους μεγαλοπρεπείς λίθους βλέπει και προλέγει το οδυνηρό επικείμενο μέλλον, κατά το οποίο ο Ναός θα καταστραφεί μέχρι σημείου που να μη μείνει όρθιος ούτε ένας λίθος (στίχ. 2). Δεν πρόκειται βέβαια για vaticinium ex eventu, για προφητεία δηλ. που εκ των υστέρων αποδόθηκε στον Ιησού, γιατί, όπως σωστά παρατηρεί ο Schweizer, στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε στα λόγια του Ιησού να υπάρχει περιγραφή της καταστροφής του Ναού με εμπρησμό, πράγμα που συνέβη το 70 μ.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, σύμφωνα με την περιγραφή του ιστορικού Ιωσήπου (34).
Η μεγαλοπρέπεια του Ναού υπήρξε τέτοια, ώστε να λέγεται σε κάποιο ραββινικό κείμενο: «Όποιος δεν είδε την Ιερουσαλήμ στο μεγαλείο της, δεν είδε ποτέ στη ζωή του μια αξιέραστη πόλη˙ κι όποιος δεν είδε ποτέ το Ναό με όλες τις οικοδομές του, δεν είδε ποτέ στη ζωή του ένα λαμπρό οικοδόμημα» (35) . Ας ληφθεί υπόψη ότι ο Ναός με όλες τις σχετικές οικοδομές του κατείχε το 1/6 της Ιερουσαλήμ.
Τα κατά του Ναού λόγια του Ιησού βρίσκονται στη συνέχεια των απειλητικών κηρυγμάτων των προφητών της Π.Δ. (βλ. Μιχ 3,12. Ιερ 7,14. 26, 6∙18), τα υπερβαίνουν όμως με την εξαγγελία ενός ναού «αχειροποιήτου» και μιας νέας λατρείας στη θέση της παλαιάς. Αναφορά σε τέτοια λόγια του Ιησού γίνεται στη διήγηση του πάθους με το λόγιο των στίχ. 14, 58. 15, 29, που μπορεί να ανάγεται, τουλάχιστο ως προς το πρώτο μέρος του, σ’ αυτό του ερμηνευόμενου στίχ. 2.
Καθώς ο Ιησούς κάθεται στο όρος των Ελαιών, απέναντι από το Ναό, ερωτάται από τους τέσσερες πρωτόκλητους μαθητές του Πέτρο, Ιάκωβο, Ιωάννη και Ανδρέα για το χρόνο («πότε») που θα συμβούν τα διαλαμβανόμενα στο στίχ. 2 και για το «σημείο» που θα προηγηθεί και θα τα αναγγέλλει (στίχ. 34). Έτσι οι πρώτοι κληθέντες στο αποστολικό αξίωμα μαθητές γίνονται οι αποδέκτες της τελευταίας αποκάλυψης του Ιησού (Grundmann). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ιησούς δεν απαντά στο «πότε» των μαθητών, οι οποίοι με το ερώτημα αυτό θυμίζουν τους ιουδαίους αποκαλυπτικούς συγγραφείς που προσπαθούν να υπολογίσουν και να προσδιορίσουν το χρόνο των εσχάτων, αλλά με όσα λέγει στους στίχ. 5 ε. μεταφέρει τη σκέψη των μαθητών από την καταστροφή του Ναού στα «σημεία» που θα προηγηθούν του τέλους του κόσμου, αρχίζοντας με το αίτημα της εγρήγορσης («βλέπετε»), το οποίο θα επαναληφθεί και στους στίχ. 23,33,36.

Τέτοια σημεία είναι: Η εμφάνιση ψευδομεσσιών, οι οποίοι θα πλανήσουν τους ανθρώπους (36), οι πόλεμοι και οι φήμες για πολέμους, οι εξεγέρσεις εθνών εναντίον άλλων εθνών, οι σεισμοί και η πείνα. Κι όλα αυτά είναι «αρχή ωδίνων». Πρέπει οπωσδήποτε («δει») να συμβούν, «αλλ' ούπω) το τέλος» (στίχ. 5—8). Οι «ωδίνες» (ή «ωδίνες του Μεσσία») είναι τεχνικός όρος που στον ιουδαϊσμό δηλώνει τα δεινά πριν από τη μεσσιανική εποχή, δεινά και πόνοι που οδηγούν στον τοκετό, στον ερχομό του Μεσσία (37). Εδώ με τον όρο αυτό δηλώνονται οι θλίψεις των εσχάτων για τις οποίες γίνεται λόγος και στη συνέχεια του κεφ. 13 αλλά και σε άλλα χωρία της Κ.Δ.(38). Ορθώς ερμηνευόμενα τα λόγια του Ιησού, που θυμίζουν και πάλι το προφητικό κήρυγμα της Π.Δ.(39), προϋποθέτουν όχι αμέσως επικείμενο τέλος της ιστορίας αλλά προοπτική ιστορικής διάρκειας και δραστηριότητας της εκκλησίας προ του τέλους, το οποίον όμως βιώνει έντονα η εκκλησία ως ένα διαρκές παρόν.
Στους στίχ. 9-10 προλέγει ο Ιησούς τις θλίψεις των μαθητών του που θα οδηγηθούν, κατά το παράδειγμα του ιδίου (βλ. 8, 34), σε δικαστήρια, σε ηγεμόνες και βασιλείς για να δώσουν τη μαρτυρία για την πίστη τους. Οι στίχ. 11 — 13 παρουσιάζουν, κατά το γνωστό σύστημα του παραλληλισμού των μελών που συνηθίζει ο Ιησούς στη διδασκαλία του (40) , το ίδιο θέμα αλλά με προσθήκη νέων στοιχείων, όπως είναι ο φωτισμός τους από το άγιο Πνεύμα για το τι πρέπει να πουν και το μίσος του κόσμου προς αυτούς εξαιτίας του ονόματος του Χριστού (πρβλ. Ιω 15, 18˙ 19. 17,14). «Τριπλούς ουν έσται ο πόλεμος, σημειώνει ο Βίκτωρ Αντιοχέας, ο από των οικείων, ο από των πλάνων, ο από των πολεμίων. Αλλά μείζων η παράκλησις».

Και οι δύο ενότητες στίχων τελειώνουν με το ιεραποστολικό καθήκον των μαθητών και φυσικά της εκκλησίας παρά τα εμπόδια και τις θλίψεις: Η πρώτη ενότητα κατακλείεται με το «εις πάντα τα έθνη πρώτον δει κηρυχθήναι το ευαγγέλιον» (για το «δει» πρβλ. στίχ. 7 «δει γενέσθαι») και η δεύτερη με το «ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται». Άλλωστε το ιεραποστολικό καθήκον της εκκλησίας παρουσιάζεται ως βασική εντολή του Αναστάντος Χριστού στο τέλος του ευαγγελίου (16, 15˙ και Μθ 28, 19). Οι δυσμενείς εξωτερικές συνθήκες δεν σημαίνουν για την εκκλησία υποχώρηση προ του καθήκοντος αλλ’ εντατική δραστηριότητα για την προώθηση του χριστιανικού μηνύματος.

Η άποψη ορισμένων συγχρόνων προτεσταντών ερμηνευτών ότι ο Ιησούς ανέμενε ως επικείμενο το τέλος της Ιστορίας (βλ. σχόλια 9,1) είναι μονόπλευρη και παραθεωρεί σημαντικά χωρία της Κ. Δ. Βρίσκεται μάλιστα σε πλήρη αντίθεση με τα ερμηνευόμενα εδώ λόγια. Για να απαλλαγούν από το αδιέξοδο οι ερμηνευτές αυτοί αποδίδουν τα λόγια των στίχ. 13,7˙ 10∙13 στον ευαγγελιστή (τα θεωρούν δηλ. μεταγενέστερη προσθήκη της εκκλησίας) και όχι στον Ιησού. Είναι βέβαια αναμφισβήτητα γεγονός ότι ο Ιησούς κάνει λόγο συχνά για επικείμενη κρίση με στόχο την προτροπή σε συνεχή εγρήγορση (βλ. άλλωστε τους στίχ. 29, 33, 36 του κεφ.), παράλληλα όμως εντέλλεται και πριν και μετά από την Ανάσταση το κήρυγμα του ευαγγελίου «εις πάντα τα έθνη» («πάση τη κτίσει»), πράγμα για το οποίο απαιτούνται ευρέα χρονικά πλαίσια. Βλ. τις παραβολές του κεφ. 4. όπου οι εικόνες της σποράς, βλάστησης, αύξησης και καρποφορίας προϋποθέτουν ζωή, πρόοδο, πορεία˙ δεν εκφράζουν στατική σχέση μεταξύ παρούσας σποράς και μελλοντικής καρποφορίας αλλά δυναμική πορεία ζωής μέσα στην ιστορία.
Η πρόρρηση της καταστροφής του Ναού (στίχ. 1-2) συνεχίζεται στους στίχ. 14-20 με την πρόρρηση της μεγάλης δοκιμασίας που συνδέεται με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Η φράση «βδέλυγμα της ερημώσεως» (στιχ. 14) με την οποία εισάγεται η δραματική περιγραφή προέρχεται από το βιβλίο του Δανιήλ (9, 27. 11, 31. 12,11), όπου αναφέρεται στη βεβήλωση του Ναού που έκανε το 168 π.Χ. ο Αντίοχος Δ’ ο Επιφανής με το να τοποθετήσει μέσα σ’ αυτόν άγαλμα του Δία και να θυσιάσει χοίρο (βλ. και Α’ Μακ 1, 54 έ.). Με βεβήλωση Ναού θα αρχίσει και η προαγγελόμενη καταστροφή.

Στο ερώτημα, τι εννοεί ο Ιησούς με την αινιγματική για μας φράση, δόθηκαν διάφορες απαντήσεις από τους ερμηνευτές. Προκαταβολικά πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ιησούς θεωρεί το γεγονός επικείμενο, γι αυτό και συνιστά την άμεση φυγή από την πόλη, και ότι για τον ευαγγελιστή που παραδίδει τους λόγους του Ιησού το γεγονός είναι ήδη γνωστό. Το τελευταίο αυτό ενισχύεται από την άποψη ότι το «ο αναγινώσκων νοείτω» αποτελεί σημείωση του ευαγγελιστή, ο οποίος συνηθίζει τέτοιες παρενθετικές ή επεξηγηματικές προτάσεις στο ευαγγέλιό του (βλ. 2, 10˙ 28. 3, 30. 7,3-4˙ 11β˙ 19β. 16, 4β κ.ά.).
Ως προς το γεγονός που υπαινίσσεται ο Ιησούς δεν επικρατεί ομόφωνη άποψη μεταξύ των ερμηνευτών. Ήδη ο Θεοδώρητος Κύρου με τη σημείωσή του ότι «το ρητόν τούτο πολλαχώς εννοείται παρά τοις θείοις πατράσιν» μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι υπήρχε ποικιλία απόψεων˙ ο ίδιος αφού πρώτα αναφέρεται στη βεβήλωση του Ναού από τον Αντίοχο και κατόπιν από τον Πιλάτο ερμηνεύει το λόγιο του Ιησού ως αναφερόμενο στον Αντίχριστο, στηριζόμενος και στα περί «ανθρώπου της ανομίας» του Β' Θεσ 2,3 έ. Ο Βίκτωρ πρεσβύτερος Αντιοχείας αναφέρει απόψεις άλλων, ίσως αρχαιοτέρων του, από τους οποίους οι μεν εννοούν με το βδέλυγμα τους στρατιώτες που μπήκαν στο Ναό (τους ρωμαίους μάλλον) και οι δε «τον αδριάντα του τότε την πόλιν ελόντος» (προφανώς του Τίτου)˙ ο ίδιος δέχεται το δεύτερο («ο και μάλιστα μοι δοκεί λόγον έχειν»). Την άποψη ότι με το «βδέλυγμα της ερημώσεως» νοείται όχι ο αδριάντας του αλλά ο ίδιος ο ρωμαίος στρατηγός Τίτος (άλλωστε το «εστηκότα» είναι αρσενικό — constuctio ad sensum)(41) δέχονται αρχαιότεροι και νεώτεροι ερμηνευτές (42) .

Από τους δεύτερους ο Haenchen ομιλεί για τις ρωμαϊκές δυνάμεις γενικώς που επιβάλλουν με τη βία τη λατρεία του αυτοκράτορα. Την άποψη περί ρωμαϊκών στρατευμάτων απηχεί και η παράλληλη διήγηση του Λουκά (21,20 «όταν δε ίδητε κυκλουμένην υπό στρατοπέδων την Ιερουσαλήμ, τότε γνώτε ότι ήγγικεν η ερήμωσις αυτής»).
Την πρόρρηση του Ιησού βλέπουν άλλοι ερμηνευτές να πραγματοποιείται με την εγκατάσταση των ιουδαίων Ζηλωτών μέσα στο Ναό κατά την εξέγερση τους εναντίον των Ρωμαίων (43). Οι ερμηνευτές αυτοί επικαλούνται τη μαρτυρία του Iώσηπου, ο οποίος περιγράφει τη βεβήλωση του Ναού από τους Ζηλωτές (44). Πολλοί, επικαλούμενοι το αρσενικό γένος του «εστηκότα», εννοούν τον Αντίχριστο για τον οποίο ομιλεί και ο Απ. Παύλος στη Β' Θεσ 2,3 έ. (45). Βέβαια μερικοί εκ των ερμηνευτών της ομάδας αυτής πιστεύουν ότι οι λόγοι των στίχ. 14-20 αναφέρονται όχι στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ αλλά στη δοκιμασία των εσχάτων ημερών.

Αλλά και όσοι αναφέρονται σε κάποιο ιστορικό πρόσωπο ή γεγονός δεν παραλείπουν να σημειώσουν ότι γίνεται παράλληλα και κάποιος υπαινιγμός στην πρόθεση του Καλιγούλα το 40 μ.Χ. να εγκαταστήσει το άγαλμά του μέσα στο Ναό του Σολομώντα, πράγμα που τελικά ματαίωσε ο θάνατός του το 41 μ.Χ. Άλλοι, τέλος, από τους αρχαίους ιδίως ερμηνευτές, αναγνωρίζοντας την ερμηνευτική δυσχέρεια, καταφεύγουν στην αλληγορική ερμηνεία˙ γράφει π.χ. ο Θεοφύλακτος: «Βδέλυγμα της ερημώσεως εστιν παν νόημα σατανικόν, εστώς εν τόπω αγίω τω ημετέρω νοΐ. Τότε... ο εξομολογησάμενος ανατρεχέτω εις τα όρη των αρετών» (46).
Η παρενθετική πρόταση «ο αναγινώσκων νοείτω» δηλώνει ότι για τον αναγνώστη της εποχής του ευαγγελίου η έννοια της έκφρασης «το βδέλυγμα της ερημώσεως» ήταν σαφέστερη απ' ό,τι για το σημερινό αναγνώστη. Πάντως όποιο πρόσωπο κι αν εννοείται στο στίχο αυτό, που σχετίζεται βέβαια με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, το πρόσωπο αυτό είναι προάγγελος του Αντιχρίστου και ενσάρκωση της δύναμης του κακού που αρχίζει το καταστροφικό της έργο από το Ναό του Θεού.

Η ζωηρότητα των εκφράσεων και η αμεσότητα των προτροπών (φυγή εσπευσμένη στα όρη, ευχή να μη συμβεί αυτό κατά το χειμώνα κλπ.) καθιστούν σαφές ότι πρόκειται για την επικείμενη καταστροφή της άγιας πόλης˙ για το ότι η προλεγόμενη εδώ καταστροφή δεν έχει στοιχεία υπερβολής πείθεται κανείς διαβάζοντας την περιγραφή της πολιορκίας και καταστροφής της Ιερουσαλήμ που δίνει ο Ιώσηπος (47). Θα είναι τόσο τρομακτική η καταστροφή, ώστε να προσφέρεται ως εικόνα και προανάκρουσμα της συντέλειας του κόσμου.

Οι δύο πραγματικότητες συμπλέκονται στα λόγια του Ιησού και στον κάλαμο του Μάρκου, ώστε από τη μια να πηγαίνει η σκέψη του αναγνώστη στην άλλη. Γι' αυτό, νομίζουμε πως όποιο πρόσωπο κι αν είναι αυτό που αποτελεί το βδέλυγμα στα μάτια Θεού και ανθρώπων, το πρόσωπο αυτό προανακρούστηκε με τον Αντίοχο τον Επιφανή και προανακρούει με τη σειρά του αυτόν ο οποίος είναι «ο άνθρωπος της ανομίας, ο υιός της απωλείας, ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα, ώστε αυτόν εις τον ναόν του Θεού καθίσαι, αποδεικνύντα εαυτόν ότι εστίν Θεός» (Β’ Θεσ 2, 3—4).
Η προτροπή του Ιησού «οι εν τη Ιουδαία φευγέτωσαν εις τα όρη» ακολουθήθηκε από τους χριστιανούς της μητέρας των εκκλησιών που, όπως διηγείται ο Ευσέβιος (48), εγκατέλειψαν την Ιερουσαλήμ κατά την έναρξη του Ιουδαϊκού πολέμου και κατέφυγαν στην Πέλλα της Δεκάπολης.
Η κρισιμότητα των ημερών της φυγής δηλώνεται και με τις προτροπές των στίχ. 15 έ.: Αυτός που βρίσκεται στο «δώμα» (49) να σπεύσει να φύγει χωρίς να μπει μέσα στο σπίτι για να πάρει κάτι μαζί του˙ όποιος εργάζεται στο χωράφι να μη γυρίσει πίσω στο σπίτι του για να πάρει το πανωφόρι του˙ ιδιαίτερα οδυνηρή θα είναι η φυγή για τις έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες˙ γι' αυτό και η προσευχή όλων προς το Θεό πρέπει να συνίστασται στο να μη λάβει χώρα το γεγονός κατά το χειμώνα˙ τέτοια «θλίψις» δεν συνέβη από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, ούτε θα συμβεί στο μέλλον. Η φροντίδα του Θεού όμως για τους «εκλεκτούς» θα έχει ως συνέπεια τη συντόμευση του χρόνου της δοκιμασίας. Οι λόγοι του Ιησού για την κρισιμότητα της κατάστασης θυμίζουν ανάλογες φράσεις των προφητών της Π.Δ. (50). Όσο κι αν παρέχουν την εντύπωση «σημιτικής υπερβολής» (Lane), καθόλου δεν αφίστανται της πραγματικότητας που περιγράφει ο Ιώσηπος σχετικά με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ.
Στους στίχ. 21—23 επανέρχεται ο Ιησούς στο θέμα της πλάνης των ανθρώπων από ψευδοχρίστους και ψευδοπροφήτες (βλ. ήδη στίχ. 3—6), αλλά τώρα το θέμα τοποθετείται στη συνάφεια της σύγχυσης που επικρατεί σε δυσχερείς ιστορικές καταστάσεις όπως αυτή του στίχ. 14 έ. Το βάρος της προτροπής βρίσκεται στη φροντίδα του Θεού για τους «εκλεκτούς», οι οποίοι δεν πρέπει να αιφνιδιαστούν, εφόσον ο Ιησούς «προείρηκε πάντα».
Ότι η ερήμωση της Ιερουσαλήμ αποτελεί εικόνα και προανάκρουσμα της τελικής κρίσης τονίσθηκε ήδη προηγουμένως˙ εδώ φαίνεται σαφέστερα και με όσα ακολουθούν στους στίχ. 24—27 για την έλευση του Υιού του ανθρώπου, η οποία περιγράφεται με γνωστές από την Π.Δ. προφητικές παραστάσεις (51). Τρία είναι τα βασικά σημεία της περιγραφής: Η μεταβολή του τωρινού σχήματος του κόσμου (πρβλ και στίχ. 31), η ένδοξη και δυναμική παρουσία του Υιού του ανθρώπου και η επισύναξη των «εκλεκτών» από τα πέρατα της γης. Το τρίτο στοιχείο πρέπει να συμπληρωθεί με όσα λέγονται σε άλλα κείμενα της Κ.Δ. για τη γενική ανάσταση και κρίση (π.χ. Μθ 25, 31-46. Α’ Κορ 15. Α' Θεσ 4. 13-18 κ.ά.)˙ εδώ, καθώς και στο κεφ. 13 γενικότερα, κυριαρχεί το θέμα της φροντίδα του Θεού για τους «εκλεκτούς».
Στο «πότε ταύτα έσται» και «τί το σημείον» που ρωτούν οι μαθητές στο στίχ. 4 απαντά ο Ιησούς κοντά στα άλλα και με την παραβολή της συκιάς (στίχ. 28-31)(52): Όπως από τα κλαδιά της, που κατά την άνοιξη γίνονται απαλά και αρχίζουν να εκφύουν φύλλα, καταλαβαίνει κανείς ότι πλησιάζει το καλοκαίρι, έτσι έχει την αίσθηση του εγγίζοντος τέλους όταν βλέπει να πραγματοποιούνται αυτά που αναγγέλλονται στον εσχατολογικό λόγο του κεφ. 13. Η διαβεβαίωση του στίχ. 30 ότι θα υπάρχει ακόμη αυτή η γενεά «μέχρις ου ταύτα πάντα γένηται» εγείρει το ερώτημα, εάν το «ταύτα πάντα» αναφέρεται στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ ή στα σημεία που προανακρούουν το τέλος.

Ο Θεοφύλακτος παραμερίζει τη δυσκολία, δεχόμενος ότι με το «η γενεά αύτη» νοείται το γένος των χριστιανών, το οποίο δεν πρόκειται να εκλείψει από την ιστορία μέχρι το τέλος του κόσμου. Σωστότερη είναι η ερμηνεία κατά την οποία, όπως ήδη σημειώσαμε, η εικόνα της καταστροφής ,της Ιερουσαλήμ και της τελικής κρίσης συνάπτονται σε μια ενότητα, ώστε να μεταβαίνει κανείς αμέσως από τη μια στην άλλη. Η επικείμενη ιστορική καταστροφή προανακρούει τα έσχατα, τα οποία βιώνει η εκκλησία ως παρούσα πραγματικότητα που η ολοκλήρωσή της είναι πάντα «επί θύρας». Η αυθεντία και το αναλλοίωτο των λόγων του Ιησού τονίζονται στο στίχ. 31 (πρβλ. Μθ 5, 18).
Ο Εσχατολογικός λόγος τελειώνει με τη διδασκαλία περί του αγνώστου της «ημέρας εκείνης ή της ώρας» (53) του αγνώστου χρόνου δηλ. της τελικής κρίσης (στίχ. 3 — 36). Έτσι στο «πότε» των μαθητών δίδεται οριστικά η απάντηση ότι «ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ ουδέ ο υιός, ει μη ο πατήρ» (στίχ. 32)(54). Το «ουδέ ο υιός», κατά την επικρατούσα στους πατέρες της εκκλησίας ερμηνεία, αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση του Χριστού. Γράφει π.χ. ο Κύριλλος Αλεξανδρειάς: «Ουκ άρα του Θεού Λόγου η άγνοια, αλλά της του δούλου μορφής, της τοσαύτα κατ’ εκείνο καιρού γινωσκούσης όσα η ενοικούσα θεότης απεκάλυψε». Και ο Μ. Βασίλειος: «Έστιν ουν ο νους ο παρά Μάρκω τοιούτος˙ Περί δε της ημέρας εκείνης ή ώρας ουδείς οίδεν, ούτε οι άγγελοι του Θεού, αλλ’ ουδ' αν ο Υιός έγνω, ει μη ο Πατήρ˙ εκ γάρ του Πατρός αυτώ υπήρχε δεδομένη η γνώσις». Ο Θεοφύλακτος, τέλος, σημειώνει ότι ο Ιησούς λέγει τη φράση αυτή για λόγους παιδαγωγικούς, για να αποφύγει δηλ. περισσότερες ερωτήσεις των μαθητών για την ημέρα εκείνη.
Οι νεώτεροι υπομνηματιστές, αποφεύγοντας Χριστολογικές διατυπώσεις, δέχονται ότι το βάρος της φράσης του Ιησού βρίσκεται στον τονισμό της ανάγκης για εγρήγορση της εκκλησίας εν όψει της ώρας της κρίσης, την οποία έκτος από τον Πατέρα «ουδείς οίδεν» (πρβλ. και στίχ. 33: «ουκ οίδατε γάρ πότε ο καιρός εστίν» και στίχ. 35: «ουκ οίδατε γαρ πότε ο κύριος της οικίας έρχεται»˙ βλ. και Πρ 1, 8). Άλλωστε στη συνέχεια του Εσχατολογικού λόγου προβάλλεται για άλλη μια φορά και μάλιστα με επαναλαμβανόμενες όμοιες εκφράσεις το αίτημα της εγρήγορσης με την παραβολή του θυρωρού (στίχ. 33-36), η οποία εισάγεται με το «βλέπετε αγρυπνείτε» που αποτελεί το Leitmotiv του κεφ. 13.

Ο άνθρωπος της παραβολής πριν από την αποδημία του, αναθέτει διάφορες εξουσίες στους δούλους, «εκάστω το έργον αυτού», και στο θυρωρό εντέλλεται να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση, γιατί δεν είναι γνωστό πότε θα επιστρέψει: «ή οψέ ή μεσονύκτιον ή αλεκτοροφωνίας ή πρωί». Είναι πολύ ενδιαφέρουσα και αξιοπρόσεκτη η εξατομικευμένη και υπαρξιακή ερμηνεία του Θεοφυλάκτου, κατά την οποία «οψέ μεν εφίσταται το τέλος, όταν τις γηράσας αποθάνη. Μεσονύκτιον δε, όταν τις μέσης ηλικίας ειη. Αλεκτοροφωνίας δε, όταν ο λόγος εν ημίν συμπληρωθή. Πρωία δε η παντελώς παιδική ηλικία. Δει ουν πάντας προνοείσθαι του τέλους». Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι το αίτημα της εγρήγορσης απευθύνεται όχι μόνο στους μαθητές αλλά μέσω αυτών σε όλα τα μέλη της εκκλησίας: «ο δε υμίν λέγω, πάσιν λέγω, γρηγορείτε» (στίχ. 37).
**
Τα κεντρικά θεολογικά νοήματα του Εσχατολογικού λόγου μπορούν να συνοψισθούν ακολούθως:
α) Παρά τα δεινά, τους πολέμους και τις καταστροφές που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ιστορία, «κύριος της οικίας» είναι ο Θεός, ο οποίος την κατευθύνει «εις τέλος».
β) Έργο των πιστών δεν είναι ο χρονικός υπολογισμός του τέλους («πότε») αλλ' η συνεχής εγρήγορση εν όψει του τέλους, πράγμα που τονίζουν οι ύμνοι της εκκλησίας μας και ιδιαίτερα οι της Μ. Τεσσαρακοστής.
γ) Παρόν και μέλλον, δηλ. Εκκλησιολογία και Εσχατολογία, είναι τόσο συνυφασμένα στα λόγια του Ιησού που παραδίδει ο Μάρκος στο κεφ. 13, ώστε κάθε στιγμή της ιστορικής ζωής της εκκλησίας να είναι μεν κατάλληλη ευκαιρία ιεραποστολικής δραστηριότητας «εις πάντα τα έθνη», συγχρόνως όμως και «καιρός», κατά τον οποίο είναι δυνατή και πιθανή η αιφνίδια έλευση του Υιού του ανθρώπου για την κρίση του κόσμου.

Υποσημειώσεις

(33). Από την πλούσια σύγχρονη σχετική βιβλιογραφία βλ. G. R. Beaslay-Murray, Jesus and the Future. An Examination of the Criticism of the Eschatological Discourse, Mark 13 with special reference to the Little Apocalypse Theory, 1954∙ του ίδιου, A Commentary on Mark Thirteen. 1957, G. Conzelmann, «Geschichte und Eschaton nach Mc 13», ZNW 50(1959), 210-221 (= Theologie aIs Schriftauslegung, 1974, 62-73). Ch. Perrot, «Essais sur le discours eschatologique», RSR 47(1959), 481-514. L. Hartma,. Prophecy Interpreted. The Formulation of some jewish Apocalyptic Texts and the Eschatological Discourse Mark 13 Par, 1966. R. Pesch, Naherwartungen. Tradition und Redaktion in Mark 13, 1968. L. Gaston, No Stone on Another. Studies in the Significance of the Fall of Jerusalem in the Synoptic Gospels, 1970. F. Rousseau, «La structure de Marc 13», Biblica 56(1975), 157-172.
(34). Ιουδ. Πόλεμος 6, 250 ε.. Ιδιαίτερα βλ. 6, 271: «Καιομένου δε του ναού των μεν προσπιπτόντων ην αρπαγή, φόνος δε των καταλαμβανομένων μυρίος και ούτε ηλικίας ην έλεος ούτ’ εντροπή σεμνότητος, αλλά και παιδία και γέροντες και βέβηλοι και ιερείς ομοίως ανηρούντο…»˙ και 7, 3: « Τον δ’ άλλον άπαντα της πόλεως περίβολον ούτως εξωμάλισαν οι κατασκάπτοντες, ως μηδεπώποτ’ οικησθήναι πίστιν αν έτι παρασχείν τοις προσελθούσι».
(35). TB Sukka 41b. Baba Bathra 4a, παράθεση στου Lane. Πρβλ. και περιγραφή του Ναού από τον Ιώσηπο, Ιουδ. Αρχαιολογία 15, 11, 3.
(36). Ψευδομεσσίες εμφανίσθηκαν και στον ιουδαϊκό κόσμο (βλ. Πρ. 5, 36 ε. 21, 38. Ιωσήπου, Ιουδ. Αρχαιολογία 18, 1, 1. 3, 5) αλλ’ η σκέψη του Ιησού στρέφεται μάλλον στους αντίχριστους του χριστιανικού κόσμου (βλ. π.χ. Πρ 20, 29 ε. Α’ Ιω 2, 18) ή ακόμη και στον αντίχριστο (βλ. Β’ Θεσ 2, 3), για τον οποίον βλ. λ. «Αντίσχριστος», ΛΒΘ, 100-102.
(37). Billerbeck I, 905. 4, 977.
(38). Κολ. 1, 24. Μθ 24, 21∙ 29. Πρ 14, 22. Πρβλ. και Ησ 13, 8. 26, 17. Μιχ 4, 9ε. Ως 13, 13 κ.ά. π.
(39). Τα περί Ψευδομεσσιών φέρουν στη νου μας την περιγραφή των ψευδοπροφητών (βλ. Ιερ. 23. 13∙ 32. 29, 8έ.)˙ τα περί πολέμων και φημών για πολέμους μας θυμίζουν τα χωρία Ησ 13. 6 έ. 17, 14. Ιερ 4. 19 έ. 6, 29 έ. Ιωηλ 2, I έ. Ναούμ 2, 11 κ.α.
(40). Βλ. σχετικώς C. F. Burney, The Poetry of Our Lord, 1925, 16, 20 έ. M. Black, An Aramaic Approach to the Gospels and Acts, 105, 117.
(41). Blass-Debrunner, § 143, 3.
(42). Ζιγαβηνός, Pesch, Haenchen κ.ά.
(43). Τρεμπέλας. Lane, κ.α.
(44). Ιουδ. Πόλεμος 4, 162 έ. 388.
(45) Θεοδώρητος, Lohmeyer, Branscomb, Schniewind, Schmid, και W. Bauer στο λ. «βδέλυγμα».
(46). Βλ. και Θαλασσίου μοναχού: «Σαφώς αποδέδεικται, ότι τόπος άγιος και ναός υπάρχει ο νους του ανθρώπου, εν ω οι δαίμονες δια των εμπαθών λογισμών την ψυχήν ερημώσαντες, το είδωλον της αμαρτίας έστησαν» (Cramer, 1, 197).
(47). Ιουδ. Πόλεμος, βιβλ. 5.
(48). Εκκλ. Ιστορία Γ’ 5, 3. ΒΕΠ 19, 253˙ βλ. και Επιφανίου, Κατά αιρέσεων 29, 7. PG 41, 401.
(49). «Δώμα» είναι ο άνω όροφος του παλαιστινού σπιτιού, ένα είδος ταράτσας ή σοφίτας στην οποίαν ανέβαινε κανείς με εξωτερική σκάλα˙ ο χώρος αυτός προσφερόταν για ανάπαυση ή για προσευχή (βλ. Πρ 10, 9).
(50). Βλ. π.χ. Ιερ 30, 7. Ιωήλ 2, 2. Βαρ 2, 2 κ.ά.
(51) Βλ. Ιδιαιτέρως Δαν 7, 13 Ησ 13, 10. 34, 4. Ιεζ 32, 7∙8. Αμ 8, 9. Ιωήλ 2, 30. Ζαχ 2, 10. Δευτ 30, 4. Από την ιουδαϊκή αποκαλυπτική γραμματεία βλ. Δ 'Έσδρας 9, 3. 13, 30. Συρ. Αποκάλυψις Βαρούχ 27. 2-13. 48, 32. 70. 8-9 κ.ά.
(52) Περισσότερα για την παραβολή βλ. στο άρθρο του J. Dupont, «La parabole du figuier qui bourgeonne», RB 75(1968), 526-48.
(53). Με την «ημέρα», ή «ημέρα του Κυρίου», νοείται τόσο στην Π.Δ. ( Αμ 8, 3. 9, 11. Μιχ. 4, 6. 5, 9. 7, 11. Ιωήλ 3, 18. Ζαχ 9, 16) όσο και στην Κ.Δ. (Φιλ 1, 6˙ 10. Α’ Κορ 1, 8. 5, 15. Α' Θεσ 5, 2. Β Θεσ 2, 2 κ.ά.) η ήμερα της τελικής κρίσης. Βλ. Δ. Καϊμάκη, «Η ημέρα Κυρίου στους προφήτες της Π.Δ.», ΕΕΘΣΘ (1986).
(54). Για το πρόβλημα κριτικής του κειμένου που υπάρχει στο παράλληλο χωρίο Μθ 24, 36, στο οποίο πολλά χειρόγραφα παραλείπουν το «ουδέ ο υιός». βλ. Μ. Σιώτη, «Το απόρρητον της ημέρας και της ώρας της Δευτέρας Παρουσίας», Θεολογία 58(1987), 7-35.

 

Το ανέκδοτο.

Κάποιος Εβραίος βρήκε ένα Χριστιανό και του λέει: «Είσαι καλός Χριστιανός;». Λέει, «προσπαθώ». Του αστράφτει ένα χαστούκι.

Λέει: «Αν είσαι καλός Χριστιανός, στρέψε και το άλλο μάγουλο». Του έστρεψε και το άλλο. Του έδωσε άλλο χαστούκι. «Στρέψε πάλι». Του έδωσε άλλο. Έφαγε καμιά δεκαριά χαστούκια από τον Εβραίο και μάλιστα δυνατά. Του λέει τότε. «Τώρα παραδέχομαι ότι είσαι καλός Χριστιανός».

«Όχι», του λέει, «ακόμη είμαι μισός Χριστιανός. Τώρα θα γίνω ολόκληρος». Τον παίρνει τον Εβραίο, του δίνει ένα γερό ξύλο και του λέει˙ «“Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε” (Μθ 10, 8), λέει το Ευαγγέλιο. Τώρα», του λέει, «το τήρησα και στις δυο πλευρές το Ευαγγέλιο. Μέχρι πριν ήμουνα μισός, τώρα είμαι ολόκληρος».

Διότι εκεί πράγματι του χρειαζότανε και είχε αποτελέσματα˙ πολύ καλά του έκανε. (π. Επιφάνιος Θειδωρόπουλος)

Η σοβαρή ερμηνεία
Ματθαίου 5,39 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ(1)· ἀλλ᾿ ὅστις(2) σε ῥαπίσει(3) ἐπὶ τὴν δεξιὰν(4) σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην(5)·
(3) «Όπως ακριβώς όταν λέει ότι αυτός που αποκαλεί τον αδελφό του ανόητο θα είναι ένοχος στη γέεννα, δεν το λέει μόνο για αυτήν την λέξη, αλλά και για κάθε κοροϊδία, έτσι λοιπόν και εδώ, δεν νομοθετεί αν μας ραπίζουν να το υποφέρουμε με γενναιότητα, αλλά και οτιδήποτε τυχόν πάσχουμε, να μην αναστατωνόμαστε. Για αυτό και εκεί επέλεξε την χειρότερη βρισιά, και εδώ το πιο ατιμωτικό θεωρούμενο χτύπημα, το χτύπημα στο σαγόνι, που είναι και το πιο υβριστικό» (Χρυσόστομος).
(4) Ή, το δεξί σαγόνι αναφέρεται ως πιο ευγενές μέλος, παρόλο που πιο φυσικό είναι να χτυπηθεί από το δεξί χέρι αυτού που χτυπά το αριστερό μάγουλο αυτού που χτυπιέται (L).
Ή, εννοείται εδώ το δεξί χέρι που χτυπά με το εξωτερικό χέρι το δεξί μάγουλο και έπειτα το αριστερό μάγουλο με την παλάμη (δ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(5) «Διατάζει όχι μόνο να μην αμυνόμαστε, αλλά και περισσότερο να παραδίδουμε τον εαυτό μας σε αυτόν που χτυπά και να τον συγκρατούμε με την ανεξικακία και μεγαλοψυχία μας» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος). Πρέπει αυτός που χαστουκίζεται να είναι διατεθειμένος να υπομείνει και άλλες ύβρεις, χωρίς να εκδικηθεί (L).
Καθόλου όμως δεν αποκλείει και τη χρήση του λόγου προς αυτόν που φέρεται έτσι άτοπα, αλλά μάλιστα προϋποθέτει ότι αυτή ακολουθεί μαζί με την μη αντίσταση και εξηγεί τους λόγους και τα αίτια της υποχώρησης, ότι δηλαδή αυτή δεν γίνεται από φόβο, αλλά από αγάπη. Για αυτό και ο Σωτήρας τον δούλο του αρχιερέα που τον χαστούκισε από τυφλό ζήλο, αμέσως τον νουθέτησε (δ).

Ιωάννου 18,22 ταῦτα δὲ αὐτοῦ εἰπόντος εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς ἔδωκε ῥάπισμα τῷ Ἰησοῦ εἰπών· οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ἀρχιερεῖ;
Ιωάννου 18,23 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς(1)· εἰ(2) κακῶς ἐλάλησα(3), μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ(4)· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις(5);

(1) «Ρωτάνε λοιπόν κάποιοι, πώς δεν γύρισε και το άλλο μάγουλο ο Χριστός σε αυτόν που τον χαστούκισε…; Λέμε λοιπόν εμείς, ότι και η εντολή εκείνη εισηγήθηκε το να μην αμυνόμαστε, λόγω των ερίδων που προκαλούνται από αυτό. Και τώρα λοιπόν ο Χριστός δεν αμύνθηκε εναντίον αυτού που τον ράπισε· αλλά μάλλον χωρίς να τον σπρώξει ούτε να φύγει από αυτόν, ήταν έτοιμος και για άλλες πληγές· δικαιολογήθηκε όμως, για να μην δώσει την εντύπωση με τη σιωπή του ότι είναι αυθάδης, πράγμα για το οποίο και κατηγορήθηκε πριν» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).
«Δεν απαντά αληθινά και με πραότητα και δίκαια και ταυτόχρονα δεν προσφέρει όχι μόνο και το άλλο μάγουλο σε αυτόν που τον ράπισε, αλλά όλο το σώμα του να καρφωθεί στο ξύλο; Από εδώ έδειξε μάλλον, ό,τι χρειαζόταν να δειχτεί, δηλαδή ότι τα μεγάλα εκείνα παραγγέλματά του πρέπει να εκπληρώνονται όχι με σωματική επίδειξη, αλλά με προετοιμασία της καρδιάς. Διότι είναι δυνατόν και οργισμένος κάποιος ορατά να προβάλλει και το άλλο του μάγουλο. Αλλά πόσο καλύτερο είναι, όταν κάποιος εσωτερικά όντας ειρηνικός δίνει αληθινή απάντηση και με ήρεμη διάνοια φυλάει τον εαυτό του έτοιμο, για να υπομείνει επερχόμενα βαρύτερα παθήματα;» (Αυγουστίνος).
Ο Κύριος αποκρίνεται με πραότητα και ειρηνικά, ανακαλώντας τον υπηρέτη, όπως προηγουμένως και τον αρχιερέα στον τρόπο και την μέθοδο που άρμοζε στη νόμιμη έρευνα (τ)...
(Υπομνήματα Π.Ν. Τρεμπέλα στο κατά Ματθαίον & κατά Ιωάννην,μετάφραση π. Νικόλαος Πουλάδας)

Διάφορες απόπειρες έγιναν, για να ταυτιστεί ο αστέρας της αφήγησης με κάποιο εξαιρετικό ουράνιο φαινόμενο και να καθοριστεί η σύμπτωσή του με αστρονομικό υπολογισμό.

Η πιο περίφημη από αυτές είναι αυτή του Κέπλερ (1605), ο οποίος νόμισε, ότι επρόκειτο για πάρα πολύ κοντινή σύνοδο των πλανητών Δία και Κρόνου και τους αστερισμού των Ιχθύων –μιας συνόδου σπανιότατης, που σημειώνεται ανά 800 έτη.

Αλλά το αστέρι του χωρίου μας αναφέρεται αναμφίβολα σε ένα ιδιαίτερο αστέρι, το οποίο δεν σημείωσε κάποια καταπληκτική εμφάνιση στη φύση. Πράγματι, η άγνοια, την οποία εκδηλώνουν ο Ηρώδης και οι Ιεροσολυμίτες ως προς τη φύση του αστεριού μάλλον υποδηλώνει, ότι η εμφάνισή του δεν προκάλεσε την προσοχή κάποιου άλλου παρά μόνο των αστρολόγων (W.F. Slater).
Ως προς τη φύση του αστεριού διατυπώθηκαν διάφορες γνώμες.

Ο Χρυσόστομος, ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός και ο Διόδωρος ο Ταρσού θεώρησαν ότι «δεν ήταν ένα από τα πολλά αυτό το αστέρι, ή μάλλον δεν ήταν καν αστέρι, αλλά μία αόρατη δύναμη που μετασχηματίστηκε σε αυτήν τη μορφή» (Χρυσόστομος).

Ο Ωριγένης «το αστέρι που φάνηκε στην ανατολή, νομίζουμε ότι είναι καινούργιο και δεν είναι παραπλήσιο με κανένα από τα συνηθισμένα, ούτε με αυτά που είναι στην απλανή περιοχή (που δεν μετακινούνται), ούτε με όσα είναι στις κατώτερες σφαίρες, αλλά έγινε στο είδος τέτοιο, όπως κατά καιρούς γίνονται οι κομήτες ή δοκίδες (=είδος μετεώρου με σχήμα δοκού) ή πωγωνίες (=κομήτης με πώγωνα (γένι)».
Πιο σωστή η εκδοχή που συνδυάζει και τις δύο γνώμες, σύμφωνα με την οποία το αστέρι για το οποίο γίνεται λόγος, ήταν στην αρχή αληθινό αστέρι, όταν δηλαδή φάνηκε ταυτόχρονα με τη γέννηση του Σωτήρα. Όταν όμως βγήκαν από τα Ιεροσόλυμα είδαν πάλι το αστέρι το οποίο είχαν δει στην πατρίδα τους, αλλά όχι πλέον το αληθινό εκείνο, αλλά υπερφυσικό αντίτυπο αυτού, το οποίο τους οδηγούσε στη Βηθλεέμ και τέλος αφού ήλθε στάθηκε επάνω από όπου ήταν το παιδί (Δαμαλάς).
Και ότι το αστέρι που φάνηκε στους μάγους κατά την πορεία τους από Ιεροσόλυμα στη Βηθλεέμ ήταν υπερφυσικό, φαίνεται πρώτον μεν

«από την λαμπρότητα. Διότι κανένα αστέρι δεν φαίνεται την ημέρα, λόγω της υπερβολικής ηλιακής λαμπρότητας, αυτό μόνο φαινόταν την ημέρα και δεν μπορούσε ο ήλιος να το κρύψει»· και επίσης και «από το ότι βάδιζε το αστέρι πολύ κοντά στη γη. Διότι δεν θα έδειχνε το σπήλαιο, αν βρισκόταν ψηλά παραπλήσια με τα άλλα αστέρια. Αυτό όμως αφού ήλθε σταμάτησε πάνω από όπου ήταν το παιδί» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).
«Ότι ήταν αγγελική δύναμη το αστέρι είναι φανερό… από το ότι κινούνταν μεν, όταν κινούνταν οι μάγοι, ενώ στεκόταν όταν αναπαύονταν» (Θεοφύλακτος)


(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν. Τρεμπέλα, εκδ. Σωτήρ, μετάφραση στα νέα ελληνικα. Δες στην ανάρτηση Η Γέννηση στο κατά Ματθαίον)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ’ (22)

Στιχ. 1-14. Η παραβολή των βασιλικών γάμων.

Ματθ.22,1 (1)Καὶ ἀποκριθεὶς(2) ὁ Ἰησοῦς πάλιν εἶπεν αὐτοῖς ἐν παραβολαῖς(3) λέγων·
Ματθ.22,1 Ο Ιησούς τους μίλησε πάλι με παραβολές και τους είπε:
(1)   Δεν είναι πιθανόν ότι η παρούσα περικοπή και αυτή του Λουκά ιδ 16-24, που ονομάζεται το μέγα Δείπνο, είναι διαφορετικές εκδόσεις μίας και της ίδιας παραβολής. Τα περιστατικά και ο σκοπός είναι διαφορετικά, κάποιες από τις λεπτομέρειες είναι τελείως διαφορετικές και όπου οι λεπτομέρειες είναι όμοιες οι λόγοι είναι τόσο διαφορετικοί, ώστε δεν μπορούν να προέρχονται από την ίδια πηγή. Είναι πολύ πιθανό, ότι ο Κύριος χρησιμοποίησε μερικές φορές το ίδιο υλικό, για παραβολές διαφορετικού νοήματος, προσθέτωντας σε αυτό και νέο υλικό.
Εδώ το νέο υλικό είναι, ότι οι καλεσμένοι δεν παρουσιάζονται απλώς αγενείς, αλλά και επαναστάτες υβρίζοντας και φονεύοντας τους απεσταλμένους του βασιλιά τους, και για αυτό και αυτοί και η πόλη τους παραδίδονται σε σφαγή και απώλεια. Αυτό ειδικά αναφέρεται στους φονείς του Ιησού και κάποιων από τους μαθητές του και στην ως συνέπεια ακόλουθη καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Νέο επίσης υλικό είναι, ότι βασιλιάς είναι αυτός που κάνει τις προσκλήσεις επ’ ευκαιρία των γάμων του γιου του (p).
(2)   Απαντώντας στην γεμάτη κακία διάθεση και πρόθεσή τους (δ).
(3)   =Με μορφή παραβολών (F).

Ματθ.22,2 ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ(1), ὅστις ἐποίησε γάμους(2) τῷ υἱῷ(3) αὐτοῦ.
Ματθ.22,2 Η βασιλεία των ουρανών μοιάζει μ’ ένα βασιλιά, που έκανε το γάμο του γιου του.
(1)   «Και αυτή η παραβολή θα φανεί ότι είναι σαφής αν την ερμηνεύσουμε συνολικότερα, στην οποία άνθρωπος μεν βασιλιάς μεταφορικά λέγεται ότι είναι ο Θεός και πατέρας του Χριστού Ιησού» (Ω).
(2)   Πληθυντικός για να σημάνει το σύνολο των τελετών και γιορτών, που συνοδεύουν την ένωση αυτών που έρχονται σε γάμου κοινωνία (δ). Συνήθως ο γαμήλιος εορτασμός συνεχιζόταν για 7 ημέρες και διεξαγόταν με μεγάλη πομπή και διασκεδάσεις (ο). «Γάμους εννοεί τη μυστική ένωση του Υιού με την εκκλησία των πιστών» (Ζ). Στον Ψαλμ. μδ εμφανίζεται ο Μεσσίας ως μνηστήρας, και έτσι ερμήνευσε τον Ψαλμό και το Ταργούμ, ενώ η νύφη, της οποίας το κάλλος επιθυμεί είναι η κοινότητα του Ισραήλ. Και στο Άσμα (κεφ. η), το Ταργούμ δείχνει το Μεσσία και την ισραηλιτική κοινότητα σε δείπνο, το οποίο πρέπει να είναι γαμήλιο. Και ο Παύλος χρησιμοποιεί τη σύγκριση των γάμων για να δηλώσει την ένωση του Χριστού με την εκκλησία (Εφεσ. ε 25), ενώ η Αποκάλυψη (ιθ 9) μιλώντας για γάμους του αρνίου, μακαρίζει αυτούς «που είναι καλεσμένοι στο δείπνο του αρνίου» (L).
«Και για ποιό λόγο αναφέρθηκε γάμος; Για να μάθεις του Θεού τη φροντίδα, τον πόθο του για μας, τη χαρά των πραγμάτων, ότι τίποτα δεν είναι λυπηρό εκεί ούτε σκυθρωπό, αλλά όλα είναι γεμάτα από χαρά πνευματική. Για αυτό και ο Ιωάννης τον ονομάζει νυμφίο· για αυτό και ο Παύλος λέει, σας σύνδεσα με έναν άνδρα (Β΄ Κορ. ια 2). Και πάλι· Το μυστήριο αυτό είναι μεγάλο, εννοώ όσον αφορά το Χριστό και την εκκλησία (Εφεσ. ε 32)» (Χ).
«Στους πνευματικούς γάμους να εννοήσεις ότι σχέση είναι η υποδοχή του νυμφίου, γέννα, αυτά που κάνει καλά η νύφη ψυχή, η οποία έρχεται σε μίξη μεταφορικά και δεν φθείρεται από αυτόν, αλλά και κάθε μέρα μέσω της σχέσης με αυτόν μεταλαμβάνει αφθαρσία και γεννάει όποια λογικά γεννήματα θα μπορούσαν να γίνουν από τέτοιους γάμους» (Ω).
(3)   «Γιατί λοιπόν δεν λέγεται ότι η νύφη ενώνεται με τον Πατέρα, αλλά με τον Υιό; Διότι αυτή που ενώνεται με τον Υιό, ενώνεται με τον Πατέρα. Διότι είναι αδιάφορο για την Γραφή αν λέγεται αυτό ή εκείνο, μιας και είναι απαράλλακτη η ουσία» (Χ).
Ή, πιο σωστά, ο Σωτήρας αφού με το δικό του αίμα πλήρωσε στον Πατέρα όλη την οφειλή της ανθρωπότητας, έκανε αυτήν δική του (δ).

Ματθ.22,3 καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους(1) αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους(2) εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον(3) ἐλθεῖν.
Ματθ.22,3 Έστειλε τους δούλους του να φωνάξουν τους καλεσμένους στο γάμο, εκείνοι όμως δεν ήθελαν να έρθουν.
(1)   «Οι δούλοι που στέλνονται να καλέσουν τους καλεσμένους στους γάμους, είναι οι κατά καιρούς προφήτες, που με τις προφητείες τους επιστρέφουν το λαό στην ευφροσύνη που γίνεται για την αποκατάσταση της εκκλησίας με το Χριστό» (Ω). Οι πρώτοι δούλοι είναι οι προφήτες (L), από τον Μωϋσή μέχρι τον Ιωάννη τον Βαπτιστή (δ).
(2)   «Καλεί όχι τώρα τελευταία, αλλά πριν από πολύ χρόνο. Διότι πείτε, λέει, στους καλεσμένους» (Χ). Είχε καλέσει αυτούς κάποιο χρόνο πριν, ώστε να έχουν τον καιρό να προετοιμαστούν. Όταν λοιπόν ετοιμάστηκε και ο οικοδεσπότης, έστειλε τους δούλους του, για να καλέσει τους καλεσμένους (ο). «Καλεσμένους ονομάζει τους Ιουδαίους, οι οποίοι κλήθηκαν νωρίτερα σε αυτούς τους γάμους, παλαιότερα μεν από τους προφήτες και ύστερα από τον βαπτιστή» (Ζ).
Στην παραβολή των κακών γεωργών δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τους κάθε φορά σταλμένους δούλους ή ομίλους των δούλων ότι σημαίνουν ορισμένους προφήτες ή ομίλους προφητών. Ομοίως και στην παρούσα παραβολή είναι αμφίβολο, εάν κάθε όμιλος δούλων σημαίνει ορισμένους προφήτες. Πάντως όμως στην κάθε μία από τις δύο παραβολές είναι σαφές, ποιοι είναι οι τελευταίοι που στάλθηκαν· στη μία είναι ο Υιός που σφάχτηκε από τους κακούς γεωργούς· στην παρούσα παραβολή είναι οι πρώτοι Χριστιανοί κήρυκες, αφού στη σφαγή τους ακολούθησε η καταστροφή της πόλης (p).
(3)   «Τι πιο αχάριστο θα μπορούσε να γίνει από αυτούς, όταν και σε γάμους καλούμενοι αποσκιρτούν; Διότι ποιός δεν θα προτιμούσε να έλθει σε γάμους και μάλιστα γάμους βασιλιά;» (Χ).

Ματθ.22,4 πάλιν(1) ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν(2) μου ἡτοίμασα(3), οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ(4) τεθυμένα, καὶ πάντα(5) ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους(6).
Ματθ.22,4 Έστειλε ξανά άλλους δούλους λέγοντάς τους: “να πείτε στους καλεσμένους: έχω ετοιμάσει το γεύμα, έχω σφάξει τους ταύρους και τα θρεφτάρια, κι όλα είναι έτοιμα· ελάτε στο γάμο”.
(1)   Οι επανειλημμένες αυτές προσκλήσεις δείχνουν το μέγα έλεος και τη μακροθυμία του Θεού (ο).
(2)   Οι μεταγενέστεροι Έλληνες το πρωινό το έλεγαν ακράτισμα, ενώ άριστο ονόμαζαν το μεσημεριανό δείπνο (g).
(3)   Η σωτηρία μας πραγματοποιείται όχι με τη δική μας δύναμη, αλλά με τη δύναμη του Θεού (b).
(4)   «Μεσημεριανό τραπέζι και ταύρους και θρεφτάρια σφαγμένα, δηλαδή ετοιμασμένα, είπε σύμφωνα με τα όσα συνηθίζονταν στους γάμους. Και θα μπορούσε να είναι αυτά, εδώ μεν η απόλαυση των θείων δογμάτων, ενώ εκεί η ουράνια τρυφή και απόλαυση. Με τους ταύρους και τα θρεφτάρια φανερώνεται το γενναιόδωρο και πολυτελές του συμποσίου» (Ζ). Μάλλον σημαίνουν αυτά γενικά τα αγαθά που μας έφερε ο Μεσσίας (L). Σιτιστό είναι αυτό που τράφηκε με σιτάρι. Ό,τι σημαίνει και το σιτευτός (g).
(5)   Υπάρχουν πολλά εκτός από τους ταύρους και τα θρεφτάρια (b).
(6)   «Σε τι καλεί; Σε πόνους και μόχθους και ιδρώτες; Όχι, αλλά σε απόλαυση. Πόση η πανδαισία; Πόση η γενναιοδωρία; Και ούτε αυτό δεν τους έκανε να ντραπούν» (Χ).

Ματθ.22,5 οἱ δὲ ἀμελήσαντες(1) ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον(2) ἀγρόν(3), ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν(3) αὐτοῦ(2)·
Ματθ.22,5 Οι καλεσμένοι όμως αδιαφόρησαν και πήγαν άλλος στο χωράφι του κι άλλος στο εμπόριό του.
(1)   «Περιφρονώντας την πρόσκληση» (Ζ). «Διότι δεν ήλθαν όχι λόγω ασχολιών, αλλά από αμέλεια…» Αλλά και «όταν τα πνευματικά καλούν, δεν υπάρχει καμία ανάγκη για όποια ασχολία» (Χ).
(2)   Δικό του. Εγωισμός (b).
(3)   Ο ένας ασχολούνταν με ακίνητα, ο άλλος με κινητά αγαθά. Ο ένας δεσμευόταν από ψεύτικη αυτάρκεια, ο άλλος από την επιθυμία να αποκτήσει περισσότερα (b). Και οι δύο ήταν κυριευμένοι από εκτάκτως μεγάλη προσκόλληση στα πρόσκαιρα αγαθά (L).

Ματθ.22,6 οἱ δὲ λοιποὶ(1) κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν(2).
Ματθ.22,6 Οι υπόλοιποι έπιασαν τους δούλους του, τους κακοποίησαν και τους σκότωσαν.
(1)   Εκείνοι δηλαδή οι οποίοι ήταν μοχθηρότεροι και κακουργότεροι από τους άλλους (ο).
(2)   «Δεν είναι μόνο αυτό το φοβερό, ότι δεν ήλθαν, αλλά και αυτό που ήταν χειρότερο και πιο τρελό από αυτό, το ότι δηλαδή έδειραν και ύβρισαν και φόνευσαν αυτούς που ήλθαν. Αυτό είναι χειρότερο από το προηγούμενο (που τόλμησαν οι κακοί γεωργοί). Διότι εκείνοι μεν ήλθαν απαιτώντας έσοδα και καρπούς και σφάχτηκαν. Αυτοί όμως αν και καλούν σε γάμους… και αυτοί πάλι φονεύονται. Τι θα μπορούσε να γίνει ίσο με αυτήν τη μανία;» (Χ).
Βεβαίως είναι έξω από κάθε συνήθεια το να απαντά κάποιος σε πρόσκληση δείπνου βρίζοντας και φονεύοντας αυτούς που προσκαλούν. Οι λεπτομέρειες αυτές, οι ελάχιστα πιθανές, κάνουν ευκολότερο να τονιστεί στην αλληγορία η αχαριστία των καλεσμένων (L).

Ματθ.22,7 ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας(1) τὰ στρατεύματα(2) αὐτοῦ(3) ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε(4).
Ματθ.22,7 Όταν το άκουσε ο βασιλιάς εκείνος, θύμωσε· έστειλε το στρατό του κι αφάνισε εκείνους τους φονιάδες και πυρπόλησε την πόλη τους.
(1)   «Τότε λοιπόν φονεύει τους παμπόνηρους και βρωμερούς, διότι ήταν αθεράπευτα άρρωστοι» (Ζ).
(2)   «Στρατεύματά του να εννοήσεις τα στρατεύματα των Ρωμαίων, τα οποία στις μέρες του Ουεσπασιανού και του Τίτου και τους φονιάδες κατέσφαξαν, και την πόλη τους, τα Ιεροσόλυμα, την έκαψαν» (Ζ). Κακοί άνθρωποι που αγνοούν το Θεό, όπως εδώ οι ειδωλολάτρες Ρωμαίοι, εκλέγονται συχνά ως όργανα της εκδίκησης του Θεού για τιμωρία της παρανομίας και κακίας άλλων (ο).
(3)   Αποκαλεί τα στρατεύματα αυτά «δικά του», διότι «όλοι είναι του Θεού, από την άποψη ότι δημιουργήθηκαν από αυτόν» (Ζ) και διότι αυτά εκτέλεσαν το θέλημά του (δ).
(4)   Έκαψε την πόλη τους. Πρόκειται για φράση που επαναλαμβάνεται στη Βίβλο πάνω από 30 φορές προκειμένου για την Ιερουσαλήμ (L). Την πόλη τους και όχι την πόλη του. Η Ιερουσαλήμ έπαυσε πλέον να είναι πόλη δική του (ο). «Δεν έγινε η άλωση αμέσως μόλις φονεύτηκε ο Χριστός, αλλά μετά σαράντα χρόνια, για να δείξει τη μακροθυμία του» (Χ).

Ματθ.22,8 τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν(1), οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν(2) ἄξιοι(3)·
Ματθ.22,8 Τότε λέει στους δούλους του: “το τραπέζι του γάμου είναι έτοιμο, μα οι καλεσμένοι δε φάνηκαν άξιοι.
(1)   Και δεν θα ματαιωθεί εξαιτίας της αχαριστίας των καλεσμένων (b). Εδώ είναι το γαμήλιο δείπνο (g), το οποίο συμβολίζει τη ζωή στην εκκλησία του Χριστού με χαρά και χάρη Θεού (δ).
(2)   Ο παρατατικός χρησιμοποιείται για να δειχτεί ότι ο καιρός του να αποδειχτεί κάποιος άξιος ή ανάξιος, πέρασε πλέον (b).
(3)   «Δεν έπρεπε, λέει, ούτε να καλεστούν αυτοί, αλλά για να μην τους αφήσει καμία πρόφαση αναίσχυντης αντιλογίας, παρόλο που ήξερε την απιστία τους, προς αυτούς έστειλε πρώτους, και εκείνους αποστομώνοντας και εμάς διδάσκοντας να κάνουμε όσα εξαρτώνται από εμάς» (Σχ). Κανείς δεν θεωρείται ανάξιος πριν ακόμα γίνει σε αυτόν η προσφορά ή πρόσκληση και εκείνος αρνηθεί (b).

Ματθ.22,9 πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους(1) τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε(2) καλέσατε εἰς τοὺς γάμους(3),
Ματθ.22,9 Πηγαίνετε, λοιπόν, στα σταυροδρόμια κι όσους βρείτε καλέστε τους στους γάμους”.
(1)   Οδός σημαίνει ολόκληρη αυτή· τα σταυροδρόμια είναι τμήματά της, όπως και οι διακλαδώσεις της (b), όπως φαίνεται από τα συμφραζόμενα και το τέλος της παραβολής, διέξοδοι= τόποι πριν την πόλη, στους οποίους καταλήγουν οι αγροτικοί δρόμοι. Με την εικόνα αυτή σκιαγραφούνται τα όρια των ειδωλολατρικών πόλεων, στις οποίες θα κατευθύνονταν οι Απόστολοι (g).
Ή, διέξοδοι=τα μέρη, όπου οι δρόμοι βγαίνουν η μία πάνω στην άλλη, τα τρίστρατα ή τετράστρατα, όπως συνηθίζουμε να λέμε, στα οποία υπάρχουν συνήθως καπηλειά ή άλλα μέρη διαμονής, στα οποία συγκεντρώνονται οι οδοιπόροι. Όχι λοιπόν τους δρόμους της πόλης, η οποία παρίστανε τη συναγωγή των Ιουδαίων, η οποία καταστράφηκε και κάηκε, αλλά τους δρόμους τους έξω από αυτήν, όπου είναι οι συναθροίσεις των εθνών (δ).
«Πορευτείτε, λέει, στα τρίστρατα» (Χ). «Διεξόδους των δρόμων λέει τις πόλεις και τα χωριά των εθνών» (Ζ).
(2)   «Και όσους τυχόν βρείτε. Και τους τυχαίους και τους παραπεταμένους» (Χ).
(3)   «Αν όμως πει κάποιος, ότι δεν κλήθηκαν τότε οι εθνικοί, όταν μαστιγώθηκαν οι Απόστολοι και έπαθαν μύρια, αλλά αμέσως μετά την ανάσταση (διότι τότε λέει σε αυτούς, πορευθείτε και κάντε μαθητές σε όλα τα έθνη), θα λέγαμε, ότι και πριν το σταυρό και μετά το σταυρό στους Ιουδαίους μιλούσαν πρώτους» (Χ).
Το κάλεσμα των εθνών δεν έγινε μετά την καταστροφή του ναού των Ιεροσολύμων, άρα και μετά το θάνατο του Αποστόλου των εθνών Παύλου. Φυσικό είναι για την πρόγνωση του Ιησού η κατάρρευση του ναού να αρχίζει πριν την καταστροφή του από τους Ρωμαίους, από τη στιγμή που τα έθνη πήραν τη θέση του Ισραήλ (L).

Ματθ.22,10 καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς(1)· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος(2) ἀνακειμένων(3).
Ματθ.22,10 Βγήκαν τότε οι δούλοι στους δρόμους και μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς. Η αίθουσα του γάμου γέμισε από συνδαιτυμόνες.
(1)   Παροιμιακός τρόπος έκφρασης (b). Ή, «πονηρούς ονομάζει αυτούς με κακό ήθος ή τους ασυγκράτητους στα πάθη, ενώ αγαθούς τους απλούς ή τους εγκρατείς στις παράλογες ορμές, στους οποίους συνολικά κήρυξαν οι Απόστολοι, καλώντας εξίσου όλους στην ένωση με το Χριστό» (Ζ). Διότι η εκκλησία ως πνευματικό ιατρείο καλεί και δέχεται όλους (δ).
«Εύρισκαν λοιπόν (οι Απόστολοι) τους ακροατές και δεν φρόντιζαν όταν καλούσαν, αν πριν από το κάλεσμα ήταν αγαθοί ή πονηροί αυτοί που καλούνταν. Διότι καλούσαν όλους όσους εύρισκαν. Αγαθοί λοιπόν εδώ πρέπει να νομίσουμε ότι λέγονται πιο απλά, αυτοί από όσους έρχονταν στη θεοσέβεια που ήταν μετριότερου επιπέδου… οι οποίοι φανερώνουν το έργο του νόμου γραπτό στις καρδιές τους με τη συμμαρτυρία που δίνει η συνείδησή τους» (Ω).
Κάλεσε όμως και τους πονηρούς «έτσι ώστε αφού αποβάλλουν την πονηρία (το ξένο με το γάμο ρούχο) και αφού ντυθούν το ρούχο του γάμου μαζί με τα λεγόμενα αγαθά έργα, να γεμίσουν το σπίτι του γάμου» (Ω).
(2)   Αυθεντική γραφή ο νυμφών, δηλαδή η αίθουσα του γάμου. «Γέμισε ο γάμος, δηλαδή ο νυμφώνας» (Ζ).
(3)   Γέμισε με παρακαθήμενους. Με αυτό φανερώνει ο Σωτήρας το μεγάλο πλήθος αυτών που θα πιστέψουν (δ).

Ματθ.22,11 (1)εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς(2) θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον(3) οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου(4),
Ματθ.22,11 Μπήκε κι ο βασιλιάς για να δει τους συνδαιτυμόνες, κι εκεί είδε κάποιον που δεν ήταν ντυμένος με τη γαμήλια φορεσιά.
(1)   Από κάποιους από τους νεώτερους ερμηνευτές θεωρήθηκε, ότι πρόκειται εδώ για ανεξάρτητη και αυτοτελή παραβολή, την οποία ο Ματθαίος συνένωσε με την παραβολή των γάμων.
(2)   Η σκηνή αλλάζει. Προηγουμένως η ανάμιξη πονηρών και αγαθών ήταν ανεκτή. Με το που φτάνει ο βασιλιάς όμως δεν συμβαίνει πλέον κάτι τέτοιο. Καθένας που δεν είναι άξιος να λάβει μέρος στο δείπνο θα διωχτεί. Ο βασιλιάς έρχεται για να κρίνει και το δείπνο που ακολουθεί την κρίση είναι η μακαριότητα (L). Αυτή η είσοδος του βασιλιά θα γίνει κατά την ημέρα της κρίσης, όταν το έργο του καθενός θα γίνει φανερό (δ).
(3)   Και ενός μόνο καλεσμένου το ανάρμοστο ρούχο δεν έμεινε απαρατήρητο και δεν μπόρεσε αυτός που το φορούσε να κρυφτεί στους πολλούς. Κάθε λοιπόν ελπίδα, ότι ενδέχεται να διαφύγουμε το μάτι του Κυρίου αποκλείεται (ο).
(4)   Καμία αναφορά δεν γίνεται για τα μέσα, με τα οποία αυτοί που δεν έχουν ένδυμα γάμου, θα προμηθεύονταν τέτοιο. Γενικώς θεωρήθηκε, ότι ο βασιλιάς προμήθευσε κατάλληλο ρούχο στους καλεσμένους, ο άνθρωπος όμως αυτός περιφρόνησε και αρνήθηκε να δεχτεί το ρούχο που του προσφέρθηκε. Ενδέχεται παρ’ όλα αυτά κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της πρόσκλησης και του δείπνου να αναμενόταν ότι οι καλεσμένοι θα φρόντιζαν να ντυθούν ευπρεπώς (p).
Υπήρχαν όμως και πολλοί φτωχοί, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να υποβληθούν στις δαπάνες της προμήθειας ρούχου. Πιθανότερο λοιπόν είναι, ότι το ρούχο προμήθευσε η υπηρεσία του βασιλιά (ο).
«Εσύ όμως τίποτα να μην πολυεξετάζεις βαθύτερα, όπως για παράδειγμα ποιος είναι ο νυμφώνας, και πως μπήκε μαζί με τους καλλωπισμένους ο ακαλλώπιστος, και ό,τι παρόμοιο με αυτά… Από εδώ λοιπόν να αντλήσεις μόνο το να μάθεις, ότι δεν πρέπει κάποιος να παίρνει θάρρος μόνο από το ότι ήλθε στους γάμους, δηλαδή μόνο από την πίστη στο Χριστό. Αλλά αφού λούστηκε από το βάπτισμα, πρέπει να ντυθεί και ένδυμα γάμου, δηλαδή καλλωπισμένο και άξιο των μελλοντικών γάμων· και είναι αυτό βίος καθαρός και λαμπρός, σαν ένα χιτώνα που έχει υφανθεί με αρετές» (Ζ).
«Διότι ρούχο είναι ο βίος και η πράξη. Και όμως το κάλεσμα ήταν θέμα χάρης… Το μεν κάλεσμα και η κάθαρση ήταν θέμα χάρης· αυτός όμως που κλήθηκε και φόρεσε καθαρά, το να παραμείνει να διατηρεί αυτά, αυτό ανήκει στη φροντίδα των καλεσμένων. Το να κληθεί όμως δεν έγινε από την αξία, αλλά από τη χάρη. Έπρεπε λοιπόν να ξεπληρώσει την χάρη με το να υπακούσει, όχι με το να δείξει τόση πονηρία μετά την τιμή» (Χ).
«Άνθρωπο λοιπόν όχι ντυμένο με ρούχο γάμου, ονόμασε κάθε άνθρωπο που έχει στολιστεί με τρόπο ανάξιο του γάμου. Δεν είναι βεβαίως ρούχο γάμου η βρώμικη και ακάθαρτη ζωή» (Ζ).

Ματθ.22,12 καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε(1), πῶς εἰσῆλθες(2) ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου(3); ὁ δὲ ἐφιμώθη(4).
Ματθ.22,12 “Φίλε”, του λέει, “πώς μπήκες εδώ χωρίς το κατάλληλο ντύσιμο;” Εκείνος έχασε τη λαλιά του.
(1)   «Τον είπε φίλο, ως πρώην Χριστιανό, αν και έζησε ανάξια ως προς αυτήν την ονομασία» (Ζ). Τον αποκαλεί φίλο επειδή μέσω του βαπτίσματος ήλθε σε φιλική σχέση, αθέτησε όμως αυτήν με την αμαρτία (δ).
(2)   «Διότι στους μεν φθαρτούς γάμους θα μπορούσε κάποιος να έχει απολογία και συγγνώμη, επειδή δεν είναι εύκολο να προμηθευτεί κάποιος την άξια στολή· στον άφθαρτο όμως αυτόν γάμο, εξαφανίζεται κάθε δικαιολογία· διότι ο καλλωπισμός είναι κοντά και αποκτιέται εύκολα, αρκεί μόνο αληθινά να τον ζητήσουμε» (Ζ).
(3)   «Παρόλο που το πράγμα είναι τόσο ολοφάνερο, δεν τον τιμωρεί πιο πριν, παρά μόνο όταν αυτός ο ίδιος που αμάρτησε έβγαλε την απόφαση» (Χ).
(4)   «Επειδή δεν είχε τίποτα να απολογηθεί» (Ζ). «Με το ότι δεν είχε τίποτα να απαντήσει, καταδίκασε τον εαυτό του» (Χ).

Ματθ.22,13 τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις(1)· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας(2) ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε(3) εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον(4)· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων(5).
Ματθ.22,13 Τότε ο βασιλιάς είπε στους υπηρέτες: “δέστε του τα πόδια και τα χέρια και πάρτε τον και βγάλτε τον έξω στο σκοτάδι”· εκεί θα κλαίει και θα τρίζει τα δόντια του.
(1)   Οι οποίοι περίμεναν δίπλα στο τραπέζι (b), για να υπηρετούν αυτούς που κάθονταν. Αναφέρεται αυτό «στους αγγέλους που εκτελούν την υπηρεσία να τιμωρούν» (Ζ). Πράγματι οι άγγελοι παρουσιάζονται ότι ενεργούν τέτοια έργα κατά την εσχάτη ημέρα. Δες Ματθ. ιγ 39,41,49, κδ 31 (S).
(2)   «Δεν αρκεί βεβαίως να διωχτεί από τον γάμο, αυτός που ατίμασε την κλήση· διότι πρέπει αυτός, αφού οι υπηρέτες του βασιλιά, που έχουν ταχτεί στο να φυλακίζουν με δεσμά, τού δέσουν την πορεία (που συμβολίζεται με τα πόδια) την οποία δεν χρησιμοποίησε όπως έπρεπε και την δραστήρια δύναμη (που συμβολίζεται με τα χέρια), με την οποία δεν έκανε πράξη αγαθή, πρέπει λοιπόν όχι μόνο από τον γάμο να διωχτεί, αλλά και να καταδικαστεί στον τόπο που είναι ξένος από κάθε φως» (Ω).
«Δέσιμο λέει την αποχή από την ενέργεια που τελείται από τα πόδια και από τα χέρια. Διότι τότε καταργείται κάθε ενέργεια των αμαρτωλών και δεν υπάρχει πλέον καμία πράξη για εξιλέωση· διότι ο τωρινός καιρός, λέει, είναι καιρός εργασίας, ενώ ο μελλοντικός είναι καιρός ανταπόδοσης. Δένονται λοιπόν τα πόδια μεν, που βάδισαν στην αμαρτία· τα χέρια πάλι, που διέπραξαν τα παράνομα» (Ζ).
(3)   Αυτό θα συμβεί, λίγο πριν το γαμήλιο απόγευμα (b).
(4)   Στο σκοτάδι, το οποίο εκτείνεται έξω από το βασιλικό ανάκτορο του Μεσσία, το οποίο καταυγάζεται με φώτα (g).
(5)   «Για να μη νομίσει κάποιος, ότι αυτή η κόλαση είναι σκοτάδι, δηλαδή στέρηση του φωτός μόνο, πρόσθεσε ότι εκεί θα είναι ο κλαυθμός και το τρίξιμο των δοντιών, φανερώνοντας τις σε αυτό το σκοτάδι πικρές και επώδυνες» (Ζ), «τις ανυπόφορες οδύνες» (Χ).

Ματθ.22,14 πολλοὶ(1) γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί(2).
Ματθ.22,14 Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί».
(1)   Μεταξύ όλων εκείνων των πονηρών και αγαθών, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση, ένας μόνο αποδοκιμάστηκε. Δεν θα τολμούσε κάποιος να βγάλει από αυτό συμπεράσματα θεολογικά πολύ ευνοϊκά και επιεική, διότι το άτομο αυτό εκπροσωπεί ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων· από την άλλη, ο σ. 14 είναι αυστηρότερος (L).
(2)   Πολλοί καλούνται να μπουν στη βασιλεία, αλλά σχετικά λίγοι επιτυγχάνουν την απόκτηση των απαραίτητων προσόντων και γίνονται οριστικά δεκτοί σε αυτήν (a).

Στιχ. 15-22. Η πονηρή ερώτηση των Ηρωδιανών για τους φόρους και η θαυμαστή απόκριση του Κυρίου.

Ματθ.22,15 Τότε(1) πορευθέντες(2) οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐτὸν παγιδεύσωσιν(3) ἐν λόγῳ(4).
Ματθ.22,15 Τότε πήγαν οι Φαρισαίοι κι έκαναν σύσκεψη πώς να τον παγιδέψουν με ερωτήσεις.
(1)   Μετά τη συμπλήρωση της τελευταίας παραβολής δηλαδή (δ). «Τότε. Πότε; Όταν κατεξοχήν έπρεπε να νιώσουν κατάνυξη… να φοβηθούν τα μελλοντικά, όταν από τα παρελθόντα έπρεπε να πιστέψουν και για τα μελλοντικά» (Χ). «Ω πόσο βαθειά πώρωση! Τίποτα από αυτά που ειπώθηκαν δεν άγγιξε την ψυχή τους» (Ζ).
(2)   Στον τόπο στον οποίο συνήθως συσκέπτονταν (δ).
(3)   =Να συλλάβουν με παγίδα. Λέξη αλεξανδρινή. Δες Α΄ Βασ. κη 9 (S). Στην κυριολεξία λέγεται για σύλληψη πτηνών σε παγίδα (ο).
(4)   Με λόγο σαν σε παγιδευτικό δίχτυ. Ο λόγος ήταν το δίχτυ στο οποίο κάποια ύποπτη απάντηση θα έριχνε τη λεία τους (L). «Επειδή δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν εξαιτίας του όχλου, συσκέπτονται να τον πιάσουν με ερώτηση» (Ζ), «και να τον αποδείξουν υπεύθυνο δημόσιων αδικημάτων» (Χ).

Ματθ.22,16 καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτῷ τοὺς μαθητὰς(1) αὐτῶν μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν(2) λέγοντες· διδάσκαλε(3), οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ(4) καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ(5) ἐν ἀληθείᾳ(6) διδάσκεις(7), καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός(8)· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων(9)·
Ματθ.22,16 Έστειλαν, λοιπόν, τους μαθητές τους μαζί με τους Ηρωδιανούς και του είπαν: «Διδάσκαλε, ξέρουμε πως λες την αλήθεια και διδάσκεις αληθινά το θέλημα του Θεού, και δε φοβάσαι κανέναν γιατί δεν υπολογίζεις σε πρόσωπα.
(1)   Στέλνουν τους μαθητές, για να μη δώσουν υποψία στο Σωτήρα, αλλά να παρουσιάσουν το πράγμα ως αθώα απορία της νεολαίας που έχει ορμή από πατριωτικό αίσθημα (δ).
(2)   Δηλαδή αυτοί που ανήκουν στο κόμμα του Ηρώδη, «αυτοί που φρονούν τα του Ηρώδη» (Ιωσήπ. Ιουδ. Αρχαιολ. 14,15,16)(g). Ενώ οι Φαρισαίοι απεχθάνονταν την πληρωμή του φόρου, οι Ηρωδιανοί συνηγορούσαν υπέρ αυτού (S).
«Για αυτό και έστελναν και τους δικούς τους μαθητές και τους οπαδούς του Ηρώδη, σκάβοντας διπλό, όπως νόμιζαν, γκρεμό γύρω από το Χριστό και βάζοντας από παντού την παγίδα τους, έτσι ώστε, οτιδήποτε και αν πει να τον συλλάβουν. Και αν μεν απαντήσει υπέρ των Ηρωδιανών, να τον κατηγορήσουν αυτοί, αν πάλι υπέρ αυτών, να τον κατηγορήσουν εκείνοι» (Χ).
(3)   Αναγνωρίζουν ότι έχουν ανάγκη να διδαχτούν από αυτόν (δ).
(4)   «Δες την κολακεία τους και τον κρυμμένο δόλο» (Χ), «τα οποία χρησιμοποιούν θέλοντας να του φουσκώσουν τα μυαλά ώστε οπωσδήποτε να απαντήσει. Και αν είναι αλήθεια αυτό που λέτε, πώς αλλού λέτε ότι πλανά τον κόσμο;» (Ζ). «Αλλά όλα γίνονται όσα τυχόν η κακία υπαγορεύσει» (Χ). Είσαι αληθινός και συνεπώς και στο ζήτημα για το οποίο θα σε ρωτήσουμε, δεν θα μας αποκρύψεις την αλήθεια (δ).
(5)   =Ο τρόπος που φρονεί και ενεργεί αυτός που παραγγέλλεται από το Θεό και επιδοκιμάζεται από αυτόν (g)· ο δρόμος του θείου θελήματος (δ) «η αρετή, μέσω της οποίας οδεύει κάποιος προς το Θεό» (Ζ).
(6)   Αληθινά, όπως έχει το πράγμα, με τρόπο που αρμόζει στα πράγματα (g).
(7)   «Βεβαιώνουν ότι λέει την αλήθεια, ομολογώντας την πραγματικότητα· αλλά όμως όχι με σωστή διάθεση, ούτε με τη θέλησή τους» (Χ).
(8)   Δηλαδή αδιαφορείς αν με την αλήθεια θα αποκτήσεις εχθρούς και διώκτες οποιουσδήποτε (δ). «Και αυτό το λένε, ερεθίζοντάς τον στο να μη σεβαστεί τον Καίσαρα ούτε από φόβο για αυτόν, να σιωπήσει στην ερώτηση» (Ζ).
(9)   Το «βλέπω σε πρόσωπο» εδώ είναι το αποβλέπω στις ιδέες και σκέψεις των ανθρώπων· το πρόσωπο λοιπόν εδώ σημαίνει το άτομο με τις ιδέες του και τις αρχές του (δ). «Υπαινίσσονταν τον Ηρώδη και τον Καίσαρα» (Χ). «Δεν χαρίζεσαι σε πρόσωπο, λένε, δηλαδή τίποτα δεν θα έλεγες για χάρη του Πιλάτου ή του Ηρώδη» (Θφ).
«Τον προκαλούν με αυτόν τον έπαινο στο να μη χαριστεί στους Ηρωδιανούς και σε αυτούς που φρονούσαν τα του Καίσαρα, έτσι ώστε απαντώντας σύμφωνα με το θέλημα των Φαρισαίων για το ότι δεν πρέπει να δίνουν φόρο, να παραδοθεί από αυτούς στους Ηρωδιανούς» (Ω).

Ματθ.22,17 εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ(1); ἔξεστι(2) δοῦναι κῆνσον(3) Καίσαρι(4) ἢ οὔ(5);
Ματθ.22,17 Πες μας, λοιπόν, τι γνώμη έχεις; Επιτρέπεται να πληρώνουμε φόρο στον αυτοκράτορα ή όχι;»
(1)   «Για το οποίο δηλαδή πρόκειται να ρωτήσουμε» (Ζ). «Και δες την πονηρία τους. Δεν λένε, πες μας τι είναι καλό, τι συμφέρον, τι νόμιμο; Αλλά, τι νομίζεις; Έτσι σε αυτό μόνο απέβλεπαν, να τον προδώσουν και να τον παρουσιάσουν ως εχθρό του άρχοντα» (Χ).
(2)   «Είναι δίκαιο» (Ζ), επιτρέπεται σε εμάς ως λαό του Θεού (δ).
(3)   Από το λατινικό census στους Ρωμαίους η περιγραφή και εκτίμηση των αγαθών και των υπαρχόντων βάσει της οποίας κανονιζόταν ο φόρος που έπρεπε να πληρωθεί· στην Κ.Δ. ο κεφαλικός φόρος που ο καθένας κάθε χρόνο πλήρωνε (g) σε όλες τις ρωμαϊκές επαρχίες, στις οποίες ήδη περιλαμβανόταν και η Ιουδαία, και επιβαλλόταν σε κάθε αρσενικό από ηλικία 14 και πάνω και σε κάθε θηλυκό από 12 και πάνω (S).
(4)   Σε έναν Καίσαρα εθνικό δηλαδή και αλλόφυλο ηγεμόνα παρά την διάταξη του Δευτερ. ιζ 15. Δες Ιωσήπ. Ιουδ. Αρχ. 18,1,6 (δ). Ο τότε Καίσαρας ήταν ο Τιβέριος (ο).
(5)   «Ρωτούν με πολλή κακοήθεια και δόλο, έτσι ώστε, αν μεν πει ότι επιτρέπεται, να κινήσουν εναντίον του τους όχλους, αφού τάχα συμβουλεύει να είναι δούλοι στον Καίσαρα και υποτάσσει το λαό του Θεού σε έναν άνθρωπο. Εάν πάλι πει ότι δεν επιτρέπεται, να τον παραδώσουν στον ηγεμόνα, αφού τάχα συμβουλεύει αποστασία από τον Καίσαρα και πόλεμο» (Ζ).

Ματθ.22,18 γνοὺς(1) δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πονηρίαν(2) αὐτῶν εἶπε· τί με πειράζετε(3), ὑποκριταί(4);
Ματθ.22,18 Ο Ιησούς κατάλαβε την πονηριά τους και τους είπε: «Γιατί προσπαθείτε να με παγιδέψετε, υποκριτές;
(1)   Χωρίς καθυστέρηση και χωρίς κάποιος άλλος να οδηγήσει αυτόν (b).
(2)   «Ο μεν Μάρκος είπε την υποκρισία, ενώ ο Λουκάς την πανουργία» (Ζ).
(3)   Γιατί με βάζετε σε πειρασμό, σε δοκιμασία, όπως ο διάβολος, για να με καταστρέψετε; (δ).
(4)   «Είδες πώς τους μιλά με τρόπο που τους πλήττει πολύ; Επειδή ήταν ολοκληρωμένη και ολοφάνερη η κακία, κάνει βαθύτερη την τομή, κατά πρώτον φέρνοντάς τους σε σύγχυση με το να φέρει στο προσκήνιο τα απόρρητά τους και να κάνει φανερό σε όλους με ποια διάθεση τον πλησιάζουν» (Χ).

Ματθ.22,19 ἐπιδείξατέ μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου(1). οἱ δὲ προσήνεγκαν(2) αὐτῷ δηνάριον.
Ματθ.22,19 Δείξτε μου το νόμισμα που πληρώνουμε για φόρο». Εκείνοι του έφεραν ένα δηνάριο.
(1)   Το νόμισμα με το οποίο πληρωνόταν ο φόρος (g), διότι ο φόρος πληρωνόταν σε ρωμαϊκό νόμισμα (δ).
(2)   Στο ναό δεν κυκλοφορούσε το νόμισμα αυτό και για αυτό δεν ήταν πιθανό ότι θα βρισκόταν εκεί κάποιο τέτοιο. Για αυτό και ο Μάρκος παρουσιάζει τον Κύριο να λέει, «φέρτε μου δηνάριο» (α).

Ματθ.22,20 καὶ λέγει αὐτοῖς· τίνος ἡ εἰκὼν αὕτη καὶ ἡ ἐπιγραφή(1);
Ματθ.22,20 Ποιανού είναι αυτή η εικόνα και η επιγραφή;» τους ρωτάει.
(1)   «Δεν ρωτά γιατί αγνοεί, αλλά επειδή θέλει να κάνει τους ίδιους υπεύθυνους για τις απαντήσεις τους, εκφέρει την απόφαση με τη δική τους γλώσσα και κάνει αυτούς να αποφασίσουν ότι επιτρέπεται» (Χ).
Η επιγραφή που ήταν κυκλικά γύρω από την εικόνα του νομίσματος δήλωνε το όνομα του ηγεμόνα και τους τίτλους του (F). Η κυκλοφορία στην Παλαιστίνη του νομίσματος αυτού ως ισχύοντος νομίσματος ήταν σημάδι υποταγής των Ιουδαίων στη βασιλική εξουσία του ηγεμόνα που επέβαλλε το νόμισμα (ο).

Ματθ.22,21 λέγουσιν αὐτῷ· Καίσαρος· τότε λέει αὐτοῖς· ἀπόδοτε(1) οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ(2).
Ματθ.22,21 Του αυτοκράτορα», του απαντούν. «Δώστε, λοιπόν», τους λέει, «στον αυτοκράτορα ό,τι ανήκει στον αυτοκράτορα, και στο Θεό ό,τι ανήκει στο Θεό».
(1)   «Αυτό δεν σημαίνει να δώσουν, αλλά να δώσουν πίσω· και αυτό δείχνεται από την εικόνα και από την επιγραφή» (Χ). «Επειδή είναι του Καίσαρα, δώστε πίσω στον Καίσαρα τα δικά του… Δώστε τα πίσω αφού είναι εκείνου» (Ζ).
Το νόμισμα αυτό εκπροσωπούσε τη ρωμαϊκή οργάνωση, την ασφάλεια του ατόμου και της ιδιοκτησίας, τις ευκολίες της μεταφοράς και τα άλλα πλεονεκτήματα σταθερής κυβέρνησης. Πώς λοιπόν ήταν δίκαιο να απολαμβάνει κάποιος τα πλεονεκτήματα αυτά και να αρνείται την πληρωμή των φόρων που εξυπηρετούσαν τα πλεονεκτήματα αυτά; Το να πληρώνουν φόρο στον Καίσαρα δεν ήταν απλώς νόμιμο· ήταν ηθική υποχρέωση όπως δηλώνει η αντικατάσταση του «δοῦναι» («έξεστι δοῦναι») με το αποδοῦναι (p).
(2)   «Στα σωματικά και τα εξωτερικά να υποτάσσεστε στο βασιλιά, στα εσωτερικά όμως και πνευματικά, στο Θεό» (Θφ).
«Είναι δυνατόν δηλαδή και στους ανθρώπους να εκπληρώνει κανείς τις υποχρεώσεις του, και στο Θεό να δίνει αυτά που οφείλουμε στο Θεό. Για αυτό και ο Παύλος λέει· Αποδώστε σε όλους τις οφειλές· σε αυτόν που πρέπει τον φόρο, τον φόρο… Εσύ όμως όταν ακούσεις αποδώστε τα του Καίσαρα στον Καίσαρα, να ξέρεις ότι εκείνα λέει μόνο, όσα δεν παραβλάπτουν καθόλου την ευσέβεια. Διότι αν υπάρχει κάτι τέτοιο, αυτό δεν είναι πλέον του Καίσαρα, αλλά είναι φόρος και δασμός του διαβόλου» (Χ).
Το ένα καθήκον δεν καταργείται ούτε παραβλάπτεται από το άλλο. Τα του Θεού, τα ξεχωρισμένα και καθιερωμένα σε αυτόν, δεν είναι του Καίσαρα, αλλά τα του Καίσαρα από μία πλευρά είναι και του Θεού (b). Για αυτό όταν η πολιτεία επιτάσσει ενάντια στις εντολές και το θέλημα του Θεού, οφείλει ο Χριστιανός να αρνείται σε αυτήν την υπακοή (δ).

Ματθ.22,22 καὶ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν(1), καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλθον.
Ματθ.22,22 Όταν το άκουσαν αυτό έμειναν κατάπληκτοι και τον άφησαν κι έφυγαν.
(1)   Η απάντηση ήταν τόσο σύντομη, περιεκτική και πειστική ώστε αυτοί που πείραζαν τον Ιησού θαύμασαν (ο). «Θαύμασαν μεν, δεν πίστεψαν όμως, το οποίο και αυτό ήταν μεγάλη κατηγορία εναντίον τους» (Ζ).

Στιχ. 23-33. Η πονηρή ερώτηση των Σαδδουκαίων για την ανάσταση των νεκρών και η θαυμαστή απόκριση του Κυρίου.

Ματθ.22,23 Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ(1) προσῆλθον αὐτῷ Σαδδουκαῖοι(2), οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν(3). καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν
Ματθ.22,23 Εκείνη την ημέρα πήγαν στον Ιησού μερικοί Σαδδουκαίοι –αυτοί λένε πως δεν υπάρχει ανάσταση–
(1)   Μόνο ο Ματθαίος αναφέρει ότι η ερώτηση αυτή έγινε από τους Σαδδουκαίους την ίδια ημέρα, κατά την οποία οι Φαρισαίοι και οι Ηρωδιανοί είχαν θέσει το περί του φόρου ζήτημα. Ο Μάρκος και ο Λουκάς αφήνουν το χρόνο ακαθόριστο (p).
«Σε εκείνη. Σε ποια; Στην ημέρα που έλεγξε την πανουργία τους και τους ντρόπιασε. Πόση αλήθεια ανοησία! Μετά από την αποστόμωση εκείνων, επιτίθενται εναντίον του αυτοί, αν και έπρεπε να γίνουν διστακτικότεροι. Αλλά τέτοιο πράγμα είναι η θρασύτητα, πράγμα αναίσχυντο και αυθάδες, ώστε και τα αδύνατα να επιχειρεί» (Χ).
(2)   Στο τέλος της δημόσιας δράσης του, όλοι ξεσηκώνονται μαζί εναντίον του Ιησού (b). Οι Σαδδουκαίοι «είναι αίρεση των Ιουδαίων διαφορετική από τους Φαρισαίους, και πολύ κατώτερη από εκείνους, η οποία έλεγε ότι δεν υπάρχει ανάσταση, ούτε άγγελος, ούτε πνεύμα. Διότι αυτοί ήταν περισσότερο υλιστές και προσκολλημένοι στα σωματικά πράγματα» (Χ).
«Αρνούνταν την από τους νεκρούς ανάσταση, διότι δεν αναφερόταν αυτή φανερά στις μωσαϊκές γραφές (Πεντάτευχος), τις οποίες βεβαίως μόνο αυτές γνώριζαν, αφού δεν παραδέχονταν τα άλλα βιβλία» (Ζ).
(3)   Μάλλον δεν υπάρχει ανάσταση. Και όχι: δεν είναι αληθινή η ανάσταση (δ).

Ματθ.22,24 λέγοντες· διδάσκαλε, Μωσῆς εἶπεν(1), ἐάν τις ἀποθάνῃ μὴ ἔχων τέκνα(2), ἐπιγαμβρεύσει(3) ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἀναστήσει σπέρμα(4) τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ.
Ματθ.22,24 και τον ρώτησαν: «Διδάσκαλε, ο Μωυσής είπε: αν κάποιος πεθάνει άτεκνος, ο αδερφός του να παντρευτεί τη χήρα του και να κάνει απογόνους για τον νεκρό αδερφό του.
(1)   «Παίρνουν την αφορμή της υπόθεσης από το μωσαϊκό νόμο, για να φανεί αξιόλογο το ζήτημα. Διότι πράγματι στη γραφή του Δευτερονομίου παρήγγειλε ο Μωϋσής, τη γυναίκα αυτού που πέθανε άτεκνος, να την παντρευτεί πάλι ο αδελφός του» (Ζ). Στο Λευϊτ. ιη 16,κ 21 απαγορεύεται ο γάμος με τη σύζυγο αδελφού που πέθανε. Αλλά στο Δευτερ. κε 5-10 καθορίζονται ειδικές περιπτώσεις, στις οποίες παρουσιάζεται ως καθήκον το να τελεί κάποιος τέτοιο γάμο (α).
(2)   Το εβραϊκό πρωτότυπο έχει απλώς υιό, δηλαδή αρσενικό απόγονο. Οι Ο΄ όμως γράφουν σπέρμα και ο Ιώσηπος (Αρχ. 4,255) ερμήνευσε αυτό με τέτοια έννοια (α).
(3)   Μπαίνει αντί για το ρήμα «λάβη» του Δευτ. κε 5, το οποίο έχουν οι Ο΄ και οι άλλοι δύο συνοπτικοί (L). Οι Ο΄ μεταφράζουν με αυτό την εβραϊκή λέξη που σημαίνει γίνομαι πεθερός ή γαμπρός κάποιου (Γεν. λδ 9,Α΄Βασ. ιη 23,26. Β΄ Παρ. ιη 1,Α΄ Μακ. ι 54,56). Εδώ έχει την έννοια του: παντρεύομαι τη χήρα του αδελφού που πέθανε χωρίς απόγονο (g).
(4)   «Το παιδί που θα γεννήσει πρώτο, θα ονομάσει αυτό παιδί του πεθαμένου αδελφού για μνημόσυνο εκείνου» (Ζ). Μέχρι το σημείο αυτό υποχρεωνόταν να συγκατοικεί μαζί της, μέχρι να αναστήσει γενιά στον αδελφό του, έπειτα όμως μπορούσε να εγκαταλείψει αυτήν (δ).

Ματθ.22,25 ἦσαν(1) δὲ παρ᾿ ἡμῖν ἑπτὰ(2) ἀδελφοί· καὶ ὁ πρῶτος γαμήσας ἐτελεύτησε, καὶ μὴ ἔχων σπέρμα ἀφῆκε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ·
Ματθ.22,25 Ήταν σ’ εμάς εφτά αδερφοί· ο πρώτος, αφού παντρεύτηκε πέθανε και, επειδή δεν είχε παιδιά, άφησε τη γυναίκα του στον αδερφό του.
(1)   «Και δεν λένε μεν απευθείας τίποτα για ανάσταση, αλλά πλάθουν κάποια φανταστική υπόθεση και προβάλλουν, κατά τη γνώμη μου, κάποιο πράγμα που δε συνέβη, πιστεύοντας ότι θα τον βάλουν σε αμηχανία και επειδή ήθελαν να ανατρέψουν και τα δύο, και το ότι υπάρχει ανάσταση και το ότι η ανάσταση θα είναι τέτοιου είδους» (Χ).
(2)   «Και για ποιό λόγο δεν έπλασαν με τη φαντασία τους δύο ή τρεις, αλλά επτά; Με σκοπό να γελοιοποιήσουν, όπως νόμιζαν, σε πολύ μεγάλο βαθμό την ανάσταση» (Χ) και «και να φανεί ότι είναι πιο αδιέξοδο το πρόβλημα» (Ζ). «Για αυτό και λένε, Όλοι την είχαν, σαν να τον έβαζαν σε κάποιο αδιέξοδο» (Χ).

Ματθ.22,26 ὁμοίως(1) καὶ ὁ δεύτερος καὶ ὁ τρίτος, ἕως τῶν ἑπτά(2).
Ματθ.22,26 Το ίδιο κι ο δεύτερος κι ο τρίτος, ως τον έβδομο.
(1)   Το ομοίως αναφέρεται σε όλη την προηγούμενη πρόταση δηλαδή ομοίως και ο δεύτερος αφού παντρεύτηκε πέθανε και μη έχοντας απόγονο άφησε τη γυναίκα του στον αδελφό του (δ).
(2)   Έως ότου και οι επτά πήραν σε γάμο την ίδια γυναίκα και πέθαναν (δ).

Ματθ.22,27 ὕστερον(1) δὲ πάντων ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή.
Ματθ.22,27 Ύστερα απ’ όλους πέθανε και η γυναίκα.
(1)   Συναντιέται 7 φορές στο Ματθαίο, ο οποίος ουδέποτε χρησιμοποιεί το έσχατον, επίρρημα το οποίο βρίσκεται στο Μάρκ. ιβ 22 και Α΄Κορ. ιε 8 (L).

Ματθ.22,28 ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει τίνος τῶν ἑπτὰ ἔσται ἡ γυνή(1); πάντες γὰρ ἔσχον αὐτήν(2).
Ματθ.22,28 Όταν λοιπόν θ’ αναστηθούν, σε ποιον από τους εφτά θ’ ανήκει αυτή η γυναίκα; Αφού όλοι την είχαν παντρευτεί».
(1)   Η λαϊκή υλιστική αντίληψη περί ανάστασης, γελοιοποιείται εδώ (S).
(2)   Θα είναι σύζυγος ή όλων ή ενός. Αλλά κανείς από τους 7 δεν έχει πάνω της δικαιώματα ανώτερα από τους άλλους (b).
«Οι Σαδδουκαίοι νόμισαν ότι, από το γεγονός ότι υπάρχει ανάσταση έπεται και ότι ο άνδρας όταν αναστηθεί θα είναι πάλι αρσενικός που έχει γεννητικά όργανα και η γυναίκα θα αναστηθεί ως γυναίκα έχοντας γυναικείο σώμα. Και ερμηνεύοντας με κατώτερο τρόπο όσα λέγονταν για την ανάσταση, επειδή τέτοια νόμιζαν ότι συμβαίνουν ως φυσική ακολουθία, αφού έπλασαν έναν μύθο, τον σχετικό με τους επτά αδελφούς που παντρεύτηκαν μία γυναίκα, απορούσαν ποιανού θα γίνει αυτή γυναίκα όταν αναστηθεί, αφού έφθασε να είναι γυναίκα επτά ανδρών» (Ω).

Ματθ.22,29 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς(1) μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ(2).
Ματθ.22,29 Ο Ιησούς τους αποκρίθηκε: «Βρίσκεστε σε πλάνη, γιατί ούτε τις Γραφές καταλαβαίνετε ούτε τη δύναμη του Θεού.
(1)   Τις γραφές, οι οποίες σαφώς αποβλέπουν σε μέλλουσα ζωή. Οι Σαδδουκαίοι δεν καταλάβαιναν τον Μωϋσή· δεν δέχονταν όμως τους προφήτες, οι οποίοι εξηγούν τον Μωϋσή (b). «Πλανιέστε διότι δεν καταλαβαίνετε τις γραφές τις προφητικές, οι οποίες δεν δογματίζουν τέτοια ανάσταση σαν αυτήν που εσείς νομίζετε» (Ζ).
Αποδεικνύονταν ότι αγνοούν τις γραφές όταν έβγαζαν συμπεράσματα από την πείρα της παρούσας ζωής και εφάρμοζαν αυτά στις συνθήκες της μέλλουσας ζωής (p), θεωρώντας την ανάσταση ως επάνοδο στην πρώτη κατάσταση, την με σάρκα και αίμα μαζί με τα ίδια πάθη και επιθυμίες και για αυτό νόμιζαν αυτήν αδύνατη (δ).
(2)   «Πλανιέστε όμως και επειδή δεν γνωρίζετε τη δύναμη του Θεού, που μπορεί να αναστήσει τους νεκρούς χωρίς τις προηγούμενες σχέσεις και πάθη» (Ζ). «Τη δύναμη του Θεού, από την οποία δύναμη συμβαίνουν τα σχετικά με την ανάσταση και η νέα με αυτήν ζωή» (Ω).
Έδειχναν άγνοια της δύναμης του Θεού, όταν θεωρούσαν, ότι, εάν ο Θεός επιφύλασσε κάποια μέλλουσα ζωή, αυτή δεν μπορούσε να είναι διαφορετική από την παρούσα (p). Η δύναμη του Θεού απομακρύνει κάθε δυσκολία (S) και θα κάνει την ανθρώπινη φύση ισάγγελη (b).

Ματθ.22,30 ἐν γὰρ(1) τῇ ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται(2), ἀλλ᾿ ὡς ἄγγελοι(3) Θεοῦ ἐν οὐρανῷ(4) εἰσι.
Ματθ.22,30 Όταν αναστηθούν οι νεκροί, ούτε θα νυμφεύονται ούτε θα παντρεύονται, αλλά θα είναι όπως οι άγγελοι στον ουρανό.
(1)   Το γαρ αναφέρεται στο «πλανάσθε μη ειδότες… την δύναμιν του Θεού» (δ).
(2)   «Ούτε παντρεύονται οι άνδρες ούτε δίνονται σε γάμο οι γυναίκες, δηλαδή δεν ενώνονται σαρκικά με άνδρες, αφού δεν υπάρχει εκεί σχέση γαμική. Στο Λουκά πρόσθεσε ότι δεν μπορούν ακόμα και να πεθάνουν· δείχνοντας ότι ο γάμος έγινε για το θάνατο αφού αντί για αυτούς που πεθαίνουν γεννιούνται άλλοι· όπου όμως δεν υπάρχει θάνατος, ούτε γάμος επομένως υπάρχει» (Ζ).
(3)   «Όσον αφορά την έλλειψη παθών και φιληδονίας, αλλά επίσης και ως προς την καθαρότητα και φωτεινότητα» (Ζ). «Η φύση των αγγέλων δεν γνωρίζει τη διαίρεση σε αρσενικό και θηλυκό, διότι αυτή η διαίρεση είναι της θνητής φύσης, η οποία με την τεκνογονία του γάμου συμπληρώνει αυτό που μένει κενό από το θάνατο» (Σχ).
(4)   Το «στον ουρανό» αποδίδεται και στο ρήμα εισί και στο άγγελοι=οι δίκαιοι έχουν την ποιότητα των ουρανίων, αυτών που δεν έχουν σάρκα και αίμα, όπως οι άγγελοι (δ).
«Όπως οι άγγελοι στον ουρανό ούτε έρχονται ούτε δίνονται σε γάμο, έτσι (λέει) και αυτοί που ανασταίνονται από τους νεκρούς. Εγώ όμως νομίζω ότι με αυτά φανερώνεται, ότι αυτοί που καταξιώνονται της ανάστασης των νεκρών, γίνονται όπως οι άγγελοι στον ουρανό, όχι μόνο ως προς το ότι δεν έρχονται και δεν δίνονται σε γάμο, αλλά και ως προς το ότι μετασχηματιζόμενα τα σώματά τους τα ταπεινά, γίνονται τέτοια, όπως είναι τα σώματα των αγγέλων, αιθέρια και σαν το φως της αυγής» (Ω).

Ματθ.22,31 περὶ δὲ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ῥηθὲν(1) ὑμῖν(2) ὑπὸ τοῦ Θεοῦ λέγοντος(3),
Ματθ.22,31 Όσο για την ανάσταση των νεκρών, δε διαβάσατε τι σας λέει ο ίδιος ο Θεός;
(1)   Το γεγονός της ανάστασης αποδεικνύεται ήδη από τη Γραφή (S). «Από τον Μωϋσή τούς αποστομώνει επειδή και εκείνοι τον Μωϋσή πρόβαλλαν» (Χ).
«Αν και μπορούσε ο Σωτήρας να κάνει αμέτρητες αναφορές από τους προφήτες σχετικά με το ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή για τους ανθρώπους, αυτό δεν το έκανε επειδή οι Σαδδουκαίοι αποδέχονταν μόνο τη γραφή του Μωϋσή, από την οποία ήθελε να τους ντροπιάσει με συλλογισμό που δήλωνε κάτι τέτοιο» (Ω). Και δείχνει ότι στα βιβλία του Μωϋσή το δόγμα περί μέλλουσας ζωής υπονοείται με σαφήνεια (p).
(2)   Στους απογόνους του Αβραάμ (b). Ο λόγος του Θεού είναι πάντοτε ζωντανός και απευθύνεται εξίσου προς αυτούς που αντιτίθενται τώρα στον Κύριο, όσο και στους πατέρες τους (L).
(3)   Η παράθεση που ακολουθεί από την Έξοδο (γ 6,15,16 και δ 5). Αλλά και στα Γεν. κστ 24 και κη 13 ο Θεός ονομάζει τον εαυτό του, Θεό Αβραάμ, σε χρόνο κατά τον οποίο ο Αβραάμ είχε πεθάνει.

Ματθ.22,32 ἐγώ εἰμι(1) ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων(2).
Ματθ.22,32 Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών».
(1)   «Δεν είπε ήμουν, αλλά είμαι» (Χ). «Διότι αν ήταν οπωσδήποτε νεκροί (οι πατριάρχες), θα έλεγε ότι εγώ ήμουν ο Θεός» (Ζ).
(2)   «Δηλώνει ότι όχι αυτών που δεν υπάρχουν και άπαξ δια παντός εξαφανίστηκαν και δεν θα αναστηθούν πια… αλλά είμαι (Θεός) αυτών που υπάρχουν και που ζουν» (Σχ). Επομένως και ο Αβραάμ και οι δύο άλλοι πατριάρχες ζουν με το πνεύμα. Επομένως η ψυχή δεν πεθαίνει μαζί με το σώμα αλλά ζει. Αυτό όμως αποτελεί προϋπόθεση και εγγύηση ότι και η ανάσταση θα επακολουθήσει, διότι εάν η προσωπικότητα καταστρεφόταν με το θάνατο, θα ήταν περιττή και άσκοπη η ανασύσταση του οργάνου της (δ).

Ματθ.22,33 καὶ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι(1) ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ(2).
Ματθ.22,33 Τα πλήθη, όταν τ’ άκουσαν έμειναν κατάπληκτοι με τη διδασκαλία του.
(1)   «Οι απονήρευτοι και αμερόληπτοι όχλοι» (Ζ). «Οι Σαδδουκαίοι αφού ηττήθηκαν αναχωρούν, ενώ το αμερόληπτο πλήθος καρπώνεται την ωφέλεια» (Χ).
(2)   «Οι όχλοι εκπλήσσονταν αποδεχόμενοι ότι η διδασκαλία του Σωτήρα ήταν σοφότατη και μπορούσε να επιστρέψει σε αυτόν όσους ήταν δύσπιστοι» (Ω).

Στιχ. 34-40. Η πονηρή ερώτηση ενός νομοδιδασκάλου.

Ματθ.22,34 Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἀκούσαντες ὅτι ἐφίμωσε(1) τοὺς Σαδδουκαίους, συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτό(2),
Ματθ.22,34 Όταν έμαθαν οι Φαρισαίοι ότι αποστόμωσε τους Σαδδουκαίους, συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί,
(1)   Έκανε άφωνους και αναπολόγητους (δ).
(2)   Υπάρχει και η γραφή επ’ αυτόν=μάλλον κοντά του παρά εναντίον του (L). Οι Φαρισαίοι δεν θα ευχαριστήθηκαν για τη νίκη του Χριστού εναντίον των Σαδδουκαίων. Κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή επιθυμούσαν ο Χριστός να νικηθεί, αδιάφορο από ποιον (p). Δεν είναι παρ’ όλα αυτά απίθανο, αυτοί από τους Φαρισαίους που ήταν φανατικότεροι στο δόγμα να αισθάνθηκαν και ικανοποίηση, διότι φιμώθηκαν οι Σαδδουκαίοι, και να επιχείρησαν να παρασύρουν τον Ιησού προς το μέρος τους (L).

Ματθ.22,35 καὶ ἐπηρώτησεν εἷς ἐξ αὐτῶν, νομικός, πειράζων(1) αὐτὸν καὶ λέγων·
Ματθ.22,35 και ένας απ’ αυτούς, νομοδιδάσκαλος, για να τον φέρει σε δύσκολη θέση, του έκανε το εξής ερώτημα:
(1)   «Όταν εκείνοι αποστομώθηκαν, αυτοί πάλι επιτίθενται» (Χ). «Στον μεν Ματθαίο αυτός ο νομικός πειράζει, ενώ στον Μάρκο μάλλον έτυχε επαίνου» (Ζ).
Ή, «ρώτησε μεν για να πειράξει στην αρχή, αλλά αφού ωφελήθηκε από την απάντηση, επαινέθηκε» (Χ), «και αφού άλλαξε, ομολόγησε και αυτός ότι έτσι είναι τα πράγματα» (Ζ).
Ή, το πειράζω δεν βρίσκεται εδώ με εμφανώς κακή έννοια. Μπορεί να σημαίνει όχι πλέον το δοκιμάζει αυτόν να δει αν θα δώσει απάντηση πειστική (p).
Οι Φαρισαίοι επίσης οι οποίοι προτείνουν ένα ζήτημα θεωρητικό, είναι δυνατόν να είναι διαφορετικοί από εκείνους, οι οποίοι είχαν προηγουμένως συνενωθεί μαζί με τους Ηρωδιανούς. Ενδέχεται αυτοί να μαζεύτηκαν όχι για να παγιδεύσουν αλλά για να ακούσουν τον Ιησού (L).
Ή, ο νομικός αυτός ασυνείδητα έγινε όργανο των Φαρισαίων, που τον παγίδευσαν στα δικά τους σχέδια και προκάλεσαν σε αυτόν το ερώτημα, πάνω στο οποίο αυτός ειλικρινά και από αγαθή συνείδηση ζητά απάντηση από τον Ιησού (ο).

Ματθ.22,36 διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη(1) ἐν τῷ νόμῳ(2);
Ματθ.22,36 Διδάσκαλε, ποια είναι η πιο μεγάλη εντολή στο νόμο;
(1)   Λέει μεγάλη αντί για υπερθετικό· είναι πιο σημιτικός τρόπος έκφρασης του «πρώτη από όλες» (L). Ότι οι εντολές του νόμου θεωρούνταν ότι διαφέρουν στη σπουδαιότητα, φαίνεται από το Ματθ. ε 19. Και σε διάφορες περιστάσεις ο Χριστός είχε έλθει σε σύγκρουση με τους Φαρισαίους ως προς τις σχετικές υποχρεώσεις κάποιων εντολών όπως αυτές που αφορούσαν το Σάββατο (Ματθ. ιβ 1-14), το καθήκον του γιου (Ματθ. ιε 1-9), το διαζύγιο (ιθ 3-9). Ποιά αρχή θα έπρεπε να μπει ως οδηγός, προκειμένου κάποιος να κάνει αυτές τις διακρίσεις; (p).
(2)   Η φράση «στο νόμο» δεν πρέπει να περιοριστεί στις 10 εντολές, αλλά πρέπει να το πάρουμε ότι περιλαμβάνει τον όλο Μωσαϊκό κώδικα, τόσο τον ηθικό, όσο και τον λειτουργικό (ο). Οι ραββίνοι αριθμούσαν περισσότερα από 600 παραγγέλματα στο νόμο, από τα οποία άλλα μεν ονόμαζαν βαριά και άλλα ελαφρά, και υπήρχε μεγάλη συζήτηση και αμφισβήτηση ως προς το πού έπρεπε να καταταχτεί το ένα και πού το άλλο (p).

Ματθ.22,37 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη(1) αὐτῷ· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου(2).
Ματθ.22,37 Αυτός του απάντησε: «Ν’ αγαπάς τον Κύριο το Θεό σου μ’ όλη την καρδιά σου, μ’ όλη την ψυχή σου και μ’ όλο το νου σου.
(1)   Απαντά σε αυτόν από το Δευτ. στ 5, το οποίο αποτελούσε μέρος του ιουδαϊκού Shema (S), και το οποίο ήταν κατ’ εξοχήν γνωστό και οικείο σε κάθε Ιουδαίο της εποχής εκείνης, διότι όφειλε να απαγγέλει αυτό 2 φορές την ημέρα (p). Οι Ο΄ γράφουν: «εξ’ όλης της διανοίας σου και εξ’ όλης της ψυχής σου και εξ’ όλης της δυνάμεώς σου». Αλλά ο Λουκάς (σύμφωνα με δύο μεγαλογράμματους κώδικες) αντί για διανοίας γράφει καρδίας.
Ο Μάρκος συμπεριέλαβε και τις δύο αυτές μεταφράσεις γράφοντας: «Εξ’ όλης της καρδίας σου και εξ’ όλης της ψυχής σου, και εξ’ όλης της διανοίας σου και εξ’ όλης της ισχύος σου». Ο Ματθαίος ακολουθώντας το Εβραϊκό έχει «εν» αντί για την «εξ» (a) το οποίο προσεγγίζει περισσότερο προς το Εβραϊκό (L), και επειδή στο κείμενο της Π.Δ. υπάρχουν 3 φράσεις (εν όλη… εν όλη… εν όλη…) παρέλειψε το ισχύος περιλαμβάνοντας αυτό στα άλλα.
(2)   «Πρέπει να αγαπάμε το Θεό ολόψυχα, το οποίο σημαίνει να έχουμε την προσοχή μας στραμμένη σε αυτόν με όλα τα μέρη και τις δυνάμεις της ψυχής» (Θφ). Η έννοια των εκφράσεων αυτών είναι: να αγαπήσεις το Θεό σου με όλη την εσωτερική ψυχική και πνευματική σου δύναμη. Και το μεν καρδίας αναφέρεται στην έδρα του συναισθήματος, ενώ το ψυχής στον εσωτερικό άνθρωπο, ο οποίος εδώ ιδίως εμφανίζεται ως θέληση και το της διανοίας αναφέρεται στο νου.=Η μεν καρδιά να ποθεί, ο δε νους να σκέφτεται για αυτόν ασταμάτητα και η θέληση να κάνει το θέλημά του για επίτευξη της τέλειας ένωσης με αυτόν, η οποία είναι η ουσία της πνευματικής αγάπης (δ). Πλήρης και τέλεια αφιέρωση στο Θεό ολόκληρου του εαυτού μας (ο).

Ματθ.22,38 αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη(1) ἐντολή.
Ματθ.22,38 Αυτή είναι η πρώτη και πιο μεγάλη εντολή.
(1)   Η εντολή αυτή δεν είναι μόνο μέγιστη όσον αφορά την ανάγκη, την ευρύτητα και τη διάρκεια του πράγματος, αλλά και πρώτη στη φύση, την σειρά, τον χρόνο και την καθαρότητα (b). Πρώτη στη σειρά η εντολή αυτή σε σύγκριση με τις επόμενες και μεγάλη κατά την ποιότητα διότι περικλείει όλες τις υπόλοιπες (δ).

Ματθ.22,39 Δευτέρα(1) δὲ ὁμοία(2) αὐτῇ(3)· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν(4).
Ματθ.22,39 Δεύτερη, εξίσου σπουδαία με αυτήν: ν’ αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου.
(1)   «Εδώ ενώ ρωτήθηκε για την πρώτη, λέει και τη δεύτερη, που δεν διαφέρει και πολύ από αυτήν· διότι είναι δεύτερη μεν αλλά όμοια με εκείνη» (Χ). «Δεύτερη όμως όχι στη σειρά της νομοθεσίας, αλλά στη δύναμη» (Ζ).
(2)   «Γιατί όμως είναι όμοια με αυτήν; Διότι αυτή προετοιμάζει εκείνην και συγχρόνως συγκροτείται από αυτήν» (Χ).
«Είπε ότι η δεύτερη είναι όμοια με την πρώτη στην μεγαλειότητα· διότι είναι και αυτή μεγάλη και αλληλοσυνδέονται και αλληλοβοηθιούνται οι δύο· διότι πράγματι αυτός μεν που αγαπά το Θεό αγαπά και τον πλησίον, φυλάσσοντας την εντολή του, ενώ αυτός που δεν αγαπά τον πλησίον, ούτε το Θεό αγαπά, αφού παραβαίνει την εντολή του» (Ζ).
Η προς τον πλησίον αγάπη μοιάζει με την αγάπη στο Θεό περισσότερο από όσο τα άλλα καθήκοντα, ακριβώς όπως και η σελήνη μοιάζει με τον ήλιο περισσότερο από όσο τα υπόλοιπα αστέρια (b). Η προς το Θεό αγάπη αποτελεί τη βάση της προς τον πλησίον αγάπης. Με το Θεό είμαστε όλοι αδελφοί (p).
(3)   Η παράθεση από το Λευϊτ. ιθ 18 (S).
(4)   Τα συμφέροντα του πλησίον πρέπει να είναι σε μας τόσο πολύτιμα όσο είναι σε μας τα δικά μας συμφέροντα.

Ματθ.22,40 ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος(1) καὶ οἱ προφῆται(2) κρέμανται.
Ματθ.22,40 Σ’ αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και οι προφήτες».
(1)   «Αν το να αγαπά κάποιος το Θεό είναι το να αγαπά τον πλησίον, και το να αγαπά τον πλησίον συντελεί στη διαφύλαξη των εντολών, εύλογα λέει· Σε αυτές όλος ο νόμος και οι προφήτες στηρίζονται» (Χ). «Διότι ποιός αγαπώντας το Θεό και τον πλησίον ή θα κλέψει ή θα μνησικακήσει ή θα μοιχεύσει ή θα φονεύσει ή θα πορνεύσει;» (Θφ).
(2)   Ο νομικός ρώτησε για τη μεγάλη εντολή του νόμου και η απάντηση του Χριστού προέρχεται από την Πεντάτευχο. Αλλά εδώ αποδεικνύει ο Κύριος ότι οι δύο αυτές εντολές δεν καλύπτουν τα θεμελιώδη παραγγέλματα μόνο της Πεντατεύχου, αλλά και την ακόμα περισσότερο εξελιγμένη διδασκαλία των προφητών· είναι αυτές η ζωή και η ψυχή όλη της ηθικής και πνευματικής διδασκαλίας της Π.Δ. (p).

Στιχ. 41-46. Ο Ιησούς ρωτά τους Φαρισαίους για τον Μεσσία.

Ματθ.22,41 Συνηγμένων(1) δὲ τῶν Φαρισαίων ἐπηρώτησεν αὐτοὺς(2) ὁ Ἰησοῦς
Ματθ.22,41 Εκεί που ήταν συγκεντρωμένοι οι Φαρισαίοι,
(1)   Πολύ πιθανό ο ευαγγελιστής να είχε στο νου το Ψαλμ. β 2 («οι άρχοντες μαζεύτηκαν στο ίδιο σημείο… κατά του Χριστού»)(a).
(2)   Η ερώτηση σύμφωνα με τον Ματθαίο απευθύνθηκε στους Φαρισαίους· στους Μάρκο και Λουκά φαίνεται να απευθύνθηκε στο λαό γενικώς, ο οποίος όμως συμφωνούσε οπωσδήποτε με την πίστη και το φρόνημα των Φαρισαίων σε αυτήν την περίπτωση (S).

Ματθ.22,42 λέγων· τί ὑμῖν δοκεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ(1); τίνος υἱός ἐστι(2); λέγουσιν αὐτῷ· τοῦ Δαυΐδ(3).
Ματθ.22,42 τους ρώτησε ο Ιησούς: «Τι νομίζετε για το Μεσσία; Ποιανού απόγονος είναι;» «Του Δαβίδ», του απαντούν.
(1)   Ποιά είναι η γνώμη σας για το πρόσωπο, το αξίωμα και τη φύση του Μεσσία (ο).
«Για το Χριστό που αναγγέλλεται μεν από τους προφήτες, αλλά δεν ήρθε ακόμη, όπως εσείς λέτε, και αναμένεται από εσάς… Μιλά για τη θεότητά του και όχι με ολοφάνερο τρόπο, αλλά πλαγίως για να μην δώσει υποψίες· και φαινομενικά μεν ρωτά και απαντά για τον αναμενόμενο Χριστό… στην πραγματικότητα όμως τα λέει αυτά για τον εαυτό του» (Ζ).
(2)   Η ορθή απάντηση στο ερώτημα αυτό θα έλυνε το ερώτημα που έμεινε χωρίς απάντηση: Με ποιά εξουσία κάνεις αυτά. Επιπλέον είχε κληθεί από την ιεραρχία των Ιουδαίων να επιβάλλει σιγή σε εκείνους, οι οποίοι ζητωκραύγαζαν αυτόν ως υιό του Δαβίδ. Αυτό υπονοούσε, ότι όφειλε να αρνηθεί έναν τόσο τιμητικό τίτλο. Αποδεικνύει τώρα, ότι ο τίτλος αυτός απέδιδε σε αυτόν όχι πάρα πολλά, όπως φρονούσαν οι αρχιερείς, αλλά πολύ λίγα.
Εάν ήταν μόνο ο υιός Δαβίδ δεν θα είχε περισσότερα δικαιώματα πάνω στον τίτλο του Μεσσία από όσα είχε ο Σολομώντας ή οποιοσδήποτε άλλος απόγονος του Δαβίδ. Αλλά σε Ψαλμό, ο οποίος από όλους αναγνωριζόταν ως μεσσιακός και θεόπνευστος, ο Μεσσίας παρουσιάζεται τελείως υπεροχότερος όχι απλώς από οποιονδήποτε άλλο απόγονο του Δαβίδ, αλλά και από τον ίδιο τον Δαβίδ (p).
(3)   «Το ήξεραν αυτό από τα προφητικά λόγια. Θεωρούσαν όμως το Χριστό απλώς γιο του Δαβίδ, δηλαδή απλό άνθρωπο» (Ζ).

Ματθ.22,43 λέγει αὐτοῖς· πῶς οὖν Δαυΐδ ἐν Πνεύματι(1) Κύριον(2) αὐτὸν καλεῖ λέγων(3),
Ματθ.22,43 Τους λέει: «Πώς τότε ο Δαβίδ, οδηγημένος από το Πνεύμα, τον ονομάζει “Κύριο”; Λέει:
(1)   «Πνεύμα δηλαδή άγιο και όχι από μόνος του» (Ζ). Δηλαδή με θεία έμπνευση (a) και συνεπώς αληθινά (b). Αυτό αποδεικνύει, ότι ο Σωτήρας μας θεωρούσε τα συγγράμματα της Π.Δ. ως θεόπνευστα (ο).
(2)   Σημάδι υποτέλειας. Μεγαλύτερη τιμή για τον Δαβίδ ήταν να έχει το Χριστό γιο και απόγονό του, παρά το ότι ήταν βασιλιάς. Και όμως ο Δαβίδ δεν αποκαλεί το Χριστό γιο του, αλλά χαίρεται διότι ο Χριστός είναι Κύριός του, και αυτός δούλος του Χριστού (b).
(3)   Η παράθεση από το Ψαλμ. ρθ σύμφωνα με τους Ο΄ που έχει επιγραφή Ψαλμός τω Δαβίδ και έχει ολοφάνερα μεσσιακό χαρακτήρα τόσο μάλλον, όσο παριστάνει τον βασιλιά Μεσσία και ως ιερέα αιώνιο κατά την τάξη Μελχισεδέκ και προσκαλείται από το Θεό, να κάτσει στα δεξιά του, το οποίο δεν αρμόζει σε κανέναν από τους ανθρώπους ούτε τους αγγέλους (δ).
Οι Φαρισαίοι αποδέχονταν ότι ο Ψαλμός είχε συγγραφεί από τον Δαβίδ και συνεπώς ο Κύριος επιχειρηματολογεί στηριζόμενος σε κάτι που είναι δεδομένο για αυτούς που διαφωνούσαν μαζί του (S).

Ματθ.22,44 εἶπεν ὁ Κύριος(1) τῷ Κυρίῳ μου(2), κάθου ἐκ δεξιῶν μου(3) ἕως ἂν θῶ(4) τοὺς ἐχθρούς(5) σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου(6);
Ματθ.22,44 Ο Κύριος είπε στον Κύριό μου:κάθισε στα δεξιά μου ώσπου να υποτάξω τους εχθρούς σου κάτω απ’ τα πόδια σου.
(1)   Το εβραϊκό πρωτότυπο έχει· λέγει ο Ιεχωβά, ή λόγος του Ιεχωβά προς τον Κύριό μου (δ).
(2)   «Είπε ο Κύριος και πατέρας στον Κύριό μου και γιο του, το Χριστό, μετά την ανάληψη στους ουρανούς» (Ζ).
(3)   «Δηλαδή πάρε τη βασιλεία μου, ζώντας και έχοντας τον ίδιο θρόνο και την ίδια τιμή με μένα» (Ζ). Κανείς δεν καθόταν σε αυτήν τη θέση παρά μόνο ο κληρονόμος του θρόνου ή ο συμβασιλιάς που ανυψώθηκε ώστε να συμμετέχει στη βασιλική εξουσία και δύναμη (ο).
(4)   Δεν αποκλείεται με το «έως αν» το αιώνιο της καθέδρας, αλλά αποκλείεται το ότι οι εχθροί θα επιτίθενται διαρκώς σε αυτήν. Η εμπόλεμη βασιλεία θα έχει κάποτε τέλος, η βασιλεία όμως της ειρήνης δεν θα έχει τέλος. Δες Α΄ Κορ. ιε 25 (b).
(5)   «Εχθροί του Χριστού στον μεν αισθητό κόσμο, ήταν προηγουμένως οι Ιουδαίοι, έπειτα οι Έλληνες (=ειδωλολάτρες) και οι αιρετικοί, ενώ στον πνευματικό κόσμο οι δαίμονες» (Ζ).
(6)   Σύμφωνα με τη συνήθεια των βασιλιάδων της Ανατολής που πατούσαν το πόδι πάνω στον τράχηλο των ηττημένων εχθρών (δ).

Ματθ.22,45 εἰ οὖν Δαυΐδ καλεῖ αὐτὸν Κύριον, πῶς υἱός αὐτοῦ ἐστι(1);
Ματθ.22,45 Αν, λοιπόν, ο Δαβίδ τον ονομάζει “Κύριο”, πώς είναι απόγονός του;»
(1)   «Αυτό το είπε όχι αναιρώντας ότι είναι γιος του Δαβίδ· μη γένοιτο… αλλά διορθώνοντας τη δική τους υπόνοια. Επομένως όταν λέει, πώς είναι γιος του; αυτό εννοεί· όχι όπως εσείς λέτε. Διότι εκείνοι έλεγαν, ότι μόνο γιος του είναι και όχι και Κύριος» (Χ).
«Δεν είναι γιος του Δαβίδ τέτοιος, όπως αυτοί τον θεωρούν, δηλαδή απλός άνθρωπος, αλλά και κύριός του. Λέγεται δηλαδή γιος μεν αυτού, διότι βλάστησε κατά κάποιο τρόπο από τη ρίζα του, όσον αφορά την ενανθρώπηση, είναι όμως κύριός του ως Θεός του» (Ζ).
Η έννοια του όλου ερωτήματος: Εάν ο Μεσσίας είναι γιος του Δαβίδ, πώς ο Δαβίδ μιλώντας με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος αποδίδει σε αυτόν θείο τίτλο και θεία προνόμια; Η απάντηση που υπονοείται είναι, ότι ο Μεσσίας δεν είναι μόνο γιος του Δαβίδ, αλλά και γιος του Θεού (a).

Ματθ.22,46 καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο αὐτῷ ἀποκριθῆναι λόγον(1), οὐδὲ ἐτόλμησέ(2) τις ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ἡμέρας(3) ἐπερωτῆσαι(4) αὐτὸν οὐκέτι.
Ματθ.22,46 Κανένας δεν μπορούσε να του απαντήσει, ούτε τολμούσε πια κανείς από κείνη τη μέρα να του θέσει ερωτήματα.
(1)   Στο ζήτημα εκείνο ή σε κάποιο άλλο (b).
(2)   «Όχι μόνο τους φίμωσε, αλλά έβαλε μέσα τους και φόβο στο εξής» (Ζ). «Και σιώπησαν από εκείνον το λόγο όχι με τη θέλησή τους, αλλά επειδή δεν μπορούσαν να πουν τίποτα· και δέχτηκαν τόσο καίρια πληγή, ώστε να μην τολμήσουν πλέον να επιχειρήσουν τα ίδια» (Χ).
(3)   Ίσως από την Τρίτη την πριν τη Σταύρωση η οποία ονομάστηκε ημέρα των ερωτημάτων (p).
(4)   Με σκοπό να τον πειράξει. Οι μαθητές ρωτούσαν αυτόν με σκοπό να διδαχτούν (b). Οι εχθροί του απέφευγαν να παρέχουν σε αυτόν ευκαιρία, να τους οδηγεί σε αδιέξοδο και σύγχυση (p).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ’ (23)

Στιχ. 1-32. Ο Κύριος ελέγχει τους γραμματείς και Φαρισαίους.

Ματθ.23,1 Τότε(1) ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε τοῖς ὄχλοις καὶ τοῖς μαθηταῖς(2) αὐτοῦ
Ματθ.23,1 Τότε ο Ιησούς μίλησε στο πλήθος και στους μαθητές του
Ο λόγος αυτός αποτελείται από τρία κύρια μέρη· από επικρίσεις και προτροπές που απευθύνθηκαν στο πλήθος και στους μαθητές (σ. 2-12)· από επτά ουαί κατά των γραμματέων και Φαρισαίων (σ. 13-33)· από τελευταία απειλητική προειδοποίηση του έθνους και της Ιερουσαλήμ για την επικείμενη έκρηξη της θείας οργής πάνω τους (σ. 34-39)(p)
(1)   «Τότε. Πότε; Όταν είπε αυτά, όταν τους αποστόμωσε, όταν τους σταμάτησε ώστε να μην τολμούν πλέον να τον πειράζουν, όταν έδειξε ότι ήταν αθεράπευτοι» (Χ). Οι θριαμβευτικές νίκες εναντίον τους με τα επιχειρήματα έκαναν αυτόν λαοφιλέστερο ιδιαίτερα μεταξύ των προσκυνητών, οι οποίοι είχαν ανέβει για το Πάσχα, ίσως όμως και μεταξύ όχι λίγων από την κατώτερη τάξη των Ιεροσολύμων. Οι ενθουσιώδεις αυτοί υποστηρικτές του θαρραλέου νεαρού Διδασκάλου, θα ήταν εξολοκλήρου έτοιμοι να ακούσουν την καταδίκη των ηττημένων ραββίνων (p).
(2)   Το μεν «στους όχλους» αναφέρεται στο πλήθος του λαού που τον επευφήμησε κατά την είσοδό του στα Ιεροσόλυμα και γενικά αυτό που ήταν ευνοϊκό απέναντί του και μαζευόταν στο ιερό για να ακούσει τη διδασκαλία του, ενώ το «στους μαθητές» αναφέρεται στους Αποστόλους (ο). Ο λόγος λοιπόν δεν απευθύνθηκε κατευθείαν προς τους Φαρισαίους. Αλλά κάποιος αριθμός από αυτούς ήταν αναμιγμένος μαζί με το πλήθος (F).

Ματθ.23,2 λέγων· ἐπὶ τῆς Μωσέως καθέδρας(1) ἐκάθισαν(2) οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι(3).
Ματθ.23,2 και τους είπε: «Τη θέση του Μωυσή ως δασκάλου την πήραν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι.
(1)   «Έγιναν διάδοχοι του μωσαϊκού θρόνου, του διδασκαλικού» (Ζ). Εκείνη η καθέδρα, όχι η δική τους αλλά του Μωϋσή, ανάγκαζε αυτούς να λένε τα αγαθά, παρόλο που δεν έπρατταν τα αγαθά (Αυ).
(2)   Κάθισαν αντιπροσωπεύοντας τον Μωϋσή, διαβάζοντας και ερμηνεύοντας το νόμο του και αξιώνοντας περισσότερα από αυτά που διέτασσε ο νόμος (b). Δεν χαρακτηρίζει εδώ ο Κύριος τους γραμματείς ως σφετεριστές, οι οποίοι βρίσκοντας το θρόνο του Μωϋσή κενό, πήραν αυτόν αυθαίρετα και κάθισαν πάνω του σαν διδάσκαλοι (p), αλλά «το να μην περιφρονούμε τους δασκάλους, ούτε να εξοργιζόμαστε εναντίον των ιερέων, αυτό διδάσκει με όλη τη δύναμή του… και αν και είναι διεφθαρμένοι (οι γραμματείς και Φαρισαίοι) δεν τους κατεβάζει από την τιμή… αλλά εδραίωσε την εξουσία τους, αν και ήταν πονηροί» (Χ).
(3)   Οι αμαρτίες που αριθμούνται παρακάτω, δεν ανήκαν όλες εξίσου και στις δύο αυτές τάξεις· είχαν όμως αυτές πολλά τα κοινά κι συμμετείχαν σε πολλά. Δες Λουκ. ια 45 (b).

Ματθ.23,3 πάντα(1) οὖν ὅσα ἐὰν εἴπωσιν ὑμῖν τηρεῖν, τηρεῖτε καὶ ποιεῖτε(2), κατὰ δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν μὴ ποιεῖτε(3)· λέγουσι γάρ, καὶ οὐ ποιοῦσι(4).
Ματθ.23,3 Όσα λοιπόν σας λένε να τηρείτε, να τα τηρείτε και να τα πράττετε· να μην κάνετε όμως κατά τα έργα τους, γιατί λένε μόνο και δεν πράττουν.
(1)   «Όλα, λέει, όσα διορθώνουν το ήθος και κάνουν καλύτερο τον τρόπο τη ζωής» (Χ), «και δεν έρχονται σε αντίθεση με τα ευαγγελικά διατάγματα» (Ζ). Όλα όσα βασίζονται στον ηθικό μωσαϊκό νόμο και όχι στις παραδόσεις (ο).
(2)   «Διότι δε λένε τα δικά τους, αλλά τα του Θεού, αυτά που μέσω του Μωϋσή νομοθέτησε» (Χ).
(3)   «Διότι είναι αταίριαστα με τις διδασκαλίες τους και διεφθαρμένα. Δίδαξε λοιπόν ότι δεν πρέπει να εξοργιζόμαστε με τους δασκάλους, έστω και αν έχουν κακή ζωή, αλλά να υπακούμε μεν τη διδασκαλία τους, να μη μιμούμαστε όμως τον ανάξιο βίο τους. Διότι είναι μεν αξιόπιστοι σε όσα διδάσκουν, όχι όμως αξιομίμητοι σε όσα ζουν» (Ζ).
(4)   Επέμεναν ότι στις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες το γράμμα του Νόμου θα έπρεπε να τηρείται, αλλά αυτοί δεν τηρούσαν τη δικαιοσύνη στην οποία το γράμμα αυτό αποσκοπούσε (p). Στην πράξη το σύστημά τους έτεινε στο να καταργήσει την πραγματική δικαιοσύνη της Π.Δ. και στο να παραθεωρηθούν οι αληθινές της αρχές, της αγάπης, του ελέους, της αλήθειας κλπ. Δες Ματθ. ιβ 7,ιε 4,5 (a).

Ματθ.23,4 δεσμεύουσι(1) γὰρ(2) φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα(3) καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους(4) τῶν ἀνθρώπων, τῷ δὲ δακτύλῳ(5) αὐτῶν οὐ θέλουσι(6) κινῆσαι(7) αὐτά.
Ματθ.23,4 Φτιάχνουν φορτία βαριά, που δύσκολα σηκώνονται, και τα φορτώνουν στους ώμους των ανθρώπων, ενώ οι ίδιοι δε θέλουν ούτε με το δάκτυλό τους να τα κινήσουν.
(1)   Συνδέουν με τη διδασκαλία και συνενώνουν και έτσι συνδεδεμένα και συνενωμένα με το λόγο τα φορτώνουν στους ώμους των ανθρώπων (δ). Το δεσμεύω δεν αποσκοπεί στο να κάνει το φορτίο βαρύτερο, αλλά στο να δεθεί αυτό στερεά, ώστε να μπορεί αυτό ασφαλέστερα να φορτωθεί (L).
(2)   Επεξηγηματικός (=δηλαδή) του «λένε και δεν κάνουν» (δ).
(3)   «Φορτία βαριά και δυσβάστακτα λέει τις ακριβείς εντολές του τρόπου ζωής. Φαίνεται λοιπόν ότι διέτασσαν και αυτά που ήταν πάνω από το νόμο» (Ζ). Με τις παρερμηνείες τους πάνω στις λεπτομέρειες του νόμου δέσμευαν τέτοια φορτία στους ώμους των ανθρώπων. Π.χ. λόγω της ακρίβειας, με την οποία απαγόρευαν κάθε εργασία ή δράση το Σάββατο, έκαναν την ημέρα της ανάπαυσης στη βδομάδα, από ημέρα ευπρόσδεκτης ευλογίας σε αφόρητο φορτίο (p). Ο νόμος είχε δοθεί όχι ως φορτίο, αλλά ως προνόμιο. Η φαρισαϊκή όμως ερμηνεία του, έκανε αυτόν φορτίο στη ζωή (a).
(4)   «Ώμους λέει την ενέργεια των ανθρώπων» (Ζ)· =επιβάλλουν στους ανθρώπους την εκπλήρωση αυτών (δ).
(5)   «Όχι μόνο στους δικούς τους ώμους δεν θέλουν να βαστάξουν, αυτά που φορτώνουν στους ώμους των άλλων, ώστε και με το παράδειγμα να τους κάνουν προθυμότερους, αλλά ούτε με το δάχτυλό τους δεν θέλουν να τα κινήσουν, δηλαδή ούτε λίγο και στην άκρη να τα αγγίξουν» (Ζ).
(6)   «Δεν είπε δεν μπορούν, αλλά δεν θέλουν. Και δεν είπε να βαστάξουν, αλλά να κουνήσουν με το δάχτυλο, δηλαδή ούτε να πλησιάσουν, ούτε να αγγίξουν» (Χ).
(7)   Ή, «σε αυτούς μεν που είναι κάτω από την εξουσία τους, διατάζουν τελειότητα ζωής, ενώ στους εαυτούς τους επιτρέπουν κάθε άνεση, αν και έπρεπε να κάνουν το αντίθετο» (Ζ). Ή, δεν ενδιαφέρονται να ελαφρώσουν τους υπερβολικούς αυτούς περιορισμούς (p). Τα αναφερόμενα εδώ φορτία είναι εκείνα, τα οποία οι από την παράδοση ερμηνείες του νόμου εξόγκωσαν. Η φανατική προσκόλλησή τους στις ανθρώπινες αυτές παραδόσεις, εμπόδιζε αυτούς από το να ελαφρώσουν τα δυσβάσταχτα αυτά φορτία (a).

Ματθ.23,5 πάντα(1) δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν ποιοῦσι πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις(2). πλατύνουσι γὰρ(3) τὰ φυλακτήρια(4) αὐτῶν καὶ μεγαλύνουσι τὰ κράσπεδα(5) τῶν ἱματίων αὐτῶν,
Ματθ.23,5 Όλα τα έργα τους τα πράττουν για να κάνουν καλή εντύπωση στους ανθρώπους. Πλαταίνουν τα φυλακτά τους και φαρδαίνουν τις άκρες από τα ιμάτιά τους.Οι ευσεβείς Ιουδαίοι στο κάτω μέρος από το ιμάτιό τους πρόσθεταν έναν ποδόγυρο, που κατέληγε σε κρόσσια με γαλάζιο κορδόνι από πάνω για να θυμίζουν τις εντολές του Θεού, όπως επιτάσσει το Αρ 15,38-41.
(1)   «Με έμφαση η κατηγορία. Διότι όχι άλλα μεν έτσι, ενώ άλλα κάνουν αλλιώς, αλλά όλα με τον ίδιο τρόπο» (Χ).
(2)   «Αυτό είναι κατηγορία ότι έχουν μανία με τη δόξα» (Ζ).
«Αφού τους κατηγόρησε για κενοδοξία, δείχνει ότι δεν κενοδοξούν και για τίποτα μεγάλα και αναγκαία πράγματα. (Διότι δεν είχαν τίποτα· μιας και ήταν έρημοι από κατορθώματα), αλλά για ψυχρά και ασήμαντα και για πράγματα που ήταν τεκμήρια της κακίας τους. Διότι πλαταίνουν, λέει, τα φυλακτά τους» (Χ).
(3)   Για να επιδείξουν την προσκόλλησή τους στο νόμο, για αυτό και μόνο πλαταίνουν τα φυλακτά (L). Αιτιολογεί με αυτό το «όλα τα κάνουν για να τους δουν».
(4)   Ο νόμος είχε διατάξει (Εξόδ. ιγ 16,Δευτ. στ 8, ια 18) τα θαύματα και οι εντολές του Θεού να είναι «σημάδι στο χέρι και υπενθύμιση μπροστά στα μάτια, έτσι ώστε να υπάρχει ο νόμος του Κυρίου στο στόμα» κάθε Ιουδαίου.
Σύμφωνα με τον Ιερώνυμο το παράγγελμα αυτό ήταν μεταφορικό. «Και η έννοιά του είναι: τα παραγγέλματά μου να είναι στο χέρι σου, ώστε να εκπληρώνονται με έργα· να είναι μπροστά στα μάτια σου, ώστε νύχτα και ημέρα να τα μελετάς. Αυτό οι Φαρισαίοι κακώς ερμηνεύοντας, έγραφαν σε μικρές μεμβράνες τον Δεκάλογο του Μωϋσή… τυλίγοντας αυτές και δένοντάς τες στο μέτωπο και έκαναν κάτι σαν στεφάνι στο κεφάλι, για να κινούνται πάντοτε μπροστά στα μάτια» (L).
Σύμφωνα με το αρχαίο γλωσσάριο «αφού γράψουν κάποια ρητά του νόμου σε μικρά αποκόμματα δύο βιβλίων και αφού τα δέσουν, το μεν ένα από τα δύο το φορούν σαν στεφάνι στο κεφάλι τοποθετώντας μπροστά στο μέτωπο αυτό που ήταν γραμμένο, το άλλο το έχουν στο βραχίονα του άλλου χεριού και αυτά τα ονομάζουν φυλακτήρια».
«Ονόμαζαν αυτά φυλακτήρια διότι προφυλάσσουν και σώζουν» (Ζ) =αντικείμενο, το οποίο υπερασπίζει, το οποίο προφυλάσσει και προστατεύει κατά των κακών επηρεασμών (L)· τα γνωστά σε μας φυλακτά, για τα οποία πίστευαν ότι είχαν δύναμη αποτρεπτική του κακού και διωκτική των δαιμόνων (δ). Αυτά οι Φαρισαίοι τα πλάταιναν, για να βλέπονται ευκολότερα στα μάτια και έτσι να εμφανίζουν στους πολλούς τους εαυτούς τους, ότι φροντίζουν να θυμούνται το νόμο (g).
(5)   «Και για να θυμούνται πάλι και με άλλο τρόπο αυτά… αυτό ο Θεός τους διέταξε σαν τα παιδιά να κάνουν, να ράβουν κλωστή υακίνθου στα άκρα των ρούχων τους που είναι γύρω από τα πόδια τους, ώστε προσέχοντας αυτά να θυμούνται τις εντολές, και αυτά ονομάζονταν κράσπεδα» (Χ). Κομμάτι υφάσματος που κρεμιόταν από την άκρη του ρούχου (g). Η χρήση του συνιστούταν από το νόμο (Αριθμ. ιε 38) και ο Ιησούς φόραγε αυτό (Ματθ. θ 20,Λουκ. η 44), μέμφεται όμως τους Φαρισαίους, διότι κατασκεύαζαν αυτά μακριά (L).

Ματθ.23,6 (1)φιλοῦσι δὲ(2) τὴν πρωτοκλισίαν ἐν τοῖς δείπνοις καὶ τὰς πρωτοκαθεδρίας(3) ἐν ταῖς συναγωγαῖς(4)
Ματθ.23,6 Τους αρέσουν οι καλύτερες θέσεις στα δείπνα και τα πρώτα καθίσματα στη συναγωγή,
(1)   Ο Λουκάς την κατηγορία αυτή κατά των Φαρισαίων την έχει δύο φορές· στο κεφ. κ 46, το οποίο είναι και παράλληλο του παρόντος χωρίου, και στο ια 43. Δεν είναι αδύνατον ο Χριστός να διατύπωσε την κατηγορία αυτή σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις (p).
(2)   Μεταβατικός= «Αυτοί όμως… είχαν αυτή την ασθένεια και σε άλλα μικρά» (Χ). Της επίδειξης εκδήλωση ήταν και αυτά.
(3)   «Πρωτοκλισία είπε και πρωτοκαθεδρία, διότι στα μεν δείπνα έτρωγαν ξαπλωμένοι, στις δε συναγωγές κάθονταν» (Ζ). «Αυτά αν και τα θεωρεί κάποιος μικρά, αλλά είναι αίτια μεγάλων κακών. Αυτά ανέτρεψαν και πόλεις και εκκλησίες. Πράγματι, μου έρχεται να δακρύσω τώρα, όταν ακούσω τις πρωτοκαθεδρίες και τους χαιρετισμούς, και σκεφτώ πόσα κακά συνέβησαν εξαιτίας αυτών στις Εκκλησίες του Θεού» (Χ).
(4)   «Εσύ όμως πρόσεξε, σε παρακαλώ, πού επικρατούσε η κενοδοξία, εκεί όπου προστάζονταν να μην κενοδοξούν· στις συναγωγές όπου έμπαιναν για να διδάξουν τους άλλους» (Χ).

Ματθ.23,7 καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς(1) ἐν ταῖς ἀγοραῖς(2) καὶ καλεῖσθαι(3) ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ῥαββὶ(4) ῥαββί(5).
Ματθ.23,7 να τους χαιρετούν με σεβασμό στην αγορά και να τους φωνάζουν οι άνθρωποι “δάσκαλέ μου”.
(1)   «Αγαπούν τους χαιρετισμούς, είτε τους σωματικούς είτε και αυτούς με προσφώνηση» (Ζ).
(2)   Δημόσια, για να ελκύσουν την προσοχή όλων (δ).
(3)   «Και αγαπούν να αποκαλούνται από τους ανθρώπους διδάσκαλοι» (Ζ).
(4)   «Ραββί στα εβραϊκά είναι ο διδάσκαλος» (Ζ). Τίτλος τιμητικός που χρησιμοποιείται από τους μαθητές, όταν απευθύνονταν αυτοί προς τους δασκάλους τους (S).
(5)   Ο σιναϊτικός και ο βατικανός κώδικας γράφουν μία φορά το ραββί. Η επανάληψη του ονόματος δείχνει και το σεβασμό και την επιθυμία επίκλησης και προξενεί μεγαλύτερη διέγερση της προσοχής αυτών που ακούνε (δ).

Ματθ.23,8 ὑμεῖς δὲ μὴ κληθῆτε(1) ῥαββί(2)· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός· πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε(3).
Ματθ.23,8 Εσείς όμως να μη δεχτείτε να σας αποκαλούν “δάσκαλέ μου”. Ένας είναι ο δάσκαλός σας, ο Χριστός· κι εσείς όλοι είστε αδερφοί.
(1)   «Με την έννοια: μη ζητήσετε εσείς να ονομαστείτε. Διότι αν άλλοι σας ονομάζουν έτσι, δεν είναι αυτό δική σας κατηγορία» (Ζ). «Δηλαδή μην ποθείτε να αρπάζετε τον διδασκαλικό θρόνο» (Σχ). «Δεν εμποδίζει ο Χριστός το να ονομάζεται κάποιος διδάσκαλος, αλλά το να του έχει γίνει πάθος να θέλει να τον ονομάζουν έτσι και με κάθε τρόπο να φροντίζει να τον αποκαλούν έτσι» (Θφ). Η προτροπή αυτή φαίνεται να απευθύνεται ειδικά στους μαθητές, διότι δεν θα είχε πολλή σημασία, εάν απευθυνόταν στους υπόλοιπους.
(2)   Με την απόλυτη έννοια της λέξης, δηλαδή αίτιος και εφευρέτης της σοφίας και γνώσης (δ), και που έχει απόλυτη εξουσία να αποφασίζει υποχρεωτικά για τους άλλους σε κάθε θρησκευτική υπόθεση και γίνεται κύριος και στις συνειδήσεις τους (ο). «Ο διδάσκαλος δεν είναι διδάσκαλος από την αρχή» (Χ). Ο από τους ανθρώπους διδάσκαλος, από μαθητής γίνεται τέτοιος, ούτε διδάσκει αλήθειες από μόνος του, σαν να προέρχονται από άμεση πηγή.
(3)   Οι μαθητές δεν έχουν παρά έναν διδάσκαλο, τον Ιησού, ο οποίος διδάσκει την αλήθεια. Μεταξύ τους και κάτω από τέτοιο δάσκαλο, οφείλουν να θεωρούνται ως αδελφοί (L). Συνεπώς όλοι είναι ίσοι, ενώ οι Φαρισαίοι περιφρονούσαν αυτόν που οι ίδιοι ονόμαζαν λαό της γης (F).

Ματθ.23,9 καὶ πατέρα μὴ καλέσητε(1) ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς(2)· εἷς(3) γάρ ἐστιν ὁ πατήρ ὑμῶν(4), ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Ματθ.23,9 Και πατέρα σας μην ονομάσετε κανέναν στη γη, γιατί ένας είναι ο Πατέρας σας: ο ουράνιος.
(1)   Δεν φαίνεται να ήταν συνήθεια να ονομάζουν τους ζωντανούς ραββίνους πατέρες. Δες Δ΄ Βασ. β 12,στ 21. Έτσι εξηγείται η μεταβολή του «μην ονομαστείτε», σε «μην ονομάσετε». Δεν ήταν ανάγκη να συστήσει στους μαθητές να αρνούνται τον τίτλο του πατέρα, διότι δεν ήταν πιθανόν να αποδώσει κάποιος αυτόν σε αυτούς. Έπρεπε όμως να αποσπαστούν από την πράξη του να αποδίδουν κύρος στους πατέρες, η προσκόλληση στις παραδόσεις των οποίων τόσες διαστροφές προκάλεσε στο νόμο (p).
(2)   «Είπε αυτό, όχι εμποδίζοντας να αποκαλούμε πατέρες αυτούς που μας γέννησαν σαρκικά ή πνευματικά, αλλά για να μάθουμε, ποιός είναι ο πατέρας μας που είναι πρώτος ως προς το χρόνο και ως προς την αιτία» (Ζ). Ο τίτλος πατέρας χρησιμοποιούνταν μερικές φορές μεταξύ των μεταγενέστερων Ιουδαίων ως τιμητικός τίτλος για μεγάλους άνδρες ή ραββίνους περασμένων εποχών, όχι για ζωντανά πρόσωπα (S).
(3)   «Το «ένας» και «ένας» λέχθηκε για διάκριση από τους ανθρώπους και τα υπόλοιπα δημιουργήματα, και όχι για να απορρίψει τον Μονογενή» (Χ).
(4)   «Μόνος πατέρας ως πρώτη αιτία, είναι ο ουράνιος Θεός· οι σαρκικοί και πνευματικοί πατέρες είναι συναίτιοι· ή καλύτερα, υπηρέτες της γέννησής μας» (Ζ).
«Ο Θεός ονομάζεται Πατέρας δικός μας, όχι καταχρηστικά ούτε μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά και από την αρχή· διότι μέσω των σαρκικών γονέων μας έφερε στην ύπαρξη από το μηδέν και ως συγγενής μάς κηδεμονεύει» (Β).

Ματθ.23,10 μηδὲ κληθῆτε καθηγηταί(1)· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός(2).
Ματθ.23,10 Μην ονομαστείτε “ηγήτορες”, γιατί ο ηγήτοράς σας είναι ένας: ο Χριστός.
(1)   Σημαίνει ή τον οδηγό μας στην οδό της σωτηρίας, οπότε με απόλυτη έννοια ένας είναι αυτός που με το λόγο του ευαγγελίου υποδεικνύει σε μας την οδό της σωτηρίας και είναι οδηγός σε αυτήν (δ) ή «ραββί και καθηγητής είναι το ίδιο. Επαναλαμβάνει λοιπόν τον πρώτο λόγο για να τονίσει πιο πολύ την αποτροπή αυτού του κακού» (Ζ). Υπάρχει κλιμακωτό σχήμα στις φράσεις αυτές: Ραββί, Πατέρας, Καθηγητής. Ήταν αυτοί τίτλοι πνευματικής διάκρισης και υπεροχής μεταξύ των Ιουδαίων (b).
(2)   «Και δεν είπε εγώ. Όπως ακριβώς δηλαδή παραπάνω είπε, τι νομίζετε για το Χριστό; και δεν είπε για εμένα, έτσι και εδώ» (Χ).

Ματθ.23,11 ὁ δὲ(1) μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος(2).
Ματθ.23,11 Ο πιο σπουδαίος από σας να είναι υπηρέτης σας.
(1)   «Αφού απαγόρευσε το καταστρεπτικό νόσημα της φιλαρχίας, τώρα λοιπόν διδάσκει και πώς θα μπορούσε κάποιος να το αποφύγει» (Ζ).
(2)   Ο μέλλοντας είναι νομοθετικός (L)=οφείλει να είναι (δ). «Με το να υπηρετεί» (Ζ) διαφεύγει κάποιος τον κίνδυνο της φιλαρχίας. Η διακονία αυτή είναι γενική και αναφέρεται σε κάθε είδος αδελφικής υπηρεσίας (δ).

Ματθ.23,12 ὅστις δὲ(1) ὑψώσει ἑαυτὸν(2) ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν(3) ὑψωθήσεται(4).
Ματθ.23,12 Γιατί όποιος υψώσει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί· κι όποιος ταπεινώσει τον εαυτό του θα υψωθεί».
(1)   «Έπειτα λέει το έπαθλο και της έπαρσης και της ταπείνωσης, ώστε την μεν να την απορρίψουν, την δε να την πάρουν» (Ζ).
(2)   Θα υψώσει τον εαυτό του πάνω από τους αδελφούς του με την αλαζονεία και την υπερηφάνεια μεταχειριζόμενος τους άλλους ως δούλους (δ), ή φιλοδοξώντας για διακρίσεις ή σφετεριζόμενος τον τίτλο του καθηγητή και διδασκάλου, με την έννοια που απαγόρευσε αυτούς ο Κύριος (ο).
(3)   Με την αγάπη και διακονία των αδελφών (δ).
(4)   «Μέγιστο πράγμα η ταπεινοφροσύνη. Για αυτό και πολλές φορές μιλά για αυτήν, ώστε με τη συνεχή υπενθύμιση να εγκαθιδρύσει αυτήν στις ψυχές των μαθητών. Προστάζει όμως, όχι μόνο να μην αγαπούμε τα πρωτεία, αλλά και κατεξοχήν να επιδιώκουμε τα τελευταία, διότι το μεν πρώτο ταπεινώνει αυτόν που αγαπά, ενώ το άλλο υψώνει αυτόν που επιδιώκει» (Ζ).

Ματθ.23,13 (1)Οὐαὶ(2) δὲ(3) ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί(4), ὅτι κατεσθίετε(5) τὰς οἰκίας(6) τῶν χηρῶν(7) καὶ προφάσει(8) μακρὰ(9) προσευχόμενοι· διὰ τοῦτο(10) λήψεσθε περισσότερον(11) κρῖμα(12).
Ματθ.23,13 Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, γιατί κατατρώτε τις περιουσίες των χηρών, κάνετε όμως μεγάλες προσευχές για να φανείτε καλοί· γι’ αυτό η τιμωρία σας θα είναι ιδιαίτερα αυστηρή.
(1)   Αυτόν το στίχο τον βγάζουν οι νεώτεροι κριτικοί διότι δεν μαρτυρείται από τους κώδικες σιναϊτικό, βατικανό και κάποιους άλλους μεγαλογράμματους, όπως και από τις μεταφράσεις συριακή του Σινά, αιγυπτιακή, αρμενική, από τον Ωριγένη και άλλους, και θεωρούν αυτόν ότι παρεμβλήθηκε από το Μάρκ. ιβ 40.= Λουκ. κ 47, και για αυτό στους διάφορους κώδικες έχει διαφορετική θέση, και σε άλλους μεν είναι πριν το σ. 13 ενώ σε άλλους μετά από αυτόν. Αν αποσιωπηθεί αυτός, απομένουν 7 ουαί.
Είναι μάλιστα πιθανόν ο Ματθαίος να αποσκοπούσε και στον αριθμό επτά, λόγω των πολλών άλλων συσχετίσεων με τον αριθμό αυτό. Αλλού στο ευαγγέλιό του έχουμε 7 δαιμόνια (ιβ 45), 7 παραβολές (ιγ), εφτά και εβδομήντα φορές το εφτά να παρέχουμε συγχώρηση (ιη 21,22), 7 αδελφούς (κβ 25), και σύμφωνα με κάποιους 7 μακαρισμούς (ε 3-9) και 7 αιτήματα στην Κυριακή προσευχή (στ. 9-12)(p). Οπωσδήποτε ο λόγος αυτός, ακόμα και εάν από τους άλλους δύο συνοπτικούς εισχώρησε εδώ, καμία δεν χωρά αμφιβολία, ότι είναι αυθεντικός λόγος του Κυρίου.
(2)   Τα ουαί αυτά χρησιμοποιούνται εδώ ως εισαγωγή στην προαναγγελία της εσχάτης τιμωρίας. Σύμφωνα με την προφητική παράδοση· δες τα 6 ουαί του Ησ. ε 8 και εξής (L)=Ποια κακά και ποιος πνευματικός όλεθρος σας αναμένει (δ).
(3)   Μόνο το πρώτο ουαί ακολουθείται από το «δε», λόγω της αντίθεσης με τα προηγούμενα (L).
(4)   «Υποκριτές ονομάζει αυτούς, διότι υποκρίνονταν ευλάβεια και αρετή» (Ζ).
(5)   «Διότι δεν έτρωγαν απλώς, αλλά και κατάτρωγαν» (Χ). Το έσχατο σημείο της φιλαργυρίας (b).
(6)   Αυτό που περιέχει κάτι αντί για το περιεχόμενο. «Δηλαδή όσα βρίσκονται στα σπίτια τους» (Ζ).
(7)   «Τις οποίες έπρεπε να βοηθούν. Διότι αν και τις πλησίαζαν δήθεν για προστασία, μάλλον τις κατέστρεφαν, ξοδεύοντας τις περιουσίες τους» (Ζ). «Και το φοβερό είναι, ότι έτρωγαν όχι από τους πλούσιους, αλλά από τις χήρες και επιδείνωναν τη φτώχεια τους, την οποία έπρεπε να διορθώνουν» (Χ).
(8)   «Και ο τρόπος της εκμετάλλευσης ήταν χειρότερος» (Χ). Σημαίνει εδώ με πρόσχημα, με υποκρισία (g). Η προσευχή τους ήταν αποτέλεσμα όχι της ευσέβειας και αγάπης προς το Θεό, αλλά δέλεαρ των χηρών (δ).
(9)   Με επιρρηματική έννοια εδώ (b). «Έκαναν μακρές προσευχές και με ένταση όταν ήταν με αυτές, ώστε να φαίνονται ως άγιοι και άξιοι φροντίδας» (Ζ). Ειπώθηκε, ότι μερικές φορές οι προσευχές τους παρατείνονταν για τρίωρο. Δεν αποκηρύσσεται εδώ, η προσευχή που παρατείνεται για πολύ, αλλά τα ελατήρια και οι σκοποί για τους οποίους γίνεται αυτή (ο).
(10)   «Διότι κάνετε τη μακρά προσευχή πρόφαση γαστριμαργίας» (Ζ), διότι εκμεταλλεύεστε τα θεία και την προσευχή την κάνετε μέσο αρπαγής και αδικίας (δ). «Καθένας μεν που κάνει κάτι κακό, είναι άξιος τιμωρίας· αυτός όμως που και την αφορμή λαμβάνει από την ευλάβεια και με πρόσχημα αυτήν χρησιμοποιεί την πονηρία, είναι υπεύθυνος για πολύ χειρότερη κόλαση» (Χ).
(11)   Περισσότερο παρά εάν αλλιώς με πειθώ παίρνατε τα υπάρχοντά τους και ακόμα και αν μπαίνατε και κλέβατε αυτά (δ).
(12)   «Κρίμα εννοεί την καταδίκη» (Ζ).

Ματθ.23,14 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι(1) κλείετε(2) τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων(3)· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους(4) ἀφίετε εἰσελθεῖν(5).
Ματθ.23,14 Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, γιατί κλείνετε στους ανθρώπους το δρόμο για τη βασιλεία των ουρανών. Ούτε εσείς μπαίνετε ούτε το επιτρέπετε σ’ όσους θέλουν να μπουν.
(1)   Η έννοια του όλου στίχου: Εμποδίζετε τους ανθρώπους από το να γνωρίσουν πώς επιτυγχάνεται η είσοδος στη βασιλεία (S).
(2)   «Όσον αφορά εσάς και τους κάτω από την εξουσία σας, διότι ούτε εσείς μπαίνετε σε αυτήν μέσω της πίστης σε μένα, ούτε άλλους αφήνετε» (Ζ). Τα εμπόδια που έβαζαν, ήταν διδακτικής φύσης, όπως εξηγεί ο Λουκάς («αφαιρέσατε το κλειδί της γνώσης»). Στους γραμματείς δεν είχε εμπιστευτεί τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, την οποία ήλθε ο Ιησούς να εγκαινιάσει, αλλά μπορούσαν να εμποδίσουν την είσοδο αντιτιθέμενοι και αντιπολιτευόμενοι (L).
Η έννοια είναι, ότι η φαρισαϊκή ερμηνεία του νόμου συσκότιζε μάλλον παρά διαφώτιζε το θρησκευτικό του περιεχόμενο (a). Αντικαθιστούσαν με μάταιες και ανώφελες τελετές και εξωτερικούς τύπους την καθαρότητα της καρδιάς και ζωής και την υπακοή στο Θεό. Παρερμηνεύοντας επίσης και τις προφητείες για το Μεσσία μετέδιδαν στο λαό ψευδείς ιδέες για τον επίσημο χαρακτήρα του Μεσσία και δημιουργούσαν έτσι μεγάλα εμπόδια στο να γίνει δεκτός ο Κύριος ως Σωτήρας από τους Ιουδαίους (ο).
(3)   Μπροστά στους ανθρώπους (δ).
(4)   «Οι οποίοι μπορούν να μπουν» (Ζ). Που έχουν τη διάθεση να μπουν (L).
(5)   «Εάν το να μη μπουν στη βασιλεία είναι κατηγορία, το να εμποδίζουν και άλλους, ποιά συγγνώμη έχει;» (Σχ).

Ματθ.23,15 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι(1) περιάγετε(2) τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν ποιῆσαι ἕνα(3) προσήλυτον(4), καὶ ὅταν γένηται, ποιεῖτε αὐτὸν υἱὸν γεέννης(5) διπλότερον(6) ὑμῶν(7).
Ματθ.23,15 Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, γιατί τριγυρνάτε στη στεριά και στη θάλασσα για να κερδίσετε έναν προσήλυτο· κι όταν τον κερδίσετε, τον κάνετε ν’ αξίζει για την κόλαση δυο φορές παραπάνω από σας.
(1)   Αντίθεση που καταπλήσσει. Την ώρα που οι Φαρισαίοι αρνούνταν να μπουν στη βασιλεία, την οποία ο Θεός εγκαθίδρυσε σε αυτούς, τρέχουν μακριά αναζητώντας προσήλυτους, αλλά όχι για τη βασιλεία των ουρανών, διότι έβαζαν αυτούς στη γέεννα (L).
(2)   «Με την έννοια του περιοδεύετε, τρέχετε ολόγυρα» (Ζ), καταβάλλοντας τις πιο απίστευτες προσπάθειες (ο).
(3)   «Μόλις και με αμέτρητους κόπους κάνετε έναν προσήλυτο» (Ζ). Το να περιέρχονται τη θάλασσα και την ξηρά με σκοπό να κάνουν και έναν μόνο προσήλυτο, δείχνει τη μανία του προσηλυτισμού και ότι με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να κάνουν έναν τέτοιον για προσωπική καύχηση (δ).
Αξιόλογη και η: «ούτε και το ότι μόλις τον προσελκύσατε και με αμέτρητους κόπους, ούτε αυτό από μόνο του δεν σας κάνει να τον λυπηθείτε» (Σχ).
«Δεν διαφθείρετε μόνο τους Ιουδαίους, αλλά και αυτούς από τους ειδωλολάτρες που ήλθαν στην ιουδαϊκή θρησκεία… Διότι προσπαθείτε μεν να επιστρέψετε κάποιον προς την ιουδαϊκή διδασκαλία και περιτομή, όταν όμως γίνει Ιουδαίος, τότε χάνεται διαφθειρόμενος από τη δική σας κακία» (Θφ).
(4)   Από το προσέρχομαι. Στην Κ.Δ. είναι εκείνος, ο οποίος από την ειδωλολατρική θρησκεία μεταπηδούσε στα ιερά των Ιουδαίων. Διέκριναν μετέπειτα οι ραββίνοι δύο είδη προσηλύτων, τους προσήλυτους της δικαιοσύνης, οι οποίοι δεχόμενοι και την περιτομή αναλάμβαναν και την υποχρέωση της τήρησης όλου του μωσαϊκού νόμου και των διατάξεων της ιουδαϊκής θρησκείας· και τους προσήλυτους της πύλης, οι οποίοι ζούσαν ανάμεσα στους Ιουδαίους απερίτμητοι, αλλά τηρώντας τα από τους ραββίνους 7 νωαχικά ονομαζόμενα παραγγέλματα, που απέτρεπαν από τα 7 βαριά αμαρτήματα, δηλαδή την ειδωλολατρεία, τη βλασφημία, το φόνο, την ασέλγεια, την αρπαγή, την κατά των αρχών αποστασία και το φάγωμα κρεάτων πνικτών ή που έχουν αίμα. Η διάκριση αυτή των προσηλύτων είναι ελάχιστα πιθανόν ότι υπήρχε και στις μέρες του Χριστού και των Αποστόλων (g).
Προσήλυτο στο φαρισαϊσμό. Ενώ ο αριθμός των εθνικών που προσελκύονταν στον ιουδαϊσμό κατά την περίοδο αυτή ήταν πολύ μεγάλος, σε σχετικά μικρή αναλογία περιοριζόταν αυτός που προσχωρούσε από αυτούς στο φαρισαϊσμό (a). Ότι πρόκειται για τους προσηλύτους στο φαρισαϊσμό και όχι γενικά στον ιουδαϊσμό, αυτό φαίνεται και από το ότι από πουθενά δεν φαίνεται ότι οι προσήλυτοι στον ιουδαϊσμό είχαν πονηρό χαρακτήρα, τελείως αντιθέτως μάλιστα, μπορεί κάποιος να συμπεράνει από όσα ιστορούνται στις Πράξεις (p).
(5)   «Δηλαδή συγγενή της γέεννας και άξιο για αυτήν» (Ζ). Προορισμένο για τη γέεννα (S).
(6)   Δύο φορές περισσότερο από όσο εσείς (g). Οι προσήλυτοι στο φαρισαϊσμό είναι ευνόητο, ότι γίνονταν περισσότερο αποκλειστικοί και στους τύπους προσκολλημένοι από όσο οι ίδιοι οι Φαρισαίοι (p). Από την άλλη οι Φαρισαίοι επιζητούσαν τον προσηλυτισμό για αύξηση του κόμματός τους. Οι από αυτούς λοιπόν προσηλυτιζόμενοι εμποτίζονταν ευθύς αμέσως με τα ελαττώματα αυτής της φατρίας (F).
(7)   Το κεντρικό σημείο εδώ φαίνεται να είναι, ότι οι Φαρισαίοι ενώ επιδείκνυαν μέγα ζήλο για τη διάδοση της αληθινής θρησκείας, στην πραγματικότητα επεδίωκαν να κερδίσουν νέο οπαδό στο κόμμα τους.

Ματθ.23,16 Οὐαὶ ὑμῖν, ὁδηγοὶ τυφλοί(1), οἱ λέγοντες(2) ὃς ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ ναῷ(3), οὐδέν ἐστιν(4), ὃς δ᾿ ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ χρυσῷ(5) τοῦ ναοῦ, ὀφείλει(6).
Ματθ.23,16 Αλίμονό σας, οδηγοί τυφλοί, που λέτε: “όποιος ορκιστεί στο ναό ο όρκος του δεν πιάνει, όποιος όμως ορκιστεί στο χρυσάφι του ναού πρέπει να τηρήσει τον όρκο του”.
(1)   Δες Ματθ. ιε 14.
(2)   Το ουαί αυτό (σ. 16-22) στρέφεται σαφέστατα εναντίον της περιπτωσιολογίας, με την οποία αποφάσιζαν στη διδασκαλία τους οι Φαρισαίοι, για το αν ορισμένες περιπτώσεις όρκου ήταν δεσμευτικές ή όχι. Οι διακρίσεις όμως τις οποίες έκαναν, ανέτρεπαν την ηθική.
(3)   Ορκίζομαι σε κάτι=παρεμβάλλοντας το όνομα κάποιου (g)· επικαλούμενος αυτόν που κατοικεί στο ναό, ως μάρτυρα και τιμωρό (δ).
(4)   Ή «τίποτα δεν είναι αυτό» (Ζ). Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία: τίποτα δεν είναι που οφείλει=δεν οφείλει τίποτα (b).
(5)   «Σε κάποιο χρυσό σκεύος του ναού» (Ζ). Παραδείγματα όρκου στο χρυσό του ναού, δηλαδή στα χρυσά κοσμήματα και τους θησαυρούς του ναού, φαίνονται να λείπουν, κανείς όμως λόγος δεν υπάρχει να αμφιβάλλουμε ότι δίνονταν τέτοιοι όρκοι και ότι γίνονταν διακρίσεις όπως αυτές που αναφέρονται εδώ (p).
(6)   Είναι δεσμευμένος από τον όρκο του (a).

Ματθ.23,17 μωροὶ καὶ τυφλοί(1) τίς γὰρ μείζων ἐστίν, ὁ χρυσός ἢ ὁ ναὸς ὁ ἁγιάζων τὸν χρυσόν(2);
Ματθ.23,17 Μωροί και τυφλοί, τι είναι μεγαλύτερο: το χρυσάφι ή ο ναός που αγιάζει το χρυσάφι;
(1)   «Τους κατηγορεί για τυφλότητα της ψυχής» (Ζ).
(2)   Ο χρυσός από μόνος του τίποτα το ιδιαίτερο δεν έχει και μόνο ως αφιέρωμα ή ως σκεύος του ναού παίρνει ιερότητα. Ο ναός λοιπόν που αγιάζει είναι κατά την πνευματική αξία μεγαλύτερος από αυτό που αγιάζεται (δ). Κάθε δώρο που αφιερωνόταν στην υπηρεσία του ναού χωριζόταν από κάθε κοινή χρήση (ο). Για αυτό και η φράση «αυτός που αγιάζει το χρυσό». Ο σιναϊτικός κώδικας, ο βατικανός και κάποιοι άλλοι έχουν αγιάσας. Ο αόριστος αναφέρεται στη στιγμή της προσφοράς του αφιερώματος ή της καθιέρωσης του σκεύους.

Ματθ.23,18 καί· ὃς ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ(1), οὐδέν ἐστιν, ὃς δ᾿ ἂν ὀμόσῃ ἐν τῷ δώρῳ(2) τῷ ἐπάνω αὐτοῦ(3), ὀφείλει.
Ματθ.23,18 Λέτε ακόμα: “όποιος ορκιστεί στο θυσιαστήριο ο όρκος του δεν πιάνει· όποιος όμως ορκιστεί στο δώρο που είναι πάνω στο θυσιαστήριο πρέπει να τηρήσει τον όρκο του”.
(1)   «Θυσιαστήριο εννοεί αυτό πάνω στο οποίο έσφαζαν τα θύματα που έφερναν» (Ζ).
(2)   Η πλάνη προερχόταν από εσφαλμένες αντιλήψεις που σχηματίζονταν από αυτούς που πρόσφεραν, από πεποίθηση για την προσωπική τους δικαιοσύνη. Εκτιμούσαν πολύ περισσότερο τα δώρα τους, παρά το θυσιαστήριο που ήταν από θείο θεσμό (b).
(3)   Αυτό που βρίσκεται πάνω του, δηλαδή στο θυσιαστήριο.

Ματθ.23,19 μωροὶ καὶ τυφλοί! τί γὰρ μεῖζον, τὸ δῶρον ἢ τὸ θυσιαστήριον τὸ ἁγιάζον(1) τὸ δῶρον;
Ματθ.23,19 Ανόητοι και τυφλοί, τι είναι μεγαλύτερο: το δώρο ή το θυσιαστήριο, που αγιάζει το δώρο;
(1)   Αγιάζει και όχι πλέον αγίασε, διότι το δώρο δεν είναι αγιασμένο παρά μόνο κατά την σύντομη διέλευσή του από το θυσιαστήριο (McNeile). Τα αφιερώματα, αφού αγιάστηκαν με την προσφορά, ξαναπουλιούνται και ξαναεισάγονται στην αγορά.

Ματθ.23,20 ὁ οὖν ὀμόσας ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ὀμνύει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ἐπάνω αὐτοῦ(1)·
Ματθ.23,20 Όποιος λοιπόν ορκίζεται στο θυσιαστήριο, ορκίζεται σ’ αυτό και σ’ ό,τι βρίσκεται πάνω του.
(1)   Η φράση σημαίνει κάτι παραπάνω από το «το δώρο το επάνω στο θυσιαστήριο» δηλαδή σημαίνει την ιερή φωτιά και ολόκληρη την από το Θεό εγκαθιδρυμένη διακονία των ιερέων, οι οποίοι στέκονταν και περπατούσαν όχι μόνο κοντά αλλά και πάνω στο θυσιαστήριο (b). Ορκίζεται κάποιος επικαλούμενος στον όρκο του το θυσιαστήριο, ως τόπο προορισμένο για τις θυσίες. Η λέξη λοιπόν θυσιαστήριο περιλαμβάνει και τις θυσίες (L).

Ματθ.23,21 καὶ ὁ ὀμόσας ἐν τῷ ναῷ ὀμνύει ἐν αὐτῷ καὶ ἐν τῷ κατοικήσαντι(1) αὐτόν·
Ματθ.23,21 Κι όποιος ορκίζεται στο ναό, ορκίζεται σ’ αυτόν και σ’ εκείνον που κατοικεί μέσα.
(1)   Στο Θεό που με τη χάρη του κατοικεί σε αυτόν. Υπάρχει και η γραφή κατοικήσαντι, δηλαδή από την εποχή που χτίστηκε και από τη στιγμή κατά την οποία με τη χάρη του (Γ΄ Βασ. η 27,θ 3) κατοίκησε σε αυτόν (δ)· στο ναό, ο οποίος κατεξοχήν γεμίζει από την παρουσία του Θεού και είναι αφιερωμένος σε αυτόν (ο).

Ματθ.23,22 καὶ ὁ ὀμόσας ἐν τῷ οὐρανῷ ὀμνύει ἐν τῷ θρόνῳ τοῦ Θεοῦ(1) καὶ ἐν τῷ καθημένῳ ἐπάνω αὐτοῦ(2).
Ματθ.23,22 Κι όποιος ορκιστεί στον ουρανό, ορκίζεται στο θρόνο του Θεού και σ’ εκείνον που κάθεται πάνω στο θρόνο.
(1)   Ο ουρανός, όπως και στο Ματθ. ε 34, είναι ο θρόνος του Θεού, στον οποίο με ευαρέστηση μέσω της χάρης του ζει ο Θεός λόγω της αγιότητας των ενοίκων του (δ). «Για αυτό οι Γραφές ονομάζουν τον ουρανό θρόνο Θεού, διότι ο Θεός επαναπαύεται στις ουράνιες δυνάμεις. Διότι στον ουρανό είναι οι άγγελοι που εκτελούν το θέλημά του και που παντοτινά δοξάζουν αυτόν. Διότι αυτή είναι ανάπαυση για αυτόν» (Κ).
(2)   «Αυτά τα λέει όχι διότι επιτρέπει να ορκιζόμαστε, αλλά επειδή οι Ιουδαίοι ορκίζονταν σε αυτά» (Ζ).

Ματθ.23,23 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι ἀποδεκατοῦτε(1) τὸ ἡδύοσμον(2) καὶ τὸ ἄνηθον(3) καὶ τὸ κύμινον(4), καὶ ἀφήκατε τὰ βαρύτερα(5) τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν(6) καὶ τὸν ἔλεον(7) καὶ τὴν πίστιν(8)· ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι(9).
Ματθ.23,23 Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, γιατί δίνετε στο ναό το ένα δέκατο από το δυόσμο, το άνηθο και το κύμινο, και δεν τηρείτε τις σπουδαιότερες εντολές του νόμου, τη δικαιοσύνη, την ευσπλαχνία και την πιστότητα. Αυτά όμως έπρεπε να κάνετε, χωρίς βέβαια να παραμελείτε κι εκείνα.
(1)   Ο νόμος διέτασσε «ο λαός να παρέχει το ένα δέκατο από όλους τους καρπούς» (Ζ). Αυτό ήταν χρέος ιερό. Επιβαλλόταν η δεκάτη κυρίως στο λάδι, το κρασί και το στάρι (Αριθμ. ιη 12 και Δευτ. ιδ 22). Παρ’ όλα αυτά ο νόμος ήταν γενικός και περιλάμβανε κάθε προϊόν σποράς (Δευτ. ιδ 22), σπέρματα και καρπούς (Λευϊτ. κζ 30)(L). Οι Φαρισαίοι επέκτειναν τη διάταξη και στα ελάχιστα και ευτελέστατης αξίας και μικρής χρήσης λάχανα (δ), «και ακριβολογούσαν για τις δεκάτες του δυόσμου και του άνηθου και του κυμίνου, των πιο ασήμαντων, προβάλλοντας το νόμο» (Ζ).
(2)   Αλλιώς μίνθη. Χρησιμοποιούνταν για αρωματισμό των εδεσμάτων (L).
(3)   Ο ραββί Ελιέζερ είπε· από το άνηθο απαιτείται το ένα δέκατο από τον σπόρο, τα φύλλα και το βλαστό (a).
(4)   Το οποίο είναι παροιμιακά μικρό (b). Και τα τρία χρησιμεύουν για αρωματισμό της τροφής και ως φάρμακα (p), ιδιαίτερα τα δύο τελευταία (a).
(5)   Τα σπουδαιότερα (L). «Διασύρει αυτούς διότι για τα ελάχιστα μεν παραγγέλματα του νόμου ακριβολογούν, αλλά τα μεγάλα τα αμελούν» (Ζ).
(6)   «Κρίση λέει την κρίση υπέρ αυτών που αδικούνται» (Ζ). Για την κρίση δες Ησ. α 17,Ιερεμ. κβ 3, μυστικά του Ενώχ μβ 9. «Μακάριος αυτός που αποδίδει δίκαιη κρίση στον ορφανό και τη χήρα» (a). Κρίση είναι «το να μην κάνει κανείς τίποτα άδικο και παράλογο, αλλά όλα με σωστή κρίση και λογική. Αμέσως δηλαδή μετά την κρίση ακολουθεί το έλεος. Διότι αυτός που κάνει τα πάντα με σωστή κρίση, γνωρίζει και ποιούς πρέπει να ελεεί» (Θφ).
(7)   Ο οίκτος και η αγάπη προς τους πάσχοντας αδελφούς (δ). Δες Ματθ. θ 13 (a).
(8)   Πιστότητα, αξιοπιστία (S), η τόσο αναγκαία στις κοινωνικές σχέσεις (L), η ειλικρίνεια και ευθύτητα (δ). Τα μεγάλα αυτά καθήκοντα του ηθικού νόμου παραθεωρούνταν αναίσχυντα από τους γραμματείς και Φαρισαίους, οι οποίοι ήταν άδικοι , φιλεκδικητικοί, ιδιοτελείς, καταπιεστικοί και υποκριτές (ο).
(9)   «Αυτά πρώτα έπρεπε να κατορθώσετε, τα βαρύτερα, και εκείνα πάλι, τα ελαφριά, να μην τα παραβλέπατε, εάν θέλατε να τηρείτε την ακρίβεια το νόμου» (Ζ). Εφόσον γίνεται διάκριση μεταξύ βαρύτερων και ελαχίστων, η τήρηση των τελευταίων δεν απαγορεύεται, αρκεί να μην σημειώνεται κάποια σύγκρουση με τις μεγάλες αρχές, τα βαρύτερα του νόμου (S).

Ματθ.23,24 ὁδηγοὶ τυφλοί(1), οἱ διυλίζοντες(2) τὸν κώνωπα(3), τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες!
Ματθ.23,24 Τυφλοί οδηγοί, που περνάτε από στραγγιστήρι το κουνούπι και καταπίνετε ολόκληρη καμήλα.
(1)   Η έννοια του όλου στίχου: «πολυεξετάζετε μεν τα μικρά, αλλά στα μέγιστα αμαρτάνετε χωρίς να τα εξετάζετε» (Ζ). «Από τα μικρά μεν αμαρτήματα φυλάγεστε, την καμήλα όμως, δηλαδή τα μεγάλα τα καταπίνετε και τα παραβλέπετε» (Θφ). Σε αυτό λοιπόν εκδηλωνόταν η μεγάλη τύφλωση αυτών των ανθρώπων, ότι αθετούσαν τα μεγάλα καθήκοντα προς το Θεό την ώρα που απέδιδαν σημασία εξαιρετική στα μικρά (ο).
(2)   Διϋλίζω=αφαιρώ την ύλη από κάποιο υγρό. Στραγγίζετε το κουνούπι από το κρασί ή μάλλον στραγγίζετε το κρασί για να μην πιείτε το κουνούπι (δ).
(3)   Ιδιαίτερα από αυτά που ανήκουν στο κρασί, τα οποία εύκολα πέφτουν σε αυτό (b), των οποίων τα ωάρια εκκολάπτονται από τη λάσπη του όξινου κρασιού (δ). Ο στίχος είναι αποκλειστικός του Ματθαίου και προφανώς εκλέχτηκε, έτσι ώστε με εικόνα να παρουσιαστεί ζωηρότερα το πράγμα. Άλλωστε το κουνούπι σύμφωνα με το Λευϊτ. ια 22 και εξής, ήταν ακάθαρτο όπως και η καμήλα (Λευϊτ. ια 4)(L).
Ο παροιμιακός λόγος παρουσιάζει με παράδειγμα την μεταξύ μεγαλύτερου και μικρότερου διαφορά. Δες και περίπτωση που υπενθυμίζει τους λόγους αυτούς του Κυρίου: «Αυτός που φονεύει σε ημέρα Σαββάτου ψύλλο είναι το ίδιο ένοχος με αυτόν που φονεύει καμήλα» (Jerus. Chabbath 107)(S). Αξιοσημείωτη και η εκδοχή: καταπίνετε «την στραβή καμήλα που είναι φορτωμένη με το βάρος της πονηρίας» (Γν).

Ματθ.23,25 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί(1), ὅτι καθαρίζετε(2) τὸ ἔξωθεν(3) τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος(4), ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας(5).
Ματθ.23,25 Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, γιατί καθαρίζετε το εξωτερικό του ποτηριού και του πιάτου, το περιεχόμενό τους όμως προέρχεται από αρπαγή και αδικία.
(1)   Η έννοια του όλου στίχου: «τα μεν σώματά σας τα καθαρίζετε, εσωτερικά όμως οι ψυχές είναι γεμάτες από αρπαγή και πάθη αδικίας· δηλαδή για τους καθαρισμούς του σώματος μεν φροντίζετε· για της ψυχής όμως αμελείτε» (Ζ). Ακριβόλογη τήρηση των αγνισμών (οι οποίες ως επί το πλείστον βασίζονταν στην παράδοση και όχι στο νόμο), όταν συνοδευόταν από παραμέληση ολοφάνερων ηθικών υποχρεώσεων (Λουκ. ια 39) ήταν εκτάκτως αξιοκατάκριτη. Οι Φαρισαίοι πρόσεχαν γεμάτοι φόβο μέχρι νευρικότητας, μήπως η τροφή τους γίνει τελετουργικά ακάθαρτη με την επαφή με ποτήρι ή πιάτο ακάθαρτο· δεν ενδιαφέρονταν όμως διόλου, εάν η τροφή ή το πιοτό ήταν μολυσμένη ως προερχόμενη από αρπαγή και αδικία.
«Ακολουθώντας ανθρώπινες παραδόσεις έπλεναν τα ποτήρια και τις πιατέλες, μόλυναν όμως αυτά με όσα έβαζαν μέσα τους, πίνοντας κρασί από συκοφαντίες και τρώγοντας από αρπαγή» (Θεόδ. Ηρακλείας).
(2)   Τα σκεύη, όταν υποβάλλονταν σε τελετουργική κάθαρση, καθαρίζονταν και από έξω και από μέσα (S).
(3)   Όχι μόνο τα χείλη του πιάτου και του ποτηρίου ή την εξωτερική επιφάνειά του, αλλά ολόκληρο το πιάτο και το ποτήρι καθάριζαν οι Φαρισαίοι πριν γεμίσουν αυτά (L). Αυτό λοιπόν το «από έξω» αντιτίθεται με εκείνα, με τα οποία γέμιζαν τα σκεύη αυτά και τα οποία προέρχονταν από αρπαγή και αδικία (δ).
(4)   «Η παροψίδα λένε ότι είναι ένα είδος πιάτου» (Ζ). «Οι παροψίδες, δηλαδή τα πιάτα στα οποία μπαίνουν τα όψα (=εδέσματα)» (Θφ).
(5)   Αυθεντική γραφή ακρασίας= αχόρταγη επιθυμία των αγαθών του άλλου (L). Η λέξη «αδικίας» τονίζει απλώς, ορίζοντας την έννοια της αρπαγής (δ).

Ματθ.23,26 Φαρισαῖε τυφλέ(1), καθάρισον πρῶτον(2) τὸ ἐντὸς(3) τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν(4).
Ματθ.23,26 Φαρισαίε τυφλέ, καθάρισε πρώτα το εσωτερικό του ποτηριού και του πιάτου, για να έχει αξία και η εξωτερική τους καθαρότητα.
(1)   Η έννοια του όλου στίχου: καθάρισε πρώτα το περιεχόμενο των σκευών σου δηλαδή πάψε να πλουτίζεις τον εαυτό σου με άδικες μεθόδους, οπότε η εξωτερική ακαθαρσία των σκευών καμία σημασία δεν θα έχει (S). Χωρίς την πρώτη καθαρότητα, η εξωτερική δεν είναι πραγματική καθαρότητα (b).
«Άλλωστε δεν μιλά για ποτήρι και πιατέλα, αλλά αναφέρεται στην ψυχή και το σώμα· ονομάζοντας με το εξωτερικό το σώμα ενώ με το εσωτερικό την ψυχή. Αν όμως στην πιατέλα το εσωτερικό χρειάζεται, πολύ περισσότερο σε σένα. Εσείς όμως κάνετε το αντίθετο, λέει· διότι τα μικρά και τα εξωτερικά τα φυλάγετε, ενώ τα μεγάλα και εσωτερικά τα αμελείτε» (Χ).
Ή, «εσύ μεν το εξωτερικό του ποτηριού, δηλαδή την εξωτερική σου κατάσταση τη σχηματίζεις ώστε να είναι πιο σεμνή, το εσωτερικό σου όμως είναι γεμάτο με βρωμιά» (Θφ).
(2)   Το σύστημα των εξωτερικών καθάρσεων δεν κατακρίνεται μεν, υπάγεται όμως στην εσωτερική καθαρότητα (L).
(3)   Εδώ δείχνει ο Σωτήρας, ότι η πνευματική καθαρότητα με το να τρώμε τον καρπό της εργασίας και της αρετής μας, είναι η αληθινή, αυτή που μας κάνει καθαρούς όταν τρώμε (δ).
(4)   Μας διδάσκει ο Σωτήρας ότι του δικαίου ανθρώπου και τα πιάτα και τα ποτήρια γίνονται ηθικά καθαρά λόγω της ηθικής τους χρήσης· ενώ του αδίκου, και αν εξωτερικά έχει αυτά καθαρότατα, είναι ακάθαρτα λόγω της κακίας του περιεχομένου (δ).

Ματθ.23,27 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις(1), οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν(2) καὶ πάσης ἀκαθαρσίας.
Ματθ.23,27 Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, γιατί μοιάζετε με τάφους ασβεστωμένους, που εξωτερικά φαίνονται ωραίοι, εσωτερικά όμως είναι γεμάτοι κόκαλα νεκρών και κάθε λογής ακαθαρσία.
(1)   «Κονία μεν είναι ο ασβέστης, με τον οποίο αλείφουν και χρωματίζουν τους τοίχους» (Ζ). «Κεκονιαμένοι, δηλαδή λευκασμένοι με το γύψο και τον ασβέστη» (Θφ).
«Περιβάλλεστε εξωτερικά από την ωραιότητα της επινόησης των τεχνών» (Κ).
Και το ουαί αυτό έχει παράλληλο στο Λουκ. κεφ. ια. Αλλά η σκέψη διαφέρει σημαντικά ως προς την εφαρμογή της μεταφοράς. Εδώ οι ασβεστωμένοι τάφοι φαίνονται εξωτερικά καθαροί και ωραίοι, αλλά εσωτερικά είναι γεμάτοι ακαθαρσία. Σε αυτό λοιπόν ήταν πλήρως όμοιοι με αυτούς οι Φαρισαίοι. Στο Λουκά η αναφορά γίνεται στο ασβέστωμα των τάφων, το οποίο γινόταν κάθε χρόνο στις 15 του μηνός Αδάρ, για να γίνονται αυτοί ευδιάκριτοι και να προλαμβάνεται έτσι κάθε επαφή κατά λάθος από τον διαβάτη που βαδίζει αμέριμνα, η οποία θα τον έκανε ακάθαρτο.
Εάν λοιπόν τα λόγια αυτά λέχθηκαν κάποιες μέρες πριν το Πάθος, το ετήσιο ασβέστωμα των τάφων θα ήταν πρόσφατο. Τάφοι που δεν είχαν ακόμα χριστεί με ασβέστη έμοιαζαν με τους Φαρισαίους, διότι ο λαός μη διακρίνοντας τον πραγματικό τους χαρακτήρα και πλησιάζοντας αυτούς, μολυνόταν από αυτούς (p).
(2)   «Νεκρά κόκκαλα είναι η δύναμη της αμαρτίας, τα έργα των αμαρτιών» (Ω). Κατά λέξη οστά νεκρών σωμάτων ή πτωμάτων (ο).

Ματθ.23,28 οὕτω καὶ ὑμεῖς ἔξωθεν μὲν φαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι, ἔσωθεν δὲ μεστοί ἐστε ὑποκρίσεως καὶ ἀνομίας(1).
Ματθ.23,28 Έτσι κι εσείς, εξωτερικά φαίνεστε ευσεβείς στους ανθρώπους, κι εσωτερικά είστε γεμάτοι υποκρισία και ανομία.
(1)   =Περιφρόνηση ή εσκεμμένη αθέτηση του νόμου, η οποία έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως αισθητή στους Φαρισαίους, που επιδείκνυαν ζήλο υπέρ του νόμου. Σε αυτό λοιπόν ακριβώς συνίσταται η υποκρισία τους (L). «Το οποίο σημαίνει ότι εξωτερικά μεν αυτοί καλλωπίζονταν, εσωτερικά όμως ήταν γεμάτοι από κάθε αμαρτία» (Σχ).

Ματθ.23,29 Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι οἰκοδομεῖτε(1) τοὺς τάφους(2) τῶν προφητῶν καὶ κοσμεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν δικαίων,
Ματθ.23,29 Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, γιατί χτίζετε τάφους για τους προφήτες και διακοσμείτε τα μνήματα των δικαίων του Ισραήλ.
(1)   «Δεν λέει ο Χριστός το ουαί, διότι χτίζουν τους τάφους, ούτε διότι κατηγορούν εκείνους, αλλά διότι και με τον τρόπο αυτόν και με όσα λένε, προσποιούμενοι ότι κατηγορούν τους πατέρες τους, πράττουν χειρότερα» (Χ).
Σαν να έλεγε σε αυτούς: «Κάνοντας αυτά και λέγοντας αυτά και κατηγορώντας και από τις δύο πλευρές τη φονική διάθεση των πατέρων σας, σε αυτήν τρέχετε και εσείς, σπεύδοντας να φονεύσετε εμένα και τους μαθητές μου· και μάταια και υποκριτικά τα λέτε αυτά. Διότι και εσείς οι ίδιοι μιμείστε τη φονική διάθεση αυτών που κατηγορείτε» (Ζ).
Το να χτίζουν τάφους στους προφήτες, δεν ήταν από μόνο του άτοπο· αλλά το να τιμούν τους προφήτες την ώρα που σχεδίαζαν πώς να φονεύσουν έναν ζωντανό προφήτη, αυτό ήταν η χειρότερη υποκρισία (p).
(2)   Ίσως ο Ματθαίος με το μεν τάφοι να εννοεί τα υπόγεια μνήματα, ενώ με το μνημείο, αυτό που έχει χτιστεί στην επιφάνεια της γης πάνω από τον τάφο (L).

Ματθ.23,30 καὶ λέγετε(1)· εἰ ἦμεν ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν πατέρων ἡμῶν, οὐκ ἂν ἦμεν(2) κοινωνοὶ(3) αὐτῶν ἐν τῷ αἵματι τῶν προφητῶν.
Ματθ.23,30 “Αν ζούσαμε εμείς”, λέτε, “στην εποχή των προγόνων μας, δε θα παίρναμε μέρος μαζί τους στο φόνο των προφητών”.
(1)   Λέτε «ότι θέλετε να φαίνεστε καλύτεροι και περισσότερο αγαθοί από τους ίδιους τους πατέρες σας» (Σχ.π.).
(2)   Τέτοια ήταν η αυτοπεποίθησή τους (b).
(3)   Κοινωνός κάποιου στο αίμα=είμαι συμμέτοχος και συνεταίρος κάποιου στη διάπραξη φόνου (g). Δεν θα συμφωνούσαμε να θανατωθούν οι προφήτες αυτοί (ο). Το λέτε εσείς, οι οποίοι πρόκειται μετά από τρεις μόλις ημέρες να βάψετε τα χέρια σας στο αίμα του Κυρίου (F).

Ματθ.23,31 ὥστε μαρτυρεῖτε ἑαυτοῖς(1) ὅτι υἱοί ἐστε τῶν φονευσάντων τοὺς προφήτας(2).
Ματθ.23,31 Έτσι ομολογείτε πως είστε απόγονοι αυτών που σκότωσαν τους προφήτες.
(1)   Εις βάρος σας.
(2)   «Με το να πει «γιοι αυτών που φόνευσαν», υπαινίσσεται τη συγγένεια ως προς την πονηρία» (Ω). «Διότι ποιά κατηγορία υπάρχει για το γιο ενός φονιά, αν δεν συμμετέχει στη διάθεση του πατέρα του; Καμία. Επομένως είναι φανερό ότι για αυτό τους κατηγορεί, υπαινισσόμενος τη συγγένεια ως προς την κακία» (Χ).
«Επομένως από το γεγονός ότι ομολογείτε τη φονική διάθεση των πατέρων σας, αλλά και από το γεγονός επίσης ότι μιμείστε αυτήν, αποδεικνύετε ότι είστε γιοι των προφητοκτόνων» (Ζ). Ήταν ηθικά και φυσικά απόγονοι των προφητοκτόνων, τρέφοντας το ίδιο μίσος εναντίον της αληθινής ευσέβειας και την ίδια αιμοδιψία εκείνων, των οποίων αποδοκίμαζαν την κακία. Ο νόμος της κληρονομικότητας ήταν ενεργός στις φλέβες τους (p).

Ματθ.23,32 καὶ ὑμεῖς πληρώσατε(1) τὸ μέτρον(2) τῶν πατέρων ὑμῶν.
Ματθ.23,32 Ολοκληρώστε λοιπόν τώρα εσείς ό,τι άρχισαν οι πρόγονοί σας.
(1)   «Δεν το λέει αυτό προστάζοντας, αλλά προφητεύοντας αυτό που θα γίνει, δηλαδή τη σφαγή του» (Χ).
Ή, λιγότερο πιθανή εκδοχή, η προστακτική=με μορφή ειρωνικής πρόσκλησης, εφόσον πρόκειται για το μεγαλύτερο από τα εγκλήματα, ο Ιησούς δείχνει, ότι γνωρίζει τις φονικές διαθέσεις τους (L). Υπάρχει και η γραφή πληρώσετε= Παρά τις υποκριτικές σας αποκηρύξεις της πράξης των προγόνων σας, θα αποδείξετε τους εαυτούς σας άξιους απογόνους αυτών που φόνευσαν τους προφήτες (p).
(2)   Συμπληρώνω το μέτρο των πατέρων=προσθέτω εκείνα, τα οποία λείπουν από το καθορισμένο πλήθος των εγκλημάτων που διαπράχτηκαν από τους πατέρες (g). Εκφράζεται εδώ η αλήθεια, ότι υπάρχει ορισμένο όριο στην ασυνεσία και κακή συμπεριφορά, το οποίο όταν ξεπεραστεί, δεν απομένει πλέον τόπος μετανοίας. Τότε η καταδίκη επακολουθεί αμετάκλητα. Επίσης εκφράζεται η σκέψη, ότι στην περίπτωση των εθνών το όριο αυτό φθάνεται με την ενέργεια διαδοχικών γενεών, όπου η κακία κάθε μίας γενιάς συμβάλλει στο τελικό αποτέλεσμα. Στην περίπτωση των Ιουδαίων το όριο της κακίας θα ξεπερνιόταν και με το φόνο του Μεσσία και των Αποστόλων του. Η καταστροφή λοιπόν της Ιερουσαλήμ και ο διασκορπισμός του έθνους θα ήταν η άμεση συνέπεια (p).

Στιχ. 33-39. Ο Κύριος προειδοποιεί τους γραμματείς και Φαρισαίους για την καταδίκη τους.

Ματθ.23,33 ὄφεις(1), γεννήματα ἐχιδνῶν(2), πῶς φύγητε(3) ἀπὸ τῆς κρίσεως τῆς γεέννης(4);
Ματθ.23,33 Φίδια, γεννήματα οχιάς, πώς θα ξεφύγετε από την τελική κρίση και την κόλαση;»
(1)   «Ονόμασε αυτούς φίδια επειδή είναι πονηροί και σχεδιάζουν κακά και καταστρέφουν» (Ζ).
(2)   «Επειδή μοιάζουν στους πατέρες τους ως προς το δηλητήριο της κακίας και τη φονική διάθεση» (Ζ)· «παιδιά πονηρών και πονηρότεροι από τους γονείς. Δείχνει δηλαδή αυτούς ότι τολμούν μεγαλύτερα… Διότι αυτοί θα φέρουν και το τέλος και το αποκορύφωμα των κακών. Διότι οι μεν πατέρες τους σκότωσαν αυτούς που ήλθαν στον αμπελώνα· ενώ αυτοί φονεύουν τον ίδιο το γιο και αυτούς που καλούν στο γάμο» (Χ).
(3)   «Πώς θα αποφύγετε την καταδίκη της γέεννας, αφού μιμείστε εκείνους που τόλμησαν αυτά;» (Χ). Η ερώτηση υπονοεί απάντηση αρνητική. Όχι δεν θα αποφύγετε (F).
(4)   «Κρίση γέεννας ονομάζει την καταδίκη και τιμωρία που στέλνει στη γέεννα» (Ζ).

Ματθ.23,34 διὰ τοῦτο(1) ἰδοὺ ἐγὼ(2) ἀποστέλλω πρὸς ὑμᾶς προφήτας καὶ σοφοὺς καὶ γραμματεῖς(3), καὶ ἐξ αὐτῶν(4) ἀποκτενεῖτε(5) καὶ σταυρώσετε(6), καὶ ἐξ αὐτῶν μαστιγώσετε(7) ἐν ταῖς συναγωγαῖς ὑμῶν καὶ διώξετε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν,
Ματθ.23,34 Γι’ αυτό κι εγώ θα σας στείλω προφήτες και σοφούς και γραμματείς. Άλλους απ’ αυτούς θα τους σκοτώσετε και θα τους σταυρώσετε, κι άλλους θα τους μαστιγώσετε στις συναγωγές σας και θα τους καταδιώξετε από πόλη σε πόλη.
(1)   Ή «επειδή πρόκειται να συμπληρώσετε το μέτρο της κακίας των πατέρων σας» (Ζ). Ή, για αυτό, για να γίνει η τελευταία απόπειρα της απαλλαγής σας από τη γέεννα (δ).
(2)   Μιλά εξ’ ονόματος του εαυτού του, με τον ίδιο τρόπο που και οι προφήτες μιλούσαν εξ’ ονόματος του Θεού (L). «Στέλνω είπε, αποκαλύπτοντας το αξίωμα της θεότητας» (Ζ), «την εξουσία της θεότητας» (Θφ). Ο Χριστός είναι που στέλνει, και τους δικούς του προφήτες φονεύουν. Το εγώ με ολοφάνερη έμφαση (p).
(3)   «Εννοεί τους Αποστόλους και τους μετά από εκείνους ποιμένες και διδασκάλους των εκκλησιών, επειδή είναι αξιωμένοι με προφητικό χάρισμα και έχουν πάρει τη σοφία από αυτόν και γνωρίζουν τη Γραφή» (Ζ). Η προσθήκη του «σοφούς και γραμματείς» έχει το παράλληλό της στην ιστορία των Ιουδαίων. Μετά τον τελευταίο προφήτη Μαλαχία, το έθνος διδασκόταν από σοφούς και γραμματείς. Και ο Μεσσίας θα έχει όχι μόνο τους προφήτες του, αλλά και τους σοφούς και γραμματείς του (p). Οι προφήτες μιλούν εξ’ ονόματος του Θεού· οι σοφοί κανονίζουν την εφαρμογή των θείων παραγγελμάτων και οι γραμματείς αναπτύσσουν το περιεχόμενο της διδασκαλίας (L).
(4)   «Το «από αυτούς» δείχνει ότι δεν θα τους φονεύσουν όλους, ούτε όλους θα τους μαστιγώσουν» (Ζ).
(5)   «Στέλνω αυτούς αν και γνωρίζω ότι θα σφαχτούν» (Χ). Θα σκοτώσετε όπως τον Στέφανο, τον Ιάκωβο τον του Ζεβεδαίου, τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο και άλλους (δ).
(6)   Μέσω των Ρωμαίων (δ). Το θα φονεύσετε και θα σταυρώσετε αναφέρεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι Ιουδαίοι ξεσήκωναν τους Ρωμαίους άρχοντες εναντίον των Χριστιανών (p). Σύμφωνα με τον Ηγήσιππο (Ευσεβ. Εκκλ. Ιστορ. ΙΙΙ 33,6) ο Σίμων ο γιος του Κλωπά, αφού καταγγέλθηκε από τους αιρετικούς σταυρώθηκε (L).
(7)   Η μαστίγωση στις συναγωγές και η εκδίωξη από πόλη σε πόλη ήταν μορφές διωγμού, τον οποίο οι ίδιοι οι Ιουδαίοι από μόνοι τους ενεργούσαν (p).

Ματθ.23,35 ὅπως(1) ἔλθῃ ἐφ᾿ ὑμᾶς(2) πᾶν(3) αἷμα(4) δίκαιον ἐκχυνόμενον(5) ἐπὶ τῆς γῆς(6) ἀπὸ τοῦ αἵματος Ἄβελ(7) τοῦ δικαίου ἕως τοῦ αἵματος Ζαχαρίου(8) υἱοῦ Βαραχίου, ὃν ἐφονεύσατε(9) μεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου(10).
Ματθ.23,35 Έτσι θα πέσει πάνω σας η ευθύνη για όλο το δίκαιο αίμα που χύνεται στη γη, από το αίμα του δίκαιου Άβελ, ως το αίμα του Ζαχαρία, γιου του Βαραχία, που τον σκοτώσατε ανάμεσα στο ιερό και στο θυσιαστήριο.
(1)   Εξαρτάται η λέξη ή από το «θα φονεύσετε και θα σταυρώσετε και θα διώξετε»=τους διωγμούς αυτούς θα κάνετε κατά θεία παραχώρηση, ώστε να έλθει σε σας… Το όπως δηλώνει το σκοπό της θείας παραχώρησης (δ) ή, πιο σωστά, εξαρτάται από το: ιδού εγώ στέλνω. Σας τους στέλνω όχι για να τους φονεύσετε…
Ο Θεός δεν παύει από το να στέλνει τους απεσταλμένους του, μολονότι καταδιώκουν αυτούς αυτοί προς τους οποίους στέλνονται. Κάθε γενιά έχει τις ευκαιρίες της για σωτηρία. Και ο Χριστός με τον ίδιο ενεργεί τρόπο με τους ιεραποστόλους του. Η θεία θέληση είναι οι πάντες να υπακούσουν και να σωθούν. Αλλά μαζί με αυτήν τη θέληση του Θεού έχει συνδυαστεί η δίκαιη βούληση, σύμφωνα με την οποία οι αρνούμενοι να υπακούσουν θα καταδικάζονται.
Και συνεπώς η καταδίκη των ανυπάκουων μπορεί να λεχθεί, ότι είναι όχι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και ο σκοπός για τον οποίο στέλνονται οι απεσταλμένοι. Στην ιουδαϊκή σκέψη οι τωρινές εκβάσεις αυτών που συμβαίνουν θεωρούνται ότι δεν μπορούν να διακριθούν από τους θείους σκοπούς και η λέξη «ίνα» ή το «όπως» χρησιμοποιούνται εκεί, όπου μάλλον θα λέγαμε το «ώστε» (p).
(2)   Έρχομαι σε κάποιον, εδώ με την έννοια του πέφτω σε κάποιον, για την ενοχή και ποινή του φόνου (g).
(3)   Αυτό λέγεται «όχι διότι τιμωρούνται άλλοι για εγκλήματα που τόλμησαν άλλοι, αλλά διότι μολονότι υπάρχουν τόσα πολλά παραδείγματα άλλων που αμάρτησαν και τιμωρήθηκαν, παρά ταύτα δεν έγιναν καλύτεροι, αλλά διέπραξαν τα ίδια λάθη και ήταν δίκαιο να υποστούν τις ίδιες τιμωρίες με εκείνους» (Χ).
(4)   «Αίμα να εννοήσεις την καταδίκη του αίματος, δηλαδή του φόνου» (Ζ) «ώστε να απαιτηθεί από σας τιμωρία για κάθε φόνο που διαπράχθηκε εναντίον των δικαίων» (Ζ).
(5)   Ο ενεστώτας λέγεται αντί για αόριστο, αλλά με την απόχρωση ενέργειας που συνεχίζεται (L). Ο ενεστώτας χρησιμοποιείται για να δηλώσει, ότι το χύσιμο του αίματος δεν σταμάτησε (b).
(6)   Όχι στον κόσμο, αλλά στο έδαφος, όπου παραμένει ορατό μέχρι να έλθει η εκδίκηση για αυτό (Ησ. κστ 21, Ιεζ. κδ 7)(L).
(7)   «Στην κατάλληλη στιγμή υπενθύμισε και τον Άβελ, δείχνοντας ότι και αυτός ο φόνος ήταν από φθόνο» (Χ). Οι Ιουδαίοι δεν κατάγονταν μεν από τον Κάιν, ήταν όμως κληρονόμοι του φθόνου και της κακίας του Κάιν, εξαιτίας της οποίας έγινε ο φόνος του Άβελ (δ).
(8)   «Ζαχαρία άλλοι μεν λένε τον ένα από τους δώδεκα προφήτες» (Ζ), ο οποίος, όπως ο ίδιος ονομάζει τον εαυτό του (Ζαχ. α 1) ήταν ο Ζαχαρίας, ο γιος του Βαραχίου· το μαρτυρικό του τέλος ήταν από παράδοση γνωστό (δ)· «άλλοι λένε ότι ήταν κάποιος άλλος ιερέας που είχε δύο ονόματα, τον οποίο η Γραφή ονομάζει και Ιωδάε» (Χ), τον σύμφωνα με το εβραϊκό κείμενο Ζαχαρία, ενώ σύμφωνα με τους Ο΄ Αζαρία τον γιο του αρχιερέα Ιωδαέ, τον οποίο επειδή έλεγχε την ασέβεια και ειδωλολατρία των Ιουδαίων, τον λιθοβόλησαν με διαταγή του Ιωάς στην αυλή του οίκου του Κυρίου (Β΄ Παραλ. κδ 20,22)· άλλοι πάλι Ζαχαρία λένε «τον πατέρα του Βαπτιστή. Διότι γράφουν ότι παρέλαβαν από άγραφη παράδοση των πατέρων, ότι υπήρχε τόπος στο ναό προορισμένος για τις παρθένες, στον οποίο όταν στάθηκε κάποτε η Θεοτόκος μετά τη γέννηση του Χριστού, αυτός δεν την έβγαλε έξω, λέγοντας ότι είναι παρθένα. Για αυτό και φονεύτηκε μεταξύ του ναού και του έξω θυσιαστηρίου» (Ζ).
Τέλος κάποιοι από τους νεώτερους αναφέρονται στον Ζαχαρία τον του Βαρούχ ή Βαρούχου, ο οποίος σύμφωνα με τον Ιώσηπο (Ιουδ. πολ. 4,6,4) λίγο πριν την άλωση της Ιερουσαλήμ φονεύτηκε από δύο ζηλωτές στη μέση του ιερού. Αλλά ο Κύριος εδώ μιλά για πρόσωπα ιστορικά που οπωσδήποτε είχαν ήδη φονευτεί (δ).
Υπάρχει ένας προφανής λόγος, για να διαλεχτεί ως όριο στους φόνους ο Ζαχαρίας ο του Ιωδαέ. Στην ιουδαϊκή Βίβλο, τα βιβλία των Παραλειπομένων έρχονται τελευταία και συνεπώς, όπως το αίμα του Άβελ είναι το πρώτο στη Βίβλο, έτσι το αίμα του Ζαχαρίου είναι το τελευταίο, παρόλο που από άποψη χρόνου ο φόνος του Ουρίου από τον βασιλιά Ιωακείμ (Ιερεμ. λγ 21) έγινε αργότερα (p).
Προκύπτει όμως η δυσκολία, ότι ο Ζαχαρίας του Βιβλίου των Παραλειπομένων δεν λέγεται εκεί γιος Βαραχίου, αλλά γιος Ιωδαέ. Είναι αλήθεια ότι ο σιναϊτικός κώδικας και 4 μικρογράμματοι κώδικες αποσιωπούν το «υιού Βαραχίου» και ότι ο Ιερώνυμος σημείωσε: στο ευαγγέλιο, το οποίοι χρησιμοποιούν οι Ναζαρηνοί, αντί για το υιού Βαραχίου, συναντούμε γραμμένο, τον υιό του Ιωδαέ. Επι πλέον κάποια αρχαία γλώσσα (κείμενο που μπήκε σε χειρόγραφο από το περιθώριο) λέει: «Ζαχαρία λέει τον Ιωδαέ· διότι είχε δύο ονόματα» (L).
Η απλούστερη εξήγηση είναι ότι η φράση «Ζαχαρίας υιός Βαραχίου» ήταν συνηθισμένη και γράφτηκε μηχανικά από κάποιον από τους πρώτους αντιγραφείς (p).
(9)   Ο Χριστός παίρνει το ιουδαϊκό έθνος ως σύνολο και θεωρεί αυτό ένοχο για καθετί που έγινε από τους αντιπροσώπους του σε διάφορες γενιές. Ο Κύριος δεν εννοεί ότι οι σύγχρονοί του γραμματείς και Φαρισαίοι ήταν υπεύθυνοι για τους φόνους που διαπράχτηκαν από τους προγόνους τους ολόκληρους αιώνες πριν. Αλλά η ενοχή της κακίας αυξήθηκε με τη συσσώρευση προηγούμενων περιπτώσεων και προειδοποιήσεων. Κάθε γενιά, η οποία καταδικάζει την κακία των προηγούμενων γενιών, αλλά επαναλαμβάνει και αυτή όσα κακά εκείνες διέπραξαν, είναι περισσότερο ένοχη και αναπολόγητη από κάθε προηγούμενη.
(10)   «Πρόσεξε, ότι το τόλμημα ήταν διπλό. Διότι όχι μόνο φόνευαν αγίους, αλλά και σε τόπους αγίους» (Χ).

Ματθ.23,36 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἥξει ταῦτα πάντα(1) ἐπὶ τὴν γενεὰν ταύτην(2).
Ματθ.23,36 Σας βεβαιώνω πως όλα αυτά θα πέσουν πάνω στην τωρινή γενιά.
(1)   «Δηλαδή τα σχετικά με την πολύ κακή τιμωρία» (Ζ).
(2)   «Δηλαδή σε αυτούς τους ίδιους. Διότι στις μέρες του Ουεσπεσιανού και του Τίτου έπεσαν πάνω τους τα κακά από τους Ρωμαίους» (Ζ). Παρόλο που η Ιερουσαλήμ καταστράφηκε μετά 40 περίπου έτη, αφ’ ότου ο Κύριος εξήγγειλε την προφητεία αυτή, παρ’ όλα αυτά πολλοί από εκείνους, προς τους οποίους απευθυνόταν, θα έζησαν μέχρι την έκβαση της προφητείας (ο).

Ματθ.23,37 (1)Ἱερουσαλὴμ Ἱερουσαλήμ(2), ἡ ἀποκτέννουσα(3) τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν! Ποσάκις(4) ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν(5) τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις(6) τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας(7), καὶ οὐκ ἠθελήσατε(8).
Ματθ.23,37 Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ, που σκοτώνεις τους προφήτες και λιθοβολείς αυτούς που σου στέλνει ο Θεός! Πόσες φορές θέλησα να συνάξω τα παιδιά σου όπως η κλώσα συνάζει τα κλωσόπουλα κάτω απ’ τις φτερούγες της, αλλά εσείς δεν το θελήσατε.
(1)   «Στρέφοντας το λόγο στην πόλη, την ελεεινολογεί» (Ζ).
(2)   «Τι χρειάζεται ο διπλασιασμός; Αυτό είναι τρόπος έκφρασης αυτού που λυπάται και ελεεινολογεί την πόλη και αγαπά υπερβολικά αυτήν. Διότι όπως ακριβώς σε μία ερωμένη που αγαπήθηκε μεν πολύ από τον εραστή της, αλλά όμως καταφρόνησε αυτόν και για αυτό πρόκειται να τιμωρηθεί, απολογείται λοιπόν διότι πρόκειται να την τιμωρήσει» (Χ).
«Λυπάται αυτήν διότι παλαιά μεν ήταν αγαπημένη, τώρα όμως πρόκειται να πάθει τα έσχατα για τις παρανομίες των κατοίκων της» (Ζ). Ήταν η πόλη αυτή το κέντρο της φονικής τους διάθεσης. Δόθηκαν σε αυτήν πολλά προνόμια, αλλά καταχράστηκε αυτά (ο).
(3)   Όλα τα κακά εναντίον των δικαίων από αυτήν προέρχονταν, διότι σε αυτήν ήταν η ανώτατη θρησκευτική αρχή και οι πρώτοι των διδασκάλων του έθνους, από τους οποίους πάντα πήγαζε ο διωγμός της αλήθειας (δ). Σε ενεστώτα η μετοχή= έγινε σε αυτήν συνήθεια το να φονεύει τους προφήτες (ο).
(4)   «Ούτε με αυτά» τα εγκλήματα εναντίον των προφητών και απεσταλμένων, «με έκανες να φύγω από κοντά σου, ούτε με απομάκρυνες από το να έχω πολλή εύνοια για σένα, αλλά θέλησα και έτσι, όχι μία και δύο φορές, αλλά και πολλές να σε φέρω κοντά μου» (Χ).
Το ποσάκις πρέπει να αναφέρεται στις συχνές επισκέψεις του Μεσσία στην Ιερουσαλήμ, οι οποίες δεν αναφέρονται στα συνοπτικά ευαγγέλια και παρέχεται έτσι μη προμελετημένη ισχυρή επιβεβαίωση του τετάρτου ευαγγελίου (p).
(5)   «Αυτό το λέει φανερώνοντας, ότι πάντα σκόρπιζαν τους εαυτούς τους με τα αμαρτήματα» (Χ). «Θέλησα, λέει, να μαζέψω τα παιδιά σου κάτω από τη σκέπη μου, τα οποία οι αμαρτίες διασκόρπισαν από τη θεία επίβλεψη» (Ζ).
(6)   «Με το παράδειγμα της κλώσας δείχνει τη φιλοστοργία του για τους Ιουδαίους» (Ζ). «Διότι αυτό το πτηνό δείχνει πολλή θερμότητα για τα παιδιά του» (Χ). «Η κλώσα είναι πολύτεκνη και θερμή στην αγάπη και φροντίζει τα παιδιά της και παραδίδει τον εαυτό της και σε θάνατο για χάρη τους» (Ω).
(7)   «Παντού στους προφήτες υπάρχει αυτή η εικόνα των φτερούγων, και στην ωδή του Μωϋσή, και στους ψαλμούς, φανερώνοντας την πολλή σκέπη και φροντίδα» (Χ). Δες και Δευτ. λβ 11,Ησ. λα 5,Ψαλμ. 90,4,Ρουθ β 12.
(8)   «Δεν θελήσατε, αφού δεν με δεχτήκατε, αλλά με διώκετε και προσπαθείτε να με φονεύσετε» (Ζ).

Ματθ.23,38 ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν(1) ὁ οἶκος(2) ὑμῶν ἔρημος(3).
Ματθ.23,38 Γι’ αυτό ο τόπος σας θα ερημωθεί!
(1)   Δοτική αντιχαριστική, για λύπη ή για βλάβη σας (p).
(2)   «Δηλαδή ο ναός» (Ζ). Ή, πιο σωστά, η πόλη Ιερουσαλήμ και ο ναός σε αυτήν= η πόλη σας και ο ναός σας εγκαταλείπονται από το Θεό και παραδίδονται σε ερήμωση (a). Στο Ενώχ πθ 50,51,56,66,72 ο οίκος είναι η Ιερουσαλήμ της οποίας ο ναός παριστάνεται ως πύργος. Και στη Διαθήκη του Λευΐ ι 5 γράφει: «Διότι ο οίκος, τον οποίο ο Κύριος θα διαλέξει, θα ονομαστεί Ιερουσαλήμ, όπως περιέχεται στο βιβλίο Ενώχ του δικαίου» (p).
(3)   «Έρημος από τη θεία χάρη που κατοικεί μέσα σε αυτόν» (Ζ), «γυμνός από τη δική μου βοήθεια» (Χ). «Για αυτό δεν υπάρχουν πλέον προφήτες σε αυτούς, ούτε πλέον ουράνια χάρις, αλλά έγινε χέρσα γη και καταπατιέται από όλους» (Β).
Αποτέλεσμα της πνευματικής αυτής ερήμωσης θα ήταν και η υλική ερήμωση και καταστροφή της πόλης. Κάποιοι από τους μεγαλογράμματους κώδικες αποσιωπούν το έρημος. Με την αποσιώπηση αυτή σχηματίζεται θλιβερή ειρωνεία=Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ πρέπει στο εξής να προφυλάσσουν την πόλη, η οποία έως τώρα βρισκόταν υπό την προστασία του Θεού (p).

Ματθ.23,39 λέγω γὰρ(1) ὑμῖν(2), οὐ μη(2) με ἴδητε ἀπ᾿ ἄρτι(3) ἕως ἂν εἴπητε(4), εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος(5) ἐν ὀνόματι Κυρίου(6).
Ματθ.23,39 Σας βεβαιώνω πως δε θα με δείτε πια, ως την ώρα που θα πείτε: Ευλογημένος αυτός που έρχεται σταλμένος από τον Κύριο!»
(1)   Αιτιολογεί το αφήνεται έρημος= «αυτός ήταν που βάδιζε μπροστά από αυτούς και τους συγκρατούσε και τους προστάτευε· άρα αυτός είναι που τους τιμωρεί» (Χ).
(2)   Η προειδοποίηση που μπαίνει ως συμπέρασμα, γίνεται με ιδιαίτερη σοβαρότητα (λέγω υμιν) και με κατηγορηματική βεβαίωση (ου μη)(p).
(3)   «Λέγοντας «από τώρα» δεν δήλωσε μόνο την ώρα εκείνη, αλλά όλο τον καιρό μέχρι τη σταύρωση, μετά από τον οποίο δεν είδαν αυτόν πλέον. Διότι αν και φάνηκε σε κάποιους μετά την ανάσταση, αλλά όχι στους άπιστους Ιουδαίους» (Ζ).
(4)   Ή, «πότε θα πουν αυτό; Με τη θέλησή τους μεν ποτέ· χωρίς τη θέλησή τους, κατά τον καιρό της δευτέρας παρουσίας, όταν θα έρθει με δύναμη και δόξα πολλή, όταν αυτή η αναγνώρισή τους δεν θα έχει κανένα όφελος» (Ζ).
Ή, η αποστολή του ως Σωτήρα τελείωσε για αυτούς. Εάν η σχέση αυτή μαζί τους πρόκειται ποτέ να ανανεωθεί, η πρωτοβουλία θα προέλθει από αυτούς (p), όταν επιστρέφοντας με μετάνοια σε αυτόν και αναγνωρίζοντας αυτόν ως λυτρωτή, θα τον επευφημήσουν με τον μεσσιανικό χαιρετισμό Ευλογημένος… (F).
(5)   Φαίνεται ότι αναφέρεται στο κεφ. κα 9. Όταν τα πλήθη και τα παιδιά υποδέχονταν τον Ιησού ως Μεσσία κράζοντας το Ωσαννά, η ιουδαϊκή ιεραρχία αγανακτούσε και αξίωνε ο Ιησούς να σταματήσει αυτές τις επευφημίες. Βεβαιώνει τώρα αυτούς, ότι έως ότου και αυτοί υποδεχτούν αυτόν με τις ίδιες επευφημίες, δεν θα τον δουν ως Μεσσία τους (p).
(6)   =έτοιμοι να πιστέψουν σε Αυτόν, ως αντιπρόσωπο του Θεού (p). Με το στίχο αυτό ολοκληρώνει ο Κύριος τα δημόσια κηρύγματά του προς τους Ιουδαίους. Με το στίχο αυτό θα αρχίσει η μετάνοιά τους (b).


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ’ (24)

Στιχ.1-2. Η καταστροφή του Ναού.

Ματθ.24,1 Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐπορεύετο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ(1)· καὶ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτῷ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ ἱεροῦ(2).
&M